σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 11, 2017

germaine greer : η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων (ή : ο φεμινισμός τήν εποχή τής ερωτικής του γενναιότητας)

 

 

 

πριν από (λίγον) καιρό κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει δραστικά μέσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι (μ’ όλη τήν ανοχή και τήν κατανόηση που έδειχνα πάντοτε για τούς άντρες) είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει αφάνταστα η αφάνταστη δημοφιλία τού τραγουδιού «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραία»

άρχισα όλο και περισσότερο να σκέφτομαι πόσο ρηχή και επιπόλαιη στιχουργική θα καταλογιζόταν σε μία γυναικα αν απευθυνόταν ποιητικά σ’ έναν άντρα λέγοντάς του «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραίος» : ναι, ρηχή και επιπόλαιη

και θυμήθηκα παράλληλα τότε τίς πληγωμένες φωνές μιας αντροπαρέας γύρω μου, ένα καλοκαίρι στο αγαπημένο μας νησί, όταν στην ερώτησή τους μήπως πρόσεχα στους άντρες και τήν εμφάνιση είπα «βεβαίως» : είχα προσθέσει κιόλας θυμάμαι ότι οι άντρες για να μ’ αρέσουν πρέπει να ’χουνε ωραία πόδια : πραγματικά πληγωμένοι εξανέστησαν, και χωρίς καθόλου αμφιβολίες μέ κατηγόρησαν τότε για μεροληψία και σχεδόν ρατσισμό : απέκλεια εκ τών προτέρων κάποιους – πιθανόν στραβοκάνηδες –

ναι, η αλήθεια ήταν σκληρή : βρισκόμουν πια πολύ μακριά από τήν εποχή, που ο κόσμος γλύκαινε αφάνταστα αθώα, αν κάποιος εραστής μού ψιθύριζε ότι ήμουνα όμορφη

μια φίλη μού είπε τις προάλλες : «δεν θέλω κανέναν (πια) ρόλο γυναίκας : να ’ναι τό μαλλί μου έτσι, και τό κορμί μου έτσι, και να ’μαι μυστηριώδης κι εξωτική – θέλω να ’μαι αυτή που είμαι, και στενοχωριέμαι που ξέρω πως, άμα τό εξηγήσω αυτό, θα πληγωθεί ο άλλος»

δέχτηκα (πια) τήν αρχή και δεν μπορώ (πια) με τίποτα να δεχτώ το τέλος : πώς γίνεται αλήθεια εκείνοι που όλοι τους τή ζωή διεκδικούν (και δικαίως) να τούς δεχόμαστε ολόκληρους, να πληγώνονται και να τό δείχνουν (α, με όλους τούς τρόπους) όταν αυτό τό διεκδικήσουν κι οι απέναντι άλλοι ;

οι άντρες που μιμούνται τίς γυναίκες, και που θέλουν να γίνουνε σαν κι αυτές, μιμούνται πάντοτε τήν εξωτερική τους εμφάνιση : ιδέα δεν έχουνε τί δράματα παίζονται ανά τούς αιώνες από μέσα, και αποβλέπουν σ’ ένα μερίδιο απ’ τήν ομορφιά αυτή, χωρίς να ’χουν ιδέα πόσο έχει πληρωθεί, ακριβοπληρωθεί, κοστίσει – και τί έχει σκοτώσει : όχι γιατί είναι δύσκολο να αποκτηθεί – αλλά γιατί πατάει ακριβώς πάνω στο θάψιμο και τόν θάνατο κάθε τι άλλου – ενός κόσμου επιθυμιών και ευφυίας εσωτερικής, που δεν πρέπει, όχι απλώς να εκδηλωθεί απελευθερωμένα, δημιουργικά και ερωτικά – δεν πρέπει καν να υπάρξει –

δεν διάβασα ποτέ μου φεμινιστικά κείμενα, πίστευα πως κάποια πράγματα είν’ αυτονόητα, και πήγαινα, όπως είπε και κάποιος αγωνιστής τού ’21, για τό άλλο φύλο, «με τήν ιδέα μου πως είμαστ’ ελεύθερες» – Όταν βγήκε τό βιβλίο τής ζερμαίν γκρηρ τή δεκαετία τού ’70, αντιμετώπισα με συγκατάβαση τόν ενθουσιασμό που είχαν κάτι αγγλίδες φίλες μου για τή «γυναίκα ευνούχο» (δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά)

στην πορεία ο χρόνος πήζει και χοντραίνει : διαπιστώνεις πως όταν σέ λένε όμορφη, δεν είσαι καν εσύ – ούτε ολόκληρη ούτε καν μισή : Και οι ιδέες τριγύρω αλλάζουν : ό,τι κάποτε ήταν απελευθέρωση κι έρωτας, γίνεται καθωσπρεπισμός και ισότητα μισθών : και πρέπει να μείνουμε, ορθοπολιτικές πουριτανές κι ακίνητες, εκεί

εδώ στους «κήπους» λοιπόν (και στην πρώτη ανάρτηση τού καινούργιου χρόνου) αντί όπως λέει η αυστραλέζα, να θυμώσουμε πάλι ξανά, ας θυμηθούμε μόνο μερικά λεγόμενά της – δεν κάνει κακό

κι αν κάποτε η φωνή της μού φαινόταν απλώς αυτονόητη, σήμερα (τόσο που έχω αλλάξει) μού φαίνεται ιδιαίτερα δυνατή, και χρήσιμη, κι απαραίτητη, και όμορφη – και λοιπόν ναι, τήν αγαπώ πια, όχι μόνο γιατ’ είν’ ωραία, αλλά τήν αγαπώ γιατί είν’ αυτή

 

 

 

«Η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι όλες εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«τό να εξαναγκαστείς να παίξεις τόν ρόλο τής γυναίκας σε σεξουαλική συνεύρεση είναι η πιο βαθειά ταπείνωση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος – χειρότερή της είναι μόνο η περίπτωση κατά τήν οποία τό θύμα ανακαλύπτει με τρόμο ότι τό απολαμβάνει.»

«να περπατάει ελεύθερη πάνω στη γη, αυτό τό δικαίωμα τό ’χει η γυναίκα από γεννησιμιού.»

«ο αγώνας της πρέπει να ’ναι ηδονικός : και να προχωρήσει πιο πέρα από τήν απαίτηση για “ίσο μισθό σε ίση εργασία”, γιατί ο σκοπός μας είναι να ανατρέψουμε τίς ίδιες τίς συνθήκες τής εργασίας.»

«ν’ απελευθερωθούμε απ’ τήν ντροπή και τήν ενοχή και τούς απέραντους αυτοπεριορισμούς.»

«και να μην καταλαβαίνουμε τή φράση “ισότητα ευκαιριών”, γιατί οι ίδιες οι ευκαιρίες πρέπει ν’ αλλάξουν.»

«η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων.»

«είσαι νέος μόνο μια φορά, αλλά μπορείς να είσαι ανώριμος για πάντα.»

«μένει πάντα ενδιαφέρων ο εραστής που ’ναι ελεύθερος να φύγει.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«αν νομίζεις ότι είσαι χειραφετημένη, δοκίμασε και λίγο τό αίμα τής περιόδου σου, βάλτο στο στόμα – αν σ’ αηδιάζει η ιδέα έχεις πολύ δρόμο ακόμα να κάνεις μωρό μου.»

 

 

«εντάξει όλοι συμφωνούνε ότι τά κοριτσάκια πρέπει να γυμνάζονται διαφορετικά από τ’ αγοράκια, αλλά κανείς δε λέει να παραδεχτεί πόσο αυτό τό “διαφορετικό” ορίζεται από τήν πεποίθηση ότι τά κοριτσάκια δεν πρέπει να ’ναι ίδια στην όψη με τ’ αγοράκια.»

«τό “δεν έχουμε λεφτά για πάνω από δύο παιδιά” είναι ένα επιχείρημα αξιολύπητο, αλλά πολύ πιο αποδεκτό στην κοινωνία από τό “δεν θέλουμε παιδιά”.»

«λένε ότι επειδή εγώ δεν πιστεύω πως, κάνοντας μια εγχείρηση ένας άντρας μπορεί να γίνει γυναίκα, δεν πρέπει να μού επιτρέπεται να μιλάω πουθενά.»

«απλώς εγώ δεν πιστεύω ότι μια εγχείρηση κάνει τόν άντρα γυναίκα. Νομίζω ότι είναι μια απολύτως επιτρεπτή άποψη. Θέλω να πω ότι ένας μη–άντρας δεν είναι αναγκαστικά γυναίκα. Δεν ξέρουμε ποια είναι πραγματικά η γυναίκα, και προσωπικά νομίζω ότι πάρα πολλές γυναίκες παριστάνουν απλώς τίς γυναίκες, φοράνε απλώς ένα γυναικείο προσωπείο, μιμούνται αυτό που θεωρούν γυναικείο : διότι η γνώση που έχουμε για τό ποιες είμαστε δεν είναι αυθεντική. Συνεπώς δεν εκπλήττομαι όταν βλέπω ότι οι άντρες είναι καλύτεροι στο να παριστάνουν τίς γυναίκες, από τίς ίδιες τίς γυναίκες. Δεν εκπλήττομαι αλλά δεν θάλεγα και ότι μ’ ενθουσιάζει.»

«μπορεί να μην έχω καλό χαμόγελο καλά δόντια ωραία βυζιά, πόδια μακριά, τουρλωτό κωλαράκι, φωνή σεξουαλική – μπορεί να μην ξέρω να εκμεταλλεύομαι τούς άντρες για να αυξήσω τήν τιμή μου στην αγορά, αλλά μπορεί και να τή σιχάθηκα κιόλας όλη αυτή τή μασκαράτα. Μπορεί και να σιχάθηκα να παίζω τήν αιώνια νιότη, να προδίνω τό μυαλό μου και τή θέλησή μου και τό φύλο μου. Να σιχάθηκα να βλέπω τόν κόσμο μέσ’ από ψεύτικες βλεφαρίδες που θολοβλέπουν τή ζωή μέσ’ από τρίχες αγορασμένες. Να σιχάθηκα να πηγαίνω θέατρο και σινεμά αν και εφόσον μού τό προτείνει ο άλλος, και να μην έχω γνώμη δικιά μου για τό τί είδα, ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Γιατί βαρέθηκα να είμαι τραβεστί. Γιατί αρνούμαι να φοράω τό θηλυκό μου προσωπείο – γυναίκα είμαι, δεν είμαι ευνούχος.»

«οι πικροί καυγάδες τού διαζυγίου είναι άγνωστοι εκεί που τά άτομα δεν έχουν καταντήσει σιαμαίοι.»

«ο εραστής που ’ρχεται στο κρεβάτι σου επειδή τό θέλει, είναι πολύ πιθανότερο να κοιμηθεί με τά χέρια του τριγύρω σου όλη νύχτα, απ’ ό,τι εκείνος που απλώς δεν έχει άλλο σπίτι.»

«κάνουν τό λάθος να πιστεύουν, ακόμα και φεμινίστριες, ότι η σεξουαλικότητα είναι ο εχθρός τού θηλυκού ανθρώπου που θέλει ν’ αναπτύξει τήν προσωπικότητά του – κι αυτή είναι ίσως η πιο λάθος και παραπλανητική πλευρά κάποιων αμερικάνικων φεμινιστικών οργανώσεων : δεν ήταν η επιμονή της στο σεξ που αποδυνάμωσε τήν επιθυμία τής αμερικανίδας φοιτήτριας να τά πάει καλά στις σπουδές της, αλλά η επιμονή της ακριβώς στο να υιοθετήσει έναν παθητικό ρόλο στο σεξ.»

«στον επόμενο γύρο, ο χίτλερ θα είναι μηχανή.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«η μοναξιά ποτέ δεν είναι σκληρότερη απ’ όταν τή νιώθεις με κάποιον που ’χει πάψει να μιλάει. Η νοικοκυρά που βλέπει τήν πλάτη τής εφημερίδας στο τραπέζι αντί για τό πρόσωπο τού άντρα της κάθε πρωί, και τόν αφουγκράζεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι να κοιμάται, δοκιμάζει μια μοναξιά απείρως εντονότερη από κείνη τής γεροντοκόρης στο νοικιασμένο της δωματιάκι.»

«κάνουμε έρωτα σε όργανα κι όχι σ’ ανθρώπους – κι αφού δεν πήραμε χαμπάρι ότι ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι πιο αληθινοί και πιο πολύ οι εαυτοί τους, και πιο πολύ παρόντες, απ’ ό,τι όταν κάνουν έρωτα, μείναμε κι εμείς ακοινώνητοι, απομονωμένοι, πιο μόνοι από ποτέ.»

 

 

«όταν χρησιμοποιούμε τά καλλυντικά για να ομορφαίνουμε δεν πρόκειται για κάνα άκρον άωτον τού ψεύδους ή τού μη αυθεντικού : όμως η γυναίκα που δεν τολμάει να βγει έξω χωρίς τίς ψεύτικες βλεφαρίδες της έχει σοβαρό ψυχικό πρόβλημα.»

«η απαλλαγή απ’ τή σκλαβιά εξαφανίζει και τή χίμαιρα τής ασφάλειας. Ο κόσμος δεν αλλάζει απ’ τή μια μέρα στην άλλη, κι η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«αν τά πάει μια χαρά κι έχει και φιλοδοξίες, βγαίνει τό συμπέρασμα ότι απότυχε να ικανοποιηθεί ως κανονική γυναίκα – φτάνουν ακόμα να υπονοήσουν και ορμονικές διαταραχές ή σεξουαλική διαστροφή.»

«πολύ αργότερα, και μόνο τότε, μετά από έναν βαθύ και ικανοποιητικό οργασμό, συνειδητοποίησα ξαφνικά τό πραγματικό νόημα εκείνου τού παραμυθιού με τήν κοιμωμένη, και τό ποια ήταν η φύση τού μαγικού φιλιού που τήν ξύπνησε, περί ού ο λόγος στο παραμύθι.»

«οι άντρες είναι ο εχθρός κατά τόν ίδιο περίπου τρόπο που ένα τρελαμένο αγόρι με στολή ήταν ο εχθρός για ένα άλλο αγόρι που τού έμοιαζε σχεδόν σε όλα και μόνο στη στολή διαφέρανε. Πιθανή λύση : να δοκιμάσουμε να ξεφορτωθούμε τίς στολές.»

«στο λαϊκό φαντασιακό οι πολλές τρίχες προσδίδουν κυριολεκτικά τρίχωμα γούνας, επομένως ένδειξη φύσεως κτηνώδους, και συνεπώς υπόμνηση σεξουαλικότητας επιθετικής. Οι άντρες καλλιεργούν αυτήν τήν αντίληψη, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που ενθαρρύνονται από μικροί να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά και επιθετικά ένστικτα – οι γυναίκες από μικρές ενθαρρύνονται να τά απωθούν και να τά καταπιέζουν, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που καταπιέζουν και τίς άλλες εκφάνσεις τής δυναμικότητας τής ρώμης και τής σεξουαλικότητάς τους, με λίγα λόγια τή λίμπιντό τους.»

«τό σουτιέν είναι γελοία εφεύρεση. Αλλά αν γίνει κανόνας τό να μην πρέπει να φοράμε σουτιέν, θα ’χουμε μια καινούργια μορφή καταπίεσης.»

«ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν η ισότητα, θα ’ταν πολύ φτωχό υποκατάστατο για τήν απελευθέρωση – αυτή η ψευτοϊσότητα είναι κίνδυνος διπλός για τίς γυναίκες. Η ρητορική τής ισότητας χρησιμοποιείται στο όνομα μιας πολιτικής ορθότητας για να σκεπάσει τό σφυροκόπημα που υφίστανται οι γυναίκες από παντού. Όταν έγραψα τή «γυναίκα ευνούχο» τά κορίτσια δεν χαραζόντουσαν με ξυραφάκια και δεν πεθαίνανε τής πείνας για να αδυνατίσουν. Οι γυναίκες χωρίς λαλιά υφίστανται από κάθε πλευρά και άποψη μια ατέλειωτη σκληρότητα και πόνους και οδύνες μέσα σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα που δημιουργεί εκατομμύρια χαμένους για κάθε χούφτα νικητών και κερδισμένων. Καιρός να θυμώσουμε πάλι ξανά.»

 

 

 

 

ένα ελληνικό αφιέρωμα

ένα αμερικάνικο άρθρο

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Δεκέμβριος 8, 2015

χέρμπερτ μαρκούζε – ή η επανάσταση στον παράδεισο / τό βίντεο «herbert’s hippopotamus» και μια μεταγραφή του /

 

 

 

 

 

το περιφημο (τωρα πια) αυτο βιντεακι, διαρκειας κατι παραπανω απο μια ωρα, φιλοδοξησε με τα λιγοστα μεσα που ειχε τοτε στη διαθεση του ο σκηνοθετης του (φοιτητης ακομα) να εξερευνησει τη ζωη του χερμπερτ μαρκουζε στην καλιφορνια (ζωη επικινδυνη, απ’ την οποια δεν ελειψαν και οι απειλες για δολοφονια του (σε σημειο που οι φοιτητες ειχαν οργανωσει βάρδιες μερα–νυχτα γυρω απο το μικρο του σπιτι) – και δεν ελειψε καν ο (μετεπειτα παγκοσμιως δυστυχως γνωστος) ροναλντ ρηγκαν (τοτε κυβερνητης της καλιφορνιας) που του εκανε την τιμη να του επιτεθει προσωπικα (ειναι απολαυστικα τα αποσπασματα που δειχνουν εναν ρηγκαν ηπιως εξωφρενων και αποβλακωμενο, που δεν καταλαβαινει καν περι τινος ακριβως προκειται)

η ταινια εγινε το 1996 απo τoν paul alexander juutilainen και εξεταζει τη ζωη του μαρκουζε στο πανεπιστημιο τού σαν ντιεγκο, την κρισιμη (κυριως) διετια 1968–1969 : περιλαμβανονται σκηνες απο επικαιρα τής εποχης, συνεντευξεις, το ξεσαλωμα των εφημεριδων και του στρατου εναντιον του μαρκουζε (ωραιες σκηνες : μελη της «αμερικανικής λεγεωνας» να περιερχονται την πολη μαζευοντας υπογραφες για την απολυση του απο το πανεπιστημιο) – και συζητιεται επισης η συναντηση τοτε της κριτικης θεωριας με τα προβληματα του τριτου κοσμου, το φεμινιστικο κινημα, και το (σε μεγαλη εξαρση τοτε – δυστυχως μόνο τοτε –) αντιπολεμικο κινημα.

στη διαδικτυακη σελιδα τού χερμπερτ μαρκουζε, ο χαρολντ (εγγονος του απο την πρωτη του γυναικα (ο μαρκουζε παντρευτηκε τρεις φορες αλλά ειχε μόνο εναν γιο τον πέτερ απο τον πρωτο του γαμο με τη μαθηματικο sophie wertman που πεθανε το 1951)) ο οποίος την εφτιαξε και την επιμελειται, γραφει :

« εχω κανει μια περιληψη αυτης της ταινιας (που διαρκει μια ωρα και 9 λεπτα) ωστε αν θελετε μπορειτε να τη χρησιμοποιειτε σαν οδηγο, για το ποια κομματια να ξαναδειτε – και τη χωριζω σε 6 μερη ως εξης :

Ι – μαης τού ’68 – ο μαρκουζε γινεται ο συμβολικος ηγετης τών κινηματων διαμαρτυριας στον κοσμο

ΙΙ – ο χερμπερτ σαν ανθρωπος και σα δασκαλος

ΙΙΙ – οι προσπαθειες να τον απομονωσουν και να τον φοβισουν

IV – η χρηση βίας, η αποφαση να τον ξεφορτωθουν

V – η δικη της αντζελας (νταιηβις), και σχετικα με την κοινωνικη ανυπακοη

VI – η επομενη μερα, και η κληρονομια που μας αφησε »

(απο την αρχικη ταινια, στο βιντεο (αναφερει ο χαρολντ οτι) λειπουν λιγα λεπτα απ’ το τελος, εξαιτιας τεχνικων προβληματων)

εδω η σελιδα, με την εκτενη περιληψη – αν και η χρονομετρηση δεν συμπιπτει με αυτο που βλεπω εγω

 

…………………..

 

ειχα αποφασισει λοιπον να μεταφρασω καποια απ’ οσα περιλαμβανει ο λεπτομερης αυτος καταλογος περιεχομενων – αλλά οταν ξαναδα το βιντεο και εκανα μια συγκριση ειδα οτι δεν υπαρχει απολυτη αντιστοιχια μ’ αυτα που γραφει (ισως ο εγγονος μαρκουζε ειχε υποψη του καποια αλλη βερσιον (αναφερει, αν δειτε, αρκετες)) και ετσι παραθετω απλως μια γενικη επισκοπηση (μπορει βεβαια να καταφερω καποτε να το υποτιτλισω το βιντεο (τοτε δλδ που θ’ ανεβασω και κατι άλλα, δικης μου κοπής που τα εχω και περιμενουν))

 

……………………

 

καταρχην ομως ας κανω μια γενικη διακηρυξη αρχων : δεν πιστευω οτι ενας καλος φιλοσοφος γινεται καλυτερος αν συμμετεχει στους αγωνες στον δρομο, οπως δεν πιστευω κι οτι ενας που αγωνιζεται στους δρομους μετατρεπεται εξαυτου σε καλον (ή καθολου) φιλοσοφο – ο αντορνο, ας πουμε, αρνηθηκε να τρεξει στους δρομους (ειχε το σκεπτικο του – και το πληρωσε ακριβα (δλδ με τη ζωη του (τα ’χω πει καπου (και το λεω για οσες τα αγνοουν) – και εν παση περιπτωσει η αλληλογραφια μαρκουζε–αντορνο επι του θεματος ακριβως αυτου, υπαρχει ακομα, και αξιζει τον κοσμο να διαβαζεται – οχι για καναν άλλο λογο αλλά ακριβως επειδη τα επιχειρηματα και των δύο ειναι εξισου και πειστικα και χρησιμα)) αλλά ο αντορνο πεθανε με τραγικο τροπο, (ισως) επειδη οι φοιτητες του ειχαν καλομαθει με τον μαρκουζε να τρεχει – και μην ξεχναμε οτι ο τριτος (και γεννητορας) της παρεας μαξ χορκχαϊμερ ειχε διατυπωσει κατι πολυ καλο επ’ αυτου : « ποιος λεει οτι και η σκεψη δεν ειναι μια μορφη πραξης ; » – ακριβως. Με τον μαρκουζε εχουμε ομως μια εξαιρετικη κι ισως μοναδικη περιπτωση στη φιλοσοφια – ο μαρκουζε ειχε παρει μερος εξαλλου απο παλια, στα νιατα του, και στα οδοφραγματα της επαναστασης στη γερμανια – και αυτο δεν ειναι ουτε συγκρισιμο ουτε συνεκτιμαται, οταν μιλαμε για τη φιλοσοφια : ας το θεωρησουμε λοιπον απλως και ασυγκριτο, και ανεκτιμητο, και ας (τού) ειμαστε ευγνωμονες.

και μια που η κουβεντα γι’ αυτους τους δυο, ας προσθεσω και κατι (που δεν το ειδα στο βιντεο) : διαβαζοντας καποτε την «αλληλογραφια με τους γονεις» του αντορνο ειχα ανακαλυψει οτι ο ιπποποταμος ητανε αγαπημενο ζωο και για τον «τεντυ» – μαζι με την καμηλοπαρδαλη που αρεσε παρα πολυ στην «γκρετελ» – : ετσι οι συγγενειες φαινεται οτι (εξισου οπως και οι διαφορές) απλωνονταν μεγαλοθυμα αναμεσα στα μελη της κριτικης σχολης, και επεκτείνονταν αδιάκριτα μεχρι και τις μασκωτ τού καθενος

για οσους ενδιαφερονται, εδω ειναι το εξωφυλλο απο το βιβλιο, με εναν ιπποποταμο και μια καμηλοπαρδαλη, που σταλθηκαν (απο την αμερικη στους γονεις (του αντορνο)) υπο μορφην καρτας

 

………………………

 

[ και τωρα ακολουθει διπλοσεντονο – που, οσων τ’ αγγλικα ειναι καλυτερα απο τα δικα μου, δεν χρειαζεται να το διαβασουν – απ’ αυτους δεκτές ευχαριστως και διορθωσεις για λεξεις που τυχον μου ξεφυγανε ]

 

στην αρχη λοιπον ακουγεται διαμαρτυρόμενη η φωνη καποιου (αργοτερα αυτος ο καποιος θα εμφανιστει και δια ζωσης κι ετσι πληροφορουμαστε οτι ειναι αμερικανος λεγεωναριος) που κλαιγεται : «ειχαμε ταραχες στη ρωμη εμφανιστηκε ο μαρκουζε, γιναν μετα ταραχες στο παρισι, να ’σου κι ο μαρκουζε, γιναν φοιτητικες ταραχες στο βερολινο, να ’σου παλι κι ο μαρκουζε»

βλεπουμε την αντζελα νταιηβις να μιλαει λιγο για το γεγονος οτι ο μαρκουζε ηταν συνεχως παρων στο φοιτητικο κινημα

προβαλλονται σκηνες απο το παρισι τού ’68

ο καναδος φιλοσοφος andrew feenberg (που ειχε υπαρξει μαθητης του μαρκουζε) σχολιαζει πως ο μαρκουζε ειχε θεωρηθει ηθικος αυτουργος για τις ταραχες και βλεπουμε φωτογραφιες αρθρων με τιτλους που τον χαρακτηριζουν «ειδωλο των εξεγερμενων φοιτητων»
«υπηρξαν εφημεριδες που γραψανε οτι οι ταραχες ξεκινησανε εξαιτιας του βιβλιου “ο μονοδιαστατος ανθρωπος”»

ο μαρκουζε βιντεσκοπημενος σε συνεντευξη : «πιστευω οτι φταιει ακριβως η κοινωνια της αφθονιας για το γεγονος οτι βλεπουμε να υπαρχει αυτη η τρομαχτικη αισθηση δυσφοριας»

ο καθηγητης λογοτεχνιας fredric jameson θυμιζει οτι ο μαρκουζε συνομιλουσε με ανθρωπους της αμερικανικης κοινωνιας που θεωρουνταν επικινδυνοι, οπως τον h. rap brown (μαυρο ακτιβιστη και προεδρο τοτε της «συντονιστικης επιτροπης των φοιτητων για τη μη–βία» (και εν συνεχεια και επ’ ολιγον συνεργατη των μαυρων πανθηρων)) που ειχε πει το διαβοητο οτι «η βία ειναι τοσο αμερικάνικο προϊον οσο και η μηλοπιττα» και με κατι τετοια οι αμερικάνικες εφημεριδες ξεσαλωσαν πως «ο μαρκουζε καλει σε γενικη κατεδαφιση της αμερικανικης κοινωνιας»

μεσολαβουν αποσπασματα συνεντευξεων με τον τοτε πρυτανη της σχολης william mcGill, που θα μπλεκοταν χωρις να το θελει ο κακομοιρης με την υποθεση του μαρκουζε στο πανεπιστημιο

και βλεπουμε κεινον τον βετερανο της αμερικανικης λεγεωνας να κλαψουριζει οτι οπου γινεται ταραχη ή εξεγερση παγκοσμιως «νασου κι ο μαρκουζε» – η οργανωση των βετερανων κατοπιν αυτου αναλαμβανει την πρωτοβουλια να μαζεψει υπογραφες για την απομακρυνση του απο το πανεπιστημιο

ο πρυτανης αποκαλυπτει οτι η οργανωση των βετερανων (που ειχε μεγαλη δραση επι μακαρθισμου) τού εστειλε γραμμα προσφεροντας του 20 χιλιαδες δολλαρια για να αγορασει το συμβολαιο του μαρκουζε με τη σχολη ( : «μα δεν μπορεις να αγορασεις το συμβολαιο ενος καθηγητη… ουτε με επαγγελματιες ποδοσφαιστες δεν γινονται τετοια πραματα… και το πανεπιστημιο ειναι πιο σοβαρος χωρος στην κοινωνια…») – το θεμα περναει στις εφημεριδες

συζητησεις με τον συγγραφεα reinhard lettau, για τον μαρκουζε στην ευρωπη, τις διαφορές της ζωης στην αμερικη, μικρη ιστορια τού σαν ντιεγκο – συζητησεις με παλιους φοιτητες του

φραση του μαρκουζε απο το 1967 : «η εκπαιδευση σημερα οφειλει να ασχολειται και με το μυαλο και με το σωμα, να ενδιαφερεται και για τη λογικη και για τη φαντασια, να ικανοποιει τις αναγκες τοσο της νοησης οσο και των ενστικτων»

σκηνες απο διαλεξη τής αντζελας νταιηβις το 1991 στο χαρβαρντ σχετικα με την καταληψη τού γραφειου τού πρυτανη, ως διαμαρτυρια για τις δυσκολιες που συναντουσαν στη δημιουργια τού «κολλεγιου λουμούμπα / ζαπάτα» που σχεδίαζαν να φτιαξουν : «– Ηταν κι ο μαρκουζε κει ; – Φυσικα ! Ηταν ο πρωτος που ηρθε (στην καταληψη)» λεει η νταιηβις

στη διαρκεια της καταληψης εσπασε μια πορτα

αφηγειται ο πρυτανης mcGill : «ελαβα μια ωραια ημερα ενα γραμμα με μια επιταγη ανωνυμη, οπου καποιος πληρωνε για την αντικατασταση της σπασμενης πορτας»

αφηγηση πρωην φοιτητων του ( : του καθηγητη, πλεον, λογοτεχνιας carlos blanco και της γυναικας του iris) οτι τα λεφτα για την αποκατασταση της πορτας τα εβαλε ο μαρκουζε – συνεχιζουν αφηγουμενοι για τις διδακτικες πρακτικες του : «πρεπει να κανουμε σημερα πλατωνα – ναι να κανουμε πλατωνα – πρεπει ομως να διαβασουμε και τον φανόν –»

ο πρωην φοιτητης του peter zelin μιλαει για την αγαπη του μαρκουζε για τους ιπποποταμους – πρεπει να ’χε στο γραφειο του καμια τριανταρια πηλινα και πορσελανινα ιπποποταμακια, με διαφορα χρωματα και στασεις – «περιεργο ζωο» ελεγε, «εχει τον παραλογισμο ενσωματωμενο πανω του» – ελεγε επισης οτι ενσαρκωνει τις δυνατοτητες της ανθρωπινης φαντασιας : σε σχεση μαλιστα με το περιρρεον τοτε συνθημα τού γαλλικου μαη «αναζητειστε το αδυνατο» ο μαρκουζε ελεγε οτι ο ιπποποταμος ηταν η ζωντανη ενσαρκωση τού αδύνατου. Κι ελεγε επισης οτι οπως ο ιπποποταμος ενωνει την ξηρα με τη θαλασσα, επικοινωνοντας και με τα δυο, ετσι και το πανεπιστημιο επρεπε να ενωνει τον μεσα με τον εξω κοσμο, διαχεοντας τη γνωση.

ο πρωην φοιτητης του barry shapiro δειχνει το γραφειο τού μαρκουζε και τη θεα απο κει προς την υπολοιπη πανεπιστημιουπολη οπου γινονταν οι καθιστικες διαμαρτυριες εναντια στον πολεμο του βιετναμ, και θυμαται να βλεπει τον καθηγητη του κατω στο campus αυτο να μιλαει για τον πολεμο ( : «θελουν να μας κανουν συνεργους τους, σκοτωνουνε στο ονομα μας») (στο ενδιαμεσο βλεπουμε αστραπιαια τον μαρκουζε με την ντουντουκα να μιλαει στο campus)

σκηνες απο φοιτητικες διαδηλωσεις

ο μαρκουζε απανταει στον δρομο σε δημοσιογραφο που τον ρωταει αν οι ταραχες στο πανεπιστημιο βλαπτουν την εκπαιδευτικη κοινοτητα : «βία ασφαλως και δεν ασκουν οι φοιτητες, βία ασκουν οι νομοι που εναντιωνονται σ’ αυτα που προσπαθουν να προστατεψουν οι φοιτητες» «και αν αυτες οι, καταστρεπτικες δραστηριοτητες οπως λετε, εχουν σκοπο να σταματησουν τον πολεμο ειναι απολυτα δικαιωμενες.»

φοιτητης αυτοπυρπολειται διαμαρτυρομενος για τον πολεμο του βιετναμ

κι αλλες φοιτητικες διαδηλωσεις

ο ροναλντ ρηγκαν (κυβερνητης της καλιφορνιας) στελνει τον στρατο στο πανεπιστημιο (ο πρυτανης λεει : «φαινοταν ενας μοντερνος ανθρωπος, αλλά μου ’κανε εντυπωση που δεν ειχε καταλαβει τιποτα απ’ ο,τι συνεβαινε»)

ο ρηγκαν δινει συνεντευξη στο μπερκλεϋ – λεει στους φοιτητες οτι το πανεπιστημιο ειναι ιδιωτικη περιουσια. Ενας καθηγητης του λεει «πρεπει ν’ ακουσουμε ομως τούς φοιτητες». Ο ρηγκαν αποχωρει απο την αιθουσα.

ο πρυτανης αφηγειτα πως ο ρηγκαν του ειχε πει : «τούς ξερω καλα ολους αυτους τούς κουμουνιστες απο τοτε που ημουνα στο χολυγουντ» : «δεν καταλαβαινουν αυτοι παρα μόνο τη βία – ε, βία θα τούς δωσω κι εγω»

ο ρηγκαν στη συνεντευξη : «να διαπραγματευτω ; για τι πραγμα ; τι εννοεις να διαπραγματευτω ; »

ο shapiro για τον μαρκουζε και για την παντελη ελλειψη σεβασμου που τού εδειξε ο ρηγκαν («στο κατω–κατω ηταν μια προσωπικοτητα με διεθνες κυρος και δεν ηταν καν κομμουνιστης»)

η συνεντευξη του σπιρο αγκνιου στην τηλεοραση : «εχουμε εναν εξτρεμιστη καθηγητη που δηλητηριαζει στην κυριολεξια, εχει δηλητηριασει πολλα νεανικα μυαλα με μπουρδες», και : «οι νεοι να μαθαινουν να ’ναι παραγωγικοι ανθρωποι κι οχι να καθονται και να εξεταζουν τα κινητρα της ανθρωπινης υπαρξης.»

οι απειλες για τη ζωη του (αποκομματα εφημεριδων) – ο shapiro αφηγειται πώς οργάνωναν βάρδιες για να τον φυλανε στο σπιτι του – γιατι ηταν η εποχη της δολοφονιας τού malcolm x (τον απριλιο τού ’68) και τού ρομπερτ κεννεντυ (τον ιουνιο τού ’68) – και τον ιουλιο άρχισαν οι απειλες κατα της ζωης τού μαρκουζε

σκηνες επικαιρων απο τις δολοφονιες –

ο μαρκουζε φευγει απ’ το σαν ντιεγκο και μενει καπου στην κεντρικη καλιφορνια

μικρη αναδρομη στη σχολη της φραγκφουρτης – επισκεψη τού σκηνοθετη στο «ινστιτουτο κοινωνικων ερευνων» – τα διαβατηρια του μαρκουζε : το γερμανικο, το αμερικανικο, το διαβατηριο του εξόριστου και του μεταναστη

πισω στην αμερικη / τα απειλητικα σημειωματα : «στον αναρχικο αθεο δολοφονο που τον πληρωνει ο λαος της καλιφορνιας» «ο χιτλερ τελικα ειχε δικιο, ο χερμπερτ να ξεκουμπιστει στη ρωσια…» γραμμα απο την κου–κλουξ–κλαν : «βρωμερο γουρουνι κουμουνιστη» «σου μειναν 72 ωρες, ερχομαι να σε σκοτωσω» «ο μαρκουζε δινει στους νεους ναρκωτικα – σεξ εξεγερση και μαρξιστικη ιδεολογια»

η τελευταια σελιδα απο τον «μονοδιαστατο ανθρωπο», οπου το βιβλιο κλεινει με τη φραση τού μπενγιαμιν : «μόνο για λογαριασμο εκεινων που δεν εχουν καμια ελπιδα, ειναι που μια ελπιδα μας εχει δοθει.»

για τον μπενγιαμιν και την αυτοκτονια του

συντομο πλανο του μαρκουζε απο ψηλα και πισω, να μιλαει με φοιτητες

η αντζελα νταιηβις για την αδελφη της, φάνια, που ηταν επισης μαθητρια τού μαρκουζε και χτυπηθηκε απο την αστυνομια και μετα τη συλλαβανε κιολας – ο ο μαρκουζε εδωσε την εγγυηση για να βγει η φανια απο τη φυλακη

βιντεοσκοπημενη συνεντευξη τού μαρκουζε : «δεν μ’ αρεσουν οι φτηνες ψυχολογικες ερμηνειες που δεν εχουν καμια εφαρμογη στην περιπτωση τού φοιτητικου κινηματος» (ο δημοσιογραφος τού ειχε πει οτι πιθανως οι φοιτητες να ξεδινουν ψυχολογικα μεσω των διαδηλωσεων) : «η λογικη αυτη αγνοει και περιφρονει και τα κινητρα και τους σκοπους τών εξεγερμενων : και υπαρχει μια τεραστια διαφορα απο την αμυντικη ώς την επιθετικη βία» (σκηνες απο ειρηνικες αντιπολεμικες εκδηλωσεις στο πανεπιστημιο) : «οι φοιτητες ειναι απολυτως ειρηνικοι, τραγουδανε μπητλς, αυτο δεν ειναι βία (συνεχιζει ο μαρκουζε), ειναι αντιδραση στη βια, ειναι αντι–βία» (χαμογελαει) / –Δηλαδη η αντι–βια κατ’ εσας ειναι οκεϋ, επιμενει ο δημοσιογραφος / Μαρκουζε (παντα χαμογελωντας : δεν ειναι το ζητημα αν ειναι ή δεν ειναι οκεϋ, το προβλημα ειναι αν, και πότε, ειναι απαραιτητη. Απαραιτητη για να διατηρησεις τη ζωη σου ζωντανη, και αυτα τα οποια πιστευεις.» (Ολη η συζητηση αυτη απο το 35.16΄ ώς το 39.00΄)

αποφαση των φοιτητων για απολυτως σιωπηλη διαδηλωση κατα του ρηγκαν, με αφορμη την αποφαση να στρατολογει η cia πρακτορες απο τους φοιτητες (σκηνες απο επικαιρα της εποχης : ο ρηγκαν λεει στον δημοσιογραφο «δεν θα με πειραζε αν οι φοιτητες καταλαβαίναν τι γινεται, αλλά δεν εχουν ιδεα» «εδωπερα εξελισσεται συνωμοσια για την καταστροφη του πανεπιστημίου»)

44.55΄ : (24 οκτωβριου 1969) λογος τού μαρκουζε στους φοιτητες : «πιστευω οτι ο αγωνας τωρα μολις ξεκιναει ν’ αρχιζει – ο αγωνας εναντιον ολων εκεινων, και τού καθενα, που θελει να μετατρεψει το αμερικανικο πανεπιστημιο σε σχολη εκπαιδευσεως για να πειστει η κοινωνια να τεθει στην υπηρεσια της ασφάλειας των πλουσίων και της ευημερίας των πλουσίων – μεσα απ’ την καταπιεση και την υποδουλωση ολόκληρου του λαου»

η αντζελα νταιηβις, που μιλησε επισης την ιδια μερα στη συγκεντρωση μετα τον μαρκουζε, περιγραφει πώς, ενω ο ιδιος δεν συμφωνουσε καθολου με την αποφαση της να γραφτει στο κομμουνιστικο κομμα, δεν αλλαξε σε τιποτα τη σταση του απεναντι της, και την υποστηριξη που της προσφερε

(δικη της αντζελα νταιηβις και διαδηλωσεις)

απ’ την αλλη μερια ολοι ενωμενοι κατα του μαρκουζε – η αμερικανικη λεγεωνα, ο πάπας, η πραβδα, ο άγκνιου, ο ρηγκαν – ολοι εξω φρενων με τον «διαφθορεα της νεολαιας»

(μαγνητοσκοπημενες σκηνες του μαρκουζε στο αμφιθεατρο)

ο πρυτανης πρεπει ν’ αποφασισει τι θα κανει με τον μαρκουζε – ανακοινωνει οτι αποφασισε να τον ξαναπροσλαβει για το ’69–’70 (ηθελε λεει να του δωσει συνταξη αλλά «χωρις να τον προσβαλει») και ανακοινωνει οτι ολοι οι μεγαλης ηλικιας καθηγητες πρεπει να φευγουν για να δινουν τοπο στους νεους – ισχυριζεται οτι αλλωστε ο μαρκουζε πεθανε μετα απο 3–4 χρονια (ο σκηνοθετης juutilainen διευκρινιζει οτι στην πραγματικοτητα ο μαρκουζε, που ητανε τοτε 70, εζησε άλλα δεκα χρονια.)

μαγνητοφωνημενη η φωνη του μαρκουζε, σε συνεντευξη στο ραδιοφωνο : «δεν ηταν ο ζητημα αν θα με ξαναπροσλαβει ο πρυτανης, το ζητημα ητανε οτι πιστευω πως δεν εχω τελειωσει ακομα τη δουλεια μου, κι οτι εχω ακομα κατι να διδαξω παρ’ ολη τη βιολογικη μου ηλικια.»

 

 

(οπως ειπα, το βιντεο τελειωνει πριν την κανονικη ολοκληρωση τής ταινιας – απο τα περιεχομενα τού χαρολντ μαρκουζε στη σελιδα που ανεφερα στην αρχη, μεταφερω εδω μια ιδεα για ο,τι επακολουθησε στο μερος που χασαμε :

ο macGill γινεται προεδρος του πανεπιστημιου κολουμπια
ο ρηγκαν επανεκλεγεται κυβερνητης της καλιφορνιας
ο μαρκουζε σε συνεντευξη στην τηλεοραση λεει οτι ποτε δεν θεωρησε τον εαυτο του «πατερα» της νεας αριστερας
και απορει αν τον καταλαβαινουν καλα
πεθαινει πριν δει τον ρηγκαν να γινεται προεδρος της αμερικης

ακουγεται τελος η φραση του :
«καθε εκπραγματισμος ειναι μιας μορφης αμνησία – η μνημη αντιθετα τροφοδοτει τον ποθο να απαλειφθει ο πονος και να παγιωθει η ηδονη.»)

 

 

 

πρωτη δημοσιεψη : facebook ( : εδω δλδ ακολουθειται η αντίστροφη απο τα ειωθοτα πορεια – αλλά καθως προσωπικα στη σελιδα μου στο φ.μπ. ανεβαζω και μεγαλυτερα κειμενα – μερικα απ’ αυτα πιστευω οτι πρεπει να τα μεταφερω και εδώ.)

 

εδω πληροφοριες για τον φιλλανδο–δανο σκηνοθετη paul alexander juutilainen που γι’ αυτο το ντοκυμαντερ (την πρωτη του εξαλλου δουλεια, οσο ηταν ακομα φοιτητης) κερδισε καμια εικοσαρια βραβεια παγκοσμιως, συμπεριλαμβανομενου ενος emmy και μιας διακρισης το ’98 στις καννες

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 1, 2015

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος / κριτικά γραπτά, άγρυπνη διαλεκτική, και ο διάλογος με τον παναγιώτη κονδύλη (από φώτη τερζάκη 2.)

 

 

 

 

(σαν συνέχεια από τό προηγούμενο) απομονώνω σήμερα, από τό δοκίμιο τού φώτη τερζάκη «ανάμεσα στην εξέγερση και τή φυγή» που περιλαμβάνεται στο τεύχος 20 τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο, κάποιες προτάσεις του που αφορούν κυρίως τήν κριτική οξυδέρκεια και ασυμβίβαστη οξύτητα τού ποιητή δοκιμιογράφου και φιλόσοφου που ενσαρκώνει από μια άποψη τήν καρδιά και τό μυαλό τού «έρασμου» και τών «σημειώσεων»

τό περιοδικό κυκλοφορεί, μπορείτε να διαβάσετε τό άρθρο με τήν ησυχία σας ολόκληρο στο χαρτί

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου (διευκρινίζω – προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αν και όσες μέ διαβάζουν δεν μέ παρεξηγούνε, καθότι μέ ξέρουνε ! – ότι ο τονισμός δεν σημαίνει πως θεωρώ τις φράσεις αυτές «σπουδαιότερες» από τις άλλες (ό,τι δημοσιεύω εννοείται ότι το θεωρώ σπουδαίο)) απλώς επιθυμώ κάποια πράγματα να διακρίνονται (και να απομνημονεύονται) ευκολότερα)

 

 

[ ] Με τα κριτικά του γραπτά ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος είναι αυτός που κυρίως θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα τού περιοδικού Σημειώσεις (που συσπειρώνεται πλέον γύρω του για να διασχίσει, σαν κιβωτός, τα σκοτεινά νερά τής Μεταπολίτευσης).

Σαν ποιητής από ιδιοσυγκρασία, παρουσίαζε ανέκαθεν μια οξύτατη αυτοσυνειδησία τής ιδιαίτερης ιστορίας του. Δεν γνώριζε μόνο καλά τη νεοελληνική λογοτεχνία, με την αβίαστη οικειότητα τής οικογενειακής κληρονομιάς, αλλά είχε επιπλέον μια μοναδική ικανότητα να διεισδύει στις κρίσιμες συνάψεις ανάμεσα στις ιδέες και τις αισθητικές μορφές. Παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση τής πάλης τών ιδεών (που ήταν ασφαλώς ο καθρέφτης τής ταξικής πάλης) μέσα στην ποιητική παραγωγή τού εικοστού αιώνα – στην ελληνική γλώσσα, πρωτίστως, αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία… Και πάντα, στο βάθος, οι σημασίες που έφερνε έτσι στην επιφάνεια είχαν κάτι το ειδικό και βαρυσήμαντο να πουν για τη φύση τής ίδιας τής τέχνης. Στο «Ειδώλου είδωλον (Αναφορές, 1979) [ ] θα κάνει την πρώτη απομυθοποιητική, ιστορικά επικεντρωμένη, αποτίμηση τής λεγόμενης γενιάς τού ’30, ως εξής : «Στον θεσμοποιημένο ελληνοκεντρισμό τής εποχής, η οποία μετέθεσε το φορτίο τής εθνικής μειονεξίας από τους ώμους τών εθνικών λογίων στους ώμους ενός δημοτικιστή δικτάτορα, ο Σεφέρης θα αντιτάξει βέβαια τη δική του απάντηση – ‟δική τουˮ ωστόσο, δηλαδή διαφορετική, μόνο ως προς το περίβλημά της. Η λανθάνουσα ταυτότητα τόσο τού “ελληνικού νεοελληνισμού” τού Σεφέρη όσο και τής “ελληνικότητας” τού Τσάτσου με την κρατούσα ελληνοκεντρική ιδεολογία φανερώνεται στις μετέπειτα φιλολογικές πολιτικές τύχες και τών δύο εκδοχών. Οι καιροί τού πολέμου, καιροί υλικής και πνευματικής επιστράτευσης, απαιτούσαν την έκφραση μιας ηθικής τής τέχνης, μιαν έκφρασή της που να υπερβαίνει τη χυδαιότητα τού επερχόμενου στρατωνισμού τού πνεύματος [ στο σημείο αυτό παραθέτει μιαν ανατριχιαστική εμφυλιοπολεμική δήλωση με τις υπογραφές τών Βενέζη, Δημαρά, Κανελλόπουλου, Καραγάτση, Μυριβήλη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Σαχίνη, Τερζάκη, Τσάτσου, Π. Χάρη, Θεοτοκά· και συνεχίζει : ] Η έκφραση αυτή βρέθηκε στην ευτυχή συνάντηση τού αφηρημένου ιδεαλισμού τού φιλοσόφου (και πολιτικού) με τον αισθητικό (και πολιτικό) εμπειρισμό τού ποιητή και διπλωμάτη. Το αποτέλεσμα στην ποίηση ήταν η μεταπολεμική επιβίωση (και η αποκορύφωση) τού μεσοπολεμικού ιδεολογήματος τής “ελληνικότητας” στον σεφερικό μακρυγιαννισμό, δηλαδή στην ηθικιστική εκείνη αισθητική τού “θέλω να μιλήσω απλά”» (σελ. 10–11).

Εδώ, βέβαια, υπό κρίσιν είναι περισσότερο η ποιητική ιδεολογία και λιγότερο η ίδια η ποίηση. Επιδοκιμάζει, αποσυμπλέκοντάς τες προσεκτικά από την ιδεολογική τους επικάλυψη, κάποιες τραγικές ποιότητες τής γραφής τού Σεφέρη (μιαν αντήχηση τής οποίας μπορεί να διαγνώσει κάποιος και στη δική του ποίηση) σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη ρητορική «αγαλλίαση» τού λεγόμενου ελληνικού σουρεαλισμού. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις πηγές τού τελευταίου, θα φτάσει στην πρώτη μεγάλη ποιητική διχοτομία (υφολογική και ιδεολογική) τού εικοστού αιώνα : Σικελιανός και Βάρναλης. [ ]

Στο επόμενο δοκιμιακό του έργο, Η «Ρωμιοσύνη» στον Παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική τού νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (1983), επεκτείνει τη διάσταση τής ιδεολογικής κριτικής που είδαμε ήδη εν δράσει [ ], ως προσέγγιση διακριτή αλλά συμπλεκόμενη στενά με την καθαυτό ποιητική κριτική, στη συμπτωματολογία ενός λαϊκιστικού λόγου που έχει τις πηγές του τουλάχιστον στα τέλη τού δέκατου ένατου αιώνα, αλλά στις ημέρες που γράφονται τα κείμενα – με την έφοδο τού ΠΑΣΟΚ προ τών πυλών – αποκτά διευρυμένες λειτουργίες και νέα δραστικότητα : ως ιδεολογικό τσιμέντο, για να το πούμε έτσι, τού «ιστορικού συμβιβασμού» δεξιάς και αριστεράς. Ωστόσο, χαρακτηριστικό τής οξύτατης ευαισθησίας και τής άγρυπνης διαλεκτικής αίσθησης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου είναι ότι, μέσα στην επόμενη εικοσαετία, με την αλλαγή τών πολιτικών προτεραιοτήτων και τη συνακόλουθη μετάλλαξη τής δημόσιας ρητορικής, βλέπει καθαρά ότι ένας νέος «αντι–λαϊκισμός» που αναδύεται (συνώνυμος τού τεχνοκρατικού εκσυγχρονισμού και τού νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊσμού) καλείται να παίξει τον ίδιο χειραγωγικό ρόλο με τον προηγηθέντα, και υστερόβουλα απαξιωμένο πλέον, λαϊκισμό. Στο εισαγωγικό σημείωμα που γράφει για την επανέκδοση τού 2004, σημειώνει : «Πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε να διαλέξει κανείς ανάμεσα στον “μακρυγιαννισμό” και στον “λακανισμό” ; Ανάμεσα στον απολιθωμένο “εθνοκομμουνισμό” και την αβάσταχτη ελαφρότητα τού “εκσυγχρονισμού” ; […] Σήμερα που τα σύνορα τών κρατών κατεδαφίζονται όχι από τους “αδελφωμένους λαούς” αλλά από τις πολυεθνικές συμμορίες, ποιον άλλον σκοπό θα μπορούσε τάχα να έχει μια κριτική εναντίον τού μαζικού εθνολαϊκιστικού φολκλόρ αν όχι την κατάδειξη εκείνων ακριβώς τών χαρακτηριστικών του που το καθιστούν μιαν ακόμη θυγατρική τής παγκόσμιας αυτοκρατορίας τού κιτς ; » (σελ. 11).

[ ]

Εν κατακλείδι, η κριτική τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου (και σε κυμαινόμενους βαθμούς τών συνοδοιπόρων του στο εκδοτικό εγχείρημα) λάμπει σαν μετέωρο στη νύχτα τής ελληνικής κριτικογραφίας, αυτής που μονοπωλεί την επαγγελματική σκηνή και τα μέσα δημοσιότητας στις ημέρες μας, σε αντιστρόφως ανάλογο βαθμό με τη διανοητική της φτώχεια. Και είναι αυτή ακριβώς η «κριτική» τών συγκροτημάτων τού τύπου και τών πανεπιστημίων που, σε άρρητη συναίνεση και κάτω από την προσποίηση μιας αμέριστης εκτίμησης, καλύπτει αυτό το έργο και αυτή τη συλλογική κατάθεση, εξ επιλογής άλλωστε αντιδημοφιλή, με ένα ένοχο πέπλο σιωπής

 

 

Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση τού Γ. Λυκιαρδόπουλου στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για τη μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις, μαζί με μια σπάνια διόραση τών λεπτών αποχρώσεων ανάμεσα στις άκαμπτες διλημματικές διαζεύξεις. Είναι αυτό που λέμε διαλεκτική αίσθηση, στην καλύτερη μορφή της· αυτό είναι που κάνει τη σκέψη του, τις φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του οι οποίες αστράφτουν μέσ’ από τη συζήτηση ακόμη και τού πιο ταπεινού υλικού, να συγγενεύει αβίαστα με τη σκέψη τού Αντόρνο, τού Λούκατς ή και τού ίδιου τού Μαρξ, τού ίδιου τού Χέγκελ, όπως και από άλλες απόψεις με τού Κίρκεγκωρ – περισσότερο απ’ όσο το ότι ο ίδιος έχει συχνά μεταφράσει, σχολιάσει ή εκδώσει έργα τους…

Οι φιλοσοφικές κορυφώσεις τής σκέψης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου γίνονται εμφανείς προπαντός σε έναν φορτισμένο διάλογο που έγινε από τις σελίδες τών Σημειώσεων (τ. 13–14, 16, 17 και 19) μεταξύ 1977 και 1979, ανάμεσα στον ίδιον και στον λίγο νεότερό του Παναγιώτη Κονδύλη (που πλαισιώνεται από δύο ακόμα κείμενα, τού Μάριου Μαρκίδη και τού Στέφανου Ροζάνη). Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για μία «αόρατη» συμμετοχή, αυτήν τού Αντώνη Λαυραντώνη : όχι μόνο επειδή το εναρκτήριο λάκτισμα τής όλης συζήτησης, μια κριτική τού Μ. Μαρκίδη στον Erich Fromm, δημοσιεύθηκε υπό μορφήν επιστολής στον Α. Λαυραντώνη, αλλά και για τον λόγο ότι πολλές από τις απόψεις που ο Π. Κονδύλης εκφράζει εκεί απηχούν την πρώιμη και διαμορφωτική επιρροή που δέχθηκε από αυτόν τον ανέκαθεν διαφωνούντα συνομιλητή τού Άγι Στίνα (τον οποίον άλλωστε – σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες – προσπάθησε επίμονα να εμπλέξει στη συζήτηση). Βέβαιον είναι άλλωστε ότι ο Κονδύλης επιθυμούσε μια συνέχεια και κλιμάκωση τής αντιπαράθεσης, πράγμα που για διάφορους λόγους δεν έγινε.

Η συζήτηση αυτή είχε ένα προανάκρουσμα : την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανόλη Λαμπρίδη στο τεύχος 10 τού περιοδικού Μαρτυρίες (Νοέμβριος 1964) πάνω στο ζήτημα τών ιδεολογιών, όπου το επίδικο ήταν στην πραγματικότητα η «επαναστατική ιδεολογία». Στο κείμενό του που επιγράφεται ακριβώς «Η “επαναστατική ιδεολογία” και οι περιπέτειές της» ο Α. Λαυραντώνης επιχειρεί μια δριμεία κριτική σε κάθε σύστημα ιδεών που «θέτει ως σκοπό και υπαγορεύει μια κοινωνική δράση ικανή να οδηγήσει στην καθολική ανθρώπινη απελευθέρωση» : η καμπάνα χτυπάει βεβαίως για τον μαρξισμό, που οι εξελίξεις του μοιάζουν να δικαιολογούν την καχυποψία τού Α. Λαυραντώνη απέναντι στη «μυστικοποίηση τών απελευθερωτικών αιτημάτων τού πραγματικού κινήματος και τη μετατροπή τους σε “επαναστατική ιδεολογία” », τής οποίας τα πουριτανικά και αυταρχικά γνωρίσματα σκιαγραφεί άλλωστε με οξύτητα. Σημειωτέον ότι ο Α. Λαυραντώνης δεν αρνείται – ακόμα – τη νομιμότητα τών ίδιων αυτών αιτημάτων, τον προαιώνιο πόθο τού ανθρώπου για επιστροφή στον χαμένο παράδεισο τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αδελφοσύνης και τής λύτρωσης από την προπατορική κατάρα να κερδίζει το ψωμί του εν τω ιδρώτι τού προσώπου του· καταγγέλλει μόνο τη μετατροπή τους σε ιδεολογία που καθ’ οδόν λησμονεί τον σκοπό και αποθεώνει τα μέσα, νομιμοποιώντας νέους κυριάρχους : όμως ο υπεριστορικός και οιονεί μεταφυσικός, εσκεμμένα διατυπωμένος σε θρησκευτική γλώσσα, χαρακτήρας τών αιτημάτων αυτών αποκλείει σχεδόν εκ προοιμίου τη δυνατότητα να συμβεί αλλιώς. Και αυτή τη δυνατότητα είναι που θέλει να υπερασπιστεί ο Μανόλης Λαμπρίδης.

[ ]

Η συζήτηση τού 1977–79 μοιάζει να προεκτείνει την παραπάνω διασταύρωση θέσεων, ως όξυνση μιας αντιπαράθεσης που σοβούσε καιρό στον συγκεκριμένο πνευματικό κύκλο. Ξεκινάει λοιπόν με το προαναφερθέν κείμενο τού Μάριου Μαρκίδη όπου ψέγεται ο ρηχός και ψευτο–αισιόδοξος ανθρωπισμός τού Erich Fromm, τονίζοντας τη μη εξαλείψιμη τραγικότητα και οδύνη που είναι η πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη· υποβάλλεται μάλιστα μια υπεριστορική διάσταση τού δράματος, ως εάν επρόκειτο για ριζική οντολογική συνθήκη και ανυπέρβατη μοίρα. Αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό μια χορδή τού σαρδώνειου πεσιμισμού που ήδη συμμερίζονταν Λαυραντώνης και Κονδύλης, την κοινή τους καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, θα προκαλέσει μια εκτενή παρέμβαση τού Π. Κονδύλη με τίτλο «Η παλιά και η νέα θεότητα». Άξονας τού επιχειρήματός του είναι η κατ’ ουσίαν εξίσωση τού μαρξισμού (τής «επαναστατικής ιδεολογίας») με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει· γενικότερα, η ταύτιση κάθε ριζικού οράματος ιστορικής λύτρωσης με μεταφυσική η οποία, κατά την οπτική τού Κονδύλη, παραγνωρίζει τους ανυπέρβατους περιορισμούς τής ανθρώπινης «φύσης». Η απάντηση του Λυκιαρδόπουλου (απηχώντας εν πολλοίς θέσεις που αυτός συμμεριζόταν αντίστοιχα με τον Μανόλη Λαμπρίδη), προκαλεί δεύτερη επίθεση τού Κονδύλη με τίτλο «Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές τών οραμάτων», στην οποία ο Λυκιαρδόπουλος ανταπαντά με το σημείωμα «Ούτε ο Θεός ούτε ο Χέγκελ». Δύο τεύχη αργότερα εμφανίζεται το κείμενο τού Στέφανου Ροζάνη «Μη επιστημονικό υστερόγραφο περί ιδεολογίας» το οποίο, κάπως πιο φιλολογικό και χωρίς να προσθέτει επιχειρηματολογικώς στα προηγηθέντα, παρότι δεν αναφέρεται ονομαστικά γράφτηκε εμφανώς για ν’ αποτελέσει επίλογο στην όλη συζήτηση.

[ ]

Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος, από την πλευρά του, οδηγώντας σέ αξιοθαύμαστες κορυφώσεις ένα κριτικό ύφος που αφομοιώνει όχι μόνο τη μεταμαρξιστική παράδοση μιας «διαλεκτικής τού συγκεκριμένου» αλλά και όλη τη δύναμη τών κιρκεγκωριανών φωτοσκιάσεων, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο τής επαναστατικής επιθυμίας, τού οράματος τής απελευθέρωσης, σε οποιοδήποτε καταπιεστικό «δια ταύτα» τής επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Η «ταυτότητα τής εννοιολογικής δομής» (μεταξύ δύο αντίπαλων θεωριών, κατά τον Κονδύλη) είναι ένα ισοπεδωτικό λογικό στρατήγημα που συγκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα φανερώνει. Διαβασμένη προσεκτικά, η κριτική τού Λυκιαρδόπουλου μοιάζει να εμπερικλείει την αγόρευση τού Π. Κονδύλη σε έναν ατέρμονα κινητικό και ουσιωδώς ανοιχτό στοχασμό, δείχνοντας αναμφίλογα τη συγγένειά της με την ίδια την αστική ιδεολογία τού «εσαεί αμετάτρεπτου» τής παρούσας ιστορικής πραγματικότητας. Διότι στο κάτω κάτω, λέει, «εκείνο που αμφισβητούμε είναι το ότι κάθε νοηματοδότηση τής ζωής ανήκει στην ιδεολογική παρακαταθήκη τής εξουσίας. Αν δεχόμαστε αυτή τη θέση τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως όχι μόνο κάθε “νοηματοδότηση” τής ζωής αλλά και κάθε της ερμηνεία (επιστημονική, φιλοσοφική, μυθική ή ποιητική), κάθε κοσμοθεώρηση (είτε “θετική” είτε “μηδενιστική”), κάθε ιδέα, κάθε σκέψη, και για την ακρίβεια η ίδια η σκέψη, “ανήκει στην εξουσία”. Από την πλευρά μας θα ’μασταν έτοιμοι να δεχτούμε κάτι τέτοιο μαζί με τη συναφή άποψη πως ό,τι διασώθηκε από τον πνευματικό πολιτισμό, ό,τι υπάρχει “γραμμένο” και “παραδομένο” ανήκει στην εξουσία· μόνο που τότε θα έπρεπε να ξαναδούμε τί εννοούμε με τη λέξη “εξουσία”, γιατί σ’ αυτήν εδώ την περίπτωση η έννοιά της διευρύνεται τόσο ώστε να κλείνει μέσα της και τη “ζωή” και την “ιστορία” και την “πραγματικότητα”, οπότε βέβαια ό,τι “πραγματοποιείται” τής ανήκει, αφού ό,τι υπάρχει (ή ό,τι ζει) ανήκει στη ζωή έστω κι αν τής εναντιώνεται […] Σε “τελική” – πάντα – ανάλυση πίσω από όλη την ανθρώπινη δραστηριότητα, πίσω από τον έρωτα και τον πόλεμο, πίσω από τα μνημεία και τα δάκρυα που πετρώνουν σε τέχνη παραμένει πάντα σαν γενικό συμπέρασμα το απλό γεγονός πως ο άνθρωπος ζει και πεθαίνει […] Όμως τό ζήτημα είναι πώς ζει και πώς πεθαίνει ο καθένας – κι αυτό δεν μας το λέει κανένα συμπέρασμα, γιατί τα συμπεράσματα δεν μαρτυρούν τα επιμέρους πάθη αλλά αποφαίνονται “εν γένει” […] Ούτε για τους μεν ούτε για τους δε έχει σημασία αν υπάρχει παράδεισος ή αν η αταξική κοινωνία είν’ ένα άπιαστο όραμα. Γιατί δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ο παράδεισος για να υπάρχει το όραμά του – αρκεί που υπάρχει η κόλαση : το “Εκείθεν” τών επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’ από τα σπλάχνα τού “Εντεύθεν”» (σελ. 62–3). [ ]

 

………

 

Για να γυρίσουμε πάλι στην πολιτική ανάλυση, που είναι η πρώτη και η τελευταία λέξη αυτών τών δοκιμίων, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος [ ] θα κάνει μια αλάθητη διάγνωση : «Ο δυισμός τού φασισμού έγκειται στο ότι είναι και δεν είναι μια επανάσταση […] Δεν είναι η τρέλα αλλά η αποδοτικότερη χρησιμοποίηση τής τρέλας από την πολιτική· δεν είναι η εξέγερση αλλά ο μύθος και η επίκληση τής εξέγερσης […] Απ’ αυτή την άποψη ο φασισμός δεν είναι καθόλου η “άρνηση” τού πολιτισμού μας αλλά ίσα ίσα η ουσία του. Δεν είναι το παρελθόν αλλά το μέλλον» (σελ. 68, υπογράμμιση δική μου). Αυτή η διφυής, απατηλή όψη τού φασισμού εξηγεί από τη μία πλευρά τη σαγήνευση μιας ρομαντικά εξεγερμένης διανόησης (σκεφτόμαστε πάλι εδώ τον Έζρα Πάουντ, αλλά και τον Σελίν, και τον Γιούκιο Μίσιμα και άλλους) που το νόημα τού έργου της μόνο μια εξίσου παραπλανημένη ανάγνωση μπορεί να τού χαρίσει (τού φασισμού)· από την άλλη πλευρά – και αυτό είναι απείρως σημαντικότερο – δείχνει εκείνο που ο φασισμός έχει κατ’ ουσίαν κοινό με τις σύγχρονες «φιλελεύθερες δημοκρατίες» τής Δύσης. Έχοντας απόλυτη επίγνωση αυτού, αποφασισμένος μάλιστα να το θυμίζει με κάθε τίμημα, ο Γ. Λυκιαρδόπουλος κλείνει το βιβλίο του με ένα συγκινητικό κείμενο που επιγράφεται «Οι τελευταίοι» – μια ελεγειακή αναφορά στους «τρομοκράτες» τής Δυτικής Γερμανίας, την ομάδα Μπαάντερ–Μάινχοφ : «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα Ή εγώ ή τα τανκς κυβερνάει ήδη με τα τανκς […] Όσο τώρα για τον ισχυρισμό ότι πράξεις όπως αυτές τής ομάδας Μπαάντερ–Μάινχοφ δίνουν αφορμή για αντιδημοκρατικές λύσεις, απλώς αντιστρέφει το πρόβλημα. Διότι η πολιτική αυτοδικία δεν αποτελεί την αιτία αλλά το σύμπτωμα τού κακού […] Και το ερώτημα είναι : από πού βγαίνουν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες ; Από ποια σκοτάδια απελπισίας πέφτουν αυτοί οι πυροβολισμοί στην καρδιά τού άτρωτου Λεβιάθαν που συντρίβει έναν έναν τούς μάταιους αντάρτες ; […] Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι μαυρισμένες ψυχές που καμιά εκκλησία, κανένα κόμμα δεν τις θέλει και καμιά ποίηση δεν τις χωράει ; “Αναρχικοί” και “τρομοκράτες”, κομμάτια μοναξιάς που σφαδάζουν μέσα σε σιδερένια δάχτυλα και σκοτώνουν εν αμύνη – μόνο που η άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμία άμυνα δεν νόμιμη εναντίον τού κράτους» (σελ. 94–95). Για ν’ αναφωνήσει εντέλει : «Όσο το Κράτος είναι υποχρεωμένο να σκοτώνει, σημαίνει πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι».

 

 

 

 

 

 

 

Νοέμβριος 26, 2015

φώτης τερζάκης / για τόν «έρασμο», τίς «σημειώσεις», και τή «σχολή τής φραγκφούρτης»

 

 

 

 

αναδημοσιεύω σήμερα αποσπάσματα από τό κείμενο τού φώτη τερζάκη «ένα παράδειγμα : τό περιοδικό σημειώσεις στην ελλάδα» που γράφτηκε για τό περιοδικό «πλανόδιον» τό 1996 και αναδημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο

καθότι έχουμε να κάνουμε με μια θαυμάσια εισαγωγή (τήν πρώτη και μόνη απ’ όσο ξέρω ώς τώρα) για τήν ιστορία και τό ιστορικό αυτής τής πολύτιμης παρέας από ποιητές και φιλόσοφους, που έδρασαν σιωπηλά και επίμονα για χρόνια γνωρίζοντάς μας τή σκέψη τών άλλων σιωπηλών και επίμονων, τής κριτικής θεωρίας, τήν οποία και μάς παρέδωσαν – με διορατική επιμονή και γενναιοδωρία – στα ελληνικά πρώτοι, και για χρόνια μόνοι, από τίς εκδόσεις «έρασμος» τό από κάθε άποψη γενναίο και από κάθε άποψη αγαπημένο παρακλάδι τού περιοδικού «σημειώσεις»

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου)

 

 

[ ] Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι η χαμηλόφωνη επανάσταση για την οποία θέλουμε να μιλήσουμε εδώ, εκ μέρους μιας ομάδας ανθρώπων από την οποία αργότερα αναδύθηκε ο κύκλος τού περιοδικού Σημειώσεις, ξέσπασε μέσα στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κατά τη δεκαετία τού ’50 κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης. Όμως για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτού τού φαινομένου πρέπει να πάμε πιο πίσω, προκειμένου να ανιχνεύσουμε τις γνήσια πολιτικές του ρίζες. Από την ίδρυση τού ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος (1918) υπήρξαν στο εσωτερικό του μικρές ομάδες δυναμικής αριστερής αντιπολίτευσης, αρχικά σε θέματα που αφορούσαν τον εθνικισμό και τον πόλεμο, κι εν συνεχεία σε θέματα εσωτερικής οργάνωσης και δημοκρατικής δομής. Οι κυριότερες τέτοιες τάσεις, που επρόκειτο ν’ αναπτυχθούν από τη δεκαετία τού ’20 και μετά, ήταν οι Τροτσκιστές (με σημαντικότερη ηγετική φυσιογνωμία τον Παντελή Πουλιόπουλο) που έμελλε να εκκαθαριστούν οι μισοί από τούς Γερμανούς στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι υπόλοιποι από τούς σταλινικούς εκτελεστές τής Ο.Π.Λ.Α., οι Αρχειομαρξιστές, οι οποίοι αφού θα γνώριζαν και αυτοί προηγουμένως άγριες εκ τών ένδον διώξεις θα έδιναν στον εμφύλιο την υποστήριξή τους στον Εθνικό Στρατό, και η μικρή ομάδα γύρω από τον διεθνιστή αγωνιστή Άγι Στίνα (ψευδώνυμο τού Σπύρου Πρίφτη) η οποία θα έγραφε μία από τις σημαντικότερες, και τις πιο συγκινητικές σελίδες στην ιστορία τού ελληνικού εργατικού κινήματος : τροτσκιστής αρχικά, έδωσε αγώνα ενάντια στις εθνικιστικές τάσεις τής κομμουνιστικής ηγεσίας, εργάστηκε εναντίον κάθε εθνικού πολέμου δημιουργώντας επιτροπές συνειδητοποίησης Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πράγμα που θα έκανε και πάλι στην κατοχή ανάμεσα στους Γερμανούς και Ιταλούς στρατιώτες, και ταυτόχρονα αγωνίστηκε σκληρά εναντίον τής σταλινοποίησης τού κόμματος που άρχισε σταδιακά μετά το Συνέδριο τού 1924· εκδιωγμένος από το κόμμα μετά το 1931, και ανάμεσα στους εκτελεστές τού Ζαχαριάδη και τους βασανιστές τού Μεταξά, θα συνεχίσει να συσπειρώνει γύρω του μια χούφτα έντιμων αγωνιστών αφοσιωμένων στη διεθνή επανάσταση κάτω από τη σημαία τής Τετάρτης Διεθνούς, για να συνειδητοποιήσει γύρω στα χρόνια τού πολέμου ότι και οι πραγματικές του αποκλίσεις από τον Τροτσκισμό ήταν μεγάλες· απομονωμένος αλλά απτόητος, έχοντας επανειλημμένα δραπετεύσει από φυλακές και διαφύγει σίγουρες εκτελέσεις, θα συνεχίσει να κρίνει την καταστροφική πολιτική τού κομμουνιστικού κόμματος και να διαπαιδαγωγεί νεαρούς επαναστάτες και διανοούμενους. Είναι γνωστό πόσο ισχυρή ήταν η πνευματική του επιρροή σε ανθρώπους που αργότερα επρόκειτο να διαμορφώσουν εξέχουσα θεωρητική φυσιογνωμία, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Υπάρχει μια αόρατη γενεαλογική γραμμή που συνδέει τον κύκλο τού περιοδικού Σημειώσεις (που τυπικά θα συγκροτηθεί μετά τη μεταπολίτευση τού 1974) με πρόσωπα όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Παναγιώτης Κονδύλης (παρόλες τις πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις που ακολούθησε η σκέψη τους), και αυτή η γραμμή φτάνει μέχρι τον Ά. Στίνα. Ανάμεσα στους νέους που σύχναζαν στον κύκλο τού Στίνα, και που συχνά συνέβαλλαν στη διαμόρφωση τών πολιτικών του θέσεων, ήταν ο Κ. Καστοριάδης, ο Αντώνης Λαυραντώνης και ο Μανώλης Λαμπρίδης (ψευδώνυμο τού Μανώλη Λεοντάρη, που ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός τού ποιητή και από τον ιδρυτικό κύκλο τών Σημειώσεων Βύρωνα Λεοντάρη). Ο Καστοριάδης, μετά τη μετανάστευσή του στη Γαλλία, ακολούθησε τη γνωστή σταδιοδρομία τού φιλοσόφου και θεωρητικού τής αυτονομίας επεξεργαζόμενος μέσ’ από τις σελίδες τού Socialisme ou Barbarie ιδέες που αποτελούσαν κοινή κληρονομιά τής ομάδας την οποία συζητάμε· ο Α. Λαυραντώνης, ένα πνεύμα ζοφερό αλλά οξύτατο και βαθιά διαλεκτικό, παρόλο που ποτέ δεν έγραψε (εκτός από μια περίφημη αλληλογραφία του με τον Καστοριάδη στα χρόνια τής δικτατορίας που δυστυχώς χάθηκε), άσκησε μια σωκρατική επιρροή στους κύκλους του και απευθείας μαθητής του μπορεί να θεωρηθεί ο Π. Κονδύλης, τού οποίου η φιλοσοφικά επεξεργασμένη κυνική (στα ίχνη τού Hobbs) θεωρία τής ισχύος, όπως και ο λεπτός σαρκασμός τού ύφους του, φέρουν τη σφραγίδα τού ζοφερού πεσιμισμού τού Α. Λαυραντώνη· ο Μανώλης Λαμπρίδης, τέλος, συνεργάτης τού τροτσκιστικού Μαρξιστικού Δελτίου στα χρόνια τού ’50 (μαζί με Βερούχη, Χατζημιχελάκη, κ.ά.), ήταν εκείνος ο οποίος ξεκίνησε την αισθητική αντιπαράθεση με τον σταλινισμό τής «επίσημης» αριστερής κριτικογραφίας μέσ’ από τις σελίδες τής Επιθεώρησης Τέχνης την ίδια εποχή. Ήταν ο πρώτος που, από μια ριζοσπαστική αριστερή σκοπιά, θα υποδεχόταν τον σουρρεαλισμό και ορισμένες τάσεις τής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας ως επαναστατικά (με την πολιτική έννοια τού όρου) φαινόμενα, που θα έδειχνε τη σημασία τών ποιητών τής λεγόμενης παρακμής, όπως ο Καρυωτάκης και η γενιά τού ’20, και που θα εκδήλωνε γενικά μια μεγάλη ευαισθησία στην εκτίμηση τών σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Γύρω από τον Μανώλη Λαμπρίδη και κάτω από την αδιαμφισβήτητη πνευματική του επιρροή διαμορφώνεται ένας κύκλος νεωτέρων, οι οποίοι είναι ακριβώς οι άνθρωποι που από το 1973 θα πλαισιώσουν το περιοδικό Σημειώσεις.

Μεγαλύτερος από αυτούς, και κατά κάποιον τρόπο ποιητικό και ηθικό ίνδαλμα μερικών από τούς νεώτερους, ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ένα πρώιμο ποιητικό ταλέντο και ταυτόχρονα οξύτατος κριτικός νους που συνδύαζε – συνδυάζει ακόμη – μιαν αυθεντική λαϊκή ευαισθησία μ’ ένα στοιχείο υψηλού διανοητικού ελιτισμού. Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος εμφανίζεται ήδη στα τέλη τής δεκαετίας τού ’50 δημοσιεύοντας στη Νέα Εστία, την Εφημερίδα τών Ποιητών, την Επιθεώρηση Τέχνης και το Μαρξιστικό Δελτίο. Ειδικά η Επιθεώρηση Τέχνης και οι εκεί πολεμικές θα γίνουν αφορμή να συσταθεί – με την έννοια μιας διανοητικής συγγένειας – αυτή η παρέα. Στο 7º τεύχος (1955) ο Μ. Λαμπρίδης δημοσιεύει ένα ριζοσπαστικό άρθρο με τίτλο «Ιl gran rifiuto», και υπότιτλο «Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης και η παρακμή» το οποίο, ως πρόκληση στον σταλινισμό τής Επιθεώρησης Τέχνης, ξεσήκωσε οργισμένες αντιδράσεις εκ μέρους τών Τ. Βουρνά και Μ. Μ. Παπαϊωάννου, και αργότερα τού Μ. Αυγέρη, τροφοδοτώντας μια υψηλόφωνη συζήτηση που κράτησε για αρκετά τεύχη. Στο 29º τεύχος (1957) στη συζήτηση μπαίνει ο Μανόλης Αναγνωστάκης με το άρθρο του «Προβλήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού» υπερασπίζοντας τις θέσεις τού Μ. Λαμπρίδη. Το 1963 ξεσπάει μια δεύτερη συζήτηση τής οποίας το έναυσμα θα δώσει ο μικρότερος αδελφός τού Μ. Λαμπρίδη, ο Βύρων Λεοντάρης, ο σημαντικότερος ίσως ποιητής τής δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και ένας εξέχων κληρονόμος τού καρυωτακισμού, με το περίφημο άρθρο του «Η ποίηση τής ήττας». Ο Τ. Βουρνάς θα επιτεθεί στο γνωστό ύφος δίνοντας αφορμή στον Β. Λεοντάρη για μια δευτερολογία, ενώ η συζήτηση θα προκαλέσει την παρέμβαση τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με το άρθρο «Η ποίηση τής ήττας, σύγχρονη αντιστασιακή ποίηση». Το σήμα είχε δοθεί, ένας πνευματικός κύκλος είχε γεννηθεί : το 1961 οι αδελφοί Λεοντάρη, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος μαζί με δύο νεώτερους ποιητές που θα γίνουν αναπόσπαστα μέλη τής ομάδας, τον Στέφανο Ροζάνη που θα αναπτύξει σημαντικό φιλολογικο–κριτικό έργο στη σκιά τού Ρομαντισμού και τον ψυχίατρο Μάριο Μαρκίδη, και ο Ν. Παντής εκδίδουν ένα περιοδικό συλλογικής έκφρασης που φιλοδοξούσε να είναι ο αριστερός αντίποδας τής Επιθεώρησης Τέχνης, τις ιστορικές Μαρτυρίες (λίγο αργότερα ο Μ. Αναγνωστάκης θα εκδώσει και αυτός στη Θεσσαλονίκη την Κριτική, στην οποία αρθρογραφούν σποραδικά τα περισσότερα από τα μέλη τού κύκλου τών Μαρτυριών). Μετά το ιδεολογικό άνοιγμα που κάνει το 1965 η Επιθεώρηση Τέχνης (χάρη στην πρωτοβουλία τών Κουλουφάκου – Ραυτόπουλου) η παρέα επανέρχεται στους κόλπους της αναστέλλοντας προς στιγμήν την έκδοση τών Μαρτυριών. Αυτές θα επανεκδοθούν βγάζοντας δύο τεύχη μεταξύ 1966 και 1967 ως Μαρτυρίες Β΄, για να σταματήσουν οριστικά με το πραξικόπημα και την απριλιανή δικτατορία. Περίπου ένα χρόνο πριν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έχει μπαρκάρει στο εμπορικό ναυτικό (σα ναύτης, και αργότερα ασυρματιστής) απ’ όπου θα επιστρέψει μόνο το 1975, υπό δραματικές συνθήκες, για ν’ αναλάβει την έκδοση τού περιοδικού Σημειώσεις και τη συνδεδεμένη με τον κύκλο τού περιοδικού εκδοτική «Έρασμος».

Παρά το χάσμα που επέβαλε η δικτατορία, υπήρξαν ορισμένες παράνομες εκδοτικές δραστηριότητες, καθώς και η (νόμιμη) έκδοση ενός τεύχους με τίτλο Προτάσεις, που πρέπει να θεωρηθεί ακριβώς ως προάγγελος τών Σημειώσεων. Όταν πάντως το 1973, πριν ακόμα τη μεταπολίτευση, καταργήθηκε ο νόμος περί λογοκρισίας, η ομάδα ανασυγκροτείται και αποφασίζει την έκδοση ενός καινούργιου περιοδικού : πρόκειται αυτή τη φορά για τις Σημειώσεις, και την ομάδα αποτελούν οι Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βύρων Λεοντάρης, Στέφανος Ροζάνης, Μάριος Μαρκίδης, Ανδρέας Μυλωνάς και Ρένα Κοσσέρη. Παρόλο που οι δύο τελευταίοι θα πάψουν να εμφανίζονται με κείμενά τους στις σελίδες τού περιοδικού λίγο αργότερα, ενώ δύο ποιητές, ο Τάσος Πορφύρης και ο Μάρκος Μέσκος θα εμφανίζονται σποραδικά με ποιήματά τους, ο αρχικός πυρήνας παραμένει αρραγής σε μιαν αξιοθαύμαστη εκδοτική προσπάθεια, με πενιχρά έως ανύπαρκτα μέσα, με τις πλάτες περιφρονητικά στραμμένες στη δημοσιότητα και με μια αισθητική και θεωρητική ποιότητα που δεν συγκρίνεται με κανενός απολύτως συγχρόνου τους εντύπου, η οποία συνεχίζεται απρόσκοπτα μέχρι σήμερα έχοντας εκδόσει 45 μικρά τεύχη, από τα οποία τα 17 πρώτα είναι εδώ και χρόνια εκτός αγοράς.

 

 

Όλα αυτά τα λέμε για να μπορέσει να φανεί καθαρά η ιστορία αυτού τού πνευματικού κύκλου την οποία φαίνεται ότι ακόμα και οι (λιγοστοί) σημερινοί αναγνώστες τους αγνοούν, αλλά και για να τεκμηριώσουμε την αναλογία που θέλουμε να υποδείξουμε μ’ ένα στοιχείο που μάς φαίνεται τρομερά ουσιώδες : τη συγκεκριμένη πολιτική ρίζα και την πολυεπίπεδη προσωπική στράτευση τής σκέψης αυτής και αυτών τών ανθρώπων. Γιατί και η Σχολή της Φρανκφούρτης, για την οποία μιλάμε σήμερα συχνά με λόγια τών οποίων το βάρος δεν έχουμε ζυγίσει, δεν ήταν ακαδημία. Παρότι πανεπιστημιακοί καθηγητές, οι πρωτεργάτες της ενεπλάκησαν στην περιπέτεια τής δημιουργίας της ακριβώς για να δραπετεύσουν από τα στεγανά ενός ημι–φεουδαρχικού γερμανικού ακαδημαϊκού κατεστημένου – και γνωρίζουμε πώς μέχρι σήμερα οι πανεπιστημιακοί θεσμοί παραμένουν εχθρικοί απέναντι στο είδος τής σύνθετης και γεμάτης φαντασία έρευνας τής οποίας υπόδειγμα μπορούμε να θεωρήσουμε εκείνη που διεξήγαγε το ιστορικό Ινστιτούτο τής Φρανκφούρτης. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό : η Σχολή τής Φρανκφούρτης προπάντων γεννήθηκε, επωάστηκε, γαλουχήθηκε μέσα στη μεγάλη παράδοση τού ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, και βλέπει κανείς με ποιους τρόπους η προϊστορία της υπήρξε κρίσιμα συνδεδεμένη με τις εκδιπλώσεις τού εργατικού κινήματος και τού επαναστατικού Μαρξισμού τών χρόνων τού μεσοπολέμου. Και ακόμη πιο πέρα, η σκέψη αυτή στάθηκε για τούς πρωτεργάτες της μια τρομερή αφιέρωση ζωής, πληρωμένη – όπως καθένας γνωρίζει σήμερα – με αληθινό αίμα. Το αίμα και η αγωνία δεν μπορεί να μετρηθεί παρά μόνο με αίμα και αγωνία, πράγματα ολότελα ξένα για τούς σημερινούς ακαδημαϊκούς που επιζητούν να κάνουν δημόσιες σχέσεις ως διαχειριστές τών ιδεών της – [ ] Όμως το πνεύμα, και προπάντων το είδος τού πνεύματος για το οποίο μιλάμε εδώ, βρίσκεται αλλού.

Η συγγένεια τού κύκλου τών Σημειώσεων με το ρεύμα τών ιδεών που εκπροσώπησε η Σχολή τής Φρανκφούρτης έχει βέβαια μία προφανή πλευρά : το ότι ένα μέρος τού έργου τής τελευταίας έχει μεταφραστεί, εκδοθεί, σχολιαστεί και ενσωματωθεί κριτικά μέσ’ από γραπτά και δημοσιεύσεις τού περιοδικού και τών εκδόσεων «Έρασμος» – και δεν γνωρίζω άλλο νεοελληνικό εκδοτικό ή πνευματικό φορέα που να έχει κάνει τίποτε ανάλογο σε έκταση και σε βάθος. Όμως η ουσιώδης συγγένεια βρίσκεται ακόμη πιο βαθιά, και αφορά μια επιλογή υπαρξιακή και κοσμοθεωρητική, αισθητικούς τρόπους και συναφείς θέσεις από τις οποίες κανείς στοχάζεται και μιλά. Θα αναφέρω δύο μόνο τέτοια στοιχεία, για να κλείσω μ’ αυτόν τον τρόπο αυτή τη μικρή αναφορά.

Ο κύκλος τών Σημειώσεων, όπως κι εκείνη η ομάδα τών Γερμανοεβραίων φυγάδων, έχει τις ρίζες του μέσα σ’ ένα επαναστατικό όραμα απολύτρωσης που στα νεανικά τους χρόνια μπόρεσε για μια στιγμή να ενσαρκωθεί από την πολιτική αριστερά, όμως ανδρώθηκε, ωρίμασε μέσα στην οδυνηρή επίγνωση μιας ήττας : είδαν τις πολυτιμότερες ελπίδες τους να συντρίβονται από μια ιστορική εκδίπλωση που οδηγούσε αντί στην απελευθέρωση σε μιαν αύξουσα βαρβαρότητα, είδαν τούς πολιτικούς τους εχθρούς και φίλους να βρίσκονται σαρκαστικά στο ίδιο εντέλει στρατόπεδο, και από αυτή τη θέση έκαναν τη σκέψη το έσχατο όπλο τής απελπισίας που χτυπάει απεγνωσμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, δίχως κανένα έρεισμα ισχύος, δίχως την αναμονή αρωγής ή δικαίωσης από πουθενά, και – το τραγικότερο – δίχως ελπίδα.

Μέσα από μια τέτοια θέση, από την άλλη μεριά, ούτε στιγμή δεν αρνήθηκαν τις πολιτικές προϋποθέσεις τής ίδιας τους τής απελπισίας, αλλά παρέμειναν πάντα στρατευμένοι μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο : αρνούμενοι (κατά τρόπο εντυπωσιακά όμοιο μ’ εκείνον τού Χορκχάιμερ ή τού Αντόρνο) όλες τις αναπόφευκτες εξουσίες που συνεπάγεται η άμεση πολιτική δράση, αναδιπλώθηκαν – ή μήπως βρίσκονταν εξαρχής εκεί ; – στην αισθητική σφαίρα τής έκφρασης υποδεικνύοντας διαρκώς, με την ίδια τους τη γραφή, την απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο, αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία τού πολιτικού αγώνα, αν βέβαια εκείνο που διακυβεύεται σ’ έναν τέτοιο αγώνα είναι η ανθρώπινη ελευθερία και η ανθρώπινη ευτυχία. Εδώ λοιπόν (όπως και στα όψιμα κυρίως γραπτά τού Αντόρνο) βρίσκουν το αρχιμήδειο σημείο τους ένας ορισμένος ασκητισμός, ως πεισματική άρνηση τής συμμετοχής στην πολυτελή εκπόρνευση που ενορχηστρώνουν τα μαζικά μέσα, κι ένας ανυποχώρητος αισθησιασμός τής ζωής και τής αληθινής χαράς, μέσ’ από τούς δρόμους τής νοσταλγίας ως επίκληση σ’ εκείνο που έχει πια εξαφανιστεί, και σ’ εκείνο που θα μπορούσε ακόμη και τώρα να υπάρξει. Λιγότερο φιλόσοφοι αλλά περισσότερο ποιητές από τούς στοχαστές τής Φρανκφούρτης, πιο εσωστρεφείς και χαμηλόφωνοι αλλά δίνοντας μια ισοσθενή λειτουργία σε όλες τις πλευρές τής πνευματικής τους έκφρασης, ο κύκλος τού περιοδικού Σημειώσεις μοιάζει να ενσαρκώνει εκείνο που οι πρωτεργάτες τής Σχολής τής Φρανκφούρτης πίστευαν για τούς εαυτούς τους : τούς τελευταίους ανθρώπους, τούς τελευταίους στοχαστές και δημιουργούς που ταυτόχρονα συνιστούν ολοκληρωμένες πνευματικές περιπτώσεις, αληθινούς θεματοφύλακες μιας εικόνας τού ανθρώπου που βουλιάζει στο τέλμα ενός κόσμου αιχμάλωτου τών πιο εφιαλτικών του ονείρων.

 

 

 

 

 

 

Ιουλίου 7, 2015

arbuthnot περί τής πολιτικής ψευδολογίας

 

 

 

 

 

(ξανα)βρήκα στη βιβλιοθήκη μου εσχάτως ένα βιβλιαράκι που έχει βγει από τίς εκδόσεις «άγρα» και, επειδή φαίνεται ο τίτλος του είναι περί ψεμάτων, έχει (για αγαστή συνάγω συμφωνία και σύμπνοια με τό απολαυστικότατο περιεχόμενό του) στον τίτλο του επίσης ένα ψέμα – κι έτσι, ενώ στο εξώφυλλο βάζει τό όνομα τού (γνωστού μας) τζόναθαν σουΐφτ, στον τίτλο τής μέσα σελίδας, και ακόμα περισσότερο στον πρόλογο, γίνεται σαφές πως τό βιβλίο έχει γραφτεί από τόν τζων άρμπουθνοτ : θα ήταν όμως σίγουρα (και ασυνήθιστα, για τά εδώ) γενναίο, ένα βιβλίο που θα επιγραφότανε «κείμενο τού (άγνωστού μας) άρμπουθνοτ που αποδόθηκε κάποτε κατά λάθος στον (γνωστότερό μας) κύριο σουΐφτ – ο οποίος ήταν απλώς φίλος του»

βάζω λοιπόν εδώ σήμερα αποσπάσματα από τό σημαντικότατο και χρησιμότατο αυτό βιβλίο (και πηγαίνετε να τό πάρετε αν δεν τό ’χετε – κι αν υπάρχει ακόμα – εκδόθηκε τό ’95). Η μετάφραση είναι τής αλόης σιδέρη (η οποία έχει γράψει και ποίηση (και η οποία είχε κάποτε μια εκπομπή για βιβλία στο (κρατικό) ραδιόφωνο (δεν θυμάμαι ποιο απ’ όλα) και επειδή μέ είχε καλέσει να μιλήσουμε για δικό μου βιβλίο είχα τήν τύχη να τή γνωρίσω : πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος και διανοούμενη (πέθανε δυστυχώς πολύ νωρίς πριν από μερικά χρόνια)))

 

 

john arbuthnot «η Τέχνη τής Πολιτικής Ψευδολογίας» ≈ 1712

 

η τέχνη αυτή είναι προορισμένη να αποκτήσει μεγάλη υπόληψη κατά τούς προσεχείς αιώνες [ ]

στο τρίτο κεφάλαιο [ ο συγγραφέας ] πραγματεύεται τή νομιμότητα τής πολιτικής ψευδολογίας και καταδεικνύει ότι είναι θεμιτή και επιτρεπτή [ ]

καταδεικνύει ότι ο λαός έχει δικαίωμα να προσδοκά από τούς συνανθρώπους του τήν αλήθεια προκειμένου για ιδιωτικές υποθέσεις· ότι επίσης καθένας έχει δικαίωμα στην εν οίκω αλήθεια, δηλαδή καθένας είναι εύλογο να απαιτεί τήν αλήθεια από τά μέλη τής οικογένειάς του, ώστε να μην εξαπατάται από τή γυναίκα του, από τά παιδιά του ή και από τούς υπηρέτες του· απεναντίας, ο λαός δεν έχει κανένα δικαίωμα στην πολιτική αλήθεια [ ]

τά παιδιά δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε [ ]

επικρίνει ύστερα τό σύνηθες λάθος εκείνων που δεν γνωρίζουν παρά ένα μόνο είδος ψεύδους, τό συκοφαντικό ή δυσφημιστικό, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν τρία είδη : τό συκοφαντικό, τό προσθετικό και τό διαβιβαστικό. [ ] Για τά τρία αυτά είδη δίνει διάφορα παραδείγματα, αλλά κυρίως για τό τελευταίο. Πόσα και πόσα ευεργετήματα, λέει, δεν απέφερε τό διαβιβαστικό ψέμα οσάκις χρειάστηκε, για τό κοινό καλό [ ]

η σωτηρία, η αποκατάσταση και η καταστροφή τής δημοκρατίας μπορούν επίσης να αποδοθούν σε πρόσωπα που δεν έχουν λάβει καθόλου μέρος και δεν έχουν συμβάλει σ` αυτά με κανέναν τρόπο [ ]

ο συγγραφέας παροτρύνει όλους τούς έντιμους επαγγελματίες να ασκηθούν στη μεγάλη αυτή τέχνη, δηλαδή στην τέχνη τού διαβιβαστικού ψεύδους διότι (τά πράγματα μιλούν από μόνα τους και δεν απαιτείται καμιά απόδειξη) [ ] δεν είναι δύσκολο να προεξοφληθεί η ευπιστία τής πλειονότητας τών ανθρώπων [ ]

ένας πολιτικός ψευδολόγος που ξέρει έστω και στοιχειωδώς τή δουλειά του [ ] δεν θα παρουσιάσει τό ίδιο πρόσωπο να επιδιώκει συγχρόνως τή διαρκή επιστράτευση και τήν ελευθερία τού λαού· ούτε έναν άθεο να υποστηρίζει τά συμφέροντα τής εκκλησίας [ ] Αλλά αν είναι απολύτως αναγκαίο να αποδώσουμε σε κάποιον πρόσθετες αρετές για να τόν τιμήσουμε με αξία που δεν έχει, ο συγγραφέας μάς συνιστά να μην τού τίς αποδίδουμε σε υπερβολικό βαθμό [ ] και αν μιλάτε για έναν άνθρωπο τού οποίου τό προσωπικό θάρρος αμφισβητείται, τότε μόνο θα γίνει κάπως πιστευτό τό ψέμα σας, αν δεν τόν εμφανίσετε ως κεραυνοβόλο πολεμιστή που εξολοθρεύει και καταδιώκει ολόκληρες ίλες ιππικού· δώστε του μόνο τήν αξία ενός καβγατζή που κάνει φασαρία στις παρέες και πετάει ένα μπουκάλι στο κεφάλι τού αντιπάλου του [ ]

τούς ίδιους κανόνες ορίζει ο συγγραφέας και για τήν τέχνη τής συκοφαντίας ή δυσφημιστικό ψέμα : συνιστά να μην επινοούνται πράγματα εκ διαμέτρου αντίθετα προς τίς ιδιότητες τών προσώπων που πρόκειται να συκοφαντηθούν. Έτσι μέσα στους σοφούς κανόνες τής Ψευδολογίας [ ] δεν θα πείτε για έναν υπουργό ειλικρινή και μεγαλόψυχο, τού οποίου η ευθύτητα είναι γνωστή, ότι έχει συμμετάσχει σε μια συνωμοσία για να προδώσει τήν πατρίδα του· αλλά μπορείτε να ισχυριστείτε, κι αυτό με επιφύλαξη, ότι είχε κάποια ύποπτη σχέση με μια κυρία [ ]

δεν πρέπει ποτέ να επιμένεις πεισματικά σε ένα και τό αυτό ψέμα. Και για κείνα που περιέχουν υποσχέσεις ή προγνώσεις, [ ] δεν θα ήταν φρόνιμο να κάνει κανείς βραχυπρόθεσμες προφητείες· αυτό υπάρχει κίνδυνος να τόν εκθέσει· [ ] οι κομήτες, οι φάλαινες και οι δράκοι πρέπει να έχουν ένα μέγεθος λογικό και μετρημένο· ως προς τίς θεομηνίες, τίς λαίλαπες, τίς θύελλες και τούς σεισμούς πρέπει πάντα να λένε ότι προβλέπεται να συμβούν σε κάποια περιοχή που απέχει από τό μέρος όπου βρίσκονται τουλάχιστον μιας μέρας δρόμο με τ` άλογο [ ]

τό να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός· όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν τσιμπάει ο κοκοβιός [ ]

τό κόμμα που θέλει να αποκαταστήσει τό κύρος και τήν αξιοπιστία του πρέπει, επί τρεις μήνες, να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτε που να μην είναι αληθινό και πραγματικό· είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει τό δικαίωμα να πλασάρει ψέματα τούς επόμενους έξη μήνες [ ]

προς τό τέλος τού κεφαλαίου [ ο συγγραφέας ] κατακρίνει τήν παραφροσύνη και τή μωρία τών κομμάτων που κρατούν κοντά τους και χρησιμοποιούν για τό πλασάρισμα τού ψεύδους ανθρώπους χυδαίους και μικρόμυαλους, όπως είναι η πλειονότητα τών σημερινών δημοσιογράφων (ειδησεογράφων και σχολιαστών), οι οποίοι δεν έχουν άλλο προσόν από τήν έντονη κλίση προς τό επάγγελμά τους [ ]

τό όγδοο κεφάλαιο περιλαμβάνει ένα σχέδιο για να ενωθούν σε ενιαίο σώμα πολλές μικρές εταιρείες ψευδολόγων [ ]

η εταιρεία αυτή πρέπει να συγκροτηθεί από τούς αρχηγούς κάθε κόμματος [ ] κανένα ψέμα δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί χωρίς τήν έγκρισή τους [ ]

η εταιρεία πρέπει να συμπεριλάβει και ιδιοφυΐες με μεγάλη πείρα από αυτές που αφθονούν στην πόλη και ειδικά στα καφενεία· για παράδειγμα, περιηγητές, κουτσομπόληδες και καλοθελητές, κυνηγούς αλεπούδων, μεσίτες, προξενητές, απόμαχους ναυτικούς τού εμπορικού ή τού πολεμικού στόλου [ ]

στους προθαλάμους τών Μελών τής εν λόγω Εταιρείας πρέπει πάντα να υπάρχουν κάποια πρόσωπα που διαθέτουν μεγάλα αποθέματα ευπιστίας, ακούνε οτιδήποτε λέγεται και τό χάβουν αμέσως [ ] ο Συγγραφέας πιστεύει ότι μπορεί κανείς να βρει επαρκή αριθμό από αυτούς σε όλα τά μέρη στα περίχωρα τού Χρηματιστηρίου [ ]

βασικός κανόνας τής εταιρείας θα είναι να επινοεί ένα ψέμα τήν ημέρα, καμιά φορά και δύο· και κατά τήν εκλογή τών ψευδολογιών, πρέπει να λαμβάνεται υπ` όψιν τί καιρό κάνει και σε ποια εποχή τού χρόνου πλασάρονται : φήμες φοβερές ή ψέματα τρομακτικά και φρικιαστικά κάνουν θαύματα και είναι άκρως αποτελεσματικά κατά τούς μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο, αλλά δεν κάνουν τόσο καλό και δεν είναι τόσο δραστικά κατά τόν Μάϊο και τόν Ιούνιο, εκτός αν φυσάνε τότε ανατολικοί άνεμοι [ ]

η εταιρεία πρέπει να απασχολεί [ ] από έναν γενικό ανταποκριτή σε κάθε πόλη όπου υπάρχει αγορά για να επιβλέπει τήν κυκλοφορία τών ψευδολογιών. Οσάκις διαπιστώνεται ότι κάποιο από τά μέλη τής Εταιρείας κοκκινίζει, τά χάνει ή υστερεί με οποιοδήποτε τρόπο τή στιγμή που χρειάζεται να πλασάρει ένα ψέμα, πρέπει να τόν αποκλείει και να τόν κηρύσσει ανίκανο [ ]

εκτός από τά ψέματα που πλασάρονται ανοιχτά και δημόσια, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να διαδίδονται στα μουγκά και με μικρό θόρυβο· [ ]

ένα δοκιμαστικό ψέμα είναι κάτι σαν πρώτη γόμωση που τοποθετείται δοκιμαστικά μέσα σε ένα κανόνι· είναι ένα ψέμα που εξαπολύεται μια ορισμένη στιγμή για να καταμετρηθεί η ευπιστία εκείνων στους οποίους πλασάρεται [ ]

ο συγγραφέας συνιστά στους αρχηγούς τών κομμάτων να μην παραπιστεύουν οι ίδιοι τά ψέματά τους· [ ]

ο συγγραφέας προσθέτει ένα Καλαντάρι ψευδολογιών για όλο τό χρόνο, όπου σημειώνει αυτές που συμφέρουν ανάλογα με τήν εποχή και με τό μήνα [ ]

ως προς τήν ταχύτητα με τήν οποία κυκλοφορούν τά ψέματα, ο Συγγραφέας λέει ότι είναι σχεδόν απίστευτη· δίνει πολλά παραδείγματα ψευδολογιών που έχουν τρέξει πιο γρήγορα και έχουν διανύσει μεγαλύτερες αποστάσεις από όσες θα μπορούσε να διανύσει ένας άνθρωπος με ταχυδρομική άμαξα. Τά ψέματα που επινοούνται για να εκφοβίσουν και να αποθαρρύνουν κυκλοφορούν και διαδίδονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διανύουν πάνω από δέκα μίλια τήν ώρα· [ ]

όσο για τήν αντοχή τών ψευδολογιών, λέει ότι πρέπει να διακρίνεται σε διάφορα είδη και ότι υπάρχουν ψέματα όλων τών ειδών : ωριαία, ημερήσια, ετήσια και αιώνια· ότι υπάρχουν πολιτικά ψεύδη που, όπως τά έντομα, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται με διαφορετική μορφή· [ ]

όλοι οι μεγάλοι άνδρες μας έχουν καθένας τίς δικές του επινοητικές ικανότητες [ ]

τά ψέματα τών υποσχέσεων που δίνουν τά σπουδαία πρόσωπα, οι πλούσιοι και ισχυροί, οι Άρχοντες, αυτοί που στέκονται ψηλά, αναγνωρίζονται από τούς τρόπους αυτών που τά πλασάρουν : ακουμπούν τό χέρι τους στον ώμο σου, σέ φιλάνε, σέ αγκαλιάζουν, χαμογελούν, διπλώνονται στα δυο για να σέ χαιρετήσουν· [ ]

τό πιο κατάλληλο και τό πιο αποτελεσματικό μέσο για να καταρρίψεις ένα ψέμα είναι να τό αντικρούσεις μ` ένα άλλο ψέμα.
[ ]

 

 

copyright λοιπόν για όλον τόν κόσμο και όλες τίς εποχές John Arbuthnot (1667 – 1735) αδελφικός φίλος τού Alexander Pope και τού Johnathan Swift, πρωτεργάτης και ιδρυτής τού Scriblerus Club, μοναδικός νομέας και δικαιούχος τού ανήλεου πνεύματός του για τό οποίο δεν έδινε δεκάρα, ενώ αντιθέτως προτιμούσε να κάνει τά χειρόγραφα τών γραπτών του σαΐτες για να παίζει με τά παιδιά του.

 

 

 

τό πρωτότυπο κείμενο

 

 

(πρόκειται όπως καταλάβατε για αναδημοσίευση παλιάς μου ανάρτησης από τό παλιό βλογ : είχε τότε και μια εισαγωγή (ως γνωστόν τό συνηθίζω) τήν οποία θεωρώ όμως περιττό να αναδημοσιεύσω – γι’ αυτό και βάζω μόνο τόν επίλογό (της)) : Μέ ενοχλούν τά ψέμματα που δεν περνάν με τίποτα καταβάθος για αλήθεια – ούτε καν γι’ αυτόν που τά λέει, πολύ περισσότερο γι’ αυτόν που τ’ ακούει και μάλιστα πείθεται – αλλά διαμορφώνουν παρ’ όλ’ αυτά ένα πραγματικό στρώμα αληθινής ζωής, ανίκητο και αδιατάρακτο, πάνω στο οποίο οποιαδήποτε συζήτηση περί αλήθειας ή ψέμματος φαντάζει, όχι απλώς γελοία, αλλά στην κυριολεξία εκτός θέματος : μ’ άλλα λόγια μέ ενοχλεί τό νικηφόρο αυτό ψέμμα που καμαρώνει πάνω στην ιδιωτική, τήν πολιτική, τήν κομματική και τή δημόσιά μας ζωή.

Μέ ενοχλεί με άλλα λόγια η καλύτερή μας και η πιο διαδεδομένη μας ηθική.

 

 

 

 

 

Αύγουστος 12, 2014

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

 

 

 

 

η ασθένεια προς θάνατον επελαύνει μονίμως ακάθεκτη όπως φαίνεται, πάνω και γύρω μας, και μέ αναγκάζει να διακόψω τήν επ’ ολίγον αδιάκοπη παράθεση λόγων τού συνοφρυωμένου προτεστάντη δανού, για να θυμηθούμε (και πάλι επ’ ολίγον) έναν άλλον αυστηρό, αλλά γλυκύτατο, άθεο (ελληνικότατης, αυτή τή φορά, καταγωγής) : ο θάνατος τού βύρωνα λεοντάρη πλήττει ερωμένες κι εραστές και τής ποίησης και τής νόησης (στις κριτικότερες και λαμπρότερες στιγμές τους) σ’ αυτόν τόν φτωχό και μουντό τόπο

ελάχιστη απότιση μνήμης λοιπόν, αποσπάσματα από τό δοκιμιακό του έργο, που θα τά ξεκινήσω αλλοιώνοντας ελαφρώς τή σειρά με τήν οποία τά κείμενα αυτά εκδόθηκαν, ξεκινώντας δηλαδή με ένα σημαδιακό (κατά τή γνώμη μου) κείμενο τού ’75 τό οποίο δεν βαδίζει απλώς χειροπιασμένο με τήν πικρή σατιρική διάθεση τού κίρκεγκωρ στα κείμενά του εναντίον τών συγχρόνων του «κριτικών», αλλά παρακολουθεί και περιγράφει (και συνοδοιπορεί, θα ’λεγε κανείς, περίφημα, με) τόν γενικότερο εξευτελισμό τής ελληνικής «πνευματικής» ζωής στις δικές μας, αυτοκρατορικής αθλιότητας και ξηρότητας, ημέρες :

 

 

 

 

τό πνευματικό imperium

 

Η πραγματικότητα μισεί αυτούς που δεν τήν αποδέχονται ως αναγκαιότητα και ιστορία. Η πνευματική αγορά σέ εκδικείται όταν τήν αγνοείς. Απρόκλητα και αυθαίρετα σέ ταξινομεί μέσα της, σέ ανθολογεί, σέ μελοποιεί, σέ μεταφράζει, σέ συζητεί, σέ βιογραφεί, σέ νεκροτομεί και σέ καταβροχθίζει στα κανιβαλικά συμπόσια τών λειτουργιών και εκδηλώσεών της. Βλέπεις τήν υπογραφή σου σε διακηρύξεις που δεν υπέγραψες και δεν βλέπεις τ’ όνομά σου κάτω από δικά σου κείμενα, σού αποδίδουν ιδέες που δεν πρεσβεύεις και σού αρνούνται τίς δικές σου, φέρεσαι απών εκεί που είσαι παρών και αντίστροφα από βαθμοφόρους τού πνεύματος. Όλη αυτή η παραμόρφωση, γιατί η αγορά και ο στρατώνας τού πνεύματος θέλουν να εκβιάσουν τή συμμετοχή σου στην περιοχή τους για τή νομιμοποίηση και συντήρηση τών θεσμών και τών μηχανισμών τους.

Ενώ είναι γνωστές οι θέσεις ορισμένων ποιητών πάνω στο θέμα «Πολυτεχνείο», κατά τής επαίσχυντης παραποίησης μιας γνήσιας επαναστατικής πράξης που «κρατικοποιείται» και καταντάει «εθνική επέτειος», εμφανίζεται στις προθήκες τών βιβλιοπωλείων και κυκλοφορεί ένα πολυτελέστατο – και πανάκριβο – λεύκωμα σαν καταστόλιστος δίσκος γραφείου κηδειών, όπου καταχωρούνται στίχοι (άσχετοι φυσικά προς οποιαδήποτε θεματογραφία τού «πολυτεχνείου»)  κ α ι  αυτών τών ποιητών, με τά ονόματά τους, χωρίς καμμιά προηγούμενη άδειά τους και χωρίς καν να ερωτηθούν, έτσι που δημιουργείται η εντύπωση ότι μετέχουν κι αυτοί (σε κραυγαλέα αντίθεση προς τίς θέσεις τους), σ’ αυτή τήν επίσημη τελετή που διαστρέφει τήν ουσία τής εξέγερσης στο αντίθετό της.

Τό θέμα, φυσικά, δεν έχει σημασία από τήν άποψη τών εντυπώσεων αλλά ως έκφραση τού πνευματικού imperium. Οι υπεύθυνοι τής έκδοσης τού λευκώματος ξέρουν πολύ καλά ότι ορισμένοι ποιητές και ορισμένα έργα, απ’ όπου σταχυολόγησαν στίχους, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με παρόμοια καμώματα. Λειτούργησαν όμως και ενήργησαν αναγκαστικά, και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προθέσεις, κάτω από τή νομοτέλεια τής περιοχής τους.

Παρόμοιες εκδόσεις εντάσσονται στα πλαίσια τής διαμάχης μεταξύ ελαφράς φιλολογίας (επιθεώρηση, λαϊκός περιοδικός τύπος) και τής «σοβαρής τέχνης» (ποιητές τής καριέρας, σεναριογράφοι, θεατρογράφοι, λιμπρετίστες κ.λπ.) για τή διανομή τών κερδών τής – νομιμοποιημένης πια απ’ όλους – καπηλείας τού Πολυτεχνείου. Είδαμε με πόση μανία και πανικό οι εκπρόσωποι τής σοβαρής τέχνης αντέδρασαν κατά τής δραστήριας επιθεωρησιακής εκμετάλλευσης, αιφνιδιασμένοι γιατί αυτοί δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να διαθέσουν στην αγορά τά (προχρονολογημένα συνήθως στις περιπτώσεις αυτές…) έργα τους.

Αυτό όμως που περισσότερο ενδιαφέρει, είναι ότι τό λεύκωμα αποτελεί μιαν ακόμη προκλητική επίδειξη ισχύος τών εκπροσώπων τής κρατούσας σήμερα  ποίησης  απέναντι  στην  αυθεντική  ποίηση,  έναν  αληθινό    π ν ε υ μ α τ ι κ ό    ι μ π ε ρ ι α λ ι σ μ ό. Γιατί σήμερα κρατούσα ποίηση δεν είναι πια η ποίηση τού Α ή Β ποιητή, αλλά η στιχουργία τών σοβαροφανών πολιτικών τραγουδιών και τά λιμπρέτα αντιστασιακών ορατορίων «προοδευτικών» ημιμουσουργών και ημιμουσικών. Η στιχουργία που, διαπράττοντας τίς πιο φρικαλέες παραποιήσεις, απομιμήσεις, λεηλασίες, διασκευές και κάθε είδους ανόσιες επιμειξίες σε βάρος ξένων   α υ θ ε ν τ ι κ ώ ν   ποιητικών κειμένων, και αλλοιώνοντας κι αυτή τή συχνά ποιητική ψυχή τών στιχοποιών, προσφέρει μια «ποίηση» εύπεπτη, κατάλληλη για μαζική κατανάλωση. Χρησιμοποιώντας ένα τοτεμικό βυζαντινο–αντιστασιακό λεξιλόγιο συναντά τήν ντρεσαρισμένη δεκτικότητα και ερεθίζει τήν ευνουχισμένη επαναστατικότητα ενός φιλότεχνου και κηδειόφιλου κοινού. Είμαστε στην εποχή που τό επαναστατικό κίνημα εκφυλίζεται σε «πολιτιστικό». Η   μ ε λ ο π ο ί η σ η   τ ή ς   ι δ ε ο λ ο γ ί α ς   προσδίδει σ’ αυτήν έναν εμβατηριακό (δηλαδή ακόμη πιο   υ π ο δ ο υ λ ω τ ι κ ό   για τίς μάζες) χαρακτήρα και αποτελεί επιστροφή στην πρωτόγονη αντίληψη για τήν επιτάχυνση τής πορείας τής ιστορίας με ρυθμικά παλαμάκια… Αυτή η στιχουργία, ακολουθώντας τόν δρόμο που άνοιξε η ελαφροσοβαρή μουσική, έχει εξασφαλίσει απόλυτη αυθαιρεσία απέναντι σε κάθε τί τό αυθεντικό και κατοχυρώνει όλο και ασφαλέστερα τά οικονομικά της οφέλη. Ξέρει πως τά αυθεντικά έργα δεν έχουν καμμιά προστασία – εκτός από τήν προστασία τού… να είναι άγνωστα… Τό τέρας που ονομάζεται «πνευματική ιδιοκτησία» (ιδιοκτησία και «πνευματική» γίνεται ; ) ελλοχεύει και θρέφεται μόνο στα γραφεία καλλιτεχνικών οργανισμών, εκδοτών, εταιρειών δίσκων και ταινιών κ.λπ. Τό έργο τέχνης δεν προστατεύεται παρά μόνο αφού γίνει εμπόρευμα, όπως δεν προστατεύεται και η προσωπικότητα τού καλλιτέχνη αλλά μόνο τό προσωπείο του. Αντίθετα, προστατεύεται και πολύ αποτελεσματικά μάλιστα, η κάθε εμπορικά επιτυχημένη παραποίηση αυθεντικών έργων, καθώς και ο παραχαράκτης τους από τυχόν άλλους επίδοξους σφετεριστές. Η συμφωνία αριθ. 40 τού Μότσαρτ δεν προστατεύεται, προστατεύεται όμως τό «χασάπικο 40».

Από τήν αυθεντικότητα ώς τόν κοινωνικό του μύθο ο καλλιτέχνης χάνει κάθε αυτοπροσδιορισμό. Χάνει συνήθως και τή μόνη ευκαιρία του, να στρέψει πίσω και να γίνει στήλη άλατος. Τά κριτήρια τού ετεροπροσδιορισμού του ήταν ανέκαθεν μπάσταρδα, κι όσοι τά χρησιμοποιούν είναι ακριβώς αυτοί που λιγότερο πιστεύουν σ’ αυτά. Γιατί βέβαια, ο Σαρτρ δεν είναι η άρνηση τού νόμπελ, ούτε ο Μπέκετ η αποδοχή του. Ο Σολωμός δεν είναι η δίκη του με τή μάνα του, ούτε ο Σεφέρης κι ο Νερούντα η διπλωματική τους ιδιότητα, ούτε ο Θεοδωράκης οι πολιτικές του δηλώσεις. Ο καλλιτέχνης δεν είναι όλα αυτά. Είναι   π α ρ’   ό λ α   α υ τ ά.  Αν εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται παρόμοια κριτήρια για τόν καλλιτέχνη (κριτήρια κοινωνικής, ερωτικής, πολιτικής συμπεριφοράς κ.λπ.) είναι για να εξασφαλίζεται η συνεχής κοινωνική επιτήρησή του, ο «κοινωνικός έλεγχος» και η παντοτινή υποδικία του. Και, βέβαια, σε περίπτωση δίκης, αυτή κερδίζεται πάντοτε από τήν πολιτεία, τήν εκκλησία και τό κόμμα.

«Αγώνας για μια χαμένη υπόθεση…» χαρακτηρίζεται η εκδοχή να υπάρχει κανείς έξω από τίς θεσμοποιημένες λειτουργίες τής πνευματικής πραγματικότητας και γενικά έξω από τήν «περιοχή τού πνεύματος» που είναι τό πνεύμα οργανωμένο σε imperium. Μετά από αιώνες ανθρώπινης δουλείας έχουμε κάπως καταλάβει τή σημασία τής θρησκευτικής εξουσίας και τής πολιτικής εξουσίας,  δεν  έχουμε  όμως  ακόμη  συλλάβει τή  φρίκη  τής  π ν ε υ μ α τ ι  κ ή ς   ε ξ ο υ σ ί α ς,  παρόλο που θα ’πρεπε να μάς είχαν υποψιάσει καθιερωμένοι πια όροι που χρόνια τώρα φιδοσέρνονται ανάμεσά μας, όπως π.χ. «πνευματική   η γ ε σ ί α», «χώρος τού πνεύματος και τής τέχνης» κ.λπ.

Αυτή η «χαμένη υπόθεση» είναι πολύ παλιά, όσο και η περιπέτεια τού ανθρώπου. Δεν μιλώ για λογαριασμό άλλων, συλλογίζομαι όμως πόσοι και πόσοι άνθρωποι, αρνούμενοι αυτόν τόν θεσμικό χώρο (στρατώνα – αγορά) τού πνεύματος και τής τέχνης, αμφισβητώντας κάθε αυθεντία και προπαντός τήν αυθεντία τού εαυτού τους, χωρίς να επιβάλλει ο ένας στον άλλον τά κριτήριά του, χωρίς επιταγές πίστεως, συνομιλούν και συζητούν τήν έγνοια τους για μιαν άλλη εκδοχή τής ανθρώπινης ουσίας στη διερεύνηση τής σχέσης ελευθερίας και τέχνης. Είναι φυσικό οι άνθρωποι αυτοί να μην κατέχουν θέσεις στο πνευματικό imperium και να μην είναι «εισηγμένοι» στο χρηματιστήριο τών πνευματικών αξιών. Αυτό ακριβώς είναι όμως που δεν ανέχεται η αγορά τού πνεύματος.

«Κάποιος επιτέλους πρέπει να μιλήσει για τόν ποιητή Ρ… Χρόνια κυκλοφορεί ανάμεσά μας προσφέροντας πολύτιμες καταθέσεις, τεκμήρια αδιάσειστα τής πολύπλευρης ευαισθησίας του… κ.λπ κ.λπ.». Έτσι ακριβώς αρχίζει μια κριτική σε σύγχρονο περιοδικό. Πρόκειται για   τ υ π ι κ ή   κριτική αντιμετώπιση ποιητή εκτός αγοράς. Δεν χρειάζεται καμμιά υπογράμμιση για να διακρίνει κανείς τό τυπικό λεκτικό («κυκλοφορεί»… «πολύτιμες καταθέσεις»…) τής κρατούσας πνευματικής νοοτροπίας, που όχι μόνο αποδέχεται τήν πνευματική αγορά ως   α γ ο ρ ά   αλλά και θεωρεί αυτονόητο και αναγκαίο τόν χαρακτήρα της αυτόν. Πρέπει λοιπόν να γίνεται λόγος για τόν Α ή Β ποιητή. Και γιατί «πρέπει» ; Πρέπει, διότι : οι ποιητές είναι οι αναγκαστικοί καταθέτες τού ψυχικού αργυρίου τους. Δεν έχουν δικαίωμα στη σιωπή ή τή μοναξιά – άλλωστε θα τούς καταβληθούν οι τόκοι τους… Τό αντίθετο θα διατάρασσε τήν ομαλή λειτουργία τού συστήματος. Πρέπει, διότι : στο σύστημα αξιών είναι απαραίτητη η αξιολόγηση. Υπάρχει ανάγκη για «μεγάλους» και «μικρούς» ποιητές, για «εθνικούς ποιητές» ή για maudits. Κι ακόμη, πρέπει διότι : ο πολιτισμός μας «θέλει να ζήσει και θα ζήσει» και η τέχνη να βαδίσει τά μεγάλα ιστορικά πεπρωμένα της…

Δεν αμφισβητώ σε κανέναν τό δικαίωμα να μιλάει για τούς άλλους. Όποιος όμως μιλάει ενταγμένος στο πνευματικό imperium δεν μπορεί να αποφύγει ούτε τήν παραποίηση τών άλλων ούτε τήν παραποίηση τού εαυτού του. Γιατί προσπαθεί να επεκτείνει σε άλλους τή νομοτέλεια τής δικής του περιοχής. Τό αποτέλεσμα θα είναι πάντα να καταλήξει σ’ ένα λιβανωτό κανόνων πίστεως, σε συνθηματολογία για μιαν ολοκληρωτική και αυτάρεσκη υποταγή και πρόσδεση τής ουσίας τού ανθρώπου στην αναγκαιότητα, υποταγή που υποτίθεται (σύμφωνα με κομψούς διαλεκτικούς κομφορμισμούς) ότι άγει στην κατάλυσή της.

Αλλά επιτέλους πια: Δ ε ν   υ π ά ρ χ ε ι   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α   π ο υ   ν α   κ α τ α λ ύ ε ι   τ ή ν   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α.

Είναι θλιβερό να μιλάει κανείς για έγνοιες που τού είναι ξένες. Καιρός να μιλήσουμε για ό,τι έχει απομείνει δικό μας, μοναξιές στο πέλαγος, χωρίς επικοινωνία με παράκτιους σταθμούς, χωρίς να παίρνουμε απ’ αυτούς τό στίγμα μας, χωρίς αναφορές στην «πνευματική επικράτεια».

Θα προβληθεί σίγουρα η αντίρρηση πως, είτε τό θέλει κανείς είτε όχι, η όποια στάση του «σε τελευταία ανάλυση» δεν είναι κι αυτή παρά συμμετοχή δηλαδή ένταξη στο πνευματικό imperium. Είναι πασίγνωστη αυτή η στοργική παρατήρηση. Αλλά   δ ε ν   ενδιαφέρει η «τελευταία ανάλυση». Αν αδειάσει ο άνθρωπος απ’ τίς αντινομίες του, τή μοναξιά του και τόν καημό τής ελευθερίας, δεν απομένει παρά ένα σκιάχτρο. Η «τελευταία ανάλυση» είναι δόγμα τής ανελευθερίας, ολοκληρωτισμός, είναι πυρηνική σχάση, θάλαμος αερίων, απόλυτη απανθρωπία. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα της αντινομίας, να υπάρχουμε και να μην υπάρχουμε. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα να μη μετατρέψουμε τό προσωπικό μας χάος σε τάξη, αναγνωρίζοντας τό ίδιο δικαίωμα σ’ όλους τούς ανθρώπους – και αυτό δεν είναι ίσως και τόσο μάταιο…

 

πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 5 (1975)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

{ θα συνεχιστεί }

 

 

Αύγουστος 1, 2014

søren, 4 : περί προλόγων

 

 

 

τά προηγούμενα : 1, 2, 3

.

τό σπαραχτικό χιούμορ τού κειμένου που ακολουθεί δεν είναι καθόλου αστείο : περιλαμβάνει όσα συμπεράσματα θα ήθελε (και ασφαλώς θα μπορούσε) μια φεμινίστρια να βγάλει για τό πατριαρχικό υπόστρωμα στο οποίο αναπαύθηκε (τρόπος τού λέγειν) η βασανισμένη ψυχολογία τού Κ εφ’ όρου ζωής και, σαν επιστέγασμα, προσφέρει γλαφυρότατα όλες (πιθανώς) τίς εξηγήσεις που τόν έσπρωξαν να χωρίσει από τήν Ρεγγίνε Όλσεν πριν φτάσουν και οι δύο στην τελική φάση ενός γάμου τόν οποίο εκείνος είδε σα συγγραφέας – μονήρης πλέον – να τόν πνίγει αναδρομικά.

θα πρέπει κανείς να εγκύψει τότε στη διαπραγμάτευση εκ μέρους του τής φαντασίας (αν υπάρχει τέτοια διαπραγμάτευση), για να καταλήξει αν επρόκειτο για μια έκρηξη αυτής τής ψυχολογικής του πλευράς, τού φόβου και τρόμου του ως προς τά χειρότερα που τόν περιμένανε, ή αν δεν χρειάστηκε καν να επιστρατεύσει τή φαντασία μπροστά σε ό,τι έβλεπε ήδη να υφίσταται γύρω του και κυρίως εντός του, με βάση τήν καλά εγκαθιδρυμένη παλαιόθεν πατρική κατήχηση περί τού φόβου τής αγωνίας τής θυσίας και τού είτε/είτε

( : Αν παντρευτείς, θα τό μετανιώσεις. Αν δεν παντρευτείς, πάλι θα τό μετανιώσεις. Παντρευτείς δεν παντρευτείς, θα τό μετανιώσεις. Αν γελάς με τίς τρέλες τού κόσμου, θα τό μετανιώσεις. Αν κλαις με αυτές, πάλι θα τό μετανιώσεις. Κλαις ή γελάς, θα τό μετανιώσεις. Αν πιστεύεις μια κοπέλα, θα τό μετανιώσεις. Αν δεν τήν πιστεύεις, πάλι θα τό μετανιώσεις. Πιστεύεις δεν πιστεύεις, θα τό μετανιώσεις. Αν κρεμαστείς, θα τό μετανιώσεις, αν δεν κρεμαστείς, πάλι θα τό μετανιώσεις. Κρεμαστείς δεν κρεμαστείς, θα τό μετανιώσεις. Αυτό, κύριοι, είναι η ουσία και η κατάληξη όλης τής πρακτικής σοφίας. («είτε/είτε : μια εκστατική διάλεξη»))

αλλά ας αρκεστούμε προς τό παρόν στην αυτοκατεδαφιστική ειρωνεία τού παρόντος κειμένου :

 

 

 

 

 

πρόλογος
από τούς «προλόγους»
ανάγνωσμα ανάλαφρον για ανθρώπους

σε ποικίλες καταστάσεις χρόνου και διάθεσης
από τόν Νικόλαο Παρατηρητή

 

Είναι πράγματι γεγονός ότι μια ασήμαντη λεπτομέρεια, ένα επιπόλαιο σχόλιο, ένα αυθόρμητο επιφώνημα, μια φευγαλέα ματιά, μια ανύποπτη χειρονομία προσφέρουν τήν ευκαιρία να γλιστρήσεις μέσα σε κάποιον και να ανακαλύψεις κάτι που θα περνούσε απαρατήρητο. Για να μην δοθεί περισσότερη σημασία σε αυτό τό σχόλιο απ’ ό,τι τού αρμόζει, θα τό αφήσω κατά μέρος και θα συνεχίσω με τό θέμα μου. Ώς προς ένα βιβλίο, ο πρόλογος είναι δευτερεύων, ωστόσο μια προσεκτική σύγκριση προλόγων προσφέρει σχόλια εν αφθονία ! Στον ακαδημαϊκό χώρο καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για τή σωστή ταξινόμηση λογοτεχνών και λογοτεχνημάτων, τόσο ώς προς τήν εποχή όσο και ώς προς τό ύφος, όμως κανείς διανοούμενος δεν διανοείται πόσο θα ωφελούσε μια επιμελής ταξινόμηση προλόγων από τήν αρχαιότητα ώς τήν εποχή μας.

Οι πρόλογοι, όπως οι ιδιωματισμοί και τά γνωμικά, έχουν περιστασιακό χαρακτήρα και ακολουθούν κατά πόδας τή μόδα. Άλλοτε μεγάλοι κι άλλοτε σύντομοι, άλλοτε τολμηροί κι άλλοτε συνεσταλμένοι, άλλοτε άκαμπτοι κι επίσημοι κι άλλοτε επιπόλαιοι, άλλοτε ανήσυχοι και σχεδόν απολογητικοί κι άλλοτε αγέρωχοι και σχεδόν αυθάδεις. Άλλοτε αδιάφοροι στα ψεγάδια τού βιβλίου κι άλλοτε οι πρώτοι που τά εντοπίζουν. Άλλοτε τό πρώτο απόσταγμα τού προϊόντος κι άλλοτε η γεύση που απομένει, οι πρόλογοι διακρίνονται από τόν εθιμοτυπικό χαρακτήρα τους. Μπορούν να συμμορφώσουν τόν συγγραφέα που ζει εκτός τόπου και χρόνου με τά έθιμα τής εποχής του και, στον βαθμό και τό έθιμο που τόν συμμορφώνουν, προκαλούν πολλαπλές επιθέσεις στο άτομό του, κάτι πολύ διασκεδαστικό. Τί πληθώρα πορισμάτων αντλεί κανείς από μια εμπεριστατωμένη μελέτη προλόγων !

Όμως η σύγχρονη εποχή έχει πλήξει θανάσιμα τόν πρόλογο. Ο συγγραφέας, που υποθέτει ότι κάποιος ενδιαφέρεται για αυτά που γράφει στον πρόλογό του, φαίνεται αστείος και αφελής. Σήμερα ο συγγραφέας προχωρά κατευθείαν στο θέμα. Εφόσον ο πρόλογος είναι ένα λογοτεχνικό είδος που παραγκωνίζεται διαρκώς, καιρός είναι να βάλουμε τά πράγματα στη θέση τους.

Αυτό που κάποτε έμπαινε στον πρόλογο επειδή δεν ταίριαζε στο θέμα τώρα μπορεί να μπει σε έναν πρόλογο που δεν είναι πρόλογος σε κανένα βιβλίο. Πιστεύω ότι έτσι η σύγχυση θα διευθετηθεί προς κοινό συμφέρον και όφελος. Αν ο πρόλογος και τό βιβλίο δεν μπορούν να ανεβούν μαζί στη σκηνή, τότε ας αφήσουμε τό ένα να δώσει διαζύγιο στο άλλο.

Η σύγχρονη διανόηση έχει ανάγκη από έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης. Ο λόγος που θεωρώ ότι αξίζει να αναλάβω ένα τέτοιο εγχείρημα έχει βαθύτερα αίτια. Κάθε συγγραφέας με ανεπτυγμένη αισθητική έχει στιγμές που δεν θέλει να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο, παρά μόνο τόν πρόλογο σε ένα βιβλίο, δικό του ή όχι. Άλλο λοιπόν ο πρόλογος και άλλο τό βιβλίο. Επομένως, τό να γράψεις έναν πρόλογο είναι εντελώς διαφορετικό από τό να γράψεις ένα βιβλίο. Τό επόμενο ερώτημα είναι αν ο πρόλογος πρέπει να γραφτεί πριν ή μετά τό βιβλίο. Για να προκύψει κάτι τέτοιο, ο συγγραφέας είτε έχει ένα θέμα είτε νομίζει ότι έχει. Αν όμως δεν έχει θέμα και θέλει να γράψει έναν πρόλογο, δεν πρέπει να γίνει ο πρόλογος θέμα, γιατί τότε ο πρόλογος θα καταλήξει βιβλίο και τά περί προλόγου και βιβλίου περιττολογία. Ο πρόλογος από μόνος του, ο ανεξάρτητος πρόλογος, δεν πρέπει να έχει θέμα· δεν πρέπει να αφορά τίποτα άλλο από τό αποκύημα μιας φαντασίας.

Αυτός είναι ο ποιητικός ορισμός τού προλόγου. Με τήν κλασική έννοια, ο πρόλογος είναι ένα έθιμο τής εποχής. Ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο από μια απλή παρόρμηση. Σαν να θες να ακονίσεις τό δρεπάνι σου, να γρατσουνίσεις τήν κιθάρα σου, να πεις μια ανοησία, να φτύσεις έξω από τό παράθυρο. Δεν ξέρεις τί τήν προκαλεί. Σηκώνεσαι ξαφνικά από τό κρεβάτι έμπλεος εμπνεύσεως και θέλεις να γράψεις έναν πρόλογο στην καρδιά τής νύχτας. Σαν να θες να χτυπήσεις ένα κουδούνι στην τύχη, να περάσεις κάτω από τό παράθυρο μιας γυναίκας χωρίς να κοιτάξεις, να κουνήσεις τό μπαστούνι σου στον αέρα σαν να χαιρετάς κάποιον, να ξεστομίσεις ένα μυστικό, να ξεσπάσεις σε χορό, να ρεμβάσεις τίς αγριόχηνες από τό λόφο τού βάλντμπυ, να νιώσεις τό σκίρτημα τού έρωτα μέσα σου, να κρυφοκοιτάξεις τήν αγαπημένη σου πίσω από τό γιασεμί. Τέτοια είναι η παρόρμηση που ωθεί κάποιον να γράψει έναν πρόλογο.

Και άραγε πώς είναι εκείνος που τόν γράφει ;

Εκείνος που γράφει προλόγους είναι ο άνθρωπος για όλες τίς εποχές. Εύθυμος και χαρωπός, χαιρετά τούς πάντες, αυτάρεσκος επιπόλαιος και παντελώς ανεύθυνος, αφού δεν πηγαίνει στο χρηματιστήριο να φροντίσει τή φωλιά του αλλά κάνει απλώς τή βόλτα του από κει. Δεν μιλά σε δημόσιες συγκεντρώσεις γιατί βρίσκει τήν ατμόσφαιρα πνικτική, δεν γράφει προσφωνήσεις γιατί απαιτούν μεγάλη προετοιμασία, δεν υπηρετεί τό σύστημα, δεν πληρώνει δόσεις στο εθνικό χρέος ούτε τό παίρνει στα σοβαρά. Σφυρίζει ανέμελα σαν τόν παραγιό τού παπουτσή, αφήνοντας τόν πελάτη να περιμένει για τίς μπότες του μέχρι να ερευνήσει και τήν τελευταία κρυψώνα και να ικανοποιήσει πλήρως τήν περιέργειά του. Έτσι είναι αυτός που γράφει προλόγους.

Άρα λοιπόν, καθένας μπορεί να σκεφτεί ό,τι θέλει, όπως τό θέλει, και όταν τό θέλει. Όμως εγώ δεσμεύομαι να ασχοληθώ αποκλειστικά με αυτό τό είδος γραφής. Δίχως άλλο χασομέρι, θα περιγράψω στον αναγνώστη τί εννοώ με αυτό. Όσο κατάλληλο είναι τό καφενείο για τίς φήμες, τόσο κατάλληλος είναι τούτος ο πρόλογος για τό δικό μου σχόλιο.

Αν και είμαι όσο ελάχιστοι ευτυχισμένος με τό γάμο μου, αν και ευγνωμονώ όσο ελάχιστοι τήν ευτυχία μου, χάρη στη γυναίκα μου έχω εντοπίσει αρκετές δυσκολίες στον γαμήλιο βίο, ειδάλλως δεν θα είχα υποψιαστεί τίποτα. Πάνε κάμποσοι μήνες από τότε που παντρεύτηκα. Έχοντας κάπως προσαρμοστεί στη συζυγική ζωή, άρχισε να αργοξυπνά μέσα μου ένας παλιός πόθος : να ασχοληθώ με ένα λογοτεχνικό εγχείρημα. Διάλεξα τό θέμα, άνοιξα τά κιτάπια μου, δανείστηκα βιβλία από τή βασιλική βιβλιοθήκη, τακτοποίησα τά τεφτέρια μου και βούτηξα τήν πένα στο μελανοδοχείο μου.

Η γυναίκα μου κάτι υποψιάστηκε και άρχισε να παρακολουθεί προσεκτικά τίς κινήσεις μου. Άρχισε τά υπονοούμενα. Έλεγε ότι περνούσα πολύ καιρό μελετώντας, πράγμα που δεν τήν ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Εγώ πάντως πρόσεχα μή μού ξεφύγει λέξη και έκανα ότι δεν καταλάβαινα, που όντως δεν καταλάβαινα στην αρχή. Μια μέρα όμως μέ αιφνιδίασε και κατάφερε να μού αποσπάσει τήν επίσημη ομολογία ότι τό έβαλα σκοπό να γίνω συγγραφέας. Ενώ μέχρι πρότινος εκτελούσε αποστολές αναγνώρισης, τώρα πλέον κήρυξε ανοιχτό πόλεμο εναντίον μου, με στόχο να κατασχέσει τά γραπτά μου και να βρει καλύτερη χρήση γι’ αυτά, σαν βάση κάτω από τά κεντήματά της, ανάμεσα στις μπούκλες της όταν χτενίζεται, κλπ. Κανένας συγγραφέας δεν βρέθηκε ποτέ σε χειρότερη μοίρα. Ώς κι αυτός που έχει λογοκριθεί ελπίζει ότι η δουλειά του θα φτάσει κάποτε στο τυπωθήτω. Η δική μου όμως κινδύνευε να πνιγεί στη γέννα. Η θέση μου έγινε ακόμα πιο απελπιστική όταν ανακάλυψα, ως συνήθως, ότι μέ κατεδίωκαν οι εφημερίδες. Τότε μπήκε στο μυαλό μου η σκέψη ότι θα ήταν ανεπανόρθωτη απώλεια για τήν ανθρωπότητα αν τά γραπτά μου δεν έβλεπαν ποτέ τό φως τής ημέρας. Τί μπορούσα να κάνω λοιπόν ; Εγώ αντίθετα από τόν συγγραφέα που λογοκρίνεται δεν έχω πρόσβαση στη δικαιοσύνη, στο αξιότιμο κοινό, ή έστω στη μνήμη τών μεταγενέστερων. Ζω και πεθαίνω, στέκω ή πίπτω διά τής συζύγου μου. Βεβαίως οι σύγχρονοί μου μέ θεωρούν ικανό να υπερασπίσω διαλεκτικά τήν περίπτωσή μου, αλλά η διαλεκτική μου δεινότητα δεν θα μέ ωφελήσει και πολύ στην προκειμένη περίπτωση, γιατί, αν και μπορώ να τά βγάλω πέρα με τόν Διάβολο, δεν μπορώ να τά βγάλω πέρα με τή γυναίκα μου. Εμμένει στην άποψή της. Αυτό που οι μορφωμένοι ονομάζουν λεπτό φιλοσοφικό επιχείρημα, η γυναίκα μου, που δεν θέλει να έχει τίποτα να κάνει με τή μόρφωση, τό θεωρεί φαιδρότητα. Η διαδικασία είναι απλή για έναν που ξέρει πώς να τή χειρίζεται. Κάθε φορά που λέω κάτι που δεν τής αρέσει, είτε είναι συλλογισμός είτε προσφώνηση είτε σχόλιο – τό σχήμα δεν παίζει ρόλο –, μού ρίχνει μια φιλική, γοητευτική καλοπροαίρετη και χαριτωμένη ματιά, θριαμβευτική και καταστρεπτική συνάμα, και μού λέει : «Σίγουρα αστειεύεσαι».

Τί είναι αυτό που δίνει τό δικαίωμα σε μια σύζυγο να φέρεται έτσι ; Η άποψή της είναι ότι ένας παντρεμένος που είναι συγγραφέας δεν είναι καλύτερος από έναν παντρεμένο που πάει στη λέσχη κάθε βράδυ. Είναι χειρότερος, γιατί αυτός που πάει στη λέσχη παραδέχεται ότι παρατυπεί, ενώ τό να είσαι συγγραφέας είναι μια διακεκριμένη απιστία που δεν μπορεί να προκαλέσει τύψεις – ακόμη και αν οι συνέπειες είναι πολύ χειρότερες. Αυτός που πάει στη λέσχη είναι απών όσο λείπει, ενώ ένας συγγραφέας «ίσως να μην τό έχεις καταλάβει, αλλά έχεις αλλάξει ολωσδιόλου. Είσαι μέσα σε ένα κουκούλι σκέψης από τό πρωί ώς τό βράδυ, ιδιαίτερα στο δείπνο. Κάθεσαι προσηλωμένος σαν Ναβουχοδονόσορας και, όταν σού φέρνω τόν καφέ στον δίσκο με μια χαριτωμένη υπόκλιση, η έκφρασή σου μέ τρομάζει τόσο πολύ, που μού πέφτει σχεδόν ο δίσκος και χάνω τήν εύθυμη διάθεση να υποκλιθώ μπροστά σου».
.
Μια και η γυναίκα μου ξέρει να αποφαίνεται σαν τόν Κάτωνα, αν και τό κάνει λιγότερο πληκτικά, καθετί πρέπει να τής προσφέρεται ως επιχείρημα. Η επιχειρηματολογία τής είναι δεύτερη φύση. Πηγάζει από τήν καρδιά της. Μέ έπεισε ας πούμε ότι, ως καθολική, ευεργετείται ακούγοντας τή λειτουργία στα λατινικά. Αν και δεν τά καταλαβαίνει, τή συγκινούν και τή συνεπαίρνουν.

Επιμένει ότι τό να είσαι συγγραφέας όταν είσαι παντρεμένος είναι η χειρότερη απιστία. Τώρα μάλιστα η απιστία έγινε ακόμα χειρότερη. Αν τής υπενθυμίσω ότι ο άντρας είναι ο κύριος βάσει τού νόμου ειδάλλως δεν είμαι παρά μια απλή αντωνυμία πλάϊ σ’ αυτήν, που δεν παύει ωστόσο να έχει απαιτήσεις, μέ κατηγορεί ως άδικο αφού ξέρω πολύ καλά ότι δεν απαιτεί απολύτως τίποτα στη σχέση μας. Αν πάλι διαμαρτυρηθώ ότι, εφόσον είμαι αντωνυμία πλάϊ της, οφείλει κι αυτή να είναι όσο πιο σημαντική γίνεται, για να μην είμαι αντωνυμία πλάϊ σ’ ένα τίποτα, εκείνη μέ κοιτά και μού λέει : «Προφανώς αστειεύεσαι».

Ποιο ήταν τό αποτέλεσμα τής διαμάχης ; … Όπως ο πανεπιστημιακός διδάσκαλος που ο συγγραφέας έχει αφοπλίσει με επιχειρήματα επικαλείται μια γλωσσική λεπτομέρεια για να δικαιωθεί, και ο συγγραφέας τήν αποδέχεται ευγενικά, έδωσα τήν άδεια στον εαυτό μου να γράφω μόνο προλόγους. Επικαλούμαι τόν παραλληλισμό τών συζύγων που, έχοντας υποσχεθεί στις γυναίκες τους να μην καπνίζουν, έχουν τήν άδεια να διατηρούν όσες ταμπακιέρες θέλουν. Η γυναίκα μου αποδέχτηκε τήν πρότασή μου ίσως επειδή θεώρησε ότι δεν μπορώ να γράψω έναν πρόλογο αν δεν γράψω ένα βιβλίο, κάτι που δεν αποτολμώ, εκτός αν ένας είναι διάσημος συγγραφέας και γράφει κατά παραγγελία, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωσή μου.

.
Αυτά ώς προς τήν υπόσχεση και τήν υποχρέωσή μου. Τά λιγοστά που δημοσιεύω εδώ τά έγραψα ελαφρά τή καρδία, εν αγνοία τής συζύγου μου και κατόπιν αδείας τού εαυτού μου. Είθε οι κριτικοί να είναι επιεικείς, γιατί, αν τυχόν διαπίστωναν ότι δεν είμαι φτιαγμένος για συγγραφέας και η γυναίκα μου τό μάθαινε, μάταια θα ζητούσα να μέ παρηγορήσει. Θα πηδούσε από τή χαρά της, τόσο για τό πάθημά μου όσο και για τήν άποψή της ότι τό να είσαι συγγραφέας όντας παντρεμένος είναι η χειρότερη απιστία.

Νicolaus Νotabene

 

 

 

 

εικόνες : επάνω, γράμμα στη ρεγγίνε όλσεν (όπου ο κίρκεγκωρ αρχικά τής ζωγραφίζει τή γειτονιά στην οποία ζούσε εκείνη, και τόν εαυτό του να κοιτάει τόν κόσμο μέσω τηλεσκοπίου, ξεκινώντας αμέσως μετά μ’ ένα μάθημα : «Αυτό είναι τό knippelsbro. Εγώ είμαι αυτός με τό τηλεσκόπιο. Όπως ξέρεις, οι ανθρώπινες φιγούρες μέσα σ’ ένα τοπίο έχουν τήν τάση να φαίνονται λίγο περίεργες. Ας σέ παρηγορήσει ίσως τό γεγονός ότι δεν φαίνομαι και τόσο άσχημος, και ότι κάθε καλλιτεχνική σύλληψη συγκρατεί πάντα και κάτι από τό ιδανικό, έστω και με τή μορφή καρικατούρας.») // στη μέση (πάνω από τίτλο), αριστερά, χειρόγραφο από τό «πάρτε ένα εμετικό» (take an emetic) (άρθρο στον τόμο «επίθεση στον ‟χριστιανισμόˮ») / δεξιά, τίτλοι με οδηγίες προς τόν τυπογράφο από τίς «τέσσερεις εποικοδομητικές ομιλίες» (four upbuilding discourses) // κάτω, μεγένθυση για τό σχέδιο τού κίρκεγκωρ από τό γράμμα του στη ρεγγίνε

 

 

 

και εδώ ένα ενδιαφέρον άρθρο, κριτική μιας βιογραφίας τού Κ, όπου διαβάζεις και μια κριτική εναντίον του στον σατιρικό «κουρσάρο» (μ’ αυτό τό περιοδικό ο κίρκεγκωρ θα τά έβαζε για τά καλά κάποια στιγμή – μιλάμε για μηνύσεις και τέτοια –)

.

.

η γελοιογραφία αυτή τού «κουρσάρου» για παράδειγμα, δείχνει τόν κίρκεγκωρ σαν ήλιο στο κέντρο ενός σύμπαντος αστέρων, καθημερινών αντικειμένων, κτισμάτων τής κοπεγχάγης, και τού ήλιου τού ίδιου – και η λεζάντα λέει :

«έρχονται στιγμές που συγχύζεται τό μυαλό τού ανθρώπου και λέει πως ο Κοπέρνικος ήταν ηλίθιος που νόμιζε ότι η γη περιστρέφεται πέριξ τού ήλιου. Αντιθέτως, ήλιος, ουρανοί, πλανήτες, η γη, η ευρώπη, και η Κοπεγχάγη περιστρέφονται πέριξ τού Κίρκεγκωρ, ο οποίος στέκεται εν σιωπή στο κέντρο και δεν βγάζει και τό καπέλο του όταν τόν χαιρετάνε.»

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: