σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 20, 2017

η «μίμησις» και η μίμηση

 

 

 

 

δεν έχω ιδέα γιατί δεν ήθελα, επί χρόνια, να διαβάσω αυτό τό βιβλίο για τό οποίο (αφού τό διαβάζω τελικά μετά από προτροπή κι επιμονή καλού μου φίλου) σάς γράφω σήμερα. Υποθέτω μάλλον εξαιτίας τού τίτλου – όσοι ξενόγλωσσοι κάνουν επίδειξη ελληνομάθειας είναι εξαιρετικά συμβατικοί άνθρωποι έχω τήν εντύπωση – άνθρωποι που δεν αρκούνται στα δικά τους, αλλά θέλουν να ελέγχουν και τά τών άλλων – όμως εκ τού ασφαλούς, όταν αυτά τά τών άλλων έχουν γίνει πλέον διάσημα : χρυσέ μου πρέπει να ’χεις ζήσει, να ’χεις γεννηθεί και να ’χεις πεθάνει και να ’χεις μεγαλώσει και να ’χεις πάει σχολείο και να ’χεις εκδόσει βιβλίο σ’ αυτό τό κωλοχανείο, για να ξέρεις πόσο για μάς εδώ είναι ζωντανή η λεξούλα που εσύ πετάς για να μάς κάνεις εντύπωση κι ότι ξέρεις ελληνικά : δεν έχεις ιδέα : δεν υπάρχει παρά μόνο μίμηση εδωχάμω, ο ένας παπαγαλίζει τόν άλλον, ακόμα και οι εχθροί παπαγαλίζουν τούς εχθρούς : ούτε εχθρούς πρωτότυπους δηλαδή δεν μπορείς πλέον να έχεις : κι αν λες οτιδήποτε που δεν έχει ήδη ειπωθεί, είσαι χαμένος από πολύ μεγάλο (και πολύ μακρύ) χέρι

αλλά ας αρχίσω λέγοντας τά πιο συνηθισμένα δηλαδή δικά μου

όταν ο αριστοτέλης προσπαθεί να κωδικοποιήσει τίς ιδιότητες τών θεατρικών έργων τής εποχής του, δηλαδή τής τραγωδίας, κάνει αυτό που δεν θα ’κανε κανένας από τούς οπαδούς και τούς θαυμαστές του σήμερα : τά αντιμετωπίζει κυρίως σαν θέατρο, δηλαδή σαν έργο που «παίζεται» (και μάλιστα, τονίζει, πρέπει να τό παίζουμε «φυσικά», και όχι να τό απαγγέλλουμε), και μόνο δευτερευόντως σαν έργο γραπτού λόγου : μάς δηλώνει δηλαδή εξαρχής ότι πρόκειται για παραστάσεις, βασισμένες σε (απαιτητικά, και τίς απαιτήσεις τους θα τίς περιγράψει) κείμενα που έχουν γραφτεί όμως αποκλειστικά για μια παράσταση

γι’ αυτό και βάζει στον ορισμό του σαν πρώτη ιδιότητα τής τραγωδίας τή «μίμηση», αφού βλέπει τό όλον πράγμα σαν θεατρική πράξη – και κατά μία γλυκύτατη και ειρωνικότατη συμπεριφορά τής γλώσσας, η λέξη αυτή σήμερα δηλώνεται ως «παιχνίδι»

[ γιατί ο ηθοποιός «παίζει», όπως λέμε εμείς ]

[ αλλά και «πλάθει» έναν ρόλο, αυτός, ο ηθοποιός, ο υποκριτής, που τότε λεγόταν «μίμος» ] : [ επίσης (και περιττή η υπόμνηση) «πλάθοντας έναν ρόλο» λεγόταν τό  βιβλιαράκι εκείνο τού στανισλάβσκυ που είχε μεταφραστεί όταν είμαστε εμείς μικρές στο σχολείο, και τό διαβάζαμε όσες αγαπούσαμε τό θέατρο ]

είναι σαφές λοιπόν ότι ο μισοβόρειος αυτός αθηναίος μιλάει για μια πράξη θορυβώδη και θεατρική που ολοκληρώνει μπροστά σε πολύ κόσμο μιαν άλλη πράξη, που έχει προηγηθεί από έναν άλλο μισονότιο ας πούμε αθηναίο ο οποίος, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή απ’ τό μυαλό του τή σκηνή (και τόν χορό, και τή μουσική) γράφει σιωπηλός, αφανής, και κατά μόνας

γι’ αυτό χρησιμοποιώντας σα δεύτερη λέξη του μετά τή λέξη «μίμησις» τή λέξη «πράξεως», φροντίζει να αποτίσει έναν ολιγόλο φόρο τιμής στην πράξη αυτήν επί τής πράξεως τής άλλης

αυστηρός (και καλός) σχολαστικός όπως είναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου δηλαδή να προτάξει τήν πράξη τού γραψίματος αξιολογικά, αφού τόν ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα να επιστήσει τήν προσοχή (ποιών ακριβώς ; τών μεταγενέστερων ; είναι σαφές ότι οι σύγχρονοί του δεν τόν χρειάζονται ακριβώς τόν ορισμό του για να καταλάβουν τί βλέπουν στο θέατρο) εστιάζει λοιπόν τήν προσοχή αυτών και ημών στην επί σκηνής λειτουργία τού συνόλου – αλλά ίσως ρίχνει πάλι κι έναν τυφλοσούρτη σε κάποιους επίδοξους θεατρικούς που βλέπει να τόν τριγυρίζουν ατάλαντοι (ή εκνευριστικά αλαζόνες και βιαστικοί)

ή πάλι εκθέτει τά κατά τή γνώμη του βασικά διατυπώνοντας μια καθαρή και ελιτίστικη αισθητική για τήν πάρτη τή δικιά του, αλλά και μερικών αγαπημένων μαθητών που είναι όμως ανεπίδεκτοι στην πρακτική και σχετικά μπουμπούνες

«αν δεν στήσετε τό πράγμα να παιχτεί κανονικά», τούς λέει «κι αν δεν μελετήσετε καλά τήν υπόθεση και τίς συγκρούσεις και τούς διαλόγους και τή μουσική μη λογαριάζετε να συγκινηθεί κανείς και να κλάψει και να ευχαριστηθεί στο τέλος»

έτσι όχι τυχαία (καθόλου τυχαία ασφαλώς – τίποτα δεν είναι τυχαίο, ειδικά σ’ αυτόν τόν ορισμό) με τίς συνέπειες αυτού τού τέλους επί τών νεύρων, τού μυαλού και τού απερίσκεφτου θυμικού μας, τελειώνει ο ορισμός του

 

 

 

 

η λέξη «μίμηση» λοιπόν, από αυτά ξεκινώντας (δεν παραβλέπω αλλά δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει εδώ – πως η λέξη είναι αρχαιότερη τού αριστοτέλη και τής  καθαρά θεατρικής της λειτουργίας – και ότι και άλλοι πριν τόν αριστοτέλη (αλλά και ο ίδιος ο αριστοτέλης ενίοτε) χρησιμοποίησαν τήν έννοια τής μίμησης και εκτός θεάτρου – με πιο διαλεκτικόν τόν ηράκλειτο και πιο μονοδιάστατα μεταφυσικόν, φυσικά, τόν πλάτωνα – αν και έχω τήν εντύπωση ότι μια μορφή «θεατρικότητας» ενυπάρχει συνεχώς στην έννοια και τής πιο «απλής» μίμησης (επί τής πραγματικότητας, ή τής φύσης, ή τών ζώων, ή τών ιδεών – απ’ όποιον κι αν υιοθετήθηκε) : μάθημα περί αυτού μάλιστα πήρα από κάτι μαύρους που αναπτύσσανε εμπραγμάτως και παίζοντας θέατρο επί τού αφρικάνικου χωραφιού, παριστάνοντας τό πώς κυνηγάνε τά διάφορα ζώα : έκανε ο άλλος κύκλους σαν να ήτανε πάνω σε μια ορχήστρα, και μύριζε τόν αέρα γύρω–γύρω και εξηγούσε ότι δεν μπορεί να κυνηγήσει τό λιοντάρι αν δεν γίνει ο ίδιος λιοντάρι, ώστε να μπει στο κεφάλι του και να βρει πού θα πάει να κρυφτεί ή από πού θ’ αποφασίσει να παραμονέψει και μετά να τού ριχτεί : (και πρέπει να πω ότι) τά στριφογυρίσματα που κάνανε αυτοί οι δύο μαύροι σε κείνο τό χωράφι, δε θυμάμαι ποιανής χώρας, τά ’χω δει μονάχα σε σπάνιες παραστάσεις τραγωδίας (ας πούμε στους «πέρσες» – στην πρώτη όμως παράσταση τού «θέατρου τέχνης» και όχι τίς άλλες μετά από χρόνια που απλώς τή μιμήθηκαν)

η λέξη πήρε επομένως  στα ελληνικά, ίσως ακριβώς εξαιτίας τής μακρόχρονης χρήσης της, τελείως διαφορετικές σημασίες, εντέλει άκρως υποτιμητικές

κατά κανόνα πλέον σημαίνει τήν ξερή και πειθαρχημένη αντιγραφή μιας (ξερής και πειθαρχημένης) πραγματικότητας

(μια (καλή) ελληνίδα ηθοποιός όταν κάποτε θέλησε να υποτιμήσει μιαν άλλη (κακή) είπε : αυτή δεν είναι ηθοποιός, είναι μίμος : όσο κι αν ήταν πρόχειρη η διατύπωση τής σκέψης της (δεν φημιζόταν για τή φιλοσοφική εμβάθυνση τών σκέψεών της η λαμπέτη – δεν ήταν αυτή η δουλειά της εξάλλου) η λέξη που χρησιμοποίησε δείχνει τήν κατηφορική εξέλιξη που πήρε η έννοια «μίμηση» στα χρόνια μας)

(η σχολή τής φραγκφούρτης, από τήν άλλη, επιστρέφοντας τόν όρο «μίμηση» στην αρχική, βακχική, καταγωγή του, έδωσε στη λέξη και στην έννοια ένα χρώμα ψυχαναλυτικό, που δεν τό έχει όμως για όλους)

πάντως στις υπόλοιπες γλώσσες η «μίμηση», σα λέξη ξένη έμεινε στάσιμη – ακόμα και μορφικά, έμεινε στην καθαρεύουσα ως «μίμησις» – και στον έριχ άουερμπαχ δεν σημαίνει καθόλου τήν (διονυσιακή) μετάπλαση, αλλά τήν (ορθολογική) αντιγραφή μιας πραγματικότητας, όπως τό λέει κι ο ίδιος επανειλημμένα στο κείμενό του, και όπως τό λέει επί λέξει σχεδόν και στον τίτλο του (εδώ μάλιστα η ελληνική μετάφραση (για ν’ αρχίσω και τή γκρίνια) δυστύχησε, αλλά εξάλλου πολύ εξεπίτηδες μάλλον : διότι ο άουερμπαχ χρησιμοποιώντας στον υπότιτλο ένα παράγωγο τού γερμανικού ρήματος darstellen (που είναι τό ρήμα με τό οποίο (αυτοί) δηλώνουνε και τή θεατρική παραγωγή, ή ευθέως και τήν παράσταση) επιχειρεί γλωσσικά, και μάλλον καθόλου μυστηριωδώς, μια σύνδεση τής γερμανικής «παράστασης» με τήν ελληνική «μίμηση» : νά ένα παιχνίδι, θα ’λεγε κανείς αουερμπαχικότατο, τό οποίο ο έλλην εκδότης αποφεύγει, ίσως αδαώς, διαλέγοντας να βάλει τήν ουδέτερη ή ακινδυνότερη (νομίζει), εικόνα τής πραγματικότητας, από τήν ελαφρώς ή βαρέως απαιτητική, και ασφαλώς περιπλοκότερη, παράσταση τού ίδιου πράγματος ( : τής πραγματικότητας τήν οποία ο α. μονίμως αντιμετωπίζει σαν κάτι ακίνητο, αμετακίνητο και σαφές)

προσωπικά νομίζω ότι στον τίτλο ο άουερμπαχ είναι παραπάνω από ειλικρινής, και από εκεί ξεκινάν τά προβλήματά μας (τά δικά μου προβλήματα δηλαδή σε σχέση με τό βιβλίο του)

ο τίτλος λοιπόν καταρχάς, ας τό καταλάβουμε, ότι δεν είναι αυτός, ο ανώδυνος, που λέει η ελληνική εκδοχή (μίμησις : η εικόνα τής πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία) αλλά αυτός ο πιο περίπλοκος που λέει η γερμανική : μίμησις : η παράσταση τής πραγματικότητας κλπ (και ίσως, ακόμα πιστότερα, η αγγλική : η αναπαράσταση τής, κλπ) : πόσο πιο σύμπλοκα γίνονται όλα ξαφνικά – και σωστά : γιατί τού άουερμπαχ, με όλη του τήν εμμονή σε μια απλουστευτική (και εκνευριστική) διάσταση τού έργου τέχνης (τή «μίμηση τής πραγματικότητας»), αξίζει σίγουρα εκατό τοις εκατό να τού αναγνωριστεί η δυνατότητα για περιπλοκότητες και πολυπλοκότητες και λεπτολογίες ιδιαιτέρως σπάνιες γοητευτικές και πρωτότυπες, για όλη τήν υπόλοιπη σκέψη του.

 

 

 

 

Τό βιβλίο λοιπόν τού έριχ άουερμπαχ «μίμησις» είναι, ας τό πω επιτέλους, τό καλύτερο χειρότερο βιβλίο που έχω διαβάσει : δεν υπάρχει δηλαδή για μένα χειρότερο, διότι διαφωνώ μαζί του ως προς τό κέντρο τής προβληματικής του, τή βασική σκέψη που τό διέπει (ότι ακριβώς η τέχνη μιμείται τήν πραγματικότητα ή ότι προς τά εκεί πρέπει να τείνει) (και, ακόμα χειρότερα, ότι προς τά εκεί προσπαθεί, από καταβολής της, να τείνει), και συγχρόνως είναι για μένα «καλύτερο» γιατί έχει στοιχεία εξαιρετικά πρωτότυπα στη διαπραγμάτευση τού θέματός του – στοιχεία που δείχνουν ότι ο άουερμπαχ είναι στην πραγματικότητα ένας διχασμένος άνθρωπος – ανάμεσα στη γενική του φιλοσοφία για τό τί είναι τέχνη, και στην επιμέρους διορατικότητα – και τίς αναγνωστικές του ικανότητες – με τίς οποίες είναι σε θέση να βρίσκει λεπτότατες διακυμάνσεις στη σύνταξη, κι ακόμη και τίς λέξεις (και, μέσω αυτών, τίς έννοιες) μιας πρότασης

αλλά επειδή τό διάβασα στην ελληνική του μετάφραση (που βγήκε τό 2005 και «αναθεωρήθηκε» (χωρίς προσωπικά να έχω ιδέα τί ακριβώς αναθεώρησε) τό ’14) είμαι υποχρεωμένη να πω πως εδωπέρα μπαίνουν και κάποια άλλα προβληματάκια που σίγουρα δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο – ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν μ’ αυτή ακριβώς τή μορφή – ζητήματα δηλαδή μετάφρασης, όχι πια τού άουερμπαχ αλλά τών κειμένων που ο άουερμπαχ παραθέτει – κειμένων συχνά μεσαιωνικών, πάντως παντελώς άγνωστων στα ελληνικά (και ίσως και στις άλλες γλώσσες) που εδώ παρατίθενται σε μεταφράσεις, πολλές φορές απαράδεκτες (ο δάντης ας πούμε, στη μετάφραση τού καζαντζάκη, που απλώς δεν διαβάζεται (δεν βρήκαν καμιά άλλη μετάφραση τής «κωμωδίας» καλύτερη ; (νομίζω υπάρχουν)) : στο αρχικό κείμενο ίσως όλες τίς μεταφράσεις να τίς είχε κάνει ο ίδιος – αλλά κι εδώ έχουμε προβλήματα διότι προβλήματα ακριβώς είχε τό ίδιο τό αρχικό κείμενο –

 

 

 

 

μολονότι στους περισσότερους στην ελλάδα, και ίσως και αλλού, τό πιο αγαπημένο κεφάλαιο είναι τό πρώτο, για τόν όμηρο – δεν συμβαίνει τό ίδιο μ’ εμένα : δεδομένου ότι έχω διαβάσει σχετικά καλά τήν «οδύσσεια» (δεν λέω τό ίδιο για τήν «ιλιάδα») δεν μέ εντυπωσίασε και τόσο η διαπραγμάτευση στην «ουλή τού οδυσσέα» όσο τό κεφάλαιο έχει να κάνει με τόν όμηρο – για να μην πω ότι βρήκα εντελώς εκτός τού γούστου μου, στο 2ο μέρος τού κεφαλαίου, τό γεγονός ότι συγκρίνει τήν «οδύσσεια» με τή βίβλο, και συγκεκριμμένα με τό επεισόδιο από τή «θυσία τού αβραάμ»

(για να μην πω ότι, για μένα, πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από τό επεισόδιο τής τροφού τού οδυσσέα έχει η σκηνή με τόν εύμαιο τόν χοιροβοσκό του, και τό ότι ο όμηρος, απ’ τή στιγμή που μπαίνει στη σκηνή ο βοσκός, για πρώτη και μόνη φορά σε όλο τό έπος, διαπράττει κάτι κυριολεκτικά ανεξήγητο (κι αυτό τό αίνιγμα παραμένει, και δεν παίρνει απάντηση) αρχίζει δηλαδή να μιλάει, απευθυνόμενος σε δεύτερο πρόσωπο σ’ αυτόν τόν βοσκό (ο όμηρος ο ίδιος, όχι κάποια πρόσωπα τού έργου), κάτι που διαταράσσει εντελώς τήν (ήρεμη κατά άουερμπαχ ισορροπία) και φωτεινότητα τού έπους (ας αφήσουμε τό ότι δημιουργεί και μία ανεξήγητη ένταση (ένταση ακριβώς, τήν οποία ο άουερμπαχ – σε πλήρη σύμπνοια με τόν γκαίτε και τόν σίλλερ όπως αναφέρει επιμελώς – θεωρεί ότι απουσιάζει εντελώς από τό έργο – ενώ υπάρχει αντιθέτως στη βίβλο))

αλλά νομίζω ότι αυτή η σύγκριση, δίνει πολλά στοιχεία για τόν ίδιο τόν άουερμπαχ – διότι, πόσο ποτισμένος πρέπει να είναι ένας άνθρωπος με θρησκευτικότητα και χριστιανισμό, για να σκεφτεί να συγκρίνει τόν όμηρο με τή βίβλο ; (θα μπορούσε να τόν συγκρίνει τον «γιλγαμές», ας πούμε)

υπάρχει όμως ένα καλό εδώ : ότι ο α. μάς μπάζει κατ’ αυτόν τόν τρόπο, από τήν αρχή και κατευθείαν, χωρίς καθόλου να κρυφτεί ή να υποκριθεί, στο ένα από τά δύο κύρια και βασικά στοιχεία τής «ψυχοσύνθεσής» του (δεν ξέρω πώς αλλιώς να τό πω) : τή θρησκευτικότητά του δηλαδή

διότι υπάρχουν όντως δύο του χαρακτηριστικά που σαν τυφλοσούρτες θα μάς συνοδεύουν σ’ όλες του τίς αναλύσεις (όσο λεπτεπίλεπτες και ενδιαφέρουσες κι αν γίνονται στα επιμέρους) : τό δεύτερο απ’ αυτά τά χαρακτηριστικά του (που στοιχειώνουν κυριολεκτικά τή σκέψη του, σ’ όλη τήν έκταση τού βιβλίου) είναι κάτι που, πάλι δυσκολεύομαι να τό ονομάσω αλλά θα τό ’λεγα «κομφορμιστικό μαρξισμό» – ο συνδυασμός τών δύο (επιμόνως δεδομένης θρησκευτικότητας και εντελώς μηχανιστικού μαρξισμού) παράγει βέβαια ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερα αξιοπερίεργο που χρωματίζει τό βιβλίο από τήν αρχή μέχρι το τέλος, αλλά μειώνει και τήν αισθητική αξιοπιστία του

αυτά τά δύο πράγματα μ’ άλλα λόγια τά θεωρεί ιερά κι απαραβίαστα σαν ξεκίνημα, και με βάση αυτά κρίνει τόν γενικό προσανατολισμό τών κειμένων που αναλύει : τή σχέση που έχουν με τή χριστιανικότητα (όταν αναφέρεται, αλλά και όχι μόνο, στον μεσαίωνα), και τή σχέση που έχουν με τήν «ταξική δομή» τής κοινωνίας : πάνω σ’ αυτά μετά χτίζει τήν αντίληψή του για τήν «έγκυρη ή μη» μίμησή τους τής πραγματικότητας : η οποία πραγματικότητα είναι, κατόπιν τούτων, απολύτως σχεδόν σαφής μονοδιάστατη και ξεκάθαρη : δεν είναι δύσκολο να καταλάβει μετά κανείς πόσο μονοδιάστατη είναι συνεπώς η σκέψη του στον πυρήνα της – με όλες του τίς αναλυτικές επί τών κειμένων δυνατότητες, και με όλα τ’ άλλα του επιμέρους ταλέντα, και τίς ειδικές γνώσεις :

οι οποίες μας χαρίζουν – δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία γι’ αυτό – ένα πανόραμα κειμένων, απολύτως σημαντικών – και εν πολλοίς για τούς πολλούς (και τούς άσχετους, σαν κι εμένα) και άγνωστων και αξιολάτρευτων

όμως αυτή η μέθοδος του, να συγκρίνει (στην αρχή τουλάχιστον, γιατί από κάποια στιγμή και πέρα – από τόν μονταίνο και μετά, αν θυμάμαι καλά, τήν παρατάει) στο ίδιο κεφάλαιο δύο συγγραφείς ή δύο κείμενα, είναι πάνω απ’ όλα ενδιαφέρουσα όταν μεταφερόμαστε στον μεσαίωνα

επειδή οι σπουδές του, οι γνώσεις του, αλλά και η καρδιά του, όπως φαίνεται, είναι περισσότερο κοντά στα γαλλικά γράμματα, δεν τόν παρεξηγώ καταρχάς που δεν έπιασε καθόλου τόν γοδεφρείδο τού στρασβούργου και τόν «τριστάνο» του σ’ αυτήν τήν περιοχή – πράγμα που όμως δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα σε μένα (ειδικά σε μένα, που έχω τό θράσος να συγκρίνω τόν μεσαιωνικό γοδεφρείδο με τόν όμηρο) ως προς τήν σφαιρικότητα τής ματιάς του : καθώς βλέπω μάλιστα ότι περιλαμβάνει έργα τής ίδιας εποχής ελάσσονα, δηλαδή (μπορεί μεν) όχι λιγότερο σημαντικά, αλλά σίγουρα εξαιρετικά μικρότερης λογοτεχνικής αξίας – όπως τόν κρετιέν ντε τρουά και τό «άσμα τού ρολάνδου» : μια εντύπωση για έλλειψη σφαιρικότητας και για μονομέρεια που ενισχύεται και από τή συνέχεια τού έργου του

όμως πρέπει να πω ότι είναι τελικά υποχρεωμένος κανείς να τόν δει και με, λίγο δημιουργικότερη, συγκατάβαση : δεν είναι τό έργο τού άουερμπαχ μια αναδρομή και μια σύνοψη τής δυτικής (εννοεί ευρωπαϊκής) λογοτεχνίας στο σύνολό της : περισσότερο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια (κριτική – κατά τίς δυνάμεις του – που ορισμένες φορές παραείναι δυνατές) τών έργων τής ευρωπαϊκής ενδοχώρας που έχει διαβάσει και αγαπάει : Δεν πρόκειται για κανέναν «κανόνα» : κανόνας μπορεί να γίνει ο τρόπος ανάγνωσής του, στις καλύτερές του στιγμές –

και εδώ είναι η ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσουμε τίς δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή του κατά τό γράψιμο : όπως είναι γνωστό, και τό έχει πει και ο ίδιος, στην κωνσταντινούπολη που κατέφυγε για να γλιτώσει από τούς χιτλερικούς, δεν είχε τή βιβλιογραφία που έπρεπε, και που σίγουρα ήθελε – αυτό όμως τόν έκανε τελικά ακριβώς να γράψει τό βιβλίο – έστω και χωρίς παραπομπές – ή μάλλον, ακριβώς επειδή δεν είχε παραπομπές : διότι όπως ο ίδιος αφηγήθηκε «αν μπλεκότανε να γράφει σημειώσεις, μάλλον δεν θα έγραφε τελικά τό βιβλίο»*

αυτή όμως η ασφαλώς σκληρή πραγματικότητα, που ευθύνεται και για τή σκληρόκαρδη διαπίστωση, νά που είχε ένα ουσιαστικό, εσωτερικό, και πολύ γλυκύτερο, αποτέλεσμα : τό γενικότερο ύφος τού βιβλίου, που είναι μάλλον και τό μεγάλο του κατόρθωμα :

τό τεράστιας έκτασης έργο είναι γραμμένο σαν μια μονοκοντυλιά – κι αυτό αποτελεί ομολογουμένως σαφές τμήμα, και αίτιο, τής γοητείας του

 

 

 

 

και μερικά ειδικότερα τώρα (και ίσως επανέλθω κάποια μέρα αφού τόν διαβάσω καλύτερα ολόκληρον) : δύο κεφάλαια (που αφορούν τά μεσαιωνικά) μού άρεσαν πιο πολύ (ίσως γιατί δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτά, αλλά όχι μόνο : δεν ήξερα τίποτα και για τρία ή τέσσερα άλλα) : ένδειξη όμως για τό πόσο οι νεανικές του σπουδές (που ήταν πάνω στη ρομανική, λατινογενή γαλλική και ιταλική, γλώσσα) οδήγησαν στην επιλογή τών κειμένων του είναι τό ότι, από τά 20 κεφάλαια τού βιβλίου, τά μισά ακριβώς ασχολούνται με τόν μεσαίωνα (αν αφαιρέσουμε τά δύο πρώτα που αφορούν τήν πρώιμη και ύστερη αρχαιότητα – δηλαδή τόν όμηρο και τόν πετρώνιο) : με τό αμέσως επόμενο κεφάλαιο δηλαδή μπαίνουμε στον χριστιανισμό (πρόκειται για μια αφήγηση τού ιστορικού αμμιανού στην οποία, κατά πάγια αουερμπαχική τακτική παρεμβάλλονται συγκρίσεις με άλλους, κι έτσι έχουμε στην περίπτωση αυτή τόν απουλήιο (έχουμε και μια επιτροχάδην αναφορά, λόγω «μεταμορφώσεων», στον κάφκα) τόν τάκιτο, και εντέλει τόν αυγουστίνο (εδώ έχουμε και μια λέξη για τόν επίκουρο))

και αμέσως μετά, τό επόμενο είναι τό κεφάλαιο για τόν γρηγόριο τής τουρ λοιπόν, που μού άρεσε ιδιαίτερα – και λέγεται «σιχάριος και χραμνήσινδος» (τί ονόματα)

ο γρηγόριος αυτός ήτανε ένας άνθρωπος (γαλάτης και επιπλέον επίσκοπος) τού απολύτως πρώιμου μεσαίωνα (539–594) που βάλθηκε να γράψει ιστορία – τή ίδια στιγμή που ζει, χωρίς να τό ξέρει ακριβώς ο ίδιος, ανάμεσα σε δύο ιστορικά μεταίχμια : από τή μια στο σύνορο που βγάζει από τή ρωμαϊκή περίοδο στον μεσαίωνα, και από τήν άλλη στο σύνορο που βγάζει από τή δικιά του, μεροβίγγειο και σχεδόν άσημη εποχή σε κείνη τήν πιο ένδοξη τού καρλομάγνου : θέλει λοιπόν να γράψει ιστορία : τά λατινικά του όμως είναι φτωχά και – εδώ είναι μια από τίς γοητευτικές εκείνες γλωσσικές και υφολογικές αναλύσεις τού άουερμπαχ – στην ουσία μεταφράζει λατινιστί τή λαϊκή γλώσσα που μιλάει ο  ίδιος

τό ενδιαφέρον (και περίπου συγκινητικό) είναι ότι έχει επίσης ο ίδιος επίγνωση τής ανεπάρκειάς του σε όλα τά επίπεδα – και τό γλωσσικό και τό συγγραφικό – γι’ αυτό (και επειδή έχει όντως ιστορική συνείδηση – ασχέτως σε ποια γλώσσα – ) εκλιπαρεί τό μέλλον με τόν πιο συγκεκριμμένο τρόπο που ξέρει – απευθυνόμενός του δηλαδή κατευθείαν (λέει ο άουερμπαχ : «προσθέτει σε επίσημο τόνο τήν παράκληση να μην αλλάξουν οι μεταγενέστεροι τό κείμενό του ούτε στο ελάχιστο») : «Όποιος κι αν είσαι // όσο μορφωμένος και αν είσαι // και τό ύφος μου σού φαίνεται ακαλλιέργητο, ακόμα και σε αυτήν τήν περίπτωση, σέ εξορκίζω, μην καταστρέψεις αυτά που έγραψα»

είναι χρήσιμο πράγμα η επιβεβαίωση (μαζί με τήν κατάπληξη που θέλοντας και μη μάς προκαλεί) η απόδειξη, δηλαδή, μέσα απ’ τό πρωτογενές κείμενο ότι τήν εποχή τών χειρογράφων, πολύ πριν τήν τυπογραφία (για να μη μιλήσουμε για τήν εποχή τών ούτε καν χειρογράφων αλλά τής αμιγώς προφορικής παράδοσης, όπου η δύναμη τού «ποιητή / αναμεταδότη» μετατρέπεται σε απερίφραστη (ανα)δημιουργία, ενδυνάμωση ή κατακρήμνιση ενός «κειμένου»), ότι η δύναμη λοιπόν τού (ταπεινού) χειρώνακτα αντιγραφέα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τή σημερινή δύναμη τού εκτυπωτή τού εκδότη, ή και τού κριτικού : όταν ο γρηγόριος έχει υπόψη του ότι μπορεί (αλλοιώνοντάς τον) να τόν εξαφανίσουν καλά θα κάνουμε να σκεφτόμαστε πόσοι όντως αλλοιωθέντες εξαφανίστηκαν –

ο άουερμπαχ σκύβει με όλες του τίς ικανότητες πάνω στη γλώσσα τού γρηγορίου – διαβλέπει δηλαδή πως τό ψεύδος τών μέτριων έως κακών λατινικών του οφείλεται στην αλήθεια τής ζωντανής προφορικής «χυδαίας» γλώσσας που καραδοκεί νεογέννητη και ασφαλής, και για τό μέλλον νικηφόρα, πίσω και πέραν και εκτός τού χαρτιού : «τό κατ’ αίσθηση πραγματικό, που στον αμμιανό, υπό τήν πίεση τής ιεραρχικής τυραννίας και τού μακροπερίοδου λόγου, προβάλλει μόνο φασματικά και μεταφορικά, στον γρηγόριο μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα // ένα κατάλοιπο αυτής τής τυραννίας υπάρχει ασφαλώς στη φιλοδοξία του να γράψει οπωσδήποτε λατινικά με λογοτεχνικές αξιώσεις· η λαϊκή γλώσσα δεν είναι ακόμα άρτιο όργανο // και προφανώς δεν ανταποκρίνεται ούτε στις πιο ταπεινές ανάγκες λογοτεχνικής έκφρασης // παραταύτα υπάρχει ως προφορική γλώσσα // και ως τέτοια διαφαίνεται παντού στον γρηγόριο. Τό ύφος του μάς αποκαλύπτει ένα πρώιμο ίχνος τής αφυπνιζόμενης κατ’ αίσθηση πρόσληψης τών γεγονότων…»

η ιστορία λοιπόν που μάς αφηγείται αυτός ο γρηγόριος είναι ένα θαύμα προφορικότητας, ασάφειας, και «άτεχνης» αφηγηματικής τέχνης : επίσης είναι με λίγα λόγια ένας καυγάς (όπου (περιγράφει ο άουερμπαχ) : «γιατί δεν λέει ο γρηγόριος απλώς “ένας από τούς προσκαλεσμένους σκότωσε τόν υπηρέτη ; ” // τόσο διεξοδικά περιγράφει αυτό τό επεισόδιο, τού οποίου μόνο η έκβαση είναι σημαντική, ενώ αποσιωπά τό κίνητρό του, που θα ενδιέφερε οπωσδήποτε περισσότερο από τό γεγονός ότι ο υπηρέτης, προτού πεθάνει, έπεσε κάτω ! »)

επιπλέον, ισχυρίζεται ο άουερμπαχ, κανένας ιστορικός δεν θα αφιέρωνε στην ιστορία αυτή παραπάνω από μία γραμμή – αυτά όμως οφείλονται στο ότι ο γρηγόριος έχει πολύ μικρή αίσθηση τού ιστορικού του χώρου – και συνεπώς και τού χρόνου στον οποίο ζει – και τών σημαντικών γεγονότων που μπορεί να συμβαίνουν μέσα εκεί – κι όμως, πόσο μακρυά μπορεί να τό πάει ο άουερμπαχ τραβώντας τά συμπεράσματά του με τόν καλύτερό του τρόπο (ξαναπαραθέτω : «πόσο μικρός είναι ο ορίζοντας τού γρηγορίου // δεν έχει καν μια γενική εικόνα τής γαλατίας // δεν διαθέτει πολιτική άποψη // όλα μένουν στο στενό τοπικό επίπεδο, τόσο υλικά όσο και διανοητικά // από τήν άλλη μεριά ο γρηγόριος είχε δει με τά μάτια του τά περισσότερα απ’ όσα αφηγείται // έτσι τό έργο του βρίσκεται τόσο κοντά στα προσωπικά απομνημονεύματα όσο κανένα άλλο έργο ρωμαίου ιστορικού // μάλλον δεν είναι ανάγκη να εξηγήσουμε πόσο διαφορετική είναι η περίπτωση τού καίσαρα // όλ’ αυτά προδίδουν τήν προσπάθεια για μια άμεση μίμηση τών συμβάντων, κάτι που ποτέ δεν επιδίωξε η ρωμαϊκή ιστοριογραφία (ακόμη και τό επιδεικτικό ύφος τού αμμιανού δεν είναι μιμητικό)…»)

τά πλάγια είναι δικά μου ανωτέρω γιατί θέλω να δείξω : πρώτον, ότι η μανία του με τή μίμηση που μπορεί να είναι βαρέως προβληματική όταν μιλάμε για τήν τέχνη, όταν αντιθέτως μιλάμε για μια επιστήμη (εδώ, ιστορία) αντί να αποστεώνει τά νοήματα, δίνει στις προθέσεις τού αφηγητή ένα χρώμα απειθαρχίας, που τό κάνει να πλησιάζει τήν τέχνη : συνεπής με τήν άτυχη σκέψη του περί μίμησης λοιπόν, εδώ είναι σε θέση να διαγνώσει, επιτυχώς, πως η διάθεση τού γρηγόριου πλησιάζει  περισσότερο στον προυστ ή στον μονταίνιο (ο συνειρμός δικός μου) – που θα εμφανιστούνε μετά από εννιακόσια τουλάχιστον χρόνια – απ’ ό,τι στον ομότεχνό του (και πολύ κοντινότερο χρονικά) καίσαρα (ο συνειρμός δικός του)

τέτοιες είναι οι καλύτερες στιγμές τού άουερμπαχ κατά τή γνώμη μου

επιπλέον τίς, καθαρά συντακτικές, αναλύσεις του για τίς διαφορετικές χρήσεις και αποχρώσεις ενός συνδέσμου, τού «nam» (που ο γρηγόριος χρησιμοποιεί κάθε τόσο) τίς βρίσκω ιδιαίτερα απολαυστικές (ενδεικτικά : «τό nam στη λαϊκή λατινική // έχασε τήν αρχική εκφραστική του δύναμη // δεν είναι πια αιτιολογικός σύνδεσμος, αλλά δείχνει άχρωμα απλώς τή συνέχεια // ο γρηγόριος νιώθει ακόμα τήν αιτιολογική σημασία, τήν χρησιμοποιεί, αλλά με συγκεχυμένο και ανακριβή τρόπο // παρόμοιες χαλαρές εφαρμογές οδήγησαν τό nam να ατονήσει σταδιακά ως αιτιολογικό μόριο – εδώ πάντως η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει αλλά δεν ολοκληρώθηκε ακόμη // είναι αξιοσημείωτο ότι τέτοια  φαινόμενα, που τά συναντούμε πάντοτε στον προφορικό λόγο, εισχωρούν στον γραπτό λόγο ενός ανθρώπου όπως ο γρηγόριος τής τουρ, ο οποίος καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ήταν σημαντική μορφή για τήν εποχή και για τή χώρα του»)

τέτοιες γλωσσικές παρατηρήσεις είναι, θα μπορούσα να πω, τό φόρτε τού άουερμπαχ : τό ευτύχημα είναι ότι βρίσκονται παντού, διάχυτες μέσα στο έργο του : στην πραγματικότητα μάλιστα τό έργο του δεν θα ήταν απολύτως τίποτα χωρίς αυτές : γιατί ακόμα και στις χειρότερές του στιγμές, εκεί που λέει τρίχες στο αισθητικό ή τό «θεωρητικό» πεδίο, μια γλωσσική παρατήρηση τόν σώζει, απογειώνοντας όλο τό κείμενό του συνολικά

 

 

 

 

τό άλλο κεφάλαιο που βρήκα πολύ τού γούστου μου, τό επιγραφόμενο «η κυρία ντυ σαστέλ» αφορά κείμενο που έχει γραφτεί οκτακόσια χρόνια μετά – και χορεύει επομένως ένα καλό βαλσάκι με τό προηγούμενο, αφού μάς μεταφέρει από τήν αρχή τού μεσαίωνα στο τέλος του : δεν γειτονεύουνε όμως στο βιβλίο (μεσολαβεί τό «άσμα τού ρολάνδου», η «κωμωδία» τού δάντη, και κάτι άλλα ψιλά, για να φτάσουμε ώς τόν ανώνυμο κύριο εδώ)

ο οποίος δεν είναι ο αντουάν ντε λα σαλ από την προβηγκία, που έζησε κατά προσέγγιση από τό 1390 ως τό 1461, και στον οποίο είναι αφιερωμένο κυρίως τό κεφάλαιο [ αυτός ο ντε λα σαλ, καθώς ήταν ιππότης αυλικός και παιδαγωγός πριγκήπων, έγραψε κυρίως διδακτικά βιβλιαράκια : σ’ ένα πνεύμα όμως τελείως διαφορετικό, όταν γέρασε, έγραψε κι ένα κείμενο παρηγορητικό για μια κυρία που είχε χάσει τό παιδί της : κείμενο τό οποίο ονόμασε «η παρηγοριά τής κυρίας ντυ φρεν» και που ο άουερμπαχ κάνει τίτλο τού κεφαλαίου του υπό τό όνομα τής «κυρίας ντυ σαστέλ» (αυτή είναι ας πούμε τό τραγικό πρόσωπο τής ιστορίας) : πρόκειται για τήν ιστορία μίας σύγκρουσης δύο αρχόντων η οποία καταλήγει στην άγρια (και με ωμό ρεαλισμό (συνηθισμένον όμως, λέει ο άουερμπαχ,  στον μεσαίωνα) περιγραφόμενη) δολοφονία τού παιδιού τού ενός – ο άουερμπαχ εκτιμά ιδιαίτερα αυτό τό κείμενο – και έχει τούς λόγους του τούς οποίους εκθέτει πειστικά – ένας από τούς απλούστερους είναι ότι «αυτό τό ωραίο χωρίο είναι τόσο λίγο γνωστό» ] αν και τό κείμενο τού ανώνυμου (τό οποίο παρευρίσκεται στο κεφάλαιο σαν συμπλήρωμα, εκείνο τό συγκριτικό που ξαναβρήκαμε δίκην βίβλου στον όμηρο) και τό οποίο αρέσει τώρα σε μένα, αποδόθηκε επίσης στον ντε λα σαλ για μία περίοδο :

αυτός, ο τελικά όμως ανώνυμος, περιγράφει λοιπόν μια κρεβατομουρμούρα (η σκηνή δηλαδή διαδραματίζεται στο κρεβάτι)

λέει ο αφηγητής : “ο σύντροφος για τόν οποίο μίλησα θέλει να δοθεί στις χαρές και τίς απολαύσεις του”, η σύζυγος διαφωνεί : “αφήστε με τώρα, φίλε μου, δεν είμαι καθόλου στις καλές μου” “μα γιατί, καλή μου ; ” – “έχω σοβαρό λόγο, αλλά δεν θα σάς πω τίποτε, γιατί εσείς δεν λαμβάνετε καθόλου υπόψη αυτά που σάς λέω” – και η ιστορία συνεχίζεται με αυτόν τόν τρόπο : « – Καλή μου, τής κάνει εκείνος, πείτε μου, γιατί λέτε τέτοια πράγματα ; – Μά τήν αλήθεια, λέει εκείνη, δεν έχει νόημα να σάς τό πω, αφού και αν σάς τό πω, δεν θα δώσετε καμιά σημασία, και θα νομίσετε πως σάς τό λέω για άλλο λόγο – Λοιπόν τώρα σοβαρά, λέει εκείνος, θα μού τό πείτε. Και τότε εκείνη αρχίζει : Αφού τό θέλετε θα σάς τό πω. Όπως ξέρετε φίλε μου τίς προάλλες ήμουν σε κείνη τή γιορτή που μέ στείλατε σεις, και όπου εγώ δεν είχα και πολλή διάθεση να πάω. Όταν όμως βρέθηκα εκεί, δεν υπήρχε, νομίζω, ούτε μία γυναίκα, ακόμη και τής πιο χαμηλής σειράς, τόσο κακοντυμένη … » Και τό κείμενο πάει έτσι για δύο σελίδες

μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για κείμενο τού 1400 – αυτό που μού κάνει εντύπωση δεν είναι απλώς τό πόσο (ακόμα σήμερα, ναι) οικείο ηχεί αλλά και ο (κατά άουερμπαχ, κι εδώ οφείλω να σεβαστώ τή χρήση τής αγαπημένης του λέξης) «ρεαλισμός του» : τό βιβλίο αυτού τού ανώνυμου επιγραφότανε «οι δεκαπέντε χαρές τού γάμου» («les Quinze joies de mariage») και τό συγκεκριμένο, πρώτο διήγημα τής συλλογής, ο α. τό ονομάζει «επιθυμία για ένα καινούργιο φόρεμα»

για τόν άουερμπαχ λοιπόν τό διήγημα αποτελεί «ένα πολύ σημαντικό γραπτό μνημείο τής προϊστορίας τού νεωτερικού ρεαλισμού» και εδώ συμφωνώ, έχει δίκιο : μέσα από τόν αφηγητή ξεπροβάλλει αυτούσια η, και σημερινή, τάση να θεωρούνται όλα τά γυναικεία προβλήματα παιδαριώδη, να περιγράφεται με διάθεση χαλαρότητας και σάτιρας και η παραμικρή γυναικεία ματαιοδοξία – όταν οι αντρικές αντιμετωπίζονται σοβαρότερα ή γίνονται απολύτως σεβαστές – και να αποσιωπάται τό γεγονός πως τά περισσότερα «αιτήματα» τών γυναικών, από τότε και μέχρι τώρα, καθορίζονται με βάση τούς ρόλους που οι ίδιοι οι άντρες επιθυμούν για τίς γυναίκες τους (στην πορεία τού καυγά μαθαίνουμε ότι ο άντρας απορρίπτει τό αίτημα για αγορά καινούργιου φορέματος με τή δικαιολογία πως η προίκα τής γυναίκας του τού έχει προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία (λόγω δικαστηρίων που ακολούθησαν), η δε σύζυγος αναγκάζεται τότε να υπερασπιστεί και τήν προίκα και τήν πατρική της οικογένεια, και εντέλει να έρθει στη γελοία θέση να δηλώσει πως ήθελαν πολλοί να τήν παντρευτούνε όταν εκείνη συγκατένευσε να παντρευτεί τόν συγκεκριμένο, ο οποίος τής βγαίνει τώρα αχάριστος – η ένταση τής συζήτησης και (υποθέτουμε λογικά, και μάλιστα σα να τούς ακούμε) και οι ήχοι της, υψώνονται εξαιρετικά προς τό τέλος – όπου έχουμε επικλήσεις, απειλές θανάτου, υποχώρηση τού συζύγου («γυρίστε όμως προς εμένα και θα κάνω αυτό που θέλετε» «αφήστε με ήσυχη, δεν έχω καμία διάθεση» (λέει αυτή) «αν πέθαινα δεν θα αργούσατε να ξαναπαντρευτείτε» (λέει αυτός) «έτσι λέτε ; » (λέει αυτή) «μην τυχόν και μού λείψουν οι απολαύσεις που βρήκα σε τούτο δω τό γάμο…» και μερικά ακόμα, μέχρι που ο συγγραφέας ολοκληρώνει λιτά (ή πόσο αναμενόμενα) τήν περιγραφή τής γυναίκας, και τού όλου επεισοδίου, με τήν πρόταση : «και βάζει τά κλάματα.»)

δεν έχω διάθεση να κάνω φεμινιστικές αναλύσεις (οι οποίες, να ομολογήσω, μού ξεπηδάνε με άνεση και κατά συρροήν) με βάση αυτό τό καταπληκτικό κειμενάκι (που γράφτηκε, σύμφωνα με τον άουερμπαχ, όταν ο βοκκάκιος είχε μεν ήδη μεταφραστεί στη γαλλία, μάλλον όμως «δεν βρίσκει [ακόμα] μιμητές») συνεπώς, η σατιρική διάθεση τού ανώνυμου, είναι προφανώς όλη δική του : ένα πρώτο συμπέρασμα πάντως που εύκολα, και χωρίς ίχνος σατιρικής διάθεσης, μπορεί να βγάλει κανείς είναι ότι η «δυσφορία μέσα στον γάμο» είναι απείρως παλαιότερη τού φρόϋντ

τό παράπονο τής γυναίκας για «τίς χαρές που [δεν] βρήκε σε τούτο δω τόν γάμο» υπερβαίνει τήν ανάγκη για φόρεμα, και η επιμονή της να μην έχει διάθεση για σεξ, ακόμα και αφού ο σύζυγος συγκατανεύσει στην αγορά, υπαινίσσονται (όχι και τόσο υπαινικτικά) ότι μπορεί ακόμα και τό φόρεμα να ήταν πρόσχημα για τήν άρνηση – και η άρνηση, και όχι η σκέψη τού θανάτου, αυτό που τήν έκανε εντέλει να βάλει τά κλάματα : μήπως δεν είναι μια άλλη ονομασία για τόν θάνατο η (εξαναγκασμένη) άρνηση τής χαράς ;

ο άουερμπαχ παρατηρεί, ανάμεσα στ’ άλλα του σχόλια (όπως ας πούμε τό, πολύ ενδιαφέρον, ότι «ο τρόπος με τόν οποίο αντιδρά στο πρόβλημά της [ο άντρας] θα μπορούσε να δυσαρεστήσει και μια λιγότερο ανόητη γυναίκα»), και με όπλο τίς καθαρά υφολογικές του αναλύσεις (για τίς οποίες άνετα μπορεί να (ξανα)πεί κανείς ότι είναι σίγουρα οι καλύτερές του στιγμές) πως : μολονότι «τό αντικείμενο που πραγματεύεται η σκηνή τών Quinze Joyes – μια γυναίκα που στο κρεβάτι προσπαθεί να πείσει τόν άντρα της να τής αγοράσει ένα καινούργιο φόρεμα – ταιριάζει μάλλον στη φαρσοκωμωδία, εδώ γίνεται σοβαρό θέμα, και μάλιστα όχι χονδροειδώς // τό προσεγγίζει σοβαρά, τό πραγματεύεται ως πρόβλημα // έτσι τό βιβλίο του αποκτά έναν τραγικό χαρακτήρα // επιπλέον ο χαρακτήρας τού θύματος, δηλαδή τού άντρα, είναι πολύ ανελεύθερος // έστω και αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τή λέξη τραγικός πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι εδώ οι πρακτικές δυσχέρειες τού ανθρώπου στην καθημερινή ζωή έχουν βρει μια λογοτεχνική έκφραση που προηγουμένως δεν υπήρχε // τό καθημερινό πεδίο τής ζωής κρίνεται άξιο να περιγραφεί με ακρίβεια και σοβαρότητα…»

μού φτάνει προς τό παρόν η θλιβερή (αλλά δυστυχώς και οικεία) δυνατότητα που μού δίνεται να επισημάνω ότι, ένας τόσο καλός και διαβασμένος φιλόλογος μπορεί ταυτοχρόνως να είναι τόσο κακός ψυχολόγος ή ψυχαναλυτής ή απλώς συνηθισμένος άντρας, ώστε να θεωρεί τόν άντρα τής συγκεκριμένης ιστορίας – ταυτοχρόνως και στην ίδια πρόταση – και «ανελεύθερον» και «τό θύμα» τής ιστορίας – αλλά, είπαμε, εδώ δυστυχώς καμία έκπληξη

 

 

 

 

μετά τήν «κυρία ντε σαστέλ» φεύγουμε για τά καλά από τόν μεσαίωνα και μπαίνουμε, με τόν ραμπελαί, στην αναγέννηση : ακολουθούνε : ο μονταίνιος, ο σαίξπηρ, ο θερβάντες (τό κεφάλαιο, λέει, αυτό προστέθηκε τρία χρόνια μετά τήν πρώτη γερμανική έκδοση, όταν τό βιβλίο μεταφράστηκε στα ισπανικά – ποιος είπε ότι δεν κάνουμε και καμμιά ευγένεια άμα χρειαστεί –) και ακολουθεί ο μολιέρος με πλήθος «κλασικιστές» προς σύγκριση, ύστερα ένα κεφάλαιο (μίξερ πάλι από συγκρίσεις) : λα μπρυγιέρ–μπουαλώ–μπροσυέ–ρακίνα–κορνέϊγ και ίσως κι άλλους (δεν τό διάβασα ολόκληρο) – και ακολουθεί νέο μίξερ με αβά πρεβώ μαζί με βολταίρο (και άλλους), για να φτάσουμε στον γκαίτε που δεν συνονθυλεύεται με κανέναν (δείγμα μεγάλου σεβασμού, υποθέτω, τόν οποίο προσωπικά, αν έχει καμμιά σημασία, δεν συμμερίζομαι – πολύ περισσότερο που για τόν (ασυζητητί σημαντικότερον – κατά τή γνώμη μου) κλάϊστ διαβάζω ειρήσθω εν παρόδω μια πρόταση μόνο)

και στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο συνωστίζονται ο σταντάλ με τόν φλωμπέρ και τόν μπαλζάκ : μεγάλη του η χάρη βέβαια που ασχολήθηκε με τόν σταντάλ τόσο διά μακρών, αλλά νομίζω για τούς λάθος λόγους – έχω τήν εντύπωση δηλαδή ότι δεν κατάλαβε τίποτα από εκείνον αφού (εμφανώς) τόν συμπεριέλαβε μόνο από αυτήν τήν (κάκιστη) αντίληψη για τόν ρεαλισμό (αυτήν τήν υποτιθέμενη μίμηση, που έρχεται και επανέρχεται, τής πραγματικότητας…) (η ανάρτηση θα γινόταν (ακόμα πιο) ανοικονόμητη αν έκανα αποδελτίωση τών περιπτώσεων που έχουμε τή λέξη μίμηση σε σχέση με τή λέξη πραγματικότητα στο βιβλίο) – διότι αμέσως μετά εισέρχεται θριαμβευτικά ο ζολά με τούς αδελφούς γκονκούρ (κατώτεροι πεζογράφοι αμφότεροι και οι τρεις, όσο αφορά και πάλι τά γούστα μου) όπου και εδώ, ξανά, μέσω μίμησης και ρεαλισμού ξανασυναντάμε επιτροχάδην και τούς προηγούμενους –

ώσπου τέλος ο «μοντερνισμός» κατά άουερμπαχ συνοψίζεται σε προυστ και βιρτζίνια γουλφ – και εδώ τελειώνει τό όλον έργον.

 

 

 

 

χωρίς να έχω καμμιά απαίτηση από τόν οποιονδήποτε φιλόλογο να καταλαβαίνει πραγματικά από λογοτεχνία, και χωρίς να έχω διαβάσει τόν συγκεκριμμένο ακόμα ολόκληρον (με τήν προσοχή που θα έπρεπε και θα ήθελα), μπορώ να πω πάντως ότι οι αναγνωστικές επιλογές τού άουερμπαχ είναι (αφού πρώτα τόν πούμε τέρας μορφώσεως) μάλλον περιορισμένες : χρησιμοποιεί δηλαδή τήν τέχνη για να επιβεβαιώσει απλώς τήν άποψή του πως η τέχνη κατά βάσιν δεν υπάρχει παρά μόνο σαν μίμηση τής πραγματικότητας – δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου

και τό επιβεβαιώνει αυτό και με κάποιες ακραίες και ανεπίτρεπτες (ας μού επιτρέψει) παραλείψεις του – όπως στο κεφάλαιο για τόν σαίξπηρ : στο οποίο ασχολείται με τόν «πρίγκηπα χάρυ» (τόν άσωτο φίλο τού φάλσταφ και μετέπειτα ερρίκο τόν 5ο (κεφάλαιο επιγραφόμενο «ο κουρασμένος πρίγκηπας»)) – και επειδή βέβαια εδώ δεν τολμάει να συγκρίνει τόν σαίξπηρ με τή βίβλο (ενώ θα μπορούσε, υποστηρίζω, με τό επεισόδιο τού αβεσαλώμ (πιο ταιριαστά δηλαδή απ’ όσο ταιριάζει η σύγκριση τού αβραάμ με τόν οδυσσέα)), συγκρίνει σεμνά τόν σαίξπηρ με τόν σαίξπηρ : και έτσι, όταν, μετά τόν χάρυ, καταπιάνεται και με τόν μάκβεθ παραθέτει ολόκληρον τόν περίφημο εκείνο μονόλογο :

Τo–morrow, and to–morrow, and to–morrow,
Creeps in this petty pace from day to day,
To the last syllable of recorded time ;
And all our yesterdays have lighted fools
The way to dusty death. Out, out, brief candle !
Life’s but a walking shadow, a poor player
That struts and frets his hour upon the stage
And then is heard no more : it is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury
Signifying nothing.

που περιέχει δηλαδή ακριβώς τήν πρόταση η οποία αποτελεί και τόν τίτλο τού (καλύτερου βιβλίου τού) φώκνερ : κι όμως δεν τού περνάει καν απ’ τό μυαλό να κάνει εδώ μια από τίς συνήθεις συγκρίσεις του και να υπενθυμίσει, έστω επιτροχάδην, ότι αυτή είναι η πηγή για τόν τίτλο «η βουή και τό πάθος» στον φώκνερ : μα ίσως, ακριβώς, δεν τόν ξέρει καν τόν φώκνερ, ούτε επομένως και τό the sound and the fury – (βέβαια δεν υποτιμώ καθόλου τό γεγονός πως στον φώκνερ είναι ακριβώς που θα έσπαγε τά μούτρα του, και θα μπέρδευε τά μπούτια του ως προς τήν περίφημη μίμηση ρεαλισμού) : είναι όμως τόσο χοντρή αυτή η άγνοια (όσο άλλωστε κι εκείνη τού γοδεφρείδου τού στρασβούργου), που θέλησα ομολογώ να επιβεβαιώσω ότι τό βιβλίο είχε εκδοθεί όταν ο α. έγραφε : αλλά φυσικά και είχε εκδοθεί (εκδόθηκε τό 1929) και κατά σύμπτωση, αντίστοιχα, οι δύο (και μόνοι) «μοντέρνοι» που ο αουερμπαχ ξέρει, ο προυστ και η γουλφ, εκδόθηκαν αμφότεροι τό 1927 – άρα άμα θέλει ξέρει**

δεν θέλει όμως : γιατί εντέλει ο άνθρωπος ένας απλός – αν και προικισμένος – φιλόλογος είναι, όπως ακριβώς είναι καταβάθος και ένας απλώς εμμανής με κάποιες ηθικοπολιτικές αρχές που θυμίζουν, απ’ τή μια διαβασμένον ιεροκήρυκα, κι απ’ τήν άλλη έναν καταρρέοντα μαρξιστή σαν τόν λούκατς στα χειρότερά του : κι έχει μάθει να θεωρεί ότι η τέχνη, εκτός από ανύπαρκτη, είναι και όργανο μόνο : μιμητικό κάποιας πραγματικότητας η οποία – τί πλήξη – και πόσο εκτός τών βαθύτερων και καλύτερων ηθών της – πειθαρχία μόνο και υπακοή μυρίζει

θα άξιζε τόν κόπο (σκέφτομαι, με τίς δικές μου μονομανίες κι εγώ) να ερχόταν σ’ επαφή στη ζωή του κάποια στιγμή με τόν αντόρνο, και τό εκείνου (διάσημο πλέον) «όλα τά έργα τέχνης είναι αινίγματα κι αυτό είναι που έβγαζε απ’ τά ρούχα της ανέκαθεν τή θεωρία τής τέχνης» – αλλά και πάλι, νομίζω, ένα τόσο καλά ασφαλτοστρωμένο μυαλό, και μια τόσο γερά οπλισμένη ψυχοσύνθεση, δεν απογυμνώνεται από κανέναν και με τίποτα.

τού χρωστάμε πάντως ότι μάς γνώρισε μερικά παλιά κείμενα : και μάς γνώρισε κι έναν τρόπο γλωσσικής ανάγνωσης από τίς δημιουργικές : ας αναγνωρίσουμε ότι αυτά δεν είναι και λίγα : κι έτσι, ο καλύτερος χειρότερος, ναι λοιπόν.

 

 

 

 

 

σημειώσεις

*«Αν είχα επιχειρήσει», λέει επιλέξει ο άουερμπαχ στον επίλογό του, «να ενημερωθώ για όσα έχουν γραφτεί πάνω σε τόσο πολλά αντικείμενα, μάλλον δεν θα έβρισκα πια καιρό να καταπιαστώ με τό γράψιμο.»

**και μη μού πει κανείς ότι ο φώκνερ λόγω αμερικής δεν μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο : για «δυτική λογοτεχνία» μιλάει ο τίτλος, όχι για «ευρωπαϊκή» – κι αν τό πάρουμε κατά λέξη με τή γεωγραφία, ο φώκνερ χωράει στην δυτική τέχνη – ένα κείμενο από τήν ανατολή, όπως είναι η εβραϊκή βίβλος δεν χωράει

 

οι φωτογραφίες : 1, 2, 3, 4, 5, 6

οι γκραβούρες : 1, 2

 

 

 

 

 

 

Νοέμβριος 27, 2016

αϋπνία (προσχέδιο)

 

 

 

οταν δεν εχεις κοιμηθει δυο μερες, παυεις να θελεις να κοιμηθεις

σ’ αυτην την περιπτωση ολα σού φαινονται πανευκολα – ντοπαρεσαι και λες ο,τι σού κατέβη – σα ναχεις παρει διάφορα

ολα ειν’ απλά – απλως θα χρειαστουνε εκατομμυρια χρονια. Για να εχουν φυγει, οχι μόνο αυτοι που σκεφτονται ετσι, αλλά κι αυτοι που τους θυμουνται να σκεφτονται ετσι. Κι αυτοι που θυμουνται αυτους που θυμουνται.

συντομογραφικως επομενως :

η ουρα στην τραπεζα, κι αυτοι που το σκανε για να παν να κατσουν

ο κοσμος στον δρομο που μιλαει κινέζικα

συναντηση με την αστεγη, γυρισε στο σπιτι της μανας της κι εχει αδυνατισει

η αυστηροτητα των γιατρων, και το ξαφνικο τους γελιο

δύο αγορια στο καφενειο, το ενα σκυβει να πιασει αυτο που επεσε, το αλλο γελαει και σου το δινει

γυναικες που ερωτευονται καθως να καθαριζουνε κρεμμυδια

αντρες που ερωτευονται σαν να φοβουνται μηπως μπορεσουν

ομιλιες που διοχετευονται ανενοχλητες μεσ’ απ’ τα μακρια τουνελ της μακριας φυλακης

με κρυες φωνες που εξακολουθουν μεσα στη νυστα

αστειες λεξεις

σε εκατομμυρια χρονια οταν ολ’ αυτά θα τελειωσουν

ειν’ ολα ευκολα : λιγο γελιο

τοτε που ολοι δεν θα δουλευουν, κι ολοι θα γραφουνε σονέτα ή σεστίνες (και βιλανέλες)

και δεν θα υπαρχει γιατρος

και θα λανθανουνε ολοι ζωντας φανερα

οταν κανείς δεν θα θυμαται την εποχη που χρειαζοτανε υπνο

οταν κανεις δεν θα δουλευει για κανεναν πουστη και δεν θα υπαρχουν υπαλληλοι κομματα και γιατροι

οταν κανεις δεν θα κλαιει εξαιτιας κρεμμυδιων αλλά γιατι ετσι του αρεσει

οταν θα του αρεσει

οταν κανεις δεν θα μας θυμαται

οταν τα βιβλια θα ’ναι καλυτερα

επεξηγηματικως παλι :

σ’ ενα διαστημικο που’χα διαβασει οι συζητησεις γινονταν ψιθυριστα μεσ’ απ’ τους τοιχους μιας συνεχους φυλακης

και τα ταξιδια μ’ ενα βλεμμα που ελεγε «ελα», επρεπε ομως να το πειτε το «ελα» δεν αρκουσε να κοιταχτειτε ουτε μόνο να το σκεφτειτε

και πηδαγες τα χρονια σα σεστίνα ή σαν αγαλματακι κυκλαδίτικο που δεν διαφερει ο αντρας απο την γυναικα στο προσωπο

ουτε στο σωμα

οταν δεν θα υπαρχει τραπεζα

δεν θα χρειαζονται ψυγειο τα τροφιμα να μη χαλασουν

δεν θα χρειαζεται να κολλαω χαρτακι με τη θεραπευτικη αγωγη τής βλακειας που προεκυψε στο ψυγειο για να μη χαλαω τη σειρα

οταν δεν θα μας θυμουνται καθολου στον υπνο τους

(ηνωμενα βουστασια : η μαμα με τις φιλες της επιναν εκει σοκολατα βιενουα)

(χαρτακι στο ψυγειο : ουτε που θυμαμαι απο πότε εχει να γινει αυτο – μαλλον απο τοτε που ’μουνα μικρη και χρειαστηκε να γινει κεινη η εκτρωση – θυμαμαι τη διαστημικη εποχη που οι γυναικες που δεν θελουν να κανουν παιδια δεν εχουν γαμωτο περιοδο)

(οταν πρωτομπηκα στο ιντερνετ το πρωτο βλογ που επισκεφτηκα ηταν τα ηνωμενα βουστασια)

(η μνημη λειτουργει και σαν ενας σπορος κλειστος που τα εχει μεσα του ολα – μόνο που καμια φορα τον παραμελουμε και ξεθωριαζει εσωτερικως, και γινεται και σα νερο – πινουμε ομως και νερο)

 

 

 

πρωτη δημοσιευση

φωτογραφια colita

 

 

 

 

 

 

Αύγουστος 4, 2016

καλοκαίρι με παλτά / μικρή καλοκαιρινή ιστορία

 

 

 

 

θα παω (ελεγα, λοιπον) στο νησι που μια χρονια αγαπησα πολυ κι απο τοτε το ξεχασα. το ξεχασα χωρις να το ξεχασω. ηταν αξεχαστο γιατι σε κεινο το νησι επιβεβαιωσα εντελως και τη θεωρια μου, οτι οι αντρες μάς μιλανε μόνο και μόνο γιατι μας θεωρουν δοχειο (νυκτος ή ημερας δεν εχει σημασια) (πορσελάνινο ή πλαστικο δεν εχει σημασια), παντως δοχειο για να μηρυκαζουν, και εν συνεχεια να απορριπτουν, τις ζωες τους. δεν χρειαζομουνα το νησι για να το επιβεβαιωσω, ειχα τον καλυτερο μου φιλο που μπορουσε να μιλαει για βδομαδες χωρις διακοπη, κι οταν μιλουσε ο αλλος, κοιτουσε το ρολοϊ του – καμια φορα μαλιστα ελεγε και το καταπληκτικο «μου το ’χεις ξαναπει αυτο», ποιος ; αυτος που διηγοταν τις ιδιες ιστοριες ακαταπαυστα και ακουραστα – αλλά το ειχα αρχικα αποδωσει σε συγγραφικη ιδιομορφια (οταν γνωρισα αλλους απο την οικογενεια καταλαβα οτι ηταν απλως οικογενειακο ελαττωμα – κι αυτο οσο κι αν θελω δεν μπορω να το συχωρεσω – τους ανθρωπους που δεν διορθωνουν τα κληρονομικα τους ελαττωματα καταβαθος τούς περιφρονω : κι ομως αυτος ηταν ο καλυτερος μου φιλος. η ζωη μας ειναι γεματη παγιδες και αντιφασεις).

ομως εκεινον τον αυγουστο που θα πηγαινα μόνη μου στο νησι θα επιβεβαιωνα τη θεωρια μου με τον πιο γελοιο τροπο – δηλαδη με τον πιο γελοιο ανθρωπο – παρ’ ολο που το πραγμα συνεβη τη νυχτα κατα την οποια συνεβησαν και πραγματα εξωτικα και ολως εξαιρετικα. αρχικα λοιπον κι ενω ειχα κατσει εξω–εξω σε μια μικρη μπαρα για να κοιταω τη θαλασσα (δεν ειχε σκοτεινιασει ακομα εντελως) ηρθε απροσκλητος και μου κολλησε κεινος ο βλαχος ο γελοιωδεστατος κι αρχισε να μου αφηγειται τη ζωη του, καθήμενος απεναντι μου και ξεκινωντας λες και γνωριζομαστε κι απο πριν, και να μου κανει και υποδειξεις για τη δικια μου ζωη – το ιδιο εκεινο βραδυ ομως που τον ξεφορτωθηκα και χωθηκα βαθυτερα, στην πιο μεσα μπαρα του μπαρ, θα ’ρχοντουσαν να με βρουνε και κεινοι οι δύο. μού ειναι αδυνατον να θυμηθω τί μού ειπε ο βρωμικουλης, αλλά μού μίλαγε λες και τού ειχα δωσει καμιά αδεια, και δύο πλεον μόνο πράγματα θυμαμαι καλα – ενα απ’ τη μεση κι ενα απ’ το τελος τής παρλαπίπας – διοτι ηταν και τα δύο εξαιρετικα : οχι, το ενα δεν ηταν απ’ τη μεση, ηταν σχεδον στην αρχη, σχολίασε τον τροπο μου στην αμμουδια ο βλακας, διοτι κεινη τη μερα εχοντας ξεχασει να παρω μαζι μου πετσετα και ψαθα βγαινοντας απ’ το νερο ξαπλωσα πανω στο μπλουτζην μου, αφου το εστρωσα πρωτα καλα, και η συγκεκριμενη αμμουδια οντας η μονη για τους τσίτσιδους στο νησι ητανε πηχτρα, και προφανώς καπου βρισκοτανε ο πανιβλαξ και με κοιταζε, κι ετσι λοιπον δεν ειχε αρχισει ακομα καλα–καλα να μιλαει και πεταξε την πρωτη του σοφια «ηταν πολυ ωραια ετσι που ξαπλωσες πανω στο μπλουτζην σου, αλλά να μην το ξανακανεις γιατι μπορει να παρεξηγηθεις». απο ποια γκράβαρα ειχε κατεβη ο μπασμενος (ηταν και λιμος και κοντος) και ποιος του’δωσε το δικαιωμα να κατσει μπροστα μου, ετσι που μου ’κοβε κιολας τη θέα και δεν μ’ αφηνε και να πιω και με την ησυχια μου ; εχω μαθει να ταξιδευω συχνα μόνη και ξερω ολα τα προβληματα, ομως τα προβληματα συνηθως ειναι άλλα και οχι να κατσει απροσκλητος ενας μπουφος στο τραπεζι σου και να σου διηγειται τη ζωη του και να σου κανει και υποδειξεις – τον αφησα να μιλαει πετωντας του πού και πού διαφορα ειρωνικα χμ και χμ τα οποία εν τη ρυμη και τω κατακλυσμω τού λογου του ουτε που τ’ ακουγε, ουτε και που τα καταλαβαινε, και στο τελος επειδη κατεβηκα απ’ το σκαμνι κι ετοιμαζομουνα να φυγω, εκανε το αλλο, πολιτογραφημενο εντελως σ’ αυτου του ειδους τον πληθυσμο : προσποιηθηκε οτι ο χωρισμος γινοταν απο δική του επιθυμια και επιταγη και πεταξε το υστατο μεγαλειωδες : «θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες αν δεν επρεπε να φυγω τωρα, αλλά πραγματικα θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες». το ον νομιζε οτι ετσι μου ’κανε και φιλοφρονηση προφανως. πηγα πιο μεσα να κατσω και να πιω με την ησυχια μου στο βαθος τού μπαρ κοιταζοντας τους καθρεφτες.

τοτε (κι αφου ειχε σκοτεινιασει για τα καλα) ξαναρθανε οι ψυχαναλυτες. «ξαναρθανε» θα πει ξαναρθε ο ενας που τον ειχα ζησει στο καραβι, τους αλλους δεν τους ηξερα (η μια ηταν γυναικα, αυτη γρηγορα αφαιρεθηκε και πηγε αλλού), κι ο αλλος που δεν τον ηξερα ηταν αυτος ουσιαστικα που ηρθε. περιεργο, διεσχισε ολη την εκταση του μπαρ εις βαθος (πλατος δεν υπηρχε) κι ηρθε και κουρνιασε πλαϊ μου με τον πιο περιεργο τροπο, κουρνιασε σαν παλιος φιλος, σαν πουλι, σαν παρηγοριά, δεν ξερω πώς το λενε αυτο, κουρνιασε παντως μ’ εναν τροπο που εδιωξε ολα τα κακα, και ουτε μιλησε ουτε τιποτα άλλο για λιγο, μόνο ακουμπησε σχεδον τον εναν ωμο του στον ωμο μου και σχεδον αγγιχτήκαν τα κεφαλια μας και ηταν ομορφος πολυ. μεχρι που ηρθε και ο αλλος, αυτος που τον ειχα ζησει στο καραβι και σταθηκε λιγο πιο πισω αυτος κι εβγαζε το μπουφαν του, και τοτε ο ψηλος κι ο ομορφος (κι ο αλλος απο το καραβι ομορφος ηταν, αλλά ητανε λιγο κοντοχοντρος, και εξαυτου πολυ σεξυ) και μου ειπε «εμεις εδω ξερεις ειμαστε ψυχαναλυτες» «ολοι ; » τού λεω – «ολοι», μου λεει, – και τοτε ειπα να τον γελασω λιγο και του ειπα «τοτε να φοραμε τα παλτα μας σιγα–σιγα και να φευγουμε» και τοτε υψωσε τη φωνη και φωναξε στον αλλον που ακομα ηταν πισω μου «ακους τι λεει ; να φορανε τα παλτα τους λεει σιγα–σιγα και να φευγουνε» και γυρισα και γω να κοιταξω τον αλλον, να δω αν με θυμοτανε απο το καραβι, κι αυτος φτιαχνοντας τα μανικια τού μπουφαν του και κοιτωντας τα εξεταστικα με τα ματια χαμηλωμενα ειπε «να βγαζετε τα παλτα σας και να μενετε» – κι αυτα γινανε, κι ετσι πιασαμε την κουβεντα.

καταλαβα οτι με θυμοτανε απο το καραβι και πώς θα μπορουσε να μη με θυμαται, γιατι καθομαστε σε δυο παγκακια που ειχαν κοινη την πλατη και αυτος μεν μιλουσε με κατι γαλλους εγω δε με κατι παιδια που πηγαινανε για μυκονο και κάθονταν στα αντικρυνα μου παγκακια και μόνο αργοτερα ηρθε και καθισε στα ποδια του δικου μου τού παγκου (που δεν χωραγε κιολας, γιατι ειχα φορεσει το σληπινγκ μπαγκ κι ημουνα ξαπλωμενη καταμηκος) αλλά αυτος ο βλαχος ηρθε να κατσει στα ποδια μου και δεν πηγε να κατσει με τα παιδια που ητανε γκαιη και βαλθηκε να με στριμωξει και να μπει στην κουβεντα και ειχε κι ενα σκυλακι φλώρικο, και αρχισε να λεει οτι δεν του αρεσουν οι γατες και τοτε πηρα τελειως αναποδες κι αρχισα να τον κοροϊδευω κι οσο αυτος ελεγε «καθολου δεν μ’ αρεσουν, τις πειραζεις κι αυτες βγαζουνε αμεσως νυχι και σου κανουν ετσι» κι εγω του ελεγα με ειρωνεια «ενω εσεις, μολις σας επιτεθει ανθρωπος αμεσως του χαμογελατε και γυριζετε και το αλλο μαγουλο» αλλά ο στουρνος οπως ολοι οι στουρνοι δεν ακουγε τι του ελεγες, απλως ελεγε αυτος τα ιδια και ακουγε μόνο τον εαυτο του, και μενα το αλλο μου αυτι ητανε γυρισμενο και προς τα πισω εκει που ο γεματουλης μιλουσε γαλλικα κι ελληνικα αναμιξ, με κατι γαλλους, κι ειχε βαλει και το μπρατσο του πανω στην πλατη του παγκου κι ετσι το χερι του ηταν ριγμενο στη μερια μου σα να θελει να μου πει, και το κοιταζα γιατι ητανε πολυ ωραιο χερι, και στη διαρκεια της νυχτας που ολοι κοιμωνται κι ειναι η καλυτερη μου και μενω ξυπνια στο καταστρωμα για να τους χαζευω, τον ειδα απ’ τη μια στιγμη στην αλλη να ξεφυτρωνει ακινητος σε εναν στυλο του καραβιου και να κοιταει μονόπαντα και τοτε συνειδητοποιησα οτι ητανε κοντοχοντρος αλλά δεν επαυε να μου αρεσει, μολονοτι δεν ημουνα σιγουρη οτι ηταν αυτος, γιατι ειχε πολυ σκοταδι σ’ αυτο το μερος. αλλά το οτι ηταν εντελως προσηλωμενος μού αποδειχνε οτι ηταν αυτος. Και ηρθε πολυ φυσικο να μιλησουμε για το καραβι και κεινος πρωτος μου ειπε κοιταζοντας με απο τον καθρεφτη «ωραια το παλευες με τον βλαχο, αλλά δεν επαιρνε χαμπαρι αυτος, αχρηστο πηγε» κι εγω του ειπα για να διωξω τη χαρα μου επειδη ειχα χαρει που με προσεχε «αλλά κι εσυ καημενε, σου ειπε ο κακομοιρης ο γαλλος ‘αερολιμανι’ και τον αποπηρες τοσο» γιατι οντως μιλαγανε καποια στιγμη για αεροδρομια και ο γαλλος εφτιαξε αυτη τη λεξη και μου ’κανε εντυπωση πόσο αναισθητα και  κοφτα τον διορθωσε αμεσως ο αλλος : οχι, αεροδρομιο, ουϊ αεγοδγομιο, ειπε κι αυτος ντροπιασμενος, και εγω του το κρατουσα. κι αυτος μου ειπε τοτε αμεσως «α, δεν εχω υπομονη τωρα πια» κι υστερα, στριβοντας απ’ τον καθρεφτη και κοιτωντας με ειπε «εισαι παρατηρητικο κοριτσι ομως» και «αυτο ελειπε» ειπα εγω, και γελασαμε. και οπως τους ειχα τον εναν απο αριστερα και τον αλλον απο δεξια σκεφτομουνα τι ωραια που θα ηταν να συνεχιζαμε και στο κρεβατι ετσι αλλά δεν το συνεχισα γιατι ηξερα οτι δεν γινεται, δεν συνεχισα τη σκεψη δηλαδη γιατι ηξερα οτι αν συνεχιζα τη σκεψη θα γινοτανε εντελει και πραξη, και ξερω πως αυτο δεν γινεται, δηλαδη οχι οτι δεν γινεται καθολου (γινεται και παραγινεται) αλλά με ανθρωπους τετοιους που ειναι και αστοι αλλά και καλλιεργημενοι μαζι και μαζι σ’ ενδιαφερουν κιολας και οι δύο, αμα γινει, αμεσως το πραγμα (θελουμε – δε θελουμε) μετατοπιζεται ξαφνικα σε αλλη πλατφορμα – και α, δεν μ’ αρεσει καθολου αυτη η πλατφορμα, ειναι μια πλατφορμα που καταβαθος βρωμαει το παρκε της κατι σαν αλλοιωση σαν περιφρονηση και δεν ειχα καμία διαθεση να τα μυρισω αυτα τωρα, ασε που αν δεν βρωμησει αλλοιωση και περιφρονηση θα βρωμησει ερωτες και τσακωμους, πραγματα εξισου δυσκολα για τα οποία δεν αντεχα τωρα, κι ετσι αφησα τον ψηλο να κανει λιγο πισω και κρατησαμε τα κρεβατια μας χωριστα σαν καλοζυγισμενα χωραφακια.

και να που τωρα ο χοντρουλης που η νυχτα μαζι του ηταν τοσο απογειωμενη, κι ειχε και ολα τα παραφερναλια που πρεπει να ’χει μια ωριμη νυχτα, εχει φυγει πηγε ο χαζος και πεθανε, και ο ψηλος ειναι φιλος μου

 

κι ετσι λοιπον σκεφτομαι να ξαναπαω στο νησι

 

 

 

 

(ελαφρα προσαρμοσμενη παλια αναρτηση στο φεϊσμπουκ – εξαλλου γι’ αυτο δεν μπορω να σας τη στειλω μετα της ημερομηνιας ουτε και των σχολίων – δεν πειραζει (ενα απο τα θλιβεροτερα χαρακτηριστικα τής ζουκεμβέργιας εφευρεσης ειναι να χανονται αλυπήτως τα παλαιοτερα – : αμερικάνικος θετικισμος : «η μερα κι ο αιωνας, ειναι η στιγμη» ( : εγω κραταω αντιγραφα απλως…)))

 

 

 

 

 

 

Απρίλιος 25, 2016

μεθ’ υμων με θυμον μετα θυμου και ανυποληψεως

 

 

 

βρεθηκα χτες το απογευμα στο κολωνακι και φοβαμαι οτι θα φανω μιζερη και μικροψυχη με τη σημειωση που θα κρατησω τωρα αλλά δεν ειναι αυτος ο σκοπος, για την αφελεια μου θελω να μιλησω και για το πώς ακομα εκπλησσομαι μερικες φορες μολονοτι κατα βαση τιποτα πλεον δεν με εκπλησσει λεω, λοιπον δεν ηταν εντελως τυχαια που βρεθηκα, βασικα ηταν μια μερα με πολλες δουλειες και οταν εχω πολλες δουλειες ο κανονας ειναι παντα να περναω στο τελος κι απο το χωριο μου, ετσι το λεω γιατι εκει οντας η πατρογονικη μου κληρονομια και η παιδικη γειτονια μου, και μολονοτι απο μικρη την απαρνηθηκα και την εγκατελειψα ασπλαχνα (για τη μαμα μου τουλαχιστον) δεν εχω ομως κι αλλο χωριο, οπότε όποτε πολλα να κανω εξω εχω, εκει πηγαινω στο τελος για δουλειες και για ψωνια και στην αρχη εκανα οντως μερικα ψωνια, επρεπε να παρω κι ενα δωρο για μια φιλη μου, πηρα και κατι κρεμες σωματος και προσωπου (ενα απ’ τα πραγματα που μου ’μαθε η μανα μου ηταν οτι οι γυναικες δεν πρεπει να φοβωνται να φροντιζουν το δερμα τους – και εδω που τα λεμε αυτο ειναι σωστο, και ειναι καλό που μου το ’μαθε μόνο που δεν το ’κανε για μενα, αλλά ειχε η ιδια εναν μεταφυσικο φοβο για τα ασχημα γεραματα στη ζωη ολων – και τη ζωη της) πρωτα κρεμες λοιπον, και μετα στο ωραιο μαγαζι για σοκολατακια, κι ισως και κατι αλλο ακομα που τωρα δεν το θυμαμαι, και εμεινα λοιπον βασικα καταπληκτη με τον καταπληκτικο τροπο που βρηκαν τοσο γρηγορα οι επιχειρηματιες να φοροδιαφευγουν παλι – ενω στην αρχη δηλαδη τού μετρου ολα τα μηχανηματακια για να πληρωνεις με καρτα δούλευαν, σιγα–σιγα ανακαλυψα οτι βρηκαν παλι οι απατεωνες (ολοι οι επιχειρηματιες στη χωρα κατα περιεργο τροπο ειναι απατεωνες) εναν τροπο να ξεφευγουν – την αρχη την εκανε το υποκαταστημα τού οτε (που δεν δεχοταν την καρτα μου με τιποτα, ενω η καρτα μου δεν ειχε, οπως αποδειχτηκε αργοτερα, κανενα προβλημα) και μετα, χτες για την ακριβεια, σε κανενα μαγαζι πια η καρτα μου δεν δουλευε : ενω δουλευε μια χαρα οταν πηγα στο ατιμί (εγω ατιμί το λεω, και οι πωλητριες ειδικα, οταν το ακουσουν κοιτανε πολυ ειρωνικα, κι αυτο με διασκεδαζει εγω αντιθετα τις κοιταω με αγαπη και οικτο) και σηκωσα τα λεφτα που δικαιούμουν και επρεπε, κι ομως στα μαγαζια που πηγα ολα μού ειχαν βγαλει την καρτα σκαρτη, αλλά σκαρτο ηταν το μηχανημα τους γιατι βρηκαν εναν τροπο δηλαδη να του κανουν καποιο κολπο και να το αχρηστευουν – κι αυτες ειναι οι στιγμες που ευχεσαι κατι αστειο κινηματογραφικο, να βρεθουνε ας πουμε πολλες πελατισσες μαζι την ιδια ωρα στο ιδιο μαγαζι και να χαρειτε την αμηχανια και την ντροπη τους των απατεωνων, αλλά ποτέ δεν γινονται αυτα, πληρωσα τοις μετρητοις, και βρηκαν παλι τροπο να φοροδιαφευγουν κι αυτο με θυμωνει πολυ, η ιδεα οτι νομιζουν οτι μπορουνε να κοροϊδευουν κι οτι νομιζουν οτι οι υπολοιποι ειμαστε ηλιθιες –

και καθως περιφερομουνα απο τη σκουφα στην πατριαρχου ιωακειμ και παλι πισω για να σηκωσω λεφτα απ’ την τραπεζα και να συνεχισω τις δουλειες μου προσεξα κατι πολυ περιεργο, εναν τροχονομο να ρυθμιζει την κινηση – και μου φανηκε πολυ παραξενο γιατι δεν χρειαζοτανε τροχονομος εκει, υπηρχαν φαναρια, και ποτέ δεν στεκοταν τροχονομος σε κεινο το σημειο – και καθως μού ειχε περασει πια ο θυμος και ειχαν τελειωσει οι δουλειες μου και ξαναπηγαινα στη σκουφα για να κατσω στο καφενειο να πιω εναν ωραιο καφε, επειδη ειχα ηρεμησει πια και εβλεπα λογικοτερα και καθαροτερα, ειδα οτι υπηρχαν κι αλλοι τροχονομοι, τι στα κομματια, δυο–δυο και τρεις–τρεις μαζεμενοι, για να κανουν παρεα ο ενας στον αλλον ητανε, τί ητανε, ηρεμοι ητανε, διαδηλωση δεν γινοτανε – δεν υπηρχαν φωνες, μεγαλη ησυχια επικρατουσε, και οπως ανεβαινα προς το καφενειο εβλεπα τη σκουφα αδεια δεν υπηρχαν αυτοκινητα μεχρι που ενα μπουλουκι κοσμος φανηκε στο βαθος σταματημενος σαν να περιμενε, πολυ περιεργος κοσμος, δεν ηταν διαδηλωση, κοσμος καταμαυρος, ολοι μαυροι, τί διαολο, πολυ μού εξαπτεται η φαντασια σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και μια γριουλα ηταν εξω απο την εβγα και κοιταζε κι αυτη προς τα πανω προς τον κοσμο οπως και αλλοι σκορπιοι στα πεζοδρομια κοίταζαν προς τα πανω προς τον αη διονυση και της λεω με συγχωρειτε μηπως ξερετε τι γινεται, και μου λεει η κηδεια τού αρσενη, και ετσι καταλαβα και ησυχασα – διοτι οταν η κατασταση ειναι αγνωστη ολα ειναι δυνατα, αλλά οταν παρει ενα ονομα, οι δυνατοτητες περιοριζονται, και ετσι μπορεις να κάνεις σχέδια ανετα απεναντι στην πραγματικοτητα, να κανονισεις κι εσυ την πορεια σου και να πας να πιεις ησυχα εναν καφε – αλλά αναγκαστικα θα πλησιαζα πολυ τον ησυχο και ακινητο αυτον κοσμο γιατι το καφενειο μου ειναι εκει κοντα και ετσι αρχισα να παρατηρω, καταρχας πόσο ακινητοι ητανε, και κατα δευτερον πόσο πολυ κολωνακιωτες ητανε και ντυμενοι με τα καλυτερα τους, και κατα τριτον πόσο αμηχανοι ητανε απεναντι στο γεγονος μιας συναθροισης, δεν ητανε ατομα συνηθισμενα να βρισκονται ολοι μαζι σαν πληθος, το πληθος τούς ξενιζε, σαν να ηθελε ο καθενας να κανει επιδειξη σε πασαρελα τού εαυτου του, και επιδειξη ολης της υποβοσκουσας εχθροτητας, αντιπαλοτητας, μίσους, απανθρωπίας, διαχωρισμου, οπως σε μια επιχειρηση, εβλεπα δηλαδη τους επιχειρηματιες μαζεμενους, ολους αυτους που φοροδιαφευγουν, ολους αυτους που ’χουν τα μαγαζια που με κοροϊδευουν, ολη αυτη τη ζωη που σιχαινομαι : και ομως ολοι αυτοι πενθουσαν, ειχαν τωρα ολοι δικαιωμα να γινουνε σεβαστοι, μού θύμιζαν επισης το πασχα στην εκκλησια του αγιου νικολαου ή στη ριζαρειο οταν ημουνα μικρη που διασκεδαζα με την επιδειξη κουστουμιων φορεματων και θλιψης και τα δηθεν κατηφή ύφη στον επιταφιο και τα μετρημενα δηθεν χαρουμενα πανω–κατω τής λαμπαδας στην ανασταση, και τα κουνηματα τού κεφαλιου και τους ευγενικους και μετρημενους χαιρετισμους τού ενος οικογενειαρχη προς τον αλλον, και τα υποτονθορισματα και ψιθυρισματα που ομως ακουγοντουσαν περιφημα και παντα, απο εμας τα παιδια, του καθενος προς τη γυναικα του, εκεινος ειναι ο ταδε, αυτος ειναι ο αλλος, τι κανετε κυριε προεδρε, χαιρετε κυριε διοικητα, ω αγαπητε μου, υπηρχαν και μερικοι καθηγητες πανεπιστημιου που χρησιμοποιουσαν ακομα και δοτικη, καταλαβες αγαπητε μοι, τι γελιο που καναμε, παραλιγο να φαμε και ξυλο σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και τελος παντων εγω θα πηγαινα για καφε – και οταν ηρθε ο καφετζης τού λεω με κοινωνικο υφος, ουτε που ξερω ακριβως γιατι, ειναι η κηδεια του αρσενη ε ; και μου λεει κι αυτος πολυασχολος κοιτωντας προς τη γωνία της σκουφα ναι τωρα μολις εφυγε ο τσιπρας – και τοτε επαθα τη δευτερη κριση θυμου και μού ηρθε νταμπλας και θυμηθηκα επιπλεον και τη μαυρη γυαλιστερη υπερκουρσα που αποχωρησε μολις πριν, με τους μαυρους γυαλιστερους τροχονομους μαζεμενους πεντεξη τριγυρω της που κουνουσανε και σα μαριοντετες τα χερια

και οφειλω να εξηγησω οτι δεν εχω τιποτα εναντιον του συγκεκριμενου ανθρωπου που πεθανε και ουτε μου ηταν ιδιαιτερα αντιπαθης, και τα κατσε καλα γερασιμε εγω τα ακουγα σαν πολυ πληκτικα και βερεσε διοτι ειναι η φυση τω πραματω τετοια που αποκλειεται οποιαδηποτε κινηση στα παιδευτικα πλεον να γινει, εδω και ετη πολλα, χωρις να σηκωθει σκονη και βουητο και χαλασμος και κουρνιαχτος – και ουδεις ξερει πλεον τι πρεπει ή τι δεν πρεπει να θελει να γινει ή για ποιο λογο να φωναζει ή αντιθετως να καθεται καλα, και τα παιδια ειναι λογικο πλεον να φωναζουν ακομα και ανευ λογου και να κανουν απεργιες απο τα μαθηματα καθοτι τα μαθηματα ειναι τοσο αιωνια πληκτικα και βαρετα και βλαβερα και εφοσον δεν διακρινεται διεξοδος απο ετη πολλα καμία, και συνεπως δεν ειχα τιποτα εναντιον του ανθρωπου

αλλά παρ’ ολ’ αυτα θυμωσα και προσπαθησα να καταλαβω γιατι θυμωσα και μαλιστα τοσο πολυ, να καταλαβω δηλαδη για να μπορεσω μετα να πιω τον καφε μου ησυχα, και κατεληξα οτι μαλλον ειχα θυμωσει διοτι ο κυριος αυτος που ηρθε εδω με την αριστοκρατια να πενθησει δεν ειχε παρει τα ποδια του να παει να πενθησει οταν επρεπε την αδελφη τού διάσημου μετασταντος, σε κεινη την κηδεια με τον λιγοστο κοσμο και τους ελαχιστους πολιτικους που ητανε ομως μια κηδεια πολιτικη και ο τωρα μεταστας μαζι με τους υπόλοιπους συγγενεις ειχε σταθει ορθιος πανω απ’ το φερετρο για οση ωρα κρατήσαν οι λογοι, και δεν κρατήσαν και λιγο, και φαινοταν συντετριμμενος οπως ητανε και ολοι αλλωστε, παλιοι συναγωνιστες και αριστεροι κι οχι του κωλου υπουργαρες και χαλκινα και πνευστα και μπαντες του δημου και τροχονομοι, και ετσι σιγουρα τα ηθελε η ιδια η Κιττυ, χωρις τηλεορασεις και κουστουμια

και γιναν ολοι οι θυμοι της μερας με τις κοροϊδιες ενα ολοι μαζι ενω ηξερα συγχρονως οτι εχω και αδικο, διοτι απο πού κι ωσπού να φταιει ενας αμορφωτος ψευτοαριστερος της δεκαρας που μεγαλωσε με ηρωες της αυταρχιας και της καταστολης απο πού κι ωσπού να ξερει την Κιττυ αφου αλλοι ητανε οι ηρωες του αυτουνου, κανας ζαχαριαδης κανας κολλιγιαννης κανας φαρακος, κανας ηθικον ακμαιοτατον, κανας τετοιος μαλακας τελος παντων, που του εμαθε να ψοφαει για υπουργιλικι και πρωθυπουργιλικι και να υποκλινεται στις υπουργαρες ζωντανες ή νεκρες, τί φταιει που δεν ηξερε να υποκλιθει στην Κιττυ αφου αυτα τού αξιζουνε, αυτες τις ρεβεραντζες ποθει η ψυχη του και γι’ αυτες κλαιει, τι φταιει αυτος αν οπως ανεχομαστε την κοροϊδια με τα μηχανακια της εφοριας, ανεχομαστε την κοροϊδια αυτουνου και τον ψηφιζουμε, κι οπως εκανα αυτες τις μαυρες σκεψεις άρχισαν και να ηχουν τα τυμπανα και να παιζουν πενθιμοτατα τα χαλκινα εμβατηρια, και χαλασε ο κοσμος απο τα ριγη και τα πενθη, και χτυπήσαν κι οι καμπανες στη διαπασων και με ξεκουφαναν την ωρα που προσπαθουσα στα μαυρα χάλια να πιω τον καφε μου

 

 

 

ημερολογιο της 21ης απριλιου 2016

ο τιτλος παρμενος απο ενα ενωτιον του στρατη δουκα – εκεινος μού επισημανε οτι το μεθ’ υμων και το με θυμον, αν τ’ ακους μόνο, δεν διαφερουν.

 

 

 

πηγη

 

 

 

Απρίλιος 1, 2014

καθρέφτης στο νερό : μια σημείωση για τόν νάρκισσο

 

 

 

με αφορμή ένα περασμένο σχόλιο (δηλαδή μια υπόσχεση στη ρενάτα) θα εκθέσω εδώ μερικές γενικές περιρρέουσες αντιπαθείς νεφελώδεις και εντελώς προσωπικές απόψεις για ένα θέμα τής ψυχανάλυσης που μέ απασχολεί από παλιά (πολύ παλιά) και παρόλ’ αυτά δεν βρήκα ποτέ τόν χρόνο να τό θίξω εδωπέρα (κάποιες νύξεις του υπάρχουν μόνο στην λολίτα) :

να πω αρχικά (και πάλι) ότι διαφωνώ οριζοντίως καθέτως πλαγίως βουστροφηδόν και περιδιαγραμμάτου για ορισμένες ορολογίες που ο φρόϋντ εισήγαγε στην ψυχανάλυση από τήν ελληνική αρχαιότητα, και οι οποίες στη συνέχεια πήραν τή θέση κλισέ – κακοχωνεμένων κιόλας [ εν παρενθέσει : πιστεύω πως όλο αυτό οφείλεται στο ότι ο φρόϋντ δεν ήξερε καλά τήν ελληνική γραμματολογία, άλλωστε δεν διάβαζε ελληνικά και μάλλον δεν διάβαζε ούτε λατινικά, οι γνώσεις του ήταν μέσω τών γερμανικών – πράγμα πολύ επικίνδυνο, καθώς δεν μπόρεσε έτσι να ξεπεράσει (από μια άποψη δεν μπόρεσε και να υποπτευθεί) τήν εξιδανικευτική, ρωμαϊκής καταγωγής, ευρέως δυτικοευρωπαϊκή, οπτική τού μετέπειτα μονοθεϊστικού και χριστιανικού κόσμου (ημών συμπεριλαμβανομένων) για τά ελληνικά πράγματα τής αρχαιότητας – οπτική δηλαδή η οποία πολύ μικρή σχέση έχει με τά ελληνικά πράγματα τής κλασικής (και τής προκλασικής) αρχαιότητας – (αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ φαρδειά και πλατειά, συζήτηση) ] :

ας ξεκινήσω λοιπόν (εισαγωγικά, δεν είν’ αυτό τό θέμα μου) με τό πιο εύκολο, τόν οιδίποδα : επειδή τό «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» όντας ένας από τούς δύο βασικούς πυλώνες τής σκέψης του (τού φρόϋντ) (ο άλλος είναι ο ερωτισμός τών παιδιών) έχει καθιερωθεί σαν τό κατεξοχήν αντρικό σύμπλεγμα : έτσι όμως συσκοτίζεται τό γεγονός πως, αν πρόκειται να βρούμε οπωσδήποτε κάποιο σύμπλεγμα με βάση τή σκέψη τού σοφοκλή, θα ’πρεπε μάλλον να προσανατολιστούμε προς ένα σύμπλεγμα καθαρά γυναικείο και να τό ονομάσουμε συνεπώς και ιοκάστειο, διότι ο οιδίποδας ο κακομοίρης δεν έχει ιδέα (σ’ όλη τή διάρκεια τής τραγωδίας) για τό τί κάνει, και ούτε επεδίωξε ποτέ να γαμήσει τή μάνα του : αντιθέτως, η ιοκάστη ξέρει πολύ καλά, από μια στιγμή και μετά τουλάχιστον, τί γίνεται και τί κάνει – και κατά πάσα πιθανότητα κιόλας τήν έχει καταβρεί, και τής αρέσει : αυτό που φοβάται είναι μόνο η αποκάλυψη, γιατί ξέρει ότι δεν θα τό αντέξει (ούτε και θα τό συχωρέσει) ο γιος της αλλά και όλοι οι άλλοι : εξού και (όποιος διαβάσει τόν οιδίποδα τύραννο τό βλέπει σαφώς) προσπαθεί να αποτρέψει τή λύση τού αινίγματος, με διάφορες δήθεν άγνοιες κολπάκια και τρικλοποδιές – και κάποια στιγμή προβλέποντας τί μπορεί να συμβεί αν η διαδικασία διαλεύκανσης τού εγκλήματος βαδίσει κανονικά προς τή λύση και τό τέλος, λέει στο γιο της : Καλά, μην κάνεις έτσι, και ποιο αγόρι δεν ονειρεύτηκε κάποια στιγμή ότι πηδάει τή μάνα του… (για τήν ακρίβεια σὺ δ᾽ εἰς τὰ μητρὸς μὴ φοβοῦ νυμφεύματα : πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν μητρὶ ξυνηυνάσθησαν)

 

ο φρόϋντ παιδί

 

αυτά εισαγωγικά : ας πάμε στο ακόμα πιο αντιπαθητικό τώρα θέμα, τόν νάρκισσο :

όταν πρωτομελέτησα τή μυθολογία, πριν από αρκετά χρόνια, κυρίως μέσω τού όμηρου και τού απολλόδωρου, τά ’χασα με τό πόσο οργανωμένη είναι : αυτό οφείλεται, έχω καταλήξει, στο ποσό τού χρόνου που τή στηρίζει ώσπου να παγιωθεί ( : γραφές επί γραφών, παραδόσεις επί παραδόσεων (θυμίζουν όλ’ αυτά τίς διαδικασίες τών δημοτικών τραγουδιών, κι ακόμα και τών ομηρικών επών), και τελικά κάποιος συμπιλητής που έφτασε ώς εμάς με τό κύρος μιας αυθεντίας, συζητήσιμης : οφείλουμε συνεπώς να βρούμε ποιος μπορεί να ήταν ο πυρήνας τού προβλήματος (γιατί ασφαλώς η μυθολογία, με μια μορφή πρωτογενούς και ακατέργαστης (δηλαδή αυθεντικής και αυθόρμητης) φιλοσοφικής διάθεσης, προβλήματα λύνει)) : βυθιζόμενη εκειμέσα, αισθάνεσαι λοιπόν σα να μην υπάρχει τίποτα τυχαίο, τίποτα δευτερεύον, όλα σα να έχουν μια τόσο εξωφρενικά ξεκάθαρη σημασία που λες και πρόκειται για μαθηματικές εξισώσεις : όταν κοιτάμε τόν νάρκισσο, λέω λοιπόν τώρα, ότι πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί :

τί μάς μένει δηλαδή σήμερα απ’ αυτό τό μυστήριο παιδί που βυθίζεται ερωτευμένο στην εικόνα του (και εδώ, στο ερωτευμένο, πιστεύω ότι πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία) – πέρα από τίς μυθολογικές παραλλαγές (πολλές απ’ αυτές πολύ μεταγενέστερες, έως και ρωμαϊκές) τής ιστορίας του ; ο νάρκισσος παρασύρεται κοιτάζοντας τόν εαυτό του σ’ ένα αντικαθρέφτισμα μες στο νερό : (είναι εντέλει ερωτευμένος, ή δεν είναι – και με ποιον ; θα πω τά δικά μου αφού πρώτα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τό «έρως και πολιτισμός» τού μαρκούζε, μια που εκείνος έδωσε τή διαυγέστερη και γενναιότερη ερμηνεία σε ό,τι μπορούμε άνετα να θεωρήσουμε (εφεξής) ανατρεπτικότητα τής ιστορίας, τής φύσης, και τής λογικής τού νάρκισσου (παίρνω από τό όγδοο κεφάλαιο στο eros and civilization «the images of orpheus and narcissus» (στοιχεία για τήν ελληνική μετάφραση στο τέλος*)) :

«οι κατηγορίες με τίς οποίες η φιλοσοφία αντιλήφθηκε τήν ανθρώπινη ύπαρξη έχουν διατηρήσει τή σύνδεση μεταξύ λόγου και καταπίεσης : οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τής αισθητικότητας, τής ηδονής, τής ορμής, έχει τή χροιά ότι είναι ανταγωνιστικό προς τόν λόγο – ότι είναι κάτι που πρέπει να υποταχθεί, να περιορισθεί. Η καθημερινή γλώσσα έχει διατηρήσει αυτήν τήν αξιολόγηση : Οι λέξεις που ισχύουν γι’ αυτή τή σφαίρα έχουν τόν ήχο τού κηρύγματος ή τής αισχρολογίας /…/ η δυσφήμηση τής αρχής τής ηδονής απόδειξε τήν ακατανίκητή της δύναμη· η αντίθεση σ’ αυτή τή δυσφήμηση γίνεται εύκολα αντικείμενο γελοιοποίησης… /…/ Όταν ο φρόϋντ υπογράμμισε τό θεμελιακό γεγονός ότι η φαντασία διατηρεί μιαν αλήθεια που είναι ασυμβίβαστη με τόν λόγο, ακολουθούσε μια μακρόχρονη ιστορική παράδοση. Η φαντασία είναι γνωστική εφόσον συντηρεί τήν αλήθεια τής Μεγάλης Άρνησης /…/ Στην περιοχή τής φαντασίας, οι παράλογες εικόνες τής ελευθερίας γίνονται έλλογες και τό «κατώτερο βάθος» τής ικανοποίησης τών ενστίκτων παίρνει μια νέα αξιοπρέπεια /…/ Ο ορφέας και ο νάρκισσος (σαν τόν διόνυσο με τόν οποίο συγγενεύουν) /…/ δεν έγιναν οι ήρωες τού δυτικού κόσμου : Η δικιά τους εικόνα είναι η εικόνα τής χαράς και τής πλήρωσης· η φωνή τους είναι εκείνη που δεν διατάζει αλλά τραγουδάει· η χειρονομία τους είναι εκείνη που προσφέρει και δέχεται /…/ Ο νάρκισσος /…/ ονειρεύεται [ paul valéry : narcisse rêve au paradis /…/ ] Οι εικόνες τού ορφέα και τού νάρκισσου /…/ υπενθυμίζουν τήν εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι στη φύση του να υποταχθεί και να ελεγχθεί αλλά να απελευθερωθεί /…/ τά πράγματα τής φύσης γίνονται ελεύθερα να είναι ό,τι είναι. Αλλά για να είναι ό,τι είναι   ε ξ α ρ τ ώ ν τ α ι   από τήν ερωτική στάση : Δέχονται τό   τ έ λ ο ς   τους μόνο μέσα σ’ αυτή. /…/ Στη θράκη [ο νάρκισσος] βρίσκεται σε στενή σχέση με τόν διόνυσο /…/ Ζει σύμφωνα μ’ έναν έρωτα δικό του, και δεν αγαπά τόν εαυτό του μόνο /…/

Ίσως τώρα μπορούμε να βρούμε κάποια υποστήριξη για τήν ερμηνεία μας στην έννοια τού π ρ ω τ ο γ ε ν ο ύ ς   ν α ρ κ ι σ σ ι σ μ ο ύ   τού φρόϋντ /…/ η ανακάλυψή του σήμαινε περισσότερα από τήν προσθήκη ακόμα μιας φάσης στην ανάπτυξη τής λίμπιντο· μαζί της εμφανίστηκε τό αρχέτυπο μιας άλλης υπαρξιακής σχέσης προς τήν   π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός είναι περισσότερο από αυτοερωτισμός· αγκαλιάζει τό ‟περιβάλλονˮ, ανακατεύοντας τό ναρκισσιστικό εγώ με τόν αντικειμενικό κόσμο. /…/ ‟Αρχικά τό εγώ περιέχει τά πάντα /…/ Τό αίσθημα τού εγώ, τού οποίου έχουμε επίγνωση τώρα, είναι έτσι μόνο ένα συνεσταλμένο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου αισθήματος – ενός αισθήματος που   α γ κ ά λ ι α ζ ε   τ ό   σ ύ μ π α ν /…/ˮ [ : φρόϋντ ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας ] Ο φρόϋντ περιγράφει τό ‟ιδεατό περιεχόμενοˮ τού επιζώντος πρωτογενούς αισθήματος τού εγώ σαν ‟απεριόριστη προέκταση και ενότητα με τό σύμπανˮ (ωκεάνειο συναίσθημα). Και διατυπώνει τή γνώμη πως τό ωκεάνειο συναίσθημα επιζητά να επαναφέρει τόν ‟απεριόριστο ναρκισσισμόˮ. Τό χτυπητό παράδοξο ότι ο ναρκισσισμός, που συνήθως γίνεται αντιληπτός σαν εγωιστικό αποτράβηγμα από τήν πραγματικότητα, εδώ συνδέεται με τήν ενότητα προς τό σύμπαν, αποκαλύπτει τό νέο βάθος τής αντίληψης : Πέρα από κάθε ανώριμο αυτοερωτισμό, ο ναρκισσισμός σημαίνει μια θεμελιακή συγγένεια με τήν πραγματικότητα εκείνη η οποία μπορεί να παραγάγει μιαν ολοκληρωτική υπαρξιακή τάξη 20. Μ’ άλλα λόγια, ο ναρκισσισμός μπορεί να περιέχει τό σπέρμα μιας διαφορετικής αρχής τής πραγματικότητας : /…/ μετασχηματίζοντας αυτόν τόν κόσμο σε ένα νέο τρόπο τού είναι.

Οι ορφικές – ναρκισσιστικές εικόνες είναι εκείνες τής Μεγάλης Άρνησης /…/

Η κλασική παράδοση συνδέει τόν Ορφέα με τήν εισαγωγή τής ομοφυλοφιλίας. Σαν τόν Νάρκισσο, απορρίπτει τόν κανονικό Έρωτα, όχι για ένα ασκητικό ιδεώδες, αλλά για έναν πιο πλήρη Έρωτα. Σαν τόν Νάρκισσο, διαμαρτύρεται ενάντια στην απωθητική τάξη τού διαιωνιστικού σεξουαλισμού. Ο Ορφικός και Ναρκισσιστικός Έρωτας είναι μέχρι τό τέλος η άρνηση αυτής τής τάξης – η Μεγάλη Άρνηση. /…/ Η ζωή τού Νάρκισσου είναι η ζωή τής   ο μ ο ρ φ ι ά ς   κι η ύπαρξή του είναι   ο ν ε ι ρ ο π ό λ η μ α. /…/»

 

 

και μια από τίς σημειώσεις που ο μαρκούζε παραθέτει σ’ αυτό τό κεφάλαιο : «20 στο σύγγραμά του ‟η καθυστέρηση τής εποχής τής μηχανήςˮ ο hanns sachs έκανε μιαν ενδιαφέρουσα προσπάθεια να αποδείξει ότι ο ναρκισσισμός ήταν ένα ουσιώδες μέρος τής αρχής τής πραγματικότητας μέσα στον ελληνικό πολιτισμό. Εξέτασε τό πρόβλημα τού γιατί οι έλληνες δεν ανάπτυξαν μια μηχανική τεχνολογία, παρόλο που είχαν τήν τεχνική ικανότητα και τίς γνώσεις που χρειάζονταν. Οι συνηθισμένες οικονομολογικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις δεν τόν ικανοποιούσαν. Αντί γι’ αυτές, εξέφρασε τή γνώμη ότι τό ναρκισσιστικό στοιχείο που επικρατούσε στον ελληνικό πολιτισμό ήταν εκείνο που εμπόδιζε τήν τεχνολογική πρόοδο. Η λιμπιντική κάθεξη τού σώματος ήταν τόσο δυνατή, που αντιμαχόταν τή μηχανοποίηση και τήν αυτοματοποίηση. (1933)»

 

 

 

επανέρχομαι στα δικά μου, αν και θα μπορούσα να σταματήσω εδώ : προσωπικά, πίσω από τήν ύστερη (υπόγεια) αντιπάθεια τού φρόϋντ (στη χειρότερή της τότε μορφή, τή μορφή μιας συγκατάβασης) για τόν νάρκισσο βλέπω κλισέ και πουριτανισμούς τού ώριμου άντρα τής πατριαρχίας : καταρχάς στην πατριαρχία ο καθρέφτης θεωρείται ιδιαίτερα γυναικείο σύνεργο – συνεπώς ο νάρκισσος (αν και αγόρι) θαυμάζοντας τό πρόσωπό του πρέπει να έχει (όντως έχει) γυναικεία χαρακτηριστικά (αυτό που λέει ο μαρκούζε για τή σχέση τού νάρκισσου με τόν διόνυσο δεν πρέπει να τό ξεπεράσουμε στα πεταχτά : ο διόνυσος είναι κι εκείνος ένας θεός αμφίσημος, με προβληματική ταυτότητα – άντρας και γυναίκα μαζί : άντρας τυπικά, γυναίκα ουσιαστικά – αλλά γι’ αυτό χρειάζεται ολόκληρη, άλλη, ανάρτηση) (υπαινικτικά και ελάχιστα για τίς «βάκχες» έχω γράψει εδώ)

έτσι ο φρόϋντ απόδωσε εντέλει στον νάρκισσο χαρακτηριστικά που έβλεπε να έχουν αυτοί που θα λέγαμε σήμερα ωραιοπαθείς και εγωμανείς προσωπικότητες, και μ’ αυτήν τήν έννοια χρησιμοποιείται σήμερα σαν κλισέ ο ναρκισσισμός. Δεν ξέρω πόσο καταβάθος φοβήθηκε και δίστασε να επιμείνει εντέλει στο ότι ο παιδικός ερωτισμός ο οποίος στα δικά του (τού φρόϋντ) τά νιάτα αποτέλεσε τή ραχοκοκκαλιά τής θεωρίας του, σχετιζόταν απόλυτα με κείνον τόν αρχικό, αρχαίο, νάρκισσο – και όχι με τήν εικόνα τού δύστυχου που έβλεπε καθημερινά να σπαράζει στο ντιβάνι του, με μια πληγωμένη, αδιέξοδη εγωμανία. Ότι ο παιδικός ερωτισμός σχετιζόταν δηλαδή με τόν έφηβο νάρκισσο ο οποίος διατηρούσε με πείσμα άφθαρτη τήν αίσθηση (που ο ίδιος ο φρόϋντ τήν είχε ονομάσει παλιά ωκεάνεια) τού να κολυμπάει στο σύμπαν σε μια αποθέωση πανερωτισμού : ακολούθησε μ’ άλλα λόγια ο γερασμένος φρόϋντ που γινόταν όλο και περισσότερο από (τολμηρό) παιδί, διστακτικός (και ρεαλιστής) άντρας

 

sigmund freud εισαγωγή στον ναρκισσισμό

 

όμως αλλοίμονο αν συρρικνώσουμε τό θάμβος τού μυθικού νάρκισσου στην αξιολύπητη (μισή, ούτε καν μονή) διάσταση τού ωραιοπαθή που ασχολείται πληκτικά με έναν (ευνουχισμένο, πραγμοποιημένο, διασυρμένο στις δημόσιες σχέσεις) εαυτό (με στόχο τήν αναγνώρισή του ως πετυχημένου από μια διασυρμένη πραγμοποιημένη ευνουχισμένη κοινωνία) : και που είναι ευτυχής μόνο όταν κοιτάζει τή φάτσα του στο τζάμι τού καθρέφτη ή θαυμάζει τή φωτογραφία του στον τοίχο τού φέϊσμπουκ : ο άνθρωπος αυτός δεν έχει έρωτα για τίποτα – ούτε καν για τόν εαυτό του – γιατί δεν έχει εαυτό : ένα άδειο κουτί έχει, με μια κοινωνικά αποδεκτή ταμπέλα, που τό περιφέρει επιδιώκοντας να εκμαιεύσει μ’ αυτό τό άλλοθι τά ελάχιστα υποκατάστατα ηδονής που τού απομένουν : ασκώντας μ’ άλλα λόγια εξουσία όπου μπορεί – συνηθέστερα και ευκολώτερα στον στενό κοινωνικό του περίγυρο και τούς οικείους του, ή αν είναι τυχερός και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο – και τότε δυστυχούμε εμείς που τούς τρώμε στη μάπα σαν πετυχημένους πολιτικούς ή πετυχημένους πνευματικούς ανθρώπους. Τό είδος αυτό (κοινότατο και συνηθέστατο, ρενάτα,) έχει πολλά κοινά με τόν φασίστα (άσχετα από τό ποιο κόμμα υποστηρίζει) : γιατί, αυτός ο άνθρωπος, εξίσου όπως και ο φασίστας, έχει τήν εντύπωση ότι κινδυνεύει από παντού, ότι όλοι τού επιτίθενται, ότι είναι μονίμως αμυνόμενος, κι ότι έχει μονίμως δίκαιο : πρόκειται για τήν ψυχολογική πανούκλα που συνήθως θέλει διακαώς να κυβερνήσει, αν δεν κυβέρνησε, να γίνει γνωστός αν δεν έγινε, να κάνει λεφτά αν δεν έκανε

και μην κάνουμε τό λάθος να τόν μπερδέψουμε με τόν απλό εγωιστή : γιατί κι ο εγωισμός είναι πιο ενεργητικός δημιουργικός και απαιτητικός απ’ ό,τι ζητάει αυτή η μόνιμη καταβύθιση στην αλλοτροίωση : ο εγωιστής θέλει ακόμα και κλέβοντας να μαθαίνει, γιατί έτσι μεγαλώνει τόν εαυτό του – ο εγωμανής δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι κάτι δεν τό ξέρει γιατί όλα όσα δεν ξέρει τού φαίνονται επικίνδυνα καθώς τόν αντιμάχονται, κάθε τι ξένο τού είναι εκ τών προτέρων εχθρικό καθώς ολόκληρος ο κόσμος τού είναι ξένος : δεν αγαπάει κανέναν κόσμο όπως δεν αγαπάει και τήν ομορφιά, όπως δεν αγαπάει τελικά ούτε τόν εαυτό του : γιατί δεν είναι σε θέση ν’ αγαπήσει απλώς τίποτα (εξαυτού δεν έχει φαντασία και στον έρωτα, είναι πληκτικός στο κρεβάτι όσα ακροβατικά, μιμούμενος τίς ταινίες τής τηλεόρασης, και να κάνει, κι ας πηγαίνει στα ραντεβού του, όπως λέει κι ο μαρκούζε, φορώντας τό αποσμητικό τής μόδας) : για τόν υστερικό αυτού τού είδους η μόνη κατάσταση άξια λόγου που υπάρχει είναι η οποιαδήποτε μορφή άσκησης εξουσίας – είπαμε, δεν διαθέτει φαντασία μνήμη ή κρίση ώστε να ξεχωρίζει τά μεγέθη : τό μόνο λοιπόν που επιζητά είναι να ξεχνάει, μέσω τής μόνιμης ενασχόλησης με τόν εαυτό του, ότι δεν έχει εαυτό : φυσική συνέπεια είναι να μισεί θανάσιμα (δεν μπορεί ούτε να τό κρύψει) οποιονδήποτε υποψιαστεί ότι έχει αυτοεξαιρεθεί απ’ τόν ευνουχισμό αυτής τής ωριμότητας, (τού ρεαλισμού και τής επιτυχίας) : ας μη γελιόμαστε, ο ωραιοπαθής άνθρωπος τόν μισεί τόν νάρκισσο, καθόλου δεν τού μοιάζει

 

από τήν άλλη μεριά, τό παιδί αυτό (πολλές φορές μέ προβλημάτισε, και έτσι προσπάθησα να τό ανακαλέσω) τί ακριβώς κάνει όταν περιεργάζεται τήν εικόνα του στον καθρέφτη ; λοιπόν για να μιλήσω εντελώς πρακτικά, πιστεύω ότι προσπαθεί να δει αυτό που βλέπει πάνω του ο κόσμος, και κυρίως αυτό που θα ερωτευτεί σ’ εκείνο, εκείνος, ο αχανής και άγνωστος, με τόν οποίο τό παιδί είναι ήδη ερωτευμένο : μέσω τής αντανάκλασης, και τού καθρέφτη, και τού νερού, μπαίνει στη θέση εκείνου που θα τόν δει, ονειρεύεται εκείνον που θα τόν ονειρευτεί, φαντάζεται με λίγα λόγια τόν ίδιο τόν έρωτα, είναι γεμάτο με λίγα λόγια από τήν αναπόληση εκείνου τού έρωτα προς τό σύμπαν : και μ’ αυτήν τήν έννοια παραβλέπει περιστασιακά υποκείμενα (και αντικείμενα) επιθυμίας : γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο νάρκισσος είναι μόνο παιδί (όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παιδί, σχεδόν μωρό, είναι και ο ίδιος ο έρωτας) και μπορεί να φαντάζεται ή να ονειρεύεται τόν έρωτα παντοδύναμον, δεν έχει μάθει ακόμα : η παντοδυναμία τής επιθυμίας του αντανακλάται στην εικόνα που βλέπει στο νερό και η εικόνα τού επιστρέφει τόν έρωτα τόν οποίο ακτινοβολεί ο ίδιος : ο νάρκισσος είναι ο έρωτας στην καθαρή του μορφή γιατί βυθίζεται αθώα στην αναπόληση ενός έρωτα συνολικού, μιας αυθεντικής κι αυθόρμητης παιχνιδιάρικης παιδικής παρτούζας – εξού και δεν τού χρειάζονται τά μεμονωμένα άτομα που τόν πολιορκούν με διάθεση αποκλειστικότητας (η αποκλειστικότητα κι ο ασκητισμός ως βασική ηθική τού πολιτισμού – στον οποίο ο νάρκισσος δεν θέλει (κι από μια άποψη δεν μπορεί κιόλας) να ανήκει)

και έτσι, βυθισμένος στην ελευθερία, φαντάζεται τό αντικείμενο τής ερωτικής του επιθυμίας με τόν πιο ενεργητικό και ευρηματικό τρόπο, γίνεται δηλαδή ο ίδιος εκείνος ο άλλος που τόν κοιτάει στο μέλλον : ο νάρκισσος βλέπει τόν εαυτό του ακριβώς σαν αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, επειδή είναι τό υποκείμενο αυτής τής αρχικής, τής πρώιμης, και τής ατέλειωτης

και η στιγμή τού καθρεφτίσματος είναι και η στιγμή που τό υποκείμενο ακριβώς χάνεται : περιδιαβάζοντας τόν εαυτό του και τόν άλλον μαζί, και καθώς γίνεται ο ίδιος ένας άλλος (νάτος πάλι ο πιτσιρίκος και ο έφηβος τής σαρλβίλ) είναι, αυτό τό παιδί, ο πιο αναρχικός ερωτευμένος γιατί είναι ερωτευμένος πέραν εαυτού : αυτή τήν ανατρεπτική εποχή τής παιδικής αναζήτησης ο έρωτας λειτουργεί στ’ αλήθεια, εξαφανίζοντας δηλαδή τίς διακρίσεις τών σωμάτων

απ’ αυτήν όμως τήν άποψη, και απ’ αυτή ακριβώς τήν ηλικία, τό παιδί (και ο νάρκισσος) είναι ορκισμένοι εχθροί τής πατριαρχίας, και είναι και για τήν ίδια τήν πατριαρχία ξένο σώμα κι επίφοβο (και γι’ αυτό δεν πρέπει να επιζήσει) : η λογική τών ιεραρχήσεων που στερεώνει τά θεμέλια τής εξουσίας θέλει τόν έρωτα διαδικασία μεταξύ σαφώς διαχωρισμένων φύλων και εαυτών : δεν πρέπει λοιπόν να επιζήσει – στη λογική τής κυριαρχίας ο άνθρωπος πρέπει να ωριμάσει να ξεχάσει και να σβήσει αυτό τό παιδί από τήν ιστορία του (η μετέπειτα μυθολογία που θα επικρατήσει για τήν αθωότητα και τήν αγνότητα τών παιδιών είναι τό κυρίαρχο όπλο σ’ αυτόν τόν ανελέητο πόλεμο μνήμης, που εξαφανίζει εκείνη τή συμπαντική ολότητα από τό προσκήνιο : τά όπλα εναντίον τού νάρκισσου θα είναι και απλούστερα και ευκολότερα) :

θα τόν συκοφαντήσουν απλώς ως ανίκανο, καταργώντας τά στοιχεία τών δύο εαυτών που ο νάρκισσος χαίρεται – και τού θεατή και τού θεώμενου : όμως ο νάρκισσος θα επιμείνει στη φαντασία – όσων επιμένουν : θα εξακολουθεί να βλέπει τόν εαυτό του στο υγρό στοιχείο που θα τού επιστρέφει τήν αιώνια επιθυμία του – και θα πνίγεται μέσα σ’ αυτά τά νερά : ο ωραιοπαθής θα αρκεστεί στον καθρέφτη τού λακάν, ένα σκέτο τζάμι : αυτός δεν πεθαίνει ποτέ, δηλαδή δεν τελειώνει : τό υγρό στοιχείο έχει εξατμιστεί, ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να χύσει : έξαλλος, γιατί τό σκέτο τζάμι δεν επιστρέφει παρά μόνο απουσία, φτάνει τότε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς : θα σάς σκοτώσω όλους, λέει, κι αυτό είναι τό μόνο που απομένει όταν ο έρωτας δεν είναι πια εκεί : έτσι γεννιέται ο πολιτισμός μας

 

 

     

 

 

   * για τήν ελληνική μετάφραση τού μαρκούζε χρησιμοποίησα τήν έκδοση : herbert marcuse «έρως και πολιτισμός», μετάφραση ιορδάνη αρζόγλου, «κάλβος» 1970

 

  πηγή φωτογραφίας

 

 

 

 

 

 

Σεπτεμβρίου 19, 2013

κίττυ αρσένη, marginalia

.

.

τρίτη, 17 σεπτεμβρίου 2013, τό βράδυ

 

   για τίς μεγάλες, τίς ελεύθερες, τίς γενναίες, τίς δυνατές (ασφαλώς και μπορεί κανείς (και δικαιούται, και πρέπει) ν’ αλλάξει τό φύλο εδώ στον στίχο τού εγγονόπουλου) (αν και η ίδια η κίττυ αρσένη θα χαμογελούσε νομίζω  ειρωνικά για ό,τι θα εκλάμβανε μάλλον ως μεγαλοστομία) για τίς μεγάλες λοιπόν, τίς ελεύθερες, τίς γενναίες, τίς δυνατές αρμόζει να λέει ο καθένας ακόμα και τά ελάχιστα απ’ ό,τι άκουσε στα λόγια τους, σαν γραμμένα στο περιθώριο

   προσωπικά ευγνωμονώ τήν τύχη μου που τήν έχω καταγράψει σε βίντεο (θα τό ανεβάσω (ελπίζω τώρα πια) σύντομα) σε τρεις διαφορετικούς χώρους : ο πρώτος ήταν στη λέρο, η ομιλία της τό 2005 στο συνέδριο για τίς γυναίκες στην αντίσταση, ο δεύτερος είναι στο σπίτι της, μια συνέντευξη που μού έδωσε τό 2006 και που πάντα έλπιζα ότι θα έχει και ένα δεύτερο μέρος – δεν θα υπάρξει πια δεύτερο μέρος. (Ο τρίτος χώρος είναι και ο αγαπημένος της – τό θέατρο, μια παράσταση με κείμενα που συνένωσε η ίδια (από τόν αισχύλο μέχρι τήν μαργαρίτα γιουρσενάρ) για τήν κλυταιμνήστρα (κι αυτή η παράσταση θ’ ανέβη ολόκληρη κάποια στιγμή στο γιουτούμπ))

   απομονώνω για σήμερα, μέρα τής ταφής της στον οικογενειακό τάφο στο μαρούσι, σαν ελάχιστο κτέρισμα δυο–τρία μόνο περιθωριακά στοιχεία από τούς μονολόγους της (ακριβώς επειδή ήταν περιθωριακά και ειπωμένα ανάμεσα σε γέλια, και με πολύ (μόνο που ήταν υπογείως πικρό) χιούμορ).

.

   χώρος 1ος : στη λέρο : ψηλή λιγνή με τό μακρύ της στενό μαύρο φόρεμα και τά βραχιολάκια στα πόδια, πανέμορφη ανάμεσα σε τόσο όμορφες που κοριτσάκια πολέμησαν μια χούντα και βασανίστηκαν όπως κι εκείνη χωρίς να νικηθούν. Νικηφόρες : και σήμερα με ειρωνεία άγνωστες και σιωπηλές. Απ’ τήν παλιά γενιά όλες αυτές τών λαμπράκισσων που μέσα στη δεκαετία τού 60 πέσανε στην παγκόσμια αναγέννηση τού έρωτα και στη μόδα τού χούλα χουπ και όλες οι εφημερίδες (αξιοπρεπείς αυτές) γράφαν και ξαναγράφανε ότι φορούσαν μαύρα καλτσόν και μίνι φούστες για να αποπλανήσουν και να αποσπάσουν τίμιους αξιωματικούς από τό εθνωφελές έργο τους. (Δεν τούς αποπλάνησαν όπως φαίνεται αποτελεσματικά, γιατί λίγα χρόνια αργότερα οι τίμιοι αξιωματικοί κάναν τή χούντα τους, και τίς έσυραν στην οδό μπουμπουλίνας να τούς τσακίζουν τά κόκαλα, να τούς χώνουν παλούκια όπου τό μίσος κι η αγαμία τούς έλεγε, να τίς λιανίζουν στην ταράτσα και τήν απομόνωση, να τίς στέλνουν φυλακή κι εξορία : Οι χουνταίοι και οι οπαδοί τους, που τώρα σηκώνουνε πάλι κεφάλι.) Η Κίττυ Αρσένη διηγείται πολλά, αλλά όταν φτάνει στο πώς, μέσα από τήν απομόνωση τής ασφάλειας στέλναν μηνύματα (γραμμένα με τό μαύρο τού σπίρτου) έξω, στους άλλους ελεύθερους, λέει, κοιτάζοντας τό κοινό της λίγο πεισμωμένα : Δεν θα σάς πω όμως πώς, και ρίχνει ένα χαμόγελο – τό κοινό γελάει δυνατά, μ’ ένα είδος συνεννόησης, κατανόησης : «δεν θα σάς πω όμως πώς, για να μην τό κάψω, γιατί μπορεί να ξαναχρειαστεί» εννοεί η Κίττυ, κι ακόμα δεν είχε σκάσει μύτη η συμμορία τού μιχαλολιάκου – σήμερα εκείνο τό γέλιο παγώνει, και σβήνει, αναδρομικά.

.

   χώρος 2ος : Με τό ίδιο πεισματωμένο γελάκι, ενώ μού αφηγείται στη συνέντευξη πλήθος πράγματα, δεν δέχεται να πει τόν τρόπο με τόν οποίο βγήκε, μετά τά βασανιστήρια και τή φυλακή «έξω» ( : για να καταθέσει στο συμβούλιο τής ευρώπης : εκείνη η κατάθεση για τά βασανιστήρια ήταν η αρχή τού τέλους για τούς «τίμιους αξιωματικούς» τής χούντας, ακολούθησαν κι άλλες, τής φίλης της νατάσας (μερτίκα), τού επίσης ηθοποιού περικλή κοροβέση, τού «λόγω καταγωγής υπεράνω υποψίας» γιάννη λελούδα – όμως η κατάθεση τής Κίττυς ήταν ένα απίστευτο χαστούκι στα τέρατα, γιατί ήτανε η πρώτη φορά που έφτανε στην υπόλοιπη ευρώπη μια φωνή «από πρώτο χέρι» για τήν κτηνωδία τού καθεστώτος τών «τίμιων ελλήνων εθνικιστών») : Πώς ταξίδεψες έξω, τής λέω (ο ενικός οφειλότανε σ’ εκείνην : δεν γνωριζόμαστε από παλιά, στην αρχή δεν γνωριζόμαστε καθόλου, αλλά πολύ σύντομα εκείνη επέβαλε ενικό) Πώς βγήκες έξω, με τό τραίνο να υποθέσω ; τής λέω. Μέ κοιτάει με τό αυστηρό της ύφος – τό πιο αξιαγάπητο αυστηρό ύφος τού κόσμου : Αυτό, δεν θα σ’ τό πώ, μού λέει, και κάνει μια κίνηση με τό χέρι σαν κάτι να κλείνει ( : Τά ίδια συμφραζόμενα πάλι : «μπορεί να ξαναχρειαστεί και σε άλλους στο μέλλον» εννοεί – και δεν έχει σκάσει μύτη ακόμα η συμμορία τών νεοχουνταίων με τό εκατομμύριο ψήφους.)

   παρόμοια (αλλά όχι και ακριβώς ίδια) ήταν όμως η σιωπή της και όταν εξηγούσε τό γιατί γύρισε από τήν δυτική ευρώπη μέσα στη χούντα ξανά στην ελλάδα : (Αυτό τό κομμάτι τού θάρρους της είναι που μού φαίνεται πραγματικά απίστευτο : ) Λέει διάφορα, για τό πώς τήν υποδέχτηκε η ασφάλεια από τ’ αεροδρόμιο κιόλας, τί τής είπαν οι μάλλιοι–μπαμπάληδες, πώς τήν απείλησαν (ήταν δύσκολο λίγο να τήν αγγίξουν πάλι, και τό ξέρανε αλλά οι απειλές, απειλές.) Μού εξηγεί, σαν παιδάκι που θέλει να προλάβει να μην τό μαλώσουν οι μεγάλοι : μπορούσα να μείνω στη γαλλία, να κάνω εκεί καριέρα, τό σκέφτηκα και τό προσπάθησα στην αρχή : αλλά σιγά–σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσα : δεν μπορούσα να ’μαι εγώ καλά, κι αυτοί εκειμέσα, στην κόλαση. Ήθελα  να ’μαι κι εγώ μαζί τους – Συνεχίζει για λίγο έτσι τήν αφήγηση : Τίς απειλές απ’ τούς αρχιασφαλίτες, τήν επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε τώρα ουσιαστικά να κουνηθεί : Θα τήν παρακολουθούσαν συνεχώς. Θα ήταν όμως μαζί με τούς άλλους στο καμίνι τής κόλασης κι αυτή, κι αυτό τής έφτανε. (Νόμιζα ότι τελειώσαμε : και ξαφνικά προσθέτει :  Πάντως δεν κάτσαμε και τελείως στ’ αυγά μας (προσέξτε τόν πληθυντικό : ) (έχει η γραμματική ηθική ; Έχει.) : κάτι λίγο κάναμε πάλι. Τί κάνατε δηλαδή, ρωτάω κατάπληκτη : Δεν απαντάει, κουνάει τό χέρι της μ’ εκείνην τήν ίδια κίνηση τέλους όπως και στ’ άλλα : δεν θα μού πει :

   Εδώ, είναι η Κίττυ Αρσένη ολόκληρη : εδώ που δεν καλύπτει απλώς, δεν φυλάει απλώς τά όπλα της για τό (φριχτό και πιθανό, – στην ελλάδα βρισκόμαστε) μέλλον : εδώ είναι η Άνθρωπος που συχαίνεται, αποκλείει, απορρίπτει από τή ζωή της τόν αυτοέπαινο τήν αυτοπροβολή τήν αυτοδιαφήμιση τήν αναρρίχηση, εν ολίγοις τή φτήνεια : η άνθρωπος που είχε αδελφό εν ενεργεία τσάρο οικονομίας και κανείς δεν τό ’ξερε κανείς δεν τό φανταζόταν : η Κίττυ τής αξιοπρέπειας και στα μικρότερα, αυτής τής ηθικής ιδιότητας που περπατάει στην αγορά μαστιγωνόμενη γελοιοποιούμενη εξαφανιζόμενη και τελικά σήμερα δολοφονούμενη.

 

   τελευταίο μου κτέρισμα για τόν σημερινό της τάφο, κάτι εικαστικά ανάλαφρο :

   Όσοι έχετε διαβάσει τό βιβλίο της, ξέρετε για τήν περίφημη χοντρή συγκρατούμενη Ρούλα, και τό πώς μπλοκάριζε στην κυριολεξία τούς ασφαλίτες με τήν υποκριτική και τό θέατρο που ’παιζε συνεχώς, μέσα στην απομόνωση και μέσα στ’ ανακριτικά γραφεία ( : η Κίττυ καθώς τά διηγείται, μπορείς να διακρίνεις ότι έχει κι έναν καθαρά επαγγελματικό θαυμασμό για τήν υποκριτική τής λαϊκής κοπέλας) : εδώ όμως πρωταγωνιστεί τό «μαύρο τού σπίρτου» που είπα στην αρχή :

   τά σπίρτα στην απομόνωση μετατρέπονταν σε γραφική ύλη, αφού δηλαδή τά ανάψεις, και τά μεταστοιχειώσεις σ’ ένα μικρό λεπτό καρβουνάκι, με τό οποίο θα γράψεις σ’ ό,τι χαρτί εξοικονομήσεις, και θα τό κρύψεις με κάποιο τρόπο κάπου, και θα τό στείλεις στους «έξω» ως μήνυμα (με τόν τρόπο που είπαμε ότι δεν μάς αποκαλύφθηκε). Η Κίττυ είχε ιδιαίτερο κέφι στην διάρκεια τής συνέντευξης τήν ώρα που αφηγούνταν λοιπόν τό μάθημα που πήρε από αυτήν τήν περίφημη Ρούλα ως προς εξοικονόμηση διάρκειας και μεγέθους σ’ αυτήν τήν πολύτιμη φυλακισμένη γραφική ύλη : «Έτσι τό ανάβεις και έτσι τό κρατάς, μού είπε διδακτικά η Ρούλα» (μού είπε η Κίττυ, και ψάχνει να βρει τώρα στο σπίτι ένα κουτί σπίρτα : για να μού δείξει : και παίρνει τό σπίρτο και τό ανάβει, και τό γυρίζει κάθετα ώστε να μη σβήσει γρήγορα αλλά να κάψει όσο γίνετα πιο κάτω τό ξύλο του : Ανάβει ένα και τό κοιτάει να καίγεται ώς τά κάτω, σχεδόν ώς τά δάχτυλά της : βλέπεις ; μού λέει. Κι ανάβει κι άλλο, κι άλλο : Κοιτάει τίς φλόγες με αγάπη. Βλέπεις ; μού λέει.)

   Κοιτάει τίς φλόγες και τούς χαμογελάει.

   Ύστερα μού λέει κοιτώντας ίσια μπροστά : Όποτε και να κοιτάξω σπίρτα, όποτε και να πιάσω σπίρτα στα χέρια μου, από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην σκεφτώ και να μη δω μπροστά μου τή Ρούλα.

 

   (Ξανασυναντηθήκατε ποτέ ; τή ρώτησα. «Μια φορά, στις αρχές τής μεταπολίτευσης, συναντηθήκαμε όρθιες κι οι δυο σ’ ένα λεωφορείο μέσα, μού είπε : Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Καταλαβαίνεις. Μετά τήν έχασα»).

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Απρίλιος 27, 2013

τό εθνικόν και η αλήθεια τού ερωτικού : σχόλιο πάνω στην αμφιφυλοφιλία τού σολωμού και μία μονίμως παρεξηγούμενη πρόταση*

 

.

.

 

 

κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι

 

   για τήν ερωτική ζωή τού σολωμού δεν ξέρουμε τίποτα (όπως και για όλων τών γυναικών – κυρίως – αλλά και  τών αντρών στις περασμένες εποχές). Άλλωστε ο σολωμός ήτανε τό μπάσταρδο μιας υπηρέτριας και φαντάζομαι ότι πολλές φορές σκέφτηκε με τρόμο πώς γλύτωσε παρά τρίχα τό να μην γίνει ποτέ κόμης και να μείνει για πάντα ένας λούμπεν (σαν τόν κάλβο ας πούμε – με τόν οποίο ενδεικτικά δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις) κι επιπλέον μπάσταρδος – συνεπώς είχε παραπάνω λόγους (περισσότερους απ’ ό,τι οι σύγχρονοί του δηλαδή) να κρατάει καλά προστατευμένη τήν ερωτική του ζωή… (ενδόμυχα μπορεί και να φοβότανε μην είχε κληρονομήσει και τήν επιθετική ασυδοσία τού κόμητα μπαμπά του)

   ό,τι συνάγουμε λοιπόν βγαίνει κυρίως από τό έργο του, και στο έργο του είναι αμφιφυλόφιλος (θα λέγαμε σήμερα) – δεν νομίζω ότι υπήρχε ο όρος τότε, αλλά και η ίδια η πρακτική πρέπει να ήταν εντελώς μυστική και παράνομη – έχει γράψει πάντως εξαίρετα ερωτικά προς γυναικεία πρόσωπα (ας ξεχάσουμε για δυο λεπτά τή γυναίκα τής ζάκυθος που μπορεί να είναι και μάσκα για αντρικό πρότυπο) και οι στίχοι τού κρητικού, για κείνη τή «φεγγαροντυμένη» που

«έτρεμε τό δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της»
και
«εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και τήν αχτινοβόλησαν και δεν τήν εσκεπάσαν·
κι από τό πέλαο, που πατεί χωρίς να τό σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη…»

είναι από τις ερωτικότερες (καθότι και εσωτερικότερες) σίγουρα περιγραφές γυναικών στη γλώσσα μας – από τήν άλλη ο πόρφυρας είναι ένα ποίημα με ξεκάθαρο ερωτισμό γραμμένο όμως για έναν άντρα – κάποιον άγγλο ως γνωστόν που κατασπαράχτηκε στην θάλασσα από καρχαρία (πόρφυρας ήταν η λέξη η επτανησιακή για τό θηρίο ίσως) (και τό ποίημα δεν περιγράφει ανθρωπιστική θλίψη για τό ατύχημα, είναι σαφές)

   τό θέμα θα ’μενε εδώ, αν ο «πόρφυρας» δεν είναι ακριβώς τό ποίημα που προκάλεσε μια έκρηξη νεύρων τού σολωμού (που ήταν και μάλλον διάσημος για τά νεύρα του) και η οποία έγινε έτσι η αιτία για κείνη τή φράση του, που αφού αρχικά αποσιωπήθηκε (και όταν ήμουν εγώ στο σχολείο αποσιωπούνταν ακόμη επισήμως) έγινε ύστερα σιγά–σιγά διάσημη, μεταφερόμενη και μεθερμηνευόμενη, αλλά αποσιωπούμενη και πάλι καθώς κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση ν’ αντέξει τά αρχικά της συμφραζόμενα

η ιστορία έχει (λοιπόν) (περίπου) σε διαδοχικές εκτελέσεις ως εξής (στη φαντασιόπληκτη μεταγραφή συμφραζομένων τή δικιά μου) :

ένας φίλος του τού παρατηρεί :

«ερωτικό ποίημα, χρυσέ μου, τώρα; τό έθνος περιμένει από σένα και πάλι κάτι εθνικόν»

και ο διονύσιος τού απαντά ως καθόλου ιερομόναχος :

«τό έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν και τόν έρωτα»
ή :
«αν τού αρέσει η τέχνη μου και τήν περιμένει, τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη μου είναι εθνική ακόμα κι αν ασχολείται με τά βίτσια μου»
ή :
«να πάει στο διάλο και τό έθνος κι ο γρύλος του : και η πουστιά μου εθνική υπόθεση είναι»
ή :
«τό έθνος να μάθει να κάνει όχι μόνο πόλεμο αλλά και έρωτα»
ή, πιο περιδιαγραμμάτου :
«τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη όταν λέει αλήθεια, όταν είναι δηλαδή μεγάλη τέχνη, είναι γενικώς υπόθεσή του, ασχέτως ηθικότητας ή ανηθικότητας τού περιεχομένου της, ασχέτως εξοικείωσης ή φρικίασης τών εθνικοφρόνων με τίς ιδέες της και αφού είμαι στενεμένος να ξαναπώ τά πράγματα σού λέω να μάθει τό έθνος να ζει υγιεινά, ειδαλλιώς δεν τό βλέπω καλά, κι ας πάνε να τού σηκώσουν τή γλώσσα.»

αυτά για τόν διάλογο, όπως (σεμνότερα, κατά τή μεταφορά τού σεμνότατου πολυλά) μάς παραδίδεται :
«τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό»
«τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»

 

νά και ολόκληρος ο πόρφυρας :

«Kοντά ’ναι τό χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου τό κλαδί για τού γιαλού τήν πέτρα
κι εκεί γρικά τής θάλασσας και τ’ ουρανού τά κάλλη
κι εκεί τραβά τόν ήχο του μ’ όλα τά μάγια πόχει.
Γλυκά ’δεσε τή θάλασσα και τήν ερμιά τού βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ’βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τά μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι τό θαύμα τής φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν τό ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
Ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ’μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά τής μάνας μου, με φούχτα γη τής γης μου !».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τόν αγκάλιασες και τού κρυφομιλούσες
και τού σφιχτόδεσες τό νου μ’ όλα τά μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης. 

Aλλ’ απαντούν τά μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ’ναι τό σπαθί, μακριά ’ναι τό τουφέκι !
Kοντά ’ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης τού πελάγου·
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τές δύναμές του,
τής φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τόν εγλυκόσφιγγε και τού γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
τήν τέχνη τού κολυμπιστή και τήν ορμή τής μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του. 

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα.

 

με τήν ευκαιρία τής ανάρτησης, νά και μερικές επιπλέον παρατηρήσεις (σκόρπιες τώρα όπως μού ’ρχονται, στο μέλλον μπορεί να έχω κι άλλες) :

απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης

τονίζω εδώ να προσεχτεί η σολωμική βαρύτητα τής λέξης ξένος (έτσι αυτονόητα και ήπια, και σε γειτονία με τή λέξη καλός (για τή λ. καλός στον σολωμό θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρος τόμος – θυμίζω τή φύση που βρίσκει ως στιγμιαία περιγραφή και αποκορύφωμα (στους ελεύθερους) τήν καλή και τή γλυκειά της ώρα –))

άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα

τονίζω να προσεχτεί ότι κλάψα ονομάζει ο σολωμός εδώ (ψυχρά) τό ποίημα του, και χωρίς ίχνος αυτοέπαινου (προφανώς διότι ξέρει και τήν παρεξήγηση που θα επακολουθήσει) ονομάζει εν συνεχεία δυνατόν τόν εαυτό του…

τονίζω επίσης ότι ο όμορφος νεαρός άγγλος που κατασπαράχτηκε από τόν καρχαρία μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητός ως απομεινάρι μεγαλείου, αλλά ερημιάς γιατί ; τό μεγαλείο είναι η ομορφιά του που χάθηκε αλλά η ερημιά ποια είναι ; (η ερημιά έχει αναφερθεί μια φορά παραπάνω ας θυμηθούμε, σε σχέση με τόν απόμακρο βράχο)

εγώ πιστεύω ότι ο σολωμός με τή λέξη ερμιά περιγράφει τόν εαυτό του σε στενότατη σχέση με τό αντικείμενο τής περιγραφής : όχι για τήν γενική ερμιά που μπορεί να είχε η ζωή του τήν εποχή εκείνη, αλλά για τήν ειδική ερμιά που είχε η επιθυμία του

έτσι αυτή η λέξη ερμιά για μένα είναι μια απ’ τίς λαμπρότερες και αστραφτερότερες στιγμές λειτουργικής (και δη μονολεκτικής) ταύτισης που έχουμε (από καλλιτέχνη) τού εαυτού του με τό έργο του

η σκηνή μάλιστα που βλέπω όταν ακούω αυτό τό «απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς… άμε και δέξου» είναι η εξής : ένας μαυροντυμένος με μακρύ παλτό στέκεται με τά χέρια στην τσέπη και τό κεφάλι χαμηλωμένο προς τήν άμμο και βλέπει μπροστά του, ή φαντάζεται, τό κατασπαραγμένο σώμα ενός όμορφου άντρα – μιας ομορφιάς – : και αυτό που βλέπει μπροστά του συγχρόνως τού φαίνεται ότι είναι τό δικό του κομματιασμένο σώμα, δηλαδή κοιτάζεται με απορία θαυμασμό και τρόμο μες στον καθρέφτη.

.

.

νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης 

για αυτήν τήν πρόταση ο σολωμός έχει κάνει άπειρες δοκιμές – που σώζονται στα χειρόγραφα – ως όμορφος κόσμος ηθικός κλπ κλπ – μπορεί νά ’χει ενδιαφέρον να δει κανείς τίς μεταβολές και τίς μεταπτώσεις

 .

.

.

.

*

(για όλο αυτό είχα γράψει προ καιρού (με αφορμή τά θυμωμένα, ανυπόμονα, απελπισμένα, ιδιο(αυτο)κριτικά σκατά τού σολωμού στα χειρόγραφά του) και σε υποσημείωση (αλλά δυστυχώς οι υποσημειώσεις υπάρχει μια τάση να θεωρούνται δευτερεύον υλικό, μολονότι στα δικά μου τουλάχιστον (παντός είδους τέλους καιρού σκοπού) γραφτά για τίς σημειώσεις τίς υποσημειώσεις (και τίς παρενθέσεις) (διαπίστωσα καθοδόν και προ καιρού ότι) κρατάω μάλλον τά σημαντικότερα –) είχα γράψει λοιπόν εδώ σε υποσημείωση μια πρώτη παρατήρηση και διευκρίνιση για τήν βιαίως διάσημη αυτή φράση η οποία είθισται να παπαγαλίζεται (μεθερμηνευόμενη, κάθε φορά για διάφορους λόγους) χωρίς όμως ποτέ να έρχεται στην επιφάνεια ο έντονος ερωτισμός της – ή μάλλον η υπεράσπιση από μέρους της τού έρωτα :  βρίσκω λοιπόν χρήσιμο τώρα να επαναδιατυπωθεί, και τήν έκανα έτσι εν συντομία κυρίως θέμα, με τόν σκοπό να προσεχτεί ιδιαίτερα η προκλητική ιδιαιτερότητά της, η επίμονη νεωτερικότητά της, ο ελευθεριάζων μοντερνισμός της και ο βίαιος αντιπουριτανισμός της)
(έλεγα :
«επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού (και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της) ότι ο πόρφυραςτηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών – πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός»
και :
«δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές – ο άλλος είναι ο καβάφης …»)

τό απόσπασμα τής διήγησης (στο κεφάλαιο «εθνική η αλήθεια») από τόν αλέξη πολίτη :

«Όταν, γύρω στο 1850, ο Σολωμός έγραφε τόν «Πορφυρά», ένας φίλος του «τού επαρατήρησε», μάς λέει ο Πολυλάς, «ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε, ξέρουμε, ευθύς [και ξερά, προσθέτω εγώ] ο Σολωμός. Ξέρουμε όμως και με τί απογοήτευση δέχθηκε τό κοινό όχι μόνον τόν «Πορφυρά», αλλά όλα τά Ευρισκόμενα τού ποιητή.»

 .

.

.

ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει

.

.

.

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: