σημειωματαριο κηπων

8 Απριλίου 2020

ελοΐζα, μίλενα, αυταρχικοί εραστές και αγαπημένες εγγράμματες

 

 

 

 

 

(ή αλλιως : η σωτηρια του ερωτα)

 

μερες εγκλεισμου σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως

δεν εχω ομως σκοπο να μετατραπω και σε ανθρωπο σχολαστικο : αυτo που θελω να πω συνοψιζεται κυριως σε μια  προταση : ουτε ιχνος πολιτισμου (στον συγκεκριμμενο πλανητη) χωρις μαλακια

αλλά ας το παρω απο την αρχη : εν αρχη ην ο καφκα, που τον γνωρισα σχετικα νωρις – στα ελληνικα αρχικα, κι υστερα (αρκετα νωρις παλι) βρηκα τα «γραμματα στη μιλενα» στις εκδοσεις φισερ – κι ηταν ο γοητευτικοτερος καφκα αυτος (για τα γουστα μου) γιατι ητανε ενας ανθρωπος (παρα πολυ, φαινοτανε ακουγοτανε γραφοτανε) ερωτευμενος

αλλά ας το παρουμε κι αυτο απ’ την αρχη : ποτέ δεν επαψα να εχω μια ενοχή διαβαζοντας αυτα τα γραμματα – γιατι δεν γραφτηκαν για να τα διαβασω

αυταρχισμος του «πολιτισμου» μας πρωτος : γραφουμε τη θεληση του άλλου στα απαυτα μας – ειδικα αν ο αλλος πιστευουμε οτι εχει κανει κατι σημαντικο στη ζωη του

αυταρχισμος δευτερος – ο σημαντικοτερος, γιατι εχει πιο μακροπροθεσμες συνεπειες – και τον ξεχναμε ακομα προθυμοτερα : εχουμε τα γραμματα του καφκα γιατι η μιλενα τα εσωσε – δεν εχουμε τα γραμματα της μιλενας γιατι ο καφκα δεν τα εσωσε

μιλωντας για διασωσεις και σωσίματα θα πεταχτω αναγκαστικα και στην ελοΐζα – μολονοτι αυτην την γνωρισα πολυ αργοτερα – αλλά πρωτα παμε στις διασωσεις, και τους ζοφερους θανατους των δύο συγχρονων μας : ομως, πόσο ζοφερες  ειναι, εκει, και οι διαφορές :

εκεινος δεν κλειστηκε ποτέ σε στρατοπεδο συγκεντρωσης – πεθανε (ευτυχως) απο την αρρωστεια του – και τα χαρτια του μειναν αθικτα, και ασφαλη, στο σπιτι του – συνεπως οταν παραγγειλε στον φιλο του να τα καψει, εκεινος ειχε ολη την ανεση ή τη δυνατοτητα να τα διατηρησει (κι αυτο εκανε, για το καλο μας (εκανε και κατι μικρολογοκρισιες που βγηκαν προσφατα, αλλά γι’ αυτο θα πουμε – επειδη ειναι γενικοτερο φαινομενο κι αυτο πολιτισμου και πουριτανισμου και αυταρχισμου – σε αλλη αναρτηση : εκει που θα ψαξουμε τις ομοφυλοφιλες διαθεσεις του καφκα (θυμαμαι τωρα ας πουμε αυτο, κατα προσεγγιση) : «δυο αγορια στην παραλια ξαπλωμενα πανω στην αμμο : τα περνας μόνο με τη γλωσσα»)

το θεμα εδω ομως που μας ενδιαφερει ειναι οτι στα χαρτια του καφκα τα αντιστοιχα γραμματα της μιλενας δεν βρέθηκαν – αρα ο ιδιος ο καφκα τα ειχε καψει, ή πεταξει, οσο ζουσε και ηταν καλα στην υγεία του / για το οτι φροντιζε παντως σχολαστικα για τα παντα που τον ενδιεφεραν δεν εχουμε καμμια αμφιβολια, γιατι (πολυ μετα τον χωρισμο τους) εστειλε στη μιλενα ολα τα ημερολογια του (να τα φυλαξει κι αυτα…)

εκεινη δεν ηταν αρρωστη – και δεν ηταν ουτε και εβραια – ενω ειχε την τυχη που κανονικα θα περιμενε εκεινον : εζησε στο στρατοπεδο (αν και πεθανε απο «αλλη» αρρωστεια εκει – δεν προλαβανε να την εξαερωσουνε – εχουμε μαλιστα τη ζωη της ως εγκλειστη, απο την μαργκαρετε μπούμπερ νόϋμαν που επεζησε, και τα εγραψε)

συνεπως μπορουμε μετα βεβαιοτητος να πουμε οτι η μιλενα αφησε τα χαρτια της ταχτοποιημενα στο σπιτι της : και μεσα σ’ αυτα ηταν τα γραμματα που της ειχε στειλει (επι δυο χρονια περιπου, τοσο κρατησε αυτο) ο καφκα (περιττο να πουμε οτι σώθηκαν ολα και (ευτυχως) και τα ημερολογια)

επομενως σ’ αυτην χρωσταμε την αλληλογραφια τους – που την εχουμε ομως φυσικα μισή – διοτι ο καφκα καταστρεψε τα δικα της γραμματα, ειπαμε, δυστυχως και κριμα (αυτο ομως βασικα αφορουσε γενικως, και τελικως και αρχικως μόνο τον ιδιο, εμεις δεν παιζαμε σ’ αυτο το παιχνιδι, ουτε μας ηξερε ουτε τον ενδιαφεραμε – ουτε και ειχε φανταστει οτι μπορει να ενδιαφερομαστε : η πραξη της καταστροφης ητανε ενας αυταρχισμος, και μια σκληροτητα ή μια βοηθεια, του ιδιου προς τον εαυτο του, ενας τροπος να λυσει ενα προβλημα που τον βασανιζε, και αποφασισε να το ξεχασει)

αν η μιλενα ηταν – και πόσο, και, κυριως πώς – ερωτευμενη δεν το ξερουμε, εχουμε μόνο τις απαντησεις του καφκα στις περιγραφες της, και εχουμε και τις ελαχιστες φρασεις της οπως τις ξαναγραφει ο ιδιος σε μερικα γραμματα, κυριως για να παραπονεθει οτι τον παρεξηγει ή – σπανιοτερα – για να θαυμασει καποια της διατυπωση – συνηθως γραμμενη στα τσέχικα : τοτε της απανταει κι αυτος στα τσεχικα

αυτη η επιστροφη της μιλενας στη μητρικη τους γλωσσα εχει, παρεμπιπτοντως, κατι το ειρωνικα ξενο μεσα στην αλληλογραφια, κατι που ειναι ομως απο απλα χρησιμο εως οντως συγκινητικο, και κυριως κατι που εικονογραφει με μια ξαφνικη πολυχρωμια τη σχεση τους : τα τσεχικα ειναι μια ταυτοτητα την οποία ο καφκα απωθει και την οποία η ιδια αναμφισβητητα οχι απλως υποστηριζει αλλά και πολυ αγαπαει : αλλωστε γνωριστηκανε καθως εκεινη αποφασισε να μεταφρασει εργο του στα τσεχικα (οταν καπου βρηκε δημοσιευμενο το διηγημα ‘ο θερμαστης’) / αυτη ηταν και η πρωτη μεταφραση εργου του καφκα σε οποιαδηποτε ξενη γλωσσα /

θυμαμαι ας πουμε τωρα μια μεταγραφη που του στελνει της λεξης επιθυμια, λαχταρα («sehnsucht») στη μητρικη τους, εκδοχη που εκεινος επαναλαμβανει και ειναι καπως σαν «τούχα», λεξη που εμένα μού πηγαινει περισσοτερο προς την «καυλα» – χωρις να εχω ιδεα απο τσέχικα, παντως*

την τριπλη αυτη παντως σχεση του καφκα με την πατριδα του και τη γλωσσα του (και τον εβραϊσμο του) σε σχεση με τα γερμανικα την περιγραφει επαρκεστατα ο ελιας κανεττι**

απ’ αυτον μαθαινουμε (αν θελουμε να το δουμε, ο κανεττι δεν το τονιζει ιδιαιτερα) οτι το κατεξοχην θυμα του καφκα ηταν οχι η μίλενα αλλά αναμφισβητητα η φελίτσε : η οποία ουτε ερωτευμενη ηταν αρχικα ουτε τιποτα, ο καφκα κατι ειδε οταν την γνωρισε και αποφασισε να φτιαξει αυτην την ιστορια (η σχεση τους κρατησε μια πενταετια και περιελαβε και δυο αρραβωνες – και φυσικα και μια «δικη», οπως την  περιεγραψε δημιουργικοτατα ο κανεττι)

η αυταρχικοτητα αυτου του υπερευαισθητου (παιδιου ενος αυταρχικοτατου πατερα) αναδεικνυεται λοιπον ευκολοτερα μεσα ακριβως απο τη σχεση του με την πρωτη του αγαπημενη – στη σχεση με τη μιλενα δυσκολευομαστε να τη δουμε, οχι ομως οτι δεν τη βλεπουμε και καθολου – υπαρχουν εξαρσεις, κυριως οταν θεωρει οτι παρεξηγειται, οπου μεσα απο την θερμή ερωτευμενη μορφη τού περιπου εφηβου ξεπροβαλλει ξεδιαντροπα ο μπαμπας του (θυμαμαι τωρα εκεινα τα «μη μου γραφεις αλλο» και «σταματα να γραφεις» που ισορροπουν ειρωνικα αμηχανα και περιπου τραγικα με τα «το γραμμα σου η ευτυχια» και τα «δεν κοιμηθηκα, αντι να κοιμηθω σε διαβαζα»)

ισως βεβαια ο καφκα, οταν εφτασε να γνωρισει τη μεταφραστρια του, να ειχε παρει καποια μαθηματα στο μεταξυ – ή ισως η νοοτροπια της μιλενας (ανηκε σε κυκλους φεμινιστριων και ηταν σαφως, περα απο διαβασμενος, και χειραφετημενος ανθρωπος) να μην του αφηνε πολλα τετοια περιθωρια για (εντελει πολυ χοντρες) χοντραδες : ισως γι’ αυτο εξαλλου την ερωτευτηκε τοσο πολυ, κι ισως γι’ αυτο εξαλλου δεν την κερδισε κιολας ποτέ (ειναι χαρακτηριστικο για να μην πω και θλιβερο, οτι η κατεξοχην αιτια συγκρουσεων μεταξυ τους, το γεγονος δηλαδη οτι εκεινη δεν θελει να παρει διαζυγο απο τον αντρα της, λυνεται ως δια μαγειας δυο χρονια μολις μετα το τελος της αλληλογραφιας τους, τοτε που η μιλενα και χωριζει τον αντρα της, και παντρευεται εναν αλλον)

(παρενθετικα : ουτε της φελιτσε «σωθηκε» κανενα γραμμα – ο καφκα τα καταστρεψε κι αυτα – τα δικα του ομως παλι (πανω απο 500), οπως και η μιλενα ετσι και η φελιτσε θα τα εσωζε : θα τα ’παιρνε μαζι της στην αμερικη οπου θα καταφευγανε με τον, μετεπειτα και εκείνης, αντρα (ηταν, αμφοτεροι αυτοι, εβραιοι), και εκει, στη νεα υορκη, οταν βρεθηκε σε οικονομικη αναγκη θα τα πουλουσε σ’ εναν αμερικανο εκδοτη (αναμφισβητητα και παλι για το καλο μας)

(παρενθεση δευτερη : συμφωνα με τον κανεττι, μετα τη δίκη που υπεστη απο τους συγγενεις τής φελιτσε (και η οποία δίκη τον οδηγησε τελικα στη διαλυση του πρωτου αρραβωνα (θα επακολουθουσε ομως πολυ συντομα ο δευτερος)) ο καφκα σ’ ενα μηνα μεσα, αρχισε τη συγγραφη της δικής του «δίκης» : το παραθυρο που ανοιγει ξαφνικα εδω, οδηγει σαρδονια σε μια ολοκαθαρη θεα του λαβυρινθου απο την ανω–κατω ζωη στην ανω–ανω τεχνη)

(παρενθεση τριτη, και τελευταια : ο πιο εκτεθειμενος και λιγοτερο αυταρχικος (ή, απο μια αλλη αποψη, ο περισσοτερο (αν και καλυτερα κρυμμενος) αυταρχικος) καφκα, παντως, βρισκεται στο «γραμμα στον πατερα» : αυτο κι αν γραφτηκε για να μην το διαβασω – δεν γραφτηκε για να το διαβασει καν ο «πατερας» – οσο κι αν αυτο δεν ειναι και εντελως αληθεια : το «γραμμα στον πατερα» ανηκει σε κεινα τα γραφτα οπου διακρινεις στην ιδια την αρχη του τα λοξοδρομισματα τού απολυτως συνειδητού εργου τεχνης : γραφεται για συγκεκριμενο προσωπο το οποίο την ιδια στιγμη σβηνεται και καταργειται, καθως την ιδια παλι στιγμη βλεπεις να ορθωνει το αναστημα του μπροστα στον γραφοντα ο παγιος – και μοναδικος του – αναγνωστης : ο εαυτος του / και φυσικα ενω το γραμμα αυτο ο καφκα δεν το ’στειλε ποτέ, ουτε το πεταξε ουτε και το εκαψε ουτε και το εξαφανισε, παρα το κρατησε σχολαστικα στα χαρτια του).

(και μια εξομολογηση : και καθε φορά που διαβαζω αυτον τον μονολογο του καφκα μεσα απο τη μιση σωζομενη αλληλογραφια με τη μιλενα, και κοιταω και τα κειμενα της μιλενας που εκεινη δημοσιεψε οσο ζουσε, πρωτον μεν συνειδητοποιω καλυτερα πόσο εντελως ανομοιοι ειναι οι ανθρωποι, δευτερον πόσο δυσκολα ειναι τα πραγματα οταν αυτες οι ανομοιοτητες αποφασισουν να αλληλοερωτευτουν, τριτον δε (και το πιο ενδιαφερον για μενα) ειναι οτι – συμφωνωντας με την μιλενα – και βλεποντας την ολοζωντανη μπροστα μου, και συνδεοντας την ακριβως με αλλες γυναικες που εχω δει ολοζωντανες μπροστα μου, και εχοντας ακουσει την, πρακτικη και φεμινιστικη και λογικη φωνη της, να βγαινει με τους ιδιους περιπου ηχους απο τα δικα τους στοματα / συμπασχοντας δηλαδη απολυτως με την μιλενα / – διαπιστωνω οτι υφισταμαι ξαφνικα μια μεταλλαξη : χανω ξαφνικα το φυλο μου, και γινομαι εκεινος ανευ ορων : παραβλεπω τις σπαραχτικες του χοντραδες και πιανω την καρδια μου καθως τον βλεπω να καθεται στο τραπεζι του και να ετοιμαζεται να βαλει τα χερια του πανω σε αγραφα χαρτια.)

 

 

 

 

αν ομως μιλαμε για σωσιματα κειμενων, οφειλουμε να θυμηθουμε, πρωθυστερα ελαφρως ισως, αλλά πρωτα και κυριως την ελοΐζα – και σ’ αυτην επομενως να παμε τωρα καθυστερημενα, κανοντας μια επιστροφη περιπου χιλια χρονια πισω : η ελοΐζα λοιπον – και, στην περιπτωση αυτη, παρεμπιπτοντως μόνο ο αβελαρδος – : «παρεμπιπτοντως» οχι γιατι δεν εχει, και αυτος, σημασια, αλλά γιατι χωρις την ελοΐζα δεν θα τον ειχαμε ουτε αυτον ολοκληρον (θα ειχαμε μονο ο,τι θα ηθελε αυτος να μεινει απο την ιστορια – θα ειχαμε δηλαδη μια οχι απλως φτωχη αλλά και φτηνη και ευκολη εκδοχη της ιστοριας – της «δυστυχισμενης του ιστοριας», οπως επεδιωξε να την συντηρησει στον αιωνα ο ιδιος ως historia calamitatum)

θα ’ταν δηλαδη ενα κειμενο που εγραψε ενας αντρας στα 54 του χρονια (αυτο δεν θα πειραζε), ευρισκομενος ομως αλοιμονο πολυ μακρια πλεον απο τον ερωτα – στον οποίο θα απαντουσε θυμωμενα αλλά και απολυτως λογικα, εκεινη – και αυτη θα ηταν η ερωτικη «ιστορια» που για (πολλους) αιωνες θα ειχαμε μόνο, απο τους δύο :

τα οχτω δηλαδη γραμματα που ανταλλαξανε μεταξυ τους (πεντε εκεινού, τρια εκεινής), οταν ηταν πια χωρισμενοι, και ειχαν κλειστει και οι δυο ο καθενας στο μοναστηρι του (να υπενθυμισω οτι η ελοΐζα καμμια διαθεση δεν ειχε να καταληξει εκει, της το επεβαλε εκεινος – οπως της ειχε επιβαλει και τον καταστρεπτικο οπως αποδειχτηκε, και για τους δυο τους, γαμο) αυτα τα οχτω γραμματα θα ηταν για αιωνες το μοναδικο στοιχειο που θα ειχαμε απο την ιστορια τους

και θα ηταν μια ιστορια που θα την χρωματιζε το ανοικονομητο, και αλαζονικο, κειμενο εκείνου («ημουνα τοσο σπουδαιος τοσο νεος και τοσο ωραιος που ειχα οποιαν ηθελα, δεν τιθενταν θεμα να μ’ απορριψει καμμια»)

και δευτερευοντως μόνο η θυμωμενη και κατα διαλειμματα απαντηση εκεινής

η οποία εκλαιγε και θρηνουσε με σπαραχτικους λυγμους (εικονα που παραδιδει ευθαρσως ο ιδιος ο αβελαρδος) κατα την τελετη που χειροτονηθηκε καλογρια, καθως σηκωνε ψηλα το ευαγγελιο

αυτη που  δεχτηκε αυτη τη φυλακη μόνο και μόνο για να τον ευχαριστησει : φανταζομαι οτι φανταζοταν πως ηταν η τελευταια πραξη ευχαριστησης που μπορουσε να του προσφερει – κι ας ειχε κανει ολα τα λαθη εκεινος και κανενα λαθος αυτη

κι αυτη που του ειχε πει, εγκαιρως, «προτιμω να ειμαι πουτανα παρα παντρεμμενη / η σκροφα σου παρα η συζυγος σου»

και φυσικα εκεινη που στο πρωτο της γραμμα θα τον ρωτουσε, καθολου σαν καλογρια : «Ενα πραγμα πες μου. Αν μπορεις. Γιατι απο τοτε που μπηκαμε κι οι δυο στα μοναστηρια, που ηταν μια δικια σου αποφαση, με αγνοησες και με ξεχασες τοσο, που να μη μου δινεις ουτε μια μικρη βοηθεια μιλωντας λιγο μαζι μου οταν ερχοσουν εδω, ουτε την παρηγορια ενος γραμματος οταν δεν ερχοσουν ; »

(το αν μπορεις δειχνει βεβαια πόσο θυμωμενη ητανε, και πόσο συγγραφαρα ητανε : δεν τη φυλακιζεις ετσι μια ελοΐζα, κι υστερα να μην της κανεις ουτε μια επισκεψη στη φυλακη, οταν πας και επισκεπτεσαι τον δεσμοφυλακα ευχαριστως : εκεινη φυσικα και δεν ειχε καμμια δουλεια να κλειστει εκει μεσα, ειχε τον γιο της να φροντισει – κι ομως το ’κανε, για να του δωσει μια τελευταια ικανοποιηση, οτι αποκλειομενος αυτος απ’ τον ερωτα, αυτη δεν θα ’βλεπε αλλους : Αν μπορεις, λοιπον, απαντησε της.)

και φυσικα ηταν εντελει αυτη που θα τού εγραφε το ανειπωτο : «στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια βλεπω με τη φαντασια μου τον ερωτα που καναμε τοτε στην εκκλησία.»

προσωπικα, αν μου επιτρεπετε, δεν ξερω ανα τους αιωνες, μεγαλυτερη – και γενναιοτερη – ομολογια πραγματικα ερωτικης μαλακιας απο αυτην.

 

 

 

«κι ετσι τα κανω ολα στα ιδια μερη μαζι σου, κι ουτε στον υπνο μου δεν τα γλιτωνω» (και στην καθωσπρεπει γλωσσα των επιστημονων αυτο λεγεται αυτοερωτισμος (σελ. 67))

 

 

η ελοΐζα ειναι λοιπον σαφες οτι ειχε μυαλο και θαρρος, και δεν ητανε επουδενι η υποταγμενη μικρη ερωτευμενη, οπως θελησαν μεσαιωνες και αναγεννηση να την σταθεροποιησουν σαν εικονα – απο το πρωτο της γραμμα ηδη τού το θυμισε : «προτιμουσα εγω τον ερωτα απο τον γαμο, την ελευθερια απο τα δεσμα»

(το θαρρος εκείνου βεβαια το συζηταμε, αν υποτεθει οτι ειναι θαρρος να επιζεις μετα απο μια τετοια τιμωρια – κι αν ειναι θαρρος να τα σβηνεις ολα για να επιζησεις : «δεν ενιωσε ερωτα γι’ αυτην ποτέ, ο,τι υπηρχε μεταξυ τους ηταν μόνο λαγνεία», ειχε την ετοιμοτητα συνεπως αργοτερα να διακηρυξει – αλλά μια αποστροφη προς καθε τι σωματικο συνοδευει σιγουρα και ώς τα σημερα τους παντες : αυτος ο αυταρχισμος και η συνοδευτικη εκ των υστερων περιφρονηση προς τον ερωτα, επιζει ακομα και σ’ οσους δεν εχουν παρει χαμπαρι δηλαδη οτι κατι τούς εχει αποκοπει και, πιθανως, τούς λειπει)

(και μη μου πει κανεις οτι ειχε υποστει τετοιο πληγμα ο αβελαρδος, που δικαιολογουνταν να επιδειξει τωρα αυταρχισμο και κακους εως την απολυτη γαϊδουριά, τροπους – γιατι τους ειχε κι απο πριν : μερικες φορές πηδηχτηκανε ενω εκεινη δεν ηθελε ή δεν μπορουσε – ισως γιατι ειχε περιοδο (καποιες απο τις παρεξηγησεις τους την εποχη των ραβασακιων, προερχοντουσαν μπορει (το υποστηριζουν και οι ερευνητες) απ’ αυτο) : και ενας φιλοσοφος της τοσο αδιαπραγματευτης λογικης (υποστηριζω εγω, που δεν ξερω παρα μόνο τη δική μου ζωη) μπορουσε να βαλει τη φιλοσοφια υποτιθεται πανω απ’ τ’ αρχιδια του / αλλά ας φυγουμε απ’ αυτην την εποχη της δυστυχιας : παμε λοιπον στα ραβασακια.

 

 

 

 

 

η σωτηρια του ερωτα

 

τριακοσια χρονια μετα τη μεσαιωνικη ιστορια τού 1100, εχοντας μπει δηλαδη για τα καλα στην αναγεννηση, ενας καλογερος συγγραφει εγχειριδιο επιστολικης τεχνης (συνηθιζονταν τοτε αυτα : πώς ξεκινας ενα γραμμα, πώς χαιρετας, πώς αποχαιρετας, κλπ) / ο ανωτερω λοιπον μοναχος johannes de vepria, κατα τις ερευνες του το 1471 στο μοναστηρι τού clairvaux, πεφτει πανω σ’ ενα χειρογραφο οπου παρατιθεται ο, μαλλον ερωτικος, διαλογος δυο ατομων – και αρχιζει να αντιγραφει τις προσφωνησεις και τους χαιρετισμους τους για το δικο του βιβλιαρακι – ωσπου στην πορεια γινεται κατι καταπληκτικο : ο μοναχος μας παρασυρεται απο το περιεχομενο της αλληλογραφιας κι αρχιζει να αντιγραφει μεγαλυτερα αποσπασματα – εχει ηδη πειστει οτι προκειται για εραστες κι ετσι, μετα απο καθε γραμμα βαζει σε παρενθεση το φυλο τού γραφοντος : (mulier) αν το γραμμα ειναι της γυναικας, και (vir) αν αντιγραφει απο γραμμα τού αντρα : ουτε ονοματα υπαρχουν, ουτε ιχνος προσπαθειας ανευρεσης των προσωπων πισω απο τα γραμματα, και πολλες φορες ο βέπρια δεν διακρινει καλα πού τελειωνει το ενα γραμμα και πού αρχιζει το άλλο : σημαδι οτι αντιγραφει απο ενα χειρογραφο που τα εχει ολα τροπον τινα κολλημενα και συνεχομενα (αλλωστε ενας φανατικος για γραμματα μοναχός ητανε, με οχι ευκαταφρονητες παντως φιλολογικες φιλοδοξιες – οι ειδικοι θαυμαζουν τη σχολαστικοτητα του)

ο βέπρια, που αντεγραψε συνολικα 113 αποσπασματα, επιγραφει τελικα το ολο κεφαλαιο τού βιβλιου του «απο τα γραμματα δυο εραστων» (‘ex epistolis duorum amantium’)

(η ανακαλυψη της historia calamitatum ειχε γινει νωριτερα, σχεδον στην εκπνοη του μεσαιωνα οπως τον ξερουμε, εκατο χρονια μολις μετα τη συγγραφη της και απο τους δύο, και ειχε χρησιμοποιηθει σαν υλικο για διαφορους μεσαιωνικους ερωτικους μυθους επη και κυκλους – απο κει μάς ειχε μεινει το ονομα των δύο – αλλά μάς ειχε μεινει και μια μισή, πώς να το κανουμε, αντιληψη γι’ αυτην την ιστορια : το βαρος ειχε πεσει στις δυστυχιες του αβελαρδου, και η ελοΐζα ειχε μεινει σχεδον αφελης, περιπου αχρωμη, μαλλον απεχθης, και ασφαλως παρεξηγουμενη – (δεν ηταν, μεταξυ μας, και πραγματα αυτα που εγραφε, εκει στα τρια της (αρκετα εκτενη) γραμματα («μας βλεπω να πηδιομαστε μεσα στην εκκλησία» και «προτιμουσα να ’μαι η πουτανα σου», καθολου ωραια, ουτε κατανοητα πραγματα αυτα, ουτε για τον μεσαιωνα ουτε για την αναγεννηση – ουτε και για σημερα θα ’λεγα αν μου επιτρεπετε))

τα ραβασακια ομως (που οδήγησαν σ’ εκεινα τα 113 αποσπασματα) ηταν μια εντελως αλλη ιστορια – κι αυτη η ιστορια εχει και πλακα και ενδιαφερον – γιατι δειχνει πολυ ζωντανα πώς ζωντανευουνε οι νεκροι : και απο ποση τυχη αποτελειται η περιωνυμη αντικειμενικοτητα της ιστοριας

πριν παμε ομως στην ανακαλυψη των ραβασακιων (που εγινε σχετικα στα χρονια μας) και στα (οσα απ’ αυτα) μας εσωσε ο βεπρια (και μεχρι σημερα δεν εχουμε άλλα), θελω να πω κατι :

αυτο που εκανε η ελοΐζα, καθως αντεγραφε και κρατουσε (για την ιδια – να μην το ξεχναμε ποτέ αυτο) τα ραβασακια, ειναι κατι που μόνο ενας ανθρωπος που εχει υπαρξει ερωτευμενος μπορει πιθανως να το καταλαβει – ομως, απο την αλλη, ενας που δεν εχει υπαρξει ερωτευμενος δεν μας ενδιαφερει κιολας στην παρουσα περιπτωση : μ’ αυτη την εννοια, τονιζω οτι αυτο που καταβαθος εκανε η ελοΐζα δεν ηταν παρα μια επιδειξη του ιδιου της του ερωτα προς τα λογια του ερωτα, και μια διακηρυξη της αποψης οτι τα λογια στον ερωτα ταυτιζονται μαζι του και ειναι πανω του κολλημενα : γι’ αυτο και δεν ηθελε, ή δεν μπορουσε, να τα αποχωριστει : τα αντεγραφε λοιπον για να της μεινουν : για την ιδια τα ηθελε, σταθερα και αναλλοιωτα)

κι ακομα κι οταν – χρονια μετα, και απ’ ολες τις φρικες μετα, θυμωσε (τοσο πολυ) με τον αβελαρδο, δεν τα εσβησε τα γραμματα του : η ελοΐζα δεν τα εσκισε και δεν τα πεταξε απο το αρχειο της, αυτο το χαρτι που εκρυβε μεσα στο βιβλιο στο μοναστηρι : οχι, η ελοΐζα κρατησε και τη φωνη της και τη φωνη του.

 

 

 

παντως η ανακαλυψη της καθημερινης αλληλογραφιας τους στα χρονια των ερωτων (αυτα τα ραβασακια δηλαδη που πηγαινοερχονταν με διαφορους υπηρετες, γραμμενα πανω σε πινακιδες απο κερι – κατι σαν τις πλακες με την κιμωλια που γνωρισαμε καποιοι παιδια (κι οπου αυτος που το ’παιρνε το διαβαζε κι υστερα το εσβηνε – και εγραφε πανω εκει το δικο του) – (και των οποίων το μυστικο για τη σωτηρια ηταν τοσο απλο, οσο η (ακουραστη ; ) διαθεση της ελοΐζας να τα αντιγραφει σ’ ενα χαρτακι) (τον μεσαιωνα οι ανθρωποι επικοινωνουσαν ετσι, ξαποστελνοντας ο ενας στον αλλον σημειωματα – στα λατινικα παντα, γιατι αυτη ηταν η γλωσσα των εγγραμμάτων – διοτι δεν υπηρχαν τηλεφωνα, ουτε κινητα ουτε ακινητα (απο την ελοΐζα εχουμε καποια στιγμη και την επιπλεον ενθαρρυνση στον αβελαρδο : «ο,τι θελεις γραφε μου, οι υπηρετες δεν ξερουν λατινικα»)), ηταν, στην πιο κυριολεκτικη κυριολεξια που μπορω να σκεφτω, μυθιστορηματικη :

στα 1980 ο κυριος constant j. mews φιλολογος νεοζηλανδος που μελετουσε τη θεολογια και τη λογικη του αβελαρδου στο παρισι και την οξφορδη, επεσε πανω σε μια λατινικη διατριβη που ειχε περασει απαρατηρητη και η οποία περιειχε τα γραμματα δυο ερωτευμενων : ηταν μια σχολαστικη εκδοση του χειρογραφου του βεπρια που ειχε γινει καμμια δεκαετια πιο πριν

(διοτι το χειρογραφο του βεπρια, με τα ραβασακια, ειχε μεινει κι αυτο αγνωστο και αφανες ολους αυτους τους αιωνες και η μόνη καλη του τυχη ηταν οτι κατα τη διαρκεια της γαλλικης επαναστασης μεταφερθηκε μαζι με καμμια χιλιαδα άλλα χειρογραφα απο το μοναστηρι του κλαιρβώ στην πολη τρουά – και ετσι σωθηκε)

καμμια δεκαετια λοιπον πιο πριν : δηλαδη καπου γυρω στα 1970 ενας γερμανος φοιτητης ο ewald könsgen ετοιμαζοταν για τη διδακτορικη του διατριβη και κατα προταση του επιβλεποντα καθηγητη του, μεσαιωνολογου και λατινιστή dieter schaller, αποφασισε να καταπιαστει με την εκδοση του λατινικου κειμενου των ερωτικων επιστολων που ειχε διασωσει ο βεπρια

η διατριβη εκδοθηκε το 1974 και ο κένσγκεν παρουσιασε τα γραμματα των δυο εραστων με ενα (ενδιαφερον οπωσδηποτε) ερωτηματικο στον υποτιτλο : «γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας ; »

αλλά το αφησε εκει : φιλολογος ητανε και αυτο που τον ενδιεφερε ητανε να παρουσιασει αψογα ενα λατινικο κειμενο – οι ερωτησεις μπορουσαν να απαντηθουν πιθανως απο αλλους –

κατι που θελησε ομως να τονισει ητανε πως (σαν καλος λατινιστης, ειχε δει και ειχε πειστει για το οτι) οι δύο ανταλλασσοντες αυτες τις επιστολες ητανε διαφορετικα προσωπα : ουτε τα λατινικα τους ουτε το υφος τους ηταν το ιδιο – αρα δεν επροκειτο για «ρητορικο γυμνασμα» καποιου μεσαιωνικου σχολαστικου, απ’ αυτα που πολυ συνηθιζοντουσαν τοτε, αλλά επροκειτο σαφως για γραφτα δυο διαφορετικων ανθρωπων με διαφορετικη ψυχοσυνθεση – και το αφησε, ειπαμε, εκει

και εκει ειναι που μπηκε ο νεοζηλανδος (που στην πραγματικοτητα ητανε αγγλος) constant mews, στη σκηνη :

ο ανθρωπος γοητευτηκε απο τα ραβασακια, και το περιγραφει λιτα, ως ψυχρος λατινιστης : «τη στιγμη που συναντησα το κειμενο, και τα λογια του και τις ιδεες του, ενιωσα μια ανατριχιλα στη ραχοκοκκαλια μου».

και ετσι λοιπον το 1999 εκδιδονται «τα χαμενα ερωτικα γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας», απο τον mews, χωρις ερωτηματικο πλεον στον τιτλο

και για να ολοκληρωθει το μυθιστορημα να πω οτι λιγα χρονια αργοτερα (το 2003) εκδιδεται το βιβλιο του james burge «ελοΐζα και αβελαρδος» (ετσι, μ’ αυτη τη σειρα) απ’ οπου εμαθα για τα ραβασακια (χαρη σε ενα αρθρο στο χρησιμοτατο nyrb που μ’ εκανε να ξεκινησω να το παραγγειλω τρεχοντας – τρεχοντας, και μην ξεροντας τιποτ’ αλλο για την ιστορια, παρα μόνο οτι επρεπε να τρεξω)

και επειδη κοντευω πλεον και να πεισω με τοση σχολαστικη πολυλογια τον εαυτο μου οτι ειμαι και φιλολογος, ας κλεισω αυτην τη βολτα ανα τους αιωνες με μια βοηθεια απο την ιδια την ελοΐζα, βοηθεια δηλαδη εναντιον οσων αμφισβήτησαν την σιγουρια του mews οτι οι δυο τους, με τον αβελαρδο, αντι να συζητανε μόνο φιλοσοφια, και να γραφουνε μουσικη, γραφανε και μετα μανιας ο ενας στον αλλον :

και εκλεινε το πρωτο γραμμα της στον αβελαρδο, εκεινο το θυμωμενο, την πρωτη της απαντηση στην ιστορια της δυστυχιας του, με μια αναφορα ακριβως σε κεινα τα ραβασακια που ανταλλαξανε εν αφθονια την εποχη των ερωτων τους :

 

«με επνιγες σε ατελειωτα γραμματα … αντιο, μοναδικε μου.»
«crebris me epistolis visitabas … vale, unice.»

 

 

 

«στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια μάς βλεπω που πηδιομαστε τοτε στην εκκλησία» ειπε αυτη, και εδω εχουμε την ιδια περιγραφη απο  εκεινον – προστιθεμενης μιας εκφραστικης λεπτομερειας για την γωνιά στην τραπεζαρια του μοναστηριου, και προστιθεμενης και της ηθικολογιας πλεον εκείνου «θυμασαι πόσο χυδαια συμπεριφερθηκαμε» – λιγο παρακατω η πολυ δυσαρεστη (για μενα εννοω) υπομνηση εκ μερους του για την ενιοτε χρηση, ή απειλη χρησης, βιας εναντιον της (δεν ξερω αν η ελοΐζα δεν το αναφερει αυτο απο μεγαλοθυμια, ή επειδη πραγματικα το θεωρησε δευτερευον – ή, απαντωντας στην δική του historia, εδω τουλαχιστον τον λυπηθηκε) (σελ. 347)

 

 

 

αλλά πρεπει να κατέβη κανείς πολυ πιο κατω (σαν του ιουλιου βερν το ταξιδι στο κεντρο της γης ειναι αυτο ή σαν το χωνι της κολασης του δαντη – διακοσια χρονια μετα απ’ αυτην θα γραψει αυτος) για να δει εστω και απο μακρια την αρχικη εικονα τού πραγματος : δεν παμε προς τα πισω, δεν υπαρχει μπρος και πισω (ποτέ τών ποτών), παμε προς τα κατω μόνο : εχει εναν κοπο και μια δυσκολια αυτη η μεταβαση, που καταληγει σε μια ακκιδα και μια στιγμη οι οποίες αχνοφεγγουν σαν κοκκινες και κιτρινες ταυτοχρονως – ειναι ισως το δωματιο της : δεν μπορω να δω ακριβως τι κανει, σηκωνεται ισως απο το κρεβατι και καθεται σ’ ενα απο αυτα τα περιεργα τραπεζια που εχουνε τοτε,  σαν ορθια, σαν υπολογιστες, και πιανω την καρδια μου για μια στιγμη καθως τη βλεπω να πιανει ενα αγραφο χαρτι για να γραψει – δεν υπαρχει ιχνος αβελαρδου εκει, παρα μόνο στη δικη της καρδια μεσα και τη δικη της σκεψη πανω : εγω αυτο που προσπαθω να καταλαβω ειναι πώς ακριβως το κανει :

υπαρχουν δυο πιθανοτητες : η πρωτη ειναι οτι γραφει στο χαρτι αυτο που θελει να πει, κι επειτα, γελωντας λιγο ισως, το αντιγραφει πανω στην κερινη πινακιδα : η αλλη ειναι οτι το γραφει πιο αυθορμητα κατευθειαν στην πινακιδα κι απο κει το αντιγραφει μετα στο χαρτι για να το κρατησει / φωναζει τον υπηρετη και το στελνει / ο υπηρετης ερχεται μετα απο ωρα και της ξαναφερνει πισω την πινακιδα – εχει τωρα γραμμενο πανω της το ραβασακι εκεινού ενω το δικο της εχει σβησει / δεν ξερω αν ειναι στο κρεβατι οταν περιμενει ή τριγυρναει στο δωματιο : παιρνει την πινακιδα, την ανοιγει, διαβαζει : πιανει την καρδια της πιανει και το μουνι της πιανει και τον εαυτο της ολοκληρο, και πιανει κι ενα χαρτι : παει στο γραφειο και αντιγραφει στο αρχειο–χαρτι προσεχτικα το καινουργιο μηνυμα εκείνου : το αρχειο ειναι σαν εκεινα τα αρχαια ρολλα, μακραινει, κι ολο μακραινει, κι ειναι αυτο που θα βρει, αντιγραμμενο ισως απο εναν αλλον πιο πριν, τριακοσια χρονια μετα, ο βεπρια :  τυλιγμενο σφιχτα και κρυμμενο στη ραχη μαλλον, ενος άλλου, θρησκευτικου ισως βιβλιου στο μοναστηρι : πόσες αντιγραφες λοιπον στο χαρτι

και δεν εχει γραψει πουθενα το ονομα της, ουτε το ονομα εκεινου, δεν τα φυλαξε αυτα τα πολυτιμα και δεν εκανε τοσο κοπο ουτε για μενα ουτε για σενα, μην κολακευομαστε : τα εκανε ολα γι’ αυτην – κι οταν πηγαινει στη βιβλιοθηκη τού μοναστηριου (τα χρωματα εχουν αλλαξει, τωρα ειναι καφεπρασινα) κλεινει ολες τις πορτες προσεκτικα, βγαζει το ρολλο και διαβαζει : ξερει πολυ καλα τι διαβαζει, δεν χρειαζεται να βαλει ουτε τιτλους ουτε συγγραφεις : και φυσικα δεν κοιταει καθολου προς το μερος μου, δεν την ενδιαφερω : διαβαζει αλλά δεν ξαναγραφει τιποτα : μόνο οταν εκεινος της στελνει την ιστορια του, νιωθει εναν απιστευτο θυμο και ξαναπιανει παλι ενα χαρτι : και, Απαντησε μου, του λεει – αν μπορεις / το αν μπορεις το εγραψε συνειδητα, ειναι απιστευτα καλη συγγραφεας και ξερει τι λεει : δεν αμφισβητησε ποτέ τη δυναμη του, ουτε οταν εμεινε χωρις αρχιδια, τωρα μόνο μετα απ’ αυτην την πλημμυρα ψεμματων τον βλεπει στο βαθος ενος άλλου χωνιού, χιλιομετρα κατω απ’ αυτην, πολυ μικρον : τωρα ειναι μονη της δηλαδη πραγματικα μοναχη

και θα ζησει ετσι καμποσα χρονια ακομα, πολλα μετα τον θανατο εκεινού.

 

 

 

 

μερες εγκλεισμου λοιπον σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως :

οπως τα κανονικα γραμματα των αιωνων που πέρασαν : που ξεχναμε πώς ηταν : δεκα χρονια γραψιματων στον αερα του ιντερνετ και νομιζουμε οτι εξαφανισαν απο τη μνημη μας κατι χιλιαδες χρονια γραψιματος που θεωρουσαν αυτονοητη τη διαμεσολαβηση του μολυβιου και του χαρτιου, του ταχυδρομου, των ταχυδρομειων, του ποστ–ρεσταντ, του χρονου, της αναμονης, της χαρας, της απελπισιας, της κέρινης πινακιδας, του χρονου, και τελικα και των κακόμοιρων των υπηρετών

γιατι σημερα κανείς δεν μπορει ουτε να σωσει ουτε να εξαφανισει τιποτα : δεν χρειαζεται, αλλά και δεν γινεται : ειναι ολα σωσμενα ειτε το θελεις ειτε οχι – και προς τις δύο κατευθυνσεις

(μετα θανατον εμαθα απο πρωτο χερι οτι ενα φιλικο μου προσωπο που εζησε σε εποχες κατα τις οποίες η αλληλογραφια θεωρουνταν (μεταξυ των εγγραμματων ταξεων τουλαχιστον) ενα γεγονος φυσικο, ειχε διατηρησει στο αρχειο του οχι μόνο τα γραμματα που ειχε παρει αλλά και τις δικες του απαντησεις στο προχειρο : καταπληκτικη – και πολυ χρησιμη για τους ιστορικους του μελλοντος – μεθοδος (που, οπως και να το κανουμε, εμπεριεχει μερη απο τη λογικη, ισως και τη διαθεση, της ελοΐζας) μεθοδος που σημερα θα ηταν σωτηρια (για μας) αν ανηκε και στις συνηθειες της μιλενας)

γιατι σημερα μόνο μια καταστροφη ολικη των αρχειων των σερβερ, και πώς διάολο τα λενε αυτα τα τεχνικα, και των κτιριων των σερβερ, και του πλανητη ολοκληρου – και οχι απο εναν ιο, θα χρειαζοταν κατι παραπανω – μπορει να εξαφανιζε τις τροπον τινα αυτες αλληλογραφιες στους στριμωγμενους διαδρομους του ινμποξ – και παλι οχι, αν καποια ελοΐζα, σχολαστικη και επίμονη, και πιθανως ερωτευμενη με την ιδια της τη ζωη (οπως εκεινη χιλια χρονια πριν) τα εχει διασωσει στον δικο της σκληρο δισκο

αυτο το ευκαμπτο χαρτακι, πολυ σκληρη μνημη αυτη, αυτη η χαρτινη,

αυτη η άλλου ειδους μνημη.

 

 

 

 

σημειωσεις :

*σημειωση για τα τσεχικα που αναφερω : σ’ εκεινο το γραμμα ο καφκα της γραφει : «Ich werde also die Frage “strach – touha” (“Angst – Sehnsucht”) beantworten»
(σελιδα 80 τού pdf)

**καφκα / ελιας κανεττι «η άλλη δίκη»

τα γραμματα του καφκα στη μιλενα

ενα γραμμα της μιλενας (κατι σαν ψυχαναλυση του καφκα : για τον μαξ μπροντ)

καφκα ημερολογια (λογοκριμενη, αρχικη εκδοση μαξ μπροντ)

το βιβλιο του james burge

το βιβλιο του constant mews

αβελαρδος, ιστορια

στοιχεια για την απαντηση της ελοΐζας στην historia του αβελαρδου

για τον γιο τους τον αστρολαβο την ταυτοτητα του, την εκκλησιαστικη και πολιτικη του καριερα

πινακιδες με κερι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

15 Ιανουαρίου 2018

αποκολοκύνθωσις, ή κολοκύθια με τή ρίγανη

 

 

 

 

καθόμουνα σ’ ένα καφενείο που στο μπαρ του βάζει ωραία μουσική κυρίως πριν αρχίσει η φασαρία τό βράδυ, και πίνοντας έναν καφέ στα ενδιάμεσα κάτι τρεξιμάτων διάβαζα τό τελευταίο τεύχος τού new york review of books που είχε ένα άρθρο για τόν σενέκα, και πάνω κει μού ήρθαν κάτι σκέψεις, και λέω να τίς ανακοινώσω

εγώ δεν χωνεύω τούς στωικούς, διότι δεν μ’ αρέσει η φιλοσοφία τους, και εκνευρίζομαι που συνηθίζουν να τούς αναφέρουν μαζί με τούς επικούρειους (εξαφανίζοντας με τόν τρόπο αυτόν, υπούλως, τόν επίκουρο – πράγμα συνηθισμένο, και όχι μόνο στα ελληνικά (προσφάτως κάτι έβλεπα κάπου για τόν λουκρήτιο (κάποια αγγλική μετάφραση ίσως, δεν θυμάμαι) και δεν πήρε τό μάτι μου ούτε μία γραμμή για τόν επίκουρο – ενώ ο συμπαθέστατος ρωμαίος απλώς μετέφερε – όπως είναι βέβαια γνωστό – (μετέφερε εντέχνως και πολύ ωραία) στα λατινικά τή φιλοσοφία τού δασκάλου του))

εν πάση περιπτώσει στα διάφορα συμπιλήματα φιλοσοφίας ή τά εγκυκλοπαιδικά τοιαύτα, αν κοιτάξεις τά κεφάλαια, όλα σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναφέρουν τόν κλάδο «στωικοί και επικούρειοι» (και μ’ αυτήν τή σειρά) και βάζοντάς τους και τούς δύο μαζί στα περιεχόμενα (χωριστά δηλαδή από τούς «προσωκρατικούς» και χωριστά κι από τά (θεωρούμενα) θηρία, τόν πλάτωνα και τόν αριστοτέλη – τούς οποίους επίσης δεν τούς χωνεύω (τόν πρώτο μάλιστα καθόλου))

θα μού πεις, τί μάς ενδιαφέρουν εμάς (εσένα δηλαδή) αυτά : δεν λέω ότι ενδιαφέρουν κανέναν, τή γνώμη μου λέω

και τή λέω τή γνώμη μου με αφορμή τόν σενέκα για τόν οποίον είπαμε διάβαζα στο καφενείο, διότι απ’ όλους τούς στωικούς αυτός είναι ο μόνος που συμπαθώ

να σημειώσω ότι δεν τόν συμπαθώ για τίς φιλοσοφικές του πραγματείες, αλλά για τό θέατρό του, δηλαδή τίς αντιγραμμένες απ’ τά ελληνικά τραγωδίες του

τίς οποίες, επίσης όπως και τίς διατριβές του, δεν τίς έχω βεβαίως μελετήσει, όμως τό θέατρό του μ’ αρέσει περισσότερο από τίς διατριβές του για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο

(εδώ πρέπει να πω, μέσα σε παρένθεση, πως έχω τήν (αμετακίνητη πλέον, μετά από χρόνια πολλά στριφογυρίσματος) άποψη ότι σαν άνθρωποι τού δυτικού πολιτισμού, έχουμε αποκλειστικά σχέση με τούς ρωμαίους και όχι με τούς έλληνες : και τό ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη ευρώπη (και τήν αμερική) : η αρχαϊκή ελλάδα δηλαδή και ο εξαυτής «κλασικός» πολιτισμός δομήθηκε πάνω σε καταστάσεις που μάς είναι πλέον εντελώς άγνωστες – ψήγματά του ανασκάπτουμε μόνο, διαβάζοντας κάποια κείμενα ή βλέποντας κάποια γλυπτά και λοιπά έργα τέχνης – γι’ αυτό και μερικές μορφές αυτής ακριβώς τής τέχνης μάς είναι περίπου ακατανόητες (οι «βάκχες» π.χ., ή ακόμα και η «μήδεια» ή η «φαίδρα» – δεν είναι σύμπτωση ότι μιλάω για έργα τού ευριπίδη κυρίως : άλλωστε αυτός είναι που παρεξηγήθηκε κατεξοχήν, μέχρι ακόμα και στην προσωπική του ζωή)

για να μην πω τίποτα τώρα για τά κυκλαδικά ειδώλια, και τό τί αρλούμπες λέγονται γι’ αυτά, και τό παρατραβήξω και χάσουμε τόν ειρμό

αλλά ακόμα κι ο όμηρος θέλω να πω, μάς είναι εν πολλοίς ακατανόητος – και είναι προς τιμήν τού πλάτωνα που εκείνος τόν κατάλαβε τόσο καλά, ώστε να τόν αντιπαθήσει σφόδρα (παρέα με τήν αντιπάθειά του για τίς τραγωδίες – ιδιαίτερα φαντάζομαι τού ευριπίδη)

όμως αυτά, για να τά κάνω λιανά θα πρέπει να γράψω ένα βιβλίο που δεν τό ’χω γράψει ακόμα, και συνεπώς δεν περιμένω να είμαι ιδιαίτερα πειστική – τό μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να πω εντελώς περιληπτικά πως η αρχαϊκή εποχή, όντας βεβαίως η εποχή τής θριαμβευτικής νίκης τών φοβισμένων και εκδικητικών αντρών επί τών λυσσασμένων και μαινάδων γυναικών, είναι ακόμα πολύ κοντά εντούτοις σ’ αυτόν τόν γυναικείο ερωτισμό, αυτόν ακριβώς που η καταστολή του (μόνο) έχει φτάσει ώς εμάς – με κυριότερο (και ενδοξότερο) έργο της (τής καταστολής) ακριβώς τήν τραγωδία : μην ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά ξεκίνησαν με τήν εφεύρεση ενός νέου θεού που προσπάθησε να συμβιβάσει τά ασυμβίβαστα : ήταν άντρας που γεννήθηκε από άντρα και όμως ντυνόταν χτενιζόταν και συμπεριφερόταν σα γυναίκα, τίς γυναίκες υπερασπιζόταν καθώς οι βάκχες κι οι μαινάδες ήταν οι υπερασπιστές του (τουτέστιν εικόνες γυναικών από τήν προ πατριαρχίας εποχή) και ο διόνυσος λειτούργησε αποτελεσματικά έτσι, σαν αποενοχοποιητικό άλλοθι, ώστε να μετατρέψει τήν καταστολή τού γυναικείου ερωτισμού στο ενδοξότερο επίτευγμα τής πατριαρχίας που ενέσκηψε, βλοσυρή και εκδικητική : τή δημιουργία τής τραγωδίας

έτσι η φάση τής γυναικείας ελευθερίας που προηγήθηκε, κάτι αιώνες και ίσως και χιλιετίες πριν, είναι ζωντανή και παρούσα στην αρχαϊκή ελλάδα, ακριβώς μέσω τής λυσσασμένης άρνησής της – και αυτό είναι που δεν υπάρχει στη ρώμη : οι ρωμαίοι δεν έχουν δηλαδή τέτοια προβλήματα (ή τουλάχιστον δεν τά έχουν μ’ αυτήν τήν ένταση, που τά είχε ο ελλαδικός χώρος) : ανήκουν εξαρχής στην πατριαρχία, ο πουριτανισμός τους είναι διάχυτος σε όλην τους τήν κοινωνία, γι’ αυτό και οι γυναίκες κέρδισαν εκεί μεγαλύτερες θέσεις κι ελευθερίες – δεν θεωρούνταν πια σχεδόν καθόλου επικίνδυνες : κλείνει η παρένθεση)

εμείς λοιπόν είμαστε άνθρωποι τής ρώμης : και αυτό που μ’ αρέσει στον σενέκα είναι ότι τό πράμα αυτό αναδεικνύεται στις τραγωδίες του περίφημα : ο σενέκας παίρνει ένα κείμενο γεμάτο ειρωνικές αμφισημίες όπως τή μήδεια τού ευριπίδη, π.χ., και τό μετατρέπει σε θρίλερ και σε γκραν–γκινιόλ και σε γουέστερν : εκθέτει τά αίματα, εκθέτει τίς σφαγές, εκθέτει τό μίσος – όλα επί σκηνής – δεν έχει ενοχές, δεν καταλαβαίνει καν γιατί πρέπει να κρύψει οτιδήποτε – δεν καταλαβαίνει καν, θα έλεγε ένας κλασικός αθηναίος, περί τίνος ομιλεί :

κι έτσι ο σενέκας είναι, με λίγα λόγια, απολύτως σημερινός, μ’ ένα τρόπο (για μάς ακριβώς σήμερα) απλό και κατανοητό

 

 

 

 

και τώρα εγώ προσπαθώ να θυμηθώ γιατί έγραψα τά παραπάνω και απορώ : επειδή τά ’γραψα για να μιλήσω για μια μόνο λέξη, τήν αποκολοκύνθωση – και μιλώντας για τήν αποκολοκύνθωση να υποστηρίξω ότι, ενώ  μάς είναι αδύνατο, τόσο εμάς όσο και τών άλλων δυτικών (και περισπούδαστων ελληνιστών μάλιστα), να καταλάβουμε όλοι μαζί τούς αρχαϊκούς, έχουμε μερικές φορές εμείς (ακόμα κι αν δεν είμαστε ούτε ελληνιστές, ούτε καν φιλόλογοι) κάτι περίεργα αβαντάζ στον ελλαδικό χώρο, λόγω γλώσσας :

τό άρθρο που διάβαζα για τή ζωή και τά έργα τού σενέκα που μεταφράστηκαν, (για πρώτη φορά όλα, όπως έμαθα, στην αγγλοσαξονική – κι όταν λέμε «όλα» εννοούμε και τά  φιλοσοφικά και τά θεατρικά του μαζί, διότι επί έτη πολλά τά θεατρικά του τά θεωρούσαν κατώτερα και ανάξια τής φιλοσοφίας του, και πολύ τά περιγελούσαν) (στην νεοελληνική δεν νομίζω να έχουμε φτάσει καν σ’ αυτό τό σημείο) ήταν συμπαθέστατο και πολύ κατατοπιστικό

(παρένθεση δεύτερη : για τή ζωή τού σενέκα, και ιδιαίτερα τά παιδικά του χρόνια και τά χρόνια τής εφηβείας του και τών σπουδών του, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα – ενώ αντίθετα έχουμε πληροφορίες για τήν καριέρα του δίπλα στον κλαύδιο και στον νέρωνα (που τότε μάλιστα έκανε και τά πολλά λεφτά – ο σενέκας) : καθώς όμως ήταν συνηθισμένο στους ρωμαίους τών ανώτερων τάξεων (ο σενέκας προερχόταν από ευγενή ρωμαίον τής ισπανίας, και ευγενή ισπανίδα (ήταν δηλαδή κατά μεγάλο μέρος ισπανός) (είχε μάλιστα γεννηθεί στην κόρδοβα (τί περίεργο)) και στη ρώμη πήγε (τόν κουβάλησε, όπως είπε, η θεία του στα χέρια της) όταν ήταν πέντε χρονών – όπως λοιπόν ήταν συνηθισμένο στους καθωσπρέπει μορφωμένους ρωμαίους, να μαθαίνουν ελληνικά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κι αυτός είχε μάθει – πολύ περισσότερο για να διαβάσει και τίς τραγωδίες τους, και να κάνει πάνω κει τίς παραλλαγές του

η σχέση του με τούς αυτοκράτορες, που τού έτυχαν στη ζωή του, είχε σκαμπανεβάσματα – ο κλαύδιος παραλίγο να τόν δολοφονήσει – εξαιτίας τού μίσους που τού είχε (τού σενέκα) η γυναίκα του, τού κλαύδιου (η μεσσαλίνα) – τού έσωσε όμως (ο κλαύδιος) τή ζωή, απλώς εξορίζοντάς τον : από τήν άλλη, τόν όρισε δάσκαλο τού νέρωνα (μάλλον δηλαδή η δεύτερη γυναίκα του (τού κλαύδιου) η αγριππίνα, τό ’κανε αυτό, αλλά δεν πειράζει – μαθαίνουμε και τή δύναμη που μπορούσαν να έχουν οι αυτοκρατόρισσες στη ρώμη…) πράγμα που έκανε τόν σενέκα παντοδύναμο όταν ο νέρων ανέλαβε τά καθήκοντά του – κι όμως αυτό δεν εμπόδισε τόν νέρωνα όντως και αποτελεσματικά πλέον να τόν δολοφονήσει ( : στα ρωμαϊκά αυτό μεταφράζεται «να τόν αναγκάσει να αυτοκτονήσει»)

ο κακομοίρης ο σενέκας ήταν ένας διχασμένος άνθρωπος (και ποιος δεν είναι – αλλά αυτός παραήτανε) : με τόν θάνατο τού κλαύδιου ανέλαβε να γράψει τό (παραδοσιακά απαραίτητο) κείμενο τής «αποθέωσής» του, και τό ’γραψε – μάς παραδίδεται όμως και μία σάτιρα πάνω στο ίδιο θέμα, η οποία καθόλου δεν έχω καταλάβει αν ήτανε τό ίδιο τό κείμενο τής «αποθέωσης» ή ένα παράλληλο απόκρυφο κείμενο που με τό όνομα «αποκολοκύνθωση» έκανε σκόνη μετά θάνατον τόν καημένο τόν κλαύδιο – (εδώ να θυμηθούμε κι έναν άλλον που έγραψε εκ παραλλήλου με τά «επίσημά» του, και κάτι «απόκρυφα» –  βυζαντινόν, και κάτι αιώνες αργότερα, αυτόν) – κλείνει η παρένθεση)

όπως και να ’χει όμως τό πράγμα, κι ό,τι ελληνικά κι αν έμαθε ο σενέκας, τό γεγονός είναι ότι έφτιαξε σίγουρα μια ελληνική λέξη – υπόθεσε δηλαδή (υποθέτω) τήν ελληνική εκδοχή – διότι τήν χρησιμοποίησε στο έργο του εκλατινισμένη ως αποκολοκύνθωση : τουτέστιν apocolocyntosis

και λέω έφτιαξε μια λέξη γιατί μολονότι η λέξη είναι ωραιότατη στα ελληνικά (και η μεταγραφή της πολύ κωμική, έτσι που είναι σχεδόν ακαταλαβίστικη στα λατινικά) δεν βρήκα πουθενά κάποιο στοιχείο ότι η λέξη υπήρχε πριν τή φτιάξει ο σενέκας : έφτιαξε λοιπόν μια λέξη, τήν αποκολοκύνθωση, για να κοροϊδέψει έναν αυτοκράτορα (από τόν οποίο είχε δει και κάνα καλό, βρίζοντάς τον έτσι πάνω στη στιγμή που πέθανε, ενώ κολάκευε συγχρόνως από τήν άλλη έναν άλλον αυτοκράτορα από τόν οποίο θα ’βρισκε και τόν θάνατο (αυτό βέβαια όμως δεν τό ’ξερε ακόμα))

εγώ, βέβαια τώρα, δεν είμαι φιλόλογος, αλλά μού φαίνεται ότι πρόκειται για μια ωραιότατη ελληνική λέξη – όμως τή μεγάλη της  αποτελεσματικότητα τήν έχει ακριβώς ως, δήθεν, λέξη μεταφρασμένη : καθότι αποκτάει έτσι μια ειρωνική μεγαλοπρέπεια, κι αυτό είν’ ένα κόλπο που μοιάζει λίγο με τά δικά μας όταν μιλάμε με πασίγνωστες αγγλικές εκφράσεις γράφοντάς τες στα ελληνικά, και με τήν προφορά τού αγράμματου

 

 

 

ο λόγος όμως για τόν οποίο ξεκίνησα να γράφω αυτό τό ποστ είναι μια παράγραφος, στη μέση τού ωραίου άρθρου τού nyrb για τόν σενέκα : «τό περίεργο πάντως», λέει στο άρθρο («a stoic in nero’s court»)  ο συγγραφέας του (james romm), «είναι πως πουθενά εν πάση περιπτώσει μέσα στο έργο δεν αναφέρονται κολοκύθια»

και καθώς η «αποκολοκύνθωσις» μεταφράζεται αμερικανιστί «pumpkinification» οι αμερικανοί ελληνιστές διερωτώνται μ’ άλλα λόγια «πού στο  διάολο είναι τά pumpkins μέσα στο κείμενο – τουτέστιν διερωτώνται «τί διάολο νόημα έχει ο τίτλος τού έργου» (και, συμπερασματικά : «τί διάολο νόημα έχει τό ίδιο τό έργο» : «–the title is an enigma» λέει σοβαροφανέστατα ο καημένος ο αμερικανός, «since the work contains no mention of pumpkins –» (καταλαβαίνω ότι περίμενε να δει κάποια αναφορά στις κολοκύθες τής αμερικανικής αποκριάς)

επομένως, τί να τούς πεις τώρα ; να πεις στους  αμερικανούς και άλλους ειδικούς περί τήν αρχαιότητα, να πα’ να μάθουνε νέα ελληνικά ;

και όμως, κάτι τέτοιο πρέπει τελικά να τούς πεις :

διότι (και εδώ ας κάνω κι εγώ τή δικιά μου παράβαση) : η ιστορία αυτή γράφτηκε σήμερα δηλαδή, μόνο και μόνο για να δηλώσει πως όσοι ασχολούνται με τ’ αρχαία ελληνικά πρέπει να ξέρουν και νέα : κι ότι καμία νεκρή γλώσσα δεν σού λύνει όλα τά αινίγματα που η λογοτεχνία της θέτει, αν δεν μελετήσεις με σεβασμό και τή ζωντανή συνέχειά της στο, οποιοδήποτε, παρόν της – και μάλιστα κατά προτίμηση ανάμεσα σε αγροίκους και αμόρφωτους ομιλητές – ή απλώς παιδιά  : κατά μυστήριο δηλαδή τρόπο, τόσο οι αρχαίοι αθηναίοι όσο και οι αρχαίοι λατίνοι (μάς λέει, σοβαρότατα, ο σενέκας ότι θα) καταλαβαίνανε κάτι που ισχύει και σήμερα στους δρόμους τής αθήνας – ενώ στους βρετανούς και τούς γαλάτες πρέπει να τό κάνεις λιανά, και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα σέ πιστέψουν : τά κολοκύθια με τή ρίγανη δηλαδή.

 

 

 

 

 

φωτογραφία : anthony friedkin

λεξικό : liddell–‎scott

κυκλαδικό

 

 

 

 

 

 

11 Φεβρουαρίου 2017

germaine greer : η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων (ή : ο φεμινισμός τήν εποχή τής ερωτικής του γενναιότητας)

 

 

 

πριν από (λίγον) καιρό κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει δραστικά μέσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι (μ’ όλη τήν ανοχή και τήν κατανόηση που έδειχνα πάντοτε για τούς άντρες) είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει αφάνταστα η αφάνταστη δημοφιλία τού τραγουδιού «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραία»

άρχισα όλο και περισσότερο να σκέφτομαι πόσο ρηχή και επιπόλαιη στιχουργική θα καταλογιζόταν σε μία γυναικα αν απευθυνόταν ποιητικά σ’ έναν άντρα λέγοντάς του «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραίος» : ναι, ρηχή και επιπόλαιη

και θυμήθηκα παράλληλα τότε τίς πληγωμένες φωνές μιας αντροπαρέας γύρω μου, ένα καλοκαίρι στο αγαπημένο μας νησί, όταν στην ερώτησή τους μήπως πρόσεχα στους άντρες και τήν εμφάνιση είπα «βεβαίως» : είχα προσθέσει κιόλας θυμάμαι ότι οι άντρες για να μ’ αρέσουν πρέπει να ’χουνε ωραία πόδια : πραγματικά πληγωμένοι εξανέστησαν, και χωρίς καθόλου αμφιβολίες μέ κατηγόρησαν τότε για μεροληψία και σχεδόν ρατσισμό : απέκλεια εκ τών προτέρων κάποιους – πιθανόν στραβοκάνηδες –

ναι, η αλήθεια ήταν σκληρή : βρισκόμουν πια πολύ μακριά από τήν εποχή, που ο κόσμος γλύκαινε αφάνταστα αθώα, αν κάποιος εραστής μού ψιθύριζε ότι ήμουνα όμορφη

μια φίλη μού είπε τις προάλλες : «δεν θέλω κανέναν (πια) ρόλο γυναίκας : να ’ναι τό μαλλί μου έτσι, και τό κορμί μου έτσι, και να ’μαι μυστηριώδης κι εξωτική – θέλω να ’μαι αυτή που είμαι, και στενοχωριέμαι που ξέρω πως, άμα τό εξηγήσω αυτό, θα πληγωθεί ο άλλος»

δέχτηκα (πια) τήν αρχή και δεν μπορώ (πια) με τίποτα να δεχτώ το τέλος : πώς γίνεται αλήθεια εκείνοι που όλοι τους τή ζωή διεκδικούν (και δικαίως) να τούς δεχόμαστε ολόκληρους, να πληγώνονται και να τό δείχνουν (α, με όλους τούς τρόπους) όταν αυτό τό διεκδικήσουν κι οι απέναντι άλλοι ;

οι άντρες που μιμούνται τίς γυναίκες, και που θέλουν να γίνουνε σαν κι αυτές, μιμούνται πάντοτε τήν εξωτερική τους εμφάνιση : ιδέα δεν έχουνε τί δράματα παίζονται ανά τούς αιώνες από μέσα, και αποβλέπουν σ’ ένα μερίδιο απ’ τήν ομορφιά αυτή, χωρίς να ’χουν ιδέα πόσο έχει πληρωθεί, ακριβοπληρωθεί, κοστίσει – και τί έχει σκοτώσει : όχι γιατί είναι δύσκολο να αποκτηθεί – αλλά γιατί πατάει ακριβώς πάνω στο θάψιμο και τόν θάνατο κάθε τι άλλου – ενός κόσμου επιθυμιών και ευφυίας εσωτερικής, που δεν πρέπει, όχι απλώς να εκδηλωθεί απελευθερωμένα, δημιουργικά και ερωτικά – δεν πρέπει καν να υπάρξει –

δεν διάβασα ποτέ μου φεμινιστικά κείμενα, πίστευα πως κάποια πράγματα είν’ αυτονόητα, και πήγαινα, όπως είπε και κάποιος αγωνιστής τού ’21, για τό άλλο φύλο, «με τήν ιδέα μου πως είμαστ’ ελεύθερες» – Όταν βγήκε τό βιβλίο τής ζερμαίν γκρηρ τή δεκαετία τού ’70, αντιμετώπισα με συγκατάβαση τόν ενθουσιασμό που είχαν κάτι αγγλίδες φίλες μου για τή «γυναίκα ευνούχο» (δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά)

στην πορεία ο χρόνος πήζει και χοντραίνει : διαπιστώνεις πως όταν σέ λένε όμορφη, δεν είσαι καν εσύ – ούτε ολόκληρη ούτε καν μισή : Και οι ιδέες τριγύρω αλλάζουν : ό,τι κάποτε ήταν απελευθέρωση κι έρωτας, γίνεται καθωσπρεπισμός και ισότητα μισθών : και πρέπει να μείνουμε, ορθοπολιτικές πουριτανές κι ακίνητες, εκεί

εδώ στους «κήπους» λοιπόν (και στην πρώτη ανάρτηση τού καινούργιου χρόνου) αντί όπως λέει η αυστραλέζα, να θυμώσουμε πάλι ξανά, ας θυμηθούμε μόνο μερικά λεγόμενά της – δεν κάνει κακό

κι αν κάποτε η φωνή της μού φαινόταν απλώς αυτονόητη, σήμερα (τόσο που έχω αλλάξει) μού φαίνεται ιδιαίτερα δυνατή, και χρήσιμη, κι απαραίτητη, και όμορφη – και λοιπόν ναι, τήν αγαπώ πια, όχι μόνο γιατ’ είν’ ωραία, αλλά τήν αγαπώ γιατί είν’ αυτή

 

 

 

«Η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι όλες εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«τό να εξαναγκαστείς να παίξεις τόν ρόλο τής γυναίκας σε σεξουαλική συνεύρεση είναι η πιο βαθειά ταπείνωση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος – χειρότερή της είναι μόνο η περίπτωση κατά τήν οποία τό θύμα ανακαλύπτει με τρόμο ότι τό απολαμβάνει.»

«να περπατάει ελεύθερη πάνω στη γη, αυτό τό δικαίωμα τό ’χει η γυναίκα από γεννησιμιού.»

«ο αγώνας της πρέπει να ’ναι ηδονικός : και να προχωρήσει πιο πέρα από τήν απαίτηση για “ίσο μισθό σε ίση εργασία”, γιατί ο σκοπός μας είναι να ανατρέψουμε τίς ίδιες τίς συνθήκες τής εργασίας.»

«ν’ απελευθερωθούμε απ’ τήν ντροπή και τήν ενοχή και τούς απέραντους αυτοπεριορισμούς.»

«και να μην καταλαβαίνουμε τή φράση “ισότητα ευκαιριών”, γιατί οι ίδιες οι ευκαιρίες πρέπει ν’ αλλάξουν.»

«η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων.»

«είσαι νέος μόνο μια φορά, αλλά μπορείς να είσαι ανώριμος για πάντα.»

«μένει πάντα ενδιαφέρων ο εραστής που ’ναι ελεύθερος να φύγει.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«αν νομίζεις ότι είσαι χειραφετημένη, δοκίμασε και λίγο τό αίμα τής περιόδου σου, βάλτο στο στόμα – αν σ’ αηδιάζει η ιδέα έχεις πολύ δρόμο ακόμα να κάνεις μωρό μου.»

 

 

«εντάξει όλοι συμφωνούνε ότι τά κοριτσάκια πρέπει να γυμνάζονται διαφορετικά από τ’ αγοράκια, αλλά κανείς δε λέει να παραδεχτεί πόσο αυτό τό “διαφορετικό” ορίζεται από τήν πεποίθηση ότι τά κοριτσάκια δεν πρέπει να ’ναι ίδια στην όψη με τ’ αγοράκια.»

«τό “δεν έχουμε λεφτά για πάνω από δύο παιδιά” είναι ένα επιχείρημα αξιολύπητο, αλλά πολύ πιο αποδεκτό στην κοινωνία από τό “δεν θέλουμε παιδιά”.»

«λένε ότι επειδή εγώ δεν πιστεύω πως, κάνοντας μια εγχείρηση ένας άντρας μπορεί να γίνει γυναίκα, δεν πρέπει να μού επιτρέπεται να μιλάω πουθενά.»

«απλώς εγώ δεν πιστεύω ότι μια εγχείρηση κάνει τόν άντρα γυναίκα. Νομίζω ότι είναι μια απολύτως επιτρεπτή άποψη. Θέλω να πω ότι ένας μη–άντρας δεν είναι αναγκαστικά γυναίκα. Δεν ξέρουμε ποια είναι πραγματικά η γυναίκα, και προσωπικά νομίζω ότι πάρα πολλές γυναίκες παριστάνουν απλώς τίς γυναίκες, φοράνε απλώς ένα γυναικείο προσωπείο, μιμούνται αυτό που θεωρούν γυναικείο : διότι η γνώση που έχουμε για τό ποιες είμαστε δεν είναι αυθεντική. Συνεπώς δεν εκπλήττομαι όταν βλέπω ότι οι άντρες είναι καλύτεροι στο να παριστάνουν τίς γυναίκες, από τίς ίδιες τίς γυναίκες. Δεν εκπλήττομαι αλλά δεν θάλεγα και ότι μ’ ενθουσιάζει.»

«μπορεί να μην έχω καλό χαμόγελο καλά δόντια ωραία βυζιά, πόδια μακριά, τουρλωτό κωλαράκι, φωνή σεξουαλική – μπορεί να μην ξέρω να εκμεταλλεύομαι τούς άντρες για να αυξήσω τήν τιμή μου στην αγορά, αλλά μπορεί και να τή σιχάθηκα κιόλας όλη αυτή τή μασκαράτα. Μπορεί και να σιχάθηκα να παίζω τήν αιώνια νιότη, να προδίνω τό μυαλό μου και τή θέλησή μου και τό φύλο μου. Να σιχάθηκα να βλέπω τόν κόσμο μέσ’ από ψεύτικες βλεφαρίδες που θολοβλέπουν τή ζωή μέσ’ από τρίχες αγορασμένες. Να σιχάθηκα να πηγαίνω θέατρο και σινεμά αν και εφόσον μού τό προτείνει ο άλλος, και να μην έχω γνώμη δικιά μου για τό τί είδα, ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Γιατί βαρέθηκα να είμαι τραβεστί. Γιατί αρνούμαι να φοράω τό θηλυκό μου προσωπείο – γυναίκα είμαι, δεν είμαι ευνούχος.»

«οι πικροί καυγάδες τού διαζυγίου είναι άγνωστοι εκεί που τά άτομα δεν έχουν καταντήσει σιαμαίοι.»

«ο εραστής που ’ρχεται στο κρεβάτι σου επειδή τό θέλει, είναι πολύ πιθανότερο να κοιμηθεί με τά χέρια του τριγύρω σου όλη νύχτα, απ’ ό,τι εκείνος που απλώς δεν έχει άλλο σπίτι.»

«κάνουν τό λάθος να πιστεύουν, ακόμα και φεμινίστριες, ότι η σεξουαλικότητα είναι ο εχθρός τού θηλυκού ανθρώπου που θέλει ν’ αναπτύξει τήν προσωπικότητά του – κι αυτή είναι ίσως η πιο λάθος και παραπλανητική πλευρά κάποιων αμερικάνικων φεμινιστικών οργανώσεων : δεν ήταν η επιμονή της στο σεξ που αποδυνάμωσε τήν επιθυμία τής αμερικανίδας φοιτήτριας να τά πάει καλά στις σπουδές της, αλλά η επιμονή της ακριβώς στο να υιοθετήσει έναν παθητικό ρόλο στο σεξ.»

«στον επόμενο γύρο, ο χίτλερ θα είναι μηχανή.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«η μοναξιά ποτέ δεν είναι σκληρότερη απ’ όταν τή νιώθεις με κάποιον που ’χει πάψει να μιλάει. Η νοικοκυρά που βλέπει τήν πλάτη τής εφημερίδας στο τραπέζι αντί για τό πρόσωπο τού άντρα της κάθε πρωί, και τόν αφουγκράζεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι να κοιμάται, δοκιμάζει μια μοναξιά απείρως εντονότερη από κείνη τής γεροντοκόρης στο νοικιασμένο της δωματιάκι.»

«κάνουμε έρωτα σε όργανα κι όχι σ’ ανθρώπους – κι αφού δεν πήραμε χαμπάρι ότι ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι πιο αληθινοί και πιο πολύ οι εαυτοί τους, και πιο πολύ παρόντες, απ’ ό,τι όταν κάνουν έρωτα, μείναμε κι εμείς ακοινώνητοι, απομονωμένοι, πιο μόνοι από ποτέ.»

 

 

«όταν χρησιμοποιούμε τά καλλυντικά για να ομορφαίνουμε δεν πρόκειται για κάνα άκρον άωτον τού ψεύδους ή τού μη αυθεντικού : όμως η γυναίκα που δεν τολμάει να βγει έξω χωρίς τίς ψεύτικες βλεφαρίδες της έχει σοβαρό ψυχικό πρόβλημα.»

«η απαλλαγή απ’ τή σκλαβιά εξαφανίζει και τή χίμαιρα τής ασφάλειας. Ο κόσμος δεν αλλάζει απ’ τή μια μέρα στην άλλη, κι η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«αν τά πάει μια χαρά κι έχει και φιλοδοξίες, βγαίνει τό συμπέρασμα ότι απότυχε να ικανοποιηθεί ως κανονική γυναίκα – φτάνουν ακόμα να υπονοήσουν και ορμονικές διαταραχές ή σεξουαλική διαστροφή.»

«πολύ αργότερα, και μόνο τότε, μετά από έναν βαθύ και ικανοποιητικό οργασμό, συνειδητοποίησα ξαφνικά τό πραγματικό νόημα εκείνου τού παραμυθιού με τήν κοιμωμένη, και τό ποια ήταν η φύση τού μαγικού φιλιού που τήν ξύπνησε, περί ού ο λόγος στο παραμύθι.»

«οι άντρες είναι ο εχθρός κατά τόν ίδιο περίπου τρόπο που ένα τρελαμένο αγόρι με στολή ήταν ο εχθρός για ένα άλλο αγόρι που τού έμοιαζε σχεδόν σε όλα και μόνο στη στολή διαφέρανε. Πιθανή λύση : να δοκιμάσουμε να ξεφορτωθούμε τίς στολές.»

«στο λαϊκό φαντασιακό οι πολλές τρίχες προσδίδουν κυριολεκτικά τρίχωμα γούνας, επομένως ένδειξη φύσεως κτηνώδους, και συνεπώς υπόμνηση σεξουαλικότητας επιθετικής. Οι άντρες καλλιεργούν αυτήν τήν αντίληψη, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που ενθαρρύνονται από μικροί να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά και επιθετικά ένστικτα – οι γυναίκες από μικρές ενθαρρύνονται να τά απωθούν και να τά καταπιέζουν, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που καταπιέζουν και τίς άλλες εκφάνσεις τής δυναμικότητας τής ρώμης και τής σεξουαλικότητάς τους, με λίγα λόγια τή λίμπιντό τους.»

«τό σουτιέν είναι γελοία εφεύρεση. Αλλά αν γίνει κανόνας τό να μην πρέπει να φοράμε σουτιέν, θα ’χουμε μια καινούργια μορφή καταπίεσης.»

«ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν η ισότητα, θα ’ταν πολύ φτωχό υποκατάστατο για τήν απελευθέρωση – αυτή η ψευτοϊσότητα είναι κίνδυνος διπλός για τίς γυναίκες. Η ρητορική τής ισότητας χρησιμοποιείται στο όνομα μιας πολιτικής ορθότητας για να σκεπάσει τό σφυροκόπημα που υφίστανται οι γυναίκες από παντού. Όταν έγραψα τή «γυναίκα ευνούχο» τά κορίτσια δεν χαραζόντουσαν με ξυραφάκια και δεν πεθαίνανε τής πείνας για να αδυνατίσουν. Οι γυναίκες χωρίς λαλιά υφίστανται από κάθε πλευρά και άποψη μια ατέλειωτη σκληρότητα και πόνους και οδύνες μέσα σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα που δημιουργεί εκατομμύρια χαμένους για κάθε χούφτα νικητών και κερδισμένων. Καιρός να θυμώσουμε πάλι ξανά.»

 

 

 

 

ένα ελληνικό αφιέρωμα

ένα αμερικάνικο άρθρο

 

 

 

 

 

 

15 Οκτωβρίου 2012

(κάκτοι στους δρόμους # 2) : άρνηση φόβου άρνηση συζύγων άρνηση βραβείων

.
.
.
.

  πιο νέος μπροστά στο βιβλιοπωλείο του : φέτος (ούτε γω τό ’ξερα) γιορτάζονται στην αμερική τά 30 χρόνια ενός καταπληκτικού θεσμού : ένας μήνας αφιερωμένος στα απαγορευμένα βιβλία (περισσότερες πληροφορίες εδώ)

.
.
.

   άρνηση βραβείου ως προαγωγού λογοκρισίας

   ο αμερικανός ποιητής lawrence ferlinghetti αρνήθηκε πριν λίγες μέρες τό βραβείο pannonius (και τά συνακόλουθα 50.000 ευρώ που τό συνοδεύουν) διότι η ουγγρική κυβέρνηση που χρηματοδοτεί εν μέρει τό βραβείο είναι ένα «αυταρχικό καθεστώς που έχει καταστείλει τήν ελευθερία τού λόγου και τίς πολιτικές ελευθερίες» (ο φερλινγκέτι πρότεινε αντ’ αυτού τά χρήματα τού βραβείου να δοθούν στο ουγγρικό παράρτημα συγγραφέων τού pen club με μοναδικό σκοπό να βοηθηθεί η έκδοση έργων τών ούγγρων συγγραφέων που με τά γραφτά τους υποστηρίζουν τήν απόλυτη ελευθερία τού λόγου, τά πολιτικά δικαιώματα και τήν κοινωνική δικαιοσύνη)

   είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς σήμερα τέτοια περιφρόνηση προς και λεφτά και βραβεία

   εδώ ολόκληρο τό γράμμα του

.

ο λώρενς φερλινγκέτι διαβάζει τό ποίημα του pity the nation : «να λυπάσαι τό έθνος» (εδώ παλιότερο ποίημα, με τόν ίδιο τίτλο, τού αμερικανολιβανέζου ποιητή khalil gibran)

.
.
.

   εδώ τό βιογραφικό τού φερλινγκέτι από τή σελίδα τού βιβλιοπωλείου και τών εκδόσεων city lights που ίδρυσε μαζί μ’ έναν φίλο του τό 1953 (τό 1956 εκδόσανε τό «ουρλιαχτό» τού γκίνσμπεργκ και ο φερλινγκέτι συνελήφθη με πρόσχημα κάποιον (αντίστοιχο τών δικών μας, υποθέτω) νόμο περί ασέμνων – πέρασε από μια δίκη, που συντάραξε τήν αμερική, και τελικά αθωώθηκε έχοντας τήν ομόθυμη υποστήριξη ολόκληρου τού λογοτεχνικού και ακαδημαϊκού κόσμου – εκεί).

.

.

.

   άρνηση συζύγου ως προαγωγού και προστάτη

   pussy riot : πήρανε τό όνομά τους από τό παλιό αμερικάνικο χαϊδευτικό για τίς γυναίκες, τό pussycat – που στη συνέχεια έγινε συγκεκομμένο (και αδιακρίτως εναλλασσόμενο, όπως και στα ελληνικά) και μουνί και γκόμενα : θα μπορούσε κανείς να μεταφράσει λοιπόν τό όνομα τού συγκροτήματος και εξεγερμένες γατούλες και εξεγερμένα μουνιά : τήν ιστορία που προέκυψε εσχάτως με τόν άντρα τής νάντιας τολοκονίκοβα τήν έμαθα από τό περιοδικό free–voina και επειδή δεν ξέρω ρωσικά, αρκούμαι σ’ ό,τι διάβασα εκεί μεταφρασμένο

.
.
.

   αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα εμένα είναι η συνέπεια (όπως και στην περίπτωση τού αμερικανού ποιητή) προς κάποιες γαμημένες αρχές μας : δεν ξέρω τί μεσολάβησε ακριβώς, και τί ακριβώς δηλώσεις ή ενέργειες έκανε ο άντρας τής ναντιέζντας, πιότρ βερσίλοφ : (εδώ είχα βάλει ένα βίντεο όπου όντως μιλούσε σαν να εκπροσωπεί τό συγκρότημα) (στο μεταξύ η μία από τίς τρεις τού συγκροτήματος που είχαν συλληφθεί αφέθηκε όπως μάθαμε ελεύθερη (εδώ συνέντευξή της με πληροφορίες γενικά) αλλά οι άλλες μένουν στη φυλακή)

   κι έχει τεράστια σημασία πιστεύω ότι παρόλο που αντιμετωπίζουν τήν προοπτική μιας εκτόπισης – που κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι και τί θα φέρει (τό καθεστώς τών σταλινοθρεμμένων ασφαλιτών που κυβερνάει τή ρωσία σήμερα έχει δώσει επαρκή δείγματα ότι ακολουθεί τίς μεθόδους τού παρελθόντος (;) πατερούλη και ως προς τούς (τίς) διαφωνούντες) – μία γυναίκα παρόλ’ αυτά αρνείται να δεχτεί τόν σύζυγό της τόν σύντροφό της τόν άντρα της, ως προστάτη και (εξαυτού) προαγωγό : επιμένοντας σε μια φεμινιστική καλλιτεχνική και αναρχική συνείδηση – που για τά δικά μας τουλάχιστον ήθη είναι ξένη γλώσσα – όχι απλώς ρώσικα αλλά στην κυριολεξία κινέζικα :

«pussy riot can be nothing other than a young woman in a balaclava»

«…ο πιοτρ βερσίλοφ σφετερίστηκε τόν ρόλο ανθρώπου που παίρνει αποφάσεις και εκπροσωπεί τίς pussy riot πράγμα που παραβιάζει τήν ίδια τήν ιδεολογία τού γκρουπ. Κι αυτό, γιατί νόμιμη εκπροσώπηση τής ομάδας δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο από ένα κορίτσι που φοράει μπαλακλάβα. Επιπλέον, δεν χωράει θέση παραγωγού/προαγωγού/οργανωτή σε ένα συγκρότημα πανκ με αντι–ιεραρχική δομή. Κάθε προσπάθεια να διεκδικήσει κανείς μια τέτοια θέση αποτελεί προδοσία και τού πανκ και τών pussy riot.
  τολοκονίκοβα ν. α., 11 οκτωβρίου 2012».

.

.

.

   malala yousafzai : η άρνηση τού φόβου μου

   η γενναιότητα τού μικρού κοριτσιού και τό μίσος τών άλλων μ’ έχουν αφήσει τόσο ξερή και άναυδη, που αδυνατώ να πω οτιδήποτε : εύχομαι μόνο με τή δύναμη που έχει να μπορέσει να νικήσει τίς σφαίρες και να επιζήσει    ( : και μακάρι να ’μουνα θρήσκα για να μπορούσα να καταραστώ στον φριχτότερο δυνατό θάνατο αυτά τά θρησκευόμενα κτήνη που είπαν ότι θα τό ξαναεπιχειρήσουν – μερικές φορές εύχεται κανείς να ’χε δίκιο ο δάντης και να μπορούσε να υπάρξει κόλαση –)

   εδώ και εδώ τά ημερολόγιά της όπως δημοσιεύτηκαν τό 2009 στο bbc urdu online

   και διαβάστε κι αυτό

.
.
  

.

.

.

.

.

.

.

.

25 Αυγούστου 2012

φεμινιστικά ☻ με αφορμή τίς pussy riot ☻

.

.

.

.

.

   κατ’ αρχάς για να μην ξεχνιόμαστε : λείπω…

   αυτό τό ποστ γράφεται επομένως εν τη απουσία μου – όπως και τό προηγούμενο…

   αλλά επειδή τά γεγονότα δεν μ’ αφήνουν ούτε ν’ αγιάσω ούτε να δουλέψω ούτε να διαβάσω (για να ξεροσταλιάσω (δηλαδή στη θάλασσα) προς τό παρόν δεν τό συζητάμε…) :

   να πω ότι χρειάζονται επειγόντως υπογραφές για τήν απελευθέρωση τών pussy riot – απ’ όσες/όσους δεν έχουν υπογράψει ακόμα αν και θα τό ’θελαν ( : δεν θέλω να τό γρουσουζεύω αλλά η φυλακή για τά κορίτσια αυτά δεν μού φαίνεται να είναι και μια οποιαδήποτε φυλακή (σαν τού νορβηγού να πούμε) – προσωπικά φοβάμαι ακόμα και για τή ζωή τους – ο ρώσος μαφιόζος έχει αποδείξει ότι είναι ύπουλος εκδικητικός και μουλωχτός δολοφόνος) : υπογράφετε εδώ

.

   διαβάστε επίσης εδώ τήν ιστορία τής nagla wafa

   ( : αυτή τήν ιστορία τή βρήκα στο βλογ τής αλεξάνδρας κίνιας και για να τήν περιγράψω πολύ σύντομα ας πω ότι πρόκειται για μια γυναίκα από τήν αίγυπτο που έχει μπλέξει σ’ έναν άνευ προηγουμένου εφιάλτη στη σαουδική αραβία και αυτή τή στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 5 χρόνων αφού πρώτα έφαγε και 500 βουρδουλιές – εξαιτίας τών οποίων σήμερα η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο – διότι είχε τήν ατυχία ν’ ανοίξει μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση σε μια χώρα που διαθέτει, εκτός από τίς άλλες της μισαλλοδοξίες και βασιλική οικογένεια, τής οποίας ένα μέλος (κάποια πριγκίπισσα να πούμε) αποφάσισε να τής φάει τήν επιχείρηση και να τήν πληρώσει προκαταβολικά και με βουρδουλιές)

.

.

νά και τό ιστορικό τών ακτιβισμών τής καλλιτεχνικής δράσης και τής σύλληψης τών κοριτσιών απ’ τή ρωσία,
όπως τό αφηγείται ο άντρας τής μιας απ’ αυτές, τής ναντιέζντας (σ’ ένα φόρουμ
για τήν ελευθερία
που έγινε στο όσλο τόν μάϊο, και τό βρήκα εδώ) :

.

.

.

βρήκα όμως κι ένα βίδεο για τόν ενγένει μισογυνισμό στα κοινωνικά δίχτυα μας (από τήν κουήνι με τής οποίας
τό κείμενο παρεμπιπτόντως συμφωνώ απολύτως αλλά ας μπει κι αυτό εδώ ως φόρος τιμής στις
απανταχού μισαλλοδοξίες) :

.

.

.

και νά κι ένα τραγούδι από τίς ωραίες γιαγιάδες (εδώ τα λόγια του)
(τό βρήκα στις φεμινιστοφιλοσόφισσες)

.

.

   αυτό βέβαια έχει ξεκινήσει, δεν χρειάζεται καν να τό πω (αν και δεν διάβασα και πολλά στα ελληνικά) από τήν γνωστή παγκοσμίως κοτσάνα για τόν «νομικά ορθό βιασμό» (ή «αυθεντικό», ή «γνήσιο» ! ) ενός αμερικανοηλίθιου πολιτικού

.

.

   αυτά για σήμερα και ελπίζω να μην χρειαστεί να ξανάρθω πριν ολοκληρωθούν οι αδιακόπως ήδη διακοπτόμενες διακοπές μου

.

.

.

.

.

19 Μαρτίου 2012

τά αβατοπαίδια

.

                   

.

   τό τεραστίων διαστάσεων αισθητικό και ιδεολογικό αποκούμπι τής χώρας ο παρθενώνας (για χάρη τού οποίου όλοι οι άλλοι λαοί τής υφηλίου έχουνε φάει τά βελανίδια με τό κουτάλι) καλό θα είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι ήταν ένας ναός αφιερωμένος ειλικρινά σε θεά, δηλαδή θεότητα γυναικεία : και ειλικρινά θα πει όχι ως άλλοθι καλογερικό και κουτοπόνηρο, όχι «περιβόλια» που τά «αφιερώνουμε» σε νεότερη γυναικεία ανακάλυψη – δηλαδή τώρα γυναίκα εξ ανάγκης και εκ μεταφοράς – μόνο και μόνο για να απαγορέψουμε μετά τήν είσοδο εκειμέσα στον μισό και παραπάνω (γυναικείο) πληθυσμό τού πλανήτη

   όμως η ελληνική κοινωνία που ξυπνάει με τόν εφιάλτη τής νέας φτώχειας, νομίζω ότι κοιμάται τόν παλιό ύπνο τού δικαίου : και τό πιο δυσοίωνο είναι ότι τώρα, έχοντας δίκιο σε πολλά (κι αυτό είναι τό χειρότερο, με τήν έννοια ότι πιστεύει πως αφού έχει δίκιο σε πολλά δεν χρειάζεται να διορθωθεί σε τίποτα) φοβάμαι ότι βυθίζεται ακόμα πιο αθώα στην υποκρισία και τήν αυταρέσκεια που τήν διακατέχανε παλαιόθεν : εννοώ τό είδος εκείνο τής αναιδούς μισαλλοδοξίας και τού περήφανου μισογυνισμού που διέτρεχε τήν ιδιοσυγκρασία της από τά αρχαία εκείνα χρόνια, όταν οι άπλυτοι αθηναίοι εμπόροι πετάγαν τίς ντομάτες τους στον ευριπίδη γιατί τούς χαλούσε τή ζαχαρένια με τίς εκάβες, τίς μήδειες, και τίς τρωάδες του

   και από τά ίδια εκείνα αρχαία χρόνια, όταν οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες (οι οποίοι ονειρεύτηκαν τά αγάλματα μέσα κι έξω απ’ τόν περί ού ο λόγος παρθενώνα) παίξαν τό κεφάλι τους στην κυριολεξία κορώνα–γράμματα μια που οι λοιποί ιθαγενείς (ανεβασμένοι στα γύρω δέντρα και τρώγοντας βελανίδια) θέλησαν να τούς πάνε και σε δίκη και να τούς εκτελέσουν για κλοπή υλικών

   θα έπρεπε βέβαια να γίνει κάποτε συνείδηση (και όχι μόνο σ’ αυτή τή χώρα) πόσο κούφιο είναι να περηφανεύεσαι για κάτι που ούτε έκανες ο ίδιος, αλλά ούτε καν σέβεσαι αυτόν που τό κάνει σήμερα – (πόσο μεγάλο είναι άραγε ειδικά στην ελληνική κοινωνία τό ποσοστό τών πατεράδων και τών μανάδων που ονειρεύονται, ή έστω ανέχονται, καριέρα καλλιτέχνη για τά παιδιά τους;) – και είναι σκληρό βέβαια, δεν έχω αντίρρηση, να τούς τσουβαλιάζει κανείς όλους σε μια εποχή δυστυχίας – όταν η δυστυχία χτυπάει τούς πιο αδύναμους και συνεπώς τούς πιο απαίδευτους, και επομένως υποτίθεται τούς πιο δικαιολογημένα αδαείς – αλλά από τήν άλλη εκνευρίζομαι κιόλας με τή διαρκή αδαοσύνη τών αδύναμων που τούς κάνει να ενστερνίζονται (μ’ ένα είδος μαζοχισμού θα έλεγα) όλες τίς πραγματικότητες και τίς απόψεις που δουλεύουν συστηματικά εναντίον τους : και που τούς έκανε, μεταξύ τών πολλών άλλων, όλα αυτά τά περασμένα χρόνια, να πέσουν τόσο εύκολα θύμα πεπαιδευμένων καθηγητάδων τού κατηχητικού, οι οποίοι (έχοντας θητεύσει ταπεινά στους παπάδες μια ζωή και) έχοντας στεριώσει τήν καριέρα τους, επίσης ταπεινά, σε μία χούντα – απ’ τήν οποία ούτε και ενοχλήθηκαν ούτε και τήν ενόχλησαν – κι έχοντας διδάξει επιπλέον με αργά και συστηματικά, τηλεοπτικής λογικής, μαθήματα έναν ολόκληρο λαό να ντρέπεται για τή φυσική του γλώσσα και να προσπαθεί να σουσουδίσει αξιολύπητα για να τήν μιλήσει πιο καθωσπρέπει – βλέπουν τώρα τήν καριέρα τους να απογειώνεται στις λαμπρές (και ελπίζουν καταβάθος όχι και τόσο πρόσκαιρες) υπουργικές δάφνες

   αλλά δεν φταίνε φυσικά μόνο αυτοί – δεν έχουν πέσει θύμα δηλαδή τών παπάδων και τών παπαδοδασκάλων μόνο οι απαίδευτοι και οι αδαείς : αλίμονο, εδώ υπάρχει γενικότερη σύμπνοια και συμφωνία : αριστερόστροφη και δεξιόστροφη σύμπνοια και συμφωνία, πολύ πριν τήν καταραμένη τήν κρίση

   λέω λοιπόν σήμερα να πιάσω μια πτυχή τού θέματος – εκείνη που κουνάει ως λεπτομέρεια σατανική, εκφραστικότατα όμως κατά τή γνώμη μου (ζωγραφίζει στην κυριολεξία), τήν ουρά τού διαβόλου :

.

     

.

   η θρασύτατη και ξεδιάντροπη ρατσιστική διάκριση κατά τών γυναικών, τήν οποία εκφράζει λοιπόν πανηγυρικά η συνεχής διατήρηση τής απαγόρευσης εισόδου σε μια περιοχή τής χώρας που ελέγχεται από ταλιμπάν καλογήρους, η ύπαρξη δηλαδή τού άβατου στο «άγιον» όρος, αποτελεί απλώς έναν (δηλητηριώδη) καθρέφτη μέσα στον οποίο εικονίζονται οι πάντες : όχι μόνο όσοι τό υπερασπίζονται αλλά και όσοι τό ανέχονται (σιωπηρώς – ή θορυβωδώς, όπως έγινε με τήν ψήφο τής πολιτικάντικης ηγεσίας μας παραδείγματος χάριν, από δεξιότατα έως αριστερότατα, στα ευρωπαϊκά όργανα [*] (και τότε η εδώ κοινή γνώμη με προεξάρχοντες τούς τηλεοπτικούς ασώματους εγκεφάλους επιδόθηκε μάλιστα σε λεκτικό λυντσάρισμα τής ελληνίδας βουλεύτριας που, μόνη από τή χώρα, υποστήριξε τήν κατάργηση τού άβατου – λεσβία τήν είπαν, ότι έχει μουστάκια τής είπαν, ότι είναι άσχημη είπαν (πράγμα που επιπλέον δεν συνέβαινε) και φυσικά τό πλήρωσε, εξαφανιζόμενη ύστερα κομματικώς, κλπ κλπ – δεν βρίσκω δυστυχώς τίποτα σχετικό στο γιουτούμπ, αλλά εγώ τουλάχιστον τά θυμάμαι καλά))

   τή δεκαετία τού ’80 πάντως είχε γίνει μια εκτενέστατη συζήτηση, και παράθεση στοιχείων, σε μια σειρά από τεύχη τού περιοδικού «αντί» – δεν θυμάμαι λεπτομέρειες και δεν πρόκειται να πάω να κάνω αποδελτίωση τώρα (τά τεύχη πάντως υπάρχουν, για όποιον ενδιαφέρεται) : Θυμάμαι όμως πολύ καλά, γιατί αυτό μού έκανε εντύπωση αφού δεν τό ήξερα, ότι τό «άβατο» όπως αποδείχτηκε συνιστά παρανομία και παράβαση όχι μόνο με μέτρο τόν πολιτισμό τής ευρώπης τής γαλλικής επανάστασης και τής κοινωνίας τών πολιτών, αλλά και με μέτρο τήν ίδια τή δικιά του ρατσιστική απαρχή – καθώς η εναρκτήρια λογική του ήταν η απαγόρευση εισόδου (λογική παρόμοια σημερινών ιρανών ταλιμπάν, ας σημειωθεί) προς κάθε αγένειον, δηλαδή άνθρωπο που δεν είχε ή δεν άφηνε γένια – δηλαδή και άντρες και παιδιά και τών δύο φύλων, και φυσικά και γυναίκες –

   τό αρχικό ας πούμε λοιπόν σκανδαλώδες σ’ αυτήν τήν ιστορία είναι ότι η εναρκτήρια αυτή απαγόρευση με τήν πάροδο κάποιων αιώνων ανέστειλε όλα της τά (άναρθρα) άρθρα εκτός εκείνου που αφορούσε τίς γυναίκες – μετατρεπόμενη έτσι, σε αγαστή συμφωνία με τό γενικό ήθος τής χώρας, σε ρατσισμό και αντισυνταγματική διάκριση αποκλειστικά κατά τών γυναικών

   δεν θα ασχοληθώ με τά παιδαριώδη και ηλίθια «άλλοθι» που έχουν κατά καιρούς προβληθεί ως προς τό πόσο κακό θα έκανε στους καλογέρους ο πειρασμός τής γυναικείας μορφής περιφερόμενης στα χωράφια τους : είναι σαφές ότι οι ασκητές επιδιώκουν τούς πειρασμούς για να τούς υπερβαίνουν προς δόξαν  τών (άφυλων) αγγέλων – αλλά στην περίπτωση αυτή τά ασκητικά ήθη απλώς συνεχίζονται με περισσότερη ειλικρίνεια (όπως και υποκρισία εκ παραλλήλου) – καθώς «πειρασμό» αποτελεί γι’ αυτούς μόνο τό αντρικό σώμα, και έτσι τούς άντρες ακριβώς (γενειοφόρους και αγένειους) επέτρεψαν στον εαυτό τους να τούς χαίρονται γύρω τους οι καλογέροι : τίς γυναίκες εξακολουθούν να αποκλείουν επειδή πρωτίστως οι γυναίκες δεν τούς ενδιαφέρουν ως ερωτικό αντικείμενο – και δευτερευόντως επειδή έτσι επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τόν μισογυνισμό τόσο τής θρησκείας τους, όσο και τής χώρας η οποία τούς ανέχεται (από αριστερά ώς δεξιά, είπαμε). Οι πονηριές δε περί ονομασίας τού χωραφιού τους με τό όνομα γυναικείας θεότητας (λογαριασμός εκ μεταφοράς, είπαμε) είναι για να πείθει τούς ήδη δελεασμένους ηλίθιους, και πάλι επομένως δεν θα ασχοληθώ ( : άλλωστε τό μασκάρεμα παράλληλα με τήν γελοιοποίηση, ή τήν απομίμηση, «γυναικείων» συμπεριφορών είθισται να αποτελεί ήθος και έθιμο για μια κατηγορία αντρών ρατσιστών, ομοφυλόφιλων και μη)

   αυτό που εμένα όμως μέ ενδιαφέρει είναι οι παρεξηγήσεις που υφίστανται ως προς τό τί σημαίνει αυτό τό όρος (δηλαδή τά επί τού όρους) όχι μόνο για τίς γυναίκες ασφαλώς (δηλαδή, υποθέτω), αλλά στην περίπτωσή μας ιδιαίτερα για τίς γυναίκες, και βεβαιότατα και ιδιαιτερότατα για μένα :

.

.

 

   

.

      μικρή προσωπική ιστορία τής ζωγραφικής

.

   ο μανουήλ πανσέληνος είναι ένας από τούς σημαντικότερους ζωγράφους τού ευρωπαϊκού μεσαίωνα (και κατά τή γνώμη μου ο ωραιότερος) και μάλιστα ο πρώτος εξαίρετος ευρωπαίος ιμπρεσιονιστής : πάνω του πάτησε ο κρυπτικός κατά κάποιον τρόπο ιμπρεσιονισμός τού θεοτοκόπουλου ώσπου να τόν ανακαλύψουν οι γάλλοι και να τόν καταστήσουν φανερότατον με τήν αποθέωση τού χρώματος από τόν σεζάν μέχρι τόν βαν γκογκ και πάει λέγοντας ώς τά σήμερα :

   πιθανώς η αποθέωση τού χρώματος (αλλά και η υποκειμενικότητα τής προοπτικής και ο συνεπακόλουθος κυβισμός) που χαρακτηρίζει τή ζωγραφική τού Πανσέληνου, αλλά και τήν ενγένει ζωγραφική τής μακεδονικής σχολής (η οποία συμπεριλαμβάνει μέσα της χρονικά τήν παλαιολόγεια αναγέννηση ( ≈ 800 – 1200), η οποία συμπίπτει χρονικά με τήν πρώτη επίσης αναγέννηση τού δυτικού μεσαίωνα (τροβαδούροι, δάντης ( ≈ 1100 – 1300))) αποτελεί κληρονομιά και λογική συνέχεια τής αρχαίας ζωγραφικής που ήταν εξίσου ιμπρεσιονιστική και γεμάτη χρώμα, όπως αποδεικνύεται από τά λίγα (λόγω χρόνου) διασωθέντα, και κυρίως τίς επιτάφιες ζωγραφιές στο νεκροταφείο δημητριάδας στη θεσσαλία : αν πάτε σήμερα στο μουσείο θα δείτε μερικούς μονέ και μερικούς ρενουάρ εκειπέρα – και επειδή οι ανασκαφές συνεχίζονται, πιστεύω ότι θα έχουμε συνέχεια τέτοιες εκπλήξεις : ήδη οι τοιχογραφίες τών «βασιλικών» τάφων στη μακεδονία, πάλι έναν ένδοξο ιμπρεσιονισμό επιδεικνύουν : Η αποθέωση τού χρώματος είναι λογικό να κυριάρχησε βέβαια στη ζωγραφική μιας χώρας με τό ανήλεα διάφανο φως και τήν ανήλεα εξαντλητική φιλοσοφική διάθεση τού παγανιστικού ελληνικού χώρου : αντίθετα, στη δύση (συμπεριλαμβανομένης και τής συγγενικής ιταλίας) τό χρώμα σκουραίνει, και με τόν χριστιανισμό βασιλεύει απρόσκοπτα η φωτοσκίαση, που έχει και σαφή ιδεολογική καταγωγή : τήν εκ μιας πηγής εκπορευόμενη μίζερη «φωτεινότητα» τού αγίου πνεύματος, που μισεί και απωθεί τήν ύλη σαν τίς αμαρτίες της. Τό χρώμα όμως ως η άλλη όψη τού χρόνου και τού χώρου, τό χρώμα ως ουσία τής ύλης, είναι και πανθεϊστικό και άθεο : εξαυτού, με τήν επάνοδό του επανέρχεται στη δύση και η επανάσταση τού ανθρώπινου σώματος (δεν είναι καθόλου τυχαία πιστεύω η συνειδητή ή ασύνειδη επιστροφή τού πικάσο, ωριμάζοντος και ανακαλύπτοντος τόν αισθησιασμό τών γυναικών (του) και τήν προοπτική τής αφαίρεσης, σε αρχαϊκά σχήματα)

   φυσικά η συζήτηση είναι τεράστια και έχει και πολλές άλλες παραμέτρους, εδώ θίγω ένα μόνο της μέρος που έχει σχέση με τήν βυζαντινή ζωγραφική και τόν μεγαλύτερό της μάστορα, τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο

   τό σωζόμενο έργο τού κυρ–μανουήλ όμως είναι οι τοιχογραφίες του σ’ ένα ωραιότατο αρχιτεκτονικό βυζαντινό κατασκεύασμα όπου στεγάζονται σήμερα οι διοικητικές υπηρεσίες τών καλογέρων, τό επιλεγόμενο και «πρωτάτο» – και όπου δεν μού επιτρέπεται λοιπόν εμένα να πατήσω τό πόδι μου, και να τίς δω από κοντά : ούτε εγώ, ούτε οι άλλες γυναίκες τής ευρώπης και τού πλανήτη

   και πώς λοιπόν τόν έμαθα; Κάποτε είχε γίνει μια πολύ ωραία έκδοση, και από κει απλώς τόν βρήκα : όπως με τόν ίδιο τρόπο βρήκα και τόν άλλο αγαπημένο μου, τόν max beckmann : δύο παρόμοιες εκδόσεις μεγάλου σχήματος, σε στρατσόχαρτο σχεδόν, που μού κάναν κλικ από τίς στοίβες τών παλιών αζήτητων σε κάτι βιβλιοπωλεία – ο μπέκμαν από τά χρόνια τού γυμνασίου και ο πανσέληνος από τά χρόνια τών (ασπούδαχτων) σπουδών –

   και τόν μεν μαξ μπέκμαν τόν είδα αργότερα και από πολύ κοντά σε κάτι μουσεία, αλλά τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο δυστυχώς δεν μπορώ :

.

                                            

.

   έτσι σήμερα έχω καταλήξει και χωρίζω πλέον, λόγω και τής σχετικής πείρας από τίς συζητήσεις που έχω κάνει, τούς άντρες στην ελλάδα σε δύο βασικότατες κατηγορίες : αυτούς που σ’ όλα αυτά απαντάνε «δεν πειράζει, εσείς θα τούς βλέπετε από φωτογραφίες», και σ’ όλους τούς άλλους – που είναι σαφώς από λιγότεροι έως ελάχιστοι, αλλά είναι και οι πραγματικοί φίλοι –

.

.

     

.

      μικρή παρέκβαση περί αναπαραγωγής

.

   ο ηλίθιος άνθρωπος έχει πάντα τήν εντύπωση ότι η ιστορία θα τόν συχωρέσει, γιατί αυτός διαφέρει από τούς άλλους : για να μην πω ότι πιστεύει ότι η ιστορία θα τού έδινε, αν μπορούσε, και βραβείο : άσε που πιστεύει ότι ζει πάντα τήν πιο πολιτισμένη ζωή, και λυπάται όλους τούς προηγούμενους – τούς βλέπει με συγκατάβαση, ακόμα κι αν τούς «θαυμάζει» : αλλά τό ίδιο και οι γυναίκες, πιστεύουν ότι αυτές, τώρα, είν’ ελεύθερες σε αντιδιαστολή μ’ όλες τίς προηγούμενες που δεν ήταν : έτσι ο αστός τής κλασικής αθήνας τής επέβαλε τό άβατο στην πολιτική ζωή ή στην παρακολούθηση τών αγώνων, πιστεύοντας ότι ασκεί απλώς ένα κεκτημένο του δικαίωμα διότι είναι πολιτισμένος – και εκ παραλλήλου όταν οι γυναίκες κέρδισαν τήν ψήφο στην πολιτική ζωή πίστεψαν επίσης ότι είναι τώρα πιο ελεύθερες απ’ τίς προηγούμενες και συνεπώς πιο πολιτισμένες, όταν τούς επιτράπηκε να παρακολουθούν τούς αγώνες πίστεψαν ότι είναι πιο ελεύθερες πια, όταν τούς επιτράπηκε η είσοδος στα άβατα τών πανεπιστημίων πίστεψαν ότι τώρα είναι πραγματικά πιο ελεύθερες, κι όταν τούς επιτράπηκε να σπουδάζουν στις σχολές καλών τεχνών και να έχουν πρόσβαση και σ’ εκείνο τό απαράμιλλο άβατο τών γυμνών μοντέλων, ειδικά τού αντρικού, πίστεψαν ότι τώρα ήταν επιτέλους ελεύθερες και επιτέλους πλέον πολιτισμένες : κάθε προηγούμενη εποχή ήταν μια σκλαβιά που ξεπεράστηκε, εκείνοι ήταν αξιολύπητοι, ετούτοι εδώ είναι επιτέλους κανονικοί : κοιτάνε τούς προηγούμενους με οίκτο. Δεν ξέρουν με πόσο οίκτο θα τούς κοιτάξουν οι επόμενοι αυτούς εδώ –

   προσωπικά με τή φωτογραφία έχω εξαιρετικές σχέσεις, και ειδικότερα με τή μαυρόασπρη φωτογραφία – τό ίδιο όπως και με τά παλιά «επίκαιρα» στο σινεμά

   αλλά η φωτογραφία τού έργου τέχνης είναι μια πολύ ειδική ιστορία και περικλείει πλήθος φαινόμενα, πολλά από τά οποία ανέπτυξε με τή συγκινητική του ιδιοφυία ο βάλτερ μπένγιαμιν στην πασίγνωστη «τέχνη τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς της» : όπως όμως τού συνέβη και με τήν περίπτωση τού σινεμά, έπεσε και εκεί στα αναπόφευκτα για κάθε εναργή κριτική κενά αέρος εξαιτίας ακριβώς τού ειδικού ιστορικού του χρόνου : έδωσε ας πούμε μεγάλη σημασία στο γκρο–πλαν, πιστεύοντας ότι έτσι ο θεατής θα ελέγχει και θα κρίνει εναργέστερα τήν υποκριτική τού ηθοποιού (αφού θα παρακολουθεί κριτικά όλες τίς λεπτομέρειες στην έκφραση τού προσώπου) και δεν έζησε αυτήν τήν ιστορία αρκετά, για να δει τό γκροπλάν ακριβώς να γίνεται τό όχημα με τό οποίο αναστέλλεται κάθε κριτική διάθεση και λειτουργία, καθώς είναι τό κυρίως μέσο με τό οποίο υπνωτίζεται ο θεατής και μπαίνει ως πρόβατο επί σφαγήν στην προπαγανδιστική φιλοδοξία τής μαζικής κουλτούρας : για τήν περίπτωση όμως τής εύκολης μαζικής πρόσβασης στη γνώση τού έργου τέχνης μέσω τής φωτογραφικής του αναπαραγωγής έχουμε άλλη μία, πολύ αξιόπιστη, εξύμνηση από έναν σημερινό (και πολύ αγαπημένον μου, επίσης) ζωγράφο, τόν david hockney : ο χόκνεϋ εξάλλου είναι γνωστός για τήν μετά μανίας χρησιμοποίηση κάθε νέου, και νεότερου, και νεότατου, τεχνικού μέσου στην ίδια τήν πραγματοποίηση τής δουλειάς του : και τά φωτογραφικά του κολλάζ είναι εξαίρετα – πρέπει να έχουν ήδη δημιουργήσει σχολή :

.

      

.

   σ’ ένα κείμενό του για τήν μεγάλη σημασία στον πολιτισμό μας (και για τόν ίδιον, όταν ήταν παιδί) τής διακίνησης τών ζωγραφικών έργων μέσω φωτογραφιών τά λέει λοιπόν πολύ καλά και νοιώθω να χρωστάω τήν ίδια χάρη που λέει κι αυτός, στην τεχνική εξέλιξη που μού έδωσε τή δυνατότητα από μικρή να βλέπω πίνακες απρόσιτους, τότε που δεν μπορούσα να πάω σ’ όλα τά μουσεία (κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και σήμερα) : εντούτοις και αυτός, όπως κι ο μπένγιαμιν, παράβλεψε τό πόσο κιτς μπορεί να γίνει ένα έργο, μέσα ακριβώς από τήν μαζική του αναπαραγωγή, και λόγω τής αυταπάτης ότι έτσι είναι εύκολα προσβάσιμο και συνεπώς κατανοητό : ένα άλλο στοιχείο που τό διαπιστώνεις με τόν καιρό είναι ότι η μαζική παραγωγή υφίσταται η ίδια ταξικούς διαχωρισμούς, έχει δηλαδή η ίδια έναν, ενσωματωμένο στα ίδια της τά μέσα, ταξικό χαρακτήρα – και ενώ από τή μια μεριά δημιουργεί εκδόσεις ακριβές που φροντίζουν για τήν πιστότητα, τουλάχιστον τών χρωμάτων (είναι όμως ακριβώς πανάκριβες) από τήν άλλη μοιράζονται στο πλατύ κοινό φωτογραφίες που φτηναίνουν τήν πρώτη ύλη : και φτηναίνει τόσο η πρώτη αυτή ύλη (προϊούσης τής ιστορίας) ώστε να αλλοιώνει χωρίς σπουδαίους ενδοιασμούς τά χρώματα – εξίσου με τήν εκ τών προτέρων αυτονόητη αλλοίωση ούτως ή άλλως τών μεγεθών : και, όπως ακριβώς έκανε τό γκροπλάν, η μαζική αυτή αναπαραγωγή ασκεί κι έναν καταστροφικό υπνωτισμό στην κριτική ικανότητα τού θεατή καθώς αυτάρεσκα πλέον ο αστός που μαθαίνει τήν γκουέρνικα από μια φτηνή κάρτα αρκείται, πραγματικά και μεταφορικά, σ’ αυτό τό μέγεθος και αδιαφορεί κυριολεκτικά για τό πραγματικό : τό μέγεθος συρρικνώνεται όντως – και υπάρχει πια πιθανώς ως δυνατότητα μόνο για ένα παιδί που θα είναι ήδη όμως καλλιτέχνης, και μεγαλώνοντας θα επιδιώξει να πάει σ’ ένα μουσείο και να βρει εκεί τά πραγματικά δικά του μεγέθη.

   η εμπιστοσύνη αυτή, όλων μας λίγο–πολύ, στην τεχνική αναπαραγωγή είναι ίδιον τής δικιάς μας ιστορίας, και καταρρέει μόνο στην άμεση επαφή με τό πραγματικό έργο : αλλά αυτή η επαφή είναι ακριβώς που δεν επιδιώκεται πλέον ουσιαστικά, διότι δεν θεωρείται καν απαραίτητη : τό μέγεθος τού όντως έργου, τό αν είναι σε ξύλο σε μουσαμά ή αν είναι τοιχογραφία, τό πάχος τού χρώματος, η κίνηση τού πινέλου, τό είδος τού βερνικιού, αποσπούν τό υπνωτισμένο μάτι από τήν αυτάρκεια μιας ζωής  που παραβλέπει γενικά τέτοιες λεπτομέρειες, καθώς η μόνη λεπτομέρεια που έχει ζωτική σημασία για τή ζωή τού αστού είναι τό ύψος τών σκαλοπατιών που τόν χωρίζουν από τήν εξουσία τήν οποία ελπίζει ότι μπορεί να διεκδικήσει

   αυτό τό ζώο πιστεύει όντως ότι είναι αθάνατο, κι ότι η ιστορία τό δικαιώνει συνεχώς : όταν εκφέρει λοιπόν τήν άποψη ότι «σού απαγορεύεται να πας εκεί, αλλά δεν πειράζει, εμένα μού επιτρέπεται, κι έτσι – όλα καλά – και στο κάτω–κάτω υπάρχουν και οι φωτογραφίες» λέει κάτι πολύ περισσότερο από τό «μή μέ βλέπεις που ζω σήμερα, είμαι τό αιώνιο καθίκι που ήμουν και πριν δέκα αιώνες» :

   λέει επιπλέον : ό,τι καλύτερο παρήγαγαν αυτοί οι αιώνες δεν μέ αφορά

   γι’ αυτό και δεν τόν ενοχλεί η αντισυνταγματικότητα τού άβατου, και γι’ αυτό μπορεί «να ’ναι» αριστερός αλλά παρ’ όλ’ αυτά να μην τά βάζει με τήν εκκλησία «όταν δεν χρειάζεται» ( : διότι χρειάζεται μόνο εκεί που όλο αυτό αφορά τήν τσέπη του, όπως όταν σκέφτεται τό «βατοπέδι», παραδείγματος χάριν)

   οι έλληνες άντρες φίλοι τού «άβατου» στη σημερινή ελλάδα, δεν είναι μόνο ηλίθιοι ούτε μόνο ρατσιστές, και δεν πατάνε μόνο στην ανυπαρξία ενός φεμινιστικού κινήματος που θα ’λεγε στους καλογέρους ότι αν θέλουν να είναι ασκητές να πάνε να ζήσουν στην έρημο τού σινά παραδείγματος χάρη, και ν’ αφήσουν τά έργα τέχνης στην ησυχία τους αφού δεν ξέρουν καν να τά εκτιμήσουν : πατάνε σε μια ευρύτερη αντίληψη πολύ χαρακτηριστική τής ελληνικής πραγματικότητας ότι τά έργα τέχνης δεν χρειάζονται καν εκτίμηση : και από κανέναν – πολύ περισσότερο από τίς γυναίκες –

.

    

.

   παρεμπιπτόντως επιπλέον, προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα όταν πριν κάποια χρόνια είδα σ’ ένα βιβλίο (που έβγαλε η «εστία» (νομίζω) κι ήταν γραμμένο από γυναίκα (νομίζω) – δεν μπορώ να τό ξαναβρώ τό βλέπω να ’χει θαφτεί, δεν ήταν και δημοφιλές ούτε κι εύκολο τό θέμα του) μια μελέτη που περιελάμβανε μεταξύ άλλων στοιχείων για τή βυζαντινή ζωγραφική κι έναν φετφά που έβγαλαν οι παπάδες και απαγόρεψαν τή ζωγραφική τού πανσέληνου, επιβάλλοντας διά νόμου στο εξής από κάποιον αιώνα και μετά, οι αγιογράφοι να ζωγραφίζουν με τήν «φλωρεντινή» τεχνοτροπία η οποία βασιζόταν στη φωτοσκίαση (τό ιταλιστί κιαροσκούρο) καταργώντας έτσι τή ζωγραφική τού χρώματος : με τή δικαιολογία κιόλας, αν θυμάμαι καλά τήν (κριτικοτεχνική) διατύπωση, ότι η φλωρεντινή ζωγραφική προάγει τήν μεταφυσικότητα τού έργου : όπερ και έδει απλώς δείξαι –

   πάντως τό χρώμα που όλους αυτούς, ελληνοέλληνες και ρατσιστές, θρήσκους και πολιτικάντηδες και καθηγητάδες και αριστεροδέξιους θα τούς θάψει, δεν θα ’ναι ούτε τό μαύρο τής κακιασμένης τους συνείδησης ούτε τό άσπρο τών ανύπαρκτων ματιών τους, αλλά τό κίτρινο τών ράβδων χρυσού για τό οποίο και μόνο νοιάζονται : γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν, δεν τό χωράει ο νους τους, πώς μπορεί κανείς, πέρα από τήν έγνοια για τήν αποκατάσταση τής νομιμότητας και τού «ελευθερία και ισότης», να νοιάζεται για τήν κατάργηση τού «άβατου» και επειδή θέλει να έχει πρόσβαση σε έργα τέχνης

   όσο για τούς καλογέρους, αυτοί να πάνε στην έρημο τής συρίας ή τής παταγονίας ή τού σινά ή τής σαχάρας ή τού λος άντζελες τέλος πάντων να ασκητέψουν, μ’ ένα μπογαλάκι ψωμί αν θέλουν να ’ναι πραγματικά ανενόχλητοι κι αν τούς ενοχλούν οι γυναίκες – και να πάψουν να παίρνουν τά λεφτά μας και τά λεφτά τής υπόλοιπης ευρωπαϊκής ένωσης μια που κατά τό μεγαλύτερο μέρος τους είναι λεφτά γυναικών, που δεν βλέπω να τά βρίσκουν και βρώμικα κι ακάθαρτα σ’ αυτήν ειδικά τήν περίπτωση – κι αν τούς αρέσει πολύ κάποιο έργο απ’ αυτά που ’χουν γύρω τους, όσα δεν καταστρέψανε, απ’ αυτά δηλαδή που κάποιοι τεχνίτες φτιάξαν σε πείσμα τους, και προς δόξαν τής τέχνης, να τό πάρουν στο μπογαλάκι τους και να τό βλέπουν από φωτογραφίες

   ασιχτίρ αβατοκαθίκια

.

.

.

.

.

.

[*] για τή συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα περί τού «άβατου» (1997 και 2003) βρίσκονται μερικά εδώ (πηγαίνετε στην υποδιαίρεση «τό άβατο και η ευρωπαϊκή ένωση») | βρήκα επίσης άλλες δύο συνεντεύξεις (εκτός από αυτήν που ήδη έβαλα, στο 10%) τής ευρωβουλεύτριας άννας καραμάνου που, μόνη στην ελλάδα, υποστήριξε τήν κατάργηση – οι οποίες δίνουν (λίγο) τό κλίμα (και τήν αναστάτωση) τής εποχής εδώ και εδώ | για τά βιβλία που ανάφερα : βάλτερ μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» (κάλβος, 1978) | τό βιβλίο που είχα βρει μικρή (ανδρ. ξυγκόπουλου – φ. ζαχαρίου / a. xyngopoulos – ph. zachariou)  «manuel panselinos» ) υπάρχει ακόμα (τώρα και διαδικτυακά) | και τό βιβλίο που είχα βρει για τόν max beckmann υπάρχει επίσης

για τήν παλιά συζήτηση περί «άβατου» στο περιοδικό «αντί» μπορείτε να βρείτε εδώ (μαζί με τό τελευταίο γράμμα τού, χρόνια πολλά πολύτιμου, χρήστου παπουτσάκη για τό κλείσιμο τού περιοδικού (λίγο πριν πεθάνει)) πληροφορίες για τά τεύχη τούς τόμους του, και πώς μπορούν να βρεθούν

για τόν πανσέληνο τά πιο αξιόπιστα που βρήκα στο νετ είναι εδώ (αγγλικά) | και στη wiki μόνο στα ρώσικα!

συζήτηση επίσης περί άβατου στο βλογ τού «ροΐδη» όπου ενδιαφέρον έχουν και τά, παντός χρώματος, σχόλια (2008)

για τό εξαιρετικό μουσείο τού βόλου (όπου βλέπετε και τίς ζωγραφιστές επιτάφιες στήλες τής δημητριάδος, τού 3ου προχριστιανικού αιώνα – από τά ελάχιστα τόσο καλά συντηρημένα δείγματα αρχαίας ζωγραφικής, η οποία δεν έγινε από «μεγάλους» τεχνίτες και συνεπώς αποτελεί και μαρτυρία για τούς «κοινούς αισθητικούς τόπους τής εποχής» : για αυτές ακριβώς τίς στήλες πρέπει να έχουμε και τή σκληρότητα να ευγνωμονούμε τή φτώχεια τών νεκρών και τών συγγενών τους – που δεν είχαν τά λεφτά για να παραγγείλουν μαρμάρινες ή πέτρινες επιτάφιες πλάκες – και οι οποίες διασώθηκαν λόγω τού κεριού με τό οποίο οι φτωχοί τεχνίτες τής εποχής τίς κάλυπταν για να τίς συντηρήσουν) πληροφορίες εδώ

και η έκπληξη : «Man or Metaphor : Manuel Panselinos and the Protaton frescoes» : μια μελέτη (στα αγγλικά) που (δεν τήν έχω διαβάσει και) τήν βρήκα απλώς ψάχνοντας : γραμμένη από τόν matthew j. milliner, να ’ναι καλά τό παιδί – (ο τίτλος θα μπορούσε να μεταφραστεί «Άνθρωπος ή Μεταφορά : ο Μανουήλ Πανσέληνος και οι τοιχογραφίες τού Πρωτάτου»)

.

.

  

.

.

πηγές φωτογραφιών : αρχαιοελληνικά αγγεία εδώ, εδώ, και εδώ | για τόν «τάφο τής κρίσεως» από τήν νάουσα εδώ

.

.

.

.

.

.

.

.

12 Φεβρουαρίου 2011

ο υποδιοικητής και η λογοτεχνία (ή : ο άμλετ τού υποδιοικητή)

 
   

. 

«για τήν επόμενη επανάσταση ο πλανήτης θα συνεννοηθεί μέσω ίντερνετ» είχε πει παλιά ο υποδιοικητής…
: η αίγυπτος μάλλον δεν είναι η αρχή αλλά είχε τόση φαντασία : κι είμαστε ακόμα στην αρχή

 

υποσχέθηκα πέρσι να μεταφράσω τή συνέντευξη που πήρε ο κολομβιανός συγγραφέας γκαμπριέλ γκαρσία μαρκές από τόν μεξικάνο υποδιοικητή μάρκος, και να τήν βάλω στην ίδια ανάρτηση με τό κεφάλαιο τού «μονοδιάστατου άνθρωπου» τού γερμανού χέρμπερτ μαρκούζε, που θα ακολουθούσε, περί τέχνης και αισθητικής : νομίζω όμως ότι τής αξίζει εντέλει, και στην αρχή τού χρόνου, χωριστή ανάρτηση

{ η αρχική σελίδα «writings of subcommander marcos of the ezln» στο διαδίκτυο, που περιείχε διάφορα γραφτά τού υποδιοικητή και από τήν οποία πρωτοδιάβασα τή συνέντευξη (και έδωσα ένα πρώτο δείγμα της εδώ) έχει όπως φαίνεται κατέβει (ή επισκευάζεται…)· εντέλει βρήκα τή συνέντευξη στο αμερικάνικο περιοδικό nation στο τεύχος τής 2 ιουλίου 2001 (διαβάζεται ευκολότερα και από εδώ) (τό περιοδικό αναφέρει ότι πρόκειται για τμήμα μεγαλύτερης συνέντευξης που είχε πάρει από τόν υποδιοικητή, νωρίτερα τόν ίδιο χρόνο, τό περιοδικό cambio με τή συνεργασία τού  μαρκές)· διαβάζετε επίσης τήν ίδια συνέντευξη στ’ αγγλικά και σ’ αυτό τό μπλογκ

τελικά όμως βρήκα ολόκληρη τή συνέντευξη (στα αγγλικά, και σε μια λίγο διαφορετική μετάφραση) στο περιοδικό new left review (τεύχος 9, μάϊος – ιούνιος 2001) που δίνει και τήν πληροφορία ότι : «this interview was first published in «revista cambio», bogotá, 26 march 2001» με τόν υπότιτλο «interviewed by garcía márquez and roberto pombo just after the ezln’s entry into mexico city, marcos explains the strategy of zapatista patience and the literary origins of a revolutionary militant»

 (μπορεί επομένως, τώρα που τή βρήκα ολόκληρη, κάποια άλλη φορά να μεταφράσω και τό πρώτο μέρος τής συνέντευξης, που δόθηκε από τόν μάρκος αμέσως μετά τήν είσοδο τού ezln στην πόλη του μεξικού) }

 

          
        
η φωτογραφία από τήν ισπανική σελίδα τής συνέντευξης,
         ευγενής παραχώρηση τού τσαλ, ευχαριστούμε

.

βρίσκετε ακόμα τόν καιρό να διαβάζετε μέσα σ’ όλες αυτές τίς φασαρίες ;

ναι, γιατί αλλιώς… τί θα κάναμε ; παλιότερα στους άλλους στρατούς οι στρατιώτες ξέκλεβαν χρόνο για να καθαρίσουν τά όπλα τους και να ανασυγκροτηθούν… τά όπλα μας εμάς είναι τά λόγια μας, και τό οπλοστάσιό μας τό χρειαζόμαστε ανά πάσα στιγμή και πρέπει να τό φροντίζουμε

όλα όσα λέτε – και ως μορφή και ως περιεχόμενο – δείχνουν γερό λογοτεχνικό υπόβαθρο από τή μεριά σας. Πού οφείλεται και πώς τά καταφέρατε ;

από τά παιδικά μου χρόνια προέρχεται. Στη οικογένειά μου οι λέξεις είχαν αξία πολύ ιδιαίτερη. Βγήκαμε στον κόσμο μέσω τής γλώσσας. Δεν μάθαμε να διαβάζουμε στο σχολείο, μάθαμε ανάγνωση διαβάζοντας εφημερίδες. Και μάς έμαθαν και οι δύο, και η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να διαβάζουμε βιβλία – τά οποία μάς αποκάλυψαν από πολύ νωρίς άλλα πράγματα. Ήταν σαν με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο να αποκτήσαμε τήν επίγνωση πως η γλώσσα δεν ήταν και τόσο τρόπος για να επικοινωνούμε αναμεταξύ μας όσο κυρίως τό μέσο για να χτίσουμε κάτι. Ήταν δηλαδή περισσότερο ευχαρίστηση και λιγότερο καθήκον ή υποχρέωση. Από τήν άλλη, όταν έρχεται η εποχή τής παρανομίας, που ’ναι ένας κόσμος στον οποίο οι αστοί διανοούμενοι δεν συμμετέχουν, τά λόγια δεν απολαμβάνουν και τής μεγαλύτερης εκτίμησης. Υποβιβάζονται, θεωρούνται δευτερεύοντα. Όμως μόλις μπεις στις κοινότητες τών ιθαγενών η γλώσσα γίνεται καταπέλτης : συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν πράγματα που οι λέξεις σου δεν μπορούν να τά πουν, κι αυτό σέ κάνει να θες να αναπτύξεις τίς δυνατότητες τής γλώσσας σου, να παλέψεις με τίς λέξεις – να γυρνάς και να ξαναγυρνάς στις λέξεις για να τίς οπλίσεις και τίς αφοπλίσεις

δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνέβη και τό αντίστροφο – δηλαδή αυτός ο έλεγχος και η γνώση τής γλώσσας ακριβώς να έκαναν δυνατή τήν πραγματοποίηση μιας νέας φάσης για τόν αγώνα ;

μα είναι σαν ένα μπλέντερ, δεν ξέρεις με ποια σειρά ρίχτηκαν μέσα τά πράγματα, καταλήγεις όμως να ’χεις στα χέρια σου στο τέλος ένα κοκτέϊλ

να ρωτήσουμε γι’ αυτή τήν οικογένεια ;

ήταν μια αστική οικογένεια. Ο πατέρας μου που ήταν η κεφαλή της είχε κάνει δάσκαλος σε χωριά τήν εποχή τού lázaro cárdenas τότε που, όπως μάς έλεγε, κόβαν τ’ αυτιά τών δασκάλων που κατηγορούνταν για κομμουνιστές. Η μητέρα μου ήταν επίσης δασκάλα στην επαρχία μέχρι που έφυγε. Και σιγά–σιγά γίναμε μια οικογένεια μεσοαστική – δεν είχαμε οικονομικά προβλήματα. Όλ’ αυτά βέβαια στις επαρχίες, όπου ο μορφωτικός σου ορίζοντας καθορίζεται από τίς κοινωνικές σελίδες τής τοπικής φυλλάδας. Ο έξω κόσμος κι η μεγάλη πόλη, η πόλη τού μεξικού, είχαν εκείνη τή φοβερή γοητεία εξαιτίας τών βιβλιοπωλείων τους. Γίνονταν όμως και γιορτές βιβλίων στις επαρχίες και έτσι μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε μερικά πράγματα. Ο γκαρσία μάρκες, ο φουέντες, ο βάργκας λιόσα – ασχέτως με τίς ιδέες του – για να αναφέρω λίγους μόνο, μάς επισκέφτηκαν μέσω τών γονιών μου. Αυτοί μάς βάλαν να τούς διαβάσουμε. Με τά «εκατό χρόνια μοναξιάς» καταλάβαμε τί ήταν οι επαρχίες εκείνα τά χρόνια, και ο «θάνατος τού αρτέμιου κρουζ» μάς έδωσε να καταλάβουμε τί έγινε με τήν μεξικάνικη επανάσταση. Τό «dias de guardar» τού carlos monsiváis μάς εξήγησε τί συνέβαινε με τήν αστική τάξη. Όσο για τήν «πόλη και τά σκυλιά», αυτό ήταν από μια άποψη τό πορτραίτο μας αν και ελαφρώς απογυμνωμένο. Όλα υπήρχαν εκειμέσα. Βγαίναμε έξω στον κόσμο βυθιζόμενοι στη λογοτεχνία. Και λέω ότι αυτό μάς σημάδεψε : η είσοδός μας στον κόσμο δεν έγινε μέσα από τά επίκαιρα τών εφημερίδων αλλά με ένα μυθιστόρημα, με ένα δοκίμιο ή με ένα ποίημα : αυτό μάς έκανε τελείως διαφορετικούς. Μέσα απ’ αυτόν τόν καθρέφτη, σαν ένα πρίσμα, οι γονείς μου θέλησαν να αντικρύσω εγώ τόν κόσμο, κατά τόν ίδιο τρόπο που άλλοι δίνουν στα παιδιά τους ως πρίσμα τά μέσα μαζικής ενημέρωσης ή ένα μαύρο γυαλί μέσα από τό οποίο δεν μπορείς να πάρεις καν χαμπάρι τί γίνεται γύρω σου

 κι ο δον κιχώτης πού βρισκόταν μέσα σ’ όλ’ αυτά τά διαβάσματα ;

όταν ήμουν δώδεκα χρονών μού χαρίσανε ένα υπέροχο βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο – ήταν ο «δόν κιχώτης τής μάντσα». Τόν είχα διαβάσει, αλλά πιο παλιά, σε μια απ’ αυτές τίς παιδικές εκδόσεις. Ήταν ένα βιβλίο ακριβό κι ένα δώρο πολύτιμο – κάπου πρέπει να υπάρχει ακόμα. Ο σαίξπηρ έφτασε ακριβώς μετά. Αλλά αν ήταν να μιλήσω για τή σειρά με τήν οποία ήρθανε τά βιβλία, πρώτη ήταν η λατινοαμερικάνικη έκρηξη, ύστερα ο θερβάντες, ύστερα ο garcía lorca, κι ύστερα ήταν μια εποχή με ποίηση μόνο. Επομένως λοιπόν, είσαι κι εσύ [δείχνοντας τόν μαρκές] εν μέρει υπεύθυνος για όλ’ αυτά

υπήρχαν οι υπαρξιστές και ο σαρτρ πουθενά σ’ όλ’ αυτά ;

όχι. Αυτά αργήσανε : σαφέστατα, και στον υπαρξισμό, και, πριν απ’ τόν υπαρξισμό, στην επαναστατική φιλολογία φτάσαμε όταν είχαμε πλέον αρκετά διαβρωθεί – όπως θα λέγαν οι ορθόδοξοι : συνεπώς τήν εποχή που πήγα στον μαρξ και τόν ένγκελς είχα πια διαφθαρεί εντελώς από τήν ειρωνεία και τό χιούμορ τής λογοτεχνίας

δεν διαβάζατε πολιτική θεωρία ;

αρχικά, όχι : από τ’ αλφαβητάρι μου μεταπήδησα κατευθείαν στη λογοτεχνία και πολύ αργότερα στα θεωρητικά και πολιτικά κείμενα – αυτά τά ’πιασα τήν εποχή περίπου τού γυμνασίου

οι συμμαθητές σας πιστεύανε ότι είσαστε, ή μπορεί να γίνετε ποτέ, κομμουνιστής ;

μπα δεν νομίζω, τό πιο πολύ που μού ’χαν πει ήταν ότι ήμουνα σα ραπανάκι : κόκκινος απέξω κι άσπρος από μέσα

τί διαβάζετε τώρα ;

έχω πάντα πλάϊ μου τόν δον κιχώτη και κουβαλάω μαζί μου συνήθως και τίς τσιγγάνικες μπαλάντες (τό romancero gitano) τού garcía lorca. Ο δον κιχώτης είναι τό καλύτερο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο για τήν πολιτική θεωρία, κι ακολουθούν ο άμλετ και ο μάκβεθ. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς τήν τραγωδία και τήν κωμωδία τής πολιτικής κατάστασης στο μεξικό από τόν άμλετ, τόν μάκβεθ, και τόν δον κιχώτη. Αξίζουν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε πολιτική ανάλυση

γράφεις με τό χέρι ή στον κομπιούτερ ;

στον κομπιούτερ. Μόνο σ’ αυτή τήν πορεία έγραψα πολύ με τό χέρι, γιατί δεν είχα τόν χρόνο να δουλέψω κανονικά. Κανονικά γράφω ένα πρώτο πρόχειρο, κι ύστερα τό διορθώνω και τό διορθώνω και τό ξαναδιορθώνω. Θα νομίζετε ότι κάνω πλάκα αλλά συνήθως είναι έτοιμο στην έβδομη διόρθωση

τί βιβλίο γράφετε τώρα ;

ήθελα να γράψω μια τρέλα, ένα πράγμα παράλογο : να εξηγήσω τόν εαυτό μας στον εαυτό μας από τήν πλευρά τού εαυτού μας, τό οποίο είναι κατ’ ουσίαν αδύνατο. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να διηγηθούμε τό παράδοξο που αποτελούμε : γιατί ένας επαναστατικός στρατός δεν στοχεύει στην κατάληψη τής εξουσίας, και γιατί ένας στρατός δεν πολεμάει – εφόσον αυτή είναι η δουλειά του… Όλα τά παράδοξα τού κόσμου που αντιμετωπίσαμε : τό πώς μεγαλώναμε, τό πώς δυναμώναμε, μέσα σε μια κοινότητα τόσο απόμακρη και αποξενωμένη απ’ τήν κατεστημένη κουλτούρα

αν όλοι ξέρουν ποιος είσαι τότε προς τί η μάσκα ;

κομμάτι κοκεταρία. Πάντως ούτε ξέρει κανείς ποιος είμαι ούτε νοιάζεται. Αυτό που μετράει εδωπέρα είναι τό ποιος είναι ο υποδιοικητής μάρκος τώρα, κι όχι τό ποιος ήταν ξεκινώντας.

 

 

αυτός λοιπόν ο άνθρωπος εμένα μ’ αρέσει και μού εμπνέει εμπιστοσύνη όχι μόνο γιατί αγαπάει τήν τέχνη (καθόλου δεν είθισται), αλλά και γιατί έχει χιούμορ και δεν έχει καθόλου σοβαροφάνεια : πέρα από τό ότι έχει και μια πολύ καλά οργανωμένη αναρχική συνείδηση, που για μένα συμπυκνώνεται (τό ’χω πει τού λόγου μου αλλού  : δεν υπάρχει κατάργηση τής εξουσίας αν δεν καταργηθεί πρώτα η δικιά σου) στη φράση when we say “no” to leaders, we are also saying “no” to ourselves.

πιστεύω λοιπόν ακράδαντα [και όχι γιατί έχω παρακολουθήσει κάθε πτυχή τής πορείας του – συγγραφέας είμαι, και τό σταθερό ενδιαφέρον μου είναι η λογοτεχνία, η οποία όπως είπε και ο ezra pound είναι εργασία πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και ένα επάγγελμα κερατένιο τό οποίο σού ζητάει κάθε μέρα να είσαι στη διάθεσή του, και απορώ πώς βρίσκω καιρό ν’ ασχολούμαι και με τό μπλογκ – αλλά τέλος πάντων αφού ασχολούμαι έστω και με διαλείμματα και με τό μπλογκ ας συμπληρώσω τή σκέψη μου η οποία είναι ότι : ]

ο υποδιοικητής δεν θα προδώσει ποτέ όσα αγαπάει και είμαι σίγουρη πως θα επιμείνει ώς τό τέλος σ’ αυτά που τόν συνδέουν με τόν κόσμο (και όχι σ’ αυτά που θα τόν συνέδεαν με μια καριέρα * ) και ότι επομένως αξίζει τόν κόπο να τόν αγαπάει κανείς : διότι ενσαρκώνει μιαν ελπίδα για τόν αιώνα και τήν χιλιετία που μπήκε : τήν ελπίδα ότι η επανάσταση, η εξέγερση, η αλλαγή στο μυαλό τήν καρδιά και τή ζωή μας, δεν θα γίνει με μέτρο τά συνηθισμένα ώς τώρα – δεν θα γίνει με μέτρο δηλαδή μόνο τήν πείνα αλλά και τήν υπόλοιπη ανθρώπινη κατάσταση : τό να είσαι γυναίκα, παιδί, ομοφυλόφιλος, μαύρη, κίτρινη, κόκκινη, να αγαπάς τήν τέχνη, να μη θέλεις να δουλέψεις για τό κράτος, να μη θέλεις να δουλέψεις για κανέναν – να θέλεις να ζήσεις ελεύθερη κι ευτυχισμένος *

 

                 

 

*  τέτοια πράγματα δεν θα κατορθωθούν βέβαια με τά ανέκδοτα τού περιοδεύοντος σοφού τών βαλκανίων : (τόν όρο «βαλκάνιος» τόν χρησιμοποιώ, όπως ξέρουν όσοι μέ διαβάζουν, ως ηθική κατηγορία και όχι γεωγραφική : ο όρος βαλκάνιος σημαίνει για μένα δηλαδή τόν κακομαθημένο άντρα, λευκής ή άλλης φυλής, που δεν θέλει να ξεκολλήσει από τόν  μισογυνισμό και τήν ξενοφοβία στα οποία τόν έμαθε η οικογένεια και η λοιπή κοινωνία, ακόμα και η αριστερά στην οποία μπορεί να ανήκει, και ο οποίος θεωρεί κάποιου είδους συνδιαλλαγή με τήν εξουσία, επίσης φυσιολογική για τή ζωή του : ακόμα και τό να γίνει εξουσία ο ίδιος δεν τό θεωρεί συνεπώς αποτρόπαιο, αλλά αποτέλεσμα σοφής κατάληξης, σοφής θεωρίας, και σοφής καριέρας.) Και για να ολοκληρώσω ένα προηγούμενο σχόλιo με τήν ευκαιρία : Ένας τέτοιος άντρας είθισται να χρησιμοποιεί τή θεσμοθετημένη βία κατά τού (άλλου) μισού τού πλανήτη, ως ευκαιρία για να γελάσει παρέα με τό (ελεήμον) κοινό του : και δεν τόν αθωώνει τό ότι εξηγεί στο τέλος (3.13΄ λεπτό) – επειδή φοράει και τή μάσκα τού αμερικανού ή τού ευρωπαίου τέλος πάντων – πως «και οι γυναίκες λένε τέτοια ανέκδοτα» : οι γυναίκες μπορεί να λένε, αυτός δεν επιτρέπεται να λέει –

   αλλά οι ευαισθησίες, και η χειραφετημένη συνείδηση, είναι σαφές ότι δεν διδάσκονται (αν δεν έχεις ήδη μέσα σου μια καταραμένη προδιάθεση για τέτοια πράγματα) : ο άντρας αυτού τού είδους γελάει λοιπόν αθώα, και αν τού κάνεις κριτική θα σού πει ότι είσαι και κατά τού γέλιου. Αν ήταν όντως φιλόσοφος όμως, και όχι πασίχαρος περιπλανώμενος δερβίσης, θα τό ήξερε : όπως τό ήξερε καλά ο (ανθρωπολόγος, και καθόλου φιλόσοφος) πιερ μπουρντιέ, που διακήρυξε ότι τό να μιλάει εξ ονόματος τών γυναικών ένας άντρας, είναι έμπρακτη συμμετοχή σε μια μορφή συμβολικής βίας, κατά τήν οποία τό να γίνεις αυτές είναι εύκολο, και είναι ζήτημα δικής σου απόφασης : γιατί (συμβολικά) η ιδιότητα τού «άλλου» είναι ξέφραγο αμπέλι  στη διάθεσή σου – εφόσον είσαι άντρας –

   η πραγματικότητα είναι ανήλεη όμως – δυστυχώς : άλλο λοιπόν εκ γαλλίας κι άλλο εκ σλοβενίας, όπως άλλο εκ κολομβίας κι άλλο εκ μεξικού, ή αργεντινής ( : και πάλι, ηθικής κατηγορίας είναι τά ονόματα τόπων, όχι γεωγραφικής … )

   έτσι τό μεξικό ξάφνου (μπορεί να) έρχεται πολύ κοντά μας – και μάλιστα πολύ κοντύτερα από τή γειτονιά μας τών βαλκανίων : Γιατί ο μεξικάνος διανοούμενος που συμπάσχει με τούς άφωνους στην πατρίδα του και τόν άλλο πλανήτη, δεν φοράει τή μάσκα για να πάρει (και να σφετεριστεί) τή φωνή τους ώστε να κάνει καλύτερη καριέρα σε, οποιοδήποτε, πανεπιστήμιο : φοράει τή μάσκα ως ηχείο, αντηχείο και τηλεβόα, τής φωνής τών άλλων – όταν λέει «είμαι γυναίκα εδώ» και «ομοφυλόφιλος εκεί» τό κάνει δηλαδή με κίνδυνο τής ζωής του, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει ανέκδοτο : μπορούμε όμως να τόν αγαπάμε

   να τόν αγαπάμε και να τόν θαυμάζουμε (βέβαια) σε πείσμα τών υποκωμικών και υπερκωμικών υπανάπτυκτων φιλοσοφούντων (τό λινκ παραπέμπει σε συνέντευξη για τήν οποία καμάρωσε προ καιρού η εφημερίδα «αυγή»)

    

 

 

 

τό κείμενο που ακούγεται είναι μια συντομευμένη παραλλαγή ενός ποιήματος που δόθηκε αρχικά ως απάντηση από τόν υποδιοικητή
όταν κάποιοι (ευφυείς) κυκλοφόρησαν τή φήμη ότι είναι ομοφυλόφιλος μπας και τόν μειώσουν λίγο στη συνείδηση τών «οπαδών του»
– ως αναρχικός είμαι σίγουρη ότι σιχαίνεται, τόσο τήν τελευταία  λέξη όσο και τήν πραγματικότητα που υπονοεί :
«ναι, ο μάρκος είναι ομοφυλόφιλος… ο μάρκος είναι γκαίη στο σαν φραντσίσκο μαύρος στη νότια αφρική μετανάστης από τήν ασία
στην ευρώπη… αναρχικός στην ισπανία… εβραίος στη γερμανία… τσιγγάνος στην πολωνία… κομμουνιστής τήν εποχή
τού ψυχρού πολέμου και ζωγράφος χωρίς έργα και χωρίς γκαλερί : ειρηνιστής στη βοσνία, νοικοκυρά πνιγμένη στη μοναξιά τό σαββατόβραδο
σ’ όλες τίς γειτονιές και τίς πόλεις τού μεξικού… απεργός… μικροδημοσιογράφος… μια γυναίκα μόνη στο μετρό στις 10 η ώρα τό βράδυ…
είναι ένας αγρότης χωρίς γη, ένας εργάτης χωρίς δουλειά, ένας θλιμμένος φοιτητής, ένας συγγραφέας
που δεν έχει ούτε βιβλία ούτε αναγνώστες, και, φυσικά, είναι ένας ζαπατίστας
στα βουνά τού μεξικού : ο μάρκος είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος
σ’ αυτό τόν κόσμο : είναι οι μειονότητες αυτού τού κόσμου, που καταπιέζονται, που βρίσκονται
στο περιθώριο, που άλλοι τίς εκμεταλλεύονται :
που κάποια στιγμή αντιστέκονται και λένε ‘ώς εδώ’…
ναι, είναι οι μειονότητες που τώρα αρχίζουν
να μπορούν να μιλάνε, και οι πλειονότητες
που καλά θα κάνουν να σκάσουν και ν’ αρχίσουν ν’ ακούνε… είναι
οι άνθρωποι που συναντούν μπροστά τους
τή μισαλλοδοξία και που ψάχνουν να βρουν
έναν τρόπο να εκφραστούν… Ο μάρκος
είναι αυτό που κάνει τήν εξουσία να
ξεβολεύεται, και τήν ήσυχη συνείδηση αυτών που έχουν τήν εξουσία να ανησυχεί»

 

      

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: