σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 8, 2015

χέρμπερτ μαρκούζε – ή η επανάσταση στον παράδεισο / τό βίντεο «herbert’s hippopotamus» και μια μεταγραφή του /

 

 

 

 

 

το περιφημο (τωρα πια) αυτο βιντεακι, διαρκειας κατι παραπανω απο μια ωρα, φιλοδοξησε με τα λιγοστα μεσα που ειχε τοτε στη διαθεση του ο σκηνοθετης του (φοιτητης ακομα) να εξερευνησει τη ζωη του χερμπερτ μαρκουζε στην καλιφορνια (ζωη επικινδυνη, απ’ την οποια δεν ελειψαν και οι απειλες για δολοφονια του (σε σημειο που οι φοιτητες ειχαν οργανωσει βάρδιες μερα–νυχτα γυρω απο το μικρο του σπιτι) – και δεν ελειψε καν ο (μετεπειτα παγκοσμιως δυστυχως γνωστος) ροναλντ ρηγκαν (τοτε κυβερνητης της καλιφορνιας) που του εκανε την τιμη να του επιτεθει προσωπικα (ειναι απολαυστικα τα αποσπασματα που δειχνουν εναν ρηγκαν ηπιως εξωφρενων και αποβλακωμενο, που δεν καταλαβαινει καν περι τινος ακριβως προκειται)

η ταινια εγινε το 1996 απo τoν paul alexander juutilainen και εξεταζει τη ζωη του μαρκουζε στο πανεπιστημιο τού σαν ντιεγκο, την κρισιμη (κυριως) διετια 1968–1969 : περιλαμβανονται σκηνες απο επικαιρα τής εποχης, συνεντευξεις, το ξεσαλωμα των εφημεριδων και του στρατου εναντιον του μαρκουζε (ωραιες σκηνες : μελη της «αμερικανικής λεγεωνας» να περιερχονται την πολη μαζευοντας υπογραφες για την απολυση του απο το πανεπιστημιο) – και συζητιεται επισης η συναντηση τοτε της κριτικης θεωριας με τα προβληματα του τριτου κοσμου, το φεμινιστικο κινημα, και το (σε μεγαλη εξαρση τοτε – δυστυχως μόνο τοτε –) αντιπολεμικο κινημα.

στη διαδικτυακη σελιδα τού χερμπερτ μαρκουζε, ο χαρολντ (εγγονος του απο την πρωτη του γυναικα (ο μαρκουζε παντρευτηκε τρεις φορες αλλά ειχε μόνο εναν γιο τον πέτερ απο τον πρωτο του γαμο με τη μαθηματικο sophie wertman που πεθανε το 1951)) ο οποίος την εφτιαξε και την επιμελειται, γραφει :

« εχω κανει μια περιληψη αυτης της ταινιας (που διαρκει μια ωρα και 9 λεπτα) ωστε αν θελετε μπορειτε να τη χρησιμοποιειτε σαν οδηγο, για το ποια κομματια να ξαναδειτε – και τη χωριζω σε 6 μερη ως εξης :

Ι – μαης τού ’68 – ο μαρκουζε γινεται ο συμβολικος ηγετης τών κινηματων διαμαρτυριας στον κοσμο

ΙΙ – ο χερμπερτ σαν ανθρωπος και σα δασκαλος

ΙΙΙ – οι προσπαθειες να τον απομονωσουν και να τον φοβισουν

IV – η χρηση βίας, η αποφαση να τον ξεφορτωθουν

V – η δικη της αντζελας (νταιηβις), και σχετικα με την κοινωνικη ανυπακοη

VI – η επομενη μερα, και η κληρονομια που μας αφησε »

(απο την αρχικη ταινια, στο βιντεο (αναφερει ο χαρολντ οτι) λειπουν λιγα λεπτα απ’ το τελος, εξαιτιας τεχνικων προβληματων)

εδω η σελιδα, με την εκτενη περιληψη – αν και η χρονομετρηση δεν συμπιπτει με αυτο που βλεπω εγω

 

…………………..

 

ειχα αποφασισει λοιπον να μεταφρασω καποια απ’ οσα περιλαμβανει ο λεπτομερης αυτος καταλογος περιεχομενων – αλλά οταν ξαναδα το βιντεο και εκανα μια συγκριση ειδα οτι δεν υπαρχει απολυτη αντιστοιχια μ’ αυτα που γραφει (ισως ο εγγονος μαρκουζε ειχε υποψη του καποια αλλη βερσιον (αναφερει, αν δειτε, αρκετες)) και ετσι παραθετω απλως μια γενικη επισκοπηση (μπορει βεβαια να καταφερω καποτε να το υποτιτλισω το βιντεο (τοτε δλδ που θ’ ανεβασω και κατι άλλα, δικης μου κοπής που τα εχω και περιμενουν))

 

……………………

 

καταρχην ομως ας κανω μια γενικη διακηρυξη αρχων : δεν πιστευω οτι ενας καλος φιλοσοφος γινεται καλυτερος αν συμμετεχει στους αγωνες στον δρομο, οπως δεν πιστευω κι οτι ενας που αγωνιζεται στους δρομους μετατρεπεται εξαυτου σε καλον (ή καθολου) φιλοσοφο – ο αντορνο, ας πουμε, αρνηθηκε να τρεξει στους δρομους (ειχε το σκεπτικο του – και το πληρωσε ακριβα (δλδ με τη ζωη του (τα ’χω πει καπου (και το λεω για οσες τα αγνοουν) – και εν παση περιπτωσει η αλληλογραφια μαρκουζε–αντορνο επι του θεματος ακριβως αυτου, υπαρχει ακομα, και αξιζει τον κοσμο να διαβαζεται – οχι για καναν άλλο λογο αλλά ακριβως επειδη τα επιχειρηματα και των δύο ειναι εξισου και πειστικα και χρησιμα)) αλλά ο αντορνο πεθανε με τραγικο τροπο, (ισως) επειδη οι φοιτητες του ειχαν καλομαθει με τον μαρκουζε να τρεχει – και μην ξεχναμε οτι ο τριτος (και γεννητορας) της παρεας μαξ χορκχαϊμερ ειχε διατυπωσει κατι πολυ καλο επ’ αυτου : « ποιος λεει οτι και η σκεψη δεν ειναι μια μορφη πραξης ; » – ακριβως. Με τον μαρκουζε εχουμε ομως μια εξαιρετικη κι ισως μοναδικη περιπτωση στη φιλοσοφια – ο μαρκουζε ειχε παρει μερος εξαλλου απο παλια, στα νιατα του, και στα οδοφραγματα της επαναστασης στη γερμανια – και αυτο δεν ειναι ουτε συγκρισιμο ουτε συνεκτιμαται, οταν μιλαμε για τη φιλοσοφια : ας το θεωρησουμε λοιπον απλως και ασυγκριτο, και ανεκτιμητο, και ας (τού) ειμαστε ευγνωμονες.

και μια που η κουβεντα γι’ αυτους τους δυο, ας προσθεσω και κατι (που δεν το ειδα στο βιντεο) : διαβαζοντας καποτε την «αλληλογραφια με τους γονεις» του αντορνο ειχα ανακαλυψει οτι ο ιπποποταμος ητανε αγαπημενο ζωο και για τον «τεντυ» – μαζι με την καμηλοπαρδαλη που αρεσε παρα πολυ στην «γκρετελ» – : ετσι οι συγγενειες φαινεται οτι (εξισου οπως και οι διαφορές) απλωνονταν μεγαλοθυμα αναμεσα στα μελη της κριτικης σχολης, και επεκτείνονταν αδιάκριτα μεχρι και τις μασκωτ τού καθενος

για οσους ενδιαφερονται, εδω ειναι το εξωφυλλο απο το βιβλιο, με εναν ιπποποταμο και μια καμηλοπαρδαλη, που σταλθηκαν (απο την αμερικη στους γονεις (του αντορνο)) υπο μορφην καρτας

 

………………………

 

[ και τωρα ακολουθει διπλοσεντονο – που, οσων τ’ αγγλικα ειναι καλυτερα απο τα δικα μου, δεν χρειαζεται να το διαβασουν – απ’ αυτους δεκτές ευχαριστως και διορθωσεις για λεξεις που τυχον μου ξεφυγανε ]

 

στην αρχη λοιπον ακουγεται διαμαρτυρόμενη η φωνη καποιου (αργοτερα αυτος ο καποιος θα εμφανιστει και δια ζωσης κι ετσι πληροφορουμαστε οτι ειναι αμερικανος λεγεωναριος) που κλαιγεται : «ειχαμε ταραχες στη ρωμη εμφανιστηκε ο μαρκουζε, γιναν μετα ταραχες στο παρισι, να ’σου κι ο μαρκουζε, γιναν φοιτητικες ταραχες στο βερολινο, να ’σου παλι κι ο μαρκουζε»

βλεπουμε την αντζελα νταιηβις να μιλαει λιγο για το γεγονος οτι ο μαρκουζε ηταν συνεχως παρων στο φοιτητικο κινημα

προβαλλονται σκηνες απο το παρισι τού ’68

ο καναδος φιλοσοφος andrew feenberg (που ειχε υπαρξει μαθητης του μαρκουζε) σχολιαζει πως ο μαρκουζε ειχε θεωρηθει ηθικος αυτουργος για τις ταραχες και βλεπουμε φωτογραφιες αρθρων με τιτλους που τον χαρακτηριζουν «ειδωλο των εξεγερμενων φοιτητων»
«υπηρξαν εφημεριδες που γραψανε οτι οι ταραχες ξεκινησανε εξαιτιας του βιβλιου “ο μονοδιαστατος ανθρωπος”»

ο μαρκουζε βιντεσκοπημενος σε συνεντευξη : «πιστευω οτι φταιει ακριβως η κοινωνια της αφθονιας για το γεγονος οτι βλεπουμε να υπαρχει αυτη η τρομαχτικη αισθηση δυσφοριας»

ο καθηγητης λογοτεχνιας fredric jameson θυμιζει οτι ο μαρκουζε συνομιλουσε με ανθρωπους της αμερικανικης κοινωνιας που θεωρουνταν επικινδυνοι, οπως τον h. rap brown (μαυρο ακτιβιστη και προεδρο τοτε της «συντονιστικης επιτροπης των φοιτητων για τη μη–βία» (και εν συνεχεια και επ’ ολιγον συνεργατη των μαυρων πανθηρων)) που ειχε πει το διαβοητο οτι «η βία ειναι τοσο αμερικάνικο προϊον οσο και η μηλοπιττα» και με κατι τετοια οι αμερικάνικες εφημεριδες ξεσαλωσαν πως «ο μαρκουζε καλει σε γενικη κατεδαφιση της αμερικανικης κοινωνιας»

μεσολαβουν αποσπασματα συνεντευξεων με τον τοτε πρυτανη της σχολης william mcGill, που θα μπλεκοταν χωρις να το θελει ο κακομοιρης με την υποθεση του μαρκουζε στο πανεπιστημιο

και βλεπουμε κεινον τον βετερανο της αμερικανικης λεγεωνας να κλαψουριζει οτι οπου γινεται ταραχη ή εξεγερση παγκοσμιως «νασου κι ο μαρκουζε» – η οργανωση των βετερανων κατοπιν αυτου αναλαμβανει την πρωτοβουλια να μαζεψει υπογραφες για την απομακρυνση του απο το πανεπιστημιο

ο πρυτανης αποκαλυπτει οτι η οργανωση των βετερανων (που ειχε μεγαλη δραση επι μακαρθισμου) τού εστειλε γραμμα προσφεροντας του 20 χιλιαδες δολλαρια για να αγορασει το συμβολαιο του μαρκουζε με τη σχολη ( : «μα δεν μπορεις να αγορασεις το συμβολαιο ενος καθηγητη… ουτε με επαγγελματιες ποδοσφαιστες δεν γινονται τετοια πραματα… και το πανεπιστημιο ειναι πιο σοβαρος χωρος στην κοινωνια…») – το θεμα περναει στις εφημεριδες

συζητησεις με τον συγγραφεα reinhard lettau, για τον μαρκουζε στην ευρωπη, τις διαφορές της ζωης στην αμερικη, μικρη ιστορια τού σαν ντιεγκο – συζητησεις με παλιους φοιτητες του

φραση του μαρκουζε απο το 1967 : «η εκπαιδευση σημερα οφειλει να ασχολειται και με το μυαλο και με το σωμα, να ενδιαφερεται και για τη λογικη και για τη φαντασια, να ικανοποιει τις αναγκες τοσο της νοησης οσο και των ενστικτων»

σκηνες απο διαλεξη τής αντζελας νταιηβις το 1991 στο χαρβαρντ σχετικα με την καταληψη τού γραφειου τού πρυτανη, ως διαμαρτυρια για τις δυσκολιες που συναντουσαν στη δημιουργια τού «κολλεγιου λουμούμπα / ζαπάτα» που σχεδίαζαν να φτιαξουν : «– Ηταν κι ο μαρκουζε κει ; – Φυσικα ! Ηταν ο πρωτος που ηρθε (στην καταληψη)» λεει η νταιηβις

στη διαρκεια της καταληψης εσπασε μια πορτα

αφηγειται ο πρυτανης mcGill : «ελαβα μια ωραια ημερα ενα γραμμα με μια επιταγη ανωνυμη, οπου καποιος πληρωνε για την αντικατασταση της σπασμενης πορτας»

αφηγηση πρωην φοιτητων του ( : του καθηγητη, πλεον, λογοτεχνιας carlos blanco και της γυναικας του iris) οτι τα λεφτα για την αποκατασταση της πορτας τα εβαλε ο μαρκουζε – συνεχιζουν αφηγουμενοι για τις διδακτικες πρακτικες του : «πρεπει να κανουμε σημερα πλατωνα – ναι να κανουμε πλατωνα – πρεπει ομως να διαβασουμε και τον φανόν –»

ο πρωην φοιτητης του peter zelin μιλαει για την αγαπη του μαρκουζε για τους ιπποποταμους – πρεπει να ’χε στο γραφειο του καμια τριανταρια πηλινα και πορσελανινα ιπποποταμακια, με διαφορα χρωματα και στασεις – «περιεργο ζωο» ελεγε, «εχει τον παραλογισμο ενσωματωμενο πανω του» – ελεγε επισης οτι ενσαρκωνει τις δυνατοτητες της ανθρωπινης φαντασιας : σε σχεση μαλιστα με το περιρρεον τοτε συνθημα τού γαλλικου μαη «αναζητειστε το αδυνατο» ο μαρκουζε ελεγε οτι ο ιπποποταμος ηταν η ζωντανη ενσαρκωση τού αδύνατου. Κι ελεγε επισης οτι οπως ο ιπποποταμος ενωνει την ξηρα με τη θαλασσα, επικοινωνοντας και με τα δυο, ετσι και το πανεπιστημιο επρεπε να ενωνει τον μεσα με τον εξω κοσμο, διαχεοντας τη γνωση.

ο πρωην φοιτητης του barry shapiro δειχνει το γραφειο τού μαρκουζε και τη θεα απο κει προς την υπολοιπη πανεπιστημιουπολη οπου γινονταν οι καθιστικες διαμαρτυριες εναντια στον πολεμο του βιετναμ, και θυμαται να βλεπει τον καθηγητη του κατω στο campus αυτο να μιλαει για τον πολεμο ( : «θελουν να μας κανουν συνεργους τους, σκοτωνουνε στο ονομα μας») (στο ενδιαμεσο βλεπουμε αστραπιαια τον μαρκουζε με την ντουντουκα να μιλαει στο campus)

σκηνες απο φοιτητικες διαδηλωσεις

ο μαρκουζε απανταει στον δρομο σε δημοσιογραφο που τον ρωταει αν οι ταραχες στο πανεπιστημιο βλαπτουν την εκπαιδευτικη κοινοτητα : «βία ασφαλως και δεν ασκουν οι φοιτητες, βία ασκουν οι νομοι που εναντιωνονται σ’ αυτα που προσπαθουν να προστατεψουν οι φοιτητες» «και αν αυτες οι, καταστρεπτικες δραστηριοτητες οπως λετε, εχουν σκοπο να σταματησουν τον πολεμο ειναι απολυτα δικαιωμενες.»

φοιτητης αυτοπυρπολειται διαμαρτυρομενος για τον πολεμο του βιετναμ

κι αλλες φοιτητικες διαδηλωσεις

ο ροναλντ ρηγκαν (κυβερνητης της καλιφορνιας) στελνει τον στρατο στο πανεπιστημιο (ο πρυτανης λεει : «φαινοταν ενας μοντερνος ανθρωπος, αλλά μου ’κανε εντυπωση που δεν ειχε καταλαβει τιποτα απ’ ο,τι συνεβαινε»)

ο ρηγκαν δινει συνεντευξη στο μπερκλεϋ – λεει στους φοιτητες οτι το πανεπιστημιο ειναι ιδιωτικη περιουσια. Ενας καθηγητης του λεει «πρεπει ν’ ακουσουμε ομως τούς φοιτητες». Ο ρηγκαν αποχωρει απο την αιθουσα.

ο πρυτανης αφηγειτα πως ο ρηγκαν του ειχε πει : «τούς ξερω καλα ολους αυτους τούς κουμουνιστες απο τοτε που ημουνα στο χολυγουντ» : «δεν καταλαβαινουν αυτοι παρα μόνο τη βία – ε, βία θα τούς δωσω κι εγω»

ο ρηγκαν στη συνεντευξη : «να διαπραγματευτω ; για τι πραγμα ; τι εννοεις να διαπραγματευτω ; »

ο shapiro για τον μαρκουζε και για την παντελη ελλειψη σεβασμου που τού εδειξε ο ρηγκαν («στο κατω–κατω ηταν μια προσωπικοτητα με διεθνες κυρος και δεν ηταν καν κομμουνιστης»)

η συνεντευξη του σπιρο αγκνιου στην τηλεοραση : «εχουμε εναν εξτρεμιστη καθηγητη που δηλητηριαζει στην κυριολεξια, εχει δηλητηριασει πολλα νεανικα μυαλα με μπουρδες», και : «οι νεοι να μαθαινουν να ’ναι παραγωγικοι ανθρωποι κι οχι να καθονται και να εξεταζουν τα κινητρα της ανθρωπινης υπαρξης.»

οι απειλες για τη ζωη του (αποκομματα εφημεριδων) – ο shapiro αφηγειται πώς οργάνωναν βάρδιες για να τον φυλανε στο σπιτι του – γιατι ηταν η εποχη της δολοφονιας τού malcolm x (τον απριλιο τού ’68) και τού ρομπερτ κεννεντυ (τον ιουνιο τού ’68) – και τον ιουλιο άρχισαν οι απειλες κατα της ζωης τού μαρκουζε

σκηνες επικαιρων απο τις δολοφονιες –

ο μαρκουζε φευγει απ’ το σαν ντιεγκο και μενει καπου στην κεντρικη καλιφορνια

μικρη αναδρομη στη σχολη της φραγκφουρτης – επισκεψη τού σκηνοθετη στο «ινστιτουτο κοινωνικων ερευνων» – τα διαβατηρια του μαρκουζε : το γερμανικο, το αμερικανικο, το διαβατηριο του εξόριστου και του μεταναστη

πισω στην αμερικη / τα απειλητικα σημειωματα : «στον αναρχικο αθεο δολοφονο που τον πληρωνει ο λαος της καλιφορνιας» «ο χιτλερ τελικα ειχε δικιο, ο χερμπερτ να ξεκουμπιστει στη ρωσια…» γραμμα απο την κου–κλουξ–κλαν : «βρωμερο γουρουνι κουμουνιστη» «σου μειναν 72 ωρες, ερχομαι να σε σκοτωσω» «ο μαρκουζε δινει στους νεους ναρκωτικα – σεξ εξεγερση και μαρξιστικη ιδεολογια»

η τελευταια σελιδα απο τον «μονοδιαστατο ανθρωπο», οπου το βιβλιο κλεινει με τη φραση τού μπενγιαμιν : «μόνο για λογαριασμο εκεινων που δεν εχουν καμια ελπιδα, ειναι που μια ελπιδα μας εχει δοθει.»

για τον μπενγιαμιν και την αυτοκτονια του

συντομο πλανο του μαρκουζε απο ψηλα και πισω, να μιλαει με φοιτητες

η αντζελα νταιηβις για την αδελφη της, φάνια, που ηταν επισης μαθητρια τού μαρκουζε και χτυπηθηκε απο την αστυνομια και μετα τη συλλαβανε κιολας – ο ο μαρκουζε εδωσε την εγγυηση για να βγει η φανια απο τη φυλακη

βιντεοσκοπημενη συνεντευξη τού μαρκουζε : «δεν μ’ αρεσουν οι φτηνες ψυχολογικες ερμηνειες που δεν εχουν καμια εφαρμογη στην περιπτωση τού φοιτητικου κινηματος» (ο δημοσιογραφος τού ειχε πει οτι πιθανως οι φοιτητες να ξεδινουν ψυχολογικα μεσω των διαδηλωσεων) : «η λογικη αυτη αγνοει και περιφρονει και τα κινητρα και τους σκοπους τών εξεγερμενων : και υπαρχει μια τεραστια διαφορα απο την αμυντικη ώς την επιθετικη βία» (σκηνες απο ειρηνικες αντιπολεμικες εκδηλωσεις στο πανεπιστημιο) : «οι φοιτητες ειναι απολυτως ειρηνικοι, τραγουδανε μπητλς, αυτο δεν ειναι βία (συνεχιζει ο μαρκουζε), ειναι αντιδραση στη βια, ειναι αντι–βία» (χαμογελαει) / –Δηλαδη η αντι–βια κατ’ εσας ειναι οκεϋ, επιμενει ο δημοσιογραφος / Μαρκουζε (παντα χαμογελωντας : δεν ειναι το ζητημα αν ειναι ή δεν ειναι οκεϋ, το προβλημα ειναι αν, και πότε, ειναι απαραιτητη. Απαραιτητη για να διατηρησεις τη ζωη σου ζωντανη, και αυτα τα οποια πιστευεις.» (Ολη η συζητηση αυτη απο το 35.16΄ ώς το 39.00΄)

αποφαση των φοιτητων για απολυτως σιωπηλη διαδηλωση κατα του ρηγκαν, με αφορμη την αποφαση να στρατολογει η cia πρακτορες απο τους φοιτητες (σκηνες απο επικαιρα της εποχης : ο ρηγκαν λεει στον δημοσιογραφο «δεν θα με πειραζε αν οι φοιτητες καταλαβαίναν τι γινεται, αλλά δεν εχουν ιδεα» «εδωπερα εξελισσεται συνωμοσια για την καταστροφη του πανεπιστημίου»)

44.55΄ : (24 οκτωβριου 1969) λογος τού μαρκουζε στους φοιτητες : «πιστευω οτι ο αγωνας τωρα μολις ξεκιναει ν’ αρχιζει – ο αγωνας εναντιον ολων εκεινων, και τού καθενα, που θελει να μετατρεψει το αμερικανικο πανεπιστημιο σε σχολη εκπαιδευσεως για να πειστει η κοινωνια να τεθει στην υπηρεσια της ασφάλειας των πλουσίων και της ευημερίας των πλουσίων – μεσα απ’ την καταπιεση και την υποδουλωση ολόκληρου του λαου»

η αντζελα νταιηβις, που μιλησε επισης την ιδια μερα στη συγκεντρωση μετα τον μαρκουζε, περιγραφει πώς, ενω ο ιδιος δεν συμφωνουσε καθολου με την αποφαση της να γραφτει στο κομμουνιστικο κομμα, δεν αλλαξε σε τιποτα τη σταση του απεναντι της, και την υποστηριξη που της προσφερε

(δικη της αντζελα νταιηβις και διαδηλωσεις)

απ’ την αλλη μερια ολοι ενωμενοι κατα του μαρκουζε – η αμερικανικη λεγεωνα, ο πάπας, η πραβδα, ο άγκνιου, ο ρηγκαν – ολοι εξω φρενων με τον «διαφθορεα της νεολαιας»

(μαγνητοσκοπημενες σκηνες του μαρκουζε στο αμφιθεατρο)

ο πρυτανης πρεπει ν’ αποφασισει τι θα κανει με τον μαρκουζε – ανακοινωνει οτι αποφασισε να τον ξαναπροσλαβει για το ’69–’70 (ηθελε λεει να του δωσει συνταξη αλλά «χωρις να τον προσβαλει») και ανακοινωνει οτι ολοι οι μεγαλης ηλικιας καθηγητες πρεπει να φευγουν για να δινουν τοπο στους νεους – ισχυριζεται οτι αλλωστε ο μαρκουζε πεθανε μετα απο 3–4 χρονια (ο σκηνοθετης juutilainen διευκρινιζει οτι στην πραγματικοτητα ο μαρκουζε, που ητανε τοτε 70, εζησε άλλα δεκα χρονια.)

μαγνητοφωνημενη η φωνη του μαρκουζε, σε συνεντευξη στο ραδιοφωνο : «δεν ηταν ο ζητημα αν θα με ξαναπροσλαβει ο πρυτανης, το ζητημα ητανε οτι πιστευω πως δεν εχω τελειωσει ακομα τη δουλεια μου, κι οτι εχω ακομα κατι να διδαξω παρ’ ολη τη βιολογικη μου ηλικια.»

 

 

(οπως ειπα, το βιντεο τελειωνει πριν την κανονικη ολοκληρωση τής ταινιας – απο τα περιεχομενα τού χαρολντ μαρκουζε στη σελιδα που ανεφερα στην αρχη, μεταφερω εδω μια ιδεα για ο,τι επακολουθησε στο μερος που χασαμε :

ο macGill γινεται προεδρος του πανεπιστημιου κολουμπια
ο ρηγκαν επανεκλεγεται κυβερνητης της καλιφορνιας
ο μαρκουζε σε συνεντευξη στην τηλεοραση λεει οτι ποτε δεν θεωρησε τον εαυτο του «πατερα» της νεας αριστερας
και απορει αν τον καταλαβαινουν καλα
πεθαινει πριν δει τον ρηγκαν να γινεται προεδρος της αμερικης

ακουγεται τελος η φραση του :
«καθε εκπραγματισμος ειναι μιας μορφης αμνησία – η μνημη αντιθετα τροφοδοτει τον ποθο να απαλειφθει ο πονος και να παγιωθει η ηδονη.»)

 

 

 

πρωτη δημοσιεψη : facebook ( : εδω δλδ ακολουθειται η αντίστροφη απο τα ειωθοτα πορεια – αλλά καθως προσωπικα στη σελιδα μου στο φ.μπ. ανεβαζω και μεγαλυτερα κειμενα – μερικα απ’ αυτα πιστευω οτι πρεπει να τα μεταφερω και εδώ.)

 

εδω πληροφοριες για τον φιλλανδο–δανο σκηνοθετη paul alexander juutilainen που γι’ αυτο το ντοκυμαντερ (την πρωτη του εξαλλου δουλεια, οσο ηταν ακομα φοιτητης) κερδισε καμια εικοσαρια βραβεια παγκοσμιως, συμπεριλαμβανομενου ενος emmy και μιας διακρισης το ’98 στις καννες

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιουλίου 7, 2015

arbuthnot περί τής πολιτικής ψευδολογίας

 

 

 

 

 

(ξανα)βρήκα στη βιβλιοθήκη μου εσχάτως ένα βιβλιαράκι που έχει βγει από τίς εκδόσεις «άγρα» και, επειδή φαίνεται ο τίτλος του είναι περί ψεμάτων, έχει (για αγαστή συνάγω συμφωνία και σύμπνοια με τό απολαυστικότατο περιεχόμενό του) στον τίτλο του επίσης ένα ψέμα – κι έτσι, ενώ στο εξώφυλλο βάζει τό όνομα τού (γνωστού μας) τζόναθαν σουΐφτ, στον τίτλο τής μέσα σελίδας, και ακόμα περισσότερο στον πρόλογο, γίνεται σαφές πως τό βιβλίο έχει γραφτεί από τόν τζων άρμπουθνοτ : θα ήταν όμως σίγουρα (και ασυνήθιστα, για τά εδώ) γενναίο, ένα βιβλίο που θα επιγραφότανε «κείμενο τού (άγνωστού μας) άρμπουθνοτ που αποδόθηκε κάποτε κατά λάθος στον (γνωστότερό μας) κύριο σουΐφτ – ο οποίος ήταν απλώς φίλος του»

βάζω λοιπόν εδώ σήμερα αποσπάσματα από τό σημαντικότατο και χρησιμότατο αυτό βιβλίο (και πηγαίνετε να τό πάρετε αν δεν τό ’χετε – κι αν υπάρχει ακόμα – εκδόθηκε τό ’95). Η μετάφραση είναι τής αλόης σιδέρη (η οποία έχει γράψει και ποίηση (και η οποία είχε κάποτε μια εκπομπή για βιβλία στο (κρατικό) ραδιόφωνο (δεν θυμάμαι ποιο απ’ όλα) και επειδή μέ είχε καλέσει να μιλήσουμε για δικό μου βιβλίο είχα τήν τύχη να τή γνωρίσω : πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος και διανοούμενη (πέθανε δυστυχώς πολύ νωρίς πριν από μερικά χρόνια)))

 

 

john arbuthnot «η Τέχνη τής Πολιτικής Ψευδολογίας» ≈ 1712

 

η τέχνη αυτή είναι προορισμένη να αποκτήσει μεγάλη υπόληψη κατά τούς προσεχείς αιώνες [ ]

στο τρίτο κεφάλαιο [ ο συγγραφέας ] πραγματεύεται τή νομιμότητα τής πολιτικής ψευδολογίας και καταδεικνύει ότι είναι θεμιτή και επιτρεπτή [ ]

καταδεικνύει ότι ο λαός έχει δικαίωμα να προσδοκά από τούς συνανθρώπους του τήν αλήθεια προκειμένου για ιδιωτικές υποθέσεις· ότι επίσης καθένας έχει δικαίωμα στην εν οίκω αλήθεια, δηλαδή καθένας είναι εύλογο να απαιτεί τήν αλήθεια από τά μέλη τής οικογένειάς του, ώστε να μην εξαπατάται από τή γυναίκα του, από τά παιδιά του ή και από τούς υπηρέτες του· απεναντίας, ο λαός δεν έχει κανένα δικαίωμα στην πολιτική αλήθεια [ ]

τά παιδιά δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε [ ]

επικρίνει ύστερα τό σύνηθες λάθος εκείνων που δεν γνωρίζουν παρά ένα μόνο είδος ψεύδους, τό συκοφαντικό ή δυσφημιστικό, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν τρία είδη : τό συκοφαντικό, τό προσθετικό και τό διαβιβαστικό. [ ] Για τά τρία αυτά είδη δίνει διάφορα παραδείγματα, αλλά κυρίως για τό τελευταίο. Πόσα και πόσα ευεργετήματα, λέει, δεν απέφερε τό διαβιβαστικό ψέμα οσάκις χρειάστηκε, για τό κοινό καλό [ ]

η σωτηρία, η αποκατάσταση και η καταστροφή τής δημοκρατίας μπορούν επίσης να αποδοθούν σε πρόσωπα που δεν έχουν λάβει καθόλου μέρος και δεν έχουν συμβάλει σ` αυτά με κανέναν τρόπο [ ]

ο συγγραφέας παροτρύνει όλους τούς έντιμους επαγγελματίες να ασκηθούν στη μεγάλη αυτή τέχνη, δηλαδή στην τέχνη τού διαβιβαστικού ψεύδους διότι (τά πράγματα μιλούν από μόνα τους και δεν απαιτείται καμιά απόδειξη) [ ] δεν είναι δύσκολο να προεξοφληθεί η ευπιστία τής πλειονότητας τών ανθρώπων [ ]

ένας πολιτικός ψευδολόγος που ξέρει έστω και στοιχειωδώς τή δουλειά του [ ] δεν θα παρουσιάσει τό ίδιο πρόσωπο να επιδιώκει συγχρόνως τή διαρκή επιστράτευση και τήν ελευθερία τού λαού· ούτε έναν άθεο να υποστηρίζει τά συμφέροντα τής εκκλησίας [ ] Αλλά αν είναι απολύτως αναγκαίο να αποδώσουμε σε κάποιον πρόσθετες αρετές για να τόν τιμήσουμε με αξία που δεν έχει, ο συγγραφέας μάς συνιστά να μην τού τίς αποδίδουμε σε υπερβολικό βαθμό [ ] και αν μιλάτε για έναν άνθρωπο τού οποίου τό προσωπικό θάρρος αμφισβητείται, τότε μόνο θα γίνει κάπως πιστευτό τό ψέμα σας, αν δεν τόν εμφανίσετε ως κεραυνοβόλο πολεμιστή που εξολοθρεύει και καταδιώκει ολόκληρες ίλες ιππικού· δώστε του μόνο τήν αξία ενός καβγατζή που κάνει φασαρία στις παρέες και πετάει ένα μπουκάλι στο κεφάλι τού αντιπάλου του [ ]

τούς ίδιους κανόνες ορίζει ο συγγραφέας και για τήν τέχνη τής συκοφαντίας ή δυσφημιστικό ψέμα : συνιστά να μην επινοούνται πράγματα εκ διαμέτρου αντίθετα προς τίς ιδιότητες τών προσώπων που πρόκειται να συκοφαντηθούν. Έτσι μέσα στους σοφούς κανόνες τής Ψευδολογίας [ ] δεν θα πείτε για έναν υπουργό ειλικρινή και μεγαλόψυχο, τού οποίου η ευθύτητα είναι γνωστή, ότι έχει συμμετάσχει σε μια συνωμοσία για να προδώσει τήν πατρίδα του· αλλά μπορείτε να ισχυριστείτε, κι αυτό με επιφύλαξη, ότι είχε κάποια ύποπτη σχέση με μια κυρία [ ]

δεν πρέπει ποτέ να επιμένεις πεισματικά σε ένα και τό αυτό ψέμα. Και για κείνα που περιέχουν υποσχέσεις ή προγνώσεις, [ ] δεν θα ήταν φρόνιμο να κάνει κανείς βραχυπρόθεσμες προφητείες· αυτό υπάρχει κίνδυνος να τόν εκθέσει· [ ] οι κομήτες, οι φάλαινες και οι δράκοι πρέπει να έχουν ένα μέγεθος λογικό και μετρημένο· ως προς τίς θεομηνίες, τίς λαίλαπες, τίς θύελλες και τούς σεισμούς πρέπει πάντα να λένε ότι προβλέπεται να συμβούν σε κάποια περιοχή που απέχει από τό μέρος όπου βρίσκονται τουλάχιστον μιας μέρας δρόμο με τ` άλογο [ ]

τό να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός· όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν τσιμπάει ο κοκοβιός [ ]

τό κόμμα που θέλει να αποκαταστήσει τό κύρος και τήν αξιοπιστία του πρέπει, επί τρεις μήνες, να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτε που να μην είναι αληθινό και πραγματικό· είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει τό δικαίωμα να πλασάρει ψέματα τούς επόμενους έξη μήνες [ ]

προς τό τέλος τού κεφαλαίου [ ο συγγραφέας ] κατακρίνει τήν παραφροσύνη και τή μωρία τών κομμάτων που κρατούν κοντά τους και χρησιμοποιούν για τό πλασάρισμα τού ψεύδους ανθρώπους χυδαίους και μικρόμυαλους, όπως είναι η πλειονότητα τών σημερινών δημοσιογράφων (ειδησεογράφων και σχολιαστών), οι οποίοι δεν έχουν άλλο προσόν από τήν έντονη κλίση προς τό επάγγελμά τους [ ]

τό όγδοο κεφάλαιο περιλαμβάνει ένα σχέδιο για να ενωθούν σε ενιαίο σώμα πολλές μικρές εταιρείες ψευδολόγων [ ]

η εταιρεία αυτή πρέπει να συγκροτηθεί από τούς αρχηγούς κάθε κόμματος [ ] κανένα ψέμα δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί χωρίς τήν έγκρισή τους [ ]

η εταιρεία πρέπει να συμπεριλάβει και ιδιοφυΐες με μεγάλη πείρα από αυτές που αφθονούν στην πόλη και ειδικά στα καφενεία· για παράδειγμα, περιηγητές, κουτσομπόληδες και καλοθελητές, κυνηγούς αλεπούδων, μεσίτες, προξενητές, απόμαχους ναυτικούς τού εμπορικού ή τού πολεμικού στόλου [ ]

στους προθαλάμους τών Μελών τής εν λόγω Εταιρείας πρέπει πάντα να υπάρχουν κάποια πρόσωπα που διαθέτουν μεγάλα αποθέματα ευπιστίας, ακούνε οτιδήποτε λέγεται και τό χάβουν αμέσως [ ] ο Συγγραφέας πιστεύει ότι μπορεί κανείς να βρει επαρκή αριθμό από αυτούς σε όλα τά μέρη στα περίχωρα τού Χρηματιστηρίου [ ]

βασικός κανόνας τής εταιρείας θα είναι να επινοεί ένα ψέμα τήν ημέρα, καμιά φορά και δύο· και κατά τήν εκλογή τών ψευδολογιών, πρέπει να λαμβάνεται υπ` όψιν τί καιρό κάνει και σε ποια εποχή τού χρόνου πλασάρονται : φήμες φοβερές ή ψέματα τρομακτικά και φρικιαστικά κάνουν θαύματα και είναι άκρως αποτελεσματικά κατά τούς μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο, αλλά δεν κάνουν τόσο καλό και δεν είναι τόσο δραστικά κατά τόν Μάϊο και τόν Ιούνιο, εκτός αν φυσάνε τότε ανατολικοί άνεμοι [ ]

η εταιρεία πρέπει να απασχολεί [ ] από έναν γενικό ανταποκριτή σε κάθε πόλη όπου υπάρχει αγορά για να επιβλέπει τήν κυκλοφορία τών ψευδολογιών. Οσάκις διαπιστώνεται ότι κάποιο από τά μέλη τής Εταιρείας κοκκινίζει, τά χάνει ή υστερεί με οποιοδήποτε τρόπο τή στιγμή που χρειάζεται να πλασάρει ένα ψέμα, πρέπει να τόν αποκλείει και να τόν κηρύσσει ανίκανο [ ]

εκτός από τά ψέματα που πλασάρονται ανοιχτά και δημόσια, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να διαδίδονται στα μουγκά και με μικρό θόρυβο· [ ]

ένα δοκιμαστικό ψέμα είναι κάτι σαν πρώτη γόμωση που τοποθετείται δοκιμαστικά μέσα σε ένα κανόνι· είναι ένα ψέμα που εξαπολύεται μια ορισμένη στιγμή για να καταμετρηθεί η ευπιστία εκείνων στους οποίους πλασάρεται [ ]

ο συγγραφέας συνιστά στους αρχηγούς τών κομμάτων να μην παραπιστεύουν οι ίδιοι τά ψέματά τους· [ ]

ο συγγραφέας προσθέτει ένα Καλαντάρι ψευδολογιών για όλο τό χρόνο, όπου σημειώνει αυτές που συμφέρουν ανάλογα με τήν εποχή και με τό μήνα [ ]

ως προς τήν ταχύτητα με τήν οποία κυκλοφορούν τά ψέματα, ο Συγγραφέας λέει ότι είναι σχεδόν απίστευτη· δίνει πολλά παραδείγματα ψευδολογιών που έχουν τρέξει πιο γρήγορα και έχουν διανύσει μεγαλύτερες αποστάσεις από όσες θα μπορούσε να διανύσει ένας άνθρωπος με ταχυδρομική άμαξα. Τά ψέματα που επινοούνται για να εκφοβίσουν και να αποθαρρύνουν κυκλοφορούν και διαδίδονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διανύουν πάνω από δέκα μίλια τήν ώρα· [ ]

όσο για τήν αντοχή τών ψευδολογιών, λέει ότι πρέπει να διακρίνεται σε διάφορα είδη και ότι υπάρχουν ψέματα όλων τών ειδών : ωριαία, ημερήσια, ετήσια και αιώνια· ότι υπάρχουν πολιτικά ψεύδη που, όπως τά έντομα, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται με διαφορετική μορφή· [ ]

όλοι οι μεγάλοι άνδρες μας έχουν καθένας τίς δικές του επινοητικές ικανότητες [ ]

τά ψέματα τών υποσχέσεων που δίνουν τά σπουδαία πρόσωπα, οι πλούσιοι και ισχυροί, οι Άρχοντες, αυτοί που στέκονται ψηλά, αναγνωρίζονται από τούς τρόπους αυτών που τά πλασάρουν : ακουμπούν τό χέρι τους στον ώμο σου, σέ φιλάνε, σέ αγκαλιάζουν, χαμογελούν, διπλώνονται στα δυο για να σέ χαιρετήσουν· [ ]

τό πιο κατάλληλο και τό πιο αποτελεσματικό μέσο για να καταρρίψεις ένα ψέμα είναι να τό αντικρούσεις μ` ένα άλλο ψέμα.
[ ]

 

 

copyright λοιπόν για όλον τόν κόσμο και όλες τίς εποχές John Arbuthnot (1667 – 1735) αδελφικός φίλος τού Alexander Pope και τού Johnathan Swift, πρωτεργάτης και ιδρυτής τού Scriblerus Club, μοναδικός νομέας και δικαιούχος τού ανήλεου πνεύματός του για τό οποίο δεν έδινε δεκάρα, ενώ αντιθέτως προτιμούσε να κάνει τά χειρόγραφα τών γραπτών του σαΐτες για να παίζει με τά παιδιά του.

 

 

 

τό πρωτότυπο κείμενο

 

 

(πρόκειται όπως καταλάβατε για αναδημοσίευση παλιάς μου ανάρτησης από τό παλιό βλογ : είχε τότε και μια εισαγωγή (ως γνωστόν τό συνηθίζω) τήν οποία θεωρώ όμως περιττό να αναδημοσιεύσω – γι’ αυτό και βάζω μόνο τόν επίλογό (της)) : Μέ ενοχλούν τά ψέμματα που δεν περνάν με τίποτα καταβάθος για αλήθεια – ούτε καν γι’ αυτόν που τά λέει, πολύ περισσότερο γι’ αυτόν που τ’ ακούει και μάλιστα πείθεται – αλλά διαμορφώνουν παρ’ όλ’ αυτά ένα πραγματικό στρώμα αληθινής ζωής, ανίκητο και αδιατάρακτο, πάνω στο οποίο οποιαδήποτε συζήτηση περί αλήθειας ή ψέμματος φαντάζει, όχι απλώς γελοία, αλλά στην κυριολεξία εκτός θέματος : μ’ άλλα λόγια μέ ενοχλεί τό νικηφόρο αυτό ψέμμα που καμαρώνει πάνω στην ιδιωτική, τήν πολιτική, τήν κομματική και τή δημόσιά μας ζωή.

Μέ ενοχλεί με άλλα λόγια η καλύτερή μας και η πιο διαδεδομένη μας ηθική.

 

 

 

 

 

Αύγουστος 12, 2014

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

 

 

 

 

η ασθένεια προς θάνατον επελαύνει μονίμως ακάθεκτη όπως φαίνεται, πάνω και γύρω μας, και μέ αναγκάζει να διακόψω τήν επ’ ολίγον αδιάκοπη παράθεση λόγων τού συνοφρυωμένου προτεστάντη δανού, για να θυμηθούμε (και πάλι επ’ ολίγον) έναν άλλον αυστηρό, αλλά γλυκύτατο, άθεο (ελληνικότατης, αυτή τή φορά, καταγωγής) : ο θάνατος τού βύρωνα λεοντάρη πλήττει ερωμένες κι εραστές και τής ποίησης και τής νόησης (στις κριτικότερες και λαμπρότερες στιγμές τους) σ’ αυτόν τόν φτωχό και μουντό τόπο

ελάχιστη απότιση μνήμης λοιπόν, αποσπάσματα από τό δοκιμιακό του έργο, που θα τά ξεκινήσω αλλοιώνοντας ελαφρώς τή σειρά με τήν οποία τά κείμενα αυτά εκδόθηκαν, ξεκινώντας δηλαδή με ένα σημαδιακό (κατά τή γνώμη μου) κείμενο τού ’75 τό οποίο δεν βαδίζει απλώς χειροπιασμένο με τήν πικρή σατιρική διάθεση τού κίρκεγκωρ στα κείμενά του εναντίον τών συγχρόνων του «κριτικών», αλλά παρακολουθεί και περιγράφει (και συνοδοιπορεί, θα ’λεγε κανείς, περίφημα, με) τόν γενικότερο εξευτελισμό τής ελληνικής «πνευματικής» ζωής στις δικές μας, αυτοκρατορικής αθλιότητας και ξηρότητας, ημέρες :

 

 

 

 

τό πνευματικό imperium

 

Η πραγματικότητα μισεί αυτούς που δεν τήν αποδέχονται ως αναγκαιότητα και ιστορία. Η πνευματική αγορά σέ εκδικείται όταν τήν αγνοείς. Απρόκλητα και αυθαίρετα σέ ταξινομεί μέσα της, σέ ανθολογεί, σέ μελοποιεί, σέ μεταφράζει, σέ συζητεί, σέ βιογραφεί, σέ νεκροτομεί και σέ καταβροχθίζει στα κανιβαλικά συμπόσια τών λειτουργιών και εκδηλώσεών της. Βλέπεις τήν υπογραφή σου σε διακηρύξεις που δεν υπέγραψες και δεν βλέπεις τ’ όνομά σου κάτω από δικά σου κείμενα, σού αποδίδουν ιδέες που δεν πρεσβεύεις και σού αρνούνται τίς δικές σου, φέρεσαι απών εκεί που είσαι παρών και αντίστροφα από βαθμοφόρους τού πνεύματος. Όλη αυτή η παραμόρφωση, γιατί η αγορά και ο στρατώνας τού πνεύματος θέλουν να εκβιάσουν τή συμμετοχή σου στην περιοχή τους για τή νομιμοποίηση και συντήρηση τών θεσμών και τών μηχανισμών τους.

Ενώ είναι γνωστές οι θέσεις ορισμένων ποιητών πάνω στο θέμα «Πολυτεχνείο», κατά τής επαίσχυντης παραποίησης μιας γνήσιας επαναστατικής πράξης που «κρατικοποιείται» και καταντάει «εθνική επέτειος», εμφανίζεται στις προθήκες τών βιβλιοπωλείων και κυκλοφορεί ένα πολυτελέστατο – και πανάκριβο – λεύκωμα σαν καταστόλιστος δίσκος γραφείου κηδειών, όπου καταχωρούνται στίχοι (άσχετοι φυσικά προς οποιαδήποτε θεματογραφία τού «πολυτεχνείου»)  κ α ι  αυτών τών ποιητών, με τά ονόματά τους, χωρίς καμμιά προηγούμενη άδειά τους και χωρίς καν να ερωτηθούν, έτσι που δημιουργείται η εντύπωση ότι μετέχουν κι αυτοί (σε κραυγαλέα αντίθεση προς τίς θέσεις τους), σ’ αυτή τήν επίσημη τελετή που διαστρέφει τήν ουσία τής εξέγερσης στο αντίθετό της.

Τό θέμα, φυσικά, δεν έχει σημασία από τήν άποψη τών εντυπώσεων αλλά ως έκφραση τού πνευματικού imperium. Οι υπεύθυνοι τής έκδοσης τού λευκώματος ξέρουν πολύ καλά ότι ορισμένοι ποιητές και ορισμένα έργα, απ’ όπου σταχυολόγησαν στίχους, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με παρόμοια καμώματα. Λειτούργησαν όμως και ενήργησαν αναγκαστικά, και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προθέσεις, κάτω από τή νομοτέλεια τής περιοχής τους.

Παρόμοιες εκδόσεις εντάσσονται στα πλαίσια τής διαμάχης μεταξύ ελαφράς φιλολογίας (επιθεώρηση, λαϊκός περιοδικός τύπος) και τής «σοβαρής τέχνης» (ποιητές τής καριέρας, σεναριογράφοι, θεατρογράφοι, λιμπρετίστες κ.λπ.) για τή διανομή τών κερδών τής – νομιμοποιημένης πια απ’ όλους – καπηλείας τού Πολυτεχνείου. Είδαμε με πόση μανία και πανικό οι εκπρόσωποι τής σοβαρής τέχνης αντέδρασαν κατά τής δραστήριας επιθεωρησιακής εκμετάλλευσης, αιφνιδιασμένοι γιατί αυτοί δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να διαθέσουν στην αγορά τά (προχρονολογημένα συνήθως στις περιπτώσεις αυτές…) έργα τους.

Αυτό όμως που περισσότερο ενδιαφέρει, είναι ότι τό λεύκωμα αποτελεί μιαν ακόμη προκλητική επίδειξη ισχύος τών εκπροσώπων τής κρατούσας σήμερα  ποίησης  απέναντι  στην  αυθεντική  ποίηση,  έναν  αληθινό    π ν ε υ μ α τ ι κ ό    ι μ π ε ρ ι α λ ι σ μ ό. Γιατί σήμερα κρατούσα ποίηση δεν είναι πια η ποίηση τού Α ή Β ποιητή, αλλά η στιχουργία τών σοβαροφανών πολιτικών τραγουδιών και τά λιμπρέτα αντιστασιακών ορατορίων «προοδευτικών» ημιμουσουργών και ημιμουσικών. Η στιχουργία που, διαπράττοντας τίς πιο φρικαλέες παραποιήσεις, απομιμήσεις, λεηλασίες, διασκευές και κάθε είδους ανόσιες επιμειξίες σε βάρος ξένων   α υ θ ε ν τ ι κ ώ ν   ποιητικών κειμένων, και αλλοιώνοντας κι αυτή τή συχνά ποιητική ψυχή τών στιχοποιών, προσφέρει μια «ποίηση» εύπεπτη, κατάλληλη για μαζική κατανάλωση. Χρησιμοποιώντας ένα τοτεμικό βυζαντινο–αντιστασιακό λεξιλόγιο συναντά τήν ντρεσαρισμένη δεκτικότητα και ερεθίζει τήν ευνουχισμένη επαναστατικότητα ενός φιλότεχνου και κηδειόφιλου κοινού. Είμαστε στην εποχή που τό επαναστατικό κίνημα εκφυλίζεται σε «πολιτιστικό». Η   μ ε λ ο π ο ί η σ η   τ ή ς   ι δ ε ο λ ο γ ί α ς   προσδίδει σ’ αυτήν έναν εμβατηριακό (δηλαδή ακόμη πιο   υ π ο δ ο υ λ ω τ ι κ ό   για τίς μάζες) χαρακτήρα και αποτελεί επιστροφή στην πρωτόγονη αντίληψη για τήν επιτάχυνση τής πορείας τής ιστορίας με ρυθμικά παλαμάκια… Αυτή η στιχουργία, ακολουθώντας τόν δρόμο που άνοιξε η ελαφροσοβαρή μουσική, έχει εξασφαλίσει απόλυτη αυθαιρεσία απέναντι σε κάθε τί τό αυθεντικό και κατοχυρώνει όλο και ασφαλέστερα τά οικονομικά της οφέλη. Ξέρει πως τά αυθεντικά έργα δεν έχουν καμμιά προστασία – εκτός από τήν προστασία τού… να είναι άγνωστα… Τό τέρας που ονομάζεται «πνευματική ιδιοκτησία» (ιδιοκτησία και «πνευματική» γίνεται ; ) ελλοχεύει και θρέφεται μόνο στα γραφεία καλλιτεχνικών οργανισμών, εκδοτών, εταιρειών δίσκων και ταινιών κ.λπ. Τό έργο τέχνης δεν προστατεύεται παρά μόνο αφού γίνει εμπόρευμα, όπως δεν προστατεύεται και η προσωπικότητα τού καλλιτέχνη αλλά μόνο τό προσωπείο του. Αντίθετα, προστατεύεται και πολύ αποτελεσματικά μάλιστα, η κάθε εμπορικά επιτυχημένη παραποίηση αυθεντικών έργων, καθώς και ο παραχαράκτης τους από τυχόν άλλους επίδοξους σφετεριστές. Η συμφωνία αριθ. 40 τού Μότσαρτ δεν προστατεύεται, προστατεύεται όμως τό «χασάπικο 40».

Από τήν αυθεντικότητα ώς τόν κοινωνικό του μύθο ο καλλιτέχνης χάνει κάθε αυτοπροσδιορισμό. Χάνει συνήθως και τή μόνη ευκαιρία του, να στρέψει πίσω και να γίνει στήλη άλατος. Τά κριτήρια τού ετεροπροσδιορισμού του ήταν ανέκαθεν μπάσταρδα, κι όσοι τά χρησιμοποιούν είναι ακριβώς αυτοί που λιγότερο πιστεύουν σ’ αυτά. Γιατί βέβαια, ο Σαρτρ δεν είναι η άρνηση τού νόμπελ, ούτε ο Μπέκετ η αποδοχή του. Ο Σολωμός δεν είναι η δίκη του με τή μάνα του, ούτε ο Σεφέρης κι ο Νερούντα η διπλωματική τους ιδιότητα, ούτε ο Θεοδωράκης οι πολιτικές του δηλώσεις. Ο καλλιτέχνης δεν είναι όλα αυτά. Είναι   π α ρ’   ό λ α   α υ τ ά.  Αν εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται παρόμοια κριτήρια για τόν καλλιτέχνη (κριτήρια κοινωνικής, ερωτικής, πολιτικής συμπεριφοράς κ.λπ.) είναι για να εξασφαλίζεται η συνεχής κοινωνική επιτήρησή του, ο «κοινωνικός έλεγχος» και η παντοτινή υποδικία του. Και, βέβαια, σε περίπτωση δίκης, αυτή κερδίζεται πάντοτε από τήν πολιτεία, τήν εκκλησία και τό κόμμα.

«Αγώνας για μια χαμένη υπόθεση…» χαρακτηρίζεται η εκδοχή να υπάρχει κανείς έξω από τίς θεσμοποιημένες λειτουργίες τής πνευματικής πραγματικότητας και γενικά έξω από τήν «περιοχή τού πνεύματος» που είναι τό πνεύμα οργανωμένο σε imperium. Μετά από αιώνες ανθρώπινης δουλείας έχουμε κάπως καταλάβει τή σημασία τής θρησκευτικής εξουσίας και τής πολιτικής εξουσίας,  δεν  έχουμε  όμως  ακόμη  συλλάβει τή  φρίκη  τής  π ν ε υ μ α τ ι  κ ή ς   ε ξ ο υ σ ί α ς,  παρόλο που θα ’πρεπε να μάς είχαν υποψιάσει καθιερωμένοι πια όροι που χρόνια τώρα φιδοσέρνονται ανάμεσά μας, όπως π.χ. «πνευματική   η γ ε σ ί α», «χώρος τού πνεύματος και τής τέχνης» κ.λπ.

Αυτή η «χαμένη υπόθεση» είναι πολύ παλιά, όσο και η περιπέτεια τού ανθρώπου. Δεν μιλώ για λογαριασμό άλλων, συλλογίζομαι όμως πόσοι και πόσοι άνθρωποι, αρνούμενοι αυτόν τόν θεσμικό χώρο (στρατώνα – αγορά) τού πνεύματος και τής τέχνης, αμφισβητώντας κάθε αυθεντία και προπαντός τήν αυθεντία τού εαυτού τους, χωρίς να επιβάλλει ο ένας στον άλλον τά κριτήριά του, χωρίς επιταγές πίστεως, συνομιλούν και συζητούν τήν έγνοια τους για μιαν άλλη εκδοχή τής ανθρώπινης ουσίας στη διερεύνηση τής σχέσης ελευθερίας και τέχνης. Είναι φυσικό οι άνθρωποι αυτοί να μην κατέχουν θέσεις στο πνευματικό imperium και να μην είναι «εισηγμένοι» στο χρηματιστήριο τών πνευματικών αξιών. Αυτό ακριβώς είναι όμως που δεν ανέχεται η αγορά τού πνεύματος.

«Κάποιος επιτέλους πρέπει να μιλήσει για τόν ποιητή Ρ… Χρόνια κυκλοφορεί ανάμεσά μας προσφέροντας πολύτιμες καταθέσεις, τεκμήρια αδιάσειστα τής πολύπλευρης ευαισθησίας του… κ.λπ κ.λπ.». Έτσι ακριβώς αρχίζει μια κριτική σε σύγχρονο περιοδικό. Πρόκειται για   τ υ π ι κ ή   κριτική αντιμετώπιση ποιητή εκτός αγοράς. Δεν χρειάζεται καμμιά υπογράμμιση για να διακρίνει κανείς τό τυπικό λεκτικό («κυκλοφορεί»… «πολύτιμες καταθέσεις»…) τής κρατούσας πνευματικής νοοτροπίας, που όχι μόνο αποδέχεται τήν πνευματική αγορά ως   α γ ο ρ ά   αλλά και θεωρεί αυτονόητο και αναγκαίο τόν χαρακτήρα της αυτόν. Πρέπει λοιπόν να γίνεται λόγος για τόν Α ή Β ποιητή. Και γιατί «πρέπει» ; Πρέπει, διότι : οι ποιητές είναι οι αναγκαστικοί καταθέτες τού ψυχικού αργυρίου τους. Δεν έχουν δικαίωμα στη σιωπή ή τή μοναξιά – άλλωστε θα τούς καταβληθούν οι τόκοι τους… Τό αντίθετο θα διατάρασσε τήν ομαλή λειτουργία τού συστήματος. Πρέπει, διότι : στο σύστημα αξιών είναι απαραίτητη η αξιολόγηση. Υπάρχει ανάγκη για «μεγάλους» και «μικρούς» ποιητές, για «εθνικούς ποιητές» ή για maudits. Κι ακόμη, πρέπει διότι : ο πολιτισμός μας «θέλει να ζήσει και θα ζήσει» και η τέχνη να βαδίσει τά μεγάλα ιστορικά πεπρωμένα της…

Δεν αμφισβητώ σε κανέναν τό δικαίωμα να μιλάει για τούς άλλους. Όποιος όμως μιλάει ενταγμένος στο πνευματικό imperium δεν μπορεί να αποφύγει ούτε τήν παραποίηση τών άλλων ούτε τήν παραποίηση τού εαυτού του. Γιατί προσπαθεί να επεκτείνει σε άλλους τή νομοτέλεια τής δικής του περιοχής. Τό αποτέλεσμα θα είναι πάντα να καταλήξει σ’ ένα λιβανωτό κανόνων πίστεως, σε συνθηματολογία για μιαν ολοκληρωτική και αυτάρεσκη υποταγή και πρόσδεση τής ουσίας τού ανθρώπου στην αναγκαιότητα, υποταγή που υποτίθεται (σύμφωνα με κομψούς διαλεκτικούς κομφορμισμούς) ότι άγει στην κατάλυσή της.

Αλλά επιτέλους πια: Δ ε ν   υ π ά ρ χ ε ι   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α   π ο υ   ν α   κ α τ α λ ύ ε ι   τ ή ν   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α.

Είναι θλιβερό να μιλάει κανείς για έγνοιες που τού είναι ξένες. Καιρός να μιλήσουμε για ό,τι έχει απομείνει δικό μας, μοναξιές στο πέλαγος, χωρίς επικοινωνία με παράκτιους σταθμούς, χωρίς να παίρνουμε απ’ αυτούς τό στίγμα μας, χωρίς αναφορές στην «πνευματική επικράτεια».

Θα προβληθεί σίγουρα η αντίρρηση πως, είτε τό θέλει κανείς είτε όχι, η όποια στάση του «σε τελευταία ανάλυση» δεν είναι κι αυτή παρά συμμετοχή δηλαδή ένταξη στο πνευματικό imperium. Είναι πασίγνωστη αυτή η στοργική παρατήρηση. Αλλά   δ ε ν   ενδιαφέρει η «τελευταία ανάλυση». Αν αδειάσει ο άνθρωπος απ’ τίς αντινομίες του, τή μοναξιά του και τόν καημό τής ελευθερίας, δεν απομένει παρά ένα σκιάχτρο. Η «τελευταία ανάλυση» είναι δόγμα τής ανελευθερίας, ολοκληρωτισμός, είναι πυρηνική σχάση, θάλαμος αερίων, απόλυτη απανθρωπία. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα της αντινομίας, να υπάρχουμε και να μην υπάρχουμε. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα να μη μετατρέψουμε τό προσωπικό μας χάος σε τάξη, αναγνωρίζοντας τό ίδιο δικαίωμα σ’ όλους τούς ανθρώπους – και αυτό δεν είναι ίσως και τόσο μάταιο…

 

πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 5 (1975)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

{ θα συνεχιστεί }

 

 

Αύγουστος 1, 2014

søren, 4 : περί προλόγων

 

 

 

τά προηγούμενα : 1, 2, 3

.

τό σπαραχτικό χιούμορ τού κειμένου που ακολουθεί δεν είναι καθόλου αστείο : περιλαμβάνει όσα συμπεράσματα θα ήθελε (και ασφαλώς θα μπορούσε) μια φεμινίστρια να βγάλει για τό πατριαρχικό υπόστρωμα στο οποίο αναπαύθηκε (τρόπος τού λέγειν) η βασανισμένη ψυχολογία τού Κ εφ’ όρου ζωής και, σαν επιστέγασμα, προσφέρει γλαφυρότατα όλες (πιθανώς) τίς εξηγήσεις που τόν έσπρωξαν να χωρίσει από τήν Ρεγγίνε Όλσεν πριν φτάσουν και οι δύο στην τελική φάση ενός γάμου τόν οποίο εκείνος είδε σα συγγραφέας – μονήρης πλέον – να τόν πνίγει αναδρομικά.

θα πρέπει κανείς να εγκύψει τότε στη διαπραγμάτευση εκ μέρους του τής φαντασίας (αν υπάρχει τέτοια διαπραγμάτευση), για να καταλήξει αν επρόκειτο για μια έκρηξη αυτής τής ψυχολογικής του πλευράς, τού φόβου και τρόμου του ως προς τά χειρότερα που τόν περιμένανε, ή αν δεν χρειάστηκε καν να επιστρατεύσει τή φαντασία μπροστά σε ό,τι έβλεπε ήδη να υφίσταται γύρω του και κυρίως εντός του, με βάση τήν καλά εγκαθιδρυμένη παλαιόθεν πατρική κατήχηση περί τού φόβου τής αγωνίας τής θυσίας και τού είτε/είτε

( : Αν παντρευτείς, θα τό μετανιώσεις. Αν δεν παντρευτείς, πάλι θα τό μετανιώσεις. Παντρευτείς δεν παντρευτείς, θα τό μετανιώσεις. Αν γελάς με τίς τρέλες τού κόσμου, θα τό μετανιώσεις. Αν κλαις με αυτές, πάλι θα τό μετανιώσεις. Κλαις ή γελάς, θα τό μετανιώσεις. Αν πιστεύεις μια κοπέλα, θα τό μετανιώσεις. Αν δεν τήν πιστεύεις, πάλι θα τό μετανιώσεις. Πιστεύεις δεν πιστεύεις, θα τό μετανιώσεις. Αν κρεμαστείς, θα τό μετανιώσεις, αν δεν κρεμαστείς, πάλι θα τό μετανιώσεις. Κρεμαστείς δεν κρεμαστείς, θα τό μετανιώσεις. Αυτό, κύριοι, είναι η ουσία και η κατάληξη όλης τής πρακτικής σοφίας. («είτε/είτε : μια εκστατική διάλεξη»))

αλλά ας αρκεστούμε προς τό παρόν στην αυτοκατεδαφιστική ειρωνεία τού παρόντος κειμένου :

 

 

 

 

 

πρόλογος
από τούς «προλόγους»
ανάγνωσμα ανάλαφρον για ανθρώπους

σε ποικίλες καταστάσεις χρόνου και διάθεσης
από τόν Νικόλαο Παρατηρητή

 

Είναι πράγματι γεγονός ότι μια ασήμαντη λεπτομέρεια, ένα επιπόλαιο σχόλιο, ένα αυθόρμητο επιφώνημα, μια φευγαλέα ματιά, μια ανύποπτη χειρονομία προσφέρουν τήν ευκαιρία να γλιστρήσεις μέσα σε κάποιον και να ανακαλύψεις κάτι που θα περνούσε απαρατήρητο. Για να μην δοθεί περισσότερη σημασία σε αυτό τό σχόλιο απ’ ό,τι τού αρμόζει, θα τό αφήσω κατά μέρος και θα συνεχίσω με τό θέμα μου. Ώς προς ένα βιβλίο, ο πρόλογος είναι δευτερεύων, ωστόσο μια προσεκτική σύγκριση προλόγων προσφέρει σχόλια εν αφθονία ! Στον ακαδημαϊκό χώρο καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για τή σωστή ταξινόμηση λογοτεχνών και λογοτεχνημάτων, τόσο ώς προς τήν εποχή όσο και ώς προς τό ύφος, όμως κανείς διανοούμενος δεν διανοείται πόσο θα ωφελούσε μια επιμελής ταξινόμηση προλόγων από τήν αρχαιότητα ώς τήν εποχή μας.

Οι πρόλογοι, όπως οι ιδιωματισμοί και τά γνωμικά, έχουν περιστασιακό χαρακτήρα και ακολουθούν κατά πόδας τή μόδα. Άλλοτε μεγάλοι κι άλλοτε σύντομοι, άλλοτε τολμηροί κι άλλοτε συνεσταλμένοι, άλλοτε άκαμπτοι κι επίσημοι κι άλλοτε επιπόλαιοι, άλλοτε ανήσυχοι και σχεδόν απολογητικοί κι άλλοτε αγέρωχοι και σχεδόν αυθάδεις. Άλλοτε αδιάφοροι στα ψεγάδια τού βιβλίου κι άλλοτε οι πρώτοι που τά εντοπίζουν. Άλλοτε τό πρώτο απόσταγμα τού προϊόντος κι άλλοτε η γεύση που απομένει, οι πρόλογοι διακρίνονται από τόν εθιμοτυπικό χαρακτήρα τους. Μπορούν να συμμορφώσουν τόν συγγραφέα που ζει εκτός τόπου και χρόνου με τά έθιμα τής εποχής του και, στον βαθμό και τό έθιμο που τόν συμμορφώνουν, προκαλούν πολλαπλές επιθέσεις στο άτομό του, κάτι πολύ διασκεδαστικό. Τί πληθώρα πορισμάτων αντλεί κανείς από μια εμπεριστατωμένη μελέτη προλόγων !

Όμως η σύγχρονη εποχή έχει πλήξει θανάσιμα τόν πρόλογο. Ο συγγραφέας, που υποθέτει ότι κάποιος ενδιαφέρεται για αυτά που γράφει στον πρόλογό του, φαίνεται αστείος και αφελής. Σήμερα ο συγγραφέας προχωρά κατευθείαν στο θέμα. Εφόσον ο πρόλογος είναι ένα λογοτεχνικό είδος που παραγκωνίζεται διαρκώς, καιρός είναι να βάλουμε τά πράγματα στη θέση τους.

Αυτό που κάποτε έμπαινε στον πρόλογο επειδή δεν ταίριαζε στο θέμα τώρα μπορεί να μπει σε έναν πρόλογο που δεν είναι πρόλογος σε κανένα βιβλίο. Πιστεύω ότι έτσι η σύγχυση θα διευθετηθεί προς κοινό συμφέρον και όφελος. Αν ο πρόλογος και τό βιβλίο δεν μπορούν να ανεβούν μαζί στη σκηνή, τότε ας αφήσουμε τό ένα να δώσει διαζύγιο στο άλλο.

Η σύγχρονη διανόηση έχει ανάγκη από έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης. Ο λόγος που θεωρώ ότι αξίζει να αναλάβω ένα τέτοιο εγχείρημα έχει βαθύτερα αίτια. Κάθε συγγραφέας με ανεπτυγμένη αισθητική έχει στιγμές που δεν θέλει να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο, παρά μόνο τόν πρόλογο σε ένα βιβλίο, δικό του ή όχι. Άλλο λοιπόν ο πρόλογος και άλλο τό βιβλίο. Επομένως, τό να γράψεις έναν πρόλογο είναι εντελώς διαφορετικό από τό να γράψεις ένα βιβλίο. Τό επόμενο ερώτημα είναι αν ο πρόλογος πρέπει να γραφτεί πριν ή μετά τό βιβλίο. Για να προκύψει κάτι τέτοιο, ο συγγραφέας είτε έχει ένα θέμα είτε νομίζει ότι έχει. Αν όμως δεν έχει θέμα και θέλει να γράψει έναν πρόλογο, δεν πρέπει να γίνει ο πρόλογος θέμα, γιατί τότε ο πρόλογος θα καταλήξει βιβλίο και τά περί προλόγου και βιβλίου περιττολογία. Ο πρόλογος από μόνος του, ο ανεξάρτητος πρόλογος, δεν πρέπει να έχει θέμα· δεν πρέπει να αφορά τίποτα άλλο από τό αποκύημα μιας φαντασίας.

Αυτός είναι ο ποιητικός ορισμός τού προλόγου. Με τήν κλασική έννοια, ο πρόλογος είναι ένα έθιμο τής εποχής. Ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο από μια απλή παρόρμηση. Σαν να θες να ακονίσεις τό δρεπάνι σου, να γρατσουνίσεις τήν κιθάρα σου, να πεις μια ανοησία, να φτύσεις έξω από τό παράθυρο. Δεν ξέρεις τί τήν προκαλεί. Σηκώνεσαι ξαφνικά από τό κρεβάτι έμπλεος εμπνεύσεως και θέλεις να γράψεις έναν πρόλογο στην καρδιά τής νύχτας. Σαν να θες να χτυπήσεις ένα κουδούνι στην τύχη, να περάσεις κάτω από τό παράθυρο μιας γυναίκας χωρίς να κοιτάξεις, να κουνήσεις τό μπαστούνι σου στον αέρα σαν να χαιρετάς κάποιον, να ξεστομίσεις ένα μυστικό, να ξεσπάσεις σε χορό, να ρεμβάσεις τίς αγριόχηνες από τό λόφο τού βάλντμπυ, να νιώσεις τό σκίρτημα τού έρωτα μέσα σου, να κρυφοκοιτάξεις τήν αγαπημένη σου πίσω από τό γιασεμί. Τέτοια είναι η παρόρμηση που ωθεί κάποιον να γράψει έναν πρόλογο.

Και άραγε πώς είναι εκείνος που τόν γράφει ;

Εκείνος που γράφει προλόγους είναι ο άνθρωπος για όλες τίς εποχές. Εύθυμος και χαρωπός, χαιρετά τούς πάντες, αυτάρεσκος επιπόλαιος και παντελώς ανεύθυνος, αφού δεν πηγαίνει στο χρηματιστήριο να φροντίσει τή φωλιά του αλλά κάνει απλώς τή βόλτα του από κει. Δεν μιλά σε δημόσιες συγκεντρώσεις γιατί βρίσκει τήν ατμόσφαιρα πνικτική, δεν γράφει προσφωνήσεις γιατί απαιτούν μεγάλη προετοιμασία, δεν υπηρετεί τό σύστημα, δεν πληρώνει δόσεις στο εθνικό χρέος ούτε τό παίρνει στα σοβαρά. Σφυρίζει ανέμελα σαν τόν παραγιό τού παπουτσή, αφήνοντας τόν πελάτη να περιμένει για τίς μπότες του μέχρι να ερευνήσει και τήν τελευταία κρυψώνα και να ικανοποιήσει πλήρως τήν περιέργειά του. Έτσι είναι αυτός που γράφει προλόγους.

Άρα λοιπόν, καθένας μπορεί να σκεφτεί ό,τι θέλει, όπως τό θέλει, και όταν τό θέλει. Όμως εγώ δεσμεύομαι να ασχοληθώ αποκλειστικά με αυτό τό είδος γραφής. Δίχως άλλο χασομέρι, θα περιγράψω στον αναγνώστη τί εννοώ με αυτό. Όσο κατάλληλο είναι τό καφενείο για τίς φήμες, τόσο κατάλληλος είναι τούτος ο πρόλογος για τό δικό μου σχόλιο.

Αν και είμαι όσο ελάχιστοι ευτυχισμένος με τό γάμο μου, αν και ευγνωμονώ όσο ελάχιστοι τήν ευτυχία μου, χάρη στη γυναίκα μου έχω εντοπίσει αρκετές δυσκολίες στον γαμήλιο βίο, ειδάλλως δεν θα είχα υποψιαστεί τίποτα. Πάνε κάμποσοι μήνες από τότε που παντρεύτηκα. Έχοντας κάπως προσαρμοστεί στη συζυγική ζωή, άρχισε να αργοξυπνά μέσα μου ένας παλιός πόθος : να ασχοληθώ με ένα λογοτεχνικό εγχείρημα. Διάλεξα τό θέμα, άνοιξα τά κιτάπια μου, δανείστηκα βιβλία από τή βασιλική βιβλιοθήκη, τακτοποίησα τά τεφτέρια μου και βούτηξα τήν πένα στο μελανοδοχείο μου.

Η γυναίκα μου κάτι υποψιάστηκε και άρχισε να παρακολουθεί προσεκτικά τίς κινήσεις μου. Άρχισε τά υπονοούμενα. Έλεγε ότι περνούσα πολύ καιρό μελετώντας, πράγμα που δεν τήν ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Εγώ πάντως πρόσεχα μή μού ξεφύγει λέξη και έκανα ότι δεν καταλάβαινα, που όντως δεν καταλάβαινα στην αρχή. Μια μέρα όμως μέ αιφνιδίασε και κατάφερε να μού αποσπάσει τήν επίσημη ομολογία ότι τό έβαλα σκοπό να γίνω συγγραφέας. Ενώ μέχρι πρότινος εκτελούσε αποστολές αναγνώρισης, τώρα πλέον κήρυξε ανοιχτό πόλεμο εναντίον μου, με στόχο να κατασχέσει τά γραπτά μου και να βρει καλύτερη χρήση γι’ αυτά, σαν βάση κάτω από τά κεντήματά της, ανάμεσα στις μπούκλες της όταν χτενίζεται, κλπ. Κανένας συγγραφέας δεν βρέθηκε ποτέ σε χειρότερη μοίρα. Ώς κι αυτός που έχει λογοκριθεί ελπίζει ότι η δουλειά του θα φτάσει κάποτε στο τυπωθήτω. Η δική μου όμως κινδύνευε να πνιγεί στη γέννα. Η θέση μου έγινε ακόμα πιο απελπιστική όταν ανακάλυψα, ως συνήθως, ότι μέ κατεδίωκαν οι εφημερίδες. Τότε μπήκε στο μυαλό μου η σκέψη ότι θα ήταν ανεπανόρθωτη απώλεια για τήν ανθρωπότητα αν τά γραπτά μου δεν έβλεπαν ποτέ τό φως τής ημέρας. Τί μπορούσα να κάνω λοιπόν ; Εγώ αντίθετα από τόν συγγραφέα που λογοκρίνεται δεν έχω πρόσβαση στη δικαιοσύνη, στο αξιότιμο κοινό, ή έστω στη μνήμη τών μεταγενέστερων. Ζω και πεθαίνω, στέκω ή πίπτω διά τής συζύγου μου. Βεβαίως οι σύγχρονοί μου μέ θεωρούν ικανό να υπερασπίσω διαλεκτικά τήν περίπτωσή μου, αλλά η διαλεκτική μου δεινότητα δεν θα μέ ωφελήσει και πολύ στην προκειμένη περίπτωση, γιατί, αν και μπορώ να τά βγάλω πέρα με τόν Διάβολο, δεν μπορώ να τά βγάλω πέρα με τή γυναίκα μου. Εμμένει στην άποψή της. Αυτό που οι μορφωμένοι ονομάζουν λεπτό φιλοσοφικό επιχείρημα, η γυναίκα μου, που δεν θέλει να έχει τίποτα να κάνει με τή μόρφωση, τό θεωρεί φαιδρότητα. Η διαδικασία είναι απλή για έναν που ξέρει πώς να τή χειρίζεται. Κάθε φορά που λέω κάτι που δεν τής αρέσει, είτε είναι συλλογισμός είτε προσφώνηση είτε σχόλιο – τό σχήμα δεν παίζει ρόλο –, μού ρίχνει μια φιλική, γοητευτική καλοπροαίρετη και χαριτωμένη ματιά, θριαμβευτική και καταστρεπτική συνάμα, και μού λέει : «Σίγουρα αστειεύεσαι».

Τί είναι αυτό που δίνει τό δικαίωμα σε μια σύζυγο να φέρεται έτσι ; Η άποψή της είναι ότι ένας παντρεμένος που είναι συγγραφέας δεν είναι καλύτερος από έναν παντρεμένο που πάει στη λέσχη κάθε βράδυ. Είναι χειρότερος, γιατί αυτός που πάει στη λέσχη παραδέχεται ότι παρατυπεί, ενώ τό να είσαι συγγραφέας είναι μια διακεκριμένη απιστία που δεν μπορεί να προκαλέσει τύψεις – ακόμη και αν οι συνέπειες είναι πολύ χειρότερες. Αυτός που πάει στη λέσχη είναι απών όσο λείπει, ενώ ένας συγγραφέας «ίσως να μην τό έχεις καταλάβει, αλλά έχεις αλλάξει ολωσδιόλου. Είσαι μέσα σε ένα κουκούλι σκέψης από τό πρωί ώς τό βράδυ, ιδιαίτερα στο δείπνο. Κάθεσαι προσηλωμένος σαν Ναβουχοδονόσορας και, όταν σού φέρνω τόν καφέ στον δίσκο με μια χαριτωμένη υπόκλιση, η έκφρασή σου μέ τρομάζει τόσο πολύ, που μού πέφτει σχεδόν ο δίσκος και χάνω τήν εύθυμη διάθεση να υποκλιθώ μπροστά σου».
.
Μια και η γυναίκα μου ξέρει να αποφαίνεται σαν τόν Κάτωνα, αν και τό κάνει λιγότερο πληκτικά, καθετί πρέπει να τής προσφέρεται ως επιχείρημα. Η επιχειρηματολογία τής είναι δεύτερη φύση. Πηγάζει από τήν καρδιά της. Μέ έπεισε ας πούμε ότι, ως καθολική, ευεργετείται ακούγοντας τή λειτουργία στα λατινικά. Αν και δεν τά καταλαβαίνει, τή συγκινούν και τή συνεπαίρνουν.

Επιμένει ότι τό να είσαι συγγραφέας όταν είσαι παντρεμένος είναι η χειρότερη απιστία. Τώρα μάλιστα η απιστία έγινε ακόμα χειρότερη. Αν τής υπενθυμίσω ότι ο άντρας είναι ο κύριος βάσει τού νόμου ειδάλλως δεν είμαι παρά μια απλή αντωνυμία πλάϊ σ’ αυτήν, που δεν παύει ωστόσο να έχει απαιτήσεις, μέ κατηγορεί ως άδικο αφού ξέρω πολύ καλά ότι δεν απαιτεί απολύτως τίποτα στη σχέση μας. Αν πάλι διαμαρτυρηθώ ότι, εφόσον είμαι αντωνυμία πλάϊ της, οφείλει κι αυτή να είναι όσο πιο σημαντική γίνεται, για να μην είμαι αντωνυμία πλάϊ σ’ ένα τίποτα, εκείνη μέ κοιτά και μού λέει : «Προφανώς αστειεύεσαι».

Ποιο ήταν τό αποτέλεσμα τής διαμάχης ; … Όπως ο πανεπιστημιακός διδάσκαλος που ο συγγραφέας έχει αφοπλίσει με επιχειρήματα επικαλείται μια γλωσσική λεπτομέρεια για να δικαιωθεί, και ο συγγραφέας τήν αποδέχεται ευγενικά, έδωσα τήν άδεια στον εαυτό μου να γράφω μόνο προλόγους. Επικαλούμαι τόν παραλληλισμό τών συζύγων που, έχοντας υποσχεθεί στις γυναίκες τους να μην καπνίζουν, έχουν τήν άδεια να διατηρούν όσες ταμπακιέρες θέλουν. Η γυναίκα μου αποδέχτηκε τήν πρότασή μου ίσως επειδή θεώρησε ότι δεν μπορώ να γράψω έναν πρόλογο αν δεν γράψω ένα βιβλίο, κάτι που δεν αποτολμώ, εκτός αν ένας είναι διάσημος συγγραφέας και γράφει κατά παραγγελία, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωσή μου.

.
Αυτά ώς προς τήν υπόσχεση και τήν υποχρέωσή μου. Τά λιγοστά που δημοσιεύω εδώ τά έγραψα ελαφρά τή καρδία, εν αγνοία τής συζύγου μου και κατόπιν αδείας τού εαυτού μου. Είθε οι κριτικοί να είναι επιεικείς, γιατί, αν τυχόν διαπίστωναν ότι δεν είμαι φτιαγμένος για συγγραφέας και η γυναίκα μου τό μάθαινε, μάταια θα ζητούσα να μέ παρηγορήσει. Θα πηδούσε από τή χαρά της, τόσο για τό πάθημά μου όσο και για τήν άποψή της ότι τό να είσαι συγγραφέας όντας παντρεμένος είναι η χειρότερη απιστία.

Νicolaus Νotabene

 

 

 

 

εικόνες : επάνω, γράμμα στη ρεγγίνε όλσεν (όπου ο κίρκεγκωρ αρχικά τής ζωγραφίζει τή γειτονιά στην οποία ζούσε εκείνη, και τόν εαυτό του να κοιτάει τόν κόσμο μέσω τηλεσκοπίου, ξεκινώντας αμέσως μετά μ’ ένα μάθημα : «Αυτό είναι τό knippelsbro. Εγώ είμαι αυτός με τό τηλεσκόπιο. Όπως ξέρεις, οι ανθρώπινες φιγούρες μέσα σ’ ένα τοπίο έχουν τήν τάση να φαίνονται λίγο περίεργες. Ας σέ παρηγορήσει ίσως τό γεγονός ότι δεν φαίνομαι και τόσο άσχημος, και ότι κάθε καλλιτεχνική σύλληψη συγκρατεί πάντα και κάτι από τό ιδανικό, έστω και με τή μορφή καρικατούρας.») // στη μέση (πάνω από τίτλο), αριστερά, χειρόγραφο από τό «πάρτε ένα εμετικό» (take an emetic) (άρθρο στον τόμο «επίθεση στον ‟χριστιανισμόˮ») / δεξιά, τίτλοι με οδηγίες προς τόν τυπογράφο από τίς «τέσσερεις εποικοδομητικές ομιλίες» (four upbuilding discourses) // κάτω, μεγένθυση για τό σχέδιο τού κίρκεγκωρ από τό γράμμα του στη ρεγγίνε

 

 

 

και εδώ ένα ενδιαφέρον άρθρο, κριτική μιας βιογραφίας τού Κ, όπου διαβάζεις και μια κριτική εναντίον του στον σατιρικό «κουρσάρο» (μ’ αυτό τό περιοδικό ο κίρκεγκωρ θα τά έβαζε για τά καλά κάποια στιγμή – μιλάμε για μηνύσεις και τέτοια –)

.

.

η γελοιογραφία αυτή τού «κουρσάρου» για παράδειγμα, δείχνει τόν κίρκεγκωρ σαν ήλιο στο κέντρο ενός σύμπαντος αστέρων, καθημερινών αντικειμένων, κτισμάτων τής κοπεγχάγης, και τού ήλιου τού ίδιου – και η λεζάντα λέει :

«έρχονται στιγμές που συγχύζεται τό μυαλό τού ανθρώπου και λέει πως ο Κοπέρνικος ήταν ηλίθιος που νόμιζε ότι η γη περιστρέφεται πέριξ τού ήλιου. Αντιθέτως, ήλιος, ουρανοί, πλανήτες, η γη, η ευρώπη, και η Κοπεγχάγη περιστρέφονται πέριξ τού Κίρκεγκωρ, ο οποίος στέκεται εν σιωπή στο κέντρο και δεν βγάζει και τό καπέλο του όταν τόν χαιρετάνε.»

 

 

 

 

 

 

Ιουλίου 16, 2014

søren, 3 (πρόλογος σε υστερόγραφο)

 

 

τά προηγούμενα : 1, 2

 

τό παρακάτω κείμενο (τό πρώτο στο οποίο ο κίρκεγκωρ εμφανίζει και τό όνομά του – ως «ταπεινού, ασήμαντου άνθρωπου» εκδότη τού ψευδώνυμου συγγραφέα) είναι τόσο εύστοχο, καταπελτικό, τραγικό, και ολοσούμπιτα σύγχρονο, ισχύει δηλαδή τόσο και για εδώ και για τώρα και για παντού, που μολονότι αισθάνομαι τόν πειρασμό να γράψω διάφορα, από τήν άλλη μεριά δεν έχω διάθεση να γράψω (δηλαδή να προσθέσω) τίποτα.

φτάνει προτείνω να διαβαστεί σαν να γράφτηκε από έναν κοντινό μας, πολύ κοντινό, που ξαναπαίρνει τή μορφή τού βασανισμένου δανού για να μάς ξαλαφρώσει από τό βάρος τής κακοήθους άγνοιας, τής καταστροφικής ματαιοδοξίας, και τής ευεργετικής αγνόησης που μάς τυλίγει.

θα μπορούσα να προσθέσω πάντως ως προς τήν ημερομηνία, ότι μολονότι γράφτηκε 9 χρόνια πριν τόν θάνατο τού συγγραφέα, δεδομένου ότι ο κίρκεγκωρ είχε ήδη πίσω του μεγάλο μέρος τού έργου του, μπορεί να είναι κανείς απολύτως σίγουρος ότι είχε γνωρίσει και με τό παραπάνω τή μικρότητα τών συγχρόνων του κριτικών – έτσι ώστε η τελευταία παράγραφος (όπως και ολόκληρος ο πρόλογος άλλωστε) να ηχεί επαρκώς και έγκυρα και ψύχραιμα και σοφά : καθότι γκάφες συμβαίνουν ακόμη και στη λογοτεχνία.

 

 

 

 

Πρόλογος
από τό «Τελικό και μη επιστημονικό Υστερόγραφο στα Φιλοσοφικά Κομμάτια» :
μιμητικόν – παθητικόν – διαλεκτικόν σύγ–γραμμα
υπαρξιακή παρεμβολή
από τόν Ιωάννη τής Κλίμακος
υπεύθυνος για τήν έκδοση : S. Kierkegaard
Κοπεγχάγη, 27 Φεβρουαρίου 1846

 

Είναι ίσως σπάνιο για ένα λογοτεχνικό εγχείρημα να επαληθεύει σε τέτοιο βαθμό τίς επιθυμίες τού συγγραφέα του όσο τά Φιλοσοφικά μου Κομμάτια. Όντας συγκρατημένος και επιφυλακτικός στις αξιολογήσεις μου, τολμώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν προκάλεσε τήν παραμικρή αίσθηση. Ανενόχλητος και σύμφωνα με τό επίγραμμα τού βιβλίου («κάλλιο καλοκρεμασμένος παρά κακοπαντρεμένος»*), ο κρεμασμένος, και μάλιστα ο καλοκρεμασμένος, συγγραφέας παραμένει στην κρεμάλα του χωρίς να βρεθεί ούτε ένας άνθρωπος να τόν ρωτήσει, αστεία ή σοβαρά, για ποιο λόγο κρεμάστηκε. Όμως αυτό και αυτός ήθελε : καλύτερα κρεμασμένος παρά αναγκασμένος από έναν ατυχή γάμο να συμπεθεριάσει με τόν κόσμο. Άλλωστε, με ένα τέτοιο θέμα, ήταν αναπόφευκτο. Ανάμεσα σε τόση ταραχή, ανάμεσα σε τόση πρόβλεψη εικασία και καιροσκοπία, έτρεμα μην τυχόν κάτι χαλάσει τό σχέδιό μου. Όσο και να προσπαθείς να ταξιδεύεις ινγκόγνιτο, είναι επικίνδυνο να φτάνεις σε μια πόλη τή στιγμή τής ενθουσιώδους αναμονής, με τά κανόνια γεμάτα και τά φιτίλια αναμμένα, με τά πυροτεχνήματα έτοιμα, τό δημαρχείο στολισμένο, τήν επιτροπή τών επισήμων έτοιμη για προσφώνηση και τούς κοντυλοφόρους έτοιμους να καταγράψουν στα ανοιχτά τεφτέρια κάθε σου λέξη. Κάτι μπορεί να πάει στραβά. Γκάφες συμβαίνουν ακόμη και στη λογοτεχνία.

Ευχαριστώ τή μοίρα που τίποτα δεν πήγε στραβά. Χωρίς τήν παραμικρή αναταραχή, χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα αίμα ή μελάνι, τό βιβλίο πέρασε απαρατήρητο. Δεν γράφτηκε ούτε μία λέξη γι’ αυτό, ούτε τό παραμικρό σχόλιο. Καμιά λογοτεχνική ιαχή δεν αναστάτωσε, κανένας ακαδημαϊκός διθύραμβος δεν παραπλάνησε τόν αδημονούντα οικοδεσπότη, καμιά κραυγή εκ τών επάλξεων δεν εξέγειρε τό αναγνωστικό κοινό. Αφού τό εγχείρημα δεν περιείχε κάποια μαγική συνταγή, ήταν επόμενο να μην αναστατώσει. Ο αυτουργός του, ως συγγραφέας, είναι στην ευχάριστη θέση να μην οφείλει τίποτα σε κανέναν. Αναφέρομαι σε κριτικούς, μεσάζοντες και αρθρογράφους, που στον κόσμο τών γραμμάτων είναι σαν τούς ράφτες, που «δημιουργούν», ορίζουν τή μόδα για τόν συγγραφέα και τήν άποψη για τόν αναγνώστη. Με τή βοήθεια και τήν τέχνη τους ένα βιβλίο καταλήγει άχρηστο. Όπως και οι ράφτες, αυτοί οι προθυμότατοι κύριοι σέ γδύνουν με τόν λογαριασμό που σού φέρνουν για τή δημιουργία τους. Και βουλιάζουμε στα χρέη, χωρίς να μπορούμε να ξεχρεώσουμε με ένα άλλο βιβλίο, γιατί κι εκείνου η σπουδαιότητα, αν ποτέ τήν αποκτήσει, θα οφείλεται στην έντεχνη παρέμβαση τών ίδιων προθυμότατων κυρίων.

Επομένως δύναμαι, άνευ εποχιακών περιορισμών και εξ ιδίων ορμώμενος, να πλάθω τίς σκέψεις μου μέχρι να μείνω ικανοποιημένος με τό ζυμάρι. Κάνω τό παν προκειμένου τό βιβλίο μου να μην προκαλέσει αίσθηση, ιδιαίτερα τήν αίσθηση τής επιδοκιμασίας. Μολονότι η εποχή είναι προοδευτική, φιλελεύθερη και καιροσκοπική, και κάθε παρέμβαση στα ατομικά δικαιώματα επικρίνεται έντονα από δημοφιλείς δημαγωγούς, αν εξετάζαμε τά επιχειρήματά τους δεν θα τούς ανταμείβαμε με ηχηρούς επαίνους, λαμπαδηδρομίες, και άλλες αντικοινωνικές εκδηλώσεις. Εσύ είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις. Αν θέλεις να μείνεις στην αφάνεια, κανείς δεν πρόκειται να σέ εμποδίσει. Κάθισε στο σαλόνι σου, κάπνισε τό πούρο σου, ασχολήσου με τίς σκέψεις σου, χαριεντίσου με τήν ερωμένη σου, περιφέρσου με τή ρόμπα σου, ρίξ’ το στον ύπνο, φύγε αν θέλεις, αφού η παρουσία σου δεν κρίνεται απαραίτητη. Όμως αν λείψει μία διασημότης, τού λόγου της πρέπει να επιστρέψει αμέσως. Αν έχει ανάψει ένα πούρο, πρέπει να τό σβήσει, αν έχει πάει για ύπνο, πρέπει να σηκωθεί, να τρέξει ξεσκούφωτη μέσα στο κρύο και να βγάλει λόγο.

Ό,τι ισχύει για τίς μαζικές εκδηλώσεις ισχύει και για τίς ιδιωτικές. Μια λογοτεχνική επίθεση σ’ έναν συγγραφέα δεν θεωρείται επέμβαση στην ελευθερία λόγου τού ενλόγω συγγραφέα. Ο καθένας έχει τό δικαίωμα να εκφράσει τήν άποψή του, και φυσικά αυτός στον οποίο επιτίθενται μπορεί να συνεχίσει τήν εργασία του απερίσπαστος, απολαμβάνοντας τήν πίπα του και αδιαφορώντας για τήν κριτική. Η επιδοκιμασία όμως είναι διαφορετική. Δεν είναι η κριτική που σέ αποπέμπει από τόν χώρο τής λογοτεχνίας, αλλά η κριτική που σού παραχωρεί μια θέση εκεί, αυτή που πρέπει να σέ τρομάζει. Ο περαστικός που σέ κοιτά υπεροπτικά, υποδηλώνοντας με τό βλέμμα του ότι δεν αξίζεις να σού βγάλει τό καπέλο, σέ γλιτώνει από τό να βγάλεις τό δικό σου. Τόν θαυμαστή όμως δεν τόν ξεφορτώνεσαι εύκολα. Καταντά τόσο φορτικός που, προτού τό αντιληφθείς, σού επιβάλλονται δυσβάσταχτοι δασμοί – παρά τήν οικονομική ευρωστία σου. Αν ένας συγγραφέας δανειστεί μια ιδέα από έναν άλλον εν αγνοία τού δεύτερου, και τήν παραποιήσει, δεν προσβάλλει τά ατομικά του δικαιώματα. Αν όμως κατονομάσει με θαυμασμό τόν συγγραφέα που παραποίησε, τότε γίνεται επιζήμιος. Τό θετικό μπορεί να φέρει πολύ αρνητικά αποτελέσματα. Όπως τό φιλελεύθερο κράτος τής βορείου αμερικής έχει ανακαλύψει τήν πιο απάνθρωπη τιμωρία, τή δουλεία, έτσι και η φιλελεύθερη προοδευτική εποχή μας έχει ανακαλύψει τίς πιο αντικοινωνικές στρεψοδικίες. Νυχτερινές λαμπαδηδρομίες, εύηχες προσφωνήσεις, τρις ημερησίως για τίς διασημότητες και άπαξ για τούς άσημους. Η κοινωνικότητα είναι φύσει αντικοινωνική.

Τό παρόν βιβλίο είναι ιδίαις χερσί, ιδίοις εξόδοις και προς ιδίαν χρήσιν. Τά λίγα πράγματα που έχουν γραφτεί αφορούν τόν συγγραφέα και κανέναν άλλο. Είθε η μοίρα να αποτρέψει τόσο τόν σοβαρό όσο και τόν σατιρικό κριτικό, ώστε να μην παγιδεύσουν τόν συγγραφέα σε μια ανάξια κριτική με πιθανές κωμικοτραγικές συνέπειες.

Ιωάννης τής Κλίμακος

 

 

 

 

 

* «κάλλιο καλοκρεμασμένος παρά κακοπαντρεμένος» : στη δωδεκάτη νύχτα ο σαίξπηρ βάζει τόν γελωτοποιό να λέει many a good hanging prevents a bad marriage και η αγγλική wiki επισημαίνει : «ο δανός φιλόσοφος σαίρεν κίρκεγκωρ ξεκινάει τό βιβλίο του “φιλοσοφικά κομμάτια” με τή φράση better well hanged than ill wed τό οποίο αποτελεί παράφραση τού σχόλιου που κάνει ο (γελωτοποιός) feste προς τήν μαρία (ακόλουθο τής κόμησας ολίβιας) (twelfth night· or, what you will, 1η πράξη, σκηνή 5η )»

(απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, η δανέζικη wiki δεν αναφέρει καθόλου τή φράση σε σχέση με τόν κίρκεγκωρ – για να βλέπαμε πώς ακριβώς θα ήταν η παραλλαγή στα δανέζικα –)

με αφορμή πάντως ένα άλλο παράθεμα τού κίρκεγκωρ, από τόν τρωίλο και τή χρυσηίδα τού σαίξπηρ, η σκοπετέα σημειώνει : «Ο Κ. παραθέτει όπως συνήθως, παρά τά εισαγωγικά, από μνήμης. Τόν Σαίξπηρ τόν γνώριζε από τή γερμανική μετάφραση τών Tieck και Schlegel»

(παρεμπιπτόντως, αυτή η σελίδα έχει μεγάλα κομμάτια τού έργου του (ας πούμε εδώ από τά ημερολόγια) (βέβαια όμως στα αγγλικά, όχι στα δανέζικα))

 

 

 

οφείλω να κάνω τώρα μια σημείωση ως προς τά ψευδώνυμα, που δεν τήν συμπεριέλαβα νομίζω στα πριν – ο κίρκεγκωρ λοιπόν (και για τόν λόγο αυτό μπορεί κανείς (με λίγο (ασεβές) χιούμορ) να πει ότι ο στρυφνός φιλόσοφος ανήκει και στη συνομοταξία τών μπλόγκερ) έχει χρησιμοποιήσει άπειρα ψευδώνυμα, τόσα που μπερδευόταν καμιά φορά και ο ίδιος : Από τήν επανάληψη και τή μετάφραση/μελέτη/σχολιασμό τής σοφίας σκοπετέα έχουμε ας πούμε ένα τέτοιο διασκεδαστικό παράδειγμα μπερδέματος τού ίδιου τού κίρκεγκωρ, ο οποίος, ως johannes climacus λέει σε κάποιο του γραφτό, αναφερόμενος ακριβώς στην επανάληψη : «ο Κωνσταντίνος Κωνστάντιος έγραψε όπως τό αποκαλεί : ‟ένα ιδιότροπο βιβλίοˮ» – και η σκοπετέα σε υποσημείωση διευκρινίζει : «Ο χαρακτηρισμός είναι τού vigilius haufniensis· ο κωνσταντίνος κωνστάντιος δεν τόν χρησιμοποίησε. Καμιά φορά ο Κ. χάνει τόν λογαρισμό με τά πολλά ψευδώνυμα.»

 

χρονολογικά τά κυριότερα ψευδώνυμα :

Βίκτωρ Ερημίτης (ως εκδότης τού είτε/είτε)
Α (σα συγγραφέας στα «χαρτιά τού Α.», δηλαδή ο αφηγητής στο «ημερολόγιο ενός διαφθορέα» που περιλαμβάνεται στο είτε/είτε)
Πάρεδρος Γουλιέλμος (ταυτίζεται με τόν Β. που αποτελεί αντίστιξη στον Ιωάννη τόν Αποπλανητή (ή Αισθητή, ή Διαφθορέα) τού είτε/είτε)
Johannes de Silentio (ο συγγραφέας τού φόβος και τρόμος)
Κωνσταντίνος Κωνστάντιος (ο συγγραφέας στην επανάληψη, πρώτο μέρος)
Νέος (ο συγγραφέας στην επανάληψη, δεύτερο μέρος)
Vigilius Haufniensis (ο συγγραφέας στην έννοια τής αγωνίας)
Johannes Climacus (o συγγραφέας τών φιλοσοφικών κομματιών και τού τελικού μη επιστημονικού υστερόγραφου)
Nicolaus Notabene (ο συγγραφέας τών προλόγων)
Ιλάριος Βιβλιοδέτης (ο εκδότης τών σταδίων στον δρόμο τής ζωής)
Γουλιέλμος Αφεαυτού – William Afham (ο συγγραφέας τού in vino veritas που περιλαμβάνεται στα στάδια)
Frater Taciturnus (ο συγγραφέας τού ένοχος – μη ένοχος) (όπου συμπεριλαμβάνονται ημερολογιακές σημειώσεις τού παραπάνω :
Νέου (ο οποίος αργότερα ονομάζεται :
Quidam κάποιος», αναφορικά με τή σύναψη και διάλυση τών αρραβώνων τού Κ (και εδώ ο Κ συμπεριλαμβάνει αυτούσιο τό σημείωμα με τό οποίο συνόδεψε τό δαχτυλίδι που επέστρεψε στη Ρεγγίνα)))
Anti–Climacus (ο συγγραφέας τής ασθένειας προς θάνατον και τής εξάσκησης στον χριστιανισμό)

 

η σοφία σκοπετέα (από τήν οποία παίρνω όπως έχει γίνει σαφές τίς πληροφορίες (και – οπωσδήποτε – τίς μεταφράσεις) για τά ψευδώνυμα (και τά έργα)) σημειώνει ότι στο τέλος τού «Τελικού και μη επιστημονικού Υστερόγραφου στα Φιλοσοφικά Κομμάτια» γίνεται «επίσημη λύση τής ψευδωνυμίας με επώνυμη δήλωση (‟Μια πρώτη και τελευταία εξήγησηˮ) με τόν κατάλογο όλων τών ψευδωνύμων και τήν προειδοποίηση πως ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα, εδημιούργησε απλώς εκδότες και συγγραφείς, και αναλόγως απαιτεί να γίνονται και τά παραθέματα και οι κρίσεις για τό έργο.» Έχουμε επίσης (από τήν ίδια, στον Πρόλογο τής Επανάληψης) τήν πληροφορία ότι στο «in vino veritas» «συνδαιτημόνες είναι ακριβώς όλα τά μέχρι τούδε ψευδώνυμα – σαν για να αποχαιρετιστούν, όπως και αναχωρώντας σπάνε τά ποτήρια τους θρυμματίζοντας τόν σκηνικό διάκοσμο τού έργου. Από δω και πέρα τά ψευδώνυμα που θα συναντήσουμε είναι είτε επαναλήψεις είτε διαφάνειες είτε σαφώς σατιρικά.»

(ίσως σ’ αυτά να συμπεριλαμβάνει και τά :
Inter et Inter (ο συγγραφέας τού Η κρίση και Μία κρίση στη ζωή μιας ηθοποιού)
και
H. H. (ο συγγραφέας τών δύο ηθικο–θεολογικών δοκιμίων)
που βρήκα ψάχνοντας εδώ κι εκεί)

 

 

 

 

εικόνες : επάνω, χειρόγραφο για τή σελίδα τίτλου τής «ασθένειας προς θάνατον», όπου ο κίρκεγκωρ σβήνει τό αρχικά γραμμένο πάνω–πάνω όνομά του, βάζει αντ’ αυτού τό Anti–Climacus και μόνο πιο χαμηλά βάζει τό όνομά του, ως εκδότη  //  στη μέση, ο κίρκεγκωρ στο καφενείο, 1843 (σχέδιο τού christian olavius zeuthen)  //  κάτω, προσωρινό σχεδίασμα για τόν πίνακα περιεχομένων στο «τελικό και μη επιστημονικό υστερόγραφο» – δοκιμές ενώ ακόμα δεν βρεθεί ο τελειωτικός τίτλος τού έργου –

 

 

 

 

 

 

Ιουλίου 9, 2014

søren, 2

 

 

ημερολογίων συνέχεια

τό προηγούμενο

 

κανείς γίνεται συγγραφέας σήμερα όχι για να εκφραστεί αλλά για να διαβαστεί.

σήμερα η συγγραφή έχει ξεπέσει σε τέτοιο βαθμό και αυτοί που γράφουν, γράφουν για πράγματα τόσο ανόητα και κενά από εμπειρίες, που αποφάσισα να διαβάζω μόνο τά γραπτά εκείνων που καταδικάστηκαν σε θάνατο ή αντιμετώπισαν κάποιο θανάσιμο κίνδυνο.

είναι τρομερό τό πώς αγοράζω κάθε μέρα, κάθε ώρα, και η τιμή έχει τόσες διακυμάνσεις !

δεν υπάρχουν στοχαστές να στοχαστούν, εραστές να ερωτευτούν. Υπάρχουν οι εφημερίδες, που περιβάλλουν τόν άνθρωπο με ένα μίασμα από σκέψεις, συναισθήματα, διαθέσεις, πορίσματα και προθέσεις που κανείς δεν διεκδικεί· είναι κοινά για όλους.

αν οι εφημερίδες κρεμούσαν μια πινακίδα έξω από τό μαγαζί τους, όπως κάνουν οι καταστηματάρχες, θα έγραφε : Εδώ οι άνθρωποι διαφθείρονται στο συντομότερο δυνατό χρόνο, στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα και στη μικρότερη δυνατή τιμή.

κάθε άνθρωπος έχει μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, και είναι αλαζονεία και έπαρση να μην τιμά τόν συνάνθρωπό του. Είναι παράλογο ότι χίλιοι άνθρωποι αξίζουν περισσότερο από έναν· αυτό θα τούς εξίσωνε με τά ζώα. Να είσαι άνθρωπος σημαίνει ότι η μονάδα είναι τό ανώτερο, χίλιες μονάδες μετρούν λιγότερο από τή Μία. Αν μπορούσα να τό πω αυτό στον καθένα, είμαι σίγουρος πως θα τόν συγκινούσα. Αφού πρώτα γίνω επιδέξιος στη διαλεκτική.

όσο περισσότερο συμμετέχουμε στον κόσμο, τόσο περισσότερο αναχαιτίζεται τό πνεύμα μας. Και τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία μας.

πόσο ειρωνικό ! Τρομοκρατεί κυριολεκτικά τόν άνθρωπο να ξέρει τί τεράστιες ικανότητες έχει. Είσαι ικανός να ξέρεις ; Είσαι ικανός να ζεις στην ανέχεια, να ανέχεσαι οποιαδήποτε κακουχία μπορείς να φανταστείς ; Όμως δεν θέλεις να ξέρεις αν είσαι ικανός, έτσι δεν είναι ; Θα θύμωνες με όποιον σέ διαβεβαίωνε ότι είσαι, και θα θεωρούσες φίλο εκείνον που πείθεις λέγοντας «δεν μπορώ να τό αντέξω αυτό, είναι πέρα από τίς δυνάμεις μου».

πράξη δεν είναι η εξωτερική πράξη, αλλά η στιγμή που ο άνθρωπος αναιρεί τή σκέψη σαν πιθανότητα, για να ταυτιστεί με αυτή στην εσωτερικότητά του, να υπάρξει σ’ αυτή.

έχει δίκιο ο σοπενχάουερ : «Οι μόνοι ειλικρινείς είναι οι έμποροι, γιατί παραδέχονται δημόσια ότι κλέβουν».

η ειρωνεία δεν θαυμάζει τίποτα. Ειρωνεύεται ακόμη και τόν εαυτό της. Όμως στο χιούμορ ενυπάρχει η χαρά που θριαμβεύει παντού.

ο είρωνας που ανήκει στην πλειονότητα είναι μετριότητα. Η αμεσότητα μάς θέλει στην πλειονότητα. Η ειρωνεία είναι καχύποπτη και προς τή μεν και προς τή δε. Αντίθετα με τόν κωμικό, ο αληθινός είρωνας δεν βρίσκεται ποτέ στην πλειονότητα.

σε καιρούς φλογερούς, ο ενθουσιασμός είναι η αρχή που ενώνει τά πάντα. Σε καιρούς χαλεπούς, η αρνητική αρχή που ενώνει τά πάντα είναι ο φθόνος.

ό,τι ισχύει για τίς επιχειρήσεις ισχύει και για τή γνώση. Η συναλλαγή γινόταν αρχικά σε είδος, κατόπιν εφευρέθηκε τό χάρτινο υλικό, τό χρήμα. Η συναλλαγή της γνώσης γίνεται σε χάρτινο υλικό, για τό οποίο κανείς δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο οι διανοούμενοι.

ο άνθρωπος πλησιάζει ολοένα περισσότερο τά ζώα : δεν μιλούν πια για χίλιους γερούς άντρες αλλά για ιπποδύναμη χιλίων ίππων.

παρά τούς βαστάζους της (πιοτό, κλπ), η φιλία σέρνεται άθλια και αξιολύπητη. Πόσο μέ αηδιάζουν αυτά τά τετριμμένα κηρύγματα περί αμοιβαίας κατανόησης. Σαφώς και ζητά κατανόηση η φιλία, όχι όμως αυτή που ο ένας ξέρει τί πρόκειται να πει ο άλλος. Η φιλία ζητά ο ένας να μην ξέρει τί θα πει ο άλλος. Αλλά δεν φτάνει ίσαμε εκεί, γιατί δεν υπάρχει. Σήμερα οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τούς πάντες. Όταν λένε αυτάρεσκα πως περίμεναν ένα τέτοιο σχόλιο, υποθέτουν ότι τά λόγια τού άλλου είναι τόσο ασήμαντα και κενά όσο τά δικά τους. Δεν υποψιάζονται τά γνωρίσματα που μπορούν να κάνουν ενδιαφέρον και τό πιο μικρό σχόλιο. Καλά θα κάνουμε να αποφεύγουμε αυτούς που, παρά τήν κατανόησή τους, δεν παύουν να παρεξηγούν. Κάθε φορά που συνομιλούμε με δαύτους χειρονομούν και μορφάζουν τόσο μηχανικά, που μοιάζουν με λατέρνες.

θα άξιζε σαν θέμα ομιλίας αυτό που έχω γράψει κάπου στο δεύτερο μέρος τού είτε/είτε : Τρομερό δεν είναι να τιμωρηθώ όταν διαπράξω τό κακό, αλλά να τό διαπράξω ατιμωρητί.

σήμερα τό μόνο που έχουν να κάνουν ο άντρας και η γυναίκα είναι να ζευγαρώσουν, για να προκύψει ένα αθάνατο πλάσμα, και ύστερα, με ένα πιτσίλισμα στο κεφάλι του, ένας χριστιανός, με τήν αιώνια σωτηρία να απλώνεται εμπρός του. Δεν είναι αυτό ένας εύκολος τρόπος να παράγεις αθάνατα έργα ; Ο χριστιανισμός από πνευματική έννοια έχει μετατραπεί σε κοινοτοπία. Και συνεχίζει χωρίς να προκαλεί τήν παραμικρή υποψία. Απεναντίας, όλοι τόν θαυμάζουν.

αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν βαρύτατο παράπτωμα και τιμωρούν σκληρά – και που δείχνει τή ζωική καταγωγή τους – είναι τό να διαφέρεις από τούς άλλους. Τά πουλιά δικαίως κατατρέχουν τό πουλί που δεν είναι σαν αυτά. Στο ζωικό βασίλειο, τό είδος είναι ανώτερο από τίς μονάδες. Τό ιδίωμα τού ανθρώπου είναι ότι ο καθένας είναι προορισμένος να διαφέρει, να έχει τήν ιδιομορφία του. Εντούτοις, οι άνθρωποι είναι αμείλικτοι όταν διαφέρεις.

η εξέλιξη τού πολιτισμού, η εμφάνιση τών μεγαλουπόλεων, η αστικοποίηση, και εκείνο που συνέβαλε σε όλα τούτα, ο τύπος, ως τό κατεξοχήν μέσο επικοινωνίας, έχουν δώσει στην ύπαρξη εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση. Η προσωπική ζωή έπαψε να υπάρχει. Τό να αντλείς από τίς καθημερινές σου εμπειρίες και να τίς διδάσκεις στον δρόμο αχρηστεύθηκε τόσο, που κατάντησε γελοία υπερβολή. Κάθε μεταρρύθμιση που συνέβαινε αφορούσε τόν τρόπο διακυβέρνησης. Όμως κανείς δεν σκέφτηκε να μεταρρυθμίσει τό «πλήθος». Μια τέτοια ιδέα μόνο σε τρελοκομείο μπορεί να γεννηθεί – όμως αυτό σημαίνει μεταρρύθμιση. Και τό πλήθος αφέθηκε στην τύχη του. Ο τύπος τό εκμεταλλεύτηκε για να μεταρρυθμίσει τήν εξουσία· κατόπιν τό παράτησε βαρύ και άψυχο πάνω στο σώμα τής πολιτικής. Στο πλήθος δεν ανήκει μόνο τό κοινό, ανήκει και τό προλεταριάτο. Πώς να τό μεταρρυθμίσεις τώρα που όλοι αρχίζουν να ξυπνούν μουδιασμένοι, παγωμένοι από φόβο ;

είναι πολύ σημαντικό στη ζωή να ξέρεις πότε έρχεται η σειρά σου.

προσωπικά διατείνομαι ότι ο άνθρωπος είναι ανόητος – εξαιτίας τής γλώσσας. Διαμέσου τής γλώσσας ο καθένας μπορεί να μετέχει στο ύψιστο. Νομίζουμε ότι μετέχουμε στο ύψιστο απλώς και μόνο μιλώντας για αυτό. Σαν να μετέχουμε στο βασιλικό τραπέζι από τή γαλαρία. Αν ήμουν άθεος, θα έλεγα ότι μια ειρωνική θεότητα δώρισε τή γλώσσα στον άνθρωπο για να διασκεδάζει με αυτή τήν ψευδαίσθηση. Η γλώσσα ξεχωρίζει τόν άνθρωπο από τό ζώο. Ωστόσο, εκείνο υπερτερεί, γιατί δεν χρειάζεται να εξαπατά τό ύψιστο.

σήμερα η ηθική συμβαδίζει με τίς διακρίσεις και τό ταλέντο. Με τήν ίδια απάθεια που ένας λέει ότι δεν είναι ιδιοφυΐα, λέει πως δεν μπορεί να απαρνηθεί τόν εαυτό του. Τί συγκινητικό ! Και θέλει επιπλέον να τόν παινέψουν για τήν ταπεινοφροσύνη και τήν αποδοχή τού ξεπεσμού του. Έξοχα ! Φανταστείτε έναν κακό μαθητή που θέλει να τόν παινέψουν επειδή ομολογεί ταπεινά πως είναι τεμπέλης !

τό κλασικό διαιρείται τελείως από τό ιδανικό και τό πραγματικό. Τό ρομαντικό αφήνει κάποιο υπόλοιπο.

επιγραμματικό. Στην εποχή μας υποτίθεται πως όλα είναι ελεύθερα. Πρέπει να είναι κανείς ελεύθερος ακόμη κι αν δεν θέλει. Πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελεύθερος, ειδάλλως θα καταδικαστεί εις θάνατον. Νά πόσο ελεύθερα είναι όλα.

ώς και στη σφαίρα τού πνεύματος υπάρχει ειρωνεία. Δεν είναι ειρωνικό ότι με τή γλώσσα μπορεί ο άνθρωπος να υποβιβάσει τόν εαυτό του χαμηλότερα κι από τό άναρθρο ; – αφού οι ανοησίες είναι κατώτερες από τίς άναρθρες κραυγές ;

επιγραμματικό. «Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο Λονδίνο ; » «Ναι, αλλά πρέπει να στρίψεις, ειδαλλιώς απομακρύνεσαι από τό Λονδίνο». Υποκλίνομαι με θαυμασμό στην πολυμάθεια τής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, όμως διαφωνώ σε κάτι. Ίσαμε τόν Σωκράτη, τό αντικείμενο τής φιλοσοφίας ήταν ακόμα μόνο (προσέξτε τό ακόμα μόνο) η Ζωή. Όμως από τόν Πλάτωνα και έπειτα, τό αντικείμενό της έγινε η γνώση, έως και τήν εποχή μας, όπου από τήν κορυφή τής γνώσης κοιτάζουμε αφ’ υψηλού τόν Σωκράτη, γιατί η φιλοσοφία του ήταν ακόμα μόνο η Ζωή.
«Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο Λονδίνο ; » «Ναι, αλλά πρέπει να στρίψεις». Αυτό που εννοεί η περίεργη αντιστροφή είναι ότι αν η ζωή σου είναι η φιλοσοφία (ή η θρησκεία), εφόσον και οι δύο είναι ξένες προς τήν επίγεια ζωή, η εξωτερική ζωή σου (καθότι φιλοσοφία και θρησκεία είναι η εσωτερική ζωή σου) πρέπει να στερηθεί τά επίγεια οφέλη. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος να κάνει κάτι τέτοιο. Κατευθύνει τή ζωή του προς τά επίγεια οφέλη, μια και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτα άλλο από γνώση. Έτσι, στη θέση τού φιλοσόφου για τόν οποίο η φιλοσοφία ήταν ακόμα μόνο η ζωή, έχουμε τήν αυθεντία, που από επιστημονική, αντικειμενική, και ανώτερη άποψη βλέπει τόν Σωκράτη αφ’ υψηλού…
«Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο Λονδίνο ; » «Ναι, αν στρίψεις…»

τό έργο μου. Τελικά ποια είναι η κατάληξη τού έργου μου ; Ότι προσέφερα λίγη ειλικρίνεια.

 

 

 

επάνω : εξώφυλλα και σελίδες από τά ημερολόγια

 

 

εδώ : χειρόγραφο από τά διαψάλματα (diapsalmata) (τμήμα τού είτε/είτε) όπου στην πρώτη σελίδα ο κίρκεγκωρ σβήνει όλο τό κείμενο κι αφήνει μόνο τήν εισαγωγή : «προτιμάω να μιλάω στα παιδιά, γιατί αυτά μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα μεγαλώσουν και θα γίνουν λογικά πλάσματα – όσο γι’ αυτούς που μεγάλωσαν – Θεός φυλάξοι ! »

(μεταφράζω, με βάση ας πούμε τό γενικό ύφος και τά συμφραζόμενα, τό Lord Jemini! μολονότι δεν βρήκα πουθενά σίγουρα τή σημασία του, και μάλιστα όπως μπορεί να τήν είχε στα δανέζικα)

συστήνω πάντως να διαβαστεί η φράση, και η συνακόλουθη στάση, τού Κ για τά παιδιά, σε σχέση με τήν άλλη φράση, στην τελική φάση τής ζωής, όπως μάς παραδίνεται, τού ηράκλειτου πως προτιμούσε να παίζει βόλους με τά παιδιά αντί να ασχολείται με τήν πόλη

αλλά για τή σχέση τού δανού με τόν εφέσιο (αρκούντως «σκοτεινοί», άλλωστε, και οι δύο) χρειάζεται ειδική διαπραγμάτευση – ο ίδιος πάντως, μολονότι, ειδικά στην «επανάληψη», θα έπρεπε να τόν έχει ψωμοτύρι, ασχολείται με τόν παρμενίδη ή τόν ζήνωνα ή τόν σωκράτη ή άλλους και (κάτι μού λέει ότι παριστάνει πως) τόν αγνοεί… Από μια άποψη είναι λογικό, αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω ότ/αν γράψω για τήν «επανάληψη»

 

 

 

 

από εδώ

 

 

 

 

 

Ιουνίου 20, 2014

søren

 

 

 

 

όσο και αν, για να ’ναι κανείς σωστός θεωρητικά, θα ’πρεπε να πει ότι ο σαίρεν κίρκεγκωρ μόνο μέσα στην ολότητά του βρίσκεται (και έτσι θα εύρισκε τρόπο να συμφωνήσει και με τόν αντόρνο (που σίγουρα τόν είχε διαβάσει ολόκληρον, για να κάνει εκείνη τήν πρώτη φιλοσοφική του δουλειά, πάνω στον κίρκεγκωρ ακριβώς)) εγώ θα προτιμήσω να πω ότι επειδή ο κίρκεγκωρ νόμιζε ότι είναι χριστιανός, βρίσκεται στις καλύτερες (και λιγότερο πληκτικές του στιγμές – και τήν πλήξη τού τήν επιστρέφω ολόκληρη επειδή ο ίδιος έχει βρεθεί εξόχως και ρητορικώς και μάλιστα πολύ εφευρετικά απέναντί της) βρίσκεται στις καλύτερές του στιγμές όταν δεν είναι καθόλου χριστιανός – όταν δηλαδή είναι ο κίρκεγκωρ πριν γίνει χριστιανός, ή όταν είναι όσο λιγότερο χριστιανός γίνεται, ή εν πάση περιπτώσει όταν ξεχνάει τή μανία του να θέλει να είναι σώνει και καλά χριστιανός ενώ, για να λέμε μεταξύ μας και τήν αλήθεια, δεν υπήρξε και σπουδαίος χριστιανός ο άνθρωπος (δεν ήταν χριστιανός ο χριστιανός)

κάποτε είχα βουτήξει στην «ασθένεια προς θάνατον» για να τήν μεταφράσω όταν δεν υπήρχε καμιά δική του ασθένεια μεταφρασμένη ακόμα στα ελληνικά (ασφαλώς θα τόν μετέφραζα από μετάφραση – τόν είχα βρει στ’ αγγλικά στο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο τού ελευθερουδάκη (στην οδό νίκης τότε) στο οποίο μέ εισήγαγε (στην κυριολεξία δηλαδή μέ εισήγαγε) ο ενδιαφερόμενος για τά διαβάσματά μου τότε βασίλης διοσκουρίδης) τόν μετάφραζα κιόλας ταυτόχρονα με τήν «αλίκη στη χώρα τών θαυμάτων» που και αυτή δεν υπήρχε ακόμα στα εδώ, αλλά ήμουν (τό καταλάβαινα ήδη, με δυσφορία αλλά τό καταλάβαινα) και για τίς δύο πολύ κοντή (δεν είχα πιεί ακόμα από κείνο τό μπουκαλάκι να ψηλώσει δηλαδή ο λαιμός μου και να φτάνω τό τραπέζι) – επομένως δεν σκοπεύω να εμφανίσω τίποτα τώρα απ’ αυτά – εκτός ίσως καμιά φορά κανένα από τά τραγουδάκια τής αλίκης, γιατί εκείνα είχαν βγει καλά ίσως επειδή είμαστε πιο κοντά ηλικιακά και οι δυο μας. Καθώς τώρα λοιπόν πια υπάρχουν διάφορες μεταφράσεις θα παραθέσω εδώ σήμερα κομμάτια από τό «ημερολόγιό» του και από τό «είτε/είτε», και αργότερα αν θέλει ο θεός (του) από τήν «επανάληψη» – που είναι και τό πιο σπουδαίο του γραφτό κατά τή γνώμη μου – και τό έχουμε και στην εξαιρετική μετάφραση τής σοφίας σκοπετέα η οποία τόν μετέφρασε και από τή γλώσσα του (όλοι οι άλλοι τόν έχουν μεταφράσει από τά γαλλικά ή τά αγγλικά εκτός από μερικούς που κάνουν τήν πάπια και δεν λένε τίποτα περί αυτού ή περί γλώσσας). Και τώρα μόλις σκέφτηκα ότι είπα κιόλας ένα ψέμα, κι ότι τό πρώτο δικό του έργο που είχε μεταφραστεί (και από πολύ παλιά μάλιστα) (και από τά δανέζικα) ήταν τό «ημερολόγιο ενός διαφθορέα» στις εκδόσεις τού «γαλαξία» με ροζ κιόλας νομίζω εξώφυλλο – τά σημερινά αποσπάσματα τά βρήκα πρόσφατα από μια μάλλον θρησκευτικοκεντρική έκδοση, αλλά αυτό δεν έχει σημασία διαλέγω αυτά που μού αρέσουνε εμένα, μερικά από τό «είτε/είτε» και μερικά από τό ημερολόγιό του κυρίως είπαμε

(σε συνέχειες)

.
.

με τό ψευδώνυμο «θριαμβεύων ερημίτης», 1843, η πρώτη έκδοση τού «είτε/είτε»

.

από τό ημερολόγιο

για μένα ο κριτικός είναι τόσο απεχθής όσο ο παραγιός τού κουρέα που μέ κυνηγά με τή σαπουνάδα που χρησιμοποιεί για όλους, προσπαθώντας να τήν αλείψει στο πρόσωπό μου με τά βρώμικα δάχτυλά του.

πασχίζοντας να βγάλει νόημα από τό είτε–είτε, σχολίασε ότι περιέχει σκέψεις που δύσκολα θεωρούνται βαθυστόχαστες. Ο αξιότιμος διδάκτωρ heiberg και η κομπανία του έχουν τό μεγάλο προνόμιο να ξέρουν εκ τών προτέρων ότι αυτό που θα πουν είναι βαθυστόχαστο, καθότι σπάνια ακούς έστω και μία πρωτότυπη σκέψη από τό στόμα τους. Οι γνώσεις τους είναι δανεικές από τόν hegel. Κι αφού ο hegel είναι βαθυστόχαστος, είναι επόμενο να είναι βαθυστόχαστος και ο δόκτωρ heiberg. Με αυτό τό σκεπτικό, ο φοιτητής θεολογίας που μιλά για τή βίβλο είναι ο πιο βαθυστόχαστος απ’ όλους, μια και η βίβλος είναι τό πιο βαθύ σε νόημα βιβλίο.

τί αλλόκοτο για κάποιον που ζει μέσα στον κόσμο να έχει τήν αίσθηση τού αιώνιου.

για τήν αριστοκρατία τό πλήθος είναι χαμένη υπόθεση. Εξακολουθούν να ζουν στη σιγουριά τους, προσποιούμενοι ότι τό πλήθος δεν τούς αφορά. Δεν ασχολούνται με τούς ανθρώπους, να τούς κάνουν να χαρούν. Αυτό δείχνει υπεροψία και ασέβεια προς τόν άνθρωπο. Θέλω να τραβήξω τήν προσοχή τού πλήθους μακριά από αυτό που είναι ο χαμός του. Είτε με τό καλό είτε με τό ζόρι. Δεν υπονοώ ότι θα τούς χτυπήσω (τί κρίμα που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να χτυπήσει τό πλήθος). Θα τούς αναγκάσω να μέ χτυπήσουν εκείνοι. Αν μέ χτυπήσουν, ίσως μέ προσέξουν. Κι αν δεν μέ σκοτώσουν, σίγουρα θα μέ προσέξουν, και τότε θα έχω καταφέρει μια μεγάλη νίκη. Τό σχέδιό μου είναι απόλυτα διαλεκτικό. Θα τούς κάνω να πουν «αφού δεν ασχολείται κανείς με τόν δόκτορα κίρκεγκωρ, θα ασχοληθώ εγώ μαζί του ! » και – δήθεν αδιάφορα ή θέλοντας να ξέρω ότι αδιαφορούν – θα ασχοληθούν μαζί μου. Τό σχέδιό μου θα φέρει έξοχα αποτελέσματα, αρκεί να τό εφαρμόσω. Οι άνθρωποι θα μέ πάρουν στα σοβαρά κάνοντας ότι δεν μέ παίρνουν στα σοβαρά.

από μια άποψη, η αιτία τής δυστυχίας μου είναι τό φοβερό μυστικό τής μελαγχολίας, τό οποίο δεν θα μπορούσα να κρύψω αν δεν είχα τόν τρόπο μου. (Τί φοβερό κακό, θεέ μου, μού έκανε ο πατέρας μου με τή μελαγχολία του – ένας γέρος που ξεφόρτωνε όλη του τήν απελπισία σε ένα παιδί, χωρίς να αναφέρω καν τό πιο τρομερό. Παρ’ όλ’ αυτά, ήταν ο καλύτερος πατέρας.) Αλλά τότε δεν θα είχα γίνει αυτό που είμαι. Θα είχα τρελαθεί αν δεν έφευγα από τό σπίτι.

μερικές φορές βλέπω τόν εαυτό μου σαν καρικατούρα, μια σύντομη περίληψη αισθημάτων και σκέψεων, έναν μάλλον συμπαθητικό, ψηλόλιγνο άντρα που η φύση αναχαίτισε ξαφνικά τήν εξέλιξή του. Αυτό φαίνεται στα μέλη τού σώματός μου, στα δάχτυλα στο πρόσωπο κλπ. Παρομοίως κάθε λόγος μου αρχίζει με τέτοια υπόσχεση, ώστε κάποιος να προσδοκά κάτι βαρυσήμαντο, όμως τίποτα αξιόλογο δεν προκύπτει.

βλέπω πολλούς που χρησιμοποιούν τήν προβολή για να ξεχωρίσουν. Αν μπω κάπου όπου είναι μαζεμένη μια παρέα, ένας από αυτούς, θεωρώντας ότι εκπροσωπεί τήν ομήγυρη, μέ βλέπει και γελά προσβλητικά. Αλλά μόλις τού απευθύνω τόν λόγο, η συμπεριφορά του αλλάζει· γίνεται πειθήνιος και ευγενικός· μέ υπολογίζει. Όσο μέ αγνοεί, πιστεύει ότι μπορεί να γελά εις βάρος μου· μόλις τού δώσω σημασία κολακεύεται. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς όσα σού συμβαίνουν στη μικρή κοινότητα όπου ζεις.

κάποτε ο διακαής πόθος μου ήταν να γίνω αστυνομικός. Φάνταζε ιδανική απασχόληση για τό ανήσυχο, κοφτερό πνεύμα μου. Πίστευα πως ανάμεσα στους εγκληματίες υπήρχαν άντρες να συναγωνιστώ : άντρες πανούργοι, δραστήριοι, ιδιοφυείς. Καλύτερα που δεν έγινα, αφού οι περισσότερες αστυνομικές υποθέσεις έχουν να κάνουν με πλημμελήματα.

είναι φοβερός ο πόνος που νιώθω όταν ο στοχασμός μου σπαταλιέται στα παπούτσια τής αμεσότητας. Κανένας πόνος δεν μέ τρομάζει περισσότερο.

είναι παράξενο πόσο σκληρά μαθαίνω κάτι. Χώνομαι με αγωνία σε μια σκοτεινή σπηλιά δίχως να διακρίνω τίποτα. Ξαφνικά προβάλλει μπροστά μου ολοζώντανη μια ιδέα. Μέ χτυπά ελαφρά στον ώμο, μέ αγκαλιάζει και μέ συνεπαίρνει. Δεν μού φαίνεται ξένη· κάποτε θα τήν είχα αγκαλιάσει με τό αριστερό χέρι, τώρα τήν παίρνω με τό δεξί. Και εκεί που ένιωθα μικρός σαν ακρίδα, ζωηρεύω για τά καλά. Τήν ακολουθώ μέχρι τέλους. Δένομαι πάνω της, γίνομαι δέσμιός της. Κι όταν τελειώσω, αρχίζει πάλι η ίδια διαδικασία.

όλη η κοπεγχάγη μέ αντιμετωπίζει σαν έναν μισότρελο εκκεντρικό εγγλέζο, με τόν οποίο ας δούμε πώς μπορούμε να γελάσουμε όλοι μας, επώνυμοι κι ανώνυμοι. Η συγγραφική μου δραστηριότητα, τό εσωτερικό πάθος τής οποίας θα συγκινούσε και τίς πέτρες και που σε ορισμένα θέματα είναι άφθαστη, θεωρείται μια φτηνή απασχόληση, σαν τό ψάρεμα. Όσοι τήν αντιλαμβάνονται μέ ζηλεύουν σιωπηρά· οι υπόλοιποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Από τούς κριτικούς δεν έχω τήν παραμικρή υποστήριξη. Μέ αντιγράφουν, μέ διαβάλλουν σε ανόητες διαλέξεις και συγκεντρώσεις, δίχως καν να αναφέρουν τό όνομά μου. Τούς αρέσει να μέ θεωρούν παράλογο· θέλουν να δουν αν μπορούν να μέ τρελάνουν περισσότερο. Κρύβω τήν πραγματική μου εικόνα και τά σπάνια χαρίσματα που μού έχουν δοθεί. Ο άνθρωπος τού δρόμου μέ φθονεί. Χαίρεται να διαπομπεύει τίς αρετές μου. Και όλα εξαρτώνται από τή διάθεση ενός τέτοιου ανθρώπου. Μέ παρηγορεί που είμαι εσωστρεφής, γιατί έτσι δεν βλέπω, δεν ακούω τί γίνεται γύρω μου.

βρίσκω τή ζωή υπερβολικά κουραστική. Πόσο θλιβερά μαθαίνεις τούς ανθρώπους, τί λυπηρό αυτό που φαίνεται καλό εξ αποστάσεως να μέ απογοητεύει τόσο πολύ κάθε φορά !

θα ήθελα να γράψω μια μικρή ιστορία που ο κύριος χαρακτήρας της απέκτησε ένα ζευγάρι γυαλιά. Όσο θα μικραίνει τίς παραστάσεις ο ένας του φακός, τόσο θα τίς μεγεθύνει ο άλλος, για να βλέπει τά πάντα στη σχετικότητά τους.

αν δεν ήξερα πως είμαι γέννημα θρέμμα δανός, θα μέ δελέαζε να έλεγα πως είμαι ιρλανδός, για να ερμηνεύσω τίς αντιφάσεις μέσα μου. Εκείνο τό έθνος δεν έχει τήν καρδιά να βουτήξει τά παιδιά του εντελώς στο νερό όταν τά βαφτίζει. Θέλει να κρατήσουν και λίγο παγανισμό. Όταν τά βουτάνε, αφήνουν τό δεξί χέρι τους έξω από τό νερό, για να μπορεί αργότερα να κρατήσει τό σπαθί ή να αγκαλιάσει μια γυναίκα.

όλοι μας παίρνουμε εκδίκηση από τόν κόσμο. Η δική μου έγκειται στο να υποφέρω τήν απελπισία και τόν τρόμο, ενώ τό γέλιο μου διασκεδάζει τούς πάντες. Αν δω κάποιον να υποφέρει, τόν συνδράμω, τόν ανακουφίζω όσο καλύτερα μπορώ και τόν ακούω ήρεμα να μέ διαβεβαιώνει πως είμαι τυχερός. Αν καταφέρω να διατηρήσω αυτή τή σχέση μέχρι τή μέρα που θα πεθάνω, θα έχω πάρει τήν εκδίκησή μου από τόν κόσμο.

η παρηγοριά μου είναι ότι μετά τόν θάνατό μου κανείς δεν θα βρει στα γραπτά μου τήν παραμικρή πληροφορία γι’ αυτό που έδωσε νόημα στη ζωή μου και που, βαθιά κρυμμένο μέσα μου, εξηγεί τά πάντα και καθιστά αυτά που για τούς άλλους θεωρούνται λεπτομέρειες γεγονότα μεγίστης σημασίας και που, μόλις ανακαλύψω τή μυστική τους εξήγηση, τά θεωρώ ασήμαντα κι εγώ.

θα προκύψει με τή δική μου κατάρρευση. Μόνο όταν καταρρεύσω θα καταλάβουν ότι έπρεπε να είχαν ασχοληθεί μαζί μου, και τότε θα μέ παρεξηγήσουν άλλη μια φορά. Θα αναρωτηθούν γιατί τούς άφησα να πιστεύουν ότι ο μόνος κίνδυνος που είχα να αντιμετωπίσω ήταν η ανοησία τους.

άνθρωπος σημαίνει ισότητα, ανθρωπιά. Η ανισότητα είναι απανθρωπιά.

η αλήθεια είναι παγίδα. Δεν μπορείς να τήν πιάσεις· σέ πιάνει πρώτα αυτή. Δεν μπορείς να τήν αιχμαλωτίσεις αν δεν γίνεις πρώτα αιχμάλωτός της.

να είσαι χριστιανός και σε πλήρη συμμόρφωση με τό χριστιανικό κατεστημένο είναι σαν να κάνεις γυμναστική με ζουρλομανδύα.

θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τή ζωή ενός ανθρώπου με μια μεγάλη συνδιάλεξη όπου οι άλλοι αντιπροσωπεύουν διαφορετικά μέρη τού λόγου. Άραγε πόσοι είναι απλώς επίθετα, επιφωνήματα και επιρρήματα ; Πόσο λίγοι είναι ουσιαστικά και ενεργητικά ρήματα, πόσο πολλοί είναι σύνδεσμοι ; Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν τά ανώμαλα ρήματα σε γλώσσες που σχεδόν κάθε ρήμα είναι ανώμαλο.

η οριστική σκέφτεται κάτι σαν πραγματικό (ταυτίζει τό σκεπτόμενο με τό πραγματικό).
Η υποτακτική σαν νοητό.

η υποτακτική είναι η δραματική γραμμή που δρασκελίζει ο αφηγητής για να εκπροσωπήσει τά λεγόμενά του (ποιοτικά) παρουσιάζοντάς τα στο φως τής υποκειμενικότητάς του.

η ζωή μου είναι, δυστυχώς, πολύ υποτακτική. Θεέ μου, ας είχα και λίγη οριστική.

 

 

 

 

 

επάνω :

σαίρεν κίρκεγκωρ, επεξεργασμένο μέσω picasa τό πιο γνωστό του πορτραίτο (από ημιτελές σχεδίασμα που τού έκανε ο ξάδελφός του niels christian kierkegaard)

χειρόγραφο τού κίρκεγκωρ (1838) για ένα θεατρικό έργο που δεν δημοσίεψε ποτέ

.

.

          

η «ασθένεια προς θάνατον» στα αγγλικά (από κει θα τή μετέφραζα) // ο βασίλης διοσκουρίδης που μού χάρισε τό βιβλίο τού κίρκεγκωρ, όμως εδώ 15 χρόνια αργότερα (πολύ μεγάλος πια) (αργότερα μεγάλωσε περισσότερο) // «η επανάληψη» : η σημαντικότερη ώς σήμερα έκδοση στα ελληνικά τού κίρκεγκωρ : μετάφραση και σχόλια (ουσιαστικά μελέτη) τής σοφίας σκοπετέα // «τό ημερολόγιο ενός διαφθορέα» : τό πρώτο βιβλίο τού κίρκεγκωρ στα ελληνικά (μετάφραση δημήτρης μπέσκος, εκδόσεις γαλαξίας, 1964) και τό μόνο μαζί με τήν «επανάληψη» που έχει μεταφραστεί από τά δανέζικα

 

λίγα (σχολιαστικά) για τόν κίρκεγκωρ τού αντόρνο : 1, 2, 3

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: