σημειωματαριο κηπων

15 Αυγούστου 2019

φατσούλες, φυλακισμένο βαρβάκειο

 

 

 

 

για χρονια πηγαιναμε μετα το κλεισιμο των μαγαζιων στην αγορα για πατσά. Ητανε δύο τα μαγαζια, στο βαθος τής στοάς, περναγαμε απο τον διαδρομο με τα αδεια τσιγκελια των χασαπηδων και τους πλυμενους παγκους για τα ψαρια. Καμιά φορά ξημερωνε για τα καλα κι ερχοντουσαν και οι πρωτοι χασαπηδες ν’ ανοιξουν. Τα μαγαζια ητανε δύο, το ενα κυριλεροτερο απ’ το αλλο, και το αλλο λαϊκοτερο. Πηγαιναμε μονιμως στο λαϊκοτερο, που ’χε τον καλυτερο πατσα. Καμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο, εχω παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες : Μια φορά πηγαμε με την κορη της φιλης ενος φιλου που ητανε τραγουδιστρια τζαζ–ροκ και ξεκινουσε την καριερα της : εγραφε κιολας η ιδια τη μουσικη της, ηταν και συνθετρια, κι ειχε και καταπληκτικη φωνη : λωρι αντερσον στυλ : το βραδυ που ’ταν η πρεμιερα της την ειχαν βαλει τελευταια στο προγραμμα, λιγο πριν κλεισει η παρασταση – ανεβηκε στο παλκο και ολοι παιρναν τα παλτα τους και φευγανε – με το που καθισε στο πιανο, κι αρχισε να βγαζει τις πρωτες φωνουλες, τους ειδα εναν–εναν να στεκονται ορθιοι, ν’ αφηνουν τα παλτα τους πισω, και να ξανακαθονται. Ωσπου να τελειωσει το προγραμμα της δεν ακουγοτανε κιχ. Θριαμβος κανονικος. (Υστερα απο λιγο τα παρατησε ν’ αφοσιωθει στον μαλακα της. Τετοια κανουν τα κοριτσια (ενιοτε) (ακομα) και βουρλιζομαι.) Την πηραμε λοιπον μολις εκλεισε το προγραμμα να την παμε στον πατσα – ειπαμε, τον λαϊκοτερο : Παραγγελναμε, κι αυτη ολο στριφογυρναγε κοιταγε τριγυρω και μια στιγμη γυρισε προς το μερος μου με τα ματακια της να λαμπουν και μου πεταει σαμπως επιθετικα : «Φατσουλες!» (Ητανε ακομα καινουργια η λεξη και ξαφνιαστηκα λιγο, δεν ηξερα πώς να την παρω ακριβως αλλά την πηρα εντελει οπως επρεπε, υποθετω και μόνο απο τη φατσουλα της.)

Ητανε λοιπόν οντως, φατσουλες ολοι εκει γυρω – λαϊκοι τυποι ολοι, γυναικες ελαχιστες, να σκεφτεις εμεις, με τα χάλια που ’χαμε, κι ειμαστε οι πιο κυριλε εκει μεσα. (Καμμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο.)

Ειχα παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες. Αλλά τα περισσοτερα τελευταια χρονια πηγαιναμε με τον καλυτερο καλον μου. Ειχαμε γινει και φιλοι με τα γκαρσονια (και με μια αξιολατρευτη πουτανα – που ’ταν και χορτοφαγα δεν ετρωγε ποτέ κρεας ουτε πατσα – μου ’λεγε διάφορα για τη δουλειά – κι ενα τζανκι που τριγυριζε στην παρεα μονιμως ανευ λογου, δε ζητουσε λεφτα.) (Αυτα το καλοκαιρι που καθομαστε εξω. Τον χειμωνα ομως μεσα : τοτε ηταν το καλυτερο : ) Δεν εκανε κανενας παρασιτα, ολο λαϊκοι τυποι τριγυρω. Ησυχοι ανθρωποι, πολυ ησυχοι, καμιά φασαρια ποτέ. Εκει τον ειδα πρωτη φορά απο κοντα, διά ζωσης που λενε : Ησυχος κι αυτος, πολυ ησυχος – ουτε υφος σεμνο δηθεν, ουτε υφος σοβαρο κι αγελαστο δηθεν : απλως πολυ ησυχος. Και οχι με παρεες, συνηθως μόνος, αντε με κανεναν φιλο. Ουτε υφακι, ουτε γελακι, ουτε τιποτα. Αν δεν τον ηξερες δεν θα τον προσεχες – εμένα μ’ αρεσε, μολονοτι τη μουσικη που τραγουδουσε δεν την ακουγα, γιατι τον ειχα ακουσει μια φορα στο ραδιοφωνο σε μια συνεντευξη να λεει «το δημοτικο ειναι θανατος».

Μετα εβγαλε εναν δισκο σε μια παραγωγη ροκάδικη – ωραία του μαγκιά. Και τωρα εμαθα οτι πριν κανα μηνα τραγουδησε στις φυλακές. Τιποτα απ’ ολ’ αυτα δεν μου ’κανε καμία εντυπωση, ταιριάζαν ολ’ αυτα με το προσωπο του, τη φατσουλα του : καθαρος τυπος, ευθυς, λαϊκος με την καλυτερη δυνατη εννοια, αξιαγαπητος.

Ενας καλος μου φιλος με μαλλον διεστραμμενο εγκεφαλο ελεγε παντα οτι θα ’πρεπε, καθενας που παει για δικαστικος, να κανει πρωτα ινγκογνιτο ενα μηνα σε διάφορες φυλακές, για να ξερει τουτεστιν στην πραξη τι σημαινουν τρια (και δεκατρια) χρονια – αρες μαρες κουκουναρες : το θεμα ειναι οτι (καταβαθος) ξερουν (καλα) : αλλά αυτοι που μπορουν να πουν «μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι είδα πολλά παιδιά 25–30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή», και : «δεν περισσεύει κανείς στη ζωή» θα ειναι παντα οπως φαινεται ανθρωποι ησυχοι απλως και γλυκεις, σαν τον Γιωργο Μαργαριτη.

 

(στην αγορα δεν ξαναπηγαμε απο τοτε που τη «φτιαξανε». Ουσιαστικα η αγορα εχει κλεισει. (Δεν νομιζω οτι κι αυτος θα πηγαινει – Παντως, σε μια συνεντευξη του που βρηκα κάποτε με αφορμη κάτι διάφορους και διάφορα, είχε πει κι ενα αλλο καλο : «ας κανει ο καθενας ο,τι θελει»).

 

πρώτη γραφή στο φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

12 Ιουλίου 2019

λογια του αερα (ή του ινμποξ)

 

 

 

κι ημουν μεγαλη κι ημουν νεα κατα καιρους
κι ημουν μεγαλη το πρωι και νεα το βραδυ
α, πότε λοιπον θα μπορεσω να ’μαι χαρουμενη ;
καλο θα ’ναι να μην αργησει

 

παραφραζω ενα ποιημα του μπρεχτ – οχι σοβαρα, του αλλαξα απλως το φυλο

ενας φιλος στο ινμποξ φταιει για ολ’ αυτα τελικα – αυτα που θελω να πω σημερα – φταιει για το θαρρος του να μού πει οτι του αρεσουν πολυ οι ευχες

εμεινα καταπληκτη : και μενα μ’ αρεσουν

αλλά πόσα χρονια μού πηρε να το παραδεχτω – αυτο το απλο πραγμα –

οταν ημουν μικρη οι γιορτες ηταν ιερές στο σπιτι – υπηρχαν τελετουργίες – οι τελετουργιες αποθανατιζοντουσαν απο τους ρεπορτερ της εφημεριδας – ενας φιλος μου φωτογραφος, χρονια μετα κοιτωντας κατι φωτογραφιες μου, οικτρα παιδικες με παιδακια και τουρτες, μού ξεφουρνισε ξαφνικα «μα τι φορματ ειν’ αυτο, αυτες οι φωτογραφιες ειναι δημοσιογραφικες», «ναι» λεω λοιπον, ο μπαμπας ειχε μονιμη σχεση ερωτικη με τους φωτογραφους, και τους κουβαλαγε στα γενεθλια, και του τις εμφανιζανε και του τις φερνανε σ’ αυτο το μεγεθος υστερα, κι ετσι μενανε στην οικογενειακη πινακοθηκη – μαζι με τις φωτογραφιες απ’ τα ρεπορταζ, εδω με τον μέρτεν, εκει με τον πλουμπιδη (κι ας ειχε γραψει τα συνηθη δημοσιογραφικα ανειπωτα – τα διαβασα μετα στο αρχειο του, μετα απο χρονια – θεουλη μου)

κι ετσι κι ας μην καταλαβαινα ακομα τιποτα, ολ’ αυτα με καταπίεζαν ελαφρως, με σφιγγανε μ’ εναν περιεργο τροπο, διοτι ημουν αντισυμβατικο ασφαλως βλαμμενο

στην ονομαστικη γιορτη του πατερα μου το σπιτι γεμιζε τουρτες, ηταν εθιμο τοτε, να ανταλλασσουνε γλυκα μεταξυ τους, κουτσοι στραβοι αναμεταξύ τους, συναδελφοι και φιλοι, ώς και γνωστοι

ηταν ενα πανηγυρι ομως, το δοκιμαστηρι των διαφόρων ειδων, για μας, τα σοφα κι αντισυμβατικα βλαμμενα – η πρωτη φορα που εμφανιστηκε κουτι με καραμελωμενα φυστικια εγινε ας πουμε αποθεωση

ετσι οι διαφοροι γνωστοι και οι φιλοι – με την καρτουλα τους πανω στο κουτι – παιρνανε βαθμο αναλογως της επιτυχιας τού περιεχομένου

μερικοι ειχαν μονιμως γκραν σουξε, ητανε καθε χρονο πρωτοι – θυμομουνα τα ονοματα κι εφτιαχνα τα γελαστα προσωπα τους στον υπνο μου, κι ας μην τους ειχα δει ποτέ

ουτε θα τους εβλεπα : το ’σκασα απ’ το σπιτι εγκαιρως

εκτοτε εγινα οπαδος της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη, κι εκανα φιλους μόνο οπαδους της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη – ελαφρως βλαμμενοι ολοι, και σ’ αυτη την περιπτωση

θυμαμαι το βραδυ που απ’ τα τριανταεννια θα το γυρναγα στα σαραντα : μ’ ειχε πιασει μια περιεργη δεισιδαιμονία οτι κατι θα ’τρεχε στα γυφτικα, μολονοτι ορκισμενη σοβαρη, και με σοβαρους φιλους

το ειπα στο καλυτερο μου φιλο : «σ’ ενα τεταρτο θα ειμαι σαραντα, να μου πεις χρονια πολλα σε παρακαλω»

αυτες ηταν κουβεντες σε αγνωστη γλωσσα ομως : μιλησαμε πολυ, μιλησαμε αρκετα, αλλά δεν μού ευχηθηκε : ηταν κι αυτος ορκισμενος αντισυμβατικος – οπως ολοι μας

πρωτη φορα με πειραξε ομως κατι τοσο πολυ ισως

εφυγα και πηγα στο μπαρ να βρω τους αλλους μου φιλους

τους ειπα, το και το, γενεθλια, κι ο αριθμος απαισιος, τι αριθμος ειν’ αυτος, το και το, πλακωθηκαμε στις αγκαλιες και στις ευχες, μου παιξανε ολα τα δισκακια με τα χαπυ μπερθνταιη σ’ ολες τις γνωστες και μη–γνωστες εκδοχες, κι υστερα ηπιαμε ο,τι υπηρχε και δεν υπηρχε και γιναμε λυωμα, και επιτελους ειμαστε σοβαροι, ως ανθρωποι κανονικοι

τα χρονια της ενδοξης και παγερης συνεπειας (κι αντισυμβατικοτητας) αυτο το «ανθρωπος κανονικος» σού λειπει και το θλιβερο ειναι οτι δεν εννοεις να το παραδεχτεις

ελεγα παντα, και για χρονια, οταν δεν τις ειχα πια, οτι δεν μου λειπουν οι ευχες, κι οτι δεν τις ηθελα : μεχρι που σημερα διαπιστωσα, μ’ αυτο το περιεργο πραμα το ινμποξ (στο οποιο χρωσταω αλλωστε πολλα, οφειλω αυτο να το παραδεχτω) οτι υπαρχει και μια αλλου ειδους γενναιοτητα, και μαγκια, και αντισυμβατικοτητα : αυτη τού να λες «μ’ αρεσει να μου ευχονται, μού κανει καλο» (επιβεβαιωνονται μ’ εναν μεταφυσικο λες τροπο και οι τροπον τινα φιλίες ετσι)

ειναι πιο πολυπλοκη η ζωη μας απ’ την απλη (και μουντη) συνεπεια στις σπουδαιες βασικες μας αρχες : μπορει να το υποψιαζομουνα αλλά δεν το ειχα καταλαβει – θα βαλω και τη δικια μου ημερομηνια λοιπον εδωμεσα, που ως τωρα θεωρουσα οτι δεν αφορουσε κανεναν καθως ειμαστε ολοι σοβαροι ανθρωποι

εξαλλου

ah but i was so much older then
i’m younger than that now

 

 

 

φωτογραφιες robert doisneau

 

πρωτη δημοσιευση φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

1 Ιουλίου 2019

cocktail μικρων και μεγαλων θανατων

 

 

 

 

ειναι αστειο : καθε φορά που ’χουμε εκλογες σκεφτομαι οτι οταν ειμαστε μικροι και παιζαμε κρυφτο ειμαστε σοβαροτεροι

οι (εκ της αδρανείας) φανατισμοι, προσαρμοσμενοι στην τωρινη μας (μαυρη κι αραχλη) συνθηκη, μου φαινονται εντελως γελοίοι : συστημα απλο (ή διπλό ή περίπλοκο ή) σύμπλοκο αναλογικο σημαινει παντως, οπως και να το κανουμε (απλες, ή περίπλοκες, ή σύμπλοκες) συνεργασιες : μπορεις μόνο να αποκλεισεις καποια ποτα εκ των προτερων, κατα τ’ άλλα κοκτέϊλ θα κανεις, και κοκτεϊλ θα πιεις – αυτο θα ’πρεπε πλεον να το ’χεις εμπεδωσει

γιατι αν θελεις καθαρα ποτα θα ’πρεπε να πας στο πλειοψηφικο – καθαρο συστημα, το μπερμπον ή η βοτκα που θα διαλεγες θα ’τανε λυσεις ολοκαθαρες – εκτος βεβαια κι αν σου βγαινανε μπομπες –

θα ’πρεπε ηδη να εχουμε μαθει (δηλαδη συνηθισει) να συνεργαζομαστε (να συνεργαζονται δηλαδη, αυτοι εκει, οι επι της επιφανείας, που εχουνε το μαχαιρι και το καρπουζι και καθοριζουνε τις ζωες μας, εν πολλοις – εν πάρα πολλοις) : οσο μπορει αυτη η (αναπηρη) δημοκρατια να λειτουργησει, ας λειτουργει – οι φανατισμενοι μού θυμιζουν κατι κακιωμενα κωλοπαιδα που δεν χαιροντουσαν το παιχνιδι αλλά τρεχανε να ρουφιανεψουνε στους μεγαλους τι κανουμε και τι λεμε, εμεις, οι αθωα κρυβομενοι, πισω απ’ τα δεντρα

 

…………………………………………………

 

μου επισημανε η φιλη μου η μαρινα ενα ποστ οπου γινεται ενας μικρος (δηλαδη μεγαλος) χαμος, μιλωντας αρχικα μια γυναικα γιατρος για τα ιατρικα, και την κατασταση των ιατρικων επι προηγούμενης κυβερνησης και επι τωρινης – και οπου γινεται ενας χαμος απο σχολια – αλλοι τής λενε μπραβο και αλλοι αμφισβητουν ακομα και το οτι υπαρχει – διοτι εκθετει απλως τα χάλια των προηγουμένων : εγω δεν την αμφισβητω, πιστευω οτι ξερει τι λεει, απλως εζησα εγω επι των παντοτινών (και ασαφών) αριστεροδέξιων (και για κατι χρονια δε θυμομουνα ή δεν ηξερα ή δεν ηθελα (ή δεν μπορουσα καν να ξερω), ποια απ’ ολα τα μνημονικά αμνήμονα μας ειχαν κατσει στο σβερκο) –

και δεν μπορω – (ακομα, οχι) δεν μπορω να μιλησω γι’ αυτο : σαν τηλεγραφημα μόνο μπορω να σου πω το εξης – λιγο :

εβαλα αρον–αρον τον φιλο μου, τον καλυτερο μου φιλο, στο νοσοκομειο : μού ειπαν «απο στιγμη σε στιγμη μπορει να τον χασετε», ετσι, και χάθηκαν

τηλεφωνησα στον φιλο του – τον καλυτερο του φιλο – καποιον που ξερει τους παντες και τα παντα : μου ειπε «δεν ξερω κανεναν εγω τωρα», και μου ειπε «θελω να ερθω να τον δω», και του ειπα «να μην τον δεις ετσι, δεν θελω, ειναι διασωληνωμενος, κανε κατι να βρεθει θαλαμος εντατικης», και εξαφανιστηκε – για δεκα μερες

για δεκα μερες κοιμομουν και ξυπνουσα στην πολυθρονα δίπλα και τους φωναζα με τη σιγανη μου φωνη «βρεστε μου μια θεση σε θαλαμο εντατικης» και μου λεγανε με τη διδακτικη τους φωνη «δεν υπαρχει, εχουν σειρα και προηγουνται τα νεα παιδια που εχουν ατυχηματα με το μηχανακι», επρεπε αρα να τους πω με τη δικη μου ανυπαρκτη φωνη οτι επειδη ειναι τοσο καλος συγγραφεας η ζωη του αξιζει τουλαχιστον οσο κι ενα ατυχημα με μηχανακι ;

στις δεκα μερες πανω (επαν)εμφανιστηκε ο γνωριζων τους παντες και τα παντα «τι γινεται ; » «τιποτα, ειμαστε διασωληνωμενοι και περιμενουμε να βρεθει θαλαμος εντατικης», «θα κανω μερικα τηλεφωνηματα, και περιμενε», μου ειπε – εκανε μερικα τηλεφωνηματα και μετα μου ειπε : ενας φιλος του γιατρος (συγγραφεας κι αυτος) που εχει κανει διοικητης σ’ εκεινο το νοσοκομειο, και ξερει και τον τωρινο διοικητη, του ειπε πως ολα εξαρτωνται απο μία κυρια

«την πιο υψηλα ισταμενη» που καθοριζει εντελει τις θεσεις στους θαλαμους, και θα ψαξει να τη βρει, και «περιμενε και θα σε ξαναπαρω» ειπε, και εγω περιμενα, ο σ. μόνο δεν ειπε τιποτα (δεν μπορουσε αλλωστε με κεινον τον σωληνα στον λαιμο) απλως βαρεθηκε και τα βροντηξε και το ιδιο πρωι την εκανε

οι γιατροι που με πετάξαν εξω απο τον θαλαμο για να διαπιστωσουν τον θανατο του και με βρηκαν μετα στο διαδρομο και μου τον ανακοινωσαν

και σα να ’μουνα και κανενα σκυλι που του κανανε και χαρη μού δωσαν στα χερια ενα χαρτι

τα γιατρουδακια που με άφησαν στον ερημο διαδρομο οχτω η ωρα το πρωι μ’ ενα θανατερο χαρτι στο χερι, ουτε ξερω τι ψήφισαν ουτε τι θα ψηφισουν, κι ουτε μ’ ενδιαφερει – το μόνο που θυμαμαι ειναι πως ολα γινανε (δηλαδη ολα στην περιπτωση μου τελειωσανε) επι τού γενναιου αριστεροδέξιου μνημονικού, και επισης το μόνο που ξερω ειναι οτι και επι αριστεροαδέξιων το ιδιο ακριβως χαρτι θα μού ’διναν και (βαζω στοιχημα) και με τον ιδιο τροπο θα το σκαγανε απο τον αδειο διαδρομο πρωινιατικα (να μη με βλεπουν, αλλο)

αλλά ουτε κι εγω θελω να τους βλεπω – ουτε αυτους, ουτε τους προηγούμενους – απλως, λεω, κοκτέίλ παραγγελνουμε στις εκλογες, ο,τι σκατα μας κατσει : δεν καταλαβαινω γιατι δεν το καταλαβαινουμε : σύμπλοκες αναλογικές επι των ζωών, οσων ακομα εχουμε, και ζουμε.

 

 

 

foto : Opération à cœur ouvert, hôpital Marie Lannelongue, Mars 1957 / Robert Doisneau

 

 

επεξεργασμενο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

14 Ιουνίου 2019

kiss me Kate / το ημερωμα το εξημερωμα και το ξημερωμα

 

 

 

 

 

μικρο εισαγωγικο σημειωμα (για το kiss me Kate και το ξημερωμα του χριστοφορουλη) : τουτο δω δεν ειναι παρα μια δοκιμη, για μια πιο ολοκληρωμενη «ιστορια» που θα γραφτει (ισως) (κι αν θελουνε οι πονηρουληδες οι θεοι μας) αλλη φορά

 

 

καταρχας σε αφηνει εμβροντητη το γεγονος οτι στα μεσα του 17ου αιωνα, και κατω απο την πιεση των ευσεβων πουριτανων, τα θεατρα εκλεισαν (τουτεστιν απαγορεύτηκαν) στο λονδινο – κι αυτο κρατησε 18 ολοκληρα χρονια – κι ο σαιξπηρ μεσα σ’ αυτα τα 20 χρονια ακριβως εγραψε τα σημαντικοτερα (κατα το κοινως, και βλακωδως, λεγομενο τα «ωριμοτερα») εργα του – (παρεμπιπτοντως, πεφτω με την καρδια μου στα γονατα, που ’πε καποτε κι ενα αλλο βασανισμενο θεατρικο θηριο (*), για το πώς, και μεσα σε τι εφιαλτες αγνοησης μισους και ανυποληψιας, εχουνε γραψει τα εργα τους οι ανθρωποι, ανα τους αιωνες) :

το «ημερωμα της στριγγλας» παντως δεν ταλαιπωρηθηκε απο την απαγορεψη, γιατι ειναι απο τα πρωτα του εργα – κι αλλοι λεν το πρωτο – αλλοι ειδικοι θεωρουσαν (τουλαχιστον παλιοτερα) πρωτο του το «αγαπης αγωνας αγονος»

αλλά βλεποντας προχτες στην (κρατικη, πού αλλού) τηλεοραση μια εκπομπη για το «ημερωμα της στριγγλας» σκεφτηκα πόσο μα πόσο, αυτοι οι ειδικοι, δεν ξερουνε κάμποσες φορές τι τους γινεται τελος παντων

εγω εχω χρονια που διαβασα το «ημερωμα» (το ’χα συμπεριλαβει σ’ εναν αγωνα (αγαπης ισως, ερωτα σιγουρα (εχουμε το αβανταζ εδω στα ελληνικα να τα διακρινουμε) και παντως γονιμο θα ελεγα) αγωνα δρομου μαζι με μερικα ακομα του : κι ο αγωνας ηταν τοσο γονιμος που ειχα την αισθηση τοτε οτι ειχα διαβασει τον βαρδο ολοκληρο – και γι’ αυτο μού εμεινε και μια εμμονικη ομιχλη – και ατμοσφαιρα – απο τού λογου του, περισσοτερο απο τα λογια (και τα εργα τους) τα ιδια –

ολοι αυτοι οι αγγλοι και αμερικάνοι ειδικοι λοιπον (ευτυχως ειδαμε και μερικες ωραιες σκηνες απο ανεβασματα του εργου – πχ εγω δεν ηξερα οτι εχει παιξει την κατερινα και η μερυλ στρηπ, ή τον πετρούκιο ο μοργκαν φρημαν) ολοι οι αλλοι λοιπον (οι ειδικοι) αφου μας ενημέρωσαν οτι το εργο εχει εναν «αστειο» προλογο με τον «χριστοφορο τον πονηρουλη», στην συνεχεια τον ξεχασαν εντελως, και ασχολήθηκαν με την υποθεση του «εξημερωματος»

φεμινιστικες θεωριες πηραν σειρα, αλλες μη φεμινιστικες μπηκαν επισης στη γραμμη, και αυτο που εμεινε τελικα (με τα λογια του μοργκαν φρημαν κιολας αν θυμαμαι) ηταν οτι ο κακομοιρης ο γουιλυ, νεαρουλης κιολας, θελησε να συμβιβασει τ’ ασυμβιβαστα και να δειξει στον κοσμο οτι τελικα ο γαμος ειναι καλο πραγμα, και οι συμβιβασμοι (εντος και εκτος αυτου) ακομα καλυτεροι : κι οταν η στριγγλα εξημερωθει, ο αντρας τελικα την αγαπαει : το γλυκο και πεινασμενο «kiss me Kate» ειναι αυτο που μενει, και η αγαπη ως συνηθως θριαμβευει

εγω ξερω παντως οτι θριαμβευει και η βλακεια

 

…………………………………………………

 

ο χριστοφορος ο πονηρουλης με τον οποίο αρχιζει το εργο, δεν ειναι δηλαδη καθολου ασημαντουλης – μολονοτι ετσι τον θελουν οι περισσοτεροι (στην πραγματικοτητα αλλες γραφες τών φόλιο τού σαιξπηρ τον εξαφανιζουν εντελως (αφαιρωντας ετσι απο το εργο ουσιαστικα την κυριοτερη περιπλοκή και αμφισημια του – που ειναι ακριβως η ιδια η υπαρξη προλογου και επιλογου στο εργο – διοτι το επεισοδιο με τον πονηρουλη ακριβως ειναι αυτο που κανει το εργο «θεατρο μεσα στο θεατρο» – το δε ακομα πιο απιστευτο ειναι οτι ο επιλογος εξαφανιζεται περισσοτερες φορές απ’ ο,τι ο προλογος : το ζητημα ομως (κατα τη γνωμη μου βεβαιως) ειναι οτι, με την εξαφανιση του επιλογου ακριβως, το εργο παυει να ειναι «εργο μεσα στο εργο» και γινεται απλως ενα εργο μ’ εναν περιεργο (και μαλλον ανεξηγητο – για να μην πουμε και περιττο) προλογο)

ο γουιλυ εχει πολλα εργα με μεταμφιεσεις και μασκαρεματα – αυτο ομως ειναι σιγουρα το πρωτο του : κι εδω ακριβως (λεω εγω) οι μεταμφιεσεις δεν ειναι απλως για να διευκολυνουν τα αστεια και τα μπερδεματα και την πλακα και τις ιντριγκες : διοτι η μεταμφιεση εδω ξεκιναει ακριβως απο τον προλογο και τον χριστοφορουλη – πραγμα που δεν ειναι νευραλγικως απαραιτητο για την υποθεση :

αν ο σαιξπηρ ηθελε να βαλει απλως ενα πλαισιο για να χτιστει το «θεατρο μεσα στο θεατρο» θα μπορουσε να κανει το απλουστερο (που το εκανε αργοτερα), να βαλει ας πουμε μια γιορτη, κι εκειμεσα, προς τιμην του εορταζοντος ας πουμε, να ανεβαζουν καποιοι ενα εργο

αλλά οχι – αυτο που τονιζεται απο την αρχη ειναι αυτος ο (μυστηριος) αλλος εαυτος : ο χριστοφορουλης μεθαει, κοιμαται, τον μεταμφιεζουν, ξυπναει, δεν ξερει ποιος ειναι, μπερδευεται : και εκει μεσα (νομιζει οτι) εχει δει στον υπνο του ενα εργο – κατα το οποιο ανθρωποι επι ανθρωπων μεταμφιεζονται με μεταμφιεσεις επι μεταμφιεσεων, λενε οτι ειναι αλλοι απ’ αυτους που ειναι, και (απ’ ο,τι αποδεικνυεται), δεν ξερουν ακριβως κι οι ιδιοι ποιοι ακριβως ειναι :

οταν ο σαιξπηρ δινει τετοια ενταση και εκταση και φωτισμο, απο την αρχη, στην (σχεδον ανεξηγητη και μυστηριωδη) «αντιληψη περι εαυτου» δεν δικαιουμαστε δια να ομιλουμε περι τυχαιοτητας, ή «απλου ευρηματος δια το αστειο του πραγματος» : το ευρημα της «αγνοιας» περι του «πραγματικου» εαυτου καθοριζει, και ακινητοποιει, κατα καποιον τροπο, το εργο απο την αρχη του : πότε ειναι η Καιτη πιο «αληθινη» : οταν φωναζει οτι οι αντρες ενγενει την αηδιαζουν ή οταν υποτασσεται (σ’ εναν συγκεκριμμενο αντρα, και) στον γαμο της ; πότε κοροϊδευει περισσοτερο ; και πότε ειναι ο πετρουκιος πιο πολυ ο εαυτος του, οταν την αγαπαει, ή οταν τη βασανιζει ; (και πότε κοροϊδευει (και ποιον) περισσοτερο ; ) και πότε ειναι ο χριστοφορουλης πιο πολυ ο εαυτος του, οταν πιστευει οτι ειναι ευγενης ή οταν διαμαρτυρεται οτι ειναι ενας κακομοιρης ζητιανος που τον κοροϊδευουν ; και πότε ειναι η μνημη του αληθινοτερη – οταν λεει οτι ειδε ενα ονειρο, ή οταν αφηγειται οτι ειδε ενα εργο ;

και μεσα σ’ ολο αυτο το οργιο μεταμφιεσεων (να μην ξεχασουμε τις, οντως ξεκαρδιστικες, μεταμφιεσεις των μνηστηρων της υποταγμενης μπιανκας, σε αντρες «αλλους» απ’ αυτους που ειναι) ο «οντως» ευγενης του προλογου, εφοδιαζει τον «ψευτοευγενη» χριστοφορο και με μια συζυγο η οποία ειναι μεταμφιεσμενος αντρας, πραγμα καθολου «δραματουργικα» απαραιτητο : θα μπορουσαν να ντυσουνε μια «οντως» ζητιανα να του κανει την «ευγενη» συζυγο : σε μια παραδοση θεατρικη (επιπλεον) οπου ολους τους ρολους (ηταν γνωστο οτι) τους παιζανε αντρες, θα λειτουργουσε ακομα πιο πολυ στο κοινο (θα ’ταν και πολυ πιασαρικο, να πουμε) να ντυσουν εναν αντρα γυναικα που θα παριστανε μια γυναικα που θα ’ταν μια γυναικα αλλη απο τη γυναικα που (ολοι θα υποστηριζαν οτι) ειναι

ο γουιλυ προτιμαει κατι περιεργως λιγοτερο εφετζίδικο : εναν αντρα που θα τον ντυσουν απλως επι σκηνης κιολας γυναικα, για τις απλες αναγκες ενος ρολου, και ενος εργου, που παλι επι σκηνης θα στηθει, και θα παιχτει : το all the world’s a stage ο σαιξπηρ θα μας το σερβιρει στο as you like it, που το ’γραψε λιγο μετα το «ονειρο θερινης νυχτος» και λιγο πριν τη «δωδεκάτη νυχτα», οπου ως γνωστον και στα δυο γινεται το σωσε απο μεταμφιεσεις

χωρις να θελω βεβαια να διαπραξω καμια βαρεια βλασφημία απλοποιωντας οτιδηποτε, θα ’θελα απλως να πω οτι οι μεταμφιεσεις αυτες δεν εχουν καθολου την πολυπλοκοτητα των μεταμφιεσεων στην «στριγγλα»

στην στριγγλα, απο τον εμφανως περιττον και ανεξηγητο ας πουμε προλογο, οι μεταμφιεσεις – ξεκινωντας απο τον ευγενη που κανει τον ζητιανο, και ντυνει εναν ζητιανο ως ευγενη, και βαζει και τους φιλους του ευγενεις να κανουν τους ζητιανους, κι εναν μαλιστα απ’ ολους να κανει επιπλεον και τη γυναικα και τη ζητιανα μαζι – ολα αυτα αν θελησουμε να ειμαστε ειλικρινεις δεν εχουν αλλη εξηγηση απο την ιδια τη μαγεια της απατης του εργου που (θα) εχουμε στα χερια μας

ο γουιλυ μάς λεει ευθαρσως απο την αρχη «μην τυχον και πιστεψετε στα λογια μου ολα – μερικα ειναι λαθος φορεματα – κοιταξτε καλυτερα μηπως κοιμοσαστε και ξημερωθειτε χωρις να ξερετε τι βλεπετε μπροστα σας»

 

 

 

 

 

(* ο χαϊνριχ φον κλαϊστ το ειπε, ετσι ακριβως («σας γραφω με την καρδια μου πεσμενη στα γονατα») – ικετευοντας (φευ, ματαιως ομως) τον κυρ–γκαιτε να δωσει λιγη σημασια στα γραφτα του)

 

 

 

(πηγη : φεϊσμπουκ)

η εικονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

22 Ιουνίου 2018

max μανουηλ ερωτοκριτος

 

 

 

 

απο την αρχη τα βιβλια ηταν λεξεις καθετες που βλεπανε προς τα κατω στο πατωμα του γραφειου ή της βιβλιοθηκης που ητανε δίπλα στο σαλονι που στεκοτανε το μεγαλο δεντρο με φωτα τις γιορτες και ειχε ενα μεγαλο παραθυρο που εκοβε τα βιβλια (για λιγο) κι απεξω το ακουμπαγε το (μεγαλο) δεντρο της πισω αυλης που πανω του καθοτανε μια χρυσομυγα, φοβερη και θορυβωδης, που το αγορι απο το πανω σπιτι σκαρφαλωσε μια μερα και μου την εφερε να τη δω και ηταν τεραστια θορυβωδης χρυση και φοβερη, τη φοβομουνα –

 

στο υψος του κεφαλιου μου απ’ ολες τις λεξεις που περικύκλωναν ριγωτές το δωματιο ητανε μία που την προσεξα απο την αρχη (δεν ξερω γιατι, ισως τα γραμματα της να ητανε που ητανε χοντρα και σκουρα) και οταν ηξερα να διαβαζω αντι να ξεκαθαρισει παρεμεινε μονιμως μυστηριο : ερωτοκριτος

 

και εξακολουθει να ειναι μυστηρια αυτη η λεξη – οι αποριες μου ποτέ δεν λύθηκαν – ουσιαστικα δεν θελω ποτέ να λυθουν : αραγε έρωτας και κριση ; αραγε ερωτω και κρινω ; τι διαολο, ποτέ δεν το ελυσα, και δεν θελω πιθανως να το λυσω : κι ομως, δίπλα ακριβως ητανε η αλλη (καθετη) λεξη η ερωφιλη – αυτη ποτέ δεν μού εβαλε αινιγματα (ισως ηταν απλο το «έρωτας και φιλη ή φιλία ή φιλω και σε φιλω» ; ) αλλά το «έρωτας και κριση» ; ή μηπως το «ερωτώ και κρινω»;

 

η εκδοση ηταν αυτοσχέδια του πατερα μου, ειχε κανει μόνος του και το εξωφυλλο κι ειχε γραψει και τα (χοντρα καθετα εκεινα) γραμματα, κι οταν μεγαλωσα και πηρα να το ξεφυλλισω ειχε μεσα πολλες παλιες εκδοσεις του κειμενου – περασαν χρονια για να βγει νεα εκδοση και να την αγορασω πια μόνη μου : κι ομως, δεν τον εχω διαβασει ολοκληρον τον «ερωτοκριτο» ακομα, ανοιγω βλεπω λεξεις παιρνω φρασεις παιρνω ανασες και το ξανακλεινω

 

 

αυτα τα λιγα, και πιο λιγα δεν γινεται, μού λενε ξανα και ξανα πως ειναι φυσει αδυνατο να μιλησω εγω για βιβλια αναρτωντας σκετο τον τιτλο τους – εκεινη την καθετη δηλαδη λεξη που τα εριχνε παντα σα βελη προς το εδαφος, οπως μού ζητησε ο φιλος μου παντελης μπασακος με αφορμη τον λωρενς στερν (τι πολυλογας θε μου) που τον υπεραγαπω – αλλά μαλλον ο παντελης το ηξερε επειδη ηταν οχι μόνο το ομορφοτερο αλλά και το φιλοσοφικοτερο αγορι στη φιλοσοφικη (και ακομα ειναι και παντα θα ειναι (με τη «φιλοσοφικη» σε αλλο πλατω τωρα πια)) – μπορω ομως να αναρτησω δύο βιβλια ζωγραφικης σαν αρχη και σαν τελος αυτης της «σκυταλης» απ’ τη μερια μου (γιατι η σκυταλη μού θυμιζει σκυλο εμένα ; ) : δυο βιβλια που βρηκα μόνη μου, μικρη, εξω απ’ το σπιτι, δυο αγαπημενα βιβλια

 

το ενα το βρηκα στο εδαφος αναμεσα στις στοιβες του στριμωγμενου απεναντι απο τον μπιντε (εννοειται εδω η πλατεια) βιβλιοπωλειου των «αφων τολιδη» που ηταν το μόνο βιβλιοπωλειο (για χρονια) στη γειτονια και εμπαινα και εψαχνα στο εδαφος και μια μερα ο μαξ μπεκμαν μού γελασε δυνατα, που δεν ηξερα ουτε το ονομα του ουτε το εργο του – και ηταν το πρωτο βιβλιο ζωγραφικης που αγορασα – ημουνα στο γυμνασιο και το χαρτζηλικι μου ηταν μικρο, αλλά τα καταφερα

 

το δευτερο το βρηκα σε στοιβες παλι στο πατωμα σ’ ενα βιβλιοπωλειο πολυ πιο φαρδυ και ευρυχωρο, τη «φωλια του βιβλιου» στην πανεπιστημιου, οταν ημουνα πια στο πανεπιστημιο και ηταν ο κυρ–μανουηλ πανσεληνος που μου εκανε μια μυστηριωδη γκριματσα, τον αγνοουσα εντελως κι ειχα περισσοτερα λεφτα τοτε, ειχα παρει και την υποτροφια που ηρθε ουρανοκατεβατη κι ας ημουν η χειροτερη στην εκθεση

 

αυτη λοιπον ηταν η σημερινη μου πολυλογια κι αυτο το καλο εχει οποιος δεν εχει εκδοτη να τον περιμενει στη γωνία – μιλαει διαρκως οσο θελει και για ο,τι θελει (και φυσικα με οποιον, μόνο, θελει)

 

 

 

 

 

 

στο φεϊσμπουκ γινονται και παιχνιδακια :

ενα απο τα τελευταια ητανε να αναρτα καποιος τιτλο και φωτογραφια βιβλιου, συνολικα 10 απο αυτα που τον «σημάδεψαν» στη ζωη του, προτεινοντας καθε φορα και καποιον φιλο του να συνεχισει το παιχνιδι :

το παρανω κειμενο ηταν η δικια μου απαντηση – και κατα καποιον τροπο η αρνηση μου να παιξω παραπερα –  στην προσκληση του παντελη μπασακου

 

 

 

 

 

 

 

27 Νοεμβρίου 2016

αϋπνία (προσχέδιο)

 

 

 

οταν δεν εχεις κοιμηθει δυο μερες, παυεις να θελεις να κοιμηθεις

σ’ αυτην την περιπτωση ολα σού φαινονται πανευκολα – ντοπαρεσαι και λες ο,τι σού κατέβη – σα ναχεις παρει διάφορα

ολα ειν’ απλά – απλως θα χρειαστουνε εκατομμυρια χρονια. Για να εχουν φυγει, οχι μόνο αυτοι που σκεφτονται ετσι, αλλά κι αυτοι που τους θυμουνται να σκεφτονται ετσι. Κι αυτοι που θυμουνται αυτους που θυμουνται.

συντομογραφικως επομενως :

η ουρα στην τραπεζα, κι αυτοι που το σκανε για να παν να κατσουν

ο κοσμος στον δρομο που μιλαει κινέζικα

συναντηση με την αστεγη, γυρισε στο σπιτι της μανας της κι εχει αδυνατισει

η αυστηροτητα των γιατρων, και το ξαφνικο τους γελιο

δύο αγορια στο καφενειο, το ενα σκυβει να πιασει αυτο που επεσε, το αλλο γελαει και σου το δινει

γυναικες που ερωτευονται καθως να καθαριζουνε κρεμμυδια

αντρες που ερωτευονται σαν να φοβουνται μηπως μπορεσουν

ομιλιες που διοχετευονται ανενοχλητες μεσ’ απ’ τα μακρια τουνελ της μακριας φυλακης

με κρυες φωνες που εξακολουθουν μεσα στη νυστα

αστειες λεξεις

σε εκατομμυρια χρονια οταν ολ’ αυτά θα τελειωσουν

ειν’ ολα ευκολα : λιγο γελιο

τοτε που ολοι δεν θα δουλευουν, κι ολοι θα γραφουνε σονέτα ή σεστίνες (και βιλανέλες)

και δεν θα υπαρχει γιατρος

και θα λανθανουνε ολοι ζωντας φανερα

οταν κανείς δεν θα θυμαται την εποχη που χρειαζοτανε υπνο

οταν κανεις δεν θα δουλευει για κανεναν πουστη και δεν θα υπαρχουν υπαλληλοι κομματα και γιατροι

οταν κανεις δεν θα κλαιει εξαιτιας κρεμμυδιων αλλά γιατι ετσι του αρεσει

οταν θα του αρεσει

οταν κανεις δεν θα μας θυμαται

οταν τα βιβλια θα ’ναι καλυτερα

επεξηγηματικως παλι :

σ’ ενα διαστημικο που’χα διαβασει οι συζητησεις γινονταν ψιθυριστα μεσ’ απ’ τους τοιχους μιας συνεχους φυλακης

και τα ταξιδια μ’ ενα βλεμμα που ελεγε «ελα», επρεπε ομως να το πειτε το «ελα» δεν αρκουσε να κοιταχτειτε ουτε μόνο να το σκεφτειτε

και πηδαγες τα χρονια σα σεστίνα ή σαν αγαλματακι κυκλαδίτικο που δεν διαφερει ο αντρας απο την γυναικα στο προσωπο

ουτε στο σωμα

οταν δεν θα υπαρχει τραπεζα

δεν θα χρειαζονται ψυγειο τα τροφιμα να μη χαλασουν

δεν θα χρειαζεται να κολλαω χαρτακι με τη θεραπευτικη αγωγη τής βλακειας που προεκυψε στο ψυγειο για να μη χαλαω τη σειρα

οταν δεν θα μας θυμουνται καθολου στον υπνο τους

(ηνωμενα βουστασια : η μαμα με τις φιλες της επιναν εκει σοκολατα βιενουα)

(χαρτακι στο ψυγειο : ουτε που θυμαμαι απο πότε εχει να γινει αυτο – μαλλον απο τοτε που ’μουνα μικρη και χρειαστηκε να γινει κεινη η εκτρωση – θυμαμαι τη διαστημικη εποχη που οι γυναικες που δεν θελουν να κανουν παιδια δεν εχουν γαμωτο περιοδο)

(οταν πρωτομπηκα στο ιντερνετ το πρωτο βλογ που επισκεφτηκα ηταν τα ηνωμενα βουστασια)

(η μνημη λειτουργει και σαν ενας σπορος κλειστος που τα εχει μεσα του ολα – μόνο που καμια φορα τον παραμελουμε και ξεθωριαζει εσωτερικως, και γινεται και σα νερο – πινουμε ομως και νερο)

 

 

 

πρωτη δημοσιευση

φωτογραφια colita

 

 

 

 

 

 

4 Αυγούστου 2016

καλοκαίρι με παλτά / μικρή καλοκαιρινή ιστορία

 

 

 

 

θα παω (ελεγα, λοιπον) στο νησι που μια χρονια αγαπησα πολυ κι απο τοτε το ξεχασα. το ξεχασα χωρις να το ξεχασω. ηταν αξεχαστο γιατι σε κεινο το νησι επιβεβαιωσα εντελως και τη θεωρια μου, οτι οι αντρες μάς μιλανε μόνο και μόνο γιατι μας θεωρουν δοχειο (νυκτος ή ημερας δεν εχει σημασια) (πορσελάνινο ή πλαστικο δεν εχει σημασια), παντως δοχειο για να μηρυκαζουν, και εν συνεχεια να απορριπτουν, τις ζωες τους. δεν χρειαζομουνα το νησι για να το επιβεβαιωσω, ειχα τον καλυτερο μου φιλο που μπορουσε να μιλαει για βδομαδες χωρις διακοπη, κι οταν μιλουσε ο αλλος, κοιτουσε το ρολοϊ του – καμια φορα μαλιστα ελεγε και το καταπληκτικο «μου το ’χεις ξαναπει αυτο», ποιος ; αυτος που διηγοταν τις ιδιες ιστοριες ακαταπαυστα και ακουραστα – αλλά το ειχα αρχικα αποδωσει σε συγγραφικη ιδιομορφια (οταν γνωρισα αλλους απο την οικογενεια καταλαβα οτι ηταν απλως οικογενειακο ελαττωμα – κι αυτο οσο κι αν θελω δεν μπορω να το συχωρεσω – τους ανθρωπους που δεν διορθωνουν τα κληρονομικα τους ελαττωματα καταβαθος τούς περιφρονω : κι ομως αυτος ηταν ο καλυτερος μου φιλος. η ζωη μας ειναι γεματη παγιδες και αντιφασεις).

ομως εκεινον τον αυγουστο που θα πηγαινα μόνη μου στο νησι θα επιβεβαιωνα τη θεωρια μου με τον πιο γελοιο τροπο – δηλαδη με τον πιο γελοιο ανθρωπο – παρ’ ολο που το πραγμα συνεβη τη νυχτα κατα την οποια συνεβησαν και πραγματα εξωτικα και ολως εξαιρετικα. αρχικα λοιπον κι ενω ειχα κατσει εξω–εξω σε μια μικρη μπαρα για να κοιταω τη θαλασσα (δεν ειχε σκοτεινιασει ακομα εντελως) ηρθε απροσκλητος και μου κολλησε κεινος ο βλαχος ο γελοιωδεστατος κι αρχισε να μου αφηγειται τη ζωη του, καθήμενος απεναντι μου και ξεκινωντας λες και γνωριζομαστε κι απο πριν, και να μου κανει και υποδειξεις για τη δικια μου ζωη – το ιδιο εκεινο βραδυ ομως που τον ξεφορτωθηκα και χωθηκα βαθυτερα, στην πιο μεσα μπαρα του μπαρ, θα ’ρχοντουσαν να με βρουνε και κεινοι οι δύο. μού ειναι αδυνατον να θυμηθω τί μού ειπε ο βρωμικουλης, αλλά μού μίλαγε λες και τού ειχα δωσει καμιά αδεια, και δύο πλεον μόνο πράγματα θυμαμαι καλα – ενα απ’ τη μεση κι ενα απ’ το τελος τής παρλαπίπας – διοτι ηταν και τα δύο εξαιρετικα : οχι, το ενα δεν ηταν απ’ τη μεση, ηταν σχεδον στην αρχη, σχολίασε τον τροπο μου στην αμμουδια ο βλακας, διοτι κεινη τη μερα εχοντας ξεχασει να παρω μαζι μου πετσετα και ψαθα βγαινοντας απ’ το νερο ξαπλωσα πανω στο μπλουτζην μου, αφου το εστρωσα πρωτα καλα, και η συγκεκριμενη αμμουδια οντας η μονη για τους τσίτσιδους στο νησι ητανε πηχτρα, και προφανώς καπου βρισκοτανε ο πανιβλαξ και με κοιταζε, κι ετσι λοιπον δεν ειχε αρχισει ακομα καλα–καλα να μιλαει και πεταξε την πρωτη του σοφια «ηταν πολυ ωραια ετσι που ξαπλωσες πανω στο μπλουτζην σου, αλλά να μην το ξανακανεις γιατι μπορει να παρεξηγηθεις». απο ποια γκράβαρα ειχε κατεβη ο μπασμενος (ηταν και λιμος και κοντος) και ποιος του’δωσε το δικαιωμα να κατσει μπροστα μου, ετσι που μου ’κοβε κιολας τη θέα και δεν μ’ αφηνε και να πιω και με την ησυχια μου ; εχω μαθει να ταξιδευω συχνα μόνη και ξερω ολα τα προβληματα, ομως τα προβληματα συνηθως ειναι άλλα και οχι να κατσει απροσκλητος ενας μπουφος στο τραπεζι σου και να σου διηγειται τη ζωη του και να σου κανει και υποδειξεις – τον αφησα να μιλαει πετωντας του πού και πού διαφορα ειρωνικα χμ και χμ τα οποία εν τη ρυμη και τω κατακλυσμω τού λογου του ουτε που τ’ ακουγε, ουτε και που τα καταλαβαινε, και στο τελος επειδη κατεβηκα απ’ το σκαμνι κι ετοιμαζομουνα να φυγω, εκανε το αλλο, πολιτογραφημενο εντελως σ’ αυτου του ειδους τον πληθυσμο : προσποιηθηκε οτι ο χωρισμος γινοταν απο δική του επιθυμια και επιταγη και πεταξε το υστατο μεγαλειωδες : «θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες αν δεν επρεπε να φυγω τωρα, αλλά πραγματικα θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες». το ον νομιζε οτι ετσι μου ’κανε και φιλοφρονηση προφανως. πηγα πιο μεσα να κατσω και να πιω με την ησυχια μου στο βαθος τού μπαρ κοιταζοντας τους καθρεφτες.

τοτε (κι αφου ειχε σκοτεινιασει για τα καλα) ξαναρθανε οι ψυχαναλυτες. «ξαναρθανε» θα πει ξαναρθε ο ενας που τον ειχα ζησει στο καραβι, τους αλλους δεν τους ηξερα (η μια ηταν γυναικα, αυτη γρηγορα αφαιρεθηκε και πηγε αλλού), κι ο αλλος που δεν τον ηξερα ηταν αυτος ουσιαστικα που ηρθε. περιεργο, διεσχισε ολη την εκταση του μπαρ εις βαθος (πλατος δεν υπηρχε) κι ηρθε και κουρνιασε πλαϊ μου με τον πιο περιεργο τροπο, κουρνιασε σαν παλιος φιλος, σαν πουλι, σαν παρηγοριά, δεν ξερω πώς το λενε αυτο, κουρνιασε παντως μ’ εναν τροπο που εδιωξε ολα τα κακα, και ουτε μιλησε ουτε τιποτα άλλο για λιγο, μόνο ακουμπησε σχεδον τον εναν ωμο του στον ωμο μου και σχεδον αγγιχτήκαν τα κεφαλια μας και ηταν ομορφος πολυ. μεχρι που ηρθε και ο αλλος, αυτος που τον ειχα ζησει στο καραβι και σταθηκε λιγο πιο πισω αυτος κι εβγαζε το μπουφαν του, και τοτε ο ψηλος κι ο ομορφος (κι ο αλλος απο το καραβι ομορφος ηταν, αλλά ητανε λιγο κοντοχοντρος, και εξαυτου πολυ σεξυ) και μου ειπε «εμεις εδω ξερεις ειμαστε ψυχαναλυτες» «ολοι ; » τού λεω – «ολοι», μου λεει, – και τοτε ειπα να τον γελασω λιγο και του ειπα «τοτε να φοραμε τα παλτα μας σιγα–σιγα και να φευγουμε» και τοτε υψωσε τη φωνη και φωναξε στον αλλον που ακομα ηταν πισω μου «ακους τι λεει ; να φορανε τα παλτα τους λεει σιγα–σιγα και να φευγουνε» και γυρισα και γω να κοιταξω τον αλλον, να δω αν με θυμοτανε απο το καραβι, κι αυτος φτιαχνοντας τα μανικια τού μπουφαν του και κοιτωντας τα εξεταστικα με τα ματια χαμηλωμενα ειπε «να βγαζετε τα παλτα σας και να μενετε» – κι αυτα γινανε, κι ετσι πιασαμε την κουβεντα.

καταλαβα οτι με θυμοτανε απο το καραβι και πώς θα μπορουσε να μη με θυμαται, γιατι καθομαστε σε δυο παγκακια που ειχαν κοινη την πλατη και αυτος μεν μιλουσε με κατι γαλλους εγω δε με κατι παιδια που πηγαινανε για μυκονο και κάθονταν στα αντικρυνα μου παγκακια και μόνο αργοτερα ηρθε και καθισε στα ποδια του δικου μου τού παγκου (που δεν χωραγε κιολας, γιατι ειχα φορεσει το σληπινγκ μπαγκ κι ημουνα ξαπλωμενη καταμηκος) αλλά αυτος ο βλαχος ηρθε να κατσει στα ποδια μου και δεν πηγε να κατσει με τα παιδια που ητανε γκαιη και βαλθηκε να με στριμωξει και να μπει στην κουβεντα και ειχε κι ενα σκυλακι φλώρικο, και αρχισε να λεει οτι δεν του αρεσουν οι γατες και τοτε πηρα τελειως αναποδες κι αρχισα να τον κοροϊδευω κι οσο αυτος ελεγε «καθολου δεν μ’ αρεσουν, τις πειραζεις κι αυτες βγαζουνε αμεσως νυχι και σου κανουν ετσι» κι εγω του ελεγα με ειρωνεια «ενω εσεις, μολις σας επιτεθει ανθρωπος αμεσως του χαμογελατε και γυριζετε και το αλλο μαγουλο» αλλά ο στουρνος οπως ολοι οι στουρνοι δεν ακουγε τι του ελεγες, απλως ελεγε αυτος τα ιδια και ακουγε μόνο τον εαυτο του, και μενα το αλλο μου αυτι ητανε γυρισμενο και προς τα πισω εκει που ο γεματουλης μιλουσε γαλλικα κι ελληνικα αναμιξ, με κατι γαλλους, κι ειχε βαλει και το μπρατσο του πανω στην πλατη του παγκου κι ετσι το χερι του ηταν ριγμενο στη μερια μου σα να θελει να μου πει, και το κοιταζα γιατι ητανε πολυ ωραιο χερι, και στη διαρκεια της νυχτας που ολοι κοιμωνται κι ειναι η καλυτερη μου και μενω ξυπνια στο καταστρωμα για να τους χαζευω, τον ειδα απ’ τη μια στιγμη στην αλλη να ξεφυτρωνει ακινητος σε εναν στυλο του καραβιου και να κοιταει μονόπαντα και τοτε συνειδητοποιησα οτι ητανε κοντοχοντρος αλλά δεν επαυε να μου αρεσει, μολονοτι δεν ημουνα σιγουρη οτι ηταν αυτος, γιατι ειχε πολυ σκοταδι σ’ αυτο το μερος. αλλά το οτι ηταν εντελως προσηλωμενος μού αποδειχνε οτι ηταν αυτος. Και ηρθε πολυ φυσικο να μιλησουμε για το καραβι και κεινος πρωτος μου ειπε κοιταζοντας με απο τον καθρεφτη «ωραια το παλευες με τον βλαχο, αλλά δεν επαιρνε χαμπαρι αυτος, αχρηστο πηγε» κι εγω του ειπα για να διωξω τη χαρα μου επειδη ειχα χαρει που με προσεχε «αλλά κι εσυ καημενε, σου ειπε ο κακομοιρης ο γαλλος ‘αερολιμανι’ και τον αποπηρες τοσο» γιατι οντως μιλαγανε καποια στιγμη για αεροδρομια και ο γαλλος εφτιαξε αυτη τη λεξη και μου ’κανε εντυπωση πόσο αναισθητα και  κοφτα τον διορθωσε αμεσως ο αλλος : οχι, αεροδρομιο, ουϊ αεγοδγομιο, ειπε κι αυτος ντροπιασμενος, και εγω του το κρατουσα. κι αυτος μου ειπε τοτε αμεσως «α, δεν εχω υπομονη τωρα πια» κι υστερα, στριβοντας απ’ τον καθρεφτη και κοιτωντας με ειπε «εισαι παρατηρητικο κοριτσι ομως» και «αυτο ελειπε» ειπα εγω, και γελασαμε. και οπως τους ειχα τον εναν απο αριστερα και τον αλλον απο δεξια σκεφτομουνα τι ωραια που θα ηταν να συνεχιζαμε και στο κρεβατι ετσι αλλά δεν το συνεχισα γιατι ηξερα οτι δεν γινεται, δεν συνεχισα τη σκεψη δηλαδη γιατι ηξερα οτι αν συνεχιζα τη σκεψη θα γινοτανε εντελει και πραξη, και ξερω πως αυτο δεν γινεται, δηλαδη οχι οτι δεν γινεται καθολου (γινεται και παραγινεται) αλλά με ανθρωπους τετοιους που ειναι και αστοι αλλά και καλλιεργημενοι μαζι και μαζι σ’ ενδιαφερουν κιολας και οι δύο, αμα γινει, αμεσως το πραγμα (θελουμε – δε θελουμε) μετατοπιζεται ξαφνικα σε αλλη πλατφορμα – και α, δεν μ’ αρεσει καθολου αυτη η πλατφορμα, ειναι μια πλατφορμα που καταβαθος βρωμαει το παρκε της κατι σαν αλλοιωση σαν περιφρονηση και δεν ειχα καμία διαθεση να τα μυρισω αυτα τωρα, ασε που αν δεν βρωμησει αλλοιωση και περιφρονηση θα βρωμησει ερωτες και τσακωμους, πραγματα εξισου δυσκολα για τα οποία δεν αντεχα τωρα, κι ετσι αφησα τον ψηλο να κανει λιγο πισω και κρατησαμε τα κρεβατια μας χωριστα σαν καλοζυγισμενα χωραφακια.

και να που τωρα ο χοντρουλης που η νυχτα μαζι του ηταν τοσο απογειωμενη, κι ειχε και ολα τα παραφερναλια που πρεπει να ’χει μια ωριμη νυχτα, εχει φυγει πηγε ο χαζος και πεθανε, και ο ψηλος ειναι φιλος μου

 

κι ετσι λοιπον σκεφτομαι να ξαναπαω στο νησι

 

 

 

 

(ελαφρα προσαρμοσμενη παλια αναρτηση στο φεϊσμπουκ – εξαλλου γι’ αυτο δεν μπορω να σας τη στειλω μετα της ημερομηνιας ουτε και των σχολίων – δεν πειραζει (ενα απο τα θλιβεροτερα χαρακτηριστικα τής ζουκεμβέργιας εφευρεσης ειναι να χανονται αλυπήτως τα παλαιοτερα – : αμερικάνικος θετικισμος : «η μερα κι ο αιωνας, ειναι η στιγμη» ( : εγω κραταω αντιγραφα απλως…)))

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: