σημειωματαριο κηπων

11 Μαΐου 2019

η χώρα μου είναι η αλήθεια

 

 

 

 

συμπεραίνω λοιπόν ότι
ο χώρος και ο χρόνος έχουνε σχέση με τό σώμα μας
έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με τόν εαυτό μας
η χώρα μου είναι η αλήθεια

dickinson

 

Ως προς αυτό δηλαδή πιστεύω τώρα ότι δεν υπάρχει υψηλότερης ποιητικότητας περιγραφή τής σχιζοφρένειας τού πουριτανισμού από τό χωρίο αυτό : κι όμως όταν πρωτοδιάβασα αυτήν τήν πρόταση τής έμιλυς νόμιζα ότι διαβάζω κάτι σαν τήν απολογία τού αϊνστάιν. Ύστερα όμως σιγά–σιγά κάτι μέ μπέρδευε στην μεσαία πρόταση που ήταν ειπωμένη λες και βρισκόταν σε αντίθεση με τήν πρώτη – και  όσο περισσότερο τό κοιτούσα τόσο περισσότερο γινόταν σαν εκείνη τήν παιδική μαγική εικόνα, κι έβγαινε μπροστά ένα άλλο πρόσωπο απ’ αυτό που έβλεπα εγώ στην αρχή. Ενώ στην αρχή δηλαδή τό πρώτο πρόσωπο έλεγε : Εγώ είμαι ο χώρος και ο χρόνος, τό δεύτερο πρόσωπο μετά έλεγε : Εγώ δεν έχω σχέση με τόν χώρο και τόν χρόνο, εγώ έχω σχέση με τόν εαυτό μου, κι ο εαυτός μου είναι άλλος από μένα. Μετά έσκαγε μύτη κι ένα τρίτο προσωπάκι τό πιο πουριτανικό απ’ όλα, η κόρη τού μπαμπά της και τής μαμάς της που έλεγε : ο εαυτός μου δεν έχει σχέση με τό σώμα μου. Κι ύστερα, για να τά διορθώσει και να τά ολοκληρώσει όλ’ αυτά, αφού έχει μπερδέψει ικανοποιητικά τούς πάντες, ώστε να μην μπορεί κανένας πια να τή μαλώσει, σκάει μύτη επιτέλους ολόκληρη η έμιλυ, ανοίγοντας τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της (στο πάνω πάτωμα)

(όταν μπαμπάς και μαμά έχουν πια πεθάνει, και μένει μόνη της τώρα με τήν αδελφή της, κι ο αδελφός της είναι πιο δίπλα παντρεμένος με τήν καλύτερη φίλη τής παιδικής ηλικίας της, που κάνει τώρα κόλαση τή ζωή ολονών με τό αφύσικο μίσος που έχει προς όλους τους, καθώς και τήν απέχθειά της ώς προς τό να κάνει παιδιά : άλλη σχιζοφρενής δηλαδή από κει, έκανε ένα σωρό εκτρώσεις πρώτα κι ύστερα υπέκυψε στις επιθυμίες τών άλλων και γέννησε, τρεις φορές μάλιστα : (για τή φίλη τής ντίκινσον τώρα μιλάω) : τό ένα παιδί μάλιστα απ’ τά πολλά χτυπήματα στην κοιλιά της – που έκανε για να τό αποβάλει μονάχη της – λένε ότι βγήκε επιληπτικό (φαίνεται ότι σ’ εκείνο τό χρονικό σημείο ο άντρας της δεν τής επέτρεψε να κάνει άλλη έκτρωση, ενώ τό δεύτερο δεν τά καταφέρανε να τό δυστυχήσουν και τούς πέθανε μικρό, και έτσι πλέον (αυτή) μπόρεσε και αποθέωσε τήν κυριαρχία της ανενόχλητη επάνω στην κόρη που ήρθε μετά, ώς συνήθως οι μανάδες τού είδους της δηλαδή) (είτε φυσικές είτε υιοθετημένες οι κόρες, συνήθως εκεί οι μανάδες τους δημιουργούν και κεντάνε) (αυτές οι μανάδες ειδικά κιόλας που δεν είχαν καμία διάθεση να κάνουν παιδιά και ακόμα, πολύ περισσότερο, αν είχαν κι έναν φοβερό φόβο πάντοτε στο να κάνουν παιδιά – όπως αυτή η φίλη τής έμιλυς))

ανοίγοντας λοιπόν τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της σκάει τώρα μύτη ολόκληρη (στην τρίτη αυτή πρόταση) η έμιλυ : Η χώρα μου είναι η αλήθεια. Ξέρεις, πιστεύω πια ότι η μεγαλοφυία τής τέχνης έγκειται (κυρίως) στη δυνατότητα που σού προσφέρει να είσαι δυσλεξικός μαζί της : και τό λέω διότι η δυσλεξία όπως αποκαλύφθηκε πλέον από έναν γιατρό, δεν έχει να κάνει με τό στόμα αλλά με τά μάτια, και τά παιδιά αυτά συνήθως είναι πολύ βιαστικά (ίσως και ανήσυχα μυαλά εκ γενετής – ή νευρικά για κάποιο λόγο) και διαβάζοντας μια σελίδα τά μάτια τους παίζουνε ανυπόμονα, και δεν πάνε ήσυχα από πάνω προς τά κάτω κι απ’ αριστερά προς τά δεξιά αλλά προσπαθούν να πιάσουν όλο τό κείμενο ταυτόχρονα κι αυτός είναι ο λόγος για τόν οποίο μάς φαίνεται ότι μάς διαβάζουνε σπασμωδικά : διότι βλέπουν ανάκατα, ή από μία άλλη άποψη προσπαθούν να συλλάβουν τό σύνολο ταυτοχρόνως τήν ίδια στιγμή : πιστεύω λοιπόν ότι, αυτήν τήν τέλεια (και εγελιανή, θα έλεγα), λογική τήν έχει η μεγάλη τέχνη σαν απαίτηση από τόν αναγνώστη : Πρόσεξε επομένως τώρα, αυτό που γράφει η έμιλυ, πώς γίνεται – αν τό διαβάσεις από τήν τελευταία πρόταση προς τήν πρώτη, ανάποδα :

 

Η χώρα μου είναι η αλήθεια.
Ο εαυτός μου είναι πέρα απ’ ό,τι φαίνεται
Ο χώρος και ο χρόνος έχουν να κάνουν με τό σώμα μου

 

(και επομένως, ξεπερνώντας και τόν αϊνστάιν όχι μόνο λέει Je est une autre όχι μόνο λέει δηλαδή ότι είναι άλλη, αλλά και ότι όλα τά άλλα είναι επίσης αυτή.)

Αυτή λοιπόν που αγαπούσε τόσο τούς γρίφους, και που φοβόταν να μιλήσει εντελώς καθαρά – γιατί πιστεύω ότι αν ήθελε να μιλήσει εντελώς καθαρά θα ’γραφε μυθιστορήματα –, ήξερε να μιλάει καθαρά όταν ήθελε, με τούς όρους που ήθελε, και με τόν τρόπο που σέ μάθαινε – για να μπορέσεις να δεις τήν αλήθεια της μέσ’ απ’ τόν φόβο της μην σέ τρομάξει :

αλλά νομίζω ότι αυτό κάνει πάντοτε και τό έργο τέχνης δηλαδή : περνάει ένα μεγάλο μέρος του προσπαθώντας να σέ μάθει να τό διαβάζεις : Ίσως κιόλας τό έργο τέχνης τελικά να μην είναι παρά μόνο αυτό του τό μάθημα, και αυτή η μαθητεία για τό πώς θα τό διαβάσεις και θα τό δεις : ίσως (σκέφτομαι με κάποιο δέος) τά μεγάλα μυθιστορήματα που αγάπησα (από μικρή) (και που προσπαθώ να τά καταλάβω κάθε φορά ξαναδιαβάζοντας, ακόμα και σήμερα όταν έχω καιρό) να έχουν ένα ακόμα μεγαλύτερο μυστικό απ’ αυτό που νομίζουμε : αυτά τά θηρία δηλαδή γράφουν τήν υπόθεση κοροϊδεύοντάς μας : οι ήρωές τους είναι ένα προπέτασμα μάλλον καπνού : τά υπόλοιπα είναι που σέ κάνουνε ό,τι θέλουνε, που σέ οδηγούν σέ φωτίζουνε και σέ αλλάζουν : τά θηρία θα πουν τήν αλήθεια τους δηλαδή αναλόγως με τό πώς θ’ αρχίσουν τό κεφάλαιο, και με τό πώς θα τό συνεχίσουν, και αναλόγως με τό αν θα αναφέρουνε ποτέ μια λέξη ή όχι : αυτός είναι ο πύργος τους, κι αυτό είν’ τό σπίτι που χτίζουνε – κι εμείς νομίζουμε ότι ασχολούνται με τούς φιλοξενούμενους που θα μείνουνε μέσα : η τζαίην ώστιν παραδείγματος χάριν δεν έχει αναφέρει ούτε μια φορά στα βιβλία της τή λέξη ψυχή, κι όμως, όταν τή μεταφράζουνε τή βάζουνε να τήν αναφέρει, και να τήν λέει : αυτό εγώ τό λέω αμαρτία και σκάνδαλο : Αν ήμουνα συγγραφέας θ’ απαγόρευα να μέ μεταφράσουνε (κι όμως δεν μέ αφορά και δεν έχει σχέση με τόν εαυτό μου αυτό, θα τό πω στην Ελένη που τήν αφορά.) Τί αστείο. Ξαναγυρίζω στα βασικά.

Τό μυθιστόρημα είναι λοιπόν ένα έργο μουσικής και ήχων που παραδίδεται κάθε φορά μόνο σαν παρτιτούρα, χωρίς δηλαδή τήν εκτέλεσή του – κι ο εκτελεστής του κάθε φορά θα είσαι εσύ : σού παραδίδεται όμως μία παρτιτούρα πολύπλοκη, λεπτοδουλεμένη σχολαστική σε βαθμό σχιζοφρένειας και υποχονδρίας : Τόσο που οι σημειώσεις στο τέλος να καταλαβαίνεις ότι έχουνε μεγαλύτερη σημασία από τή μουσική τήν ίδια : Τό μυθιστόρημα είναι η παρτιτούρα που γράφεται για τίς σημειώσεις της κι όχι για τή μουσική της : Τό μυθιστόρημα είναι αυτό που βγαίνει, όταν μπορείς να διαβάζεις τίς σημειώσεις και τή μουσική συγχρόνως : Τό μυθιστόρημα είναι η μουσική και μαζί οι λεπτομερείς σημειώσεις για τό πώς θα πρέπει να εκτελεστεί μέσ’ στο μυαλό σου η συμφωνία η φούγκα ή η μουσική τέλος πάντων αυτή.

 

So I conclude that space and time are
things of the body and have little
or nothing to do with our selves.
My country is Truth.

emily d.

 

 

(απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

εδώ διαβάζετε και τό γράμμα ολόκληρο τής έμιλυς προς τόν joseph lyman (αγαπημένον τής αδελφής της vinnie) (που αρχίζει : «My father seems to me often the oldest and the oddest sorty of a foreigner», και τελειώνει : « I like Truth – it sets free is a free Democracy.»)

 

 

 

 

 

 

Advertisements

6 Φεβρουαρίου 2019

durante

 

 

 

 

στο μέσο τού περίπατου όλης μας τής ζωής μας
βρέθηκα πάλι σ’ ένα δάσος μαύρο και βαθύ
αφού τόν δρόμο τόν κανονικό μου είχα χάσει

 

Ένα από τά πιο περίεργα πράγματα ξέρεις που υπάρχουνε σχετικά με τόν δρόμο τού χρόνου είναι ότι κατά βάθος ο δρόμος αυτός κινείται σαν να είναι σταματημένος : όμως τί νόημα έχει να τά πω αυτά τά πράγματα σ’ αυτούς που τά ξέρουν και πάλι τί νόημα έχει να τά πω σ’ αυτούς που δεν τά ξέρουν αφού δεν τά μάθανε οι ίδιοι ποτέ ; Γιατί βλέπεις ο χρόνος υπάρχει με διαφορετικό τρόπο στους διάφορους άνθρωπους κι αυτοί για τούς οποίους ο χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή από τό Α στο Β από τό παιδί  στον μεγάλο από τήν πόρτα στον δρόμο από τήν ανοησία στην τέχνη κι από τό κέντρο στον λυκαβηττό δεν πρόκειται να καταλάβουνε τίποτα απ’ όσα σού λέω εδώ, και καλύτερα να μη δοκιμάσουν να τ’ ακούσουν ποτέ : δεν θα χάσουν και τίποτα : δεν έχουν σχέση αυτά με τή δικιά τους ζωή κι απ’ τήν άλλη, γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στις ευθείες γραμμές, είναι πάλι τόσο λυμένο τό ζήτημα τού πόσο είναι ο χρόνος σαν μπερδεμένο κουβάρι (κούκλα όπως λέγανε οι μαμάδες μαλλιού) ώστε φτάνουμε στο σημείο να μη χρειάζεται πια να μιλήσουμε για όλ’ αυτά, αν και εγώ ζωγράφισα κιόλας τό δέντρο τού χρόνου, αυτό που μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο, λίγο πιο κάτω, κι αυτό όχι τόσο γιατί δεν θα μπορούσες να καταλάβεις τί έγινε εδωμέσα αν δεν δεις όλον τόν χρόνο μέσα στον οποίο σού διηγήθηκα αυτό που θα σού διηγηθώ, όσο γιατί εξαιτίας κυρίως τού ίδιου τού χρόνου (που κατά τ’ άλλα είναι και ασήμαντος και ανύπαρκτος) αυτό που θέλησα να περιγράψω έγινε αυτό που στο τέλος σού περιέγραψα, κι έτσι αυτό που έγινε ήτανε κυρίως χρόνος, ο χρόνος που δεν υπάρχει και φτάνει να είναι σημαντικός εξαιτίας μόνο τών πράξεων που γίνονται μέσα του (σαν μέσα σε ένα κουβάρι κούκλας που είναι και κελί και κλουβί) γιατί ίσως ο χρόνος να μην έχει άλλο σοβαρότερο νόημα παρά μόνο τό ότι μέσα του οι πράξεις γερνούν

και μόνο έτσι ο χρόνος σέ αποσβολώνει σαν αστραπή καθώς βλέπεις πράξεις που δεν γερνάνε και τότε ο χρόνος σαν τόν δρόμο με τά δώρα είναι σταματημένος εντελώς κι ας τρέχετε όλοι μαζί

Τήν δεκαετία τού ογδόντα λοιπόν τού έτους χίλια διακόσια έγινε μια επανάσταση από τούς νέους στον κόσμο αυτόν που εγώ τήν έμαθα από μια βιογραφία που διάβασα πρόσφατα (αυτουνού που έμεινε και περισσότερο χρόνο από τούς άλλους αυτός, γιατί έγραψε για τόν έρωτα εκείνος κι έτσι διαβάζοντας μια μέρα τόν συνάντησα απροειδοποίητα σαν αστραπή) μια επανάσταση λοιπόν που συνεχίσανε τά άλλα παιδιά τήν δεκαετία τού εξήντα τού χίλια εννιακόσια που αυτήν τήν ξέρουμε όλοι καλά. Κι από μια τέτοια εποχή με φασαρίες στους δρόμους παράνομες βγήκε λοιπόν αυτός που αποκατέστησε τόσο τόν έρωτα και σα γλώσσα και σαν πείσμα και σα μουσική, κι από τότε τσουλάει στον δρόμο τό έργο του με τήν πράξη αυτή από πίσω να τής δίνει καταφύγιο σαν πόρτα διότι αυτό που πάνω απ’ όλα δίνει στο έργο του ζωή είναι αυτός ο ίδιος ο έρωτας που δεν επιχειρεί να κρυφτεί, ο έρωτας που μεταφράζει τήν έκσταση και τήν ορμή σε πείσμα ψυχρό και ανήλεο σχεδόν και σχεδόν λογικό, κι ενώ έπρεπε σύμφωνα με τούς νόμους να είναι κρυμμένος, διατυμπανίζεται με παραφορά ώς τό τέλος (και πέρασε και από δίκη και κόντεψαν να τόν κάψουν γι’ αυτό) σαν ο

 

έρωτας που κινάει τόν ήλιο και τ’ αστέρια τ’ άλλα :

 

έτσι τελειώνει όλο τό έργο του : τί λάθος στον πλανήτη αυτόν πάντοτε να μένουν τά έργα λοιπόν γι’ άλλους λόγους απ’ αυτούς που οι άλλοι τά φτιάξανε

(έτσι όμως γίνεται γιατί οι λόγοι που φτιάχνεις τό έργο είναι πάντα, όπως φαίνεται, ο έρωτας και ο έρωτας στον περίπατο τής ζωής και τής ιστορίας μας μέχρι εδώ πρέπει πάντα να είναι κρυμμένος, και να μην κραυγάζει ούτε να μεταφράζει τ’ όνομά του ποτέ).

Αυτός λεγόταν durante λοιπόν τότε κανονικά κι όχι δάντης, αλλά έμεινε με τό χαϊδευτικό του όνομα σαν παρατσούκλι, και στα 1280 λοιπόν στη φλωρεντία έγινε μία κίνηση χίππικη εντελώς κι οι οπαδοί της ανακήρυξαν τούς εαυτούς τους οπαδούς (και υπηρέτες) τού έρωτα, και κάτι μήνες γέμισαν τήν πόλη του νέοι απ’ ολόκληρη τήν ιταλία και τήν ευρώπη τήν υπόλοιπη ίσως, κάνοντας φασαρία και ντυμένοι στα άσπρα (άσπρα σε πείσμα τών παπαδιστών) φωνάζοντας και τραγουδώντας με τρουμπέτες και άλλα όργανα έτσι δυνατά ότι μονάχα ο έρωτας αξίζει κι αυτοί μονάχα σε αυτόν δήλωναν υποταγή : μόνο τ’ αγόρια βέβαια φυσικά – η ιστορία δεν μιλάει για γυναίκες να γυρνάν στους δρόμους στην περίπτωση αυτή – μια που αυτές ήταν ακόμα πιο φυλακισμένες στα κελιά και τά κλουβιά τής κούκλας απ’ αυτούς, κι ακόμα είναι θυμωμένοι όλοι τους που τή δεκαετία τού εξήντα τή δικιά μας ύστερα από 700 χρόνια όταν έγινε ξανά αυτή η κίνηση βγήκαν κι εκείνες απ’ τά σπίτια και γέμισαν τούς δρόμους τότε τώρα πια. (Να πω σαν σε παρένθεση ότι τίς δυο φορές που περιγράφει ότι συνάντησε τήν βεατρίκη, τή μια τήν είχαν – ήτανε κάποια τότε γιορτή κι αυτήν τήν είχαν ντύσει οι δικοί της κατακόκκινα (και τότε έγινε αυτό που εκείνος υποστήριξε ότι τού άλλαξε όλη τή ζωή όταν τήν είδε – τόσο καινούργιο ήτανε αυτό που ένιωσα που σαν να μην ήτανε ίδια πια η καρδιά μου – και τήν επόμενη φορά που ξανασυναντήθηκαν γύρω στα δεκαοχτώ τους – ήταν περίπου συνομήλικοι – τήν βάζει να φοράει κάτασπρα : γιατί ήταν η εποχή τών νέων με τά άσπρα τού έρωτα κι αυτό ήταν μια ερωτευμένη ομολογία πιθανώς ότι τήν θεωρούσε μέλος τού κινήματος τότε αυτός) (και τότε εκείνη τόν χαιρέτησε τού χαμογέλασε τού κούνησε μάλιστα τό κεφάλι καθώς στην άκρη τού δρόμου μίλαγε με δυο άλλες, και χαμογέλασε κοιτώντας τον κουνώντας τό κεφάλι : Αυτός ερχόταν από απέναντι και είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πώς τήν κοιτούσε ενώ τό καταλάβαινε ότι χλωμιάζει και έτρεμε : κι είναι μια καταπληκτική σκηνή όπως τό περιέγραψε αυτός στην vita nuova του όλο αυτό) (ύστερα τήν παντρέψανε με κάποιον πλούσιο και αυτή πέθανε, κι αυτός παντρεύτηκε μια πλούσια και άρχισε στην καινούργια του ζωή αυτή να γράφει : στην νέα ζωή του (που γι’ αυτόν άρχισε όπως λέει όταν τήν είδε εννιά χρονών) τά διηγήθηκε καλά αυτά κι ύστερα πια στην κωμωδία του είναι όλα μεταμφιεσμένα περισσότερο.)

Η επανάσταση αυτή λοιπόν ήταν πολύ γενναιότερη από τήν άλλη τήν σχεδόν σημερινή γιατί οι τιμωρίες τότε ήταν και φριχτότερες : τά όργανα τών βασανιστηρίων είναι και γνωστά ώς σήμερα και εν κατακλείδι θα κινδύνευες και να σέ κάψουν ζωντανό στο ικρίωμα και τήν πυρά – τό να πεθάνεις στις κλωτσιές θα ήτανε σχεδόν ευεργεσία. Τόν ίδιο τόν περάσαν από δίκη και γλύτωσε φεύγοντας από τούς δρόμους τούς γνωστούς του κι ύστερα ζώντας στην εξορία πια από κει και πέρα : Για λίγο πρόλαβε και πήρε μέρος στα πολιτικά και πήρε θέση στα δημόσια τά πράγματα, κι ύστερα δεν τήν ξαναείδε πια τήν πόλη του : Μία φορά μονάχα προς τό τέλος τής ζωής του όταν τελείωνε και τήν δικιά του Κωμωδία, τόν κάλεσαν ας πούμε να γυρίσει αλλά οι όροι τού φανήκανε υποτιμητικοί και είπε όχι (εκείνο τό όχι τό φριχτό που και λοιπά σε όλη τή ζωή σου – και τό βιβλίο του εναντίον τών παπάδων μπήκε στα απαγορευμένα διακόσια χρόνια αφού εκείνος πέθανε {είναι η ακινησία τού χρόνου αυτή που λέγαμε}). Μ’ αρέσει λοιπόν εξαιρετικά να σκέφτομαι αυτούς τούς οργισμένους να διασχίζουν τούς σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρόμους αυτής τής πόλης, που ώς τά χρόνια αυτά και περισσότερο ήτανε σαν μία αραιή και χαμηλότερη νέα υόρκη ή μια πυκνότερη και πιο εξευγενισμένη μάνη : οι πύργοι της στενοί ψηλοί χωρίς παράθυρα γεμίζανε τήν πόλη, γιατί οι φατρίες πολεμούσαν διαρκώς η μία με τήν άλλη – αργότερα αλλάξαν τά πολιτικά και για να εξαναγκάσουν τήν ειρήνευση τούς γκρέμισαν.

Αυτό όμως που ξεκίνησα να λέω είναι ότι τό έργο του έχει μια ερωτική μανία ασυναγώνιστη που λες και διαδηλώνει ανά τούς αιώνες σε μια γλώσσα άγνωστη : έρωτας και για τήν ελευθερία και για τόν έρωτα : και αναλύει ο ίδιος τήν κατάσταση με τέτοια ακριβολογία και σαφήνεια, ώστε μπορείς να κάνεις ψυχανάλυση σχεδόν επάνω του : σχεδόν συνειδητά πια περιγράφει μια κατάσταση διαρκών παραισθήσεων λόγω στέρησης, και κάθε φορά που λέει ότι λιποθυμάει, χάνει ακριβώς τίς αισθήσεις του αντιμέτωπος με μια ερωτική κατάσταση πολύ σαφή : είναι ανάγλυφος ο κόσμος μας ο κόσμος του, μόνο που ο δικός του είναι πιο ξεκάθαρος, έτσι που είναι πια σαφές ότι οι άνθρωποι που παραμένουνε ερωτευμένοι με τόν έρωτα πρέπει ν’ αναδιπλώνονται συνέχεια μέσα τους, και ζουν σε μια κατάσταση συνεχιζόμενων σαν οραμάτων παραισθήσεων, κρίσεων έκστασης, υστερικών φαινόμενων λιποθυμίας και δακρύων, θλίψης οδύνης και οδυρμού : σε όλη αυτήν τήν μεταμφιεσμένη ερωτική έκσταση στην οποία βρίσκεται μεγάλος άνθρωπος πια ο durante μας (ο διαρκής κι ο μόνιμος κι ο σταθερός, πριν γίνει απ’ αυτό τό όνομά του τό παρατσούκλι του συγκεκομμένο και χαϊδευτικό) βρίσκω ώς και σήμερα αυτούς που συνεχίζουν να υπάρχουν πάντοτε σε τούτον τόν πλανήτη (και σε αυτόν τόν κόσμο προφανώς ανήκε και εκείνη και γι’ αυτό πέθανε πιο πριν, καθώς εκείνη δεν μπορούσε μ’ άλλον τρόπο να ξεφύγει – πάντοτε στην παπαδική τους τήν κατάσταση οι άντρες (αν και υποφέρουνε κι αυτοί) έχουνε ένα λίγο μεγαλύτερο προνόμιο φυγής θα λέγαμε – και εκεί βρίσκεται λοιπόν κι αυτός, γνήσιος εντέλει αλλά και σημερινός άνθρωπος τού μεσαίωνα όπου ο έρωτας απαγορεύεται κι όπου βρισκόμαστε κι εμείς ως άνθρωποι τής ίδιας εποχής αν και ελπίζουν μερικοί ότι είναι προς τά τέλη της η εποχή αυτή τώρα με μάς) : και τώρα δηλαδή ακόμα υπάρχουν γύρω μας και όλα τούτα τά φαινόμενα που περιγράφει και αυτός, μόνο που τώρα όλα γίνονται όταν είμαστε μόνο δηλαδή παιδιά, γιατί εκεί κρατάει αντίσταση ακόμα ακίνητος ο χρόνος, κι εκεί υποφέρουν όλοι πιο πολύ – εκεί που κάθε σκέψη ή πράξη ερωτική απαγορεύεται (κι αυτό κρατάει και στην εφηβεία ακόμα σήμερα πολλών ανθρώπων για όσους μ’ άλλα λόγια διατηρήσουνε τόν έρωτα και δεν τόν έχουν πλέον τιθασσεύσει προ πολλού, με τίς φοβέρες και τίς εντολές εκείνων τών μεγάλων) και πάει έτσι όλος αυτός ο δρόμος (σαν μονότονος) ώς τόν καιρό που όλοι πια μπορούν να βρουν τόν έρωτα ελεύθεροι στην πιο ενήλική τους τή ζωή – ώσπου να έρθει η εποχή τής ωριμότητας και να χαθούν οι ψευδαισθήσεις και τά όνειρα και τά οράματα και όλα αυτά που πλέον δεν σέ κάνουν να λιποθυμάς (εκείνος δεν ντρεπόταν να λιποθυμάει αντίθετα τό ομολογεί) (όταν ερχότανε κυρίως αντιμέτωπος με μια ξεκάθαρη ερωτική κατάσταση ή περίπτωση) (ή και με τήν προοπτική μιας έστω και ελάχιστης εκπλήρωσης – όπως θα λέγαμε ένα βλέμμα σταθερό απ’ αυτήν ή ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα πλέον στον παράδεισο {εκείνη είναι πια νεκρή κι αυτός τό ίδιο : ζει μόνο για να γράφει και να περιγράψει και εκείνην και τόν ίδιον τώρα πια}) (και τότε δεν έχεις ανάγκη από ψυχαναλυτή δεν πέφτεις κάτω δεν χτυπιέσαι και γιατρεύτηκες) τότε που ο έρωτας θα προσγειωθεί, ολιγαρκής και ήσυχος και ρεαλιστής κι αδύναμος, έχοντας χάσει πια και τή μαγεία και τή δύναμη τού ερωτευμένου τού παιδιού και τού τρελού

 

τότε που η θέλησή μου κύλησε μπροστά σα ρόδα
και σαν τροχός ίσια μπροστά σπρωχνόμενη
όπως τήν έσπρωχνε και τήν ωθούσε μόνο αυτός :
ο Έρωτας που κινάει τόν Ήλιο και
τ’ αστέρια
τ’ άλλα –

 

αντίθετα τότε πια ξέρεις για τά καλά τήν κόλαση : έτσι ο ίδιος τό έργο που έκανε τό είπε τότε κωμωδία (τό θεία τού τό πρόσθεσαν αργότερα κάτι χαζοί, μα τί χαζό – σκεφθείτε να ’χαμε τήν θεία μήδεια και τήν θεία κλυταιμνήστρα – αλλά οι άνθρωποι αυτοί ρέπουνε προς τή μεγαλοστομία γενικώς όταν δεν είναι δάντηδες – ή ο σταντάλ) για να ’ναι καλυμμένος είπανε απέναντι σε κείνους τούς παπάδες αλλά εγώ πιστεύω ότι τού άρεσε αυτός ο τίτλος γενικά : Σκέψου λοιπόν ένα έργο που αρχίζει ως Κωμωδία και με τόν τίτλο πρώτου κεφαλαίου : Κόλαση! κι ύστερα πια

 

στην βεατρίκη ανάμεσα και σένα τέτοιος τοίχος

 

 

 

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

  τό χειρόγραφο τού βοκκάκιου / ο δάντης στη βερόνα

 

 

 

 

 

 

 

13 Δεκεμβρίου 2018

η βροχή και η χαρά

 

 

 

 

Ανάμεσα λοιπόν στον ύπνο και τόν ξύπνο είναι η αλήθεια ότι έρχονται όλα. Και τό θέμα είναι τό πότε άρχισα πραγματικά : δηλαδή ξαφνικά – κι είναι μια άλλη ιστορία τό πόσο μεγάλη ιστορία είναι αυτό τό ξαφνικά – να θυμάμαι (και να τά θυμάμαι φωτισμένα από προβολείς ενώ νόμιζα ότι τά θυμάμαι απλούστατα όλα με κανονικό φωτισμό) γιατί για μένα ήταν αυτονόητο (και ακόμα και μουσικό) φόντο όλ’ αυτά σε έναν πίνακα στο μπρος μέρος τού οποίου εγώ μόνο δούλευα ή ζούσα : ώσπου (ξαφνικά) τά στοιχεία εκείνα τού φόντου άρχισαν ένα–ένα (ναι, ξαφνικά) να έχουν απαιτήσεις μεγάλης μεγένθυσης, (ναι μεγένθυσης : τό νι μπροστά από τό σίγμα είναι αντιπαθητικό στο στόμα μας και ακριβώς επειδή υπάρχει η μνήμη μιας δυσαρέσκειας τόσο έντονης, δεν μπορεί να εξαφανιστεί κι εντελώς, αλλά τό κολλάμε μπροστά από ένα άλλο σύμφωνο με τό οποίο η ένωση δεν ενοχλεί : άνθος ανθυποσμηναγός και άνθρακας.) (Εξάλλου υπάρχει και μια διάθεση να διπλασιαστεί τό νι στο ρήμα μεγενθύνω πολύ σωστά και λόγω τής σημασίας, και ύστερα, από τό ρήμα αυτό να ξαναγίνει τό ουσιαστικό η μεγένθυση. Από όλα αυτά λοιπόν μαζί, η μεγένθυση είναι τώρα λοιπόν τό σωστό) : απαιτήσεις λοιπών μεγενθύσεων και μάλιστα διαρκών, και εκεί, κάθε μέρα, μεταξύ ύπνου και ξύπνου γινόταν και ένας καινούργιος ας πούμε (μικρός) από έκρηξη πίνακας, και ξεπεταγόταν ένα καινούργιο μικρό και αυτόνομο, κι όχι λιγότερο σημαντικό λόγω τού συνεπτυγμένου μεγέθους του δηλαδή πινακάκι (όπως ακριβώς δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι πίνακες τού βανγκόγκ που έχουνε τόσο μικρή έκταση (που όταν τούς δεις από κοντά παθαίνεις σοκ – ένα σοκ πολύ χρήσιμο σε σχέση με προκαταλήψεις ως προς τό μνημειώδες τής τέχνης και τού μεγέθους κλπ κλπ) έτσι σαν τούς μικρούς αυτούς πίνακες που έχουνε όμως τέτοια τρομακτική σημασία και ένταση και, τό κυριότερο, χρόνο.)

Κανείς δεν μπορεί να πει πότε αρχίζουν και σού βγαίνουν όλ’ αυτά με τόν χρόνο (είναι μικρός σαν τελεία, που όμως απλώνει από κάτω σαν τρίγωνο κλπ κλπ) πότε σού βγαίνουν λοιπόν όλα τούτα μπροστά. Πολλοί λένε άμα πεθάνει ο πατέρας σου. Εμένα άρχισε τό θυμάμαι καλά όμως πιο πριν. Άλλοι λένε άμα πεθάνει η μητέρα σου, εμένα όμως τότε δεν έγινε τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά γιατί όλα είχαν συμβεί πολύ πριν, και σχεδόν όσο ζούσε. Τό μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά ότι κάνανε στη δικιά μου περίπτωση αυτοί οι δύο θάνατοι ήταν να επιταχύνουν τίς περιστροφές τού δίσκου ας πούμε, έτσι που πράγματα να εμφανίζονται πλέον πολύ γρηγορότερα τό ένα μετά τό άλλο, όμως η βασική ποιότητα τής δουλειάς έμεινε βασικά αναλλοίωτη (αν μπορεί βέβαια να πει κανείς κάτι τέτοιο για μία δουλειά, κι ότι μπορεί να μείνει αυτή αναλλοίωτη, αν η ταχύτητα με τήν οποία πραγματοποιείται τό φαινόμενο – ή μάλλον οι διαφορετικές τελείως και αυξανόμενες ήδη ταχύτητες με τίς οποίες τό φαινόμενο τό ίδιο εκφράζεται, δεν κάνουν και τά ίδια τά πράγματα που τό φαινόμενο αυτό υποτίθεται ότι διαμορφώνει, να παίρνουν τά ίδια μια άλλη τελείως μορφή – και να γίνονται με άλλα λόγια αυτά από μόνα τους, ένα πράγμα που βράζει : )

Έφτασε η ταχύτητα η ίδια να γίνει φαινόμενο και να απαιτούσε ανάλυση πλέον για τό σύνολο τού χρόνου που είχε προηγηθεί (απαιτούσε εξέταση) : Έτσι ένα πρωί τήν ώρα που ξυπνούσα και καθώς σκεφτόμουνα ότι πρέπει να πάω να φτιάξω τόν ωραίο εκείνο πρωινό μου καφέ αναλογίστηκα μήπως η εικόνα που μού είχε περάσει μια στιγμή πιο πριν, ακριβώς τή στιγμή εκείνη σχεδόν δηλαδή από τό μυαλό, δεν έπρεπε να μέ κάνει να δω διαφορετικά (δηλαδή καθαρά) τή ζωή μου ολόκληρη και τή λογική μου μαζί, και όλα όσα με τή ζωή και τή λογική αυτή που είχα κάνει, προκαλούσα, άφηνα να μού πέφτουν στις πλάτες, και πέρναγα.

Γιατί δεν ήταν μια οποιαδήποτε εικόνα. Ήταν η εικόνα ενός πολύ μικρού κοριτσιού – ακόμα και όμορφου όπως μού λέγανε (αν και τό όμορφου δεν έπαιζε εδώ σημασία καμιά (επί τής ουσίας) πέρα από μία μόνο συγκεκριμένη και πολύ βασική : ότι ήταν αυτό τό οποίο θα ικανοποιούσε τή ματαιοδοξία τής μάνας μου στο να μέ δείχνει, και να μέ περιφέρει από δω κι από κει και έτσι θα βρισκόμουνα λοιπόν σε κείνο τό μέρος που δούλευε) : (εκείνο τό μέρος που έφευγε και μέ άφηνε πίσω με τή γιαγιά και τούς θείους μου μόνη αυτή όταν δούλευε) : (Καμία άλλη συνέχεια για τό απόγευμα εκείνο τό πράγμα αυτό δεν θα είχε, κι εγώ δεν θυμάμαι καθόλου τόν εαυτό μου απέξω εξάλλου και ούτε μέ ένοιαζε. Θυμάμαι τό από μέσα, κι αυτό ήταν στην κυριολεξία τό ζήτημα.) (Αυτό ήταν τό ζήτημα κι αυτό ήταν τό ξαφνικό τής ανάμνησης, και ό,τι τήν στήριξε). Γιατί δεν είναι τό ζήτημα ότι θυμήθηκα τίς γκρίζες τσίγκινες σκάλες (τήν εσωτερική αυτή τρύπα) και όλο τό μέρος και τό γραφείο και τούς ανθρώπους του (τίς άλλες γυναίκες) (γελαστές στα γραφεία τους (ελαφρά πολυάσχολες πρώτα) και ύστερα σηκωμένες από τά γραφεία τους, κάνοντας πέρα σαν με τά δυο χέρια ένα βουνό απ’ τό τραπέζι (μια μηχανή ένα πάκο τετράδια γραφομηχανή)) και τή διαδρομή : τήν μεγάλη θαμπή και τού απομεσήμερου διαδρομή που δεν τήν θυμάμαι καθόλου : πιασμένες από τό χέρι, πηγαίναμε λίγο πιο κει. Περπατήσαμε σε διάφορους δρόμους κρατούσα ίσως τήν αναπνοή μου γιατί μού άρεσε η ανάσα αυτή (μύριζε η μαμά δίπλα περηφάνεια χαρά ή και κέφι για μια έκπληξη που έπεται) και περπατήσαμε αργά μέσα απ’ τά κίτρινα και ροζ χρώματα τών τοίχων τού απογεύματος και πήγαμε κάμποσους δρόμους πιο κει : άγνωστους, ούτε μέ ένοιαζαν. Ούτε τίς ψηλές άσπρες σκάλες που ανεβήκαμε τής σχολής. Ούτε τήν απόλυτη ησυχία ώσπου να φτάσουμε στο γραφείο εκεί. Μια ησυχία σαν χρυσόσκονη σε ένα κουκούλι. Μια ησυχία με γάλα. Ούτε ξεχνάω τήν διαμόρφωση φυσικά τού δωμάτιου, και πώς ήτανε τά τραπέζια και οι γκρίζοι οι τοίχοι (εκεί μέσα) και τά παράθυρα : Αχ είναι μια τρέλα πώς μπορεί να τήν περιγράψει κανείς ; Θα μπορούσα να κάνω ένα σχέδιο (θα μπορούσα να ζητήσω από τή Μάχη να μού κάνει ένα σχέδιο) αλλά δεν χρειάζεται πια.

Λοιπόν, επειδή δεν ξεχνάω ποτέ τίποτα – και η μνήμη μου είναι τό μόνο πράγμα που μαζί με τό σώμα, και όπως κι αυτό, διαρκώς μεγαλώνει – όλα τά χρόνια που έφτιαχνα τή ζωή μου έτσι ώστε να μού αρέσει εμένα – να είναι όμορφη τόσο για μένα – και συνεπώς όλα τά χρόνια που προσπαθούσα ν’ αγαπάω (ανεμπόδιστα) εκείνους τούς άγνωστους άλλους – όλα τά χρόνια μ’ άλλα λόγια, ώς τότε, που η ζωή γινόταν αυτό που έχει γίνει, και οι σχέσεις γινόντουσαν αυτό που έχουν γίνει, και τά μαθήματα δινόντουσαν και παιρνόντουσαν με τόν τρόπο που αυτό έχει γίνει – ξέρω καλά ότι καμία σκηνή και καμία εικόνα ποτέ δεν ήταν κάπου πιο πίσω – παρά απλώς στο υπόβαθρο : ό,τι κι αν γινότανε, ήξερα καλά ότι έχουν περάσει αυτά – και αυτά σαν θαμπή σκόνη χρυσόσκονη ή και καφετιά σκόνη που σηκώνει απλώς ένα βιαστικό μαύρο αυτοκίνητο στον χωματόδρομο, βρισκόντουσαν όλα λίγο πιο πίσω : όλα στο βάθος πίσω απλώς : εκεί που τίποτα δεν χάνεται τίποτα σχεδόν δεν μετακινείται και όλα τά θεωρείς δεδομένα : Όμως με τή διαδικασία αυτή – με τόν τρόπο αυτής τής ζωής – με τόν τρόπο που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – μαθαίνοντας δηλαδή να μεγαλώνεις και να ζεις με τούς άλλους – επιμένοντας ν’ αγαπάς εκείνους τούς άλλους – που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – είναι και λίγο σαν να μην τά σκέφτεσαι πια : Ναι, έτσι ξύπνησα – ήταν πολύ πριν να πεθάνει οποιοσδήποτε – δεν υπήρχε άλλος θάνατος πέρα απ’ αυτήν τήν ζωή με τούς άλλους που επιμένεις να ζεις, με απόλυτη τήν σιγουριά σαν να μην σέ μετακινεί και σέ κλονίζει, σαν να μην σ’ έχει κλονίσει πια τίποτα, κι αυτοί επιμένουν να ζουν μ’ αυτήν τήν ανασφάλεια κι εκείνον τόν φθόνο για όσους δεν έχουν τίποτα που να τούς κρέμεται και τίποτα που να πρέπει να τό εκθέσουν, (αλλά μόνο όταν θέλουν απολύτως αυτές) – με λίγα λόγια ξυπνώντας μια μέρα (συνηθισμένη) κουρασμένη όχι ιδιαίτερα αλλά όπως όλοι απ’ αυτή τή ζωή όπου προσπαθείς να διατηρήσεις τόν εαυτό σου ολόκληρο (κι είναι σαν να περπατάς σ’ έναν χωματόδρομο μαζί με άλλους, και θέλοντας να βαδίζεις πάντα με τούς άλλους μαζί θυμώνεις κάποια στιγμή απλά ή βαρυέσαι (ή απλά αρχίζεις να νιώθεις αυτή τή φοβερή αίσθηση (περιφρόνηση ή οίκτο ή ανυπομονησία και τά λοιπά)) διαπιστώνοντας ότι οι άλλοι τρέχουνε θέλοντας να φτάσουνε κάπου αλλού – θέλοντας να φτάσουνε κάπου όπου θα μπορέσουνε μόνοι τους δηλαδή να ζήσουνε χωρίς να ’χουν ανάγκη εσένα ή κανέναν (έρωτα, μέσω τού οποίου θα εκτεθούν και θα κρεμαστούν πολύ πιο πολύ – απ’ ό,τι νιώθουν από μικροί να τούς εκθέτει αυτό που από τό σώμα τους εξέχει ανυπεράσπιστο – και παρακαλεί) κάνοντας πια τόση σκόνη τρέχοντας όλοι προς τά μπροστά που είναι σαν να σού τήν πετάνε στα μούτρα για να σού αλλάξουν εντέλει τό πρόσωπο – και βλέποντας και τό πρόσωπό σου καμία φορά στον καθρέφτη – επιμένοντας να λες ότι είν’ τό δικό σου – και όμως να πρέπει κάθε φορά για να τ’ αναγνωρίσεις καλύτερα να ξεπλένεις με άφθονα ντουζ στρώματα σκόνης που φιλοδοξούν να τό ακινητοποιήσουν και να τό κάνουν κάτι σαν άγαλμα ή να τό κάνουν σαν κάτι που να μοιάζει με απολίθωμα και ν’ ανήκει σ’ έναν δρόμο απολιθωμένο κι αυτό – ξυπνώντας μια μέρα και πηγαίνοντας – πριν πας ακόμα – να κάνεις καφέ – και με τήν ιδέα ακόμα τού καφέ και τήν προοπτική του – με τήν ιδέα ότι αυτό είναι μια παρηγοριά – μια από τίς ομορφιές τής ζωής – θυμώνεις που χρειάζεται παρηγοριά ξαφνικά η ζωή – που έχει καταντήσει να είναι κάτι τέτοιο ξαφνικά η ομορφιά στη ζωή – και τότε ίσως με τόν θυμό σου ανασύρεται η σκέψη ή η ανάμνηση (ή η παρηγοριά) αυτού που ήσουνα και συνεπώς, επιμένεις να λες, αυτού που είσαι : ανασύρεται έτσι μια δικαιολογία για όλο αυτό και θυμάσαι τότε πως ξέφυγες κάποια στιγμή απ’ τά χέρια τους ή αυτές μετά τά κοπλιμέντα και τά χάδια τους ξαναγυρίσανε στη δουλειά τους και τά γραφεία τους και σ’ αφήσανε ήσυχη, και βρέθηκες έτσι λίγο πιο έξω, λίγο πιο έξω από τό γραφείο τους μόνη σου, εκεί που μετά από έναν μικρό (και μίζερο ίσως, στενόν, αλλά όχι, ποτέ, δυσάρεστο διάδρομο) γινότανε ένα πράγμα σαν χωνί, ή σαν τρύπα, ή σαν καταπακτή ή σαν μπαλόνι από μέσα ή σαν κατακόμβη που τήν κοιτάς από τό βάθος της και από τό ύψος της, και πάντα από μέσα προς τά κάτω και προς τά πάνω έτσι μαζί δηλαδή, γκριζωπό και μετάλλινο, με λίγα λόγια βρέθηκες να χαζεύεις τόν εσωτερικό φωταγωγό αυτής τής σχολής (που για σένα δεν ήταν φωταγωγός, ήταν ένα περίπλοκο σύστημα σιωπηλό σκηνικό ή μυστικό παραπέτασμα από γκρίζες μετάλλινες σκάλες) (δεν ήξερες ακόμα τή χρήση τους και δεν υποψιαζόσουνα τί θα γινόταν) μόνη εκεί, ολομόναχη και δεν είναι ώρα τώρα να εξετάσω για ποιο λόγο (όλες αυτές οι γραμματείς δακτυλογράφοι και στενογράφοι σέ είχαν αφήσει εκεί) : σ’ ένα μέρος που ο εσωτερικός φωταγωγός αυτής τής σχολής πλαισιωνόμενος από μικρά σκοτεινά και τελείως σιωπηλά τότε παράθυρα ήταν δικτυωμένος σαν με μια ατέλειωτη γκρίζα κορδέλα από γκρίζες μεταλλικές γύρω σκάλες, που κατεβαίναν τσακισμένες ανά πλατύσκαλο από πάνω ώς κάτω και (λίγα λεπτά πριν αυτό ξεσπάσει και γίνει) κυριαρχούσε εκεί μια σιωπή μια απόλυτη βαθειά γαλήνη σαν μετάξι, που κανείς δεν μπορούσε να προφητεύσει τί μέλλει να γίνει – (παρά μόνο ίσως η ίδια αυτή η σιωπή, τώρα που τό σκέφτομαι, σαν να είχε μια ιδέα μεταλλαγής μέσα της αυτή η απόλυτη ακινησία) σαν κουκούλι μεταξοσκώληκα ώσπου ξάφνου θα γινόταν αυτό : αυτό που ήτανε μάλλον η ανάμνηση, ή μάλλον αυτό που προκάλεσε για πρώτη φορά τήν ταπεινωτική σκέψη να διαμορφώσεις σε λόγια τήν εικόνα εκείνη, τόν ήχο και τήν εκθαμβωτική σαν φως και σαν πολλαπλή ανάσα χαρά : ένας ήχος σαν κουδούνι ή σαν καμπάνα ή σαν καμπανάκι γεμάτο τρίλιες συνεχόμενο και νευρικό ακούστηκε και ξαφνικά τό καταπέτασμα τών ναών καταξεσχίστηκε στα δύο και στα διακόσια δύο και η ησυχία κι η ηρεμία και τό κενό εξαφανίστηκαν και από πόρτες παράθυρα και ποιός ξέρει τί άλλες τρύπες τριγύρω απ’ αυτόν τόν σωλήνα που χάζευα (περίμενα ; ) (ίσως όχι) τόν μαγικό ξεφυτρώσαν ξεπεταχτήκαν και τρέξανε (άρχισαν να τρέχουνε δηλαδή με φωνές αλλόφρονες και θριαμβευτικές προς τά κάτω) ατέλειωτα αγόρια ατέλειωτα μικρά και μεγάλα παιδιά : ήταν μαζί η μορφή τους, τά διαφορετικά πρόσωπά τους η όψη τους, τά διαφορετικά φτωχικά εκείνα ρούχα – τόσα μπορούσα να ξέρω μεγάλωνα σ’ ένα σπίτι που κυριαρχούσαν οι σνομπ : ήταν σαν τά φτωχά τά αγόρια αυτά – η κίνησή τους η ακάθεκτη σαν τήν βροχή πάνω γύρω από τό κεφάλι μου, και τό επιπλέον δώρο τών τρανταχτών τους φωνών που σηματοδοτούσαν τόν θρίαμβο : τί δώρο ήταν αυτό πάνω από τό κεφάλι μου που έπεφτε ; αυτό ήταν που σκέφτηκα, δεν σκέφτηκα εκεί, μισοκατεβασμένη τότε από τό κρεβάτι και έτοιμη να πάω να κάνω (τόν πρωινό μου) καφέ, δεν σκέφτηκα τότε ότι αυτό τάχα τόσον καιρό ποτέ δεν τό θυμόμουν, ή ότι είχε χαθεί και δεν υπήρχε και ξαφνικά τό ανακάλυψα : σκέφτηκα μόνο τή λέξη χαρά για πρώτη φορά σαν να είχε ένα νόημα καινούργιο (επειδή ήταν εξαιρετικά παλιό και πια πλέον απρόσιτο) : σκέφτηκα ότι ποτέ δεν είχα υπολογίσει σωστά πόσο μεγάλη πόσο θανατερά μεγάλη πόσο εκκωφαντικά θανατερή και απερίγραπτη μεγάλη χαρά είχε εκείνη η στιγμή : σκέφτηκα : τί φοβερή χαρά ήταν αυτή που είχα νιώσει τότε μικρή μ’ αυτά τά αγόρια από γύρω μου να πέφτουν στο κεφάλι μου σαν τήν βροχή : σχολούσαν και φωνάζαν ίσως γελώντας και κατέβαιναν θριαμβευτικά και μόνο εμένα δεν σκέφτονταν (θα ’πρεπε να ’μαι σαν τελεία γι’ αυτούς τότε εκεί) (μια άσπρη τελεία καλοστολισμένη από τή μαμά εκείνη με κείνα τ’ άσπρα τά γελοία μεταξωτά) αλλά εγώ τότε δεν τά ήξερα αυτά : όλα εκείνα τά ατέλειωτα λεπτά που ένας ήχος μετάλλινος και λεπτότερος και νευρικότερος από κείνον τού καμπαναριού και τής εκκλησίας συνόδευε τίς φωνές και τά κατεβατά τους εγώ νόμιζα ότι ανοίγουνε και ηχούνε οι σάλπιγγες τού παραμυθιού τού ουρανού σ’ ένα δώρο σαν προφητείας για μένα μονάχα (ένα δώρο απ’ αυτά που είμαστε τόσο πρόθυμες εμείς να δεχτούμε) (ότι θα μάς ερχότανε κάθε στιγμή, σαν να μάς ανήκε, κι οι ουρανοί να τό ξέρανε ότι θα μάς ανήκε, εκείνη τήν εποχή που δεν χρειάζεται καν να διεκδικήσουμε τίποτα, αλλά νιώθουμε ότι η ζωή (αυτό τό άγνωστο ατέλειωτο πράγμα) (είναι φτιαγμένη για να) μάς τά στείλει όλα στο κεφάλι και στα χέρια (τά μαλλιά τήν κοιλιά τά πόδια) σα δώρα που μάς ανήκουν) και νόμιζα ότι αυτό δεν είναι παρά (μαζί με τόν ήχο τής καμπάνας τόν θριαμβευτικό) (μαζί με τόν ήχο τών γέλιων και τών φωνών τους και τών ποδοβολητών τους και τών ρούχων τους και τών προσώπων τους, τόν θριαμβευτικό) δεν είναι παρά η ζωή που τώρα πια για τά καλά έχει αρχίσει. Η Νέα Ζωή.

Και δεν σκέφτηκα κατεβαίνοντας από τό κρεβάτι για να κάνω καφέ, παρά μονάχα αυτό – γιατί τά άλλα τά ήξερα : Τί χαρά! Θυμάσαι, μπορείς ν’ αντέξεις τήν ιδέα (τή μνήμη τήν πραγματικότητα) τώρα αυτής τής χαράς που ένιωσες τότε ; Μπορείς να θυμηθείς και ν’ αντέξεις τή χαρά απ’ αυτό που σέ φούσκωνε σε βαθμό αβάσταχτο (από χαρά) (απ’ αυτό που σέ άφηνε άναυδη) σε βαθμό που νόμιζες ότι αυτό είναι τό κανονικό, να γεμίζεις τόσο από χαρά που να νομίζεις ότι πρέπει να στηριχτείς καλά με τά δυο σου άσπρα πόδια παπούτσια στα καφασωτά κάτω σίδερα γιατί θα πετάξεις θ’ απογειωθείς σαν μπαλόνι και θα σέ χάσουν αυτοί που σέ ζητούσαν και κατεβαίνανε παρ’ όλο που δεν σέ κοιτάζαν καθόλου, προς τό μέρος σου χωρίς καλά–καλά να σέ βλέπουν σαν καταρρακτώδης βροχή με φωνές ενώ εσύ θ’ ανέβαινες και θα ’βγαινες από τόν φωταγωγό αλλά δεν ήθελες ν’ ανέβεις ούτε να πετάξεις γιατί η ζωή αυτή έπρεπε να ’ναι μαζί τους : μ’ αυτούς που γελάγανε αυτόν τόν άγριο βρυχηθμό θριάμβου για τήν ξαφνική ελευθερία ολονών : Σ’ ενοχλήσαν δηλαδή οι γυναίκες που βγήκαν από τό γραφείο όλες μαζί να σέ πάρουν από κει μην σέ πατήσουν τ’ αγριόπαιδα είπανε καθώς σχολάγανε : αυτά όλα υπήρχανε, μόνο η σκέψη ήταν τό καινούργιο, τό ταπεινωτικό (κι ήταν ταπεινωτικό γιατί δεν ήταν ούτε χαρά ούτε θρίαμβος αλλά ήταν μόνο παρηγοριά) :

Μπορείς να αντέξεις να θυμηθείς τόσο μεγάλη χαρά ; Μπορείς να τή θυμηθείς τώρα ολόκληρη αυτήν τήν χαρά ; θυμάσαι και μπορείς να αντέξεις να θυμάσαι έτσι τή χαρά τότε γι’ αυτή τή βροχή από αγόρια στο κεφάλι σου ;

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

φωτογραφίες : Robert Mapplethorpe, Marc Riboud

 

 

 

 

 

9 Οκτωβρίου 2014

παρένθεση μνήμης οκτωβρίου

 

 

 

τίς τελευταίες ημέρες λοιπόν περνούσα εγώ εδωπέρα προσωπικά μία άσχετη κρίση ένα γκομπλάρισμα πώς τό λένε, ένα μπλακάουτ ή δεν ξέρω πώς αλλιώς κι εγώ να τό πω, και δεν μπορούσα να γράψω σχεδόν τίποτα : επιπλέον δε ό,τι κατάφερα να παραθέσω ήταν συγκεκομμένο, μικρό και μισό, και μία αράδα δηλαδή πιθανώς και μόνο τήν ημέρα ή μια–δύο σελίδες μπορεί να μού συνέβαινε : Αυτό ίσως να μην μπορείς εύκολα να τό δεις, αλλά αν εσύ είσαι επαρκής αναγνώστης και (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί βάζουν πάντα πρώτο τό όνομα τού αναγνώστη και μετά τής αναγνώστριας, κάτι τέτοιες συγκατανεύσεις – δήθεν στην πρόοδο – τού φεμινισμού – μού γυρνάνε τ’ άντερα ανάποδα, γιατί από πού κι ώς πού θεωρείται δεδομένο κι ακόμα κι από προοδευτικούς ανθρώπους ότι πρέπει ν’ αναφέρεται τό αρσενικό πάντα πρώτο (και εξάλλου τό να αποδέχεσαι τήν ανδρική λογική μες στον φεμινισμό σου είναι πολύ ισχυρότερο πλήγμα από τό να ’σαι θύμα τής αντρικής λογικής όταν δεν έχεις καν ακόμα επαναστατήσει και χειραφετηθεί)) αν εσύ λοιπόν είσαι επαρκής αναγνώστρια και αναγνώστης, κι εγώ επαρκώς αρχάρια και νεοφώτιστη και ανεπαρκής σε αυτό που κάνω θα μπορέσεις ίσως τότε να διακρίνεις και μόνη σου τίς μικρές ενότητες και τό κομματιαστό και τό αγκομαχητό βάδισμα στις σελίδες που προηγήθηκαν, πριν από δω. Δεν έχει σημασία όμως αυτό. Σημασία έχει ότι κάποια στιγμή λοιπόν κατάλαβα ότι δεν τσουλάει έτσι και δεν πάει άλλο τό πράγμα άλλο πια, και σταμάτησα πριν από μερικές μέρες να γράφω εντελώς για να καταλάβω κι εγώ τί μού συμβαίνει, και πρέπει να πω ότι είχα αυτήν τήν διάθεση να μην συνεχίσω άλλο αυτό τό διήγημα και να τό κόψω σ’ αυτό τό σημείο και να πω Ώς εδώ ήτανε δεν θέλω παραπέρα ιστορίες τής χρονολουλούς, πάμε σ’ άλλα κεφάλαια, πάμε σε ιστορίες με άγνωστους άλλους : Αφού λοιπόν μεσολάβησε μια μεγάλη σιωπή, κατάλαβα ότι βαρέθηκα αυτήν εδώ τήν ιστορία και δεν θέλω να πω για παιδικά καλοκαίρια, κάβες, πούλμαν, ατέλειωτες αμμουδιές και τό μυστήριο τού οδηγού και τών τραγουδιών που έβαζε με τά δισκάκια τά μαύρα σε μια χαραμάδα κοντά στο τιμόνι για να ακούγονται (ήταν όλο κλαψιάρικα : μανούλα θα φύγω θα πάω στα ξένα και τέτοια, κι είχε ένα ύφος κακό όταν μάς κοίταζε όλες εμάς και μιλούσε με άσχημο τρόπο προς τίς γυναίκες που ήθελαν να φέρνουν τό μικρό τους σκυλάκι μαζί τους, κι όπως έλεγε εκείνος τόν σκύλο τους) τό μυστήριο όλων αυτών τών υπέροχων και νεόχτιστων πλαζ κι αμμουδιών και παραλιών και καφενείων και εισόδων και ντουζιερών και διάδρομων ξύλινων πάνω στην άμμο που από τό ένα πηχάκι στο άλλο αφήνανε ένα κενό και αχοβολούσε από κάτω η άμμος σε βουναλάκια, ξύλινων δρόμων που ενώνανε τίς καμπίνες που θα ντυνόσουνα και θα γδυνόσουνα με τήν αμμουδιά, και που όλα τά ξύλα μυρίζανε ήλιο και λάδι τή μαγεία τού ήλιου ανεμπόδιστου ένα ολόκληρο μακρύ καλοκαίρι που θ’ άρχιζε με τήν εποχή τού σχολείου και θ’ άρχιζε και θα ξανάρχιζε και θα ξανάρχιζε με κάθε χρόνο και τάξη ξανά, κατάλαβα μόλις ξαφνικά ότι ένας απ’ τούς λόγους που δεν θέλω να θυμηθώ αυτά τά παιδικά καλοκαίρια είναι ίσως γιατί τό φετεινό μού πήγε άσχημα, και απότυχε, αυτό που μόλις τελείωσε δηλαδή, μια που χωρίσαμε με τόν φίλο που είχαμε πάει μαζί : και θα μού πεις Και τί έγινε, τέτοια έχουμε ζήσει ούτως ή άλλως πολλά, όμως μέ ενόχλησε γιατί όπως παρατήρησα κάθε σκέψη για καλοκαίρι παιδικό μού ’φερνε στο μυαλό και όλα τά άλλα καλοκαίρια, λες και με τήν αναφορά και μόνο μιας λέξης, άμμος ή ήλιος, ή λάδι, πυροδοτούνταν και όλες οι άλλες μυρωδιές και εικόνες μαζί, και λέξεις, και σ’ αυτό τό σημείο λοιπόν αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια πρέπει να σού εκθέσω όλες αυτές τίς σκέψεις που μού ’χαν περάσει και παλιότερα απ’ τό μυαλό σχετικά με τή μνήμη : έτσι, είναι μια φιλική μου στάση ίσως αυτή – γιατί πρέπει να ’χουμε γίνει και λίγο φίλοι τώρα πια ύστερα από τόσα διαβάσματα και τόσα γραψίματα : έχει να κάνει λοιπόν με τή μνήμη τό όλο πράγμα απλούστατα : ανακάλυψα δηλαδή τελειωτικά γιατί υπάρχει η αμνησία και γιατί πονάει η μνήμη τόσο πολύ μερικές φορές : Για τήν ακρίβεια όλ’ αυτά τά ήξερα αλλά τώρα τά ξαναθυμήθηκα και μάλιστα πολύ καλά : άκου λοιπόν και σύ κάτι χρήσιμο για να βγάλεις κι ένα κέρδος τόση ώρα που διαβάζεις τά παραμύθια μου και τά πληρώνεις κι από πάνω, καλά–καλά :

η μνήμη λοιπόν, είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση : μοιάζει με τή γλώσσα, μοιάζει με τήν ομιλία έχει να κάνει δηλαδή με μίμηση και με λίγα λόγια με τή μιμική και τό θέατρο και τήν υποκριτική : γι’ αυτό ακριβώς και παρασέρνει όλο τό σώμα μας και όχι μόνο τό μυαλό και τή σκέψη μας, και τά λοιπά. Όταν λοιπόν βυθιζόμαστε στην ανάμνηση μιας υπόθεσης ανασαίνουμε διαφορετικά (όπως ανασαίναμε ακριβώς τότε) και λέμε από μέσα μας εκείνα τά λόγια και κάνουμε από μέσα μας εκείνες τίς χειρονομίες ή γκριμάτσες, και νιώθουμε τά ίδια σφιξίματα από μέσα μας στο στομάχι μας (όπως και τότε) : Γενικά αναπνέουμε και ζούμε τώρα όπως αναπνέαμε και ζούσαμε εκείνον τόν άλλον καιρό : εξ αυτού και η αμνησία έχει έμπρακτους λόγους ύπαρξης σωματικούς, και δεν είναι αυθαίρετη, βασίζεται πάνω στον πόνο, στην αποφυγή δηλαδή, τού πόνου : για όσους φυσικά δεν αντέχουν τόν ατέλειωτο χρόνο (ξανά και ξανά) τήν αιώνια ζωή τών πραγμάτων που έχουν στα χέρια τους, η αμνησία είναι τό καλύτερο φάρμακο : Αν η μνήμη ήταν πρόβλημα μόνο τού εγκεφάλου μας δεν θα υπήρχαν τέτοια προβλήματα : Γι’ αυτό, αυτοί που ’χουν πάθει αμνησία δεν ξεχνάνε πώς γίνεται ας πούμε μία πρόσθεση ή μια αφαίρεση : μπορεί να ξεχνάνε πώς λέγονται, ή ποιοι είναι και ποιοι έπρεπε να είναι μια ζωή για τούς άλλους, και ποιον βλάκα αγάπησαν ή και παντρεύτηκαν, αλλά σπανίως ξεχνάνε πώς γίνεται μια αριθμητική πράξη δηλαδή η πρόσθεση ή ο πολλαπλασιασμός ή η διαίρεση – όχι αν δεν έχουνε, προς αυτό, ειδικό ας πούμε λόγο. Οι λειτουργίες που δεν χρειάζονται συμμετοχή δηλαδή τού σώματός τους ολόκληρου παραμένουν και με τήν αμνησία δραστήριες. Γιατί η μνήμη, αυτό που είναι κυρίως, είναι ότι είναι τό σώμα μας λοιπόν αδιαίρετο ολόκληρο και σφαιρικό : ο κόσμος μάλιστα ολόκληρος : Για να τό πούμε πιο καθαρά ό,τι έχει να κάνει με τόν έρωτα είναι τό σώμα μας, και είναι ολόκληρο πάλι αυτό μνήμη, και δεν είμαστε τίποτ’ άλλο πέρα απ’ τόν χρόνο αυτόν. Γι’ αυτό κι όταν ζούμε πράγματα που δεν τά θέλουμε, αργά ή γρήγορα θα τό πληρώσουμε, αν δηλαδή δεν εξεγερθούμε και δεν αντιδράσουμε, αν δεν πούμε Ώς εδώ, δεν θέλω άλλο, θα τό πληρώσουμε, πολύ ακριβά : καμία μας φράση δηλαδή ή κουβέντα και ιστορία και υπόθεση δεν περιορίζει τή λάμψη της στην στιγμή ακριβώς που τή ζούμε και που νομίζουμε εμείς ότι μόνο τότε γίνεται : όχι όσο είμαστε εμείς ζωντανοί : μπαίνει στο τραίνο τού χρόνου μας και θα τά σέρνουμε εμείς και θα τά κουβαλάμε συνέχεια και κάθε λεπτό γίνεται παρελθόν και μέλλον ταυτόχρονα, η μνήμη είναι ό,τι κάνει τό ανύπαρκτο αιώνιο : γι’ αυτό λοιπόν κι εσύ να φροντίσεις να ζεις έτσι ώστε σε κάθε λεπτό τής ζωής σου, και κουβέντα και σκέψη ή πράξη και κίνηση, η αναπνοή σου να μπορεί να σ’ αφήνει να συνεχίσεις να ζεις : να διαιωνίζεται μ’ άλλα λόγια ευχάριστα : νά μια συμβουλή από μένα, με τήν οικειότητα που αποκτήσαμε πλέον δηλαδή ύστερα από τόσες σελίδες και ύστερα από τόσα λεφτά που έδωσες κιόλας για να μέ αγοράσεις : αυτό είναι τό κυρίως, πιστεύω εγώ, δώρο μου : ετούτη η σκέψη : μην κάνεις ποτέ υποχωρήσεις στις αρχές σου και στο ένστικτο, τό αισθητήριο, τό προαίσθημά σου, αφού τό αναπτύξεις πρώτα καλά : αφού διαβάσεις πρώτα βιβλία πολλά, παίξεις και τρέξεις με παιδιά άλλα πολλά, ακούσεις και δεις μουσική και όλα τά χρώματα : ψάξε τόν εαυτό σου καλά, χόρεψε, σπάσε τό πάτωμα, βεβαιώσου για τό πόσο όλα είναι έρωτας και προχώρα : μην κάνεις υποχωρήσεις όμως, θυσία καμιά : Λέγε : Δεν θέλω, μάθε να χρησιμοποιείς τό ρήμα θέλω και στο αρνητικό, μάθε κυρίως τήν άρνηση, α ναι, μάθε πρώτ’ απ’ όλα κυρίως τήν άρνηση : Γιατί δεν είμαστε παρά ένας ατέλειωτος μονοκόμματος χρόνος κι ο χρόνος αυτός δεν είναι παρά η μνήμη μας – απ’ αυτό είμαστε φτιαγμένοι ολόκληροι, μην κάνεις τό λάθος λοιπόν να νομίσεις πως οτιδήποτε κάνεις δεν έχει σημασία, και μπορείς να τό ξεχάσεις ή να τό διορθώσεις μετά : ούτε ξεχνιέται ούτε διορθώνεται τίποτα : έχεις τή δύναμη να θυμάσαι όλα σου τά λάθη ; Τότε θα τά πας κάπως καλύτερα : γιατί διαφορετικά να τό ξέρεις, για να τ’ αντέξεις θα γίνεις απλούστατα ηλίθιος και θα πάθεις αμνησία, θα προκαλέσεις στον εαυτό σου μια άνοια.

γιατί ότι θα κάνεις λάθη, αυτό είναι σίγουρο, ναι, θα κάνεις λάθη, θα κάνεις (πότε θά ’ρθει αλήθεια η εποχή που οι γυναίκες δεν θα κάνουνε λάθη ; δεν θα κάνουνε λάθη εννοώ εξαιτίας τών φίλων τους, θα κάνουνε λάθη μόνο εξαιτίας τού εαυτού τους όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι) φρόντισε λοιπόν να ’ναι λάθη έξυπνα, λάθη που όταν θα τά θυμάσαι δεν θα σέ κάνουν να θυμώνεις αλλά να χαμογελάς με κάτι σαν κατανόηση (για τόν άνθρωπο που προσπαθούσε τότε μόνος του να μάθει να περπατάει σ’ ένα ξένο και άγνωστο έδαφος πλανήτη, κομήτη) : Κι επίσης κάτι σημαντικό είν’ αυτό : όταν θα σού ’ρχονται στο μυαλό να τά αφήνεις να έρχονται να σέ κατακυριεύουνε να σέ πολιορκούνε, να παίζουνε στερεοφωνικά με όλα τους τά ηχεία ολάνοιχτα μήν σβήνεις τίς μνήμες σου : είμαστε όλοι αυτό τό ηχείο και τά ζούμε όλα ξανά και ξανά όπως όταν μιλάμε : δεν είναι άσχημο να τά αφήνουμε μερικές φορές να παίζουνε πολύ δυνατά : εντάξει, τίς περισσότερες φορές είναι ηχητικό μπαγκράουντ στη ζωή μας ο χρόνος ολόκληρος, είναι sotto voce τά περίπλοκα χρώματα, αλλά αν κάποιες στιγμές ανοίξουμε λίγο περισσότερο τή δύναμη τού ενισχυτή και αφεθούμε μες στο σπίτι να πηγαινοερχόμαστε και ν’ ακούμε τά κομμάτια σαν να τ’ ακούμε ίσως κιόλας για πρώτη φορά, ανακαλύπτουμε τότε διάφορα πράγματα που δεν τά ’χαμε ξανακούσει στις πρώτες εκτελέσεις τους (απασχολημένοι όπως είμαστε πιθανόν να χορεύουμε και τό τραγούδι μάς ξέφυγε) και ανακαλύπτουμε επίσης όργανα που παίζουν και που δεν είχαμε ιδέα ότι έχουνε πάρει μέρος στην εκτέλεση, και μάλιστα με πολύ καλούς εκτελεστές. Καμία εκτέλεση τής μνήμης μας δεν πάει χαμένη : εγώ τουλάχιστον κερδίζω συνεχώς από όλες : Ποιος θα ’θελε να πάθει αμνησία ας πούμε σαν τήν χρονολουλού, και να θυμάται μονάχα πώς βγαίνουν οι τόκοι και πώς γίνεται ο πολλαπλασιασμός κι η αφαίρεση ;

και μήν νομίσεις ότι σβήνοντας κόβοντας δεν θα πονάς ενώ στο ίδιο σημείο η μνήμη πιθανώς θα σέ πόναγε : Τίποτα δεν πονάει περισσότερο από τά κοψίματα τίς τομές τίς ακρωτηριάσεις και τούς ευνουχισμούς : Εγώ δεν έχω μεγάλη πείρα απ’ αυτά βέβαια προσωπικά για να σού πω τή δική μου εντελώς μαρτυρία, μια σκωληκοειδίτη μονάχα έχω αφήσει να μού αφαιρέσουνε αλλά κι αυτή πονάει ακόμα και σήμερα όταν αλλάζει ο καιρός, όμως οι παρατηρήσεις μου προέρχονται κι είναι επισταμένες από τούς άλλους κυρίως στο θέμα αυτό, από τό πώς τούς βλέπω αυτούς να πονάνε και να μην μπορούνε να παρηγορηθούνε με κανένα φάρμακο και αναισθητικό και ναρκωτικό (απ’ αυτά που τούς επιτρέπονται) (τό μεγαλύτερο είναι τό να γίνουν γνωστοί) (ν’ ασκήσουν εξουσία, ν’ ασκήσουν τό μίσος τους (τό μίσος σε όλη τήν έκταση είναι τό μεγαλύτερό τους ναρκωτικό)) χρόνια τώρα τούς βλέπω τίποτα να μην μπορεί να τούς κάνει να ησυχάσουνε που χρόνια τώρα τά ευνουχίσανε όλα και αυτή είναι η δουλειά μου (χρόνια τώρα) να τούς παρακολουθώ στις πιο λεπτές εκφάνσεις αυτής τής κατάστασης, εκεί που εκδηλώνεται και τούς ξεφεύγει η αλήθεια, στη γλώσσα τους :

ναι, όσοι μελετούν τό φαινόμενο μαζί μου, συμφωνούνε σ’ αυτό : η κακία ναρκώνει : Γι’ αυτό και οι περισσότερες κακίες τών ανθρώπων, στην προσωπική τους ζωή, δεν δείχνουν εύκολα τή λογική τους, τήν κρύβουνε, ή τήν μασκαρεύουνε, γιατί τό πραγματικό της πρόσωπο είναι κάτι για τό οποίο ντρέπονται : Ψάξε όμως με προσοχή τή ζωή τού ανθρώπου που φέρεται τόσο σκάρτα στους φίλους του και δείχνει να ικανοποιείται απ’ αυτό, και θα δεις ότι στη ζωή του αυτό είναι η μόνη ικανοποίηση τήν οποία είναι σε θέση να πάρει : Και μάλιστα εκδικείται όχι αυτούς που τού κάναν κακό (αυτούς συνήθως τούς σέβεται και τούς φοβάται) αλλά (κάτι που φαίνεται ανεξήγητο) αυτούς που όχι μόνο δεν τόν πειράξαν, αλλά τού κάναν και κανένα καλό : Ψάξε δηλαδή χωρίς πολλές εξαιρέσεις στην κανονική ζωή τών γνωστών εδώ γύρω σου, και θα τό δεις καθαρά : όσοι είναι γνωστοί δεν έχουν ίχνος μέσα τους πλέον, έχουνε στραγγαλίσει και αποκόψει κάθε περίπτωση μνήμης και έρωτα : γιατί, νομίζεις ότι είναι τυχαίο (ή συμπτωματικό τάχα μου) ότι ο πιο πλήρης (και εξευγενισμένος και λεπτοδουλεμένος) φιλοσοφημένος και διαλεκτικός θεωρητικός τού έρωτα (από παλιά) ήταν συγχρόνως ο απόλυτος εφευρέτης και υποστηρικτής εκείνου τού (με περίεργη σύνταξη) «ζήσε μακριά απ’ τό πλήθος και τό κοπάδι χωρίς να σέ νοιάζει για τό αν σέ ξέρουν ή σέ μαθαίνουν ή σέ γνωρίζουν οι άλλοι» ; Κάνε τή ζωή σου ζωντανό και απλησίαστο για τούς αφελείς και απερίσκεπτους εκτροφείο σκέψης αναρχίας πληρότητας και ευτυχίας, κι αυτή η απομόνωση δεν θα πάει χαμένη, όπως δεν πηγαίνει ποτέ της η επανάσταση εναντίον τών ηλιθίων : ο έρωτας ποτίζει τά εδάφη και τά νερά κι αυτών που τόν φοβούνται, και αλλάζει τό μέλλον κι αυτών που τόν πνίγουν ή τόν αγνοούν : σώσε τόν κόσμο μένοντας μακριά του, σώζοντας τόν εαυτό σου μακριά απ’ τίς αγέλες τής επιφάνειας : Υπάρχει ένα πλήθος και στα υπόγεια άλλωστε : Ναι, λάθε βιώσας : ο χρόνος όλος τότε θα σού ανήκει, κι η αιωνιότητα, γιατί αυτός ο έρωτας δεν θα χαθεί (κι όσο για τή σύνταξη τής μετοχής μ’ αυτόν τόν τρόπο όπου η μετοχή χρησιμοποιείται ως ρήμα και τό ρήμα ως επίρρημα (όπως μαθαίναμε και από τό σχολείο) θα ’χε κανείς να πει πάρα πολλά και δεν είναι εφεύρεση τού επίκουρου αυτή η σύνταξη, απλώς τή χρησιμοποίησε και τήν ενεργοποίησε και τήν έκανε αιώνια στο λάθε του και στο βιώσας του αυτός, με όλη τήν έκλαμψη τής διαλεκτικής του συνοπτικά : σαν μια στενογραφημένη μουσική τών αιώνων) :

και κάτι ακόμα : δεν πρέπει ν’ αφήσεις κανέναν να σέ κλέψει, έχε το υπόψη σου : ακόμα κι αν αυτά που σού παίρνει εσύ θα τού τά ’δινες, δεν πρέπει ν’ αφήσεις κανέναν να νομίζει ότι σέ κλέβει και ότι εσύ σωπαίνεις, όχι, εκεί ακριβώς που χρειάζεται, εκεί ακριβώς δηλαδή που δεν σέ καταλαβαίνει κανείς, να μιλάς : Με τούς όμοιούς σου δεν χρειάζεται μόνο να μιλάς, οι ευγενείς συνεννοούνται μεταξύ τους : Να ’σαι ευγενικός λοιπόν μόνο με τούς ευγενικούς, οι άλλοι θέλουν όμως μαστίγιο : Και μην ξεχάσεις και τήν έκφραση τού ντοστογιέφσκυ στον έφηβο : Μην αφήσεις ποτέ να σέ κλέψουνε γιατί στο τέλος θα σέ κατηγορήσουν για κλέφτη. Μόνο με τό είδος σου να έχεις κοινοκτημοσύνη.

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

τόν οκτώβριο είθισται να ανεβάζω διάφορα επετειακά ή αναμνήσεις διακοπών – αυτή τή φορά έχουμε απλώς ανάμνηση κειμένου

τόν ίδιο μήνα θα ’θελα να προλάβω ν’ ανεβάσω και κάτι περί ρεμπώ (είναι ο μήνας τής γέννησής του – αλλά όχι τόσο γι’ αυτό, όσο γιατί με κάτι βιογραφίες του που διάβασα τώρα σκέφτηκα ότι πρέπει κάτι να πω και για τόν «μη–πιτσιρικά πλέον» ρεμπώ – τόν ώριμο άντρα τουτέστιν στην αφρική τήν αιθιοπία ή τήν αββησυνία πώς διάολο λεγότανε τότε – )

κι έχω στο μυαλό μου και κάτι – αντιπαθέστατα στους περισσότερους – κόβω τό κεφάλι μου – «γυναικεία γλωσσικά» που τά τριγυρίζω από καιρό

ας ελπίσουμε τό βλογ να συνεχιστεί κι εγώ να συνεχίσω, μ’ όλο που άλλα πολλά (μεταξύ αυτών και η δουλειά για να πάνε οι «βιογραφίες αγνώστων» επιτέλους σε έναν (γενναίο και ευγενικό) εκδότη) μέ πιέζουν, εκτός αέρος

φωτογραφίες, επεξεργασμένες από μένα : ezra stoller, joel meyerowitz

.

.

.

.

.

.

23 Μαΐου 2014

ο πιτσιρικάς στην κομμούνα

.

.

.

.

αναδημοσίευση από τό περιοδικό «στάχτες» τού ποιητή και εικαστικού στράτου φουντούλη / αγριμολόγου
για τήν επέτειο τής ματωμένης βδομάδας, τή σφαγή τής κομμούνας

 

Σε δύο σχεδόν συνεχόμενες ημερομηνίες θα γράψει εκείνα τά δυο καταπληκτικά γράμματα σε κείνους τούς δύο καθηγητές. Έχει τίποτα ο μάϊος και τόν εμπνέει ; Τρίχες κατσαρές και καθαρές συμπτώσεις, τή δεύτερη φορά έπεσε κατά σύμπτωση μέσα στην κομμούνα. Αλλά τί νόημα έχει η λέξη σύμπτωση, όλα είναι και τρελλά κι ολοκάθαρα : τόν ιούλιο τού 70 ο ναπολέων ο 3ος είχε κηρύξει τόν πόλεμο στα καλά καθούμενα στους γερμανούς. Τόν αύγουστο ο μικρός πουλάει διάφορα βιβλία που ’χε κερδίσει σε βραβεία και παίρνει τό τραίνο να πάει στο παρίσι να δει με τά ίδια του τά μάτια (όπως νομίζει) τήν πτώση τής αυτοκρατορίας. (Τόν πιάσαν και τόν κλείσαν και φυλακή γιατί δεν είχε κι όλα τά λεφτά να πληρώσει τό τραίνο). Έγραψε τότε στον δάσκαλο τού 1ου γράμματος ζητώντας βοήθεια και τρέξαν κάτι θειάδες αυτουνού να τόν βοηθήσουν – αλλά τελικά επεμβαίνει η μάνα του να τόν φέρουν πίσω στην σαρλβίλ (τήν πόλη του). Σε δέκα μέρες τό ξανάσκασε κι αυτή τή φορά πήγε στο βέλγιο μάλιστα προσπάθησε να γίνει και δημοσιογράφος (θυμόμαστε καλά εκείνο τό «τί μέ νοιάζουν εμένα τά λατινικά τους, εγώ δημοσιογράφος δεν πρόκειται να γίνω»). Έγραψε απλώς εκεί στο σαρλερουά ένα σωρό ποιήματα. Τελικά ξαναεπεμβαίνει η μάνα του και τόν ξαναφέρνουν στο σπίτι. Στις 4 σεπτεμβρίου οι γάλλοι επαναστάτες μπήκανε στη βουλή κι ανακήρυξαν τή δημοκρατία. Ο ναπολέων είχε παραδοθεί. Στις 19 σεπτεμβρίου οι γερμανοί είχαν αρχίσει να αποκόβουν τό παρίσι. (Αυτή η πολιορκία τού παρισιού θα κρατήσει όλο τό φθινόπωρο όλον τόν χειμώνα και τήν άνοιξη). Στις 5 ιανουαρίου οι πρώσοι αρχίζουν να βομβαρδίζουν τό παρίσι κι αρχίζει συγχρόνως και η μεγάλη η πείνα. Στις 18 ιανουαρίου η κυβέρνηση τού βίσμαρκ εγκαθίσταται στις βερσαλίες και υπογράφεται η ταπεινωτική συνθήκη για τούς απέναντι. (Έχουμε μπει στο 1871). Στα μέσα ιανουαρίου οι γάλλοι επαναστάτες κάνουν μια δεύτερη εξέγερση (μια πρώτη είχε γίνει τόν οκτώβριο) για να ρίξουν τήν κυβέρνηση. Στις 8 φεβρουαρίου γίνονται νέες εκλογές και οι συντηρητικοί υπερισχύουν και βγάζουν τόν θιέρσο. Είναι η στιγμή ακριβώς που ο μικρός τό σκάει για τρίτη φορά απ’ τό σπίτι του να πάει στο παρίσι : δεν αντέχει άλλο να ’ναι μακρυά, και περνάει έτσι 15 μέρες εκεί σε τρομαχτική ερήμωση και πείνα. Γυρνάει τελικά στη σαρλβίλ με τά πόδια περνώντας μέσα από τίς πρωσικές γραμμές (οι πρώσοι θα μπούνε στο παρίσι τήν 1η μαρτίου). Στο σπίτι του ο ρεμπώ όταν γυρίζει γράφει ένα «κομμουνιστικό σύνταγμα» τό οποίο δεν σώζεται (κατά πάσα πιθανότητα τό ’φαγε λυσσασμένα η μαμά του). Στο τέλος αυτού τού φεβρουαρίου, στις 28, ο θιέρσος υπογράφει τή συνθήκη με τόν βίσμαρκ εκείνη που τού παραχωρεί τήν αλσατία και τήν λωραίνη. Οι πρώσοι μπαίνουν στο παρίσι για ν’ αποχωρήσουν λίγο αργότερα και να διασκεδάσουν από μακρυά με τά παθήματα τής γαλλικής κυβέρνησης μια που στις 28 μαρτίου τού 1871 ανακηρύσσεται η κομμούνα τού παρισιού :

Οργανώνεται κυβέρνηση με επιτροπές. Οι γάλλοι επαναστάτες έχουν μαζί τους κυβερνητικά στρατεύματα που απογοητευμένα από τή συνθήκη που υπογράφτηκε στρέφονται εναντίον τού θιέρσου. Οι γερμανοί παρακολουθούν αμέτοχοι. Από κει που είχαν εγκατασταθεί στην αρχή εντελώς εκδικητικά στις βερσαλίες φεύγουν τώρα κι αφήνουν τίς βερσαλίες στην γαλλική κυβέρνηση να δούνε τί θα τίς κάνει. Η κομμούνα προωθεί τήν δύναμη τών δήμων (στα γαλλικά ο δήμος λέγεται κοινότητα όπως κι εδώ στα χωριά, – ή commune) έναντι τής κεντρικής κυβέρνησης, ζητά διαχωρισμό τής εκκλησίας από τό κράτος και διάφορα άλλα ωραία μέτρα ισότητας. Στη σαρλεβίλ ο μικρός είναι χωμένος στη δημοτική βιβλιοθήκη και συνέχεια διαβάζει. Τά βιβλία που ζητάει σκανδαλίζουν τούς βιβλιοθηκάριους γιατί ζητάει συνεχώς βιβλία για σοσιαλισμό μαγείες αλχημείες και όλες τίς ανήθικες λογοτεχνίες και οι βιβλιοθηκάριοι τόν θεωρούν πολύ μικρόν : αυτός γράφει ποιήματα εναντίον τους. Τόν απρίλιο τού 71 οι κομμουνάροι γίνονται ακόμα περισσότερο επαναστάτες ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική. Τά στρατεύματα τής κυβέρνησης τών βερσαλιών φτάνουνε στο παρίσι. Φωτιές καίνε τόν κεραμεικό και άλλα πανέμορφα κτήρια. Τόν απρίλο και τόν μάϊο η πείνα φτάνει στο αποκορύφωμα και οι παριζιάνοι σκοτώνουν πλέον και τρώνε και τά ελάχιστα ζώα που υπήρχαν στον ζωολογικό κήπο αφού τούς τέλειωσαν οι γάτες τά ποντίκια κι οι σκύλοι που υπήρχαν στον δρόμο. Ταυτόχρονα οργανώνονται όσο μπορούνε, οι δε γυναίκες αποδεικνύονται ηρωικές. Η ένωση γυναικών κομμουνάρων παίρνει μέρος στην οργάνωση τής άμυνας και πολύ συχνά έχει τήν ευθύνη τών οδοφραγμάτων. Οι κομμουνάροι πιάνουν ομήρους και συχνά τούς εκτελούν. Είναι ο μάϊος τού 71, η εποχή που ο μικρός έχει τρελλαθεί εκεί στο σπίτι του. Αυτήν τήν εποχή γράφει εκείνα τά δύο φοβερά γράμματα στους δυο του δασκάλους. Είναι η ίδια εποχή που έχει γράψει (μάλλον τού αρέσει) τό ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΝΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (η άνοιξη είναι φανερό ότι είναι πλέον εδώ γιατί …) : η συμπεριφορά του μέσα στην πόλη είναι απολύτως επιπλέον τώρα προκλητική και γράφει όπου βρει σε δημόσια κτήρια και πάνω στους φράχτες με κιμωλία (όπως παραδίδεται) Merde à Dieu κάτι που μόνο μ’ ένα Γαμώ τό Θεό σας θα μπορούσε να μεταφραστεί ή αν θέλαμε νά ’μαστε πιο κοντά στον γαλλισμό κάτι σαν Σκατά στα μούτρα τού Θεού, και τά τέτοια. Μια μέρα ένας νεαρός υπάλληλος κάποιου μαγαζιού τού δίνει επιδεικτικά λεφτά να πάει να κουρευτεί κι αυτός τά παίρνει και διασκεδάζει με τούς φίλους του ότι τώρα θ’ αγοράσουν ταμπάκο. Από τίς 21 μέχρι τίς 28 μαΐου στην Κομμούνα συμβαίνει αυτό που έχει εθισθεί να λέγεται Ματωμένη Βδομάδα : Τά στρατεύματα τού θιέρσου μπαίνουν στο παρίσι και νικούν τούς κομμουνάρους, ακολουθεί η Τρομοκρατία τού Θιέρσου : εκτελούνται κομμουνάροι και συνοδοιπόροι αδιακρίτως. (Αυτά τά ξέρουμε κι εμείς εδώ, μπορούμε να τά φανταστούμε από τόν δικό μας εμφύλιο). Μιλάνε τελικά για 35.000 θύματα τής τρομοκρατίας σε νεκρούς και χιλιάδες φυλακισμένους και άλλους που στέλνονται σε διάφορες εξορίες. Στο Τείχος τής Κομμούνας στο Père Lachaise ακόμα υπάρχουν τελετουργικά από πιστούς αυτής τής επανάστασης και όλων τών άλλων επαναστάσεων που θυμίζουν αυτήν τήν εκατόμβη. Αντιστοίχως οι καθολικοί πληρώνουν επιδεικτικά συνδρομές και δήθεν εράνους για να χτιστεί η εκκλησία τής Sacré–Coeur η οποία θα βοηθήσει δήθεν να αποκαθαρθεί η ατμόσφαιρα από τά μιάσματα. (Και αυτά επίσης είναι γνωστά από εδώ και από τόν δικό μας εμφύλιο).

Αυτά ώς τό τέλος μαΐου που κρατάει η ματωμένη βδομάδα : τόν ιούνιο ακολουθεί η κρατημένη ανάσα και σιωπή τού τρόμου και τόν ιούλιο ο μικρός αρχίζει να γράφει μετά μανίας πάλι διάφορα ποιήματα και να τά στέλνει σε διάφορους άλλους : θέλει οπωσδήποτε να μιλήσει με κάποιον. Οι διάφοροι άλλοι αυτοί παίρνουν αυτά τά πράγματα στα χέρια τους και δεν ξέρουν τί να τά κάνουν, εκτός από έναν : Αυτός απαντά με μια πρόταση : Έλα. Για τήν ακρίβεια η πρόταση ολόκληρη είναι : Μεγάλη αγαπημένη ψυχή Έλα, Σέ καλώ, Σέ περιμένω.
Θα φτάσει σπίτι του τέλη σεπτεμβρίου κι εκεί αρχίζει η ιστορία με τόν βερλαίν.

Ανεξάρτητα από τό τί γινόταν τριγύρω της, και τό ποιοί ήταν τριγύρω της άλλοι, τό μόνο που ήξερε να κάνει αυτή και με τό πονηρό γελάκι της τό γαλλικό τό διασκέδαζε, ήταν να σέ πάρει μαζί της στη χώρα αυτή αν μπορούσες. Και μια μέρα λοιπόν μού ξεφουρνίσανε κι έμαθα ότι (στο μικρό της τό όνομα η Ζουβιέ) λεγόταν Αλίς. Κι αυτό όχι μόνο τής πήγαινε, αλλά έπρεπε και να τό περιμένω φυσικά από πάνω,

 

απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»
(κεφάλαιο «α΄ μια σημείωση για άλλους / j’ est une autre»)

 

 

  

 

 

εικονογράφηση : επάνω / οδοφράγματα τής κομμούνας, απρίλιος 1871, γωνία τής πλατείας hôtel de ville και τής οδού rivoli, φωτογραφία τού pierre–ambrose richebourg (σήμερα στο μητροπολιτικό μουσείο τής νέας υόρκης) / σκίτσο τού ρεμπώ από τόν βερλαίν, 1895 / από τίς γυναίκες στην κομμούνα

κάτω / σκίτσο τού ρεμπώ με ξυρισμένο κεφάλι (λεπτομέρεια), ζωγραφισμένο σε γράμμα που έστειλε ο φίλος του συγγραφέας ernest delahaye στον κοινό τους φίλο βερλαίν τόν δεκέμβρη τού 1875 / ξυλογραφία με τίς γυναίκες τής κομμούνας

 

.

.

.

.

.

.

12 Ιουλίου 2013

βιεννέζικα γιαγιάδικα γερμανικά τραγουδιστά

.

ως συνήθως πριν κλείσουν οι κήποι για διακοπές παραθέτουν αποσπάσματα αφηγημάτων ανέκδοτων
η εικονογράφηση αυτή τή φορά είναι (ελαφρώς επεξεργασμένες) εικόνες από ντοκυμαντέρ για τό χτίσιμο τού τείχους τού βερολίνου

 

   μέσα εκεί (παρ’ όλο που ήταν στο υπόγειο τής πολυκατοικίας) έλαμπε ένας βιεννέζικος γάτος παλιά έπιπλα κι ένα ηχηρό φως από μότσαρτ και ρούχα αγορίστικα χρωματιστά και περούκες με νευρικά κοτσιδάκια : αστράφταν τραγούδια χριστουγέννων ihr Kinderlein kommet και alle Jahre wieder και ri ra rutsch : τριγυρίζανε χρώματα από πέδιλα πάνω στο χιόνι και μανάβισσες κάτω από ολοκάθαρα κιόσκια χρωματιστά που πουλούσανε μελιτζάνες και πορτοκάλια τυλιγμένα σαν δώρο επίσημο κι αναντίρρητο μ’ έναν υπέροχο φιόγκο σε διαφορετικό κάθε φορά χρώμα καρρώ. Και τότε εκεί τραγουδάγαμε με τόν χένσελ παρέα κι αυτό ήταν εξίσου με τό άρωμα μουσικής αλλά και ζάχαρης σημαντικό – γιατί ο χένσελ θα μού άνοιγε βέβαια τήν πόρτα χαμογελώντας μου με τό στραβό του χαμόγελο πολύ πονηρά αλλά θα εξαφανιζόταν προς δυστυχία μου και δυστυχία του πιο ύστερα, αμέσως μετά, κι η φροϋλάϊν ήταν σ’ αυτό πολύ αυστηρή : κι όταν θα τά λέγαμε πρώτα πια όλα σωστά, τότε θα μπορούσε νά ’ρθει μέσα από τό άλλο δωμάτιο (στα πόδια του στριμωχνόταν και τόν έσπρωχνε πρώτη η μαύρη γάτα) (που θα όρμαγε να κάτσει μετά στο ακροκέραμο τής γυαλιστερής ντουλάπας) (και από κει να μάς βλέπει σαν τήν γάτα τού τσεσάϊρ, μόνο ύπουλο χαμόγελο) (αυτό θα τό μάθαινα αργότερα για τά γατιά και τ’ αγγλικά τους ονόματα) και τότε τού κάναμε χώρο κι οι δυο μας εμείς γελώντας ανάμεσα, η φροϋλάϊν Λίζε κι εγώ (εκείνη έκανε περισσότερο στην άκρη κι εγώ γελούσα τσιμπώντας του τό πόδι κάτω απ’ τό τραπέζι όσο μπορούσα πιο δυνατά) και με τσιμπιές έτσι κάτω από τά βιβλία αρχίζαμε να χοροπηδάμε δυνατά με τά τραγούδια που θα τά λέγαμε όλα ένα–ένα και με τή σειρά : ο χένσελ είχε τή δυνατότερη ίσως φωνή από όλους μας ή φώναζε πιο δυνατά σαν να γκάριζε : η φροϋλάϊν φώναζε κι αυτή πολύ ενθουσιώδης όπως και ήτανε, και εγώ φώναζα εξίσου πάρα πολύ (ήτανε οι καλύτερες στιγμές τού μαθήματος εξάλλου αυτές, δεν μπορούσα να μην τό παραδεχτώ, ότι αυτές ήτανε ό,τι καλύτερο ας πούμε γινότανε) και έτσι τό υπόγειο αντηχούσε οι ντουλάπες κουνιόντουσαν και τά θεμέλια τής πολυκατοικίας στερεωνόντουσαν επιτέλους γερά, με τά πιο φωναχτά και υπέροχα τραγουδιστά τότε λόγια : που δεν μπορούσε να καταλάβει και άλλος κανείς κι ήταν ένα από τά ωραία αυτής τής δουλειάς τό ότι όσο και να φωνάζαμε κανείς άλλος δεν μπορούσε να καταλάβει τί λέμε τά παίρναμε λοιπόν όλα απολύτως με τή σειρά, κάθε φορά και μαθαίναμε πάντα και ένα καινούργιο (εγώ δηλαδή γιατί αυτός τά ήξερε ήδη, κι άλλωστε με τήν γιαγιά του θα μιλούσε συνέχεια γερμανικά) (και μόνο με τήν γερμανίδα γιαγιά του έμενε, δηλαδή και με τήν ελληνίδα γιαγιά του μαζί, και δεν υπήρχε κανένας άλλος με τόν οποίο να μπορεί να μιλήσει και καθώς η ελληνίδα γιαγιά του μιλούσε μόνο με τήν γερμανίδα γιαγιά του γερμανικά και αυτή, αυτός συνεπώς ήταν σαν χωμένος σε δύο συμπληγάδες γιαγιάδικες που τού απαιτούσαν γερμανικές μόνο εικόνες) και πιο πολύ απ’ όλα ουρλιάζαμε στο Hänschen klein ging allein / in die weite Welt hinein / αυτός δηλαδή ούρλιαζε, πιο πολύ απ’ όλους, και φώναζε τότε πιο πολύ απ’ όλα σ’ αυτό. Και η κυρία Νίνα έμπαινε και έλεγε με τήν βραχνή της από τό τσιγάρο φωνή στην φροϋλάϊν Λίζε τότε, κάθε περίπου φορά, μ’ αυτό τό αριστοκρατικό και γεμάτο αξιοπρέπεια ύφος της που ενισχυότανε από τά μακριά μαύρα φορέματα και που θυμίζανε τά βιβλία που διάβαζα (η φροϋλάϊν μού έδινε) για τόν μότσαρτ : Θα ρίξετε τήν πολυκατοικία πιο σιγά βρε παιδιά :

   και λες κι αυτό ήταν τό σύνθημα, η γάτα (η μαύρη) κατέβαινε από τήν ντουλάπα και τυλιγόταν στο μαύρο φόρεμα τριγύρω κάτω σαν τρελλή, ο Γιάννης γύρναγε προς τό μέρος της γελώντας και φώναζε ακόμα πιο δυνατά εγώ τόν τσίμπαγα κάτω απ’ τό τραπέζι στο γόνατο και φώναζα λιγότερο επίσης, και η φροϋλάϊν Λίζε γύρναγε μισοόρθια προς τό μέρος της κι έκανε τόν μαέστρο με επίσημες μεγάλες κινήσεις, κοιτώντας την και κάνοντας με τά μάτια της ένα «Πώς αλλιώς να γίνει λοιπόν;» και τότε κάτω από τούς θριαμβευτικούς ήχους τού

Doch die Mutter weinet sehr / hat ja nun
kein Hänschen mehr

η κυρία Νίνα θα ύψωνε με αξιοπρέπεια τό τσιγάρο της ξανά προς τό στόμα και καθώς θα έβγαινε με τήν γάτα να τήν ακολουθεί κατά πόδας ξανάλεγε πάλι πάντως βραχνά

   πω πω βρε παιδί μου θα ρίξετε τήν πολυκατοικία πάντως εσείς βρε παιδιά.

.

   θέλω να μιλάει, θέλω να τήν κάνετε να μιλάει, δεν θέλω να τραγουδάει, αυτή η πρόταση ξεπήδησε με δυσοίωνη επιμονή κι ηπιότητα ακόμα περισσότερο δυσοίωνη σε κάτι επισκέψεις του στην φροϋλάϊν έναν καιρό μετά τήν αρχή, κι από τότε επαναλαμβανότανε με αγένεια κάθε φορά, και κείνη, η γλυκύτατη ύπαρξη, τέντωνε τίς ρυτίδες της και τού έλεγε με ύφος (σαν να ’θελε λίγο να κλάψει, και σαν ν’ αναφερόταν και στον εαυτό της κυρίως, πιο πολύ απ’ όλα σ’ αυτό) : Μα είναι μικρό κοριτσάκι Herrn Avdopoulos και τό τραγούδι μιλάει κι αυτό, κάθε φορά, κι ενώ επαπειλούνταν κάτι τό αφόρητο όσο πιο πολύ πληθαίνανε οι επισκέψεις αυτές (κι ενώ με τίποτα δεν μπορούσε να τό πιστέψει κανείς ότι αυτή η διαμαρτυρία – η σχεδόν αγενής, ή η σχεδόν φανερά αγενής – και αυταρχική – και δεσποτικά αγενής – θα είχε αυτό τό αποτέλεσμα, θαυμάζω τώρα που τό σκέφτομαι, (και θαύμαζα και τότε, ακόμα και χωρίς να τό σκέφτομαι, μόνο μυρίζοντάς το στα μάτια της) – τήν πεποίθηση αυτής τής γυναίκας στις παιδαγωγικές της μεθόδους : κι όλο και πιο πολύ φτάναν στ’ αυτιά μου (ποιος διάολος τού έλεγε ν’ ανακατέβεται) τόνοι υψωμένης φωνής αγενέστατης (Να μιλάει, να μιλάει, δεν θέλω να τραγουδάει) και τόνοι ήρεμης βιεννέζικης ειρωνείας (ω πόσο ήρεμης – αν σκεφτεί κανείς κάτι που τότε δεν ήξερα, πόσο μέτραγε τό εισόδημα αυτό για αυτές και γι’ αυτούς) από τή μεριά της : Ja Herr Avdopoulos aber είναι μικρό κοριτσάκι. Ja, θα μιλάμε πολύ πιο πολύ από τήν άλλη φορά. Μεγαλώνει πια τώρα. Όχι πιο πολύ : μόνο να μιλάτε. Μά Herrn Avdopoulos : Σάς παρακαλώ, κατέληγε τότε κείνο τό ανατριχιαστικό όπως όλα : Να κάνετε ό,τι σάς λέω εγώ. Ειδαλλιώς θα τήν πάρω από δω. Βιεννέζικο σήκωμα τών ώμων, γεμάτο χιούμορ (και συντριβή, τώρα ξέρω και συντριβή). Και στο τέλος μέ πήρε από κει.

   και η κατάβαση στα υπόγεια γινόταν πια μόνο για τόν Γιάννη και για να παίξουμε με τ’ άλλα παιδιά : Κι όταν έβγαινα έξω στο πεζοδρόμιο, τό κεφάλι της ήτανε πάντοτε (όχι άσπρο αλλά κατά βάθος ξανθό, όχι ογδόντα χρόνων, αλλά κατά βάθος είκοσι και δεκαοχτώ, όχι θαμπωμένο από κούραση αλλά από έρωτα ακόμα και ελπίδα) σ’ ένα επίπεδο με τόν ίδιο τόν δρόμο και μέ χαιρετούσε πάντα μ’ αυτό τό συγκαταβατικό βιεννέζικο γέλιο της Guten Tag Ελιζάμπετ. Γιατί έπρεπε να μέ λέει Ελισάβετ – προσπαθούσε – όπως ήθελε πάντα δηλαδή ο Αυδόπουλος. Wie geht’s? gut? Danke gut.

   κι έφευγα γρήγορα να πάω να ψωνίσω τά ψώνια τής μάνας μου ή να πάω στο σχολείο, και για τό ακόμα ότι ήμουν ψηλή και γι’ αυτό ακόμα ντρεπόμουνα, αν υπήρχανε ματωμένα δάκρυα που κυλάν από μέσα μέ πότισαν όλη, και να είσαστε σίγουροι, τόν μισούσα αφόρητα ποιός τού είπε να ανακατεύεται, τό καταλαβαίνετε αυτό.

   γιατί ο λόγος που τά γράφω δεν είναι γι’ αυτά καθεαυτά εκείνα τά πράγματα, αλλά πιο πολύ γι’ αυτό τό ίδιο εκείνο τό πράγμα τού να τά καταλαβαίνει κανείς, γι’ αυτό εκείνο τό ίδιο τό πράγμα και τόν τρόπο να τά θυμάται κανείς, γιατί μ’ απασχολεί δηλαδή πάνω απ’ όλα ο τρόπος που άρχισα να τά θυμάμαι ενώ πάντα νόμιζα ότι τά θυμάμαι καλά. Γιατί κάτι γίνεται ξαφνικά κι έρχεται μια μέρα που τήν ώρα που ξυπνάω τό πρωί έχω μια ιστορία μπροστά μου που πριν δεν τήν ήξερα τώρα τό βλέπω ολόκληρη : Έχουν σκληρύνει οι λέξεις, και πια μπορεί να τίς χρησιμοποιήσεις χωρίς δισταγμό και μοναχά βεβαιότητα, ναι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει μ’ αυτό : ξαφνικά δεν έχω εκείνες τίς αλλεπάλληλες αμφιβολίες ως προς τό ποιά μπορεί να ήταν η αλήθεια πολύ τελικά, ξαφνικά, ενώ νομίζεις ότι θυμάσαι, ξαφνικά θυμάσαι για πρώτη φορά. Ναι ντρεπόμουνα και πιο πολύ ντρεπόμουν αφόρητα καθώς έβλεπα και φανταζόμουνα τήν άλλη (τήν πραγματική βερολινέζα αυτή τή φορά) να περνάει με τά ψηλά της τακούνια χτυπώντας τα κάτω σα μπότες και να τής κλωτσάει τό κεφάλι που ήταν στο ύψος τού πεζοδρομίου σχεδόν τήν κάθε φορά : τήν κάθε φορά που θ’ ανέβαινε πάνω καμαρωτή κι όλο βέβαιη κι έτρεμα ότι θα τής συντρίψει τό κεφάλι καμία φορά κατά λάθος απ’ τή μεγάλη της τή σιγουριά και δεν ήθελα να μέ δούνε καθόλου μαζί της στον δρόμο και ένιωσα φρίκη τή μία φορά που μ’ έστειλε η μάνα μου κάτω μαζί της και δεν δεχόταν αντίρρηση αυτή τή φορά και τίς είδα – ναι τίς είδα με φρίκη ότι χαιρετιόντουσαν κιόλας με χαμόγελα και με πολλά guten Tag και ξέραν η μία τήν άλλη καλά : η βερολινέζα τήν αυστριακή και η αυστριακή τήν βερολινέζα : η φροϋλάϊν μ’ εκείνο τό καρτερικό σχεδόν γέλιο της (και φυσικά γιατί η άλλη δεν ήξερε τίποτα από όλα αυτά) (κι ίσως νόμισε κιόλας ότι έκανε μια ανακάλυψη βρίσκοντας μια ομόγλωσσή της στο υπόγειο αυτό ξαφνικά) και με τήν ιδέα ότι από κράτη σαφώς κοντινά που συνόρευαν να βρεθούν στην αθήνα, στον ξένο αυτόν τόπο (ξένο αποκλειστικά για τήν δεύτερη) (γιατί για τήν πρώτη τό πράγμα είχε πολύ πιο πολλά) και λοιπόν γνωριστήκαν μιλούσαν και, ορίστε, ήταν κιόλας όλα πολύ φιλικά : πώς ντρεπόμουνα και πώς ήθελα να πω στην Fräulein ότι δεν είχα περάσει με άλλην ούτε τόσο δα όσο μαζί της καλά : πώς ντρεπόμουνα και ήθελα σιωπηλά να τής πω ότι δεν είχα μάθει ούτε ένα καινούργιο τραγούδι, κι ότι δεν θα τραγουδούσα ποτέ άλλο τραγούδι, με άλλην καμία φορά. Κι όμως ότι τά θυμόμουνα όλα και τά τραγουδούσα μονάχη στον ύπνο μου. Και θα μέναν για πάντα μαζί της τά αινίγματα και η ασάφεια εκείνη τού σύμπαντος ανάμεσα σε Ei και Eis κι ανάμεσα σε Hänsel και Hänschen κι ανάμεσα σε Tier και σε Tür και σε Dir. < Κι αργότερα μόνο σε Trier. > Όλα τόσο καλά όλα τόσο ξεκάθαρα σαν τά όνειρα δικά σου γυαλιστερά γλιστερά.

.

.

   και πιο πολύ απ’ όλα χωνόμουνα στο γερμανικό αλφαβητάρι : ήταν ωραιότεροι οι άνθρωποι εκεί, γιατί στο ελληνικό ήταν λίγο σφιγμένα τά πόδια τά σχέδια και μ’ όλο τό συμπαθητικό κλίμα που ’χει πάντα ένα σχέδιο πίσω του (πόσα αινίγματα μέσα σ’ αυτά όλα τότε τού φόντου εκεί) θύμιζαν όλα τους πιο πολύ απ’ όλα χωριό. Τό γερμανικό αλφαβητάρι είχε τήν πόλη τίς γούνες μαμάδες σκαντζόχοιρο χιόνι τό σκι τά χριστούγεννα και τίς πύλες που έπεφτε από τήν φράου Χόλε σαν φιλί αγκαλιά κι ένα τεράστιο μπράβο από πάνω τό χρυσάφι, χρυσό. Και ξανά πάλι τά ασαφή και χρυσά ξεμπερδέματα (που κανείς δεν τά έλυνε) από τήν φράου Χόλε στην Τρύπα τήν Κόλαση και τά λοιπά. Είχε πολύ περισσότερα μυστήρια να λύσει κανείς στο γερμανικό αλφαβητάρι με όλα αυτά – για να μην λογαριάσουμε μέσα στις ιδιότητες τού αλφαβηταριού τού ίδιου : τόν Γιάννη τήν γάτα τήν ντουλάπα τόν μότσαρτ τά τραγούδια και τήν φροϋλάϊν Λίζε αυτή καθεαυτή. Καθόμαστε στο ωραίο στρωμένο (ζεστό τί ζεστό) τραπέζι της κι έβλεπα εκείνα τά μακριά της τά δάχτυλα πάνω στα γράμματα (νεανικά ντροπαλά παραμορφωμένα στους κόμπους από τήν ηλικία και τήν αρθρίτιδα) και μύριζα τήν ανάσα της γεμάτη σκόνη καθόλου παλιά (σαν ένα μεγάλο ταξίδι με τραίνο από χιόνια κι από υπέροχη πόλη με φρούτα, γλυκά) (που όμως εδώ κανείς δεν τήν ήξερε) καθώς προσπαθούσε να μού προφέρει τίς ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά που χρειαζόντουσαν για να μού εξηγήσει μια λέξη : και μού άρεσε αυτό που προσπάθαγε, να μού τά εξηγήσει όλα μόνο στα γερμανικά βρίσκοντας κάθε φορά μια λέξη πιο πίσω που ίσως τήν ήξερα : τήν έβλεπα να φτιάχνει σκάλες και να τίς κατεβαίνουμε έτσι μαζί. Στο σχολείο αντίθετα όλα ήταν με κρύο ψυχρά. Αυτή ήταν στημένη και ίσια κι αγέλαστη και μάς είπε αμέσως να έχουμε δεμένα τά δύο τά χέρια μας να τά βλέπει επάνω στο ξύλο τό κρύο τού θρανίου και τού γυμνού τραπεζιού από μακριά να τά βλέπει δεμένα κι ακούνητα έτσι καλά. Και τό μόνο που είχε ένα ξύπνημα (μυστικό και κρυφό) από περιπέτεια μέσα σου ήταν τά άλλα παιδιά : (απ’ τήν πρώτη στιγμή) οι ήχοι υπόγεια είπαν ότι ήταν τό ίδιο για όλα αυτά : μάς περιμένανε περιπέτειες εκεί πολύ βιαστικά.

.

   για τήν Τροία έχω να πω και αυτό τό ανέκδοτο τό αστείο με τά γερμανικά που κι αυτουνού άργησα πάρα πολύ να συνειδητοποιήσω τή λύση : Τό ανέκδοτο αυτό έχει τρεις χώρους ή τρεις περιοχές που συμβαίνει και η πρώτη είναι η βιβλιοθήκη και τό γραφείο τήν ώρα τών γερμανικών μου με τήν βερολινέζα, όπου σε ένα μάθημα γεωγραφίας πέφτουμε (ή πέφτω εγώ) για πρώτη φορά στην πόλη που γράφεται Trier και που τήν ακούω εκείνην να τήν προφέρει Τροία κανονικά. Μπερδεύομαι αλλά μετά τό παίρνω απόφαση – ότι έτσι προφέρεται. Δεύτερος χώρος τώρα μετά απ’ αυτό όταν με φίλους μου αργότερα (πολύ πιο μετά) (στο πανεπιστήμιο) θεωρούσα για καιρό ότι ήταν έξυπνο να λέω και να κάνω τό καλαμπούρι αυτό Ο Μαρξ που γεννήθηκε στην Τροία, ενώ ακολουθούσε πάντα μετά παγωνιά και σιωπή γιατί κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα ή τό θεωρούσανε και εχθρικό (έτοιμοι ήταν όλοι τότε να σού πούνε ότι είσαι πρωτάρης και άσχετος). Η τρίτη λοιπόν μετακίνηση χώρου τώρα γίνεται όταν γνωρίσαμε (παρέα μαζί με τήν Νίνα αργότερα) τόν μεγάλο μας φίλο τόν συγγραφέα αυτόν, στον οποίο έκανα πάλι μια μέρα ηλιθίως τό καλαμπούρι – και εκείνος καθώς ήτανε εκτός από έξυπνος και παλιός αριστερός – μόλις τό άκουσε αφού μέ κοίταξε αρχικά ξαφνιασμένος μού είπε μετά:

   – Α, λες τήν Τριέρ.

   κι έτσι κατάλαβα επιτέλους τόσο αργά ότι οι αριστεροί τήν προφέραν τήν λέξη με τή γαλλική προφορά (γιατί στα γερμανικά η κατάληξη αυτή προφέρεται πάντοτε α, με μια ανάσα όμως μαζί προς τό τέλος, αυτό που λέγαμε άλλοτε και για τήν αρχή όλων τών λέξεων στα γερμανικά : με μια μικρή ανάσα, και συγχρόνως σαν ένα κατάπιωμα τής ανάσας τήν ίδια στιγμή. Αλλά αυτό είναι που δεν γράφεται.)

.

.

   αλλά γενικά, εκτός από τήν γιαγιά μου όλοι οι άλλοι ήτανε φύλακες, φύλακες έξω απ’ τά τείχη τής Τροίας, άγνωστοι, τελείως άγνωστοι που τά ξέρανε όλα, και δεν τούς ήξερα καθόλου εγώ. Μού προξενούσαν και πολλή απορία, ήταν και πολύ ακαταλαβίστικοι, ενώ με τήν γιαγιά είμαστε πάντα κανονικά : άνοιγε τό ραδιόφωνο, εγώ ένιωθα ξαφνικά να βρίσκομαι στην κανονική χαρά με τή μουσική, τήν μόνη πραγματική ζωή τού κόσμου, προς τό τέλος τής μέρας μού έλεγε καμιά φορά Θα μού τό σπάσεις τό πάτωμα, και αυτό ήταν όλο. Ύστερα έτρωγα τό φαΐ της και μού έλεγε ιστορίες.

   ιστορίες μού έλεγε, αλλά δεν έσπρωχνε δεν πίεζε, δεν στρίμωχνε, αλλά πολύ μαλακά βρισκόσουν ξαφνικά στην αγκαλιά της και άκουγες. Είχε μια όμορφη καθαρή μυρωδιά γεμάτη σκόνη. Έλαμπε κι ήταν γεμάτη με πράγματα που ’χαν γίνει παλιά σκοτεινά. Δεν είχανε σημασία βέβαια αφού είχαν γίνει όταν εγώ δεν ήμουνα αλλά ήθελε οπωσδήποτε να τά πει, κι απ’ αυτήν τή μεριά είχανε φυσικά σημασία. Ίσως η μόνη σημασία ήτανε να μην τής ξεπατώσω τελείως τό πάτωμα αρχικά, δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι ήθελε πάντως να μού τά πει. (Τή θαυμάζω σήμερα, όταν ξέρω πώς υπήρξαν τά ίδια γεγονότα για άλλους, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, σήμερα εκ τών υστέρων να πω αυτήν τήν αηδιαστική κουβέντα ότι είχε αυτή η γυναίκα χιούμορ. Πάντως τή θαυμάζω σήμερα γι’ αυτά που έλεγε, όταν ξέρω τί άλλα θα μπορούσε να μού ’χει πει. Δεν μ’ απασχόλησε ποτέ με μονομανίες προσωπικές της ας πούμε. Είχε μεγάλη αξιοπρέπεια και ειρωνεία αυτή η γυναίκα.) Έπρεπε όμως να μάθω οπωσδήποτε μερικά πράγματα που ’χαν γίνει απέξω, απ’ τόν δρόμο, λίγον καιρό ένα αφάνταστο μυθικό πράγμα πιο πέρα, πιο πριν και πιο κει, στο σκοτάδι.

   γιατί πριν από μένα δεν υπήρχε καθόλου πουθενά για κανέναν από αυτούς αυτό τό φωτεινό και τό χρωματιστό και τό φως αφού τραγούδαγαν εκείνοι έξω, και ήτανε μάλλον άσχημο αυτό και ακαταλαβίστικο δεν ήτανε μουσική ήτανε σαν κάτι κι αυτό από άλλους φύλακες που τά ξέρουνε κι αυτοί όλα και κάνουν τούς έξυπνους : Τραγούδαγαν εκείνοι έξω, τήν εποχή τού πολέμου τής Τροίας, μάλλον κινέζικα : Όταν μού τό τραγούδαγε έδινε κάτι ηχητικές στροφές στους περίπλοκους αυτούς συνδυασμούς τών συμφώνων, που δεν μπορούνε ν’ αποδοθούν σε γραφτό : ο τονισμός ήτανε περίπου δηλαδή κάπως έτσι :

   τώρα ξέρω ότι τό είχε ακούσει σχεδόν τέλεια, εκτός από μια λέξη μόνο. Άργησα πάρα πολύ όμως για να μπορέσω να βρω τό πραγματικό, και τό ’χα κιόλας ξεχάσει για να πω τήν αλήθεια, μέχρι εκείνη τή μέρα που ξαφνικά κουνήθηκε μες στο κεφάλι μου ένα καμπανάκι και ξανάκουσα τή φωνή της : δεν ξανάκουσα τά λόγια, άκουσα τήν κοροϊδευτική αυτή στροφή στη φωνή όπως μού τό έλεγε, δηλαδή τήν αστειότητα τού γυρίσματος από τό «ντουμπίς» στο «φερίχ». Ρώτησα τή γερμανίδα μου τότε και μού τό εξήγησε γιατί ήτανε μάλιστα κι αυτή από τό βερολίνο. Έτσι μού είπε μια φορά λοιπόν κι αυτή ένα τραγούδι και δεν είχα δίκιο στην αρχή που είπα ότι δεν θα μάθαινα τίποτα τραγουδιστό από αυτήν (κι ότι δεν θα ’θελα κιόλας να μάθω.) Η διαφορά βέβαια είναι ότι τώρα δεν τό τραγουδήσαμε όπως με τόν Χένσελ που φωνάζαμε τά χριστουγεννιάτικα αλλά μού είπε μόνο τά λόγια, τά οποία μετά τά μεταφράσαμε τί σημαίνανε, και μού τό τραγούδησε μετά μία φορά μόνη της κανονικά. Και πέρα απ’ αυτό, αυτό ήτανε επιπλέον και περιττό γιατί τή μουσική τή θυμόμουνα πολύ καλά, διότι δεν είχε κάνει κανένα λάθος η γιαγιά μου στη μουσική αφού δεν είχε λέξεις που δεν ήξερε εκεί.

.

   αλλά τά πιο πολλά μού τά ’χε πει η μαμά μου. Γιατί και κείνης τής άρεσε πάρα πολύ να τραγουδάει και να μού μαθαίνει τραγούδια και μάλιστα και να χορεύουμε. Εκείνη λοιπόν δεν μ’ έπαιρνε ποτέ αγκαλιά, αλλά χορεύαμε όταν μού τραγουδούσε, γονάτιζε μπροστά μου για να είμαστε ίδιες σε όλα κανονικά, και αρχίζαμε να χορεύουμε βαλς, με πιασμένα τά χέρια δεξιά–αριστερά αργά για να τό μάθω να τό λέμε και οι δύο μαζί και κάνοντάς με να κάνω και φούρλες κάτω από τό χέρι της που τό ύψωνε σαν αψίδα από πάνω μου μού τραγούδαγε να μάθω εκείνο τό :

κε σερά σερά
γουέβερ γουλί γουλί
η φούστα νοτάρ τουρσί
κε σερά σερά :

   και ύστερα θα ξανάρχιζε αμέσως μετά από τήν αρχή, κρατώντας με μπροστά της τώρα και κοιτώντας με προσεκτικά να τό μάθω κι εγώ ξανά και ξανά :

When I was just a little girl
I asked my mother, what will I be
will I be pretty, will I be rich
that’s what she said to me :
Que sera sera

.

   αυτή τήν εικόνα μού είχε δημιουργήσει δηλαδή η γιαγιά μου, πως ήτανε πάρα πολύ σκοτάδι και επειδή μού έλεγε δείχνοντας τό παράθυρο που πλάϊ του καθόμαστε αγκαλιά Πω πω πώς κάνανε, να τούς έβλεπες, πώς κάνανε εδώ έξω που περνάγανε κάθε νύχτα και τότε μού εξηγούσε ότι εννοούσε πως φωνάζαν αυτά τά κινέζικα που τά θυμόταν απέξω και θύμωνε πιο πολύ με τίς μπότες νομίζω και έτσι τότε άκουσα για πρώτη φορά τήν λέξη γερμανός αλλά μαζί με τή λέξη στρατός και όχι φροϋλάϊν : πω πω πώς έκαναν, έλεγε, εδώ έξω που περνούσαν τήν νύχτα με τίς μπότες τους και που τίς χτύπαγαν : έτσι πρώτα σκεφτόμουνα πολλούς στη σειρά μέσα σ’ ένα σκοτάδι καφέ και ύστερα πιο μεγάλη σκεφτόμουνα ότι τραγουδάγανε σαν μεθυσμένοι και η σειρά τους θα χάλαγε σαν ξεδοντιασμένη, κι ύστερα πιο μεγάλη ακόμα σκεφτόμουνα κάποιες φορές πώς γινότανε από ψυχολογική άποψη να μπορούσανε να τραγουδάνε ανάμεσα από σπίτια τά οποία δεν καταλαβαίναν τί λέγανε και μιλάγανε άλλη γλώσσα και μετά που μεγάλωσα πάρα πολύ (και δεν υπήρχε πια περίπτωση να τή βρω για να τής τό πω γιατί είχε πεθάνει) βρήκα και τό ίδιο αυτό τό τραγούδι : δηλαδή μού ήρθε μια ανάμνηση ξαφνικά απ’ αυτά που μού έλεγε όταν ήμουνα σε κείνο τό σπίτι παιδί τό ίδιο ξαφνικά όπως μού είχε έρθει μια μέρα η σκέψη ότι πρέπει να πάω να δω τή γιαγιά κι ύστερα ένιωσα ένα παγάκι στο κεφάλι μου να μού κουδουνίζει : Δεν μπορείς πια να τήν δεις γιατί έχει πεθάνει, κι έτσι ξαφνικά σαν να ’λυωσε τώρα ο πάγος και να καθάρισαν όλα και είπα : Τώρα μπορώ να μάθω λοιπόν εύκολα τά πάντα, και ρώτησα έτσι τήν φράου : έπρεπε μόνο κάποια στιγμή για να γίνει αυτό να θυμηθώ απλώς ότι πάντα θυμόμουν : γιατί η αμνησία ποτέ δεν είναι πλήρης και απόλυτη, και απλώς σαν μηχανικοί σκηνής που καθορίζουν τή σκηνογραφία πρέπει εμείς με τό χέρι μας να βοηθάμε και να κουνάμε και να κανονίζουμε τά επίπεδα οι ίδιοι, ποιο θα ανέβη και ποιο θα κατέβη, δηλαδή ποιο θα πάει πιο μπροστά και ποιο θά ’ρθει πιο πίσω κάθε φορά : Κι έτσι λύθηκε τό μυστήριο και μάλιστα εύκολα μια που μού διευκρίνισε τότε τό θέμα η ίδια γελώντας όταν τή ρώτησα αν ξέρει κανένα τραγούδι με τούς στίχους του ν’ αρχίζουν δηλαδή με κάτι σαν ντουμπίς φεριχμαγκίν και τής τραγούδησα κιόλας, όσο μπορούσα, και τή μουσική : Γέλασε πάρα πολύ (στην αρχή) τότε αυτή και μού τό είπε κανονικά (και βέβαια έτσι έπρεπε από τήν αρχή του να ήτανε : από τή στιγμή που άκουσα τά λόγια του πλέον με τό νόημά τους κανονικά, μού φαινόταν ηλίθιο που δεν τά ’χα καταλάβει ώς τώρα πιο πριν : μά τυφλή ήμουνα;) (φυσικά ήταν όλα ξεκάθαρα, η γιαγιά μου δεν είχε ακούσει τίποτα λάθος, τά θυμότανε μάλιστα όλα με μεγάλη πιστότητα κανονικά, μόνο που φυσικά θυμόταν τούς ήχους τά phonetics τών λέξεων απ’ όπου απουσίαζε όλο αυτό που θα μέ διευκόλυνε εμένα δηλαδή η διευκρινιστική τους γραφή : ) Είναι ένα πολύ απλό τραγουδάκι πειραχτικό σαν παιδικό περίπου και λέει : Du bist verrückt mein Kind du musst nach Berlin geh’n, dort wo verrückten sind, da musst du hin : κι ύστερα ε–λα–χοπ και τά λοιπά : Δηλαδή όπως τό μεταφράσαμε έπειτα σιγά–σιγά (με τήν πληκτική μεθοδικότητα που τή διέκρινε (στην περίπτωση τών μεταφράσεων, δεν είχε πια σχεδόν καθόλου χιούμορ : ))

 

Είσαι τρελλός παιδάκι μου :
Να πας στο βερολίνο,
εκεί που ’ναι όλοι οι τρελλοί
εκεί να πας κι εσύ.

 

   και λέγοντάς το μετά, ξαναγέλασε : είχε μια ξαφνική νοσταλγία τό πρόσωπό της όταν θυμήθηκε τί λένε γι’ αυτούς τούς ίδιους τούς βερολινέζους οι άλλοι : Ναι, τό λένε για μάς, είπε : Λένε για μάς ότι είμαστε θεότρελλοι, πολύ τρελλοί. Ύστερα ξαφνικά μέ κοίταξε και τό γέλιο τής κόπηκε : Τί εννοείς, είπε, τό τραγουδάγανε αυτό εδώ; εδώ ο στρατός; Σώπασε λίγο, έπειτα είπε : Πολύ περίεργο. Όταν κάτι δεν τό είχε σκεφτεί η ίδια ότι υπάρχει, δεν μπορούσε να τό αποδεχτεί καθόλου εύκολα. Έπρεπε δηλαδή να ξέρει κάτι για να τό θεωρήσει υπαρκτό. Να τό ’χει μάθει δηλαδή από άλλους ότι υπάρχει. Τέτοιοι τρελλοί υπάρχουν παντού και στο βερολίνο κι εδώ. Μόνο που θεωρούν τούς εαυτούς τους πολύ λογικούς όλοι σε αυτό. Πολύ περίεργο, μού έλεγε. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν για πολλή ώρα. Δεν μπορούσε να τό συνδυάσει αυτό τό τραγούδι με ό,τι τής έλεγα, φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τό χωνέψει ότι αυτό τό τραγούδι μπορούσε να τό τραγουδάει ένας στρατός. Και μάλιστα στρατός κατοχής. Ίσως για να γλυτώσει απ’ αυτό τό δίλημμα άρχισε να λέει για τό πώς ήταν ο πόλεμος στο βερολίνο και για τούς βομβαρδισμούς κι ύστερα τής ήρθανε κλάματα. Δεν είχα ξαναδεί άλλη φορά στη ζωή μου τόσο μεγάλη δηλαδή ψηλή γυναίκα να κλαίει. (Μάλλον άλλη μία φορά μόνο είχα δει πιο πριν αλλά εκείνη ήτανε με μαύρο μαγιώ και ψηλή και μαύρα μαλλιά και όχι γαλάζιο ταγιέρ και ψηλή και ξανθά μαλλιά). (Και τώρα δεν είμαστε στη θάλασσα είμαστε στο γραφείο μες στη βιβλιοθήκη, κι εγώ δεν ήμουνα τόσο μικρή που να μπορώ να κάθομαι πάνω σε μια πέτρα γυαλιστερή και να κοιτάω δίπλα τό γυαλιστερό πλάσμα ν’ ανασαίνει, κι οι άλλοι μεγάλοι μέσα με τά κουπιά και τούς ψαράδες να βοηθάνε για να σηκώσουν τίς τσούχτρες μέσα από τή θάλασσα για να μπω να κολυμπήσω εγώ). Πιο πολύ έκλαιγε όπως ερχόντουσαν πάνω της απανωτά τό ένα και τό άλλο κι ενώ εγώ νόμιζα ότι τό πιο μεγάλο κλάμα θα ήτανε με τούς βομβαρδισμούς (δεν είχα ξανακούσει ότι περάσανε και στη γερμανία βομβαρδισμούς, νόμιζα ότι αυτοί καθόντουσαν στο σπίτι τους, απλώναν τά ρούχα τους στο μπαλκόνι, και βομβαρδίζανε άλλους, και τώρα αυτή η εικόνα και τό κλάμα, με τούς βομβαρδισμούς στο βερολίνο μού φάνηκε τελείως παράλογη, δεν μπορούσα να τή χωνέψω, δεν τήν είχα μάθει ποτέ πριν δηλαδή, δηλαδή τί έγινε, τρελλαθήκαν στον αέρα απ’ τόν πολύ πόλεμο μήπως, και πάθανε καμιά κρίση και βομβαρδίζαν τώρα οι ίδιοι μόνοι τους τόν εαυτό τους; τούς είχα δηλαδή εκείνην τήν εποχή που γινόντουσαν αυτά όλους ελαφρώς για τρελλούς, ήταν μια εποχή σκοτεινή που εγώ δεν τήν ήξερα και δεν έπαψα μέσα βαθειά μου πάντα να έχω τήν εντύπωση ότι ήτανε σκοτεινή και τρελλή και ακαταλαβίστικη διότι δεν είμαστε ακόμα εδωπέρα οι φίλες μου τότε κι εγώ) αλλά τό μεγαλύτερο τράνταγμα δεν θα ήτανε καν με τούς βομβαρδισμούς, αλλά με τό μετά, με τόν φράχτη τό χώρισμα που τούς κλείσανε και δεν τούς αφήναν να βγουν από κει. Αυτό τό ήξερα και δεν ξαφνιάστηκα, τό είχε πει πάρα πολλές φορές με τήν μάνα μου και πάντα στο ζήτημα αυτό τής τρέχανε δάκρυα. Μόνο με τόν γάμο της μπόρεσε τότε δηλαδή εκείνη να φύγει, αλλά δεν μπόρεσε να πάρει μαζί τήν μαμά της και τήν άφησε πίσω. Μπορούσαν να βλέπονται σ’ ένα διάστημα κάποιων χρόνων δεν θυμάμαι ακριβώς πόσο, αλλά κάθε φορά τήν έπιανε τό παράπονο με τή μαμά της όταν τήν σκεφτότανε, και μάς έλεγε διάφορα νέα που είχε από κει, αρρώστιες και τέτοια. Αυτό πάντα ήταν μια ιστορία για να κλαις δηλαδή, αλλά τώρα για πρώτη φορά μαζί με τούς όλμους και τούς κανόνες και τίς βόμβες άκουσα τήν ιστορία αυτή από τήν αρχή, και η ιστορία είχε μια αρχή δηλαδή κι ήταν τώρα ασφαλώς λογική : Μού έδωσαν τήν εντύπωση λοιπόν ότι περίμεναν όλοι εκεί κοιτώντας ψηλά μπροστά απ’ τά σπίτια τους όπως στο παιχνίδι εκείνο τά στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα, ότι όλοι σ’ αυτήν τήν πόλη δηλαδή ξαφνικά βρέθηκαν ακίνητοι, μία μέρα, και οι γυναίκες (αφού τρέξαν στα παράθυρα γρήγορα και μαζέψαν τά ρούχα τους) ύστερα ολόκληρη η πόλη πάγωσε ακίνητη κι αμίλητη με τό κεφάλι σηκωμένο ψηλά μπροστά στο σπίτι του ο καθένας (κρατώντας και τήν αναπνοή του βαθειά) να δούνε πού θα πέσει τό ζάρι, σε ποιό κομμάτι θα πέσει τό σπίτι τους, παρακαλάγανε ακίνητοι δηλαδή από μέσα, εκείνη η κλωστή ο σπάγκος τό κορδόνι που θα τούς χώριζε στα δύο τό κοίταζαν όλο σιωπή και προσευχή από ψηλά να πέφτει σαν φίδι ζωντανό και τό παρακάλαγαν όλοι ακίνητοι ψελλίζοντας από μέσα τους lieber Gott lieber Gott ich liebe Dich όχι εδώ, παρακαλώντας το να πάει λίγο πιο δω ή πιο κει, κι όταν μού ’πε : Και ξαφνικά έπεσε μπροστά μας, και βρεθήκαμε όλοι εμείς από κει, μού ήρθαν και μένα δάκρυα στα μάτια και βάλαμε κι οι δύο τά κλάματα.

   νά που είπα ψέματα λοιπόν στην αρχή ότι μ’ εκείνην αντίθετα απ’ ό,τι με τήν φροϋλάϊν [και με τόν Χένσελ] δεν θα τραγουδούσαμε εμείς ποτέ : και τό τραγούδι τραγουδήσαμε και κλάψαμε και ξέρουμε ότι και τά δύο τώρα είναι ένα είδος και μία μορφή ήχου δηλαδή.

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

.

.

.

.

 

15 Ιουνίου 2013

ο Ιούλιος

.

.

.

 

στη μέση τού ιούνιου ένας ιούλιος, αναδημοσίευση από τό
e–περιοδικό
στάχτες, φωτογραφία «σκιές αγνώστων» από
τόν στράτο φουντούλη / αγριμολόγο

.

.

   πήγε στην ουγκάντα και μετά έγινε και κει μια χούντα, πολλές φορές αναρωτιόμουνα αν επέζησε. Είχε τέτοια όρεξη για ζωή, ήθελε να τά μάθει όλα, να τά δει όλα, μια φορά μού ’στειλε μια κάρτα χωρίς να τήν υπογράψει και στην αρχή ήταν ένα αίνιγμα αυτή η κάρτα πιο πολύ κατάλαβα ότι προέρχεται από αυτόν από τόν γραφικό του χαρακτήρα, αλλά ήταν τόσο συμπαθητικό που δεν τήν υπόγραψε, δεν είχε ίχνος αλαζονείας αυτό, ήταν αυθόρμητο και ρυθμικό, έδειχνε συναισθήματα, και τά συναισθήματα σ’ ανθρώπους τόσο ζωντανούς δεν έχουνε ποτέ ονόματα : έχουνε ρυθμό περπάτημα, αγκάλιασμα και τό πολύ–πολύ μία πρόταση : dear Bethy, αυτήν τήν στιγμή ευρίσκομαι εις τήν Βιέννη τής Αυστηρίας αυτό ήταν όλο, αλλά με τόν τρόπο που τήν είχε απλώσει πάνω στην κάρτα αυτήν τήν πρόταση ήταν μια αποθέωση, ένας χορός : είχε κάτι τό κωμικό αυτή η απότομη ανακοίνωση τού πού βρίσκεται αυτή τή στιγμή, αλλά από τήν άλλη μεριά ήταν μαζί με τόν πιο γήινο και ειλικρινή τρόπο ρυθμικό σαν παιδικό όπως μόνο τά παιδιά έχουν θαυμασμό και έρωτα για τή στιγμή αυτήν που έχουν μπροστά τους τώρα μόνο

   όταν ήμουνα μικρή βλεπόμαστε συχνότερα, ερχόταν τότε στο εξοχικό που έμενα με τή μητέρα μου, και ήτανε συνδεδεμένος επίμονα έτσι με καλοκαιρινά πρωινά και με πανάλαφρα ξυπνήματα :

   άκουγα τή σιδερένια καγκελόπορτα τού κήπου να τρίζει, τό δωμάτιό μου ήτανε προς αυτή τή μεριά τήν έξω, και γνώριζα σχεδόν τό τρίξιμό της, έλεγα Αυτός πρέπει ναν’ ο Ιούλιος. (Είχε εξελληνίσει τ’ όνομά του, τί συμπαθείς άνθρωποι, πόσο προσπαθούσαν να ζήσουν όσο πιο ειρηνικά γίνεται). Μού ’χε δείξει τήν ταυτότητά του, στ’ αγγλικά τ’ όνομά του μεταφραζόταν σε κάτι σαν Τζουλ, κι από κει τό ’χε μεταφράσει στο ελληνικό πάλι Ιούλιος, αλλά δεν θυμάμαι τό πραγματικό του όνομα δηλαδή τής αφρικής πώς ήτανε, απ’ τό οποίο έγινε δύο φορές μεταφρασμένο κατά προσέγγιση. Αυτή η προσέγγιση είναι συνήθως αυθαίρετη. Τό αφρικάνικό του όνομα ήταν πάντως ήρεμο και άγνωστο. Άκουγα λοιπόν τήν καγκελόπορτα να τρίζει μ’ έναν αφρικάνικο μεγαλόπρεπο και μαζί συνεσταλμένο τρόπο, (σαν γκογκ και σαν καμπανάκι μαζί από τό ορατόριο τών χριστουγέννων) κι αμέσως μετά τά βήματά του και τά βήματα τής μάνας μου να βγαίνει στην μπροστινή βεράντα κι αμέσως μετά ακολουθούσαν εκείνα τά Καλώς τον, μπα, νά ο Ιούλιος, τί κάνεις Ιούλιε, πέρασε μέσα (πόσο ήμουν ευγνώμων στη ζωή τότε γι’ αυτές τίς καλοσυνάτες της μέρες) και θα άκουγα στη συνέχεια ταυτόχρονα τόν πήδο του στην μπροστινή βεράντα, απαξιούσε να πάει στην πόρτα και θα πήδαγε πάντα από τήν βεράντα σαν να ’ταν αυτό τό αποκορύφωμα τού μεγάλου του παιδιάστικου σοβαρού αφρικάνικου πρωινού και ταυτόχρονα με τά βήματά του και τίς δήθεν φοβισμένες φωνές τής μάνας μου (τό διασκέδαζε η χρονολουλού) Μή βρε παιδί μου θα σπάσεις κάνα πόδι τί κάνεις εκεί πώς πηδάς έτσι, ερχόταν για πρώτη φορά τότε κι η φωνή του, μ’ αυτόν τόν πήδο και τήν προσγείωσή του επιτέλους χαρούμενα στην βεράντα θα ερχόταν τότε για πρώτη φορά και η τολμηρή και συνεσταλμένη φωνή, Μέσα είναι η γρηά; Αυτό τό γρηά ήταν φοβερά συμπαθητικό κι ας ήταν αστείο, κι ήταν και φοβερά συγκινητικό, γιατί επέμενε να μιλάει στην αφρικάνική του διάλεκτο μ’ αυτό τό γρηά, και συγχρόνως δεν ήταν μόνο τό ότι τού θύμιζε τήν αφρική όταν τό ’λεγε, ένωνε κι εμένα με αυτήν τήν αφρική, και κατ’ αυτόν τόν τρόπο μέ έχριζε με κάποιον τίτλο πριγκηπικό ή αυτοκρατορικό, μέ στεφάνωνε με δόξες ανείπωτες και ανίδεες μέχρι τότε, μέ τιμούσε (αυτό ήταν κάτι που τό καταλαβαίναμε και οι δυο μας, αν και είχε προσέξει να τό εξηγήσει μ’ αυτήν τήν αλαζονεία του σε όλους) (δηλαδή και στη μάνα μου) ότι στην πατρίδα του τό γρηά είναι τό πιο ένδοξο και τιμημένο δηλαδή χαϊδευτικό που υπάρχει, τό λένε δηλαδή μόνο στον άνθρωπο που αξίζει και που αγαπάνε πάνω από κάθε τί άλλο, και τό ότι στην πατρίδα του τό λένε στα μικρά κορίτσια πολύ πιο πολύ, είναι η πιο χαϊδευτική κουβέντα για τά μικρά κορίτσια να τά πούνε γρηά. Έτσι, αυτό τό ξεκαθάρισε για να μήν υπάρχει απορία και μετά συνέχισε να τό λέει. Η μάνα μου φρόντιζε να τόν καθησυχάζει τότε, δήθεν με συγκατάβαση, λέγοντας Μέσα είναι, μέσα είναι, κοιμάται, και τότε, καθώς εγώ ετοιμαζόμουνα και ντυνόμουνα μέσα βιαστικά σιχτιρίζοντάς τον ελαφρώς γιατί μού χάλαγε και λίγο τό χουζούρι, ύψωνε τότε αυτός για πρώτη φορά τή φωνή, ήσυχος και ανακουφισμένος επιτέλους, γιατί όλα είχαν πάει επιτέλους τελείως καλά, και καμιά δυσάρεστη έκπληξη δεν τόν περίμενε στην εξόρμησή του : Κοιμάται; (με ένα μεγάλο θαυμαστικό.) Ακόμα; (Δύο θαυμαστικά.) Να τήν ξυπνήσεις (η έλλειψη πληθυντικού ήταν κατανοητή μόνο σ’ αυτόν. Η μάνα μου δεν θα τήν ανεχόταν δηλαδή σε άλλον και δεν είμαι σίγουρη ότι δεν μπορούσε να πει τόν πληθυντικό, αλλά δεν πρέπει να πήγαινε στους ρυθμούς τής ευγένειας που ένιωθε : κατά πάσα πιθανότητα στην αφρική ένας τέτοιος πληθυντικός πρέπει να είναι όντως γελοίος, και τιμούσε τήν μάνα μου μιλώντας της ειλικρινά αφρικάνικα, γιατί στο πανεπιστήμιο ήξερε να μιλάει λιμοκοντορίστικα στους καθηγητές, κι αυτό τό ξέρω καλά, αλλά συγχρόνως η μέρα που ερχόταν στην θάλασσα να μάς βρει ήταν και τόσο ευχάριστη, που δεν ήθελε να τή χαλάσει με κακές μεταφράσεις). Να τήν ξυπνήσεις λοιπόν. Δεν μπορεί να κοιμάται ακόμα, ακόμα κοιμάται η γρηά; (με μια μικρή ερώτηση και πολλά μαζί θαυμαστικά) τήν ίδια στιγμή που άκουγα τό σώμα του να βυθίζεται στη σεζλόνγκ. Να πέφτει μ’ έναν ρυθμικό βαρύ φιλικό κι απροσποίητο γδούπο. Κι όταν εμφανιζόμουνα αγουροξυπνημένη, και ήθελα να κάνω πρώτα καφέ πάντα εγώ έλαμπε τό πρόσωπό του, τί ωραίο να τό θυμάμαι, τήν ώρα που μού ’λεγε Νά η γρηά τί κάνεις γρηά ακόμα κοιμάσαι; Γελούσε ολόκληρος. Τί ωραίο που τό θυμάμαι.

   έφτιαχνα λοιπόν καφέδες κι ύστερα τούς πήγαινα στη βεράντα όπου καθόμαστε και τά λέγαμε. Θυμάμαι ότι κοιτούσε τή θάλασσα γερμένος πίσω σαν να ’ταν κάτι εντελώς οικείο, (να σημειώσω ότι ήταν όμορφος) αφημένος μέσα της, κι ότι μιλούσε πολύ συχνά, πάρα πολύ συχνά για τήν αφρική. Έτσι έχω μάθει διάφορες λεπτομέρειες. Επίσης άλλες φορές σώπαινε, και τότε κινιόταν μόνο πάνω στην καρέκλα ρυθμικά και μαζί αδιόρατα, ή μού διηγόταν τά λόγια και μού τραγουδούσε τά τραγούδια που λέγαν όταν ήταν παιδιά. Έτσι ξέρω διάφορες ας πούμε λεπτομέρειες. Αυτό που θυμάται κανείς όταν έχει ακούσει αφρικανούς να μιλάνε, είναι ότι στις αναμνήσεις τους πρωταγωνιστούν πάνω απ’ όλα γυναίκες : έτσι ξέρω και βλέπω διάφορες εικόνες, τά τραγούδια ας πούμε που λεν οι γυναίκες όταν λυώνουν τήν μπανάνα σε έναν κύκλο για να τήν ψήσουν, όταν φυλάνε τά μικρά παιδιά έξω απ’ τίς καλύβες και τραγουδάνε, και άλλα πολλά. Έχεις τήν αίσθηση ότι γι’ αυτά τά υπέροχα μαύρα σώματα, η γειτνίαση με τό σώμα τής μάνας τους ήτανε κάτι σαν μέρος τού χώματος, μαύρου, κόκκινου, ή τού κόκκινου ουρανού : και μπλε μαζί : Ενωμένα κουβάρι τά μαύρα τρυφερά μπαλάκια, με τά χεράκια όλο ν’ αγκαλιάζουνε και να ζητάνε, με τά δαχτυλάκια όλο να ψάχνουνε τρώνε γλείφουνε κυλώντας δώθε κείθε ανεξάρτητα και κολλημένα σαν εξάρτημα που ’χουν πάνω τους εκείνες θεόρατες θεόσοφες θεόμαυρες γήινες θεές, αυτές με τό γουδί και τήν μπανάνα τήν καλύβα και τό τραγούδι

σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
κένια – γιουγκάντα – τανζανιά
σίσι τουασά ιδιανέ

   και οι άντρες; πού ήτανε; Α, αυτοί, (έκανε μία κίνηση με τό χέρι σαν να πετάει κάτι – άχρηστο σχεδόν – πίσω του) αυτοί φεύγουνε πρωί–πρωί να πάνε δουλειά.

 

   τώρα στην γειτονιά που μένω υπάρχουνε πολλοί μαύροι με όλες τίς ηλικίες από γυναίκες μέχρι παιδιά : Είναι ντυμένοι με τά πολύχρωμα και έχουν κάτι μεγάλα άσπρα (ή κόκκινα) παλιά αυτοκίνητα : Τό καλοκαίρι μαζεύονται στο πάρκο σε παρέες στα παγκάκια και όρθιοι γιατί δεν έχουνε σπίτι δροσιά : Μια μέρα καθόμαστε μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα παγκάκι και είπαμε κάποια στιγμή κάτι για τό πόσο χαρούμενοι είναι ενώ λυπούνται και σκέφτονται κατά βάθος πάντα τήν αφρική, γιατί ποιός μπορεί να μην σκέφτεται πάντα τήν αφρική και μάλιστα σε μια χώρα ξένη που έχει πάρκα λίγα και μίζερα; μίλησα σιγά (όπως μιλάγαν και αυτοί) (χωρίς να μάς κοιτάζουν εφόσον είναι ευγενικοί και περήφανοι) αλλά όμως καταλάβαμε αμέσως ότι μόλις ακούσανε τή λέξη αφρική αυτοί (παιδιάστικα σαν τόν Ιούλιο) σώπασαν όλοι μαζί : ακριβώς με τόν ίδιο γδούπο που ένιωθε κι αυτός μερικές φορές (αλλά με τέτοια αίσθηση τού ρυθμού έπρεπε να τό περιμένω ότι θα είχανε φοβερό αυτί) και με τήν ίδια εκείνη άνεση (που δεν ήταν ούτε θάρρος ακριβώς ούτε φόβος αλλά μόνο αξιοπρέπεια) σώπασαν και μάς κοίταξαν φευγαλέα και αυτοί επίσης μόλις άκουσαν τή λέξη αφρική : Έπρεπε να τό καταλάβω ότι με τέτοια ικανότητα ήχων θα είχανε και φοβερό αυτί. Μού φαίνεται μάλιστα ότι μερικοί έχουνε κουβαλήσει και τίς γιαγιάδες τους εδωπέρα : σαν να μην μπορούν παρά να θέλουν ακόμα και σ’ έναν ξένο τόπο να βλέπουν μπροστά τους τό τραγούδι με τήν καλύβα : Είναι σκληρό όμως γι’ αυτές.

   λοιπόν, τί σημαίνουν για τίς γυναίκες τά τραγούδια και τί σημαίνει ειδικά να τά τραγουδάνε όταν είναι μεγάλης μάλιστα ηλικίας, θεόρατες θεόσοφες και όμως παιδιά μέσα σ’ ένα (ατέλειωτο) καλοκαίρι; Πρέπει τώρα να γυρίσω δηλαδή σ’ αυτό που ήθελα να πω στην αρχή

 

απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα (βιογραφίες αγνώστων)

.

.

άλλα στο περιοδικό στάχτες :
«ο πιτσιρικάς στην κομμούνα» τεύχος 25 / 2009,
«βιογραφίες αγνώστων / κινέζοι»
τεύχος 23 / 2009

.

.

.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: