σημειωματαριο κηπων

23 Αυγούστου 2020

ο fortuna : μικρή συνεισφορά στην απεχθή και δημοφιλή κουλτούρα των παραπόνων

 

 

 

 

προσωπικα δεν παραπονιεμαι ποτέ – θεωρω μαλιστα τα παραπονα και την κλαψα εξοχως εξευτελιστικη συμπεριφορα : εγω, αμα δε μ’ αρεσει μία κατασταση, τη σβηνω απ’ το οπτικο μου πεδιο και εξαφανιζομαι

το να παραπονιεσαι το θεωρω περα απο πολυ γελοίο, και απολυτως ματαιο : αν ο αλλος μπορουσε να διορθωθει μεσω των παραπονων σου, θα ηταν ηδη πολυ καλυτερος, και σοφοτερος, απο τον ανθρωπο που προκαλεσε (με τη συμπεριφορα του) εκεινη τη δυσφορια που θα σε οδηγουσε (αν ησουν παραπονιαρης) στο παραπονο

σαν καθε ανθρωπος ομως με καποια πειρα, πλεον, στη ζωη, εχω καταλαβει οτι το ειδος του παραπονιαρη ειναι παρα πολυ συνηθισμενο

κι ολοι πρεπει να ’χουμε γνωρισει ανθρωπους που παραπονιουνται συνεχως, και μαλιστα με θρασος

θα ’λεγα μαλιστα οτι το θρασος ειναι και το πιο απαραιτητο αξεσουαρ στο εκνευριστικο οπλοστασιο του παραπονούμενου

ενα αλλο χαρακτηριστικο τους ειναι να νομιζουν οτι ετσι κανουν ολες : ο παραπονιαρης δηλαδη, οπως καθε ανθρωπος με εξευτελιστικα και απεχθη ελαττωματα, οχι μόνο δεν εχει επιγνωση τού πόσο εξωφρενικα ενοχλητικος ειναι, αλλά δεν εχει και επιγνωση της συνολικης πραγματικοτητας – νομιζει πως παραπονουμενος ανηκει δικαιως στην ανθρωποτητα που διεκδικει τα δίκια της, ενω συγκαταλεγεται στα πιο ενοχλητικα της κατακαθια ή περιττωματα

ξεχωριζεις ετσι δυστυχως αμεσως – αλλά, δυστυχως, οχι και τοσο (οσο θα ’πρεπε) αμεσως – τους ανθρωπους που συνεχεια θα σού ζητανε, με το που θα γνωριστειτε να πουμε

για να συμβαλω στο δοκιμιο αυτο με ενα παραδειγμα απο την προσωπικη μου ζωη, οταν ημουν μικροτερη ειχα παρει υπο την προστασια μου καποια υπαρξη μονιμως παραπονουμενη οτι ητανε στερημενη και της παρειχα οποια βοηθεια μού ζητουσε στις σπουδες που μετα βασανων εκανε : ειχε μαθει να ζηταει δε, συνεχως, επιμονως και με θρασος πολυ (η επιεικεια προς καποιους ανθρωπους ειναι εγκληματικη – το λεω αυτο προς γνωσιν και συμμορφωσιν, διοτι τους εξαχρειωνει) :

επειδη ητανε λοιπον και βαρετος ανθρωπος και δεν προσφερε τιποτα στη συζητηση ποτέ, καποια φορα που μου ζητησε τη γνωμη μου για εναν συγγραφεα θυμαμαι οτι της ειπα «αλλη φορα μιλαμε γι’ αυτον, δεν εχω κεφι σημερα, βαριεμαι» : ειμαστε δυστυχως στη μεση του δρομου αλλά αυτη χαλασε τον κοσμο : «με ποιο δικαιωμα βαριεσαι ; » φωναξε αρκετες φορες με φωνη στεντορεια

πραγμα που με φερνει στο επομενο μου παραδειγμα, απο την ευρυτερη επισης προσωπικη μου εμπειρια : εναν λουμπεν επιχειρηματια, φιλον καποιου φιλου, τον οποίον βλεπαμε καποτε συχνα για λογους που δεν ειναι της παρουσης : αυτος ητανε το ειδος του ανερχομενου μικροαστου που θα παταγε επι πτωματων για να βγει απο τη σχετικη του φτωχεια, και να γινει οπως ηθελε πλουσιος (το απεδειξε στο μελλον περιφημα, δηλαδη τα καταφερε και το πετυχε) : εκεινη την εποχη λοιπον, οντας ακομα φτωχαδακι, ανεβαινε προς τα βορεια μολις ανοιγε η σαιζον και πουλουσε σουτιεν κυλοτες και καποτες (κατα τα λεγομενα του) στους τουριστες που κατεβαινανε απο σλαβομακεδονια και λοιπα βαλκανια

κατι εγινε (πολιτικο) καποια χρονια και οι τουριστες (ειτε εκβιαζοντας, ειτε οντως μη μπορωντας) δεν κατεβηκανε : εγινε εξω φρενων – και θυμαμαι οτι η συχνοτερη επωδος του ητανε «και με ποιο δικαιωμα δεν κατεβαινουνε αδελφε ; με ποιο δικαιωμα μού στερουν εμενα τα λεφτα μου ; »

φριχτο αθλιο κι αφανταστο να το φανταστεις : ομως αυτο ελεγε

 

 

 

 

πραγμα που με οδηγει στο επομενο μου ανεκδοτο – το οποίο ειναι οντως ανεκδοτο, αλλά το βρισκω να ταιριαζει πολυ – προκειται για την ιστορια των παλιων συμμμαθητων που συναντιουνται μετα απο χρονια και ο ενας εχει φτιαχτει κι εχει λεφτα κι ο αλλος ειναι στο δρομο και τελειως αφραγκος

και τον λυπαται ο πλουσιος και κανονιζει να του δινει καθε μηνα ενα ποσό και ο αλλος το παιρνει και περναν τα χρονια

και καποτε ο ευεργετης ενημερωνει τον ευεργετουμενο οτι το ποσο τωρα θα μειωθει λιγο, γιατι ετοιμαζεται να παντρευτει να κανει οικογενεια και θα εχει επιπλεον εξοδα, και

«μπα» του λεει ο αλλος «και στην πλατη τη δικια μου μωρε θα παντρευτεις και θα κανεις παιδια ; »

ο fortuna

για να εισελθω λοιπον και στα επαγγελματικα μου : ο συγγραφεας που ειναι ασημος και αγνοειται απο τους πολλους ειναι τυχερος, απο πολλες αποψεις, διοτι γλιτωνει και τις περιδιαγραμματου αποψεις και τις κριτικες που σιγουρα θα τον εκνευριζανε

δεν γλιτωνει ομως παντοτε απο θαυμαστες

σε μια τετοια περιπτωση καποιος μου ζητησε καποτε να του δωσω ενα βιβλιο, πραγμα το οποίο μαλλον αφελως εκανα

οταν το κάνεις αυτο (το λεω για τους ασχετους για να μαθαινουνε) δεν περιμενεις σωνει και καλα επαινους, περιμενεις ομως το ελαχιστο αυτονοητο, να σου πει δηλαδη ο αλλος καποια στιγμη οτι το διαβασε

στην περιπτωση αυτη ο αλλος παντως εξαφανιστηκε απολυτως για ενα χρονο

θεωρησα το γεγονος ενδιαφερον και περιμενα να δω (με επαγγελματικη δηλαδη σχεδον περιεργεια) τι θα γινει

ε λοιπον ο αλλος εμφανιστηκε μετα απο ενα χρονο, ειπαμε, και ρωτησε τοτε παραπονουμενος ευθεως : «τι εγινε βρε καθικι γιατι χαθηκες ; »

η τυχη μπορει να ειναι συζητησιμο δωρο, αλλά το θρασος του παραπονούμενου δωρο ασυζητητι δημιουργικο.

το κλειδι

παντως (και για να τελειωνω) καποτε ειχα την τυχη να κανω παρεα με εναν εξαιρετικα μπασμενον στα πραγματα τυπο, που ηξερε περιπου τους παντες και τα παντα : με κουβαλαγε σε διαφορες παρουσιασεις και λοιπες τετοιου τυπου εκπολιτιστικες εκδηλωσεις, κι εγω πηγαινα (εχω κι εγω τις ενοχες μου για τις ηλιθιοτητες που ’χω κανει) και αυτος μού γνωριζε διάφορους διασημους συγγραφεις

παρ’ ολο που (ομολογω ευθαρσως οτι) δεν διαβαζω αυτα που γραφονται απο τους συγχρόνους μας, καποιους απ’ αυτους αναγκαστικα τους ηξερα γιατι ολοι μιλουσαν γι’ αυτους, γραφαν γι’ αυτους, τους διναν βραβεια, γινονταν μπεστσελερ, και καπου επαιρνε το ματι μου κι εμενα καποια προταση απο καποιο διηγηματακι, ή και καποιο διηγηματακι ολοκληρο

για εναν τετοιον, που ο,τι ειχα δει δικο του ηταν εξωφρενικα ασημαντο αλλά ολοι με επιμονή ασχολουνταν μαζι του, ρωτησα σε μια τετοια βεγγερα λοιπον τον ξεναγο μου : «πώς γινεται βρε αδερφε και τον επαινουνε ολοι αυτον αφου ειναι τελειως ντενεκες» «α, δεν τα ξερεις καλα» μου απαντησε αυτος αμεσως «η μεθοδος ειναι στα παραπονα τα οποία εκφραζει δια τηλεφωνου : τους παιρνει ολους με τη σειρα και τους πρηζει μολις βγαλει βιβλιο, κλαιγεται και παραπονιεται ικετευει και χτυπιεται κι αν δεν του γραψουνε, εστω και μια κουτσουλια ο καθενας, δεν τον ξεφορτωνονται.»

θα μπορουσα να πω τελειωνοντας οτι καποιοι εχουμε τυχη βουνο, αν και οχι αναγκαστικα σωστη σκληροτητα αποφασιστικοτητα ή κριση : διορθωνομαστε ομως.

 

 

 

επανω φωτογραφια του καρτιε–μπρεσσον, κατω χαρακτικο του γκογια

 

πρωτη γραφη περσι στο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

15 Αυγούστου 2019

φατσούλες, φυλακισμένο βαρβάκειο

 

 

 

 

για χρονια πηγαιναμε μετα το κλεισιμο των μαγαζιων στην αγορα για πατσά. Ητανε δύο τα μαγαζια, στο βαθος τής στοάς, περναγαμε απο τον διαδρομο με τα αδεια τσιγκελια των χασαπηδων και τους πλυμενους παγκους για τα ψαρια. Καμιά φορά ξημερωνε για τα καλα κι ερχοντουσαν και οι πρωτοι χασαπηδες ν’ ανοιξουν. Τα μαγαζια ητανε δύο, το ενα κυριλεροτερο απ’ το αλλο, και το αλλο λαϊκοτερο. Πηγαιναμε μονιμως στο λαϊκοτερο, που ’χε τον καλυτερο πατσα. Καμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο, εχω παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες : Μια φορά πηγαμε με την κορη της φιλης ενος φιλου που ητανε τραγουδιστρια τζαζ–ροκ και ξεκινουσε την καριερα της : εγραφε κιολας η ιδια τη μουσικη της, ηταν και συνθετρια, κι ειχε και καταπληκτικη φωνη : λωρι αντερσον στυλ : το βραδυ που ’ταν η πρεμιερα της την ειχαν βαλει τελευταια στο προγραμμα, λιγο πριν κλεισει η παρασταση – ανεβηκε στο παλκο και ολοι παιρναν τα παλτα τους και φευγανε – με το που καθισε στο πιανο, κι αρχισε να βγαζει τις πρωτες φωνουλες, τους ειδα εναν–εναν να στεκονται ορθιοι, ν’ αφηνουν τα παλτα τους πισω, και να ξανακαθονται. Ωσπου να τελειωσει το προγραμμα της δεν ακουγοτανε κιχ. Θριαμβος κανονικος. (Υστερα απο λιγο τα παρατησε ν’ αφοσιωθει στον μαλακα της. Τετοια κανουν τα κοριτσια (ενιοτε) (ακομα) και βουρλιζομαι.) Την πηραμε λοιπον μολις εκλεισε το προγραμμα να την παμε στον πατσα – ειπαμε, τον λαϊκοτερο : Παραγγελναμε, κι αυτη ολο στριφογυρναγε κοιταγε τριγυρω και μια στιγμη γυρισε προς το μερος μου με τα ματακια της να λαμπουν και μου πεταει σαμπως επιθετικα : «Φατσουλες!» (Ητανε ακομα καινουργια η λεξη και ξαφνιαστηκα λιγο, δεν ηξερα πώς να την παρω ακριβως αλλά την πηρα εντελει οπως επρεπε, υποθετω και μόνο απο τη φατσουλα της.)

Ητανε λοιπόν οντως, φατσουλες ολοι εκει γυρω – λαϊκοι τυποι ολοι, γυναικες ελαχιστες, να σκεφτεις εμεις, με τα χάλια που ’χαμε, κι ειμαστε οι πιο κυριλε εκει μεσα. (Καμμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο.)

Ειχα παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες. Αλλά τα περισσοτερα τελευταια χρονια πηγαιναμε με τον καλυτερο καλον μου. Ειχαμε γινει και φιλοι με τα γκαρσονια (και με μια αξιολατρευτη πουτανα – που ’ταν και χορτοφαγα δεν ετρωγε ποτέ κρεας ουτε πατσα – μου ’λεγε διάφορα για τη δουλειά – κι ενα τζανκι που τριγυριζε στην παρεα μονιμως ανευ λογου, δε ζητουσε λεφτα.) (Αυτα το καλοκαιρι που καθομαστε εξω. Τον χειμωνα ομως μεσα : τοτε ηταν το καλυτερο : ) Δεν εκανε κανενας παρασιτα, ολο λαϊκοι τυποι τριγυρω. Ησυχοι ανθρωποι, πολυ ησυχοι, καμιά φασαρια ποτέ. Εκει τον ειδα πρωτη φορά απο κοντα, διά ζωσης που λενε : Ησυχος κι αυτος, πολυ ησυχος – ουτε υφος σεμνο δηθεν, ουτε υφος σοβαρο κι αγελαστο δηθεν : απλως πολυ ησυχος. Και οχι με παρεες, συνηθως μόνος, αντε με κανεναν φιλο. Ουτε υφακι, ουτε γελακι, ουτε τιποτα. Αν δεν τον ηξερες δεν θα τον προσεχες – εμένα μ’ αρεσε, μολονοτι τη μουσικη που τραγουδουσε δεν την ακουγα, γιατι τον ειχα ακουσει μια φορα στο ραδιοφωνο σε μια συνεντευξη να λεει «το δημοτικο ειναι θανατος».

Μετα εβγαλε εναν δισκο σε μια παραγωγη ροκάδικη – ωραία του μαγκιά. Και τωρα εμαθα οτι πριν κανα μηνα τραγουδησε στις φυλακές. Τιποτα απ’ ολ’ αυτα δεν μου ’κανε καμία εντυπωση, ταιριάζαν ολ’ αυτα με το προσωπο του, τη φατσουλα του : καθαρος τυπος, ευθυς, λαϊκος με την καλυτερη δυνατη εννοια, αξιαγαπητος.

Ενας καλος μου φιλος με μαλλον διεστραμμενο εγκεφαλο ελεγε παντα οτι θα ’πρεπε, καθενας που παει για δικαστικος, να κανει πρωτα ινγκογνιτο ενα μηνα σε διάφορες φυλακές, για να ξερει τουτεστιν στην πραξη τι σημαινουν τρια (και δεκατρια) χρονια – αρες μαρες κουκουναρες : το θεμα ειναι οτι (καταβαθος) ξερουν (καλα) : αλλά αυτοι που μπορουν να πουν «μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι είδα πολλά παιδιά 25–30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή», και : «δεν περισσεύει κανείς στη ζωή» θα ειναι παντα οπως φαινεται ανθρωποι ησυχοι απλως και γλυκεις, σαν τον Γιωργο Μαργαριτη.

 

(στην αγορα δεν ξαναπηγαμε απο τοτε που τη «φτιαξανε». Ουσιαστικα η αγορα εχει κλεισει. (Δεν νομιζω οτι κι αυτος θα πηγαινει – Παντως, σε μια συνεντευξη του που βρηκα κάποτε με αφορμη κάτι διάφορους και διάφορα, είχε πει κι ενα αλλο καλο : «ας κανει ο καθενας ο,τι θελει»).

 

πρώτη γραφή στο φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

 

 

12 Ιουλίου 2019

λογια του αερα (ή του ινμποξ)

 

 

 

κι ημουν μεγαλη κι ημουν νεα κατα καιρους
κι ημουν μεγαλη το πρωι και νεα το βραδυ
α, πότε λοιπον θα μπορεσω να ’μαι χαρουμενη ;
καλο θα ’ναι να μην αργησει

 

παραφραζω ενα ποιημα του μπρεχτ – οχι σοβαρα, του αλλαξα απλως το φυλο

ενας φιλος στο ινμποξ φταιει για ολ’ αυτα τελικα – αυτα που θελω να πω σημερα – φταιει για το θαρρος του να μού πει οτι του αρεσουν πολυ οι ευχες

εμεινα καταπληκτη : και μενα μ’ αρεσουν

αλλά πόσα χρονια μού πηρε να το παραδεχτω – αυτο το απλο πραγμα –

οταν ημουν μικρη οι γιορτες ηταν ιερές στο σπιτι – υπηρχαν τελετουργίες – οι τελετουργιες αποθανατιζοντουσαν απο τους ρεπορτερ της εφημεριδας – ενας φιλος μου φωτογραφος, χρονια μετα κοιτωντας κατι φωτογραφιες μου, οικτρα παιδικες με παιδακια και τουρτες, μού ξεφουρνισε ξαφνικα «μα τι φορματ ειν’ αυτο, αυτες οι φωτογραφιες ειναι δημοσιογραφικες», «ναι» λεω λοιπον, ο μπαμπας ειχε μονιμη σχεση ερωτικη με τους φωτογραφους, και τους κουβαλαγε στα γενεθλια, και του τις εμφανιζανε και του τις φερνανε σ’ αυτο το μεγεθος υστερα, κι ετσι μενανε στην οικογενειακη πινακοθηκη – μαζι με τις φωτογραφιες απ’ τα ρεπορταζ, εδω με τον μέρτεν, εκει με τον πλουμπιδη (κι ας ειχε γραψει τα συνηθη δημοσιογραφικα ανειπωτα – τα διαβασα μετα στο αρχειο του, μετα απο χρονια – θεουλη μου)

κι ετσι κι ας μην καταλαβαινα ακομα τιποτα, ολ’ αυτα με καταπίεζαν ελαφρως, με σφιγγανε μ’ εναν περιεργο τροπο, διοτι ημουν αντισυμβατικο ασφαλως βλαμμενο

στην ονομαστικη γιορτη του πατερα μου το σπιτι γεμιζε τουρτες, ηταν εθιμο τοτε, να ανταλλασσουνε γλυκα μεταξυ τους, κουτσοι στραβοι αναμεταξύ τους, συναδελφοι και φιλοι, ώς και γνωστοι

ηταν ενα πανηγυρι ομως, το δοκιμαστηρι των διαφόρων ειδων, για μας, τα σοφα κι αντισυμβατικα βλαμμενα – η πρωτη φορα που εμφανιστηκε κουτι με καραμελωμενα φυστικια εγινε ας πουμε αποθεωση

ετσι οι διαφοροι γνωστοι και οι φιλοι – με την καρτουλα τους πανω στο κουτι – παιρνανε βαθμο αναλογως της επιτυχιας τού περιεχομένου

μερικοι ειχαν μονιμως γκραν σουξε, ητανε καθε χρονο πρωτοι – θυμομουνα τα ονοματα κι εφτιαχνα τα γελαστα προσωπα τους στον υπνο μου, κι ας μην τους ειχα δει ποτέ

ουτε θα τους εβλεπα : το ’σκασα απ’ το σπιτι εγκαιρως

εκτοτε εγινα οπαδος της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη, κι εκανα φιλους μόνο οπαδους της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη – ελαφρως βλαμμενοι ολοι, και σ’ αυτη την περιπτωση

θυμαμαι το βραδυ που απ’ τα τριανταεννια θα το γυρναγα στα σαραντα : μ’ ειχε πιασει μια περιεργη δεισιδαιμονία οτι κατι θα ’τρεχε στα γυφτικα, μολονοτι ορκισμενη σοβαρη, και με σοβαρους φιλους

το ειπα στο καλυτερο μου φιλο : «σ’ ενα τεταρτο θα ειμαι σαραντα, να μου πεις χρονια πολλα σε παρακαλω»

αυτες ηταν κουβεντες σε αγνωστη γλωσσα ομως : μιλησαμε πολυ, μιλησαμε αρκετα, αλλά δεν μού ευχηθηκε : ηταν κι αυτος ορκισμενος αντισυμβατικος – οπως ολοι μας

πρωτη φορα με πειραξε ομως κατι τοσο πολυ ισως

εφυγα και πηγα στο μπαρ να βρω τους αλλους μου φιλους

τους ειπα, το και το, γενεθλια, κι ο αριθμος απαισιος, τι αριθμος ειν’ αυτος, το και το, πλακωθηκαμε στις αγκαλιες και στις ευχες, μου παιξανε ολα τα δισκακια με τα χαπυ μπερθνταιη σ’ ολες τις γνωστες και μη–γνωστες εκδοχες, κι υστερα ηπιαμε ο,τι υπηρχε και δεν υπηρχε και γιναμε λυωμα, και επιτελους ειμαστε σοβαροι, ως ανθρωποι κανονικοι

τα χρονια της ενδοξης και παγερης συνεπειας (κι αντισυμβατικοτητας) αυτο το «ανθρωπος κανονικος» σού λειπει και το θλιβερο ειναι οτι δεν εννοεις να το παραδεχτεις

ελεγα παντα, και για χρονια, οταν δεν τις ειχα πια, οτι δεν μου λειπουν οι ευχες, κι οτι δεν τις ηθελα : μεχρι που σημερα διαπιστωσα, μ’ αυτο το περιεργο πραμα το ινμποξ (στο οποιο χρωσταω αλλωστε πολλα, οφειλω αυτο να το παραδεχτω) οτι υπαρχει και μια αλλου ειδους γενναιοτητα, και μαγκια, και αντισυμβατικοτητα : αυτη τού να λες «μ’ αρεσει να μου ευχονται, μού κανει καλο» (επιβεβαιωνονται μ’ εναν μεταφυσικο λες τροπο και οι τροπον τινα φιλίες ετσι)

ειναι πιο πολυπλοκη η ζωη μας απ’ την απλη (και μουντη) συνεπεια στις σπουδαιες βασικες μας αρχες : μπορει να το υποψιαζομουνα αλλά δεν το ειχα καταλαβει – θα βαλω και τη δικια μου ημερομηνια λοιπον εδωμεσα, που ως τωρα θεωρουσα οτι δεν αφορουσε κανεναν καθως ειμαστε ολοι σοβαροι ανθρωποι

εξαλλου

ah but i was so much older then
i’m younger than that now

 

 

 

φωτογραφιες robert doisneau

 

πρωτη δημοσιευση φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

1 Ιουλίου 2019

cocktail μικρων και μεγαλων θανατων

 

 

 

 

ειναι αστειο : καθε φορά που ’χουμε εκλογες σκεφτομαι οτι οταν ειμαστε μικροι και παιζαμε κρυφτο ειμαστε σοβαροτεροι

οι (εκ της αδρανείας) φανατισμοι, προσαρμοσμενοι στην τωρινη μας (μαυρη κι αραχλη) συνθηκη, μου φαινονται εντελως γελοίοι : συστημα απλο (ή διπλό ή περίπλοκο ή) σύμπλοκο αναλογικο σημαινει παντως, οπως και να το κανουμε (απλες, ή περίπλοκες, ή σύμπλοκες) συνεργασιες : μπορεις μόνο να αποκλεισεις καποια ποτα εκ των προτερων, κατα τ’ άλλα κοκτέϊλ θα κανεις, και κοκτεϊλ θα πιεις – αυτο θα ’πρεπε πλεον να το ’χεις εμπεδωσει

γιατι αν θελεις καθαρα ποτα θα ’πρεπε να πας στο πλειοψηφικο – καθαρο συστημα, το μπερμπον ή η βοτκα που θα διαλεγες θα ’τανε λυσεις ολοκαθαρες – εκτος βεβαια κι αν σου βγαινανε μπομπες –

θα ’πρεπε ηδη να εχουμε μαθει (δηλαδη συνηθισει) να συνεργαζομαστε (να συνεργαζονται δηλαδη, αυτοι εκει, οι επι της επιφανείας, που εχουνε το μαχαιρι και το καρπουζι και καθοριζουνε τις ζωες μας, εν πολλοις – εν πάρα πολλοις) : οσο μπορει αυτη η (αναπηρη) δημοκρατια να λειτουργησει, ας λειτουργει – οι φανατισμενοι μού θυμιζουν κατι κακιωμενα κωλοπαιδα που δεν χαιροντουσαν το παιχνιδι αλλά τρεχανε να ρουφιανεψουνε στους μεγαλους τι κανουμε και τι λεμε, εμεις, οι αθωα κρυβομενοι, πισω απ’ τα δεντρα

 

…………………………………………………

 

μου επισημανε η φιλη μου η μαρινα ενα ποστ οπου γινεται ενας μικρος (δηλαδη μεγαλος) χαμος, μιλωντας αρχικα μια γυναικα γιατρος για τα ιατρικα, και την κατασταση των ιατρικων επι προηγούμενης κυβερνησης και επι τωρινης – και οπου γινεται ενας χαμος απο σχολια – αλλοι τής λενε μπραβο και αλλοι αμφισβητουν ακομα και το οτι υπαρχει – διοτι εκθετει απλως τα χάλια των προηγουμένων : εγω δεν την αμφισβητω, πιστευω οτι ξερει τι λεει, απλως εζησα εγω επι των παντοτινών (και ασαφών) αριστεροδέξιων (και για κατι χρονια δε θυμομουνα ή δεν ηξερα ή δεν ηθελα (ή δεν μπορουσα καν να ξερω), ποια απ’ ολα τα μνημονικά αμνήμονα μας ειχαν κατσει στο σβερκο) –

και δεν μπορω – (ακομα, οχι) δεν μπορω να μιλησω γι’ αυτο : σαν τηλεγραφημα μόνο μπορω να σου πω το εξης – λιγο :

εβαλα αρον–αρον τον φιλο μου, τον καλυτερο μου φιλο, στο νοσοκομειο : μού ειπαν «απο στιγμη σε στιγμη μπορει να τον χασετε», ετσι, και χάθηκαν

τηλεφωνησα στον φιλο του – τον καλυτερο του φιλο – καποιον που ξερει τους παντες και τα παντα : μου ειπε «δεν ξερω κανεναν εγω τωρα», και μου ειπε «θελω να ερθω να τον δω», και του ειπα «να μην τον δεις ετσι, δεν θελω, ειναι διασωληνωμενος, κανε κατι να βρεθει θαλαμος εντατικης», και εξαφανιστηκε – για δεκα μερες

για δεκα μερες κοιμομουν και ξυπνουσα στην πολυθρονα δίπλα και τους φωναζα με τη σιγανη μου φωνη «βρεστε μου μια θεση σε θαλαμο εντατικης» και μου λεγανε με τη διδακτικη τους φωνη «δεν υπαρχει, εχουν σειρα και προηγουνται τα νεα παιδια που εχουν ατυχηματα με το μηχανακι», επρεπε αρα να τους πω με τη δικη μου ανυπαρκτη φωνη οτι επειδη ειναι τοσο καλος συγγραφεας η ζωη του αξιζει τουλαχιστον οσο κι ενα ατυχημα με μηχανακι ;

στις δεκα μερες πανω (επαν)εμφανιστηκε ο γνωριζων τους παντες και τα παντα «τι γινεται ; » «τιποτα, ειμαστε διασωληνωμενοι και περιμενουμε να βρεθει θαλαμος εντατικης», «θα κανω μερικα τηλεφωνηματα, και περιμενε», μου ειπε – εκανε μερικα τηλεφωνηματα και μετα μου ειπε : ενας φιλος του γιατρος (συγγραφεας κι αυτος) που εχει κανει διοικητης σ’ εκεινο το νοσοκομειο, και ξερει και τον τωρινο διοικητη, του ειπε πως ολα εξαρτωνται απο μία κυρια

«την πιο υψηλα ισταμενη» που καθοριζει εντελει τις θεσεις στους θαλαμους, και θα ψαξει να τη βρει, και «περιμενε και θα σε ξαναπαρω» ειπε, και εγω περιμενα, ο σ. μόνο δεν ειπε τιποτα (δεν μπορουσε αλλωστε με κεινον τον σωληνα στον λαιμο) απλως βαρεθηκε και τα βροντηξε και το ιδιο πρωι την εκανε

οι γιατροι που με πετάξαν εξω απο τον θαλαμο για να διαπιστωσουν τον θανατο του και με βρηκαν μετα στο διαδρομο και μου τον ανακοινωσαν

και σα να ’μουνα και κανενα σκυλι που του κανανε και χαρη μού δωσαν στα χερια ενα χαρτι

τα γιατρουδακια που με άφησαν στον ερημο διαδρομο οχτω η ωρα το πρωι μ’ ενα θανατερο χαρτι στο χερι, ουτε ξερω τι ψήφισαν ουτε τι θα ψηφισουν, κι ουτε μ’ ενδιαφερει – το μόνο που θυμαμαι ειναι πως ολα γινανε (δηλαδη ολα στην περιπτωση μου τελειωσανε) επι τού γενναιου αριστεροδέξιου μνημονικού, και επισης το μόνο που ξερω ειναι οτι και επι αριστεροαδέξιων το ιδιο ακριβως χαρτι θα μού ’διναν και (βαζω στοιχημα) και με τον ιδιο τροπο θα το σκαγανε απο τον αδειο διαδρομο πρωινιατικα (να μη με βλεπουν, αλλο)

αλλά ουτε κι εγω θελω να τους βλεπω – ουτε αυτους, ουτε τους προηγούμενους – απλως, λεω, κοκτέίλ παραγγελνουμε στις εκλογες, ο,τι σκατα μας κατσει : δεν καταλαβαινω γιατι δεν το καταλαβαινουμε : σύμπλοκες αναλογικές επι των ζωών, οσων ακομα εχουμε, και ζουμε.

 

 

 

foto : Opération à cœur ouvert, hôpital Marie Lannelongue, Mars 1957 / Robert Doisneau

 

 

επεξεργασμενο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

14 Ιουνίου 2019

kiss me Kate / το ημερωμα το εξημερωμα και το ξημερωμα

 

 

 

 

 

μικρο εισαγωγικο σημειωμα (για το kiss me Kate και το ξημερωμα του χριστοφορουλη) : τουτο δω δεν ειναι παρα μια δοκιμη, για μια πιο ολοκληρωμενη «ιστορια» που θα γραφτει (ισως) (κι αν θελουνε οι πονηρουληδες οι θεοι μας) αλλη φορά

 

 

καταρχας σε αφηνει εμβροντητη το γεγονος οτι στα μεσα του 17ου αιωνα, και κατω απο την πιεση των ευσεβων πουριτανων, τα θεατρα εκλεισαν (τουτεστιν απαγορεύτηκαν) στο λονδινο – κι αυτο κρατησε 18 ολοκληρα χρονια – κι ο σαιξπηρ μεσα σ’ αυτα τα 20 χρονια ακριβως εγραψε τα σημαντικοτερα (κατα το κοινως, και βλακωδως, λεγομενο τα «ωριμοτερα») εργα του – (παρεμπιπτοντως, πεφτω με την καρδια μου στα γονατα, που ’πε καποτε κι ενα αλλο βασανισμενο θεατρικο θηριο (*), για το πώς, και μεσα σε τι εφιαλτες αγνοησης μισους και ανυποληψιας, εχουνε γραψει τα εργα τους οι ανθρωποι, ανα τους αιωνες) :

το «ημερωμα της στριγγλας» παντως δεν ταλαιπωρηθηκε απο την απαγορεψη, γιατι ειναι απο τα πρωτα του εργα – κι αλλοι λεν το πρωτο – αλλοι ειδικοι θεωρουσαν (τουλαχιστον παλιοτερα) πρωτο του το «αγαπης αγωνας αγονος»

αλλά βλεποντας προχτες στην (κρατικη, πού αλλού) τηλεοραση μια εκπομπη για το «ημερωμα της στριγγλας» σκεφτηκα πόσο μα πόσο, αυτοι οι ειδικοι, δεν ξερουνε κάμποσες φορές τι τους γινεται τελος παντων

εγω εχω χρονια που διαβασα το «ημερωμα» (το ’χα συμπεριλαβει σ’ εναν αγωνα (αγαπης ισως, ερωτα σιγουρα (εχουμε το αβανταζ εδω στα ελληνικα να τα διακρινουμε) και παντως γονιμο θα ελεγα) αγωνα δρομου μαζι με μερικα ακομα του : κι ο αγωνας ηταν τοσο γονιμος που ειχα την αισθηση τοτε οτι ειχα διαβασει τον βαρδο ολοκληρο – και γι’ αυτο μού εμεινε και μια εμμονικη ομιχλη – και ατμοσφαιρα – απο τού λογου του, περισσοτερο απο τα λογια (και τα εργα τους) τα ιδια –

ολοι αυτοι οι αγγλοι και αμερικάνοι ειδικοι λοιπον (ευτυχως ειδαμε και μερικες ωραιες σκηνες απο ανεβασματα του εργου – πχ εγω δεν ηξερα οτι εχει παιξει την κατερινα και η μερυλ στρηπ, ή τον πετρούκιο ο μοργκαν φρημαν) ολοι οι αλλοι λοιπον (οι ειδικοι) αφου μας ενημέρωσαν οτι το εργο εχει εναν «αστειο» προλογο με τον «χριστοφορο τον πονηρουλη», στην συνεχεια τον ξεχασαν εντελως, και ασχολήθηκαν με την υποθεση του «εξημερωματος»

φεμινιστικες θεωριες πηραν σειρα, αλλες μη φεμινιστικες μπηκαν επισης στη γραμμη, και αυτο που εμεινε τελικα (με τα λογια του μοργκαν φρημαν κιολας αν θυμαμαι) ηταν οτι ο κακομοιρης ο γουιλυ, νεαρουλης κιολας, θελησε να συμβιβασει τ’ ασυμβιβαστα και να δειξει στον κοσμο οτι τελικα ο γαμος ειναι καλο πραγμα, και οι συμβιβασμοι (εντος και εκτος αυτου) ακομα καλυτεροι : κι οταν η στριγγλα εξημερωθει, ο αντρας τελικα την αγαπαει : το γλυκο και πεινασμενο «kiss me Kate» ειναι αυτο που μενει, και η αγαπη ως συνηθως θριαμβευει

εγω ξερω παντως οτι θριαμβευει και η βλακεια

 

…………………………………………………

 

ο χριστοφορος ο πονηρουλης με τον οποίο αρχιζει το εργο, δεν ειναι δηλαδη καθολου ασημαντουλης – μολονοτι ετσι τον θελουν οι περισσοτεροι (στην πραγματικοτητα αλλες γραφες τών φόλιο τού σαιξπηρ τον εξαφανιζουν εντελως (αφαιρωντας ετσι απο το εργο ουσιαστικα την κυριοτερη περιπλοκή και αμφισημια του – που ειναι ακριβως η ιδια η υπαρξη προλογου και επιλογου στο εργο – διοτι το επεισοδιο με τον πονηρουλη ακριβως ειναι αυτο που κανει το εργο «θεατρο μεσα στο θεατρο» – το δε ακομα πιο απιστευτο ειναι οτι ο επιλογος εξαφανιζεται περισσοτερες φορές απ’ ο,τι ο προλογος : το ζητημα ομως (κατα τη γνωμη μου βεβαιως) ειναι οτι, με την εξαφανιση του επιλογου ακριβως, το εργο παυει να ειναι «εργο μεσα στο εργο» και γινεται απλως ενα εργο μ’ εναν περιεργο (και μαλλον ανεξηγητο – για να μην πουμε και περιττο) προλογο)

ο γουιλυ εχει πολλα εργα με μεταμφιεσεις και μασκαρεματα – αυτο ομως ειναι σιγουρα το πρωτο του : κι εδω ακριβως (λεω εγω) οι μεταμφιεσεις δεν ειναι απλως για να διευκολυνουν τα αστεια και τα μπερδεματα και την πλακα και τις ιντριγκες : διοτι η μεταμφιεση εδω ξεκιναει ακριβως απο τον προλογο και τον χριστοφορουλη – πραγμα που δεν ειναι νευραλγικως απαραιτητο για την υποθεση :

αν ο σαιξπηρ ηθελε να βαλει απλως ενα πλαισιο για να χτιστει το «θεατρο μεσα στο θεατρο» θα μπορουσε να κανει το απλουστερο (που το εκανε αργοτερα), να βαλει ας πουμε μια γιορτη, κι εκειμεσα, προς τιμην του εορταζοντος ας πουμε, να ανεβαζουν καποιοι ενα εργο

αλλά οχι – αυτο που τονιζεται απο την αρχη ειναι αυτος ο (μυστηριος) αλλος εαυτος : ο χριστοφορουλης μεθαει, κοιμαται, τον μεταμφιεζουν, ξυπναει, δεν ξερει ποιος ειναι, μπερδευεται : και εκει μεσα (νομιζει οτι) εχει δει στον υπνο του ενα εργο – κατα το οποιο ανθρωποι επι ανθρωπων μεταμφιεζονται με μεταμφιεσεις επι μεταμφιεσεων, λενε οτι ειναι αλλοι απ’ αυτους που ειναι, και (απ’ ο,τι αποδεικνυεται), δεν ξερουν ακριβως κι οι ιδιοι ποιοι ακριβως ειναι :

οταν ο σαιξπηρ δινει τετοια ενταση και εκταση και φωτισμο, απο την αρχη, στην (σχεδον ανεξηγητη και μυστηριωδη) «αντιληψη περι εαυτου» δεν δικαιουμαστε δια να ομιλουμε περι τυχαιοτητας, ή «απλου ευρηματος δια το αστειο του πραγματος» : το ευρημα της «αγνοιας» περι του «πραγματικου» εαυτου καθοριζει, και ακινητοποιει, κατα καποιον τροπο, το εργο απο την αρχη του : πότε ειναι η Καιτη πιο «αληθινη» : οταν φωναζει οτι οι αντρες ενγενει την αηδιαζουν ή οταν υποτασσεται (σ’ εναν συγκεκριμμενο αντρα, και) στον γαμο της ; πότε κοροϊδευει περισσοτερο ; και πότε ειναι ο πετρουκιος πιο πολυ ο εαυτος του, οταν την αγαπαει, ή οταν τη βασανιζει ; (και πότε κοροϊδευει (και ποιον) περισσοτερο ; ) και πότε ειναι ο χριστοφορουλης πιο πολυ ο εαυτος του, οταν πιστευει οτι ειναι ευγενης ή οταν διαμαρτυρεται οτι ειναι ενας κακομοιρης ζητιανος που τον κοροϊδευουν ; και πότε ειναι η μνημη του αληθινοτερη – οταν λεει οτι ειδε ενα ονειρο, ή οταν αφηγειται οτι ειδε ενα εργο ;

και μεσα σ’ ολο αυτο το οργιο μεταμφιεσεων (να μην ξεχασουμε τις, οντως ξεκαρδιστικες, μεταμφιεσεις των μνηστηρων της υποταγμενης μπιανκας, σε αντρες «αλλους» απ’ αυτους που ειναι) ο «οντως» ευγενης του προλογου, εφοδιαζει τον «ψευτοευγενη» χριστοφορο και με μια συζυγο η οποία ειναι μεταμφιεσμενος αντρας, πραγμα καθολου «δραματουργικα» απαραιτητο : θα μπορουσαν να ντυσουνε μια «οντως» ζητιανα να του κανει την «ευγενη» συζυγο : σε μια παραδοση θεατρικη (επιπλεον) οπου ολους τους ρολους (ηταν γνωστο οτι) τους παιζανε αντρες, θα λειτουργουσε ακομα πιο πολυ στο κοινο (θα ’ταν και πολυ πιασαρικο, να πουμε) να ντυσουν εναν αντρα γυναικα που θα παριστανε μια γυναικα που θα ’ταν μια γυναικα αλλη απο τη γυναικα που (ολοι θα υποστηριζαν οτι) ειναι

ο γουιλυ προτιμαει κατι περιεργως λιγοτερο εφετζίδικο : εναν αντρα που θα τον ντυσουν απλως επι σκηνης κιολας γυναικα, για τις απλες αναγκες ενος ρολου, και ενος εργου, που παλι επι σκηνης θα στηθει, και θα παιχτει : το all the world’s a stage ο σαιξπηρ θα μας το σερβιρει στο as you like it, που το ’γραψε λιγο μετα το «ονειρο θερινης νυχτος» και λιγο πριν τη «δωδεκάτη νυχτα», οπου ως γνωστον και στα δυο γινεται το σωσε απο μεταμφιεσεις

χωρις να θελω βεβαια να διαπραξω καμια βαρεια βλασφημία απλοποιωντας οτιδηποτε, θα ’θελα απλως να πω οτι οι μεταμφιεσεις αυτες δεν εχουν καθολου την πολυπλοκοτητα των μεταμφιεσεων στην «στριγγλα»

στην στριγγλα, απο τον εμφανως περιττον και ανεξηγητο ας πουμε προλογο, οι μεταμφιεσεις – ξεκινωντας απο τον ευγενη που κανει τον ζητιανο, και ντυνει εναν ζητιανο ως ευγενη, και βαζει και τους φιλους του ευγενεις να κανουν τους ζητιανους, κι εναν μαλιστα απ’ ολους να κανει επιπλεον και τη γυναικα και τη ζητιανα μαζι – ολα αυτα αν θελησουμε να ειμαστε ειλικρινεις δεν εχουν αλλη εξηγηση απο την ιδια τη μαγεια της απατης του εργου που (θα) εχουμε στα χερια μας

ο γουιλυ μάς λεει ευθαρσως απο την αρχη «μην τυχον και πιστεψετε στα λογια μου ολα – μερικα ειναι λαθος φορεματα – κοιταξτε καλυτερα μηπως κοιμοσαστε και ξημερωθειτε χωρις να ξερετε τι βλεπετε μπροστα σας»

 

 

 

 

 

(* ο χαϊνριχ φον κλαϊστ το ειπε, ετσι ακριβως («σας γραφω με την καρδια μου πεσμενη στα γονατα») – ικετευοντας (φευ, ματαιως ομως) τον κυρ–γκαιτε να δωσει λιγη σημασια στα γραφτα του)

 

 

 

(πηγη : φεϊσμπουκ)

η εικονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

22 Ιουνίου 2018

max μανουηλ ερωτοκριτος

 

 

 

 

απο την αρχη τα βιβλια ηταν λεξεις καθετες που βλεπανε προς τα κατω στο πατωμα του γραφειου ή της βιβλιοθηκης που ητανε δίπλα στο σαλονι που στεκοτανε το μεγαλο δεντρο με φωτα τις γιορτες και ειχε ενα μεγαλο παραθυρο που εκοβε τα βιβλια (για λιγο) κι απεξω το ακουμπαγε το (μεγαλο) δεντρο της πισω αυλης που πανω του καθοτανε μια χρυσομυγα, φοβερη και θορυβωδης, που το αγορι απο το πανω σπιτι σκαρφαλωσε μια μερα και μου την εφερε να τη δω και ηταν τεραστια θορυβωδης χρυση και φοβερη, τη φοβομουνα –

 

στο υψος του κεφαλιου μου απ’ ολες τις λεξεις που περικύκλωναν ριγωτές το δωματιο ητανε μία που την προσεξα απο την αρχη (δεν ξερω γιατι, ισως τα γραμματα της να ητανε που ητανε χοντρα και σκουρα) και οταν ηξερα να διαβαζω αντι να ξεκαθαρισει παρεμεινε μονιμως μυστηριο : ερωτοκριτος

 

και εξακολουθει να ειναι μυστηρια αυτη η λεξη – οι αποριες μου ποτέ δεν λύθηκαν – ουσιαστικα δεν θελω ποτέ να λυθουν : αραγε έρωτας και κριση ; αραγε ερωτω και κρινω ; τι διαολο, ποτέ δεν το ελυσα, και δεν θελω πιθανως να το λυσω : κι ομως, δίπλα ακριβως ητανε η αλλη (καθετη) λεξη η ερωφιλη – αυτη ποτέ δεν μού εβαλε αινιγματα (ισως ηταν απλο το «έρωτας και φιλη ή φιλία ή φιλω και σε φιλω» ; ) αλλά το «έρωτας και κριση» ; ή μηπως το «ερωτώ και κρινω»;

 

η εκδοση ηταν αυτοσχέδια του πατερα μου, ειχε κανει μόνος του και το εξωφυλλο κι ειχε γραψει και τα (χοντρα καθετα εκεινα) γραμματα, κι οταν μεγαλωσα και πηρα να το ξεφυλλισω ειχε μεσα πολλες παλιες εκδοσεις του κειμενου – περασαν χρονια για να βγει νεα εκδοση και να την αγορασω πια μόνη μου : κι ομως, δεν τον εχω διαβασει ολοκληρον τον «ερωτοκριτο» ακομα, ανοιγω βλεπω λεξεις παιρνω φρασεις παιρνω ανασες και το ξανακλεινω

 

 

αυτα τα λιγα, και πιο λιγα δεν γινεται, μού λενε ξανα και ξανα πως ειναι φυσει αδυνατο να μιλησω εγω για βιβλια αναρτωντας σκετο τον τιτλο τους – εκεινη την καθετη δηλαδη λεξη που τα εριχνε παντα σα βελη προς το εδαφος, οπως μού ζητησε ο φιλος μου παντελης μπασακος με αφορμη τον λωρενς στερν (τι πολυλογας θε μου) που τον υπεραγαπω – αλλά μαλλον ο παντελης το ηξερε επειδη ηταν οχι μόνο το ομορφοτερο αλλά και το φιλοσοφικοτερο αγορι στη φιλοσοφικη (και ακομα ειναι και παντα θα ειναι (με τη «φιλοσοφικη» σε αλλο πλατω τωρα πια)) – μπορω ομως να αναρτησω δύο βιβλια ζωγραφικης σαν αρχη και σαν τελος αυτης της «σκυταλης» απ’ τη μερια μου (γιατι η σκυταλη μού θυμιζει σκυλο εμένα ; ) : δυο βιβλια που βρηκα μόνη μου, μικρη, εξω απ’ το σπιτι, δυο αγαπημενα βιβλια

 

το ενα το βρηκα στο εδαφος αναμεσα στις στοιβες του στριμωγμενου απεναντι απο τον μπιντε (εννοειται εδω η πλατεια) βιβλιοπωλειου των «αφων τολιδη» που ηταν το μόνο βιβλιοπωλειο (για χρονια) στη γειτονια και εμπαινα και εψαχνα στο εδαφος και μια μερα ο μαξ μπεκμαν μού γελασε δυνατα, που δεν ηξερα ουτε το ονομα του ουτε το εργο του – και ηταν το πρωτο βιβλιο ζωγραφικης που αγορασα – ημουνα στο γυμνασιο και το χαρτζηλικι μου ηταν μικρο, αλλά τα καταφερα

 

το δευτερο το βρηκα σε στοιβες παλι στο πατωμα σ’ ενα βιβλιοπωλειο πολυ πιο φαρδυ και ευρυχωρο, τη «φωλια του βιβλιου» στην πανεπιστημιου, οταν ημουνα πια στο πανεπιστημιο και ηταν ο κυρ–μανουηλ πανσεληνος που μου εκανε μια μυστηριωδη γκριματσα, τον αγνοουσα εντελως κι ειχα περισσοτερα λεφτα τοτε, ειχα παρει και την υποτροφια που ηρθε ουρανοκατεβατη κι ας ημουν η χειροτερη στην εκθεση

 

αυτη λοιπον ηταν η σημερινη μου πολυλογια κι αυτο το καλο εχει οποιος δεν εχει εκδοτη να τον περιμενει στη γωνία – μιλαει διαρκως οσο θελει και για ο,τι θελει (και φυσικα με οποιον, μόνο, θελει)

 

 

 

 

 

 

στο φεϊσμπουκ γινονται και παιχνιδακια :

ενα απο τα τελευταια ητανε να αναρτα καποιος τιτλο και φωτογραφια βιβλιου, συνολικα 10 απο αυτα που τον «σημάδεψαν» στη ζωη του, προτεινοντας καθε φορα και καποιον φιλο του να συνεχισει το παιχνιδι :

το παρανω κειμενο ηταν η δικια μου απαντηση – και κατα καποιον τροπο η αρνηση μου να παιξω παραπερα –  στην προσκληση του παντελη μπασακου

 

 

 

 

 

 

 

27 Νοεμβρίου 2016

αϋπνία (προσχέδιο)

 

 

 

οταν δεν εχεις κοιμηθει δυο μερες, παυεις να θελεις να κοιμηθεις

σ’ αυτην την περιπτωση ολα σού φαινονται πανευκολα – ντοπαρεσαι και λες ο,τι σού κατέβη – σα ναχεις παρει διάφορα

ολα ειν’ απλά – απλως θα χρειαστουνε εκατομμυρια χρονια. Για να εχουν φυγει, οχι μόνο αυτοι που σκεφτονται ετσι, αλλά κι αυτοι που τους θυμουνται να σκεφτονται ετσι. Κι αυτοι που θυμουνται αυτους που θυμουνται.

συντομογραφικως επομενως :

η ουρα στην τραπεζα, κι αυτοι που το σκανε για να παν να κατσουν

ο κοσμος στον δρομο που μιλαει κινέζικα

συναντηση με την αστεγη, γυρισε στο σπιτι της μανας της κι εχει αδυνατισει

η αυστηροτητα των γιατρων, και το ξαφνικο τους γελιο

δύο αγορια στο καφενειο, το ενα σκυβει να πιασει αυτο που επεσε, το αλλο γελαει και σου το δινει

γυναικες που ερωτευονται καθως να καθαριζουνε κρεμμυδια

αντρες που ερωτευονται σαν να φοβουνται μηπως μπορεσουν

ομιλιες που διοχετευονται ανενοχλητες μεσ’ απ’ τα μακρια τουνελ της μακριας φυλακης

με κρυες φωνες που εξακολουθουν μεσα στη νυστα

αστειες λεξεις

σε εκατομμυρια χρονια οταν ολ’ αυτά θα τελειωσουν

ειν’ ολα ευκολα : λιγο γελιο

τοτε που ολοι δεν θα δουλευουν, κι ολοι θα γραφουνε σονέτα ή σεστίνες (και βιλανέλες)

και δεν θα υπαρχει γιατρος

και θα λανθανουνε ολοι ζωντας φανερα

οταν κανείς δεν θα θυμαται την εποχη που χρειαζοτανε υπνο

οταν κανεις δεν θα δουλευει για κανεναν πουστη και δεν θα υπαρχουν υπαλληλοι κομματα και γιατροι

οταν κανεις δεν θα κλαιει εξαιτιας κρεμμυδιων αλλά γιατι ετσι του αρεσει

οταν θα του αρεσει

οταν κανεις δεν θα μας θυμαται

οταν τα βιβλια θα ’ναι καλυτερα

επεξηγηματικως παλι :

σ’ ενα διαστημικο που’χα διαβασει οι συζητησεις γινονταν ψιθυριστα μεσ’ απ’ τους τοιχους μιας συνεχους φυλακης

και τα ταξιδια μ’ ενα βλεμμα που ελεγε «ελα», επρεπε ομως να το πειτε το «ελα» δεν αρκουσε να κοιταχτειτε ουτε μόνο να το σκεφτειτε

και πηδαγες τα χρονια σα σεστίνα ή σαν αγαλματακι κυκλαδίτικο που δεν διαφερει ο αντρας απο την γυναικα στο προσωπο

ουτε στο σωμα

οταν δεν θα υπαρχει τραπεζα

δεν θα χρειαζονται ψυγειο τα τροφιμα να μη χαλασουν

δεν θα χρειαζεται να κολλαω χαρτακι με τη θεραπευτικη αγωγη τής βλακειας που προεκυψε στο ψυγειο για να μη χαλαω τη σειρα

οταν δεν θα μας θυμουνται καθολου στον υπνο τους

(ηνωμενα βουστασια : η μαμα με τις φιλες της επιναν εκει σοκολατα βιενουα)

(χαρτακι στο ψυγειο : ουτε που θυμαμαι απο πότε εχει να γινει αυτο – μαλλον απο τοτε που ’μουνα μικρη και χρειαστηκε να γινει κεινη η εκτρωση – θυμαμαι τη διαστημικη εποχη που οι γυναικες που δεν θελουν να κανουν παιδια δεν εχουν γαμωτο περιοδο)

(οταν πρωτομπηκα στο ιντερνετ το πρωτο βλογ που επισκεφτηκα ηταν τα ηνωμενα βουστασια)

(η μνημη λειτουργει και σαν ενας σπορος κλειστος που τα εχει μεσα του ολα – μόνο που καμια φορα τον παραμελουμε και ξεθωριαζει εσωτερικως, και γινεται και σα νερο – πινουμε ομως και νερο)

 

 

 

πρωτη δημοσιευση

φωτογραφια colita

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: