σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 9, 2014

σα βιβλίο που τιμή δεν έχει

.

.

 

 

   επειδή όταν απόλυσε ο εκδότης πετσόπουλος τής «άγρας» έναν υπάλληλό του έγινε χαμός, και επειδή στον χαμό συμμετείχε με τίς λίγες του δυνάμεις κι αυτό τό μπλογκ, θεωρώ υποχρέωσή μου να πω ότι (τώρα) δεν μπορώ να καταλάβω πώς πέρασε στο ντούκου ένα βίντεο που είδα τίς προάλλες (για τήν «ενιαία τιμή βιβλίου», μην πω καμιά κουβέντα) όπου ο εκδότης πατάκης ανετότατα ανακοίνωσε ότι από τούς 160 υπαλλήλους του έχει απολύσει τούς 60 – και δεν άνοιξε ρουθούνι. Όχι μόνο αυτό, αλλά σαν να μάς ζήτησε και τόν λόγο

   για τό βίντεο αυτό βέβαια, αλλά και για τό όλο θέμα τής «ενιαίας» τιμής βιβλίου θα μπορούσα να πω πολλά : Αλλά ακριβώς επειδή μέ ενοχλεί αφάνταστα η ιστορία, θα πω μόνο λίγα :

.

 

   δεν πιστεύω ότι είναι απλώς τό ότι η κρίση μάς έχει αποβλακώσει, και αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε δυο γαϊδουριών άχυρα : Στο ζήτημα τής έκφρασης (ή τής «τέχνης») και σε διεθνές επίπεδο, τό ζήτημα είναι μόνιμα και κακόβουλα και ηθελημένα περιπλεκόμενο : Ή, για να τό πούμε αλλιώς, τό φαινόμενο τής μαζικής κουλτούρας έχει γίνει τόσο αυτονόητα καθεστώς, ώστε η εμπορευματοποίηση τού προϊόντος έχει στην κυριολεξία αφανίσει από τήν επιφάνεια τής ζωής τό ίδιο τό προϊόν : στο διαδίκτυο, ο όρος «πνευματικά δικαιώματα» αφορά θρασύτατα μόνο εταιρείες, κανείς δεν ασχολείται με τό – οποιοδήποτε – δίκαιο τού καλλιτέχνη : βίντεα ανεβοκατεβαίνουν, σβήνουν και καταργούνται από τό γιουτούμπ επειδή έτσι γουστάρουν οι προαγωγοί τους – με τόν ίδιο τρόπο που οι εταιρείες πνευματικών δικαιωμάτων στην ελλάδα δεν αποδίδουν τίποτα στους καλλιτέχνες, ευλογάνε απλώς τά γένια τους. Στην περιοχή τού γραπτού λόγου – τού βιβλίου – τό μπουρδούκλωμα είναι ακόμα μεγαλύτερο – γιατί τά λεφτά  είναι, όχι περισσότερα, αλλά ακριβώς λιγότερα : οι συγγραφείς αισθάνονται ότι πρέπει να προσκυνάνε τόν εκδότη αν δεχτεί να επενδύσει στο έργο τους, τό να τούς κλέψει είναι σχεδόν τιμή. Γι’ αυτήν τήν τιμή δεν θα μιλήσει κανένας

   η τιμή θέλει περηφάνια και στη διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου η περηφάνια καταχωνιάζεται – οι εταιρείες συγγραφέων ασχολούνται με αρλούμπες : Αντί να προσπαθήσουν να κατοχυρώσουν τήν αξιοπρέπεια τών ανθρώπων που γράφουν, αναλώνονται σε τελετές, αλληλολιβανίσματα, διαπλοκές, τρικλοποδιές, διαδρομισμούς, σνομπισμούς, μεγαλοστομίες, μυθολογίες : τό πράγμα συσκοτίζεται από τό γεγονός ότι συγγραφείς θεωρούνται και αυτοί που «κρίνουν» αφ’ υψηλού τά βιβλία τών άλλων, και καθορίζουν τήν πορεία τους διαχειριζόμενοι τίς πωλήσεις από τίς στήλες κριτικής τών εφημερίδων, συγγραφείς θεωρούνται οι δημοσιογράφοι που ανεβοκατεβάζουν ονόματα, ευ–πωλήσεις και ξεπωλήσεις, συγγραφείς θεωρούνται ακόμα κι αυτοί που μεταπηδούν στον κλάδο τού εκδότη και φτιάχνουν τούς δικούς τους διαδρόμους (φιλικής) διαπλοκής : οι καυγάδες και οι «διαφορές» που φτάνουν στο «πλατύ» κοινό, τούς αναγνώστες, είναι τίς περισσότερες φορές ακίδες προσωπικών μικροσυμπλοκών, οι βασικές διαφορές υποβόσκουν υποφώσκοντας αφανείς, περιπεπλεγμένες, κι ανάκουστες : τά συμφέροντα βοούν στον χώρο τής προσωπικής συνείδησης τού καθενός, επί τής επιφανείας επικρατεί νηνεμία – ή ψευτοκαυγάδες που συσκοτίζουν απλώς τήν πραγματική πραγματικότητα :

   τό βίντεο που είδα, θα μπορούσε, για όποιον θα είχε λίγο εξασκηθεί να βλέπει, να είναι απολύτως αποκαλυπτικό, σε βαθμό τραγικό, αυτών που κανείς δεν σχεδίασε ν’ αποκαλύψει :

   τό πρόβλημα τής «ενιαίας τιμής» είναι παλιό, κι αποκρύπτει στην ουσία ένα μεγαλύτερο πρόβλημα ως προς τήν τιμή τού βιβλίου : τό ότι τά βιβλία στην ελλάδα είναι ακριβά δεν οφείλεται (μόνο) στο ότι τό «κοινό» είναι μικρό : οφείλεται στο ότι οι μεγαλοεκδότες θεωρούν τόν χώρο τσιφλίκι τους, είναι βασικά αμόρφωτοι, και αισχροκερδούν κατ’ έθιμο

   τά συμβόλαια που υπογράφουν οι συγγραφείς είναι αποικιοκρατικής εμπνεύσεως – καμιά εταιρεία συγγραφέων δεν ξέρω να έχει διαμαρτυρηθεί (ή να έχει προτείνει μια άλλη «φόρμα», εκτός από κείνη τού κυρίου πατάκη ακριβώς η οποία (τουλάχιστον μέχρι τό 2006 που έβγαλα εγώ τελευταία βιβλίο) κοπυπαστάρεται αντιγράφεται, και κυκλοφορώντας (ιδιαιτέρως αυτάρεσκα), πασάρεται από όλους τούς συναδέλφους συνεκδότες του ως αναγκαστικό συμβόλαιο με τά «ελληνικά πνευματικά» κάτεργα τού αξιολύπητου έργου τού καθενός) :

   τό κοινό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι δυνάμει – αυριανοί – συγγραφείς (και αυτό είναι μία πραγματικότητα που δεν υπάρχει για κανέναν) παραμένει θύμα τής έλλειψης παιδείας, τής αμορφωσιάς τών δασκάλων του, τής χαιρέκακης κακοήθειας τών διαφωτιστών του : στην περίπτωση που ένα παιδί σήμερα αγαπάει τόν γραπτό λόγο, τρεκλίζει ανάμεσα σε μεταρρυθμισμένους κομματικούς ινστρούχτορες, ανανεωμένες εφημερίδες και παμπάλαια τυπωμένα σκουπίδια : μπορεί να θέλει να συναντήσει τόν κλάϊστ αλλά θα σκουντήσει πάνω στην κυρία τριανταφύλλου (οχυρωμένη επί χρόνια πίσω από τόν κύριο πατάκη) και στην περίπτωση που θελήσει να βρει τόν παπαδιαμάντη θα σκουντήσει επιπλέον και πάνω στο γλωσσικό που θα τόν μπερδέψει ακόμα περισσότερο εξαιτίας τού ότι κάποιοι φωστήρες νέοι μας βάλθηκαν ή φιλοδόξησαν να τόν μεταφράσουν

   τά μεγάλα λόγια κρύβουν τήν ανήλεη μικρότητα τών έργων : πνευματικές ζωές, πολιτισμοί. Τό βίντεο ήταν απείρως διαφωτιστικό : η κυρία που συντόνιζε τή συζήτηση, πρώην «τής νομικής», πρώην τών σταλινικών, νυν τών καναλαρχών, ξελιγώθηκε σε υπερθετικές κοινοτυπίες (ναι, –τυπίες) : ο κύριος συγγραφέας που ακολούθησε, υπηρέτησε σεμνά τά συμφέροντα τού κυρίου εκδότη που επ–ακολούθησε (είπε κι ένα σωστό (αλλά που τό ξέρουμ’ όλοι) : ότι η εκπαίδευση στην ελλάδα κάνει τά παιδιά να σιχαίνονται τά βιβλία)

   ο κύριος εκδότης είπε θυμωμένος ότι, αν πουλήσουν φτηνότερα τά βιβλία του τά βιβλιοπωλεία, αυτός θ’ ανεβάσει τίς τιμές τους, και θα μάς κοροϊδέψει (είπε μετά και ότι απόλυσε τούς 60 ανθρώπους) : όλα πάντως για χάρη τού πολιτισμού

   επειδή στον πολιτισμό λοιπόν ανήκει και η ακρίβεια στην έκφραση θέλω να πω ότι τό θέμα τής ενιαίας τιμής βιβλίου είναι ψευδεπίγραφο : Ενιαία τιμή θα είχε νόημα να συζητήσουμε, αν μιλάγαμε για τόν καθορισμό τής τιμής από τή μεριά τού εκδότη πάνω στη βάση μιας ενιαία αποδεκτής δεοντολογίας (στοιχειώδεις κανόνες ηθικής (και σεβασμού τού αναγνώστη) σε τελευταία ανάλυση δηλαδή) : αν λογαριάζαμε ( : λογαριάζανε) τήν τελική τιμή τού προϊόντος με βάση τίς σελίδες, και τίς σελίδες με βάση τίς αράδες, και τίς αράδες με βάση τά στοιχεία – και τό μέγεθός τους – : Για να μη μπορεί μια έκθεση ιδεών 10 σελίδων να τυπώνεται με τεράστια στοιχεία και διπλάσια περιθώρια – αριστερά – δεξιά – και πάνω κάτω – και χοντρό χαρτί, για να φτάσει να γίνει ή να φαίνεται πως έγινε, 50 σελίδες και να πουληθεί σαν να ’ταν 100. Αυτή είναι μια λογική ενιαία τιμή βιβλίου

   τό αν θα πουλήσει φτηνότερα ο βιβλιοπώλης, θα μπορούσε να έρθει σαν πρόβλημα ύστερα – και όχι να προηγείται. Κι όταν ξεκίνησε τό πρόβλημα δεν υπήρχαν οι μεγάλες αλυσίδες. Υπήρχε μόνο η «πρωτοπορία» τού τρικεριώτη, πρώην συνεκδότη τού «κάλβου», μετέπειτα εκδότη τών «γραμμάτων», που πουλούσε όλα τά βιβλία με έκπτωση και έκανε χρυσές δουλειές (τί να κάνουμε δηλαδή ; φοιτήτριες και φοιτητές βρήκαν έναν τρόπο να διαβάζουν, πληρώνοντας από τό ελάχιστο χαρτζιλίκι τους (σε μια χώρα που δεν υπάρχει η πραγματικότητα τών βιβλιοθηκών ώστε να μπορούν να διαβάσουν και τσάμπα)), και επακολούθησε η «πολιτεία» : εναντίον αυτών ξεσηκώθηκαν οι άλλοι (μεγαλο)βιβλιοπώλες και οι (μεγαλο)εκδότες μαζί. Τώρα έχουν τή δικαιολογία ότι μπήκαν στη μέση τά μεγαλοσυμφέροντα τού «fnac» και τού «public». Εγώ αγοράζω τά βιβλία μου από τόν (μικρό) «ναυτίλο» και μού κάνει (μεγαλομικρή) έκπτωση. Κατεδαφίζουμε τόν πολιτισμό ; Να τόν κατεδαφίσουμε τόν άτιμο. Θα πάμε φυλακή ; Να πάμε, που ’χουμε και βιβλία χωρίς τιμή

   αλλά λίγο–πολύ έκπτωση κάνουν όλοι οι βιβλιοπώλες στους πελάτες τους – δεν είναι εκεί τό πρόβλημα. Τό πρόβλημα είναι ότι τά μεγάλα βιβλιοπωλεία πουλάνε τή βιτρίνα τους, πουλάνε και τά ράφια τους : Μού τό εξήγησε εκδότης – έμεινα με τό στόμα ανοιχτό αλλά μετά, φρονίμως ποιούσα, τό έκλεισα για τά καλά : Για να μπει βιβλίο (νεοεκδομένο) στην πρώτη γραμμή τού πάγκου, θα δοθεί από τόν εκδότη στον βιβλιοπώλη με επιπλέον έκπτωση : ο εκδότης αγοράζει τόν πάγκο, αγοράζει θέση στον πάγκο. (Ποντάρουν στο ότι τό κοινό σκοντάφτει στην πρώτη σειρά, και εκεί μένει. Κατά βάση μπορεί να μην ποντάρουν λάθος). Ο ίδιος ο εκδότης κανονίζει άλλωστε από τά βιβλία που εκδίδει ποια θα προωθήσει και ποια θα αφήσει στην τύχη τους – «αφήνω στην τύχη τους» σημαίνει «αδιαφορώ, σφυρίζω κλέφτικα, δεν τά διαφημίζω δεν τά προωθώ δεν τά ανακοινώνω καν, κι αν θέλει (ή μπορεί) ο συγγραφέας ας τρέξει αυτός να φιλήσει κατουρημένες ποδιές» : προαγωγοί καραμπινάτοι που ενισχύουν χωρίς να κάνουν τίποτα, ακριβώς, τήν ντόπια πιάτσα τής πουτανιάς. Η ενιαία τιμή βιβλίου τούς μάρανε

   μία γνωστή μου δούλευε σε μεγάλο βιβλιοπωλείο και άφησε τό καινούργιο μου βιβλίο για ένα χρόνο στη βιτρίνα τους. Έκανα καιρό να τά βρω με τόν εαυτό μου για τήν ευγνωμοσύνη που κατάλαβα ότι είχα νιώσει – εκείνη τό θεώρησε φυσικό. Ένας φίλος μου έβγαλε βιβλίο του στον πατάκη, και ο πατάκης δεν τό ’βαλε στη βιτρίνα του ούτε για μια μέρα – τό θεώρησε κι αυτός φυσικό. Από τό τυπογραφείο σχεδόν τό βιβλίο πήγε στις αποθήκες : πριν τόν πάει στις αποθήκες τόν κατέβασε όμως πρωί πρωί στου διαόλου τή μάνα να υπογράψει κάτι χιλιάδες αντίτυπα, γιατί αυτός είναι τίμιος και δεν θέλει να κατηγορηθεί ότι κυκλοφορεί κλεψίτυπα (δηλαδή ότι δεν δίνει στον συγγραφέα τά ποσοστά του). Κι ύστερα τό ’στειλε στις αποθήκες για να μην πουλήσει τίποτα. Αντί να μιλάνε για ενιαία τιμή, καλά θα κάνανε να μιλάνε για ενιαία οπτική – για τήν ενιαία τους αδιαφορία για οτιδήποτε έχει σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι κάνουν

 

   αυτή τήν εποχή διαβάζω τόν bolaño – ένα βιβλίο μεγάλης αξίας (θα γράψω γι’ αυτό) και τεραστίων διαστάσεων : 1100 σελίδων – βγήκε μετά τόν θάνατο τού συγγραφέα του : Σήμερα κάποιοι κληρονόμοι γίναν πλούσιοι απ’ αυτό, και κάποιοι εκδότες επίσης : η «άγρα» δεν ξέρω τί έκανε που τό έβγαλε, και πόσα πούλησε : Πάντως ξέρω ότι η «άγρα» βιβλίο 1000 σελίδων έλληνα συγγραφέα δεν θα βγάλει εύκολα : Κι αν βγάλει, για να κάνει απόσβεση θα πρέπει να επιστρατεύσει κριτικούς και δημοσιογράφους να τό λιβανίζουνε επί έναν χρόνο, μπας και πουλήσει τίποτα (κι αν είναι δύσκολο, σαν τό 2666 που διαβάζω τώρα, πολύ δύσκολο τό βλέπω να πουλήσει οτιδήποτε)

   εγώ όμως τώρα άλλα σκέφτομαι, και άλλα αναπολώ : Στο βιβλίο τού μπολάνιο περιγράφεται ένας εκδότης (γερμανός εκδότης απ’ τό αμβούργο). Περιγράφεται βέβαια κι ένας συγγραφέας, αλλά εμένα ο εκδότης μέ συνεπήρε πατόκορφα : Γιατί (χωρίς να τό ψάξω και να ξέρω λεπτομέρειες) ξέρω, είμαι σίγουρη, ότι εννοεί έναν εκδότη για τόν οποίο έχω γράψει κι εγώ (λιγότερα) σ’ ένα βιβλίο (ανέκδοτο) : τόν περίφημο rowohlt τών εκδόσεων rororo –

   έτσι μού ’ρχεται να βάλω ένα κομμάτι απ’ αυτά που έγραψα δηλαδή, αλλά όχι, είναι κάμποσα : μόνο μια πρόταση :

   «Ξέρω ότι δεν θα πουλήσει, αλλά πρέπει να τό εκδώσουμε μεις, γιατί αν δεν τό εκδώσουμε εμείς, δεν θα τό εκδώσει άλλος» (θυμούνται οι συνεργάτες του ότι) για τά δύσκολα βιβλία που έπεφτε με τά μούτρα να εκδώσει, τούς έλεγε.

   Ενιαία είναι η τιμή σ’ έναν ενιαίο τρόπο σκέψης – που έχει και τιμή σα βιβλίο που τιμή δεν έχει

 

 

 

υγ 1 : στα «επιπλέον» έξοδα τού ελληνικού βιβλίου, που δεν έχει τό ξένο, («ένα βιβλίο μεταφραζόμενο πάντοτε έχει λόγω τής ελληνικής γλώσσας, 20% περισσότερες σελίδες – άρα περισσότερα έξοδα βιβλιοδεσίας και τυπογράφου») ο κύριος πατάκης ξέχασε (η μη–γλώσσα πάντα τήν αλήθεια λέγει) ξέχασε λοιπόν να συμπεριλάβει τήν πληρωμή τού μεταφραστή

υγ 2 : όλοι μίλησαν για κανόνες «ενιαίας τιμής» στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ξέχασαν όμως να πούνε ότι (στην γερμανία ας πούμε που τήν ξέρω καλύτερα) δεν υπάρχει σχεδόν ούτε ένα μικρό ή μεγάλο βιβλιοπωλείο που να μην βγάζει όλον τόν χρόνο, έξω, καλάθια και πάγκους με πάμφθηνες προσφορές

υγ 3 : είναι ειρωνεία τουλάχιστον (προσωπικά τό εκλαμβάνω και σαν κάτι παραπάνω) ο συγγραφέας θεοδωρόπουλος, σχετιζόμενος παλαιόθεν με τίς εκδόσεις τής «εστίας», να υποστηρίζει σήμερα τή λογική τού εκδότη «πατάκη» με τό ατράνταχτο επιχείρημα ότι οι έλληνες εκδότες είναι οι μόνοι επιχειρηματίες που δεν υπήρξαν κρατικοδίαιτοι – όταν η μεν «εστία» στηρίχτηκε σε αγορές από τίς πανεπιστημιακές σχολές, δηλαδή τό ίδιο τό κράτος, για τά (πολύ) χοντρά της κέρδη, ο δε πατάκης στήριξε τήν εκδοτική του καριέρα στα εκπαιδευτικά βιβλία με τά οποία ξεκίνησε (όπως άλλωστε ξεκίνησαν και ο μεταίχμιος ή ο σαββάλας, αυτούς θυμάμαι τώρα) που τούς έφεραν τά πολλά λεφτά, για να γίνουν μετά και παράγοντες τής λογοτεχνίας – βιβλία τά οποία βασίζονταν ευλόγως στην αλληλεπίδραση με σχολές και σχολεία τού ίδιου αυτού κράτους, νομίζω
   προσπερνάω ευγενικά τίς κλωτσοπατινάδες και τούς διαγκωνισμούς (όχι διαγωνισμούς, αυτοί ποτέ) που έχει πάρει τ’ αυτί μου ότι λαμβάνουν χώρα ως προς τό ποιοι εκδότες (και ποια βιβλία) θα συμπεριληφθούν στις (όποιες και όπως) σχολικές βιβλιοθήκες διαθέτει η χώρα (σ’ εμάς, τήν απλή πλέμπα, φτάνουν απλώς κάτι βρυχηθμοί καμιά φορά, όταν κάνας φασίστας διαμαρτυρηθεί ότι συμπεριλήφθηκε (δηλαδή αγοράστηκε από τό κράτος) βιβλίο ανήθικου περιεχομένου)
   κατά τ’ άλλα κρατικοδίαιτους να μην τούς πούμε

υγ 4 : μια παρέμβαση από τό κοινό (τού βουλευτή κουρουπλή) που είπε ότι διαβάζει όσο μπορεί από τά ηχητικά βιβλία που δυστυχώς εκδίδονται στην ελλάδα με τό σταγονόμετρο (αλλά παλιότερα σε μια βιβλιοθήκη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά της, είχε στη διάθεσή του αρκετά βιβλία σε γραφή μπράϊγ (η γραφή για τυφλούς)) μέ συγκίνησε και μέ ταρακούνησε, γιατί μού θύμισε ότι θέλω πολύ να γράψω κάποτε γι’ αυτό τό θέμα : Δεν πιστεύω στα ακουστικά βιβλία : η φωνή και τό παίξιμο τού ηθοποιού που διαβάζει (όσο καλά κι αν κάνει τή δουλειά του, και τί θα πει αυτό, για να κάνει πολύ καλά αυτή τή δουλειά θα ’πρεπε να ’ναι τελείως ανέκφραστος) η ίδια η υποκριτική τού ηθοποιού δηλαδή, που διαλύει τήν κρίσιμη εκείνη σιωπή ανάμεσα στα μάτια και στο γραφτό, αποτελεί μια πρώτη (και πανίσχυρη) ερμηνεία ήδη τού κειμένου – μια αυθαίρετη μεσολάβηση μ’ άλλα λόγια που (αδιάφορο πόσο σωστή) – σπάει τήν αποκλειστική σχέση τού αναγνώστη με τίς άφωνες φωνές τού ίδιου τού έργου : τηρουμένων τών αναλογιών, τό ακουστικό βιβλίο είναι μια μορφή μεταφοράς τού βιβλίου στον κινηματογράφο – μεσολαβούν ανάλογες αυθαιρεσίες. Σε μια πολιτισμένη χώρα τά σπουδαιότερα (αν όχι όλα) τά κείμενα τής βασικής της τουλάχιστον γραμματολογίας θα έπρεπε αυτονόητα να υπάρχουν (δηλαδή να έχουν εκδοθεί και να συνεχίσουν να εκδίδονται) και σε γραφή για τυφλούς

   μια ανάλογη ανάρτηση θέλω να κάνω κάποτε για αυτό που αναρωτιέμαι πώς πραγματοποιείται άραγε (δημιουργείται δηλαδή, πρωτογενώς (όχι μεταφρασμένο)) σαν ποίηση στη γλώσσα τών κωφαλάλων

 

 

 

για τό θέμα επιπλέον στην «αυγή», και τήν «ελευθεροτυπία» (και μην ξεχνάτε : οι πενήντα αποχρώσεις τού γκρι, βιβλίο τού επιπέδου με τό οποίο μάς απειλεί ο κ. πατάκης ότι θα γεμίσει η αγορά αν καταργηθεί ο νόμος, είναι βιβλίο που εξέδωσε ο ίδιος ο κ. πατάκης πριν καταργηθεί ο νόμος)

η άποψη τού βαγγέλη τρικεριώτη

και για τή «θέση στη βιτρίνα»

 

 

 

 

  φωτογραφίες

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 16, 2009

έκθεση ιδεών

CC276CD2   XPCADERH8DCARUB3I9CANAKJZ1CA6U6Z1RCA8TOA5PCA2F3JP0CACJBKBPCAJ0K194CAE8GX0HCA9ZL9L6CA9SO2HHCA1BDNX0CAQ3XKTOCAMCY049CA4G7NF6CAVAY6EOCAUQ0H9ACAL22NFMCAJY4RXV   proust120090930112456[1]   400px-Crystallization[1]

ημερολόγιο τού κάφκα      γράμμα τού προυστ      σχέδιο τού σταντάλ

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι μια που εδώ θα έχουμε να κάνουμε κυρίως με πεζά σαν αυτά που προηγήθηκαν (δηλαδή δικά μου), και μια που δεν ξεκινήσαμε ακόμα για τα καλά, νά και μερικά γενικά, εν είδει εκθέσεως, ιδεών που λέγαμε και στο σχολείο :

   Δεν υπήρξα ποτέ καθωσπρέπει κόρη, και δεν σκοπεύω να γίνω τέτοιου είδους κόρη σε καμία φάση τής ζωής μου, ούτε τώρα. Από μικρή αντιδρούσα μάλιστα με αηδία (εντελώς οργανική – ξερνούσα κιόλας – αχ μικρή ξερνούσα τόσο συχνά, που νόμιζαν οι μεγάλοι συνεχώς ότι έχω κοκκύτη – αντίθετα, τόν κοκκύτη τόν πέρασα πολύ ήπια – (από τότε έμαθα ότι η αρρώστεια είναι ένα πολύ περίεργο πράγμα και εξαρτάται κυρίως απ’ τό πώς τήν περνάνε οι άλλοι) λοιπόν αντιδρούσα με αυτόν τόν εντελώς αηδιαστικό τρόπο στην διδακτικότητα τών μεγάλων. Καμαρώνω γι’ αυτή μου τήν αντίδραση και τήν διατηρώ ως κόρην οφθαλμού, μολονότι τήν κρύβω πια συνήθως: δεν τήν επιδεικνύω ασφαλώς σήμερα – αποκτούμε και ελαττώματα όταν δεν είμαστε πλέον εντελώς παιδιά. Εξίσου όμως κρύβουν τόν πουριτανισμό τους και οι (αιωνίως πάντα) μεγάλοι : αν και εγώ έχω μάθει να τά διαβάζω αυτά έστω και στο ανοιγοκλείσιμο ενός ματιού –: όχι απ’ τό τί λένε, αλλά απ’ τό πώς τό λένε, και μέσα σε τί συμφραζόμενα και υπονοούμενα τό ξεφουρνίζουνε. Είμαστε μερικοί που καταλαβαίνουμε, έχω αυτήν τήν ατυχία.

   Από τήν άλλη, εγώ έχω σε μεγάλη εκτίμηση μια αξιοπρέπεια που όταν ήμουν μικρή τήν έλεγαν μάλλον κακοκεφαλιά, αλλά τώρα ξέρω ότι δεν είναι καθόλου κακοκεφαλιά, είναι σκέτη αξιοπρέπεια. Όχι η καθωσπρέπει αξιοπρέπεια, εννοώ εκείνη τήν καθόλου καθωσπρέπει αξιοπρέπεια : αυτού που δεν δέχεται ας πούμε να σκάσει απ’ τό κακό του στον έρωτα για μια απόρριψη (να λυπηθεί δηλαδή παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται και επιβάλλεται) ή να παρακαλέσει και να ζητιανέψει για να πείσει κάποιον να γράψει ωραίες κουβέντες για ένα βιβλίο του : η δικιά μου αξιοπρέπεια είναι πάνω απ’ όλα δηλαδή η αξιοπρέπεια τών βιβλίων μου, κι αυτήν τήν ασκώ με τή μεγαλύτερη δυνατή υπομονή.

   Δεν θέλω ν’ αρέσω βρε παιδί μου σ’ αυτούς που περιφρονώ, αυτή είναι η αξιοπρέπεια μ’ άλλα λόγια που λέω.

   Και ας μην γράψουν ποτέ καλή κουβέντα για τή δουλειά μου εκείνοι που είναι δυνατοί : μού λένε καλές κουβέντες εκείνοι που μετράνε. Είναι ελάχιστοι αλλά μ’ αυτούς στο μυαλό και τήν καρδιά δουλεύω. (Φυσικά όμως αυτοί δεν επηρεάζουν τίς πωλήσεις. Επηρεάζουν όμως κάποιου είδους ευτυχίες και αναπολήσεις – πράγματα εξαιρετικά σημαντικότερα. Ξέρω βέβαια καλά, ότι τυχαίνει και μόλις τά ξεφουρνίσω όλ’ αυτά σηκώνονται αμέσως οι περισσότεροι και λένε : Τί λες καλέ, δεν είσαι μόνο εσύ έτσι, κι εμείς έτσι είμαστε.) (Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι μόνο εγώ έτσι – αυτοί όμως που μού μοιάζουν ούτε ακούγονται ούτε διαμαρτύρονται, και ούτε καν μέ διαβάζουν μπορώ να πω γιατί ασχολούνται με τή δουλειά τους.) Σύμφωνοι λοιπόν λέω, όλοι τό ίδιο είμαστε, είμαστε όλοι σ’ αυτή τή χώρα εντελώς τό ίδιο, επικρατεί μια ομοιομορφία άνευ προηγουμένου. Όλοι έχουμε βγει λες από καρμπόν. Μόνο που εμείς μεν είμαστε ίδιοι, αλλά οι άλλοι δεν είναι ίδιοι : έτσι εσάς σάς γουστάρουν κι εμένα καθόλου – τί ανωμαλία κι αυτή. Τέτοια διαφορετική ανταπόκριση σε ίδιες συμπεριφορές σπάει κόκκαλα.

   Απορώ πάντως, για να σοβαρευτούμε και λίγο, γι’ αυτήν τήν έλλειψη μαγκιάς τελοσπάντων στην αθλιότητα : δεν βγαίνει ούτε ένας μια φορά να πει : ναι ρε, γίνομαι χαλί και μέ πατάνε, γλείφω τούς βρώμικους κώλους τους, τηλεφωνάω κάθε μέρα σε πεντακόσιους, φτάνω να γαμάω τά άσχημα μούτρα τους και να κολακεύω τά ηλίθια μυαλά τους, καλοπιάνω τίς βλακείες που γράφουνε και λιποθυμάω από συγκίνηση μπροστά στις ανύπαρκτες σκέψεις τους μόνο και μόνο για να γράψουν μια αράδα για μένα. Αλλά τό κάνω για να υπερασπιστώ τό έργο μου – χωρίς αυτούς δεν θα τό καταλάβει και δεν θα τό αγοράσει και δεν θα τό εκδόσει κανείς. Θυσιάζομαι για τό κωλοέργο μου. Θα μ’ άρεσε να τ’ ακούσω μια φορά, έτσι για ποικιλία (και να ομολογήσω ότι στην περίπτωση αυτή είμαι σχεδόν σίγουρη ότι και τό έργο θα ήταν καλύτερο από τά έργα για τά οποία μιλάμε). Δεν συμβαίνει όμως. Τό αντίθετο τελείως συμβαίνει : ακούς –  από τούς πιο διάσημους και ταλαντούχους : Εγώ ; Δεν κούνησα ούτε τό δαχτυλάκι μου. Ούτε που τόν ξέρω. Μόνος του τό διάβασε τρελάθηκε, έψαξε να μέ βρει και έγραψε. (Όλοι αναπαράγουν στη φαντασία τους τή σκηνή εκείνη με τόν ντοστογιέφσκυ δηλαδή και τόν άλλον τόν πώς τόν λένε, που ’τρεξε βραδιάτικα μόλις διάβασε τούς φτωχούς να τόν βρει. Περίεργο πράγμα πόσο θέλουν να μοιάσουν όλοι με τόν ντοστογιέφσκυ ειδικά σ’ αυτή τή σκηνή.) (Νεκράσωφ τόν λέγαν τόν άλλον). )

   Δεν είμαι υπεράνω, ούτε κατά διάνοια. Ζηλεύω αφάνταστα μάλιστα τήν ασφάλεια και τήν βεβαιότητα μέσα στην οποία αυτοί οι άνθρωποι γράφουν. Ναι, θα ήθελα πολύ να τήν έχω. Θα ήθελα πολύ να έχω δηλαδή έναν εκδότη που και να αγαπάει και να καταλαβαίνει (κι όχι μόνο να εκτιμάει, ή να είναι και αρκετά έξυπνος για να προβλέπει και τό πιο μακροπρόθεσμο συμφέρον του). Γράφεις επίσης με άλλη φόρα όταν ξέρεις ότι δεν θα έρθει εκείνη η μαύρη ώρα να πρέπει να ασχοληθείς και να βρεις και να πείσεις (για να μην πω και να πληρώσεις – που δεν είναι και καθόλου αυτονόητο ότι όλοι οι καλοί συγγραφείς πρέπει να έχουν και τά λεφτά – και δεδομένου ότι αν μιλάμε και για πεζογραφία πρέπει συνήθως να οργανώσεις έτσι τή ζωή σου ώστε να μην κάνεις μια δουλειά βιοποριστική που να σού τρώει και πολλή ώρα) έναν εκδότη για να πάρει τό γραφτό σου τόν δρόμο του προς τό βιβλίο.

  Βέβαια, όλα αυτά που μόλις είπα σηκώνουνε πάρα πολλές επιπλέον διαπραγματεύσεις, και αντιρρήσεις – μία είναι ας πούμε η έλλειψη ειλικρίνειας που φαίνεται να αποδίδω από δω στους κριτικούς μας. Δεν είναι έτσι, καθόλου, και αυτό είναι σίγουρο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τούς ανθρώπους βρίσκονται εντελώς στο επίπεδο τών συγγραφέων που ισχυρίζονται ειλικρινά ότι θαυμάζουνε. Αλλά ακόμα κι όταν αναγνωρίζουνε σε ιδιωτικές κουβέντες ότι κάποιοι συγγραφείς παρα-ακούγονται γιατί έχουν ένα σίγουρο και μόνο φοβερό ταλέντο, αυτό τού να γίνονται φορτικοί και να τούς πρήζουν, και έτσι τούς γράφουν κι εκείνοι μια διθυραμβική κουτσουλιά για να τούς ξεφορτωθούν για τό σαββατοκύριακο, και πάλι τό γούστο τους είναι ούτως ή άλλως πολύ χαμηλού επιπέδου κι αυτό βγαίνει ανάγλυφο στις σπάνιες περιπτώσεις εκείνες όπου ομολογούν ότι σε κάποια αποθέωσή τους ήταν όντως ειλικρινείς. Αλλά, εδώ που τά λέμε, πώς μπορεί να ’χουν σοβαρά κριτική σκέψη και πρωτότυπες ιδέες άνθρωποι που έκαναν κάποτε στο παρελθόν τους υποκλίσεις γλειψίματα και κωλοτούμπες σε κάποιους ξεγάνωτους ντενεκέδες με λεφτά, για να πάρουν τή θέση που έχουν στην εφημερίδα ; Διότι είδατε εσείς ποτέ να προκηρύσσεται διαγωνισμός ή οντισιόν για πρόσληψη κριτικού ; Ή είχε θέση στη φυλλάδα ο μπαμπάς τους, ή ήταν στέλεχος τής επιχείρησης η μαμά τους, ή ακολούθησαν απλώς τήν πορεία που προδιαγράψαμε και στηρίχτηκαν στους φίλους τους. Με οποιονδήποτε όμως απ’ αυτούς τούς τρόπους κι αν πήραν τή θέση, ο τρόπος ήδη, και εξαρχής, τούς αλλοίωσε, ακόμα και καλύτεροι δηλαδή δυνάμει χαρακτήρες και μυαλά να ήταν. Τίποτα δεν μένει απλήρωτο σ’ αυτή τή ζωή. Συνεπώς να μην τούς αποδίδουμε μόνο οσφυοκαμψία, αλλά μάλλον, ακριβώς εξαιτίας αυτής τής οσφυοκαμψίας πρέπει να τούς αποδώσουμε και ειλικρίνεια.   

   Έπειτα η λέξη κριτικός είναι μια κολακεία σκέτη, αλλά κατά βάθος πρόκειται για διαχειριστές πωλήσεων, και οι άνθρωποι αυτοί πολύ καλά τό ξέρουν. Ένα βιβλίο που θα βγει καινούργιο, πρέπει να ακουστεί, δεν έχει σημασία τί ακριβώς δηλαδή θα ακουστεί περί αυτού. Στην πραγματικότητα, τόν τόνο τόν δίνουν οι εκδότες οι οποίοι προσέχουν με ειλικρίνεια τούς συγγραφείς τους – όχι όμως όλους τούς συγγραφείς τους : ξέρω ανθρώπους που βγάλαν καλά βιβλία σε μεγάλους εκδότες – συμβαίνουν κι αυτά – και όμως οι ίδιοι οι εκδότες τά άφησαν να θαφτούν στη σιωπή αποσιωπώντας τα κατ’ αρχάς οι ίδιοι – σε μια περίπτωση μάλιστα ενός γνωστού μου ο εκδότης του που είχε και μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν έβαλε τό βιβλίο, ούτε καν για μια μέρα ο ίδιος στην βιτρίνα του (ενώ είχε βάλει ας πούμε, για παράδειγμα, και για πολύ καιρό μάλιστα, στην βιτρίνα του ένα δικό μου – τό οποίο όχι μόνο δεν είχε εκδόσει ο ίδιος, αλλά τό είχε απορρίψει κιόλας όταν τού τό πήγα για έκδοση – εδώ σίγουρα βέβαια είχαμε να κάνουμε με πρωτοβουλία κάποιου υπάλληλου τού βιβλιοπωλείου : όμως τό να μην μπει τό βιβλίο που εκδίδει ο ίδιος, στην βιτρίνα, τίνος πρωτοβουλία άραγε μπορεί να ήτανε ; ) Υπάρχουν, με άλλα λόγια, πολλά και διάφορα συμφέροντα σ’ αυτήν τήν περίπτωση – που καθορίζουν τό ποια βιβλία θα αποφασίσουν (οι εκδότες λέμε, – οι κριτικοί δεν μετράνε, αυτοί υπακούουν απλώς – κι αν όχι για κανέναν πιο ταπεινό λόγο, τουλάχιστον για να έχουν κι οι ίδιοι μετά τόν εκδότη τους) αποφασίζουν λοιπόν λέμε οι ίδιοι οι εκδότες για τό ποια βιβλία θα προωθήσουν και ποια θα θάψουν – φυσικά, και κατανοητά, ένα όχι ευκαταφρόνητο κριτήριο, είναι τά βιβλία που προωθούνται να μην κάνουν κακό στα βιβλία που έχουν ήδη προωθηθεί.  

   Και όχι μόνο γιατί έτσι διατηρείται η γενική τάξη και ηρεμία στο σύστημα – ζήτημα καθόλου δευτερεύον για τούς εκδότες, και για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο γενικά – αλλά και γιατί υπάρχει και ένα στοκ που πρέπει να πουληθεί : ως γνωστόν τά βιβλία που προγραμματίζονται για επιτυχίες τυπώνονται σε πολύ περισσότερα αντίτυπα από τά βιβλία που προγραμματίζονται για θάψιμο. Εξαυτού πολλά μπαίνουν κατά λάθος και στον πίνακα τών μπεστσέλερ πριν καν κυκλοφορήσουν στην αγορά, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που επίσης θάβονται εύκολα. Δεδομένου αυτού τού φαινομένου, είναι πταίσμα τώρα με τό οποίο πρέπει να απαξιοί να ασχοληθεί κανείς τό γεγονός πως πολλές φορές γράφονται κριτικές για βιβλίο τό οποίο υπολογίζεται να κυκλοφορήσει μαζί με τό φύλλο τής εφημερίδας, αλλά σπάει ο διάολος τό ποδάρι του και χαλάει τό μηχάνημα τού βιβλιοδέτη και ο κριτικός εμφανίζεται να έχει αγοράσει τό βιβλίο μόνος του στο βιβλιοπωλείο, ή να τό έχει πάρει ακόμα έστω και ως δώρο από τόν συγγραφέα, ένα μήνα περίπου πριν τό βιβλίο υπάρξει καν ως βιβλίο. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι ο κριτικός διάβασε κάποια χειρόγραφα, τού άρεσαν και έγραψε γι’ αυτά. Θα έπρεπε τότε πάντως να προσέξει να μην μπει στο φύλλο τής εφημερίδας και η εικόνα εξωφύλλου τού χειρογράφου, όσο κι αν αυτό θα ήταν κακό για τίς μελλοντικές του πωλήσεις και θα ακύρωνε ουσιαστικά και τήν χρησιμότητα τής κριτικής : διότι είναι γνωστό ότι αυτό που δουλεύει σήμερα είναι μόνο τό μάτι μας, και μόνο φευγαλέα, και τόσο μόνο ώστε να κρατήσει ακριβώς τήν εικόνα τού εξωφύλλου. Όμως αυτά είναι κακοήθειες και μόνο που τά αναφέρουμε, ή ατυχήματα, τό βασικό είναι ότι πρόκειται όντως για καλά βιβλία.

   Από αρχαιοτάτων άλλωστε χρόνων υπήρχε η πεποίθηση ότι τά βιβλία για τά οποία γράφουν οι κριτικοί είναι καλά, και τά βιβλία για τά οποία οι κριτικοί δεν γράφουν, είναι κακά.

   Ξέρετε για ποια βιβλία γράφανε οι κριτικοί όσο ζούσε ο σταντάλ ή ο φλωμπέρ ; Πάντως όχι για τά βιβλία τού σταντάλ ή τού φλωμπέρ. Για ποια όμως, δεν μπορώ να σάς πω ούτε εγώ ούτε και κανένας άλλος φοβάμαι, διότι εκείνοι οι μπεστσελεριτζήδες είναι παντελώς άγνωστοι σήμερα. Τής τζαίην ώστιν πάλι ένας εκδότης τής αγόρασε ένα βιβλίο της και τό κράταγε στο συρτάρι του για να μην τό βγάλει ούτε αυτός ούτε όμως και κανένας άλλος, επειδή τό βιβλίο κορόϊδευε (κατά κακή του τύχη) τά μπεστσέλερ (εκείνης) τής εποχής. Ο κλάϊστ έπειτα πέρασε ως γνωστόν βάσανα με τά θεατρικά του – ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν εδέησε να τού κάνει τή χάρη να παιχτεί όσο ο ίδιος ζούσε (μιλάω επίτηδες για ένα απ’ τά σημαντικότερα θεατρικά που έχουμε) – και αυτός ίσως ήταν κι ένας από τούς λόγους οι οποίοι απουσίαζαν τή στιγμή ακριβώς που (μάλλον) χρειάζονταν για να τόν απομακρύνουν από τήν ιδέα τής τελετουργικής του αυτοκτονίας. Η ιστορία με τόν προυστ που τού απόρριψαν τόν χαμένο χρόνο τριάντα φορές είναι βέβαια γνωστή. Τού φώκνερ πάλι ένα του μόνο βιβλίο, τή βουή και τό πάθος που είναι και τό αριστούργημά του κατά τή γνώμη μου – αλλά κι ο ίδιος τά ίδια πίστευε –  τού τό απορρίψανε, μεγάλοι και μικροί εκδότες ως κακό βιβλίο, καμιά τριανταπενταριά φορές – ομολογώ όμως ότι εγώ δεν άντεξα βέβαια να δω βιβλίο μου να απορρίπτεται τόσες : δεν μπορώ δηλαδή να βλέπω τά μούτρα τους, ούτε τών εκδοτών ούτε τών αναγνωστών τους – και η όποια μικρή αίσθηση τού χιούμορ διαθέτω δεν φτάνει σ’ αυτήν τήν περίπτωση, και είναι φαίνεται ανεπαρκής.

PartID_1142[1] - Αντίγραφουσικά τό βασικό επιχείρημα οποιουδήποτε κριτικού με αξιοπρέπεια, σ’ αυτές τίς κακές κουβέντες είναι αναμενόμενο, ότι δηλαδή δεν φταίει αυτός για τά χάλια τών άλλων. Και βέβαια έτσι είναι. Ο καθένας είναι υπόλογος μόνο για τόν εαυτό του. Και είθισται να μιλάμε όλοι σαν να έχουμε και εαυτό. Και η κάθε εποχή είναι διαφορετική από τήν άλλη, ασφαλώς. Μόνο που τυχαίνει μερικές φορές να ζούμε στην τελείως άλλη εποχή απ’ αυτήν που νομίζουμε.

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι η ευθύνη ; α, ποτέ δεν έχει ευθύνη κανείς : πάντα κάποιος άλλος, ανώνυμος, έφταιγε. Ξέρετε πόσα χρόνια κανείς δεν ασχολιόταν με τήν κική δημουλά και η γυναίκα πλήρωνε η ίδια για να βγάζει τά βιβλία της γιατί οι κριτικοί δεν γράφανε και οι αναγνώστες (τών εκδοτών δηλαδή) δεν γουστάρανε και οι εκδότες συνεπώς δεν εκδίδανε; (ζωντανοί είν’ όλοι αυτοί ακόμα – οι περισσότεροι – όσο ζωντανή είναι δηλαδή κι η ίδια). Τό ότι η γυναίκα δεν τά μαρτυράει σήμερα αυτά δεν σημαίνει και τίποτα. Προφανώς όταν αποκτήσει πια εξάλλου κανείς μεγάλη δόξα γίνεται και μεγαλόθυμος, ή μπορεί να ήταν κι από πριν. Και οι αμετροέπειες που κατακλύζουνε μετά τούς πάντες, άμα γυρίσει τούμπα τό καράβι, εμένα δεν μού τό βγάζεις απ’ τό μυαλό ότι κυρίως οφείλονται σε ενοχές, και στο κρυφτούλι ολονών από τό παρελθόν τους – και εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν  καταδεχότανε  να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;

   Και μη μού πείτε ότι «δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους» και ότι «να περιμένουν κι αυτοί» και «να κάνουν υπομονή» κι ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» (μολονότι, εδώ που τά λέμε, αυτό καθεαυτό τό ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» και πρέπει να πεθάνει πρώτα ή να γίνει εκατό χρονών για να μπορέσει να πάρει πίσω ελάχιστη από τή χαρά που με τό έργο μιας ανασφαλούς και πικρής ζωής δίνει συνέχεια στους άλλους, τό βρίσκω πέρα από κοινωνικά βλαβερό, και εξαιρετικά ανήθικο). Μιλάω όμως για ανθρώπους κατά κανόνα πολύ μεγαλύτερους από τήν συγκεκριμένη στην ηλικία, που απλώς είναι πιο δύσκολοι και καλύτεροι μάλλον ποιητές. Και αν υπάρχει και κανένας νεότερος ανάμεσά τους που είναι επίσης καλύτερος και εξαιρετικότερος ποιητής, να είσαστε σίγουροι ότι μόλις αυτοκτονήσει θα σκιστούνε όλοι να τόν ανακαλύψουνε και να τόν επαινέσουνε γεμάτοι χαρά για τήν χαρά που τούς δίνει. 

   Και τί να κάνουμε ; α, μην μού βάζετε εμένα ερωτήσεις σχολικής φύσεως – τίποτα να μην κάνουμε : εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, και κανείς νομίζω δεν μπορεί να κάνει τίποτα : τό μόνο νομίζω που μπορεί να κάνει κανείς είναι να μάθει να κινεί τά πόδια και τά χέρια του με λίγο δημιουργικότερο τρόπο : ας συμφιλιωθεί δηλαδή με τήν ιδέα τού περίπατου ώς τό βιβλιοπωλείο άμα αγαπάει τήν τέχνη κανείς : εκεί πας μόνος σου, ξεφυλλίζεις ατέλειωτα βιβλία στους πάγκους, ψάχνεις ατέλειωτα βιβλία στα ράφια : και ποτέ δεν διαβάζεις «κριτικούς» και «κριτικές» παρεκτός αν θέλεις να πληροφορηθείς τί να αποφύγεις σίγουρα – με λίγα λόγια αναπτύξτε τό μυαλό σας κι αυτό θα σάς ανταμείψει, έτσι γίνονται αυτά. Τώρα βέβαια αυτά τά λέω σ’ έναν χώρο όπου μπορείς μ’ ένα κουμπί να φτάσεις ολόκληρες βιβλιοθήκες. Ακόμα όμως δεν μπορείς να ξεφυλλίσεις από δω μέσα πολλά πράγματα, τίτλους βλέπεις. Όταν θ’ αρχίσουνε πολλοί ν’ ανεβάζουν τά βιβλία τους εδώ, θα ’ναι αλλιώς – προς τό παρόν περπατάτε ώς τά βιβλιοπωλεία είναι και καλή γυμναστική.

kafka[1]   marcel_robert[1]    JWCA0P7Q4ECANE1HKECAO0YHHFCAJ8IO43CAGHADOZCA3ARI6RCAXJRWGJCAUJLTAYCAE42RDUCARBRW6FCAUN2BABCAVYIM43CAYQCDJKCAQIDRZXCA7A7RI6CA19S4V6CAJY0RXWCANBQ6YOCAZ1BEIX ο franz kafka ο marcel proust και ο stendhal – ως νέοι και παιδιά

   Τά ξέρετε τά αστεία που έκανε μια αμερικανίδα στους αγγλοσάξονες (εκδότες) (τά χάλια είναι διεθνή) (απλώς εδώ ο κανιβαλισμός είναι μεγαλύτερος επειδή είναι μικρότερο και τό πιάτο τό φαΐ – και επειδή δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη παράδοση πολιτισμού – ως γνωστόν αποτελούμε μάλλον τόν πιο απολίτιστο λαό τής ευρώπης – δεν σεβόμαστε δηλαδή ούτε τήν τέχνη ούτε τούς ανθρώπους της παρά μόνο αν δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, αν δηλαδή γράφουν συνέχεια γι’ αυτούς οι φυλλάδες, μιλάνε καμιά φορά τά τζάμια, ή η σουηδία δίνει κάνα βραβείο – τότε έχουμε και επιπλέον συμφέρον να τούς εκτιμήσουμε διότι κάτι μάς επιστρέφει όταν λέμε μπούρδες ας πούμε ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία – τό ίδιο κι ο τουρισμός άλλωστε – κι άλλωστε από τό πολύ βάρος είναι πεσμένες κι οι δύο στο πάτωμα κάτω λιπόθυμες). Ξέρετε λοιπόν τίς πλάκες που έκανε μια αμερικανίδα (δεν θυμάμαι, για λόγους ακατανόητους δεν κράτησα τ’ όνομά της) σε διάφορους μεγάλους εκδότες, όταν τούς έστειλε μερικά μεγάλα έργα, και σαίξπηρ, και τζαίην ώστιν, και φώκνερ, και δεν θυμάμαι και τί άλλο, δακτυλογραφημένα και μεταφρασμένα δηλαδή και με τ’ όνομά της πάνω στον φάκελο, και έζησε τήν (πικρή) χαρά να τά δει να απορρίπτονται όλα μετά πολλών επαίνων. (Μόνο ένας «αναγνώστης» εκδότου (περιφανούς) λίγο τσίνησε στην περίπτωση τής περηφάνειας και προκατάληψης που αρχίζει με μία πρόταση πολύ γνωστή στους άγγλους μαθητές, και τής έγραψε δεικτικά στην απάντησή του, «στο μέλλον να φροντίζει να μην αντιγράφει». Είχα σκεφτεί να κάνω τό ίδιο με «μεταφρασμένο» ας πούμε παπαδιαμάντη ή ευριπίδη στους «δικούς μας» αλλά η τύπισσα μέ κάλυψε και συν τοις άλλοις μού έφυγε και τό κέφι.)

   Αυτό που μ’ αηδιάζει περισσότερο απ’ όλα με τούς «συνάδελφους» και τούς «κριτικούς τους» είναι πως όταν κρίνουνε από τήν γενική συμπεριφορά και τήν ενγένει στάση σου ότι δεν έχεις εσύ επικίνδυνα μεγάλες πλάτες είναι πρόθυμοι να σέ φάνε ζωντανό τώρα αμέσως μη γίνει κάνα λάθος δηλαδή στο μέλλον και  κάνεις μπράτσα (βέβαια, τό επιστημονικής φαντασίας σενάριο να έχεις πλάτες αλλά να μην τίς χρησιμοποιείς είναι και εκτός πραγματικότητας και εγκληματικό συγχρόνως, διότι δίνει τό κακό παράδειγμα και στη νεολαία – η αξιοπρέπεια ως γνωστόν προς τούς φίλους και τούς ανθρώπους που αγαπάμε είναι άχρηστη και δεν επιστρέφει και τά γνωστά κέρδη)

   Ξέρετε ποιο θεωρώ εγώ όμως ως φαινόμενο πιο λυπηρό απ’ όλα, αλλά και πιο  χαρακτηριστικό τής εποχής και τής ορθότητας τών όσων λέω; 

   Τό πόσο λιγότεροι απ’ όσους μέ διαβάζουν εδώ θα διαβάσουν (για τά καλά) ένα έστω και μόνο από τά βιβλία που έχω ανεβάσει.

   Και τό ακόμα πιο λυπηρό είναι τό ότι αρκετοί, ακόμα κι αν χάνανε τόν χρόνο τους με τά δικά μου, θα έλεγαν : Μα δίκιο έχουν οι άνθρωποι, δεν μού αρέσεις ούτε κι εμένα –.  Αν ανοίξουμε όμως τέτοια συζήτηση θα γράφουμε για μήνες, και τό πώς φτιάχνεται τό γούστο μας είναι κάτι που δεν κάνω κέφι να τό συζητήσω ακριβώς τώρα. Και δεν φοβάμαι μην παρεξηγηθώ, διότι ούτως ή άλλως θα παρεξηγηθώ. Μού αρκούνε όμως αυτοί που ξέρουν καλά τή λογοτεχνία, και όταν μέ βρίζουν έχουνε λόγο που μέ βρίζουνεσοβαρότερο λόγο εννοώ απ’ τό : δεν γράφουν έτσι τά σχολικά εγχειρίδια ή η λογοτεχνία που μάς μαθαίνει τό  κόμμα, ή η τηλεόραση (αυτοί είναι οι τρεις πυλώνες τής μόρφωσης στην πολιτισμένη μας χώρα). Εξάλλου – κάτι που λέω και στους ηλεκτρολόγους και λοιπούς τεχνίτες που έρχονται καμιά φορά σπίτι για επισκευές και μού ζητάνε ένα βιβλίο μου για να διαβάσουν : δεν διαβάζεις ένα βιβλίο μόνο ποτέ :  αν δεν σ’ αρέσει ο κάφκα δεν πρόκειται να καταλάβεις δηλαδή τόν προυστ. Κι αν έπρεπε να τά βάλω τώρα με τήν γενική κατάσταση στα ζητήματα τής τέχνης, και ν’ ασχοληθώ με τό πόσο ξέρει ο μέσος έλληνας τί σημαίνει γκαλερί και έκθεση ζωγραφικής, και πόση ανάγκη έχει να ακούσει μια σονάτα τού 18οο, ή τί ευτυχία νομίζει ότι δεν πρόκειται ποτέ να τού δώσει ένα βιβλίο τού φώκνερ ή ένα φιλοσοφικό πόνημα (άσε που με τήν ακαταπόνητη ελληνική ωραιοπάθεια νομίζει κανείς πως οτιδήποτε έχει γραφτεί σε ξένη γλώσσα είναι και περιττό και άχρηστο και εχθρικό) τότε θα έπρεπε να μην κάνω άλλη δουλειά, και άλλη δουλειά δεν είχα.

   Πιο πολύ μού πάει λοιπόν να σάς βάζω μερικά κείμενα άλλων πού και πού (στο άλλο μπλοκάκι). Σάς βεβαιώνω (ειλικρινέστατα) ότι όταν σάς βλέπω να διαβάζετε αυτά τών άλλων με κέφι και να είσαστε και δημιουργικοί στα σχόλια που κάνετε χαίρομαι πολύ και τά ξεχνάω όλα : τό δίκτυο εδώ μού έδωσε δηλαδή τή δυνατότητα να καταλάβω ότι η χώρα αυτή είναι καλύτερη μπροστά στον κομπιούτερ της απ’ ό,τι μπροστά στον δάσκαλό της.

   Αυτοί όμως που θά ’θελαν να μέ σκυλοβρίσουν χωρίς άλλον λόγο πέρα από τό ότι δεν τούς είμαι και τόσο οικεία όσο οι αρλούμπες τής τηλεόρασης ή τά βιβλία που αγοράζουν με τίς εφημερίδες τους, και απ’ τά τοπ-τεν αυτών τών εφημερίδων, να ’ναι βέβαιοι, τούς βεβαιώνω εγώ και να μού ’χουν εμπιστοσύνη σ’ αυτό τό ζήτημα, ότι μόλις έστω και ένας καλός και (μη) αξιοπρεπής άνθρωπος γράψει σε μια εφημερίδα αμετροέπειες, αμέσως θα τίς εκτιμήσουν : δεν κατασκευάζονται όμως κριτικές σκέψεις και νοοτροπίες με τόν τρόπο αυτόν. Κι εμένα η ανάπτυξη τής κριτικής σκέψης μ’ ενδιαφέρει πέρα από τίς επιμέρους λεπτομέρειες τού ποιος σ’ αρέσει και γιατί. Ας είμαστε όλοι λοιπόν καλά προς τό παρόν, κι ας γράφουμε στο ιντερνέτ, στα σοβαρά ή για τήν πλάκα μας, κάνει καλό στην υγεία και είναι και καλή γυμναστική για τά δάχτυλα.

F986B0C8 - Αντίγραφοcopyright © 2oo9 hari stathatou for the text, the cat-photo and the initials : all rights reserved
τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489
τό γράμμα τού προυστ : από τήν έκθεση στο εβραϊκό μουσείο τής βιέννης τόν σεπτέμβριο τού 2οο9 με 8ο ανέκδοτα
χειρόγραφα τού marcel proust © der Kölner Bibliotheca Proustiana von Sammler und Kurator Reiner Speck

 

update [6 νοεμβρίου 2οο9] :
όσον αφορά τούς κριτικούς μας (και τήν αξιοπρεπή ανεξαρτησία τους) : τό είδα πρώτα στο no budget (που τό πήρε από τόν ΑΝεμο, που τό πήρε από τό media industry, να πάτε βέβαια και σ’ αυτά, γιατί και οι συζητήσεις έχουν (πολύ) ενδιαφέρον) : δείτε λοιπόν τήν χαριτωμένη εντολή προς κριτικόν και ενγένει δημοσιογραφούντα που κατά κακή τύχη βγήκε και πιο έξω : (έγινε στην «καθημερινή», αλλά τά ίδια γίνονται παντού (δεν αμφιβάλλω ότι τώρα μέ πιστεύετε : πως έτσι γίνονται οι δουλειές γενικά : πρέπει να είναι φίλοι μας αυτοί, για να τούς δούμε (δηλαδή να γράψουμε γι’ αυτούς) λίγο…) εδώ απλώς έγινε η γκάφα) : εντολή δηλαδή αυτονόητη και συνηθισμένη προς τούς διανοούμενούς μας στον ημερήσιο και λοιπό τύπο (μόνο που ο αφηρημένος φωτοσυνθέτης, αφηρημένος διορθωτής, αφηρημένος συντάκτης  δημοσίευσε κιόλας τήν εντολή : «ΛΕΟ, δες το λίγο με τον Ζήρα, γιατί είναι φίλοι μας αυτοί» : δεν πιστεύω δηλαδή ότι υπεισήλθε άλλου είδους κίνητρο απ’ τή μεριά τού αφηρημένου – κι ας λέγεται ότι έχασε τή δουλειά του ο δύστυχος : οι εντολές αυτές πάνω στο χειρόγραφο είναι τόσο συνηθισμένη πρακτική, που ο άνθρωπος τή θεώρησε λογικά και γνωστή, και ηθική και νόμιμη, και ξεχάστηκε νομίζοντας ότι ήταν απλώς  μέρος τών ειδήσεων και οι εντολές – μη νομίζετε, είμαι κατά βάθος τής δουλειάς και ξέρω …) (Και φυσικά τό «είναι φίλοι μας αυτοί» δεν σημαίνει αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι λέει – για να ‘μαστε εξηγημένοι… Τό είναι φίλοι μας αυτοί μεταφράζεται : αυτή η επιχείρηση διαφημίζεται σε μάς και έχουμε γενικώς πολλές και ευχάριστες σχέσεις, συνεπώς ξεσκιστείτε να γράψετε καλά λόγια… : that’s how it goes… everybody knows… που λέει και ο φίλος μας)

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: