σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 20, 2017

η «μίμησις» και η μίμηση

 

 

 

 

δεν έχω ιδέα γιατί δεν ήθελα, επί χρόνια, να διαβάσω αυτό τό βιβλίο για τό οποίο (αφού τό διαβάζω τελικά μετά από προτροπή κι επιμονή καλού μου φίλου) σάς γράφω σήμερα. Υποθέτω μάλλον εξαιτίας τού τίτλου – όσοι ξενόγλωσσοι κάνουν επίδειξη ελληνομάθειας είναι εξαιρετικά συμβατικοί άνθρωποι έχω τήν εντύπωση – άνθρωποι που δεν αρκούνται στα δικά τους, αλλά θέλουν να ελέγχουν και τά τών άλλων – όμως εκ τού ασφαλούς, όταν αυτά τά τών άλλων έχουν γίνει πλέον διάσημα : χρυσέ μου πρέπει να ’χεις ζήσει, να ’χεις γεννηθεί και να ’χεις πεθάνει και να ’χεις μεγαλώσει και να ’χεις πάει σχολείο και να ’χεις εκδόσει βιβλίο σ’ αυτό τό κωλοχανείο, για να ξέρεις πόσο για μάς εδώ είναι ζωντανή η λεξούλα που εσύ πετάς για να μάς κάνεις εντύπωση κι ότι ξέρεις ελληνικά : δεν έχεις ιδέα : δεν υπάρχει παρά μόνο μίμηση εδωχάμω, ο ένας παπαγαλίζει τόν άλλον, ακόμα και οι εχθροί παπαγαλίζουν τούς εχθρούς : ούτε εχθρούς πρωτότυπους δηλαδή δεν μπορείς πλέον να έχεις : κι αν λες οτιδήποτε που δεν έχει ήδη ειπωθεί, είσαι χαμένος από πολύ μεγάλο (και πολύ μακρύ) χέρι

αλλά ας αρχίσω λέγοντας τά πιο συνηθισμένα δηλαδή δικά μου

όταν ο αριστοτέλης προσπαθεί να κωδικοποιήσει τίς ιδιότητες τών θεατρικών έργων τής εποχής του, δηλαδή τής τραγωδίας, κάνει αυτό που δεν θα ’κανε κανένας από τούς οπαδούς και τούς θαυμαστές του σήμερα : τά αντιμετωπίζει κυρίως σαν θέατρο, δηλαδή σαν έργο που «παίζεται» (και μάλιστα, τονίζει, πρέπει να τό παίζουμε «φυσικά», και όχι να τό απαγγέλλουμε), και μόνο δευτερευόντως σαν έργο γραπτού λόγου : μάς δηλώνει δηλαδή εξαρχής ότι πρόκειται για παραστάσεις, βασισμένες σε (απαιτητικά, και τίς απαιτήσεις τους θα τίς περιγράψει) κείμενα που έχουν γραφτεί όμως αποκλειστικά για μια παράσταση

γι’ αυτό και βάζει στον ορισμό του σαν πρώτη ιδιότητα τής τραγωδίας τή «μίμηση», αφού βλέπει τό όλον πράγμα σαν θεατρική πράξη – και κατά μία γλυκύτατη και ειρωνικότατη συμπεριφορά τής γλώσσας, η λέξη αυτή σήμερα δηλώνεται ως «παιχνίδι»

[ γιατί ο ηθοποιός «παίζει», όπως λέμε εμείς ]

[ αλλά και «πλάθει» έναν ρόλο, αυτός, ο ηθοποιός, ο υποκριτής, που τότε λεγόταν «μίμος» ] : [ επίσης (και περιττή η υπόμνηση) «πλάθοντας έναν ρόλο» λεγόταν τό  βιβλιαράκι εκείνο τού στανισλάβσκυ που είχε μεταφραστεί όταν είμαστε εμείς μικρές στο σχολείο, και τό διαβάζαμε όσες αγαπούσαμε τό θέατρο ]

είναι σαφές λοιπόν ότι ο μισοβόρειος αυτός αθηναίος μιλάει για μια πράξη θορυβώδη και θεατρική που ολοκληρώνει μπροστά σε πολύ κόσμο μιαν άλλη πράξη, που έχει προηγηθεί από έναν άλλο μισονότιο ας πούμε αθηναίο ο οποίος, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή απ’ τό μυαλό του τή σκηνή (και τόν χορό, και τή μουσική) γράφει σιωπηλός, αφανής, και κατά μόνας

γι’ αυτό χρησιμοποιώντας σα δεύτερη λέξη του μετά τή λέξη «μίμησις» τή λέξη «πράξεως», φροντίζει να αποτίσει έναν ολιγόλο φόρο τιμής στην πράξη αυτήν επί τής πράξεως τής άλλης

αυστηρός (και καλός) σχολαστικός όπως είναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου δηλαδή να προτάξει τήν πράξη τού γραψίματος αξιολογικά, αφού τόν ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα να επιστήσει τήν προσοχή (ποιών ακριβώς ; τών μεταγενέστερων ; είναι σαφές ότι οι σύγχρονοί του δεν τόν χρειάζονται ακριβώς τόν ορισμό του για να καταλάβουν τί βλέπουν στο θέατρο) εστιάζει λοιπόν τήν προσοχή αυτών και ημών στην επί σκηνής λειτουργία τού συνόλου – αλλά ίσως ρίχνει πάλι κι έναν τυφλοσούρτη σε κάποιους επίδοξους θεατρικούς που βλέπει να τόν τριγυρίζουν ατάλαντοι (ή εκνευριστικά αλαζόνες και βιαστικοί)

ή πάλι εκθέτει τά κατά τή γνώμη του βασικά διατυπώνοντας μια καθαρή και ελιτίστικη αισθητική για τήν πάρτη τή δικιά του, αλλά και μερικών αγαπημένων μαθητών που είναι όμως ανεπίδεκτοι στην πρακτική και σχετικά μπουμπούνες

«αν δεν στήσετε τό πράγμα να παιχτεί κανονικά», τούς λέει «κι αν δεν μελετήσετε καλά τήν υπόθεση και τίς συγκρούσεις και τούς διαλόγους και τή μουσική μη λογαριάζετε να συγκινηθεί κανείς και να κλάψει και να ευχαριστηθεί στο τέλος»

έτσι όχι τυχαία (καθόλου τυχαία ασφαλώς – τίποτα δεν είναι τυχαίο, ειδικά σ’ αυτόν τόν ορισμό) με τίς συνέπειες αυτού τού τέλους επί τών νεύρων, τού μυαλού και τού απερίσκεφτου θυμικού μας, τελειώνει ο ορισμός του

 

 

 

 

η λέξη «μίμηση» λοιπόν, από αυτά ξεκινώντας (δεν παραβλέπω αλλά δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει εδώ – πως η λέξη είναι αρχαιότερη τού αριστοτέλη και τής  καθαρά θεατρικής της λειτουργίας – και ότι και άλλοι πριν τόν αριστοτέλη (αλλά και ο ίδιος ο αριστοτέλης ενίοτε) χρησιμοποίησαν τήν έννοια τής μίμησης και εκτός θεάτρου – με πιο διαλεκτικόν τόν ηράκλειτο και πιο μονοδιάστατα μεταφυσικόν, φυσικά, τόν πλάτωνα – αν και έχω τήν εντύπωση ότι μια μορφή «θεατρικότητας» ενυπάρχει συνεχώς στην έννοια και τής πιο «απλής» μίμησης (επί τής πραγματικότητας, ή τής φύσης, ή τών ζώων, ή τών ιδεών – απ’ όποιον κι αν υιοθετήθηκε) : μάθημα περί αυτού μάλιστα πήρα από κάτι μαύρους που αναπτύσσανε εμπραγμάτως και παίζοντας θέατρο επί τού αφρικάνικου χωραφιού, παριστάνοντας τό πώς κυνηγάνε τά διάφορα ζώα : έκανε ο άλλος κύκλους σαν να ήτανε πάνω σε μια ορχήστρα, και μύριζε τόν αέρα γύρω–γύρω και εξηγούσε ότι δεν μπορεί να κυνηγήσει τό λιοντάρι αν δεν γίνει ο ίδιος λιοντάρι, ώστε να μπει στο κεφάλι του και να βρει πού θα πάει να κρυφτεί ή από πού θ’ αποφασίσει να παραμονέψει και μετά να τού ριχτεί : (και πρέπει να πω ότι) τά στριφογυρίσματα που κάνανε αυτοί οι δύο μαύροι σε κείνο τό χωράφι, δε θυμάμαι ποιανής χώρας, τά ’χω δει μονάχα σε σπάνιες παραστάσεις τραγωδίας (ας πούμε στους «πέρσες» – στην πρώτη όμως παράσταση τού «θέατρου τέχνης» και όχι τίς άλλες μετά από χρόνια που απλώς τή μιμήθηκαν)

η λέξη πήρε επομένως  στα ελληνικά, ίσως ακριβώς εξαιτίας τής μακρόχρονης χρήσης της, τελείως διαφορετικές σημασίες, εντέλει άκρως υποτιμητικές

κατά κανόνα πλέον σημαίνει τήν ξερή και πειθαρχημένη αντιγραφή μιας (ξερής και πειθαρχημένης) πραγματικότητας

(μια (καλή) ελληνίδα ηθοποιός όταν κάποτε θέλησε να υποτιμήσει μιαν άλλη (κακή) είπε : αυτή δεν είναι ηθοποιός, είναι μίμος : όσο κι αν ήταν πρόχειρη η διατύπωση τής σκέψης της (δεν φημιζόταν για τή φιλοσοφική εμβάθυνση τών σκέψεών της η λαμπέτη – δεν ήταν αυτή η δουλειά της εξάλλου) η λέξη που χρησιμοποίησε δείχνει τήν κατηφορική εξέλιξη που πήρε η έννοια «μίμηση» στα χρόνια μας)

(η σχολή τής φραγκφούρτης, από τήν άλλη, επιστρέφοντας τόν όρο «μίμηση» στην αρχική, βακχική, καταγωγή του, έδωσε στη λέξη και στην έννοια ένα χρώμα ψυχαναλυτικό, που δεν τό έχει όμως για όλους)

πάντως στις υπόλοιπες γλώσσες η «μίμηση», σα λέξη ξένη έμεινε στάσιμη – ακόμα και μορφικά, έμεινε στην καθαρεύουσα ως «μίμησις» – και στον έριχ άουερμπαχ δεν σημαίνει καθόλου τήν (διονυσιακή) μετάπλαση, αλλά τήν (ορθολογική) αντιγραφή μιας πραγματικότητας, όπως τό λέει κι ο ίδιος επανειλημμένα στο κείμενό του, και όπως τό λέει επί λέξει σχεδόν και στον τίτλο του (εδώ μάλιστα η ελληνική μετάφραση (για ν’ αρχίσω και τή γκρίνια) δυστύχησε, αλλά εξάλλου πολύ εξεπίτηδες μάλλον : διότι ο άουερμπαχ χρησιμοποιώντας στον υπότιτλο ένα παράγωγο τού γερμανικού ρήματος darstellen (που είναι τό ρήμα με τό οποίο (αυτοί) δηλώνουνε και τή θεατρική παραγωγή, ή ευθέως και τήν παράσταση) επιχειρεί γλωσσικά, και μάλλον καθόλου μυστηριωδώς, μια σύνδεση τής γερμανικής «παράστασης» με τήν ελληνική «μίμηση» : νά ένα παιχνίδι, θα ’λεγε κανείς αουερμπαχικότατο, τό οποίο ο έλλην εκδότης αποφεύγει, ίσως αδαώς, διαλέγοντας να βάλει τήν ουδέτερη ή ακινδυνότερη (νομίζει), εικόνα τής πραγματικότητας, από τήν ελαφρώς ή βαρέως απαιτητική, και ασφαλώς περιπλοκότερη, παράσταση τού ίδιου πράγματος ( : τής πραγματικότητας τήν οποία ο α. μονίμως αντιμετωπίζει σαν κάτι ακίνητο, αμετακίνητο και σαφές)

προσωπικά νομίζω ότι στον τίτλο ο άουερμπαχ είναι παραπάνω από ειλικρινής, και από εκεί ξεκινάν τά προβλήματά μας (τά δικά μου προβλήματα δηλαδή σε σχέση με τό βιβλίο του)

ο τίτλος λοιπόν καταρχάς, ας τό καταλάβουμε, ότι δεν είναι αυτός, ο ανώδυνος, που λέει η ελληνική εκδοχή (μίμησις : η εικόνα τής πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία) αλλά αυτός ο πιο περίπλοκος που λέει η γερμανική : μίμησις : η παράσταση τής πραγματικότητας κλπ (και ίσως, ακόμα πιστότερα, η αγγλική : η αναπαράσταση τής, κλπ) : πόσο πιο σύμπλοκα γίνονται όλα ξαφνικά – και σωστά : γιατί τού άουερμπαχ, με όλη του τήν εμμονή σε μια απλουστευτική (και εκνευριστική) διάσταση τού έργου τέχνης (τή «μίμηση τής πραγματικότητας»), αξίζει σίγουρα εκατό τοις εκατό να τού αναγνωριστεί η δυνατότητα για περιπλοκότητες και πολυπλοκότητες και λεπτολογίες ιδιαιτέρως σπάνιες γοητευτικές και πρωτότυπες, για όλη τήν υπόλοιπη σκέψη του.

 

 

 

 

Τό βιβλίο λοιπόν τού έριχ άουερμπαχ «μίμησις» είναι, ας τό πω επιτέλους, τό καλύτερο χειρότερο βιβλίο που έχω διαβάσει : δεν υπάρχει δηλαδή για μένα χειρότερο, διότι διαφωνώ μαζί του ως προς τό κέντρο τής προβληματικής του, τή βασική σκέψη που τό διέπει (ότι ακριβώς η τέχνη μιμείται τήν πραγματικότητα ή ότι προς τά εκεί πρέπει να τείνει) (και, ακόμα χειρότερα, ότι προς τά εκεί προσπαθεί, από καταβολής της, να τείνει), και συγχρόνως είναι για μένα «καλύτερο» γιατί έχει στοιχεία εξαιρετικά πρωτότυπα στη διαπραγμάτευση τού θέματός του – στοιχεία που δείχνουν ότι ο άουερμπαχ είναι στην πραγματικότητα ένας διχασμένος άνθρωπος – ανάμεσα στη γενική του φιλοσοφία για τό τί είναι τέχνη, και στην επιμέρους διορατικότητα – και τίς αναγνωστικές του ικανότητες – με τίς οποίες είναι σε θέση να βρίσκει λεπτότατες διακυμάνσεις στη σύνταξη, κι ακόμη και τίς λέξεις (και, μέσω αυτών, τίς έννοιες) μιας πρότασης

αλλά επειδή τό διάβασα στην ελληνική του μετάφραση (που βγήκε τό 2005 και «αναθεωρήθηκε» (χωρίς προσωπικά να έχω ιδέα τί ακριβώς αναθεώρησε) τό ’14) είμαι υποχρεωμένη να πω πως εδωπέρα μπαίνουν και κάποια άλλα προβληματάκια που σίγουρα δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο – ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν μ’ αυτή ακριβώς τή μορφή – ζητήματα δηλαδή μετάφρασης, όχι πια τού άουερμπαχ αλλά τών κειμένων που ο άουερμπαχ παραθέτει – κειμένων συχνά μεσαιωνικών, πάντως παντελώς άγνωστων στα ελληνικά (και ίσως και στις άλλες γλώσσες) που εδώ παρατίθενται σε μεταφράσεις, πολλές φορές απαράδεκτες (ο δάντης ας πούμε, στη μετάφραση τού καζαντζάκη, που απλώς δεν διαβάζεται (δεν βρήκαν καμιά άλλη μετάφραση τής «κωμωδίας» καλύτερη ; (νομίζω υπάρχουν)) : στο αρχικό κείμενο ίσως όλες τίς μεταφράσεις να τίς είχε κάνει ο ίδιος – αλλά κι εδώ έχουμε προβλήματα διότι προβλήματα ακριβώς είχε τό ίδιο τό αρχικό κείμενο –

 

 

 

 

μολονότι στους περισσότερους στην ελλάδα, και ίσως και αλλού, τό πιο αγαπημένο κεφάλαιο είναι τό πρώτο, για τόν όμηρο – δεν συμβαίνει τό ίδιο μ’ εμένα : δεδομένου ότι έχω διαβάσει σχετικά καλά τήν «οδύσσεια» (δεν λέω τό ίδιο για τήν «ιλιάδα») δεν μέ εντυπωσίασε και τόσο η διαπραγμάτευση στην «ουλή τού οδυσσέα» όσο τό κεφάλαιο έχει να κάνει με τόν όμηρο – για να μην πω ότι βρήκα εντελώς εκτός τού γούστου μου, στο 2ο μέρος τού κεφαλαίου, τό γεγονός ότι συγκρίνει τήν «οδύσσεια» με τή βίβλο, και συγκεκριμμένα με τό επεισόδιο από τή «θυσία τού αβραάμ»

(για να μην πω ότι, για μένα, πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από τό επεισόδιο τής τροφού τού οδυσσέα έχει η σκηνή με τόν εύμαιο τόν χοιροβοσκό του, και τό ότι ο όμηρος, απ’ τή στιγμή που μπαίνει στη σκηνή ο βοσκός, για πρώτη και μόνη φορά σε όλο τό έπος, διαπράττει κάτι κυριολεκτικά ανεξήγητο (κι αυτό τό αίνιγμα παραμένει, και δεν παίρνει απάντηση) αρχίζει δηλαδή να μιλάει, απευθυνόμενος σε δεύτερο πρόσωπο σ’ αυτόν τόν βοσκό (ο όμηρος ο ίδιος, όχι κάποια πρόσωπα τού έργου), κάτι που διαταράσσει εντελώς τήν (ήρεμη κατά άουερμπαχ ισορροπία) και φωτεινότητα τού έπους (ας αφήσουμε τό ότι δημιουργεί και μία ανεξήγητη ένταση (ένταση ακριβώς, τήν οποία ο άουερμπαχ – σε πλήρη σύμπνοια με τόν γκαίτε και τόν σίλλερ όπως αναφέρει επιμελώς – θεωρεί ότι απουσιάζει εντελώς από τό έργο – ενώ υπάρχει αντιθέτως στη βίβλο))

αλλά νομίζω ότι αυτή η σύγκριση, δίνει πολλά στοιχεία για τόν ίδιο τόν άουερμπαχ – διότι, πόσο ποτισμένος πρέπει να είναι ένας άνθρωπος με θρησκευτικότητα και χριστιανισμό, για να σκεφτεί να συγκρίνει τόν όμηρο με τή βίβλο ; (θα μπορούσε να τόν συγκρίνει τον «γιλγαμές», ας πούμε)

υπάρχει όμως ένα καλό εδώ : ότι ο α. μάς μπάζει κατ’ αυτόν τόν τρόπο, από τήν αρχή και κατευθείαν, χωρίς καθόλου να κρυφτεί ή να υποκριθεί, στο ένα από τά δύο κύρια και βασικά στοιχεία τής «ψυχοσύνθεσής» του (δεν ξέρω πώς αλλιώς να τό πω) : τή θρησκευτικότητά του δηλαδή

διότι υπάρχουν όντως δύο του χαρακτηριστικά που σαν τυφλοσούρτες θα μάς συνοδεύουν σ’ όλες του τίς αναλύσεις (όσο λεπτεπίλεπτες και ενδιαφέρουσες κι αν γίνονται στα επιμέρους) : τό δεύτερο απ’ αυτά τά χαρακτηριστικά του (που στοιχειώνουν κυριολεκτικά τή σκέψη του, σ’ όλη τήν έκταση τού βιβλίου) είναι κάτι που, πάλι δυσκολεύομαι να τό ονομάσω αλλά θα τό ’λεγα «κομφορμιστικό μαρξισμό» – ο συνδυασμός τών δύο (επιμόνως δεδομένης θρησκευτικότητας και εντελώς μηχανιστικού μαρξισμού) παράγει βέβαια ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερα αξιοπερίεργο που χρωματίζει τό βιβλίο από τήν αρχή μέχρι το τέλος, αλλά μειώνει και τήν αισθητική αξιοπιστία του

αυτά τά δύο πράγματα μ’ άλλα λόγια τά θεωρεί ιερά κι απαραβίαστα σαν ξεκίνημα, και με βάση αυτά κρίνει τόν γενικό προσανατολισμό τών κειμένων που αναλύει : τή σχέση που έχουν με τή χριστιανικότητα (όταν αναφέρεται, αλλά και όχι μόνο, στον μεσαίωνα), και τή σχέση που έχουν με τήν «ταξική δομή» τής κοινωνίας : πάνω σ’ αυτά μετά χτίζει τήν αντίληψή του για τήν «έγκυρη ή μη» μίμησή τους τής πραγματικότητας : η οποία πραγματικότητα είναι, κατόπιν τούτων, απολύτως σχεδόν σαφής μονοδιάστατη και ξεκάθαρη : δεν είναι δύσκολο να καταλάβει μετά κανείς πόσο μονοδιάστατη είναι συνεπώς η σκέψη του στον πυρήνα της – με όλες του τίς αναλυτικές επί τών κειμένων δυνατότητες, και με όλα τ’ άλλα του επιμέρους ταλέντα, και τίς ειδικές γνώσεις :

οι οποίες μας χαρίζουν – δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία γι’ αυτό – ένα πανόραμα κειμένων, απολύτως σημαντικών – και εν πολλοίς για τούς πολλούς (και τούς άσχετους, σαν κι εμένα) και άγνωστων και αξιολάτρευτων

όμως αυτή η μέθοδος του, να συγκρίνει (στην αρχή τουλάχιστον, γιατί από κάποια στιγμή και πέρα – από τόν μονταίνο και μετά, αν θυμάμαι καλά, τήν παρατάει) στο ίδιο κεφάλαιο δύο συγγραφείς ή δύο κείμενα, είναι πάνω απ’ όλα ενδιαφέρουσα όταν μεταφερόμαστε στον μεσαίωνα

επειδή οι σπουδές του, οι γνώσεις του, αλλά και η καρδιά του, όπως φαίνεται, είναι περισσότερο κοντά στα γαλλικά γράμματα, δεν τόν παρεξηγώ καταρχάς που δεν έπιασε καθόλου τόν γοδεφρείδο τού στρασβούργου και τόν «τριστάνο» του σ’ αυτήν τήν περιοχή – πράγμα που όμως δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα σε μένα (ειδικά σε μένα, που έχω τό θράσος να συγκρίνω τόν μεσαιωνικό γοδεφρείδο με τόν όμηρο) ως προς τήν σφαιρικότητα τής ματιάς του : καθώς βλέπω μάλιστα ότι περιλαμβάνει έργα τής ίδιας εποχής ελάσσονα, δηλαδή (μπορεί μεν) όχι λιγότερο σημαντικά, αλλά σίγουρα εξαιρετικά μικρότερης λογοτεχνικής αξίας – όπως τόν κρετιέν ντε τρουά και τό «άσμα τού ρολάνδου» : μια εντύπωση για έλλειψη σφαιρικότητας και για μονομέρεια που ενισχύεται και από τή συνέχεια τού έργου του

όμως πρέπει να πω ότι είναι τελικά υποχρεωμένος κανείς να τόν δει και με, λίγο δημιουργικότερη, συγκατάβαση : δεν είναι τό έργο τού άουερμπαχ μια αναδρομή και μια σύνοψη τής δυτικής (εννοεί ευρωπαϊκής) λογοτεχνίας στο σύνολό της : περισσότερο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια (κριτική – κατά τίς δυνάμεις του – που ορισμένες φορές παραείναι δυνατές) τών έργων τής ευρωπαϊκής ενδοχώρας που έχει διαβάσει και αγαπάει : Δεν πρόκειται για κανέναν «κανόνα» : κανόνας μπορεί να γίνει ο τρόπος ανάγνωσής του, στις καλύτερές του στιγμές –

και εδώ είναι η ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσουμε τίς δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή του κατά τό γράψιμο : όπως είναι γνωστό, και τό έχει πει και ο ίδιος, στην κωνσταντινούπολη που κατέφυγε για να γλιτώσει από τούς χιτλερικούς, δεν είχε τή βιβλιογραφία που έπρεπε, και που σίγουρα ήθελε – αυτό όμως τόν έκανε τελικά ακριβώς να γράψει τό βιβλίο – έστω και χωρίς παραπομπές – ή μάλλον, ακριβώς επειδή δεν είχε παραπομπές : διότι όπως ο ίδιος αφηγήθηκε «αν μπλεκότανε να γράφει σημειώσεις, μάλλον δεν θα έγραφε τελικά τό βιβλίο»*

αυτή όμως η ασφαλώς σκληρή πραγματικότητα, που ευθύνεται και για τή σκληρόκαρδη διαπίστωση, νά που είχε ένα ουσιαστικό, εσωτερικό, και πολύ γλυκύτερο, αποτέλεσμα : τό γενικότερο ύφος τού βιβλίου, που είναι μάλλον και τό μεγάλο του κατόρθωμα :

τό τεράστιας έκτασης έργο είναι γραμμένο σαν μια μονοκοντυλιά – κι αυτό αποτελεί ομολογουμένως σαφές τμήμα, και αίτιο, τής γοητείας του

 

 

 

 

και μερικά ειδικότερα τώρα (και ίσως επανέλθω κάποια μέρα αφού τόν διαβάσω καλύτερα ολόκληρον) : δύο κεφάλαια (που αφορούν τά μεσαιωνικά) μού άρεσαν πιο πολύ (ίσως γιατί δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτά, αλλά όχι μόνο : δεν ήξερα τίποτα και για τρία ή τέσσερα άλλα) : ένδειξη όμως για τό πόσο οι νεανικές του σπουδές (που ήταν πάνω στη ρομανική, λατινογενή γαλλική και ιταλική, γλώσσα) οδήγησαν στην επιλογή τών κειμένων του είναι τό ότι, από τά 20 κεφάλαια τού βιβλίου, τά μισά ακριβώς ασχολούνται με τόν μεσαίωνα (αν αφαιρέσουμε τά δύο πρώτα που αφορούν τήν πρώιμη και ύστερη αρχαιότητα – δηλαδή τόν όμηρο και τόν πετρώνιο) : με τό αμέσως επόμενο κεφάλαιο δηλαδή μπαίνουμε στον χριστιανισμό (πρόκειται για μια αφήγηση τού ιστορικού αμμιανού στην οποία, κατά πάγια αουερμπαχική τακτική παρεμβάλλονται συγκρίσεις με άλλους, κι έτσι έχουμε στην περίπτωση αυτή τόν απουλήιο (έχουμε και μια επιτροχάδην αναφορά, λόγω «μεταμορφώσεων», στον κάφκα) τόν τάκιτο, και εντέλει τόν αυγουστίνο (εδώ έχουμε και μια λέξη για τόν επίκουρο))

και αμέσως μετά, τό επόμενο είναι τό κεφάλαιο για τόν γρηγόριο τής τουρ λοιπόν, που μού άρεσε ιδιαίτερα – και λέγεται «σιχάριος και χραμνήσινδος» (τί ονόματα)

ο γρηγόριος αυτός ήτανε ένας άνθρωπος (γαλάτης και επιπλέον επίσκοπος) τού απολύτως πρώιμου μεσαίωνα (539–594) που βάλθηκε να γράψει ιστορία – τή ίδια στιγμή που ζει, χωρίς να τό ξέρει ακριβώς ο ίδιος, ανάμεσα σε δύο ιστορικά μεταίχμια : από τή μια στο σύνορο που βγάζει από τή ρωμαϊκή περίοδο στον μεσαίωνα, και από τήν άλλη στο σύνορο που βγάζει από τή δικιά του, μεροβίγγειο και σχεδόν άσημη εποχή σε κείνη τήν πιο ένδοξη τού καρλομάγνου : θέλει λοιπόν να γράψει ιστορία : τά λατινικά του όμως είναι φτωχά και – εδώ είναι μια από τίς γοητευτικές εκείνες γλωσσικές και υφολογικές αναλύσεις τού άουερμπαχ – στην ουσία μεταφράζει λατινιστί τή λαϊκή γλώσσα που μιλάει ο  ίδιος

τό ενδιαφέρον (και περίπου συγκινητικό) είναι ότι έχει επίσης ο ίδιος επίγνωση τής ανεπάρκειάς του σε όλα τά επίπεδα – και τό γλωσσικό και τό συγγραφικό – γι’ αυτό (και επειδή έχει όντως ιστορική συνείδηση – ασχέτως σε ποια γλώσσα – ) εκλιπαρεί τό μέλλον με τόν πιο συγκεκριμμένο τρόπο που ξέρει – απευθυνόμενός του δηλαδή κατευθείαν (λέει ο άουερμπαχ : «προσθέτει σε επίσημο τόνο τήν παράκληση να μην αλλάξουν οι μεταγενέστεροι τό κείμενό του ούτε στο ελάχιστο») : «Όποιος κι αν είσαι // όσο μορφωμένος και αν είσαι // και τό ύφος μου σού φαίνεται ακαλλιέργητο, ακόμα και σε αυτήν τήν περίπτωση, σέ εξορκίζω, μην καταστρέψεις αυτά που έγραψα»

είναι χρήσιμο πράγμα η επιβεβαίωση (μαζί με τήν κατάπληξη που θέλοντας και μη μάς προκαλεί) η απόδειξη, δηλαδή, μέσα απ’ τό πρωτογενές κείμενο ότι τήν εποχή τών χειρογράφων, πολύ πριν τήν τυπογραφία (για να μη μιλήσουμε για τήν εποχή τών ούτε καν χειρογράφων αλλά τής αμιγώς προφορικής παράδοσης, όπου η δύναμη τού «ποιητή / αναμεταδότη» μετατρέπεται σε απερίφραστη (ανα)δημιουργία, ενδυνάμωση ή κατακρήμνιση ενός «κειμένου»), ότι η δύναμη λοιπόν τού (ταπεινού) χειρώνακτα αντιγραφέα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τή σημερινή δύναμη τού εκτυπωτή τού εκδότη, ή και τού κριτικού : όταν ο γρηγόριος έχει υπόψη του ότι μπορεί (αλλοιώνοντάς τον) να τόν εξαφανίσουν καλά θα κάνουμε να σκεφτόμαστε πόσοι όντως αλλοιωθέντες εξαφανίστηκαν –

ο άουερμπαχ σκύβει με όλες του τίς ικανότητες πάνω στη γλώσσα τού γρηγορίου – διαβλέπει δηλαδή πως τό ψεύδος τών μέτριων έως κακών λατινικών του οφείλεται στην αλήθεια τής ζωντανής προφορικής «χυδαίας» γλώσσας που καραδοκεί νεογέννητη και ασφαλής, και για τό μέλλον νικηφόρα, πίσω και πέραν και εκτός τού χαρτιού : «τό κατ’ αίσθηση πραγματικό, που στον αμμιανό, υπό τήν πίεση τής ιεραρχικής τυραννίας και τού μακροπερίοδου λόγου, προβάλλει μόνο φασματικά και μεταφορικά, στον γρηγόριο μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα // ένα κατάλοιπο αυτής τής τυραννίας υπάρχει ασφαλώς στη φιλοδοξία του να γράψει οπωσδήποτε λατινικά με λογοτεχνικές αξιώσεις· η λαϊκή γλώσσα δεν είναι ακόμα άρτιο όργανο // και προφανώς δεν ανταποκρίνεται ούτε στις πιο ταπεινές ανάγκες λογοτεχνικής έκφρασης // παραταύτα υπάρχει ως προφορική γλώσσα // και ως τέτοια διαφαίνεται παντού στον γρηγόριο. Τό ύφος του μάς αποκαλύπτει ένα πρώιμο ίχνος τής αφυπνιζόμενης κατ’ αίσθηση πρόσληψης τών γεγονότων…»

η ιστορία λοιπόν που μάς αφηγείται αυτός ο γρηγόριος είναι ένα θαύμα προφορικότητας, ασάφειας, και «άτεχνης» αφηγηματικής τέχνης : επίσης είναι με λίγα λόγια ένας καυγάς (όπου (περιγράφει ο άουερμπαχ) : «γιατί δεν λέει ο γρηγόριος απλώς “ένας από τούς προσκαλεσμένους σκότωσε τόν υπηρέτη ; ” // τόσο διεξοδικά περιγράφει αυτό τό επεισόδιο, τού οποίου μόνο η έκβαση είναι σημαντική, ενώ αποσιωπά τό κίνητρό του, που θα ενδιέφερε οπωσδήποτε περισσότερο από τό γεγονός ότι ο υπηρέτης, προτού πεθάνει, έπεσε κάτω ! »)

επιπλέον, ισχυρίζεται ο άουερμπαχ, κανένας ιστορικός δεν θα αφιέρωνε στην ιστορία αυτή παραπάνω από μία γραμμή – αυτά όμως οφείλονται στο ότι ο γρηγόριος έχει πολύ μικρή αίσθηση τού ιστορικού του χώρου – και συνεπώς και τού χρόνου στον οποίο ζει – και τών σημαντικών γεγονότων που μπορεί να συμβαίνουν μέσα εκεί – κι όμως, πόσο μακρυά μπορεί να τό πάει ο άουερμπαχ τραβώντας τά συμπεράσματά του με τόν καλύτερό του τρόπο (ξαναπαραθέτω : «πόσο μικρός είναι ο ορίζοντας τού γρηγορίου // δεν έχει καν μια γενική εικόνα τής γαλατίας // δεν διαθέτει πολιτική άποψη // όλα μένουν στο στενό τοπικό επίπεδο, τόσο υλικά όσο και διανοητικά // από τήν άλλη μεριά ο γρηγόριος είχε δει με τά μάτια του τά περισσότερα απ’ όσα αφηγείται // έτσι τό έργο του βρίσκεται τόσο κοντά στα προσωπικά απομνημονεύματα όσο κανένα άλλο έργο ρωμαίου ιστορικού // μάλλον δεν είναι ανάγκη να εξηγήσουμε πόσο διαφορετική είναι η περίπτωση τού καίσαρα // όλ’ αυτά προδίδουν τήν προσπάθεια για μια άμεση μίμηση τών συμβάντων, κάτι που ποτέ δεν επιδίωξε η ρωμαϊκή ιστοριογραφία (ακόμη και τό επιδεικτικό ύφος τού αμμιανού δεν είναι μιμητικό)…»)

τά πλάγια είναι δικά μου ανωτέρω γιατί θέλω να δείξω : πρώτον, ότι η μανία του με τή μίμηση που μπορεί να είναι βαρέως προβληματική όταν μιλάμε για τήν τέχνη, όταν αντιθέτως μιλάμε για μια επιστήμη (εδώ, ιστορία) αντί να αποστεώνει τά νοήματα, δίνει στις προθέσεις τού αφηγητή ένα χρώμα απειθαρχίας, που τό κάνει να πλησιάζει τήν τέχνη : συνεπής με τήν άτυχη σκέψη του περί μίμησης λοιπόν, εδώ είναι σε θέση να διαγνώσει, επιτυχώς, πως η διάθεση τού γρηγόριου πλησιάζει  περισσότερο στον προυστ ή στον μονταίνιο (ο συνειρμός δικός μου) – που θα εμφανιστούνε μετά από εννιακόσια τουλάχιστον χρόνια – απ’ ό,τι στον ομότεχνό του (και πολύ κοντινότερο χρονικά) καίσαρα (ο συνειρμός δικός του)

τέτοιες είναι οι καλύτερες στιγμές τού άουερμπαχ κατά τή γνώμη μου

επιπλέον τίς, καθαρά συντακτικές, αναλύσεις του για τίς διαφορετικές χρήσεις και αποχρώσεις ενός συνδέσμου, τού «nam» (που ο γρηγόριος χρησιμοποιεί κάθε τόσο) τίς βρίσκω ιδιαίτερα απολαυστικές (ενδεικτικά : «τό nam στη λαϊκή λατινική // έχασε τήν αρχική εκφραστική του δύναμη // δεν είναι πια αιτιολογικός σύνδεσμος, αλλά δείχνει άχρωμα απλώς τή συνέχεια // ο γρηγόριος νιώθει ακόμα τήν αιτιολογική σημασία, τήν χρησιμοποιεί, αλλά με συγκεχυμένο και ανακριβή τρόπο // παρόμοιες χαλαρές εφαρμογές οδήγησαν τό nam να ατονήσει σταδιακά ως αιτιολογικό μόριο – εδώ πάντως η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει αλλά δεν ολοκληρώθηκε ακόμη // είναι αξιοσημείωτο ότι τέτοια  φαινόμενα, που τά συναντούμε πάντοτε στον προφορικό λόγο, εισχωρούν στον γραπτό λόγο ενός ανθρώπου όπως ο γρηγόριος τής τουρ, ο οποίος καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ήταν σημαντική μορφή για τήν εποχή και για τή χώρα του»)

τέτοιες γλωσσικές παρατηρήσεις είναι, θα μπορούσα να πω, τό φόρτε τού άουερμπαχ : τό ευτύχημα είναι ότι βρίσκονται παντού, διάχυτες μέσα στο έργο του : στην πραγματικότητα μάλιστα τό έργο του δεν θα ήταν απολύτως τίποτα χωρίς αυτές : γιατί ακόμα και στις χειρότερές του στιγμές, εκεί που λέει τρίχες στο αισθητικό ή τό «θεωρητικό» πεδίο, μια γλωσσική παρατήρηση τόν σώζει, απογειώνοντας όλο τό κείμενό του συνολικά

 

 

 

 

τό άλλο κεφάλαιο που βρήκα πολύ τού γούστου μου, τό επιγραφόμενο «η κυρία ντυ σαστέλ» αφορά κείμενο που έχει γραφτεί οκτακόσια χρόνια μετά – και χορεύει επομένως ένα καλό βαλσάκι με τό προηγούμενο, αφού μάς μεταφέρει από τήν αρχή τού μεσαίωνα στο τέλος του : δεν γειτονεύουνε όμως στο βιβλίο (μεσολαβεί τό «άσμα τού ρολάνδου», η «κωμωδία» τού δάντη, και κάτι άλλα ψιλά, για να φτάσουμε ώς τόν ανώνυμο κύριο εδώ)

ο οποίος δεν είναι ο αντουάν ντε λα σαλ από την προβηγκία, που έζησε κατά προσέγγιση από τό 1390 ως τό 1461, και στον οποίο είναι αφιερωμένο κυρίως τό κεφάλαιο [ αυτός ο ντε λα σαλ, καθώς ήταν ιππότης αυλικός και παιδαγωγός πριγκήπων, έγραψε κυρίως διδακτικά βιβλιαράκια : σ’ ένα πνεύμα όμως τελείως διαφορετικό, όταν γέρασε, έγραψε κι ένα κείμενο παρηγορητικό για μια κυρία που είχε χάσει τό παιδί της : κείμενο τό οποίο ονόμασε «η παρηγοριά τής κυρίας ντυ φρεν» και που ο άουερμπαχ κάνει τίτλο τού κεφαλαίου του υπό τό όνομα τής «κυρίας ντυ σαστέλ» (αυτή είναι ας πούμε τό τραγικό πρόσωπο τής ιστορίας) : πρόκειται για τήν ιστορία μίας σύγκρουσης δύο αρχόντων η οποία καταλήγει στην άγρια (και με ωμό ρεαλισμό (συνηθισμένον όμως, λέει ο άουερμπαχ,  στον μεσαίωνα) περιγραφόμενη) δολοφονία τού παιδιού τού ενός – ο άουερμπαχ εκτιμά ιδιαίτερα αυτό τό κείμενο – και έχει τούς λόγους του τούς οποίους εκθέτει πειστικά – ένας από τούς απλούστερους είναι ότι «αυτό τό ωραίο χωρίο είναι τόσο λίγο γνωστό» ] αν και τό κείμενο τού ανώνυμου (τό οποίο παρευρίσκεται στο κεφάλαιο σαν συμπλήρωμα, εκείνο τό συγκριτικό που ξαναβρήκαμε δίκην βίβλου στον όμηρο) και τό οποίο αρέσει τώρα σε μένα, αποδόθηκε επίσης στον ντε λα σαλ για μία περίοδο :

αυτός, ο τελικά όμως ανώνυμος, περιγράφει λοιπόν μια κρεβατομουρμούρα (η σκηνή δηλαδή διαδραματίζεται στο κρεβάτι)

λέει ο αφηγητής : “ο σύντροφος για τόν οποίο μίλησα θέλει να δοθεί στις χαρές και τίς απολαύσεις του”, η σύζυγος διαφωνεί : “αφήστε με τώρα, φίλε μου, δεν είμαι καθόλου στις καλές μου” “μα γιατί, καλή μου ; ” – “έχω σοβαρό λόγο, αλλά δεν θα σάς πω τίποτε, γιατί εσείς δεν λαμβάνετε καθόλου υπόψη αυτά που σάς λέω” – και η ιστορία συνεχίζεται με αυτόν τόν τρόπο : « – Καλή μου, τής κάνει εκείνος, πείτε μου, γιατί λέτε τέτοια πράγματα ; – Μά τήν αλήθεια, λέει εκείνη, δεν έχει νόημα να σάς τό πω, αφού και αν σάς τό πω, δεν θα δώσετε καμιά σημασία, και θα νομίσετε πως σάς τό λέω για άλλο λόγο – Λοιπόν τώρα σοβαρά, λέει εκείνος, θα μού τό πείτε. Και τότε εκείνη αρχίζει : Αφού τό θέλετε θα σάς τό πω. Όπως ξέρετε φίλε μου τίς προάλλες ήμουν σε κείνη τή γιορτή που μέ στείλατε σεις, και όπου εγώ δεν είχα και πολλή διάθεση να πάω. Όταν όμως βρέθηκα εκεί, δεν υπήρχε, νομίζω, ούτε μία γυναίκα, ακόμη και τής πιο χαμηλής σειράς, τόσο κακοντυμένη … » Και τό κείμενο πάει έτσι για δύο σελίδες

μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για κείμενο τού 1400 – αυτό που μού κάνει εντύπωση δεν είναι απλώς τό πόσο (ακόμα σήμερα, ναι) οικείο ηχεί αλλά και ο (κατά άουερμπαχ, κι εδώ οφείλω να σεβαστώ τή χρήση τής αγαπημένης του λέξης) «ρεαλισμός του» : τό βιβλίο αυτού τού ανώνυμου επιγραφότανε «οι δεκαπέντε χαρές τού γάμου» («les Quinze joies de mariage») και τό συγκεκριμένο, πρώτο διήγημα τής συλλογής, ο α. τό ονομάζει «επιθυμία για ένα καινούργιο φόρεμα»

για τόν άουερμπαχ λοιπόν τό διήγημα αποτελεί «ένα πολύ σημαντικό γραπτό μνημείο τής προϊστορίας τού νεωτερικού ρεαλισμού» και εδώ συμφωνώ, έχει δίκιο : μέσα από τόν αφηγητή ξεπροβάλλει αυτούσια η, και σημερινή, τάση να θεωρούνται όλα τά γυναικεία προβλήματα παιδαριώδη, να περιγράφεται με διάθεση χαλαρότητας και σάτιρας και η παραμικρή γυναικεία ματαιοδοξία – όταν οι αντρικές αντιμετωπίζονται σοβαρότερα ή γίνονται απολύτως σεβαστές – και να αποσιωπάται τό γεγονός πως τά περισσότερα «αιτήματα» τών γυναικών, από τότε και μέχρι τώρα, καθορίζονται με βάση τούς ρόλους που οι ίδιοι οι άντρες επιθυμούν για τίς γυναίκες τους (στην πορεία τού καυγά μαθαίνουμε ότι ο άντρας απορρίπτει τό αίτημα για αγορά καινούργιου φορέματος με τή δικαιολογία πως η προίκα τής γυναίκας του τού έχει προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία (λόγω δικαστηρίων που ακολούθησαν), η δε σύζυγος αναγκάζεται τότε να υπερασπιστεί και τήν προίκα και τήν πατρική της οικογένεια, και εντέλει να έρθει στη γελοία θέση να δηλώσει πως ήθελαν πολλοί να τήν παντρευτούνε όταν εκείνη συγκατένευσε να παντρευτεί τόν συγκεκριμένο, ο οποίος τής βγαίνει τώρα αχάριστος – η ένταση τής συζήτησης και (υποθέτουμε λογικά, και μάλιστα σα να τούς ακούμε) και οι ήχοι της, υψώνονται εξαιρετικά προς τό τέλος – όπου έχουμε επικλήσεις, απειλές θανάτου, υποχώρηση τού συζύγου («γυρίστε όμως προς εμένα και θα κάνω αυτό που θέλετε» «αφήστε με ήσυχη, δεν έχω καμία διάθεση» (λέει αυτή) «αν πέθαινα δεν θα αργούσατε να ξαναπαντρευτείτε» (λέει αυτός) «έτσι λέτε ; » (λέει αυτή) «μην τυχόν και μού λείψουν οι απολαύσεις που βρήκα σε τούτο δω τό γάμο…» και μερικά ακόμα, μέχρι που ο συγγραφέας ολοκληρώνει λιτά (ή πόσο αναμενόμενα) τήν περιγραφή τής γυναίκας, και τού όλου επεισοδίου, με τήν πρόταση : «και βάζει τά κλάματα.»)

δεν έχω διάθεση να κάνω φεμινιστικές αναλύσεις (οι οποίες, να ομολογήσω, μού ξεπηδάνε με άνεση και κατά συρροήν) με βάση αυτό τό καταπληκτικό κειμενάκι (που γράφτηκε, σύμφωνα με τον άουερμπαχ, όταν ο βοκκάκιος είχε μεν ήδη μεταφραστεί στη γαλλία, μάλλον όμως «δεν βρίσκει [ακόμα] μιμητές») συνεπώς, η σατιρική διάθεση τού ανώνυμου, είναι προφανώς όλη δική του : ένα πρώτο συμπέρασμα πάντως που εύκολα, και χωρίς ίχνος σατιρικής διάθεσης, μπορεί να βγάλει κανείς είναι ότι η «δυσφορία μέσα στον γάμο» είναι απείρως παλαιότερη τού φρόϋντ

τό παράπονο τής γυναίκας για «τίς χαρές που [δεν] βρήκε σε τούτο δω τόν γάμο» υπερβαίνει τήν ανάγκη για φόρεμα, και η επιμονή της να μην έχει διάθεση για σεξ, ακόμα και αφού ο σύζυγος συγκατανεύσει στην αγορά, υπαινίσσονται (όχι και τόσο υπαινικτικά) ότι μπορεί ακόμα και τό φόρεμα να ήταν πρόσχημα για τήν άρνηση – και η άρνηση, και όχι η σκέψη τού θανάτου, αυτό που τήν έκανε εντέλει να βάλει τά κλάματα : μήπως δεν είναι μια άλλη ονομασία για τόν θάνατο η (εξαναγκασμένη) άρνηση τής χαράς ;

ο άουερμπαχ παρατηρεί, ανάμεσα στ’ άλλα του σχόλια (όπως ας πούμε τό, πολύ ενδιαφέρον, ότι «ο τρόπος με τόν οποίο αντιδρά στο πρόβλημά της [ο άντρας] θα μπορούσε να δυσαρεστήσει και μια λιγότερο ανόητη γυναίκα»), και με όπλο τίς καθαρά υφολογικές του αναλύσεις (για τίς οποίες άνετα μπορεί να (ξανα)πεί κανείς ότι είναι σίγουρα οι καλύτερές του στιγμές) πως : μολονότι «τό αντικείμενο που πραγματεύεται η σκηνή τών Quinze Joyes – μια γυναίκα που στο κρεβάτι προσπαθεί να πείσει τόν άντρα της να τής αγοράσει ένα καινούργιο φόρεμα – ταιριάζει μάλλον στη φαρσοκωμωδία, εδώ γίνεται σοβαρό θέμα, και μάλιστα όχι χονδροειδώς // τό προσεγγίζει σοβαρά, τό πραγματεύεται ως πρόβλημα // έτσι τό βιβλίο του αποκτά έναν τραγικό χαρακτήρα // επιπλέον ο χαρακτήρας τού θύματος, δηλαδή τού άντρα, είναι πολύ ανελεύθερος // έστω και αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τή λέξη τραγικός πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι εδώ οι πρακτικές δυσχέρειες τού ανθρώπου στην καθημερινή ζωή έχουν βρει μια λογοτεχνική έκφραση που προηγουμένως δεν υπήρχε // τό καθημερινό πεδίο τής ζωής κρίνεται άξιο να περιγραφεί με ακρίβεια και σοβαρότητα…»

μού φτάνει προς τό παρόν η θλιβερή (αλλά δυστυχώς και οικεία) δυνατότητα που μού δίνεται να επισημάνω ότι, ένας τόσο καλός και διαβασμένος φιλόλογος μπορεί ταυτοχρόνως να είναι τόσο κακός ψυχολόγος ή ψυχαναλυτής ή απλώς συνηθισμένος άντρας, ώστε να θεωρεί τόν άντρα τής συγκεκριμένης ιστορίας – ταυτοχρόνως και στην ίδια πρόταση – και «ανελεύθερον» και «τό θύμα» τής ιστορίας – αλλά, είπαμε, εδώ δυστυχώς καμία έκπληξη

 

 

 

 

μετά τήν «κυρία ντε σαστέλ» φεύγουμε για τά καλά από τόν μεσαίωνα και μπαίνουμε, με τόν ραμπελαί, στην αναγέννηση : ακολουθούνε : ο μονταίνιος, ο σαίξπηρ, ο θερβάντες (τό κεφάλαιο, λέει, αυτό προστέθηκε τρία χρόνια μετά τήν πρώτη γερμανική έκδοση, όταν τό βιβλίο μεταφράστηκε στα ισπανικά – ποιος είπε ότι δεν κάνουμε και καμμιά ευγένεια άμα χρειαστεί –) και ακολουθεί ο μολιέρος με πλήθος «κλασικιστές» προς σύγκριση, ύστερα ένα κεφάλαιο (μίξερ πάλι από συγκρίσεις) : λα μπρυγιέρ–μπουαλώ–μπροσυέ–ρακίνα–κορνέϊγ και ίσως κι άλλους (δεν τό διάβασα ολόκληρο) – και ακολουθεί νέο μίξερ με αβά πρεβώ μαζί με βολταίρο (και άλλους), για να φτάσουμε στον γκαίτε που δεν συνονθυλεύεται με κανέναν (δείγμα μεγάλου σεβασμού, υποθέτω, τόν οποίο προσωπικά, αν έχει καμμιά σημασία, δεν συμμερίζομαι – πολύ περισσότερο που για τόν (ασυζητητί σημαντικότερον – κατά τή γνώμη μου) κλάϊστ διαβάζω ειρήσθω εν παρόδω μια πρόταση μόνο)

και στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο συνωστίζονται ο σταντάλ με τόν φλωμπέρ και τόν μπαλζάκ : μεγάλη του η χάρη βέβαια που ασχολήθηκε με τόν σταντάλ τόσο διά μακρών, αλλά νομίζω για τούς λάθος λόγους – έχω τήν εντύπωση δηλαδή ότι δεν κατάλαβε τίποτα από εκείνον αφού (εμφανώς) τόν συμπεριέλαβε μόνο από αυτήν τήν (κάκιστη) αντίληψη για τόν ρεαλισμό (αυτήν τήν υποτιθέμενη μίμηση, που έρχεται και επανέρχεται, τής πραγματικότητας…) (η ανάρτηση θα γινόταν (ακόμα πιο) ανοικονόμητη αν έκανα αποδελτίωση τών περιπτώσεων που έχουμε τή λέξη μίμηση σε σχέση με τή λέξη πραγματικότητα στο βιβλίο) – διότι αμέσως μετά εισέρχεται θριαμβευτικά ο ζολά με τούς αδελφούς γκονκούρ (κατώτεροι πεζογράφοι αμφότεροι και οι τρεις, όσο αφορά και πάλι τά γούστα μου) όπου και εδώ, ξανά, μέσω μίμησης και ρεαλισμού ξανασυναντάμε επιτροχάδην και τούς προηγούμενους –

ώσπου τέλος ο «μοντερνισμός» κατά άουερμπαχ συνοψίζεται σε προυστ και βιρτζίνια γουλφ – και εδώ τελειώνει τό όλον έργον.

 

 

 

 

χωρίς να έχω καμμιά απαίτηση από τόν οποιονδήποτε φιλόλογο να καταλαβαίνει πραγματικά από λογοτεχνία, και χωρίς να έχω διαβάσει τόν συγκεκριμμένο ακόμα ολόκληρον (με τήν προσοχή που θα έπρεπε και θα ήθελα), μπορώ να πω πάντως ότι οι αναγνωστικές επιλογές τού άουερμπαχ είναι (αφού πρώτα τόν πούμε τέρας μορφώσεως) μάλλον περιορισμένες : χρησιμοποιεί δηλαδή τήν τέχνη για να επιβεβαιώσει απλώς τήν άποψή του πως η τέχνη κατά βάσιν δεν υπάρχει παρά μόνο σαν μίμηση τής πραγματικότητας – δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου

και τό επιβεβαιώνει αυτό και με κάποιες ακραίες και ανεπίτρεπτες (ας μού επιτρέψει) παραλείψεις του – όπως στο κεφάλαιο για τόν σαίξπηρ : στο οποίο ασχολείται με τόν «πρίγκηπα χάρυ» (τόν άσωτο φίλο τού φάλσταφ και μετέπειτα ερρίκο τόν 5ο (κεφάλαιο επιγραφόμενο «ο κουρασμένος πρίγκηπας»)) – και επειδή βέβαια εδώ δεν τολμάει να συγκρίνει τόν σαίξπηρ με τή βίβλο (ενώ θα μπορούσε, υποστηρίζω, με τό επεισόδιο τού αβεσαλώμ (πιο ταιριαστά δηλαδή απ’ όσο ταιριάζει η σύγκριση τού αβραάμ με τόν οδυσσέα)), συγκρίνει σεμνά τόν σαίξπηρ με τόν σαίξπηρ : και έτσι, όταν, μετά τόν χάρυ, καταπιάνεται και με τόν μάκβεθ παραθέτει ολόκληρον τόν περίφημο εκείνο μονόλογο :

Τo–morrow, and to–morrow, and to–morrow,
Creeps in this petty pace from day to day,
To the last syllable of recorded time ;
And all our yesterdays have lighted fools
The way to dusty death. Out, out, brief candle !
Life’s but a walking shadow, a poor player
That struts and frets his hour upon the stage
And then is heard no more : it is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury
Signifying nothing.

που περιέχει δηλαδή ακριβώς τήν πρόταση η οποία αποτελεί και τόν τίτλο τού (καλύτερου βιβλίου τού) φώκνερ : κι όμως δεν τού περνάει καν απ’ τό μυαλό να κάνει εδώ μια από τίς συνήθεις συγκρίσεις του και να υπενθυμίσει, έστω επιτροχάδην, ότι αυτή είναι η πηγή για τόν τίτλο «η βουή και τό πάθος» στον φώκνερ : μα ίσως, ακριβώς, δεν τόν ξέρει καν τόν φώκνερ, ούτε επομένως και τό the sound and the fury – (βέβαια δεν υποτιμώ καθόλου τό γεγονός πως στον φώκνερ είναι ακριβώς που θα έσπαγε τά μούτρα του, και θα μπέρδευε τά μπούτια του ως προς τήν περίφημη μίμηση ρεαλισμού) : είναι όμως τόσο χοντρή αυτή η άγνοια (όσο άλλωστε κι εκείνη τού γοδεφρείδου τού στρασβούργου), που θέλησα ομολογώ να επιβεβαιώσω ότι τό βιβλίο είχε εκδοθεί όταν ο α. έγραφε : αλλά φυσικά και είχε εκδοθεί (εκδόθηκε τό 1929) και κατά σύμπτωση, αντίστοιχα, οι δύο (και μόνοι) «μοντέρνοι» που ο αουερμπαχ ξέρει, ο προυστ και η γουλφ, εκδόθηκαν αμφότεροι τό 1927 – άρα άμα θέλει ξέρει**

δεν θέλει όμως : γιατί εντέλει ο άνθρωπος ένας απλός – αν και προικισμένος – φιλόλογος είναι, όπως ακριβώς είναι καταβάθος και ένας απλώς εμμανής με κάποιες ηθικοπολιτικές αρχές που θυμίζουν, απ’ τή μια διαβασμένον ιεροκήρυκα, κι απ’ τήν άλλη έναν καταρρέοντα μαρξιστή σαν τόν λούκατς στα χειρότερά του : κι έχει μάθει να θεωρεί ότι η τέχνη, εκτός από ανύπαρκτη, είναι και όργανο μόνο : μιμητικό κάποιας πραγματικότητας η οποία – τί πλήξη – και πόσο εκτός τών βαθύτερων και καλύτερων ηθών της – πειθαρχία μόνο και υπακοή μυρίζει

θα άξιζε τόν κόπο (σκέφτομαι, με τίς δικές μου μονομανίες κι εγώ) να ερχόταν σ’ επαφή στη ζωή του κάποια στιγμή με τόν αντόρνο, και τό εκείνου (διάσημο πλέον) «όλα τά έργα τέχνης είναι αινίγματα κι αυτό είναι που έβγαζε απ’ τά ρούχα της ανέκαθεν τή θεωρία τής τέχνης» – αλλά και πάλι, νομίζω, ένα τόσο καλά ασφαλτοστρωμένο μυαλό, και μια τόσο γερά οπλισμένη ψυχοσύνθεση, δεν απογυμνώνεται από κανέναν και με τίποτα.

τού χρωστάμε πάντως ότι μάς γνώρισε μερικά παλιά κείμενα : και μάς γνώρισε κι έναν τρόπο γλωσσικής ανάγνωσης από τίς δημιουργικές : ας αναγνωρίσουμε ότι αυτά δεν είναι και λίγα : κι έτσι, ο καλύτερος χειρότερος, ναι λοιπόν.

 

 

 

 

 

σημειώσεις

*«Αν είχα επιχειρήσει», λέει επιλέξει ο άουερμπαχ στον επίλογό του, «να ενημερωθώ για όσα έχουν γραφτεί πάνω σε τόσο πολλά αντικείμενα, μάλλον δεν θα έβρισκα πια καιρό να καταπιαστώ με τό γράψιμο.»

**και μη μού πει κανείς ότι ο φώκνερ λόγω αμερικής δεν μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο : για «δυτική λογοτεχνία» μιλάει ο τίτλος, όχι για «ευρωπαϊκή» – κι αν τό πάρουμε κατά λέξη με τή γεωγραφία, ο φώκνερ χωράει στην δυτική τέχνη – ένα κείμενο από τήν ανατολή, όπως είναι η εβραϊκή βίβλος δεν χωράει

 

οι φωτογραφίες : 1, 2, 3, 4, 5, 6

οι γκραβούρες : 1, 2

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: