σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 21, 2014

ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου : γυάρος, απρίλης 1967

 

 

φωτογραφία τού γερμανικού περιοδικού «stern» (αύγουστος 1967) τραβηγμένη από ελικόπτερο και από ύψος 30 μέτρων στην «κομμουνιστική πτέρυγα» τού όρμου τής Γυάρου (κάποιοι κρατούμενοι έχουν αναγνωρίσει τούς εαυτούς τους στην ταράτσα) // η Ρηνιώ Μίσσιου στο συνέδριο τής Λέρου τό 2005, για τίς «Γυναίκες στην Αντίσταση»

 

 

η ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου (πρώτο όνομα απ’ τό πατρικό της θρακιώτικο επώνυμο, δεύτερο από αυτό τού σύντροφου μιας ζωής) μού έδωσε για σήμερα (και τό ζήτησα γιατί είναι κείμενο με σπάνιο ήθος και αισθητική, αλλά και λόγω τής φριχτής επετείου, που οι συγκυρίες τό φέρνουν να πρέπει νομίζω να τή θυμόμαστε όλο και καλύτερα και ακριβέστερα) να αναδημοσιεύσω τμήματα από ένα άρθρο που είχε γράψει τό 2009 για τό αφιέρωμα τότε καθημερινής εφημερίδας : τήν ευχαριστώ πολύ (περισσότερες πληροφορίες περί αυτών, και άλλων, στο τέλος*)

 

// Μετά τό 1961 που τό ελληνικό κράτος, υποχωρώντας στη διεθνή κατακραυγή, έπαψε να χρησιμοποιεί τή Γυάρο ως τόπο εξορίας και αναμόρφωσης τών αριστερών, η Γυάρος ξαναδέχτηκε περίπου 7.000 πολιτικούς εξόριστους «προληπτικώς συλληφθέντας» από τίς πρώτες μέρες μετά τήν 21η Απριλίου. Από αυτές τίς χιλιάδες περίπου 340 ήταν γυναίκες. Κι ενώ ο αριθμός τών ανδρών από τίς πρώτες κιόλας εβδομάδες άρχισε να μειώνεται εντυπωσιακά, ο αριθμός τών γυναικών παρέμεινε σχεδόν σταθερός. Είναι προφανές ότι η σύλληψη τών γυναικών έγινε με διαφορετικά κριτήρια
Τό φαινόμενο πάντως αποτελεί κεφάλαιο προς διερεύνηση για τούς ιστορικούς, ένα από τά πολλά κεφάλαια τής πρόσφατης ιστορίας που υπάρχουν μόνο δυνάμει. Κι όπου να ’ναι οι αυτουργοί αυτής τής ιστορίας κάνουν πανιά //
Θα μιλήσω, λοιπόν, για τή Γυάρο τού Απρίλη τού 1967. Για κείνη τή Μεγάλη Βδομάδα – τό πραξικόπημα τών Συνταγματαρχών έγινε ξημερώνοντας η Παρασκευή πριν από τό Σάββατο τού Λαζάρου – που δεν έφερε Πασχαλιά κι Ανάσταση σε χιλιάδες ελληνικά σπίτια. Όχι, δεν λέω «για ολόκληρο τόν ελληνικό λαό» όπως αρέσκονται να λένε πολλοί, ιδίως πολιτικοί, εκ τών υστέρων. Όχι, αυτή η ιστορία δεν είναι αντίδωρο να παίρνουν μια μπουκίτσα όλοι. Και θα μιλήσω με τόν μόνο τρόπο που ξέρω, με λόγο εγκάρδιο. Δεν αναλύω, δεν ερμηνεύω, δεν «συνεισφέρω στην ιστορία». Αν αυτά που ζήσαμε, που έζησα, και κυρίως που σκέφθηκα κι αισθάνθηκα, που αισθανθήκαμε, έχουν αξία για τούς ιστορικούς και τήν ιστορία, καλό είναι, αλλά δεν έχω αυτό στον νου μου τώρα που γράφω τούτες τίς σελίδες // Τά πράγματα εμφανίζονται αυτόκλητα, συνειρμικά· αλληλοσχολιάζονται, επικαλύπτονται, επαναλαμβάνονται ή χάνονται. Άνθρωποι, ώρες, τραγούδια, γεγονότα, λόγια κι αισθήματα· και δεν πειράζει, μη βρείτε άκρη, δεν είναι απαραίτητο. Καρδιά είν’ αυτή, ζωή είν’ αυτό, δεν είναι λογιστικά βιβλία
Πρέπει να ήταν η Μεγάλη Τρίτη 25 Απριλίου 1967, όταν τά καμιόνια μάς μετέφεραν στις στρατιωτικές λιμενικές εγκαταστάσεις τού Σκαραμαγκά, όπου μάς περίμενε τό αρματαγωγό για να μάς μεταφέρει – πού ; Κανένας δεν ήξερε. Μόνο φήμες κυκλοφορούσαν, κι ανάμεσά τους αναφερόταν κι η Γυάρος, με φρίκη. Στο κύτος τού πλοίου όλοι χύμα, καθώς σμίγαμε εκεί άνδρες και γυναίκες που είχαμε συλληφθεί από τίς πρώτες κιόλας ώρες τής δικτατορίας, άλλοι προερχόμενοι από τά αστυνομικά τμήματα τής Αθήνας και τού Πειραιά, άλλοι από τήν επαρχία, εμείς από τόν Ιππόδρομο – εκεί όπου τήν προηγουμένη είχε δολοφονηθεί ο Παναγιώτης Ελής και είχε κακοποιηθεί βάναυσα ο Νέστορας τού ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Ηλίας Ηλιού – άλλοι από τού Καραϊσκάκη, άλλοι από άλλους τόπους συγκέντρωσης. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους κι άλλοι που είχαν ξαναϋπάρξει μαζί κάτω από ανάλογες συνθήκες πριν από χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Άλλοι που μόλις πριν από λίγες μέρες είχαν συναντηθεί στα γραφεία τής ΕΔΑ, τής Νεολαίας Λαμπράκη, τής ΕΦΕΕ, στα Σωματεία τους. Εμένα ήταν η πρώτη μου φορά, έτσι για να μην αποτελώ εξαίρεση στην οικογένεια //

   Τό πλοίο φεύγει κι αυτά που ήταν ώς τώρα «η ζωή σου» μένουν πίσω ορφανά κι ανυπεράσπιστα μαζί με τίς απλές κι ελάχιστες βεβαιότητές σου. Έχω τήν αίσθηση ότι βιώνω μια τεράστια παρεξήγηση ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό· παρ’ όλο που επί μήνες συζητιόταν η επαπειλούμενη εκτροπή – ότι κάποιος οφείλει να μού δώσει μιαν εξήγηση ή να μού ζητήσει εξηγήσεις. Τί περίεργο. Τήν ίδια αίσθηση είχα και τό απόγευμα τής 21ης, όταν μάς μετέφεραν από τό Ε΄ Τμήμα, που τότε ήταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στον Ιππόδρομο. Όταν είδα τούς φαντάρους παραταγμένους σε δύο στοίχους με «εφ’ όπλου λόγχη» κι εμείς να προχωρούμε ανάμεσά τους, είπα, αυτό είναι θα μάς σκοτώσουν – αλλά έτσι χωρίς εξήγηση !
   Ανάμεσα στο πλήθος βλέπω τό αγέρωχο προφίλ τού Ρίτσου. Η Ηρώ Κανακάκη – η Ηρώ που δεν υπάρχει πια – έρχεται κοντά μου ανακουφισμένη, προς τό παρόν ανάμεσα σε τόσους ομοϊδεάτες είμαι η πρώτη γνωστή που βλέπει. Ο Φαρσακίδης μού χαμογελάει, από μακριά μ’ ένα χαμόγελο «…όχι που νόμιζες πως θα τή γλιτώσεις»
   // Αυτοί – Εμείς – Εγώ είμαστε πια δεμένοι στην ίδια μοίρα. Θα μοιραστούμε τήν ίδια ζωή – όποια ζωή – ή τόν ίδιο θάνατο.
   // Ήταν η πρώτη μου φορά. Μα δεν ξέρω, αν αυτά τά συναισθήματα δεν ισχύουν και στη δεύτερη και στην τρίτη. Κάθε φορά, ώσπου αυτό τό απειλητικό άγνωστο να γίνει συγκεκριμένο //

Φτάσαμε στη Γυάρο απόγευμα. Οι μέρες τού Απρίλη είναι μεγάλες. Ήταν ήσυχα. Δεν φυσούσε // Ανάμεσα στις ξερολιθιές και τά κλιμακωτά επίπεδα, όπου κάποτε ήταν στημένες οι σκηνές–καταλύματα τών εξορίστων – κι όπου έμελλε να στηθούν και οι δικές μας σκηνές – ολάνθιστα φανταχτερά μωβ–συκλαμέν μπούζια ημέρευαν με τίς αισιόδοξες πινελιές τους τόν τόπο, τόν έκαναν να μοιάζει με αρχαιολογικό χώρο πριν αρχίσουν οι ανασκαφές. Έτσι όπως έβλεπες πέτρινα σκαλοπάτια μισοκατεστραμμένα, τοιχία μισοκρυμμένα από τά μπούζια έλεγες, ένας αρχαίος ερειπιώνας απροσδιορίστου ηλικίας. Όλα κι όλοι κρατούν τήν ανάσα τους. Ανοίγει η μπουκαπόρτα. Μπροστά μας τό κτίριο τής φυλακής : ένα βαρύ παραλληλόγραμμο ανάμεσα στους δύο όρμους, τόν τέταρτο και τόν πέμπτο.
Οι φύλακες σχεδόν αμήχανοι, σχεδόν αόρατοι. Αργότερα μάθαμε πως η πρώτη φρουρά ήταν κι αυτοί κάτι σαν εξόριστοι. Ήταν η φρουρά τής Βουλής, που η χούντα τή μάντρωσε στη Γυάρο ως διεφθαρμένη από τή συνάφειά της με τούς πολιτικούς και τήν πολιτική //

   Τόν Απρίλη, στην Ελλάδα, μπορεί κι ένας ξερόβραχος, στοιχειωμένος από τήν ίδια του τήν ιστορία, να φαντάζει, και να γίνεται ώρες ώρες ιδανικό σκηνικό ειδυλλίου. Γι’ αυτό μέ μαγεύει ο τόπος μας, γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι τού ανήκω ψυχή τε και σώματι. Γιατί μπορεί τήν ίδια στιγμή να είναι και να λέει πολλά, διαφορετικά, και χωρίς δόλο – ο τόπος. // προς τό παρόν, λοιπόν, κι αφού δεν μάς υποδέχτηκαν με βούρδουλες και αγριοφωνάρες, βρισιές και κλωτσιές – όπως ξέραμε ότι συνέβαινε στο παρελθόν – προς τό παρόν, εκείνο τό απόγευμα η Γυάρος μάς υποδεχόταν, ανήσυχη μεν, αλλά χαμογελαστή και φορώντας τά καλά της – ή μήπως ανήσυχοι ήμασταν εμείς, έτοιμοι μπροστά στην μπουκαπόρτα ;

Τό κτίριο τού Διοικητηρίου δεσπόζει, κτισμένο με ξεθωριασμένο κόκκινο τούβλο // Μπροστά στο διοικητήριο, τό γήπεδο, χώρος για τίς παράτες και τήν υποδοχή τών επισήμων. Ένα ανηφορικό μονοπάτι, που μόλις διαγράφεται, σέρνεται κατά μήκος τού τοίχου τής φυλακής. Αυτό θα πάρουμε κι εμείς. Τά παράθυρα ψηλά – όχι για να έχεις θέα τού τόπου γύρω, μόνο για να μπαίνει φως και αέρας· και βροχή, όπως διαπιστώσαμε αργότερα, γιατί τά περισσότερα τζάμια ήταν σπασμένα //

   Κι επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, όταν σού κλείνουνε τή θέα προς τόν έξω κόσμο στρέφεσαι επίμονα προς άλλους κόσμους και άλλες θέες, άλλους ορίζοντες : τό διάβασμα, τήν παρατήρηση τών συγκρατουμένων σου, τού εαυτού σου, σκέφτεσαι περισσότερο, αξιολογείς τά δεδομένα με καινούργια οπτική· ανακαλύπτεις τίς νέες διαστάσεις σου· πράγματα που θεωρούσες σημαντικά ευτελίζονται άλλα παίρνουν τή θέση τους. Όπως, ας πούμε, όταν ένα αισθητήριο αδρανεί κάποιο άλλο υπεραναπτύσσεται· και

«Συμβιβάστηκε με τήν πικρία ο κόσμος
Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τά χείλια
Η νύχτα ελαφρωμένη
Από τό θόρυβο και τή φροντίδα
Μέσα μας μετασχηματίζεται
Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη»

   // Καλύτερα να μην χρειαστεί ν’ ανακαλύψεις τά όρια τού εαυτού σου. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να τό αντέξουν. Είναι πολλοί αυτοί που βουλιάζουν μέσα τους, μεμψιμοιρούν, αναμασούν και χάνονται· χάνονται, όχι βιολογικά, χάνουν τή δυνατότητα ν’ ανακαλύψουν ένα σκαφιδάκι, έστω, που να τούς βγάλει σε στέρεο έδαφος, ένα ευάλωτο και εύθραυστο σκαφιδάκι, που τό βαφτίζω ατομική συνείδηση ή έστω τσαμπουκά

Τό μονοπάτι που ακολουθούμε καταλήγει αριστερά σ’ ένα πλάτωμα· εκεί μάς συγκέντρωσαν όταν, τίς πρώτες μέρες, ήρθε κάποιος γαλονάς να μάς πει «όποιος θέλει να πάει στο σπίτι του, ας κάνει ένα βήμα μπροστά» (κανονικά, λέω τώρα, έπρεπε όλοι να κάνουμε αυτό τό βήμα…). Αλλά δεν θυμούμαι αν κάποιος εκείνη τή στιγμή έκανε αυτό τό βήμα – τόσο έχω απωθήσει τήν εικόνα. Είχα σκύψει τά μάτια για να μη δω, μη συναντήσει η ματιά μου τό βλέμμα κάποιου που θα ’χε κάνει αυτό τό βήμα. Δεξιά // τό υποτιθέμενο νοσοκομείο. Σ’ αυτό τό νοσοκομείο πρωτοσυνάντησα και τόν Καρούσο, τόν μεγάλο ηθοποιό, όταν πήγα μια μέρα να σφουγγαρίσω· ήταν η σειρά μου στη φασίνα, έτσι γινόταν… // Καθώς φτάνω στην είσοδο και πριν βουτήξω στο σκοτάδι και στην μπόχα που βγαίνει απ’ αυτό τό τούνελ, βλέπω πλάι στην πόρτα, στο πλαίσιο τών ανακοινώσεων, μιαν ανακοίνωση–διαταγή τού 1961. Τό συρμάτινο πλέγμα που προστάτευε τίς ανακοινώσεις έχει σκουριάσει και διαλυθεί. Κάποτε θα υπήρχε, ίσως, και γυαλί. Η ανακοίνωση, ξεθωριασμένο κουρελόχαρτο, πάει κι έρχεται με τό αεράκι. Μού ’ρχεται ν’ απλώσω τό χέρι και να τήν πάρω, ως «ντοκουμέντο», αλλά μια δεύτερη σκέψη μέ κοροϊδεύει : εδώ δεν ξέρεις αν θα σώσεις τόν εαυτό σου, θα σώσεις τά ντοκουμέντα… //

   …Εμείς τώρα ξέρουμε, είμαστε ’δω στη Γυάρο. Είμαστε χιλιάδες, κάποιοι ξέρουν για τή μεταφορά μας κι αυτό είναι μια ασφάλεια. Οι άλλοι όμως, οι δικοί μας που έμειναν έξω ; Ελεύθεροι τάχα ! Πού βρίσκονται, πώς είναι, τί ξέρουν για μάς // Ξέφυγαν τή σύλληψη ή βασανίζονται σε κάποιο Τμήμα ; Βρήκαν σπίτι να τούς κρύψει ; Δούλεψαν οι επαφές ; Βρέθηκαν μεταξύ τους ; Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος. Βλέπω μόνο βαριές πλάτες ανθρώπων που προχωρούν, κουβαλώντας τά ελάχιστα υπάρχοντά τους – όχι δεν είναι αυτά τά βάρη που σηκώνουν : έξω έχουν μείνει οικογένειες σύζυγοι παιδιά, δεσμοί, υποχρεώσεις εκκρεμότητες //

Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος· τώρα στη μνήμη μου χωρίς τά μπάζα και τή βρωμιά, γεμίζει σιγά σιγά από ένα πλήθος που πάει κι έρχεται. Βλέπω πρόσωπα και χαμόγελα, ακούω κουβέντες, καλημέρες, αστεία, μαθαίνω τά νέα, τί λένε για μάς  // Βλέπω και φάτσες μουτρωμένες και στριφνές, καχύποπτες με όλους και με όλα // Κάποιοι άντρες μάς βοηθούν να γεμίσουμε με ξερόχορτο τά στρώματά μας, τά κουβαλούν στα ράντζα μας… Ατέλειωτες διαδρομές με τό καρότσι κουβαλώντας μπάζα, βρωμιές και κονσερβοκούτια // Στον θάλαμο που μάς έλαχε – τόν έναν από τούς δύο θαλάμους που δόθηκαν στις γυναίκες, αυτόν που ήταν ακριβώς δίπλα και πάνω από τό αναρρωτήριο τής φυλακής – έμεναν, λέει, παλιότερα ποινικοί, που, όπως διαπιστώσαμε, δεν ήταν και φανατικοί με τήν καθαριότητα // Δέματα, βέβαια, δεν έρχονταν. Αυτό άργησε πολύ. Οι περισσότερες δεν είχαν δεύτερη αλλαξιά ! Εγώ πήγα για «διαπίστωση στοιχείων» – έτσι μού είπαν όταν τούς ζήτησα… ένταλμα σύλληψης. Πήγα με κανελί ταγιεράκι κι ένα μπλουζάκι νταντελέ πλεγμένο από τά χεράκια τής μανούλας μου που μέ συμβούλευε «πού πας παιδί μου μ’ αυτό τό φιριντόνι, βάλε κάτι πιο ζεστό», μα εγώ ήθελα να ξορκίσω τό χειρότερο κάνοντας τάχα μου πως δεν τό βλέπω. Πήγα στο Τμήμα ντυμένη σαν τήν καλή χαρά κι έμεινα πάνω από μήνα μ’ αυτά τά ρούχα. Όλη τή μέρα αγγαρεία καρότσι φασίνα, και τό απόγευμα τίναζα τά ρούχα μου να φύγει η σκόνη κι έβγαινα στο πλάτωμα με μια μεγάλη κίτρινη μαργαρίτα στο πέτο τού ταλαίπωρου ταγιέρ. Έτσι, για τήν ομορφιά, που οφείλουμε να τήν υπερασπιζόμαστε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες //
Η πρώτη μας ακτίνα λοιπόν, συνόρευε με τό αναρρωτήριο τής φυλακής, που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Καλοκαιριάτικη νύχτα με μια τεράστια πανσέληνο – όμως εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε τόν δρόμο τού φεγγαριού στη θάλασσα. Οι κρατούμενοι, άλλοι στις σκηνές κι άλλοι κλειδωμένοι στις ακτίνες. Ένα χαμηλόφωνο μουρμουρητό αναδύεται από παντού. Ποιος κοιμάται τέτοια νύχτα. Κι αρχινάει τό τραγούδι η Ολυμπία Παπουτσιδάκη. Τή βλέπω ακόμα, νυχτερινή φιγούρα με φόντο τόν ουρανό και τό αγκαθωτό σύρμα, καθισμένη στο τοιχίο : «Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η Γης τόνε τρομάσει…» αρχίζει η Ολυμπία με εκείνη τήν ατέλειωτη, αφκιασίδωτη φωνή της «…εεέι να ’χεν η Γης πατήματα να ’χε ο ουρανός κερκέλια / να πάτουν τά πατήματα να κράτουν τά κερκέλια…»

   Αχ Ολυμπία, όπου κι αν είσαι τώρα – γιατί είναι και πολλά τά χρόνια που μεσολαβούν – να ’ξερες τότε τάχα, μ’ αυτό τό ηρωικό σε πρώτη ανάγνωση τραγούδι σου, τί πατήματα και τί κερκέλια χάριζες στους στερημένους γύρω σου, όπου έφτανε η φωνή σου, να κρατηθούν, ν’ ανεβούν, να αγναντέψουν, έστω για λίγο, κατά κει όπου είχε η ζωή ορίζοντα, προοπτική, έρωτα.
   Είναι γνωστό ότι ένα από τά μεγάλα κενά στην επίσημη ιδεολογία τής αριστερής πρωτοπορίας είναι που εξόρισε υποκριτικά τόν έρωτα και τόν ερωτισμό από τή σκέψη και τή ζωή τών αγωνιστών, αναγνωρίζοντάς τα μόνο ως έσχατο και καταχρηστικό δικαίωμα στο πλαίσιο τού νόμιμου και εγκεκριμένου γάμου. Δεν ξέρω πώς μπορεί κανείς να ονειρεύεται και ν’ αγωνίζεται μέχρις εσχάτων για να αλλάξει τόν κόσμο και να οδηγήσει τόν άνθρωπο σε πιο ευάερες και ευήλιες κοινωνίες, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τά μικρόψυχα μικροαστικά στερεότυπα γύρω από τήν αυτοδιάθεση τής μόνης θεμιτής ιδιοκτησίας, τού σώματος και τών αισθημάτων μας!

// Έτσι λοιπόν, για να τούς τή σπάσω εκεινών που μάς έστειλαν εκεί για να μάς εξοντώσουν ηθικά και βιολογικά και να απαλλαγούν από μάς : να ξέρουν πως η συνταγή δεν πετυχαίνει πάντα, και πως – χωρίς ποσώς να εξωραΐζω τήν κατάσταση στέρησης – η όντως ελεύθερη προσωπικότητα δεν περιορίζει τό αίτημα τής ελευθερίας στα όρια τών πολιτικών θεσμοθετημένων ελευθεριών : αυτές αποτελούν απλώς προϋπόθεση δημοκρατίας.
Ο έρωτας της ελευθερίας είναι απαιτητικός και πανάκριβος αλλά η ελεύθερη συνείδηση βρίσκει πάντα πατήματα και κερκέλια με ρίσκο, με κόστος, αλλά και ρισκάρει και πληρώνει. Εμείς δεν ταυτίσαμε ποτέ τήν ελευθερία με τή νομιμοφροσύνη. Στον Ιππόδρομο τραγουδάγαμε «Σώπα όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» // Ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας λειτουργεί κι αντίστροφα καμιά φορά, φωτίζει, διευρύνει, γονιμοποιεί· δίνει ευκαιρίες περισυλλογής //
Και καθώς σ’ αυτή τήν ιστορική φάση η Γυάρος και η Αλικαρνασσός τού Ηρακλείου Κρήτης, στις φυλακές τής οποίας μεταφέρθηκαν οι γυναίκες τόν Σεπτέμβρη τού 1968, δεν είχαν σωματικά βασανιστήρια – είχε πολλές άλλες ταλαιπωρίες και στερήσεις αλλά βασανιστήρια, όπως τά ξέρουμε, δεν είχε – ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας υπήρξαν πνευματική πρόκληση. Να θυμήσω ότι τήν ίδια εποχή στον κόσμο συμβαίνουν πράγματα ; Στο Παρίσι ο Μάης τού ’68 με συνθήματα πρωτάκουστα. Στην Πράγα η εισβολή τών σοβιετικών τανκς κάνει τή… διεθνιστική αλληλεγγύη απλή ιμπεριαλιστική τακτική. Στην Αμερική γεννιέται για πρώτη φορά ένα αντικαταναλωτικό κίνημα – πού αλλού θα γεννιόταν – τό οποίο σε συνδυασμό με τό φιλειρηνικό αντιπολεμικό κίνημα που προκαλεί ο πόλεμος τών Αμερικανών στο Βιετνάμ, καταγγέλλει τό κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο ως μοναδική αιτία τού πολέμου // Όλα αυτά συμβαίνουν γύρω μας κι ο απόηχός τους φτάνει ώς εμάς. Στη Γυάρο τό ραδιόφωνο αργά τή νύχτα μετέδιδε ειδήσεις για τήν εισβολή στην Πράγα. Τό ακατέργαστο μυαλό τους τούς έλεγε, προφανώς, ότι πρωί πρωί απογοητευμένοι θα ροβολάγαμε κατά τή Διοίκηση να υπογράψουμε… δηλώσεις μετανοίας.
Οι φυλακές και οι τόποι εξορίας δεν είναι μόνο αυτοί που φαίνονται, φωτογραφίζονται, καταμετρούνται. Αυτοί είναι προβλέψιμοι και εξ ορισμού εχθρικοί. Ξέρεις, κι αν δεν ξέρεις σύντομα ανακαλύπτεις, σε τί και σε ποιους πρέπει να αντισταθείς, πώς θα οργανώσεις τίς άμυνες και τίς κρυψώνες σου. Άλλωστε, ο εγκλεισμός μπορεί και να προσφέρει αμφιλεγόμενες «ευκαιρίες». Μπορεί π.χ. σε τέτοιες συνθήκες ν’ ανακαλύψει κανείς ότι οι άνθρωποι, οι σύντροφοι με τούς οποίους συμπορεύεσαι και συνεργάζεσαι για τόν ίδιο υποτίθεται σκοπό, διαβάζουν τά γεγονότα με άλλη γλώσσα, υπομνηματίζουν διαφορετικά τήν ιστορία. Τότε αν δεν σέ κυριέψει πανικός μπορεί και να δεις ν’ ανθίζει στο μυαλό σου μια καινούργια γνώση, κι απλώς δεν σέ χωράει στην επιστροφή η πόρτα απ’ όπου βγήκες.

Στην εποχή μας άλλες είναι πλέον οι «φυλακές» που πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο. Αυτές που σέ απομονώνουν χωρίς τοίχους, σέ αποκλείουν χωρίς κάγκελα και απαγορεύσεις, και σέ οδηγούν στην αποξένωση και τήν αδιαφορία //

Τριανταπέντε χρόνια συνεχούς και αδιατάρακτου κοινοβουλευτικού βίου για τήν Ελλάδα, που μετράει από τό 1925 ώς τό 1967 τρεις δικτατορίες, είναι μεγάλο διάστημα και μεγάλη υπόθεση.

Στις δικτατορίες στις φυλακές στις εξορίες μαθαίνεις να αντιστέκεσαι, τίς πολεμάς. Κάποια στιγμή αποδυναμώνονται, οι Δυνάμεις που τίς στήριξαν αλλάζουν επιλογές και τακτική : γελοιοποιούνται καταρρέουν, ξοφλάς μαζί τους. Τά απαγορεύονται τελειώνουν, γίνονται πολιτικώς ντεμοντέ. Τώρα τό ζήτημα είναι πώς θα μάθει κανείς να αντιστέκεται σ’ αυτούς που τού υπαγορεύουν και σ’ αυτά που τού προτείνουν σαν must. Η δυσκολία αυτού τού αγώνα είναι ότι δεν έχει τίποτα ηρωικό, κανένα παράσημο, κανέναν αντίπαλο. Γιατί ο εχθρός είμαστε εμείς και η τάση μας να ενδίδουμε σε όλων τών ειδών τίς ευκολίες και τίς διευκολύνσεις, έστω υποθηκεύοντας τό ίδιο τό Μέλλον. Οι καμπανοκρουσίες άρχισαν, κι εμείς ακόμα ρωτάμε να μάθουμε, «Για ποιον κτυπά η καμπάνα»

2009

 

 

*τό κείμενο δημοσιεύτηκε στο αφιερωματικό τεύχος τής εφημερίδας «ελευθεροτυπία» με τόν γενικό τίτλο «δεσμώτες τής χούντας» για τά 35 χρόνια από τήν αποκατάσταση τής δημοκρατίας

σε υποσημείωση στο τέλος τού κειμένου της η ρηνιώ μίσσιου αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι μέσα στο κείμενο (σε συζήτηση μού ξεκαθάρισε ότι τά με πλάγια στοιχεία τμήματα τού κειμένου της υποδηλώνουν σκέψεις εκτός και πέραν τού συγκεκριμένου χρόνου τής αφήγησης) πως οι συγκεκριμένοι στίχοι που περιλαμβάνονται στην παρούσα ανάρτηση λοιπόν, είναι από τούς «προσανατολισμούς» τού ελύτη που κάποια παλιά τύχη τούς έβαλε στα χέρια της εκείνη τήν εποχή, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πώς έγινε και τούς απέκτησε στην εξορία

και για τήν ιστορία, σχετικά με τή σύλληψή της τό ίδιο τό πρωί τής 21ης, να αναφέρω από τήν ίδια προσωπική της αφήγηση ότι γύρω στις 2 τά ξημερώματα ο χρόνης (μίσσιος) ειδοποιήθηκε για τό πραξικόπημα από τόν τάκη μπενά και πέρασε στην παρανομία (μαζί με άλλα μέλη τής νεολαίας λαμπράκη εκ τών οποίων τώρα θυμάται τά ονόματα τής αννιώς μεταξωτού–μαυρομάτη, τού γιώργου βότση, τού αριστείδη μανωλάκου και τού θέμη μπανούση), ενώ εκείνη κλήθηκε (όπως άλλωστε διηγείται και στο άρθρο) όταν είχε πια ξημερώσει στην ασφάλεια «για εξακρίβωση στοιχείων» και από κει μεταφέρθηκε με τίς άλλες και τούς άλλους στον ιππόδρομο και μετά στη γυάρο

 

 

   

 

 

a 1 a ajunta3

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Οκτώβριος 2, 2013

οδός κίττυς αρσένη

.

 

1

   ο θάνατος τό έστρωσε * κανονικά φέτος : και δεν εννοώ τώρα τήν τελευταία δολοφονία και τόν συνεπακόλουθο βαρύ τραυματισμό τής ανερχόμενης νεοχούντας (μακάρι να μπορούσε κανείς να μιλήσει και για οριστικό θάνατο εδώ) αλλά εγώ έχω μείνει σε προηγούμενα διότι στους κήπους κινούνται όλα αργά κι είμαι και στα πιο πριν εγώ (και θα πω κάτι ελάχιστο μόνο στο τέλος για τά μετά (αν κι έχω έναν πειρασμό να πω τώρα αμέσως περισσότερα, και πολλά και διάφορα, για τή σημειολογία να πούμε τής εικόνας που είδα χτες τών σιδηροδέσμιων υποψήφιων δικτατόρων)) σκέψεις λοιπόν τώρα, και μόνο σημειώσεις, σύντομες όπως κρατήθηκαν σα συνέχεια τού προηγούμενου με αφορμή τήν απώλεια τής τίμιας μορφής : τής γυναίκας που πολέμησε τόν φασισμό με όλο της τό σώμα τή σκέψη τό κουράγιο και τήν καρδιά :

 

2

   τό ίδιο τό πρωί τού απογεύματος που θα γινόταν η κηδεία τρέχοντας για τίς γραφειοκρατικές αρλούμπες που έχουν μονοπωλήσει τόν χρόνο μου φέτος μετά τόν θάνατο τού στέφανου, έχασα μες στη ζαλάδα μου κάτι δρόμους στο κέντρο τής αθήνας, και κάθε φορά που τό παθαίνω αυτό αισθάνομαι σα να βρίσκομαι σε εχθρική χώρα : για να προσανατολιστώ αναγκάστηκα να ξανακάνω τήν πορεία ενός κυνηγητού μετά από μια διαδήλωση, ενώ ο κόσμος γύρω ήσυχος έκανε τά ψώνια του, και ξαναγύρισε τότε πάλι ο άλλος κόσμος, που στον έναν δρόμο έτρεχε κυνηγημένος κι έμπαινε στον άλλον δρόμο που ο κόσμος εκεί ήσυχος έκανε τά ψώνια του : ύστερα πήρα ταξί κι ο ταξιτζής (μεγάλης ηλικίας και άσχημο πρόσωπο) μού ανέλυσε τήν πολιτική κατάσταση λέγοντας ότι η χούντα είχε αναγκάσει τούς εφοπλιστές να δώσουν λεφτά στο κράτος. Τό απόγευμα ήταν η κηδεία τής κίττυς κι αναγκαστήκαμε να πάρουμε με μια φίλη ταξί προς μαρούσι, κι η ρηνιώ (που ο χρόνης τήν άφησε στα τέλη τού ’12 – παλιοχρονιές συνέχεια) θέλησε να μάθει στον ταξιτζή (νέος αυτός, με πρόσωπο συνηθισμένο) ποια κηδευόταν σήμερα : εκείνος φώναξε τότε με καμάρι ότι δεν ξέρει κανέναν πολιτικό, τόν μόνο που ξέρει από πολιτική είναι ο ανδρέας παπανδρέου, που ήτανε τσίφτης και ωραίος, και άρεσε και στις γυναίκες : (η ίδια μού είχε αφηγηθεί πώς ο χρόνης στην πρώτη του σύλληψη 18 χρονών και άπειρος, πληγώθηκε που ο κόσμος τόν έβλεπε σιδηροδέσμιο και συνέχιζε να κάνει τά ψώνια του κι ο χωροφύλακας τού είπε : Τούς βλέπεις ρε ; δεκάρα δε δίνουν για σένα – κι εκείνος, λέει, κρατήθηκε μπροστά του και έκλαψε μόνος του, τής είπε μια μέρα, πολύ μετά) : παράλληλα σύμπαντα που δεν συναντιώνται κι ούτε ξέρει ο ένας τή διάλεκτο τού άλλου, από γεννησιμιού γήινοι όλοι πάντως : τώρα οι μισοί, μεταλλαγμένοι αρειανοί θυμούνται πράγματα που στο σύμπαν τών άλλων δεν υφίστανται : πράγματα που κανείς ποτέ δεν γνώρισε και δεν έμαθε ούτε σα λέξεις : «αν τό βιβλίο τής κίττυς είχε μπει στα σχολεία» πάω να πω, και τήν ίδια στιγμή ο ταξιτζής μού υποβάλλει τήν άποψη ότι μιλάω κινέζικα : μπορεί η κρίση να τόν έχει τσακίσει αλλά δεν πρόκειται να μάθει τίποτα ούτε πριν ούτε μετά απ’ αυτήν : έναν αρειανό περιμένει, να τά φέρει όλα στα ίσα τους, να ξαναγίνει κι ο ίδιος ωραίος.

     Στην εκκλησία γίνεται μια άλλη κηδεία, ρωτάμε έναν καντηλανάφτη και μάς λέει ότι έχουν στήσει μια τέντα για τήν πολιτική παρακάτω, μάς δείχνει και τόν δρόμο : μια άσπρη τέντα μέσα στον ήλιο (η μέρα είναι ωραία, αν είναι δυνατόν) πολλά καθίσματα μπρος και πίσω, πολλά στεφάνια, και πολλά λουλούδια μπροστά : γύρω απ’ αυτό τό απαίσιο ξύλινο πράγμα – διαπιστώνω ότι έχω βάλει μπροστά τή γνωστή μέθοδο να μη βλέπω καλά, δεν είναι η Κίττυ εκειμέσα. Τέτοια απομόνωση ούτε στην απομόνωση, ακόμα και στο κελί χώραγε και η χοντρή Ρούλα μαζί της. Και ξαπλωμένη, και τελείως ακίνητη ; η Κίττυ δεν μπορεί εκειμέσα. Η τελετή είναι για τούς τύπους, τήν βλέπω αλλού. Και ούτε βλέπω, ούτε αισθάνομαι καλά – είναι όλα αποσυνδεμένα, σαν άσχετη κάνω άσχετες σκέψεις, βλέπω άσχετα : έχουμε έρθει νωρίς, και μπορούμε να διαλέξουμε κάθισμα, διαλέγουμε τρία στη μέση να ’χουμε και σκιά : ο παλιός φίλος τής Ρηνιώς από τά χρόνια τής παρανομίας και τών εξοριών μού λέει ποιος είναι ο καθένας απ’ αυτούς που έρχονται να τούς χαιρετήσουν : πολλά στεφάνια, πολλά καθίσματα, ακόμα άδειος ο χώρος σχετικά, σκέφτομαι συνέχεια άσχετα : βλέπω τά καθίσματα να γεμίζουν, σε μια ώρα θα ’ναι φίσκα, και θα ’ρχονται κι άλλοι, θα γεμίσει γύρω με όρθιους, και πίσω όσο παίρνει τό μάτι όρθιοι, πολλοί : από αυτούς που ξέρω πάντως, από αυτούς που τριγυρνάνε στην τηλεόραση όλη μέρα, ελάχιστοι, από τό κόμμα τής αριστεράς που ετοιμάζεται να γίνει κυβέρνηση εγώ βλέπω τόν Γλέζο, από τό άλλο τής αριστεράς στο οποίο είχε ρίξει τήν (τελευταία της) ψήφο εμπιστοσύνης η Κίττυ, πάλι λίγοι : αλλά φυσικά οι παλιές συγκρατούμενες : σκέφτομαι ότι τά παιδιά – τί κνίτες και ξεκνίτες – που ανέρχονται στην πολιτική δεν έχουν μάθει να σέβονται – εκείνες που ρισκάρισαν τό σώμα και τή ζωή τους κάποτε (όχι και τόσο παλιότερα) για να μπορεί να βρίσκονται αυτοί σήμερα εδώ, βουλευτές κι υποψήφιοι για πρωθυπουργοί : σκέφτομαι ότι αν η «αριστερά» σήμερα δεν είχε αυτό τό πρόσωπο, και δεν μετρούσε με κόμματα κι αποκόμματα αυτές που πολέμησαν  με νύχια και με δόντια  τούς φασίστες κάποτε (όχι και τόσο παλιότερα) δεν θα σήκωνε σήμερα ο φασισμός πάλι κεφάλι : έτσι που ο θάνατος συνεχώς να τό στρώνει : σκέφτομαι συνέχεια άσχετα : αυτά τά τελευταία χρόνια που τήν χτύπησε η αρρώστια τήν Κίττυ, είναι ακριβώς τά χρόνια με τήν άνοδο τού μισού εκατομμυρίου αθώων : αυτός ο αριθμός τών μαύρων ψήφων πρέπει να ήταν για τήν Κίττυ ένα χαστούκι, μια ύβρις στα νεύρα τούς μύες τίς ίνες και τά κόκκαλα που τσακίστηκαν από πολύ δυνατότερα χαστούκια στην ταράτσα και βγήκαν τότε νικηφόρα : – η Κίττυ τό λίγο που τή γνώρισα είδα ότι είχε μια απόλυτη, πεισματική, ήρεμη και αδυσώπητη ταύτιση με τήν ελευθερία, και τήν ιστορία αυτής τής χώρας – τήν είχα δει να τραγουδάει τόν εθνικό ύμνο στην καισαριανή σε μια επέτειο τών εκτελέσεων, χαμένη μες στον κόσμο, έτσι ήσυχη ήρεμη και πεισμωμένη με τό τζην της : είχε μια απόλυτη ταύτιση με τήν ελευθερία η Κίττυ, ήτανε μέρος τής ζωής της αυτό τό πράγμα, θυμάμαι που μού διηγότανε ότι ο πρώτος έρωτας στη ζωή της ήτανε ένας αντάρτης που τόν είχε δει μικρό κοριτσάκι να κατεβαίνει απ’ τό βουνό πάνω στ’ άλογο, μέσα στην κατοχή : για τήν Κίττυ η επιδίωξη τής ελευθερίας ήτανε η επιδίωξη τού έρωτα από μια άποψη : ασυμβίβαστου εντελώς όμως : ο έρωτας άλλωστε ποτέ δεν είναι μοναχικός, κι ας λέει ό,τι θέλει η ηθική μας, ο έρωτας θα σέρνει πάντα κι ένα πλήθος μαζί του : κι αυτό τό πλήθος είχε η Κίττυ πιστεύω να τήν στηρίζει στην απομόνωση, αυτό τό πλήθος που σαν να προστάτευε τή συνείδησή της, και που αυτή η συνείδηση τό εξιδανίκευε : κι όταν έγινε ο (φαύλος) κύκλος κι η χούντα έσκασε μύτη πάλι ξανά, κι αυτή τή φορά με τό θράσος τών ψήφων (τού ζοφερού μισού εκατομμύριου), η Κίττυ είτε τό ’λεγε είτε δεν τό ’λεγε, δεν ξέρω, (με τό χιούμορ που είχε υποψιάζομαι ότι θα τήν κορόϊδευε αγρίως τή σκέψη μου) ( : «δεν μέ νοιάζει εμένα τό εκατομμύριο για τή χούντα, αυτούς τούς ψήφους η χούντα, και περισσότερους, τούς έπαιρνε κι από παλιά, είτε τό ’λεγαν είτε δεν τό ’λεγαν», θα μού έλεγε) (και θα ’χε δίκιο άλλωστε : τά παράθυρα γύρω απ’ τήν Μπουμπουλίνας που κλείσαν ερμητικά για να μην ακούνε τά ουρλιαχτά από τά βασανιστήρια, προάγγελος αυτού τού πλήθους «αθώων» δεν ήτανε ; ) αλλά εγώ σκέφτομαι τώρα άσχετα : η Κίττυ, η παντοδύναμη, τήν άνοδο αυτή πρέπει να τήν ένιωσε σαν τό τελευταίο και χειρότερο βασανιστήριο πάνω στα νεύρα, τό σώμα, και τό μυαλό της : οι χρόνοι δηλαδή συμπίπτουν : και πρέπει να τό πήρε σαν μια απόρριψη τού έρωτα που τήν κρατούσε ζωντανή στα πιο δύσκολα : μπροστά σ’ αυτήν τήν γελοία απόρριψη τά γενναία της αντισώματα είναι που πιστεύω ότι κάνανε πίσω : αποσύρθηκαν στα ενδότερα και τώρα κείνται σ’ αυτό τό κουτί.

   Ο συνολικός έρωτας, όσο είναι παντοδύναμος, άλλο τόσο επικίνδυνα ευάλωτος είναι : βλέπω πλήθος κόσμου να στριμώχνεται, να συνωστίζεται στα πλάγια τής τέντας κατεβαίνοντας προς τήν αντίθετη φορά και φεύγοντας : είναι λοιπόν η άλλη κηδεία που ’χει τελειώσει (εκείνη τής εκκλησίας) : ρίχνουν περίεργες ματιές στους καθισμένους κάτω απ’ τήν τέντα, και μια γυναίκα με χρυσαφικά ρωτάει με θράσος : Τί είν’ αυτό ; εβραίικη κηδεία είναι ; Δεν ακούει τήν απάντηση που τής δίνουνε, φεύγει συνωστιζόμενη (είναι και η μαρία ρεπούση άλλωστε εδώ) και προχωράει γελώντας σαρδόνια. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο, πιο εύθραυστο κατασκεύασμα απ’ τόν συνολικό έρωτα. Τά χρυσαφικά και τά μυαλά τής κυρίας που γελάει με τούς εβραίους συμπυκνώνουν, κάτω απ’ τόν μαύρο ήλιο, τούς ψήφους τών αθώων ελλήνων που δεν είναι ρατσιστές.

   Δεν βλέπω κάμερες, οι τηλεοράσεις δεν ασχολούνται με τό παρελθόν ακόμα κι όταν είναι παρόν ( : Σε λίγες ώρες οι φασίστες θα σκοτώσουν πάλι έναν άνθρωπο, και όλοι θ’ αρχίσουν πάλι να εκπλήσσονται). Μάλλον είμαι η μόνη που τραβάει φωτογραφίες, κι αισθάνομαι πολύ άσχημα, δεν έχω καμία διάθεση να κάνω τή ρεπόρτερ, γι’ αυτό δεν έχω φέρει και τήν κάμερα άλλωστε, αλλά τώρα κάποια πράγματα θέλω να τά κρατήσω : Συνωστίζομαι μες στους συνωστιζόμενους, τό πλήθος έχει τώρα μεγαλώσει πολύ κι αισθάνομαι άσχημα να πηγαινοέρχομαι κραδαίνοντας τό κινητό λες κι όλο αυτό μπορεί να χωρέσει να απλοποιηθεί να ισοπεδωθεί εκειμέσα : παίρνω ελάχιστες φωτογραφίες, τήν όλγα τουρνάκη που τήν είχα ζήσει στην παράσταση που δώσανε με τήν κίττυ για τό «οδοιπορικό με τήν κλυταιμνήστρα» – τώρα έχει τό καθήκον ν’ αναγγέλλει τούς ομιλητές – τά βγάζει πέρα – , τή νατάσα μερτίκα που έχει λες εξαφανίσει τό ύψος της και τό σώμα της ολόκληρο (αυτό που άντεξε τά βασανιστήρια σε κείνη τήν ταράτσα, εκεί ακριβώς που έχασε και τό παιδί που κουβαλούσε μέσα της) : έχω ακούσει τή νατάσα να μιλάει για τήν κίττυ παθιασμένα, σα χείμαρρος – τώρα είναι καταπτοημένη, σχεδόν σιωπηλή, διαβάζει απλώς απ’ τό βιβλίο τής κίττυς κάτι σελίδες – τή μπούμπα δημητροκάλλη, που ήταν παιδική φίλη τής κίττυς και διηγείται ιστορίες απ’ τό σχολείο τους, και δεν μπορεί να συνεχίσει ώς τό τέλος και κλαίει (η μπούμπα (που είναι αδελφή τού μανόλη γλέζου αλλά δεν τό ’ξερα όπως δεν τό ξέρουν φαντάζομαι και άλλοι) θα πει όμως και κάτι που επιβεβαιώνει τή σύμπτωση εκείνη τών χρόνων : η Κίττυ τών Τελευταίων Ωρών τή ρώτησε λέει, Από ποιο ποίημα τού σεφέρη ήταν ο στίχος «τό καράβι που ταξιδεύουμε τό λένε αγωνία» : θέλω να πω δηλαδή, δεν είναι τόσο σημαντικό τό ότι ήθελε να θυμηθεί τόν τίτλο, όσο τό πως θυμότανε πολύ καλά τόν στίχο ως «ταξιδεύουμε» (πληθυντικός αριθμός πάντα) μαζί με τό «αγωνία». (Και η μπούμπα δημητροκάλλη δεν μπορεί να τά πει ώς τό τέλος))

   κλαίει πολύ, σχεδόν συνέχεια, κι ο γιάννης μεντζικώφ, όταν μιλάει για τήν κίττυ ως θεατράνθρωπος. Οι υπόλοιποι είναι κάπως πιο ψύχραιμοι. Μπροστά απ’ τό απαίσιο κουτί (τό πνιγμένο στα λουλούδια) στέκεται μια ομάδα από παιδιά που είναι τό θεατρικό τμήμα τού πάντειου όπου δίδασκε η κίττυ – αυτοί θα τραγουδήσουν στο τέλος – όταν θα σηκωθεί τό μαύρο κουτί να πάει στον τάφο. Στο μεταξύ ένα ξανθό κορίτσι ντυμένο στα κάτασπρα μέσα στους όρθιους κλαίει κι αυτό συνέχεια και φυσάει τή μύτη της, ντρέπομαι να τή φωτογραφήσω γιατί είναι σαν να ’ναι μόνη της με τήν κίττυ εκειπέρα – έτσι που κλαίει πνιγμένα. Τήν ώρα που ακούγεται η ψύχραιμη και θυμωμένη και δυνατή φωνής τής Κίττυς, στο τέλος τής τελετής, να παίζει τόν μονόλογο τής γιουρσενάρ για τήν κλυταιμνήστρα, νιώθω μέσα στον κόσμο και τόν σφιγμένο συνωστισμό, πίσω μου κάτι να κουνιέται. Νόμιζα ότι είναι σώματα που κινούνται, αλλά είναι μόνο χέρια τελικά : γιατί γυρίζω και πέφτω πάνω σ’ ένα καθεστώς σιωπής, παράξενης σιωπής, όχι σαν εκείνη τών άλλων τριγύρω : σιωπής γεμάτης ένταση από μάτια – που ’ναι προσηλωμένα στα χέρια μιας μεγαλύτερης – φοράνε όλες μαύρα – και σ’ αυτόν τόν κύκλο, στην άκρη τού συνωστισμένου κόσμου συντελείται από ώρα λοιπόν μια μετάφραση με τά χέρια : ξαφνικά μού φαίνεται ότι αυτά τά κωφάλαλα κορίτσια μπορούν ν’ ακούσουν τή φωνή τής Κίττυς καλύτερα απ’ όλους μας, έτσι καθώς ακούν με τά μάτια να αστράφτουν και να σκέφτονται συγχρόνως : είναι τό μόνο σχολείο σήμερα εδώ : ούτε κι αυτές θα φυλακιστούν – δεν μπορώ πάλι – στο μονοδιάστατο επίπεδο τού κινητού : ας τίς ακούσει ο καθένας όπως μπορεί

 

3

   έβλεπα κι άκουγα τόν δήμαρχο καμίνη πριν μέρες στην τηλεόραση να ονομάζει έναν δρόμο στο θησείο με τό όνομα τής ζακλίν ντε ρομιγύ, γαλλίδας αφοσιωμένης στ’ αρχαία ελληνικά

   θέλω να πω στον δήμαρχο λοιπόν να ονομάσει έναν δρόμο (κατά προτίμηση αυτόν πίσω από τό πολυτεχνείο – ή μπροστά του, όπως τό δει κανείς) με τό όνομα τής Κίττυς : ελληνίδας αφοσιωμένης στα νέα ελληνικά :

   οδός Κίττυς Αρσένη, πρώην Μπουμπουλίνας. Έτσι, σιδηρόδρομος, δεν πειράζει : ας μάθουνε από τά ονόματα έστω τών δρόμων μερικοί άνθρωποι τό κόστος και τόν πόνο που είχε ο αντιφασισμός σ’ αυτή τή χώρα τών ελληνικών

 

4

   βλέπω σήμερα στην τηλεόραση τίς συλλήψεις τών φασιστοχουνταίων (νά κάτι που θα ’θελε κανείς να προλάβει να τό ζήσει η Κίττυ, όσο κι αν θα τήν θύμωνε και θα τήν έθλιβε πιστεύω τό γεγονός ότι τά αυτονόητα στη χώρα αυτή ξεκινούν μόνο όταν δολοφονηθεί νέος μεν, έλληνας υπήκοος δε) θέλω όμως, σε συνδυασμό ιδίως με τήν παραπάνω πρόταση δρόμου, να κάνω μια σημειολογικής φύσεως ας πούμε τώρα παρατήρηση :

   όσοι έχουνε ζήσει έστω και μια μέρα μέσα στη χούντα, ξέρουν καλά τήν απίστευτη αύρα τρόμου που περιέβαλλε τό κτήριο τής γενικής ασφάλειας τότε : πρώτα τή Μπουμπουλίνας και μετά πολύ αργότερα τή Μεσογείων : περιττό να προσθέσω ότι κανείς δεν περπατούσε στα πεζοδρόμιά τους μπροστά : τό κάθε κτήριο βρισκόταν μέσα σε μια απόλυτη ερημιά φόβου και τρόμου : και θυμάμαι τήν Κίττυ στη λέρο να λέει ότι «ήταν τέτοιος ο τρόμος που συνόδευε τή φήμη τού κτηρίου στην Μπουμπουλίνας που θα δικαιολογούσα απόλυτα αυτόν που, τήν ίδια στιγμή που θα τόν περνούσαν από τό κατώφλι της, τήν ίδια στιγμή θα λιποθυμούσε.»

   ας τό ’χουμε υπόψη μας και αυτό τώρα που βλέπουμε διάφορους θρασύδειλους να προσέρχονται (ψιλοχεσμένοι, αλλά πάντως δήθεν καμαρωτά) στη γαδά : Είναι, σε τελευταία, αλλά καθόλου ασήμαντη, ανάλυση, επειδή τώρα ξέρουνε καλά τί δεν τούς περιμένει.

 

 

* ο θάνατος τό στρώνει : στίχος τού ποιητή γιάννη βαρβέρη

.

.

.

οι φωτογραφίες μου :

.

η νατάσα μερτίκα

.

.

η μπούμπα δημητροκάλλη

.

.

άποψη τού κόσμου στην τέντα : δεύτερη σειρά αριστερά, η ρηνιώ μίσσιου και ο στέφανος στεφάνου

.

.

η όλγα τουρνάκη καλεί τόν φώτη κουβέλη

.

.

μικρή άποψη τού κόσμου κάτω απ’ τήν τέντα

.

.

μικρή άποψη τού κόσμου στριμωγμένου μπροστά στο τελευταίο κελί τής κίττυς – ένα κουτί σπίρτα σκέφτηκα ότι θα ταίριαζε να τής αφήσουμε εδώ –

.

.

.

.

.

.

.

.

.

 

Σεπτεμβρίου 19, 2013

κίττυ αρσένη, marginalia

.

.

τρίτη, 17 σεπτεμβρίου 2013, τό βράδυ

 

   για τίς μεγάλες, τίς ελεύθερες, τίς γενναίες, τίς δυνατές (ασφαλώς και μπορεί κανείς (και δικαιούται, και πρέπει) ν’ αλλάξει τό φύλο εδώ στον στίχο τού εγγονόπουλου) (αν και η ίδια η κίττυ αρσένη θα χαμογελούσε νομίζω  ειρωνικά για ό,τι θα εκλάμβανε μάλλον ως μεγαλοστομία) για τίς μεγάλες λοιπόν, τίς ελεύθερες, τίς γενναίες, τίς δυνατές αρμόζει να λέει ο καθένας ακόμα και τά ελάχιστα απ’ ό,τι άκουσε στα λόγια τους, σαν γραμμένα στο περιθώριο

   προσωπικά ευγνωμονώ τήν τύχη μου που τήν έχω καταγράψει σε βίντεο (θα τό ανεβάσω (ελπίζω τώρα πια) σύντομα) σε τρεις διαφορετικούς χώρους : ο πρώτος ήταν στη λέρο, η ομιλία της τό 2005 στο συνέδριο για τίς γυναίκες στην αντίσταση, ο δεύτερος είναι στο σπίτι της, μια συνέντευξη που μού έδωσε τό 2006 και που πάντα έλπιζα ότι θα έχει και ένα δεύτερο μέρος – δεν θα υπάρξει πια δεύτερο μέρος. (Ο τρίτος χώρος είναι και ο αγαπημένος της – τό θέατρο, μια παράσταση με κείμενα που συνένωσε η ίδια (από τόν αισχύλο μέχρι τήν μαργαρίτα γιουρσενάρ) για τήν κλυταιμνήστρα (κι αυτή η παράσταση θ’ ανέβη ολόκληρη κάποια στιγμή στο γιουτούμπ))

   απομονώνω για σήμερα, μέρα τής ταφής της στον οικογενειακό τάφο στο μαρούσι, σαν ελάχιστο κτέρισμα δυο–τρία μόνο περιθωριακά στοιχεία από τούς μονολόγους της (ακριβώς επειδή ήταν περιθωριακά και ειπωμένα ανάμεσα σε γέλια, και με πολύ (μόνο που ήταν υπογείως πικρό) χιούμορ).

.

   χώρος 1ος : στη λέρο : ψηλή λιγνή με τό μακρύ της στενό μαύρο φόρεμα και τά βραχιολάκια στα πόδια, πανέμορφη ανάμεσα σε τόσο όμορφες που κοριτσάκια πολέμησαν μια χούντα και βασανίστηκαν όπως κι εκείνη χωρίς να νικηθούν. Νικηφόρες : και σήμερα με ειρωνεία άγνωστες και σιωπηλές. Απ’ τήν παλιά γενιά όλες αυτές τών λαμπράκισσων που μέσα στη δεκαετία τού 60 πέσανε στην παγκόσμια αναγέννηση τού έρωτα και στη μόδα τού χούλα χουπ και όλες οι εφημερίδες (αξιοπρεπείς αυτές) γράφαν και ξαναγράφανε ότι φορούσαν μαύρα καλτσόν και μίνι φούστες για να αποπλανήσουν και να αποσπάσουν τίμιους αξιωματικούς από τό εθνωφελές έργο τους. (Δεν τούς αποπλάνησαν όπως φαίνεται αποτελεσματικά, γιατί λίγα χρόνια αργότερα οι τίμιοι αξιωματικοί κάναν τή χούντα τους, και τίς έσυραν στην οδό μπουμπουλίνας να τούς τσακίζουν τά κόκαλα, να τούς χώνουν παλούκια όπου τό μίσος κι η αγαμία τούς έλεγε, να τίς λιανίζουν στην ταράτσα και τήν απομόνωση, να τίς στέλνουν φυλακή κι εξορία : Οι χουνταίοι και οι οπαδοί τους, που τώρα σηκώνουνε πάλι κεφάλι.) Η Κίττυ Αρσένη διηγείται πολλά, αλλά όταν φτάνει στο πώς, μέσα από τήν απομόνωση τής ασφάλειας στέλναν μηνύματα (γραμμένα με τό μαύρο τού σπίρτου) έξω, στους άλλους ελεύθερους, λέει, κοιτάζοντας τό κοινό της λίγο πεισμωμένα : Δεν θα σάς πω όμως πώς, και ρίχνει ένα χαμόγελο – τό κοινό γελάει δυνατά, μ’ ένα είδος συνεννόησης, κατανόησης : «δεν θα σάς πω όμως πώς, για να μην τό κάψω, γιατί μπορεί να ξαναχρειαστεί» εννοεί η Κίττυ, κι ακόμα δεν είχε σκάσει μύτη η συμμορία τού μιχαλολιάκου – σήμερα εκείνο τό γέλιο παγώνει, και σβήνει, αναδρομικά.

.

   χώρος 2ος : Με τό ίδιο πεισματωμένο γελάκι, ενώ μού αφηγείται στη συνέντευξη πλήθος πράγματα, δεν δέχεται να πει τόν τρόπο με τόν οποίο βγήκε, μετά τά βασανιστήρια και τή φυλακή «έξω» ( : για να καταθέσει στο συμβούλιο τής ευρώπης : εκείνη η κατάθεση για τά βασανιστήρια ήταν η αρχή τού τέλους για τούς «τίμιους αξιωματικούς» τής χούντας, ακολούθησαν κι άλλες, τής φίλης της νατάσας (μερτίκα), τού επίσης ηθοποιού περικλή κοροβέση, τού «λόγω καταγωγής υπεράνω υποψίας» γιάννη λελούδα – όμως η κατάθεση τής Κίττυς ήταν ένα απίστευτο χαστούκι στα τέρατα, γιατί ήτανε η πρώτη φορά που έφτανε στην υπόλοιπη ευρώπη μια φωνή «από πρώτο χέρι» για τήν κτηνωδία τού καθεστώτος τών «τίμιων ελλήνων εθνικιστών») : Πώς ταξίδεψες έξω, τής λέω (ο ενικός οφειλότανε σ’ εκείνην : δεν γνωριζόμαστε από παλιά, στην αρχή δεν γνωριζόμαστε καθόλου, αλλά πολύ σύντομα εκείνη επέβαλε ενικό) Πώς βγήκες έξω, με τό τραίνο να υποθέσω ; τής λέω. Μέ κοιτάει με τό αυστηρό της ύφος – τό πιο αξιαγάπητο αυστηρό ύφος τού κόσμου : Αυτό, δεν θα σ’ τό πώ, μού λέει, και κάνει μια κίνηση με τό χέρι σαν κάτι να κλείνει ( : Τά ίδια συμφραζόμενα πάλι : «μπορεί να ξαναχρειαστεί και σε άλλους στο μέλλον» εννοεί – και δεν έχει σκάσει μύτη ακόμα η συμμορία τών νεοχουνταίων με τό εκατομμύριο ψήφους.)

   παρόμοια (αλλά όχι και ακριβώς ίδια) ήταν όμως η σιωπή της και όταν εξηγούσε τό γιατί γύρισε από τήν δυτική ευρώπη μέσα στη χούντα ξανά στην ελλάδα : (Αυτό τό κομμάτι τού θάρρους της είναι που μού φαίνεται πραγματικά απίστευτο : ) Λέει διάφορα, για τό πώς τήν υποδέχτηκε η ασφάλεια από τ’ αεροδρόμιο κιόλας, τί τής είπαν οι μάλλιοι–μπαμπάληδες, πώς τήν απείλησαν (ήταν δύσκολο λίγο να τήν αγγίξουν πάλι, και τό ξέρανε αλλά οι απειλές, απειλές.) Μού εξηγεί, σαν παιδάκι που θέλει να προλάβει να μην τό μαλώσουν οι μεγάλοι : μπορούσα να μείνω στη γαλλία, να κάνω εκεί καριέρα, τό σκέφτηκα και τό προσπάθησα στην αρχή : αλλά σιγά–σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσα : δεν μπορούσα να ’μαι εγώ καλά, κι αυτοί εκειμέσα, στην κόλαση. Ήθελα  να ’μαι κι εγώ μαζί τους – Συνεχίζει για λίγο έτσι τήν αφήγηση : Τίς απειλές απ’ τούς αρχιασφαλίτες, τήν επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε τώρα ουσιαστικά να κουνηθεί : Θα τήν παρακολουθούσαν συνεχώς. Θα ήταν όμως μαζί με τούς άλλους στο καμίνι τής κόλασης κι αυτή, κι αυτό τής έφτανε. (Νόμιζα ότι τελειώσαμε : και ξαφνικά προσθέτει :  Πάντως δεν κάτσαμε και τελείως στ’ αυγά μας (προσέξτε τόν πληθυντικό : ) (έχει η γραμματική ηθική ; Έχει.) : κάτι λίγο κάναμε πάλι. Τί κάνατε δηλαδή, ρωτάω κατάπληκτη : Δεν απαντάει, κουνάει τό χέρι της μ’ εκείνην τήν ίδια κίνηση τέλους όπως και στ’ άλλα : δεν θα μού πει :

   Εδώ, είναι η Κίττυ Αρσένη ολόκληρη : εδώ που δεν καλύπτει απλώς, δεν φυλάει απλώς τά όπλα της για τό (φριχτό και πιθανό, – στην ελλάδα βρισκόμαστε) μέλλον : εδώ είναι η Άνθρωπος που συχαίνεται, αποκλείει, απορρίπτει από τή ζωή της τόν αυτοέπαινο τήν αυτοπροβολή τήν αυτοδιαφήμιση τήν αναρρίχηση, εν ολίγοις τή φτήνεια : η άνθρωπος που είχε αδελφό εν ενεργεία τσάρο οικονομίας και κανείς δεν τό ’ξερε κανείς δεν τό φανταζόταν : η Κίττυ τής αξιοπρέπειας και στα μικρότερα, αυτής τής ηθικής ιδιότητας που περπατάει στην αγορά μαστιγωνόμενη γελοιοποιούμενη εξαφανιζόμενη και τελικά σήμερα δολοφονούμενη.

 

   τελευταίο μου κτέρισμα για τόν σημερινό της τάφο, κάτι εικαστικά ανάλαφρο :

   Όσοι έχετε διαβάσει τό βιβλίο της, ξέρετε για τήν περίφημη χοντρή συγκρατούμενη Ρούλα, και τό πώς μπλοκάριζε στην κυριολεξία τούς ασφαλίτες με τήν υποκριτική και τό θέατρο που ’παιζε συνεχώς, μέσα στην απομόνωση και μέσα στ’ ανακριτικά γραφεία ( : η Κίττυ καθώς τά διηγείται, μπορείς να διακρίνεις ότι έχει κι έναν καθαρά επαγγελματικό θαυμασμό για τήν υποκριτική τής λαϊκής κοπέλας) : εδώ όμως πρωταγωνιστεί τό «μαύρο τού σπίρτου» που είπα στην αρχή :

   τά σπίρτα στην απομόνωση μετατρέπονταν σε γραφική ύλη, αφού δηλαδή τά ανάψεις, και τά μεταστοιχειώσεις σ’ ένα μικρό λεπτό καρβουνάκι, με τό οποίο θα γράψεις σ’ ό,τι χαρτί εξοικονομήσεις, και θα τό κρύψεις με κάποιο τρόπο κάπου, και θα τό στείλεις στους «έξω» ως μήνυμα (με τόν τρόπο που είπαμε ότι δεν μάς αποκαλύφθηκε). Η Κίττυ είχε ιδιαίτερο κέφι στην διάρκεια τής συνέντευξης τήν ώρα που αφηγούνταν λοιπόν τό μάθημα που πήρε από αυτήν τήν περίφημη Ρούλα ως προς εξοικονόμηση διάρκειας και μεγέθους σ’ αυτήν τήν πολύτιμη φυλακισμένη γραφική ύλη : «Έτσι τό ανάβεις και έτσι τό κρατάς, μού είπε διδακτικά η Ρούλα» (μού είπε η Κίττυ, και ψάχνει να βρει τώρα στο σπίτι ένα κουτί σπίρτα : για να μού δείξει : και παίρνει τό σπίρτο και τό ανάβει, και τό γυρίζει κάθετα ώστε να μη σβήσει γρήγορα αλλά να κάψει όσο γίνετα πιο κάτω τό ξύλο του : Ανάβει ένα και τό κοιτάει να καίγεται ώς τά κάτω, σχεδόν ώς τά δάχτυλά της : βλέπεις ; μού λέει. Κι ανάβει κι άλλο, κι άλλο : Κοιτάει τίς φλόγες με αγάπη. Βλέπεις ; μού λέει.)

   Κοιτάει τίς φλόγες και τούς χαμογελάει.

   Ύστερα μού λέει κοιτώντας ίσια μπροστά : Όποτε και να κοιτάξω σπίρτα, όποτε και να πιάσω σπίρτα στα χέρια μου, από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην σκεφτώ και να μη δω μπροστά μου τή Ρούλα.

 

   (Ξανασυναντηθήκατε ποτέ ; τή ρώτησα. «Μια φορά, στις αρχές τής μεταπολίτευσης, συναντηθήκαμε όρθιες κι οι δυο σ’ ένα λεωφορείο μέσα, μού είπε : Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Καταλαβαίνεις. Μετά τήν έχασα»).

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Απρίλιος 20, 2013

μικρό μουσικό αφιέρωμα σε όσους σκότωσε η τελευταία ελληνική δικτατορία

.

.

.

.

.

shostakovich, symphony #11, opus 103, adagio in memoriam

.

.

britten, russian funeral for brass and percussion

.

.

μπρίττεν ρωσικό πένθιμο εμβατήριο

.

.

ρώσικο δημοτικό
вы жертвою пали you fell victims, funeral march with lyrics

.

.

επέσατε θύματα ελληνική παραλλαγή

.

.

2η ελληνική παραλλαγή

.

.

3η ελληνική παραλλαγή

.

.

8ο λύκειο καλλιθέας 1992

.

.

γ΄ γενικό λύκειο αρκαλοχωρίου 2012

.

.

ελληνική παραλλαγή για πιάνο, πρόβα

.

.

.

.

.

οι φωτογραφίες τού κολάζ : ο βασανιστής θεοφιλογιαννάκος από τό εδώλιο τού κατηγορουμένου απειλεί θύματά του που καταθέτουν εναντίον του στις δίκες τής μεταπολίτευσης / ο δικτάτορας παπαδόπουλος / οι σημερινοί οπαδοί του στην βουλή

.

.

.

.

.

 

 

Νοέμβριος 16, 2012

ποσότητες και ποιότητες : η πρώτη διαδήλωση { ξανά }

.
.
.
.
  
.

αναπαράγω (προσαρμόζοντας) παλιότερο ποστ (που είχε μέσα του και πολλά άλλα τότε και) που θέλω σήμερα να υπάρχει μόνο του – διότι έχει και μια εκ νέου επικαιρότητα αιφνιδίως – τώρα που συζητούνται γενικώς και διάφορες πραγματικότητες και αριθμοί, ιδεών, πραγμάτων, θανάτων

.

   τρεις μήνες μετά τήν εγκαθίδρυση τής δικτατορίας, τόν αύγουστο τού ’67 κι ενώ δεν είχαν ακόμα στεγνώσει τά αίματα από τίς δολοφονίες στον ιππόδρομο, και ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει οι εξορίες οι συλλήψεις και τά βασανιστήρια, δεκαπέντε άνθρωποι αποφάσισαν να κάνουν μια διαδήλωση, τήν πρώτη διαδήλωση κατά τής χούντας, στην οδό ερμού

   βέβαια η μεθοδική αποδομητική αρλουμπολογία τών χρόνων τής μεταπολίτευσης έχει κατορθώσει ώστε, από καιρό, ό,τι έγινε γενικώς κάποτε από λίγους ωφελώντας τούς πολλούς να καταδικάζεται πλέον ως συζητήσιμο ιδιοτελές ανώφελο ει μη και α/νόητο («σιγά τή διαδήλωση τών δέκα ατόμων» ειπώθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή σχετικά – αυτή ήταν και η αφορμή που είχε πυροδοτήσει τήν αρχική μου ανάρτηση) (δεν φταίνε βέβαια κι αυτοί : ποτέ δεν αμφέβαλλε κανένας έχων σώας τάς φρένας άνθρωπος ότι (όπως έλεγε κι ένα πανώ, εντελώς αριστερίστικο, στην πορεία για τήν πρώτη επέτειο τού πολυτεχνείου) : «δεν έγινε ο νοέμβρης για τόν καραμανλή» – και (για να πολυλογήσω λίγο ακόμα) καμιά κατάληψη δεν έγινε, και καμιά διαδήλωση ελαχίστων αναρχοκομμουνιστών δεν έγινε τότε για τά μούτρα αυτών που τώρα μετράνε με τό υποδεκάμετρο απ’ τούς θώκους τής τηλεδημοσιολογίας ή από τά ναζιστικά τους σπήλαια, τί έγινε ή τί δεν έγινε, και γιατί : ανάπηρη ήτανε η δημοκρατία τής μεταπολίτευσης από τήν αρχή της – άλλο αν αυτή έχουμε μ’ αυτήν βαδίζουμε και μ’ αυτήν (προσπαθούμε τώρα να) επιζήσουμε –  

   αναπαράγω τήν ιστορία, όπως μού τήν είχαν πει κάποια παιδιά που είχαν πάρει μέρος σ’ εκείνη τήν διαδήλωση, τώρα από μνήμης κι όπως τή θυμάμαι :

   (θα ξέρετε βέβαια ότι βασικός κανόνας μιας ομαδικής εκδήλωσης σε συνθήκες παρανομίας είναι να έρχονται όλοι από διαφορετικά μέρη και τήν ορισμένη μόνο ώρα να συναντιώνται – έτσι ώστε να σχηματιστεί εντελώς αιφνίδια η διαδήλωση, να κρατήσει όσο περίπου έχει προγραμματιστεί (μιλάμε για μερικά λεπτά, πολλές φορές και δευτερόλεπτα μόνο) κι ύστερα να διαλυθούν όλοι στα εξ ων συνετέθησαν, άλλος από δω κι άλλος από κει τρέχοντας –

   η ερμού είχε επιλεγεί ως δρόμος εμπορικός πολυσύχναστος και η ώρα θα ήταν τότε που κλείναν τά μαγαζιά, για να υπάρχει περισσότερος κόσμος στον δρόμο. Επικεφαλής τού όλου πράγματος ήταν ο εργάτης τότε και μετέπειτα σκηνοθέτης σωτήρης αναστασιάδης. Ήταν όλοι αγόρια αλλά θα υπήρχε και μια κοπέλα μπερδεμένη με τόν κόσμο στο πεζοδρόμιο να μαγνητοφωνεί τούς ήχους – αργότερα είχε προγραμματιστεί η κασέτα να σταλεί στο εξωτερικό – κάποιο λάθος έγινε στην παράνομη μεταφορά της κι η μαγνητοταινία χάθηκε, δεν υπάρχει σήμερα – ούτε ποτέ στο εξωτερικό πήγε)

   η βασική σκέψη λοιπόν ήτανε, όταν συναντηθούν, και μπουν στη μέση τού δρόμου, και πριν ακόμα αρχίσουν να φωνάζουνε, να σταθούν αραιά, πολύ αραιά μεταξύ τους, έτσι ώστε να φαίνονται κάπως πιο πολλοί. (Δεκαπέντε είχανε συνεννοηθεί να πάνε, έντεκα πήγανε.) Αυτό είναι τό σημείο που μ’ αρέσει κιόλας πιο πολύ από τήν όλη αφήγηση – τό έχω ακούσει από τρεις διαφορετικές μεριές :

   «Ενώ είχαμε πει να σταθούμε αραιά για να φαινόμαστε πολλοί, μόλις ξεκινήσαμε τά «κάτω η δικτατορία» και τά «δημοκρατία δημοκρατία» κολλήσαμε ο ένας πάνω στον άλλον γίναμε ένα πράγμα, κολλήσαμε τίς πλάτες μας τά χέρια μας τά κεφάλια μας, γίναμε ένας μπόγος ζαρωθήκαμε φωνάζαμε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, είχαμε γίνει ένα πράγμα και προχωράγαμε έτσι όλοι κολλημένοι σα σιαμαίοι, ούτε σχέδια ούτε τίποτα δεν πιάσανε»

   γελάνε τώρα όταν τό λένε. Γελάνε όλοι όταν τό θυμούνται πώς κόλλησαν ο ένας πάνω στον άλλον. Πήγαν όλα τά σχέδια στράφι. Μια τελεία στη μέση τού δρόμου έγιναν

   ποιές ήταν οι αντιδράσεις τού κόσμου ; τί έγραψε τό κασετόφωνο ;

   «Δεν βλέπαμε εμείς τίποτα. Ακούσαμε κάνα–δυο αντρικές φωνές όμως που ψιθυρίσανε δίπλα κάτι σαν «μπράβο παιδιά μπράβο ρε μάγκες μπράβο λεβέντες» πολύ χαμηλόφωνα στο πλάϊ μας, κι η κοπέλα μάς είπε αργότερα απ’ τό πεζοδρόμιο ότι άκουσε κι αυτή μερικούς ανθρώπους που ψιθύρισαν τέτοια – και μερικές φωνές (γυναικείες αυτές) έκπληξης : κοίτα κοίτα κοίτα. Αλλά διαλυθήκαμε πολύ γρήγορα. Είχαμε ορίσει ο καθένας προς ποιον παράδρομο τής ερμού θα τρέξει. Εν τούτοις βρέθηκε και κάποιος καθεστωτικός ανάμεσά τους εκείνη τήν ώρα στην ερμού και όρμησε κι έπιασε έναν από μάς και τόν έριξε κάτω στο πεζοδρόμιο τήν ώρα που διαλυόμαστε. Γύρισε πίσω ο γιάννης που τό πήρε χαμπάρι, έπαιξε ξύλο με τόν χαφιέ, ελευθέρωσε τόν κώστα και τρέξαν μετά κι αυτοί κι εξαφανίστηκαν, τρέξαμε όλοι, δεν έπιασαν κανέναν μας τότε. Μόνο αυτός που είχε οριστεί να πάρει τήν ταινία από τήν κοπέλα να τήν στείλει έξω, τήν έχασε, κάτι έγινε, και δεν τήν έστειλε – χάθηκε η κασέτα»

.
.
.

   ο σωτήρης αναστασιάδης ήταν ένας γλυκός λεπτός ψηλός, πολύ όμορφος άντρας μ’ ένα αναρχοσκουφί στο κεφάλι, σκηνοθέτης κυρίως σε ντοκυμαντέρ, που προσωπικά τόν γνώρισα πολύ λίγο, προς τό τέλος, και μού είχε υποσχεθεί με κείνο τό γεμάτο κατανόηση χαμόγελό του να μέ βοηθήσει σ’ ένα ντοκυμαντέρ που ήθελα να κάνω. Είχα τή φιλοδοξία να τούς ξαναφέρω όλους στην ερμού κάποια στιγμή να περπατήσουνε μιλώντας για άσχετα πράγματα σ’ εκείνο τό σημείο, μεγάλοι τώρα, και λίγοι μόνο τώρα όντως πια, αυτοί η μια φορά κι έναν καιρό τεράστια διαδήλωση

   η γυναίκα του κι η κόρη του πέρασαν και μια περιπέτεια καφκικής εμπνεύσεως μετά τόν θάνατό του όταν μπήκε η – δημοκρατική τώρα – ασφάλεια σπίτι του να τόν (ξανα)συλλάβει – μετά θάνατον –. Ο κώστας αγαπίου στην δίκη τού έλα δεν χρησιμοποίησε ούτε μια φορά τήν αντιδικτατορική του δράση ως άλλοθι για τήν αντιμεταπολιτευτική. Τήν σκέψη του αυτή οφείλουμε να τήν σεβαστούμε όσο κι αν συμφωνούμε ή δεν συμφωνούμε με τίς άλλες σκέψεις του. Οι άλλοι, όσοι και όσο επέζησαν, είναι καλά. Η ταινία δεν θα γίνει ποτέ. Ο σωτήρης βρίσκεται στο πρώτο.

.
.
.
.
.

περισσότερα για τή διαδήλωση εκείνη γενικά, και για τόν σωτήρη αναστασιάδη ειδικότερα, διαβάζετε εδώ και (μαζί με άλλα γοητευτικά) εδώ | εδώ για τόν κώστα αγαπίου τόν παρ’ ολίγον τότε συλληφθέντα | πηγές φωτογραφιών : εδώ και εδώ | η άλλη ανάρτηση

.
.
.
.
.
.

Σεπτεμβρίου 19, 2012

κώστας γεωργάκης, ένα γράμμα ένας συνειρμός

. 

.

.

.

.

«…ο γιος σου δεν είναι ήρωας

είναι ένας άνθρωπος όπως οι άλλοι, ίσως με λίγο φόβο παραπάνω

μετά από τρία χρόνια βίας δεν αντέχω άλλο…»

.

.

.

.

.

να προσέχουν λοιπόν οι αγανακτισμένοι με τά ξένα μαύρα παιδιά γονείς τήν ψήφο και τά λόγια τους, γιατί αν ανέβη για τά καλά ο μιχαλολιάκος, κάποιο δικό τους άσπρο παιδί θα πυρποληθεί και πάλι που δεν θα είναι ήρωας και θα φοβάται ίσως περισσότερο απ’ όλους

.

.

.

.

.

 φωτογραφία νίκου κούρκουλου (οι κήποι τόν ευχαριστούν θερμά)

.

.

.

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: