σημειωματαριο κηπων

12 Ιουλίου 2019

λογια του αερα (ή του ινμποξ)

 

 

 

κι ημουν μεγαλη κι ημουν νεα κατα καιρους
κι ημουν μεγαλη το πρωι και νεα το βραδυ
α, πότε λοιπον θα μπορεσω να ’μαι χαρουμενη ;
καλο θα ’ναι να μην αργησει

 

παραφραζω ενα ποιημα του μπρεχτ – οχι σοβαρα, του αλλαξα απλως το φυλο

ενας φιλος στο ινμποξ φταιει για ολ’ αυτα τελικα – αυτα που θελω να πω σημερα – φταιει για το θαρρος του να μού πει οτι του αρεσουν πολυ οι ευχες

εμεινα καταπληκτη : και μενα μ’ αρεσουν

αλλά πόσα χρονια μού πηρε να το παραδεχτω – αυτο το απλο πραγμα –

οταν ημουν μικρη οι γιορτες ηταν ιερές στο σπιτι – υπηρχαν τελετουργίες – οι τελετουργιες αποθανατιζοντουσαν απο τους ρεπορτερ της εφημεριδας – ενας φιλος μου φωτογραφος, χρονια μετα κοιτωντας κατι φωτογραφιες μου, οικτρα παιδικες με παιδακια και τουρτες, μού ξεφουρνισε ξαφνικα «μα τι φορματ ειν’ αυτο, αυτες οι φωτογραφιες ειναι δημοσιογραφικες», «ναι» λεω λοιπον, ο μπαμπας ειχε μονιμη σχεση ερωτικη με τους φωτογραφους, και τους κουβαλαγε στα γενεθλια, και του τις εμφανιζανε και του τις φερνανε σ’ αυτο το μεγεθος υστερα, κι ετσι μενανε στην οικογενειακη πινακοθηκη – μαζι με τις φωτογραφιες απ’ τα ρεπορταζ, εδω με τον μέρτεν, εκει με τον πλουμπιδη (κι ας ειχε γραψει τα συνηθη δημοσιογραφικα ανειπωτα – τα διαβασα μετα στο αρχειο του, μετα απο χρονια – θεουλη μου)

κι ετσι κι ας μην καταλαβαινα ακομα τιποτα, ολ’ αυτα με καταπίεζαν ελαφρως, με σφιγγανε μ’ εναν περιεργο τροπο, διοτι ημουν αντισυμβατικο ασφαλως βλαμμενο

στην ονομαστικη γιορτη του πατερα μου το σπιτι γεμιζε τουρτες, ηταν εθιμο τοτε, να ανταλλασσουνε γλυκα μεταξυ τους, κουτσοι στραβοι αναμεταξύ τους, συναδελφοι και φιλοι, ώς και γνωστοι

ηταν ενα πανηγυρι ομως, το δοκιμαστηρι των διαφόρων ειδων, για μας, τα σοφα κι αντισυμβατικα βλαμμενα – η πρωτη φορα που εμφανιστηκε κουτι με καραμελωμενα φυστικια εγινε ας πουμε αποθεωση

ετσι οι διαφοροι γνωστοι και οι φιλοι – με την καρτουλα τους πανω στο κουτι – παιρνανε βαθμο αναλογως της επιτυχιας τού περιεχομένου

μερικοι ειχαν μονιμως γκραν σουξε, ητανε καθε χρονο πρωτοι – θυμομουνα τα ονοματα κι εφτιαχνα τα γελαστα προσωπα τους στον υπνο μου, κι ας μην τους ειχα δει ποτέ

ουτε θα τους εβλεπα : το ’σκασα απ’ το σπιτι εγκαιρως

εκτοτε εγινα οπαδος της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη, κι εκανα φιλους μόνο οπαδους της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη – ελαφρως βλαμμενοι ολοι, και σ’ αυτη την περιπτωση

θυμαμαι το βραδυ που απ’ τα τριανταεννια θα το γυρναγα στα σαραντα : μ’ ειχε πιασει μια περιεργη δεισιδαιμονία οτι κατι θα ’τρεχε στα γυφτικα, μολονοτι ορκισμενη σοβαρη, και με σοβαρους φιλους

το ειπα στο καλυτερο μου φιλο : «σ’ ενα τεταρτο θα ειμαι σαραντα, να μου πεις χρονια πολλα σε παρακαλω»

αυτες ηταν κουβεντες σε αγνωστη γλωσσα ομως : μιλησαμε πολυ, μιλησαμε αρκετα, αλλά δεν μού ευχηθηκε : ηταν κι αυτος ορκισμενος αντισυμβατικος – οπως ολοι μας

πρωτη φορα με πειραξε ομως κατι τοσο πολυ ισως

εφυγα και πηγα στο μπαρ να βρω τους αλλους μου φιλους

τους ειπα, το και το, γενεθλια, κι ο αριθμος απαισιος, τι αριθμος ειν’ αυτος, το και το, πλακωθηκαμε στις αγκαλιες και στις ευχες, μου παιξανε ολα τα δισκακια με τα χαπυ μπερθνταιη σ’ ολες τις γνωστες και μη–γνωστες εκδοχες, κι υστερα ηπιαμε ο,τι υπηρχε και δεν υπηρχε και γιναμε λυωμα, και επιτελους ειμαστε σοβαροι, ως ανθρωποι κανονικοι

τα χρονια της ενδοξης και παγερης συνεπειας (κι αντισυμβατικοτητας) αυτο το «ανθρωπος κανονικος» σού λειπει και το θλιβερο ειναι οτι δεν εννοεις να το παραδεχτεις

ελεγα παντα, και για χρονια, οταν δεν τις ειχα πια, οτι δεν μου λειπουν οι ευχες, κι οτι δεν τις ηθελα : μεχρι που σημερα διαπιστωσα, μ’ αυτο το περιεργο πραμα το ινμποξ (στο οποιο χρωσταω αλλωστε πολλα, οφειλω αυτο να το παραδεχτω) οτι υπαρχει και μια αλλου ειδους γενναιοτητα, και μαγκια, και αντισυμβατικοτητα : αυτη τού να λες «μ’ αρεσει να μου ευχονται, μού κανει καλο» (επιβεβαιωνονται μ’ εναν μεταφυσικο λες τροπο και οι τροπον τινα φιλίες ετσι)

ειναι πιο πολυπλοκη η ζωη μας απ’ την απλη (και μουντη) συνεπεια στις σπουδαιες βασικες μας αρχες : μπορει να το υποψιαζομουνα αλλά δεν το ειχα καταλαβει – θα βαλω και τη δικια μου ημερομηνια λοιπον εδωμεσα, που ως τωρα θεωρουσα οτι δεν αφορουσε κανεναν καθως ειμαστε ολοι σοβαροι ανθρωποι

εξαλλου

ah but i was so much older then
i’m younger than that now

 

 

 

φωτογραφιες robert doisneau

 

πρωτη δημοσιευση φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

Advertisements

1 Ιουλίου 2019

cocktail μικρων και μεγαλων θανατων

 

 

 

 

ειναι αστειο : καθε φορά που ’χουμε εκλογες σκεφτομαι οτι οταν ειμαστε μικροι και παιζαμε κρυφτο ειμαστε σοβαροτεροι

οι (εκ της αδρανείας) φανατισμοι, προσαρμοσμενοι στην τωρινη μας (μαυρη κι αραχλη) συνθηκη, μου φαινονται εντελως γελοίοι : συστημα απλο (ή διπλό ή περίπλοκο ή) σύμπλοκο αναλογικο σημαινει παντως, οπως και να το κανουμε (απλες, ή περίπλοκες, ή σύμπλοκες) συνεργασιες : μπορεις μόνο να αποκλεισεις καποια ποτα εκ των προτερων, κατα τ’ άλλα κοκτέϊλ θα κανεις, και κοκτεϊλ θα πιεις – αυτο θα ’πρεπε πλεον να το ’χεις εμπεδωσει

γιατι αν θελεις καθαρα ποτα θα ’πρεπε να πας στο πλειοψηφικο – καθαρο συστημα, το μπερμπον ή η βοτκα που θα διαλεγες θα ’τανε λυσεις ολοκαθαρες – εκτος βεβαια κι αν σου βγαινανε μπομπες –

θα ’πρεπε ηδη να εχουμε μαθει (δηλαδη συνηθισει) να συνεργαζομαστε (να συνεργαζονται δηλαδη, αυτοι εκει, οι επι της επιφανείας, που εχουνε το μαχαιρι και το καρπουζι και καθοριζουνε τις ζωες μας, εν πολλοις – εν πάρα πολλοις) : οσο μπορει αυτη η (αναπηρη) δημοκρατια να λειτουργησει, ας λειτουργει – οι φανατισμενοι μού θυμιζουν κατι κακιωμενα κωλοπαιδα που δεν χαιροντουσαν το παιχνιδι αλλά τρεχανε να ρουφιανεψουνε στους μεγαλους τι κανουμε και τι λεμε, εμεις, οι αθωα κρυβομενοι, πισω απ’ τα δεντρα

 

…………………………………………………

 

μου επισημανε η φιλη μου η μαρινα ενα ποστ οπου γινεται ενας μικρος (δηλαδη μεγαλος) χαμος, μιλωντας αρχικα μια γυναικα γιατρος για τα ιατρικα, και την κατασταση των ιατρικων επι προηγούμενης κυβερνησης και επι τωρινης – και οπου γινεται ενας χαμος απο σχολια – αλλοι τής λενε μπραβο και αλλοι αμφισβητουν ακομα και το οτι υπαρχει – διοτι εκθετει απλως τα χάλια των προηγουμένων : εγω δεν την αμφισβητω, πιστευω οτι ξερει τι λεει, απλως εζησα εγω επι των παντοτινών (και ασαφών) αριστεροδέξιων (και για κατι χρονια δε θυμομουνα ή δεν ηξερα ή δεν ηθελα (ή δεν μπορουσα καν να ξερω), ποια απ’ ολα τα μνημονικά αμνήμονα μας ειχαν κατσει στο σβερκο) –

και δεν μπορω – (ακομα, οχι) δεν μπορω να μιλησω γι’ αυτο : σαν τηλεγραφημα μόνο μπορω να σου πω το εξης – λιγο :

εβαλα αρον–αρον τον φιλο μου, τον καλυτερο μου φιλο, στο νοσοκομειο : μού ειπαν «απο στιγμη σε στιγμη μπορει να τον χασετε», ετσι, και χάθηκαν

τηλεφωνησα στον φιλο του – τον καλυτερο του φιλο – καποιον που ξερει τους παντες και τα παντα : μου ειπε «δεν ξερω κανεναν εγω τωρα», και μου ειπε «θελω να ερθω να τον δω», και του ειπα «να μην τον δεις ετσι, δεν θελω, ειναι διασωληνωμενος, κανε κατι να βρεθει θαλαμος εντατικης», και εξαφανιστηκε – για δεκα μερες

για δεκα μερες κοιμομουν και ξυπνουσα στην πολυθρονα δίπλα και τους φωναζα με τη σιγανη μου φωνη «βρεστε μου μια θεση σε θαλαμο εντατικης» και μου λεγανε με τη διδακτικη τους φωνη «δεν υπαρχει, εχουν σειρα και προηγουνται τα νεα παιδια που εχουν ατυχηματα με το μηχανακι», επρεπε αρα να τους πω με τη δικη μου ανυπαρκτη φωνη οτι επειδη ειναι τοσο καλος συγγραφεας η ζωη του αξιζει τουλαχιστον οσο κι ενα ατυχημα με μηχανακι ;

στις δεκα μερες πανω (επαν)εμφανιστηκε ο γνωριζων τους παντες και τα παντα «τι γινεται ; » «τιποτα, ειμαστε διασωληνωμενοι και περιμενουμε να βρεθει θαλαμος εντατικης», «θα κανω μερικα τηλεφωνηματα, και περιμενε», μου ειπε – εκανε μερικα τηλεφωνηματα και μετα μου ειπε : ενας φιλος του γιατρος (συγγραφεας κι αυτος) που εχει κανει διοικητης σ’ εκεινο το νοσοκομειο, και ξερει και τον τωρινο διοικητη, του ειπε πως ολα εξαρτωνται απο μία κυρια

«την πιο υψηλα ισταμενη» που καθοριζει εντελει τις θεσεις στους θαλαμους, και θα ψαξει να τη βρει, και «περιμενε και θα σε ξαναπαρω» ειπε, και εγω περιμενα, ο σ. μόνο δεν ειπε τιποτα (δεν μπορουσε αλλωστε με κεινον τον σωληνα στον λαιμο) απλως βαρεθηκε και τα βροντηξε και το ιδιο πρωι την εκανε

οι γιατροι που με πετάξαν εξω απο τον θαλαμο για να διαπιστωσουν τον θανατο του και με βρηκαν μετα στο διαδρομο και μου τον ανακοινωσαν

και σα να ’μουνα και κανενα σκυλι που του κανανε και χαρη μού δωσαν στα χερια ενα χαρτι

τα γιατρουδακια που με άφησαν στον ερημο διαδρομο οχτω η ωρα το πρωι μ’ ενα θανατερο χαρτι στο χερι, ουτε ξερω τι ψήφισαν ουτε τι θα ψηφισουν, κι ουτε μ’ ενδιαφερει – το μόνο που θυμαμαι ειναι πως ολα γινανε (δηλαδη ολα στην περιπτωση μου τελειωσανε) επι τού γενναιου αριστεροδέξιου μνημονικού, και επισης το μόνο που ξερω ειναι οτι και επι αριστεροαδέξιων το ιδιο ακριβως χαρτι θα μού ’διναν και (βαζω στοιχημα) και με τον ιδιο τροπο θα το σκαγανε απο τον αδειο διαδρομο πρωινιατικα (να μη με βλεπουν, αλλο)

αλλά ουτε κι εγω θελω να τους βλεπω – ουτε αυτους, ουτε τους προηγούμενους – απλως, λεω, κοκτέίλ παραγγελνουμε στις εκλογες, ο,τι σκατα μας κατσει : δεν καταλαβαινω γιατι δεν το καταλαβαινουμε : σύμπλοκες αναλογικές επι των ζωών, οσων ακομα εχουμε, και ζουμε.

 

 

 

foto : Opération à cœur ouvert, hôpital Marie Lannelongue, Mars 1957 / Robert Doisneau

 

 

επεξεργασμενο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

14 Ιουνίου 2019

kiss me Kate / το ημερωμα το εξημερωμα και το ξημερωμα

 

 

 

 

 

μικρο εισαγωγικο σημειωμα (για το kiss me Kate και το ξημερωμα του χριστοφορουλη) : τουτο δω δεν ειναι παρα μια δοκιμη, για μια πιο ολοκληρωμενη «ιστορια» που θα γραφτει (ισως) (κι αν θελουνε οι πονηρουληδες οι θεοι μας) αλλη φορά

 

 

καταρχας σε αφηνει εμβροντητη το γεγονος οτι στα μεσα του 17ου αιωνα, και κατω απο την πιεση των ευσεβων πουριτανων, τα θεατρα εκλεισαν (τουτεστιν απαγορεύτηκαν) στο λονδινο – κι αυτο κρατησε 18 ολοκληρα χρονια – κι ο σαιξπηρ μεσα σ’ αυτα τα 20 χρονια ακριβως εγραψε τα σημαντικοτερα (κατα το κοινως, και βλακωδως, λεγομενο τα «ωριμοτερα») εργα του – (παρεμπιπτοντως, πεφτω με την καρδια μου στα γονατα, που ’πε καποτε κι ενα αλλο βασανισμενο θεατρικο θηριο (*), για το πώς, και μεσα σε τι εφιαλτες αγνοησης μισους και ανυποληψιας, εχουνε γραψει τα εργα τους οι ανθρωποι, ανα τους αιωνες) :

το «ημερωμα της στριγγλας» παντως δεν ταλαιπωρηθηκε απο την απαγορεψη, γιατι ειναι απο τα πρωτα του εργα – κι αλλοι λεν το πρωτο – αλλοι ειδικοι θεωρουσαν (τουλαχιστον παλιοτερα) πρωτο του το «αγαπης αγωνας αγονος»

αλλά βλεποντας προχτες στην (κρατικη, πού αλλού) τηλεοραση μια εκπομπη για το «ημερωμα της στριγγλας» σκεφτηκα πόσο μα πόσο, αυτοι οι ειδικοι, δεν ξερουνε κάμποσες φορές τι τους γινεται τελος παντων

εγω εχω χρονια που διαβασα το «ημερωμα» (το ’χα συμπεριλαβει σ’ εναν αγωνα (αγαπης ισως, ερωτα σιγουρα (εχουμε το αβανταζ εδω στα ελληνικα να τα διακρινουμε) και παντως γονιμο θα ελεγα) αγωνα δρομου μαζι με μερικα ακομα του : κι ο αγωνας ηταν τοσο γονιμος που ειχα την αισθηση τοτε οτι ειχα διαβασει τον βαρδο ολοκληρο – και γι’ αυτο μού εμεινε και μια εμμονικη ομιχλη – και ατμοσφαιρα – απο τού λογου του, περισσοτερο απο τα λογια (και τα εργα τους) τα ιδια –

ολοι αυτοι οι αγγλοι και αμερικάνοι ειδικοι λοιπον (ευτυχως ειδαμε και μερικες ωραιες σκηνες απο ανεβασματα του εργου – πχ εγω δεν ηξερα οτι εχει παιξει την κατερινα και η μερυλ στρηπ, ή τον πετρούκιο ο μοργκαν φρημαν) ολοι οι αλλοι λοιπον (οι ειδικοι) αφου μας ενημέρωσαν οτι το εργο εχει εναν «αστειο» προλογο με τον «χριστοφορο τον πονηρουλη», στην συνεχεια τον ξεχασαν εντελως, και ασχολήθηκαν με την υποθεση του «εξημερωματος»

φεμινιστικες θεωριες πηραν σειρα, αλλες μη φεμινιστικες μπηκαν επισης στη γραμμη, και αυτο που εμεινε τελικα (με τα λογια του μοργκαν φρημαν κιολας αν θυμαμαι) ηταν οτι ο κακομοιρης ο γουιλυ, νεαρουλης κιολας, θελησε να συμβιβασει τ’ ασυμβιβαστα και να δειξει στον κοσμο οτι τελικα ο γαμος ειναι καλο πραγμα, και οι συμβιβασμοι (εντος και εκτος αυτου) ακομα καλυτεροι : κι οταν η στριγγλα εξημερωθει, ο αντρας τελικα την αγαπαει : το γλυκο και πεινασμενο «kiss me Kate» ειναι αυτο που μενει, και η αγαπη ως συνηθως θριαμβευει

εγω ξερω παντως οτι θριαμβευει και η βλακεια

 

…………………………………………………

 

ο χριστοφορος ο πονηρουλης με τον οποίο αρχιζει το εργο, δεν ειναι δηλαδη καθολου ασημαντουλης – μολονοτι ετσι τον θελουν οι περισσοτεροι (στην πραγματικοτητα αλλες γραφες τών φόλιο τού σαιξπηρ τον εξαφανιζουν εντελως (αφαιρωντας ετσι απο το εργο ουσιαστικα την κυριοτερη περιπλοκή και αμφισημια του – που ειναι ακριβως η ιδια η υπαρξη προλογου και επιλογου στο εργο – διοτι το επεισοδιο με τον πονηρουλη ακριβως ειναι αυτο που κανει το εργο «θεατρο μεσα στο θεατρο» – το δε ακομα πιο απιστευτο ειναι οτι ο επιλογος εξαφανιζεται περισσοτερες φορές απ’ ο,τι ο προλογος : το ζητημα ομως (κατα τη γνωμη μου βεβαιως) ειναι οτι, με την εξαφανιση του επιλογου ακριβως, το εργο παυει να ειναι «εργο μεσα στο εργο» και γινεται απλως ενα εργο μ’ εναν περιεργο (και μαλλον ανεξηγητο – για να μην πουμε και περιττο) προλογο)

ο γουιλυ εχει πολλα εργα με μεταμφιεσεις και μασκαρεματα – αυτο ομως ειναι σιγουρα το πρωτο του : κι εδω ακριβως (λεω εγω) οι μεταμφιεσεις δεν ειναι απλως για να διευκολυνουν τα αστεια και τα μπερδεματα και την πλακα και τις ιντριγκες : διοτι η μεταμφιεση εδω ξεκιναει ακριβως απο τον προλογο και τον χριστοφορουλη – πραγμα που δεν ειναι νευραλγικως απαραιτητο για την υποθεση :

αν ο σαιξπηρ ηθελε να βαλει απλως ενα πλαισιο για να χτιστει το «θεατρο μεσα στο θεατρο» θα μπορουσε να κανει το απλουστερο (που το εκανε αργοτερα), να βαλει ας πουμε μια γιορτη, κι εκειμεσα, προς τιμην του εορταζοντος ας πουμε, να ανεβαζουν καποιοι ενα εργο

αλλά οχι – αυτο που τονιζεται απο την αρχη ειναι αυτος ο (μυστηριος) αλλος εαυτος : ο χριστοφορουλης μεθαει, κοιμαται, τον μεταμφιεζουν, ξυπναει, δεν ξερει ποιος ειναι, μπερδευεται : και εκει μεσα (νομιζει οτι) εχει δει στον υπνο του ενα εργο – κατα το οποιο ανθρωποι επι ανθρωπων μεταμφιεζονται με μεταμφιεσεις επι μεταμφιεσεων, λενε οτι ειναι αλλοι απ’ αυτους που ειναι, και (απ’ ο,τι αποδεικνυεται), δεν ξερουν ακριβως κι οι ιδιοι ποιοι ακριβως ειναι :

οταν ο σαιξπηρ δινει τετοια ενταση και εκταση και φωτισμο, απο την αρχη, στην (σχεδον ανεξηγητη και μυστηριωδη) «αντιληψη περι εαυτου» δεν δικαιουμαστε δια να ομιλουμε περι τυχαιοτητας, ή «απλου ευρηματος δια το αστειο του πραγματος» : το ευρημα της «αγνοιας» περι του «πραγματικου» εαυτου καθοριζει, και ακινητοποιει, κατα καποιον τροπο, το εργο απο την αρχη του : πότε ειναι η Καιτη πιο «αληθινη» : οταν φωναζει οτι οι αντρες ενγενει την αηδιαζουν ή οταν υποτασσεται (σ’ εναν συγκεκριμμενο αντρα, και) στον γαμο της ; πότε κοροϊδευει περισσοτερο ; και πότε ειναι ο πετρουκιος πιο πολυ ο εαυτος του, οταν την αγαπαει, ή οταν τη βασανιζει ; (και πότε κοροϊδευει (και ποιον) περισσοτερο ; ) και πότε ειναι ο χριστοφορουλης πιο πολυ ο εαυτος του, οταν πιστευει οτι ειναι ευγενης ή οταν διαμαρτυρεται οτι ειναι ενας κακομοιρης ζητιανος που τον κοροϊδευουν ; και πότε ειναι η μνημη του αληθινοτερη – οταν λεει οτι ειδε ενα ονειρο, ή οταν αφηγειται οτι ειδε ενα εργο ;

και μεσα σ’ ολο αυτο το οργιο μεταμφιεσεων (να μην ξεχασουμε τις, οντως ξεκαρδιστικες, μεταμφιεσεις των μνηστηρων της υποταγμενης μπιανκας, σε αντρες «αλλους» απ’ αυτους που ειναι) ο «οντως» ευγενης του προλογου, εφοδιαζει τον «ψευτοευγενη» χριστοφορο και με μια συζυγο η οποία ειναι μεταμφιεσμενος αντρας, πραγμα καθολου «δραματουργικα» απαραιτητο : θα μπορουσαν να ντυσουνε μια «οντως» ζητιανα να του κανει την «ευγενη» συζυγο : σε μια παραδοση θεατρικη (επιπλεον) οπου ολους τους ρολους (ηταν γνωστο οτι) τους παιζανε αντρες, θα λειτουργουσε ακομα πιο πολυ στο κοινο (θα ’ταν και πολυ πιασαρικο, να πουμε) να ντυσουν εναν αντρα γυναικα που θα παριστανε μια γυναικα που θα ’ταν μια γυναικα αλλη απο τη γυναικα που (ολοι θα υποστηριζαν οτι) ειναι

ο γουιλυ προτιμαει κατι περιεργως λιγοτερο εφετζίδικο : εναν αντρα που θα τον ντυσουν απλως επι σκηνης κιολας γυναικα, για τις απλες αναγκες ενος ρολου, και ενος εργου, που παλι επι σκηνης θα στηθει, και θα παιχτει : το all the world’s a stage ο σαιξπηρ θα μας το σερβιρει στο as you like it, που το ’γραψε λιγο μετα το «ονειρο θερινης νυχτος» και λιγο πριν τη «δωδεκάτη νυχτα», οπου ως γνωστον και στα δυο γινεται το σωσε απο μεταμφιεσεις

χωρις να θελω βεβαια να διαπραξω καμια βαρεια βλασφημία απλοποιωντας οτιδηποτε, θα ’θελα απλως να πω οτι οι μεταμφιεσεις αυτες δεν εχουν καθολου την πολυπλοκοτητα των μεταμφιεσεων στην «στριγγλα»

στην στριγγλα, απο τον εμφανως περιττον και ανεξηγητο ας πουμε προλογο, οι μεταμφιεσεις – ξεκινωντας απο τον ευγενη που κανει τον ζητιανο, και ντυνει εναν ζητιανο ως ευγενη, και βαζει και τους φιλους του ευγενεις να κανουν τους ζητιανους, κι εναν μαλιστα απ’ ολους να κανει επιπλεον και τη γυναικα και τη ζητιανα μαζι – ολα αυτα αν θελησουμε να ειμαστε ειλικρινεις δεν εχουν αλλη εξηγηση απο την ιδια τη μαγεια της απατης του εργου που (θα) εχουμε στα χερια μας

ο γουιλυ μάς λεει ευθαρσως απο την αρχη «μην τυχον και πιστεψετε στα λογια μου ολα – μερικα ειναι λαθος φορεματα – κοιταξτε καλυτερα μηπως κοιμοσαστε και ξημερωθειτε χωρις να ξερετε τι βλεπετε μπροστα σας»

 

 

 

 

 

(* ο χαϊνριχ φον κλαϊστ το ειπε, ετσι ακριβως («σας γραφω με την καρδια μου πεσμενη στα γονατα») – ικετευοντας (φευ, ματαιως ομως) τον κυρ–γκαιτε να δωσει λιγη σημασια στα γραφτα του)

 

 

 

(πηγη : φεϊσμπουκ)

η εικονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

22 Ιουνίου 2018

max μανουηλ ερωτοκριτος

 

 

 

 

απο την αρχη τα βιβλια ηταν λεξεις καθετες που βλεπανε προς τα κατω στο πατωμα του γραφειου ή της βιβλιοθηκης που ητανε δίπλα στο σαλονι που στεκοτανε το μεγαλο δεντρο με φωτα τις γιορτες και ειχε ενα μεγαλο παραθυρο που εκοβε τα βιβλια (για λιγο) κι απεξω το ακουμπαγε το (μεγαλο) δεντρο της πισω αυλης που πανω του καθοτανε μια χρυσομυγα, φοβερη και θορυβωδης, που το αγορι απο το πανω σπιτι σκαρφαλωσε μια μερα και μου την εφερε να τη δω και ηταν τεραστια θορυβωδης χρυση και φοβερη, τη φοβομουνα –

 

στο υψος του κεφαλιου μου απ’ ολες τις λεξεις που περικύκλωναν ριγωτές το δωματιο ητανε μία που την προσεξα απο την αρχη (δεν ξερω γιατι, ισως τα γραμματα της να ητανε που ητανε χοντρα και σκουρα) και οταν ηξερα να διαβαζω αντι να ξεκαθαρισει παρεμεινε μονιμως μυστηριο : ερωτοκριτος

 

και εξακολουθει να ειναι μυστηρια αυτη η λεξη – οι αποριες μου ποτέ δεν λύθηκαν – ουσιαστικα δεν θελω ποτέ να λυθουν : αραγε έρωτας και κριση ; αραγε ερωτω και κρινω ; τι διαολο, ποτέ δεν το ελυσα, και δεν θελω πιθανως να το λυσω : κι ομως, δίπλα ακριβως ητανε η αλλη (καθετη) λεξη η ερωφιλη – αυτη ποτέ δεν μού εβαλε αινιγματα (ισως ηταν απλο το «έρωτας και φιλη ή φιλία ή φιλω και σε φιλω» ; ) αλλά το «έρωτας και κριση» ; ή μηπως το «ερωτώ και κρινω»;

 

η εκδοση ηταν αυτοσχέδια του πατερα μου, ειχε κανει μόνος του και το εξωφυλλο κι ειχε γραψει και τα (χοντρα καθετα εκεινα) γραμματα, κι οταν μεγαλωσα και πηρα να το ξεφυλλισω ειχε μεσα πολλες παλιες εκδοσεις του κειμενου – περασαν χρονια για να βγει νεα εκδοση και να την αγορασω πια μόνη μου : κι ομως, δεν τον εχω διαβασει ολοκληρον τον «ερωτοκριτο» ακομα, ανοιγω βλεπω λεξεις παιρνω φρασεις παιρνω ανασες και το ξανακλεινω

 

 

αυτα τα λιγα, και πιο λιγα δεν γινεται, μού λενε ξανα και ξανα πως ειναι φυσει αδυνατο να μιλησω εγω για βιβλια αναρτωντας σκετο τον τιτλο τους – εκεινη την καθετη δηλαδη λεξη που τα εριχνε παντα σα βελη προς το εδαφος, οπως μού ζητησε ο φιλος μου παντελης μπασακος με αφορμη τον λωρενς στερν (τι πολυλογας θε μου) που τον υπεραγαπω – αλλά μαλλον ο παντελης το ηξερε επειδη ηταν οχι μόνο το ομορφοτερο αλλά και το φιλοσοφικοτερο αγορι στη φιλοσοφικη (και ακομα ειναι και παντα θα ειναι (με τη «φιλοσοφικη» σε αλλο πλατω τωρα πια)) – μπορω ομως να αναρτησω δύο βιβλια ζωγραφικης σαν αρχη και σαν τελος αυτης της «σκυταλης» απ’ τη μερια μου (γιατι η σκυταλη μού θυμιζει σκυλο εμένα ; ) : δυο βιβλια που βρηκα μόνη μου, μικρη, εξω απ’ το σπιτι, δυο αγαπημενα βιβλια

 

το ενα το βρηκα στο εδαφος αναμεσα στις στοιβες του στριμωγμενου απεναντι απο τον μπιντε (εννοειται εδω η πλατεια) βιβλιοπωλειου των «αφων τολιδη» που ηταν το μόνο βιβλιοπωλειο (για χρονια) στη γειτονια και εμπαινα και εψαχνα στο εδαφος και μια μερα ο μαξ μπεκμαν μού γελασε δυνατα, που δεν ηξερα ουτε το ονομα του ουτε το εργο του – και ηταν το πρωτο βιβλιο ζωγραφικης που αγορασα – ημουνα στο γυμνασιο και το χαρτζηλικι μου ηταν μικρο, αλλά τα καταφερα

 

το δευτερο το βρηκα σε στοιβες παλι στο πατωμα σ’ ενα βιβλιοπωλειο πολυ πιο φαρδυ και ευρυχωρο, τη «φωλια του βιβλιου» στην πανεπιστημιου, οταν ημουνα πια στο πανεπιστημιο και ηταν ο κυρ–μανουηλ πανσεληνος που μου εκανε μια μυστηριωδη γκριματσα, τον αγνοουσα εντελως κι ειχα περισσοτερα λεφτα τοτε, ειχα παρει και την υποτροφια που ηρθε ουρανοκατεβατη κι ας ημουν η χειροτερη στην εκθεση

 

αυτη λοιπον ηταν η σημερινη μου πολυλογια κι αυτο το καλο εχει οποιος δεν εχει εκδοτη να τον περιμενει στη γωνία – μιλαει διαρκως οσο θελει και για ο,τι θελει (και φυσικα με οποιον, μόνο, θελει)

 

 

 

 

 

 

στο φεϊσμπουκ γινονται και παιχνιδακια :

ενα απο τα τελευταια ητανε να αναρτα καποιος τιτλο και φωτογραφια βιβλιου, συνολικα 10 απο αυτα που τον «σημάδεψαν» στη ζωη του, προτεινοντας καθε φορα και καποιον φιλο του να συνεχισει το παιχνιδι :

το παρανω κειμενο ηταν η δικια μου απαντηση – και κατα καποιον τροπο η αρνηση μου να παιξω παραπερα –  στην προσκληση του παντελη μπασακου

 

 

 

 

 

 

 

14 Μαΐου 2018

μαης του ’68 : αντορνο, μαρκουζε / φιλοσοφικα προηγουμενα και παρεπομενα

 

 

 

 

οταν ζεις κατι δεν εχεις ιδεα πότε το κατι συμβαινει οπως οταν εισαι ερωτευμενος δεν ξερεις τι ωρα ειναι – οι χρονολογιες ερχονται μετα θανατον – οπως και οι απλουστευσεις, και τα μεγαλα λογια (που παντα πανε παρεα : ο ερωτας δεν εχει μεγαλα λογια – βρισκεται αλλού) : το 1968 για την ελλαδα ητανε μια φριχτη χρονια, οπου ολα ειχαν σταματησει – ολα ειχαν μολις σταματησει – και τα νεα για τις «ταραχες στη γαλλια» εφταναν απο τις τελευταιες σελιδες των εφημεριδων, κι απο τα πιο μικρα μονόστηλα : αυτα βεβαια για οσους ητανε πολυ μικροι, κι απο τοσο καθωσπρεπει οικογενειες ωστε να αποκλειεται να ’χουνε «νεα απο πρωτο χερι» : τα δικα τους «νεα» θα τα φτιαχαν οι ιδιοι – και οσοι τα φτιαξανε – λιγο αργοτερα : να μεγαλωνανε λιγο ακομα : η ιστορια, ας το ξαναπουμε, δεν κραταει ρολοϊ, το ρολοϊ ειναι στα χερια των ιστορικων – και των καθυστερημενων : τα νεα λοιπον πήγαιναν μπρος–πισω ειχαν αρχισει πριν και συνεχιζοντουσαν μετα, με το μπερκλεϋ, την πραγα, το «γουντστοκ», τις «φραουλες και αιμα» και με τις διαδηλωσεις για το βιετναμ – τωρα διαβαζω (οταν πρωτοαρχισε το κλισε για τη «δεκαετια του ’60» με εκνευρισε, σαν να ’πρεπε να βαλω σε συρταρακια και κουτακια τη ζωη μου) οτι ο «μαης του ’68» αρχισε νωριτερα στη γερμανια παρα στη γαλλια, κρατησε περισσοτερο στην αγγλια, ητανε αλλιωτικος στην αμερικη – σαχλαμαρες : ολα τακτοποιουνται παντα μετα την πυρα, και παντα εχουνε εκεινη τη μυρωδια μικροψυχιας που κουβαλαει μαζι του και το παραμικροτερο αποκαΐδι αντικειμενικοτητας

ο θανατος τού αντορνο τοποθετημενος χρονικώς «μετά», αλλά ανηκοντας θεωρητικώς «μέσα» στη συγκρουση του με τους φοιτητες του στο πανεπιστημιο, τον καιρο των φοιτητικων εξεγερσεων σε βερολινο μπερκλεϋ και παρισι, ειναι κατα τη γνωμη μου ενα απο τα πιο τραγικα γεγονοτα στην ιστορια τής φιλοσοφιας. Οχι γιατι ενας φιλοσοφος επεσε θυμα των εχθρων του, αλλά γιατι επεσε θυμα ακριβως τών «οπαδων» του : αν μπορουν να θεωρηθουν «οπαδοι» μιας θεωριας που γεννησε συνθηματα οπως το «η φαντασια στην εξουσια» ανθρωποι που χαρακτηρίστηκαν, απολυτως ειρωνικα, μαλλον απο παντελη ελλειψη φαντασιας

θα μπορουσε να πει κανεις οτι ο αντορνο (αλλά, τηρουμένων τών αναλογιών, και ο χορκχάϊμερ, και ο μαρκουζε, για να πουμε τούς κυριοτερους τής σχολής) εζησαν μια μαλλον σπανια στιγμη στην ιστορια τής φιλοσοφιας, κατα την οποια αντι να ονειροπολουν για την αποδοχή τής σκέψης τους σε καποιο μακρινο μελλον, ειδαν εν ζωη τη θεωρία τους να «πραγματοποιειται» – ο αντορνο το ειπε ομως με τα δικα του λογια καπως πιο γλαφυρα : «δεν περιμενα ποτέ οτι θα θελαν οι ανθρωποι να πραγματοποιησουν τη σκεψη μου διαμέσου τών κοκτεϊλ μολότωφ»

χοντρικα, και για να μην μπω σε πολλες λεπτομερειες, ο αγαπημενος, τού χορκχάϊμερ, «τεντυ» αρνηθηκε να κατέβη στον δρομο (και «να πεταξει πετρες στα παράθυρα» τού δημοσιογραφικού συγκροτηματος που ειχε εκνευρισει το φοιτητικο κινημα στη γερμανια) (σε μια συνεντευξη του παντως εκεινον τον καιρο ειχε πει οτι δεν θα ’χε αντιρρηση για, τετοιες και αλλες, πραξεις βιας στην ελλαδα – που ειχε τοτε δικτατορια – εννοωντας οτι διαχωριζε βεβαιοτατα τις συνθηκες), και εξαυτού θεωρηθηκε προδοτης (ω τής θείας αφέλειας) προδοτης δηλαδη τής ίδιας του τής φιλοσοφίας, δηλαδη προδοτης τού εαυτου του

τού επεβληθη επι ποινη θανατου (εδω δυστυχως κυριολεκτουμε) λογοκρισια, στην αιθουσα του και στο μάθημά του στο πανεπιστημιο : τού επιτέθηκαν βιαιως λεκτικα, και βάλθηκαν προσφυως και κατι φοιτητριες να τον «προκαλεσουν» γυμνοστηθες (ουδεν καινον υπο τον ηλιον, και οι φεμεν ακομα εχουνε παρελθον) : (στην ιδια συνεντευξη αν θυμαμαι καλα, ο αντορνο δεν διστασε καθολου να δειξει μια ελαφρότατη πικρια ειδικα γι’ αυτο : «να το κανουν αυτο σε μενα, που εχω εκφρασει στη θεωρια μου αυτα κι αυτα για τον ερωτα …»)

τον γιουχαρουν ανηλεως και τον λυντσαρουν ηθικως

ο ανθρωπος συνεπως που, παρατριχα, εξαιτιας και τής σκεψης του, κοντεψε να γινει ψητος απο τους πατεραδες τους, κινδυνευει τωρα απο τα καλόπαιδά τους που γιναν, εξαιτιας ακριβως τής σκεψης του, άνθρωποι κι αυτοι τωρα και φιλοσοφουν. Ο αντορνο κατα τη γνωμη μου αρνειται ουσιαστικα να δει αυτην την πραγματικότητα με αταραξια (αν, ακομα και για τον επικουρο, θα μπορουσε πια κατι τετοιο να ηταν δυνατον). Αρνειται να δεχτει επιπλεον οτι τα καλομαθημενα αυτα μπορει να τον εχουν διαβασει και να τον εχουν καταλαβει. (Ως προς το δευτερο δεν θα ειχε αδικο)

εντουτοις, καταρχας, δεν τα θεωρουσε καλομαθημενα – ιδιαιτερα μετα τη δολοφονια τού φοιτητη μπένο όνεζοργκ απο την αστυνομια διατυπωσε ευθαρσως την αποψη οτι οι φοιτητες ηταν «οι νεοι εβραιοι» στη γερμανικη κοινωνια

αρνειται παντως να δεχτει λογοκρισια για 2η φορα στη ζωη του, στην ιδια τη χωρα του, στην οποια μολις εχει επιστρεψει, ευτυχης που ο φασισμος της εχει ηττηθει. Και οταν βρισκει τον αυταρχισμο μπροστα του υπο το θεωρητικο μαλιστα αλλοθι τής δικης του φιλοσοφιας, αντιδρα και τραγικα και διαλεκτικα ταυτοχρονως : διεκδικει τό δικαίωμά του «να μιλαει μολονοτι δεν γουσταρει να πεταει πετρες» και ζηταει (να προστατεψει το δικαιωμα του αυτο) το κρατος που διαδεχτηκε τον φασισμο ο οποιος τού ειχε αρνηθει το ιδιο δικαιωμα.

το πραγμα επιζηταει βεβαια μυθιστορηματικου μεγεθους διαπραγματευση : αναμεσα στους φοιτητες που καθονται αλαζονικα και κοροϊδευτικα στην καρεκλα του και δεν τον αφηνουν ν’ ανέβη στην εδρα του και να διδαξει, ειναι πρωην αγαπημενοι του φοιτητες. Το γεγονος πως «ο τεντυ» ζηταει απελπισμενα τη βοηθεια μιας (ομολογουμενως αμηχανης – εχουν τραγικη πλακα καποιες φωτογραφιες…) αστυνομιας κανει τον γυρο τού κοσμου σε επιχαίροντα σκανδαλοθηρικα εντυπα, που τασσονται τωρα με το μερος των φοιτητων που θελουν κατα τ’ άλλα να τούς σπασουν τα τζαμια…

κανείς πιστευω δεν περιμενε τη συνεχεια. Παιρνει αδεια και παει με τη γυναικα του διακοπες στην αγαπημενη τους ελβετια, εκει παθαινει ενα εμφραγμα, αλλά εννοει παρ’ ολ’ αυτα ν’ ανέβη ενα βουνο, παθαινει κι ενα δευτερο εμφραγμα, και τελος. Στην κηδεια φιλοι του δεν επιτρεπουν στους πρωην «αγαπημενους φοιτητες» που τωρα προσερχονται (προφανως κεραυνοβολημενοι – δεν ειναι ευκολο να αισθανεσαι δολοφονος – ) να περασουν στον χωρο της ταφής. Υπαρχει μια φωτογραφια με τον χορκχάϊμερ που βασταει κατι χαρτια (προφανως), και διπλα του την γκρέτελ (την γυναικα τού αντορνο στην οποια οφειλουμε εν πολλοις, μην το ξεχναμε, τη «διαλεκτικη τού διαφωτισμού» και γραφτα τού μπένγιαμιν, και η οποια θα επιχειρουσε να αυτοκτονησει αμεσως μετα αλλά ευτυχως (για μάς) θα επιζουσε, θα τακτοποιουσε πληθος γραφτα τού αντρα της και τού μπενγιαμιν επι 24 ακομα χρονια, και θα εφευγε τελειωτικα το ’93) να κατεβαινουν κατι σκαλια και να ριχνουν χωμα στον ταφο του. (Θα ’λεγα οτι ακριβολόγως και καίρια η κορδελα πανω στο φέρετρό του γραφει : «στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας»)

 

 

 

 

 

(η αλληλογραφια με τον μαρκουζε)

με τον μαρκουζε ο αντορνο αλληλογραφησε ειδικα για τα θεματα τών φοιτητικων εξεγερσεων (ο μαρκουζε την εποχη εκεινη ηταν στην καλιφορνια βρισκοταν στο επικεντρο τών «ταραχων» και υποστηριζε το φοιτητικο κινημα εμπρακτα, με κινδυνο αρκετες φορές και της ζωης του). Εξαυτου η αλληλογραφια τους εχει τεραστιο και φιλοσοφικο ενδιαφερον. Πρεπει κανείς να εχει υποψη του παντως οτι ο μαρκουζε ηταν μεγαλυτερος, ειχε διαφορετικες προσωπικες εμπειριες, ηξερε και απο οδοφραγματα (ειχε παρει μερος στην επανασταση τών σπαρτακιστων) και συνεπως η αντιληψη του ηταν (συνοπτικά θα ’λεγε κανεις) πως «και τα κοκτέϊλ μολότωφ» μπορουν να «πραγματοποιησουν τη φιλοσοφία» ενίοτε.

το τελευταιο γραμμα τού αντόρνο στον μαρκουζε πανω σ’ αυτη την υποθεση (η αλληλογραφια διαβαζεται σε λινκ στο τέλος τής αναρτησης, και ειναι στα αγγλικα) εχει ημερομηνια 6 αυγουστου 1969, και τελειωνει με μια υποσημειωση οτι δακτυλογραφηθηκε απο τη γραμματεα του – την ιδια μερα ο αντορνο θα παθαινε την τελικη καρδιακη προσβολη και συνεπως την ωρα που ο μαρκουζε διαβαζε το γραμμα, ο 66χρονος τεντυ πρεπει να ηταν ηδη νεκρος.

απο μια οντως λοιπον μυθιστορηματικη διαπραγματευση που εχει υπαρξει, ανεκδοτη – παραθετω εδω ενα μικρο τμημα – ως μικρο φορο τιμης – οχι στον μηνα μαϊο, και ολους τους αλλους μηνες (οπου παντα κατι συμβαινει) – αλλά στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας

 

 

 

 

(ο αντορνο στην κουζινα)

…δεν νομίζω λοιπόν ότι ζήσανε άλλοτε ποτέ φιλόσοφοι μεγαλύτερη απογοήτεψη απ’ αυτή : γιατί κι ο μπρούνο ακόμα πάνω εκεί στην πυρά με τά κόκκαλα τσακισμένα από τά βασανιστήρια θα μπορούσε (καθώς ούρλιαζε χωρίς να τό θέλει που καιγόταν αργά) θα μπορούσε να έχει εκεί τήν ελπίδα ότι τό μέλλον θα είναι δικό του : (κι ας αργεί και αυτό ακόμα πολύ : ) η μεγαλοφυία του δηλαδή πρέπει να τό ’ξερε κατά βάθος καλά ότι time was on his side και τό ότι οι άλλοι ήτανε out of time με όση δύναμη δηλαδή επί τού παρόντος κι αν είχανε, είμαι σίγουρη λοιπόν ότι ήξερε ο μπρούνο όταν καιγότανε πως τό μέλλον ήταν δικό του και ότι θα τόν αγαπήσουμε και θα τόν καταλάβουμε (κάποιοι) κάποτε πάρα πολύ : όμως τούτοι εδώ όντας με τόν φριχτότερο τρόπο δηλαδή γερμανοί, όντας δηλαδή, κι επιμένοντας να ’ναι, δηλαδή γερμανοί με τόν καλύτερο τρόπο σε μια εποχή που η ζωή τους θα ήταν μοναχά ασφαλής αν ήτανε με τόν χειρότερο, ζήσαν τήν τραγικότερη στιγμή τής φιλοσοφίας ολόκληρης :

δηλαδή τή στιγμή κατά τήν οποία βλέπεις τή σκέψη σου να γίνεται αποδεκτή μ’ έναν τρόπο που σού προκαλεί και σύγκρυο και φόβο και τρόμο και δέος : Και τότε είναι που είναι ακόμα πιο δύσκολο να διατηρήσεις τήν κριτική σου ματιά προς τά πράγματα και να πεις Στο μέλλον θα μέ καταλάβουν καλύτερα : Πώς να τό πεις όταν τό μέλλον έχει ήδη έρθει επί τού παρόντος ολόκληρου, και πώς να ελπίσεις ότι θα έρθει ένα άλλο μέλλον τότε επί (τούτου) τού μέλλοντος

– αν και ελπίζω ότι μπορεί να κατέφυγε σε αυτή τή σκέψη και εκείνος πριν να πεθάνει κι αυτός δηλαδή – αν και ο τρόπος που πέθανε (και τό ίδιο τό γεγονός ότι πέθανε, χωρίς βέβαια να τόν σκοτώσει τυπικά και κανείς) δείχνουνε άλλα : και τό μόνο που μού μένει εμένα να ελπίζω τώρα είναι να πάνε στην κόλαση αυτοί όλοι που τόν σκοτώσανε : να είναι τώρα σ’ αυτήν τήν ωραία τους κόλαση καθισμένοι απέναντι από τήν τηλεόραση, και με τίς παντόφλες τους – γιατί τόν σκοτώσαν, και είναι από κείνους τούς φόνους όπου δεν πέφτει ξύλο κι όπου όλα είναι αθώα και καθαρά και αγνά κι ασφαλή : κι αυτοί είναι οι χειρότεροι και οι πιο βρώμικοι φόνοι γιατί δεν λερώνεις ούτε τά χέρια σου ούτε τό πουκάμισό σου ούτε τά πόδια σου ούτε και τά παπούτσια ή τίς κάλτσες σου, αλλά μόνο τό στόμα σου και τή γλώσσα σου έχεις λερώσει, και τό μυαλό σου ολόκληρο, αλλά εκείνα δεν φαίνονται κι έτσι είσαι αθώος, κι όχι μόνο αθώος αλλά και οπαδός :

 

 

 

 

 

Τή φαντάζεσαι τότε τή θλίψη του ; (γύρισε και είπε ειδικά στη Μάχη κοιτώντας την : ) τή φαντάζομαι εκείνη τή θλίψη και παθαίνω κατάθλιψη, πρόσθεσε. Και παθαίνω κατάθλιψη πιο πολύ γιατί τρέμω τήν ιδέα που ξαφνικά μού καρφώθηκε, (όταν τό σκέφτηκα για πρώτη φορά τότε αυτό), ότι κατά πάσαν δηλαδή πιθανότητα (γιατί δεν φαντάζομαι ούτε κατά διάνοιαν ότι θα ’μουν εγώ η τυχερή κι η εξαίρεση – και αυτή είν’ η φρίκη μου) κατά πάσα δηλαδή πιθανότητα, εκειπέρα με τά κωλόπαιδα αν ήμουν κι εγώ, θα ’μουν ίσως κι εγώ τό ίδιο ηλίθια : μή σού πω ότι μπορεί να ’χα και τή βλακώδη ιδέα να ξεπροβάλω και η ίδια μπροστά του γυμνή : έχει μια βλακώδη φυσικά γοητεία όταν είσαι μικρή να τά βάζεις με όλους κι όποιον πάρει κατόπιν ο χάρος, δεν τούς δικαιολογώ δηλαδή αλλά σκέψου κι αυτούς : έπρεπε να δείξουν κάπου κι αυτοί ότι επαναστατούν δηλαδή, κι ότι ξέρουν τί κάνουνε, κι ότι είναι σκληροί, χωρίς να ’χουν συμπόνοια ή ευγνωμοσύνη καμμιά : έχετε προσέξει ότι (μέχρι τώρα) στην επανάσταση η κακία περνιέται για φοβερή καλοσύνη ; (είπε και σκούπισε τά χέρια της)

που όμως δήθεν δεν φαίνεται ; διότι εκεί υπάρχει δήθεν ας πούμε και ένα μυστήριο ; διότι έχουμε ανάγκη δήθεν κι εμείς από ένα μυστήριο ; είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι για να γίνουμε διαλεκτικοί θα περάσουν αιώνες παιδάκια μου, και ορίστε η φρίκη μας : είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι, και αυτό μέ τρομάζει : γιατί είμαστε ό,τι κι οι άλλοι ακόμα, και γινόμαστε ίσως μονάχα η φόδρα τους, και φαινόμαστε ίσως από τήν ανάποδη, και η φαντασία θ’ αργήσει να πέσει στο πιάτο μας και στα κεφάλια μας : και δεν βγάζω τόν εαυτό μου απέξω κι εγώ, είπε, (όπως βλέπετε) έχω υπάρξει ηλίθια κι εγώ, όμως έλεος πια, πιθανόν δηλαδή εγώ τότε αυτόν ειδικά και να τόν λυπόμουνα : αλλά δεν λυπάμαι πια σήμερα αυτούς, κι αυτό μόνο και μόνο γιατί δεν βγήκε ούτε ένας να ζητήσει συγνώμη, κι είναι όλα αυτά τά κωλόπαιδα κρυμμένα και προστατευμένα εκεί στο σπιτάκι τους και κοιτάνε φορώντας τίς καρώ παντόφλες τους τήν τηλεόραση κι όχι πλέον κωλόπαιδα πια αλλά σχεδόν και κωλόγεροι και με τίς καριέρες τους και δεν ξέρουνε τίποτα πια, δεν θυμώνται ή δεν ξέρουνε τίποτα για τόν φόνο αυτοί πια

διότι προσέξτε (είπε, και μάς κοίταξε τόσο καλά που για λίγο σταματήσαμε να πλένουμε πιάτα) αν ο νίτσε μες στην απελπισία του ξεφούρνισε (αν τό ξεφούρνισε κιόλας έτσι ακριβώς, διότι έχει γίνει τόσο διάσημο που εγώ τό συχαίνομαι) ότι εκείνο που δεν τόν σκοτώνει τόν δυναμώνει, έπεσε έξω και εκείνον νά που τόν σκότωσε : αυτό που δεν τόν σκότωσε, νά που τόν σκότωσε

όμως εκείνος ο μικρούλης ο τέντυ (όπως τόν λέγανε) (οι φίλοι του δηλαδή εννοώ) (μονάχα δηλαδή ο χορκχάϊμερ επιτρεπότανε, αλλά εκείνος μπορούσε μια κι ήτανε ο φίλος του και τόν αγαπούσε, να τόν αποκαλεί δημοσίως να πούμε δηλαδή έτσι), εκείνος ο τέντυ ούτε κατά διάνοιαν δεν σκοτώθηκε από τίς γυμνόστηθες, θα ’ταν ηλίθιο (πρόλαβε απλώς και είπε σε μια του συνέντευξη «δεν ντραπήκαν να τό κάνουν αυτό σε εμένα» φυσικά και τόν πείραξε, αφού θα τόν πείραζε κάθε τι βλακώδες αν ερχόταν στα μάτια του (ήταν και αριστοκράτης πολύ καταβάθος και η κακογουστιά ασφαλώς θα τόν πείραζε)) σκοτώθηκε όμως μόνο όταν τού απαγορέψαν ξανά να μιλάει : ποιανού ; αυτουνού : και ποιοι ; οι γιοι τών μπαμπάδων τους : εκεί ένιωσε τήν ανάγκη φυσικά να προστατευτεί (μέσω τών μπαμπάδων) απ’ τούς γιους τών μπαμπάδων

διότι όταν οι μπαμπάδες κι οι γιοι γίναν ίδιοι και τού απαγορεύαν δηλαδή να μιλάει κι οι δυο, πολύ λίγο τόν ένοιαζε αν οι μπαμπάδες ήταν δηλωμένοι εχθροί και οι γιοι δηλωμένοι οπαδοί : μες στην καρδιά του θα χτύπησε τότε (από απελπισία και θυμό) μια καμπάνα που θα είπε περίπου τά εξής :

ε, για σταθείτε λιγάκι, για μία στιγμή : μονά–ζυγά δικά σας εσείς συνεχώς θα τά έχετε ; και η χώρα αυτή θα είναι μόνο δικιά σας ακόμα ; κι εγώ θα ’μαι συνεχώς στο δικό σας τό έλεος ; κι αυτή δεν θα είναι ποτέ η δικιά μου η χώρα ; ούτε τώρα ακόμα ; επί μπαμπάδων σας εγώ στη σιωπή, και επί υμών ξανά στη σιωπή ; κι έτσι στράφηκε να προστατευτεί : από τούς μπαμπάδες ξανά : και δεν ήταν αστείο αυτό, ούτε αυτή τή φορά :

εγώ ναι, είμαι σίγουρη ότι αυτό που τόν θύμωσε δεν ήταν μόνο ο φασισμός αυτονών να τού πάρουν τήν αίθουσα και τή θέση του και να μην τόν αφήσουν να μιλήσει ούτε να κάνει τό μάθημα – που κι αυτό θα ’ταν λόγος δηλαδή αρκετός για έναν τέντυ που μόνο για κείνο τό μάθημα κινδύνεψε πριν από λίγα χρόνια από τούς μπαμπάδες τους να γίνει ψητός, και για έναν τέντυ εξαιτίας τού οποίου (εξαιτίας μ’ άλλα λόγια τής σκέψης του) οι γιοι τών μπαμπάδων είχαν τήν άνεση να ξυπνήσουν και να κάνουνε ότι διαφέρουνε από τούς μπαμπάδες τους τώρα αυτοί :

φυσικά όλ’ αυτά θα ’ταν λόγος πολύ αρκετός, αλλ’ αυτό που (πιστεύω εγώ) (είπε, κοιτώντας μια στιγμή τό ταβάνι) πιο πολύ τόν σακάτεψε τόν μικρούλη τόν τέντυ που ’χε πια μεγαλώσει και γεράσει και φυσικά κουραστεί ήταν κάτι που η καμπάνα αυτή στο αυτί τού ψιθύρισε μόνο (γιατί δεν τολμούσε αυτό να τό φωνάξει παρά μόνο στ’ αυτί) : γιατί μόνο εκείνο τόν πλήγωνε ίσως πολύ πιο πολύ : γιατί εκείνο τόν πλήγωσε δηλαδή, και στο τέλος, και στη μέση, και στην αρχή : τά κωλόπαιδα, τίποτα δεν καταλάβανε ! τά κωλόπαιδα, δεν είχαν έλεος ! τά κωλόπαιδα, σαν τούς μπαμπάδες τους, τό ίδιο ανήλεοι ήταν κι αυτοί ! (Γιατί φυσικά εκείνος δεν θα μπορούσε, δεν θα καταδεχόταν ποτέ να τό πει ούτε και στον εαυτό του τό επιχείρημα, που μπορούμε όμως και τό λέμε εμείς : η φαντασία τούς μάρανε ! η φαντασία στην εξουσία τού εαυτού τους τούς μάρανε)

διότι αλήθεια τί θα πει φαντασία ; (είπε) : τό ’χετε άραγε ποτέ σας σκεφτεί ; είναι άραγε αλήθεια η φαντασία τό αντίθετο μοναχά τής βλακείας και αυτό είναι μόνο ; (Φαντασία θα πει, είπε η άλλη, βγάζοντας τά χέρια από τίς τσέπες τού σακκακιού της και ξεκολλώντας από τό κούφωμα που ακουμπούσε τής πόρτας, να καταλάβεις ότι πεινάμε) (τό ξέρω, είπε πολύ βιαστικά και απότομα λίγο, αλλά προηγουμένως πεινούσαμε επίσης και δεν μάς λυπόσουνα ούτε εσύ)

λοιπόν, εν ολίγοις, πιο πολύ μ’ ενοχλήσαν εμένα οι φωτογραφίες από τήν κηδεία : η ερήμωση, η θλίψη τού άλλου που πήγε με τά χαρτιά του στο χέρι λες και κρατιόταν ακόμα από τά χαρτιά που τούς ένωναν, η ερήμωση τής γυναίκας που τού ’χε (λυσσώντας και προστατεύοντας περισσότερο αυτόν απ’ ό,τι τήν εαυτή της τήν ίδια) αφοσιωθεί, η ερήμωση εκείνων τών δυο δηλαδή πλάϊ–πλάϊ κατεβαίνοντας μετά τήν κηδεία, τά σκαλιά : κι ύστερα μια άλλη φωτογραφία με τήν ερημιά τού προαύλιου μακρυά απ’ τόν κόσμο πιο πέρα και πιο έξω από τό τοιχαλάκι όπου χωρίς να μπορούμε ν’ ακούμε δηλαδή τίς κουβέντες τίς βλέπουμε όμως, απειλητικά να αιωρούνται (και με πόση ένταση και σπαραγμό και μετάνοια αλλά τόσο αργά τώρα πια) από τούς φοιτητές τούς αγαπημενους και τούς οπαδούς : που επεδίωξαν να βρεθούνε στην τελετή (και που οι άλλοι βέβαια και καλά κάνανε, δεν τούς αφήσανε) :

 

 

 

 

πόσο θα ’θελα να ’ξερα τώρα πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα (και που δεν έχουν κάνει ούτε ένα στο εκατομμύριο από ό,τι και κουράστηκε κι έκανε ή σκέφτηκε αυτός) πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα να πετάνε πετρούλες σε διαδηλώσεις ή τίς βλέπουνε άραγε με τίς παντόφλες τους τυλιγμένοι αυτοί στις κουβέρτες τους από τήν τηλεόραση μες στα σπιτάκια τους ; με τ’ απαίσια έπιπλα κι αν τούς περνάει ποτέ, όπως είναι νεκροί ζωντανοί, από τό μυαλό :

«εγώ ο ασήμαντος ο αστός ήμουν κι εγώ μια φορά φοιτητής και μάλιστα σκότωσα έναν φιλόσοφο ; τί σπουδαίος που είμαι ; γιατί τόν ανάγκασα να κάνει ακριβώς εκείνα τά πράγματα που δεν τά ήθελε ; και να φέρει και τήν αστυνομία στο αμφιθέατρο για να μπορέσει να μάς μιλήσει ξανά ; κι από τή λύπη του ύστερα πήρε μια άδεια και ύστερα πήγε στο σπίτι και πέθανε ; κι επομένως εισήλθα κι εγώ στην αθανασία για μία φορά ; και στον κόσμο επίσης και τής επανάστασης, όχι με τή φαντασία μου βέβαια όπως νομίζαμε, αλλά με τή βλακεία μου σίγουρα για μία φορά ; τί σπουδαίος που είμαι ; και πόσο περήφανος που δεν έχω πάει δηλαδή να πνιγώ ;

και έχω ένα σπίτι και κάθομαι ; και είμαι στα χρόνια του και ίσως βλέπω τώρα πια τηλεόραση ; Ναι ίσως κάπου υπάρχουνε ακόμα ελάχιστοι που θα θέλανε να τόν έχουν για χρόνια ακόμα μερικά ζωντανό : Να τούς πει αυτονών αυτός κι άλλα : Ίσως να ’χε ακόμα να γράψει και άλλα : Εξαιτίας μου όλα αυτά όμως νά που δεν γίνανε : Είμαι πρόσωπο ιστορικό επομένως κι εγώ».

βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

η λεζαντα της φωτογραφιας στον ευτυχη αστικο τυπο :

την περασμενη τριτη οι φοιτητες εμποδισαν, με συμβολικες τρυφεροτητες [ οι ευγενικες εφημεριδες εννοουν εδω οτι καποιες φοιτητριες τρεξαν να του «επιτεθουν» γυμνοστηθες ], τον «στοχαστη και καθοδηγητη φιλοσοφο» του αριστερου φοιτητικου κινηματος τεοντορ β. αντορνο, 65 χρονων, να μπει στο αμφιθεατρο VΙ του πανεπιστημιου της φραγκφουρτης προκειμενου να συνεχισει τις παραδοσεις τού μαθήματός του «εισαγωγη στη διαλεκτικη», αφου πρωτα σκόρπισαν στην αιθουσα φεϊγβολαν που εγραφαν «ο αντορνο ως θεσμος ειναι νεκρος».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

απο την τελευταια (στην κυριολεξια) αλληλογραφια αντορνο–μαρκουζε, της οποιας τον συνδεσμο  υποσχεθηκα στην αναρτηση, και η οποια θα αξιζε (ειρησθω εν παροδω) να μεταφραστει καποια στιγμη ολοκληρη – δεν θα ’ταν μεγαλο σε εκταση το βιβλιαρακι, αλλά σε σημασια θα ’ταν τεραστιο, οπως ειπα παραπανω ακομα και απο φιλοσοφικη σκοπια – (εδω οι αγγλοι παραθετουν την αλληλογραφια μεταφρασμενη απο τα γερμανικα) :

τα τελευταια λογια στο τελευταιο γραμμα του αντορνο προς τον μαρκουζε

(μπορειτε να προσεξετε – περα απο το (σπαρακτικο) «οπως σού ειπα χερμπερτ και στο τελευταιο γραμμα μου, πρεπει να ’χεις υποψη σου οτι ο τεντυ διανυει τα μαυρα του τα χάλια (θα στο επιβεβαιωσει και ο μαξ) : ώς τα μεσα του αυγουστου εσυ θα ’χεις ζησει την πληρη αναρρωση, και χαιρομαι γι’ αυτο, αλλά εγω δεν θα ’χω ζησει καμιά» – ριξτε μια ματια και στην τελευταια του αποστροφη για τον «κοκκινο ντανυ» – πόσο διορατικη θα ελεγα) :

… Herbert, I really cannot come to Zurich or Pontresina. As I indicated in my last letter, you really do have to reckon with a badly damaged Teddie, as Max will confirm. By the middle of August you will already have an ample convalescence behind you, and I am glad for you; but I will not have had mine. However, I think that this rather rationalized egoism is legitimate, and, happily, your sentence about the identity of the distance between Pontresina and Zermatt is reversible. And here, one has, as you well know, infinitely more calm and peace than in Engadin. After all, we came to meet you here. Do you find it so terrible here ever since? And you surely must agree that there is no doubt that we need to talk to each other?—I think that I told you already that I will be in Venice from the 5 to 9 September (Hotel Regina); and here until 27 August.

Warmest greetings, from Gretel and Inge as well.

Yours
Teddie

I have a few things to tell you about Danny–le–rouge: just slapstick comical stuff. That must really have been a loveliness of street battles with him involved. And in Frankfurt he still counts as one of the more humane. Quel monde!

Copied from a hand–written draft
With friendly greetings
(Hertha Georg, secretary)

 

 

 

 

 

σ’ αυτο το βιντεο βλεπετε το 2ο μερος μιας ταινιας
αφιερωμενης στον τεοντορ βιζενγκρουντ αντορνο,
απ’ οπου και τα στιγμιοτυπα που απομονωσα για
χαρη αυτης της αναρτησης

 

 

 

 

 

 

η πανω φωτογραφια ειναι φυσικα τού henri cartier–bresson : η σορβονη κατειλημμενη κατα την εξεγερση του μαΐου και του ιουνιου του 1968

 

 

 

 

15 Ιανουαρίου 2018

αποκολοκύνθωσις, ή κολοκύθια με τή ρίγανη

 

 

 

 

καθόμουνα σ’ ένα καφενείο που στο μπαρ του βάζει ωραία μουσική κυρίως πριν αρχίσει η φασαρία τό βράδυ, και πίνοντας έναν καφέ στα ενδιάμεσα κάτι τρεξιμάτων διάβαζα τό τελευταίο τεύχος τού new york review of books που είχε ένα άρθρο για τόν σενέκα, και πάνω κει μού ήρθαν κάτι σκέψεις, και λέω να τίς ανακοινώσω

εγώ δεν χωνεύω τούς στωικούς, διότι δεν μ’ αρέσει η φιλοσοφία τους, και εκνευρίζομαι που συνηθίζουν να τούς αναφέρουν μαζί με τούς επικούρειους (εξαφανίζοντας με τόν τρόπο αυτόν, υπούλως, τόν επίκουρο – πράγμα συνηθισμένο, και όχι μόνο στα ελληνικά (προσφάτως κάτι έβλεπα κάπου για τόν λουκρήτιο (κάποια αγγλική μετάφραση ίσως, δεν θυμάμαι) και δεν πήρε τό μάτι μου ούτε μία γραμμή για τόν επίκουρο – ενώ ο συμπαθέστατος ρωμαίος απλώς μετέφερε – όπως είναι βέβαια γνωστό – (μετέφερε εντέχνως και πολύ ωραία) στα λατινικά τή φιλοσοφία τού δασκάλου του))

εν πάση περιπτώσει στα διάφορα συμπιλήματα φιλοσοφίας ή τά εγκυκλοπαιδικά τοιαύτα, αν κοιτάξεις τά κεφάλαια, όλα σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναφέρουν τόν κλάδο «στωικοί και επικούρειοι» (και μ’ αυτήν τή σειρά) και βάζοντάς τους και τούς δύο μαζί στα περιεχόμενα (χωριστά δηλαδή από τούς «προσωκρατικούς» και χωριστά κι από τά (θεωρούμενα) θηρία, τόν πλάτωνα και τόν αριστοτέλη – τούς οποίους επίσης δεν τούς χωνεύω (τόν πρώτο μάλιστα καθόλου))

θα μού πεις, τί μάς ενδιαφέρουν εμάς (εσένα δηλαδή) αυτά : δεν λέω ότι ενδιαφέρουν κανέναν, τή γνώμη μου λέω

και τή λέω τή γνώμη μου με αφορμή τόν σενέκα για τόν οποίον είπαμε διάβαζα στο καφενείο, διότι απ’ όλους τούς στωικούς αυτός είναι ο μόνος που συμπαθώ

να σημειώσω ότι δεν τόν συμπαθώ για τίς φιλοσοφικές του πραγματείες, αλλά για τό θέατρό του, δηλαδή τίς αντιγραμμένες απ’ τά ελληνικά τραγωδίες του

τίς οποίες, επίσης όπως και τίς διατριβές του, δεν τίς έχω βεβαίως μελετήσει, όμως τό θέατρό του μ’ αρέσει περισσότερο από τίς διατριβές του για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο

(εδώ πρέπει να πω, μέσα σε παρένθεση, πως έχω τήν (αμετακίνητη πλέον, μετά από χρόνια πολλά στριφογυρίσματος) άποψη ότι σαν άνθρωποι τού δυτικού πολιτισμού, έχουμε αποκλειστικά σχέση με τούς ρωμαίους και όχι με τούς έλληνες : και τό ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη ευρώπη (και τήν αμερική) : η αρχαϊκή ελλάδα δηλαδή και ο εξαυτής «κλασικός» πολιτισμός δομήθηκε πάνω σε καταστάσεις που μάς είναι πλέον εντελώς άγνωστες – ψήγματά του ανασκάπτουμε μόνο, διαβάζοντας κάποια κείμενα ή βλέποντας κάποια γλυπτά και λοιπά έργα τέχνης – γι’ αυτό και μερικές μορφές αυτής ακριβώς τής τέχνης μάς είναι περίπου ακατανόητες (οι «βάκχες» π.χ., ή ακόμα και η «μήδεια» ή η «φαίδρα» – δεν είναι σύμπτωση ότι μιλάω για έργα τού ευριπίδη κυρίως : άλλωστε αυτός είναι που παρεξηγήθηκε κατεξοχήν, μέχρι ακόμα και στην προσωπική του ζωή)

για να μην πω τίποτα τώρα για τά κυκλαδικά ειδώλια, και τό τί αρλούμπες λέγονται γι’ αυτά, και τό παρατραβήξω και χάσουμε τόν ειρμό

αλλά ακόμα κι ο όμηρος θέλω να πω, μάς είναι εν πολλοίς ακατανόητος – και είναι προς τιμήν τού πλάτωνα που εκείνος τόν κατάλαβε τόσο καλά, ώστε να τόν αντιπαθήσει σφόδρα (παρέα με τήν αντιπάθειά του για τίς τραγωδίες – ιδιαίτερα φαντάζομαι τού ευριπίδη)

όμως αυτά, για να τά κάνω λιανά θα πρέπει να γράψω ένα βιβλίο που δεν τό ’χω γράψει ακόμα, και συνεπώς δεν περιμένω να είμαι ιδιαίτερα πειστική – τό μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να πω εντελώς περιληπτικά πως η αρχαϊκή εποχή, όντας βεβαίως η εποχή τής θριαμβευτικής νίκης τών φοβισμένων και εκδικητικών αντρών επί τών λυσσασμένων και μαινάδων γυναικών, είναι ακόμα πολύ κοντά εντούτοις σ’ αυτόν τόν γυναικείο ερωτισμό, αυτόν ακριβώς που η καταστολή του (μόνο) έχει φτάσει ώς εμάς – με κυριότερο (και ενδοξότερο) έργο της (τής καταστολής) ακριβώς τήν τραγωδία : μην ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά ξεκίνησαν με τήν εφεύρεση ενός νέου θεού που προσπάθησε να συμβιβάσει τά ασυμβίβαστα : ήταν άντρας που γεννήθηκε από άντρα και όμως ντυνόταν χτενιζόταν και συμπεριφερόταν σα γυναίκα, τίς γυναίκες υπερασπιζόταν καθώς οι βάκχες κι οι μαινάδες ήταν οι υπερασπιστές του (τουτέστιν εικόνες γυναικών από τήν προ πατριαρχίας εποχή) και ο διόνυσος λειτούργησε αποτελεσματικά έτσι, σαν αποενοχοποιητικό άλλοθι, ώστε να μετατρέψει τήν καταστολή τού γυναικείου ερωτισμού στο ενδοξότερο επίτευγμα τής πατριαρχίας που ενέσκηψε, βλοσυρή και εκδικητική : τή δημιουργία τής τραγωδίας

έτσι η φάση τής γυναικείας ελευθερίας που προηγήθηκε, κάτι αιώνες και ίσως και χιλιετίες πριν, είναι ζωντανή και παρούσα στην αρχαϊκή ελλάδα, ακριβώς μέσω τής λυσσασμένης άρνησής της – και αυτό είναι που δεν υπάρχει στη ρώμη : οι ρωμαίοι δεν έχουν δηλαδή τέτοια προβλήματα (ή τουλάχιστον δεν τά έχουν μ’ αυτήν τήν ένταση, που τά είχε ο ελλαδικός χώρος) : ανήκουν εξαρχής στην πατριαρχία, ο πουριτανισμός τους είναι διάχυτος σε όλην τους τήν κοινωνία, γι’ αυτό και οι γυναίκες κέρδισαν εκεί μεγαλύτερες θέσεις κι ελευθερίες – δεν θεωρούνταν πια σχεδόν καθόλου επικίνδυνες : κλείνει η παρένθεση)

εμείς λοιπόν είμαστε άνθρωποι τής ρώμης : και αυτό που μ’ αρέσει στον σενέκα είναι ότι τό πράμα αυτό αναδεικνύεται στις τραγωδίες του περίφημα : ο σενέκας παίρνει ένα κείμενο γεμάτο ειρωνικές αμφισημίες όπως τή μήδεια τού ευριπίδη, π.χ., και τό μετατρέπει σε θρίλερ και σε γκραν–γκινιόλ και σε γουέστερν : εκθέτει τά αίματα, εκθέτει τίς σφαγές, εκθέτει τό μίσος – όλα επί σκηνής – δεν έχει ενοχές, δεν καταλαβαίνει καν γιατί πρέπει να κρύψει οτιδήποτε – δεν καταλαβαίνει καν, θα έλεγε ένας κλασικός αθηναίος, περί τίνος ομιλεί :

κι έτσι ο σενέκας είναι, με λίγα λόγια, απολύτως σημερινός, μ’ ένα τρόπο (για μάς ακριβώς σήμερα) απλό και κατανοητό

 

 

 

 

και τώρα εγώ προσπαθώ να θυμηθώ γιατί έγραψα τά παραπάνω και απορώ : επειδή τά ’γραψα για να μιλήσω για μια μόνο λέξη, τήν αποκολοκύνθωση – και μιλώντας για τήν αποκολοκύνθωση να υποστηρίξω ότι, ενώ  μάς είναι αδύνατο, τόσο εμάς όσο και τών άλλων δυτικών (και περισπούδαστων ελληνιστών μάλιστα), να καταλάβουμε όλοι μαζί τούς αρχαϊκούς, έχουμε μερικές φορές εμείς (ακόμα κι αν δεν είμαστε ούτε ελληνιστές, ούτε καν φιλόλογοι) κάτι περίεργα αβαντάζ στον ελλαδικό χώρο, λόγω γλώσσας :

τό άρθρο που διάβαζα για τή ζωή και τά έργα τού σενέκα που μεταφράστηκαν, (για πρώτη φορά όλα, όπως έμαθα, στην αγγλοσαξονική – κι όταν λέμε «όλα» εννοούμε και τά  φιλοσοφικά και τά θεατρικά του μαζί, διότι επί έτη πολλά τά θεατρικά του τά θεωρούσαν κατώτερα και ανάξια τής φιλοσοφίας του, και πολύ τά περιγελούσαν) (στην νεοελληνική δεν νομίζω να έχουμε φτάσει καν σ’ αυτό τό σημείο) ήταν συμπαθέστατο και πολύ κατατοπιστικό

(παρένθεση δεύτερη : για τή ζωή τού σενέκα, και ιδιαίτερα τά παιδικά του χρόνια και τά χρόνια τής εφηβείας του και τών σπουδών του, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα – ενώ αντίθετα έχουμε πληροφορίες για τήν καριέρα του δίπλα στον κλαύδιο και στον νέρωνα (που τότε μάλιστα έκανε και τά πολλά λεφτά – ο σενέκας) : καθώς όμως ήταν συνηθισμένο στους ρωμαίους τών ανώτερων τάξεων (ο σενέκας προερχόταν από ευγενή ρωμαίον τής ισπανίας, και ευγενή ισπανίδα (ήταν δηλαδή κατά μεγάλο μέρος ισπανός) (είχε μάλιστα γεννηθεί στην κόρδοβα (τί περίεργο)) και στη ρώμη πήγε (τόν κουβάλησε, όπως είπε, η θεία του στα χέρια της) όταν ήταν πέντε χρονών – όπως λοιπόν ήταν συνηθισμένο στους καθωσπρέπει μορφωμένους ρωμαίους, να μαθαίνουν ελληνικά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κι αυτός είχε μάθει – πολύ περισσότερο για να διαβάσει και τίς τραγωδίες τους, και να κάνει πάνω κει τίς παραλλαγές του

η σχέση του με τούς αυτοκράτορες, που τού έτυχαν στη ζωή του, είχε σκαμπανεβάσματα – ο κλαύδιος παραλίγο να τόν δολοφονήσει – εξαιτίας τού μίσους που τού είχε (τού σενέκα) η γυναίκα του, τού κλαύδιου (η μεσσαλίνα) – τού έσωσε όμως (ο κλαύδιος) τή ζωή, απλώς εξορίζοντάς τον : από τήν άλλη, τόν όρισε δάσκαλο τού νέρωνα (μάλλον δηλαδή η δεύτερη γυναίκα του (τού κλαύδιου) η αγριππίνα, τό ’κανε αυτό, αλλά δεν πειράζει – μαθαίνουμε και τή δύναμη που μπορούσαν να έχουν οι αυτοκρατόρισσες στη ρώμη…) πράγμα που έκανε τόν σενέκα παντοδύναμο όταν ο νέρων ανέλαβε τά καθήκοντά του – κι όμως αυτό δεν εμπόδισε τόν νέρωνα όντως και αποτελεσματικά πλέον να τόν δολοφονήσει ( : στα ρωμαϊκά αυτό μεταφράζεται «να τόν αναγκάσει να αυτοκτονήσει»)

ο κακομοίρης ο σενέκας ήταν ένας διχασμένος άνθρωπος (και ποιος δεν είναι – αλλά αυτός παραήτανε) : με τόν θάνατο τού κλαύδιου ανέλαβε να γράψει τό (παραδοσιακά απαραίτητο) κείμενο τής «αποθέωσής» του, και τό ’γραψε – μάς παραδίδεται όμως και μία σάτιρα πάνω στο ίδιο θέμα, η οποία καθόλου δεν έχω καταλάβει αν ήτανε τό ίδιο τό κείμενο τής «αποθέωσης» ή ένα παράλληλο απόκρυφο κείμενο που με τό όνομα «αποκολοκύνθωση» έκανε σκόνη μετά θάνατον τόν καημένο τόν κλαύδιο – (εδώ να θυμηθούμε κι έναν άλλον που έγραψε εκ παραλλήλου με τά «επίσημά» του, και κάτι «απόκρυφα» –  βυζαντινόν, και κάτι αιώνες αργότερα, αυτόν) – κλείνει η παρένθεση)

όπως και να ’χει όμως τό πράγμα, κι ό,τι ελληνικά κι αν έμαθε ο σενέκας, τό γεγονός είναι ότι έφτιαξε σίγουρα μια ελληνική λέξη – υπόθεσε δηλαδή (υποθέτω) τήν ελληνική εκδοχή – διότι τήν χρησιμοποίησε στο έργο του εκλατινισμένη ως αποκολοκύνθωση : τουτέστιν apocolocyntosis

και λέω έφτιαξε μια λέξη γιατί μολονότι η λέξη είναι ωραιότατη στα ελληνικά (και η μεταγραφή της πολύ κωμική, έτσι που είναι σχεδόν ακαταλαβίστικη στα λατινικά) δεν βρήκα πουθενά κάποιο στοιχείο ότι η λέξη υπήρχε πριν τή φτιάξει ο σενέκας : έφτιαξε λοιπόν μια λέξη, τήν αποκολοκύνθωση, για να κοροϊδέψει έναν αυτοκράτορα (από τόν οποίο είχε δει και κάνα καλό, βρίζοντάς τον έτσι πάνω στη στιγμή που πέθανε, ενώ κολάκευε συγχρόνως από τήν άλλη έναν άλλον αυτοκράτορα από τόν οποίο θα ’βρισκε και τόν θάνατο (αυτό βέβαια όμως δεν τό ’ξερε ακόμα))

εγώ, βέβαια τώρα, δεν είμαι φιλόλογος, αλλά μού φαίνεται ότι πρόκειται για μια ωραιότατη ελληνική λέξη – όμως τή μεγάλη της  αποτελεσματικότητα τήν έχει ακριβώς ως, δήθεν, λέξη μεταφρασμένη : καθότι αποκτάει έτσι μια ειρωνική μεγαλοπρέπεια, κι αυτό είν’ ένα κόλπο που μοιάζει λίγο με τά δικά μας όταν μιλάμε με πασίγνωστες αγγλικές εκφράσεις γράφοντάς τες στα ελληνικά, και με τήν προφορά τού αγράμματου

 

 

 

ο λόγος όμως για τόν οποίο ξεκίνησα να γράφω αυτό τό ποστ είναι μια παράγραφος, στη μέση τού ωραίου άρθρου τού nyrb για τόν σενέκα : «τό περίεργο πάντως», λέει στο άρθρο («a stoic in nero’s court»)  ο συγγραφέας του (james romm), «είναι πως πουθενά εν πάση περιπτώσει μέσα στο έργο δεν αναφέρονται κολοκύθια»

και καθώς η «αποκολοκύνθωσις» μεταφράζεται αμερικανιστί «pumpkinification» οι αμερικανοί ελληνιστές διερωτώνται μ’ άλλα λόγια «πού στο  διάολο είναι τά pumpkins μέσα στο κείμενο – τουτέστιν διερωτώνται «τί διάολο νόημα έχει ο τίτλος τού έργου» (και, συμπερασματικά : «τί διάολο νόημα έχει τό ίδιο τό έργο» : «–the title is an enigma» λέει σοβαροφανέστατα ο καημένος ο αμερικανός, «since the work contains no mention of pumpkins –» (καταλαβαίνω ότι περίμενε να δει κάποια αναφορά στις κολοκύθες τής αμερικανικής αποκριάς)

επομένως, τί να τούς πεις τώρα ; να πεις στους  αμερικανούς και άλλους ειδικούς περί τήν αρχαιότητα, να πα’ να μάθουνε νέα ελληνικά ;

και όμως, κάτι τέτοιο πρέπει τελικά να τούς πεις :

διότι (και εδώ ας κάνω κι εγώ τή δικιά μου παράβαση) : η ιστορία αυτή γράφτηκε σήμερα δηλαδή, μόνο και μόνο για να δηλώσει πως όσοι ασχολούνται με τ’ αρχαία ελληνικά πρέπει να ξέρουν και νέα : κι ότι καμία νεκρή γλώσσα δεν σού λύνει όλα τά αινίγματα που η λογοτεχνία της θέτει, αν δεν μελετήσεις με σεβασμό και τή ζωντανή συνέχειά της στο, οποιοδήποτε, παρόν της – και μάλιστα κατά προτίμηση ανάμεσα σε αγροίκους και αμόρφωτους ομιλητές – ή απλώς παιδιά  : κατά μυστήριο δηλαδή τρόπο, τόσο οι αρχαίοι αθηναίοι όσο και οι αρχαίοι λατίνοι (μάς λέει, σοβαρότατα, ο σενέκας ότι θα) καταλαβαίνανε κάτι που ισχύει και σήμερα στους δρόμους τής αθήνας – ενώ στους βρετανούς και τούς γαλάτες πρέπει να τό κάνεις λιανά, και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα σέ πιστέψουν : τά κολοκύθια με τή ρίγανη δηλαδή.

 

 

 

 

 

φωτογραφία : anthony friedkin

λεξικό : liddell–‎scott

κυκλαδικό

 

 

 

 

 

 

6 Σεπτεμβρίου 2017

νίτσε και βάγκνερ

 

 

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πώς μπορούμε τότε να περιμένουμε από τόν κύριο νίτσε να καταλάβει τί πραγματικά είναι όλ’ αυτά και να τά θυμηθεί, και μάλιστα σε μια σφαιρική ελεύθερη και πλήρη ολότητα ; κυκλικά και ελεύθερα και τά λοιπά ; όχι, για τόν νίτσε όλο αυτό – και η γέννηση τής τραγωδίας και ο θάνατος τής τραγωδίας και όλες αυτές οι αρλούμπες ότι ο ευριπίδης φταίει για τόν θάνατο (για τόν δικό του τόν θάνατο ίσως – ) όλο αυτό για τόν κύριο νίτσε δεν είναι (κατά τήν γνώμη μου) παρά μια αφορμή για να μιλήσει για τόν κύριο βάγκνερ (τελικά) : ή μάλλον για τήν ακρίβεια για τή μουσική αυτού τού κύριου βάγκνερ : Αυτό είναι όμως τό χαρακτηριστικό τού νίτσε αν μπορείς να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά (και πρέπει να είσαι γυναίκα για να μπορέσεις να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά) : απροστάτευτος αμεταμφίεστος και θλιμμένος με δίψα για τήν περίφημη εκείνη ελευθερία (και έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να θέλει ειλικρινά η δίψα αυτή να νικήσει) αλλά και για να φοβάται φυσικά τίς γυναίκες αφόρητα ή, για να τό πούμε αλλιώς, έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να καταλάβει ότι είναι χαμένος αν υπάρξει έστω και μία στιγμή σα γυναίκα, έστω και για λίγο (εκείνη τήν εποχή) : και έτσι κρατιότανε από τό μουστάκι του :

Συναισθανόταν δηλαδή τή δύναμη που θα τού χρειαζότανε τότε και τήν έτρεμε : Τήν έτρεμε αυτή τή δύναμη που θα έπρεπε να έχει αν ήταν γυναίκα εξού και τήν θεοποίησε αρνούμενος να πει τ’ όνομά της : βασικός κανόνας τών ιερών πραγμάτων αυτός : Έτσι ο νίτσε τελικά δεν υπάρχει, παρά μόνο μέσα απ’ αυτήν τήν διχοτόμηση που διαμορφώνει τό πρόσωπο τής υστερίας του – αλλά μιας υστερίας βέβαια μεγάλου μεγέθους : μεγάλου πόνου και πλάτους και βάθους, χωρίς καμμία αμφιβολία, αναμφίβολα και τά λοιπά : Αν τόν κοιτάξεις από κάποια απόσταση κι όχι αναγκαστικά από πιο ψηλά, αλλά αρκετό καιρό αφότου τόν έχεις ας πούμε διαβάσει εννοώ, όλα του τά βιβλία συνοψίζονται λες σ’ ένα Ζήτω τό άλφα Κάτω τό άλφα – οι σελίδες του είναι δομημένες πάνω σ’ αυτήν τήν μόνιμη εσωτερική ανασφάλεια και αμφισβήτηση και αντιλογία : Αλλά επειδή αυτό δεν γίνεται μόνο με κέφι αλλά και με πόνο (είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς βέβαια για κέφι στον νίτσε, νομίζω όμως ότι τό κέφι θα υπήρχε πολύ όταν ήταν παιδί, πολύ παιδί, και η ανάμνησή του έτσι έχει μείνει μέσα και στην παραμικρή απόχρωση τού πόνου (και τής υστερίας) του) έχει ένα μεγαλείο : Προτιμάει κανείς τήν υστερία τού νίτσε φυσικά, από τήν συνέπεια ενός οποιουδήποτε επιστήμονα, γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία : είναι πιο επιστημονική η υστερία τού νίτσε.

 

 

Τελευταία ξανακοίταζα ένα βιβλίο του και μού έκανε εντύπωση που δεν μού άρεσε τώρα τόσο πολύ, είναι σίγουρο ότι οι παληότερες μεταφράσεις μού άρεσαν πολύ περισσότερο, εκείνες οι συμπαθείς εκδόσεις οι φτηνές και τού εμπορίου : ναι, ο νίτσε ήτανε τού εμπορίου μια εποχή αυτό να λέγεται : τόν αγόραζα από τό καροτσάκι γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο του στην βιβλιοθήκη : Καυχιόταν λοιπόν ότι ήταν λυκόσκυλο και λαγωνικό στο ζήτημα τού έρωτα, όμως γάου γάου τό σκυλί όταν μεταμφιέζεται σε σκυλί λέει ψέμματα. Εξάλλου εκείνη τήν εποχή δεν υπήρχε έρωτας πραγματικά πουθενά : Οι άνθρωποι ήταν συνηθισμένοι όλοι να είναι μαλάκες. Κάθε εποχή περηφανεύεται βέβαια για τίς δικές της ελευθερίες και θεωρεί τούς προηγούμενους δέσμιους ακατανοήτων κανόνων : οι επόμενοι πάντα βλέπουν τούς προηγούμενους ως αξιολύπητους λες και δεν έχουν εκείνοι καινούργιους περιορισμούς που θα ξεπεραστούνε στο μέλλον : για όποιον τά παρακολουθεί αυτά τά πράγματα από κοντά, ο έρωτας υφίσταται ακόμα και στη διάρκεια μιας δεκαετίας τρομαχτική διαδικασία απελευθέρωσης. (Όταν έχει υπάρξει μάλιστα τή δεκαετία εκείνη και ο μαρκούζε.) Ο νίτσε για παράδειγμα ήταν μανιακά θα ’λεγα προσηλωμένος στις γυναίκες που τόν αρνήθηκαν και απ’ αυτή τήν άποψη έκανε σαν ένα άρρωστο αγοράκι ή ένα δειλό αν και αποφασισμένο παιδί : Επειδή δήθεν αγαπούσε κατ’ αρχάς τόν έρωτα ήταν αναγκασμένος μετά να μισεί αυτές τίς γυναίκες θανάσιμα : με κάπως διαφορετικά λόγια θα μπορούσε κανείς τότε να τό πει όλο αυτό ότι ήθελε να ’ναι δυνατός αλλά δεν άντεχε και τή δύναμη όλων τών άλλων – και έτσι μόνο μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν άντεχε καθόλου πράγματι και τήν αδυναμία τή δικιά του : Με άλλα λόγια ο νίτσε φοβόταν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, για τήν ακρίβεια δεν φοβόταν τόσο τούς άλλους όσο τήν συνείδηση τού δικού του τού φόβου. Δεν μπόρεσε με άλλα λόγια να ξεμπερδέψει τά πράγματα βάζοντάς τα ήσυχα και αθόρυβα ας πούμε στη θέση τους αλλά αντίθετα, όσα λόγω τού μυαλού του ανακάλυπτε, τά έδενε συνέχεια κόμπους : δεν μπορούσε ίσως να ζήσει βέβαια παρά μόνο αν τά είχε όλα τά προβλήματα ζωντανά έτσι γύρω του, αλλά πάντοτε μπερδεμένα συγχρόνως σαν βρόγχο : Γι’ αυτό και στη στιγμή ακριβώς που διαβλέπει κάπου μια λύση, αμέσως δημιουργεί ταυτοχρόνως και δέκα τοπία αντιφάσεων. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : τί αρλούμπα, τί άδοξο τέλος τί απογοήτευση τί θλιβερό καλαμπούρι επαρχιώτικου γυμνασιάρχη καμπουριασμένου φιλόλογου : αλλά τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει, η αρλούμπα αυτή, τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει τήν ιδέα τού διόνυσου που είναι εκ φύσεώς της αβάσταχτη για έναν άντρα : ποιος άντρας (και με μουστάκι) μπορεί ν’ αντέξει τήν ιδέα ενός άντρα που ντύνεται με γυναικεία ρούχα κι έχει γυναικείο πρόσωπο και μαλλιά και είναι, γι’ αυτόν τόν λόγο, πανίσχυρος ; Πρέπει να τόν συμβιβάσει οπωσδήποτε με τόν πατέρα του λοιπόν, πολύ περισσότερο αν ο πατέρας του ήτανε επιπλέον παπάς : αλλά τό να πρέπει να συνδυάσεις τήν ελευθερία σου με τήν οικογένεια είναι τό σημείο στο οποίο διαλύονται οι στρόφιγγες και εκσφενδονίζονται τά μπουλόνια σαν σφαίρες προς κάθε κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο τό να πρέπει να συνδυάσεις και τήν αγάπη σου προς τόν έρωτα, να τή συνδυάσεις με τήν οικογένεια και τούς λοιπούς συγγενείς ε, εκεί είναι τό σημείο πια που όχι απλώς οι στρόφιγγες θα διαλυθούνε αλλά η μηχανή ολόκληρη θα ξεχαρβαλωθεί και θα πας με λίγα λόγια περίπατο : Θα ’πρεπε να τά ξέρει κάπως καλύτερα : Έπεσε στα χέρια τών συγγενών του και τόν φάγαν ψητόν : οι γυναίκες μέσα στην οικογένεια είναι εξάλλου ενίοτε ανήλεες ύαινες δεν θα ’πρεπε να τίς εμπιστεύεται ένας άνθρωπος φιλοσοφικός : θα ’πρεπε να ’χε φύγει δηλαδή για τά καλά απ’ τό σπίτι του : Γύρισε πίσω και τί κατάλαβε ; Ανακάλυψε τά κόλπα τών επαρχιακών καθηγητάκων εκείνων τών θρησκευτικών που είχαμε κι εμείς στο γυμνάσιο. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : Πάλι καλά, αν ήταν τουλάχιστον ευτυχισμένος όσο έζησε έτσι κάτι θα ήταν κι αυτό.

 

 

Αν όμως ως προς τό θέμα τού έρωτα τά έκανε θάλασσα (τό πλήρωσε βέβαια κιόλας ο ίδιος πολύ ακριβά) αν δηλαδή σ’ όλα αυτά είχε άδικο, στο θέμα τού βάγκνερ είχε εκατό τά εκατό δίκηο και αυτό είχα πάνω απ’ όλα δηλαδή σκοπό εγώ απ’ τήν αρχή να σού πω : Τώρα, τό γιατί δεν τό είπα αμέσως και άργησα τόσο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αλλά μπορώ να σού διευκρινίσω ότι δεν θα γίνονται και όλα αμέσως όπως τά θέλεις εσύ : Είχα λόγους δηλαδή ίσως να θέλω να ξεχαρβαλώσω λίγο τήν υπόθεση τώρα που πάμε προς τό τέλος και να τήν διαλύσω ελαφρώς, για να μη λυπηθείς και πολύ που κάποια στιγμή θα σταματήσουμε αλλά αντίθετα να πεις μάλλον Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς όπως αποδείχτηκε δεν είχε και άλλη ιστορία να μάς πει και τόρριχνε στις φιλοσοφίες, ευτυχώς λοιπόν που τελειώσαμε

Αλλά κι απ’ τήν άλλη μερηά όλη αυτήν τήν ιστορία τής τραγωδίας πολύ πιο εμπεριστατωμένη βέβαια, και όχι τόσο γρήγορη και περιληπτική, τήν έχω αλλού αναπτύξει, με πολύ περισσότερα στοιχεία, όμως δεν μπορώ να τή συμπεριλάβω στα γλωσσολογικά μου γιατί τό μόνο που τή συνδέει με τό θέμα τής γλώσσας είναι αυτή η καταγωγή τής λέξης που έχουμε εμείς για τήν ελευθερία απ’ τό βακχικό εκείνο επιφώνημα (που γράφεται σαν ελεύ κι ελεύ ελελεύ αλλά που προφορικά, αν λάβουμε υπόψη και τούς κανόνες προφοράς, που υπάρχουν πλέον στη γλωσσολογία για τά αρχαία φωνητικά μας, πρέπει να ακουγότανε κάπως όπως εκείνο τό αφρικάνικο θριαμβευτικό κράξιμο χαράς τών γυναικών, ένα αλαζονικό κράξιμο χαράς και θριάμβου που ενέχει μέσα του και κάτι (ελάχιστα) απειλητικό) λιού λιού ελιού λιού λιού ιιι – όπως εξάλλου εκείνη η άλλη κραυγή που βγάζαν οι βάκχες (τά μαθαίναμε αυτά κιόλας από τό σχολείο) τό ευοί ευάν πρέπει να ακουγότανε κάπως σαν ιουοίιι – αμερικάνικο δηλαδή εντελώς – πάλι θριαμβευτικό και χαρούμενο) και ανυπομονούσα επιπλέον να δω πώς είναι, πώς μπορεί να διαβαστεί αυτό τό κομμάτι μέσα σ’ ένα κείμενο ας πούμε καθόλου φιλοσοφικό αλλά καθαρά με ιστορίες και παραμύθια : και στο κάτω–κάτω αυτά που λέει, για τήν φρίκη τής οικογένειας πολύ μού αρέσουνε και δικαιώνουνε κιόλας τή δικιά μου τή στάση, έτσι λοιπόν μετά τήν αφήγηση μιας ιστορίας με περιπέτειες χρειάζεται και λίγη φιλοσοφία, μια υποστήριξη θεωρητική θα λέγαμε έστω και σαν αλλαγή πλέον μόνο

 

Ο ευριπίδης ξέρει ότι για να φιλοσοφήσεις,
επί σκηνής εννοείται και όχι στο σπίτι σου,
πρέπει να ’χεις δείξει πολλή απροθυμία και
τσιγκουνιά για φιλοσοφήματα ώστε να μην
βαρεθούνε οι άλλοι – κι αυτό πρακτικά τό κάνει
λοιπόν με τό εξής κόλπο : μετράει : ναι, είμαι
σίγουρη ότι μέτραγε κανονικά : διακόσιες
αράδες με γεγονότα ή πράξεις και μία αράδα
σκέψης, και τά λοιπά : (Μήπως όμως κι η
πράξη δεν προϋποθέτει κι αυτή τίς ατέλειωτες
σκέψεις που τή γεννήσανε ; Αλλά αυτού τού
είδους η σκέψη είναι σύμφυτη με τό θέατρο,
και τά λοιπά). Αρχή δεύτερη τώρα : αυτός που
θα πετάξει τήν κουβέντα του πρέπει να είναι
δικαιολογημένος γιατί τήν πετάει, για τό πώς
και τό γιατί ας πούμε τήν σκέφτηκε : συνεπώς
πρέπει να είναι κατά κανόνα γυναίκα – ο πιο
έξυπνος ήρωας τού ευριπίδη είναι κατά κανόνα
πάντα γυναίκα και συχνά υπηρέτρια – τό είδος
δηλαδή τού ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά
τί τού γίνεται – αυτού που τού τά ’χουνε
πρήξει και δεν έχει αυταπάτες ότι ο κόσμος
μπορεί να ’ναι σωστός ή να έχει φίλους δηλαδή
ή να μην είναι ολομόναχος, και τά λοιπά

 

ταιριάζει λοιπόν τώρα εδώ να δείξω ακριβώς τί θέλω να πω για τό πώς (ειδικά) ο νίτσε έγινε θηρίο με τόν κύριο βάγκνερ αλλά και για τό ότι (γενικά) είχε δίκηο απολύτως σ’ αυτό : και ταιριάζει ακριβώς τώρα, που τό βιβλίο είναι όχι σε κίνηση και σε επιτάχυνση όπως ήτανε στην αρχή αλλά σε νωχέλεια και αδράνεια για να πάει στο τέλος.

Βέβαια αυτά δεν τά έμαθα με τήν βερολινέζα ποτέ διότι η φράου ασχολιόταν μόνο με τίς ασκήσεις τού συντακτικού και τά λοιπά, και εγώ τόν νίτσε τόν ανακάλυψα στα καροτσάκια όπως σού είπα, και στα ελληνικά, και από μόνη μου – διότι δεν υπήρχε στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού ούτε ένα βιβλίο του –

 

 

 

 

Αλλά τί άνθρωποι που υπάρχουν και δεν τούς ξέρει όμως κανείς – αλλά από τή στιγμή που τούς μαθαίνεις τούς έμαθες, κι είναι για σένα εκατομμύρια : Υπήρχε ένα μικρό βιβλιοπωλείο πάνω κει στην πλατεία, όταν ήμουν στο σχολείο αυτό, τό μόνο που υπήρχε σ’ ολόκληρη τήν περιοχή, και ήταν στενό και μακρόστενο και σκοτεινό και φορτωμένο με ράφια και με δύο πάγκους γεμάτους βιβλία χαρτιά : έμπαινα μέσα κι έψαχνα πολλές φορές, σαν να μύριζα αλλά δεν ήξερα τι, ώσπου μια φορά εκειμέσα δυο πράγματα μού φωνάξαν : ένα βιβλίο με τίς ζωγραφιές ενός ζωγράφου τόσο άγνωστου που όταν τόν είδα κατάλαβα πως είναι ο ζωγράφος που μού ανήκει εντελώς (κάτι στα τρίγωνα και τά τετράγωνα τών προσώπων μού φώναξε) κι ένα βιβλίο που μού φώναξε επίσης, πιο λεπτό πιο μικρό με ποιήματα μέσα αλλά όχι με ομοιοκαταληξία ούτε με μέτρο : με μικρά πολύ μικρά μ’ άλλα λόγια πεζά που όμως ήτανε ποιήματα : μολονότι οι αράδες συνεχιζόντουσαν ίσιες και ίδιες σε όλο τό μέγεθος τής σελίδας δηλαδή, οι λέξεις ηχούσαν σαν χρόνοι κι οι χρόνοι ηχούσαν σαν τό ρολόϊ κι ο ήχος δεν ήταν ποτέ ο ίδιος σε μία γραμμή, κι ας ήταν οι λέξεις όλες μαζί στην σειρά : (και τά δύο) τά πήρα σαν να γνωριζόμουν με κάτι που δεν ήξερα πόσο μού ανήκε τότε, αλλά αυτό με μια φωνή αόρατη μέσα στο σκοτάδι (και τήν σκόνη (όλων τών (άλλων) χαρτιών) μού είχε φωνάξει : τού ζωγράφου τό βιβλίο ήταν μια γερμανική έκδοση ασπροκίτρινη και τότε (για χρόνια) νόμιζα ότι είχα κάνει μια προσωπική ανακάλυψη – αργότερα θα μάθαινα ότι ήταν ένας πολύ μεγάλος ζωγράφος για τή γερμανία, και τόν κόσμο : ασκούσε και ασκεί ακόμα επάνω μου μια γοητεία απερίγραπτη, είναι από τίς περιπτώσεις που θέλουνε τόμους για να αναλυθούνε, μια φορά σ’ ένα μεγάλο μουσείο (καθόλου γερμανικό και μάλλον ολλανδικό) είδα έναν πίνακά του (αργότερα (όταν θα διάβαζα τά ημερολόγιά του) θα μάθαινα ότι αυτόν ειδικά τόν πίνακα τόν τέλειωσε μια μέρα ακριβώς πριν πέσει πάνω στο χιόνι νεκρός, εκεί στη νέα υόρκη : σχολίαζε ο ίδιος με κέφι ότι τού πήρε (άλλες) δώδεκα ώρες για να διορθώσει τό κεφάλι (τού ενός δηλαδή αγοριού) (εκεί στην άκρη) τού πίνακα, και να βγει ύστερα ανασασμένος για μια μικρή βόλτα πάνω στο χιόνι και να πεθάνει) – χάρηκα που είδα ότι σε κείνο τό μουσείο είχανε βάλει έναν πίνακά του μαζί με έναν πικάσο μονάχα, σε ένα μικρούλι δωμάτιο, γιατί αυτοί οι δύο πάνε πάντα μαζί (και έτσι τούς έχω κι εγώ) : οι μεγαλύτεροι όλων : όμως αυτός μ’ ένα βάθος κι ένα σκοτάδι κι ένα φως πολύ πιο μυστήριο κι από τού γάλλου ακόμα

 

 

τό δεύτερο βιβλίο ήταν ελληνικό και μικρότερο και πιο βολικό στη μεταφορά και που μόλις είχε τότε εκδοθεί μάλλον, έτσι φαινότανε : δεν ήταν καθόλου ογκώδες αλλά ο χρόνος του ήταν αφάνταστος για τή ζωή ενός οποιουδήποτε άνθρωπου και για τή δικιά μου τή ζωή ασφαλώς : τό ’χε εκδόσει ένας άνθρωπος δηλαδή με δικά του έξοδα όπως αργότερα έμαθα τώρα που από τή φίλη μου ξέρω πώς γίνονται αυτά, και τό ’χε ονομάσει και «γαλλική ποιητική πρόζα» και είχε μέσα τούς πάντες : από τόν απολλιναίρ (και τόν λωτρεαμόν) μέχρι τούς ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ (και όλους τούς άλλους) : και ήταν η δουλειά ενός άνθρωπου που δεν τόν ήξερε απολύτως κανείς : αυτοί είναι οι πιο όμορφοι άνθρωποι που υπάρχουνε, και σε μίζερους κι αχάριστους τόπους όπως είναι οι τόποι αυτοί, είναι συνηθισμένο ν’ αργείς τόσο να τούς γνωρίσεις, και να πρέπει να πας στο γυμνάσιο πρώτα, και να πρέπει να πληρώσουν τά βιβλία τους οι ίδιοι ασφαλώς, και ν’ αργεί τόσο να τούς γνωρίσει μ’ άλλα λόγια κανείς, και να πρέπει να πάει στο γυμνάσιο πρώτα, αλλά όμως αυτοί που τούς γνώρισαν, τούς ξέρουν (και τούς θυμούνται καλά), γιατί είναι μέρη που αποτελεί σαν δυστύχημα τό να ζεις εσύ εκειπέρα (από μικρή) και να πρέπει να μιλάς τή γλώσσα που έχουν εκεί (τή μικρή) και να πρέπει να βγάζεις και εκεί πληρωμένα (ακριβά) τά βιβλία σου : Ό,τι και να πληρώσεις δηλαδή τώρα εσύ θα ’ναι τίποτα, αυτοί να δεις τί πληρώσανε οι άνθρωποι : και γι’ αυτό είναι πάντα μία καλή μέθοδος όσο κι αν φαίνεται ευκολοπρόφερτη και πολύ επιπόλαια, τό να αντιμετωπίζει κανείς στη ζωή του τά πράγματα με τήν αρχή ότι Οι άνθρωποι είναι τόσο πιο όμορφοι όσο πιο λίγο τούς ξέρεις.

  

 

Αυτή θα ’ταν κι η παρηγοριά τού νίτσε δηλαδή όταν θα τόν σκεφτόταν (στην αρχή) τόν κύριο βάγκνερ : όταν θα ήταν δηλαδή (ο φίλος του) μοντέρνος μοναχικός άγνωστος τότε κι αυτός : αλλά θα πρόλαβε ; θα πρόλαβε άραγε να χαρεί δηλαδή για πολύ ; Αυτός που άντεχε (τό να μην αντέχει) να χαρεί μαζί με τόν άλλον που δεν άντεξε (τίποτα) ; Γιατί δεν συγκρίνονται βέβαια οι δυο τους πια σήμερα : ούτε στο ελάχιστο : ο ένας ήδη κουρασμένος, κι ο άλλος μην θέλοντας ποτέ του πλέον να κουραστεί : ο ένας η ιδιοφυία προσωποποιημένη με όλη της τήν απόγνωση, κι ο άλλος η εμπροσθοφυλακή εντέλει τής μαζικής κουλτούρας σε όλη τή δόξα της : να φοράει τό βρακί του ανάποδα και να παριστάνει τόν δύσκολο : Διότι μην τά μπερδεύουμε, δεν σημαίνει ότι κάθε ατάλαντος είναι και σημαντικός επειδή μ’ αυτόν κανείς πλήττει (είναι εκφραστικό τό ανέκδοτο τό χυδαίο πιθανώς και φτηνό κατά τό οποίο σύμφωνα με τόν ορισμό ενός αδαούς (φαινομενικά) θεατή ο λόεγκριν ή ο τριστάνος ή δεν ξέρω γω τί, είναι ένα έργο του όπου η πρώτη πράξη κρατάει τρεις ώρες κι ύστερα κοιτάς τό ρολόϊ σου κι έχει περάσει ένα τέταρτο : ) Όχι δεν είναι καθόλου αστεία πράγματα αυτά : Η μεγάλη τέχνη μπορεί να ’ναι δυσκολοχώνευτη (στην αρχή), και ανοίκεια, ή και δυσπρόσιτη, αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου και ότι κάθε τι δύσπεπτο βραδυκίνητο καθυστερημένο χαζό ανήκει δικαιωματικά στην περιοχή και τής μεγαλοφυίας τής τέχνης. Τέχνη μπορεί εγώ να μην κάνω, αλλά τά περί τέχνης τά ξέρω.

Και ο νίτσε μπορεί να μην ανήκε στην περιοχή τής τέχνης αλλά, κι αυτός επίσης, τό ήξερε : Τό πώς οι άλλοι όμως κάνουν ότι δεν τό καταλαβαίνουν είναι που εγώ δεν ξέρω πώς μπορεί δηλαδή να συμβεί, και στην περίπτωση αυτή σφυράνε κλέφτικα μόλις ανακινήσει τό ζήτημα αυτό κανείς δηλαδή. Και τί θέλουν να πουν μ’ άλλα λόγια ότι δεν ήξερε ο νίτσε τί έλεγε μοναχά σ’ αυτήν τήν περίπτωση ; Μα είναι αυτοί που τόν θαυμάζουν απεριόριστα και μάλιστα ειδικά στα σημεία που είναι και φοβερά μισογύνης – εκεί τούς βλέπεις που αναγαλλιάζουν από χαρά και γαργαλιούνται σαν να τούς καθαρίζεις αυγά : λοιπόν δεν μπορεί να συμφωνείς σ’ όλ’ αυτά, και στην περίπτωση τού βάγκνερ να λες απλώς ότι δεν ξέρει τί λέει.

Αντιθέτως, είναι ένα από τά πράγματα με τά οποία εγώ συμφωνώ (με τόν νίτσε) απολύτως, (και δεν χρειάστηκε να διαβάσω τό κανονικό κείμενο τού τριστάνου για να καταλάβω, τό ήξερα και από πριν δηλαδή, απλώς ο μεσαιωνικός εκείνος από τό στρασβούργο, ο γοδεφρείδος δηλαδή, στο τέλος (προσφάτως μάλιστα που τόν διάβασα για τά καλά) απλώς με δικαίωσε). Ναι, ασφαλώς, ο νίτσε τά ’χε εναντίον τού βάγκνερ για λόγους ουσιαστικούς κι όχι αδυναμίας ή βίτσιου, και τά ’χε τετρακόσια σ’ αυτό : Γι’ αυτό είναι απλό, ή με τον βάγκνερ θα είμαστε ή με τόν νίτσε δεν μπορεί να ’μαστε και με τούς δυο δεν μπορούμε να τό ’χουμε δίπορτο σ’ αυτήν τήν περίπτωση κι αν θέλουμε να ξέρουμε τί μάς γίνεται αυτό πρέπει να ’ναι σαφές : Γιατί είναι μια από τίς πιο λαμπικαρισμένες στιγμές τού νίτσε ετούτη εδώ – η δυσάρεστη για τόν ίδιο στιγμή δηλαδή που διαπίστωσε ότι ο βάγκνερ γινότανε κιτς, κι όχι μόνο γι’ αυτά που έλεγε, αλλά γιατί ακριβώς αυτά που έλεγε τόν κάνανε να κάνει πολύ κακή μουσική : Δεν τίς ξεπερνάς αυτές τίς καταστάσεις με ένα Αυτά δεν έχουνε σημασία πλέον για μάς διότι εμείς ξέρουμε καλύτερα επειδή είμαστε ζωντανοί ενώ αυτοί πέθαναν : απλώς και μόνο δηλαδή τό μηχανιστικό γεγονός ότι είσαι αυτή τή στιγμή ζωντανός δεν σού δίνει εκ τών προτέρων δίκηο σε τίποτα – όλοι ζωντανοί υπήρξανε κάποια στιγμή και όλοι εξίσου πεθάνανε : άλλοι είναι οι όροι τής κριτικής : και ο νίτσε έκανε κριτική, που τού ήτανε μάλιστα και οδυνηρή γιατί ήτανε ο καλύτερος φίλος του και τού στοίχισε πολύ να τόν κάνει τόσο απόλυτα πέρα : αν κοίταζε τό συμφέρον του θα ταυτιζόταν μαζί του και θα ’παιρνε και κάνα κομμάτι από τίς επιχορηγήσεις που πήρε εκείνος, και θα ζούσαν καλύτερα αυτοί από μας : αλλά ο νίτσε υστερικός ήτανε, δεν ήτανε ψεύτης : αυτά που πίστευε τά πίστευε δηλαδή πραγματικά : γι’ αυτό και τό εξήγησε και τό ξαναεξήγησε – κι ήθελε να γίνει απολύτως σαφές τό τί έλεγε : Η οπισθοδρόμηση μ’ άλλα λόγια τού βάγκνερ στη μουσική τού μύριζε θάνατο, κι αυτό ήταν κάτι που ο νίτσε τό συχαινόταν απόλυτα : Όταν, μ’ άλλα λόγια, ο κόσμος είχε γυρίσει ανάποδα (κι ένας απ’ τούς λόγους που ο κόσμος προχώραγε προς τήν επανάσταση ήταν και η σκέψη τού ίδιου τού νίτσε στα καλύτερά του πολύ φυσικά) (αυτή που κατεδάφιζε τήν μέχρι τότε κυρίαρχη μαλακία, τόσο, ώστε ούτε κι ο ίδιος τελικά δεν τήν άντεξε) ο άλλος τού έκανε ποιηματάκια και μουσικούλες επιστρέφοντας σ’ ένα είδος μεσαίωνα, κι αντί να γίνεται όσο πάει πιο μοντέρνος τραγούδαγε κάτι αρλούμπες βαρύγδουπες ώστε να μπορέσει να οπισθοχωρήσει με σηκωμένο τό φρύδι : σε θέματα που είχανε ήδη πολύ προχωρήσει, τήν ίδια αυτή εποχή (και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο νίτσε (υπερβαίνοντας αξιοθαύμαστα (και αξιολάτρευτα) τόν μισογυνισμό του εδώ) τού χτυπάει ακριβώς τόν μπιζέ (άλλο αν μετά ακριβώς τόσο, όχι μόνο επειδή η μουσική αυτή καταλάβαινε ότι μολονότι ήταν χαρούμενη δεν ήταν και τό άκρον άωτον τής πρωτοπορίας όσο ακριβώς επειδή έχοντας υποστηρίξει τήν κάρμεν σε μία στιγμή ένιωσε τήν ανάγκη να τή μισήσει ταυτοχρόνως τήν άλλη, θέλησε ο ίδιος να ελαφρύνει τήν αναπάντεχή του υπεράσπιση προς τόν γάλλο διευκρινίζοντας – σε μία από τίς ελαχιστότατές του στιγμές όπου αντιμετωπίζει τή σκέψη του με συγκατάβαση – να δηλώσει δηλαδή ότι τονίζει κάπως ιδιαιτέρως τόν μπιζέ ελαφρώς παρ’ αξίαν μόνο και μόνο για να γίνει σαφέστερο σε όλους τους τί κατακρίνει στον βάγκνερ) (και πράγματι είναι σαφές : )) όταν δηλαδή ο άλλος επαναφέρει, με σηκωμένο αξιολύπητα τό φρύδι του κιόλας, θέματα αξιομίσητα που τά ’χανε κάποτε κοροϊδέψει κι οι δυο ως πράγματα που είχανε ήδη αχρηστευτεί ξεπεραστεί και χαζέψει – κι ενώ η ηρωίδα τού μπιζέ δηλαδή ανακαλύπτει τόν ελευθέρως ελεύθερο έρωτα, ο άλλος εισάγει σεμνές και αγνές παρθένες που κάνουν θυσίες πάνω εκεί στο βουνό: (για να μην πούμε – ή να τό πούμε κι αυτό ; – τί μαλακίες εισάγει ανασκολοπίζοντας τόν τριστάνο – που είναι ανατρεπτικότερος απ’ ό,τι ο ίδιος ο βάγκνερ θα άντεχε στη ζωή του ποτέ – και παρ’ όλ’ αυτά τολμάει να τόν πιάνει στο στόμα του – ή μήπως τολμάει απλώς και μόνο γι’ αυτό ; ) :

 

 

Όμως αυτό είν’ τό πρόβλημα : δεν πρέπει καθόλου να τό δούμε αυτό σαν παράδοξο : η καθυστέρηση και η παραίτηση τού βάγκνερ από τό ρίσκο τού μοντερνισμού ούτε επιφανειακή στο έργο του είναι ( : πάει ώς τό κουκούτσι τής ίδιας του τής μουσικής (που δεν διαθέτει καν ρυθμό – και ο ρυθμός είναι η καρδιά τής επανάστασης καθώς ακολουθεί τή βάση τής καρδιάς μας) – αλλά ακόμα και τών σκηνοθετικών του ευρημάτων) και εξηγεί από τήν άλλη περίφημα τήν όλο και πιο απειλητικά εξαπλωνόμενη σήμερα δημοφιλία του – εφόσον επιτίθεται στον διθυραμβικό και ελεύθερο έρωτα – κι όλοι εξάλλου τήν εποχή αυτή συμφωνούνε – η απελπισμένη τους ελπίδα ότι θα ξεχαστεί τελείως ο έρωτας είναι τόσο ζωντανή όσο ο ίδιος ο θάνατος : απλώς χρειάζεται κάποια στιγμή μια συμπληρωματική και εκ νέου κριτική τής βλακείας, επιβοηθητική αυτής που τής έκανε ο νίτσε όταν ήτανε στα καλύτερά του.

Μπορεί να τό πει λοιπόν κανείς ευθαρσώς, ότι η ίδια η ιδέα ακριβώς τού leitmotiv είναι μια ιδέα ταπεινωτική γι’ αυτόν που ακούει, μάλιστα : είναι δηλαδή μια βρισιά : ναι ας τό πούμε ξεκάθαρα : πρόκειται για τήν εισαγωγή μιας ιδέας τόσο προσβλητικής όσο θα ’τανε κι η μεταγραφή τών κλασικών εικονογραφημένων σε ήχους : Ας αφήσουμε που κι η ιδέα, κατά δεύτερον, μιας ορχήστρας που δεν φαίνεται και μόνο ακούγεται – κάτω ή πίσω απ’ τήν ορατή μας σκηνή – είναι μια πρόβλεψη (καθόλου δεν τόν τιμάει η προφητεία δε αυτή) τού λαϊκού σινεμά : τό σύνολο τού έργου του αποτελεί μ’ άλλα λόγια, απ’ όποια πλευρά κι αν τό δεις τό προκεχωρημένο φυλάκιο τής μαζικής ή γνωστής μας κουλτούρας : Απορώ πώς ο αντόρνο που ήταν τόσο αυστηρός με τίς αμερικάνικες ευκολίες (και που δεν ήταν πάντα ευκολίες – πολλές φορές ήταν η δική του η τύφλα) αποδείχτηκε τόσο εύκολα ευάλωτος στις γερμανικές ευκολίες κι αρλούμπες. (Αλλά ίσως εξηγείται αυτό ψυχολογικά – πράγμα που δεν μάς ενδιαφέρει εδώ αυτή τή στιγμή).

 

 

 

 

 

(από τίς «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: