σημειωματαριο κηπων

Σεπτεμβρίου 6, 2017

νίτσε και βάγκνερ

 

 

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πώς μπορούμε τότε να περιμένουμε από τόν κύριο νίτσε να καταλάβει τί πραγματικά είναι όλ’ αυτά και να τά θυμηθεί, και μάλιστα σε μια σφαιρική ελεύθερη και πλήρη ολότητα ; κυκλικά και ελεύθερα και τά λοιπά ; όχι, για τόν νίτσε όλο αυτό – και η γέννηση τής τραγωδίας και ο θάνατος τής τραγωδίας και όλες αυτές οι αρλούμπες ότι ο ευριπίδης φταίει για τόν θάνατο (για τόν δικό του τόν θάνατο ίσως – ) όλο αυτό για τόν κύριο νίτσε δεν είναι (κατά τήν γνώμη μου) παρά μια αφορμή για να μιλήσει για τόν κύριο βάγκνερ (τελικά) : ή μάλλον για τήν ακρίβεια για τή μουσική αυτού τού κύριου βάγκνερ : Αυτό είναι όμως τό χαρακτηριστικό τού νίτσε αν μπορείς να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά (και πρέπει να είσαι γυναίκα για να μπορέσεις να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά) : απροστάτευτος αμεταμφίεστος και θλιμμένος με δίψα για τήν περίφημη εκείνη ελευθερία (και έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να θέλει ειλικρινά η δίψα αυτή να νικήσει) αλλά και για να φοβάται φυσικά τίς γυναίκες αφόρητα ή, για να τό πούμε αλλιώς, έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να καταλάβει ότι είναι χαμένος αν υπάρξει έστω και μία στιγμή σα γυναίκα, έστω και για λίγο (εκείνη τήν εποχή) : και έτσι κρατιότανε από τό μουστάκι του :

Συναισθανόταν δηλαδή τή δύναμη που θα τού χρειαζότανε τότε και τήν έτρεμε : Τήν έτρεμε αυτή τή δύναμη που θα έπρεπε να έχει αν ήταν γυναίκα εξού και τήν θεοποίησε αρνούμενος να πει τ’ όνομά της : βασικός κανόνας τών ιερών πραγμάτων αυτός : Έτσι ο νίτσε τελικά δεν υπάρχει, παρά μόνο μέσα απ’ αυτήν τήν διχοτόμηση που διαμορφώνει τό πρόσωπο τής υστερίας του – αλλά μιας υστερίας βέβαια μεγάλου μεγέθους : μεγάλου πόνου και πλάτους και βάθους, χωρίς καμμία αμφιβολία, αναμφίβολα και τά λοιπά : Αν τόν κοιτάξεις από κάποια απόσταση κι όχι αναγκαστικά από πιο ψηλά, αλλά αρκετό καιρό αφότου τόν έχεις ας πούμε διαβάσει εννοώ, όλα του τά βιβλία συνοψίζονται λες σ’ ένα Ζήτω τό άλφα Κάτω τό άλφα – οι σελίδες του είναι δομημένες πάνω σ’ αυτήν τήν μόνιμη εσωτερική ανασφάλεια και αμφισβήτηση και αντιλογία : Αλλά επειδή αυτό δεν γίνεται μόνο με κέφι αλλά και με πόνο (είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς βέβαια για κέφι στον νίτσε, νομίζω όμως ότι τό κέφι θα υπήρχε πολύ όταν ήταν παιδί, πολύ παιδί, και η ανάμνησή του έτσι έχει μείνει μέσα και στην παραμικρή απόχρωση τού πόνου (και τής υστερίας) του) έχει ένα μεγαλείο : Προτιμάει κανείς τήν υστερία τού νίτσε φυσικά, από τήν συνέπεια ενός οποιουδήποτε επιστήμονα, γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία : είναι πιο επιστημονική η υστερία τού νίτσε.

 

 

Τελευταία ξανακοίταζα ένα βιβλίο του και μού έκανε εντύπωση που δεν μού άρεσε τώρα τόσο πολύ, είναι σίγουρο ότι οι παληότερες μεταφράσεις μού άρεσαν πολύ περισσότερο, εκείνες οι συμπαθείς εκδόσεις οι φτηνές και τού εμπορίου : ναι, ο νίτσε ήτανε τού εμπορίου μια εποχή αυτό να λέγεται : τόν αγόραζα από τό καροτσάκι γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο του στην βιβλιοθήκη : Καυχιόταν λοιπόν ότι ήταν λυκόσκυλο και λαγωνικό στο ζήτημα τού έρωτα, όμως γάου γάου τό σκυλί όταν μεταμφιέζεται σε σκυλί λέει ψέμματα. Εξάλλου εκείνη τήν εποχή δεν υπήρχε έρωτας πραγματικά πουθενά : Οι άνθρωποι ήταν συνηθισμένοι όλοι να είναι μαλάκες. Κάθε εποχή περηφανεύεται βέβαια για τίς δικές της ελευθερίες και θεωρεί τούς προηγούμενους δέσμιους ακατανοήτων κανόνων : οι επόμενοι πάντα βλέπουν τούς προηγούμενους ως αξιολύπητους λες και δεν έχουν εκείνοι καινούργιους περιορισμούς που θα ξεπεραστούνε στο μέλλον : για όποιον τά παρακολουθεί αυτά τά πράγματα από κοντά, ο έρωτας υφίσταται ακόμα και στη διάρκεια μιας δεκαετίας τρομαχτική διαδικασία απελευθέρωσης. (Όταν έχει υπάρξει μάλιστα τή δεκαετία εκείνη και ο μαρκούζε.) Ο νίτσε για παράδειγμα ήταν μανιακά θα ’λεγα προσηλωμένος στις γυναίκες που τόν αρνήθηκαν και απ’ αυτή τήν άποψη έκανε σαν ένα άρρωστο αγοράκι ή ένα δειλό αν και αποφασισμένο παιδί : Επειδή δήθεν αγαπούσε κατ’ αρχάς τόν έρωτα ήταν αναγκασμένος μετά να μισεί αυτές τίς γυναίκες θανάσιμα : με κάπως διαφορετικά λόγια θα μπορούσε κανείς τότε να τό πει όλο αυτό ότι ήθελε να ’ναι δυνατός αλλά δεν άντεχε και τή δύναμη όλων τών άλλων – και έτσι μόνο μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν άντεχε καθόλου πράγματι και τήν αδυναμία τή δικιά του : Με άλλα λόγια ο νίτσε φοβόταν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, για τήν ακρίβεια δεν φοβόταν τόσο τούς άλλους όσο τήν συνείδηση τού δικού του τού φόβου. Δεν μπόρεσε με άλλα λόγια να ξεμπερδέψει τά πράγματα βάζοντάς τα ήσυχα και αθόρυβα ας πούμε στη θέση τους αλλά αντίθετα, όσα λόγω τού μυαλού του ανακάλυπτε, τά έδενε συνέχεια κόμπους : δεν μπορούσε ίσως να ζήσει βέβαια παρά μόνο αν τά είχε όλα τά προβλήματα ζωντανά έτσι γύρω του, αλλά πάντοτε μπερδεμένα συγχρόνως σαν βρόγχο : Γι’ αυτό και στη στιγμή ακριβώς που διαβλέπει κάπου μια λύση, αμέσως δημιουργεί ταυτοχρόνως και δέκα τοπία αντιφάσεων. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : τί αρλούμπα, τί άδοξο τέλος τί απογοήτευση τί θλιβερό καλαμπούρι επαρχιώτικου γυμνασιάρχη καμπουριασμένου φιλόλογου : αλλά τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει, η αρλούμπα αυτή, τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει τήν ιδέα τού διόνυσου που είναι εκ φύσεώς της αβάσταχτη για έναν άντρα : ποιος άντρας (και με μουστάκι) μπορεί ν’ αντέξει τήν ιδέα ενός άντρα που ντύνεται με γυναικεία ρούχα κι έχει γυναικείο πρόσωπο και μαλλιά και είναι, γι’ αυτόν τόν λόγο, πανίσχυρος ; Πρέπει να τόν συμβιβάσει οπωσδήποτε με τόν πατέρα του λοιπόν, πολύ περισσότερο αν ο πατέρας του ήτανε επιπλέον παπάς : αλλά τό να πρέπει να συνδυάσεις τήν ελευθερία σου με τήν οικογένεια είναι τό σημείο στο οποίο διαλύονται οι στρόφιγγες και εκσφενδονίζονται τά μπουλόνια σαν σφαίρες προς κάθε κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο τό να πρέπει να συνδυάσεις και τήν αγάπη σου προς τόν έρωτα, να τή συνδυάσεις με τήν οικογένεια και τούς λοιπούς συγγενείς ε, εκεί είναι τό σημείο πια που όχι απλώς οι στρόφιγγες θα διαλυθούνε αλλά η μηχανή ολόκληρη θα ξεχαρβαλωθεί και θα πας με λίγα λόγια περίπατο : Θα ’πρεπε να τά ξέρει κάπως καλύτερα : Έπεσε στα χέρια τών συγγενών του και τόν φάγαν ψητόν : οι γυναίκες μέσα στην οικογένεια είναι εξάλλου ενίοτε ανήλεες ύαινες δεν θα ’πρεπε να τίς εμπιστεύεται ένας άνθρωπος φιλοσοφικός : θα ’πρεπε να ’χε φύγει δηλαδή για τά καλά απ’ τό σπίτι του : Γύρισε πίσω και τί κατάλαβε ; Ανακάλυψε τά κόλπα τών επαρχιακών καθηγητάκων εκείνων τών θρησκευτικών που είχαμε κι εμείς στο γυμνάσιο. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : Πάλι καλά, αν ήταν τουλάχιστον ευτυχισμένος όσο έζησε έτσι κάτι θα ήταν κι αυτό.

 

 

Αν όμως ως προς τό θέμα τού έρωτα τά έκανε θάλασσα (τό πλήρωσε βέβαια κιόλας ο ίδιος πολύ ακριβά) αν δηλαδή σ’ όλα αυτά είχε άδικο, στο θέμα τού βάγκνερ είχε εκατό τά εκατό δίκηο και αυτό είχα πάνω απ’ όλα δηλαδή σκοπό εγώ απ’ τήν αρχή να σού πω : Τώρα, τό γιατί δεν τό είπα αμέσως και άργησα τόσο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αλλά μπορώ να σού διευκρινίσω ότι δεν θα γίνονται και όλα αμέσως όπως τά θέλεις εσύ : Είχα λόγους δηλαδή ίσως να θέλω να ξεχαρβαλώσω λίγο τήν υπόθεση τώρα που πάμε προς τό τέλος και να τήν διαλύσω ελαφρώς, για να μη λυπηθείς και πολύ που κάποια στιγμή θα σταματήσουμε αλλά αντίθετα να πεις μάλλον Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς όπως αποδείχτηκε δεν είχε και άλλη ιστορία να μάς πει και τόρριχνε στις φιλοσοφίες, ευτυχώς λοιπόν που τελειώσαμε

Αλλά κι απ’ τήν άλλη μερηά όλη αυτήν τήν ιστορία τής τραγωδίας πολύ πιο εμπεριστατωμένη βέβαια, και όχι τόσο γρήγορη και περιληπτική, τήν έχω αλλού αναπτύξει, με πολύ περισσότερα στοιχεία, όμως δεν μπορώ να τή συμπεριλάβω στα γλωσσολογικά μου γιατί τό μόνο που τή συνδέει με τό θέμα τής γλώσσας είναι αυτή η καταγωγή τής λέξης που έχουμε εμείς για τήν ελευθερία απ’ τό βακχικό εκείνο επιφώνημα (που γράφεται σαν ελεύ κι ελεύ ελελεύ αλλά που προφορικά, αν λάβουμε υπόψη και τούς κανόνες προφοράς, που υπάρχουν πλέον στη γλωσσολογία για τά αρχαία φωνητικά μας, πρέπει να ακουγότανε κάπως όπως εκείνο τό αφρικάνικο θριαμβευτικό κράξιμο χαράς τών γυναικών, ένα αλαζονικό κράξιμο χαράς και θριάμβου που ενέχει μέσα του και κάτι (ελάχιστα) απειλητικό) λιού λιού ελιού λιού λιού ιιι – όπως εξάλλου εκείνη η άλλη κραυγή που βγάζαν οι βάκχες (τά μαθαίναμε αυτά κιόλας από τό σχολείο) τό ευοί ευάν πρέπει να ακουγότανε κάπως σαν ιουοίιι – αμερικάνικο δηλαδή εντελώς – πάλι θριαμβευτικό και χαρούμενο) και ανυπομονούσα επιπλέον να δω πώς είναι, πώς μπορεί να διαβαστεί αυτό τό κομμάτι μέσα σ’ ένα κείμενο ας πούμε καθόλου φιλοσοφικό αλλά καθαρά με ιστορίες και παραμύθια : και στο κάτω–κάτω αυτά που λέει, για τήν φρίκη τής οικογένειας πολύ μού αρέσουνε και δικαιώνουνε κιόλας τή δικιά μου τή στάση, έτσι λοιπόν μετά τήν αφήγηση μιας ιστορίας με περιπέτειες χρειάζεται και λίγη φιλοσοφία, μια υποστήριξη θεωρητική θα λέγαμε έστω και σαν αλλαγή πλέον μόνο

 

Ο ευριπίδης ξέρει ότι για να φιλοσοφήσεις,
επί σκηνής εννοείται και όχι στο σπίτι σου,
πρέπει να ’χεις δείξει πολλή απροθυμία και
τσιγκουνιά για φιλοσοφήματα ώστε να μην
βαρεθούνε οι άλλοι – κι αυτό πρακτικά τό κάνει
λοιπόν με τό εξής κόλπο : μετράει : ναι, είμαι
σίγουρη ότι μέτραγε κανονικά : διακόσιες
αράδες με γεγονότα ή πράξεις και μία αράδα
σκέψης, και τά λοιπά : (Μήπως όμως κι η
πράξη δεν προϋποθέτει κι αυτή τίς ατέλειωτες
σκέψεις που τή γεννήσανε ; Αλλά αυτού τού
είδους η σκέψη είναι σύμφυτη με τό θέατρο,
και τά λοιπά). Αρχή δεύτερη τώρα : αυτός που
θα πετάξει τήν κουβέντα του πρέπει να είναι
δικαιολογημένος γιατί τήν πετάει, για τό πώς
και τό γιατί ας πούμε τήν σκέφτηκε : συνεπώς
πρέπει να είναι κατά κανόνα γυναίκα – ο πιο
έξυπνος ήρωας τού ευριπίδη είναι κατά κανόνα
πάντα γυναίκα και συχνά υπηρέτρια – τό είδος
δηλαδή τού ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά
τί τού γίνεται – αυτού που τού τά ’χουνε
πρήξει και δεν έχει αυταπάτες ότι ο κόσμος
μπορεί να ’ναι σωστός ή να έχει φίλους δηλαδή
ή να μην είναι ολομόναχος, και τά λοιπά

 

ταιριάζει λοιπόν τώρα εδώ να δείξω ακριβώς τί θέλω να πω για τό πώς (ειδικά) ο νίτσε έγινε θηρίο με τόν κύριο βάγκνερ αλλά και για τό ότι (γενικά) είχε δίκηο απολύτως σ’ αυτό : και ταιριάζει ακριβώς τώρα, που τό βιβλίο είναι όχι σε κίνηση και σε επιτάχυνση όπως ήτανε στην αρχή αλλά σε νωχέλεια και αδράνεια για να πάει στο τέλος.

Βέβαια αυτά δεν τά έμαθα με τήν βερολινέζα ποτέ διότι η φράου ασχολιόταν μόνο με τίς ασκήσεις τού συντακτικού και τά λοιπά, και εγώ τόν νίτσε τόν ανακάλυψα στα καροτσάκια όπως σού είπα, και στα ελληνικά, και από μόνη μου – διότι δεν υπήρχε στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού ούτε ένα βιβλίο του –

 

 

 

 

Αλλά τί άνθρωποι που υπάρχουν και δεν τούς ξέρει όμως κανείς – αλλά από τή στιγμή που τούς μαθαίνεις τούς έμαθες, κι είναι για σένα εκατομμύρια : Υπήρχε ένα μικρό βιβλιοπωλείο πάνω κει στην πλατεία, όταν ήμουν στο σχολείο αυτό, τό μόνο που υπήρχε σ’ ολόκληρη τήν περιοχή, και ήταν στενό και μακρόστενο και σκοτεινό και φορτωμένο με ράφια και με δύο πάγκους γεμάτους βιβλία χαρτιά : έμπαινα μέσα κι έψαχνα πολλές φορές, σαν να μύριζα αλλά δεν ήξερα τι, ώσπου μια φορά εκειμέσα δυο πράγματα μού φωνάξαν : ένα βιβλίο με τίς ζωγραφιές ενός ζωγράφου τόσο άγνωστου που όταν τόν είδα κατάλαβα πως είναι ο ζωγράφος που μού ανήκει εντελώς (κάτι στα τρίγωνα και τά τετράγωνα τών προσώπων μού φώναξε) κι ένα βιβλίο που μού φώναξε επίσης, πιο λεπτό πιο μικρό με ποιήματα μέσα αλλά όχι με ομοιοκαταληξία ούτε με μέτρο : με μικρά πολύ μικρά μ’ άλλα λόγια πεζά που όμως ήτανε ποιήματα : μολονότι οι αράδες συνεχιζόντουσαν ίσιες και ίδιες σε όλο τό μέγεθος τής σελίδας δηλαδή, οι λέξεις ηχούσαν σαν χρόνοι κι οι χρόνοι ηχούσαν σαν τό ρολόϊ κι ο ήχος δεν ήταν ποτέ ο ίδιος σε μία γραμμή, κι ας ήταν οι λέξεις όλες μαζί στην σειρά : (και τά δύο) τά πήρα σαν να γνωριζόμουν με κάτι που δεν ήξερα πόσο μού ανήκε τότε, αλλά αυτό με μια φωνή αόρατη μέσα στο σκοτάδι (και τήν σκόνη (όλων τών (άλλων) χαρτιών) μού είχε φωνάξει : τού ζωγράφου τό βιβλίο ήταν μια γερμανική έκδοση ασπροκίτρινη και τότε (για χρόνια) νόμιζα ότι είχα κάνει μια προσωπική ανακάλυψη – αργότερα θα μάθαινα ότι ήταν ένας πολύ μεγάλος ζωγράφος για τή γερμανία, και τόν κόσμο : ασκούσε και ασκεί ακόμα επάνω μου μια γοητεία απερίγραπτη, είναι από τίς περιπτώσεις που θέλουνε τόμους για να αναλυθούνε, μια φορά σ’ ένα μεγάλο μουσείο (καθόλου γερμανικό και μάλλον ολλανδικό) είδα έναν πίνακά του (αργότερα (όταν θα διάβαζα τά ημερολόγιά του) θα μάθαινα ότι αυτόν ειδικά τόν πίνακα τόν τέλειωσε μια μέρα ακριβώς πριν πέσει πάνω στο χιόνι νεκρός, εκεί στη νέα υόρκη : σχολίαζε ο ίδιος με κέφι ότι τού πήρε (άλλες) δώδεκα ώρες για να διορθώσει τό κεφάλι (τού ενός δηλαδή αγοριού) (εκεί στην άκρη) τού πίνακα, και να βγει ύστερα ανασασμένος για μια μικρή βόλτα πάνω στο χιόνι και να πεθάνει) – χάρηκα που είδα ότι σε κείνο τό μουσείο είχανε βάλει έναν πίνακά του μαζί με έναν πικάσο μονάχα, σε ένα μικρούλι δωμάτιο, γιατί αυτοί οι δύο πάνε πάντα μαζί (και έτσι τούς έχω κι εγώ) : οι μεγαλύτεροι όλων : όμως αυτός μ’ ένα βάθος κι ένα σκοτάδι κι ένα φως πολύ πιο μυστήριο κι από τού γάλλου ακόμα

 

 

τό δεύτερο βιβλίο ήταν ελληνικό και μικρότερο και πιο βολικό στη μεταφορά και που μόλις είχε τότε εκδοθεί μάλλον, έτσι φαινότανε : δεν ήταν καθόλου ογκώδες αλλά ο χρόνος του ήταν αφάνταστος για τή ζωή ενός οποιουδήποτε άνθρωπου και για τή δικιά μου τή ζωή ασφαλώς : τό ’χε εκδόσει ένας άνθρωπος δηλαδή με δικά του έξοδα όπως αργότερα έμαθα τώρα που από τή φίλη μου ξέρω πώς γίνονται αυτά, και τό ’χε ονομάσει και «γαλλική ποιητική πρόζα» και είχε μέσα τούς πάντες : από τόν απολλιναίρ (και τόν λωτρεαμόν) μέχρι τούς ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ (και όλους τούς άλλους) : και ήταν η δουλειά ενός άνθρωπου που δεν τόν ήξερε απολύτως κανείς : αυτοί είναι οι πιο όμορφοι άνθρωποι που υπάρχουνε, και σε μίζερους κι αχάριστους τόπους όπως είναι οι τόποι αυτοί, είναι συνηθισμένο ν’ αργείς τόσο να τούς γνωρίσεις, και να πρέπει να πας στο γυμνάσιο πρώτα, και να πρέπει να πληρώσουν τά βιβλία τους οι ίδιοι ασφαλώς, και ν’ αργεί τόσο να τούς γνωρίσει μ’ άλλα λόγια κανείς, και να πρέπει να πάει στο γυμνάσιο πρώτα, αλλά όμως αυτοί που τούς γνώρισαν, τούς ξέρουν (και τούς θυμούνται καλά), γιατί είναι μέρη που αποτελεί σαν δυστύχημα τό να ζεις εσύ εκειπέρα (από μικρή) και να πρέπει να μιλάς τή γλώσσα που έχουν εκεί (τή μικρή) και να πρέπει να βγάζεις και εκεί πληρωμένα (ακριβά) τά βιβλία σου : Ό,τι και να πληρώσεις δηλαδή τώρα εσύ θα ’ναι τίποτα, αυτοί να δεις τί πληρώσανε οι άνθρωποι : και γι’ αυτό είναι πάντα μία καλή μέθοδος όσο κι αν φαίνεται ευκολοπρόφερτη και πολύ επιπόλαια, τό να αντιμετωπίζει κανείς στη ζωή του τά πράγματα με τήν αρχή ότι Οι άνθρωποι είναι τόσο πιο όμορφοι όσο πιο λίγο τούς ξέρεις.

  

 

Αυτή θα ’ταν κι η παρηγοριά τού νίτσε δηλαδή όταν θα τόν σκεφτόταν (στην αρχή) τόν κύριο βάγκνερ : όταν θα ήταν δηλαδή (ο φίλος του) μοντέρνος μοναχικός άγνωστος τότε κι αυτός : αλλά θα πρόλαβε ; θα πρόλαβε άραγε να χαρεί δηλαδή για πολύ ; Αυτός που άντεχε (τό να μην αντέχει) να χαρεί μαζί με τόν άλλον που δεν άντεξε (τίποτα) ; Γιατί δεν συγκρίνονται βέβαια οι δυο τους πια σήμερα : ούτε στο ελάχιστο : ο ένας ήδη κουρασμένος, κι ο άλλος μην θέλοντας ποτέ του πλέον να κουραστεί : ο ένας η ιδιοφυία προσωποποιημένη με όλη της τήν απόγνωση, κι ο άλλος η εμπροσθοφυλακή εντέλει τής μαζικής κουλτούρας σε όλη τή δόξα της : να φοράει τό βρακί του ανάποδα και να παριστάνει τόν δύσκολο : Διότι μην τά μπερδεύουμε, δεν σημαίνει ότι κάθε ατάλαντος είναι και σημαντικός επειδή μ’ αυτόν κανείς πλήττει (είναι εκφραστικό τό ανέκδοτο τό χυδαίο πιθανώς και φτηνό κατά τό οποίο σύμφωνα με τόν ορισμό ενός αδαούς (φαινομενικά) θεατή ο λόεγκριν ή ο τριστάνος ή δεν ξέρω γω τί, είναι ένα έργο του όπου η πρώτη πράξη κρατάει τρεις ώρες κι ύστερα κοιτάς τό ρολόϊ σου κι έχει περάσει ένα τέταρτο : ) Όχι δεν είναι καθόλου αστεία πράγματα αυτά : Η μεγάλη τέχνη μπορεί να ’ναι δυσκολοχώνευτη (στην αρχή), και ανοίκεια, ή και δυσπρόσιτη, αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου και ότι κάθε τι δύσπεπτο βραδυκίνητο καθυστερημένο χαζό ανήκει δικαιωματικά στην περιοχή και τής μεγαλοφυίας τής τέχνης. Τέχνη μπορεί εγώ να μην κάνω, αλλά τά περί τέχνης τά ξέρω.

Και ο νίτσε μπορεί να μην ανήκε στην περιοχή τής τέχνης αλλά, κι αυτός επίσης, τό ήξερε : Τό πώς οι άλλοι όμως κάνουν ότι δεν τό καταλαβαίνουν είναι που εγώ δεν ξέρω πώς μπορεί δηλαδή να συμβεί, και στην περίπτωση αυτή σφυράνε κλέφτικα μόλις ανακινήσει τό ζήτημα αυτό κανείς δηλαδή. Και τί θέλουν να πουν μ’ άλλα λόγια ότι δεν ήξερε ο νίτσε τί έλεγε μοναχά σ’ αυτήν τήν περίπτωση ; Μα είναι αυτοί που τόν θαυμάζουν απεριόριστα και μάλιστα ειδικά στα σημεία που είναι και φοβερά μισογύνης – εκεί τούς βλέπεις που αναγαλλιάζουν από χαρά και γαργαλιούνται σαν να τούς καθαρίζεις αυγά : λοιπόν δεν μπορεί να συμφωνείς σ’ όλ’ αυτά, και στην περίπτωση τού βάγκνερ να λες απλώς ότι δεν ξέρει τί λέει.

Αντιθέτως, είναι ένα από τά πράγματα με τά οποία εγώ συμφωνώ (με τόν νίτσε) απολύτως, (και δεν χρειάστηκε να διαβάσω τό κανονικό κείμενο τού τριστάνου για να καταλάβω, τό ήξερα και από πριν δηλαδή, απλώς ο μεσαιωνικός εκείνος από τό στρασβούργο, ο γοδεφρείδος δηλαδή, στο τέλος (προσφάτως μάλιστα που τόν διάβασα για τά καλά) απλώς με δικαίωσε). Ναι, ασφαλώς, ο νίτσε τά ’χε εναντίον τού βάγκνερ για λόγους ουσιαστικούς κι όχι αδυναμίας ή βίτσιου, και τά ’χε τετρακόσια σ’ αυτό : Γι’ αυτό είναι απλό, ή με τον βάγκνερ θα είμαστε ή με τόν νίτσε δεν μπορεί να ’μαστε και με τούς δυο δεν μπορούμε να τό ’χουμε δίπορτο σ’ αυτήν τήν περίπτωση κι αν θέλουμε να ξέρουμε τί μάς γίνεται αυτό πρέπει να ’ναι σαφές : Γιατί είναι μια από τίς πιο λαμπικαρισμένες στιγμές τού νίτσε ετούτη εδώ – η δυσάρεστη για τόν ίδιο στιγμή δηλαδή που διαπίστωσε ότι ο βάγκνερ γινότανε κιτς, κι όχι μόνο γι’ αυτά που έλεγε, αλλά γιατί ακριβώς αυτά που έλεγε τόν κάνανε να κάνει πολύ κακή μουσική : Δεν τίς ξεπερνάς αυτές τίς καταστάσεις με ένα Αυτά δεν έχουνε σημασία πλέον για μάς διότι εμείς ξέρουμε καλύτερα επειδή είμαστε ζωντανοί ενώ αυτοί πέθαναν : απλώς και μόνο δηλαδή τό μηχανιστικό γεγονός ότι είσαι αυτή τή στιγμή ζωντανός δεν σού δίνει εκ τών προτέρων δίκηο σε τίποτα – όλοι ζωντανοί υπήρξανε κάποια στιγμή και όλοι εξίσου πεθάνανε : άλλοι είναι οι όροι τής κριτικής : και ο νίτσε έκανε κριτική, που τού ήτανε μάλιστα και οδυνηρή γιατί ήτανε ο καλύτερος φίλος του και τού στοίχισε πολύ να τόν κάνει τόσο απόλυτα πέρα : αν κοίταζε τό συμφέρον του θα ταυτιζόταν μαζί του και θα ’παιρνε και κάνα κομμάτι από τίς επιχορηγήσεις που πήρε εκείνος, και θα ζούσαν καλύτερα αυτοί από μας : αλλά ο νίτσε υστερικός ήτανε, δεν ήτανε ψεύτης : αυτά που πίστευε τά πίστευε δηλαδή πραγματικά : γι’ αυτό και τό εξήγησε και τό ξαναεξήγησε – κι ήθελε να γίνει απολύτως σαφές τό τί έλεγε : Η οπισθοδρόμηση μ’ άλλα λόγια τού βάγκνερ στη μουσική τού μύριζε θάνατο, κι αυτό ήταν κάτι που ο νίτσε τό συχαινόταν απόλυτα : Όταν, μ’ άλλα λόγια, ο κόσμος είχε γυρίσει ανάποδα (κι ένας απ’ τούς λόγους που ο κόσμος προχώραγε προς τήν επανάσταση ήταν και η σκέψη τού ίδιου τού νίτσε στα καλύτερά του πολύ φυσικά) (αυτή που κατεδάφιζε τήν μέχρι τότε κυρίαρχη μαλακία, τόσο, ώστε ούτε κι ο ίδιος τελικά δεν τήν άντεξε) ο άλλος τού έκανε ποιηματάκια και μουσικούλες επιστρέφοντας σ’ ένα είδος μεσαίωνα, κι αντί να γίνεται όσο πάει πιο μοντέρνος τραγούδαγε κάτι αρλούμπες βαρύγδουπες ώστε να μπορέσει να οπισθοχωρήσει με σηκωμένο τό φρύδι : σε θέματα που είχανε ήδη πολύ προχωρήσει, τήν ίδια αυτή εποχή (και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο νίτσε (υπερβαίνοντας αξιοθαύμαστα (και αξιολάτρευτα) τόν μισογυνισμό του εδώ) τού χτυπάει ακριβώς τόν μπιζέ (άλλο αν μετά ακριβώς τόσο, όχι μόνο επειδή η μουσική αυτή καταλάβαινε ότι μολονότι ήταν χαρούμενη δεν ήταν και τό άκρον άωτον τής πρωτοπορίας όσο ακριβώς επειδή έχοντας υποστηρίξει τήν κάρμεν σε μία στιγμή ένιωσε τήν ανάγκη να τή μισήσει ταυτοχρόνως τήν άλλη, θέλησε ο ίδιος να ελαφρύνει τήν αναπάντεχή του υπεράσπιση προς τόν γάλλο διευκρινίζοντας – σε μία από τίς ελαχιστότατές του στιγμές όπου αντιμετωπίζει τή σκέψη του με συγκατάβαση – να δηλώσει δηλαδή ότι τονίζει κάπως ιδιαιτέρως τόν μπιζέ ελαφρώς παρ’ αξίαν μόνο και μόνο για να γίνει σαφέστερο σε όλους τους τί κατακρίνει στον βάγκνερ) (και πράγματι είναι σαφές : )) όταν δηλαδή ο άλλος επαναφέρει, με σηκωμένο αξιολύπητα τό φρύδι του κιόλας, θέματα αξιομίσητα που τά ’χανε κάποτε κοροϊδέψει κι οι δυο ως πράγματα που είχανε ήδη αχρηστευτεί ξεπεραστεί και χαζέψει – κι ενώ η ηρωίδα τού μπιζέ δηλαδή ανακαλύπτει τόν ελευθέρως ελεύθερο έρωτα, ο άλλος εισάγει σεμνές και αγνές παρθένες που κάνουν θυσίες πάνω εκεί στο βουνό: (για να μην πούμε – ή να τό πούμε κι αυτό ; – τί μαλακίες εισάγει ανασκολοπίζοντας τόν τριστάνο – που είναι ανατρεπτικότερος απ’ ό,τι ο ίδιος ο βάγκνερ θα άντεχε στη ζωή του ποτέ – και παρ’ όλ’ αυτά τολμάει να τόν πιάνει στο στόμα του – ή μήπως τολμάει απλώς και μόνο γι’ αυτό ; ) :

 

 

Όμως αυτό είν’ τό πρόβλημα : δεν πρέπει καθόλου να τό δούμε αυτό σαν παράδοξο : η καθυστέρηση και η παραίτηση τού βάγκνερ από τό ρίσκο τού μοντερνισμού ούτε επιφανειακή στο έργο του είναι ( : πάει ώς τό κουκούτσι τής ίδιας του τής μουσικής (που δεν διαθέτει καν ρυθμό – και ο ρυθμός είναι η καρδιά τής επανάστασης καθώς ακολουθεί τή βάση τής καρδιάς μας) – αλλά ακόμα και τών σκηνοθετικών του ευρημάτων) και εξηγεί από τήν άλλη περίφημα τήν όλο και πιο απειλητικά εξαπλωνόμενη σήμερα δημοφιλία του – εφόσον επιτίθεται στον διθυραμβικό και ελεύθερο έρωτα – κι όλοι εξάλλου τήν εποχή αυτή συμφωνούνε – η απελπισμένη τους ελπίδα ότι θα ξεχαστεί τελείως ο έρωτας είναι τόσο ζωντανή όσο ο ίδιος ο θάνατος : απλώς χρειάζεται κάποια στιγμή μια συμπληρωματική και εκ νέου κριτική τής βλακείας, επιβοηθητική αυτής που τής έκανε ο νίτσε όταν ήτανε στα καλύτερά του.

Μπορεί να τό πει λοιπόν κανείς ευθαρσώς, ότι η ίδια η ιδέα ακριβώς τού leitmotiv είναι μια ιδέα ταπεινωτική γι’ αυτόν που ακούει, μάλιστα : είναι δηλαδή μια βρισιά : ναι ας τό πούμε ξεκάθαρα : πρόκειται για τήν εισαγωγή μιας ιδέας τόσο προσβλητικής όσο θα ’τανε κι η μεταγραφή τών κλασικών εικονογραφημένων σε ήχους : Ας αφήσουμε που κι η ιδέα, κατά δεύτερον, μιας ορχήστρας που δεν φαίνεται και μόνο ακούγεται – κάτω ή πίσω απ’ τήν ορατή μας σκηνή – είναι μια πρόβλεψη (καθόλου δεν τόν τιμάει η προφητεία δε αυτή) τού λαϊκού σινεμά : τό σύνολο τού έργου του αποτελεί μ’ άλλα λόγια, απ’ όποια πλευρά κι αν τό δεις τό προκεχωρημένο φυλάκιο τής μαζικής ή γνωστής μας κουλτούρας : Απορώ πώς ο αντόρνο που ήταν τόσο αυστηρός με τίς αμερικάνικες ευκολίες (και που δεν ήταν πάντα ευκολίες – πολλές φορές ήταν η δική του η τύφλα) αποδείχτηκε τόσο εύκολα ευάλωτος στις γερμανικές ευκολίες κι αρλούμπες. (Αλλά ίσως εξηγείται αυτό ψυχολογικά – πράγμα που δεν μάς ενδιαφέρει εδώ αυτή τή στιγμή).

 

 

 

 

 

(από τίς «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Αύγουστος 15, 2017

κλήρωση και αριστεία / μεγαλοαστοί και λούμπεν / τά κτήρια

 

 

 

η κλήρωση

 

τό δημοτικό τό έβγαλα σ’ ένα πρότυπο σχολείο όπου υποτίθεται ότι μπαίναμε με κλήρωση – δηλαδή υπήρχε η γενική αόριστη (και αορίστως καμαρωτή) φήμη ότι τά παιδιά εκεί έμπαιναν με αδιάβλητες διαδικασίες, ότι υπήρχε «ισότητα ευκαιριών», και κλήρωση, διότι αυτός ήταν όρος που είχε θέσει αυστηρότατα στο καταστατικό να πούμε τού σχολείου, ο ιδρυτής του ή ο δωρητής του, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η «δημοκρατικότητα» και η εκπροσώπηση «όλων τών τάξεων» : πάντως αυτό που εγώ ξέρω, και που νομίζω ότι τό ξέραμε ήδη υπογείως κι από τήν πρώτη τάξη κιόλας όλα τά παιδιά, ήταν ότι όλα αυτά ήτανε ψέμματα, κι ότι βεβαίως υπήρχαν «ανώτεροι» και «κατώτεροι» (δεν χρειαζόντουσαν και πολλά : η διαφορά στην έκφραση τής δασκάλας ή τού (σπουδαίου) διευθυντή όταν θα ανακοίνωναν τά ονόματά μας (για να γνωριστούμε ας πούμε μεταξύ μας) εκείνα τά χαμόγελα (ή τά μη–χαμόγελα) στην αναφορά κάποιων ονομάτων, μάς μίλησαν υπογείως και υποδορίως από τήν αρχή :  για να μην πω ότι υπήρξαν και μικρές διευκρινιστικές δήθεν αθωότητες τού στυλ «τόν γιάννη παιδιά ο μπαμπάς του είπε ότι θέλει να τόν φωνάζουμε γιάγκο») κι όλ’ αυτά αρκούσαν για να δημιουργήσουν από τήν πρώτη μέρα τής πρώτης τάξης τήν (ενοχλητική) βεβαιότητα (εκείνη τήν εποχή νομίζω ότι ήταν ενοχλητική πολλές φορές και για τόν άμεσα ενδιαφερόμενο – κι αυτό τό λέω βέβαια προς τιμήν τού άμεσα ενδιαφερομένου τότε (αν και δεν νομίζω ότι θα κράτησε για πολλά περαιτέρω χρόνια, ή περαιτέρω σχολεία η ενόχλησή του)) ότι κάποιοι ήταν λοιπόν «σεβαστότερης» καταγωγής από άλλους – και ότι ασφαλώς υπήρχε τρόπος να μετατραπεί σε τύπο νεκρό και σε κοροϊδία η κλήρωση – με τόν τρόπο που είχε ενγένει η ελλάδα τής καραμανλικής οκταετίας να κρατάει τά προσχήματα τής δημοκρατικότητας όπου ήταν υποχρεωμένη, και να εξυπηρετεί τά συμφέροντα επί μονίμου επίσης βάσεως εκείνων που έπρεπε : θέλω να πω ότι ήταν τέτοια η εκπροσώπηση τών τάξων στην τάξη μας που έγινε άναρθρα σαφές, και πολύ γρήγορα, ότι τίποτα δεν ήτανε τυχαίο κι ότι όλα είχαν υπολογιστεί με τό σταγονόμετρο (τά παιδιά ασφαλώς μυρίζονται τίς ανισότητες και τίς διαφορές ταχύτατα – και τίς εκμεταλλεύονται χωρίς αναστολές και με σκληρότητα κιόλας άμα παραστεί, που λέει ο λόγος, ανάγκη)

πάντως αυτά όλα δεν σημάνανε ουσιαστικά για μάς τίποτα σπουδαίο : είμαστε λίγα παιδιά στην τάξη (ήταν ένας από τούς (πάμπολλους άλλωστε) λόγους που οι γονείς καμάρωναν που μάς είχαν στείλει εκεί) (μιλάμε για μια εποχή που τά δημόσια σχολεία είχαν σε κάθε τάξη 70, και εκατό, και εκατονείκοσι, παιδιά) και οι φιλίες και οι προτιμήσεις μεταξύ μας ανιχνεύτηκαν μάλλον γρήγορα, υπογείως ατίθασσα, και αυτομάτως αυθόρμητα : με κείνο τό αλάνθαστο εν πολλοίς ένστικτο που διαθέτουμε ως ζωάκια στην αρχή τής ζωής μας οι περισσότερες – κι ας είχαν προσπαθήσει οι δάσκαλοι να μάς βάλουν στα θρανία έτσι που να ταιριάζουν οι καταγωγές μας – πάντως η ταξική που θα λέγαμε σήμερα διαστρωμάτωση τής τάξης ήταν (με μαθηματικούς όρους) περίπου αυτή (κι ας φαίνομαι να μην έχω σχέση με τήν πρακτική αριθμητική (ποτέ δεν είχα))  : κάπου τό ένα τρίτο «μεγαλοαστοί» (κατά τό κοινώς λεγόμενον αριστοκράτες) ( : πολιτικοί, βιομήχανοι, μεγαλοεπιχειρηματίες), τά δύο τρίτα περίπου μεσοαστοί ή «μεσαίοι» (λοιποί επαγγελματίες «ανώτεροι» και «κατώτεροι»), και τό ένα τρίτο «φτωχοί» (λούμπεν θα μπορούσαμε, με λίγη υπερβολή ή ελευθερία, να πούμε)

 

 

η αριστεία (α΄)

 

πάντως όλ’ αυτά δεν μάς ένοιαζαν : βασικά δεν δίναμε δεκαράκι κατά τό κοινώς λεγόμενον : πλέαμε έντρομοι και ασφαλείς προς τήν «κοινωνία» αναγκαστικά όπως τό μυριζόμαστε ότι έπρεπε, αλλά επιχειρούσαμε με σχετική αλαζονεία να διατηρήσουμε τήν ενότητά μας σαν σύνολο : είμαστε συμπαγείς, ακόμα και με τούς δασκάλους, και περισσότερο αντίπαλοί μας κατά περιόδους ήταν οι «σπουδαστές» : μεταξύ μας δεν υπήρχε κανενός είδους ανταγωνισμός : ουδέποτε ασχολήθηκε κανείς με τό ποιός θα ’ναι ο καλύτερος – δεν υπήρξε καμμιά έννοια ποτέ «καλύτερου» ή «χειρότερου» μέσα στην τάξη : η έννοια τής «αριστείας» ή τής «σημαιοφορίας» ήταν ανύπαρκτη – δεν θυμάμαι ποτέ να πήραμε μέρος σε παρέλαση – ούτε να τέθηκε ποτέ θέμα ποιος είναι ο «πρώτος» μαθητής στην τάξη – είμαστε όλοι εξίσου καλοί ή κακοί αναλόγως τών συνθηκών, καταλαβαίναμε ή δεν καταλαβαίναμε εξίσου τά εύκολα ή τά δύσκολα – δεν θυμάμαι ποτέ κανέναν καλόν ή καλύτερον, δεν θυμάμαι ποτέ να κοροϊδεύτηκε κάποιος ως χαζός, οι φιλίες οι έχθρες και οι διαφορές διαμορφώνονταν στο ατελείωτο παιχνίδι στα διθυραμβικά διαλείμματα στα ατέλειωτα γήπεδα – και στο θέατρο : εκεί ζηλέψαμε κάποιες που δείξαν ταλέντο – αναντίρρητα αυτήν τήν ικανότητα δεν τήν είχαμε όλες –

λοιπόν είμαστε όλοι τό ίδιο, είμαστε όλοι ένα, και δεν είχαμε καμιά αντιπαλότητα, καμιά ζήλεια και καμιά άμιλλα, κανέναν βλακώδη ανταγωνισμό για τό ποιος θα ’ναι καλύτερος ας πούμε μεταξύ μας – είμαστε τόσο βλάκες, όσο οι κανονικοί άνθρωποι που στριμώχνονται διά τής βίας να γίνουν κανονικοί άνθρωποι – θεωρούσαμε κρυφά τούς εαυτούς μας βέβαια ανώτερους που πηγαίναμε σ’ αυτό τό σχολείο, και είχαμε και τούς σπουδαστές – δεν μπορούσαμε να θεωρήσουμε ίσα κι όμοια δηλαδή τ’ άλλα παιδιά που δεν είχανε ζήσει ποτέ τους με σπουδαστές, που δεν είχανε θέατρο και δεν είχαν ατέλειωτες πάνω και κάτω αυλές, και γυμναστήριο και μονόζυγα και πισίνα – αλλά αυτό ήταν μέρος τής αντικειμενικής πραγματικότητας : η αντικειμενική πραγματικότητα μάς είχε ευνοήσει, με κλήρωση ή χωρίς κλήρωση – δεν μάς ενδιέφερε

πάντως τά περισσότερα ταλέντα και οι δημιουργικότητες, οι εμπνεύσεις και οι πρωτιές στα παιχνίδια (όλ’ αυτά δηλαδή που είχανε σημασία), βγαίναν από τούς «μεσαίους» : οι γόνοι τής αριστοκρατίας ήταν στην τάξη σχετικά ανύπαρκτοι, μερικοί μάλιστα με εμφανή προβλήματα δειλίας και φόβου – ένας συμμαθητής ας πούμε που θα τόν είχαμε και πολιτικό ολκής αργότερα ήταν παντελώς αόρατος και αφανής μέσα στην τάξη ολόκληρα τά έξη τότε χρόνια (συμπτωματικά πολύ αργότερα θα μάθαινα ότι οι γονείς του τού είχανε και δάσκαλο για να τού κάνει φροντιστήριο – και τό λέω, όχι γιατί είναι πραγματικά απίστευτο να χρειαζόταν οποιοδήποτε παιδί φροντιστήριο στην πρώτη τάξη και σε όλο τό δημοτικό ενγένει, αλλά για να δείξω τήν υστερία τής μεγαλοαστικής οικογένειας (τό παιδί δεν ήταν χαζό και δεν τό χρειαζόταν τό φροντιστήριο, και μάλλον κακό τού έκανε), επίσης όμως και για να πω ακόμα ότι ούτε αυτός δεν ζήτησε ποτέ κανενός είδους πρωτεία, δεν διεκδίκησε ποτέ καμιά «αριστεία» : εξάλλου, είπαμε, αυτό ακριβώς δεν τό διεκδίκησε ποτέ και κανείς) : πάντως όμως πρέπει να ομολογήσω ότι διασκέδαζα αργότερα ακούγοντας τούς εθνικοπατριωτικούς του δεκάρικους, ως ανθρώπου ενήλικα και πολιτικού, δεκάρικους που αποτελούσαν περίπου, στο πνεύμα και στο γράμμα, επί λέξει και πιστά αντίγραφα τής παραμικρής κορώνας που μάς είχε βγάλει ο δάσκαλος στην πέμπτη, αυτός που μάς έκανε ιστορία – : λοιπόν, τόσα σχολεία πήγε στη συνέχεια, και στο εξωτερικό μάλιστα, και όταν έβαζε τά καλά του παπαγάλιζε τίς άθλιες κοινοτυπίες τής πέμπτης μας τού δημοτικού – αυτό δείχνει όμως μάλλον ότι όλα τά παιδιά έχουν καλή μνήμη – και τούς εντυπώνονται εφιαλτικά, αν δεν τά πολεμήσουν, όλα τά παιδικά πράματα

από τήν άλλη μεριά, από τούς φτωχούς και τούς λούμπεν λίγοι επίσης ξεχώριζαν : κάποιοι μόνο σαν πολύ ζωηροί στα διαλείμματα – και κάποιοι ιδιαίτερα στην ευγένεια (όσο μεγαλώναμε κι ανεβαίναμε τίς τάξεις) : ναι μάλλον τά πιο αθόρυβα κι ευγενικά παιδιά προέρχονταν από τούς «μεσαίους» και τούς «λούμπεν» : από αυτούς όμως, ειδικά τούς πρώτους, προέρχονταν και οι ελάχιστοι επιθετικοί – ούτε οι αριστοκράτες ούτε οι λούμπεν έδειξαν ποτέ επιθετικότητα – στο στρώμα τών «μεσαίων» συνέβαιναν στην πραγματικότητα όλα, τά ενδιαφέροντα ή τά αποτρόπαια –

 

 

η αριστεία (β΄)

 

είχαμε λοιπόν μια αόριστη εντύπωση ότι είμαστε «ανώτεροι» όλοι σαν σύνολο, όχι ο καθένας ξεχωριστά : είμαστε «ανώτεροι» απέναντι στους σπουδαστές κυρίως, αλλά και απέναντι σε άλλα τμήματα τού σχολείου : επειδή τό σχολείο ήταν φτιαγμένο κυρίως για να σπουδάσουν οι δάσκαλοι είχε και κάποιες τάξεις, σκόρπιες μέσα στους αχανείς (αχανείς μάς φάνηκαν στην αρχή) χώρους του που λεγόντουσαν «μονοτάξια» : αυτές οι τάξεις ήταν για να σπουδάζουν και να μαθαίνουν τίς συνθήκες που θα συναντούσαν μετά πιθανόν στα χωριά : δηλαδή σε μία τάξη βρίσκονταν στριμωγμένα παιδιά όλων τών ηλικιών : πώς θα γινότανε άραγε τό μάθημα εκεί μέσα ; Νομίζω ότι όλες τά λυπόμαστε αυτά τά παιδιά που τούς έπεφτε η μοίρα, ή η κλήρωση, να πάνε στο μονοτάξιο – και κάπου μέσα μας πιστεύω ότι πιστεύαμε ότι κι αυτό ρυθμίστηκε από τήν αρχή ώστε εμείς να τό γλυτώσουμε (δεν πρέπει να ’τανε τελείως λάθος  αυτή η πεποίθηση – τώρα που τό σκέφτομαι τά παιδιά τών μονοτάξιων φαινόντουσαν να είναι πιο φτωχά) – κι επίσης τώρα εκ τών υστέρων σκέφτομαι ότι πολλοί σπουδαστές θα παρακαλάγανε να τούς βάλουν να κάνουνε «διδασκαλία» εκειπέρα, γιατί στα χωριά τους τέτοια σχολεία μάλλον θα ’χαν τελειώσει κι αυτοί, και θα ξέραν τό κλίμα – πάντως εμείς τά παιδιά αυτά τά λυπόμαστε

υπήρχαν βέβαια και σπουδαστές που φαινόντουσαν ότι είναι τής πόλης, αλλά μερικοί φαινόντουσαν πολύ «χωριάτες», είχανε και προφορά : αυτοί τής πόλης βέβαια ήταν οι αγαπημένοι μας, και παρακολουθούσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και τά ερωτικά τους – μια φορά που μια όμορφη τά ’φτιαξε μ’ έναν όμορφο, είχαμε χαρεί όλοι, τό νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία και τούς πήραμε αμέσως υπό τήν προστασία μας – τούς στέλναμε στα διαλείμματα τά πιο υποστηρικτικά και ενθαρρυντικά μας βλέμματα – αν τύχαινε δε να παρακολουθήσουν μάθημα στην τάξη μας – ή ο ένας απ’ τούς δύο ή, ακόμα πιο θαυμάσιο, και οι δύο μαζί – αυτό ήτανε μεγάλη γιορτή για μάς (τό μόνο που μέ ενοχλούσε ήταν που διέκρινα στο ύφος τους και μια ελαφριά συγκατάβαση – σχεδόν ειρωνεία – όταν τούς δείχναμε πόσο εγκρίναμε τόν έρωτά τους  – και θυμάμαι ότι σκεφτόμουνα απορημένη και ελαφρώς θυμωμένη «καλά, ποιοί νομίζουν ότι είναι, έχουν τό δικαίωμα να χαμογελάνε έτσι ; » (αυτό, για να δείξω ότι η ταξική συνείδηση είναι λίαν πρώιμη, και αδυσωπήτως ανήλεη))

οι χωριάτες λοιπόν είχανε όντως και προφορά : η κοροϊδία έπεφτε πολύ σκληρή, δεν είχαμε καμιά αλληλεγγύη μαζί τους – ούτε οι ανώτεροι ούτε οι λούμπεν : γελάγαμε σχεδόν φανερά και μέσα στην τάξη, τήν ώρα που μάς έκαναν τή «διδασκαλία» τους, ενώ ξέραμε όλοι, τό καταλαβαίναμε τό βλέπαμε αλλά και τό πληροφορούμαστε από τά μεταξύ τους λόγια ότι ήταν η μεγάλη τους δοκιμασία και είχανε πολύ τρακ τή μέρα που  έπρεπε να κάνουνε «διδασκαλία» : όταν απλώς παρακολουθούσαν τό μάθημα, καθισμένοι στους πάγκους που τριγύριζαν όλη τήν τάξη γύρω–γύρω ήτανε αντιθέτως πολύ ήσυχοι – και τόσο καλοδιάθετοι, που αν τούς μιλούσαμε κρυφά ή τούς χαμογελούσαμε, μάς αντιγύριζαν ενίοτε τό χαμόγελο : Μια φορά ένας έπρεπε να μάς διδάξει από τό αναγνωστικό τό μάθημα με τίτλο «Ετοιμασίες για τόν Χειμώνα» : Ξεκίνησε λέγοντας δυνατά και επίσημα : Ετοιμασιές για τούν Χειμουώνα και ακόμα μέ πιάνει σύγκρυο όταν θυμάμαι πώς προσπάθησε να κρύψει τόν πανικό στο βλέμμα του μόλις άκουσε μερικά πνιχτά γέλια : γελάσαμε με τήν καρδιά μας όμως, και φανερά, όλοι μετά στο διάλειμμα και τόν μιμηθήκαμε όλες με τή σειρά μας : τό αστείο έγινε γνωστό και στην οικογένεια (και υποθέτω σ’ όλες τίς οικογένειες) και οι κοροϊδίες για τήν προφορά του έπεφταν για πολύ καιρό σαν γέλιο ακατάσχετο μέσα στο σπίτι από όλους τούς μεγάλους. Μια φορά όμως ένας έκανε τήν καλύτερη διδασκαλία, λέγαμε, που υπήρξε : πρέπει να ’τανε ο καλύτερος αυτός στη δικιά του τήν τάξη, γιατί τόν προλόγισε αυστηρά ο διευθυντής πριν αρχίσει τό μάθημα και μάς ανακοίνωσε ότι αυτή θα ήταν η γενική πρόβα τής διδασκαλίας του, για να κάνει τήν κανονική του, πάλι σε μάς, όταν θα ’ρχότανε ο ανώτερος επιθεωρητής σε λίγες μέρες. Κολακευτήκαμε που διάλεξαν τήν τάξη μας για τή διδακαλία–πρότυπο και παρακολουθήσαμε από τήν αρχή ως τύποι και υπογραμμοί : αλλά δεν χρειάστηκαν πολλά, γιατί σε λίγο μάς είχε συνεπάρει όλους : έπαιξε θέατρο ο τύπος : αλλά τά πίστευε κιόλας :

τό μάθημα που είχε διαλέξει ήτανε τά θρησκευτικά : κάποιο θαύμα – νομίζω αυτό με τό «άρον τόν κράββατόν σου και περιπάτει» : μάς έθεσε φιλοσοφικά ζητήματα, δονούνταν ολόκληρος, δεν μάς διηγόταν απλώς τήν υπόθεση, μάς έβαζε και ερωτήσεις ανάμεσα, κινούνταν μπρος–πίσω και πάνω–κάτω στον χώρο του και στο επίπεδό μας, δεν ανέβηκε ούτε στιγμή στην έδρα, διάλεξε να μιλήσει στον λαό και στο επίπεδο τό δικό του αυτός να κατέβη, και σχεδόν μάς κοίταζε έναν–έναν από κοντά, και μάς άπλωνε αγωνιωδώς τά χέρια, και μάς ρωτούσε, «και πώς έγινε τότε αυτό ; » «και πώς μπορούσε να γίνει τότε αυτό ; » : διάφορα τέτοια : είχαμε υπνωτιστεί : δεν ήταν κάνας ψηλός : χρόνια αργότερα όταν μεγάλωσα και απόκτησα τούς αριστερούς μου φίλους βρήκα αυτό τό πρόσωπο, αυτόν τόν σωματότυπο, αυτόν τόν τύπο ομιλίας, κι αυτή τήν ταλαντούχα θέρμη φανατισμένης φιλικότητας σε κάποιον που δεν είχε ιδέα – κι αν τού έλεγα με ποιον θυμάμαι ότι μοιάζει θα θύμωνε – κι όμως μόνο στην αριστερά τόν ξαναβρήκα αυτόν τόν τύπο –

κρίμα όμως που όταν ήρθε ο επιθεωρητής που τόν περιμέναμε τόσο ανυπόμονα για να ξανακάνουμε τό ωραίο μάθημα, αυτοί τόν πήγανε σε άλλη τάξη : ακούσαμε τό νέο από τόν δάσκαλο σαν βρεγμένοι και ζεματισμένοι γάτοι : έκριναν, είπαν, ότι τό μάθημα αν γινότανε δεύτερη φορά στην ίδια τάξη δεν θα είχε τόν αυθορμητισμό, και συνεπώς και τήν επιτυχία, τής πρώτης φοράς : δεν είχαν ιδέα (διότι μάς είχαν υποτιμήσει) ότι εμείς μπορούσαμε να υποκριθούμε περίφημα και τόν αυθορμητισμό τής πρώτης  φοράς – έτσι λοιπόν κι εμείς δεν ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε ποιοι ήτανε οι τυχεροί τή δεύτερη φορά – διότι εμείς θα μπορούσαμε θαυμάσια να ’μαστε και πάλι αυθόρμητοι, είμαι σίγουρη μάλιστα ότι αν χρειαζότανε θα παίζαμε σαν κανονικοί ηθοποιοί τούς αυθόρμητους – τόσο ταλέντο είχαμε

 

 

η φήμη

 

αυτός ο δάσκαλος που είχαμε όμως στην πέμπτη μάς έκανε ιστορία, και ήτανε φόβος και τρόμος, και παράλληλα ένα τέρας μορφώσεως όπως ψιθυρίζανε γύρω πολλοί : η αλήθεια είναι ότι είχε προηγηθεί η φήμη, με τή γυμνή έννοια τού τρόμου, όταν αφήσαμε για πάντα μια ωραία χρονιά τήν τρίτη μας τάξη, τίς ωραίες γυναίκες δασκάλες, και τήν περίφημη πάνω αυλή : θα κατεβαίναμε λοιπόν τώρα στην κόλαση τής κάτω αυλής, εκεί όπου τριγυρίζανε όλοι οι μεγάλοι, τά σοβαρά, τά αγέλαστα, και οι σπουδαστές – η φήμη δε ήτανε ότι τώρα που είχαμε πια μεγαλώσει θα ’χαμε άντρες δασκάλους, καμμία γυναίκα ποτέ, και επιπλέον ότι δέρναν οι δάσκαλοι : αυτή η φήμη κυκλοφορούσε βουτηγμένη σε μια ασαφή και γυμνή κυριολεξία : τώρα όμως από τήν απόσταση που τό βλέπω ξέρω ότι όλο αυτό ήταν μία φήμη που θέλησε να μάς προετοιμάσει από την αρχή (έχοντας όμως γενικέψει άστοχα) για τό μεσαίο μόνο κομμάτι τής τελευταίας μας τριετίας σ’ αυτό τό κτήριο : γιατί ούτε στην τετάρτη έδειρε ποτέ κανέναν εκείνος ο (κάπως άχρωμος) δάσκαλος, ούτε στην έκτη ο επίφοβος μεν, αλλά και ειρηνικός όπως αποδείχτηκε (μεγάλος) διευθυντής μας : όλη κι όλη λοιπόν η φήμη αφορούσε τό μεσαίο κομμάτι αυτού τού κομματιού – που προκάλεσε όμως, όπως και να τό κάνεις, μια ταραχή και ένα σοκ ασήκωτο, διότι μολονότι ο προηγούμενος και λίγο άχρωμος δάσκαλος δεν έδειρε ποτέ κανέναν, τό ξύλο που έπεσε στην επόμενη τάξη μαζεμένο και έξαλλο, δεν μάς άφησε εν συνεχεία να χαρούμε καν τόν θριαμβευτικό μας προβιβασμό στο τελευταίο πια κομμάτι τής ολοκληρωτικής εξαετίας – δηλαδή τό απολύτως πολιτισμένο (όπως θα αποδεικνυόταν) κλίμα τής έκτης : που όμως, επειδή είχε προηγηθεί ο εφιάλτης τής πέμπτης, κανείς (νιώθαμε – απαισιοδοξώντας σαν μεγάλοι άνθρωποι πια) δεν μάς εγγυώταν ότι θα ήταν μονίμως κι αυτό πολιτισμένο, και δεν θα ανατρεπόταν μια μέρα απροειδοποίητα και αδικαιολόγητα, και δεν θα ’πεφτε ξαφνικά μια μέρα ξύλο κι εδώ :

αυτός λοιπόν ο τραγικός ήρωας τού τρόμου, που μάς έκανε ξαφνικά ιστορία και έδερνε, ήταν όπως είχαμε μάθει (από κουτσομπολιά τών δασκάλων μεταξύ τους – τά αρπάζαμε όλα στον αέρα) ένας πάμπλουτος άνθρωπος, που δεν είχε καμία ανάγκη να δουλεύει, που τά πουκάμισά του κάναν, λέγαν οι μεγάλοι, όσο ένας μισθός του και ήταν και τέρας μορφώσεως : μάς έκανε τήν ιστορία ολόκληρη, από τόν θεμιστοκλή τόν μιλτιάδη και τόν αριστείδη στό πάταξον μεν άκουσον δε, στο πας μη έλλην βάρβαρος, στο εικοσιένα τόν κολοκοτρώνη και τόν ιωάννη μεταξά που είπε τό όχι (αυτό ήταν η αγαπημένη του ατάκα, ο ιωάννης μεταξάς που είπε τό όχι πρέπει να μάς έγινε κάτι σαν υπνοπαιδεία) πέρασα χρόνια και μεγάλωσα πολύ μέχρι να κουνήσω τό κεφάλι μου και να καταλάβω τί ήταν αυτή η πρόταση που μού είχε κολλήσει σα μέρος τής φύσεως και, με κόπο πολύ να τήν αποχωριστώ – έδερνε δε, πιάνοντας με τίς τεράστιες χερούκλες του, και τραβώντας ολόκληρο τό κεφάλι τού αγοριού (μόνο αγόρια έδερνε) πάντα προς τήν ίδια δίφυλλη πόρτα (είχαμε δύο πόρτες στην τάξη – απ’ τήν άλλη μπαίναν οι σπουδαστές) έριχνε λοιπόν με υπεράνθρωπη δύναμη τό κεφάλι τού αγοριού (σαν να ’ταν κάτι τελείως ξεχωριστό απ’ τό σώμα του) προς τήν δίφυλλη πόρτα τής τάξης απ’ τήν οποία μπαίναμε εμείς, (οι πόρτες ήταν από ξύλο σκούρο λουστραρισμένο και απορούσα, πώς δεν άνοιγαν τά κεφάλια τους, αφού τό ύψος από τό οποίο τά έσουρνε και τά χτυπούσε συμφωνούσε με τό χώρισμα ακριβώς από τά νταμάκια τά σκαλιστά, τά οποία έτσι μού φαινόντουσαν ότι γινόντουσαν και μαχαίρια) φωνάζοντάς του δε, μονίμως από τήν πρώτη στιγμή που θα τόν άρπαζε και μετά θα τόν έσουρνε κεφαλοστουμπηδόν μπροστά μας μέχρι να τόν κοπανήσει επιτέλους σα σκουπίδι στα ξύλα τής πόρτας, μονίμως και μονότονα τό ίδιο ακατανόητο «χάσου να βρέξει»

ήταν ένα ανείπωτο μαρτύριο αυτός ο τρόμος και τό ότι εμείς (χωρίς να έχει ποτέ αυτό ξεκαθαριστεί επισήμως) δεν κινδυνεύαμε, δεν μάς παρηγορούσε παρά ελάχιστα : τά αγόρια, απ’ ό,τι θυμάμαι, σούρνονταν και κοπανιώνταν στην πόρτα μ’ ένα είδος ήρεμης μοιρολατρίας χωρίς να φωνάζουν ή να κλαίνε, αλλά οι γκριμάτσες τους και μόνο (όσες μπορούσαμε να διακρίνουμε κάτω απ’ τίς τεράστιες χερούκλες του) τά κλειστά μάτια και τό ανοιχτό στόμα, τά δόντια που εκτίθενταν γεμάτα πόνο, και τά χέρια που καμιά φορά αν τά κατάφερναν προσπαθούσαν να προστατέψουν τό πίσω μέρος τού κεφαλιού από τά κοφτερά νταμάκια (λίγο–πολύ όλα τ’ αγόρια πρέπει να ’χαν περάσει απ’ αυτό τό βασανιστήριο, και συνεπώς όλα ξέρανε τί πρέπει να προστατέψουν) ήταν ένα θέαμα που σού ’κοβε τήν ανάσα, ακόμα κι αν αυτό τό «χάσου να βρέξει» τίς πρώτες φορές νομίζω μάς προκάλεσε ξαφνικό ομαδικό γέλιο – και στα δυο φύλα : έπειτα τό ότι «εμείς δεν κινδυνεύαμε» έκρυβε κι ένα είδος περιφρόνησης για μάς, που δεν μπορούσαμε να τό αγνοήσουμε : σαν να μην είμαστε εμείς κανονικά και πλήρη μέλη τής τάξης : τό μάθημα τό ’κανε προς όλες, μιλούσε και εξηγούσε προς όλες, αλλά ο θυμός του, όταν έκανε λάθος ένα αγόρι, είχε κάτι υπόγεια και έντονα προσβλητικό ως προς τό ότι μάς άφηνε εμάς εκτός : δεν ήταν ακριβώς ιπποτισμός, δεν ήταν φόβος ότι εμείς είμαστε αδύναμες και θα πεθαίναμε αν μάς έκανε τά ίδια, ήτανε μια ανείπωτη και ανέκφραστη υπόγεια υπόδειξη ότι ο κόσμος του δεν μάς περιελάμβανε ακριβώς, ότι εμείς δεν είμαστε άξιες να τού προκαλέσουμε τέτοιον θυμό, όσα κι αν, τή μέρα εκείνη, επίσης κι εμείς δεν είχαμε θυμηθεί παπαγαλίσει και μάθει

πάντως τό ότι είχαμε ασυλία από τό ξύλο μάς εκτροχίαζε και ελαφρώς, και είμαστε σε θέση εμείς να τόν κοροϊδεύουμε ενώ τ’ αγόρια τόν κοιτάζαν μάλλον μονίμως μουτρωμένα και δεν τόν είχαν καμία διάθεση : έτσι μια φορά που ήρθε φορώντας ένα καινούργιο πουκάμισο που ήταν διάφανο, από πολύ λεπτό μεταξωτό ή καλό νάϋλον τέλος πάντων (αυτά τά περίφημα πουκάμισά του που κάναν όσο ένας μισθός του, όπως είχε πει μια δασκάλα σε μιαν άλλη) τά κορίτσια που καθόντουσαν στο πρώτο θρανίο και είχαν τήν ευκαιρία να τά δουν όλα καλύτερα, χάζεψαν όπως φαίνεται κακαρίζοντας απ’ τά γέλια μεταξύ τους όλην τήν ώρα τίς ρώγες τού στήθους να διαγράφονται καφετιές ολοκάθαρα κι ύστερα στο διάλειμμα γύρισαν προς τά πίσω, προς όλην τήν τάξη, και τραβώντας τίς ποδιές τους στο ύψος τού στήθους με δυο λεπτεπίλεπτα δαχτυλάκια διευκρίνισαν κοροϊδευτικά προς εμάς τίς υπόλοιπες : «τά μεμέ τού κυρίου»

εν πάση περιπτώσει αυτό τό τέρας μάς είχε μάθει διάφορα πράγματα που, ενώ με τή συνοδεία τού ξύλου μάς είχαν εντυπωθεί ως εξίσου απεχθή αλλά και φυσιολογικά, πολύ αργότερα, και κατά διαστήματα αρκετές φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου θα διαπίστωνα πως ήταν άγνωστα σε πολλούς, συχνά αριστερούς, νέους φανατικούς για γράμματα, και σχετικά μορφωμένους : θυμάμαι τώρα ας πούμε μία φορά για παράδειγμα, κάποιον γνωστόν που ενδιαφερόμενος ξαφνικά για τή γλωσσολογία νόμισε ότι ανακάλυψε κάτι σπουδαίο διαβάζοντας σ’ ένα σύγγραμμα ότι τό λατινικό αλφάβητο είναι στην πραγματικότητα ελληνικό, και προέρχεται από μια αποικία τών χαλκιδέων : ε, καλά, τού είπα κι εγώ απρόσεχτη, τής ερέτριας είναι, αυτά τά μαθαίναμε στο δημοτικό : μέ κοίταξε σηκώνοντας τά φρύδια του με υποτίμηση και σχεδόν θυμό και είπε «όχι, στο δημοτικό όχι» – τί να τού πεις τώρα, τό ’χουνε οι αριστεροί αυτό τό χούι (αλλά και όλοι οι άντρες γενικότερα) (αυτά τά ’χω μάθει μεγαλώνοντας) τή μια να διαπνέονται από μια αμετακούνητη αυτοπεποίθηση όταν μιλάν με γυναίκες, και τήν άλλη να μη θέλουν γενικά να μάθουν τίποτα αν δεν προέρχεται από άντρα και δη τού κόμματος που συμπαθούν – ή που έχει μια αμετακούνητη και αξιοσέβαστη φήμη

τό χαριτωμένο είναι, και μπορώ να τό πω νομίζω εδώ τώρα που ταιριάζει, ότι ο φίλος αυτός είναι ακριβώς εκείνος που, με τόν σωματότυπο, τά ρητορικά χαρίσματα, και τό διαφωτιστικό του ενγένει πάθος μού θύμισε αμέσως σχεδόν μόλις τόν γνώρισα κείνον τόν σπουδαστή τής θρησκευτικής διδασκαλίας (με τό «τί νομίζετε ότι έγινε μετά λοιπόν παιδιά ; » και «γιατί έγινε αυτό λοιπόν παιδιά ; » και τά λοιπά εκφραστικά χούγια τού ταλαντούχου προσηλυτιστή)

 

 

κτήριο – τά κτήρια

 

εξωτερικά τό σχολείο μας ήταν ωραίο – λοιπόν επειδή μέ πιάνανε κάτι πρωθύστερες νοσταλγίες όταν ήμουν παιδί (οι μεθύστερες ήταν αντιπαθητικές, δεν μέ πιάναν ποτέ : ως προς τίς πρωθύστερες όμως ας πούμε, θυμάμαι μια φορά στην έκτη, που μπήκα ενώ ήτανε διάλειμμα (κάτι είχαμε ξεχάσει στο παιχνίδι, ίσως μια μπάλα, δεν θυμάμαι πια κι έτρεξα πάνω να τήν πάρω) (τά γήπεδα ήταν χαμηλότερα, ήταν οι πιο κάτω αυλές κι από τίς πιο κάτω αυλές) τρέχοντας λοιπόν τότε προς τήν τάξη άνοιξα τήν πόρτα (με τά νταμάκια) κι ετοιμάστηκα να στρίψω προς τό θρανίο μου (που ήταν πάντα αρκετά πίσω (αλλά ποτέ τελευταίο, προτιμούσα τό τρίτο από τό τέλος – από πίσω μου είχα μονίμως λοιπόν κάποιους λούμπεν – μια χαζή που μού κόλλαγε ενώ έλεγε ότι έχει ο μπαμπάς της ρολλς–ρόϋς, και μ’ είχε ρωτήσει μάλιστα μια φορά στο σχόλασμα δεικτικά «δεν ξέρεις τί είναι ρολλς–ρόϋς ; ») αλλά κυρίως έναν περίεργο, εξόχως ευγενικόν, που μέ ρώταγε ακουμπώντας τό κεφάλι του στον λαιμό μου και μες στα μαλλιά μου για να μάθει δήθεν κάτι στη διάρκεια τού μαθήματος (αυτός κάποια φορά πάλι μου ’χε πει με πραγματική απορία : «δεν ξέρεις τί είναι βουλκανιζατέρ ; » καθώς ανακοίνωνε ότι αυτή τή δουλειά έκανε ο πατέρας του) (αργότερα τήν ίδια χρονιά που έγινε στα αγόρια μόδα να μάς κουβαλάν τίς τσάντες μόλις ερχόμαστε τό πρωί ( : να περιμένουν απάνω στις φαρδιές σκάλες που οδηγούσαν προς τήν κάτω αυλή – και μόλις έβλεπαν αυτή που ήθελαν, να καβαλάνε τά πλαϊνά μαρμάρινα τής σκάλας και κάνοντας έτσι μια γρήγορη τσουλήθρα να ’ρχονται και να στέκονται δίπλα μας ρωτώντας, δήθεν υποταγμένα και εμφανώς ιπποτικά, «θέλεις να σού πάρω την τσάντα ; » (μού φαίνεται τώρα αδιανόητο που δεν σκεφτήκαμε ποτέ καμιά μας να πει «όχι», παίρναν λοιπόν τήν τσάντα κι ανεβαίνανε από τίς σκάλες τώρα, πιο γρήγορα προσπαθούσαν από εμάς, προς τήν τάξη) (όταν τέλειωνε κάθε φορά τό έθιμο αισθανόμαστε κάπως  χαμένες αλλά δεν τό ομολογούσαμε φυσικά, ούτε τούς κοροϊδεύαμε ιδιαίτερα – εμείς δεν κάναμε έθιμα με κείνους αλλά κάναμε έθιμα μεταξύ μας, είχαμε συλλογές ας πούμε, και τό είδος τής συλλογής, αν θα ’τανε ηθοποιοί ή σημαίες ή χαρτοπετσέτες ή σκουμπιντού πάλι οριζότανε ξαφνικά, αορίστως από κάπου, κι ακολουθούσαμε όλες – μέχρι ν’ αλλάξει πάλι η μόδα – αυτές οι μόδες ήτανε ξαφνικές λοιπόν και δεν προειδοποιούμαστε : απλώς μια ωραία ημέρα κάναν όλοι τό ίδιο, οτιδήποτε ίδιο ξαφνικά, στην αρχή απορούσαμε, μετά τό απολαμβάναμε, και τό  ίδιο ξαφνικά μια ωραία ημέρα τό έθιμο εξαφανιζότανε – στη διάρκεια αυτού τού εθίμου τότε, εγώ έβλεπα αυτόν με τό βουλκανιζατέρ να μέ περιμένει κάθε μέρα πάνω–πάνω και καθώς ήταν και λίγο στρουμπουλός, είχε πλάκα όπως έκανε μετά τήν τσουλήθρα του κι ελαφρώς ιδρωμένος ρωτούσε κοιτώντας με καλά–καλά (είχε πολύ ωραία κατάμαυρα μάτια πρέπει να πω)  «να σού πάρω τήν τσάντα ; » τόν συμπαθούσα ιδιαίτερα αν και ήμουν ερωτευμένη με άλλον, που ήταν ερωτευμένος με άλλην (μία από τά πρώτα θρανία))) όταν ξαφνικά λοιπόν σταμάτησα και κοίταξα τά θρανία σαν κεραυνόπληκτη : η άφωνη έρημη τάξη έβγαζε μια μουσική στους ήχους τής οποίας ανεβοκατέβαιναν κάτι τελείες σκόνης και ηχούσε ένας ήλιος που έμενε έξω από τά δεν θυμάμαι πόσα παράθυρα με τίς κουρτίνες στριμωγμένες στο πλάϊ κι ολάνοιχτες : και πάνω κει στα θρανία ήτανε αφημένα πεταμένα παρατημένα, σχεδόν με μια φροντίδα ζωγράφου (και παρτιτούρα συγχρόνως μουσικού) πολύχρωμα ρούχα μπουφάν τετράδια ανοιχτά, μολύβια χρώματα πλαστελίνες και θυμάμαι τήν κεραυνοπληξία που ένιωσα και είπα μέσα μου κάτι σαν «αυτός είναι ο τελευταίος μου χρόνος εδώ, αυτό δεν θα τό ξαναδώ» – και αυτό είναι τό πρωθύστερο που σού έλεγα : αυτό λοιπόν ακριβώς μού συνέβη μια μέρα ξανά εξαιτίας τού ότι τό σχολείο μας ήτανε όμορφο : τί όμορφες που είναι οι άσπρες κολώνες με τούς κόκκινους τοίχους πιο πίσω, είπα μια μέρα καθώς τό είδα από απέναντι να πλησιάζει όπως περπατούσα τό πρωί φορτωμένη με τήν τσάντα για να μπω μέσα, και είχε ησυχία ο δρόμος με τά δέντρα, αυτοκίνητο δεν περνούσε, και τό είδα ξαφνικά για πρώτη φορά από μακριά σαν κτήριο

 

 

 

 

και τό λέω αυτό τώρα (ενώ ίσως δεν ταιριάζει ιδιαίτερα, ή δεν ταιριάζει και καθόλου τώρα αυτό που τό λέω) γιατί, με τήν αφορμή τού κυρίου τής πέμπτης που σού είπα, και τού ξύλου που σού περιέγραψα πως τρώγανε τά παιδιά, είχα σκεφτεί πιο πριν (λίγο πιο πάνω) ότι υπήρχανε κι άλλα παιδιά στη γειτονιά πάντως (και για τά οποία ήτανε σα να μη νοιάζεται ποτέ κανείς) και τά οποία πιθανώς να τρώγανε τό ίδιο ή και περισσότερο ξύλο και – δεν ξέρω γιατί τήν είχα αυτή τήν εικόνα κατασκευάσει, από τότε δηλαδή, ότι σε κείνα τά παιδιά ούτε τά κορίτσια δεν θα γλυτώναν τό ξύλο – αυτό τό σκεφτόμουνα με σιγουριά μολονότι δεν ξέρω γιατί

ήταν μάλιστα πολύ κοντά μας αυτά τά παιδιά – δίπλα δηλαδή σχεδόν στο νεοκλασικό συγκρότημα τό δικό μας, υπήρχε, στην ίδια ακριβώς γειτονιά, δυο δρόμους παρακάτω, ένα κανονικό δημόσιο δημοτικό : ήτανε στριμωγμένο ανάμεσα σε κάτι παλιόσπιτα και αυλές που θυμίζανε φτώχεια άλλων εποχών, και που θα γκρεμίζονταν όλα γρήγορα για να γίνουν πολυκατοικίες : και έστεκε στενό στριμωγμένο κι ανύπαρκτο, χωρίς τίποτα να φαίνεται (αυτό ειδικά) να τό απειλεί με  γκρέμισμα : όλοι επίσης φαινόντουσαν να τό θεωρούνε κανονικό σχολείο, και είχε για όνομα έναν αριθμό, ήτανε τό δεκατοπέμπτο : τριγύρω όλα τά σπίτια τής περιοχής (άλλα χαμόσπιτα κι άλλα νεοκλασικά) γκρεμιζόντουσαν για να γίνουν πολυκατοικίες, κι άλλες πολυκατοικίες είχαν ήδη χτιστεί (εκεί κοντά ήταν κι η δικιά μας γι’ αυτό και μπορούσα να τό βλέπω με τήν άνεσή μου αυτό τό δημοτικό) (από τό μπαλκόνι όταν δεν είχαμε μαθήματα, δηλαδή τό απόγευμα – γιατί αυτό τό σχολείο είχε φασαρία  μαθήματα και παιδιά, και πρωί και απόγευμα) : ήτανε πήχτρα στα παιδιά :

τώρα που τό σκέφτομαι, ήτανε φυσιολογική κατάσταση για τόν δρόμο μας η ύπαρξη τού στριμωγμένου και σχεδόν αφανούς σχολείου αυτού, που μπορεί να μη φαινότανε (φαινότανε μόνο η πόρτα του, μια στενή πόρτα μονίμως ανοιγμένη, και μέσα από τήν πόρτα έβλεπες (αν κρυφοκοίταζες) έναν στενό διάδρομο : αυλή δεν υπήρχε (τά παιδιά βγαίναν στον δρόμο μας για διάλειμμα) και αριστερά αυτού τού διάδρομου ήταν τό κτήριο με τίς υποτιθέμενες τάξεις), μπορεί λοιπόν τό σχολείο να ’ταν σχεδόν ανύπαρκτο και να μην φαινότανε, αλλά ακουγότανε σίγουρα : μαζί με όλους τούς άλλους θορύβους που φτιάχναν τήν αέναη μουσική τού δρόμου μας, τά τούβλα, τά σφυριά, τά μπετά, τίς φωνές τών εργατών τίς κοροϊδίες τους, και τά κατά διαστήματα  στεντόρεια (πάντα λαϊκά και πάντα άγνωστα) τραγούδια τους πάνω στις σκαλωσιές (όλος αυτός ο διαρκής και μόνιμος θόρυβος τών πολυκατοικιών που υψώνονταν αφού είχε προηγηθεί ο άλλος θόρυβος από τά νεοκλασικά που γκρεμίζονταν (ένας θόρυβος λίγο διαφορετικός τότε, κυρίως θόρυβος μπουλντόζας και σφυριών, τραγούδια καθόλου, άλλωστε ο θόρυβος τής μπουλντόζας δεν τά επέτρεπε – και η μόνη μουσική ήταν ένας θρηνητικός και δειλός και διστακτικός επικήδειος από μέσα μου, για τά πανέμοφα σπίτια, τίς πανέμορφες βεράντες, τίς πανέμορφες κολώνες που γκρεμιζόντουσαν)) τόσο αυτονόητοι οι θόρυβοι από τήν αρχή (όταν αργότερα εξαφανίστηκαν (άργησα να καταλάβω ότι όλα είχαν γκρεμιστεί, και δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πια να χτιστεί) μού φάνηκε σαν κάτι πολύ ανώμαλο στην αρχή αυτή η σιωπή, ήταν πραγματικά σαν ησυχία νεκροταφείου, σα σιωπή μετά από κηδεία, τέλος πάντων) και ερχόταν λοιπόν να συμπληρώσει τή χορωδία σαν μετρονόμος τό κουδούνισμα, κάθε μια ώρα, τού σχολείου για τά διαλείμματα (και αμέσως σχεδόν ακολουθούσε θορυβωδώς η θριαμβευτική επέλαση τών παιδιών προς τόν δρόμο και τό κυνηγητό τους τά ουρλιαχτά τους και τό παιχνίδι τους)

και, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν άγριο και αχόρταγο τό παιχνίδι τών παιδιών, στον δρόμο που χρησίμευε για αυλή τους, αλλά οριοθετούνταν νοητά σε μια γεωγραφία που τή σέβονταν (δεν ξέρω γιατί) και δεν τήν παραβίαζαν ποτέ : σα να ’χαν ένα βιολογικό αίσθημα γεωμετρίας από τή γέννησή τους αυτά τά παιδιά, ή σα να υπήρχαν χαραγμένες γραμμές κάτω στον δρόμο που λειτουργούσαν στο μυαλό τους σαν πανύψηλα και σεβάσμια τείχη, η υποτιθέμενη αυλή τους δεν ξεπέρναγε ποτέ κατά κανόνα αυτό τό ελάχιστο πλάτος τού ίδιου τους τού σχολείου : ποτέ δεν απλώθηκαν σ’ όλον τόν δρόμο δηλαδή : παίζανε φωνάζανε τρέχανε και κυνηγιόντουσαν στο μικρό ορθογώνιο έξω στον δρόμο που αντιστοιχούσε ακριβώς στο πλάτος τής αξιολύπητης πρόσοψης τού στενού τους σχολείου :

 

 

επομένως δεν παίζανε όλα : γιατί τό σχολείο είχε άπειρα παιδιά και η απόδειξη είναι ότι όταν σχολάγανε ο δρόμος πλημμύριζε : ποιος ξέρει, ίσως κληρώνανε μεταξύ τους βάρδιες παιχνιδιού και ξεσαλώματος εκ περιτροπής για τά διαλείμματα – και τότε ίσως τά υπόλοιπα παιδιά να μέναν να κυνηγιώνται μέσα στις τάξεις ή τόν στενό διάδρομο που αποτελούσε τόν μόνο «εξωτερικό χώρο» τού σχολείου, όπως βλέπαμε όσες κρυφοκοιτάζαμε

πάντως ήταν φυσιολογικά παιδιά, και καλά παιδιά, και τό ξερω γιατί είχα κάνει μια φίλη από κει : δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε αλλά μάς ένωσε μάλλον τό πάθος μας τότε για τίς συλλογές που είχαμε (οι μόδες και τά έθιμα που έλεγα κάπου παραπάνω πιο πριν, ήτανε διασχολικά και πανανθρώπινα όπως αποδείχτηκε φαινόμενα, δεν αφορούσαν μόνο τή δικιά μας τήν τάξη) μάλιστα νομίζω ότι μ’ αυτό τό κοριτσάκι γνωριστήκαμε πάνω στην εποχή τής συλλογής τών χαρτοπετσετών : Θυμάμαι που συναντηθήκαμε μια μέρα στον δρόμο και μού έφερε τό δικό της άλμπουμ και έφερα κι εγώ τό δικό μου, και πήγαμε μετά στο σχολείο μου στην αυλή με τίς κούνιες και τά κοιτάξαμε με τήν ησυχία μας, ανταλλάξαμε και μερικές χαρτοπετσέτες (είχα κάποιες που πολύ τίς καμάρωνα (κάτι νομίζω αγγλικές), κι είχε κι αυτή μερικές σπάνιες (κάτι νομίζω ισπανικές)) και ύστερα κάναμε κούνια για αρκετή ώρα θυμάμαι, μιλώντας και λέγοντας τά βάσανά μας

στο σχολείο τό δικό μου τό απόγευμα που ήταν έρημο αν έμπαινε κανένα παιδί να κάνει κούνια, ή να παίξει στις πιο κάτω αυλές μπάλα, δεν τό ενοχλούσε κανείς : υπήρχε φύλακας, αλλά ήταν σαν αόρατος, ήταν ευγενικός και δεν τού έδινε κανείς σημασία, δεν μάς είχε ενοχλήσει ποτέ, ούτε όταν πήγαινα με φίλους μου αγόρια από τήν πολυκατοικία να παίξουμε ποδόσφαιρο στις κάτω αυλές μάς ενόχλησε κανένας – Ήταν ένα ήρεμο και γλυκό και πολύ έξυπνο κοριτσάκι, από τίς καλύτερες φίλες που είχα, και μάς θυμάμαι να κάνουμε κούνια στην πάνω αυλή μερικά ήρεμα απογεύματα ενώ ο ήλιος έπεφτε στα τσιμέντα και τά πλακάκια, και ηχούσε τό τρίξιμο τής κούνιας από τά μέταλλα και οι ήσυχες κουβέντες, και τά σιγανά γέλια

 

 

ο όρκος (αριστεία γ΄)

 

κάπου εκεί, προς τή μέση τής έκτης τάξης έγινε πάντως κάτι ασήμαντο και αστείο, που άλλαξε ελαφρώς και τήν από χρόνια εξασφαλισμένη μας ρουτίνα και ησυχία, και γι’ αυτό τό παρακολουθήσαμε λίγο στην αρχή ως αξιοπερίεργο, διασκεδάζοντας κάπως – και μετά βαρεθήκαμε να τό παρακολουθούμε (νομίζω ότι συμφωνήσαμε όλοι σύντομα πως παραήταν ηλίθιο) : ήρθανε δυο καινούργιοι μαθητές δηλαδή να γραφτούνε στη μέση τού χρόνου (τά περί κλήρωσης επομένως πήγαιναν τώρα εμφανώς περίπατο) και ο διευθυντής μας μάς τούς σύστησε λίγο επίσημα και πολύ φιλικά, παιδιά θα έχετε και δύο καινούργιους συμμαθητές από δω και μπρος, είναι ο τάδε και η τάδε – δεν νομίζω ότι τό είπε ο ίδιος ότι τά νέα αυτά φρούτα (που μας κοιτάζανε ελαφρώς με χαμογελαστό και καταδεχτικό ύφος (θυμίζαν εντελώς τούς σπουδαστές)) ήρθανε από τήν επαρχία, αλλά δεν χρειαζότανε γιατί έγινε σαφές πολύ γρήγορα : δεν είναι ότι είχανε ακριβώς προφορά (αν και είχανε και λίγη προφορίτσα – ο ένας ας πούμε λαρισαίϊκη κι ο άλλος καρδιτσιώτικη (κατά προσέγγιση τά λέω τώρα)) αλλά όλα πάνω τους μύριζαν επαρχία, κυρίως τό ότι εμφανώς δείχναν ότι νόμιζαν ότι πρέπει να είναι πρώτοι – Ο διευθυντής τούς κάθισε αμέσως και επισήμως στην πρώτη σειρά δεξιά, και τούς δύο μαζί, τούς είχε πάρει υπό τήν εύνοιά του (ήταν σαφές πώς κάποια μεγάλα μέσα είχαν πέσει για νά ’ρθουν δυο επαρχιώτες από τά χωριά τους (και χωριστά, δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, φάνηκε αμέσως αυτό) στη μέση τού χρόνου, προφανώς για να τελειώσουν ένα «καλό σχολείο» : σιγά τά αίματα : εμείς βέβαια δεν είχαμε ιδέα τότε από αυτά, τούς αντιμετωπίσαμε απλώς σαν αξιοπερίεργα και διασκεδαστικά νούμερα (είχαμε κάθε δικαίωμα γιατί αυτοί νομίζανε ότι εδώ που ήρθανε θα γινόντουσαν τίποτα αγώνες για πρωτεία, και ποιος θα βγει πρώτος και διάφορα τέτοια χαζά) (που όμως γίνονταν ίσως στην επαρχία)) –

μοιάζανε με τούς σπουδαστές, αλλά δεν μοιάζανε μεταξύ τους – αυτός ήτανε παχουλός και είχε φάτσα σα μωρό και σα γουρουνάκι μαζί, κι αυτή ήταν ψηλή κι αδύνατη με οστεώδες πρόσωπο και κάτι λαϊκότροπο και παλιομοδίτικο μαζί στην έκφραση – δεν ήτανε πάντως κακά παιδιά, ήτανε μάλιστα επιδεικτικά ευγενικοί με μάς τούς υπόλοιπους αλλά ρίχτηκαν σ’ έναν αγώνα για τό ποιος θα ’ναι πρώτος πράγμα που πήρε τή μορφή μιας διαρκούς κι ακατανόητης μονομαχίας μεταξύ τους, όπου η μόνη της ανάσα ήταν ίσως όταν κατάλαβαν πως η υπόλοιπη τάξη δεν τούς ακολουθούσε, αδιαφορούσε, και θα τούς άφηνε εντελώς ανενόχλητους : (φαντάζομαι ότι κατάληξαν από μέσα τους πως τά παιδιά τής αθήνας είναι κάπως χαζά και καθυστερημένα) : αυτό ακριβώς ήταν και τό επαρχιώτικο στοιχείο στη συμπεριφορά τους, τό ότι δεν κατάλαβαν ούτε στιγμή, ούτε για ένα τέταρτο, πού βρίσκονται – είχαν αυτό τό είδος τυφλότητας προς τό, οποιοδήποτε, περιβάλλον – και προσήλωσης προς τό, οτιδήποτε, θεωρούσαν καθωσπρέπει και σημαντικό, που χαρακτηρίζει μερικούς πολύ βλάκες ανθρώπους : αγωνίζονταν λοιπόν μεταξύ τους ποιος θα βγει πρώτος στα μαθήματα και τό πετυχαίνανε να είναι και οι δύο πολύ καλοί, και να παπαγαλίζουνε τόν κύριό μας άριστα, αλλά τό γιατί έπρεπε αυτό να γίνεται, ήταν και παρέμεινε για μάς τούς υπόλοιπους ένα μυστήριο : ήταν δηλαδή αξιοπερίεργοι όπως κάτι ζουζούνια που πετάνε ξαφνικά στο δωμάτιο έχοντας στήσει έναν καυγά – τό ότι μάχονται μεταξύ τους είναι σίγουρο, τό καταλαβαίνεις απ’ τίς κινήσεις τους, και πολλές φορές κι απ’ τούς ανεπαίσθητους θορύβους που κάνουν τά φτερά και τά ποδαράκια τους όπως παλεύουν – αλλά ακριβώς επειδή είναι έντομα, δεν μπορείς να έχεις ιδέα περί τού τίνος καυγαδίζουν –

(αυτό γίνεται καμιά φορά κι άμα γαμιώνται, αλλά τότε εκεί υπάρχει διαφορά, και στους ήχους, και στις κινήσεις τών ποδιών, για όποιον έχει παρακολουθήσει τά έντομα)

κάτι γινόταν λοιπόν που δεν τό καταλαβαίναμε – λόγια δεν λέγονταν αλλά σαν να σκοτωνόντουσαν κάποιοι εκειπέρα μπροστά μας χωρίς λόγια

πάντως ήτανε καλά παιδιά – παρέες και φιλίες δεν μπορώ να πω ότι έκαναν, αλλά όταν σε κάνα διάλειμμα γύριζαν πίσω και μιλούσαν σ’ εμάς τούς υπόλοιπους ήταν ευγενικοί – ο χοντρούλης πολύ χαμογελαστός, και η ξερακιανή μ’ ένα κάπως επιθετικό και ντόμπρο υποτίθεται ύφος : αλλά τό πόσο δεν θα τά κατάφερνε ποτέ να γίνει μέρος τής τάξης μας τό έδειξε ακριβώς με τήν πιο χαριτωμένη ας πούμε, και ένδοξη και γενναία της πρωτοβουλία και στιγμή : είχαμε πάει μια εκδρομή κι είμαστε μέσα στο πούλμαν – και ξαφνικά σηκώθηκε μπροστά–μπροστά να μάς τραγουδήσει – και τό ίδιο τό ότι σηκώθηκε να μάς τραγουδήσει, αλλά και τό είδος τού τραγουδιού που διάλεξε να πει, όλα φωνάζανε από μακρυά πως νόμιζε ότι είμαστε πια ένα, και πώς είχε ενσωματωθεί απολύτως : έτσι έβαλε τά χέρια στη μέση (κι άλλοτε τά σήκωνε και προς τ’ αριστερά ή δεξιά) στήθηκε μπροστά σε όλους εκεί, στον στενό διάδρομο τού πούλμαν και καθώς αυτό έπαιρνε τίς στροφές του, αυτή μάς απέδειξε με πολύ κέφι ότι δεν είχε ιδέα πού βρίσκεται (και ούτε θα αποκτούσε ποτέ)

γιατί εμείς, τά τραγούδια που λέγαμε ήτανε πάντα μοντέρνα, όπως εκείνο τό

μαρίνα μαρίνα μαρίνα / τι βόλιο πουπρέστο σποζά /
ο μια μπέλ’ αμόρε κλπ, κλπ, / ο νο νο νο νο νο /

και τά λαϊκά τά ’χαμε μόνο για να γελάμε – όπως όταν μια φορά που περπατάγαμε με τή φίλη μου στο δρόμο προς τή βασιλίσσης σοφίας για να πάμε σπίτι της (σε κείνο τό υπέροχο κτήριο τό ροζ – υπάρχει ακόμα – είχε θυμάμαι ακόμα και στους ατέλειωτους μακριούς του διαδρόμους ένα σκούρο παρκέ) (και η οποία, μιαν άλλη μέρα, βλέποντας εκείνην τήν πολύ όμορφη (και γλυκιά) κυρία στον δρόμο (τήν καμαρώναμε συχνά γιατί έμοιαζε και με μια ηθοποιό) ανακοίνωσε εντέλει αποφθεγματικά ότι «αυτή είναι η γλύκα τού κολωνακιού» (διότι τέτοια ήταν τά ελληνικά και τά λαϊκά που ξέραμε εμείς, και μού άρεσε πάρα πολύ αυτή η πρόταση (και η γενική βέβαια) ώστε τήν επαναλάβαινα κι εγώ όσο μπορούσα, όταν είχα καμιά ευκαιρία – πάντα μακριά απ’ τή μάνα μου) και αισθανόμουνα ότι έχουμε μια επιπλέον αλληλεγγύη με τή φίλη μου, τών οποίων και οι δύο μαμάδες, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν γλύκες, αλλά μάλλον ψηλομύτες ξυνές)) λοιπόν καθώς πηγαίναμε προς τό σπίτι της στάθηκε στη μέση τού πεζοδρομίου, για να μού δείξει πώς είναι μερικά λαϊκά, και κουνώντας τά χέρια πάνω απ’ τό κεφάλι άρχισε να τραγουδάει πολύ ωραία «σήκω χόρεψε κουκλί μου, να σέ δω να σέ χαρώ, τσιφτετέλι τούρκικο» και μού φάνηκε πολύ αστείο (κυρίως βέβαια η λέξη κουκλί) και έπεσα κάτω απ’ τά γέλια (που λέει ο λόγος) και πάντως κάναμε πολλή φασαρία εκεί πάνω στο πεζοδρόμιο και οι δύο φωνάζοντας : άκου κουκλί : αλλά και η λέξη τσιφτετέλι ήτανε πολύ αστεία, και εντελώς καινούργια

λοιπόν αυτή σηκώθηκε κεφάτη, και νομίζοντας ότι μάς έχει μάθει, όλες και όλους, και ότι έχει ενσωματωθεί απολύτως, βάζοντας τά χέρια στη μέση τραγούδησε εκείνο τό « η μάνα ο πατέρας κι ο αδελφός μου / λένε πως έχασα τό νου μου και τό φως μου / λένε πως είμαι μια τρελλή / αφού αρνήθηκα πολύ / να παντρευτώ έναν γεράκο παραλή »

και που είχε τό πολύ γνωστό (θα νόμιζε φαντάζομαι (αλλά οπωσδήποτε και ρυθμικό)) ρεφραίν :

μα εγώ αγαπώ έναν τύπο
έναν τύπο καταπληκτικό
που ’χει βρει τής καρδιάς μου τόν κτύπο
έναν τύπο παιδί λαϊκό

έναν τύπο με λίγους παράδες
που γι’ αυτό δε μέ νοιάζει σταλιά
έναν τύπο με λίγες κουβέντες
μα με γλύκα πολλή στα φιλιά / λαλαλαλαλαλαλα

και σήκωνε και τά χέρια απ’ τή μέση κι έκανε στον αέρα διάφορα σχέδια, όπως κάναν φαντάζομαι ότι φανταζότανε οι διάφοροι τραγουδιστές

διασκεδάσαμε πολύ κι όταν τέλειωσε, αφού μάς πέρασε λίγο η έκπληξη και η αμηχανία και η σχετική παγωμάρα που πρέπει να έπιασε στην αρχή εκεί τά πρώτα καθίσματα, νομίζω ότι μερικές χειροκροτήσαμε κιόλας μαζί με τά γέλια – άλλωστε εκδρομή είμαστε – Όμως από τά πίσω καθίσματα ξαφνικά, που ήταν κυρίως αγόρια (μεσαία και λούμπεν, και σίγουρα τά πιο επιθετικά) ακούστηκε ένας που σαν να ανέλαβε να σώσει τήν τιμή τής τάξης – κι έτσι από τό βάθος και τή σκοτεινιά τού πούλμαν αναδύθηκε μια φωνή :

– άντε από δω μωρή χαζή

σιωπή επακολούθησε (σιωπή δίσημη : απ’ τή μια νιώσαμε πλήρεις που κάποιος έσωσε τήν τιμή τής τάξης, κι απ’ τήν άλλη τό βρισίδι προς τήν ξένη ήταν σίγουρα ένα έμμεσο βρισίδι και προς εμάς, τά κορίτσια γενικά) κι έτσι κάτσαμε λίγο στη σιωπή και ύστερα στραφήκαμε ο καθένας με τήν παρέα του στα δικά του, και κοιτάζαμε απ’ τό παράθυρο τά τοπία και τό ξεχάσαμε Αλλ’ αυτή όπως φαίνεται, όχι : κι έτσι σε λίγο ξανασηκώθηκε στη μέση τού διαδρόμου και φώναξε τήν πληρωμένη (και γεμάτη αξιοπρέπεια) απάντηση :

– ευχαριστώ πολύ γιάγκο

(αλλά δεν απαντούσαν έτσι στον γιάγκο : η απάντηση στο «άντε από δω μωρή χαζή» ήτανε ένα, εξίσου άγριο, «άντε από δω μωρέ χαζέ», κι όχι «γιάγκο, σ’ ευχαριστώ πολύ» : αυτό, μολονότι τό θαυμάσαμε με τό στόμα (κρυφά) ανοιχτό, μάς επανέφερε στην τάξη γιατί απόδειξε ότι αυτή δεν ανήκε, ό,τι και να ’κανε, στην τάξη μας)

γενικά λοιπόν, οτιδήποτε γινότανε μ’ αυτούς τούς δύο απόδειχνε ότι δεν καταλαβαίνανε τίποτα (ο γουρουνίτσος ήταν σοφά πιο απόμακρος και προσεκτικός) – και τήν ώρα που στα γράφω τώρα αυτά (πράγμα που αποδεικνύει ότι τό γράψιμο ενισχύει τή μνήμη) (ενώ από μια άλλη άποψη τή σβήνει κιόλας, γιατί είναι γεγονός ότι τήν ώρα που γράφεις κάτι, αυτό σα να  εξαφανίζεται) θυμήθηκα ότι ήτανε και οι δύο παιδιά στρατιωτικών : ναι, μάλιστα, έτσι εξηγείται και τό δυνατό μέσο για νά ’ρθουνε καρφωτοί μεσοχρονίς στο σχολείο (τί κλήρωση και ξε–κλήρωση και αρχίδια καλαβρέζικα (βέβαια είχαμε κι άλλα παιδιά στρατιωτικών αλλά μένανε στην αθήνα – ήτανε όλα κατά σύμπτωση αντιπαθητικά, αλλά μένανε στην αθήνα – αυτά τά δύο πρέπει να ’χανε γυρίσει με τά στρατιωτικά έθιμα όλες τίς επαρχίες))

 

 

μετά τό δημοτικό δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, παρά μόνο εγώ θα ξανάβρισκα τόν γουρουνίτσο (από πολύ μακριά εννοείται, κι από τό τέλος μιας ξύλινης αίθουσας) μία μοναδική μέρα στο πανεπιστήμιο (και κάτω από τίς πιο γελοίες συνθήκες) : τή μέρα δηλαδή τής ορκωμοσίας τών πρωτοετών

στην οποία πήγαμε με τή φίλη μου – και ποιος ξέρει δηλαδή γιατί πήγαμε σε κείνη τήν ορκωμοσία τών πρωτοετών ; κατά πάσα πιθανότητα επειδή είμαστε πρωτοετείς – τό πανεπιστήμιο ήτανε πεθαμένο –

πήγαμε λοιπόν από περιέργεια με τήν κολλητή μου από τό λύκειο (που η χούντα τό ξανάκανε γυμνάσιο, ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί) και καθώς είχαμε μπει με τίς 5 πρώτες θα παίρναμε μία υποτροφία – πράγμα πολύ ωραίο καθώς μάς βόλευε για να φύγουμε απ’ τό σπίτι μας και να πιάσουμε δικό μας : είμαστε λοιπόν ευτυχείς και πιστεύω ότι τήν ορκωμοσία θα μπορούσαμε να τή γλυτώσουμε αλλά πήγαμε : τό πανεπιστήμιο ήτανε πεθαμένο

η αίθουσα ήτανε πήχτρα και τριγυριζότανε από αυτά τά καφετιά λουστραρισμένα ξύλα που συχαίνομαι : δεν ξέραμε φυσικά κανέναν και χωθήκαμε πίσω πίσω πίσω, στο τέλος τής τεράστιας αίθουσας έτσι που να ’χουμε πλήρη εποπτεία τού τί βλακείες θα γίνονταν : μπροστά μπροστά φυσικά δεν βλέπαμε, θα υπήρχε κάποιο έδρανο, θα ’ταν μαζεμένοι μάλλον τίποτα καθηγητές : για αρκετή ώρα έβγαινε από κει μια αναστάτωση πάντως, κι ο γνωστός θόρυβος από έντομα που κάνουν μεταξύ τους τελετές ακατανόητες : κι ύστερα μια καταγέλαστα αυστηρή φωνή ακούστηκε να προλογίζει και να μάς ενημερώνει ότι από τούς νεοεισελθόντες αυτός που ’χε μπει πρώτος στη νομική, θα διάβαζε τόν όρκο, και οι υπόλοιποι έπρεπε να σηκώσουν τό ένα χέρι με τρία δάχτυλα ενωμένα, για να ορκιστούνε μαζί του : κι αμέσως μετά ακούστηκε μια αγέλαστη φωνή να διαβάζει ένα αλαμπουρνέζικο κείμενο εις άπταιστον αρχαϊκήν : μεγάλο μέρος από τό πλήθος, οι μπροστά–μπροστά τά βλήτα, είδαμε να σηκώνουν τά χέρια τους ενώ για πολλή ώρα τό αρχαΐζον κείμενο συνεχιζόταν στομφώδες και ακατανόητο : επειδή κρατούσε πολλή ώρα άρχισαν να διαχέονται στην αίθουσα ενοχλημένοι ψίθυροι, που στο τέλος, όταν έφτασαν σε μάς, δεν ήταν πια ενοχλημένοι αλλά ξεκαρδισμένοι : ένα γενικό υπόγειο φτύσιμο σα φίδι διέσχισε τήν αίθουσα κι έφτασε ώς πίσω : δεν τό διαβάζει, έλεγαν, τό λέει απέξω : «καλέ, τό βούρλο δεν τό διαβάζει, ο σπασίκλας τό λέει απέξω» : για όλες τό νέο μπορεί να ήταν ξεκαρδιστικό και απίστευτο, αλλά όχι για μένα : ήδη μού είχε χτυπήσει ένα ανατριχιαστικό σφυρί στο κεφάλι, διότι τό όνομα και η φωνή ήταν απείρως γνωστά – δεν είπα τίποτα γιατί δοκίμαζα κείνη τή φρίκη τού να βρίσκομαι απροειδοποίητα σε δύο χώρους, και σε δύο χρόνους, ταυτοχρόνως : βέβαια τό όνομα δεν μπόρεσα να τό θυμηθώ αμέσως, αλλά η φωνή του μού θύμισε τόν γουρουνίτσο να παπαγαλίζει καμαρωτά κάθε μέρα σ’ εκείνη τήν έκτη τάξη, και λίγο μετά επανήλθε και τό όνομα : κι όσο συνέχιζε η φωνή, τόσο επανερχόταν και τό όνομα : ήταν η μέρα τής δόξης του αυτή, κοίτα να δεις: μία ζωή αριστεύων για τήν παπαγαλία του, δεν θα τήν επεδείκνυε και στη μοναδική περίπτωση που καθόλου δεν τή ζητούσαν ;

δεν τόν ξανάκουσα ποτέ : όταν τό πανεπιστήμιο ζωντάνεψε κι έγινε όμορφο με όλους εκείνους τούς κινδύνους και τήν ελευθερία τού κόσμου, αυτός (και οι άλλοι σπασίκλες από τό λύκειο) (που ’χε ξαναγίνει γυμνάσιο) θα εξαφανιζόντουσαν μυστηριωδώς, θα ’λεγες αν δεν ήξερες, από προσώπου γης : αλλά δεν υπήρχε κανένα μυστήριο : ο κίνδυνος σε κάνει δημιουργικό και θέλει να μιλάς με τά δικά σου λόγια, ούτε υπάρχει παπαγαλία στα σπουδαία, ούτε στη ζητάει κανείς.

 

 

 

φωτογραφίες henri cartier–bresson

 

 

 

φωτογραφίες : vitaliano bassetti και robert doisneau

 

 

 

 

 

 

Απρίλιος 20, 2017

η «μίμησις» και η μίμηση

 

 

 

 

δεν έχω ιδέα γιατί δεν ήθελα, επί χρόνια, να διαβάσω αυτό τό βιβλίο για τό οποίο (αφού τό διαβάζω τελικά μετά από προτροπή κι επιμονή καλού μου φίλου) σάς γράφω σήμερα. Υποθέτω μάλλον εξαιτίας τού τίτλου – όσοι ξενόγλωσσοι κάνουν επίδειξη ελληνομάθειας είναι εξαιρετικά συμβατικοί άνθρωποι έχω τήν εντύπωση – άνθρωποι που δεν αρκούνται στα δικά τους, αλλά θέλουν να ελέγχουν και τά τών άλλων – όμως εκ τού ασφαλούς, όταν αυτά τά τών άλλων έχουν γίνει πλέον διάσημα : χρυσέ μου πρέπει να ’χεις ζήσει, να ’χεις γεννηθεί και να ’χεις πεθάνει και να ’χεις μεγαλώσει και να ’χεις πάει σχολείο και να ’χεις εκδόσει βιβλίο σ’ αυτό τό κωλοχανείο, για να ξέρεις πόσο για μάς εδώ είναι ζωντανή η λεξούλα που εσύ πετάς για να μάς κάνεις εντύπωση κι ότι ξέρεις ελληνικά : δεν έχεις ιδέα : δεν υπάρχει παρά μόνο μίμηση εδωχάμω, ο ένας παπαγαλίζει τόν άλλον, ακόμα και οι εχθροί παπαγαλίζουν τούς εχθρούς : ούτε εχθρούς πρωτότυπους δηλαδή δεν μπορείς πλέον να έχεις : κι αν λες οτιδήποτε που δεν έχει ήδη ειπωθεί, είσαι χαμένος από πολύ μεγάλο (και πολύ μακρύ) χέρι

αλλά ας αρχίσω λέγοντας τά πιο συνηθισμένα δηλαδή δικά μου

όταν ο αριστοτέλης προσπαθεί να κωδικοποιήσει τίς ιδιότητες τών θεατρικών έργων τής εποχής του, δηλαδή τής τραγωδίας, κάνει αυτό που δεν θα ’κανε κανένας από τούς οπαδούς και τούς θαυμαστές του σήμερα : τά αντιμετωπίζει κυρίως σαν θέατρο, δηλαδή σαν έργο που «παίζεται» (και μάλιστα, τονίζει, πρέπει να τό παίζουμε «φυσικά», και όχι να τό απαγγέλλουμε), και μόνο δευτερευόντως σαν έργο γραπτού λόγου : μάς δηλώνει δηλαδή εξαρχής ότι πρόκειται για παραστάσεις, βασισμένες σε (απαιτητικά, και τίς απαιτήσεις τους θα τίς περιγράψει) κείμενα που έχουν γραφτεί όμως αποκλειστικά για μια παράσταση

γι’ αυτό και βάζει στον ορισμό του σαν πρώτη ιδιότητα τής τραγωδίας τή «μίμηση», αφού βλέπει τό όλον πράγμα σαν θεατρική πράξη – και κατά μία γλυκύτατη και ειρωνικότατη συμπεριφορά τής γλώσσας, η λέξη αυτή σήμερα δηλώνεται ως «παιχνίδι»

[ γιατί ο ηθοποιός «παίζει», όπως λέμε εμείς ]

[ αλλά και «πλάθει» έναν ρόλο, αυτός, ο ηθοποιός, ο υποκριτής, που τότε λεγόταν «μίμος» ] : [ επίσης (και περιττή η υπόμνηση) «πλάθοντας έναν ρόλο» λεγόταν τό  βιβλιαράκι εκείνο τού στανισλάβσκυ που είχε μεταφραστεί όταν είμαστε εμείς μικρές στο σχολείο, και τό διαβάζαμε όσες αγαπούσαμε τό θέατρο ]

είναι σαφές λοιπόν ότι ο μισοβόρειος αυτός αθηναίος μιλάει για μια πράξη θορυβώδη και θεατρική που ολοκληρώνει μπροστά σε πολύ κόσμο μιαν άλλη πράξη, που έχει προηγηθεί από έναν άλλο μισονότιο ας πούμε αθηναίο ο οποίος, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή απ’ τό μυαλό του τή σκηνή (και τόν χορό, και τή μουσική) γράφει σιωπηλός, αφανής, και κατά μόνας

γι’ αυτό χρησιμοποιώντας σα δεύτερη λέξη του μετά τή λέξη «μίμησις» τή λέξη «πράξεως», φροντίζει να αποτίσει έναν ολιγόλο φόρο τιμής στην πράξη αυτήν επί τής πράξεως τής άλλης

αυστηρός (και καλός) σχολαστικός όπως είναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου δηλαδή να προτάξει τήν πράξη τού γραψίματος αξιολογικά, αφού τόν ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα να επιστήσει τήν προσοχή (ποιών ακριβώς ; τών μεταγενέστερων ; είναι σαφές ότι οι σύγχρονοί του δεν τόν χρειάζονται ακριβώς τόν ορισμό του για να καταλάβουν τί βλέπουν στο θέατρο) εστιάζει λοιπόν τήν προσοχή αυτών και ημών στην επί σκηνής λειτουργία τού συνόλου – αλλά ίσως ρίχνει πάλι κι έναν τυφλοσούρτη σε κάποιους επίδοξους θεατρικούς που βλέπει να τόν τριγυρίζουν ατάλαντοι (ή εκνευριστικά αλαζόνες και βιαστικοί)

ή πάλι εκθέτει τά κατά τή γνώμη του βασικά διατυπώνοντας μια καθαρή και ελιτίστικη αισθητική για τήν πάρτη τή δικιά του, αλλά και μερικών αγαπημένων μαθητών που είναι όμως ανεπίδεκτοι στην πρακτική και σχετικά μπουμπούνες

«αν δεν στήσετε τό πράγμα να παιχτεί κανονικά», τούς λέει «κι αν δεν μελετήσετε καλά τήν υπόθεση και τίς συγκρούσεις και τούς διαλόγους και τή μουσική μη λογαριάζετε να συγκινηθεί κανείς και να κλάψει και να ευχαριστηθεί στο τέλος»

έτσι όχι τυχαία (καθόλου τυχαία ασφαλώς – τίποτα δεν είναι τυχαίο, ειδικά σ’ αυτόν τόν ορισμό) με τίς συνέπειες αυτού τού τέλους επί τών νεύρων, τού μυαλού και τού απερίσκεφτου θυμικού μας, τελειώνει ο ορισμός του

 

 

 

 

η λέξη «μίμηση» λοιπόν, από αυτά ξεκινώντας (δεν παραβλέπω αλλά δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει εδώ – πως η λέξη είναι αρχαιότερη τού αριστοτέλη και τής  καθαρά θεατρικής της λειτουργίας – και ότι και άλλοι πριν τόν αριστοτέλη (αλλά και ο ίδιος ο αριστοτέλης ενίοτε) χρησιμοποίησαν τήν έννοια τής μίμησης και εκτός θεάτρου – με πιο διαλεκτικόν τόν ηράκλειτο και πιο μονοδιάστατα μεταφυσικόν, φυσικά, τόν πλάτωνα – αν και έχω τήν εντύπωση ότι μια μορφή «θεατρικότητας» ενυπάρχει συνεχώς στην έννοια και τής πιο «απλής» μίμησης (επί τής πραγματικότητας, ή τής φύσης, ή τών ζώων, ή τών ιδεών – απ’ όποιον κι αν υιοθετήθηκε) : μάθημα περί αυτού μάλιστα πήρα από κάτι μαύρους που αναπτύσσανε εμπραγμάτως και παίζοντας θέατρο επί τού αφρικάνικου χωραφιού, παριστάνοντας τό πώς κυνηγάνε τά διάφορα ζώα : έκανε ο άλλος κύκλους σαν να ήτανε πάνω σε μια ορχήστρα, και μύριζε τόν αέρα γύρω–γύρω και εξηγούσε ότι δεν μπορεί να κυνηγήσει τό λιοντάρι αν δεν γίνει ο ίδιος λιοντάρι, ώστε να μπει στο κεφάλι του και να βρει πού θα πάει να κρυφτεί ή από πού θ’ αποφασίσει να παραμονέψει και μετά να τού ριχτεί : (και πρέπει να πω ότι) τά στριφογυρίσματα που κάνανε αυτοί οι δύο μαύροι σε κείνο τό χωράφι, δε θυμάμαι ποιανής χώρας, τά ’χω δει μονάχα σε σπάνιες παραστάσεις τραγωδίας (ας πούμε στους «πέρσες» – στην πρώτη όμως παράσταση τού «θέατρου τέχνης» και όχι τίς άλλες μετά από χρόνια που απλώς τή μιμήθηκαν)

η λέξη πήρε επομένως  στα ελληνικά, ίσως ακριβώς εξαιτίας τής μακρόχρονης χρήσης της, τελείως διαφορετικές σημασίες, εντέλει άκρως υποτιμητικές

κατά κανόνα πλέον σημαίνει τήν ξερή και πειθαρχημένη αντιγραφή μιας (ξερής και πειθαρχημένης) πραγματικότητας

(μια (καλή) ελληνίδα ηθοποιός όταν κάποτε θέλησε να υποτιμήσει μιαν άλλη (κακή) είπε : αυτή δεν είναι ηθοποιός, είναι μίμος : όσο κι αν ήταν πρόχειρη η διατύπωση τής σκέψης της (δεν φημιζόταν για τή φιλοσοφική εμβάθυνση τών σκέψεών της η λαμπέτη – δεν ήταν αυτή η δουλειά της εξάλλου) η λέξη που χρησιμοποίησε δείχνει τήν κατηφορική εξέλιξη που πήρε η έννοια «μίμηση» στα χρόνια μας)

(η σχολή τής φραγκφούρτης, από τήν άλλη, επιστρέφοντας τόν όρο «μίμηση» στην αρχική, βακχική, καταγωγή του, έδωσε στη λέξη και στην έννοια ένα χρώμα ψυχαναλυτικό, που δεν τό έχει όμως για όλους)

πάντως στις υπόλοιπες γλώσσες η «μίμηση», σα λέξη ξένη έμεινε στάσιμη – ακόμα και μορφικά, έμεινε στην καθαρεύουσα ως «μίμησις» – και στον έριχ άουερμπαχ δεν σημαίνει καθόλου τήν (διονυσιακή) μετάπλαση, αλλά τήν (ορθολογική) αντιγραφή μιας πραγματικότητας, όπως τό λέει κι ο ίδιος επανειλημμένα στο κείμενό του, και όπως τό λέει επί λέξει σχεδόν και στον τίτλο του (εδώ μάλιστα η ελληνική μετάφραση (για ν’ αρχίσω και τή γκρίνια) δυστύχησε, αλλά εξάλλου πολύ εξεπίτηδες μάλλον : διότι ο άουερμπαχ χρησιμοποιώντας στον υπότιτλο ένα παράγωγο τού γερμανικού ρήματος darstellen (που είναι τό ρήμα με τό οποίο (αυτοί) δηλώνουνε και τή θεατρική παραγωγή, ή ευθέως και τήν παράσταση) επιχειρεί γλωσσικά, και μάλλον καθόλου μυστηριωδώς, μια σύνδεση τής γερμανικής «παράστασης» με τήν ελληνική «μίμηση» : νά ένα παιχνίδι, θα ’λεγε κανείς αουερμπαχικότατο, τό οποίο ο έλλην εκδότης αποφεύγει, ίσως αδαώς, διαλέγοντας να βάλει τήν ουδέτερη ή ακινδυνότερη (νομίζει), εικόνα τής πραγματικότητας, από τήν ελαφρώς ή βαρέως απαιτητική, και ασφαλώς περιπλοκότερη, παράσταση τού ίδιου πράγματος ( : τής πραγματικότητας τήν οποία ο α. μονίμως αντιμετωπίζει σαν κάτι ακίνητο, αμετακίνητο και σαφές)

προσωπικά νομίζω ότι στον τίτλο ο άουερμπαχ είναι παραπάνω από ειλικρινής, και από εκεί ξεκινάν τά προβλήματά μας (τά δικά μου προβλήματα δηλαδή σε σχέση με τό βιβλίο του)

ο τίτλος λοιπόν καταρχάς, ας τό καταλάβουμε, ότι δεν είναι αυτός, ο ανώδυνος, που λέει η ελληνική εκδοχή (μίμησις : η εικόνα τής πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία) αλλά αυτός ο πιο περίπλοκος που λέει η γερμανική : μίμησις : η παράσταση τής πραγματικότητας κλπ (και ίσως, ακόμα πιστότερα, η αγγλική : η αναπαράσταση τής, κλπ) : πόσο πιο σύμπλοκα γίνονται όλα ξαφνικά – και σωστά : γιατί τού άουερμπαχ, με όλη του τήν εμμονή σε μια απλουστευτική (και εκνευριστική) διάσταση τού έργου τέχνης (τή «μίμηση τής πραγματικότητας»), αξίζει σίγουρα εκατό τοις εκατό να τού αναγνωριστεί η δυνατότητα για περιπλοκότητες και πολυπλοκότητες και λεπτολογίες ιδιαιτέρως σπάνιες γοητευτικές και πρωτότυπες, για όλη τήν υπόλοιπη σκέψη του.

 

 

 

 

Τό βιβλίο λοιπόν τού έριχ άουερμπαχ «μίμησις» είναι, ας τό πω επιτέλους, τό καλύτερο χειρότερο βιβλίο που έχω διαβάσει : δεν υπάρχει δηλαδή για μένα χειρότερο, διότι διαφωνώ μαζί του ως προς τό κέντρο τής προβληματικής του, τή βασική σκέψη που τό διέπει (ότι ακριβώς η τέχνη μιμείται τήν πραγματικότητα ή ότι προς τά εκεί πρέπει να τείνει) (και, ακόμα χειρότερα, ότι προς τά εκεί προσπαθεί, από καταβολής της, να τείνει), και συγχρόνως είναι για μένα «καλύτερο» γιατί έχει στοιχεία εξαιρετικά πρωτότυπα στη διαπραγμάτευση τού θέματός του – στοιχεία που δείχνουν ότι ο άουερμπαχ είναι στην πραγματικότητα ένας διχασμένος άνθρωπος – ανάμεσα στη γενική του φιλοσοφία για τό τί είναι τέχνη, και στην επιμέρους διορατικότητα – και τίς αναγνωστικές του ικανότητες – με τίς οποίες είναι σε θέση να βρίσκει λεπτότατες διακυμάνσεις στη σύνταξη, κι ακόμη και τίς λέξεις (και, μέσω αυτών, τίς έννοιες) μιας πρότασης

αλλά επειδή τό διάβασα στην ελληνική του μετάφραση (που βγήκε τό 2005 και «αναθεωρήθηκε» (χωρίς προσωπικά να έχω ιδέα τί ακριβώς αναθεώρησε) τό ’14) είμαι υποχρεωμένη να πω πως εδωπέρα μπαίνουν και κάποια άλλα προβληματάκια που σίγουρα δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο – ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν μ’ αυτή ακριβώς τή μορφή – ζητήματα δηλαδή μετάφρασης, όχι πια τού άουερμπαχ αλλά τών κειμένων που ο άουερμπαχ παραθέτει – κειμένων συχνά μεσαιωνικών, πάντως παντελώς άγνωστων στα ελληνικά (και ίσως και στις άλλες γλώσσες) που εδώ παρατίθενται σε μεταφράσεις, πολλές φορές απαράδεκτες (ο δάντης ας πούμε, στη μετάφραση τού καζαντζάκη, που απλώς δεν διαβάζεται (δεν βρήκαν καμιά άλλη μετάφραση τής «κωμωδίας» καλύτερη ; (νομίζω υπάρχουν)) : στο αρχικό κείμενο ίσως όλες τίς μεταφράσεις να τίς είχε κάνει ο ίδιος – αλλά κι εδώ έχουμε προβλήματα διότι προβλήματα ακριβώς είχε τό ίδιο τό αρχικό κείμενο –

 

 

 

 

μολονότι στους περισσότερους στην ελλάδα, και ίσως και αλλού, τό πιο αγαπημένο κεφάλαιο είναι τό πρώτο, για τόν όμηρο – δεν συμβαίνει τό ίδιο μ’ εμένα : δεδομένου ότι έχω διαβάσει σχετικά καλά τήν «οδύσσεια» (δεν λέω τό ίδιο για τήν «ιλιάδα») δεν μέ εντυπωσίασε και τόσο η διαπραγμάτευση στην «ουλή τού οδυσσέα» όσο τό κεφάλαιο έχει να κάνει με τόν όμηρο – για να μην πω ότι βρήκα εντελώς εκτός τού γούστου μου, στο 2ο μέρος τού κεφαλαίου, τό γεγονός ότι συγκρίνει τήν «οδύσσεια» με τή βίβλο, και συγκεκριμμένα με τό επεισόδιο από τή «θυσία τού αβραάμ»

(για να μην πω ότι, για μένα, πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από τό επεισόδιο τής τροφού τού οδυσσέα έχει η σκηνή με τόν εύμαιο τόν χοιροβοσκό του, και τό ότι ο όμηρος, απ’ τή στιγμή που μπαίνει στη σκηνή ο βοσκός, για πρώτη και μόνη φορά σε όλο τό έπος, διαπράττει κάτι κυριολεκτικά ανεξήγητο (κι αυτό τό αίνιγμα παραμένει, και δεν παίρνει απάντηση) αρχίζει δηλαδή να μιλάει, απευθυνόμενος σε δεύτερο πρόσωπο σ’ αυτόν τόν βοσκό (ο όμηρος ο ίδιος, όχι κάποια πρόσωπα τού έργου), κάτι που διαταράσσει εντελώς τήν (ήρεμη κατά άουερμπαχ ισορροπία) και φωτεινότητα τού έπους (ας αφήσουμε τό ότι δημιουργεί και μία ανεξήγητη ένταση (ένταση ακριβώς, τήν οποία ο άουερμπαχ – σε πλήρη σύμπνοια με τόν γκαίτε και τόν σίλλερ όπως αναφέρει επιμελώς – θεωρεί ότι απουσιάζει εντελώς από τό έργο – ενώ υπάρχει αντιθέτως στη βίβλο))

αλλά νομίζω ότι αυτή η σύγκριση, δίνει πολλά στοιχεία για τόν ίδιο τόν άουερμπαχ – διότι, πόσο ποτισμένος πρέπει να είναι ένας άνθρωπος με θρησκευτικότητα και χριστιανισμό, για να σκεφτεί να συγκρίνει τόν όμηρο με τή βίβλο ; (θα μπορούσε να τόν συγκρίνει τον «γιλγαμές», ας πούμε)

υπάρχει όμως ένα καλό εδώ : ότι ο α. μάς μπάζει κατ’ αυτόν τόν τρόπο, από τήν αρχή και κατευθείαν, χωρίς καθόλου να κρυφτεί ή να υποκριθεί, στο ένα από τά δύο κύρια και βασικά στοιχεία τής «ψυχοσύνθεσής» του (δεν ξέρω πώς αλλιώς να τό πω) : τή θρησκευτικότητά του δηλαδή

διότι υπάρχουν όντως δύο του χαρακτηριστικά που σαν τυφλοσούρτες θα μάς συνοδεύουν σ’ όλες του τίς αναλύσεις (όσο λεπτεπίλεπτες και ενδιαφέρουσες κι αν γίνονται στα επιμέρους) : τό δεύτερο απ’ αυτά τά χαρακτηριστικά του (που στοιχειώνουν κυριολεκτικά τή σκέψη του, σ’ όλη τήν έκταση τού βιβλίου) είναι κάτι που, πάλι δυσκολεύομαι να τό ονομάσω αλλά θα τό ’λεγα «κομφορμιστικό μαρξισμό» – ο συνδυασμός τών δύο (επιμόνως δεδομένης θρησκευτικότητας και εντελώς μηχανιστικού μαρξισμού) παράγει βέβαια ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερα αξιοπερίεργο που χρωματίζει τό βιβλίο από τήν αρχή μέχρι το τέλος, αλλά μειώνει και τήν αισθητική αξιοπιστία του

αυτά τά δύο πράγματα μ’ άλλα λόγια τά θεωρεί ιερά κι απαραβίαστα σαν ξεκίνημα, και με βάση αυτά κρίνει τόν γενικό προσανατολισμό τών κειμένων που αναλύει : τή σχέση που έχουν με τή χριστιανικότητα (όταν αναφέρεται, αλλά και όχι μόνο, στον μεσαίωνα), και τή σχέση που έχουν με τήν «ταξική δομή» τής κοινωνίας : πάνω σ’ αυτά μετά χτίζει τήν αντίληψή του για τήν «έγκυρη ή μη» μίμησή τους τής πραγματικότητας : η οποία πραγματικότητα είναι, κατόπιν τούτων, απολύτως σχεδόν σαφής μονοδιάστατη και ξεκάθαρη : δεν είναι δύσκολο να καταλάβει μετά κανείς πόσο μονοδιάστατη είναι συνεπώς η σκέψη του στον πυρήνα της – με όλες του τίς αναλυτικές επί τών κειμένων δυνατότητες, και με όλα τ’ άλλα του επιμέρους ταλέντα, και τίς ειδικές γνώσεις :

οι οποίες μας χαρίζουν – δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία γι’ αυτό – ένα πανόραμα κειμένων, απολύτως σημαντικών – και εν πολλοίς για τούς πολλούς (και τούς άσχετους, σαν κι εμένα) και άγνωστων και αξιολάτρευτων

όμως αυτή η μέθοδος του, να συγκρίνει (στην αρχή τουλάχιστον, γιατί από κάποια στιγμή και πέρα – από τόν μονταίνο και μετά, αν θυμάμαι καλά, τήν παρατάει) στο ίδιο κεφάλαιο δύο συγγραφείς ή δύο κείμενα, είναι πάνω απ’ όλα ενδιαφέρουσα όταν μεταφερόμαστε στον μεσαίωνα

επειδή οι σπουδές του, οι γνώσεις του, αλλά και η καρδιά του, όπως φαίνεται, είναι περισσότερο κοντά στα γαλλικά γράμματα, δεν τόν παρεξηγώ καταρχάς που δεν έπιασε καθόλου τόν γοδεφρείδο τού στρασβούργου και τόν «τριστάνο» του σ’ αυτήν τήν περιοχή – πράγμα που όμως δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα σε μένα (ειδικά σε μένα, που έχω τό θράσος να συγκρίνω τόν μεσαιωνικό γοδεφρείδο με τόν όμηρο) ως προς τήν σφαιρικότητα τής ματιάς του : καθώς βλέπω μάλιστα ότι περιλαμβάνει έργα τής ίδιας εποχής ελάσσονα, δηλαδή (μπορεί μεν) όχι λιγότερο σημαντικά, αλλά σίγουρα εξαιρετικά μικρότερης λογοτεχνικής αξίας – όπως τόν κρετιέν ντε τρουά και τό «άσμα τού ρολάνδου» : μια εντύπωση για έλλειψη σφαιρικότητας και για μονομέρεια που ενισχύεται και από τή συνέχεια τού έργου του

όμως πρέπει να πω ότι είναι τελικά υποχρεωμένος κανείς να τόν δει και με, λίγο δημιουργικότερη, συγκατάβαση : δεν είναι τό έργο τού άουερμπαχ μια αναδρομή και μια σύνοψη τής δυτικής (εννοεί ευρωπαϊκής) λογοτεχνίας στο σύνολό της : περισσότερο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια (κριτική – κατά τίς δυνάμεις του – που ορισμένες φορές παραείναι δυνατές) τών έργων τής ευρωπαϊκής ενδοχώρας που έχει διαβάσει και αγαπάει : Δεν πρόκειται για κανέναν «κανόνα» : κανόνας μπορεί να γίνει ο τρόπος ανάγνωσής του, στις καλύτερές του στιγμές –

και εδώ είναι η ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσουμε τίς δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή του κατά τό γράψιμο : όπως είναι γνωστό, και τό έχει πει και ο ίδιος, στην κωνσταντινούπολη που κατέφυγε για να γλιτώσει από τούς χιτλερικούς, δεν είχε τή βιβλιογραφία που έπρεπε, και που σίγουρα ήθελε – αυτό όμως τόν έκανε τελικά ακριβώς να γράψει τό βιβλίο – έστω και χωρίς παραπομπές – ή μάλλον, ακριβώς επειδή δεν είχε παραπομπές : διότι όπως ο ίδιος αφηγήθηκε «αν μπλεκότανε να γράφει σημειώσεις, μάλλον δεν θα έγραφε τελικά τό βιβλίο»*

αυτή όμως η ασφαλώς σκληρή πραγματικότητα, που ευθύνεται και για τή σκληρόκαρδη διαπίστωση, νά που είχε ένα ουσιαστικό, εσωτερικό, και πολύ γλυκύτερο, αποτέλεσμα : τό γενικότερο ύφος τού βιβλίου, που είναι μάλλον και τό μεγάλο του κατόρθωμα :

τό τεράστιας έκτασης έργο είναι γραμμένο σαν μια μονοκοντυλιά – κι αυτό αποτελεί ομολογουμένως σαφές τμήμα, και αίτιο, τής γοητείας του

 

 

 

 

και μερικά ειδικότερα τώρα (και ίσως επανέλθω κάποια μέρα αφού τόν διαβάσω καλύτερα ολόκληρον) : δύο κεφάλαια (που αφορούν τά μεσαιωνικά) μού άρεσαν πιο πολύ (ίσως γιατί δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτά, αλλά όχι μόνο : δεν ήξερα τίποτα και για τρία ή τέσσερα άλλα) : ένδειξη όμως για τό πόσο οι νεανικές του σπουδές (που ήταν πάνω στη ρομανική, λατινογενή γαλλική και ιταλική, γλώσσα) οδήγησαν στην επιλογή τών κειμένων του είναι τό ότι, από τά 20 κεφάλαια τού βιβλίου, τά μισά ακριβώς ασχολούνται με τόν μεσαίωνα (αν αφαιρέσουμε τά δύο πρώτα που αφορούν τήν πρώιμη και ύστερη αρχαιότητα – δηλαδή τόν όμηρο και τόν πετρώνιο) : με τό αμέσως επόμενο κεφάλαιο δηλαδή μπαίνουμε στον χριστιανισμό (πρόκειται για μια αφήγηση τού ιστορικού αμμιανού στην οποία, κατά πάγια αουερμπαχική τακτική παρεμβάλλονται συγκρίσεις με άλλους, κι έτσι έχουμε στην περίπτωση αυτή τόν απουλήιο (έχουμε και μια επιτροχάδην αναφορά, λόγω «μεταμορφώσεων», στον κάφκα) τόν τάκιτο, και εντέλει τόν αυγουστίνο (εδώ έχουμε και μια λέξη για τόν επίκουρο))

και αμέσως μετά, τό επόμενο είναι τό κεφάλαιο για τόν γρηγόριο τής τουρ λοιπόν, που μού άρεσε ιδιαίτερα – και λέγεται «σιχάριος και χραμνήσινδος» (τί ονόματα)

ο γρηγόριος αυτός ήτανε ένας άνθρωπος (γαλάτης και επιπλέον επίσκοπος) τού απολύτως πρώιμου μεσαίωνα (539–594) που βάλθηκε να γράψει ιστορία – τή ίδια στιγμή που ζει, χωρίς να τό ξέρει ακριβώς ο ίδιος, ανάμεσα σε δύο ιστορικά μεταίχμια : από τή μια στο σύνορο που βγάζει από τή ρωμαϊκή περίοδο στον μεσαίωνα, και από τήν άλλη στο σύνορο που βγάζει από τή δικιά του, μεροβίγγειο και σχεδόν άσημη εποχή σε κείνη τήν πιο ένδοξη τού καρλομάγνου : θέλει λοιπόν να γράψει ιστορία : τά λατινικά του όμως είναι φτωχά και – εδώ είναι μια από τίς γοητευτικές εκείνες γλωσσικές και υφολογικές αναλύσεις τού άουερμπαχ – στην ουσία μεταφράζει λατινιστί τή λαϊκή γλώσσα που μιλάει ο  ίδιος

τό ενδιαφέρον (και περίπου συγκινητικό) είναι ότι έχει επίσης ο ίδιος επίγνωση τής ανεπάρκειάς του σε όλα τά επίπεδα – και τό γλωσσικό και τό συγγραφικό – γι’ αυτό (και επειδή έχει όντως ιστορική συνείδηση – ασχέτως σε ποια γλώσσα – ) εκλιπαρεί τό μέλλον με τόν πιο συγκεκριμμένο τρόπο που ξέρει – απευθυνόμενός του δηλαδή κατευθείαν (λέει ο άουερμπαχ : «προσθέτει σε επίσημο τόνο τήν παράκληση να μην αλλάξουν οι μεταγενέστεροι τό κείμενό του ούτε στο ελάχιστο») : «Όποιος κι αν είσαι // όσο μορφωμένος και αν είσαι // και τό ύφος μου σού φαίνεται ακαλλιέργητο, ακόμα και σε αυτήν τήν περίπτωση, σέ εξορκίζω, μην καταστρέψεις αυτά που έγραψα»

είναι χρήσιμο πράγμα η επιβεβαίωση (μαζί με τήν κατάπληξη που θέλοντας και μη μάς προκαλεί) η απόδειξη, δηλαδή, μέσα απ’ τό πρωτογενές κείμενο ότι τήν εποχή τών χειρογράφων, πολύ πριν τήν τυπογραφία (για να μη μιλήσουμε για τήν εποχή τών ούτε καν χειρογράφων αλλά τής αμιγώς προφορικής παράδοσης, όπου η δύναμη τού «ποιητή / αναμεταδότη» μετατρέπεται σε απερίφραστη (ανα)δημιουργία, ενδυνάμωση ή κατακρήμνιση ενός «κειμένου»), ότι η δύναμη λοιπόν τού (ταπεινού) χειρώνακτα αντιγραφέα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τή σημερινή δύναμη τού εκτυπωτή τού εκδότη, ή και τού κριτικού : όταν ο γρηγόριος έχει υπόψη του ότι μπορεί (αλλοιώνοντάς τον) να τόν εξαφανίσουν καλά θα κάνουμε να σκεφτόμαστε πόσοι όντως αλλοιωθέντες εξαφανίστηκαν –

ο άουερμπαχ σκύβει με όλες του τίς ικανότητες πάνω στη γλώσσα τού γρηγορίου – διαβλέπει δηλαδή πως τό ψεύδος τών μέτριων έως κακών λατινικών του οφείλεται στην αλήθεια τής ζωντανής προφορικής «χυδαίας» γλώσσας που καραδοκεί νεογέννητη και ασφαλής, και για τό μέλλον νικηφόρα, πίσω και πέραν και εκτός τού χαρτιού : «τό κατ’ αίσθηση πραγματικό, που στον αμμιανό, υπό τήν πίεση τής ιεραρχικής τυραννίας και τού μακροπερίοδου λόγου, προβάλλει μόνο φασματικά και μεταφορικά, στον γρηγόριο μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα // ένα κατάλοιπο αυτής τής τυραννίας υπάρχει ασφαλώς στη φιλοδοξία του να γράψει οπωσδήποτε λατινικά με λογοτεχνικές αξιώσεις· η λαϊκή γλώσσα δεν είναι ακόμα άρτιο όργανο // και προφανώς δεν ανταποκρίνεται ούτε στις πιο ταπεινές ανάγκες λογοτεχνικής έκφρασης // παραταύτα υπάρχει ως προφορική γλώσσα // και ως τέτοια διαφαίνεται παντού στον γρηγόριο. Τό ύφος του μάς αποκαλύπτει ένα πρώιμο ίχνος τής αφυπνιζόμενης κατ’ αίσθηση πρόσληψης τών γεγονότων…»

η ιστορία λοιπόν που μάς αφηγείται αυτός ο γρηγόριος είναι ένα θαύμα προφορικότητας, ασάφειας, και «άτεχνης» αφηγηματικής τέχνης : επίσης είναι με λίγα λόγια ένας καυγάς (όπου (περιγράφει ο άουερμπαχ) : «γιατί δεν λέει ο γρηγόριος απλώς “ένας από τούς προσκαλεσμένους σκότωσε τόν υπηρέτη ; ” // τόσο διεξοδικά περιγράφει αυτό τό επεισόδιο, τού οποίου μόνο η έκβαση είναι σημαντική, ενώ αποσιωπά τό κίνητρό του, που θα ενδιέφερε οπωσδήποτε περισσότερο από τό γεγονός ότι ο υπηρέτης, προτού πεθάνει, έπεσε κάτω ! »)

επιπλέον, ισχυρίζεται ο άουερμπαχ, κανένας ιστορικός δεν θα αφιέρωνε στην ιστορία αυτή παραπάνω από μία γραμμή – αυτά όμως οφείλονται στο ότι ο γρηγόριος έχει πολύ μικρή αίσθηση τού ιστορικού του χώρου – και συνεπώς και τού χρόνου στον οποίο ζει – και τών σημαντικών γεγονότων που μπορεί να συμβαίνουν μέσα εκεί – κι όμως, πόσο μακρυά μπορεί να τό πάει ο άουερμπαχ τραβώντας τά συμπεράσματά του με τόν καλύτερό του τρόπο (ξαναπαραθέτω : «πόσο μικρός είναι ο ορίζοντας τού γρηγορίου // δεν έχει καν μια γενική εικόνα τής γαλατίας // δεν διαθέτει πολιτική άποψη // όλα μένουν στο στενό τοπικό επίπεδο, τόσο υλικά όσο και διανοητικά // από τήν άλλη μεριά ο γρηγόριος είχε δει με τά μάτια του τά περισσότερα απ’ όσα αφηγείται // έτσι τό έργο του βρίσκεται τόσο κοντά στα προσωπικά απομνημονεύματα όσο κανένα άλλο έργο ρωμαίου ιστορικού // μάλλον δεν είναι ανάγκη να εξηγήσουμε πόσο διαφορετική είναι η περίπτωση τού καίσαρα // όλ’ αυτά προδίδουν τήν προσπάθεια για μια άμεση μίμηση τών συμβάντων, κάτι που ποτέ δεν επιδίωξε η ρωμαϊκή ιστοριογραφία (ακόμη και τό επιδεικτικό ύφος τού αμμιανού δεν είναι μιμητικό)…»)

τά πλάγια είναι δικά μου ανωτέρω γιατί θέλω να δείξω : πρώτον, ότι η μανία του με τή μίμηση που μπορεί να είναι βαρέως προβληματική όταν μιλάμε για τήν τέχνη, όταν αντιθέτως μιλάμε για μια επιστήμη (εδώ, ιστορία) αντί να αποστεώνει τά νοήματα, δίνει στις προθέσεις τού αφηγητή ένα χρώμα απειθαρχίας, που τό κάνει να πλησιάζει τήν τέχνη : συνεπής με τήν άτυχη σκέψη του περί μίμησης λοιπόν, εδώ είναι σε θέση να διαγνώσει, επιτυχώς, πως η διάθεση τού γρηγόριου πλησιάζει  περισσότερο στον προυστ ή στον μονταίνιο (ο συνειρμός δικός μου) – που θα εμφανιστούνε μετά από εννιακόσια τουλάχιστον χρόνια – απ’ ό,τι στον ομότεχνό του (και πολύ κοντινότερο χρονικά) καίσαρα (ο συνειρμός δικός του)

τέτοιες είναι οι καλύτερες στιγμές τού άουερμπαχ κατά τή γνώμη μου

επιπλέον τίς, καθαρά συντακτικές, αναλύσεις του για τίς διαφορετικές χρήσεις και αποχρώσεις ενός συνδέσμου, τού «nam» (που ο γρηγόριος χρησιμοποιεί κάθε τόσο) τίς βρίσκω ιδιαίτερα απολαυστικές (ενδεικτικά : «τό nam στη λαϊκή λατινική // έχασε τήν αρχική εκφραστική του δύναμη // δεν είναι πια αιτιολογικός σύνδεσμος, αλλά δείχνει άχρωμα απλώς τή συνέχεια // ο γρηγόριος νιώθει ακόμα τήν αιτιολογική σημασία, τήν χρησιμοποιεί, αλλά με συγκεχυμένο και ανακριβή τρόπο // παρόμοιες χαλαρές εφαρμογές οδήγησαν τό nam να ατονήσει σταδιακά ως αιτιολογικό μόριο – εδώ πάντως η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει αλλά δεν ολοκληρώθηκε ακόμη // είναι αξιοσημείωτο ότι τέτοια  φαινόμενα, που τά συναντούμε πάντοτε στον προφορικό λόγο, εισχωρούν στον γραπτό λόγο ενός ανθρώπου όπως ο γρηγόριος τής τουρ, ο οποίος καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ήταν σημαντική μορφή για τήν εποχή και για τή χώρα του»)

τέτοιες γλωσσικές παρατηρήσεις είναι, θα μπορούσα να πω, τό φόρτε τού άουερμπαχ : τό ευτύχημα είναι ότι βρίσκονται παντού, διάχυτες μέσα στο έργο του : στην πραγματικότητα μάλιστα τό έργο του δεν θα ήταν απολύτως τίποτα χωρίς αυτές : γιατί ακόμα και στις χειρότερές του στιγμές, εκεί που λέει τρίχες στο αισθητικό ή τό «θεωρητικό» πεδίο, μια γλωσσική παρατήρηση τόν σώζει, απογειώνοντας όλο τό κείμενό του συνολικά

 

 

 

 

τό άλλο κεφάλαιο που βρήκα πολύ τού γούστου μου, τό επιγραφόμενο «η κυρία ντυ σαστέλ» αφορά κείμενο που έχει γραφτεί οκτακόσια χρόνια μετά – και χορεύει επομένως ένα καλό βαλσάκι με τό προηγούμενο, αφού μάς μεταφέρει από τήν αρχή τού μεσαίωνα στο τέλος του : δεν γειτονεύουνε όμως στο βιβλίο (μεσολαβεί τό «άσμα τού ρολάνδου», η «κωμωδία» τού δάντη, και κάτι άλλα ψιλά, για να φτάσουμε ώς τόν ανώνυμο κύριο εδώ)

ο οποίος δεν είναι ο αντουάν ντε λα σαλ από την προβηγκία, που έζησε κατά προσέγγιση από τό 1390 ως τό 1461, και στον οποίο είναι αφιερωμένο κυρίως τό κεφάλαιο [ αυτός ο ντε λα σαλ, καθώς ήταν ιππότης αυλικός και παιδαγωγός πριγκήπων, έγραψε κυρίως διδακτικά βιβλιαράκια : σ’ ένα πνεύμα όμως τελείως διαφορετικό, όταν γέρασε, έγραψε κι ένα κείμενο παρηγορητικό για μια κυρία που είχε χάσει τό παιδί της : κείμενο τό οποίο ονόμασε «η παρηγοριά τής κυρίας ντυ φρεν» και που ο άουερμπαχ κάνει τίτλο τού κεφαλαίου του υπό τό όνομα τής «κυρίας ντυ σαστέλ» (αυτή είναι ας πούμε τό τραγικό πρόσωπο τής ιστορίας) : πρόκειται για τήν ιστορία μίας σύγκρουσης δύο αρχόντων η οποία καταλήγει στην άγρια (και με ωμό ρεαλισμό (συνηθισμένον όμως, λέει ο άουερμπαχ,  στον μεσαίωνα) περιγραφόμενη) δολοφονία τού παιδιού τού ενός – ο άουερμπαχ εκτιμά ιδιαίτερα αυτό τό κείμενο – και έχει τούς λόγους του τούς οποίους εκθέτει πειστικά – ένας από τούς απλούστερους είναι ότι «αυτό τό ωραίο χωρίο είναι τόσο λίγο γνωστό» ] αν και τό κείμενο τού ανώνυμου (τό οποίο παρευρίσκεται στο κεφάλαιο σαν συμπλήρωμα, εκείνο τό συγκριτικό που ξαναβρήκαμε δίκην βίβλου στον όμηρο) και τό οποίο αρέσει τώρα σε μένα, αποδόθηκε επίσης στον ντε λα σαλ για μία περίοδο :

αυτός, ο τελικά όμως ανώνυμος, περιγράφει λοιπόν μια κρεβατομουρμούρα (η σκηνή δηλαδή διαδραματίζεται στο κρεβάτι)

λέει ο αφηγητής : “ο σύντροφος για τόν οποίο μίλησα θέλει να δοθεί στις χαρές και τίς απολαύσεις του”, η σύζυγος διαφωνεί : “αφήστε με τώρα, φίλε μου, δεν είμαι καθόλου στις καλές μου” “μα γιατί, καλή μου ; ” – “έχω σοβαρό λόγο, αλλά δεν θα σάς πω τίποτε, γιατί εσείς δεν λαμβάνετε καθόλου υπόψη αυτά που σάς λέω” – και η ιστορία συνεχίζεται με αυτόν τόν τρόπο : « – Καλή μου, τής κάνει εκείνος, πείτε μου, γιατί λέτε τέτοια πράγματα ; – Μά τήν αλήθεια, λέει εκείνη, δεν έχει νόημα να σάς τό πω, αφού και αν σάς τό πω, δεν θα δώσετε καμιά σημασία, και θα νομίσετε πως σάς τό λέω για άλλο λόγο – Λοιπόν τώρα σοβαρά, λέει εκείνος, θα μού τό πείτε. Και τότε εκείνη αρχίζει : Αφού τό θέλετε θα σάς τό πω. Όπως ξέρετε φίλε μου τίς προάλλες ήμουν σε κείνη τή γιορτή που μέ στείλατε σεις, και όπου εγώ δεν είχα και πολλή διάθεση να πάω. Όταν όμως βρέθηκα εκεί, δεν υπήρχε, νομίζω, ούτε μία γυναίκα, ακόμη και τής πιο χαμηλής σειράς, τόσο κακοντυμένη … » Και τό κείμενο πάει έτσι για δύο σελίδες

μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για κείμενο τού 1400 – αυτό που μού κάνει εντύπωση δεν είναι απλώς τό πόσο (ακόμα σήμερα, ναι) οικείο ηχεί αλλά και ο (κατά άουερμπαχ, κι εδώ οφείλω να σεβαστώ τή χρήση τής αγαπημένης του λέξης) «ρεαλισμός του» : τό βιβλίο αυτού τού ανώνυμου επιγραφότανε «οι δεκαπέντε χαρές τού γάμου» («les Quinze joies de mariage») και τό συγκεκριμένο, πρώτο διήγημα τής συλλογής, ο α. τό ονομάζει «επιθυμία για ένα καινούργιο φόρεμα»

για τόν άουερμπαχ λοιπόν τό διήγημα αποτελεί «ένα πολύ σημαντικό γραπτό μνημείο τής προϊστορίας τού νεωτερικού ρεαλισμού» και εδώ συμφωνώ, έχει δίκιο : μέσα από τόν αφηγητή ξεπροβάλλει αυτούσια η, και σημερινή, τάση να θεωρούνται όλα τά γυναικεία προβλήματα παιδαριώδη, να περιγράφεται με διάθεση χαλαρότητας και σάτιρας και η παραμικρή γυναικεία ματαιοδοξία – όταν οι αντρικές αντιμετωπίζονται σοβαρότερα ή γίνονται απολύτως σεβαστές – και να αποσιωπάται τό γεγονός πως τά περισσότερα «αιτήματα» τών γυναικών, από τότε και μέχρι τώρα, καθορίζονται με βάση τούς ρόλους που οι ίδιοι οι άντρες επιθυμούν για τίς γυναίκες τους (στην πορεία τού καυγά μαθαίνουμε ότι ο άντρας απορρίπτει τό αίτημα για αγορά καινούργιου φορέματος με τή δικαιολογία πως η προίκα τής γυναίκας του τού έχει προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία (λόγω δικαστηρίων που ακολούθησαν), η δε σύζυγος αναγκάζεται τότε να υπερασπιστεί και τήν προίκα και τήν πατρική της οικογένεια, και εντέλει να έρθει στη γελοία θέση να δηλώσει πως ήθελαν πολλοί να τήν παντρευτούνε όταν εκείνη συγκατένευσε να παντρευτεί τόν συγκεκριμένο, ο οποίος τής βγαίνει τώρα αχάριστος – η ένταση τής συζήτησης και (υποθέτουμε λογικά, και μάλιστα σα να τούς ακούμε) και οι ήχοι της, υψώνονται εξαιρετικά προς τό τέλος – όπου έχουμε επικλήσεις, απειλές θανάτου, υποχώρηση τού συζύγου («γυρίστε όμως προς εμένα και θα κάνω αυτό που θέλετε» «αφήστε με ήσυχη, δεν έχω καμία διάθεση» (λέει αυτή) «αν πέθαινα δεν θα αργούσατε να ξαναπαντρευτείτε» (λέει αυτός) «έτσι λέτε ; » (λέει αυτή) «μην τυχόν και μού λείψουν οι απολαύσεις που βρήκα σε τούτο δω τό γάμο…» και μερικά ακόμα, μέχρι που ο συγγραφέας ολοκληρώνει λιτά (ή πόσο αναμενόμενα) τήν περιγραφή τής γυναίκας, και τού όλου επεισοδίου, με τήν πρόταση : «και βάζει τά κλάματα.»)

δεν έχω διάθεση να κάνω φεμινιστικές αναλύσεις (οι οποίες, να ομολογήσω, μού ξεπηδάνε με άνεση και κατά συρροήν) με βάση αυτό τό καταπληκτικό κειμενάκι (που γράφτηκε, σύμφωνα με τον άουερμπαχ, όταν ο βοκκάκιος είχε μεν ήδη μεταφραστεί στη γαλλία, μάλλον όμως «δεν βρίσκει [ακόμα] μιμητές») συνεπώς, η σατιρική διάθεση τού ανώνυμου, είναι προφανώς όλη δική του : ένα πρώτο συμπέρασμα πάντως που εύκολα, και χωρίς ίχνος σατιρικής διάθεσης, μπορεί να βγάλει κανείς είναι ότι η «δυσφορία μέσα στον γάμο» είναι απείρως παλαιότερη τού φρόϋντ

τό παράπονο τής γυναίκας για «τίς χαρές που [δεν] βρήκε σε τούτο δω τόν γάμο» υπερβαίνει τήν ανάγκη για φόρεμα, και η επιμονή της να μην έχει διάθεση για σεξ, ακόμα και αφού ο σύζυγος συγκατανεύσει στην αγορά, υπαινίσσονται (όχι και τόσο υπαινικτικά) ότι μπορεί ακόμα και τό φόρεμα να ήταν πρόσχημα για τήν άρνηση – και η άρνηση, και όχι η σκέψη τού θανάτου, αυτό που τήν έκανε εντέλει να βάλει τά κλάματα : μήπως δεν είναι μια άλλη ονομασία για τόν θάνατο η (εξαναγκασμένη) άρνηση τής χαράς ;

ο άουερμπαχ παρατηρεί, ανάμεσα στ’ άλλα του σχόλια (όπως ας πούμε τό, πολύ ενδιαφέρον, ότι «ο τρόπος με τόν οποίο αντιδρά στο πρόβλημά της [ο άντρας] θα μπορούσε να δυσαρεστήσει και μια λιγότερο ανόητη γυναίκα»), και με όπλο τίς καθαρά υφολογικές του αναλύσεις (για τίς οποίες άνετα μπορεί να (ξανα)πεί κανείς ότι είναι σίγουρα οι καλύτερές του στιγμές) πως : μολονότι «τό αντικείμενο που πραγματεύεται η σκηνή τών Quinze Joyes – μια γυναίκα που στο κρεβάτι προσπαθεί να πείσει τόν άντρα της να τής αγοράσει ένα καινούργιο φόρεμα – ταιριάζει μάλλον στη φαρσοκωμωδία, εδώ γίνεται σοβαρό θέμα, και μάλιστα όχι χονδροειδώς // τό προσεγγίζει σοβαρά, τό πραγματεύεται ως πρόβλημα // έτσι τό βιβλίο του αποκτά έναν τραγικό χαρακτήρα // επιπλέον ο χαρακτήρας τού θύματος, δηλαδή τού άντρα, είναι πολύ ανελεύθερος // έστω και αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τή λέξη τραγικός πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι εδώ οι πρακτικές δυσχέρειες τού ανθρώπου στην καθημερινή ζωή έχουν βρει μια λογοτεχνική έκφραση που προηγουμένως δεν υπήρχε // τό καθημερινό πεδίο τής ζωής κρίνεται άξιο να περιγραφεί με ακρίβεια και σοβαρότητα…»

μού φτάνει προς τό παρόν η θλιβερή (αλλά δυστυχώς και οικεία) δυνατότητα που μού δίνεται να επισημάνω ότι, ένας τόσο καλός και διαβασμένος φιλόλογος μπορεί ταυτοχρόνως να είναι τόσο κακός ψυχολόγος ή ψυχαναλυτής ή απλώς συνηθισμένος άντρας, ώστε να θεωρεί τόν άντρα τής συγκεκριμένης ιστορίας – ταυτοχρόνως και στην ίδια πρόταση – και «ανελεύθερον» και «τό θύμα» τής ιστορίας – αλλά, είπαμε, εδώ δυστυχώς καμία έκπληξη

 

 

 

 

μετά τήν «κυρία ντε σαστέλ» φεύγουμε για τά καλά από τόν μεσαίωνα και μπαίνουμε, με τόν ραμπελαί, στην αναγέννηση : ακολουθούνε : ο μονταίνιος, ο σαίξπηρ, ο θερβάντες (τό κεφάλαιο, λέει, αυτό προστέθηκε τρία χρόνια μετά τήν πρώτη γερμανική έκδοση, όταν τό βιβλίο μεταφράστηκε στα ισπανικά – ποιος είπε ότι δεν κάνουμε και καμμιά ευγένεια άμα χρειαστεί –) και ακολουθεί ο μολιέρος με πλήθος «κλασικιστές» προς σύγκριση, ύστερα ένα κεφάλαιο (μίξερ πάλι από συγκρίσεις) : λα μπρυγιέρ–μπουαλώ–μπροσυέ–ρακίνα–κορνέϊγ και ίσως κι άλλους (δεν τό διάβασα ολόκληρο) – και ακολουθεί νέο μίξερ με αβά πρεβώ μαζί με βολταίρο (και άλλους), για να φτάσουμε στον γκαίτε που δεν συνονθυλεύεται με κανέναν (δείγμα μεγάλου σεβασμού, υποθέτω, τόν οποίο προσωπικά, αν έχει καμμιά σημασία, δεν συμμερίζομαι – πολύ περισσότερο που για τόν (ασυζητητί σημαντικότερον – κατά τή γνώμη μου) κλάϊστ διαβάζω ειρήσθω εν παρόδω μια πρόταση μόνο)

και στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο συνωστίζονται ο σταντάλ με τόν φλωμπέρ και τόν μπαλζάκ : μεγάλη του η χάρη βέβαια που ασχολήθηκε με τόν σταντάλ τόσο διά μακρών, αλλά νομίζω για τούς λάθος λόγους – έχω τήν εντύπωση δηλαδή ότι δεν κατάλαβε τίποτα από εκείνον αφού (εμφανώς) τόν συμπεριέλαβε μόνο από αυτήν τήν (κάκιστη) αντίληψη για τόν ρεαλισμό (αυτήν τήν υποτιθέμενη μίμηση, που έρχεται και επανέρχεται, τής πραγματικότητας…) (η ανάρτηση θα γινόταν (ακόμα πιο) ανοικονόμητη αν έκανα αποδελτίωση τών περιπτώσεων που έχουμε τή λέξη μίμηση σε σχέση με τή λέξη πραγματικότητα στο βιβλίο) – διότι αμέσως μετά εισέρχεται θριαμβευτικά ο ζολά με τούς αδελφούς γκονκούρ (κατώτεροι πεζογράφοι αμφότεροι και οι τρεις, όσο αφορά και πάλι τά γούστα μου) όπου και εδώ, ξανά, μέσω μίμησης και ρεαλισμού ξανασυναντάμε επιτροχάδην και τούς προηγούμενους –

ώσπου τέλος ο «μοντερνισμός» κατά άουερμπαχ συνοψίζεται σε προυστ και βιρτζίνια γουλφ – και εδώ τελειώνει τό όλον έργον.

 

 

 

 

χωρίς να έχω καμμιά απαίτηση από τόν οποιονδήποτε φιλόλογο να καταλαβαίνει πραγματικά από λογοτεχνία, και χωρίς να έχω διαβάσει τόν συγκεκριμμένο ακόμα ολόκληρον (με τήν προσοχή που θα έπρεπε και θα ήθελα), μπορώ να πω πάντως ότι οι αναγνωστικές επιλογές τού άουερμπαχ είναι (αφού πρώτα τόν πούμε τέρας μορφώσεως) μάλλον περιορισμένες : χρησιμοποιεί δηλαδή τήν τέχνη για να επιβεβαιώσει απλώς τήν άποψή του πως η τέχνη κατά βάσιν δεν υπάρχει παρά μόνο σαν μίμηση τής πραγματικότητας – δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου

και τό επιβεβαιώνει αυτό και με κάποιες ακραίες και ανεπίτρεπτες (ας μού επιτρέψει) παραλείψεις του – όπως στο κεφάλαιο για τόν σαίξπηρ : στο οποίο ασχολείται με τόν «πρίγκηπα χάρυ» (τόν άσωτο φίλο τού φάλσταφ και μετέπειτα ερρίκο τόν 5ο (κεφάλαιο επιγραφόμενο «ο κουρασμένος πρίγκηπας»)) – και επειδή βέβαια εδώ δεν τολμάει να συγκρίνει τόν σαίξπηρ με τή βίβλο (ενώ θα μπορούσε, υποστηρίζω, με τό επεισόδιο τού αβεσαλώμ (πιο ταιριαστά δηλαδή απ’ όσο ταιριάζει η σύγκριση τού αβραάμ με τόν οδυσσέα)), συγκρίνει σεμνά τόν σαίξπηρ με τόν σαίξπηρ : και έτσι, όταν, μετά τόν χάρυ, καταπιάνεται και με τόν μάκβεθ παραθέτει ολόκληρον τόν περίφημο εκείνο μονόλογο :

Τo–morrow, and to–morrow, and to–morrow,
Creeps in this petty pace from day to day,
To the last syllable of recorded time ;
And all our yesterdays have lighted fools
The way to dusty death. Out, out, brief candle !
Life’s but a walking shadow, a poor player
That struts and frets his hour upon the stage
And then is heard no more : it is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury
Signifying nothing.

που περιέχει δηλαδή ακριβώς τήν πρόταση η οποία αποτελεί και τόν τίτλο τού (καλύτερου βιβλίου τού) φώκνερ : κι όμως δεν τού περνάει καν απ’ τό μυαλό να κάνει εδώ μια από τίς συνήθεις συγκρίσεις του και να υπενθυμίσει, έστω επιτροχάδην, ότι αυτή είναι η πηγή για τόν τίτλο «η βουή και τό πάθος» στον φώκνερ : μα ίσως, ακριβώς, δεν τόν ξέρει καν τόν φώκνερ, ούτε επομένως και τό the sound and the fury – (βέβαια δεν υποτιμώ καθόλου τό γεγονός πως στον φώκνερ είναι ακριβώς που θα έσπαγε τά μούτρα του, και θα μπέρδευε τά μπούτια του ως προς τήν περίφημη μίμηση ρεαλισμού) : είναι όμως τόσο χοντρή αυτή η άγνοια (όσο άλλωστε κι εκείνη τού γοδεφρείδου τού στρασβούργου), που θέλησα ομολογώ να επιβεβαιώσω ότι τό βιβλίο είχε εκδοθεί όταν ο α. έγραφε : αλλά φυσικά και είχε εκδοθεί (εκδόθηκε τό 1929) και κατά σύμπτωση, αντίστοιχα, οι δύο (και μόνοι) «μοντέρνοι» που ο αουερμπαχ ξέρει, ο προυστ και η γουλφ, εκδόθηκαν αμφότεροι τό 1927 – άρα άμα θέλει ξέρει**

δεν θέλει όμως : γιατί εντέλει ο άνθρωπος ένας απλός – αν και προικισμένος – φιλόλογος είναι, όπως ακριβώς είναι καταβάθος και ένας απλώς εμμανής με κάποιες ηθικοπολιτικές αρχές που θυμίζουν, απ’ τή μια διαβασμένον ιεροκήρυκα, κι απ’ τήν άλλη έναν καταρρέοντα μαρξιστή σαν τόν λούκατς στα χειρότερά του : κι έχει μάθει να θεωρεί ότι η τέχνη, εκτός από ανύπαρκτη, είναι και όργανο μόνο : μιμητικό κάποιας πραγματικότητας η οποία – τί πλήξη – και πόσο εκτός τών βαθύτερων και καλύτερων ηθών της – πειθαρχία μόνο και υπακοή μυρίζει

θα άξιζε τόν κόπο (σκέφτομαι, με τίς δικές μου μονομανίες κι εγώ) να ερχόταν σ’ επαφή στη ζωή του κάποια στιγμή με τόν αντόρνο, και τό εκείνου (διάσημο πλέον) «όλα τά έργα τέχνης είναι αινίγματα κι αυτό είναι που έβγαζε απ’ τά ρούχα της ανέκαθεν τή θεωρία τής τέχνης» – αλλά και πάλι, νομίζω, ένα τόσο καλά ασφαλτοστρωμένο μυαλό, και μια τόσο γερά οπλισμένη ψυχοσύνθεση, δεν απογυμνώνεται από κανέναν και με τίποτα.

τού χρωστάμε πάντως ότι μάς γνώρισε μερικά παλιά κείμενα : και μάς γνώρισε κι έναν τρόπο γλωσσικής ανάγνωσης από τίς δημιουργικές : ας αναγνωρίσουμε ότι αυτά δεν είναι και λίγα : κι έτσι, ο καλύτερος χειρότερος, ναι λοιπόν.

 

 

 

 

 

σημειώσεις

*«Αν είχα επιχειρήσει», λέει επιλέξει ο άουερμπαχ στον επίλογό του, «να ενημερωθώ για όσα έχουν γραφτεί πάνω σε τόσο πολλά αντικείμενα, μάλλον δεν θα έβρισκα πια καιρό να καταπιαστώ με τό γράψιμο.»

**και μη μού πει κανείς ότι ο φώκνερ λόγω αμερικής δεν μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο : για «δυτική λογοτεχνία» μιλάει ο τίτλος, όχι για «ευρωπαϊκή» – κι αν τό πάρουμε κατά λέξη με τή γεωγραφία, ο φώκνερ χωράει στην δυτική τέχνη – ένα κείμενο από τήν ανατολή, όπως είναι η εβραϊκή βίβλος δεν χωράει

 

οι φωτογραφίες : 1, 2, 3, 4, 5, 6

οι γκραβούρες : 1, 2

 

 

 

 

 

 

Νοέμβριος 27, 2016

αϋπνία (προσχέδιο)

 

 

 

οταν δεν εχεις κοιμηθει δυο μερες, παυεις να θελεις να κοιμηθεις

σ’ αυτην την περιπτωση ολα σού φαινονται πανευκολα – ντοπαρεσαι και λες ο,τι σού κατέβη – σα ναχεις παρει διάφορα

ολα ειν’ απλά – απλως θα χρειαστουνε εκατομμυρια χρονια. Για να εχουν φυγει, οχι μόνο αυτοι που σκεφτονται ετσι, αλλά κι αυτοι που τους θυμουνται να σκεφτονται ετσι. Κι αυτοι που θυμουνται αυτους που θυμουνται.

συντομογραφικως επομενως :

η ουρα στην τραπεζα, κι αυτοι που το σκανε για να παν να κατσουν

ο κοσμος στον δρομο που μιλαει κινέζικα

συναντηση με την αστεγη, γυρισε στο σπιτι της μανας της κι εχει αδυνατισει

η αυστηροτητα των γιατρων, και το ξαφνικο τους γελιο

δύο αγορια στο καφενειο, το ενα σκυβει να πιασει αυτο που επεσε, το αλλο γελαει και σου το δινει

γυναικες που ερωτευονται καθως να καθαριζουνε κρεμμυδια

αντρες που ερωτευονται σαν να φοβουνται μηπως μπορεσουν

ομιλιες που διοχετευονται ανενοχλητες μεσ’ απ’ τα μακρια τουνελ της μακριας φυλακης

με κρυες φωνες που εξακολουθουν μεσα στη νυστα

αστειες λεξεις

σε εκατομμυρια χρονια οταν ολ’ αυτά θα τελειωσουν

ειν’ ολα ευκολα : λιγο γελιο

τοτε που ολοι δεν θα δουλευουν, κι ολοι θα γραφουνε σονέτα ή σεστίνες (και βιλανέλες)

και δεν θα υπαρχει γιατρος

και θα λανθανουνε ολοι ζωντας φανερα

οταν κανείς δεν θα θυμαται την εποχη που χρειαζοτανε υπνο

οταν κανεις δεν θα δουλευει για κανεναν πουστη και δεν θα υπαρχουν υπαλληλοι κομματα και γιατροι

οταν κανεις δεν θα κλαιει εξαιτιας κρεμμυδιων αλλά γιατι ετσι του αρεσει

οταν θα του αρεσει

οταν κανεις δεν θα μας θυμαται

οταν τα βιβλια θα ’ναι καλυτερα

επεξηγηματικως παλι :

σ’ ενα διαστημικο που’χα διαβασει οι συζητησεις γινονταν ψιθυριστα μεσ’ απ’ τους τοιχους μιας συνεχους φυλακης

και τα ταξιδια μ’ ενα βλεμμα που ελεγε «ελα», επρεπε ομως να το πειτε το «ελα» δεν αρκουσε να κοιταχτειτε ουτε μόνο να το σκεφτειτε

και πηδαγες τα χρονια σα σεστίνα ή σαν αγαλματακι κυκλαδίτικο που δεν διαφερει ο αντρας απο την γυναικα στο προσωπο

ουτε στο σωμα

οταν δεν θα υπαρχει τραπεζα

δεν θα χρειαζονται ψυγειο τα τροφιμα να μη χαλασουν

δεν θα χρειαζεται να κολλαω χαρτακι με τη θεραπευτικη αγωγη τής βλακειας που προεκυψε στο ψυγειο για να μη χαλαω τη σειρα

οταν δεν θα μας θυμουνται καθολου στον υπνο τους

(ηνωμενα βουστασια : η μαμα με τις φιλες της επιναν εκει σοκολατα βιενουα)

(χαρτακι στο ψυγειο : ουτε που θυμαμαι απο πότε εχει να γινει αυτο – μαλλον απο τοτε που ’μουνα μικρη και χρειαστηκε να γινει κεινη η εκτρωση – θυμαμαι τη διαστημικη εποχη που οι γυναικες που δεν θελουν να κανουν παιδια δεν εχουν γαμωτο περιοδο)

(οταν πρωτομπηκα στο ιντερνετ το πρωτο βλογ που επισκεφτηκα ηταν τα ηνωμενα βουστασια)

(η μνημη λειτουργει και σαν ενας σπορος κλειστος που τα εχει μεσα του ολα – μόνο που καμια φορα τον παραμελουμε και ξεθωριαζει εσωτερικως, και γινεται και σα νερο – πινουμε ομως και νερο)

 

 

 

πρωτη δημοσιευση

φωτογραφια colita

 

 

 

 

 

 

Αύγουστος 4, 2016

καλοκαίρι με παλτά / μικρή καλοκαιρινή ιστορία

 

 

 

 

θα παω (ελεγα, λοιπον) στο νησι που μια χρονια αγαπησα πολυ κι απο τοτε το ξεχασα. το ξεχασα χωρις να το ξεχασω. ηταν αξεχαστο γιατι σε κεινο το νησι επιβεβαιωσα εντελως και τη θεωρια μου, οτι οι αντρες μάς μιλανε μόνο και μόνο γιατι μας θεωρουν δοχειο (νυκτος ή ημερας δεν εχει σημασια) (πορσελάνινο ή πλαστικο δεν εχει σημασια), παντως δοχειο για να μηρυκαζουν, και εν συνεχεια να απορριπτουν, τις ζωες τους. δεν χρειαζομουνα το νησι για να το επιβεβαιωσω, ειχα τον καλυτερο μου φιλο που μπορουσε να μιλαει για βδομαδες χωρις διακοπη, κι οταν μιλουσε ο αλλος, κοιτουσε το ρολοϊ του – καμια φορα μαλιστα ελεγε και το καταπληκτικο «μου το ’χεις ξαναπει αυτο», ποιος ; αυτος που διηγοταν τις ιδιες ιστοριες ακαταπαυστα και ακουραστα – αλλά το ειχα αρχικα αποδωσει σε συγγραφικη ιδιομορφια (οταν γνωρισα αλλους απο την οικογενεια καταλαβα οτι ηταν απλως οικογενειακο ελαττωμα – κι αυτο οσο κι αν θελω δεν μπορω να το συχωρεσω – τους ανθρωπους που δεν διορθωνουν τα κληρονομικα τους ελαττωματα καταβαθος τούς περιφρονω : κι ομως αυτος ηταν ο καλυτερος μου φιλος. η ζωη μας ειναι γεματη παγιδες και αντιφασεις).

ομως εκεινον τον αυγουστο που θα πηγαινα μόνη μου στο νησι θα επιβεβαιωνα τη θεωρια μου με τον πιο γελοιο τροπο – δηλαδη με τον πιο γελοιο ανθρωπο – παρ’ ολο που το πραγμα συνεβη τη νυχτα κατα την οποια συνεβησαν και πραγματα εξωτικα και ολως εξαιρετικα. αρχικα λοιπον κι ενω ειχα κατσει εξω–εξω σε μια μικρη μπαρα για να κοιταω τη θαλασσα (δεν ειχε σκοτεινιασει ακομα εντελως) ηρθε απροσκλητος και μου κολλησε κεινος ο βλαχος ο γελοιωδεστατος κι αρχισε να μου αφηγειται τη ζωη του, καθήμενος απεναντι μου και ξεκινωντας λες και γνωριζομαστε κι απο πριν, και να μου κανει και υποδειξεις για τη δικια μου ζωη – το ιδιο εκεινο βραδυ ομως που τον ξεφορτωθηκα και χωθηκα βαθυτερα, στην πιο μεσα μπαρα του μπαρ, θα ’ρχοντουσαν να με βρουνε και κεινοι οι δύο. μού ειναι αδυνατον να θυμηθω τί μού ειπε ο βρωμικουλης, αλλά μού μίλαγε λες και τού ειχα δωσει καμιά αδεια, και δύο πλεον μόνο πράγματα θυμαμαι καλα – ενα απ’ τη μεση κι ενα απ’ το τελος τής παρλαπίπας – διοτι ηταν και τα δύο εξαιρετικα : οχι, το ενα δεν ηταν απ’ τη μεση, ηταν σχεδον στην αρχη, σχολίασε τον τροπο μου στην αμμουδια ο βλακας, διοτι κεινη τη μερα εχοντας ξεχασει να παρω μαζι μου πετσετα και ψαθα βγαινοντας απ’ το νερο ξαπλωσα πανω στο μπλουτζην μου, αφου το εστρωσα πρωτα καλα, και η συγκεκριμενη αμμουδια οντας η μονη για τους τσίτσιδους στο νησι ητανε πηχτρα, και προφανώς καπου βρισκοτανε ο πανιβλαξ και με κοιταζε, κι ετσι λοιπον δεν ειχε αρχισει ακομα καλα–καλα να μιλαει και πεταξε την πρωτη του σοφια «ηταν πολυ ωραια ετσι που ξαπλωσες πανω στο μπλουτζην σου, αλλά να μην το ξανακανεις γιατι μπορει να παρεξηγηθεις». απο ποια γκράβαρα ειχε κατεβη ο μπασμενος (ηταν και λιμος και κοντος) και ποιος του’δωσε το δικαιωμα να κατσει μπροστα μου, ετσι που μου ’κοβε κιολας τη θέα και δεν μ’ αφηνε και να πιω και με την ησυχια μου ; εχω μαθει να ταξιδευω συχνα μόνη και ξερω ολα τα προβληματα, ομως τα προβληματα συνηθως ειναι άλλα και οχι να κατσει απροσκλητος ενας μπουφος στο τραπεζι σου και να σου διηγειται τη ζωη του και να σου κανει και υποδειξεις – τον αφησα να μιλαει πετωντας του πού και πού διαφορα ειρωνικα χμ και χμ τα οποία εν τη ρυμη και τω κατακλυσμω τού λογου του ουτε που τ’ ακουγε, ουτε και που τα καταλαβαινε, και στο τελος επειδη κατεβηκα απ’ το σκαμνι κι ετοιμαζομουνα να φυγω, εκανε το αλλο, πολιτογραφημενο εντελως σ’ αυτου του ειδους τον πληθυσμο : προσποιηθηκε οτι ο χωρισμος γινοταν απο δική του επιθυμια και επιταγη και πεταξε το υστατο μεγαλειωδες : «θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες αν δεν επρεπε να φυγω τωρα, αλλά πραγματικα θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες». το ον νομιζε οτι ετσι μου ’κανε και φιλοφρονηση προφανως. πηγα πιο μεσα να κατσω και να πιω με την ησυχια μου στο βαθος τού μπαρ κοιταζοντας τους καθρεφτες.

τοτε (κι αφου ειχε σκοτεινιασει για τα καλα) ξαναρθανε οι ψυχαναλυτες. «ξαναρθανε» θα πει ξαναρθε ο ενας που τον ειχα ζησει στο καραβι, τους αλλους δεν τους ηξερα (η μια ηταν γυναικα, αυτη γρηγορα αφαιρεθηκε και πηγε αλλού), κι ο αλλος που δεν τον ηξερα ηταν αυτος ουσιαστικα που ηρθε. περιεργο, διεσχισε ολη την εκταση του μπαρ εις βαθος (πλατος δεν υπηρχε) κι ηρθε και κουρνιασε πλαϊ μου με τον πιο περιεργο τροπο, κουρνιασε σαν παλιος φιλος, σαν πουλι, σαν παρηγοριά, δεν ξερω πώς το λενε αυτο, κουρνιασε παντως μ’ εναν τροπο που εδιωξε ολα τα κακα, και ουτε μιλησε ουτε τιποτα άλλο για λιγο, μόνο ακουμπησε σχεδον τον εναν ωμο του στον ωμο μου και σχεδον αγγιχτήκαν τα κεφαλια μας και ηταν ομορφος πολυ. μεχρι που ηρθε και ο αλλος, αυτος που τον ειχα ζησει στο καραβι και σταθηκε λιγο πιο πισω αυτος κι εβγαζε το μπουφαν του, και τοτε ο ψηλος κι ο ομορφος (κι ο αλλος απο το καραβι ομορφος ηταν, αλλά ητανε λιγο κοντοχοντρος, και εξαυτου πολυ σεξυ) και μου ειπε «εμεις εδω ξερεις ειμαστε ψυχαναλυτες» «ολοι ; » τού λεω – «ολοι», μου λεει, – και τοτε ειπα να τον γελασω λιγο και του ειπα «τοτε να φοραμε τα παλτα μας σιγα–σιγα και να φευγουμε» και τοτε υψωσε τη φωνη και φωναξε στον αλλον που ακομα ηταν πισω μου «ακους τι λεει ; να φορανε τα παλτα τους λεει σιγα–σιγα και να φευγουνε» και γυρισα και γω να κοιταξω τον αλλον, να δω αν με θυμοτανε απο το καραβι, κι αυτος φτιαχνοντας τα μανικια τού μπουφαν του και κοιτωντας τα εξεταστικα με τα ματια χαμηλωμενα ειπε «να βγαζετε τα παλτα σας και να μενετε» – κι αυτα γινανε, κι ετσι πιασαμε την κουβεντα.

καταλαβα οτι με θυμοτανε απο το καραβι και πώς θα μπορουσε να μη με θυμαται, γιατι καθομαστε σε δυο παγκακια που ειχαν κοινη την πλατη και αυτος μεν μιλουσε με κατι γαλλους εγω δε με κατι παιδια που πηγαινανε για μυκονο και κάθονταν στα αντικρυνα μου παγκακια και μόνο αργοτερα ηρθε και καθισε στα ποδια του δικου μου τού παγκου (που δεν χωραγε κιολας, γιατι ειχα φορεσει το σληπινγκ μπαγκ κι ημουνα ξαπλωμενη καταμηκος) αλλά αυτος ο βλαχος ηρθε να κατσει στα ποδια μου και δεν πηγε να κατσει με τα παιδια που ητανε γκαιη και βαλθηκε να με στριμωξει και να μπει στην κουβεντα και ειχε κι ενα σκυλακι φλώρικο, και αρχισε να λεει οτι δεν του αρεσουν οι γατες και τοτε πηρα τελειως αναποδες κι αρχισα να τον κοροϊδευω κι οσο αυτος ελεγε «καθολου δεν μ’ αρεσουν, τις πειραζεις κι αυτες βγαζουνε αμεσως νυχι και σου κανουν ετσι» κι εγω του ελεγα με ειρωνεια «ενω εσεις, μολις σας επιτεθει ανθρωπος αμεσως του χαμογελατε και γυριζετε και το αλλο μαγουλο» αλλά ο στουρνος οπως ολοι οι στουρνοι δεν ακουγε τι του ελεγες, απλως ελεγε αυτος τα ιδια και ακουγε μόνο τον εαυτο του, και μενα το αλλο μου αυτι ητανε γυρισμενο και προς τα πισω εκει που ο γεματουλης μιλουσε γαλλικα κι ελληνικα αναμιξ, με κατι γαλλους, κι ειχε βαλει και το μπρατσο του πανω στην πλατη του παγκου κι ετσι το χερι του ηταν ριγμενο στη μερια μου σα να θελει να μου πει, και το κοιταζα γιατι ητανε πολυ ωραιο χερι, και στη διαρκεια της νυχτας που ολοι κοιμωνται κι ειναι η καλυτερη μου και μενω ξυπνια στο καταστρωμα για να τους χαζευω, τον ειδα απ’ τη μια στιγμη στην αλλη να ξεφυτρωνει ακινητος σε εναν στυλο του καραβιου και να κοιταει μονόπαντα και τοτε συνειδητοποιησα οτι ητανε κοντοχοντρος αλλά δεν επαυε να μου αρεσει, μολονοτι δεν ημουνα σιγουρη οτι ηταν αυτος, γιατι ειχε πολυ σκοταδι σ’ αυτο το μερος. αλλά το οτι ηταν εντελως προσηλωμενος μού αποδειχνε οτι ηταν αυτος. Και ηρθε πολυ φυσικο να μιλησουμε για το καραβι και κεινος πρωτος μου ειπε κοιταζοντας με απο τον καθρεφτη «ωραια το παλευες με τον βλαχο, αλλά δεν επαιρνε χαμπαρι αυτος, αχρηστο πηγε» κι εγω του ειπα για να διωξω τη χαρα μου επειδη ειχα χαρει που με προσεχε «αλλά κι εσυ καημενε, σου ειπε ο κακομοιρης ο γαλλος ‘αερολιμανι’ και τον αποπηρες τοσο» γιατι οντως μιλαγανε καποια στιγμη για αεροδρομια και ο γαλλος εφτιαξε αυτη τη λεξη και μου ’κανε εντυπωση πόσο αναισθητα και  κοφτα τον διορθωσε αμεσως ο αλλος : οχι, αεροδρομιο, ουϊ αεγοδγομιο, ειπε κι αυτος ντροπιασμενος, και εγω του το κρατουσα. κι αυτος μου ειπε τοτε αμεσως «α, δεν εχω υπομονη τωρα πια» κι υστερα, στριβοντας απ’ τον καθρεφτη και κοιτωντας με ειπε «εισαι παρατηρητικο κοριτσι ομως» και «αυτο ελειπε» ειπα εγω, και γελασαμε. και οπως τους ειχα τον εναν απο αριστερα και τον αλλον απο δεξια σκεφτομουνα τι ωραια που θα ηταν να συνεχιζαμε και στο κρεβατι ετσι αλλά δεν το συνεχισα γιατι ηξερα οτι δεν γινεται, δεν συνεχισα τη σκεψη δηλαδη γιατι ηξερα οτι αν συνεχιζα τη σκεψη θα γινοτανε εντελει και πραξη, και ξερω πως αυτο δεν γινεται, δηλαδη οχι οτι δεν γινεται καθολου (γινεται και παραγινεται) αλλά με ανθρωπους τετοιους που ειναι και αστοι αλλά και καλλιεργημενοι μαζι και μαζι σ’ ενδιαφερουν κιολας και οι δύο, αμα γινει, αμεσως το πραγμα (θελουμε – δε θελουμε) μετατοπιζεται ξαφνικα σε αλλη πλατφορμα – και α, δεν μ’ αρεσει καθολου αυτη η πλατφορμα, ειναι μια πλατφορμα που καταβαθος βρωμαει το παρκε της κατι σαν αλλοιωση σαν περιφρονηση και δεν ειχα καμία διαθεση να τα μυρισω αυτα τωρα, ασε που αν δεν βρωμησει αλλοιωση και περιφρονηση θα βρωμησει ερωτες και τσακωμους, πραγματα εξισου δυσκολα για τα οποία δεν αντεχα τωρα, κι ετσι αφησα τον ψηλο να κανει λιγο πισω και κρατησαμε τα κρεβατια μας χωριστα σαν καλοζυγισμενα χωραφακια.

και να που τωρα ο χοντρουλης που η νυχτα μαζι του ηταν τοσο απογειωμενη, κι ειχε και ολα τα παραφερναλια που πρεπει να ’χει μια ωριμη νυχτα, εχει φυγει πηγε ο χαζος και πεθανε, και ο ψηλος ειναι φιλος μου

 

κι ετσι λοιπον σκεφτομαι να ξαναπαω στο νησι

 

 

 

 

(ελαφρα προσαρμοσμενη παλια αναρτηση στο φεϊσμπουκ – εξαλλου γι’ αυτο δεν μπορω να σας τη στειλω μετα της ημερομηνιας ουτε και των σχολίων – δεν πειραζει (ενα απο τα θλιβεροτερα χαρακτηριστικα τής ζουκεμβέργιας εφευρεσης ειναι να χανονται αλυπήτως τα παλαιοτερα – : αμερικάνικος θετικισμος : «η μερα κι ο αιωνας, ειναι η στιγμη» ( : εγω κραταω αντιγραφα απλως…)))

 

 

 

 

 

 

Απρίλιος 25, 2016

μεθ’ υμων με θυμον μετα θυμου και ανυποληψεως

 

 

 

βρεθηκα χτες το απογευμα στο κολωνακι και φοβαμαι οτι θα φανω μιζερη και μικροψυχη με τη σημειωση που θα κρατησω τωρα αλλά δεν ειναι αυτος ο σκοπος, για την αφελεια μου θελω να μιλησω και για το πώς ακομα εκπλησσομαι μερικες φορες μολονοτι κατα βαση τιποτα πλεον δεν με εκπλησσει λεω, λοιπον δεν ηταν εντελως τυχαια που βρεθηκα, βασικα ηταν μια μερα με πολλες δουλειες και οταν εχω πολλες δουλειες ο κανονας ειναι παντα να περναω στο τελος κι απο το χωριο μου, ετσι το λεω γιατι εκει οντας η πατρογονικη μου κληρονομια και η παιδικη γειτονια μου, και μολονοτι απο μικρη την απαρνηθηκα και την εγκατελειψα ασπλαχνα (για τη μαμα μου τουλαχιστον) δεν εχω ομως κι αλλο χωριο, οπότε όποτε πολλα να κανω εξω εχω, εκει πηγαινω στο τελος για δουλειες και για ψωνια και στην αρχη εκανα οντως μερικα ψωνια, επρεπε να παρω κι ενα δωρο για μια φιλη μου, πηρα και κατι κρεμες σωματος και προσωπου (ενα απ’ τα πραγματα που μου ’μαθε η μανα μου ηταν οτι οι γυναικες δεν πρεπει να φοβωνται να φροντιζουν το δερμα τους – και εδω που τα λεμε αυτο ειναι σωστο, και ειναι καλό που μου το ’μαθε μόνο που δεν το ’κανε για μενα, αλλά ειχε η ιδια εναν μεταφυσικο φοβο για τα ασχημα γεραματα στη ζωη ολων – και τη ζωη της) πρωτα κρεμες λοιπον, και μετα στο ωραιο μαγαζι για σοκολατακια, κι ισως και κατι αλλο ακομα που τωρα δεν το θυμαμαι, και εμεινα λοιπον βασικα καταπληκτη με τον καταπληκτικο τροπο που βρηκαν τοσο γρηγορα οι επιχειρηματιες να φοροδιαφευγουν παλι – ενω στην αρχη δηλαδη τού μετρου ολα τα μηχανηματακια για να πληρωνεις με καρτα δούλευαν, σιγα–σιγα ανακαλυψα οτι βρηκαν παλι οι απατεωνες (ολοι οι επιχειρηματιες στη χωρα κατα περιεργο τροπο ειναι απατεωνες) εναν τροπο να ξεφευγουν – την αρχη την εκανε το υποκαταστημα τού οτε (που δεν δεχοταν την καρτα μου με τιποτα, ενω η καρτα μου δεν ειχε, οπως αποδειχτηκε αργοτερα, κανενα προβλημα) και μετα, χτες για την ακριβεια, σε κανενα μαγαζι πια η καρτα μου δεν δουλευε : ενω δουλευε μια χαρα οταν πηγα στο ατιμί (εγω ατιμί το λεω, και οι πωλητριες ειδικα, οταν το ακουσουν κοιτανε πολυ ειρωνικα, κι αυτο με διασκεδαζει εγω αντιθετα τις κοιταω με αγαπη και οικτο) και σηκωσα τα λεφτα που δικαιούμουν και επρεπε, κι ομως στα μαγαζια που πηγα ολα μού ειχαν βγαλει την καρτα σκαρτη, αλλά σκαρτο ηταν το μηχανημα τους γιατι βρηκαν εναν τροπο δηλαδη να του κανουν καποιο κολπο και να το αχρηστευουν – κι αυτες ειναι οι στιγμες που ευχεσαι κατι αστειο κινηματογραφικο, να βρεθουνε ας πουμε πολλες πελατισσες μαζι την ιδια ωρα στο ιδιο μαγαζι και να χαρειτε την αμηχανια και την ντροπη τους των απατεωνων, αλλά ποτέ δεν γινονται αυτα, πληρωσα τοις μετρητοις, και βρηκαν παλι τροπο να φοροδιαφευγουν κι αυτο με θυμωνει πολυ, η ιδεα οτι νομιζουν οτι μπορουνε να κοροϊδευουν κι οτι νομιζουν οτι οι υπολοιποι ειμαστε ηλιθιες –

και καθως περιφερομουνα απο τη σκουφα στην πατριαρχου ιωακειμ και παλι πισω για να σηκωσω λεφτα απ’ την τραπεζα και να συνεχισω τις δουλειες μου προσεξα κατι πολυ περιεργο, εναν τροχονομο να ρυθμιζει την κινηση – και μου φανηκε πολυ παραξενο γιατι δεν χρειαζοτανε τροχονομος εκει, υπηρχαν φαναρια, και ποτέ δεν στεκοταν τροχονομος σε κεινο το σημειο – και καθως μού ειχε περασει πια ο θυμος και ειχαν τελειωσει οι δουλειες μου και ξαναπηγαινα στη σκουφα για να κατσω στο καφενειο να πιω εναν ωραιο καφε, επειδη ειχα ηρεμησει πια και εβλεπα λογικοτερα και καθαροτερα, ειδα οτι υπηρχαν κι αλλοι τροχονομοι, τι στα κομματια, δυο–δυο και τρεις–τρεις μαζεμενοι, για να κανουν παρεα ο ενας στον αλλον ητανε, τί ητανε, ηρεμοι ητανε, διαδηλωση δεν γινοτανε – δεν υπηρχαν φωνες, μεγαλη ησυχια επικρατουσε, και οπως ανεβαινα προς το καφενειο εβλεπα τη σκουφα αδεια δεν υπηρχαν αυτοκινητα μεχρι που ενα μπουλουκι κοσμος φανηκε στο βαθος σταματημενος σαν να περιμενε, πολυ περιεργος κοσμος, δεν ηταν διαδηλωση, κοσμος καταμαυρος, ολοι μαυροι, τί διαολο, πολυ μού εξαπτεται η φαντασια σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και μια γριουλα ηταν εξω απο την εβγα και κοιταζε κι αυτη προς τα πανω προς τον κοσμο οπως και αλλοι σκορπιοι στα πεζοδρομια κοίταζαν προς τα πανω προς τον αη διονυση και της λεω με συγχωρειτε μηπως ξερετε τι γινεται, και μου λεει η κηδεια τού αρσενη, και ετσι καταλαβα και ησυχασα – διοτι οταν η κατασταση ειναι αγνωστη ολα ειναι δυνατα, αλλά οταν παρει ενα ονομα, οι δυνατοτητες περιοριζονται, και ετσι μπορεις να κάνεις σχέδια ανετα απεναντι στην πραγματικοτητα, να κανονισεις κι εσυ την πορεια σου και να πας να πιεις ησυχα εναν καφε – αλλά αναγκαστικα θα πλησιαζα πολυ τον ησυχο και ακινητο αυτον κοσμο γιατι το καφενειο μου ειναι εκει κοντα και ετσι αρχισα να παρατηρω, καταρχας πόσο ακινητοι ητανε, και κατα δευτερον πόσο πολυ κολωνακιωτες ητανε και ντυμενοι με τα καλυτερα τους, και κατα τριτον πόσο αμηχανοι ητανε απεναντι στο γεγονος μιας συναθροισης, δεν ητανε ατομα συνηθισμενα να βρισκονται ολοι μαζι σαν πληθος, το πληθος τούς ξενιζε, σαν να ηθελε ο καθενας να κανει επιδειξη σε πασαρελα τού εαυτου του, και επιδειξη ολης της υποβοσκουσας εχθροτητας, αντιπαλοτητας, μίσους, απανθρωπίας, διαχωρισμου, οπως σε μια επιχειρηση, εβλεπα δηλαδη τους επιχειρηματιες μαζεμενους, ολους αυτους που φοροδιαφευγουν, ολους αυτους που ’χουν τα μαγαζια που με κοροϊδευουν, ολη αυτη τη ζωη που σιχαινομαι : και ομως ολοι αυτοι πενθουσαν, ειχαν τωρα ολοι δικαιωμα να γινουνε σεβαστοι, μού θύμιζαν επισης το πασχα στην εκκλησια του αγιου νικολαου ή στη ριζαρειο οταν ημουνα μικρη που διασκεδαζα με την επιδειξη κουστουμιων φορεματων και θλιψης και τα δηθεν κατηφή ύφη στον επιταφιο και τα μετρημενα δηθεν χαρουμενα πανω–κατω τής λαμπαδας στην ανασταση, και τα κουνηματα τού κεφαλιου και τους ευγενικους και μετρημενους χαιρετισμους τού ενος οικογενειαρχη προς τον αλλον, και τα υποτονθορισματα και ψιθυρισματα που ομως ακουγοντουσαν περιφημα και παντα, απο εμας τα παιδια, του καθενος προς τη γυναικα του, εκεινος ειναι ο ταδε, αυτος ειναι ο αλλος, τι κανετε κυριε προεδρε, χαιρετε κυριε διοικητα, ω αγαπητε μου, υπηρχαν και μερικοι καθηγητες πανεπιστημιου που χρησιμοποιουσαν ακομα και δοτικη, καταλαβες αγαπητε μοι, τι γελιο που καναμε, παραλιγο να φαμε και ξυλο σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και τελος παντων εγω θα πηγαινα για καφε – και οταν ηρθε ο καφετζης τού λεω με κοινωνικο υφος, ουτε που ξερω ακριβως γιατι, ειναι η κηδεια του αρσενη ε ; και μου λεει κι αυτος πολυασχολος κοιτωντας προς τη γωνία της σκουφα ναι τωρα μολις εφυγε ο τσιπρας – και τοτε επαθα τη δευτερη κριση θυμου και μού ηρθε νταμπλας και θυμηθηκα επιπλεον και τη μαυρη γυαλιστερη υπερκουρσα που αποχωρησε μολις πριν, με τους μαυρους γυαλιστερους τροχονομους μαζεμενους πεντεξη τριγυρω της που κουνουσανε και σα μαριοντετες τα χερια

και οφειλω να εξηγησω οτι δεν εχω τιποτα εναντιον του συγκεκριμενου ανθρωπου που πεθανε και ουτε μου ηταν ιδιαιτερα αντιπαθης, και τα κατσε καλα γερασιμε εγω τα ακουγα σαν πολυ πληκτικα και βερεσε διοτι ειναι η φυση τω πραματω τετοια που αποκλειεται οποιαδηποτε κινηση στα παιδευτικα πλεον να γινει, εδω και ετη πολλα, χωρις να σηκωθει σκονη και βουητο και χαλασμος και κουρνιαχτος – και ουδεις ξερει πλεον τι πρεπει ή τι δεν πρεπει να θελει να γινει ή για ποιο λογο να φωναζει ή αντιθετως να καθεται καλα, και τα παιδια ειναι λογικο πλεον να φωναζουν ακομα και ανευ λογου και να κανουν απεργιες απο τα μαθηματα καθοτι τα μαθηματα ειναι τοσο αιωνια πληκτικα και βαρετα και βλαβερα και εφοσον δεν διακρινεται διεξοδος απο ετη πολλα καμία, και συνεπως δεν ειχα τιποτα εναντιον του ανθρωπου

αλλά παρ’ ολ’ αυτα θυμωσα και προσπαθησα να καταλαβω γιατι θυμωσα και μαλιστα τοσο πολυ, να καταλαβω δηλαδη για να μπορεσω μετα να πιω τον καφε μου ησυχα, και κατεληξα οτι μαλλον ειχα θυμωσει διοτι ο κυριος αυτος που ηρθε εδω με την αριστοκρατια να πενθησει δεν ειχε παρει τα ποδια του να παει να πενθησει οταν επρεπε την αδελφη τού διάσημου μετασταντος, σε κεινη την κηδεια με τον λιγοστο κοσμο και τους ελαχιστους πολιτικους που ητανε ομως μια κηδεια πολιτικη και ο τωρα μεταστας μαζι με τους υπόλοιπους συγγενεις ειχε σταθει ορθιος πανω απ’ το φερετρο για οση ωρα κρατήσαν οι λογοι, και δεν κρατήσαν και λιγο, και φαινοταν συντετριμμενος οπως ητανε και ολοι αλλωστε, παλιοι συναγωνιστες και αριστεροι κι οχι του κωλου υπουργαρες και χαλκινα και πνευστα και μπαντες του δημου και τροχονομοι, και ετσι σιγουρα τα ηθελε η ιδια η Κιττυ, χωρις τηλεορασεις και κουστουμια

και γιναν ολοι οι θυμοι της μερας με τις κοροϊδιες ενα ολοι μαζι ενω ηξερα συγχρονως οτι εχω και αδικο, διοτι απο πού κι ωσπού να φταιει ενας αμορφωτος ψευτοαριστερος της δεκαρας που μεγαλωσε με ηρωες της αυταρχιας και της καταστολης απο πού κι ωσπού να ξερει την Κιττυ αφου αλλοι ητανε οι ηρωες του αυτουνου, κανας ζαχαριαδης κανας κολλιγιαννης κανας φαρακος, κανας ηθικον ακμαιοτατον, κανας τετοιος μαλακας τελος παντων, που του εμαθε να ψοφαει για υπουργιλικι και πρωθυπουργιλικι και να υποκλινεται στις υπουργαρες ζωντανες ή νεκρες, τί φταιει που δεν ηξερε να υποκλιθει στην Κιττυ αφου αυτα τού αξιζουνε, αυτες τις ρεβεραντζες ποθει η ψυχη του και γι’ αυτες κλαιει, τι φταιει αυτος αν οπως ανεχομαστε την κοροϊδια με τα μηχανακια της εφοριας, ανεχομαστε την κοροϊδια αυτουνου και τον ψηφιζουμε, κι οπως εκανα αυτες τις μαυρες σκεψεις άρχισαν και να ηχουν τα τυμπανα και να παιζουν πενθιμοτατα τα χαλκινα εμβατηρια, και χαλασε ο κοσμος απο τα ριγη και τα πενθη, και χτυπήσαν κι οι καμπανες στη διαπασων και με ξεκουφαναν την ωρα που προσπαθουσα στα μαυρα χάλια να πιω τον καφε μου

 

 

 

ημερολογιο της 21ης απριλιου 2016

ο τιτλος παρμενος απο ενα ενωτιον του στρατη δουκα – εκεινος μού επισημανε οτι το μεθ’ υμων και το με θυμον, αν τ’ ακους μόνο, δεν διαφερουν.

 

 

 

πηγη

 

 

 

Απρίλιος 1, 2014

καθρέφτης στο νερό : μια σημείωση για τόν νάρκισσο

 

 

 

με αφορμή ένα περασμένο σχόλιο (δηλαδή μια υπόσχεση στη ρενάτα) θα εκθέσω εδώ μερικές γενικές περιρρέουσες αντιπαθείς νεφελώδεις και εντελώς προσωπικές απόψεις για ένα θέμα τής ψυχανάλυσης που μέ απασχολεί από παλιά (πολύ παλιά) και παρόλ’ αυτά δεν βρήκα ποτέ τόν χρόνο να τό θίξω εδωπέρα (κάποιες νύξεις του υπάρχουν μόνο στην λολίτα) :

να πω αρχικά (και πάλι) ότι διαφωνώ οριζοντίως καθέτως πλαγίως βουστροφηδόν και περιδιαγραμμάτου για ορισμένες ορολογίες που ο φρόϋντ εισήγαγε στην ψυχανάλυση από τήν ελληνική αρχαιότητα, και οι οποίες στη συνέχεια πήραν τή θέση κλισέ – κακοχωνεμένων κιόλας [ εν παρενθέσει : πιστεύω πως όλο αυτό οφείλεται στο ότι ο φρόϋντ δεν ήξερε καλά τήν ελληνική γραμματολογία, άλλωστε δεν διάβαζε ελληνικά και μάλλον δεν διάβαζε ούτε λατινικά, οι γνώσεις του ήταν μέσω τών γερμανικών – πράγμα πολύ επικίνδυνο, καθώς δεν μπόρεσε έτσι να ξεπεράσει (από μια άποψη δεν μπόρεσε και να υποπτευθεί) τήν εξιδανικευτική, ρωμαϊκής καταγωγής, ευρέως δυτικοευρωπαϊκή, οπτική τού μετέπειτα μονοθεϊστικού και χριστιανικού κόσμου (ημών συμπεριλαμβανομένων) για τά ελληνικά πράγματα τής αρχαιότητας – οπτική δηλαδή η οποία πολύ μικρή σχέση έχει με τά ελληνικά πράγματα τής κλασικής (και τής προκλασικής) αρχαιότητας – (αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ φαρδειά και πλατειά, συζήτηση) ] :

ας ξεκινήσω λοιπόν (εισαγωγικά, δεν είν’ αυτό τό θέμα μου) με τό πιο εύκολο, τόν οιδίποδα : επειδή τό «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» όντας ένας από τούς δύο βασικούς πυλώνες τής σκέψης του (τού φρόϋντ) (ο άλλος είναι ο ερωτισμός τών παιδιών) έχει καθιερωθεί σαν τό κατεξοχήν αντρικό σύμπλεγμα : έτσι όμως συσκοτίζεται τό γεγονός πως, αν πρόκειται να βρούμε οπωσδήποτε κάποιο σύμπλεγμα με βάση τή σκέψη τού σοφοκλή, θα ’πρεπε μάλλον να προσανατολιστούμε προς ένα σύμπλεγμα καθαρά γυναικείο και να τό ονομάσουμε συνεπώς και ιοκάστειο, διότι ο οιδίποδας ο κακομοίρης δεν έχει ιδέα (σ’ όλη τή διάρκεια τής τραγωδίας) για τό τί κάνει, και ούτε επεδίωξε ποτέ να γαμήσει τή μάνα του : αντιθέτως, η ιοκάστη ξέρει πολύ καλά, από μια στιγμή και μετά τουλάχιστον, τί γίνεται και τί κάνει – και κατά πάσα πιθανότητα κιόλας τήν έχει καταβρεί, και τής αρέσει : αυτό που φοβάται είναι μόνο η αποκάλυψη, γιατί ξέρει ότι δεν θα τό αντέξει (ούτε και θα τό συχωρέσει) ο γιος της αλλά και όλοι οι άλλοι : εξού και (όποιος διαβάσει τόν οιδίποδα τύραννο τό βλέπει σαφώς) προσπαθεί να αποτρέψει τή λύση τού αινίγματος, με διάφορες δήθεν άγνοιες κολπάκια και τρικλοποδιές – και κάποια στιγμή προβλέποντας τί μπορεί να συμβεί αν η διαδικασία διαλεύκανσης τού εγκλήματος βαδίσει κανονικά προς τή λύση και τό τέλος, λέει στο γιο της : Καλά, μην κάνεις έτσι, και ποιο αγόρι δεν ονειρεύτηκε κάποια στιγμή ότι πηδάει τή μάνα του… (για τήν ακρίβεια σὺ δ᾽ εἰς τὰ μητρὸς μὴ φοβοῦ νυμφεύματα : πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν μητρὶ ξυνηυνάσθησαν)

 

ο φρόϋντ παιδί

 

αυτά εισαγωγικά : ας πάμε στο ακόμα πιο αντιπαθητικό τώρα θέμα, τόν νάρκισσο :

όταν πρωτομελέτησα τή μυθολογία, πριν από αρκετά χρόνια, κυρίως μέσω τού όμηρου και τού απολλόδωρου, τά ’χασα με τό πόσο οργανωμένη είναι : αυτό οφείλεται, έχω καταλήξει, στο ποσό τού χρόνου που τή στηρίζει ώσπου να παγιωθεί ( : γραφές επί γραφών, παραδόσεις επί παραδόσεων (θυμίζουν όλ’ αυτά τίς διαδικασίες τών δημοτικών τραγουδιών, κι ακόμα και τών ομηρικών επών), και τελικά κάποιος συμπιλητής που έφτασε ώς εμάς με τό κύρος μιας αυθεντίας, συζητήσιμης : οφείλουμε συνεπώς να βρούμε ποιος μπορεί να ήταν ο πυρήνας τού προβλήματος (γιατί ασφαλώς η μυθολογία, με μια μορφή πρωτογενούς και ακατέργαστης (δηλαδή αυθεντικής και αυθόρμητης) φιλοσοφικής διάθεσης, προβλήματα λύνει)) : βυθιζόμενη εκειμέσα, αισθάνεσαι λοιπόν σα να μην υπάρχει τίποτα τυχαίο, τίποτα δευτερεύον, όλα σα να έχουν μια τόσο εξωφρενικά ξεκάθαρη σημασία που λες και πρόκειται για μαθηματικές εξισώσεις : όταν κοιτάμε τόν νάρκισσο, λέω λοιπόν τώρα, ότι πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί :

τί μάς μένει δηλαδή σήμερα απ’ αυτό τό μυστήριο παιδί που βυθίζεται ερωτευμένο στην εικόνα του (και εδώ, στο ερωτευμένο, πιστεύω ότι πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία) – πέρα από τίς μυθολογικές παραλλαγές (πολλές απ’ αυτές πολύ μεταγενέστερες, έως και ρωμαϊκές) τής ιστορίας του ; ο νάρκισσος παρασύρεται κοιτάζοντας τόν εαυτό του σ’ ένα αντικαθρέφτισμα μες στο νερό : (είναι εντέλει ερωτευμένος, ή δεν είναι – και με ποιον ; θα πω τά δικά μου αφού πρώτα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τό «έρως και πολιτισμός» τού μαρκούζε, μια που εκείνος έδωσε τή διαυγέστερη και γενναιότερη ερμηνεία σε ό,τι μπορούμε άνετα να θεωρήσουμε (εφεξής) ανατρεπτικότητα τής ιστορίας, τής φύσης, και τής λογικής τού νάρκισσου (παίρνω από τό όγδοο κεφάλαιο στο eros and civilization «the images of orpheus and narcissus» (στοιχεία για τήν ελληνική μετάφραση στο τέλος*)) :

«οι κατηγορίες με τίς οποίες η φιλοσοφία αντιλήφθηκε τήν ανθρώπινη ύπαρξη έχουν διατηρήσει τή σύνδεση μεταξύ λόγου και καταπίεσης : οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τής αισθητικότητας, τής ηδονής, τής ορμής, έχει τή χροιά ότι είναι ανταγωνιστικό προς τόν λόγο – ότι είναι κάτι που πρέπει να υποταχθεί, να περιορισθεί. Η καθημερινή γλώσσα έχει διατηρήσει αυτήν τήν αξιολόγηση : Οι λέξεις που ισχύουν γι’ αυτή τή σφαίρα έχουν τόν ήχο τού κηρύγματος ή τής αισχρολογίας /…/ η δυσφήμηση τής αρχής τής ηδονής απόδειξε τήν ακατανίκητή της δύναμη· η αντίθεση σ’ αυτή τή δυσφήμηση γίνεται εύκολα αντικείμενο γελοιοποίησης… /…/ Όταν ο φρόϋντ υπογράμμισε τό θεμελιακό γεγονός ότι η φαντασία διατηρεί μιαν αλήθεια που είναι ασυμβίβαστη με τόν λόγο, ακολουθούσε μια μακρόχρονη ιστορική παράδοση. Η φαντασία είναι γνωστική εφόσον συντηρεί τήν αλήθεια τής Μεγάλης Άρνησης /…/ Στην περιοχή τής φαντασίας, οι παράλογες εικόνες τής ελευθερίας γίνονται έλλογες και τό «κατώτερο βάθος» τής ικανοποίησης τών ενστίκτων παίρνει μια νέα αξιοπρέπεια /…/ Ο ορφέας και ο νάρκισσος (σαν τόν διόνυσο με τόν οποίο συγγενεύουν) /…/ δεν έγιναν οι ήρωες τού δυτικού κόσμου : Η δικιά τους εικόνα είναι η εικόνα τής χαράς και τής πλήρωσης· η φωνή τους είναι εκείνη που δεν διατάζει αλλά τραγουδάει· η χειρονομία τους είναι εκείνη που προσφέρει και δέχεται /…/ Ο νάρκισσος /…/ ονειρεύεται [ paul valéry : narcisse rêve au paradis /…/ ] Οι εικόνες τού ορφέα και τού νάρκισσου /…/ υπενθυμίζουν τήν εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι στη φύση του να υποταχθεί και να ελεγχθεί αλλά να απελευθερωθεί /…/ τά πράγματα τής φύσης γίνονται ελεύθερα να είναι ό,τι είναι. Αλλά για να είναι ό,τι είναι   ε ξ α ρ τ ώ ν τ α ι   από τήν ερωτική στάση : Δέχονται τό   τ έ λ ο ς   τους μόνο μέσα σ’ αυτή. /…/ Στη θράκη [ο νάρκισσος] βρίσκεται σε στενή σχέση με τόν διόνυσο /…/ Ζει σύμφωνα μ’ έναν έρωτα δικό του, και δεν αγαπά τόν εαυτό του μόνο /…/

Ίσως τώρα μπορούμε να βρούμε κάποια υποστήριξη για τήν ερμηνεία μας στην έννοια τού π ρ ω τ ο γ ε ν ο ύ ς   ν α ρ κ ι σ σ ι σ μ ο ύ   τού φρόϋντ /…/ η ανακάλυψή του σήμαινε περισσότερα από τήν προσθήκη ακόμα μιας φάσης στην ανάπτυξη τής λίμπιντο· μαζί της εμφανίστηκε τό αρχέτυπο μιας άλλης υπαρξιακής σχέσης προς τήν   π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός είναι περισσότερο από αυτοερωτισμός· αγκαλιάζει τό ‟περιβάλλονˮ, ανακατεύοντας τό ναρκισσιστικό εγώ με τόν αντικειμενικό κόσμο. /…/ ‟Αρχικά τό εγώ περιέχει τά πάντα /…/ Τό αίσθημα τού εγώ, τού οποίου έχουμε επίγνωση τώρα, είναι έτσι μόνο ένα συνεσταλμένο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου αισθήματος – ενός αισθήματος που   α γ κ ά λ ι α ζ ε   τ ό   σ ύ μ π α ν /…/ˮ [ : φρόϋντ ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας ] Ο φρόϋντ περιγράφει τό ‟ιδεατό περιεχόμενοˮ τού επιζώντος πρωτογενούς αισθήματος τού εγώ σαν ‟απεριόριστη προέκταση και ενότητα με τό σύμπανˮ (ωκεάνειο συναίσθημα). Και διατυπώνει τή γνώμη πως τό ωκεάνειο συναίσθημα επιζητά να επαναφέρει τόν ‟απεριόριστο ναρκισσισμόˮ. Τό χτυπητό παράδοξο ότι ο ναρκισσισμός, που συνήθως γίνεται αντιληπτός σαν εγωιστικό αποτράβηγμα από τήν πραγματικότητα, εδώ συνδέεται με τήν ενότητα προς τό σύμπαν, αποκαλύπτει τό νέο βάθος τής αντίληψης : Πέρα από κάθε ανώριμο αυτοερωτισμό, ο ναρκισσισμός σημαίνει μια θεμελιακή συγγένεια με τήν πραγματικότητα εκείνη η οποία μπορεί να παραγάγει μιαν ολοκληρωτική υπαρξιακή τάξη 20. Μ’ άλλα λόγια, ο ναρκισσισμός μπορεί να περιέχει τό σπέρμα μιας διαφορετικής αρχής τής πραγματικότητας : /…/ μετασχηματίζοντας αυτόν τόν κόσμο σε ένα νέο τρόπο τού είναι.

Οι ορφικές – ναρκισσιστικές εικόνες είναι εκείνες τής Μεγάλης Άρνησης /…/

Η κλασική παράδοση συνδέει τόν Ορφέα με τήν εισαγωγή τής ομοφυλοφιλίας. Σαν τόν Νάρκισσο, απορρίπτει τόν κανονικό Έρωτα, όχι για ένα ασκητικό ιδεώδες, αλλά για έναν πιο πλήρη Έρωτα. Σαν τόν Νάρκισσο, διαμαρτύρεται ενάντια στην απωθητική τάξη τού διαιωνιστικού σεξουαλισμού. Ο Ορφικός και Ναρκισσιστικός Έρωτας είναι μέχρι τό τέλος η άρνηση αυτής τής τάξης – η Μεγάλη Άρνηση. /…/ Η ζωή τού Νάρκισσου είναι η ζωή τής   ο μ ο ρ φ ι ά ς   κι η ύπαρξή του είναι   ο ν ε ι ρ ο π ό λ η μ α. /…/»

 

 

και μια από τίς σημειώσεις που ο μαρκούζε παραθέτει σ’ αυτό τό κεφάλαιο : «20 στο σύγγραμά του ‟η καθυστέρηση τής εποχής τής μηχανήςˮ ο hanns sachs έκανε μιαν ενδιαφέρουσα προσπάθεια να αποδείξει ότι ο ναρκισσισμός ήταν ένα ουσιώδες μέρος τής αρχής τής πραγματικότητας μέσα στον ελληνικό πολιτισμό. Εξέτασε τό πρόβλημα τού γιατί οι έλληνες δεν ανάπτυξαν μια μηχανική τεχνολογία, παρόλο που είχαν τήν τεχνική ικανότητα και τίς γνώσεις που χρειάζονταν. Οι συνηθισμένες οικονομολογικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις δεν τόν ικανοποιούσαν. Αντί γι’ αυτές, εξέφρασε τή γνώμη ότι τό ναρκισσιστικό στοιχείο που επικρατούσε στον ελληνικό πολιτισμό ήταν εκείνο που εμπόδιζε τήν τεχνολογική πρόοδο. Η λιμπιντική κάθεξη τού σώματος ήταν τόσο δυνατή, που αντιμαχόταν τή μηχανοποίηση και τήν αυτοματοποίηση. (1933)»

 

 

 

επανέρχομαι στα δικά μου, αν και θα μπορούσα να σταματήσω εδώ : προσωπικά, πίσω από τήν ύστερη (υπόγεια) αντιπάθεια τού φρόϋντ (στη χειρότερή της τότε μορφή, τή μορφή μιας συγκατάβασης) για τόν νάρκισσο βλέπω κλισέ και πουριτανισμούς τού ώριμου άντρα τής πατριαρχίας : καταρχάς στην πατριαρχία ο καθρέφτης θεωρείται ιδιαίτερα γυναικείο σύνεργο – συνεπώς ο νάρκισσος (αν και αγόρι) θαυμάζοντας τό πρόσωπό του πρέπει να έχει (όντως έχει) γυναικεία χαρακτηριστικά (αυτό που λέει ο μαρκούζε για τή σχέση τού νάρκισσου με τόν διόνυσο δεν πρέπει να τό ξεπεράσουμε στα πεταχτά : ο διόνυσος είναι κι εκείνος ένας θεός αμφίσημος, με προβληματική ταυτότητα – άντρας και γυναίκα μαζί : άντρας τυπικά, γυναίκα ουσιαστικά – αλλά γι’ αυτό χρειάζεται ολόκληρη, άλλη, ανάρτηση) (υπαινικτικά και ελάχιστα για τίς «βάκχες» έχω γράψει εδώ)

έτσι ο φρόϋντ απόδωσε εντέλει στον νάρκισσο χαρακτηριστικά που έβλεπε να έχουν αυτοί που θα λέγαμε σήμερα ωραιοπαθείς και εγωμανείς προσωπικότητες, και μ’ αυτήν τήν έννοια χρησιμοποιείται σήμερα σαν κλισέ ο ναρκισσισμός. Δεν ξέρω πόσο καταβάθος φοβήθηκε και δίστασε να επιμείνει εντέλει στο ότι ο παιδικός ερωτισμός ο οποίος στα δικά του (τού φρόϋντ) τά νιάτα αποτέλεσε τή ραχοκοκκαλιά τής θεωρίας του, σχετιζόταν απόλυτα με κείνον τόν αρχικό, αρχαίο, νάρκισσο – και όχι με τήν εικόνα τού δύστυχου που έβλεπε καθημερινά να σπαράζει στο ντιβάνι του, με μια πληγωμένη, αδιέξοδη εγωμανία. Ότι ο παιδικός ερωτισμός σχετιζόταν δηλαδή με τόν έφηβο νάρκισσο ο οποίος διατηρούσε με πείσμα άφθαρτη τήν αίσθηση (που ο ίδιος ο φρόϋντ τήν είχε ονομάσει παλιά ωκεάνεια) τού να κολυμπάει στο σύμπαν σε μια αποθέωση πανερωτισμού : ακολούθησε μ’ άλλα λόγια ο γερασμένος φρόϋντ που γινόταν όλο και περισσότερο από (τολμηρό) παιδί, διστακτικός (και ρεαλιστής) άντρας

 

sigmund freud εισαγωγή στον ναρκισσισμό

 

όμως αλλοίμονο αν συρρικνώσουμε τό θάμβος τού μυθικού νάρκισσου στην αξιολύπητη (μισή, ούτε καν μονή) διάσταση τού ωραιοπαθή που ασχολείται πληκτικά με έναν (ευνουχισμένο, πραγμοποιημένο, διασυρμένο στις δημόσιες σχέσεις) εαυτό (με στόχο τήν αναγνώρισή του ως πετυχημένου από μια διασυρμένη πραγμοποιημένη ευνουχισμένη κοινωνία) : και που είναι ευτυχής μόνο όταν κοιτάζει τή φάτσα του στο τζάμι τού καθρέφτη ή θαυμάζει τή φωτογραφία του στον τοίχο τού φέϊσμπουκ : ο άνθρωπος αυτός δεν έχει έρωτα για τίποτα – ούτε καν για τόν εαυτό του – γιατί δεν έχει εαυτό : ένα άδειο κουτί έχει, με μια κοινωνικά αποδεκτή ταμπέλα, που τό περιφέρει επιδιώκοντας να εκμαιεύσει μ’ αυτό τό άλλοθι τά ελάχιστα υποκατάστατα ηδονής που τού απομένουν : ασκώντας μ’ άλλα λόγια εξουσία όπου μπορεί – συνηθέστερα και ευκολώτερα στον στενό κοινωνικό του περίγυρο και τούς οικείους του, ή αν είναι τυχερός και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο – και τότε δυστυχούμε εμείς που τούς τρώμε στη μάπα σαν πετυχημένους πολιτικούς ή πετυχημένους πνευματικούς ανθρώπους. Τό είδος αυτό (κοινότατο και συνηθέστατο, ρενάτα,) έχει πολλά κοινά με τόν φασίστα (άσχετα από τό ποιο κόμμα υποστηρίζει) : γιατί, αυτός ο άνθρωπος, εξίσου όπως και ο φασίστας, έχει τήν εντύπωση ότι κινδυνεύει από παντού, ότι όλοι τού επιτίθενται, ότι είναι μονίμως αμυνόμενος, κι ότι έχει μονίμως δίκαιο : πρόκειται για τήν ψυχολογική πανούκλα που συνήθως θέλει διακαώς να κυβερνήσει, αν δεν κυβέρνησε, να γίνει γνωστός αν δεν έγινε, να κάνει λεφτά αν δεν έκανε

και μην κάνουμε τό λάθος να τόν μπερδέψουμε με τόν απλό εγωιστή : γιατί κι ο εγωισμός είναι πιο ενεργητικός δημιουργικός και απαιτητικός απ’ ό,τι ζητάει αυτή η μόνιμη καταβύθιση στην αλλοτροίωση : ο εγωιστής θέλει ακόμα και κλέβοντας να μαθαίνει, γιατί έτσι μεγαλώνει τόν εαυτό του – ο εγωμανής δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι κάτι δεν τό ξέρει γιατί όλα όσα δεν ξέρει τού φαίνονται επικίνδυνα καθώς τόν αντιμάχονται, κάθε τι ξένο τού είναι εκ τών προτέρων εχθρικό καθώς ολόκληρος ο κόσμος τού είναι ξένος : δεν αγαπάει κανέναν κόσμο όπως δεν αγαπάει και τήν ομορφιά, όπως δεν αγαπάει τελικά ούτε τόν εαυτό του : γιατί δεν είναι σε θέση ν’ αγαπήσει απλώς τίποτα (εξαυτού δεν έχει φαντασία και στον έρωτα, είναι πληκτικός στο κρεβάτι όσα ακροβατικά, μιμούμενος τίς ταινίες τής τηλεόρασης, και να κάνει, κι ας πηγαίνει στα ραντεβού του, όπως λέει κι ο μαρκούζε, φορώντας τό αποσμητικό τής μόδας) : για τόν υστερικό αυτού τού είδους η μόνη κατάσταση άξια λόγου που υπάρχει είναι η οποιαδήποτε μορφή άσκησης εξουσίας – είπαμε, δεν διαθέτει φαντασία μνήμη ή κρίση ώστε να ξεχωρίζει τά μεγέθη : τό μόνο λοιπόν που επιζητά είναι να ξεχνάει, μέσω τής μόνιμης ενασχόλησης με τόν εαυτό του, ότι δεν έχει εαυτό : φυσική συνέπεια είναι να μισεί θανάσιμα (δεν μπορεί ούτε να τό κρύψει) οποιονδήποτε υποψιαστεί ότι έχει αυτοεξαιρεθεί απ’ τόν ευνουχισμό αυτής τής ωριμότητας, (τού ρεαλισμού και τής επιτυχίας) : ας μη γελιόμαστε, ο ωραιοπαθής άνθρωπος τόν μισεί τόν νάρκισσο, καθόλου δεν τού μοιάζει

 

από τήν άλλη μεριά, τό παιδί αυτό (πολλές φορές μέ προβλημάτισε, και έτσι προσπάθησα να τό ανακαλέσω) τί ακριβώς κάνει όταν περιεργάζεται τήν εικόνα του στον καθρέφτη ; λοιπόν για να μιλήσω εντελώς πρακτικά, πιστεύω ότι προσπαθεί να δει αυτό που βλέπει πάνω του ο κόσμος, και κυρίως αυτό που θα ερωτευτεί σ’ εκείνο, εκείνος, ο αχανής και άγνωστος, με τόν οποίο τό παιδί είναι ήδη ερωτευμένο : μέσω τής αντανάκλασης, και τού καθρέφτη, και τού νερού, μπαίνει στη θέση εκείνου που θα τόν δει, ονειρεύεται εκείνον που θα τόν ονειρευτεί, φαντάζεται με λίγα λόγια τόν ίδιο τόν έρωτα, είναι γεμάτο με λίγα λόγια από τήν αναπόληση εκείνου τού έρωτα προς τό σύμπαν : και μ’ αυτήν τήν έννοια παραβλέπει περιστασιακά υποκείμενα (και αντικείμενα) επιθυμίας : γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο νάρκισσος είναι μόνο παιδί (όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παιδί, σχεδόν μωρό, είναι και ο ίδιος ο έρωτας) και μπορεί να φαντάζεται ή να ονειρεύεται τόν έρωτα παντοδύναμον, δεν έχει μάθει ακόμα : η παντοδυναμία τής επιθυμίας του αντανακλάται στην εικόνα που βλέπει στο νερό και η εικόνα τού επιστρέφει τόν έρωτα τόν οποίο ακτινοβολεί ο ίδιος : ο νάρκισσος είναι ο έρωτας στην καθαρή του μορφή γιατί βυθίζεται αθώα στην αναπόληση ενός έρωτα συνολικού, μιας αυθεντικής κι αυθόρμητης παιχνιδιάρικης παιδικής παρτούζας – εξού και δεν τού χρειάζονται τά μεμονωμένα άτομα που τόν πολιορκούν με διάθεση αποκλειστικότητας (η αποκλειστικότητα κι ο ασκητισμός ως βασική ηθική τού πολιτισμού – στον οποίο ο νάρκισσος δεν θέλει (κι από μια άποψη δεν μπορεί κιόλας) να ανήκει)

και έτσι, βυθισμένος στην ελευθερία, φαντάζεται τό αντικείμενο τής ερωτικής του επιθυμίας με τόν πιο ενεργητικό και ευρηματικό τρόπο, γίνεται δηλαδή ο ίδιος εκείνος ο άλλος που τόν κοιτάει στο μέλλον : ο νάρκισσος βλέπει τόν εαυτό του ακριβώς σαν αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, επειδή είναι τό υποκείμενο αυτής τής αρχικής, τής πρώιμης, και τής ατέλειωτης

και η στιγμή τού καθρεφτίσματος είναι και η στιγμή που τό υποκείμενο ακριβώς χάνεται : περιδιαβάζοντας τόν εαυτό του και τόν άλλον μαζί, και καθώς γίνεται ο ίδιος ένας άλλος (νάτος πάλι ο πιτσιρίκος και ο έφηβος τής σαρλβίλ) είναι, αυτό τό παιδί, ο πιο αναρχικός ερωτευμένος γιατί είναι ερωτευμένος πέραν εαυτού : αυτή τήν ανατρεπτική εποχή τής παιδικής αναζήτησης ο έρωτας λειτουργεί στ’ αλήθεια, εξαφανίζοντας δηλαδή τίς διακρίσεις τών σωμάτων

απ’ αυτήν όμως τήν άποψη, και απ’ αυτή ακριβώς τήν ηλικία, τό παιδί (και ο νάρκισσος) είναι ορκισμένοι εχθροί τής πατριαρχίας, και είναι και για τήν ίδια τήν πατριαρχία ξένο σώμα κι επίφοβο (και γι’ αυτό δεν πρέπει να επιζήσει) : η λογική τών ιεραρχήσεων που στερεώνει τά θεμέλια τής εξουσίας θέλει τόν έρωτα διαδικασία μεταξύ σαφώς διαχωρισμένων φύλων και εαυτών : δεν πρέπει λοιπόν να επιζήσει – στη λογική τής κυριαρχίας ο άνθρωπος πρέπει να ωριμάσει να ξεχάσει και να σβήσει αυτό τό παιδί από τήν ιστορία του (η μετέπειτα μυθολογία που θα επικρατήσει για τήν αθωότητα και τήν αγνότητα τών παιδιών είναι τό κυρίαρχο όπλο σ’ αυτόν τόν ανελέητο πόλεμο μνήμης, που εξαφανίζει εκείνη τή συμπαντική ολότητα από τό προσκήνιο : τά όπλα εναντίον τού νάρκισσου θα είναι και απλούστερα και ευκολότερα) :

θα τόν συκοφαντήσουν απλώς ως ανίκανο, καταργώντας τά στοιχεία τών δύο εαυτών που ο νάρκισσος χαίρεται – και τού θεατή και τού θεώμενου : όμως ο νάρκισσος θα επιμείνει στη φαντασία – όσων επιμένουν : θα εξακολουθεί να βλέπει τόν εαυτό του στο υγρό στοιχείο που θα τού επιστρέφει τήν αιώνια επιθυμία του – και θα πνίγεται μέσα σ’ αυτά τά νερά : ο ωραιοπαθής θα αρκεστεί στον καθρέφτη τού λακάν, ένα σκέτο τζάμι : αυτός δεν πεθαίνει ποτέ, δηλαδή δεν τελειώνει : τό υγρό στοιχείο έχει εξατμιστεί, ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να χύσει : έξαλλος, γιατί τό σκέτο τζάμι δεν επιστρέφει παρά μόνο απουσία, φτάνει τότε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς : θα σάς σκοτώσω όλους, λέει, κι αυτό είναι τό μόνο που απομένει όταν ο έρωτας δεν είναι πια εκεί : έτσι γεννιέται ο πολιτισμός μας

 

 

     

 

 

   * για τήν ελληνική μετάφραση τού μαρκούζε χρησιμοποίησα τήν έκδοση : herbert marcuse «έρως και πολιτισμός», μετάφραση ιορδάνη αρζόγλου, «κάλβος» 1970

 

  πηγή φωτογραφίας

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: