σημειωματαριο κηπων

Οκτώβριος 9, 2014

παρένθεση μνήμης οκτωβρίου

 

 

 

τίς τελευταίες ημέρες λοιπόν περνούσα εγώ εδωπέρα προσωπικά μία άσχετη κρίση ένα γκομπλάρισμα πώς τό λένε, ένα μπλακάουτ ή δεν ξέρω πώς αλλιώς κι εγώ να τό πω, και δεν μπορούσα να γράψω σχεδόν τίποτα : επιπλέον δε ό,τι κατάφερα να παραθέσω ήταν συγκεκομμένο, μικρό και μισό, και μία αράδα δηλαδή πιθανώς και μόνο τήν ημέρα ή μια–δύο σελίδες μπορεί να μού συνέβαινε : Αυτό ίσως να μην μπορείς εύκολα να τό δεις, αλλά αν εσύ είσαι επαρκής αναγνώστης και (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί βάζουν πάντα πρώτο τό όνομα τού αναγνώστη και μετά τής αναγνώστριας, κάτι τέτοιες συγκατανεύσεις – δήθεν στην πρόοδο – τού φεμινισμού – μού γυρνάνε τ’ άντερα ανάποδα, γιατί από πού κι ώς πού θεωρείται δεδομένο κι ακόμα κι από προοδευτικούς ανθρώπους ότι πρέπει ν’ αναφέρεται τό αρσενικό πάντα πρώτο (και εξάλλου τό να αποδέχεσαι τήν ανδρική λογική μες στον φεμινισμό σου είναι πολύ ισχυρότερο πλήγμα από τό να ’σαι θύμα τής αντρικής λογικής όταν δεν έχεις καν ακόμα επαναστατήσει και χειραφετηθεί)) αν εσύ λοιπόν είσαι επαρκής αναγνώστρια και αναγνώστης, κι εγώ επαρκώς αρχάρια και νεοφώτιστη και ανεπαρκής σε αυτό που κάνω θα μπορέσεις ίσως τότε να διακρίνεις και μόνη σου τίς μικρές ενότητες και τό κομματιαστό και τό αγκομαχητό βάδισμα στις σελίδες που προηγήθηκαν, πριν από δω. Δεν έχει σημασία όμως αυτό. Σημασία έχει ότι κάποια στιγμή λοιπόν κατάλαβα ότι δεν τσουλάει έτσι και δεν πάει άλλο τό πράγμα άλλο πια, και σταμάτησα πριν από μερικές μέρες να γράφω εντελώς για να καταλάβω κι εγώ τί μού συμβαίνει, και πρέπει να πω ότι είχα αυτήν τήν διάθεση να μην συνεχίσω άλλο αυτό τό διήγημα και να τό κόψω σ’ αυτό τό σημείο και να πω Ώς εδώ ήτανε δεν θέλω παραπέρα ιστορίες τής χρονολουλούς, πάμε σ’ άλλα κεφάλαια, πάμε σε ιστορίες με άγνωστους άλλους : Αφού λοιπόν μεσολάβησε μια μεγάλη σιωπή, κατάλαβα ότι βαρέθηκα αυτήν εδώ τήν ιστορία και δεν θέλω να πω για παιδικά καλοκαίρια, κάβες, πούλμαν, ατέλειωτες αμμουδιές και τό μυστήριο τού οδηγού και τών τραγουδιών που έβαζε με τά δισκάκια τά μαύρα σε μια χαραμάδα κοντά στο τιμόνι για να ακούγονται (ήταν όλο κλαψιάρικα : μανούλα θα φύγω θα πάω στα ξένα και τέτοια, κι είχε ένα ύφος κακό όταν μάς κοίταζε όλες εμάς και μιλούσε με άσχημο τρόπο προς τίς γυναίκες που ήθελαν να φέρνουν τό μικρό τους σκυλάκι μαζί τους, κι όπως έλεγε εκείνος τόν σκύλο τους) τό μυστήριο όλων αυτών τών υπέροχων και νεόχτιστων πλαζ κι αμμουδιών και παραλιών και καφενείων και εισόδων και ντουζιερών και διάδρομων ξύλινων πάνω στην άμμο που από τό ένα πηχάκι στο άλλο αφήνανε ένα κενό και αχοβολούσε από κάτω η άμμος σε βουναλάκια, ξύλινων δρόμων που ενώνανε τίς καμπίνες που θα ντυνόσουνα και θα γδυνόσουνα με τήν αμμουδιά, και που όλα τά ξύλα μυρίζανε ήλιο και λάδι τή μαγεία τού ήλιου ανεμπόδιστου ένα ολόκληρο μακρύ καλοκαίρι που θ’ άρχιζε με τήν εποχή τού σχολείου και θ’ άρχιζε και θα ξανάρχιζε και θα ξανάρχιζε με κάθε χρόνο και τάξη ξανά, κατάλαβα μόλις ξαφνικά ότι ένας απ’ τούς λόγους που δεν θέλω να θυμηθώ αυτά τά παιδικά καλοκαίρια είναι ίσως γιατί τό φετεινό μού πήγε άσχημα, και απότυχε, αυτό που μόλις τελείωσε δηλαδή, μια που χωρίσαμε με τόν φίλο που είχαμε πάει μαζί : και θα μού πεις Και τί έγινε, τέτοια έχουμε ζήσει ούτως ή άλλως πολλά, όμως μέ ενόχλησε γιατί όπως παρατήρησα κάθε σκέψη για καλοκαίρι παιδικό μού ’φερνε στο μυαλό και όλα τά άλλα καλοκαίρια, λες και με τήν αναφορά και μόνο μιας λέξης, άμμος ή ήλιος, ή λάδι, πυροδοτούνταν και όλες οι άλλες μυρωδιές και εικόνες μαζί, και λέξεις, και σ’ αυτό τό σημείο λοιπόν αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια πρέπει να σού εκθέσω όλες αυτές τίς σκέψεις που μού ’χαν περάσει και παλιότερα απ’ τό μυαλό σχετικά με τή μνήμη : έτσι, είναι μια φιλική μου στάση ίσως αυτή – γιατί πρέπει να ’χουμε γίνει και λίγο φίλοι τώρα πια ύστερα από τόσα διαβάσματα και τόσα γραψίματα : έχει να κάνει λοιπόν με τή μνήμη τό όλο πράγμα απλούστατα : ανακάλυψα δηλαδή τελειωτικά γιατί υπάρχει η αμνησία και γιατί πονάει η μνήμη τόσο πολύ μερικές φορές : Για τήν ακρίβεια όλ’ αυτά τά ήξερα αλλά τώρα τά ξαναθυμήθηκα και μάλιστα πολύ καλά : άκου λοιπόν και σύ κάτι χρήσιμο για να βγάλεις κι ένα κέρδος τόση ώρα που διαβάζεις τά παραμύθια μου και τά πληρώνεις κι από πάνω, καλά–καλά :

η μνήμη λοιπόν, είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση : μοιάζει με τή γλώσσα, μοιάζει με τήν ομιλία έχει να κάνει δηλαδή με μίμηση και με λίγα λόγια με τή μιμική και τό θέατρο και τήν υποκριτική : γι’ αυτό ακριβώς και παρασέρνει όλο τό σώμα μας και όχι μόνο τό μυαλό και τή σκέψη μας, και τά λοιπά. Όταν λοιπόν βυθιζόμαστε στην ανάμνηση μιας υπόθεσης ανασαίνουμε διαφορετικά (όπως ανασαίναμε ακριβώς τότε) και λέμε από μέσα μας εκείνα τά λόγια και κάνουμε από μέσα μας εκείνες τίς χειρονομίες ή γκριμάτσες, και νιώθουμε τά ίδια σφιξίματα από μέσα μας στο στομάχι μας (όπως και τότε) : Γενικά αναπνέουμε και ζούμε τώρα όπως αναπνέαμε και ζούσαμε εκείνον τόν άλλον καιρό : εξ αυτού και η αμνησία έχει έμπρακτους λόγους ύπαρξης σωματικούς, και δεν είναι αυθαίρετη, βασίζεται πάνω στον πόνο, στην αποφυγή δηλαδή, τού πόνου : για όσους φυσικά δεν αντέχουν τόν ατέλειωτο χρόνο (ξανά και ξανά) τήν αιώνια ζωή τών πραγμάτων που έχουν στα χέρια τους, η αμνησία είναι τό καλύτερο φάρμακο : Αν η μνήμη ήταν πρόβλημα μόνο τού εγκεφάλου μας δεν θα υπήρχαν τέτοια προβλήματα : Γι’ αυτό, αυτοί που ’χουν πάθει αμνησία δεν ξεχνάνε πώς γίνεται ας πούμε μία πρόσθεση ή μια αφαίρεση : μπορεί να ξεχνάνε πώς λέγονται, ή ποιοι είναι και ποιοι έπρεπε να είναι μια ζωή για τούς άλλους, και ποιον βλάκα αγάπησαν ή και παντρεύτηκαν, αλλά σπανίως ξεχνάνε πώς γίνεται μια αριθμητική πράξη δηλαδή η πρόσθεση ή ο πολλαπλασιασμός ή η διαίρεση – όχι αν δεν έχουνε, προς αυτό, ειδικό ας πούμε λόγο. Οι λειτουργίες που δεν χρειάζονται συμμετοχή δηλαδή τού σώματός τους ολόκληρου παραμένουν και με τήν αμνησία δραστήριες. Γιατί η μνήμη, αυτό που είναι κυρίως, είναι ότι είναι τό σώμα μας λοιπόν αδιαίρετο ολόκληρο και σφαιρικό : ο κόσμος μάλιστα ολόκληρος : Για να τό πούμε πιο καθαρά ό,τι έχει να κάνει με τόν έρωτα είναι τό σώμα μας, και είναι ολόκληρο πάλι αυτό μνήμη, και δεν είμαστε τίποτ’ άλλο πέρα απ’ τόν χρόνο αυτόν. Γι’ αυτό κι όταν ζούμε πράγματα που δεν τά θέλουμε, αργά ή γρήγορα θα τό πληρώσουμε, αν δηλαδή δεν εξεγερθούμε και δεν αντιδράσουμε, αν δεν πούμε Ώς εδώ, δεν θέλω άλλο, θα τό πληρώσουμε, πολύ ακριβά : καμία μας φράση δηλαδή ή κουβέντα και ιστορία και υπόθεση δεν περιορίζει τή λάμψη της στην στιγμή ακριβώς που τή ζούμε και που νομίζουμε εμείς ότι μόνο τότε γίνεται : όχι όσο είμαστε εμείς ζωντανοί : μπαίνει στο τραίνο τού χρόνου μας και θα τά σέρνουμε εμείς και θα τά κουβαλάμε συνέχεια και κάθε λεπτό γίνεται παρελθόν και μέλλον ταυτόχρονα, η μνήμη είναι ό,τι κάνει τό ανύπαρκτο αιώνιο : γι’ αυτό λοιπόν κι εσύ να φροντίσεις να ζεις έτσι ώστε σε κάθε λεπτό τής ζωής σου, και κουβέντα και σκέψη ή πράξη και κίνηση, η αναπνοή σου να μπορεί να σ’ αφήνει να συνεχίσεις να ζεις : να διαιωνίζεται μ’ άλλα λόγια ευχάριστα : νά μια συμβουλή από μένα, με τήν οικειότητα που αποκτήσαμε πλέον δηλαδή ύστερα από τόσες σελίδες και ύστερα από τόσα λεφτά που έδωσες κιόλας για να μέ αγοράσεις : αυτό είναι τό κυρίως, πιστεύω εγώ, δώρο μου : ετούτη η σκέψη : μην κάνεις ποτέ υποχωρήσεις στις αρχές σου και στο ένστικτο, τό αισθητήριο, τό προαίσθημά σου, αφού τό αναπτύξεις πρώτα καλά : αφού διαβάσεις πρώτα βιβλία πολλά, παίξεις και τρέξεις με παιδιά άλλα πολλά, ακούσεις και δεις μουσική και όλα τά χρώματα : ψάξε τόν εαυτό σου καλά, χόρεψε, σπάσε τό πάτωμα, βεβαιώσου για τό πόσο όλα είναι έρωτας και προχώρα : μην κάνεις υποχωρήσεις όμως, θυσία καμιά : Λέγε : Δεν θέλω, μάθε να χρησιμοποιείς τό ρήμα θέλω και στο αρνητικό, μάθε κυρίως τήν άρνηση, α ναι, μάθε πρώτ’ απ’ όλα κυρίως τήν άρνηση : Γιατί δεν είμαστε παρά ένας ατέλειωτος μονοκόμματος χρόνος κι ο χρόνος αυτός δεν είναι παρά η μνήμη μας – απ’ αυτό είμαστε φτιαγμένοι ολόκληροι, μην κάνεις τό λάθος λοιπόν να νομίσεις πως οτιδήποτε κάνεις δεν έχει σημασία, και μπορείς να τό ξεχάσεις ή να τό διορθώσεις μετά : ούτε ξεχνιέται ούτε διορθώνεται τίποτα : έχεις τή δύναμη να θυμάσαι όλα σου τά λάθη ; Τότε θα τά πας κάπως καλύτερα : γιατί διαφορετικά να τό ξέρεις, για να τ’ αντέξεις θα γίνεις απλούστατα ηλίθιος και θα πάθεις αμνησία, θα προκαλέσεις στον εαυτό σου μια άνοια.

γιατί ότι θα κάνεις λάθη, αυτό είναι σίγουρο, ναι, θα κάνεις λάθη, θα κάνεις (πότε θά ’ρθει αλήθεια η εποχή που οι γυναίκες δεν θα κάνουνε λάθη ; δεν θα κάνουνε λάθη εννοώ εξαιτίας τών φίλων τους, θα κάνουνε λάθη μόνο εξαιτίας τού εαυτού τους όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι) φρόντισε λοιπόν να ’ναι λάθη έξυπνα, λάθη που όταν θα τά θυμάσαι δεν θα σέ κάνουν να θυμώνεις αλλά να χαμογελάς με κάτι σαν κατανόηση (για τόν άνθρωπο που προσπαθούσε τότε μόνος του να μάθει να περπατάει σ’ ένα ξένο και άγνωστο έδαφος πλανήτη, κομήτη) : Κι επίσης κάτι σημαντικό είν’ αυτό : όταν θα σού ’ρχονται στο μυαλό να τά αφήνεις να έρχονται να σέ κατακυριεύουνε να σέ πολιορκούνε, να παίζουνε στερεοφωνικά με όλα τους τά ηχεία ολάνοιχτα μήν σβήνεις τίς μνήμες σου : είμαστε όλοι αυτό τό ηχείο και τά ζούμε όλα ξανά και ξανά όπως όταν μιλάμε : δεν είναι άσχημο να τά αφήνουμε μερικές φορές να παίζουνε πολύ δυνατά : εντάξει, τίς περισσότερες φορές είναι ηχητικό μπαγκράουντ στη ζωή μας ο χρόνος ολόκληρος, είναι sotto voce τά περίπλοκα χρώματα, αλλά αν κάποιες στιγμές ανοίξουμε λίγο περισσότερο τή δύναμη τού ενισχυτή και αφεθούμε μες στο σπίτι να πηγαινοερχόμαστε και ν’ ακούμε τά κομμάτια σαν να τ’ ακούμε ίσως κιόλας για πρώτη φορά, ανακαλύπτουμε τότε διάφορα πράγματα που δεν τά ’χαμε ξανακούσει στις πρώτες εκτελέσεις τους (απασχολημένοι όπως είμαστε πιθανόν να χορεύουμε και τό τραγούδι μάς ξέφυγε) και ανακαλύπτουμε επίσης όργανα που παίζουν και που δεν είχαμε ιδέα ότι έχουνε πάρει μέρος στην εκτέλεση, και μάλιστα με πολύ καλούς εκτελεστές. Καμία εκτέλεση τής μνήμης μας δεν πάει χαμένη : εγώ τουλάχιστον κερδίζω συνεχώς από όλες : Ποιος θα ’θελε να πάθει αμνησία ας πούμε σαν τήν χρονολουλού, και να θυμάται μονάχα πώς βγαίνουν οι τόκοι και πώς γίνεται ο πολλαπλασιασμός κι η αφαίρεση ;

και μήν νομίσεις ότι σβήνοντας κόβοντας δεν θα πονάς ενώ στο ίδιο σημείο η μνήμη πιθανώς θα σέ πόναγε : Τίποτα δεν πονάει περισσότερο από τά κοψίματα τίς τομές τίς ακρωτηριάσεις και τούς ευνουχισμούς : Εγώ δεν έχω μεγάλη πείρα απ’ αυτά βέβαια προσωπικά για να σού πω τή δική μου εντελώς μαρτυρία, μια σκωληκοειδίτη μονάχα έχω αφήσει να μού αφαιρέσουνε αλλά κι αυτή πονάει ακόμα και σήμερα όταν αλλάζει ο καιρός, όμως οι παρατηρήσεις μου προέρχονται κι είναι επισταμένες από τούς άλλους κυρίως στο θέμα αυτό, από τό πώς τούς βλέπω αυτούς να πονάνε και να μην μπορούνε να παρηγορηθούνε με κανένα φάρμακο και αναισθητικό και ναρκωτικό (απ’ αυτά που τούς επιτρέπονται) (τό μεγαλύτερο είναι τό να γίνουν γνωστοί) (ν’ ασκήσουν εξουσία, ν’ ασκήσουν τό μίσος τους (τό μίσος σε όλη τήν έκταση είναι τό μεγαλύτερό τους ναρκωτικό)) χρόνια τώρα τούς βλέπω τίποτα να μην μπορεί να τούς κάνει να ησυχάσουνε που χρόνια τώρα τά ευνουχίσανε όλα και αυτή είναι η δουλειά μου (χρόνια τώρα) να τούς παρακολουθώ στις πιο λεπτές εκφάνσεις αυτής τής κατάστασης, εκεί που εκδηλώνεται και τούς ξεφεύγει η αλήθεια, στη γλώσσα τους :

ναι, όσοι μελετούν τό φαινόμενο μαζί μου, συμφωνούνε σ’ αυτό : η κακία ναρκώνει : Γι’ αυτό και οι περισσότερες κακίες τών ανθρώπων, στην προσωπική τους ζωή, δεν δείχνουν εύκολα τή λογική τους, τήν κρύβουνε, ή τήν μασκαρεύουνε, γιατί τό πραγματικό της πρόσωπο είναι κάτι για τό οποίο ντρέπονται : Ψάξε όμως με προσοχή τή ζωή τού ανθρώπου που φέρεται τόσο σκάρτα στους φίλους του και δείχνει να ικανοποιείται απ’ αυτό, και θα δεις ότι στη ζωή του αυτό είναι η μόνη ικανοποίηση τήν οποία είναι σε θέση να πάρει : Και μάλιστα εκδικείται όχι αυτούς που τού κάναν κακό (αυτούς συνήθως τούς σέβεται και τούς φοβάται) αλλά (κάτι που φαίνεται ανεξήγητο) αυτούς που όχι μόνο δεν τόν πειράξαν, αλλά τού κάναν και κανένα καλό : Ψάξε δηλαδή χωρίς πολλές εξαιρέσεις στην κανονική ζωή τών γνωστών εδώ γύρω σου, και θα τό δεις καθαρά : όσοι είναι γνωστοί δεν έχουν ίχνος μέσα τους πλέον, έχουνε στραγγαλίσει και αποκόψει κάθε περίπτωση μνήμης και έρωτα : γιατί, νομίζεις ότι είναι τυχαίο (ή συμπτωματικό τάχα μου) ότι ο πιο πλήρης (και εξευγενισμένος και λεπτοδουλεμένος) φιλοσοφημένος και διαλεκτικός θεωρητικός τού έρωτα (από παλιά) ήταν συγχρόνως ο απόλυτος εφευρέτης και υποστηρικτής εκείνου τού (με περίεργη σύνταξη) «ζήσε μακριά απ’ τό πλήθος και τό κοπάδι χωρίς να σέ νοιάζει για τό αν σέ ξέρουν ή σέ μαθαίνουν ή σέ γνωρίζουν οι άλλοι» ; Κάνε τή ζωή σου ζωντανό και απλησίαστο για τούς αφελείς και απερίσκεπτους εκτροφείο σκέψης αναρχίας πληρότητας και ευτυχίας, κι αυτή η απομόνωση δεν θα πάει χαμένη, όπως δεν πηγαίνει ποτέ της η επανάσταση εναντίον τών ηλιθίων : ο έρωτας ποτίζει τά εδάφη και τά νερά κι αυτών που τόν φοβούνται, και αλλάζει τό μέλλον κι αυτών που τόν πνίγουν ή τόν αγνοούν : σώσε τόν κόσμο μένοντας μακριά του, σώζοντας τόν εαυτό σου μακριά απ’ τίς αγέλες τής επιφάνειας : Υπάρχει ένα πλήθος και στα υπόγεια άλλωστε : Ναι, λάθε βιώσας : ο χρόνος όλος τότε θα σού ανήκει, κι η αιωνιότητα, γιατί αυτός ο έρωτας δεν θα χαθεί (κι όσο για τή σύνταξη τής μετοχής μ’ αυτόν τόν τρόπο όπου η μετοχή χρησιμοποιείται ως ρήμα και τό ρήμα ως επίρρημα (όπως μαθαίναμε και από τό σχολείο) θα ’χε κανείς να πει πάρα πολλά και δεν είναι εφεύρεση τού επίκουρου αυτή η σύνταξη, απλώς τή χρησιμοποίησε και τήν ενεργοποίησε και τήν έκανε αιώνια στο λάθε του και στο βιώσας του αυτός, με όλη τήν έκλαμψη τής διαλεκτικής του συνοπτικά : σαν μια στενογραφημένη μουσική τών αιώνων) :

και κάτι ακόμα : δεν πρέπει ν’ αφήσεις κανέναν να σέ κλέψει, έχε το υπόψη σου : ακόμα κι αν αυτά που σού παίρνει εσύ θα τού τά ’δινες, δεν πρέπει ν’ αφήσεις κανέναν να νομίζει ότι σέ κλέβει και ότι εσύ σωπαίνεις, όχι, εκεί ακριβώς που χρειάζεται, εκεί ακριβώς δηλαδή που δεν σέ καταλαβαίνει κανείς, να μιλάς : Με τούς όμοιούς σου δεν χρειάζεται μόνο να μιλάς, οι ευγενείς συνεννοούνται μεταξύ τους : Να ’σαι ευγενικός λοιπόν μόνο με τούς ευγενικούς, οι άλλοι θέλουν όμως μαστίγιο : Και μην ξεχάσεις και τήν έκφραση τού ντοστογιέφσκυ στον έφηβο : Μην αφήσεις ποτέ να σέ κλέψουνε γιατί στο τέλος θα σέ κατηγορήσουν για κλέφτη. Μόνο με τό είδος σου να έχεις κοινοκτημοσύνη.

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

τόν οκτώβριο είθισται να ανεβάζω διάφορα επετειακά ή αναμνήσεις διακοπών – αυτή τή φορά έχουμε απλώς ανάμνηση κειμένου

τόν ίδιο μήνα θα ’θελα να προλάβω ν’ ανεβάσω και κάτι περί ρεμπώ (είναι ο μήνας τής γέννησής του – αλλά όχι τόσο γι’ αυτό, όσο γιατί με κάτι βιογραφίες του που διάβασα τώρα σκέφτηκα ότι πρέπει κάτι να πω και για τόν «μη–πιτσιρικά πλέον» ρεμπώ – τόν ώριμο άντρα τουτέστιν στην αφρική τήν αιθιοπία ή τήν αββησυνία πώς διάολο λεγότανε τότε – )

κι έχω στο μυαλό μου και κάτι – αντιπαθέστατα στους περισσότερους – κόβω τό κεφάλι μου – «γυναικεία γλωσσικά» που τά τριγυρίζω από καιρό

ας ελπίσουμε τό βλογ να συνεχιστεί κι εγώ να συνεχίσω, μ’ όλο που άλλα πολλά (μεταξύ αυτών και η δουλειά για να πάνε οι «βιογραφίες αγνώστων» επιτέλους σε έναν (γενναίο και ευγενικό) εκδότη) μέ πιέζουν, εκτός αέρος

φωτογραφίες, επεξεργασμένες από μένα : ezra stoller, joel meyerowitz

.

.

.

.

.

.

Μαΐου 23, 2014

ο πιτσιρικάς στην κομμούνα

.

.

.

.

αναδημοσίευση από τό περιοδικό «στάχτες» τού ποιητή και εικαστικού στράτου φουντούλη / αγριμολόγου
για τήν επέτειο τής ματωμένης βδομάδας, τή σφαγή τής κομμούνας

 

Σε δύο σχεδόν συνεχόμενες ημερομηνίες θα γράψει εκείνα τά δυο καταπληκτικά γράμματα σε κείνους τούς δύο καθηγητές. Έχει τίποτα ο μάϊος και τόν εμπνέει ; Τρίχες κατσαρές και καθαρές συμπτώσεις, τή δεύτερη φορά έπεσε κατά σύμπτωση μέσα στην κομμούνα. Αλλά τί νόημα έχει η λέξη σύμπτωση, όλα είναι και τρελλά κι ολοκάθαρα : τόν ιούλιο τού 70 ο ναπολέων ο 3ος είχε κηρύξει τόν πόλεμο στα καλά καθούμενα στους γερμανούς. Τόν αύγουστο ο μικρός πουλάει διάφορα βιβλία που ’χε κερδίσει σε βραβεία και παίρνει τό τραίνο να πάει στο παρίσι να δει με τά ίδια του τά μάτια (όπως νομίζει) τήν πτώση τής αυτοκρατορίας. (Τόν πιάσαν και τόν κλείσαν και φυλακή γιατί δεν είχε κι όλα τά λεφτά να πληρώσει τό τραίνο). Έγραψε τότε στον δάσκαλο τού 1ου γράμματος ζητώντας βοήθεια και τρέξαν κάτι θειάδες αυτουνού να τόν βοηθήσουν – αλλά τελικά επεμβαίνει η μάνα του να τόν φέρουν πίσω στην σαρλβίλ (τήν πόλη του). Σε δέκα μέρες τό ξανάσκασε κι αυτή τή φορά πήγε στο βέλγιο μάλιστα προσπάθησε να γίνει και δημοσιογράφος (θυμόμαστε καλά εκείνο τό «τί μέ νοιάζουν εμένα τά λατινικά τους, εγώ δημοσιογράφος δεν πρόκειται να γίνω»). Έγραψε απλώς εκεί στο σαρλερουά ένα σωρό ποιήματα. Τελικά ξαναεπεμβαίνει η μάνα του και τόν ξαναφέρνουν στο σπίτι. Στις 4 σεπτεμβρίου οι γάλλοι επαναστάτες μπήκανε στη βουλή κι ανακήρυξαν τή δημοκρατία. Ο ναπολέων είχε παραδοθεί. Στις 19 σεπτεμβρίου οι γερμανοί είχαν αρχίσει να αποκόβουν τό παρίσι. (Αυτή η πολιορκία τού παρισιού θα κρατήσει όλο τό φθινόπωρο όλον τόν χειμώνα και τήν άνοιξη). Στις 5 ιανουαρίου οι πρώσοι αρχίζουν να βομβαρδίζουν τό παρίσι κι αρχίζει συγχρόνως και η μεγάλη η πείνα. Στις 18 ιανουαρίου η κυβέρνηση τού βίσμαρκ εγκαθίσταται στις βερσαλίες και υπογράφεται η ταπεινωτική συνθήκη για τούς απέναντι. (Έχουμε μπει στο 1871). Στα μέσα ιανουαρίου οι γάλλοι επαναστάτες κάνουν μια δεύτερη εξέγερση (μια πρώτη είχε γίνει τόν οκτώβριο) για να ρίξουν τήν κυβέρνηση. Στις 8 φεβρουαρίου γίνονται νέες εκλογές και οι συντηρητικοί υπερισχύουν και βγάζουν τόν θιέρσο. Είναι η στιγμή ακριβώς που ο μικρός τό σκάει για τρίτη φορά απ’ τό σπίτι του να πάει στο παρίσι : δεν αντέχει άλλο να ’ναι μακρυά, και περνάει έτσι 15 μέρες εκεί σε τρομαχτική ερήμωση και πείνα. Γυρνάει τελικά στη σαρλβίλ με τά πόδια περνώντας μέσα από τίς πρωσικές γραμμές (οι πρώσοι θα μπούνε στο παρίσι τήν 1η μαρτίου). Στο σπίτι του ο ρεμπώ όταν γυρίζει γράφει ένα «κομμουνιστικό σύνταγμα» τό οποίο δεν σώζεται (κατά πάσα πιθανότητα τό ’φαγε λυσσασμένα η μαμά του). Στο τέλος αυτού τού φεβρουαρίου, στις 28, ο θιέρσος υπογράφει τή συνθήκη με τόν βίσμαρκ εκείνη που τού παραχωρεί τήν αλσατία και τήν λωραίνη. Οι πρώσοι μπαίνουν στο παρίσι για ν’ αποχωρήσουν λίγο αργότερα και να διασκεδάσουν από μακρυά με τά παθήματα τής γαλλικής κυβέρνησης μια που στις 28 μαρτίου τού 1871 ανακηρύσσεται η κομμούνα τού παρισιού :

Οργανώνεται κυβέρνηση με επιτροπές. Οι γάλλοι επαναστάτες έχουν μαζί τους κυβερνητικά στρατεύματα που απογοητευμένα από τή συνθήκη που υπογράφτηκε στρέφονται εναντίον τού θιέρσου. Οι γερμανοί παρακολουθούν αμέτοχοι. Από κει που είχαν εγκατασταθεί στην αρχή εντελώς εκδικητικά στις βερσαλίες φεύγουν τώρα κι αφήνουν τίς βερσαλίες στην γαλλική κυβέρνηση να δούνε τί θα τίς κάνει. Η κομμούνα προωθεί τήν δύναμη τών δήμων (στα γαλλικά ο δήμος λέγεται κοινότητα όπως κι εδώ στα χωριά, – ή commune) έναντι τής κεντρικής κυβέρνησης, ζητά διαχωρισμό τής εκκλησίας από τό κράτος και διάφορα άλλα ωραία μέτρα ισότητας. Στη σαρλεβίλ ο μικρός είναι χωμένος στη δημοτική βιβλιοθήκη και συνέχεια διαβάζει. Τά βιβλία που ζητάει σκανδαλίζουν τούς βιβλιοθηκάριους γιατί ζητάει συνεχώς βιβλία για σοσιαλισμό μαγείες αλχημείες και όλες τίς ανήθικες λογοτεχνίες και οι βιβλιοθηκάριοι τόν θεωρούν πολύ μικρόν : αυτός γράφει ποιήματα εναντίον τους. Τόν απρίλιο τού 71 οι κομμουνάροι γίνονται ακόμα περισσότερο επαναστάτες ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική. Τά στρατεύματα τής κυβέρνησης τών βερσαλιών φτάνουνε στο παρίσι. Φωτιές καίνε τόν κεραμεικό και άλλα πανέμορφα κτήρια. Τόν απρίλο και τόν μάϊο η πείνα φτάνει στο αποκορύφωμα και οι παριζιάνοι σκοτώνουν πλέον και τρώνε και τά ελάχιστα ζώα που υπήρχαν στον ζωολογικό κήπο αφού τούς τέλειωσαν οι γάτες τά ποντίκια κι οι σκύλοι που υπήρχαν στον δρόμο. Ταυτόχρονα οργανώνονται όσο μπορούνε, οι δε γυναίκες αποδεικνύονται ηρωικές. Η ένωση γυναικών κομμουνάρων παίρνει μέρος στην οργάνωση τής άμυνας και πολύ συχνά έχει τήν ευθύνη τών οδοφραγμάτων. Οι κομμουνάροι πιάνουν ομήρους και συχνά τούς εκτελούν. Είναι ο μάϊος τού 71, η εποχή που ο μικρός έχει τρελλαθεί εκεί στο σπίτι του. Αυτήν τήν εποχή γράφει εκείνα τά δύο φοβερά γράμματα στους δυο του δασκάλους. Είναι η ίδια εποχή που έχει γράψει (μάλλον τού αρέσει) τό ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΝΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (η άνοιξη είναι φανερό ότι είναι πλέον εδώ γιατί …) : η συμπεριφορά του μέσα στην πόλη είναι απολύτως επιπλέον τώρα προκλητική και γράφει όπου βρει σε δημόσια κτήρια και πάνω στους φράχτες με κιμωλία (όπως παραδίδεται) Merde à Dieu κάτι που μόνο μ’ ένα Γαμώ τό Θεό σας θα μπορούσε να μεταφραστεί ή αν θέλαμε νά ’μαστε πιο κοντά στον γαλλισμό κάτι σαν Σκατά στα μούτρα τού Θεού, και τά τέτοια. Μια μέρα ένας νεαρός υπάλληλος κάποιου μαγαζιού τού δίνει επιδεικτικά λεφτά να πάει να κουρευτεί κι αυτός τά παίρνει και διασκεδάζει με τούς φίλους του ότι τώρα θ’ αγοράσουν ταμπάκο. Από τίς 21 μέχρι τίς 28 μαΐου στην Κομμούνα συμβαίνει αυτό που έχει εθισθεί να λέγεται Ματωμένη Βδομάδα : Τά στρατεύματα τού θιέρσου μπαίνουν στο παρίσι και νικούν τούς κομμουνάρους, ακολουθεί η Τρομοκρατία τού Θιέρσου : εκτελούνται κομμουνάροι και συνοδοιπόροι αδιακρίτως. (Αυτά τά ξέρουμε κι εμείς εδώ, μπορούμε να τά φανταστούμε από τόν δικό μας εμφύλιο). Μιλάνε τελικά για 35.000 θύματα τής τρομοκρατίας σε νεκρούς και χιλιάδες φυλακισμένους και άλλους που στέλνονται σε διάφορες εξορίες. Στο Τείχος τής Κομμούνας στο Père Lachaise ακόμα υπάρχουν τελετουργικά από πιστούς αυτής τής επανάστασης και όλων τών άλλων επαναστάσεων που θυμίζουν αυτήν τήν εκατόμβη. Αντιστοίχως οι καθολικοί πληρώνουν επιδεικτικά συνδρομές και δήθεν εράνους για να χτιστεί η εκκλησία τής Sacré–Coeur η οποία θα βοηθήσει δήθεν να αποκαθαρθεί η ατμόσφαιρα από τά μιάσματα. (Και αυτά επίσης είναι γνωστά από εδώ και από τόν δικό μας εμφύλιο).

Αυτά ώς τό τέλος μαΐου που κρατάει η ματωμένη βδομάδα : τόν ιούνιο ακολουθεί η κρατημένη ανάσα και σιωπή τού τρόμου και τόν ιούλιο ο μικρός αρχίζει να γράφει μετά μανίας πάλι διάφορα ποιήματα και να τά στέλνει σε διάφορους άλλους : θέλει οπωσδήποτε να μιλήσει με κάποιον. Οι διάφοροι άλλοι αυτοί παίρνουν αυτά τά πράγματα στα χέρια τους και δεν ξέρουν τί να τά κάνουν, εκτός από έναν : Αυτός απαντά με μια πρόταση : Έλα. Για τήν ακρίβεια η πρόταση ολόκληρη είναι : Μεγάλη αγαπημένη ψυχή Έλα, Σέ καλώ, Σέ περιμένω.
Θα φτάσει σπίτι του τέλη σεπτεμβρίου κι εκεί αρχίζει η ιστορία με τόν βερλαίν.

Ανεξάρτητα από τό τί γινόταν τριγύρω της, και τό ποιοί ήταν τριγύρω της άλλοι, τό μόνο που ήξερε να κάνει αυτή και με τό πονηρό γελάκι της τό γαλλικό τό διασκέδαζε, ήταν να σέ πάρει μαζί της στη χώρα αυτή αν μπορούσες. Και μια μέρα λοιπόν μού ξεφουρνίσανε κι έμαθα ότι (στο μικρό της τό όνομα η Ζουβιέ) λεγόταν Αλίς. Κι αυτό όχι μόνο τής πήγαινε, αλλά έπρεπε και να τό περιμένω φυσικά από πάνω,

 

απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»
(κεφάλαιο «α΄ μια σημείωση για άλλους / j’ est une autre»)

 

 

  

 

 

εικονογράφηση : επάνω / οδοφράγματα τής κομμούνας, απρίλιος 1871, γωνία τής πλατείας hôtel de ville και τής οδού rivoli, φωτογραφία τού pierre–ambrose richebourg (σήμερα στο μητροπολιτικό μουσείο τής νέας υόρκης) / σκίτσο τού ρεμπώ από τόν βερλαίν, 1895 / από τίς γυναίκες στην κομμούνα

κάτω / σκίτσο τού ρεμπώ με ξυρισμένο κεφάλι (λεπτομέρεια), ζωγραφισμένο σε γράμμα που έστειλε ο φίλος του συγγραφέας ernest delahaye στον κοινό τους φίλο βερλαίν τόν δεκέμβρη τού 1875 / ξυλογραφία με τίς γυναίκες τής κομμούνας

 

.

.

.

.

.

.

Ιουλίου 12, 2013

βιεννέζικα γιαγιάδικα γερμανικά τραγουδιστά

.

ως συνήθως πριν κλείσουν οι κήποι για διακοπές παραθέτουν αποσπάσματα αφηγημάτων ανέκδοτων
η εικονογράφηση αυτή τή φορά είναι (ελαφρώς επεξεργασμένες) εικόνες από ντοκυμαντέρ για τό χτίσιμο τού τείχους τού βερολίνου

 

   μέσα εκεί (παρ’ όλο που ήταν στο υπόγειο τής πολυκατοικίας) έλαμπε ένας βιεννέζικος γάτος παλιά έπιπλα κι ένα ηχηρό φως από μότσαρτ και ρούχα αγορίστικα χρωματιστά και περούκες με νευρικά κοτσιδάκια : αστράφταν τραγούδια χριστουγέννων ihr Kinderlein kommet και alle Jahre wieder και ri ra rutsch : τριγυρίζανε χρώματα από πέδιλα πάνω στο χιόνι και μανάβισσες κάτω από ολοκάθαρα κιόσκια χρωματιστά που πουλούσανε μελιτζάνες και πορτοκάλια τυλιγμένα σαν δώρο επίσημο κι αναντίρρητο μ’ έναν υπέροχο φιόγκο σε διαφορετικό κάθε φορά χρώμα καρρώ. Και τότε εκεί τραγουδάγαμε με τόν χένσελ παρέα κι αυτό ήταν εξίσου με τό άρωμα μουσικής αλλά και ζάχαρης σημαντικό – γιατί ο χένσελ θα μού άνοιγε βέβαια τήν πόρτα χαμογελώντας μου με τό στραβό του χαμόγελο πολύ πονηρά αλλά θα εξαφανιζόταν προς δυστυχία μου και δυστυχία του πιο ύστερα, αμέσως μετά, κι η φροϋλάϊν ήταν σ’ αυτό πολύ αυστηρή : κι όταν θα τά λέγαμε πρώτα πια όλα σωστά, τότε θα μπορούσε νά ’ρθει μέσα από τό άλλο δωμάτιο (στα πόδια του στριμωχνόταν και τόν έσπρωχνε πρώτη η μαύρη γάτα) (που θα όρμαγε να κάτσει μετά στο ακροκέραμο τής γυαλιστερής ντουλάπας) (και από κει να μάς βλέπει σαν τήν γάτα τού τσεσάϊρ, μόνο ύπουλο χαμόγελο) (αυτό θα τό μάθαινα αργότερα για τά γατιά και τ’ αγγλικά τους ονόματα) και τότε τού κάναμε χώρο κι οι δυο μας εμείς γελώντας ανάμεσα, η φροϋλάϊν Λίζε κι εγώ (εκείνη έκανε περισσότερο στην άκρη κι εγώ γελούσα τσιμπώντας του τό πόδι κάτω απ’ τό τραπέζι όσο μπορούσα πιο δυνατά) και με τσιμπιές έτσι κάτω από τά βιβλία αρχίζαμε να χοροπηδάμε δυνατά με τά τραγούδια που θα τά λέγαμε όλα ένα–ένα και με τή σειρά : ο χένσελ είχε τή δυνατότερη ίσως φωνή από όλους μας ή φώναζε πιο δυνατά σαν να γκάριζε : η φροϋλάϊν φώναζε κι αυτή πολύ ενθουσιώδης όπως και ήτανε, και εγώ φώναζα εξίσου πάρα πολύ (ήτανε οι καλύτερες στιγμές τού μαθήματος εξάλλου αυτές, δεν μπορούσα να μην τό παραδεχτώ, ότι αυτές ήτανε ό,τι καλύτερο ας πούμε γινότανε) και έτσι τό υπόγειο αντηχούσε οι ντουλάπες κουνιόντουσαν και τά θεμέλια τής πολυκατοικίας στερεωνόντουσαν επιτέλους γερά, με τά πιο φωναχτά και υπέροχα τραγουδιστά τότε λόγια : που δεν μπορούσε να καταλάβει και άλλος κανείς κι ήταν ένα από τά ωραία αυτής τής δουλειάς τό ότι όσο και να φωνάζαμε κανείς άλλος δεν μπορούσε να καταλάβει τί λέμε τά παίρναμε λοιπόν όλα απολύτως με τή σειρά, κάθε φορά και μαθαίναμε πάντα και ένα καινούργιο (εγώ δηλαδή γιατί αυτός τά ήξερε ήδη, κι άλλωστε με τήν γιαγιά του θα μιλούσε συνέχεια γερμανικά) (και μόνο με τήν γερμανίδα γιαγιά του έμενε, δηλαδή και με τήν ελληνίδα γιαγιά του μαζί, και δεν υπήρχε κανένας άλλος με τόν οποίο να μπορεί να μιλήσει και καθώς η ελληνίδα γιαγιά του μιλούσε μόνο με τήν γερμανίδα γιαγιά του γερμανικά και αυτή, αυτός συνεπώς ήταν σαν χωμένος σε δύο συμπληγάδες γιαγιάδικες που τού απαιτούσαν γερμανικές μόνο εικόνες) και πιο πολύ απ’ όλα ουρλιάζαμε στο Hänschen klein ging allein / in die weite Welt hinein / αυτός δηλαδή ούρλιαζε, πιο πολύ απ’ όλους, και φώναζε τότε πιο πολύ απ’ όλα σ’ αυτό. Και η κυρία Νίνα έμπαινε και έλεγε με τήν βραχνή της από τό τσιγάρο φωνή στην φροϋλάϊν Λίζε τότε, κάθε περίπου φορά, μ’ αυτό τό αριστοκρατικό και γεμάτο αξιοπρέπεια ύφος της που ενισχυότανε από τά μακριά μαύρα φορέματα και που θυμίζανε τά βιβλία που διάβαζα (η φροϋλάϊν μού έδινε) για τόν μότσαρτ : Θα ρίξετε τήν πολυκατοικία πιο σιγά βρε παιδιά :

   και λες κι αυτό ήταν τό σύνθημα, η γάτα (η μαύρη) κατέβαινε από τήν ντουλάπα και τυλιγόταν στο μαύρο φόρεμα τριγύρω κάτω σαν τρελλή, ο Γιάννης γύρναγε προς τό μέρος της γελώντας και φώναζε ακόμα πιο δυνατά εγώ τόν τσίμπαγα κάτω απ’ τό τραπέζι στο γόνατο και φώναζα λιγότερο επίσης, και η φροϋλάϊν Λίζε γύρναγε μισοόρθια προς τό μέρος της κι έκανε τόν μαέστρο με επίσημες μεγάλες κινήσεις, κοιτώντας την και κάνοντας με τά μάτια της ένα «Πώς αλλιώς να γίνει λοιπόν;» και τότε κάτω από τούς θριαμβευτικούς ήχους τού

Doch die Mutter weinet sehr / hat ja nun
kein Hänschen mehr

η κυρία Νίνα θα ύψωνε με αξιοπρέπεια τό τσιγάρο της ξανά προς τό στόμα και καθώς θα έβγαινε με τήν γάτα να τήν ακολουθεί κατά πόδας ξανάλεγε πάλι πάντως βραχνά

   πω πω βρε παιδί μου θα ρίξετε τήν πολυκατοικία πάντως εσείς βρε παιδιά.

.

   θέλω να μιλάει, θέλω να τήν κάνετε να μιλάει, δεν θέλω να τραγουδάει, αυτή η πρόταση ξεπήδησε με δυσοίωνη επιμονή κι ηπιότητα ακόμα περισσότερο δυσοίωνη σε κάτι επισκέψεις του στην φροϋλάϊν έναν καιρό μετά τήν αρχή, κι από τότε επαναλαμβανότανε με αγένεια κάθε φορά, και κείνη, η γλυκύτατη ύπαρξη, τέντωνε τίς ρυτίδες της και τού έλεγε με ύφος (σαν να ’θελε λίγο να κλάψει, και σαν ν’ αναφερόταν και στον εαυτό της κυρίως, πιο πολύ απ’ όλα σ’ αυτό) : Μα είναι μικρό κοριτσάκι Herrn Avdopoulos και τό τραγούδι μιλάει κι αυτό, κάθε φορά, κι ενώ επαπειλούνταν κάτι τό αφόρητο όσο πιο πολύ πληθαίνανε οι επισκέψεις αυτές (κι ενώ με τίποτα δεν μπορούσε να τό πιστέψει κανείς ότι αυτή η διαμαρτυρία – η σχεδόν αγενής, ή η σχεδόν φανερά αγενής – και αυταρχική – και δεσποτικά αγενής – θα είχε αυτό τό αποτέλεσμα, θαυμάζω τώρα που τό σκέφτομαι, (και θαύμαζα και τότε, ακόμα και χωρίς να τό σκέφτομαι, μόνο μυρίζοντάς το στα μάτια της) – τήν πεποίθηση αυτής τής γυναίκας στις παιδαγωγικές της μεθόδους : κι όλο και πιο πολύ φτάναν στ’ αυτιά μου (ποιος διάολος τού έλεγε ν’ ανακατέβεται) τόνοι υψωμένης φωνής αγενέστατης (Να μιλάει, να μιλάει, δεν θέλω να τραγουδάει) και τόνοι ήρεμης βιεννέζικης ειρωνείας (ω πόσο ήρεμης – αν σκεφτεί κανείς κάτι που τότε δεν ήξερα, πόσο μέτραγε τό εισόδημα αυτό για αυτές και γι’ αυτούς) από τή μεριά της : Ja Herr Avdopoulos aber είναι μικρό κοριτσάκι. Ja, θα μιλάμε πολύ πιο πολύ από τήν άλλη φορά. Μεγαλώνει πια τώρα. Όχι πιο πολύ : μόνο να μιλάτε. Μά Herrn Avdopoulos : Σάς παρακαλώ, κατέληγε τότε κείνο τό ανατριχιαστικό όπως όλα : Να κάνετε ό,τι σάς λέω εγώ. Ειδαλλιώς θα τήν πάρω από δω. Βιεννέζικο σήκωμα τών ώμων, γεμάτο χιούμορ (και συντριβή, τώρα ξέρω και συντριβή). Και στο τέλος μέ πήρε από κει.

   και η κατάβαση στα υπόγεια γινόταν πια μόνο για τόν Γιάννη και για να παίξουμε με τ’ άλλα παιδιά : Κι όταν έβγαινα έξω στο πεζοδρόμιο, τό κεφάλι της ήτανε πάντοτε (όχι άσπρο αλλά κατά βάθος ξανθό, όχι ογδόντα χρόνων, αλλά κατά βάθος είκοσι και δεκαοχτώ, όχι θαμπωμένο από κούραση αλλά από έρωτα ακόμα και ελπίδα) σ’ ένα επίπεδο με τόν ίδιο τόν δρόμο και μέ χαιρετούσε πάντα μ’ αυτό τό συγκαταβατικό βιεννέζικο γέλιο της Guten Tag Ελιζάμπετ. Γιατί έπρεπε να μέ λέει Ελισάβετ – προσπαθούσε – όπως ήθελε πάντα δηλαδή ο Αυδόπουλος. Wie geht’s? gut? Danke gut.

   κι έφευγα γρήγορα να πάω να ψωνίσω τά ψώνια τής μάνας μου ή να πάω στο σχολείο, και για τό ακόμα ότι ήμουν ψηλή και γι’ αυτό ακόμα ντρεπόμουνα, αν υπήρχανε ματωμένα δάκρυα που κυλάν από μέσα μέ πότισαν όλη, και να είσαστε σίγουροι, τόν μισούσα αφόρητα ποιός τού είπε να ανακατεύεται, τό καταλαβαίνετε αυτό.

   γιατί ο λόγος που τά γράφω δεν είναι γι’ αυτά καθεαυτά εκείνα τά πράγματα, αλλά πιο πολύ γι’ αυτό τό ίδιο εκείνο τό πράγμα τού να τά καταλαβαίνει κανείς, γι’ αυτό εκείνο τό ίδιο τό πράγμα και τόν τρόπο να τά θυμάται κανείς, γιατί μ’ απασχολεί δηλαδή πάνω απ’ όλα ο τρόπος που άρχισα να τά θυμάμαι ενώ πάντα νόμιζα ότι τά θυμάμαι καλά. Γιατί κάτι γίνεται ξαφνικά κι έρχεται μια μέρα που τήν ώρα που ξυπνάω τό πρωί έχω μια ιστορία μπροστά μου που πριν δεν τήν ήξερα τώρα τό βλέπω ολόκληρη : Έχουν σκληρύνει οι λέξεις, και πια μπορεί να τίς χρησιμοποιήσεις χωρίς δισταγμό και μοναχά βεβαιότητα, ναι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει μ’ αυτό : ξαφνικά δεν έχω εκείνες τίς αλλεπάλληλες αμφιβολίες ως προς τό ποιά μπορεί να ήταν η αλήθεια πολύ τελικά, ξαφνικά, ενώ νομίζεις ότι θυμάσαι, ξαφνικά θυμάσαι για πρώτη φορά. Ναι ντρεπόμουνα και πιο πολύ ντρεπόμουν αφόρητα καθώς έβλεπα και φανταζόμουνα τήν άλλη (τήν πραγματική βερολινέζα αυτή τή φορά) να περνάει με τά ψηλά της τακούνια χτυπώντας τα κάτω σα μπότες και να τής κλωτσάει τό κεφάλι που ήταν στο ύψος τού πεζοδρομίου σχεδόν τήν κάθε φορά : τήν κάθε φορά που θ’ ανέβαινε πάνω καμαρωτή κι όλο βέβαιη κι έτρεμα ότι θα τής συντρίψει τό κεφάλι καμία φορά κατά λάθος απ’ τή μεγάλη της τή σιγουριά και δεν ήθελα να μέ δούνε καθόλου μαζί της στον δρόμο και ένιωσα φρίκη τή μία φορά που μ’ έστειλε η μάνα μου κάτω μαζί της και δεν δεχόταν αντίρρηση αυτή τή φορά και τίς είδα – ναι τίς είδα με φρίκη ότι χαιρετιόντουσαν κιόλας με χαμόγελα και με πολλά guten Tag και ξέραν η μία τήν άλλη καλά : η βερολινέζα τήν αυστριακή και η αυστριακή τήν βερολινέζα : η φροϋλάϊν μ’ εκείνο τό καρτερικό σχεδόν γέλιο της (και φυσικά γιατί η άλλη δεν ήξερε τίποτα από όλα αυτά) (κι ίσως νόμισε κιόλας ότι έκανε μια ανακάλυψη βρίσκοντας μια ομόγλωσσή της στο υπόγειο αυτό ξαφνικά) και με τήν ιδέα ότι από κράτη σαφώς κοντινά που συνόρευαν να βρεθούν στην αθήνα, στον ξένο αυτόν τόπο (ξένο αποκλειστικά για τήν δεύτερη) (γιατί για τήν πρώτη τό πράγμα είχε πολύ πιο πολλά) και λοιπόν γνωριστήκαν μιλούσαν και, ορίστε, ήταν κιόλας όλα πολύ φιλικά : πώς ντρεπόμουνα και πώς ήθελα να πω στην Fräulein ότι δεν είχα περάσει με άλλην ούτε τόσο δα όσο μαζί της καλά : πώς ντρεπόμουνα και ήθελα σιωπηλά να τής πω ότι δεν είχα μάθει ούτε ένα καινούργιο τραγούδι, κι ότι δεν θα τραγουδούσα ποτέ άλλο τραγούδι, με άλλην καμία φορά. Κι όμως ότι τά θυμόμουνα όλα και τά τραγουδούσα μονάχη στον ύπνο μου. Και θα μέναν για πάντα μαζί της τά αινίγματα και η ασάφεια εκείνη τού σύμπαντος ανάμεσα σε Ei και Eis κι ανάμεσα σε Hänsel και Hänschen κι ανάμεσα σε Tier και σε Tür και σε Dir. < Κι αργότερα μόνο σε Trier. > Όλα τόσο καλά όλα τόσο ξεκάθαρα σαν τά όνειρα δικά σου γυαλιστερά γλιστερά.

.

.

   και πιο πολύ απ’ όλα χωνόμουνα στο γερμανικό αλφαβητάρι : ήταν ωραιότεροι οι άνθρωποι εκεί, γιατί στο ελληνικό ήταν λίγο σφιγμένα τά πόδια τά σχέδια και μ’ όλο τό συμπαθητικό κλίμα που ’χει πάντα ένα σχέδιο πίσω του (πόσα αινίγματα μέσα σ’ αυτά όλα τότε τού φόντου εκεί) θύμιζαν όλα τους πιο πολύ απ’ όλα χωριό. Τό γερμανικό αλφαβητάρι είχε τήν πόλη τίς γούνες μαμάδες σκαντζόχοιρο χιόνι τό σκι τά χριστούγεννα και τίς πύλες που έπεφτε από τήν φράου Χόλε σαν φιλί αγκαλιά κι ένα τεράστιο μπράβο από πάνω τό χρυσάφι, χρυσό. Και ξανά πάλι τά ασαφή και χρυσά ξεμπερδέματα (που κανείς δεν τά έλυνε) από τήν φράου Χόλε στην Τρύπα τήν Κόλαση και τά λοιπά. Είχε πολύ περισσότερα μυστήρια να λύσει κανείς στο γερμανικό αλφαβητάρι με όλα αυτά – για να μην λογαριάσουμε μέσα στις ιδιότητες τού αλφαβηταριού τού ίδιου : τόν Γιάννη τήν γάτα τήν ντουλάπα τόν μότσαρτ τά τραγούδια και τήν φροϋλάϊν Λίζε αυτή καθεαυτή. Καθόμαστε στο ωραίο στρωμένο (ζεστό τί ζεστό) τραπέζι της κι έβλεπα εκείνα τά μακριά της τά δάχτυλα πάνω στα γράμματα (νεανικά ντροπαλά παραμορφωμένα στους κόμπους από τήν ηλικία και τήν αρθρίτιδα) και μύριζα τήν ανάσα της γεμάτη σκόνη καθόλου παλιά (σαν ένα μεγάλο ταξίδι με τραίνο από χιόνια κι από υπέροχη πόλη με φρούτα, γλυκά) (που όμως εδώ κανείς δεν τήν ήξερε) καθώς προσπαθούσε να μού προφέρει τίς ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά που χρειαζόντουσαν για να μού εξηγήσει μια λέξη : και μού άρεσε αυτό που προσπάθαγε, να μού τά εξηγήσει όλα μόνο στα γερμανικά βρίσκοντας κάθε φορά μια λέξη πιο πίσω που ίσως τήν ήξερα : τήν έβλεπα να φτιάχνει σκάλες και να τίς κατεβαίνουμε έτσι μαζί. Στο σχολείο αντίθετα όλα ήταν με κρύο ψυχρά. Αυτή ήταν στημένη και ίσια κι αγέλαστη και μάς είπε αμέσως να έχουμε δεμένα τά δύο τά χέρια μας να τά βλέπει επάνω στο ξύλο τό κρύο τού θρανίου και τού γυμνού τραπεζιού από μακριά να τά βλέπει δεμένα κι ακούνητα έτσι καλά. Και τό μόνο που είχε ένα ξύπνημα (μυστικό και κρυφό) από περιπέτεια μέσα σου ήταν τά άλλα παιδιά : (απ’ τήν πρώτη στιγμή) οι ήχοι υπόγεια είπαν ότι ήταν τό ίδιο για όλα αυτά : μάς περιμένανε περιπέτειες εκεί πολύ βιαστικά.

.

   για τήν Τροία έχω να πω και αυτό τό ανέκδοτο τό αστείο με τά γερμανικά που κι αυτουνού άργησα πάρα πολύ να συνειδητοποιήσω τή λύση : Τό ανέκδοτο αυτό έχει τρεις χώρους ή τρεις περιοχές που συμβαίνει και η πρώτη είναι η βιβλιοθήκη και τό γραφείο τήν ώρα τών γερμανικών μου με τήν βερολινέζα, όπου σε ένα μάθημα γεωγραφίας πέφτουμε (ή πέφτω εγώ) για πρώτη φορά στην πόλη που γράφεται Trier και που τήν ακούω εκείνην να τήν προφέρει Τροία κανονικά. Μπερδεύομαι αλλά μετά τό παίρνω απόφαση – ότι έτσι προφέρεται. Δεύτερος χώρος τώρα μετά απ’ αυτό όταν με φίλους μου αργότερα (πολύ πιο μετά) (στο πανεπιστήμιο) θεωρούσα για καιρό ότι ήταν έξυπνο να λέω και να κάνω τό καλαμπούρι αυτό Ο Μαρξ που γεννήθηκε στην Τροία, ενώ ακολουθούσε πάντα μετά παγωνιά και σιωπή γιατί κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα ή τό θεωρούσανε και εχθρικό (έτοιμοι ήταν όλοι τότε να σού πούνε ότι είσαι πρωτάρης και άσχετος). Η τρίτη λοιπόν μετακίνηση χώρου τώρα γίνεται όταν γνωρίσαμε (παρέα μαζί με τήν Νίνα αργότερα) τόν μεγάλο μας φίλο τόν συγγραφέα αυτόν, στον οποίο έκανα πάλι μια μέρα ηλιθίως τό καλαμπούρι – και εκείνος καθώς ήτανε εκτός από έξυπνος και παλιός αριστερός – μόλις τό άκουσε αφού μέ κοίταξε αρχικά ξαφνιασμένος μού είπε μετά:

   – Α, λες τήν Τριέρ.

   κι έτσι κατάλαβα επιτέλους τόσο αργά ότι οι αριστεροί τήν προφέραν τήν λέξη με τή γαλλική προφορά (γιατί στα γερμανικά η κατάληξη αυτή προφέρεται πάντοτε α, με μια ανάσα όμως μαζί προς τό τέλος, αυτό που λέγαμε άλλοτε και για τήν αρχή όλων τών λέξεων στα γερμανικά : με μια μικρή ανάσα, και συγχρόνως σαν ένα κατάπιωμα τής ανάσας τήν ίδια στιγμή. Αλλά αυτό είναι που δεν γράφεται.)

.

.

   αλλά γενικά, εκτός από τήν γιαγιά μου όλοι οι άλλοι ήτανε φύλακες, φύλακες έξω απ’ τά τείχη τής Τροίας, άγνωστοι, τελείως άγνωστοι που τά ξέρανε όλα, και δεν τούς ήξερα καθόλου εγώ. Μού προξενούσαν και πολλή απορία, ήταν και πολύ ακαταλαβίστικοι, ενώ με τήν γιαγιά είμαστε πάντα κανονικά : άνοιγε τό ραδιόφωνο, εγώ ένιωθα ξαφνικά να βρίσκομαι στην κανονική χαρά με τή μουσική, τήν μόνη πραγματική ζωή τού κόσμου, προς τό τέλος τής μέρας μού έλεγε καμιά φορά Θα μού τό σπάσεις τό πάτωμα, και αυτό ήταν όλο. Ύστερα έτρωγα τό φαΐ της και μού έλεγε ιστορίες.

   ιστορίες μού έλεγε, αλλά δεν έσπρωχνε δεν πίεζε, δεν στρίμωχνε, αλλά πολύ μαλακά βρισκόσουν ξαφνικά στην αγκαλιά της και άκουγες. Είχε μια όμορφη καθαρή μυρωδιά γεμάτη σκόνη. Έλαμπε κι ήταν γεμάτη με πράγματα που ’χαν γίνει παλιά σκοτεινά. Δεν είχανε σημασία βέβαια αφού είχαν γίνει όταν εγώ δεν ήμουνα αλλά ήθελε οπωσδήποτε να τά πει, κι απ’ αυτήν τή μεριά είχανε φυσικά σημασία. Ίσως η μόνη σημασία ήτανε να μην τής ξεπατώσω τελείως τό πάτωμα αρχικά, δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι ήθελε πάντως να μού τά πει. (Τή θαυμάζω σήμερα, όταν ξέρω πώς υπήρξαν τά ίδια γεγονότα για άλλους, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, σήμερα εκ τών υστέρων να πω αυτήν τήν αηδιαστική κουβέντα ότι είχε αυτή η γυναίκα χιούμορ. Πάντως τή θαυμάζω σήμερα γι’ αυτά που έλεγε, όταν ξέρω τί άλλα θα μπορούσε να μού ’χει πει. Δεν μ’ απασχόλησε ποτέ με μονομανίες προσωπικές της ας πούμε. Είχε μεγάλη αξιοπρέπεια και ειρωνεία αυτή η γυναίκα.) Έπρεπε όμως να μάθω οπωσδήποτε μερικά πράγματα που ’χαν γίνει απέξω, απ’ τόν δρόμο, λίγον καιρό ένα αφάνταστο μυθικό πράγμα πιο πέρα, πιο πριν και πιο κει, στο σκοτάδι.

   γιατί πριν από μένα δεν υπήρχε καθόλου πουθενά για κανέναν από αυτούς αυτό τό φωτεινό και τό χρωματιστό και τό φως αφού τραγούδαγαν εκείνοι έξω, και ήτανε μάλλον άσχημο αυτό και ακαταλαβίστικο δεν ήτανε μουσική ήτανε σαν κάτι κι αυτό από άλλους φύλακες που τά ξέρουνε κι αυτοί όλα και κάνουν τούς έξυπνους : Τραγούδαγαν εκείνοι έξω, τήν εποχή τού πολέμου τής Τροίας, μάλλον κινέζικα : Όταν μού τό τραγούδαγε έδινε κάτι ηχητικές στροφές στους περίπλοκους αυτούς συνδυασμούς τών συμφώνων, που δεν μπορούνε ν’ αποδοθούν σε γραφτό : ο τονισμός ήτανε περίπου δηλαδή κάπως έτσι :

   τώρα ξέρω ότι τό είχε ακούσει σχεδόν τέλεια, εκτός από μια λέξη μόνο. Άργησα πάρα πολύ όμως για να μπορέσω να βρω τό πραγματικό, και τό ’χα κιόλας ξεχάσει για να πω τήν αλήθεια, μέχρι εκείνη τή μέρα που ξαφνικά κουνήθηκε μες στο κεφάλι μου ένα καμπανάκι και ξανάκουσα τή φωνή της : δεν ξανάκουσα τά λόγια, άκουσα τήν κοροϊδευτική αυτή στροφή στη φωνή όπως μού τό έλεγε, δηλαδή τήν αστειότητα τού γυρίσματος από τό «ντουμπίς» στο «φερίχ». Ρώτησα τή γερμανίδα μου τότε και μού τό εξήγησε γιατί ήτανε μάλιστα κι αυτή από τό βερολίνο. Έτσι μού είπε μια φορά λοιπόν κι αυτή ένα τραγούδι και δεν είχα δίκιο στην αρχή που είπα ότι δεν θα μάθαινα τίποτα τραγουδιστό από αυτήν (κι ότι δεν θα ’θελα κιόλας να μάθω.) Η διαφορά βέβαια είναι ότι τώρα δεν τό τραγουδήσαμε όπως με τόν Χένσελ που φωνάζαμε τά χριστουγεννιάτικα αλλά μού είπε μόνο τά λόγια, τά οποία μετά τά μεταφράσαμε τί σημαίνανε, και μού τό τραγούδησε μετά μία φορά μόνη της κανονικά. Και πέρα απ’ αυτό, αυτό ήτανε επιπλέον και περιττό γιατί τή μουσική τή θυμόμουνα πολύ καλά, διότι δεν είχε κάνει κανένα λάθος η γιαγιά μου στη μουσική αφού δεν είχε λέξεις που δεν ήξερε εκεί.

.

   αλλά τά πιο πολλά μού τά ’χε πει η μαμά μου. Γιατί και κείνης τής άρεσε πάρα πολύ να τραγουδάει και να μού μαθαίνει τραγούδια και μάλιστα και να χορεύουμε. Εκείνη λοιπόν δεν μ’ έπαιρνε ποτέ αγκαλιά, αλλά χορεύαμε όταν μού τραγουδούσε, γονάτιζε μπροστά μου για να είμαστε ίδιες σε όλα κανονικά, και αρχίζαμε να χορεύουμε βαλς, με πιασμένα τά χέρια δεξιά–αριστερά αργά για να τό μάθω να τό λέμε και οι δύο μαζί και κάνοντάς με να κάνω και φούρλες κάτω από τό χέρι της που τό ύψωνε σαν αψίδα από πάνω μου μού τραγούδαγε να μάθω εκείνο τό :

κε σερά σερά
γουέβερ γουλί γουλί
η φούστα νοτάρ τουρσί
κε σερά σερά :

   και ύστερα θα ξανάρχιζε αμέσως μετά από τήν αρχή, κρατώντας με μπροστά της τώρα και κοιτώντας με προσεκτικά να τό μάθω κι εγώ ξανά και ξανά :

When I was just a little girl
I asked my mother, what will I be
will I be pretty, will I be rich
that’s what she said to me :
Que sera sera

.

   αυτή τήν εικόνα μού είχε δημιουργήσει δηλαδή η γιαγιά μου, πως ήτανε πάρα πολύ σκοτάδι και επειδή μού έλεγε δείχνοντας τό παράθυρο που πλάϊ του καθόμαστε αγκαλιά Πω πω πώς κάνανε, να τούς έβλεπες, πώς κάνανε εδώ έξω που περνάγανε κάθε νύχτα και τότε μού εξηγούσε ότι εννοούσε πως φωνάζαν αυτά τά κινέζικα που τά θυμόταν απέξω και θύμωνε πιο πολύ με τίς μπότες νομίζω και έτσι τότε άκουσα για πρώτη φορά τήν λέξη γερμανός αλλά μαζί με τή λέξη στρατός και όχι φροϋλάϊν : πω πω πώς έκαναν, έλεγε, εδώ έξω που περνούσαν τήν νύχτα με τίς μπότες τους και που τίς χτύπαγαν : έτσι πρώτα σκεφτόμουνα πολλούς στη σειρά μέσα σ’ ένα σκοτάδι καφέ και ύστερα πιο μεγάλη σκεφτόμουνα ότι τραγουδάγανε σαν μεθυσμένοι και η σειρά τους θα χάλαγε σαν ξεδοντιασμένη, κι ύστερα πιο μεγάλη ακόμα σκεφτόμουνα κάποιες φορές πώς γινότανε από ψυχολογική άποψη να μπορούσανε να τραγουδάνε ανάμεσα από σπίτια τά οποία δεν καταλαβαίναν τί λέγανε και μιλάγανε άλλη γλώσσα και μετά που μεγάλωσα πάρα πολύ (και δεν υπήρχε πια περίπτωση να τή βρω για να τής τό πω γιατί είχε πεθάνει) βρήκα και τό ίδιο αυτό τό τραγούδι : δηλαδή μού ήρθε μια ανάμνηση ξαφνικά απ’ αυτά που μού έλεγε όταν ήμουνα σε κείνο τό σπίτι παιδί τό ίδιο ξαφνικά όπως μού είχε έρθει μια μέρα η σκέψη ότι πρέπει να πάω να δω τή γιαγιά κι ύστερα ένιωσα ένα παγάκι στο κεφάλι μου να μού κουδουνίζει : Δεν μπορείς πια να τήν δεις γιατί έχει πεθάνει, κι έτσι ξαφνικά σαν να ’λυωσε τώρα ο πάγος και να καθάρισαν όλα και είπα : Τώρα μπορώ να μάθω λοιπόν εύκολα τά πάντα, και ρώτησα έτσι τήν φράου : έπρεπε μόνο κάποια στιγμή για να γίνει αυτό να θυμηθώ απλώς ότι πάντα θυμόμουν : γιατί η αμνησία ποτέ δεν είναι πλήρης και απόλυτη, και απλώς σαν μηχανικοί σκηνής που καθορίζουν τή σκηνογραφία πρέπει εμείς με τό χέρι μας να βοηθάμε και να κουνάμε και να κανονίζουμε τά επίπεδα οι ίδιοι, ποιο θα ανέβη και ποιο θα κατέβη, δηλαδή ποιο θα πάει πιο μπροστά και ποιο θά ’ρθει πιο πίσω κάθε φορά : Κι έτσι λύθηκε τό μυστήριο και μάλιστα εύκολα μια που μού διευκρίνισε τότε τό θέμα η ίδια γελώντας όταν τή ρώτησα αν ξέρει κανένα τραγούδι με τούς στίχους του ν’ αρχίζουν δηλαδή με κάτι σαν ντουμπίς φεριχμαγκίν και τής τραγούδησα κιόλας, όσο μπορούσα, και τή μουσική : Γέλασε πάρα πολύ (στην αρχή) τότε αυτή και μού τό είπε κανονικά (και βέβαια έτσι έπρεπε από τήν αρχή του να ήτανε : από τή στιγμή που άκουσα τά λόγια του πλέον με τό νόημά τους κανονικά, μού φαινόταν ηλίθιο που δεν τά ’χα καταλάβει ώς τώρα πιο πριν : μά τυφλή ήμουνα;) (φυσικά ήταν όλα ξεκάθαρα, η γιαγιά μου δεν είχε ακούσει τίποτα λάθος, τά θυμότανε μάλιστα όλα με μεγάλη πιστότητα κανονικά, μόνο που φυσικά θυμόταν τούς ήχους τά phonetics τών λέξεων απ’ όπου απουσίαζε όλο αυτό που θα μέ διευκόλυνε εμένα δηλαδή η διευκρινιστική τους γραφή : ) Είναι ένα πολύ απλό τραγουδάκι πειραχτικό σαν παιδικό περίπου και λέει : Du bist verrückt mein Kind du musst nach Berlin geh’n, dort wo verrückten sind, da musst du hin : κι ύστερα ε–λα–χοπ και τά λοιπά : Δηλαδή όπως τό μεταφράσαμε έπειτα σιγά–σιγά (με τήν πληκτική μεθοδικότητα που τή διέκρινε (στην περίπτωση τών μεταφράσεων, δεν είχε πια σχεδόν καθόλου χιούμορ : ))

 

Είσαι τρελλός παιδάκι μου :
Να πας στο βερολίνο,
εκεί που ’ναι όλοι οι τρελλοί
εκεί να πας κι εσύ.

 

   και λέγοντάς το μετά, ξαναγέλασε : είχε μια ξαφνική νοσταλγία τό πρόσωπό της όταν θυμήθηκε τί λένε γι’ αυτούς τούς ίδιους τούς βερολινέζους οι άλλοι : Ναι, τό λένε για μάς, είπε : Λένε για μάς ότι είμαστε θεότρελλοι, πολύ τρελλοί. Ύστερα ξαφνικά μέ κοίταξε και τό γέλιο τής κόπηκε : Τί εννοείς, είπε, τό τραγουδάγανε αυτό εδώ; εδώ ο στρατός; Σώπασε λίγο, έπειτα είπε : Πολύ περίεργο. Όταν κάτι δεν τό είχε σκεφτεί η ίδια ότι υπάρχει, δεν μπορούσε να τό αποδεχτεί καθόλου εύκολα. Έπρεπε δηλαδή να ξέρει κάτι για να τό θεωρήσει υπαρκτό. Να τό ’χει μάθει δηλαδή από άλλους ότι υπάρχει. Τέτοιοι τρελλοί υπάρχουν παντού και στο βερολίνο κι εδώ. Μόνο που θεωρούν τούς εαυτούς τους πολύ λογικούς όλοι σε αυτό. Πολύ περίεργο, μού έλεγε. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν για πολλή ώρα. Δεν μπορούσε να τό συνδυάσει αυτό τό τραγούδι με ό,τι τής έλεγα, φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τό χωνέψει ότι αυτό τό τραγούδι μπορούσε να τό τραγουδάει ένας στρατός. Και μάλιστα στρατός κατοχής. Ίσως για να γλυτώσει απ’ αυτό τό δίλημμα άρχισε να λέει για τό πώς ήταν ο πόλεμος στο βερολίνο και για τούς βομβαρδισμούς κι ύστερα τής ήρθανε κλάματα. Δεν είχα ξαναδεί άλλη φορά στη ζωή μου τόσο μεγάλη δηλαδή ψηλή γυναίκα να κλαίει. (Μάλλον άλλη μία φορά μόνο είχα δει πιο πριν αλλά εκείνη ήτανε με μαύρο μαγιώ και ψηλή και μαύρα μαλλιά και όχι γαλάζιο ταγιέρ και ψηλή και ξανθά μαλλιά). (Και τώρα δεν είμαστε στη θάλασσα είμαστε στο γραφείο μες στη βιβλιοθήκη, κι εγώ δεν ήμουνα τόσο μικρή που να μπορώ να κάθομαι πάνω σε μια πέτρα γυαλιστερή και να κοιτάω δίπλα τό γυαλιστερό πλάσμα ν’ ανασαίνει, κι οι άλλοι μεγάλοι μέσα με τά κουπιά και τούς ψαράδες να βοηθάνε για να σηκώσουν τίς τσούχτρες μέσα από τή θάλασσα για να μπω να κολυμπήσω εγώ). Πιο πολύ έκλαιγε όπως ερχόντουσαν πάνω της απανωτά τό ένα και τό άλλο κι ενώ εγώ νόμιζα ότι τό πιο μεγάλο κλάμα θα ήτανε με τούς βομβαρδισμούς (δεν είχα ξανακούσει ότι περάσανε και στη γερμανία βομβαρδισμούς, νόμιζα ότι αυτοί καθόντουσαν στο σπίτι τους, απλώναν τά ρούχα τους στο μπαλκόνι, και βομβαρδίζανε άλλους, και τώρα αυτή η εικόνα και τό κλάμα, με τούς βομβαρδισμούς στο βερολίνο μού φάνηκε τελείως παράλογη, δεν μπορούσα να τή χωνέψω, δεν τήν είχα μάθει ποτέ πριν δηλαδή, δηλαδή τί έγινε, τρελλαθήκαν στον αέρα απ’ τόν πολύ πόλεμο μήπως, και πάθανε καμιά κρίση και βομβαρδίζαν τώρα οι ίδιοι μόνοι τους τόν εαυτό τους; τούς είχα δηλαδή εκείνην τήν εποχή που γινόντουσαν αυτά όλους ελαφρώς για τρελλούς, ήταν μια εποχή σκοτεινή που εγώ δεν τήν ήξερα και δεν έπαψα μέσα βαθειά μου πάντα να έχω τήν εντύπωση ότι ήτανε σκοτεινή και τρελλή και ακαταλαβίστικη διότι δεν είμαστε ακόμα εδωπέρα οι φίλες μου τότε κι εγώ) αλλά τό μεγαλύτερο τράνταγμα δεν θα ήτανε καν με τούς βομβαρδισμούς, αλλά με τό μετά, με τόν φράχτη τό χώρισμα που τούς κλείσανε και δεν τούς αφήναν να βγουν από κει. Αυτό τό ήξερα και δεν ξαφνιάστηκα, τό είχε πει πάρα πολλές φορές με τήν μάνα μου και πάντα στο ζήτημα αυτό τής τρέχανε δάκρυα. Μόνο με τόν γάμο της μπόρεσε τότε δηλαδή εκείνη να φύγει, αλλά δεν μπόρεσε να πάρει μαζί τήν μαμά της και τήν άφησε πίσω. Μπορούσαν να βλέπονται σ’ ένα διάστημα κάποιων χρόνων δεν θυμάμαι ακριβώς πόσο, αλλά κάθε φορά τήν έπιανε τό παράπονο με τή μαμά της όταν τήν σκεφτότανε, και μάς έλεγε διάφορα νέα που είχε από κει, αρρώστιες και τέτοια. Αυτό πάντα ήταν μια ιστορία για να κλαις δηλαδή, αλλά τώρα για πρώτη φορά μαζί με τούς όλμους και τούς κανόνες και τίς βόμβες άκουσα τήν ιστορία αυτή από τήν αρχή, και η ιστορία είχε μια αρχή δηλαδή κι ήταν τώρα ασφαλώς λογική : Μού έδωσαν τήν εντύπωση λοιπόν ότι περίμεναν όλοι εκεί κοιτώντας ψηλά μπροστά απ’ τά σπίτια τους όπως στο παιχνίδι εκείνο τά στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα, ότι όλοι σ’ αυτήν τήν πόλη δηλαδή ξαφνικά βρέθηκαν ακίνητοι, μία μέρα, και οι γυναίκες (αφού τρέξαν στα παράθυρα γρήγορα και μαζέψαν τά ρούχα τους) ύστερα ολόκληρη η πόλη πάγωσε ακίνητη κι αμίλητη με τό κεφάλι σηκωμένο ψηλά μπροστά στο σπίτι του ο καθένας (κρατώντας και τήν αναπνοή του βαθειά) να δούνε πού θα πέσει τό ζάρι, σε ποιό κομμάτι θα πέσει τό σπίτι τους, παρακαλάγανε ακίνητοι δηλαδή από μέσα, εκείνη η κλωστή ο σπάγκος τό κορδόνι που θα τούς χώριζε στα δύο τό κοίταζαν όλο σιωπή και προσευχή από ψηλά να πέφτει σαν φίδι ζωντανό και τό παρακάλαγαν όλοι ακίνητοι ψελλίζοντας από μέσα τους lieber Gott lieber Gott ich liebe Dich όχι εδώ, παρακαλώντας το να πάει λίγο πιο δω ή πιο κει, κι όταν μού ’πε : Και ξαφνικά έπεσε μπροστά μας, και βρεθήκαμε όλοι εμείς από κει, μού ήρθαν και μένα δάκρυα στα μάτια και βάλαμε κι οι δύο τά κλάματα.

   νά που είπα ψέματα λοιπόν στην αρχή ότι μ’ εκείνην αντίθετα απ’ ό,τι με τήν φροϋλάϊν [και με τόν Χένσελ] δεν θα τραγουδούσαμε εμείς ποτέ : και τό τραγούδι τραγουδήσαμε και κλάψαμε και ξέρουμε ότι και τά δύο τώρα είναι ένα είδος και μία μορφή ήχου δηλαδή.

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

.

.

.

.

 

Ιουνίου 15, 2013

ο Ιούλιος

.

.

.

 

στη μέση τού ιούνιου ένας ιούλιος, αναδημοσίευση από τό
e–περιοδικό
στάχτες, φωτογραφία «σκιές αγνώστων» από
τόν στράτο φουντούλη / αγριμολόγο

.

.

   πήγε στην ουγκάντα και μετά έγινε και κει μια χούντα, πολλές φορές αναρωτιόμουνα αν επέζησε. Είχε τέτοια όρεξη για ζωή, ήθελε να τά μάθει όλα, να τά δει όλα, μια φορά μού ’στειλε μια κάρτα χωρίς να τήν υπογράψει και στην αρχή ήταν ένα αίνιγμα αυτή η κάρτα πιο πολύ κατάλαβα ότι προέρχεται από αυτόν από τόν γραφικό του χαρακτήρα, αλλά ήταν τόσο συμπαθητικό που δεν τήν υπόγραψε, δεν είχε ίχνος αλαζονείας αυτό, ήταν αυθόρμητο και ρυθμικό, έδειχνε συναισθήματα, και τά συναισθήματα σ’ ανθρώπους τόσο ζωντανούς δεν έχουνε ποτέ ονόματα : έχουνε ρυθμό περπάτημα, αγκάλιασμα και τό πολύ–πολύ μία πρόταση : dear Bethy, αυτήν τήν στιγμή ευρίσκομαι εις τήν Βιέννη τής Αυστηρίας αυτό ήταν όλο, αλλά με τόν τρόπο που τήν είχε απλώσει πάνω στην κάρτα αυτήν τήν πρόταση ήταν μια αποθέωση, ένας χορός : είχε κάτι τό κωμικό αυτή η απότομη ανακοίνωση τού πού βρίσκεται αυτή τή στιγμή, αλλά από τήν άλλη μεριά ήταν μαζί με τόν πιο γήινο και ειλικρινή τρόπο ρυθμικό σαν παιδικό όπως μόνο τά παιδιά έχουν θαυμασμό και έρωτα για τή στιγμή αυτήν που έχουν μπροστά τους τώρα μόνο

   όταν ήμουνα μικρή βλεπόμαστε συχνότερα, ερχόταν τότε στο εξοχικό που έμενα με τή μητέρα μου, και ήτανε συνδεδεμένος επίμονα έτσι με καλοκαιρινά πρωινά και με πανάλαφρα ξυπνήματα :

   άκουγα τή σιδερένια καγκελόπορτα τού κήπου να τρίζει, τό δωμάτιό μου ήτανε προς αυτή τή μεριά τήν έξω, και γνώριζα σχεδόν τό τρίξιμό της, έλεγα Αυτός πρέπει ναν’ ο Ιούλιος. (Είχε εξελληνίσει τ’ όνομά του, τί συμπαθείς άνθρωποι, πόσο προσπαθούσαν να ζήσουν όσο πιο ειρηνικά γίνεται). Μού ’χε δείξει τήν ταυτότητά του, στ’ αγγλικά τ’ όνομά του μεταφραζόταν σε κάτι σαν Τζουλ, κι από κει τό ’χε μεταφράσει στο ελληνικό πάλι Ιούλιος, αλλά δεν θυμάμαι τό πραγματικό του όνομα δηλαδή τής αφρικής πώς ήτανε, απ’ τό οποίο έγινε δύο φορές μεταφρασμένο κατά προσέγγιση. Αυτή η προσέγγιση είναι συνήθως αυθαίρετη. Τό αφρικάνικό του όνομα ήταν πάντως ήρεμο και άγνωστο. Άκουγα λοιπόν τήν καγκελόπορτα να τρίζει μ’ έναν αφρικάνικο μεγαλόπρεπο και μαζί συνεσταλμένο τρόπο, (σαν γκογκ και σαν καμπανάκι μαζί από τό ορατόριο τών χριστουγέννων) κι αμέσως μετά τά βήματά του και τά βήματα τής μάνας μου να βγαίνει στην μπροστινή βεράντα κι αμέσως μετά ακολουθούσαν εκείνα τά Καλώς τον, μπα, νά ο Ιούλιος, τί κάνεις Ιούλιε, πέρασε μέσα (πόσο ήμουν ευγνώμων στη ζωή τότε γι’ αυτές τίς καλοσυνάτες της μέρες) και θα άκουγα στη συνέχεια ταυτόχρονα τόν πήδο του στην μπροστινή βεράντα, απαξιούσε να πάει στην πόρτα και θα πήδαγε πάντα από τήν βεράντα σαν να ’ταν αυτό τό αποκορύφωμα τού μεγάλου του παιδιάστικου σοβαρού αφρικάνικου πρωινού και ταυτόχρονα με τά βήματά του και τίς δήθεν φοβισμένες φωνές τής μάνας μου (τό διασκέδαζε η χρονολουλού) Μή βρε παιδί μου θα σπάσεις κάνα πόδι τί κάνεις εκεί πώς πηδάς έτσι, ερχόταν για πρώτη φορά τότε κι η φωνή του, μ’ αυτόν τόν πήδο και τήν προσγείωσή του επιτέλους χαρούμενα στην βεράντα θα ερχόταν τότε για πρώτη φορά και η τολμηρή και συνεσταλμένη φωνή, Μέσα είναι η γρηά; Αυτό τό γρηά ήταν φοβερά συμπαθητικό κι ας ήταν αστείο, κι ήταν και φοβερά συγκινητικό, γιατί επέμενε να μιλάει στην αφρικάνική του διάλεκτο μ’ αυτό τό γρηά, και συγχρόνως δεν ήταν μόνο τό ότι τού θύμιζε τήν αφρική όταν τό ’λεγε, ένωνε κι εμένα με αυτήν τήν αφρική, και κατ’ αυτόν τόν τρόπο μέ έχριζε με κάποιον τίτλο πριγκηπικό ή αυτοκρατορικό, μέ στεφάνωνε με δόξες ανείπωτες και ανίδεες μέχρι τότε, μέ τιμούσε (αυτό ήταν κάτι που τό καταλαβαίναμε και οι δυο μας, αν και είχε προσέξει να τό εξηγήσει μ’ αυτήν τήν αλαζονεία του σε όλους) (δηλαδή και στη μάνα μου) ότι στην πατρίδα του τό γρηά είναι τό πιο ένδοξο και τιμημένο δηλαδή χαϊδευτικό που υπάρχει, τό λένε δηλαδή μόνο στον άνθρωπο που αξίζει και που αγαπάνε πάνω από κάθε τί άλλο, και τό ότι στην πατρίδα του τό λένε στα μικρά κορίτσια πολύ πιο πολύ, είναι η πιο χαϊδευτική κουβέντα για τά μικρά κορίτσια να τά πούνε γρηά. Έτσι, αυτό τό ξεκαθάρισε για να μήν υπάρχει απορία και μετά συνέχισε να τό λέει. Η μάνα μου φρόντιζε να τόν καθησυχάζει τότε, δήθεν με συγκατάβαση, λέγοντας Μέσα είναι, μέσα είναι, κοιμάται, και τότε, καθώς εγώ ετοιμαζόμουνα και ντυνόμουνα μέσα βιαστικά σιχτιρίζοντάς τον ελαφρώς γιατί μού χάλαγε και λίγο τό χουζούρι, ύψωνε τότε αυτός για πρώτη φορά τή φωνή, ήσυχος και ανακουφισμένος επιτέλους, γιατί όλα είχαν πάει επιτέλους τελείως καλά, και καμιά δυσάρεστη έκπληξη δεν τόν περίμενε στην εξόρμησή του : Κοιμάται; (με ένα μεγάλο θαυμαστικό.) Ακόμα; (Δύο θαυμαστικά.) Να τήν ξυπνήσεις (η έλλειψη πληθυντικού ήταν κατανοητή μόνο σ’ αυτόν. Η μάνα μου δεν θα τήν ανεχόταν δηλαδή σε άλλον και δεν είμαι σίγουρη ότι δεν μπορούσε να πει τόν πληθυντικό, αλλά δεν πρέπει να πήγαινε στους ρυθμούς τής ευγένειας που ένιωθε : κατά πάσα πιθανότητα στην αφρική ένας τέτοιος πληθυντικός πρέπει να είναι όντως γελοίος, και τιμούσε τήν μάνα μου μιλώντας της ειλικρινά αφρικάνικα, γιατί στο πανεπιστήμιο ήξερε να μιλάει λιμοκοντορίστικα στους καθηγητές, κι αυτό τό ξέρω καλά, αλλά συγχρόνως η μέρα που ερχόταν στην θάλασσα να μάς βρει ήταν και τόσο ευχάριστη, που δεν ήθελε να τή χαλάσει με κακές μεταφράσεις). Να τήν ξυπνήσεις λοιπόν. Δεν μπορεί να κοιμάται ακόμα, ακόμα κοιμάται η γρηά; (με μια μικρή ερώτηση και πολλά μαζί θαυμαστικά) τήν ίδια στιγμή που άκουγα τό σώμα του να βυθίζεται στη σεζλόνγκ. Να πέφτει μ’ έναν ρυθμικό βαρύ φιλικό κι απροσποίητο γδούπο. Κι όταν εμφανιζόμουνα αγουροξυπνημένη, και ήθελα να κάνω πρώτα καφέ πάντα εγώ έλαμπε τό πρόσωπό του, τί ωραίο να τό θυμάμαι, τήν ώρα που μού ’λεγε Νά η γρηά τί κάνεις γρηά ακόμα κοιμάσαι; Γελούσε ολόκληρος. Τί ωραίο που τό θυμάμαι.

   έφτιαχνα λοιπόν καφέδες κι ύστερα τούς πήγαινα στη βεράντα όπου καθόμαστε και τά λέγαμε. Θυμάμαι ότι κοιτούσε τή θάλασσα γερμένος πίσω σαν να ’ταν κάτι εντελώς οικείο, (να σημειώσω ότι ήταν όμορφος) αφημένος μέσα της, κι ότι μιλούσε πολύ συχνά, πάρα πολύ συχνά για τήν αφρική. Έτσι έχω μάθει διάφορες λεπτομέρειες. Επίσης άλλες φορές σώπαινε, και τότε κινιόταν μόνο πάνω στην καρέκλα ρυθμικά και μαζί αδιόρατα, ή μού διηγόταν τά λόγια και μού τραγουδούσε τά τραγούδια που λέγαν όταν ήταν παιδιά. Έτσι ξέρω διάφορες ας πούμε λεπτομέρειες. Αυτό που θυμάται κανείς όταν έχει ακούσει αφρικανούς να μιλάνε, είναι ότι στις αναμνήσεις τους πρωταγωνιστούν πάνω απ’ όλα γυναίκες : έτσι ξέρω και βλέπω διάφορες εικόνες, τά τραγούδια ας πούμε που λεν οι γυναίκες όταν λυώνουν τήν μπανάνα σε έναν κύκλο για να τήν ψήσουν, όταν φυλάνε τά μικρά παιδιά έξω απ’ τίς καλύβες και τραγουδάνε, και άλλα πολλά. Έχεις τήν αίσθηση ότι γι’ αυτά τά υπέροχα μαύρα σώματα, η γειτνίαση με τό σώμα τής μάνας τους ήτανε κάτι σαν μέρος τού χώματος, μαύρου, κόκκινου, ή τού κόκκινου ουρανού : και μπλε μαζί : Ενωμένα κουβάρι τά μαύρα τρυφερά μπαλάκια, με τά χεράκια όλο ν’ αγκαλιάζουνε και να ζητάνε, με τά δαχτυλάκια όλο να ψάχνουνε τρώνε γλείφουνε κυλώντας δώθε κείθε ανεξάρτητα και κολλημένα σαν εξάρτημα που ’χουν πάνω τους εκείνες θεόρατες θεόσοφες θεόμαυρες γήινες θεές, αυτές με τό γουδί και τήν μπανάνα τήν καλύβα και τό τραγούδι

σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
κένια – γιουγκάντα – τανζανιά
σίσι τουασά ιδιανέ

   και οι άντρες; πού ήτανε; Α, αυτοί, (έκανε μία κίνηση με τό χέρι σαν να πετάει κάτι – άχρηστο σχεδόν – πίσω του) αυτοί φεύγουνε πρωί–πρωί να πάνε δουλειά.

 

   τώρα στην γειτονιά που μένω υπάρχουνε πολλοί μαύροι με όλες τίς ηλικίες από γυναίκες μέχρι παιδιά : Είναι ντυμένοι με τά πολύχρωμα και έχουν κάτι μεγάλα άσπρα (ή κόκκινα) παλιά αυτοκίνητα : Τό καλοκαίρι μαζεύονται στο πάρκο σε παρέες στα παγκάκια και όρθιοι γιατί δεν έχουνε σπίτι δροσιά : Μια μέρα καθόμαστε μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα παγκάκι και είπαμε κάποια στιγμή κάτι για τό πόσο χαρούμενοι είναι ενώ λυπούνται και σκέφτονται κατά βάθος πάντα τήν αφρική, γιατί ποιός μπορεί να μην σκέφτεται πάντα τήν αφρική και μάλιστα σε μια χώρα ξένη που έχει πάρκα λίγα και μίζερα; μίλησα σιγά (όπως μιλάγαν και αυτοί) (χωρίς να μάς κοιτάζουν εφόσον είναι ευγενικοί και περήφανοι) αλλά όμως καταλάβαμε αμέσως ότι μόλις ακούσανε τή λέξη αφρική αυτοί (παιδιάστικα σαν τόν Ιούλιο) σώπασαν όλοι μαζί : ακριβώς με τόν ίδιο γδούπο που ένιωθε κι αυτός μερικές φορές (αλλά με τέτοια αίσθηση τού ρυθμού έπρεπε να τό περιμένω ότι θα είχανε φοβερό αυτί) και με τήν ίδια εκείνη άνεση (που δεν ήταν ούτε θάρρος ακριβώς ούτε φόβος αλλά μόνο αξιοπρέπεια) σώπασαν και μάς κοίταξαν φευγαλέα και αυτοί επίσης μόλις άκουσαν τή λέξη αφρική : Έπρεπε να τό καταλάβω ότι με τέτοια ικανότητα ήχων θα είχανε και φοβερό αυτί. Μού φαίνεται μάλιστα ότι μερικοί έχουνε κουβαλήσει και τίς γιαγιάδες τους εδωπέρα : σαν να μην μπορούν παρά να θέλουν ακόμα και σ’ έναν ξένο τόπο να βλέπουν μπροστά τους τό τραγούδι με τήν καλύβα : Είναι σκληρό όμως γι’ αυτές.

   λοιπόν, τί σημαίνουν για τίς γυναίκες τά τραγούδια και τί σημαίνει ειδικά να τά τραγουδάνε όταν είναι μεγάλης μάλιστα ηλικίας, θεόρατες θεόσοφες και όμως παιδιά μέσα σ’ ένα (ατέλειωτο) καλοκαίρι; Πρέπει τώρα να γυρίσω δηλαδή σ’ αυτό που ήθελα να πω στην αρχή

 

απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα (βιογραφίες αγνώστων)

.

.

άλλα στο περιοδικό στάχτες :
«ο πιτσιρικάς στην κομμούνα» τεύχος 25 / 2009,
«βιογραφίες αγνώστων / κινέζοι»
τεύχος 23 / 2009

.

.

.

Μαρτίου 18, 2013

μεσολόγγι και ενδοαλβανικά : αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν

.

.

  

.

.

   Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν, μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι; – Μηδέ σε γάμο ρίχνονται μηδέ σε χαροκόπι : η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με ’γγόνια : Ωραία ήτανε λοιπόν τά πράγματα : διότι αρβανίτισσες ή ξε-αρβανίτισσες (γιατί και η λασκαρίνα και η τζαβέλαινα ήταν κι αλλόφυλες κι αλλόγλωσσες και δεν μπορεί να σβήσει αυτό από τή βιογραφία τους με τίποτε) πήγαιναν πάντως με τήν ιδέα τους ότι είμαστε ελεύθερες : οι ιδέες δεν ανήκουν στις γλώσσες βλέπετε : ή μάλλον (για να τό πούμε σύμφωνα με τόν αμερικανό) οι ιδέες οι βασικές είναι ενσωματωμένες σε όλες τίς γλώσσες : Από πάνω απ’ τή βάση αυτή δηλαδή  χτίζονται ύστερα τά οικοδομήματα τά πολλά και διάφορα : και επικοινωνούμε μ’ αυτά και μ’ αυτά κάνοντας τότε τούς μικρούς πήδους τής καλής μας προαίρεσης : (όπως πήδαγαν από πάνω από τό τειχαλάκι στο μεσολόγγι οι αρβανίτες οι απέναντι : ) Διότι έτσι γίνονται οι επικοινωνίες : Μ’ αρέσει πολύ η ιστορία αυτή με τό τειχαλάκι :

   Είναι πολύ γνωστό, για ν’ αρχίσουμε δηλαδή από τήν αρχή, ότι ήταν τόσο πολλοί οι αρβανίτες που πολεμούσαν μαζί με τούς έλληνες εναντίον τούρκων και κοτζαμπάσηδων ώστε πολλές φορές λέγεται ότι τά παραγγέλματα στα μπουλούκια τους οι κλέφτες (κι οι αρματωλοί κι οι οπλαρχηγοί και όλοι) τά δίνανε στ’ αρβανίτικα – είναι επίσης γνωστό ότι όλοι οι έλληνες ξέραν τότε αρβανίτικα για να μπορούν να συνεννοούνται μ’ ένα μεγάλο μέρος που μιλάγαν έτσι σ’ αυτόν τόν στρατό : δεν ήταν ακριβώς δηλαδή ξένη γλώσσα. Μού είχε φανεί λοιπόν ιδιαίτερα χαριτωμένο ένα επεισόδιο που αναφέρεται στα σχετικά με τήν άλωση τού μεσολογγιού χρονικά :

   Οι τούρκοι είχαν κι αυτοί στα στρατά τους αρβανίτες, μωαμεθανούς όμως αυτούς, τούς λεγόμενους τουρκαλβανούς : να προσέξουμε βέβαια εδώ τή διαβάθμιση τών δύο λέξεων – πόσο δηλαδή η λέξη αρβανίτες [που πηγαίνει βέβαια, είναι εύκολο να τό δείτε αυτό, σε μια συμφωνία σχεδόν απόλυτα κανονική και με τό μωραΐτες τό συντοπίτες και άλλα πολλά] σαν να χαϊδεύει λεκτικά (και μάλιστα στο κεφάλι) μόνο εκείνους που πολεμάν μαζί με τούς έλληνες : όσοι βρίσκονται απέναντι δεν παίρνουν αυτό τό, ασήμαντο θα ’λεγε κανείς εκ πρώτης όψεως, χαϊδευτικό : είναι τουρκαλβανοί δεν έγιναν όμως ποτέ τουρκαρβανίτες. (Βέβαια, δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί, τήν μεγάλη αξία τών χρονικών, όλα τά χρονικά τά σχετικά με τήν πολιορκία τού μεσολογγιού είναι υπέροχα : ήταν τυχεροί όταν είχαν να φάνε ψωμί με σκόρδο : φτάσαν να τρώνε ποντίκια, αλλά και τούς νεκρούς τους τέλος). Τά βράδυα λοιπόν που κοιμόντουσαν στα διαλείμματα τής μάχης κάτω από τό τειχαλάκι αυτό (τό οποίο προστάτεψε ολόκληρη πόλη ένα τόσο μεγάλο διάστημα – και μάζεψε και ακτιβιστές απ’ όλον τόν κόσμο, ποιητές και ζωγράφους και μουσικούς, που ήρθαν να μπουν εκειμέσα για να σκοτωθούν εν πολλοίς – σήμερα η πόλη αυτή πού λέγεται επισήμως ιερή στην ελλάδα είναι μια πολύ όμορφη πόλη με μια λιμνοθάλασσα κι έχει ένα πολύ ειρηνικό και πολιτισμένο κλίμα, όπου μπορεί να τριγυρίσει κανείς στις επάλξεις εκείνου τού μικρού τείχους και να δει και τά αγάλματα και τίς ταφόπλακες που γίναν για όλους εκείνους τούς ξένους που αφήσανε τήν ειρηνική σουηδία τους και τήν δανία τους τήν αγγλία τήν γερμανία και τήν φιλανδία τους για νά ’ρθουν να πεθάνουν εκεί) τά βράδυα λοιπόν που οι πολεμιστές κοιμόντουσαν τυλιγμένοι στην πατατούκα τους κάτω από τό ασήμαντο αυτό τειχαλάκι, όσο μπορούσαν στα διαλείμματα τής μάχης, γινόταν κάτι που τό βρήκα πολύ χαριτωμένο (από γλωσσικής απόψεως) : (απ’ τήν άλλη μεριά εννοείται ότι κοιμόντουσαν εξίσου κουρασμένοι και οι τούρκοι και οι τουρκαλβανοί). (Τί γοητευτικός ύπνος που τόν χώριζε ένα τοιχαλάκι, σαν να ’ταν στο ίδιο σπίτι όλοι και κοιμόντουσαν μόνο σε διαφορετικά ας πούμε δωμάτια, κι είχαν διαφορές μεταξύ τους, όπως πάντα οι οικογένειες, και μισούσαν ο ένας τόν άλλον, και μες στον ύπνο τους βλέπανε εφιάλτες, και παραμιλούσαν βριζόμενοι – και ξυπνούσαν καμία φορά ο ένας τόν άλλον, καθώς η φωνή απ’ τό όνειρο τού ενός ξύπναγε καμία φορά απ’ τά όνειρά του τόν άλλον) : συνέβαινε λοιπόν τό εξής, που αναφέρεται ως γεγονός, και που έκανε τούς έλληνες να διασκεδάζουν ιδιαίτερα : τό βράδυ μες στην ησυχία τής νύχτας οι αλβανοί απ’ τή μεριά τού μεσολογγιού προκαλούσαν βρίζοντας και ειρωνευόμενοι τούς αλβανούς απ’ τή μεριά τών τούρκων : ήταν δε τόσο αποτελεσματική η γλώσσα τους τό χιούμορ τους και η πειθώ τους, ώστε πολλές φορές μες στη διάρκεια τής νύχτας ακουγόντουσαν οι βροντεροί γδούποι απ’ τά κορμιά που τσαντισμένα και φιλοτιμημένα σκαρφαλώνανε τό τειχαλάκι απ’ τήν μεριά τών τούρκων και πέφτανε προς τήν μεριά τήν ελληνική μες στην πόλη που πολιορκούσαν πιο πριν, και γινόντουσαν έτσι από πολιορκητές μελλοθάνατοι : Μέ γοήτευε πάντοτε αυτή η ρητορική τών κλεισμένων αλβανών μες στην πόλη : κι εξάλλου είναι γοητευτική αυτή η ιστορία και ως προς τό ότι οι τουρκαλβανοί, ακόμα κι αν δεν πείθονταν, πιάναν τήν κουβέντα με τούς αρβανίτες τής μέσα μεριάς, και αλληλοβριζόντουσαν : τί γοητευτικοί καυγάδες μέσα σε μια οικογένεια, και τά δωμάτιά της

 

                                       μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι

   ένας έλληνας ποιητής, ξέροντας τίς ιστορίες με τ’ αρβανίτικα κεφάλια (θεωρούνται πολύ πεισματάρηδες οι αλβανοί στην ελλάδα) και βέβαια έχει τή σημασία του τό ότι ακριβώς ήταν αρβανίτικα τά κεφάλια που εντούτοις μεταστρέφονταν μέσα στη νύχτα (και πηδάγανε τό τειχαλάκι), ξέροντας λοιπόν ένας τελείως σουρεαλιστής κιόλας (που θα μπορούσε δηλαδή άνετα να αυθαιρετεί πηδώντας από δω κι από κει) αυτά που γινόντουσαν με τά αρβανίτικα κεφάλια και τίς φωνές τους και τόν ορυμαγδό μες στη νύχτα έγραψε ένα ποίημα στο οποίο συνδυάζονταν διάφοροι άνθρωποι που πολεμήσανε από δω κι από κει (τού άρεσε πολύ και ο μπρετόν και ο ρεμπώ μαλλαρμέ αυτουνού) και εκεί αναφέρει κάποια στιγμή τό πρόσταγμα «πυρ» στ’ αρβανίτικα εξηγώντας ότι σήμαινε απλώς:

                                  βρας, αλβανιστί φωτιά

   θέλοντας έτσι, ακόμα δηλαδή κι ένας ρομαντικός άνθρωπος όπως είναι κατά κανόνα οι ποιητές να επιβεβαιώσει κι αυτός ότι πολλές φορές οι οπλαρχηγοί τά πολεμικά τους συνθήματα τά φώναζαν κατευθείαν στ’ αρβανίτικα – γιατί τόσοι πολλοί ήταν οι αρβανίτες δηλαδή στα μπουλούκια τους – και οι έλληνες απ’ τήν άλλη μεριά ξέραν τή γλώσσα : όταν μιλάς ελληνικά (έχω εγώ τήν εντύπωση) μαθαίνεις πολύ εύκολα και τίς άλλες γλώσσες : νομίζω ότι είναι ακριβώς τό ίδιο όπως όταν μιλάς αφρικάνικα : πρέπει να έχει να κάνει με τό άπλωμα τών φωνηέντων και τήν ηπιότητα τών συμφώνων που απλώνεται εν γένει στους ήχους σου όταν μιλάς

Απρίλιος 19, 2011

for eliza : too much smoke

    

 

   σήμερα σελίδες από μυθιστόρημα :

   όλα ξεκίνησαν εκείνο τό βράδυ επειδή η λίζα (ως γνωστόν αυτό τό χαϊδευτικό στην ελισάβετ τής τό ’χω δώσει εγώ) άναβε τό ’να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο (είχαμε βέβαια να ειδωθούμε καιρό και τό ’χα ελαφρώς ξεχάσει) : πολύ καπνίζεις, τής είπα, κάνε και λίγο κράτει : ξέρω ότι οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, αλλά η συγκεκριμένη μπορεί να σώσει και καμιά ζωή

   μην μιλάς σαν να ’σαι και γονιός μου γαμώτο, είπε εκείνη και στρογγυλοκάθισε. Εμένα εξάλλου μού ’χει σώσει τή ζωή τό τσιγάρο, τό ξέρεις αυτό; 

   υπερβολές, είπα, σαχλαμάρες

   ναι, είπε, εγώ μόνο μια σφαλιάρα έχω φάει στη ζωή μου, κι αυτό ακριβώς επειδή ήμουνα χαζή, και ηλίθια, και δεν ακολουθούσα τούς κανόνες, κάπνιζα επιπλέον πολύ

   μέ κοίταξε καλά–καλά, κι εγώ ως συνήθως στρογγυλοκάθισα (τρελαίνομαι ν’ ακούω ιστορίες και ειδικά τίς δικές της, και να τής τίς κλέβω κιόλας, ευσχήμως όμως και δημιουργικά εννοείται, είναι μέρος τής δουλειάς άλλωστε τά υλικά – αλλά κατά βάθος τήν κολακεύει αυτό και πιστεύω άλλωστε ότι γι’ αυτό θέλει τόσο πολύ και να μού μιλάει) : άντε λέγε, τής είπα.

   ε, είπε ευχαριστημένη κι έπιασε και τό ποτήρι της, έτσι είναι :

   όταν άρχισαν οι φασαρίες είπαμε ότι δεν πρέπει, όταν θα μάς παν μέσα, να καπνίσουμε για να μην δείξουμε ότι τό χρειαζόμαστε (δηλαδή τό κάπνισμα) τόσο πολύ : δηλαδή αυτό με τό τσιγάρο που σού λέω τώρα έχει μεν πολλή πλάκα, αλλά είναι και σοβαρό : μού ’χει σώσει εμένα τή ζωή τό τσιγάρο, τό πιστεύω απόλυτα αυτό που σού λέω : η ρέα βέβαια μού τό ’χε πει από τήν αρχή ότι μπορεί να μέ κρατάγανε μέσα για λίγο και να μην τρομάξω – λοιπόν μόνο μετά από καιρό και σκέψη πολλή κατάλαβα ότι τή γλίτωσα γιατί καταβάθος δεν μπόρεσα να μείνω χωρίς να καπνίσω ούτε στιγμή : πρέπει να μέ θεώρησαν επομένως εντελώς ακίνδυνη και άσχετη – γιατί βλέπεις κάπνισα αρειμανίως : βέβαια, ξέραμε ότι θα μάς αφήνανε να περιμένουμε ώρες, αυτό δεν μού ’κανε εντύπωση : δεν μπορώ να σού πω ακριβώς τώρα πώς μού φάνηκε εκείνη η καινούργια η ασφάλεια που δεν ήτανε η μπουμπουλίνας, και τί χρώμα και μυρωδιά και τί αίσθηση είχε γιατί θα χρειαζόμουνα τόμους σαν εκείνους τού προυστ, θα στο διηγηθώ όμως με πολύ λίγα λόγια γιατί ήταν από μια άποψη και εντελώς λιτό και ξεκάθαρο : εξάλλου αυτό τό άσπρο χαρτί κάτω απ’ τήν πόρτα που μάς είχανε στείλει, με όλη του τήν εξωτερική και απαίσια μυρωδιά – μάς φαινότανε, είμαι σίγουρη σε όλες μας, σαν φιλοφρόνηση, τό πιο άγριο πτυχίο που μάς είχανε δώσει ποτέ, τά πιο συνταρακτικά για όλους μας (και με κατεβασμένα τά μούτρα τών άλλων, γιατί όλες είμαστε καλών οικογενειών όπως καλά ξέρεις – ξέρω καλά, είπα) λοιπόν, είπε, συγχαρητήρια :

   βέβαια εγώ σκεφτόμουνα συνεχώς τίς συμβουλές που μού είχανε δώσει και τίς προειδοποιήσεις τους : δεν είχα σκοπό καταρχάς να διαφέρω – λοιπόν μέ αφήσανε να περιμένω όπως έπρεπε καμιά ώρα σε κείνον τόν διάδρομο που είχε έναν πάγκο μακρύ, και είμαι σίγουρη ότι είχα πάρει ύφος πολύ σκληρό, όπως συνήθιζα άλλωστε τότε, και χωρίς να τό καταλάβω άναψα ένα τσιγάρο σχεδόν αμέσως : ύστερα, μόλις τό κατάλαβα, έκανα μέσα μου τήν κατασκευή ότι πολύ καλά φερόμουνα διότι δεν ήθελα να φανεί αργότερα ότι μού λείπει : τό έκανα λοιπόν τό πραξικόπημα ενάντια στις διδαχές τους (εξάλλου τό χρειαζόμουνα : δεν υπήρχε λόγος να περάσω τά δύσκολα που θα ακολουθούσαν μετά, σκεφτόμουνα, έχοντας συγχρόνως και τήν επιθυμία αυτή να μέ δέρνει) : τό άναψα λοιπόν τό τσιγάρο ξεχνώντας αμέσως όλες τους τίς συμβουλές – και ούτε ίχνος ενοχής δεν είχα που τούς παράκουσα : ήμουν άλλωστε τελείως μόνη, δεν ακουγόταν τίποτα και είχα απλώς τήν υποψία ότι μπορεί και να μέ παρακολουθούνε από καμιά τρύπα στον τοίχο δεν ξέρω δηλαδή ακριβώς κιόλας τί είχα πάθει : νομίζω ότι ο οργανισμός εκκρίνει κάποιο ναρκωτικό σ’ αυτές τίς περιπτώσεις

   έβαλε ένας μέσα τό κεφάλι του μετά από ώρα, ένας λέρας απ’ αυτούς με τίς καμπάνες και τήν λερωμένη φάτσα και μέ κοίταξε κι ύστερα έφυγε : τόν κοίταξα κι εγώ καλά–καλά (εκείνη τήν ώρα κάπνιζα τό δεύτερο ή τό τρίτο τσιγάρο δεν θυμάμαι κιόλας ακριβώς τίς λεπτομέρειες – και τά πέταγα όλα τους κάτω – θυμάμαι πάντως ότι είχα σκεφτεί Δεν έχουν τασάκι και έχει γούστο να μού πουν ότι τούς λερώνω τό πάτωμα και να πιαστούν δήθεν ότι θυμώνουνε απ’ αυτό) όμως ένιωσα και μια σχετική απογοήτευση που δεν μέ κοιτάζανε από τίποτα μυστικά τζάμια – εξάλλου ήμουνα φυσικά τόσο ηλίθια που είχα τήν διάθεση να τού τό πω κιόλας δεικτικά «θα περιμένω κι άλλο ακόμα;» αλλά ευτυχώς κρατήθηκα : πιστεύω δηλαδή ότι κάνοντας τήν άνετη ξέχυνα μέσα μου τό ναρκωτικό μου για να μη μέ πιάσει ο φόβος

   πάντως διατηρούσα και τή διαύγεια να καταλάβω ότι ήτανε ελαφρώς χειροτεχνική η κατάσταση. Ή μήπως τή διατηρούσαν έτσι επίτηδες, ώστε να σού δημιουργήσουν μια οικειότητα, ότι τίποτα δεν είναι δήθεν περίεργο, και μετά ξαφνικά να στη σπάσουν, και τά περίεργα να σέ τσακίσουν μετά εντελώς; Μού έκανε πάντως εντύπωση που ήρθε ο ίδιος ακριβώς λέρας να μέ φωνάξει να πάω μέσα : μά, σκέφτηκα, δεν έχουνε άλλον υπάλληλο; σαν να ’ταν έρημο τό κτήριο φαινότανε : σχεδόν δεν μού μίλησε, μού φερόταν σαν να ’μαι κανένα σκυλί : τόν ακολούθησα και άνοιξε μια πόρτα (σαν από μόνη της, σαν να ’ταν από τήν σπηλιά τού αλή–μπαμπά) και μπήκα σ’ ένα δωμάτιο κανονικό και με φως αρκετό :

   βέβαια ήταν περίεργο να τό ονομάζεις κανονικό αυτό τό δωμάτιο, αλλά δεν θα μπορούσε να ’ναι και κανονικότερο : ακριβώς δημοσιοϋπαλληλικό σαν μιας εφορίας, ανάλογα δηλαδή με τά πράγματα που είχε μέσα. Και ήταν ένας χοντρός με πρόσωπο εξαιρετικά ασήμαντου, και δύσμορφου σχεδόν πίθηκου, αυτός που καθότανε πίσω από τό γραφείο : ήταν ο ασφαλίτης που είχαν ορίσει για μένα και ξέραμε τό όνομά του από τό χαρτάκι που  είχανε στείλει, τό είχαμε συζητήσει όλες δηλαδή μεταξύ μας ότι δεν ήταν από τούς πρώτους και από τούς καλύτερους (αυτό πρέπει να πω ότι ελαφρώς μέ πείραξε) είχε λοιπόν τ’ όνομά του γραμμένο σε ένα μαύρο ξύλο μπροστά : και μιλούσε στο τηλέφωνο πολύ δυνατά τήν ώρα που μπήκα, και κάποιος άλλος μέ έβαλε να καθίσω σε μία καρέκλα στο γραφείο μπροστά, και ήταν περίεργη η απόστασή της ήθελα να τήν κουνήσω αλλά δεν τόλμησα, είχε μια απόσταση από τό γραφείο και μια απόσταση από τόν τοίχο πιο πέρα και ήμουνα ξεκάρφωτη εντελώς εγώ εκειπέρα στη μέση : και τότε έκανα κάτι που δεν μπορώ να τό πιστέψω ούτε σήμερα ακόμα, κάθισα σταυροπόδι και άναψα τσιγάρο : αυτός συνέχιζε να φωνάζει έξαλλος στο τηλέφωνο κάτι είχε εναντίον τής κόρης του, και μού φάνηκε τελείως αντιεπαγγελματικό και πρόχειρο, τήν ώρα που ήταν να μέ ανακρίνει να έχει οικογενειακό τηλεφώνημα, κάτι έλεγε ίσως με τήν γυναίκα του, ή μιλούσε ίσως με κάποιον άλλον συγγενή, οπωσδήποτε όμως κατάλαβα ότι μιλούσε για τήν κόρη του και φώναζε με άγριο ύφος κοιτώντας με κιόλας, αλλά χωρίς να μέ χαιρετήσει που μπήκα, Θα πάρω τό μπιστόλι εγώ άμα η κόρη μου εμένα τολμήσει να μού κάνει τέτοια δεν τά ανέχομαι αυτά εγώ και θα τής τινάξω τά μυαλά στον αέρα, και εγώ τόν κοιτούσα και κάπνιζα και μέ κοιτούσε κι αυτός και κάποια στιγμή μάλιστα έσπρωξε μ’ έναν ήπιο τρόπο ένα τασάκι προς τό μέρος μου ίσια με τά δάχτυλά του προς τή μεριά μου, και στο τέλος έσβησα τό τσιγάρο και ύστερα τελείωσε και τό τηλεφώνημα (δεν θα άναβα άλλο τσιγάρο : στο λέω να ησυχάσεις) σταύρωσε λοιπόν τά χέρια του πάνω στο γραφείο και μέ κοίταξε ήρεμα και είπε Δεν μού λες τί είναι αυτά εδωπέρα που έχουμε Ελισάβετ; (ένα από τά γελοία που είχανε, και τό είχαμε συζητήσει κιόλας όλες, ότι θα σού μιλούσαν δηλαδή στον ενικό δήθεν ότι τά ξέραν όλα για σένα, αλλά με τό όνομα που έγραφε η ταυτότητα μόνο : δεν ξέραν τά παρατσούκλια οι ηλίθιοι)  σκύβοντας λοιπόν τότε λίγο προς τά πόδια του που δεν τά έβλεπα κιόλας, εμφάνισε σαν ταχυδακτυλουργός ένα χαρτονένιο πράγμα ξεθωριασμένου χρώματος κίτρινου ή ροζ από κάτω από τό γραφείο του ή πάνω από τά γόνατά του πολύ φτενό, πάρα πολύ λεπτό πράγματι : μού κόπηκε η ανάσα όταν σκέφτηκα με πολύ καμάρι ο φάκελος ο φάκελός μου έχω φάκελο που είναι μόνο δικός μου και γι’ αυτό είναι τόσο λεπτός – ένιωσα δηλαδή μια ευχαρίστηση που ήταν πολύ όμοια με περηφάνεια για τό γεγονός ότι δεν υπήρχε οικογενειακός φάκελος και ξεκινούσανε όλα από μένα (και οι άλλες όμως έτσι νιώθαμε οι περισσότερες), αλλά όταν τόν άνοιξε είχε κάμποσα χαρτιά μέσα, αυτό τό κατάλαβα, αλλά δεν έβλεπα από κει και καλά (προσπάθησα μού φαίνεται να δω κάπως καλύτερα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν εκείνο τό χαρτί δηλαδή ήταν δικό μου ή τό ’χε γράψει άλλος) αλλά αυτός τώρα φαινόταν πολύ θυμωμένος και ξεχωρίζοντας αυτό τό χαρτάκι από τά υπόλοιπα (τό είχε και πάνω–πάνω) μού είπε Τί είναι αυτά εδώ Ελισάβετ; – ήταν πολύ θυμωμένος και δεν καταλάβαινα τίποτα, ώσπου άρχισε να διαβάζει (είχε κι ένα ηλίθιο ύφος όπως οι δάσκαλοι που απαγγέλλουν στο δημοτικό) : Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών – ήταν τό ψήφισμά μας, θυμάμαι ότι ήμουν σε μεγάλη φόρμα και είχα πει τής ρέας άσε θα τό γράψω εγώ και κείνη συγκατένευσε και στο κάτω–κάτω θα τό ελέγχανε όλες μετά, εξάλλου ξέραμε, τό ύφος τών πραγμάτων που λέγαμε ήταν σαν ενιαίο, μιλάγαμε ο καθένας με τό ύφος του αλλά σαν να μιλάγαμε με τόν ίδιο μουσικό τόνο όλοι μαζί : κι έτσι είχα απομακρυνθεί θυμάμαι για λίγο μέσα στο πλήθος που σπρωχνότανε πάνω εκεί που ο ήλιος ήτανε τόσο ζεστός σ’ ένα πεζούλι να γράψω γιατί ήμουν σε φόρμα και μού ’χε έρθει αυτή η πρόταση Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών, και μού είχε φανεί πολύ ωραία αρχή (αλλά ήμουν και σίγουρη ότι όλοι θα τό αρχίζαμε έτσι) και – αυτό τό θυμάμαι καλά – ένιωσα κάποια στιγμή κάποιον να σκύβει από πάνω μου ενώ στριμωχνόντουσαν γύρω μου όλοι φωνάζοντας και γινόταν χαμός, κι ένιωσα έναν με προσοχή αδιάκριτη που μέ ενόχλησε, να σκύβει να δει ακριβώς τί θα γράψω και εκνευρίστηκα : (γιατί πάντα μ’ εκνευρίζει αυτό, δεν μπορώ να μέ κοιτάν όταν γράφω) (αλλά καμιά φορά δεν τό λέω όταν είμαι με φίλους) (όμως εκείνη τή φορά τό είπα γιατί μέ εκνεύρισε) και γύρισα λοιπόν και τόν είδα, ήταν ένα πρόσωπο άγνωστο απ’ αυτούς που δεν τούς ξέραμε και εγώ δεν τόν είχα ξαναδεί κι όχι μόνο κοίταζε με περιέργεια αλλά τό ύφος του δεν ήταν καν φιλικό, σαν να ήταν απλώς και μόνο περίεργος : και σταμάτησα και τού είπα Σέ παρακαλώ κάνε παραπέρα λιγάκι γιατί δεν μπορώ να γράφω άμα μέ κοιτάνε, και μέ κοίταξε μ’ ένα άχρωμο ύφος κι απομακρύνθηκε σα δυσαρεστημένος κιόλας : κι εκειπέρα σκέφτηκα «λοιπόν νά που μπορεί να ήταν χαφιές, νά που κάποιος εκειπάνω ήταν χαφιές, τό ψήφισμα αυτό ήτανε τής σχολής, πού τό ξέρουνε αυτοί ότι τό ’χα γράψει εγώ», και ήτανε μια σκέψη που μού έφερε μεγάλη αμηχανία, «είχαμε χαφιέδες λοιπόν στην ταράτσα» και ήταν, τό ήξερα ότι ήταν, απ’ αυτές τίς σκέψεις που όταν τίς έλεγα δυνατά στις άλλες σαν να ανέφερα κάτι περίεργο, όλες μαζί θα μού λέγανε γελώντας, Τί λες ρε επιτέλους, σοβαρά, τό κατάλαβες; αλλά εκείνη τήν ώρα τό σκεφτόμουνα μόνη μου με όλη τήν άνεση και μπορούσα να τό σκέφτομαι συνέχεια, και συγχρόνως δεν μπορούσα να καταλάβω καλά και τόν θυμό του αυτουνού : γιατί τό κείμενο δεν έλεγε και τίποτα περίεργο, αλλά σκεφτόμουνα Είχαμε ακόμα και στην ταράτσα χαφιέδες λοιπόν, και τά παρακολουθούσανε όλα, δεν τούς ξεφεύγει λοιπόν τίποτα
   όμως αυτός φαινότανε πολύ θυμωμένος και τό ’λεγε και τό ξανάλεγε, και τό διάβαζε απαγγέλλοντας : κι ύστερα ξαφνικά δεν κατάλαβα πώς, μες στο δωμάτιο ήταν κι άλλες φωνές και γύρισα, πρέπει να ’μουν κατάπληκτη, γιατί είδα ότι είχαν μπει απ’ τήν πόρτα πάρα πολλοί, κάτι περίεργο είχε συμβεί σ’ εκείνην τήν πόρτα και σ’ αυτό τό δωμάτιο κι ενώ δεν άκουσα θόρυβο ίσως ή δεν τήν είδα ν’ ανοίγει (αν και βέβαια κοιτούσα συνέχεια μπροστά προς αυτόν) εκείνη τή στιγμή γύρισα προς τήν πόρτα κι ήταν ένα μπουλούκι πάρα πολλοί εκεί, κι ήταν περίεργος ο τρόπος όπου στεκόντουσαν, ήτανε λίγο σαν σκηνογραφία μιας όπερας : λίγο σαν χορωδία ήτανε όλοι μαζί, γιατί ήταν μαζεμένοι τριγωνικά στο άνοιγμα τής πόρτας και άφηναν ένα τεράστιο κενό στο υπόλοιπο δωμάτιο, ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν, ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μάς, και μάς κοιτάζανε – και συγχρόνως είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν όλοι στριμωγμένοι εκεί πέρα : και τούς κοίταξα για λίγο, δεν ξέρω τί ύφος είχα αλλά τούς κοίταξα, κι ύστερα κοίταξα πάλι αυτόν, και τότε αυτός έκανε κάτι πολύ καταπληκτικό, κινήθηκε με φοβερή δηλαδή και σχεδόν αναπάντεχη ευελιξία για τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο και έκανε μια πιρουέτα γύρω από τό γραφείο του και προς τ’ αριστερά και πριν προλάβω καν να καταλάβω τί θα γίνει ή τί γίνεται, έδωσε μια στην καρέκλα του πίσω και όρμησε προς τό μέρος μου προς τά μπροστά, κι αφού πρώτα έστριψε κυκλικά, με μια φοβερή ταχύτητα για έναν τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο, τινάχτηκε από τή θέση του ήρθε στη θέση μου και μού έδωσε με τό δεξί του χέρι ένα χαστούκι (τώρα υποθέτω με βάση τήν εικόνα τής σκηνής αυτής ότι ήταν τό δεξί του τό χέρι, τότε δεν τό σκέφτηκα ή δεν τό κατάλαβα) αρκετά δυνατό για να μέ πετάξει κάτω από τήν καρέκλα (προς τά δεξιά, εκεί που ήτανε τό καλοριφέρ και επίσης πιο πίσω ήταν ένα τελείως σκοτεινό παράθυρο) και να πετάξει και τά γυαλιά μου κάτω με τήν ίδια κίνηση στο πάτωμα, σχεδόν κάτω από τό καλοριφέρ αυτά, και μού φάνηκε τόσο μικρό, αν και αναπάντεχο αυτό, και τόσο ελάχιστα αιτιολογημένος ο θυμός του (κι ακόμα δεν άντεχα να μην σκέφτομαι από μέσα μου ότι δεν ήτανε πραγματικά θυμωμένος κι ότι έπαιζε απλώς θέατρο) αλλά συγχρόνως όπως είχα πέσει πλαγίως προς τό καλοριφέρ κι έψαχνα να βρω τά γυαλιά μου κι έλπιζα ότι δεν θα μού απαγορέψουνε τώρα να τά φορέσω (τό να μη βλέπω καλά θα μ’ ενοχλούσε αφόρητα, ήθελα τουλάχιστον να ξέρω τί θα κάνανε όλοι και τί γίνεται), αλλά είχα κιόλας τήν αίσθηση ότι μπορεί όπως ήμουν πεσμένη να μού δώσει και μία κλωτσιά κι από πίσω, διότι ποιος ξέρει τί άλλο σκεφτόταν εκείνος ο άνθρωπος με τό ελάχιστο μυαλό που είχε μέσα στο γοριλίσιο κεφάλι του που από πίσω ήταν κομμένο σαν τού νεάντερταλ, αλλά όλ’ αυτά δεν ήταν καθόλου σημαντικά κι ας κάνω τόση ώρα να στα πω, τό σημαντικό ήταν άλλο : ότι με τήν ξαφνική του αυτή πιρουέτα κι επίδειξη ευλυγισίας και τό χαστούκι, μού ήρθε μια φοβερή επιθυμία να γελάσω : εκεί ακριβώς ήτανε που φοβήθηκα, και ευτυχώς που είχα πέσει κάτω και ήμουνα στραμμένη προς τόν τοίχο κι έψαχνα και για τά γυαλιά μου, για να μπορέσω να συνέλθω πρώτα λίγο  γιατί αν τυχόν (έλεγα από μέσα μου) σκάσω χαμόγελο θα πεθάνω τώρα εδωμέσα, ποιος ξέρει τί θα γίνει αν βάλω τά γέλια, και προτίμησα να σκέφτομαι ότι μπορεί να φάω καμία κλωτσιά στον πισινό για να φοβηθώ και να σοβαρέψω (όχι ότι δεν φοβόμουνα όλη τήν ώρα αυτή, αλλά να φοβηθώ έτσι που να μην μού ’ρχεται να γελάσω) : τότε ακριβώς μού ήρθε μια νέα διάθεση για γέλια καθώς σκέφτηκα ότι έτσι όπως ήταν ο κώλος μου γυρισμένος προς τό μέρος τους ήταν σαν έτοιμος σαν τουρλωμένος και έτοιμος για κλωτσιά : τότε ο τρόμος μέ συνέφερε καθώς σκέφτηκα ότι αν γελούσα αυτό θα ήταν τό τέλος μου, και σκέφτηκα εκειπάνω σκηνές θανάτου για να συνέλθω περισσότερο, και γύρισα όσο μπορούσα πιο ήρεμα και κάθισα ξανά στην καρέκλα και φόρεσα και τά γυαλιά μου κι ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη ότι θα μπορέσω να κρατηθώ και δεν θα σκάσω κανένα χαμόγελο έτσι που κοιταζόμαστε πάλι ήσυχα σαν τίς κουμπάρες ο καθένας στο κάθισμά του ύστερα απ’ αυτό τό σύντομο ιντερμέτζο τής δήθεν βίας, λες και δεν ήξερα ότι αυτό δεν ήτανε τίποτα

   κι αυτός είχε σταυρώσει πάλι τά χέρια του και μέ κοίταζε σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα, λες και τό ονειρεύτηκα : προσπάθησα τότε να μην σκεφτώ τήν εικόνα του να κάνει τόν ακροβάτη σε τσίρκο (αλλά αυτό ακριβώς σήμαινε ότι τήν είχα ήδη σκεφτεί κι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο) και σκέφτηκα θυμάμαι πολύ θυμωμένη «Τί θα γίνει λοιπόν νευρικό είν’ αυτό κατά βάθος, θα πεθάνω για μία βλακεία εδώ μέσα;» και δεν χρειάστηκε να πολεμήσω περισσότερο γιατί μέ έσωσε τότε, από κείνη τή στιγμή και μετά, αυτή η φασαρία που ξέσπασε από τ’ αριστερά : γιατί μόλις αυτός έκανε τήν πιρουέτα του ξαναγύρισε αμέσως και κάθισε (κι αυτό ήταν τό πιο αστείο) με σταυρωμένα πάλι τά χέρια και κοίταζε τήν καρέκλα μου ίσια μπροστά του ανέκφραστος, μέχρι να ξανακάτσω κι εγώ (και είναι βέβαια περίεργο πώς μπορεί πεσμένη να τόν είχα δει να ξαναγυρίζει στην καρέκλα του, αλλά έχω τήν εντύπωση ότι τόν είδα τήν ώρα που έψαχνα για τά γυαλιά μου συγχρόνως) και η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν λοιπόν ξανακάθισα : διότι τώρα μού φαινόντουσαν όλα πιο αστεία από κάθε άλλη φορά : και απ’ αυτή τή δύσκολη κατάσταση μέ έσωσε ακριβώς εκείνος ο οχετός που ξεχύθηκε (ή που είχε αρχίσει κιόλας να ξεχύνεται) από τ’ αριστερά: Μιλούσανε όλοι μαζί, και μιλούσανε θυμωμένα ενώ δεν κουνιόντουσαν καθόλου, σαν πειθαρχημένη χορωδία μιας όπερας : και συγχρόνως μού έδιναν τήν εντύπωση ότι εγώ ήμουν γι’ αυτούς τό θέαμα κι αυτοί ήτανε τό κοινό, και καθόντουσαν στην άκρη στριμωγμένοι σαν να ήταν φτωχοί θεατές που δεν είχαν εισιτήριο να παν στις καλές θέσεις : φτωχοί και όρθιοι αλλά πολύ θυμωμένοι, και με πολύ ήρεμο τρόπο μαζί θυμωμένοι : στο σημείο αυτό φοβήθηκα λοιπόν πολύ από δύο κυρίως εκφράσεις τους : (νά τί κάνει η συζήτηση : τό ξέρει αυτό ξέρεις και ο κλάϊστ, αλλά και ο φρόϋντ : μόλις πριν από δύο λεπτά θυμόμουνα μόνο τό ένα, και νόμιζα μάλιστα ότι μόνο αυτό μού ’χει μείνει ολόκληρο από όσα μού είπανε, και τώρα μού ήρθε και τό δεύτερο που ήταν πολύ σπουδαιότερο, αυτό δηλαδή κατά βάθος που ίσως εξαιτίας του να φοβήθηκα και πιο πολύ, έτσι που να πήγαν περίπατο οι πιρουέτες : )

   κατ’ αρχάς πρέπει να σού πω ότι ήτανε πολλοί τώρα, και τώρα ήταν εκεί μαζεμένοι και οι πιο μεγάλοι, γι’ αυτό ήμουνα σίγουρη : και μιλάγανε όλοι μαζί, αλλά ένας ξανθός που ήταν σε μια πιο πίσω σειρά, και ήταν και πολύ ψηλός και τό κεφάλι του έβγαινε από πάνω, τά ’χε μαζί μου πολύ πιο πολύ : ήτανε όμως τόσο ήρεμοι και ψυχροί που στην κυριολεξία πάγωσα, ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει ότι πλησιάζει η ώρα, και κάθε όρεξη για γέλιο μού είχε κοπεί : διότι οι περιγραφές τους ήτανε εντελώς επαγγελματικές και ψυχρές : κι όμως, μια από τίς σκέψεις που έκανα καθώς τούς κοίταγα έτσι κατάπληκτη (είμαι σίγουρη ότι τούς κοιτούσα κατάπληκτη, δεν μπορώ να τό ξέρω βέβαια, απλώς τό υποθέτω) μια λοιπόν από τίς πολλές σκέψεις που έκανα ανάμεσα στις άλλες σκέψεις (σχετικά με τόν πάγκο), ήταν και μια φοβερά περίεργη που πέρασε σαν αστραπή (και εξαφανίστηκε μαζί τήν ίδια στιγμή μάλλον) κι αυτή ήτανε Αυτός ο ξανθός είναι κατά βάθος ωραίος άντρας αλλά τό ύφος του τόν κάνει να ’ναι τόσο άσχημος τί θέλει εδωπέρα αυτός δεν μπορούσε να βρει άλλη δουλειά; και είναι περίεργο αλλά αυτός ακριβώς μέ απειλούσε με κάτι που μ’ ενοχλούσε πολύ, αν και δεν ήταν, άμα τό καλοσκεφτούμε, και πάρα πολύ σοβαρό : έλεγε δηλαδή κάθε τόσο αυτός Άσε μην έρθω τώρα εκεί μπροστά και τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια : είναι περίεργο αλλά αυτά τά απαίσια όντα είχανε μια αίσθηση μουσικής πάντως στη δομή αυτών πού ’λεγαν : πεταγόταν ο καθένας κι έλεγε τό μακρύ του και τό κοντό του κι οι φωνές τους βαραίναν και ψήλωναν (κάθε τόσο και κάποιος από τούς μπροστά, τούς κοντούς, (αλλά νομίζω ότι ήταν από τούς σημαντικότερους τότε αυτός) (ξέραμε τά πρόσωπα) γύρναγε προς τά πίσω, προς τήν πόρτα, και έλεγε Πήγαινε να δεις αν τελείωσαν οι άλλοι με εκείνον στον πάγκο για να τήν πάμε μέσα αυτήν, και ύστερα οι άλλοι προσθέταν τίς φωνές τους, ψιλές και χοντρές, και φωνάζανε πάλι όλοι μαζί διάφορα που δεν τά θυμάμαι αυτά, και τότε ερχόταν η ώρα του, τέλεια μετρημένη σαν από μετρονόμο, κι έλεγε πάλι ο ξανθός Να έρθω τώρα εκεί πέρα μπροστά να τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια (κι εδώ είναι δύο τά περίεργα αν θες να ξέρεις (δηλαδή εγώ τότε τά διαπίστωσα)), και τό ένα ήταν ότι μιλούσαν σε τρίτο πρόσωπο για μένα σαν να μην ήμουν εγώ εκεί, και τό δεύτερο ότι η απειλή αυτή με τά γυαλιά μέ τρόμαζε σχεδόν εξίσου με τόν πάγκο : τόν φοβόμουν αφάνταστα αυτόν τόν ψηλόν, τόν είχα ικανό για όλα έτσι με τέτοιο πρόσωπο να κάνει αυτή τή δουλειά) Κάποια στιγμή λοιπόν μού πέρασε απ’ τό μυαλό (σαν σίφουνας) ότι μού είχαν κοπεί τά γέλια κι ότι τούς κοίταζα πιθανώς σαν χαζή αλλά πραγματικά ήταν τό μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω αυτό : να τούς κοιτάω σα χαζή : ήτανε μια ασφάλεια έτσι, τουλάχιστον να ξέρω από πού θα μού έρθει, ποιος θα κινηθεί πρώτος, και τί ακριβώς θα κάνει ή θα πει : Είχα λιποθυμήσει από μέσα μου δηλαδή πιστεύω εντελώς, κατά κάποιον περίεργο τρόπο τό Δες αν τέλειωσε ο άλλος από μέσα με τόν πάγκο – πέρα από τό ότι τό θεωρούσα εντελώς σοβαρό και βέβαιο – μού ’φερνε με επιμονή και τήν εικόνα ενός συγκεκριμένου παιδιού που βασάνιζαν, ένα αγόρι από τή δικιά μου σχολή : δεν μπορώ καν να θυμηθώ αν είπαν τ’ όνομά του αλλά εγώ φανταζόμουνα αυτόν και μόνο αυτόν, και φανταζόμουνα βέβαια με λεπτομέρειες και τό δωμάτιο: καθαρό, ευάερο ευήλιο μ’ έναν πάγκο από άσπρο ξύλο σουηδικό καλολουστραρισμένον στη μέση : τό ότι δεν άκουγα φωνές ήταν ακόμα φριχτότερο : υπήρχε τόσο τέλεια μόνωση λοιπόν; επομένως δεν θ’ ακουγόμουνα ούτε εγώ. Δεν θ’ ακουγότανε τίποτα. Και εν τω μεταξύ η χορωδία συνέχιζε με τήν πλήρη της εκείνη δομή : Για δες αν τέλειωσε αυτός να τήν πάμε αυτήν, έλεγε ο ένας, μέ βρίζανε και μέ απειλούσανε με διάφορους τρόπους οι άλλοι, ο ένας ότι θα μέ χτυπήσει από δω, ο άλλος ότι θα μέ χτυπήσει από κει, και στο τέλος υψωνόταν σε κανονικά διαστήματα τέλεια εκείνη η λύσσα τού ξανθού τού ψηλού για τά γυαλιά : Θά ’ρθω τώρα να τής τά χώσω στα μάτια. Ώσπου να τήν πάμε πιο μέσα, έλεγε ο άλλος, για δες αν τέλειωσε με τόν πάγκο αυτός. Σέ διαβεβαιώ ότι δεν είχα λιποθυμήσει από μέσα μου άλλη φορά έτσι από φόβο –  αναγκασμένη να είμαι κιόλας καθιστή και ακίνητη : δεν ξέρω πώς ήμουνα όταν τούς κοιτούσα, αλλά θα πρέπει να ήμουν κατάπληκτη, πιθανόν και χλωμή και σίγουρα θα φαινόμουνα βλάκας : ένας βλάκας που ’χε ξεχάσει τελείως και τό τσιγάρο και όλα, και άκουγε απλώς σα βλάκας

   και μετά δεν ξέρω πώς έγινε, και ξαφνικά βγήκαν από τήν πόρτα και τό δωμάτιο άδειασε και νόμισα ότι ήρθε η ώρα μου, πώς και δεν λιποθύμισα; λοιπόν έχω πολύ απορήσει κατά τό παρελθόν πώς είχα τέτοια περιθώρια να μην πέσω ξερή : δεν είχα ο βλάκας τί άλλο να κάνω και κοίταζα τόν ασφαλίτη : πολλές φορές πρέπει να σού εξομολογηθώ ότι κατά τό παρελθόν, εκείνο τό σύντομο παρελθόν τών μερικών μηνών (που φαινόντουσαν αιώνες και σα να ’ταν η ζωή μας ολόκληρη) (και σα να μην είχε υπάρξει άλλη ζωή πριν απ’ αυτήν) όταν σκεφτόμαστε δηλαδή μεθόδους για άμυνα εγώ είχα καταλήξει (περιέργως δεν είχαν γελάσει τότε και τόσο, και οπωσδήποτε ήμουν ευγνώμων) είχα πει ότι θα λέω ποιήματα : τουλάχιστον όσο θα μπορούσα, δηλαδή στην αρχή : για ν’ αντέξω τούς έλεγα τόν τρόμο : κι εκείνη τήν ώρα λοιπόν κοιτώντας τόν ασφαλίτη σκεφτόμουνα ένα πράγμα, τί ποίημα τώρα να πω και δεν μού ’ρχότανε κανένα ποίημα ολόκληρο, μ’ όλες τίς δοκιμές που ’χα κάνει : παρά μόνο τό J’ est une autre τού ρεμπώ : κι ακόμα καλύτερο μόνο τό όνομα τού μικρού να φωνάζω : ή και άλλα ονόματα μού ’ρχόντουσαν, και ίσως μάλιστα όλα με τή σειρά τους : ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, και μού ’χε μπει η ιδέα ότι θα τούς ξαφνιάσω έτσι και ότι μπορεί και να φοβηθούνε και λίγο : αλλά όλ’ αυτά βέβαια από μέσα μου: είμαι σίγουρη ότι τόν κοίταζα απολύτως εγώ σιωπηλή, ούτε ένα στίχο δεν είπα, αλλά κάποια στιγμή αυτός είπε Πάρτην μέσα για φωτογραφίες (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) : δεν ξέρω γιατί, αλλά κατάλαβα ότι είχε τελειώσει : Δεν ήμουνα σίγουρη, αλλά ήμουν συγχρόνως και βέβαιη : αν έλεγε μόνο Πάρτην μέσα πιθανόν και να λιποθύμαγα, να μη μέ κρατούσαν τά πόδια μου. Μπορεί και να μη μέ βαστούσαν τά πόδια μου πράγματι, τό πιστεύω : αλλά μ’ αυτό που είπε (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) μού φάνηκε ότι όλα τελείωσαν και μού τήν είχαν χαρίσει αυτήν τήν φορά, αλλά δεν μπορούσα να είμαι και σίγουρη : ίσως να ήταν αυτή η σειρά

   εκείνο τό δωμάτιο ήταν λίγο διαφορετικό και ελαφρώς τεχνοκρατικό : είχε καλώδια ξύλα βάθρα και μηχανήματα κι ήταν κάτι μικρότεροι χαφιέδες εκεί μέσα που κάναν αυτήν τήν δουλειά : θυμάμαι καλά τόν προβολέα, τό άσπρο πανώ, τό πρόσωπό μου απέναντι, και τή σκέψη ότι με τό χαστούκι και τήν τούμπα τά μαλλιά μου θα πετάγαν δεξιά–αριστερά και ποιος ξέρει πώς θα ’βγαινα (ναι καλά κάνεις και γελάς, γελάω κι εγώ τώρα, αλλά τότε δεν γέλασα καθόλου, απόρησα για τό πώς να ’μουνα άραγε, πώς να ήτανε τά μαλλιά μου) έκανα μάλιστα θυμάμαι και μια πολύ σύντομη ανασκόπηση στο παρελθόν και μού πέρασε αστραπιαία από τό μυαλό τό πως όταν ήμουν μικρή μού λέγανε πάντα να γελάω στις φωτογραφίες : και υπήρχε αυτή η φήμη ότι δεν γέλαγα εγώ στις φωτογραφίες ποτέ ενώ εγώ ήμουνα σίγουρη πως ήμουν πάντα πολύ γελαστή, και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί επέμεναν τόσο πολύ να γελάω επιπλέον στις φωτογραφίες : πάντως εδώ πρόσεξα ότι κανείς δεν ασχολήθηκε με τό ύφος μου : ήρθε ένας μόνο και μέ έσπρωξε με τό χέρι του να γυρίσω δεξιά κι ύστερα αριστερά. Όταν μέ ξαναπήγανε μέσα για να μού δώσει τήν ταυτότητά μου πίσω ο ευλύγιστος (τό γραφείο τώρα ήταν έρημο και η πόρτα ανοιχτή) κατάλαβα ότι την είχα γλιτώσει μάλλον για τά καλά

   λοιπόν τί λες; δούλεψε απλούστατα σίγουρα αυτό με τό τσιγάρο – ήταν τόσο αντισυνωμοτική δηλαδή η συμπεριφορά μου που μάλλον μέ περάσαν για τελείως ηλίθια και άσχετη. Κατεβαίνοντας τήν σκάλα φοβόμουνα ακόμα, δίπλα μου ήταν τό ασανσέρ αλλά δεν μπήκα στο ασανσέρ (κι ούτε και ήξερα καν αν μπορούσε να μπει κανένας άλλος ποτέ στην αστυνομία σε ασανσέρ) βγήκα έξω κι η Μεσογείων μού φάνηκε ένα πολύ δροσερό μέρος γεμάτο ζωή : ένα αφάνταστο δώρο αυτός ο μουντός δρόμος : δεν περίμενε κανένας, καμιά μας δεν είχε δηλώσει επιθυμία να οργανώσουμε συνοδείες, οργανώναμε συνθήκες σκληραγώγησης καταλαβαίνεις, και επίσης κανένας δεν μίλησε και δεν διηγήθηκε ποτέ τήν ιστορία, πώς τήν πέρασε ο καθένας μας δηλαδή : και τό πιο ενδιαφέρον αν θες να ξέρεις είναι ότι ενώ απ’ τό σπίτι ξέρανε ότι αυτή ήταν η μέρα για τήν «υπόθεσή μου» ούτε ρώτησαν ούτε ενδιαφέρθηκαν : τό είχανε τότε οι μεγάλοι αυτό εκείνη τήν εποχή : όταν γινότανε θέμα για τούς κινδύνους που διατρέχουμε να μάς γυρνάνε περιφρονητικά τήν πλάτη : η στάση τους ήτανε ότι είμαστε παιδιά κι ότι κανείς δεν μάς λαμβάνει υπόψη του στα σοβαρά

   κατάλαβες λοιπόν, είπε : όταν δεν ακολουθείς τούς κανόνες σέ θεωρούνε ηλίθια, άσχετη και χαζή, κι έτσι γλιτώνεις μερικές φορές και τά χειρότερα : έτσι είναι

    ξέρω, τής είπα (μετά από λίγη σκέψη) εγώ τό ξέρω πολύ καλά αυτό – τό σκέφτηκα λίγο περισσότερο κι ύστερα πρόσθεσα : κι εγώ έτσι είμαι εξάλλου

   τί λες μού είπε, σοβαρά ; από πού κι ώς πού; εσύ δεν έχεις καμία σχέση, απλώς κλέβεις υλικά

   τί λες που δεν έχω, τής είπα : καταρχήν δίνω βιβλία, τά χαρίζω από δω κι από κει, κι αυτό είναι κάτι που δεν θα ’πρεπε, μού τό ’χει πει κι ο εκδότης μου και μ’ έχει προειδοποιήσει : να μην τό χαρίζεις, μού είχε πει από τήν αρχή που μού τό έβγαλε τό κωλοβιβλίο : γιατί πράγμα που χαρίζεται θεωρείται ή αυτό φτηνό ή εσύ χαζή κι ότι δεν ξέρεις τήν αξία του

   α, αυτό εννοείς, είπε (διέκρινα μια ειρωνεία) : διακρίνω μήπως μια ειρωνεία; τής είπα. Πιστεύεις ότι εσύ είσαι σε όλα ανώτερη κι ότι σού έχουν τύχει όλα τά ανώτερα δηλαδή; Δεν ξέρεις ότι οι συνθήκες αλλάζουν; Πρέπει να ξέρεις ότι άλλες είναι οι βλακείες σε καιρούς ειρήνης και άλλες σε καιρούς πολέμου

   τι άσχετη που είσαι βρε αδερφέ, μού είπε, δε σού μίλησα για κάνα πόλεμο, σιγά μην πήρα μέρος και στον δεύτερο παγκόσμιο : δικτατορία είχαμε : αλλά είναι και θέμα ηλικίας βέβαια, δεν καταλαβαίνετε τίποτα εσείς οι μικρότεροι

   μικρότερη είσαι και φαίνεσαι τής είπα και πήγα να φέρω καινούργιο μπουκάλι

   στρογγυλοκάθισε καλύτερα και μού φάνηκε πιο ευχαριστημένη τώρα : άσπρο είπε, όχι κόκκινο, ξέρεις ότι τό κόκκινο μέ πειράζει στο στομάχι (εκτός κι αν πιούμε από κείνο τό μπλάντυ μαίρη, πρόσθεσε (τήν  άκουσα από τήν κουζίνα) από τότε που τό μάθαμε έχω κολλήσει, δεν είναι και κακή ιδέα, τί λες;)

   αποφάσισε επιτέλους και μια φορά κι εσύ τί θέλεις, τής είπα κι είχα καταβάθος θυμώσει πολύ, χωρίς να ξέρω γιατί

(προσαρμοσμένο) απόσπασμα από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

Δεκέμβριος 25, 2010

πορτοκάλια και κινέζικο δέντρο (χριστουγεννιάτικες προσαρμογές)

 

     

   κι έτσι ήρθαν να μείνουν στην πολυκατοικία μας αυτοί οι κινέζοι, κι εμείς βάλαμε στα παιχνίδια μας και τήν αναμπέλ 

   δεν ξέρω καθόλου πώς συνεννοηθήκαμε ότι θα συνεννοούμαστε στην αρχή, δεν θυμάμαι κιόλας τήν πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, πιθανώς στα τρεχάματα και στα παιχνίδια στις σκάλες να κόλλησε κι αυτή με τό θάρρος της κι ας ήταν πιο κοντή από πολλούς από μάς, και προφανώς μίλαγε τά γαλλικά της νομίζοντας ότι αυτή είναι η μόνη γλώσσα που όλοι καταλαβαίνουν εκτός από τά κινέζικα

   ήταν αυτονόητη όμως η πιο οικουμενική γλώσσα τών ουρλιαχτών και τών χειρονομιών, και με τήν αναμπέλ και με όλους μας, ενώ ο χένσελ απείχε με περιφρόνηση από κάθε προσπάθεια να συνεννοηθεί μαζί της και μού έλεγε Πες της αυτό, ή Τί λέει αυτή – και τήν κοιτούσε σκεφτικά με τό χέρι στο σαγόνι (για να τόν εντυπωσιάσω μάθαινα από τή μαμά μου διάφορες λέξεις πολύ γαλλικές και τίς έλεγα στην αναμπέλ και αυτός μέ κοίταζε)
πάντως για να πω τήν αλήθεια από τήν αρχή οι πρώτες πληροφορίες για τούς κινέζους πέσαν αλληλοδιαδόχως σαν βροχή από τήν daily και πιτσιλήσανε διάφορα πράγματα αλλοπρόσαλλα έτσι που μέ έκαναν να έχω φοβερή περιέργεια να δω και τό σπίτι τους : ίσως μάλιστα να τήν προσκαλέσαμε εμείς τήν αναμπέλ που ήτανε ανάμεσα στα μικρότερα παιδιά τής παρέας, ή έστω τά μεσαία, να μπει κι αυτή στο παιχνίδι με τήν σκέψη να αποκτήσουμε αν είμαστε τυχεροί τό προνόμιο να εισβάλουμε σε κάτι που η πολυλογία τής daily είχε μεταβάλει σε μυθικό – όχι βέβαια μόνο τό σπίτι τους αλλά και τούς τρόπους : Θα ήμουν σαφής αν έλεγα τό κινέζικο μυαλό τους : αλλά θα έπρεπε να περιγράψω τό ήσυχο και σιωπηλό απόμακρο άρωμα που κυριάρχησε πρώτα στον όροφο 

   παρ’ όλα όσα έλεγε η daily, και μερικές φορές και εξαιτίας ίσως αυτών, για μάς τό σπίτι αυτό που δεν τό βλέπαμε (και θα αισθανόμουνα σπουδαία που θα τό ’βλεπα εγώ μια φορά) (και στο τέλος θα τό παραέβλεπα) τό σπίτι αυτό και ο όροφος όμως ολόκληρος είχε αποκτήσει έναν αέρα ανείπωτου μέλλοντος 

   αυτοί οι κινέζοι ήταν πραγματικά τελείως διαφορετικοί απ’ τούς άλλους ήταν τελείως αλλόκοτοι, σαν να μιλούσαν (ή να σκεφτόντουσαν κιόλας) κινέζικα : και μολονότι θα ’πρεπε να ’ναι μικροκαμωμένοι, ήταν μεν σιωπηλοί αλλά είχαν κανονικά μεγέθη και τό κυριότερο : ζούσανε, απ’ ό,τι μαθαίναμε, σ’ ένα καθεστώς ελευθερίας απόλυτης συστηματικής : ελευθερία που σχολιαζότανε με τόση περιέργεια σαν να ήτανε απολύτως και δικαίως και νομίμως εξωπραγματική, φοβερή. Φυσικά ο πατέρας δούλευε στην πρεσβεία, ήταν σαφές αυτό και γι’ αυτό είχαν πιάσει σπίτι στο σπίτι μας, αλλά ο Αυδόπουλος μάς τό διευκρίνισε αμέσως και από τήν αρχή και με αυστηρότητα : Είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα, με τήν Κίνα τήν κομμουνιστική δεν έχουμε διπλωματικές σχέσεις, αλλά τό μόνο που καταφέρανε αυτές οι λέξεις ήτανε να κάνουν ακόμα πιο μυστήριο και τό εθνικιστικό και όλα τ’ άλλα

   κάθε μέρα η daily μάς προμήθευε με καινούργιες ειδήσεις για τό εσωτερικό τού σπιτιού και τή ζωή τους σ’ αυτό, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε μπει εκειμέσα ούτε μία φορά, χτυπώντας πάντα τήν πόρτα μπουκωμένη από σάλιο ευχαρίστησης και όρθια εκεί στο πλατύσκαλο τά ’λεγε στην μάνα μου που τήν άκουγε με τά χέρια βρεγμένα από τό φαΐ που ετοίμαζε ή και γεμάτα αλεύρι : Άρχιζε πάντα μ’ ένα Τά μάθατε για τούς Κινέζους ; Καλά, δεν τά μάθατε ; Και συνέχιζε με μεγάλες λεπτομέρειες από τό σπίτι τους που λες και είχε μπει η ίδια και μέσα. Αλλά τά νέα πάντα τής daily είχανε έναν τέτοιον αέρα φερεγγυότητας, που ήταν σαν θέσφατα : Μπορεί κανείς να κορόϊδευε τήν ίδια, που είχε πληροφοριοδότες παντού, και ήξερε τά πάντα, και ήτανε πρώτη φίλη με όλους τούς θυρωρούς και η έξοδός της για ψώνια ήτανε έξοδος για πληροφορίες κυρίως – μόνο τά ψώνια δηλαδή δεν τήν ενδιαφέρανε – (και όταν μάς έβγαζε η μάνα μου να πάμε στο πάρκο συναντούσαμε στον ερχομό και στον πηγαιμό τήν daily σε πλατύσκαλα και εισόδους να μιλάει με θυρωρούς ή με γείτονες – και στις πιο απόμακρες εννοώ γειτονιές : και δεν ένιωθε μάλιστα αμηχανία να μάς βλέπει – απλώς δεν μάς έδινε σημασία γιατί εκείνη τήν ώρα εργαζότανε), κανείς όμως δεν αμφισβητούσε τίς ειδήσεις της. Μπορούσε λοιπόν να ανακοινώσει τί έκανε στις 3 η ώρα τό βράδυ η κυρία στον πέμπτο απέναντι, που βγήκε να ποτίσει στη βεράντα της τελείως γυμνή, ή τί είπε η υπηρέτρια τού σπιτιού πέντε γωνίες στο τέρμα τού δρόμου πιο κάτω : και τά μόνα κουτσομπολιά που γινόντουσαν πίσω απ’ τήν δική της τήν πλάτη ήτανε για τό αν κοιμάται και καμία φορά, και πότε κοιμάται, αλλά οι ειδήσεις της όμως δεν διαψεύστηκαν πάντως ποτέ : ήταν σίγουρο πως ό,τι έλεγε ήτανε με σχεδόν υπερφυσικό τρόπο γεγονός, που θα επιβεβαιωνόταν περίτρανα κάποια μέρα αργότερα από όλους
   (κι αν κάτι φαινότανε ότι έπαιρνε άλλη στροφή από αυτήν που τά ίδια τά λόγια της είχανε πει ότι θα πάρει, ήταν αμέσως έτοιμη να εξηγήσει τήν καινούργια αυτή πορεία με καινούργιο κατακλυσμό ειδήσεων ακόμα πιο συνταρακτικό από τά πριν. Και τίποτα δεν φαινόταν να τήν φέρνει σε αμηχανία (ούτε κατά διάνοιαν δεν φαινόταν κάτι τέτοιο) : Αντιθέτως, όλα τής δίνανε καινούργια δύναμη και ευχαρίστηση)

   πάντως, σε σχέση με πολλούς άλλους στην πολυκατοικία εκείνη, αυτή ήταν ένας άνθρωπος μάλλον χαρούμενος και τό πρόσωπό της ήταν γελαστό, τά γαλάζια μάτια της γεμάτα επιστημονική περιέργεια. Ναι, αυτό ήτανε : τό ύφος της ήταν επιστημονικό και φιλέρευνο, και κατά έναν περίεργο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ύφος καλοσυνάτο αν και οξύ : σαν να μελετούσε τά ανθρώπινα από ένα έδρανο που από σύμπτωση ήταν τοποθετημένο πολύ χαμηλά χωρίς αυτή να τό θέλει ούτε να τό αξίζει αυτό, αλλά η τάση της επίμονα ήτανε να ανεβαίνει μ’ ένα αυτοσχέδιο ασανσέρ δικό της, επάνω, πιο πάνω απ’ τούς άλλους, κι ύστερα να τραβάει και τούς άλλους αυτούς στην ίδια επιφάνεια μαζί της : σχεδόν με καλοσύνη και φιλανθρωπία. Εγώ πάντως που είχα μεγάλη γνώση για γυναίκες από τήν αμερική διότι πίστευα ότι είχα πείρα από μικρή με αυτές, τήν είχα κατατάξει στην κατηγορία απλώς τών μυνχάουζεν

   είχε όμως – και αυτό πρέπει να τό πω αν και μέ διαψεύδει ίσως έστω και λίγο λέγοντάς το – και μια περίεργη αξιοπρέπεια η daily : μέσα από τήν οξεία γαλανομάτικη περιέργειά της σού έδινε (τώρα μπορώ να τό εκφράσω με λόγια, τότε απλώς είχα τήν αίσθηση ή τήν εντύπωση) τήν εικόνα ανθρώπου που ψοφάει απλώς για παρέα, και που δεν έχει άλλον τρόπο να τήν βρει παρά μόνο με αυτό τό σκληρά απεγνωσμένο και δομημένο επάγγελμα : τό να μιλάει συνέχεια για τούς άλλους, όχι μόνο στους άλλους, αλλά και στον εαυτό της τόν ίδιο : σίγουρα υπήρχε πολύ δυστυχία και ερημιά ίσως (τώρα λέω εγώ) στην χαρούμενη για όλους – και ενημερωτική για τούς πάντες – νεύρωση αυτή

   γιατί χαρούμενα θα ήτανε όλα τά νέα της πάντοτε όσο θλιβερό κι αν ήταν τό περιεχόμενό τους : αυτό τό «τά μάθατε;» με τό οποίο ξεκίναγε τήν καθημερινή της ρουτίνα ήτανε ο τρόπος να λέει ας πούμε «πάμε πάλι μια καινούργια μέρα με τούς φίλους μας» κι αμέσως ύστερα θα άρχιζε ο κατακλυσμός τών ειδήσεων που ήταν σχεδόν πασπαλισμένες με τήν φαντασία τού καλλιτέχνη, και που είχαν επίσης σχεδόν τή μυρωδιά τών ονείρων που ξέχασαν να τήν επισκεφτούν τό βράδυ : Και γι’ αυτό και τής επιστημονικής περιέργειας που θα τήν αντάμειβε : σαν τό κάθε τί που μετέφερε να αποσκοπούσε σε ένα «Τί κόσμος λοιπόν που υπάρχει! Τί τεράστιος ανεξάντλητος κόσμος! τί φιλάνθρωπος! Πόσο γεμίζει τή ζωή μου με εκπλήξεις!» Ναι, η daily ήτανε λίγο κι αυτή σαν παιδί

   τήν εποχή που ήρθαν να μείνουν λοιπόν στην πολυκατοικία μας οι γονείς και τ’ αδέλφια τής αναμπέλ, τήν απορρόφησαν για ένα μεγάλο διάστημα θα μπορούσα να πω αυτοί οι κινέζοι εντελώς, σαν να προσπαθούσε να πείσει τόν εαυτό της ότι δεν είναι ο άντρας της που μιλάει κινέζικα και δεν τόν καταλαβαίνει : αν προσπαθήσω να μιλήσω αντικειμενικά για κείνην τήν εποχή, δηλαδή να σκαλίσω τή μνήμη μου σκληρά για να μην κάνω κατασκευές και πω και γω λογοτεχνικά ας πούμε ψέματα ως συνήθως στην λογοτεχνία, μού φαίνεται ότι τότε η daily αφιέρωνε τό ογδόντα ή τό ενενήντα ή και τό εκατό καμιά φορά τοις εκατό τών νέων της αποκλειστικά στους Κινέζους – και στο τί γίνεται μέσα σε κείνο τό σπίτι

   εμείς είχαμε αρχίσει ήδη να έχουμε τίς πρώτες επαφές μας και να παίζουμε με τήν αναμπέλ, ή η αναμπέλ να ’χει κάνει ήδη τήν πρώτη αποφασιστική και γενναία επαφή της μαζί μας, ώστε να μπει στα παιχνίδια ακάθεκτη : κι έτσι θα ’φτανε λοιπόν όπου να ’ναι η μέρα η άγρια, και ο ανήλεος ο καιρός που θα τήν έπιανα τήν κυρία ντιάνα (ή νταϊάν γιατί έτσι ήταν τό κανονικό όνομά της – έτσι δηλαδή τήν φώναζε με επισημότητα ο άντρας της) να μην ξέρει απλώς τί τής γίνεται και να λέει και ψέματα και ιστορίες δικές της. Για να πω τήν αλήθεια, ίσως να ’τανε και από τίς μοναδικές περιπτώσεις που πιάστηκε να λέει και ψέματα :

   αν και τό ενδιαφέρον ίσως είναι ότι δεν τό διέψευσα εγώ τόσο έντονα όσο η πολυδιαφημισμένη αγάπη μου για τήν αλήθεια, τώρα που τό σκέφτομαι, θα απαιτούσε – ίσως να είπα μόνο κάτι τήν ώρα τού φαγητού – αλλά πάντως τό ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι (τήν πρώτη φορά που μπήκα σπίτι τους) αυτό μ’ απασχόλησε (κι όλες τίς άλλες φορές όμως επίσης) και κοιτούσα λοιπόν πάντα με τρόπο, μήπως δω κάτω απ’ τούς καναπέδες ή τά κρεβάτια τίς φλούδες απ’ τά πορτοκάλια που η daily έλεγε ότι τά πετάνε όταν τά ξεφλουδίζουνε για να τά φάνε γιατί είναι τσαπατσούληδες και βρώμικοι, και τό σπίτι βρωμάει

   και τό ακόμα πιο ενδιαφέρον ήτανε ότι δεν εννοούσα να πειστώ τόσο εύκολα ότι αυτή η γυναίκα έλεγε ψέματα – κι έτσι έρριχνα ματιές κάτω απ’ τούς καναπέδες σαν να μέ είχε υπνωτίσει ή σαν να βρισκόμουνα στην κατάσταση – τό θυμόμουνα αυτό – που κάνεις κάτι ενώ ξέρεις ότι είναι ηλιθιότητα και βλακεία, και μάλιστα και πολλή ντροπή. Και συγχρόνως θυμάμαι ότι τίς ώρες που η Αναμπέλ μάς έφερνε σπίτι της και εγώ κοιτούσα κλεφτά κάτω από τούς καναπέδες στο πάτωμα απορούσα απ’ τή μια για τό πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να λέει τέτοια ψέματα, κι απ’ τήν άλλη για τό πώς γίνεται εγώ να μην μπορώ να τό πάρω απόφαση ότι έχω πέσει θύμα ενός ανθρώπου που λέει ψέματα και να επιμένω παρ’ όλ’ αυτά να διελευκάνω, μήπως τυχόν και, παρ’ όλα αυτά, λέει εντούτοις και κάποια αλήθεια, ναι, είναι φοβερό : περίμενα ότι κάποια στιγμή θα βρω καμιά φλούδα. (Ίσως τό πιο υπνωτιστικό στην νταίηλυ να ήταν τό χαρούμενο ύφος της τήν ώρα που έλεγε ό,τι έλεγε)

   και η ντροπή ήτανε γενική και ποτέ δεν αισθάνθηκα άνετα όταν τούς έβλεπα σπίτι τους (όλους) (δηλαδή τήν μάνα τίς αδελφές και τόν εκτόρ, γιατί τόν πατέρα σπανίως τόν βλέπαμε) και κάπως περίεργα αισθανόμουνα ενώ έκανα τήν άνετη, μπροστά σ’ αυτούς τούς ανθρώπους που ήτανε τόσο ήρεμοι που σαν να ήταν από άλλον πλανήτη και μυρίζαν αμερικάνικα και τό κυριότερο : τόσο όμορφοι : Και επίσης ψηλοί : πολύ ψηλοί : Ήταν πολύ περίεργο αυτό : ο πιο κοντός ήταν δηλαδή ο πατέρας. «Είναι επειδή είναι από τήν εθνικιστική Κίνα, γι’ αυτό» έλεγε ο Αυδόπουλος. «Στην άλλη Κίνα δεν είναι έτσι.»

   μιλούσαν πάντα χαμογελώντας, ναι, σαν ο τελικός τόνος κάθε πρότασής τους να ήταν ένα ερώτημα που επανερχόταν απλώς από θεωρητική περιέργεια : Η γλώσσα αυτή ήτανε λοιπόν τόσο αναπάντεχα διαφορετική που σαν να ήτανε οικεία (και τελείως άσχετη με κείνα τά τσιν-τσον-τσιν) : ακουγόντουσαν ήχοι με βάθος και πλάτος, τά φωνήεντα είχαν μια σχέση σχεδόν γεωμετρίας μ’ εκείνα τά θαμπά σύμφωνα που σαν να αναδύονταν από μια βαθύτερη θάλασσα : ναι αν τότε ήξερα αυτά που ξέρω μετά, θα μπορούσα τότε να πω ότι η γλώσσα τους θύμιζε τό ήθος τού θουκυδίδη : απέπνεε μια διαρκή εγρήγορση και μια ενσωματωμένη διάθεση κριτικής σαν να μιλούσαν σχεδόν πάντα μ’ ένα είδος αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην σοβαρότητα και τήν επιείκεια – κι ο μόνος που δεν είχε καμία διάθεση για χαμόγελα ήταν αυτός ο εκτόρ

   η δικιά του η γλώσσα όταν μιλούσε στις αδελφές του, σαν να είχε περισσότερα σύμφωνα από τών άλλων, αν και σκεπασμένα με τόνους νερού

   όμως η γλώσσα αυτών τών ανθρώπων ήταν σαν να φιλτραριζόταν συνέχεια από τήν ιδέα ενός τοπίου κι ενός κόσμου που περνούσε τίς εντάσεις ανάμεσα στα φωνήεντα και τά σύμφωνα από ένα κόσκινο υδάτινο, και δεν μπορούσα να καταλάβω αλλιώς τήν αποτελεσματικότητά του παρά μόνο σαν θαμπή σκληρότητα, ή και σκληρή θαμπάδα – περιείχαν νοήματα που δεν τά καταλάβαινα οι μεταξύ τους κουβέντες

   μολονότι ήταν τόσο μοντέρνες με τίς στενές κοντές φούστες και τίς πετσέτες έτσι τυλιγμένες στο κεφάλι τους μετά τό μπάνιο, είχα εγώ διαρκώς τήν εντύπωση όταν τίς άκουγα να μιλάνε μεταξύ τους και με τόν αδελφό τους, ότι δεν θα μπορούσα να καταλάβω ποτέ αυτά που λέγανε. Η μητέρα κι ο πατέρας (αλλά τούς είχα ακούσει σπανίως να μιλάνε) σαν να επιβεβαίωναν λίγο περισσότερο τήν προκατάληψη για τόν οξύ ήχο που περιέχουν τά σύμφωνα τής γλώσσας αυτής

   τήν αναμπέλ απ’ τήν άλλη μεριά έχω τήν εντύπωση ότι δεν θυμάμαι να τήν άκουσα ποτέ να μιλάει κινέζικα, κι αυτό είναι περίεργο, αλλά μού φαίνεται ότι όταν ήμουνα μπροστά μιλούσε στη μαμά και στις αδελφές της σαν μ’ ένα θυμωμένο τελεσίγραφο σχεδόν συνεχώς γαλλικά, σαν σχεδόν να τά απαιτούσε, αλλ’ αυτό πρέπει να ’ναι μάλλον μια ιδέα ή μια αφαίρεση, και μια προκατάληψη ίσως δικιά μου

   τό πρώτο πράγμα που είδα λοιπόν στο σπίτι όταν μπήκα ήταν οι πάπυροι : οι πάπυροι με τά μαύρα χοντρά γράμματα που ήταν σαν αρχιτεκτονικά σχέδια πολλών μικρών σπιτιών και είχανε δίπλα τίς λεπτές αυτές θαμπές ζωγραφιές (σαν όνειρα που περιγράφει κανείς με λεπτό πινελάκι και νερωμένο θαμπό χρώμα, μόνο και μόνο σαν σημείωση δηλαδή τών ονείρων) στους τοίχους όλους τριγύρω – οι πάπυροι απλωμένοι προσεκτικά μ’ αυτό τό ζεστό θαμπό χαρτί και τίποτ’ άλλο από πάνω, σ’ ένα ύψος τόσο πολύ χαμηλό που να μπορώ να τό φτάνω, και με μια ομοιογένεια στη διάταξη και μια τέτοια γαλήνη στη σειρά, που τό σπίτι όλο σαν να είχε χαμηλώσει και σα να μην ήτανε εκεί που ήτανε

   ήταν μεγάλη στιγμή δηλαδή για μένα όταν η αναμπέλ μέ έμπασε μέσα στο σπίτι : και πέρα από τίς εικόνες τών κοριτσιών με τίς πετσέτες στο κεφάλι και τά μπουρνούζια ή τήν εικόνα τού εκτόρ να γλιστράει σ’ έναν διάδρομο αδιάφορος, και πέρα κι από τήν θαμπή ανάμνηση τής λέξης βουδιστές που κάπου κυριαρχούσε πιο πριν στο κεφάλι μου και δεν θυμάμαι από ποιον ειδικά, ειπωμένη από τόν πατέρα μου ίσως ή μπορεί και τήν νταίηλυ, τή λέξη αυτή βουδιστές και για όλους τους, αυτό που σκέπασε τήν ατμόσφαιρα μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μου και πριν ακόμα η πόρτα κλείσει πίσω μου για τά καλά, ήταν (μαζί με τήν περίεργη λεπτή και ζεστή μυρωδιά που δεν μπορούσα να τήν εξηγήσω, και που μύριζε απλώς σαν απογείωση και σαν ταξίδι – και σαν να κινούμαστε ανάλαφρα υψωνόμενοι διαρκώς, ενώ όλα παρέμεναν φαινομενικά στον ίδιο τόπο), αυτό που πάνω απ’ όλα λοιπόν κυριάρχησε ήταν μια αρχιτεκτονική ανατροπή ολόκληρου τού σπιτιού που οφειλόταν απλώς και μόνο στον τρόπο που απλωνόντουσαν τά γράμματά τους κι η γλώσσα τους εκεί πάνω στους τοίχους : γιατί δεν είχανε φέρει μαστόρους, ούτε είχανε γκρεμίσει τοίχους ούτε είχανε χαμηλώσει ταβάνια πριν μπούνε να μείνουνε στο σπίτι αυτό, και όμως : δεν είχε καμία σχέση τό σχήμα του με τά υπόλοιπα. Και θα ’πρεπε να ξαναπάω πολλές φορές για ν’ αρχίσω να προσέχω (κι όχι μόνο να κοιτάω τά γράμματα στους τοίχους ή, ξεφορτωνόμενη για μερικά λεπτά τήν Αναμπέλ, ή τήν ώρα που εκείνη, έχοντας στρώσει τό τραπέζι με τίς ψάθες κάτω απ’ τά πιάτα εκδηλώνοντας ένα τελετουργικό κέφι, θα μού μάθαινε να τρώω με τά βασανιστικά ξυλαράκια που σαν να σέ κοροϊδεύουνε διαρκώς, και σαν να ’ταν φτιαγμένα για να τήν κάνουνε να είναι αυτή πιο μεγάλη συνεχώς από μένα και σ’ αυτό ακόμα –) να ξεκλέβω λίγο χρόνο (ή να έχω σε τελευταία ανάλυση όλον τόν χρόνο που ήθελα), για να προσέξω (πέρα από τά γράμματα και τή γλώσσα και τήν ιστορία που ιδέα δεν είχα τί έλεγε, έτσι όπως ήταν απλωμένη στους τοίχους), να προσέξω τότε εκείνες τίς πηγές φωτός τά φανάρια : με τά μαύρα γράμματα πάνω τους και τίς έντονες ζωγραφιές σκορπισμένα σε γωνίες τριγύρω : έτσι κάθε φορά που παρακολουθούσα τή διάταξη τών γραμμάτων στους τοίχους και τίς ζωγραφιές γύρω–γύρω, γινότανε κάθε φορά ένα μικρό καινούργιο άνοιγμα, και μια διασαφήνιση κι ένα ξεμπλέξιμο τής ίδιας εικόνας και τού ίδιου νοήματος που παρέμενε σιωπηλό – ώστε να ’βρισκα, είτε μες απ’ τό στρώσιμο τού τραπεζιού με τίς τετράγωνες ψάθες που η αναμπέλ χοροπηδώντας μού προετοίμαζε, είτε μες απ’ τίς ομιλίες τών αδελφών μεταξύ τους πιο πέρα, ή ακόμα και τήν αδιόρατη αυτή μικρή κάμψη τού κεφαλιού (και σχεδόν και τών ώμων) τής μαμάς τήν ώρα που θα μάς άνοιγε τήν πόρτα (ή ακόμα και τό βλέμμα τού εκτόρ που μάς έβλεπε αγορίστικα χωρίς να μάς βλέπει (αν τύχαινε να μπει ή να βγει ή να πάει στον διάδρομο πέρα)) μπορούσα πάνω απ’ όλα ξεκλέβοντας χρόνο να ανακαλύπτω πράγματα μέσα στο σπίτι που κάναν τά ευρωπαϊκά έπιπλα που ήταν τοποθετημένα με προσοχή (σαν κάτι που δεν σού ανήκει ακριβώς και συνεπώς δεν μπορείς να παίξεις μαζί του) να μειώνονται και να συρρικνώνονται ακριβώς σε αυτό: σε αδιάφορα κι αναγκαστικά παιχνίδια που έπρεπε να τοποθετηθούν με τάξη για να καλύψουν τούς νόμους τού γενικού παιχνιδιού : τού ταξιδιού που θα κάνανε από χώρα σε χώρα κι από χρόνο σε χρόνο : έπιπλα που δεν μπορούσαν να κουβαλάνε μαζί τους και θα αγοράζανε κάθε φορά από κει που βρισκόντουσαν : ενώ τριγύρω και πάνω, στους τοίχους και στον αέρα τόν ίδιο, θα κυκλοφορούσε η αίσθηση και η μυρωδιά τών μικρών πραγμάτων που μπορούσαν να τυλίγονται και που μπορούσαν να τά παίρνουν μαζί τους και αυτό θα ήταν η γλώσσα τους και τά σχέδια τών ονείρων τους και τά ξυλαράκια που τρώγαν : Έτσι που αργότερα κατάλαβα (ναι, όταν είχαν πια φύγει) ότι ο τρόπος με τόν οποίο έπρεπε να διπλώνω τά δάχτυλα για να πιάνω (σχεδόν με τίς αρθρώσεις, ή μόνο τούς κόμπους) εκείνα τά ξύλα, δεν ήταν μία κίνηση τών δαχτύλων απλώς, γιατί απαιτούσε μια ολόκληρη διαφορετική στάση όχι μόνο καθίσματος αλλά και κυλίσματος και βαδίσματος και αναπνοής (όπως τότε που βγάζεις προς τά έξω τούς ήχους αυτούς που εικονίζονται με σκληρό μαύρο στους πάπυρους πάνω, σαν συνεχώς ανθισμένοι ή τσαλαπατημένοι ιβίσκοι ή σαν σπίτια μ’ ανοιχτές τίς πόρτες για να μπαινοβγαίνεις)

   αλλά κανείς δεν ήξερε φυσικά ότι όλα τελειώνανε τότε εκειπέρα κοντά. Αντιθέτως, όλα κυλούσαν ήσυχα, και τά χριστούγεννα η νταίηλυ θα έδενε και θα έλυνε με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο. (Αλλά η πρώτη που θα τό ’βλεπε θα ήμουν εγώ, γιατί μόνο εγώ μπορούσα να μπαίνω στο σπίτι τής αναμπέλ τόσο συχνά και συνέχεια)

   πάντως τίποτα δεν άλλαξε, από τήν ζωή μας στο σπίτι : στα σπίτια μας :

   δεν άλλαξε τίποτα. Η ζωή συνεχίστηκε ίδια, η αναμπέλ ήθελε να μέ μαθαίνει να τρώω με τά ξυλαράκια, αφού θα μού ’στρωνε πρώτα αυτή τό τραπέζι, κι εγώ δεν θα ήξερα ότι για να χρησιμοποιήσω τά δάχτυλα μου μ’ αυτόν τόν τρόπο θα έπρεπε να σταθώ πρώτα με τόν τρόπο αυτόν και ν’ αναπνέω με τόν τρόπο αυτόν, κι όλα κύλησαν ήσυχα, και ύστερα ήρθανε τά χριστούγεννα

   δεν είχα δηλαδή προλάβει να δω εγώ τίποτα γιατί όλα έγιναν σε μια μέρα που δεν είχαμε πάει να παίξουμε σπίτι της αλλά παίζαμε έξω στην κάτω αυλή κι η daily πρόλαβε έτσι να πάρει αυτή τήν πρωτιά όπως τό ’θελε, και να ανακοινώσει στη μητέρα μου, με τό στόμα γεμάτο σάλιο χτυπώντας τό κουδούνι θριαμβευτικά ένα μεσημέρι φαντάζομαι : Τά μάθατε, καλά δεν τά μάθατε εσείς με τούς κινέζους, έχουνε φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο

   τό περίεργο μ’ αυτήν τήν γυναίκα είναι ότι παρ’ όλο που ήξερε πολύ καλά (γιατί τά ’ξερε βέβαια όλα) ότι υπήρχαμε κι εμείς εκεί δίπλα της που μπαίναμε μέσα στο σπίτι αυτό κάθε μέρα, κι ότι επομένως κάτι παιδιά μπορεί να ξέραν τά πάντα και θα μπορούσαν να τήν ενημερώνουν και να τής δίνουν και λεπτομέρειες, δεν ρώτησε ποτέ της, ούτε εμένα, ούτε κανέναν άλλον από εμάς ας πούμε για τίποτα : λες και τό πιο σημαντικό γι’ αυτήν ήταν να προλαβαίνει τά νέα και να τά λέει στους άλλους πρώτη αυτή, όταν οι άλλοι δεν τά ξέραν ας πούμε ακόμα (να καταπίνει δηλαδή ολόκληρη τή δικιά τους τήν έκπληξη, κι αυτό δηλαδή τής έδινε μεγαλύτερη απόλαυση από τήν ίδια τή δικιά της – τήν υποτιθέμενη – απόλαυση – όταν τά μάθαινε – αν ένιωθε ποτέ η ίδια τέτοιο πράγμα για τίποτα) κι όχι να τά μαθαίνει η ίδια ακριβώς. Κι έτσι δεν ρώτησε καν, αν πήγαν τά παιδιά σας χτες σπίτι τους, κι αν είδαν τό δέντρο, ούτε καν αισθανόταν τόν φόβο μήπως και τή διαψεύσουμε τελικά, αλλά ανάγγελνε πάντοτε θριαμβευτική και περήφανη – και – στην περίπτωση αυτή – και με κάπως κατεβασμένη φωνή σαν να έλεγε ένα αξιοσέβαστο πολύ μυστικό : Καλέ τό ξέρετε ότι οι Κινέζοι έχουνε κάνει χριστουγεννιάτικο δέντρο; – ναι μού τό ’πε η καθαρίστρια τού διπλανού τους – και μεγάλο ε; κανονικό και μεγάλο, ολόκληρο δέντρο σάς λέω

   ήταν τόση μ’ άλλα λόγια η ταραχή της που πρώτη φορά ομολόγησε και τόν πληροφοριοδότη της δηλαδή. Και τίς κουβέντες της διαδεχόταν σιωπή από όλες αυτές τίς μεριές. Φαίνεται ότι τούς έκανε εξαιρετική εντύπωση όλων αυτό τό πράγμα, και σαν να τό θεώρησαν δύσκολο να τό αντιμετωπίσει κανείς, να τό πει δηλαδή, και να βρει τίς κατάλληλες λέξεις. Εγώ πάντως τό είδα πολύ σύντομα, ίσως τό επόμενο κιόλας απόγευμα που μέ ξαναπήγε στο σπίτι της η αναμπέλ : κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ούτε κι αυτή, αλλά περάσαμε από μπροστά του για να πάμε στο μέσα σαλόνι, γιατί τό είχαν μπροστά στο μικρό σαλονάκι στην πρώτη γωνία όπως έμπαινες, έτσι που να τό βλέπουμε όλοι και από τήν πόρτα αμέσως

   είχε κάτι περίεργο τό δέντρο αυτό όμως, τό χάζεψα εγώ πολύ αδιόρατα τόσο που να μην τήν φέρω σε δύσκολη θέση, και κείνη χαμογέλασε και τό προσπέρασε με περηφάνεια χοροπηδώντας λίγο, σαν προς τιμήν μου. Ήταν ένα μεγάλο γιορτινό και επίσημο δέντρο (ήτανε, ναι, ακόμα και χαρούμενο) τιμητικά στολισμένο με μπαλάκια που αστράφτανε από φυσικό έλατο σκούρο πράσινο και ψηλό, δεν είχε χιόνι, ήταν ολοπράσινο, και στεκόταν και καμάρωνε εκεί στη γωνία : σα να ’χε γύρω του μια ατμόσφαιρα που τού έλεγε ότι είναι μοναχικό εκειπέρα αλλά πάντως καμάρωνε, και η μητέρα και οι αδελφές ήταν γεμάτες – κάτι στο περπάτημά τους, στα λακκάκια στα μάγουλα – από ελαφριά και αδιόρατη επισημότητα που θέλανε να δείξουν ότι τήν μοιράζονται μαζί μας τίς μέρες αυτές και τό σπίτι άστραφτε (ως συνήθως) αλλά αυτό δεν τούς έφτανε, νομίζανε ότι έπρεπε να έχει και κάτι παραπάνω τίς μέρες αυτές σαν έναν σεβασμό σιωπηλό και γεμάτο σιωπηλούς ήχους όπως νομίζανε ότι έπρεπε να είναι όλα τά πράγματα, γιατί οι σιγανοί ήχοι (που σχεδόν να μοιάζουνε εντελώς με σιωπή) ήταν τό πιο αξιοσέβαστο όπως φαινόταν γι’ αυτούς, τό πιο αξιοσέβαστο που μπορούσαν να έχουν τά πράγματα – μόνο η αναμπέλ δεν έδινε και πολλή σημασία και μέ έπαιρνε μέσα να παίξουμε με τά ξυλαράκια και τά άλλα παιχνίδια της (που δεν είχε δηλαδή και πολλά, μόνο αυτά που μπορούσανε να τής κουβαλάνε (να κουβαλάει στην κυριολεξία η ίδια) από μέρος σε μέρος έτσι όπως πηγαίνανε, μια που αυτή ήταν η δουλειά τού μπαμπά) (ή ίσως κι αυτά που τής αγόραζαν σε κάθε καινούργια χώρα που βρίσκονταν, που θα βρισκόντουσαν κάθε φορά μέσα σ’ αυτή τή ζωή αλλεπάλληλων μετακινήσεων, και πολλές φορές θα ’χε αναγκαστεί ν’ αφήσει πίσω της πολλά από τά παιχνίδια αυτά φεύγοντας) κι έτσι παίζαμε με τά δικά μου κυρίως – κι ίσως γι’ αυτό κιόλας τά πιο αγαπημένα της να είχαν να κάνουν με τραγούδι δηλαδή με γλώσσα που μεταφέρεται

   όμως αυτό είχε κάνει όντως μεγάλη εντύπωση. Σαν να τούς περιέβαλε ξαφνικά ένας φόβος σχεδόν από παντού κι ακουγόντουσαν διάφορα. – Πολιτισμένος λαός! αυτό ακουγότανε από παντού τώρα μάλλον για αυτούς : Ακόμα κι η Νταίηλυ είχε δείξει δέος μπροστά στην είδηση που έφερε. Κι ο Αυδόπουλος έμεινε έκπληκτος, όταν τό έμαθε και κυρίως θέλησε να δείξει τήν έκπληξή του στην Χρονολουλού για να τήν διδάξει καλούς τρόπους μ’ αυτήν, όπως ήθελε να κάνει συνέχεια πάντοτε, και σ’ εμάς φυσικά : Σήκωνε τό δάχτυλο συχνά όλες τίς μέρες αυτές στο τραπέζι όταν τρώγαμε (ή άλλη ώρα κι αλλού) και όλο έλεγε : – Αυτό είναι ένδειξη μεγάλου πολιτισμού. Είναι αρχαίος ο λαός που τό κάνει αυτό. Αλλά αυτοί είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα βλέπεις.

   από αλλού ακουγόντουσαν άλλα : Φοβήθηκαν ότι αν δεν κάνουνε δέντρο όπως εμείς θα μάς προσβάλουν, και λοιπά, κλπ.

   κι εμείς συνεχίζαμε τά παιχνίδια, χωρίς άλλα περίεργα ούτε ασυνήθιστα, και όλα κύλησαν ήσυχα για λίγο καιρό. Ώσπου μετά ξαφνικά, η νταίηλυ μίλησε πάλι πρώτη ξανά
– Φεύγουν τά μάθατε; Ο πατέρας πεθαίνει και είπαν ότι θέλει να πάει να πεθάνει στην Κίνα, προλαβαίνουνε–δεν προλαβαίνουνε να πάνε γρήγορα για να πεθάνει στην Κίνα

   δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε στην αρχή τό μήκος και τό πλάτος τών λέξεων απόλυτα αυτή τή φορά

   τίποτα δεν άλλαξε πάντως τή μέρα αυτή και τίς άλλες εκεί τότε κοντά, έτσι που αρχίσαμε όλοι φωναχτά τώρα πια να αμφιβάλλουμε πρόθυμα για τήν αξιοπιστία τής νταίηλυς. Δεν μπορώ πραγματικά να θυμηθώ στη ζωή μας τίποτα άλλο πέρα από μία θαμπάδα και μία ασάφεια μετά απ’ τά νέα αυτά. Περιμέναμε ένα σημάδι απ’ τήν συμπεριφορά τής αναμπέλ για να καταλάβουμε αλλά εκείνη δεν έδειξε τίποτα, κι ίσως μάλιστα να μην εμφανίστηκε ούτε καν η ίδια τίς δυο μέρες αυτές, μέχρι που, κοντούλα και μικροκαμωμένη, ψηλώνοντας συνέχεια όμως με σοβαρότητα, ψέλλισε με τά γαλλικά της, έδειξε με τά σχέδιά της, ότι θα φύγουν. Έντιμη εφημερίδα, θα μπορούσαμε σαν τόν σαίξπηρ να αναφωνήσουμε τότε όλοι μαζί και εμείς, δεν μάς κορόϊδεψες ούτε άλλοτε ούτε αυτή τή στιγμή

.
προσαρμοσμένο απόσπασμα από τό κεφάλαιο «κινέζοι» τού μυθιστορήματος «βιογραφίες αγνώστων» © χάρη σταθάτου
περαιτέρω αποσπάσματα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα στην ιστοσελίδα απολίτιστες τέχνες

 

,

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: