σημειωματαριο κηπων

1 Σεπτεμβρίου 2019

το σπηλαιο της αναισθησιας

 

 

 

 

η απεχθεια μου για τον πλατωνα βασιζεται σε παρα πολλα πραγματα, αλλά στο παραμυθακι του της σπηλιας συμπυκωνονται ισως τα περισσοτερα απ’ αυτα – ομως πριν συνεχισω για εναν ανθρωπο που δεν μ’ αρεσει και που δεν αγαπω (αρκετα πρωτοφανες θα ελεγα αυτο για τους εδω κηπους) θα ’θελα να ξεκαθαρισω οτι δεν (θα) ειναι αυτο ενα κειμενο για τον πλατωνα, διοτι τοτε θα ’πρεπε να το κανω και λιγο μεγαλυτερο – ειναι απλως ενα κειμενο που ξεκινησε απο μια σκεψη του βιτκενσταϊν. που ετυχε να διαβασω προσφατα και που μού θυμισε την «σπηλια» τού π., καθως επισης (μού θυμισε) και το πόσο αντιπαθω εξισου και τον κυριο β.

 

επισης, πριν συνεχισω θα πρεπει να ομολογησω οτι οταν απεχθανομαι πολυ εναν ανθρωπο, μού ειναι αδυνατο να τον διαβασω πραγματικα : ετσι, παρ’ολο που πηρα οταν πρωτομπηκα στο πανεπιστημιο να τον διεξελθω (και μαλιστα απο μεταφραση ειχα να διαβασω μόνο τον συκουτρη (τον ειχα ηδη απο την πατρογονικη βιβλιοθηκη για να πω την αληθεια αυτον) (τα άλλα τ’ αγορασα μόνη μου απο την «οξφοδη» που δεν εχει μεταφραση : ηταν ομως ακομα προσφατο το σχολείο, και η περιρρεουσα αποψη, φροντιστων καθηγητων και ημων των ιδίων, οτι ο πλατωνας δηλαδη ητανε ευκολος (σε αντιθεση π.χ. με τον θουκυδιδη) : και συνεπως θα ειμαστε τυχερες  αν μας επεφτε αγνωστο θεμα απ’ αυτον στις εξετασεις για τις σχολες

 

(η αληθεια ειναι (για να κουτσομπολεψω και λιγο) οτι απ’ αυτον μάς επεσε, εγραψα επομενως μαλλον καλα αφου πηρα ετσι και τα ουρανοκατεβατα λεφτα της υποτροφιας – (μόνο εκθεση δεν μπορεσα να γραψω καλα, ειχα εξαλλου και μια λόξα να μη θελω να γραφω καλα, δεν μπορουσα αλλωστε κιολας να γραφω καλα – επομενως λογικα εχασα την πρωτη θεση, αλλά δεν ειχε σημασια, οι δεκα πρωτοι παιρναν ολοι τα (ουρανοκατεβατα ή οχι – καποιοι δηλαδη ξεραν οπως εμαθα αργοτερα οτι υπηρχαν) : τα λεφτα της υποτροφιας τα πηραμε λοιπον ολες ετσι κι αλλιως) και κλεινει εδω το κουτσομπολιο))

 

θα πω λοιπον μερικα αυθαιρετα δικά μου (αυθαιρετα διοτι δεν προκειται ουτε να βαλω σημειωσεις απο πού τα πηρα, ουτε να κατσω να τα εξηγησω ιδιαιτερα – τα λεω για μενα και για οποιαν αλλη πιθανον (θα) θελει να διασκεδασει – και ουτε προκειται να ξαναπαρω τα βιβλια τωρα για να κατσω να επαληθευσω τις διατυπωσεις : τα λεω οπως τα θυμαμαι απο τοτε που τα διαβασα για πρωτη και, κατα κανονα, για τελευταια φορά)

 

 

 

 

 

Ο πλατωνας λοιπον, για να  ξεκινησω ετσι χοντρικως και χονδροειδως, ειναι (κι ας μην ομολογειται γενικως, εγω το ξερω και το λεω – κι ας με πιστεψουν οσες θελουν – και οσες μπορουν) ειναι και αποτελει το κεντρο της ανδροκρατιας, το κεντρο και την κορυφη της πατριαρχιας του μισογυνισμου και της θεωρητικης και φιλοσοφικης (και εμπρακτης τελικα, μια που «και η σκεψη πραξη ειναι» που ’πε κι ενας αγαπημενος γερμανος) της θεωρητικης και φιλοσοφικης λοιπον καταδίκης του ερωτα : και απ’ αυτην ακριβως την αποψη πιστευω οτι ο πλατωνας προετοιμασε θαυμασια τον χριστιανισμο – εχουν επομενως δικιο οσοι καταφευγουν στο ιδεολογημα του «ελληνοχριστιανικου» αποτετοιου – διοτι δεν προκειται ακριβως για ιδεολογημα, ειναι η ζοφερη πραγματικοτητα, για την ελλαδα και τις υπολοιπες χωρες του πλανητη, τουλαχιστον τις δυτικες

 

επειδη ομως ειναι και πολυ καλος συγγραφεας – για να πουμε την αληθεια ειναι ενα θαυμα στην πεζογραφια ο κυριος, απο μια συγκεκριμμενη αποψη – και πιθανως το υποψιαζεται και επομενως το χρησιμοποιει με οση χαιρεκακια διαθετει – και διαθετει μπολικη – επιχειρει επομενως και τολμαει να τ’ αγγιξει ολα με ανεση, και, αν μπορει (ελπιζει οτι μπορει – και  η ιστορια εδειξε οτι μπορει) να τα καταδικασει ολα, τα σχετικα με το σωμα μας, τελειωτικα –

 

το μπορεσε καταρχας διοτι ητανε, ειπαμε, ευφυης στην πεζογραφια (οχι στους τυπικους διαλογους του ( : εκει εξευτελιζει εντελως την ιδια την εννοια της διαλεκτικης – οπως ειχε ηδη προσεξει το μικρο (και ενιοτε εντελως ανευ χιουμορ) κοριτσακι που ημουνα καποτε – μια φορα το ειπα μαλιστα στην ταξη μας στη δασκαλα μας του γυμνασιου (καναμε αν θυμαμαι τον «πρωταγορα») : «ο σωκρατης κυρια, αυτος ειναι ομως που φερεται σα σοφιστης, αυτος μπερδευει, παραπλανα και εξευτελιζει τον διαλογο» (παραβλεπω εδω, και προσπερναω με επιεικεια, τη χειριστη γνωμη που μας ειχανε φυτεψει για τους σοφιστες – δεν μπορουμε να τα προβλεψουμε και ολα –) και εισεπραξα ενα «κατσε κατω σταθατου, δεν ξερεις τι λες», ακολουθουμενο απο βροντερους γελωτες – σκασιλα μου βεβαια ελαφρως, για να μην πω οτι γελασα επισης με τον εξωφρενων θυμο της και τις κοκκινιλες της, αστειοι ανθρωποι ενιοτε αυτοι οι εντελως αδιαβαστοι και αμορφωτοι, και ανεραστοι και ασωματοι (θα επανελθουμε στο ασωματο γι’ αυτο το βαζω), καθηγητες))

 

 

 

 

 

 

το συμποσιο ομως ειναι ενα κατεξοχην μυθιστορηματικο εργο, κι ας ποζαρει για διαλογος (ειναι κι αυτο ενα απο τα ευφυη πεζογραφικα του κολπακια) και δεν υπαρχει ιχνος εκει απο τους συνηθισμενους εξευτελιστικους τής εννοιας τού διαλόγου διαλόγους (εξευτελιστικους εντελως : «ετσι δεν ειναι ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος, «ετσι ειναι βεβαιως» να απανταει ο παντα αφελης μαθητης / «μηπως εχεις αντιρρηση ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος «προς θεου οχι» να λεει ο παντα αφελης μαθητης / κλπ, κλπ) : εδω αντιθετα εχουμε αλλεπαλληλες αφηγησεις, παραλληλες και διασταυρούμενες, μεσα σ’ εναν κυκλο φιλων, λιγο–πολυ ισότιμων και ομότιμων και εντελως ανέντιμων στην αντρολαγνεία τους, και μεσα σ’ εναν ενιαιο χωρο οπου ολοι καθονται και τρων και πινουν και συμβαινουν και απροσδοκητα να πουμε, οπως η εισοδος του μεθυσμενου αλκιβιαδη και η ερωτικη του εξομολογηση προς τον σωκρατη (δυο περιβοητοι μισογυνηδες που θριαμβευουν ετσι, ο καθεις με τον τροπο του) – και ακομα και η μοναδικη εισοδος της μόνης γυναικας στην παρεα γινεται μεσω αφηγησης του αφηγούμενου – δεν υπαρχει πραγματικη γυναικα πουθενα – αλλά και η ιδια η διοτιμα δεν ειναι καν γυναικα, ειναι δηλαδη η γυναικα οπως την θελουνε οι αιωνες που ηδη εχουν ερθει κι οι αιωνες που θά’ρθουνε, «ιερεια», ορκισμενη στη θρησκεια αυτων των αντρων, οπως τη θελει η θρησκεια αυτων των αντρων – και ηδη το «ιερο» ειναι το υπουλοτερο οργανο του μισογυνισμου της αντροκρατιας : η «διοτιμα» (μεσω της αφηγησης δηλαδη του σωκρατη) οχι μόνο δεν την αρνειται αλλά την επεκτεινει και την εμπλουτιζει –

 

αλλά αρκετα για το συμποσιο – αυτο θελει αλλη αναρτηση : για την πεζογραφικη του αξια ομως μπορω να πω (με το χερι στην καρδια, και το μουνι) οτι το εργο ειναι (θα μπορουσε να πει κανείς) η αρχη και η μεση και το τελος της πεζογραφιας ανα τους αιωνες (που ηρθαν και θά’ρχονταν), ασχετως εννοω του περιεχομενου – περιεχει δηλαδη τα παντα ως κειμενο, και το μοντερνο, και το μεταμοντερνο, και ο,τι αλλο θες – : απο αποψη πεζογραφικη δηλαδη το «συμποσιο» ειναι η συνοψη του μυθιστορηματος εν κινησει : ποιος θα μπορουσε να προβλεψει καλυτερα τη διαπραγματευση του 1ου ή του 3ου προσωπου στην αφηγηση, τους ελιγμους της αφηγησης της ιδιας  ; Ενας συνανταει εναν, τυχαια στον δρομο, και του ζηταει να του αφηγηθει κατι που του ειπε ενας αλλος, τυχαια στον δρομο, κι αυτος του λεει πως ο,τι (νομιζει οτι) ξερει ειναι απολυτως ανακριβες διοτι αυτος που ειχε παρευρεθει στο γεγονος και τού το αφηγηθηκε, του αφηγηθηκε προ χρονων πολλων πραγματα που ειχανε γινει προ χρονων πολλων – και παντως εντελει τού λεει τι εγινε σε κεινο το παρτυ, με το νι και με το σιγμα : σοβαρες ενστασεις επομενως για τη μνημη του – αλλά και για την πιστοτητα της μεταφορας (απο το 1ο στο 2ο στο 3ο προσωπο) μπορουν να εγερθουν – αλλά : Ποιος ειναι εντελει ο αφηγητης εδω ;

και επιπλεον, ο χρονος που μεσολαβει απο το γεγονος στην αφηγηση και την αναμνηση (και την αναβιωση του) τι ρολο παιζει σε οσα (υποτιθεται οτι) ειπώθηκαν ;

Ευρηματα με λιγα λογια εξοχωτατα.

 

(ιδου σταδιον δοξης λαμπρον λοιπον και για τον κυριο βιτκενσταϊν, που θελει να εξηγησει τη γλωσσα με τα μαθηματικα – απωθωντας εμφανως την «ψυχολογια» οπως τη λεει – και ξερει αυτος γιατι (εχει τη σπηλια του))

 

 

 

 

 

το ζητημα ειναι οτι ο πλατωνας δεν αρκειται (καθολου μα καθολου) να θριαμβευει στην πεζογραφια, και να διαπραγματευεται ετσι, με το μαλακο (με το πολυ μαλακο) τα θεματα που πρεπει να σκοτωσει, και πανω απ’ ολα τον ερωτα (βαζοντας μαλιστα να τον «υπερασπιζεται» (δηλαδη να τον καταδικαζει) ακριβως μια γυναικα – συνηθισμενες κουτοπονηριες των αντρων – ειπαμε, ο πλατωνας τούς εμπεριεχει ολους τους μισογυνηδες και του παρελθοντος και του μελλοντος – γι’ αυτο τον διασωσανε οι καλογέροι – που καψανε ολους τους αλλους

 

(σκεφτομαι καμια φορα τι θα ειχε γινει αν ειχε (για καποιους μυστηριους λογους) αντιστραφει τελειως η κατασταση και οι καλογέροι σωζανε ολο το εργο του επικουρου (ηταν και ο πολυγραφοτερος αλλωστε ολων) και απο τον πλατωνα ειχαμε μόνο ο,τι εχουμε σημερα απο τον επικουρο : δηλαδη δυο γραμματακια και μια διαθηκη – καθως και μερικες παρεξηγησεις – ή εμμετρες ερμηνειες – οπαδων και θαυμαστων – αλλά δεν εχει νοημα να ονειρευομαι.))

 

ομως για το «συμποσιο» δεν θα πω άλλα εδω – εχω να πω πολλα αλλά χρειαζομαι περισσοτερο χωρο (και φυσικα θα ’θελα κι αλλο χρονο) : αρκει ομως σημερα να πουμε οτι βαζοντας μια γυναικα να εκφρασει τις πλατωνικες αποψεις για τον ερωτα, ο κυριος πλατων καταφερνει το μνημειωδες – να πεισει ολους τους αντρες (και, κανονικοτατα, και τις γυναικες) οτι καλα κανει ο ερωτας και εχει ευνουχιστει απο μόνος του, εχοντας διαγραψει καθε ατιθασσο στοιχείο του, στοιχείο που θα θυμοταν δηλαδη ακομα την προηγηθεισα βακχεία – δηλαδη τον ερωτα στην πραγματικα γυναικεια και αντι–κοινωνικη του διασταση

 

 

 

 

Εκει λοιπον που ειναι λιγοτερο προστατευμενος (δεν ενδιαφερεται καν ο ιδιος να προστατευτει δηλαδη) ο πλατωνας ειναι στα «καθαρα» πολιτικα του – ενα απ’ τα πρωτα αποσπασματα που μ’ εκαναν να τον σιχαθω πραγματικα ηταν εκεινο το «οι δουλοι να ’ναι απο διαφορετικες χωρες για να μη μιλουν την ιδια γλωσσα» (αλλο σταδιο δοξης λαμπρον και για τον κυριο βιτκενσταϊν βεβαια εδω, να μας πει οτι ουτως ή αλλως κανενας δεν μιλαει την ιδια γλωσσα με κανεναν – κι αν δεν τον βολευε στην παρουσα συζητηση αυτο, να το αναθεωρουσε παρευθυς, και με ευστροφία, ως την ιδια γλωσσα εχουμ’ ολοι μας (αναθεωρουσε κι ευκολα ο τυπος))

 

ομως ολ’ αυτα τα γραφω πανω απ’ ολα για να καταληξω στην πιο κουτοπονηρη (και εγκληματικη, θα μπορουσε να πει κανείς – αλλά κυριως στην πιο πανανθρωπινως (και ακριτως) θαυμαζόμενη, παρεξηγουμενη και αποβλακωτικη) αλληγορια του, αυτην της σπηλιας

 

και τη θυμηθηκα διοτι επεσε στα χερια μου προχτες ενα αποσπασμα του κυριου βιτκενσταϊν που ειναι λες βγαλμενο απο τα μαθηματα του κυριου πλατωνα ακριβως : και ειδικα απο το μαθημα τού σπηλαίου : (το βρηκα στα αγγλικα και συνεπως στα αγγλικα το παραθετω, δεν νομιζω ομως στα γερμανικα να ’λεγε τα αντιθετα) :

 

«It is possible to imagine a case in which I could find out that I had two hands. Normally, however, I cannot do so. «But all you need is to hold them up before your eyes!»—If I am now in doubt whether I have two hands, I need not believe my eyes either. (I might just as well ask a friend.)» ( * )

(τα πλαγια ειναι δικα του)

 

Το πιστευω λοιπον απολυτα, οτι του ηταν αδυνατο, σε τελευταια αναλυση και οχι απλως λογικο επιχειρημα, να φανταστει πως εχει δυο χερια : ακομα κι αν τα σηκωσει δηλαδη και τα φερει μπροστα στα ματια του, δεν υπαρχει κανενας λογος που να τον πειθει οτι και τα ματια του τελικα δεν ψευδονται :

 

καθοτι ο κυριος βιτκενσταϊν ειναι ο ιδιος ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα χωρις να ντρεπεται καθολου – φτιαχνει ολοκληρη φιλοσοφια με τα οσα ενα, κατ’ αυτον τον τροπο στερημενο απο ολες του τις αισθησεις, υποκειμενο θα ελεγε : θα ελεγα για την ακριβεια οτι ειναι ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα «με σαρκα και οστα», αν δεν ηταν αυτο ακριβως αντιφατικο μαζι και οξυμωρο για να μην πω και γελοίο : οι ανθρωποι της σπηλιας του πλατωνα (αλλά, εντελει, ολοι οι «ανθρωποι» του πλατωνα) δεν εχουν ακριβως ουτε σαρκα ουτε οστα :

 

 

 

 

ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα ειναι ο ενγενει ανθρωπος του πλατωνα και εκτος σπηλιας – αυτον υποστηριζει αυτον γουσταρει για τους αιωνες που θά’ρθουνε,  και αυτον θελει ( : και αυτος ηρθε οντως για τους αιωνες που ηρθανε) : τον παραθετει βεβαια σαν στοιχείο μιας αλληγορίας, για να καλυψει την υπερβολη, αλλά η αλληγορία ειναι και η επιθυμια του : ανθρωποι χωρις σωμα χωρις αισθησεις και χωρις ερωτα – συνεπως ανθρωποι στους οποίους το σωμα τους δεν μιλαει – και δεν εχει τιποτα να αποδειξει

 

ειναι πεποιθηση (ευτυχως, οχι μόνο δική) μου οτι αυτα τα οποία προβαλλει καποιος στην πραγματικοτητα, ως πραγματικοτητες, ειναι κομματια απο τον εαυτο του

 

και σαν ανθρωπος που ηρεμα αυτονοητα, και χαρουμενα, επικοινωνουσε με το σωμα του απο παιδι, ξερω οτι θα ηταν αδυνατο να με πεισει καποιος οτι ειμαι σκια – κι οτι το ιδιο ειναι και οι απεναντι : ακομα κι αν οι απεναντι δηλαδη ηταν, ή φαινονταν σα σκιες, εγω θα ηξερα οτι δεν ημουνα – γιατι θα ημουνα εκεινο το πραγμα («πραγμα» πριν τις λεξεις) που καυλωνε και ηθελε να παιζει και να ερωτευεται – αρα δεν μιλαει για μενα ο κυριος πλατωνας

 

εξαλλου ολοκληρη αυτη η πλατωνικη σκηνοθεσια μεσα στη σπηλια δεν θα αλλαζε καθολου αν αντι για ανθρωπους στα τοιχωματα της, ο φιλοσοφος μας, ειχε σταυρωσει ακινητα σιωπηλα και μεταλλικα ρομποτ – διοτι ειναι αποψη και επιθυμια του ιδιου οτι οι ανθρωποι δεν εξεγειρονται δεν διαμαρτυρονται και δεν αντιδρουν με λιγα λογια, κατα κανενα τροπο στο αλυσοδεσιμο τους

 

κι αν εκλαμβανουν τη ζωη συμφωνα με αυτο που βλεπουν απεναντι – και οχι συμφωνα μ’ αυτο που αισθανονται (αληθεια τι αισθανονται ; αισθανονται τιποτα ; τι λενε ; μιλανε με κανεναν ; – ή δεν εχουν καν ακομα τη γλωσσα ; ή την ειχαν και τη χασανε ; και απο ποια ηλικια αλυσοδεθηκανε ; ητανε ποτέ δηλαδη προηγουμενως ελευθεροι ; κι αν αλυσοδεθηκανε απο νεογεννητοι, πώς μεγαλωσανε, και ποιος τους ταΐζει ; ή δεν χρειαζονται καν φαΐ ; ή δεν χεζουνε καν, και δεν κατουρανε ; ) το ζητημα ειναι οτι για χαρη τους ο φιλοσοφος μας δεν περιγραφει παντως το ανθρωπινο ειδος, αλλά αυτο που θα ηθελε να ισχυσει – και αυτο που εντελει οντως κατισχυσε : τους ανθρωπους ως αναισθητα και ανεραστα και αμιλητα μελη μιας κοινωνιας ενος θεαματος καποιων σκιων

 

 

 

 

γι’ αυτο και ειναι ουσιαστικα εντελως δευτερευον το παιχνιδι που παραθετει (πολυ εξυπνο ομως οντως, και πολυ σατανικο – και πολυ χαιρεκακο) με το φως και το σκοταδι : αν βγαιναν εξω θα τυφλώνονταν, αν ξαναμπαιναν μεσα δεν θα βλεπαν τιποτα : αυτα ειναι ακριβως τα παιχνιδακια του κυριου πλατωνα και οι, ιδιοφυεις ομολογουμενως, αντιπερισπασμοι του – γιατι αυτο το οποίο θελει να τονισει ειναι αυτο το οποίο ακριβως διεξερχεται επιτροχαδην, χωρις να το τονιζει καθολου (διοτι αυτο το οποίο τονιζεις αποκταει ξαφνικα μια σημασια, και γινεται ο αντιπαλος, και ως αντιπαλος εχει ηδη κερδισει το παιχνιδι, εστω και κατα το ημισυ : ομως ο πλατωνας δεν θελει, προς θεου, ποτέ, να υπαρξει αυτος ο αντιπαλος – μην τυχον αλλωστε και βρει και τη φωνη του ξαφνικα) : αυτο το οποίο διεξερχεται λοιπον επιτροχαδην, και δεν επιθυμει να το τονισει διολου, ειναι να επιζησουν αυτοι οι ανθρωποι, που δεν αισθανονται τιποτα – γιατι ετσι πρεπει να ειναι οι ανθρωποι

 

αδιαμαρτυρητοι απεναντι και στο φως και στο σκοταδι, τυφλοι και σιωπηλοι και υπακουοι – καποια στιγμη βεβαια που πηγε να κανει τον μαγκα στην ενεργο πολιτικη με κατι τετοιες αποψεις, κόντεψαν να τον φανε λαχανο και το ’βαλε στα ποδια κι εβγαλε και τον σκασμο –

 

αλλά ας ξαναφτιαξουμε λιγο, ετσι για πλακα, τη σκηνοθεσια της σπηλιας βαζοντας αλυσοδεμενους στους τοιχους της οχι ανθρωπους, αλλά άλλα ζωα : (στο τελος παραθετω εναν συνδεσμο για να διαβασετε αν θελετε ολο το αποσπασμα στο πρωτοτυπο και στη μεταφραση του σκουτερόπουλου) : ας δουμε λοιπον την πλατωνικη «πραγματικοτητα» των αισθησεων και των ψευδαισθησεων με «αλλου ειδους ζωα» : διανοειστε να ειχαν αλυσοδεθει δηλαδη γατες στο σπηλαιο ; αχαχα : και να καθοντουσαν ακινητες και σιωπηλες και να κοιτάζαν φιλοσοφικα τις σκιες απεναντι ;

 

βεβαια το γελιο θα μας βγει ξυνο, διοτι οντως η πλατωνικη ζωολογια επισκιασε για αιωνες τα παντα : και για αιωνες μαθαμε οτι δεν ειμαστε ζωα, και συνεπως δεν εχουμε αδιαπραγματευτες επιθυμιες –

 

ετσι ακριβως κι ο κυριος βιτκενσταϊν σ’ ενα άλλο του αποσπασμα, καπου αλλού, λεει κατι φαινομενικα λογικο : οτι ακομα και αν μιλουσε ενα λιονταρι δε θα το καταλαβαιναμε – κι εγω σου λεω ομως οτι το καταλαβαινουμε ηδη περιφημα, οσο ακριβως μάς καταλαβαινει κι αυτο – εξαλλου καπου αλλού τον βρηκα να συμφωνει, αντιφασκοντας περηφανα (και σιωπηλα βεβαια) : «(A child has much to learn before it can pretend). A dog cannot be a hypocrite, but neither can he be sincere( ** )

(τα πλαγια δικα μου)

 

ειναι με λιγα λογια επειδη ειμαστε ζωα, μεχρι να παψει αυτη η εκφραση να ειναι υβρις, που μπορουμε ακομα και να αντιφασκουμε, και να αναθεωρουμε, αλλά σε καμμία περιπτωση να μη μιλαμε καθολου.

 

 

 

 

 

 

τελειωνοντας λοιπον αυτα τα ανοργανωτα και σκορπια αλλά ακρως ειλικρινη (ειπαμε, με το χερι στην καρδια και το αιδοιο – για να το θεσω τωρα πιο καθωσπρεπει), ας κλεισω με μερικες συναφεις αλλά πολυ αρχικες, και γι’ αυτο πολυ αφελεις πιθανον αποριες μου : μού εκανε δηλαδη εντυπωση απ’ την πρωτη στιγμη που το διαβασα, πώς σε αυτο το στησιμο της σκηνοθεσιας μες στη σπηλια, ενας φιλοσοφος που εχει κλιση ιδιαιτερη στους διαλογους των ανθρωπων δεν σκεφτηκε οτι θα μπορουσαν καποια στιγμη οι βασανισμενοι ν’ αρχισουν μεταξυ τους να μιλανε – ή εστω να μουγκριζουν – με προβληματισε δηλαδη οτι ο πλατωνας μολονοτι τούς ειχε ακινητους δεν τούς ειχε βαλει φιμωτρο και δεν τούς ειχε  κλεισει το στομα : κι ομως αυτοι δεν μιλαγανε – οχι μόνο για να παραπονεθουν ή να κλαψουν ή να ουρλιαξουν, αλλά για να ανταλλαξουν εντελει αποψεις περι τού πώς βλεπει ο καθενας (ή η καθεμια : υπηρχαν αραγε και γυναικες ; δεν μας το διευκρινιζει αυτο ο κυριος) πώς και τί βλεπει ο καθενας στις σκιες εκει απεναντι, και τί διαφορές διακρινει

 

και επισης, με αποβλακωσε, η πληρης αποσιωπηση, και αγνοηση της δυνατοτητας, ακομα κι αυτοι οι ευνουχισμενοι ανθρωποι να μη βλεπανε τις ιδιες σκιες ολοι να περνουν απεξω : πρωτον, διοτι η θεση τους θα ’ταν διαφορετικη μεσα στη σπηλια, και δευτερον γιατι θα ειχαν άλλα πραγματα ο καθενας μεσα του για να προβαλλουνε πανω στις σκιες – κανενας ανθρωπος βλεπετε δεν μπορει να ευνουχισει κανεναν ανθρωπο απολυτως : ενα κομματι της προσωπικοτητας του, των αισθηματων του και των αναγκων του, παντα θα μεινει – κι αν κρινουμε απο τον ιδιον τον κυριο πλατωνα αυτο που μπορει να μεινει μπορει να ειναι και ιδιαιτερα επιθετικο : ο μόνος πετυχημενος ευνουχισμος ειν’ ο θανατος : και ο θεωρητικος της απολυτης εξουσιας, ηθελε, παρ’ ολ’ αυτα, τους ανθρωπους του ζωντανους – δεν θα του αρκουσε να κυριαρχησει σε σκιες πεθαμενες.

 

 

 

 

 

(*) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 114 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 221*

(**) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 118 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 229*

οι «φιλοσοφικες ερευνες» του βιτκενσταϊν σε μια ελληνικη μεταφραση

το «συμποσιο» στη μεταφραση του Ιωάννη Συκουτρή

το αποσπασμα για τη σπηλια στη μεταφραση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

29 Μαΐου 2016

american stories : θετικισμός και πολυλογίες

 

 

 

 

σα συγγραφέας τά πάω πολύ καλά με τά ψέματα

μία φορά όμως, παλιά, είχα κάνει μια σκέψη που μού φάνηκε ότι θα μπορούσε να γίνει η βάση για ένα μυθιστόρημα διαστημικό – επιστημονικής φαντασίας που λέμε και σήμερα : πώς θα `ταν δηλαδή ένας κόσμος, και τί θα γινότανε σ` αυτόν (και πώς δηλαδή θα αναπτυσσότανε – και πόσο διαφορετικά – και η κοινωνία, και η ιστορία, και η τέχνη μας) εάν η φύση μας ήτανε έτσι φτιαγμένη ώστε να μη χρειάζεται καν να μιλάμε – και συνεπώς να μην μπορούμε να λέμε και ψέμματα : τί θα γινόταν δηλαδή εάν η σκέψη μας ακουγόταν αυτόματα απ` τόν απέναντι, ή και τήν διάβαζε, γραμμένη κάπου, τήν ώρα που εμείς τήν κάναμε, αυτοστιγμεί

πρέπει να πω ότι δεν είναι μόνο η δικιά μου ζωή που μέ οδήγησε σ` αυτή την διαστημική φαντασία, και που για μια στιγμή τή νόμισα εξαιρετική : όχι : μέ απασχολούσε από χρόνια μια μετάφραση τού ευριπίδη, και εκειμέσα υπάρχει αυτός ο προβληματισμός – από τότε – περίπου ολόκληρος :

λέει δηλαδή κάπου η μήδεια : πούστη θεέ, γιατί τούς κάνεις όσους είναι ψεύτες, να μιλάνε όμορφα ; Με ποιο δικαίωμα να έχει ικανότητες ρητορικές ο σκάρτος ; Γιατί να μην μπορούμε να διαβάζουμε στο μέτωπό του, απ` τήν αρχή, ότι έχουμε απέναντί μας έναν ψεύτη δηλαδή ; Γιατί να μη μάς δίνεις μια στιγμή κάποιο σημάδι, με ποιον έχουμε να κάνουμε ;

ο ευριπίδης, καθώς είν` συνοπτικός, και καθώς ελέγχει άριστα βεβαίως τίς ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, τό σταματάει φυσικά εκεί

εγώ περί ψεμάτων όμως θα μπορούσα να συνεχίσω όσο ήθελα : να επιμένω δηλαδή στο πρόβλημα τής σκέψης και τής κάθε της μετάφρασης – αφού ετούτο είναι με μια πρώτη (βιαστική) ματιά τά λόγια : κι αν δεν υπήρχε αυτή η διάσταση, δεν θα υπήρχαμε καθόλου ούτε κι εμείς – γι’ αυτό ήμουν σίγουρη : τά λόγια είμαστε ολόκληροι, από τά λόγια μας αποτελούμαστε, ίσως, μονάχα

δεν θα υπεισέλθω σε φιλοσοφίες περί γλώσσας, και περί τής σχέσης που `χει η σκέψη με τή γλώσσα τώρα – και δεν θα μ` απασχολήσει ούτε τό σε ποιο βαθμό, τό με ποιον τρόπο μεταφράζουμε – θα μέ απασχολήσει όμως τό τί σημαίνει εκείνο τό κενό, εκείνη δηλαδή η σιωπή, ανάμεσα στην σκέψη και τόν ήχο της μετά

διότι, βέβαια, μόνο σιωπή δεν είναι, και μόνο άδειο πράγμα, και κενό, δεν ήτανε αυτό ποτέ : Αν είμαστε ολόκληροι τά λόγια μας, είμαστε ακριβώς γιατί κρατάμε κάποια λόγια μέσα, που δεν μεταφράζονται : δεν είναι τόσο αυτά που κρύβουμε απ` τούς άλλους, είναι κυρίως αυτά που κρύβουμε από μάς (κι εκεί βεβαίως μπαίνει θριαμβευτικά επί σκηνής ο κύριος φρόϋντ) – κι αυτά τά λόγια ασφαλώς δεν είναι λόγια στο αλφάβητο που ξέρουμε : έχουνε χρώματα, εικόνες, μυρωδιές, και πόνο, και αφή, και μνήμη

(τί είν` αυτή η μνήμη, πόσο διαφέρει από τή σκέψη μας ; και πόσο μέσα στα όνειρά μας τήν ακούμε ; ) (καμιά φορά βέβαια – και εδώ είναι που περισσότερο είμαστε ακριβώς εμείς ολόκληροι – τήν έχουμε ακούσει και αλλού – αυτή είν` η πεζογραφία και η ποίηση – αυτή είναι η τέχνη μας και ο χορός κι η μουσική μας)

 

………

 

αυτό πάντως τό οτιδήποτε που μάς αποτελεί δεν γίνεται να βγει έξω ολόκληρο, παρά μονάχα μ` ένα είδος ψέμα – ένα είδος εφεύρεσης με άλλα λόγια : η ίδια η ομιλία αποτελεί, εφόσον είναι μια προσπάθεια να εκφραστεί αυτό τό μέσα σύνολο, μία διαδικασία και μία προσπάθεια (και μια επιτυχία ή μια χονδροειδής απογοήτεψη) απ’ τήν αρχή της καλλιτεχνική θα έλεγα

όλοι μας μ’ άλλα λόγια είμαστε ολόκληροι σε κείνο τό σημείο δηλαδή που δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να πούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε : όχι γιατί δεν έχουμε τά μέσα (τά μέσα – η μίμηση – τόσο κινήσεων, όσο και ήχων – θα ήταν – είναι – επαρκή) αλλά γιατί δεν γίνεται να καταλήξουμε (εύκολα) τί είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε : τί είναι ακριβώς αυτό που `χουμε μέσα μας : και τί σκεφτόμαστε εντέλει :

κι αυτό που εμποδίζει πάνω απ’ όλα, δεν είν` η ανεπάρκειά μας να μιμηθούμε τόν εαυτό μας, αλλά η «υπερεπάρκεια» (η ακούραστη, η καταστροφική η προθυμία) τών άλλων να μιμούνται πράγματα, που ξέρουμε πως μες στη φύση δεν υπάρχουν : βέβαια η φύση είναι πια πολύ μακριά από μάς – και πιθανώς αγνώριστη – : ίσως μες στον (αλλόγλωσσο) (και άγνωστό μας πλέον) παράδεισο, όταν μαζεύαμε μονάχα φρούτα (απαγορευμένα ή εφικτά) και ερωτευόμαστε ή πηδιόμαστε μονάχα, ίσως να μη μιλάγαμε πολύ : (μπορεί επιπλέον, εάν μάς βλέπαμε τότε, από μακριά, να λέγαμε ότι απλώς μουγκρίζαμε – μονάχα – αλλ’ όμως σε καμιά περίπτωση προς κάποιου είδους θεό, να πούμε – αν είχαμε ανάγκη από ιδέες (και εξουσίες) ανώτερες, θα ’τανε σίγουρα αυτά γυναίκες και θεές – έτσι μάς δείχνουν τά γλυπτά μας και οι μύθοι μας τουλάχιστον) : αν όμως διαθέταμε και βίντεα τής προϊστορίας αυτής, μπορεί να διαπιστώναμε ότι τά μουγκρητά εκείνα είχαν τόσες διαφορές ανάμεσά τους, και τόσο ενδιαφέρουσες διαφορές, ώστε να μοιάζουνε πραγματικά με άγνωστη μεν τώρα πια για μάς, αλλά απολύτως λογική και δομημένη γλώσσα : έτσι μπορεί να άρχισε η γλώσσα όπως την εννοούμε κι όπως τή μιλάμε δηλαδή

: σα μια ερωτική κραυγή ικανοποίησης : ακολουθεί λοιπόν απλώς στην ιστορία η προσπάθειά μας να τήν ξαναζήσουμε : μπορεί η αρχική αφήγηση – που πουθενά δεν γράφτηκε – να ήτανε μία μίμηση πετυχημένη – άγραφη και πρωτόγονη, αλλά πετυχημένη ασφαλώς – κι ό,τι τήν έκανε αποτυχία, να είμαστε μόνο εμείς μέσα στον χρόνο : αλλά όμως τώρα πια, μόνο αυτό είμαστε εμείς

 

………

 

γιατί σχεδόν δεν γίνεται να θυμηθούμε τί άλλο είμαστε – παρά μονάχα αν αφήσουμε στον εαυτό μας χρόνο πάλι για μια – άλλη τώρα – θεία στιγμή : εκεί που, όχι μόνο ψάχνουμε να βρούμε τόν εαυτό μας, αλλά και να τόν θυμηθούμε ακριβέστερα : εκεί ακριβώς που δεν μπορούμε δηλαδή ούτε να μιλήσουμε ούτε να μεταφράσουμε και που αχρηστευόμαστε σε πρώτη φάση. Σε πρώτη φάση, επειδή είμαστε σε μία φάση ίσως τελική

και έτσι μπαίνει στη σκηνή ο κύριος φρόϋντ κι η ανάλυση – τήν είπε ανάλυση ψυχής γιατί δεν ήξερε τί άλλο να τό ονομάσει, όμως είναι ουσιαστικά η ανάλυση εκείνης τής ολότητας που `χουμε χάσει : εκείνης τής χαράς που απλώς θυμόμαστε (αν τή θυμόμαστε). Και είναι ακριβώς η καταβύθισή μας σε εκείνο τό «κενό», τό άδειο, τό γεμάτο, που δεν λέγεται – κι ίσως δεν νιώθεται κιόλας καλά – και είναι βέβαια, εντέλει, η προσπάθεια να τό μεταφράσουμε κιόλας μόλις τό βρούμε : δεν μεταφράζουμε ποτέ καλά, δεν μεταφράζεται ποτέ καλά, κι αυτή η αποτυχία είναι επίσης ένα είδος σωτηρίας μας : είμαστε πάντοτε πολύ πιο ατέλειωτοι απ` ό,τι γίνεται να βγει αυτό στους άλλους, προς τά έξω, και ακόμα και σ` εμάς τούς ίδιους πιθανόν δεν βγαίνει, γιατί και για τό ασυνείδητό μας είμαστε πια ένα άλλο ένα ξένο κι ένα έξω πια κι εμείς

όμως και η ζωή μας, και η τέχνη μας, στηρίζεται σε κείνην τήν προσπάθεια να αναδυθεί να διερευνηθεί και να μιλήσει σε μετάφραση τό άγνωστο, που αξιολύπητα εκλιπαρούμε να μην μάς πει αλήθεια ακριβώς, να μην μάς πει όμως ούτε και εντελώς χοντροκομμένο ένα ψέμα

 

………

 

μες στους αιώνες γίναν θαύματα φτιάχνοντας από ετούτη τήν ανικανότητά μας ποιήματα. Και ό,τι πιο σωτήριο προέκυψε για αυτόν τόν ταλαιπωρημένο τόν πλανήτη, προέκυψε από τό πείσμα (μερικών) απέναντι σε τούτη τήν αποτυχία τους να μεταφράσουν και τούς ήχους και τά χρώματα σωστά : αυτό που δεν περιέχει λόγια, να αποκτήσει για τούς άλλους μ` άλλα λόγια, λόγια.

αυτό τό πείσμα είναι όμως επικίνδυνο για μια κατασκευή όπως η κοινωνία που ’χουμε, και με ανθρώπους τού δικού μας είδους : Τό πείσμα μας μονίμως να αποτυχαίνουμε να λέμε αυτό που δεν μπορούμε δηλαδή να πούμε, είναι μεν ό,τι ανατρεπτικότερο προέκυψε (αν κι ίσως μόνο για τό ορατό μας παρελθόν και για τό πιο αόρατο τό μέλλον) – αλλά ακριβώς προς τό παρόν έχουμε γίνει πονηροί κι ηλίθιοι, έχουμε εγκαταστήσει τή φτηνότερη (και καταστρεπτικότερη) φιλοσοφία, έχουμε υιοθετήσει τόν καθόλου αθώο κι εντελώς θρασύ θετικισμό ως μάρτυρα τής χαζομάρας μας και της δειλίας μας, είμαστε αξιολύπητα και κατά κράτος ηττημένοι, δηλαδή μισοί :

γι’ αυτό όταν είπε ο αντόρνο – αναφερόμενος στη φράση τού βιτκενστάϊν ότι «για κείνο που δεν μπορείς να μιλήσεις δεν πρέπει να μιλάς» – ότι είναι «απλώς αντίθετη προς τήν φιλοσοφία» (άσχετή της) δεν ξεμπέρδεψε εύκολα ή δογματικά με κάτι πιο περίπλοκο και δύσκολο : έλεγε ο ίδιος κάτι δύσκολο, που εύκολα μπορεί να υπερκεραστεί, αν έτσι έχουμε εμείς αποφασίσει

όμως ακόμα και σ` έναν θετικισμό που έχει νικήσει κατά κράτος, κι ο ίδιος ο βιτκενστάϊν ακόμα απλοποιείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνει ακόμα βλακωδέστερος : Τό πράγμα έχει μετατραπεί στο ότι οφείλουμε απλούστατα πλέον να τά λέμε όλα : μ` έναν μοιραίο επίσης τρόπο αυτό επιπλέον μετατράπηκε στο ότι : δεν υπάρχει παρά μόνο ό,τι αναδύεται ευκόλως και κοσμίως, και ευκόλως και κοσμίως μεταφέρεται στους άλλους : μεταφράζεται αμέσως, εύκολα, καλά. Η υποβόσκουσα και, ας πούμε ειλικρινής, διάθεση στον θετικισμό (όλες οι καλές προθέσεις φυσικά παρούσες) για καταδίκη τού (μεταφυσικού υποτίθεται) ψεύδους, έχει μετατραπεί τώρα μονάχα σε έναν μηχανισμό λογοκρισίας που αναστέλλει τήν ανάδυση (ή τήν «ανασκαφή» όπως τού άρεσε τού φρόϋντ να τό λέει) κάθε άλλου στρώματος, ή βάθους : από τό «μπορεί να μην γίνεται να τό εκφράσω σωστά και ολόκληρο, αλλά θα τό πω στραβά και μισό», πήγαμε στο «αφού δεν τό `χω ψάξει και δεν το ’χω εντοπίσει, δεν υπάρχει». Κι ακόμα περισσότερο : ο εντοπισμός είν` όχι μόνο άχρηστος, είναι κι ανόητος – και είν’ και βλαβερός

κάποιοι γερμανοί, εκ φραγκφούρτης, ανατρέχοντας στα πιο δικά τους παρελθόντα, διαπιστώσαν ότι ήταν ανατρεπτικότερη η μεταφυσική ας πούμε τού χριστιανισμού απ’ τόν θετικισμό που ενέσκηψε (κηρύσσοντας ανήλεα τήν άτεγκτη υποταγή σε κάθε υπαρκτό παρόν) : καθώς εκείνη τουλάχιστον αναγνώριζε τόν εφιάλτη ετούτου τού παρόντος, και αυτού τού υπαρκτού, εφευρίσκοντας μια άλλη ζωή, καλύτερη – έστω και για τό αόρατο τό μέλλον

εμείς απλώς εξολοθρεύουμε έτσι με τό γάντι, πέρα από τή ζωή μας, κι όλη τήν παρελθούσα κι ένδοξη υποτίθεται φιλοσοφία μας, καθόσον παίρνει η μπάλα και τόν καημένο τόν ηράκλειτο και τό εδιζησάμην του – κατά ειρωνική απολύτως σύμπτωση τήν ίδια εποχή που ’χουμε κρεμαστεί με νύχια και με δόντια από τά αρχαία μας, μια που αισθανόμαστε δικαίως πιο κενοί από κάθε άλλη εποχή στα νέα

 

………

 

λοιπόν όχι μόνο κάθε ανασκαφή και αναζήτηση και ανάλυση είναι εκτός μόδας πλέον και δεν νοείται ότι χρησιμεύει και σε τίποτα, αλλά (πολύ περίεργως) αντί αυτή η τύφλωση, κι η έλλειψη λόγου, να οδηγήσει στη σιωπή, οδήγησε σε μία πολυλογία επιεικώς ακατάσχετη

και τό, ακόμα πιο περίεργο, είναι ότι αυτή η πολυλογία έχει όλα τά σουσούμια μιας προσπάθειας για αυτοεξερεύνηση που εξαπλώνεται με υστερικό σχεδόν τρόπο κατά πλάτος, όντας υποχρεωμένη να αγνοήσει ταυτοχρόνως τήν ίδια τήν (τρομοκρατική γι’ αυτόν τόν καταπτοημένο πληθυσμό) έννοια τού βάθους : και, απ’ τήν άλλη, τό πολύ τραγικό είναι ότι η κατάσταση αυτή ταυτίζεται σήμερα με μια εξόχως και σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία πολυλογία : Τό βλέπουμε στο υποτιθέμενο μυθιστόρημα (μιλάμε για διεθνές φαινόμενο – στην ελλάδα τό είδος μιμείται απλώς τά ήδη κατισχύσαντα λανσαρισμένα – κουλτούρα μαζική, πασπαλισμένη με όλα τά μπαχαρικά μιας συμπαθούς, μισής και άθλιας, και αυτοκαταργούμενης χειραφέτησης)

τό βλέπουμε όμως και σ` ένα άλλο είδος που προϋποθέτει και εμπεριέχει τυπικά όλες τίς ιδιότητες τού μυθιστορήματος, και μάλιστα εκείνου τού μυθιστορήματος που ήτανε επίσης «μαζική κουλτούρα» κάποτε στις εφημερίδες : τήν τηλεοπτική σειρά. Να πω ότι είναι εξόχως διασκεδαστικές και ενδιαφέρουσες ορισμένες – αν έχει μάλιστα κανείς υπόψη του από πόσα κύματα (στην αμερική μόνο, εννοείται) περνάνε τά σενάρια ώσπου να εγκριθούν, θαυμάζει τήν επιμονή τών σεναριογράφων (που συχνά είναι γυναίκες) στο να «περάσουν» κάποια «τολμηρότερα» τού συνήθους λόγια, ή πράξεις : θα `λεγε κανείς ότι είναι δώρον–άδωρον, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι εντελώς άδωρο τό δώρο : δεν ισοπεδώνονται μέσα στη γενική αρλούμπα και όλα, και ειδικά όσον αφορά τήν όποια ελευθερία τού έρωτα υπάρχουν πράγματα που ακόμα και περασμένα από σαράντα μηχανισμούς ισοπέδωσης, εξακολουθούν να προβάλλουν σαν αγκάθια ή κέρατα : ενοχλούν, κι αυτό ποτέ δεν βλάπτει

η παραπάνω διαπίστωση πρέπει όμως να συνοδευτεί από τό λυπηρό συμπλήρωμα πως τά αγκάθια αυτά λειαίνονται εξαιρετικά μέσω τής ίδιας λογικής τήν οποία υποτίθεται ότι ενοχλούν : όταν ας πούμε ο οργασμός (τών γυναικών : σχεδόν ποτέ οι σειρές δεν μιλάνε για οργασμό αντρών) αντιμετωπίζεται σαν χόμπυ (μίας μεμονωμένης και εκκεντρικής ηρωίδας κατά τά λοιπά απολύτως συμβιβασμένης και συμβιβαστικής) – και η γυναικεία μαλακία αφορά μετ` επιτάσεως αποκλειστικά δονητές που μιμούνται πέη – στα οποία τό μέγεθος έχει βέβαια τή γνωστή σημασία – τότε είναι εκεί ακριβώς, για να τό πούμε απλά, που η αντρική μυθολογία μπαίνει στην κυριολεξία από τήν πίσω πόρτα – και ο έρωτας επανέρχεται ως αποκλειστικά σχεδόν βίτσιο αντρών

όμως άλλο εμένα μού προξενεί απέραντη θλίψη κι απέχθεια : Αυτή η πολυλογία τού «να τά λέμε όλα» εμπεριέχει σπόρους τέτοιας αποβλακωτικής απλοποίησης που καταντάει θα `λεγε κανείς κι ανήθικη : Και εδώ πάλι τό αξιοπερίεργο είναι ότι τό φαινόμενο εξαπλώνεται αγνοώντας κάθε δήθεν εθνική ιδιομορφία με μια διάθεση χειραφέτησης πάλι πιθανόν, αλλά που η επιφανειακότητά της σού φέρνει σύγκρυο : Δεν ξέρω αν επηρέασε τό σήριαλ τίς συμπεριφορές, ή τό ανάποδο, αλλά τό ζήτημα είναι ότι καθιερώνεται ένα είδος ειλικρίνειας που οδηγεί πια όχι σε αυτολογοκρισία απλώς, αλλά σε αυτοευνουχισμό, λοβοτομή : ό,τι δεν γίνεται με λίγα λόγια να μεταφερθεί από τό τηλέφωνο, ή τήν ώρα τού μπαρ, δεν υπάρχει – και έχει κανείς τήν εντύπωση ότι είναι αντιστρόφως και υποχρεωτικό, ό,τι υπήρξε, να μεταφέρεται αμέσως από τό τηλέφωνο, ή τήν ώρα τού μπαρ : Πέρα από τήν ικανότητα τού σύγχρονου, μοντέρνου άνθρωπου να ζει συνεχώς ποζάροντας σαν να έχει μπροστά του μόνιμα έναν φακό (άλλοτε φωτογραφικό και τώρα τηλεόρασης), πρέπει τώρα κιόλας να μιλάει, λέγοντας (και σκεπτόμενος, αφού ό,τι σκέφτεται τό λέει) σαν να απαγγέλλει διαρκώς ένα σενάριο που πέρασε κι από τήν έγκριση (βεβαίως) τών παραγωγών

τό θέμα έχει ατέλειωτες παραλλαγές : Σε κάποιες εκπομπές τύπου big brother (τίς παρακολουθούσα σκεφτόμενη με κατάπληξη τήν κατάπληξη που θα ’νιωθε ο όργουελ από την πανηγυρική αποδοχή ετούτου τού φριχτού ονόματος) οι παίχτες και κυρίως οι παίχτριες αυτοσχεδίαζαν σενάρια πολύ καλύτερα τών ήδη υπαρχόντων, και παίζανε (ζούσαν) μιμούμενοι τούς ηθοποιούς που βλέπουμε στην τηλεόραση, όμως : ακολουθώντας ακριβώς τήν υποκριτική τους είχε κανείς τήν εντύπωση ότι ήταν πολύ καλύτεροι ηθοποιοί από τά πρότυπά τους (τό ξέρουμε δα, ότι στους ηθοποιούς τής τηλεόρασης δεν επιτρέπεται ούτε τόν εαυτό τους δημιουργικά να μιμηθούν)

κι είναι ανήθικο αυτό τό κακό γούστο τελικά, όχι μονάχα από μια άποψη «στενόμυαλα» αισθητική : είναι πράγματι, και σε βάθος, ανήθικο γιατί προσβάλλει μια ανάγκη που ήτανε, όμως, ανά τούς αιώνες, ηθική : να μη μένει η ζωή – τών γυναικών κυρίως, αυτονών κυρίως μοίρα ήταν αυτό – μονίμως στη σιωπή : αυτή η μετατροπή τώρα τής προσπάθειας για ομιλία σε κουτσομπολιό, τσακίζει κόκκαλα

 

………

 

η συνομιλία τής μήδειας με τίς γυναίκες τού χορού εμπεριέχει όχι μόνο τήν απελπισμένη προσπάθεια να εκμαιεύσει η ίδια μια απόφαση από τόν εαυτό της, και τήν έγκριση γι` αυτήν τήν απόφαση από τίς – κατάπληκτες – άλλες (τήν αποσπάει τήν έγκριση αυτή τελικά : κάν` το, τής λεν στο τέλος, δίκιο έχεις – να τόν τιμωρήσεις, έτσι αχρεία που σε κορόϊδεψε), αλλά εκθέτει κυρίως τήν προσπάθειά της να μεταπείσει η ίδια τόν εαυτό της : όμως γι` αυτό έχουμε να κάνουμε με τραγωδία : τά λόγια εδώ δεν είναι «για να είμαστε ειλικρινείς» και να «μη λέμε ψέματα» – αλλά για να μην πεθάνουμε –

η θλίψη όμως εξαφανίζεται (και σαν πρόθεση και σαν αποτέλεσμα) όχι απλώς με τήν ανυπαρξία πια έργων καλών, αλλά με τήν πολυλογία πάνω απ’ όλα τών ζωντανών ηρώων εν ζωή : πολυλογία που ανακουφίζει απλώς ό,τι έχει ήδη ισοπεδωθεί – κι ό,τι δεν κινδυνεύει πια γιατί έχει ήδη πεθάνει –

 

………

 

λοιπόν ως προς τό θέμα τής «αυτόματης» μετάφρασης τών σκέψεων, που έλεγα και στην αρχή για τό διαστημικό μου, κατέληξα (από καιρό) ότι αυτό θα δημιουργούσε έναν εφιάλτη απόλυτης ασυνεννοησίας, έχθρας θυμού και θάνατου. Τό είδος αυτό με τήν φοβερή ειλικρίνεια και τίς φοβερές «μεταφραστικές» ικανότητες, ή θα όδευε ολοταχώς προς εξαφάνιση, ή θα κατέληγαν όλοι φυτά, όπου δεν θα σκεφτόταν πλέον κανείς απολύτως τίποτα

μια απελπισμένη ίσως ομάδα θα ήταν αυτή που θα προσπαθούσε να μάθει να κρύβεται – ιδέα δεν θα `χε ότι αυτό θα οδηγούσε στην «τέχνη» μας – γι` αυτούς θα οδηγούσε απλώς στην επιβίωσή τους –

αλλά αυτή η τάση όλο θα μεγάλωνε (εγώ είμαι αισιόδοξη) και τό είδος θα ανέπτυσσε μια τεχνική να δημιουργεί τέτοια στρώματα σκέψεων (πιο μέσα ή πιο βαθειά ώστε να μην ακούγονται – και να μπορούν να καμώνονται όλοι ότι οι εν λόγω σκέψεις δεν υπάρχουν : ) στρώματα βαθειά χωμένα, που δεν θα ακουγόντουσαν και δεν θα μεταφράζονταν

και, για να προχωρήσω λίγο ακόμα τήν αφήγηση τού διαστημικού μου, που φυσικά ποτέ δεν έγινε, από αυτό τό είδος, που θα είχε αυτήν τήν ειδικά ανεπτυγμένη ανικανότητα, θα προερχόμαστε αργότερα όλοι εμείς

 

 

 

 

(σύνοψη/μεταγραφή από τό παλιότερο βλογ, 2009)

η ξυλογραφία από αμερικάνικη θεατρική αφίσα τού προπροηγούμενου αιώνα

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: