σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 25, 2016

ευχαριστω, κυριε παπαδιαμαντη

 

 

 

«Τον ειδα σκυμμενον ωρας ολοκλήρους εις γραφεια εφημεριδων, να μεταφραζη αρθρα, μυθιστορηματα, ειδησεις, τηλεγραφηματα, χαμενον παντα πισω απο ενα βουνον αγγλικων εφημεριδων, περιοδικων, βιβλιων.

Για τις εφημεριδες οπου συνεργασθηκε [ ] δεν ητανε ο μεγαλος διηγηματογραφος, ητανε [ ] ο ταπεινος μεταφραστης.

Στο “Αστυ” εφτανε αργα παντα, τρυπωνε στο γραφειο του, χωρις να πλησιαση  κανεναν και ριχνοτανε στη δουλειά, για να ξαναφυγη παντα με τον ιδιο τροπο. Καποτε τον εβλεπα μόνο να μπαινη μεσα στο γραφειο τού κ. Κακλαμάνου, αλαφροπατωντας σαν ησκιος, να προχωρη προς το τραπεζι τού διευθυντη, ν’ αφηνη τα χειρογραφα του, χωρις να πη λεξη, και να φευγη βιαστικα, περπατωντας συρριζα στον τοιχο, [ ] Οσοι δεν τον γνώριζαν, καθως ητανε κακοντυμενος, με ξεφτισμενες παντα τις ακρες τών μανικιων του, μπορουσαν να τον παρουν και για υπηρετη τού γραφειου. Και μόνο ο σεβασμος, με τον οποίον ο κ. Κακλαμανος τού ξαναλεγε, καθε φορά, παιρνοντας τα χειρογραφα του : “ευχαριστω, κυριε Παπαδιαμαντη…”, σκορπιζε την ανάξια αυτη, αλλά τοσο φυσικη, παρεξηγηση.» *

 

σαν να μιλουσε τουλαχιστον για μενα (και κανονικα για ολους μας) αυτος ο (αγνωστος μου) κ. κακλαμανος, λεγοντας του καθε φορά αυτο το «ευχαριστω κυριε Παπαδιαμαντη» (κι ουτε κυριε Κοσμοκαλογερε, ουτε κυριε Αγιε των γραμματων μας, ουτε κυριε Μπαρμπαλεξανδρε, ουτε καμιά αλλη απ’ αυτες τις, συνηθισμενες στην ελληνικη θρησκευόμενη ευρηματικη αμετροεπεια, μαλακιες)

ο παπαδιαμαντης εξακολουθει να μην αναγιγνωσκεται σωστα κατα τη γνωμη μου στη χωρα αυτη οπου υποτιθεται οτι μιλαει την ιδια γλωσσα μαζι του, και καμία εντυπωση δεν μου κανει που ο μόνος (κριτικος) που τον διαβασε καπως σωστα ηταν αλλογλωσσος** . Με τον παπαδιαμαντη μάς χωριζει θα ’λεγε κανείς οχι μόνο η ίδια γλωσσα (που κι αυτη μάς χωριζει) οσο η ίδια χωρα : κι οταν λεω γλωσσα δεν εννοω την «καθαρευουσα του» – οταν ειμαστε εμεις στο σχολείο χρησιμοποιουσαμε γλωσσαρι για τη δημοτικη του – οσο ακριβως μάς χωριζουν οι ίδιοι άνθρωποι που τοτε τον εβλεπαν με σεβασμο ως υπηρετη (ή τελος παντων και κατα παραχωρηση φτωχον) και σημερα με τον ιδιο ανιδεο και ιδιοτελη σεβασμο ως θρησκευομενο ανθρωπο. Πιθανως αν ηταν γαλλος ή γερμανος οι παρεξηγησεις να μην υπηρχαν (ή να ειχαν ηδη διαλευκανθει), γραφοντας στα ελληνικα δεν τον χωραει – ακομα και σημερα – ο τοπος.

παρ’ ολ’ αυτα, ή ακριβως γι’ αυτα, ειναι ακρως (και επιθετικα) ερωτικος, και ακρως (και ανυποταχτα) ερωτευμενος συγγραφεας ο παπαδιαμαντης : μη γελιομαστε, θρησκευόμενη και χρηστομαθή ηθογραφια εκαναν πολλοι και οχι μόνο συγχρονοι του, αλλά μαλιστα και συγγενεις του : Να πω λοιπον τωρα κι εγω ενα ανεκδοτακι : Πριν απο χρονια, τοτε που ημουν πολυ μεγαλυτερη απ’ ο,τι ειμαι τωρα, και ζουσα σε μια πολυ πιο μακάρια εποχη απ’ αυτη που ζω τωρα και ειχα τριγυρω και φιλους και ημουν και ερωτευμενη με τη ζωη μου, ειχα ολη τη μακαρια διαθεση – και τις μακαριες ομολογουμενως συνθηκες – να διαβαζω καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη, ολα τα μυθιστορηματα τού ντοστογιεφσκυ και ολα τα διηγηματα τού παπαδιαμαντη

για τον ρωσο ειχαμε ως γνωστο την τυχη στην ελλαδα τών μεταφρασεων τού αρη αλεξανδρου στις εκδοσεις γκοβοστη (στις οποιες μεταφρασεις χώθηκαν κατα καιρους και δύο γυναικες – τη μία την κοραλία μακρη τη θυμαμαι, της αλλης δυστυχως το ονομα το ξεχναω – μολονοτι αυτην τη δευτερη, μια γλυκύτατη γηραια κυρια, την ειχα συναντησει μια μερα στο βιβλιοπωλειο στην πεσμαζόγλου (ανεβαινοντας εγω τα σκαλακια μετα απο μια αγορα, κατεβαινοντας, πολυ προσεκτικα, εκεινη) – την προσφωνησανε με σεβασμο οι υπαλληλοι γι’ αυτο και την αναγνωρισα κι εγω (και νά που τωρα δεν θυμαμαι τ’ ονομα της…))*** πρεπει λοιπον παρεμπιπτοντως να πω, με τη δεουσα αιδω και καταισχυνη, οτι το μόνο βιβλιο τού ντοστογιεφσκυ που δεν μού αρεσε καθολου (εκτος απο μερικες σκηνες) και που εξαυτου ποτέ δεν το ξαναδιαβαζα, ητανε το «εγκλημα και η τιμωρια» : το ευρισκα ιδιαιτερα διδακτικο (ελεγα) ισως, δεν ξερω γιατι, παντως δεν μου αρεσε. Δεν με απασχολησε ομως και καθολου το ζητημα – μεχρι που εκδοθηκε η (ακρως καθαρευουσιανικη φυσικα) μεταφραση τού παπαδιαμαντη, που την πηρα για να την κανω καπου δωρο και αποφασισα πριν τη δωσω να της ριξω μια ματιά : Λοιπον ουτε που την εδωσα δωρο και ουτε που αφησα κατω το βιβλιο σχεδον μεχρι να τελειωσει – κι αυτο ειναι πια απο τα πραγματα που αγγιζουν περιπου τα ορια του υπερφυσικου : εκτος κι αν καταλαβει κανεις (εστω και αργα δηλαδη) (στο συνολο του δηλαδη πια) τον παπαδιαμαντη :

το βιβλιο δηλαδη στη μεταφραση τού παπαδιαμαντη, με ολη κεινη του την αφυσικη υποτιθεται καθαρευουσα, δεν απεπνεε ουτε κουκουτσι διδακτικοτητας, και επιπλεον ξεχειλιζε απεριγραπτα απο ερωτα : οχι ευγενη αισθηματα και αγαπες και τετοια – ενδεικτικα και κυριολεκτικα, θυμαμαι καθισα μετα και συγκρινα, οτι οντως, εκει που οι αλλοι μεταφραζανε «αγαπη» ο κοσμοκαλογερος μετεφραζε «έρωτα» – που αναρωτηθηκα κι εγω χαζα αν ειχα συνειδητοποιησει στο παρελθον τον ογκο τού ενσωματωμενου και μασιφ και ανεκδιηγητου (κυριολεκτικα ανεκδιηγητου εδω) ερωτισμου στη γλωσσα και τις υποθεσεις και τις προθεσεις τού καθημας (δλδ τους κριτικους (μας)) αγίου. Ομως για να γινω πιο ακριβης : πρεπει να τα ειχα δει φυσικα, και να τα ειχα νιωσει, ομως δεν τα ειχα καταλαβει – διοτι διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη καθε χρονο, με παρασερνε το συμπαν : συνεπως επρεπε να εισβαλει στη ζωη μου «διαμεσολαβημενος» μεσω μεταφρασης ο σκιαθιτης, για να εκβαλει ακολουθως και «αμεσα» μετα ο ερωτισμος τού συμπαντος του εις την νησον της βλακειας και της τυφλωσης μου.

ακριβως (υποθετω) διοτι ποτέ μεχρι τοτε δεν ειχα αναρωτηθει τί ηταν αυτο που με συνεπαιρνε και με υπνωτιζε, τι πραγμα ηταν αυτη η χαρα που ενιωθα διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη (καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη). Για τον ρωσο δεν απορουσα, ηξερα και ημουνα εντελως σιγουρη : η «απολαυση» μαζι του που δεν ηταν ποτε εκεινη η ανεπαναληπτη τής πρωτης φοράς, μετασχηματιζοταν και συνεχιζοταν καθε φορά, στο μετεπειτα, ως η ιδιοτελης χαρα στη διερευνηση των άπειρων λεπτομερειων – συνεπως δεν ηταν ισως πια ακριβως «απολαυση», αλλά ικανοποιηση μιας κακοηθεστατης, αλλά και συμπαθεστατης πιθανως (οπως μπορει να τού φαινοτανε τού ιδιου αν ηταν στις καλες του οταν θα με παρακολουθουσε), περιεργειας : τον ρωσο τουτεστιν μετα την πρωτη φορα τον διαβαζα σαν να μου εκανε πια μαθημα, καθε φορα σε καθε του βιβλιο ανακαλυπτα κρυμμενα κολπα αρχιτεκτονικα, αριστουργηματα μηχανικης και στερεωσης τού κτισματος, απυθμενα βαθη τής φαινομενικης ελαφροτητας και προχειροτητας, τρυπες και πορτες και παραθυρα αυλες ταρατσες και σωληνωσεις κολωνες και στηριγματα – ακομα και τη λειτουργικοτητα που μπορει να εχει ενας αδιεξοδος διαδρομος ή ενα κλειστο παραθυρο καρφωμενο για να μην ανοιξει ποτέ – ετσι που ειχα (μετα απο χρονια) την εντυπωση οτι τον ειχα ακουσει προφορικα να μου μιλαει για τη δουλεια του. Και ηξερα πια, μετα απο χρονια ακριβως, οτι ειναι ο μονος δασκαλος για το μυθιστορημα αυτος ο ζοφερος ανθρωπος με το απιστευτο χιουμορ ( : απο τα πιο σκοτεινα του, και το «υπογειο» και «ο σωσιας» και (το αγαπημενο μου) «ο εφηβος» πλεουνε σ’ ενα περιβαλλον ξεκαρδιστικης ειρωνειας – εχουνε μα την αληθεια ξεκαρδιστικες σκηνες). Ξερω πως δεν θα μπορουσα ποτε να γραψω πραγματικα μυθιστορημα αν δεν ειχα διαβασει τον ντοστογιεφσκυ, και ολοι οι αλλοι, οσο κι αν τούς αγαπησα, κι οσα κι αν εμαθα απ’ αυτους, δεν θα μπορουσαν ποτέ να με βοηθησουν να καταλαβω το μυθιστορημα, αν δεν ειχε προϋπαρξει το, μικρονοϊκο σχεδον στη λεπτομερεια και τη σχολαστικοτητα του, φροντιστηριο που μου εκανε τοσα χρονια αυτος. Ακομα κι αν σημερα δηλαδη τον αρνεισαι ή τον συχαινεσαι ή τον μισεις ή τον περιφρονεις, ή τον βαριεσαι πια (εγω ας πουμε τωρα δυσκολα πιανω να τον ξαναδιαβασω) αν γραφεις μυθιστορημα ξερεις οτι ειναι ο μεγαλος σου κι ο αγαπημενος σου κι ο χιλιοδιαβασμενος σου κι ο πιο βασανισμενος σου ο δασκαλος σου.

καμία σχεση ομως, σαφεστατα και ολοκαθαρα, ολ’ αυτα με κεινο το πραγμα που μοιαζει τοσο με υπνωση και χαρα συγχρονως και που σε κατακλυζει ξεχειλιζοντας στο δωματιο και στην απλη σκεψη – στο πλησιασμα εστω κι απο μακρια – ακομα κι απο τη στιγμη τής αοριστης αποφασης οτι θα τον ξαναπιασω στα χερια μου – του παπαδιαμαντη : και σαμπως λεγοντας οτι ειναι ερωτικος λεω και τιποτα σπουδαιο ; δεν ειναι δυνατον να μιλησω για τον παπαδιαμαντη, θα ’πρεπε να ’μαι παπαδιαμαντης για να εξηγησω τη γοητεια που ασκει πανω μου ο παπαδιαμαντης : (καποτε στις αρχες μπορουσα να μιλαω για κεινον τον ερωτα του για τις γυναικες, για κεινη του τη νοσταλγό τόπων – που διεψευσε και τσακωθηκε κατευθειαν και με τον φλωμπερ του οποίου η ηρωιδα «αναζητουσε συγκινησεις και οχι τοπία» – εκεινη τη γυναικα που δεν θελει να ζησουν οι αλλες γυναικες αυτα που η ιδια ξερει και εζησε, εκεινους τους ερωτευμενους ανθρωπους πανω στο χιονι : οχι, ουτε οι αλλες γυναικες ουτε οι αλλοι αντρες ουτε τ’ αλλα παιδια : οχι, ουτε οι λεξεις ουτε η γλωσσα ουτε καν η «περιφημη» ατμοσφαιρα) : αυτο που με πλημμυριζει, εμένα προσωπικα, στη σκεψη τού παπαδιαμαντη ακομα και στην αναμνηση της πεζογραφιας του, δεν μπορει να ειπωθει αλλιως παρα μονάχα σαν κατι πολυπλοκο οπως η λεξη χαρα, αυτη η αοριστη παιδικη λεξη.

και ειναι μια χαρα σα βυθισμα, και σαν προοπτικη βυθισματος, σε κεινους τούς μαυρους πανυψηλους μυστηριους καθρεφτες στα πιο αλλοκοτα τής παιδικης μας ηλικιας λουνα παρκ – με ολον τον θορυβο και τη βαβουρα τών πραματευτων, των γονιων, των παιδιων, και των αλλων παιχνιδιων τριγυρω. Αν θελησω να το θυμηθω θα πω οτι ειχαμε την εντυπωση πως παιρνοντας την αδεια να μπουμε σε κεινην τη σκοτεινη σπηλια με τους καθρεφτες ειχαμε την επιγνωση οτι πηγαινουμε σε κατι ανεκδιηγητα κι απαγορευτικα δικο μας – και οχι μόνο δεν φοβομαστε την παραμορφωση που μάς περιμενε ακινητη κι αχορταγη (και που, μολονοτι την ξεραμε, ποτέ δεν τη βρισκαμε ιδια, ουτε και τη βαριομαστε) αλλά τη φανταζομαστε κιολας μονιμα εναλλασσόμενη και περιμεναμε τις καινουργιες της εκφανσεις καθε φορα (και μαλιστα ανυπομονα) σαν αυτο το επιτελους εντελως μυστικο και ουσιαστικα ανεκφραστο να ητανε επιτελους το κομματι τού κοσμου το πιο δικο μας.

υψώνονταν γυρω μας τεραστιοι οι μεγαλοι καθρεφτες, και χάνονταν το υψος τους στα μυστικα υφασματα τής οροφης, κι ο,τι βλεπαμε πανω τους, οσο ασχημο κι αν ηταν ή αναπαντεχο, ηταν παντα μια μορφη τής ελευθεριας μας να ειμαστε αλλοι κι αλλιως και αλλού. Και ποτέ δεν προσεχεις τις ταπεινες ή φτενες διαστασεις τού δωματίου κι οι καθρεφτες δεν μιμουνται τιποτα αλλά σού γελανε, σου μιλανε, και σε περιμενουν.

πηγαινεις υπνωτισμενη στο παναρχαιο, το ολοκαινουργιο και το ολοσκοτεινο ξανα, στο δικο σου ξανα, σα να μην ειχανε τελος τα βασανα και οι καημοι του καθρεφτη σου αυτου του κοσμου.

 

 

 

 

* απο γραπτα του παυλου νιρβανα για τον παπαδιαμαντη, στα αυτια τής εκδοσης τού «αόρατου», εκδοσεις κιχλη

** γκυ σωνιέ

*** αργοτερα τό θυμηθηκα : το ονομα τής μεταφραστριας ητανε στέλλα βουρδουμπά

εδω η (εξαντλημενη, και μη επανεκδοθεισα) μεταφραση τού ντοστογιεφσκυ για το εγκλημα και τιμωρια

 

 

πηγη

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Οκτώβριος 22, 2011

παλιά ανεπίκαιρα «μικρά» o boy : κώστας γεωργάκης, ηθική και οικογένεια, ο παπαδιαμάντης και τό πτυχίο του, «ποτέ μην χορτάσετε, ποτέ μην λογικευτείτε», κ. ά.

.

.

   επειδή οι κήποι έκλεισαν αυτόν τόν μήνα δύο πλήρη χρόνια ζωής λέω σήμερα να εγκαινιάσω κάτι που τό σκεφτόμουνα – και μάλλον τό ήθελα και τό τριγύριζα – από καιρό :

   ένα είδος συντομότερων ποστ δηλαδή, πέρα από τά γνωστά μου σεντόνια, με μικρά, και σχετικώς νέα, και ασφαλώς ανεπίκαιρα :

   τα περισσότερα θα είναι μάλλον πράγματα που μαθαίνω από άλλα βλογ και τά βρίσκω μέσω τών «μοιρασμάτων» τού ρήντερ μου – και που πολλές φορές σκέφτηκα ώς τώρα ότι θα ’θελα να τά βάλω κι εδώ ή να τά σχολιάσω :

   σύντομα λοιπόν (όχι όμως αναγκαστικά και πράγματι μικρά), μάλλον εκτός χρόνου πλέον, αλλά ίσως γι’ αυτό ο σχολιασμός τους να μ’ ενδιαφέρει και περισσότερο :

.

.

  

   κάθε σεπτέμβρη λείπω, κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσα να βάλω ανήμερα στην επέτειο (19 σεπτεμβρίου τού ’70 έγινε) τίς ελάχιστες γραμμές που μού αναλογούν για τήν αυτοπυρπόληση τού Κώστα Γεωργάκη

   φέτος γυρίζοντας από τή θάλασσα βρήκα αρκετά, και παλιότερα (και καινούργια), κι αυτό είναι καλό – θυμάμαι μια φορά που πήγα ν’ αγοράσω τό (νεοεκδοθέν τότε) βιβλίο γι’ αυτόν σε (συμπαθές (μου)) μεγάλο βιβλιοπωλείο : δεν τό ’βρισκα στους πάγκους και ζήτησα από νεαρό πωλητή «τό βιβλίο για τόν κώστα γεωργάκη» και μού απάντησε «ποιόν, τόν γιατρό τού ωνασείου;», «όχι, τό παιδί που αυτοπυρπολήθηκε στη χούντα» και τό αγόρι χτύπησε τρεις φορές τό κεφάλι του με τήν παλάμη του   π ά ρ α   π ο λ ύ   θυμωμένο : «ναι, ναι» είπε, «ξέρω, μα τί χαζομάρα έπαθα», έτρεξε τό βρήκε σ’ ένα ράφι και μού τό ’φερε

   δεν κατηγορώ επουδενί τό παιδί για τή στιγμιαία του αφηρημάδα σ’ ένα αναγνωστικό βιβλιοπωλειακό και τέτοιο κριτικό εν γένει περιβάλλον όπου τά μόνα βιβλία που προωθούνται διαβάζονται και μπαίνουν στους πάγκους και τίς σελίδες βιβλίων τών εφημερίδων είναι οι διάσημες μηδαμινότητες που μάς κατακλύζουν προ, επί, και (φοβάμαι) και μετά τήν κρίση
   (εξαυτού και δεν βρήκα στον κυβερνοχώρο καμία φωτογραφία από τό βιβλίο (και καθώς δεν λειτουργεί τό σκάνερ μου μπορώ να τό αναφέρω μόνο έτσι))

   απλώς όμως, και για τήν ιστορία, και για να ικανοποιήσω και κείνη τή μονομανία μου εναντίον τών μύθων, να πω ότι : καμία χούντα δεν κλόνισε τότε η πράξη του – στα ψιλά τών (γενναίων μας και δημοκρατικών) εφημερίδων μπήκε – κι όσοι διάβασαν, διάβασαν : αλλά και πολύ μετά, όσοι θυμόντουσαν, θυμόντουσαν : αν ήταν μέλος βέβαια κάποιου απ’ τά (πολλά μας) κκε, αλλιώς θα ’ταν, απ’ τήν αρχή ώς σήμερα και ώς τό τέλος, τά πράγματα…

.

«summer of protest» / «video dedicated to Prometheus, to Kostas Georgakis (Genoa 1970) and Carlo Giuliani (Genoa 2001)»

.

.

   κι είμαστε ακόμα στην αρχή – ας σκεφτούμε μόνο : τό 1910 τί μπορούσε να δει κανείς από τόν 20ο  αιώνα που μόλις έμπαινε; – κι επιπλέον τή φορά αυτή δεν έχουμε μόνο αλλαγή αιώνα αλλά και χιλιετίας : (τί μπορούσε να δει ο μεσαιωνικός άνθρωπος λοιπόν τό 1011 για τά όσα μέχρι τό 2011 θα ακολουθούσαν;)

   όμως εμείς έχουμε ήδη στα 10 πρώτα χρόνια μια εξέγερση που έχει κιόλας ξεκινήσει – κι αυτήν τή φορά απλώνεται με τή βοήθεια τής τεχνολογίας τής φτώχειας και τών χρυσών χρηματιστών σε όλον τόν πλανήτη

   λοιπόν θα ’λεγα να μην ξεχάσουμε πως κανένα σύστημα δεν θα καταρρεύσει  πλήρως και ικανοποιητικά και αποτελεσματικά, αν δεν πολεμήσουμε όχι μόνο τήν υλική δυστυχία μας αλλά και τήν ηθική τοιαύτη (πρωτίστως δηλαδή τήν ηθική τής οικογένειας (και τόν ίδιον τόν θεσμό) για να θυμηθούμε όχι μόνο τόν νίτσε μας, αλλά και τούς φραγκφουρτιανούς μας) –

.

ενδεικτικά, από τό πλήθος αναρτημένα :

.

.

   μιλώντας ο στηβ τζομπς στους τελειόφοιτους ενός πανεπιστήμιου τούς θύμισε (ως γνωστόν) τά λόγια ενός βιβλίου που είχε διαβάσει «τήν δεκαετία τού ’70, όταν ήταν στην ηλικία τους» : stay hungry, stay foolish ( : «μην χορτάσετε ποτέ, μην λογικευτείτε ποτέ» κατά τή δική μου μετάφραση)

   τώρα που μάθαμε τόσα – και βγήκαν και τά στραβά και τού ίδιου και τής άπλ στη φόρα, ας θυμόμαστε πάντως και τό ότι ήταν ένα παιδί που παράτησε τό πανεπιστήμιο και δεν πήρε ποτέ του πτυχίο – αντίθετα, ανακάλυψε ότι τού άρεσε η τέχνη τής τυπογραφίας, τό σχήμα τών γραμμάτων, η αισθητική και η τεχνική της

   παλιά πράγματα, που ενσωματώθηκαν εξαιτίας του (όταν αργότερα έγινε καπιταλίστας) στις πιο νέες εφευρέσεις τού αιώνα

   αναρωτιέμαι όμως πόσο μπορούν να καταλάβουν τό «μη χορτάσετε και μη λογικευτείτε» εκείνοι που σπουδάζουν μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν τό χόρτασμα τής (λογικής) μεγαλομανίας τών γονιών τους (να γίνει τό παιδί επιστήμων)

   έχει ένα κόστος η απάρνηση αυτής τής λογικής…

   επί τή ευκαιρία θυμήθηκα και τί απάντησε ο αλέξανδρος παπαδιαμάντης σ’ εκείνους που τόν ρωτούσαν γιατί είχε εγκαταλείψει (κι εκείνος) τό πανεπιστήμιο

   «Και ποιος να μέ εξετάσει;»

   έχει κι η αλαζονεία τών καλλιτεχνών τό νόημα, τήν αισθητική, και τήν ομορφιά της.

.

 

.

.

   και μια εξομολόγηση που τη χρωστάω περισσότερο στον εαυτό μου (ακριβώς επειδή για τόν άνθρωπο έχω γράψει παλιότερα ένα μικρό μεν αλλά ενθουσιώδες, και δίκαιο (πιστεύω) εγκώμιο) :  υπέγραψα μεν τή διαμαρτυρία τού νίκου σαραντάκου για τήν απόλυση τού γιάννη χάρη από τά «νέα» αλλά, θα μπορούσα εδώ να προσθέσω, μεταξύ μας : δεν απόρησα τόσο που απολύθηκε, όσο είχα απορήσει όταν προσελήφθη…

   δεδομένου ότι ο γιάννης χάρης (με τά μικρά γλωσσικά του από τή δεκαετία τού ’80 (νομίζω προς τό τέλος της, δεν θυμάμαι και καλά, και δεν μπορώ τώρα να ψάχνω αρχεία)) ήταν ο μόνος που υπερασπίστηκε με σθένος τή ζωντανή μας γλώσσα, και ο μόνος που πολέμησε από τόσο νωρίς και δημοσίως τόν νεοκαθαρευουσιανισμό και τό εν γένει αρλουμποειδές ιδίωμα που προέκυψε με τούς αρχοντοχωριατισμούς τής δήθεν ακριβούς μεταγραφής και προφοράς τών ξένων ( = αγγλικών) λέξεων στα καθημάς, και άλλους τέτοιους σουσουδισμούς : έθιμα δηλαδή που χρονολογούνται μεν από τή χούντα αλλά συνήθως ξεχνάμε (επειδή μετά γενικεύτηκαν) ότι είχαν ως κύριο σπόνσορα τό ξιπασμένο ήθος τών εντύπων τού συγκροτήματος…

   με τούς κύκλους τά κυκλάκια του και τά κυκλώματα : τώρα πια όλοι τό έχουν μιμηθεί και όλοι λειτουργούνε έτσι. Όμως η υπονόμευση τού αρχοντοχωριατισμού από μεριάς τού γιάννη χάρη έφερε αποτέλεσμα (κι αυτό είναι κάτι : γιατί τώρα εξακολουθούνε μερικοί να λένε «τής καλιφόρνια» (και «τής βέροια» συνεπώς) αλλά όσο να ’ναι οι περισσότεροι δεν ντρέπονται πια, ούτε τό θεωρούν απόδειξη ότι «δεν ξέρουνε ξένες γλώσσες» να πουν «τής τρόϊκας»). Κι όλ’ αυτά, χωρίς να εννοώ καθόλου ότι ο δημοτικισμός σέ κάνει αυτόματα κάτι σαν επαναστάτη – οι περισσότεροι δημοτικιστές ήταν συντηρητικότατοι άνθρωποι κατά τ’ άλλα, ο δε γιάννης ψυχάρης ήταν και θρήσκος και βασιλόφρων : μια μικρή αντιστοιχία είχαμε στη μεταπολίτευση (και κρατάει δυστυχώς ακόμα) με τή «δημοτική τών κομμάτων» (άμεσα και κύρια και πισογυρισματικώς) που έγινε ένα είδος συνθηματικής γλώσσας για ν’ αναγνωρίζονται οι καριερίστες τής πολιτικής μεταξύ τους

   έχει και η δημοτική τούς καθαρευουσιάνους της, όπως (περίπου) παραπονέθηκε ο καβάφης –

.

     

.

.

.

  

Ιουλίου 5, 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: