σημειωματαριο κηπων

14 Ιουνίου 2021

μιλώντας με την κίττυ αρσένη (η τελευταία της συνέντευξη)

.

.

.

.

η ιστορία των αρνήσεων περνάει ξανά στα υπόγεια, της ιστορίας

στην επιφάνεια αναδύεται χαμογελαστή η θετικότητα, η λάσπη κι η γλίτσα μιας θάλασσας από απέραντα και χαμογελαστά «ναι»

δεχόμαστε την αυταρχία πια σαν δώρο

η αέναη θετικότητα μάς έχει πνίξει αλλά δεν το ξέρουμε – ακόμα –

οτιδήποτε αντιστέκεται, και αντιστάθηκε, μάς φαίνεται ότι έχει να κάνει με τον τρωικό πόλεμο

μασκοφόροι τής υγείας μας, και της επιβίωσής μας, έχουμε σβήσει από τη μνήμη μας την όντως ζωή

δεν είναι τής μόδας η μνήμη, το ξέρουμε ή το φανταζόμαστε ή το υποψιαζόμαστε

αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία συνέντευξη που έδωσε η κίττυ αρσένη

την τρίτη στις 25 του ιουλίου του 2006

στο σπίτι της στο κέντρο μιας πολύ καλοκαιρινής αθήνας / η συνέντευξη δεν συνεχίστηκε, όπως υπολογιζόταν εκείνον τον χρόνο

και κάθε συνέχεια ματαιώθηκε οριστικά

με τον θάνατο που όρμησε στη σκηνή τον σεπτέμβριο τού 2013 /

πήρα τη συνέντευξη ελπίζοντας να την ανεβάσω σύντομα (στο γιουτούμπ, για αρχή) αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο :

κι έτσι έχει, σίγουρα, ένα νόημα πάνω από την απλή ενημέρωση, το ότι μέσα σ’ αυτές τις άθλιες κι αμνήμονες και θλιβερές συνθήκες, μού ήρθε ξαφνικά η βοήθεια για την ανάσυρση αυτής της φωτεινής εικόνας, κι αυτής της συζήτησης ( : δηλαδή ουσιαστικά ενός λαμπερού μονόλογου)

γιατί δεν ήξερα (και δεν ξέρω, και μάλλον δεν θα μάθω ποτέ) τα συναφή τεχνικά : ο άνθρωπος που έδωσε τον χρόνο του, και τις γνώσεις του, και όλα τα ταλέντα του και τις ευαισθησίες του (για να μονταριστεί από τα μικρά dvd στα οποία είχε αρχικά γραφτεί αυτή η συνέντευξη) είναι ο αιφνίδιος φίλος από το φέϊσμπουκ (χρησιμεύει σε πολλά το φέϊσμπουκ) αλέξανδρος αγγελάκης στου οποίου το γιουτουμπικό «κανάλι» ανήλθε και το βίντεο.

παραθέτω συνοπτικά τα περιεχόμενα, όπως πολύ ωραία πέρασαν τα περισσότερα σε υπότιτλους :

00:05 – Παιδικά χρόνια στην κύμη, το αγοροκόριτσο, παιχνίδια στον δρόμο

κατοχή, οι τέσσερις σκοτωμένοι αντάρτες, «ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκα κατέβηκε από το βουνό πάνω στ’ άλογο»

«στον εμφύλιο οι γυναίκες που είχανε μπει στο αντάρτικο διαπομπεύτηκαν, τις κουρέψανε»

ζάκυνθος, η καθωσπρέπει νοοτροπία, «δεν τα πήγα καλά»

πρώτη γνωριμία με το θέατρο, ο θάνατος τού πατέρα

αθήνα, η φτώχεια, ο εμφύλιος, γυμνάσιο στο αρσάκειο («αντιπαθέστατο»)

δυο αγάπες : το θέατρο και το γράψιμο / στη σχολή του εθνικού, στη σχολή του κουν

27:03 – Η σύλληψη

27:58 – Μετά τη σύλληψη, βοήθεια από συναδέλφους, στο ραδιόφωνο με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της, η Ρούλα, ο Γιάνοσικ

36:25 – Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο

τα ονόματα : όταν μπεις στην ασφάλεια βουλώνεις το στόμα σου αλλά φωνάζεις τ’ όνομά σου

η ρούλα («μήπως εγώ φοβάμαι το ξύλο, ο πατέρας μου μ’ έδενε στο δέντρο για να με μαστιγώσει»)

η ρούλα και τα σπίρτα

η πρώτη μαρτυρία για βασανιστήρια στο συμβούλιο ευρώπης, πέντε ώρες κατάθεση

η τόνια μαρκετάκη και μια ακριβής καταγραφή

παρίσι και μάης τού ’68

επιστροφή στην ελλάδα μέσα στην δικτατορία

μάλλιος : «επί τρεις γενεές θα πληρώνεις»

ειρήνη λεβίδου – «βρήκα δουλειά στο βιβλιοπωλείο της»

«κάτι κάναμε και τότε»

«η κατάσταση αυτή δεν εκφράζεται με κάποια πράγματα που έχουμε συνηθίσει σε μια κανονική ζωή»

δολοφονία μάλλιου, «σκατα» «εκείνον τον καιρό αν είχα εγώ όπλο θα τον σκότωνα η ίδια.»

αλλά θυμίζω και μερικά συνοπτικά «περιεχόμενα» που είχα αναρτήσει εδωμέσα, όταν ακόμα δεν μπορούσα να δείξω (παρά μόνο να μιλάω για) το υλικό αυτό :

«Με τό ίδιο πεισματωμένο γελάκι, ενώ μού αφηγείται στη συνέντευξη πλήθος πράγματα, δεν δέχεται να πει τόν τρόπο με τόν οποίο βγήκε, μετά τά βασανιστήρια και τή φυλακή “έξω”

( : για να καταθέσει στο συμβούλιο τής ευρώπης : εκείνη η κατάθεση για τά βασανιστήρια ήταν η αρχή τού τέλους για τούς “τίμιους αξιωματικούς” τής χούντας, ακολούθησαν κι άλλες, τής φίλης της νατάσας (μερτίκα), τού επίσης ηθοποιού περικλή κοροβέση, τού “λόγω καταγωγής υπεράνω υποψίας” γιάννη λελούδα – όμως η κατάθεση τής Κίττυς ήταν ένα απίστευτο χαστούκι στα τέρατα, γιατί ήτανε η πρώτη φορά που έφτανε στην υπόλοιπη ευρώπη μια φωνή “από πρώτο χέρι” για τήν κτηνωδία τού καθεστώτος τών “τίμιων ελλήνων εθνικιστών”) :

Πώς ταξίδεψες έξω, τής λέω

(ο ενικός οφειλότανε σ’ εκείνην : δεν γνωριζόμαστε από παλιά, στην αρχή δεν γνωριζόμαστε καθόλου, αλλά πολύ σύντομα εκείνη επέβαλε ενικό)

Πώς βγήκες έξω, με τό τραίνο να υποθέσω ; τής λέω.

Μέ κοιτάει με τό αυστηρό της ύφος – τό πιο αξιαγάπητο αυστηρό ύφος τού κόσμου : Αυτό, δεν θα σ’ τό πώ, μού λέει, και κάνει μια κίνηση με τό χέρι σαν κάτι να κλείνει ( : Τά ίδια συμφραζόμενα πάλι : “μπορεί να ξαναχρειαστεί και σε άλλους στο μέλλον” εννοεί – και δεν έχει σκάσει μύτη ακόμα η συμμορία τών νεοχουνταίων με τό εκατομμύριο ψήφους.)

παρόμοια (αλλά όχι και ακριβώς ίδια) ήταν όμως η σιωπή της και όταν εξηγούσε τό γιατί γύρισε από τήν δυτική ευρώπη μέσα στη χούντα ξανά στην ελλάδα : (Αυτό τό κομμάτι τού θάρρους της είναι που μού φαίνεται πραγματικά απίστευτο : )

Λέει διάφορα, για τό πώς τήν υποδέχτηκε η ασφάλεια από τ’ αεροδρόμιο κιόλας, τί τής είπαν οι μάλλιοι–μπαμπάληδες, πώς τήν απείλησαν (ήταν δύσκολο λίγο να τήν αγγίξουν πάλι, και τό ξέρανε αλλά οι απειλές, απειλές.)

Μού εξηγεί, σαν παιδάκι που θέλει να προλάβει να μην τό μαλώσουν οι μεγάλοι : μπορούσα να μείνω στη γαλλία, να κάνω εκεί καριέρα, τό σκέφτηκα και τό προσπάθησα στην αρχή : αλλά σιγά–σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσα : δεν μπορούσα να ’μαι εγώ καλά, κι αυτοί εκειμέσα, στην κόλαση. Ήθελα  να ’μαι κι εγώ μαζί τους –

Συνεχίζει για λίγο έτσι τήν αφήγηση : Τίς απειλές απ’ τούς αρχιασφαλίτες, τήν επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε τώρα ουσιαστικά να κουνηθεί : Θα τήν παρακολουθούσαν συνεχώς. Θα ήταν όμως μαζί με τούς άλλους στο καμίνι τής κόλασης κι αυτή, κι αυτό τής έφτανε.

(Νόμιζα ότι τελειώσαμε : και ξαφνικά προσθέτει :  Πάντως δεν κάτσαμε και τελείως στ’ αυγά μας (προσέξτε τόν πληθυντικό : ) (έχει η γραμματική ηθική ; Έχει.) : κάτι λίγο κάναμε πάλι. Τί κάνατε δηλαδή, ρωτάω κατάπληκτη : Δεν απαντάει, κουνάει τό χέρι της μ’ εκείνην τήν ίδια κίνηση τέλους όπως και στ’ άλλα : δεν θα μού πει :

Εδώ, είναι η Κίττυ Αρσένη ολόκληρη : εδώ που δεν καλύπτει απλώς, δεν φυλάει απλώς τά όπλα της για τό (φριχτό και πιθανό, – στην ελλάδα βρισκόμαστε) μέλλον :

εδώ είναι η Άνθρωπος που συχαίνεται, αποκλείει, απορρίπτει από τή ζωή της τόν αυτοέπαινο τήν αυτοπροβολή τήν αυτοδιαφήμιση τήν αναρρίχηση, εν ολίγοις τή φτήνεια : η άνθρωπος που είχε αδελφό εν ενεργεία τσάρο οικονομίας και κανείς δεν τό ’ξερε κανείς δεν τό φανταζόταν : η Κίττυ τής αξιοπρέπειας και στα μικρότερα, αυτής τής ηθικής ιδιότητας που περπατάει στην αγορά μαστιγωνόμενη γελοιοποιούμενη εξαφανιζόμενη και τελικά σήμερα δολοφονούμενη.

τελευταίο κάτι, εικαστικά σχεδόν, ανάλαφρο :

όσοι έχετε διαβάσει τό βιβλίο της, ξέρετε για τήν περίφημη χοντρή συγκρατούμενη Ρούλα, και τό πώς μπλοκάριζε στην κυριολεξία τούς ασφαλίτες με τήν υποκριτική και τό θέατρο που ’παιζε συνεχώς, μέσα στην απομόνωση και μέσα στ’ ανακριτικά γραφεία ( : η Κίττυ καθώς τά διηγείται, μπορείς να διακρίνεις ότι έχει κι έναν καθαρά επαγγελματικό θαυμασμό για τήν υποκριτική τής λαϊκής κοπέλας) :

πρωταγωνιστεί όμως, κυρίως, εδώ, τό “μαύρο τού σπίρτου” :

τά σπίρτα στην απομόνωση μετατρέπονταν σε γραφική ύλη, αφού δηλαδή τά ανάψεις, και τά μεταστοιχειώσεις σ’ ένα μικρό λεπτό καρβουνάκι, με τό οποίο θα γράψεις σ’ ό,τι χαρτί εξοικονομήσεις, και θα τό κρύψεις με κάποιο τρόπο κάπου, και θα τό στείλεις στους “έξω” ως μήνυμα

η Κίττυ είχε ιδιαίτερο κέφι στην διάρκεια τής συνέντευξης τήν ώρα που αφηγούνταν λοιπόν τό μάθημα που πήρε από αυτήν τήν περίφημη Ρούλα ως προς εξοικονόμηση διάρκειας και μεγέθους σ’ αυτήν τήν πολύτιμη φυλακισμένη γραφική ύλη : “Έτσι τό ανάβεις και έτσι τό κρατάς, μού είπε διδακτικά η Ρούλα” (μού είπε η Κίττυ, και ψάχνει να βρει τώρα στο σπίτι ένα κουτί σπίρτα : για να μού δείξει : και παίρνει τό σπίρτο και τό ανάβει, και τό γυρίζει κάθετα ώστε να μη σβήσει γρήγορα αλλά να κάψει όσο γίνετα πιο κάτω τό ξύλο του : Ανάβει ένα και τό κοιτάει να καίγεται ώς τά κάτω, σχεδόν ώς τά δάχτυλά της : βλέπεις ; μού λέει. Κι ανάβει κι άλλο, κι άλλο : Κοιτάει τίς φλόγες με αγάπη. Βλέπεις ; μού λέει.)

κοιτάει τίς φλόγες και τούς χαμογελάει.

ύστερα μού λέει κοιτώντας ίσια μπροστά : Όποτε και να κοιτάξω σπίρτα, όποτε και να πιάσω σπίρτα στα χέρια μου, από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην σκεφτώ και να μη δω μπροστά μου τή Ρούλα.

(Ξανασυναντηθήκατε ποτέ ; τή ρώτησα. “Μια φορά, στις αρχές τής μεταπολίτευσης, συναντηθήκαμε όρθιες κι οι δυο σ’ ένα λεωφορείο μέσα, μού είπε : Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Καταλαβαίνεις. Μετά τήν έχασα”).»

.

.

.

.

.

.

. . . . . . ………………………………………………………. ………………………..άλλα για την κίττυ αρσένη : «κίττυ αρσένη, marginalia», «οδός κίττυς αρσένη»

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: