σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 19, 2015

μέσα στο τσιμέντο

 

 

 

 

Υπάρχει ένα απόσπασμα σε κείνο τό κεφάλαιο για τήν παλιά γειτονιά που αναφέρεται στην τσιμεντένια πισίνα τής εκκλησίας : στην πραγματικότητα, περισσότερο απ’ όλα θα ’πρεπε να αναφέρεται στο όνομα τής εκκλησίας, και στον χαρακτηρισμό της – στο όνομα με τήν έννοια ότι θα ’πρεπε να ξεκαθαριστεί, για ποιο λόγο τό όνομα δεν μπορούσε να αναφερθεί ποτέ (δεν υπήρχε τρόπος να αναφερθεί), και στον χαρακτηρισμό της, γιατί εξαιτίας αυτού τού χαρακτηρισμού χαρακτηρίστηκε μια μεγαλύτερη περιοχή, όχι πια τής πόλης ή τής χώρας, αλλά τού χάρτη – από τότε – κι ώσπου ν’ αλλάξουν οι χάρτες για τά καλά, εκείνος ο χαρακτηρισμός ήταν ο πρώτος (θ’ ακολουθούσαν ακόμα και κάποιοι δεύτεροι και τρίτοι) που θ’ αφορούσαν κάτι που θα ήταν πάντα «τό μεγαλύτερο τών βαλκανίων» – και πάντα έτσι θα λεγότανε, μ’ αυτήν τήν επισημότατη γενική που έδειχνε κάτι ξένο κι απόμακρο, κι επίσης ένα καμάρι που θα ξεκινούσε από περιφρόνηση και θα κατέληγε σ’ αξιολύπητο (επαρχιωτισμό και εξαυτού) οίκτο : η μεγαλύτερη εκκλησία τών βαλκανίων : τό μεγαλύτερο νοσοκομείο ή και τό μεγαλύτερο μπαρ (άκουσα πολύ αργότερα για ένα τρίπατο σε μια απ’ αυτές τίς περιοχές που καμαρώνουν ότι ήταν φτωχές και ανέρχονται ή ήταν ανερχόμενες και κατέρχονται) τών βαλκανίων : έπρεπε ν’ αναστραφεί ο χάρτης ολόκληρος για ν’ αρχίσω να συναισθάνομαι πόσο ηλίθιο ήταν αυτό τό φριχτό καμάρι : κι ήταν μαζί οι πρώτες φορές που άρχισα να καταλαβαίνω ότι βρισκόμαστε όλοι μαζί, σ’ αυτήν τήν περιοχή, και πουθενά αλλού, και όχι απέξω, ή πιο ψηλά – και γι’ αυτό ξόρκιζες αυτό που δεν μπορούσες να φτάσεις, δηλαδή τό «μεγαλύτερο τής ευρώπης» να πούμε ή «τό μεγαλύτερο τού κόσμου», ή τό «μεγαλύτερο τής υφηλίου» και «τού σύμπαντος» και «τού γαλαξία» : είμαστε εκεί, σ’ εκείνη τή γειτονιά που δεν είχε άλλο όνομα πέρα από τό όνομα τής εκκλησίας, τής «μεγαλύτερης τών βαλκανίων» – φτηνή επαρχιώτικη γελοιωδέστατη ονομασία και παρηγοριά – όχι για τούς κατοίκους τών βαλκανίων, αλλά για τούς άλλους γείτονες τής γειτονιάς που ήτανε παραπάνω από τούς άλλους τών βαλκανίων –

Όμως, τώρα που τό σκέφτομαι, δεν ήτανε τόσο σπουδαίος ο χαρακτηρισμός όταν παίζαμε μέσα στο τσιμέντο (τής πισίνας) και γύρω από τούς αυστηρούς αφιλόξενους απρόθυμους κακοσχηματισμένους τοίχους (τής εκκλησίας) με τίς εσοχές και τίς κάθετες γραμμές που ορθωνόντουσαν σαν λαιμητόμοι και που στις κρυφές τους οξείες γούβες σέ είχε οδηγήσει μια μέρα γελώντας αυτή, έντρομη εσένα, να κατουρήσεις η ανέμελη υπηρέτρια και που μέσα στον τρόμο σου είδες ξάφνου να υψώνεται πίσω από τή φαρδειά της φούστα που έκρυβε τό μουντό απόγευμα – ήταν η ώρα που κανένας δεν έπαιζε πια κι η πλατεία ήταν σχεδόν άδεια – τό αυστηρό πρόσωπο τού ανήλεου άντρα (όλοι οι άντρες είχαν ένα ύφος ανήλεο ιδίως όσοι περνούσαν σαν ξένοι και έφευγαν – ένα ύφος ανέκφραστο κοροϊδευτικό και ανήλεο –) που μην καταδεχόμενος καν να ασχοληθεί, περνώντας απλώς πίσω απ’ τή φούστα της, έφτυσε με τό καταδικαστικό ύφος τού ύστατου κριτή εκείνο τό ερωτηματικό «στην εκκλησία κατουράς» – και πέρασε ( : ό,τι κυρίως θυμάσαι ήταν η απορία και όχι τόσο (ακόμα) ο θυμός, και μαζί κάτι σαν διασκέδαση για τό άδηλο και άγνωστο τεράστιο μέλλον – έτσι που χωρίς να έχεις (ακόμα) θυμώσει έμεινες σ’ εκείνη τήν περιφρόνηση προς τή φούστα αυτηνής, και τό ότι έχωσε για μια στιγμή μάλιστα τό κεφάλι του σχεδόν πάνω απ’ τή φούστα αυτηνής, ρίχνοντας εκείνο τό κοίταγμα μόνο σε σένα σαν να προφήτευε (αλλά δεν ήθελες να τό σκεφτείς γιατί αν τό σκεφτόσουνα θα σού κοβότανε τό κατούρημα) να προφήτευε μια απροσδιόριστη κατάσταση από κακία ή διαίσθηση που θα παρέβλεπε και στο μέλλον τίς άλλες φούστες ακόμα κι αν σέ κρύβαν εντελώς πίσω τους ώστε διάφοροι τέτοιοι με τέτοιο πρόσωπο αιωνίως, και σαν να ήταν τό κάτουρο κάτι κακό κι η εκκλησία κάτι καλύτερο, περνώντας τά μικρά σα μπίλιες μάτια πάνω από τά καρώ υφάσματα θα είχαν τήν κακία να διακρίνουν πάντα με τήν τρελή εμμονή τού ύστατου κριτή εσένα μόνο σκυφτή όταν έγραφες ή κατουρούσες) : θα ’ταν φτηνό κόλπο όμως να ασχοληθώ με τό αν κόπηκε και πώς τό κάτουρο ή αν συνεχίστηκε και πώς : εκείνη πάντως δεν έδωσε καμιά σημασία και σέ μάζεψε ευχαριστημένη.

Και θα ’ταν φτηνό κόλπο να πω για τό εσωτερικό τής εκκλησίας και τούς γυμνούς τούβλινους αχανείς αφιλόξενους άξενους, ξένους, τοίχους της που απορροφούσαν τίς φωνές, τίς ελάχιστες φορές που είχες μπει μέσα και είχες τολμήσει να τούς έχεις κοιτάξει – και τότε συνηγορούσαν, τά γυμνά τούβλινα πανύψηλα ικριώματα με τόν τόπο όπου μπορούσε κανείς να τού έρθει να κατουρήσει από τό κρύο όσο τόν έβλεπε, και μαζί έβλεπε απόμακρα μέσα στην αχανή αδειοσύνη με τίς ελάχιστες ζωγραφιές, κάποια μικρή φιγούρα παπά να μιλάει διδακτικά σ’ έναν καντηλανάφτη. Αλλά δεν ήταν αυτό που σ’ ενδιέφερε : ό,τι υπήρχε ήταν τό γύρω από τήν εκκλησία, τή μεγαλύτερη τών βαλκανίων, και πάνω απ’ όλα, κάτω χαμηλά η βυθισμένη πισίνα (υπήρχε φυσικά και τό καφενείο – ήταν κάτω χώμα και μετά δέντρα και δρόμοι και μετά σπίτια που σαν να φτιάχναν τό σκηνικό ενός θέατρου, αλλά ήτανε κυρίως τό καφενείο που έβγαζε τά σιδερένια στρογγυλά στο πεζοδρόμιο και είχε ένα γκαρσόνι πολύ ψηλό και λεπτό και έβγαζε αυτός τά στρογγυλά τραπέζια στον κήπο κουβαλώντας τα θριαμβευτικά, κάτω από μια σειρά ψηλά δέντρα που θα καθόντουσαν μόνο μεγάλοι που θα μιλούσαν με ύφος μυστικό και ανήλεο για να μην καταλαβαίνουμε εμείς ποτέ μας τί λένε : (πάντα θα καθότανε κάποιος σαν τόν μπαμπά και σαν τήν μαμά και αυτούς είχαμε περισσότερη επιθυμία συνήθως να τούς μυρίσουμε έτσι ώστε τρέχοντας περνάγαμε δίπλα τους για να τούς μυρίσουμε όχι μόνο μία φορά αλλά ξανά και ξανά όμως αυτοί κοιτάζαν ο ένας τόν άλλον και δεν μάς δίναν καμιά σημασία παρά μόνο αν η γυναίκα χαμογέλαγε σε κάποια από μάς, όμως τό γκαρσόνι που πηγαινοερχόταν διασχίζοντας τόν δρόμο ανήλεο με τόν δίσκο στο χέρι ψηλά έκανε μια κίνηση σα να μάς έδιωχνε κρατώντας τό δίσκο σα μυγοσκοτώστρα)). (Όμως δεν έχω μπορέσει να βρω τή μυρωδιά αυτή ποτέ πια και τίς λέξεις για τή μυρωδιά, γλυκάνισο, τουρσί, κραγιόν, νερό, ούζο, γλυκό, πικρό, ξυνό, μαλλιά, και δέντρο μαζί και πράσινο και χώμα, και ρούχα καρώ και πουά και ταγιέρ σκουλαρίκια και τσάντα και κόκκινο στόμα κραγιόν και φαΐ τουρσί ομιλίες μυστικές και ανήλεες). Τό χώμα όμως δεν ήτανε μόνο χώμα γιατί ήτανε και τσιμέντο και τούβλα και η πισίνα με τό τσιμέντο χωρίς τό νερό : ή μάλλον τό τσιμέντο τής πισίνας στη μέση, βαθύ στρογγυλεμένο, τετραγωνισμένο, με σκαλάκια για να κατεβαίνουμε και να παίζουμε – εκτός από όταν τή γεμίζανε με νερό και δεν μπορούσαμε να παίξουμε γιατί ερχόντουσαν τά ορφανά – παίζανε κολυμπώντας μέσα στο νερό περιμένοντας στη σειρά περιμένοντας με τή σειρά αφού τά φέρνανε όλα από κάπου με τή σειρά – και κανείς δεν ήξερε από πού ερχόντουσαν – είχανε όμως αυτό τό όνομα «τά ορφανά» που ήταν μια λέξη ακατανόητη η οποία απόκτησε αμέσως νόημα από τό γεγονός ότι κάποιοι από μάς τήν ξέρανε και τήν είπανε, και αμέσως μετά και κολλητά από τό γεγονός ότι εμείς συνεπώς είμαστε διαφορετικοί και καλύτεροι – και η πισίνα είχε γεμίσει νερό από τήν αρχή πριν φτάσουμε εμείς τό πρωί και δεν μπορούσαμε επομένως να παίξουμε εκεικάτω αλλά είχαμε τό παιχνίδι που ήταν περίπου διασκεδαστικό να στεκόμαστε σε μία σειρά παραδίπλα παραπέρα – γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσουμε, και από κει όρθιοι και ανήλεοι και περήφανοι και κακεντρεχείς να χαζεύουμε τά κοριτσάκια – κυρίως ήταν νομίζω πιο πολύ κοριτσάκια – που τά βάζανε στη σειρά και ίσως να ερχόντουσαν κιόλας σε μία σειρά – πάντως καμιά μας δεν ήξερε από πού ερχόντουσαν – και ύστερα περιμένανε ανά δύο στη σειρά και με κάποιο σύνθημα πέφτανε ανά δύο στο νερό που ’χε γεμίσει τό τσιμέντο και έτσι ανά δύο τά θυμάμαι σχεδόν που κολυμπάγανε ώσπου με κάποιο αόρατο σύνθημα πάλι βγαίναν αυτές και μπαίναν οι άλλοι και υπήρχαν λίγες φωνές και κάτι λίγο σαν παιχνίδι ή χαρά και σκανταλιά αλλά ελάχιστο, πιο πολύ μού φαινόντουσαν άβουλα σαν να βρίσκονται ακόμα στην τάξη (ακόμα και μες στο νερό σαν να καθόντουσαν και μες στο νερό σε ένα θρανίο ανά δύο και περιμένανε με τά χέρια σταυρωμένα τό διάλειμμα) και δεν θυμάμαι τά πρόσωπα τών μεγάλων καθόλου, αλλά ήταν κυρίες, κυρίως κυρίες αν και πρέπει να υπήρχαν και άντρες, μεγάλοι που μού θύμιζαν καντηλανάφτες κι ανήλεοι, μυστηριωδώς αδίστακτοι γεμάτοι σκοτούρες, και όλο αυτό ήτανε σαν κάτι που έπρεπε να γίνει αλλά δεν είχε σχεδόν καθόλου παιχνίδι – κάποια μέσα στο νερό προσπαθούσαν να γελάσουν – ίσως τά παρηγορούσε μόνο που τά κοιτάζαμε εμείς απέξω και δεν μπορούσαμε να παίξουμε κι εμείς στο νερό, ίσως αυτό ήταν η περηφάνια τους (κι ακόμα ίσως και τό ότι μάς είχαν πάρει τήν πισίνα – αν τό ξέρανε (αλλά πού να ξέρουνε ότι η πισίνα ήταν άδεια πριν έρθουν αυτά, κι εμείς παίζαμε μέσα εκεί στο τσιμέντο όλες τίς άλλες φορές – δηλαδή τόν κανονικό μας τόν χρόνο –) αλλά είχα τήν εντύπωση ότι τά ενοχλούσε που τά κοιτάζαμε κι ότι τά ενοχλούσε που ήταν αυτά ορφανά κι εμείς είχαμε άλλους μεγάλους μαζί μας, κρυμμένους στο σπίτι – παρόλο που δεν φαινόντουσαν τώρα – είμαστε μόνοι εμείς και μόνοι αυτοί (αν και αυτοί είχαν κάποιους μεγάλους μαζί τους που τούς έβαζαν στη σειρά και που δίνανε τά συνθήματα και τίς εντολές) – αλλά πολύ αυστηρά και δεν ήταν κανονικοί μεγάλοι αλλά και οι δικοί μας τά ίδια περίπου κάνανε (εκτός από τίς υπηρέτριες που ήτανε οι καλύτερες όλων με τίς φαρδειές τους τίς φούστες, συνήθως καρώ) αλλά αυτές δεν τό ήξεραν και μάλλον στεκόμαστε εκεί με τήν περηφάνια και τήν αλαζονεία τού πρόσκαιρου ψεύδους ότι οι δικοί μας μεγάλοι ήταν καλύτεροι – και αυτές υποφέρανε και κολυμπούσαν, φώναζαν και λίγο, παίζαν και λίγο, αλλά καταβάθος καιροφυλακτούσε η ταπείνωση εκεί, αυτή η ταπείνωση – ότι εμείς είμαστε πολύ καλύτεροι αφού είχαμε άλλους μεγάλους πιο πίσω – όμως παρόλ’ αυτά καιροφυλακτούσε κι απ’ τή μεριά τους, ήμουνα σίγουρη, η χαιρεκακία ότι μάς είχανε πάρει για τή μέρα αυτή, ήταν μόνο δικιά τους να παίζουν αυτή η πισίνα. Κι αυτό γινόταν αρκετές φορές, κι ήταν σαν ένα σημάδι ότι είχε έρθει τό καλοκαίρι.) Όμως ξαφνικά η πισίνα ξαναάδειαζε και ξαναμπαίναμε μέσα. Και εκειμέσα παίζαμε οι πιο μεγάλοι και οι πιο σπουδαίοι τό Περνά περνά η μέλισσα και τό Καλημέρα σας κυρία μπερλίνα και τό Πινακωτή πινακωτή από τό άλλο μου τ’ αυτί γιατ’ είν’ η μάνα μου κουφή.

Αλλά τό «σάς πήραμε σάς πήραμε» τό θυμάμαι περισσότερο και για τά λόγια αλλά και γιατί τότε έπρεπε να φτιάξουμε τούς δύο στρατούς (με τά χέρια μπλεγμένα απ’ τήν κάθε μεριά και να τρέχουμε μετά να σπάσουμε ο ένας τίς αλυσίδες τού άλλου, με τό στομάχι έπρεπε να σπάσουμε τά χέρια τών άλλων αλλά πολλοί ανήλεοι βάζαν τά χέρια μπροστά στο στομάχι και σπάγαν τά χέρια με χέρια) : κι ήταν μια περιπέτεια να μάθουμε ο ένας τού άλλου δηλαδή τά ονόματα ώστε όταν θα φωνάζανε Ποιόν παραγγείλατε, να ξέρουμε να φωνάξουμε τό όνομα αυτουνού που δεν θα ’τρεχε ούτε γρήγορα ούτε και δυνατά ώστε να μην καταφέρει να σπάσει τήν αλυσίδα και ηττημένον να τόν ενσωματώσουμε στις γραμμές μας και με κακεντρεχή περηφάνια να φωνάξουμε Σάς πήραμε σάς πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο και να τούς ακούσουμε ν’ απαντάνε με τό πιο κακεντρεχές τους ύφος περιφρονητικότατα Μάς πήρατε μάς πήρατε βαρέλι δίχως πάτο αλλάζοντας ξαφνικά γνώμη για τόν μέχρι τώρα φίλο τους και στο, αμέσως μετά πιο συμβιβαστικό δικό μας, Σάς πήραμε σάς πήραμε μια όμορφη κοπέλα, αυτούς να τούς ακούσουμε ν’ απαντάνε με τό ακόμα πιο παράλογα απορριπτικό δικό τους Μάς πήρατε μάς πήρατε μια παληοκατσιβέλα, κι ύστερα επομένως η αγωνία όταν φωνάζαν τό δικό σου τό όνομα, η αγωνία και η ταπείνωση, γιατί αυτό σήμαινε ότι περιμένανε τώρα ότι δεν θα έχεις δύναμη εσύ, κι ότι δεν θα έχεις τήν δύναμη και τήν ικανότητα να σπάσεις και να διαλύσεις καμιά αλυσίδα εσύ, και τό ξέρανε, κι ότι ήτανε σίγουροι, κι ότι είχαν αυτήν τήν χαιρέκακη προφητεία και γνώση, και μέσα σ’ όλη σου τήν σύγχυση και τόν θυμό που σέ διαλέγαν για αντίπαλο σχεδόν εκ τών προτέρων ηττημένο έπρεπε συγχρόνως να ψάξεις πριν ξεκινήσεις τό τρέξιμο και να προκαθορίσεις (και να προφητέψεις) με κακεντρέχεια κι εσύ τήν πορεία σου έτσι ώστε να υποθέσεις (και να προφητέψεις) πού βρισκόταν ένας άλλος αδύναμος τώρα ή μάλλον οι δύο αδύναμοι απέναντι, (ώστε να ξεκινήσεις κατευθείαν γι’ αυτούς τούς δυο και εσύ) (με τήν ελπίδα να μην νιώσεις πάνω εκεί στο ύψος τού στομαχιού και τής κοιλιάς αυτήν τήν ανήλεη και αδιάσπαστη ενότητα τήν χαιρέκακη και κακεντρεχή δύναμη που δεν αφήνει κενό να περάσει) τήν νιώθεις ολόκληρη κι ενιαία στις γροθιές που σφίγγονται πάνω σου όπως πέφτεις με τό στομάχι επάνω τους, ανίδεες ανείπωτες ανάκουστες άγνωστες γροθιές και δυνατές : κι ύστερα όταν ένας άλλος ετοιμάζεται να έρθει πια από απέναντι (προβλέποντας με φόβο, προφητεύοντας με απορία, ότι διαλέγει τά δικά σου τά χέρια να σπάσει) τήν αντίθετη ας πούμε φορά που πρέπει να κάνεις εσύ τά χέρια γροθιά σφίγγοντας τά χέρια σου γερά με τούς δίπλα, όσο γίνεται πάλι πολύ δυνατά, για να μην περάσει ο άλλος αυτός που εσύ φώναξες με τ’ όνομά του, ή οι άλλοι φώναξαν κι εσύ ακολούθησες και φώναξες τό όνομά του επίσης κι εσύ (με τήν ελπίδα ότι είναι αυτός τό ίδιο αδύναμος όπως ήσουν κι εσύ και δεν θα μπορέσει να σπάσει τά χέρια) : μάλιστα όταν τόν βλέπεις να ξεκινάει από τήν δικιά του αφετηρία και να κατευθύνεται εντελώς καταπάνω σου έχεις έτσι από μέσα σου όλη τήν έκπληξη (και τόν τρόμο) που σέ θεωρεί τόσο εύκολο και σίγουρο και νικημένον εκ τών προτέρων αντίπαλο ώστε να ’ναι σίγουρο ότι τό δικό σου τό χέρι δεν θα αντέξει ποτέ τή δύναμη εκείνου τού άκαμπτου τοίχου τού στομαχιού τού σκληρού κι εχθρικού. Που πέφτει σαν λεπίδι σαν ξυράφι σαν μαχαίρι και μαζί σαν τούβλο επάνω σου, και σαν τοίχος από μαχαίρι, τήν ώρα που σού κόβει τή γροθιά σου στα δύο, αυτουνού τό απέναντι στομάχι ανήλεο και πας πίσω τρέχοντας καθώς σέ γυρίζει στη δικιά του αλυσίδα αιχμάλωτη, και τόν ακολουθείς δήθεν ότι δεν σέ πειράζει καθώς σέ γυρίζει στη δικιά του αλυσίδα σα λάφυρο, και σέ παρηγορεί τό ότι τώρα – από μια αναπότρεπτη στροφή τού στίχου και τού τραγουδιού θα μετατραπείς εσύ τώρα από νικημένος σε λάφυρο, και σε κάτι που όντως οι ίδιοι οι νικητές σου θα αισθανθούν εξαιτίας του τήν ανάγκη να σέ επαινούν : και να λένε ότι είσαι φλουρί : δηλαδή να τό λέει τό τραγούδι : και δεν είναι πια, μέσα στον κήπο η αίσθηση ότι σέ διάλεξαν επειδή είσαι αδύναμος αλλά επειδή είσαι πολύτιμος και όμορφος και φλουρί. Νιώθεις έτσι τήν αγαλλίαση τών άγριων εκείνων λέξεων : Σάς πήραμε σάς πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο (και δεν θέλεις νά ’ρθει η στιγμή που θ’ ακούσεις από μακριά (να έρχεται σαν ηχώ από έναν κόσμο εχθρικό πλέον τώρα, εκείνον τών πρώην αλυσιδωτών σου συντρόφων) τό Μάς πήρατε μάς πήρατε βαρέλι δίχως πάτο).

Μεγάλο μέρος τού παιχνιδιού αυτού επομένως – και μέρος όχι μόνο κεντρικό και νευραλγικό αλλά και τραγικό επομένως – αποτελούσαν τά ονόματα και μ’ άλλα λόγια οι λέξεις : και για να ’μαι ακριβής όχι μόνο τά ονόματα αλλά και τά πρόσωπα πίσω και μαζί με τά ονόματα, και μάλιστα όχι μόνο τά πρόσωπα, αυτό που θα ’λεγε δηλαδή κανείς γενικά πρόσωπα, αλλά και όλα τά σημαντικά και σπουδαία και ανίκητα τού κάθε προσώπου (που η δύναμή του στο τρέξιμο και η δύναμή του στα χέρια (κι όχι μόνο στα χέρια όταν ήταν ακίνητος, αλλά και στα χέρια όταν έτρεχε) (ώστε να σπάει πονηρά και κρυφά με τά χέρια κι όχι με τό σώμα του μόνο απλώς τήν αλυσίδα (αν μπορεί)) (χέρια πάνω σε χέρια, γροθιά πάνω στη γροθιά) ήταν αυτά που φυσικά εννοούνταν μαζί με τά ονόματα και με τίς λέξεις). Και φυσικά εννοούνταν ότι ήταν πάρα πολλά τά παιδιά μες στην πισίνα εκεί τότε που παίζανε, και γι’ αυτό φροντίζαμε να ξέρουμε όσο γίνεται περισσότερα ονόματα (και τίς ικανότητες και τίς ανικανότητες και τίς αδυναμίες τού κάθε καινούργιου στο τρέξιμο και στις μπουνιές) (και ειδικά οι αδυναμίες ήταν τά μεγαλύτερα προσόντα τού λάφυρου τού φλουριού τού βαρελιού ή τής κατσιβέλας : ) Κι έτσι όσα παιδιά κι αν ερχόντουσαν καινούργια τά δοκιμάζαμε στο Μέλι γλυκύτατο μες στην πισίνα, και εκεί στην πισίνα μάς άρεσε κυρίως να παίζουμε (στο γκρι της τσιμέντο) κατεβαίνοντας τά λίγα σκαλάκια έτσι ώστε να γινόμαστε όντως αόρατοι σχεδόν για τούς μεγάλους μετά, και να χτυπιόμαστε μέσα σ’ ένα χώρο μονομαχιών ανελέητων μικροσκοπικών, κολοσσαίο με μελλοθάνατους νεογέννητους.

Αλλά ήταν φορές που τριγυρνάγαμε μέσ’ στην πισίνα κατά παρέες συζητώντας ή περπατώντας ή και, χωρίς σκοπό και κανόνες περισσότερους, μέσ’ στους σκληρούς της τοίχους μόνο τρέχοντας.

 

 

δημοσιευμένο στο τεύχος 81 (δεκέμβριος 2015) τού περιοδικού «σημειώσεις»

 

φωτογραφιες 1, 2

 

 

 

 

 

 

Αύγουστος 11, 2015

«έκθεση βαθυτυπίας» revisited

 

 

 

 

 

Δεν μπορώ να καταλάβω, όχι τούς συγγραφείς που δεν έχουν αυτοειρωνεία, αλλά τίς αναγνώστριες που δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν συγγραφείς που έχουν. Κι όμως, οι συγγραφείς κατά κανόνα έχουν αυτοειρωνεία γιατί απλούστατα ειρωνεύονται τήν όλη διαδικασία τής περιγραφής βασικά (και αρχικά, και γενικά). Δεν υπάρχει περίπτωση να επιχειρήσει δηλαδή να κατέβη κανείς όλα αυτά τά σκαλιά που φτάνουνε ώς τόν άδη μιας καθαρής και αστραφτερής κατάστασης, και να δει τήν ολοκάθαρη φιγούρα μιας πραγματικότητας, χωρίς να θέλει να σκάσει στα γέλια.

Και βέβαια, αυτό που συνήθως ονομάζει ο συγγραφέας «εαυτό του» ή «εαυτή του» συμπεριλαμβάνεται στα θεάματα που αντικρύζει μέσα σ’ αυτό τό δωμάτιο, όπου δεν υπάρχουν καθόλου καθρέφτες. Δεν εννοώ καθόλου μ’ αυτό ότι όταν διαπιστώνει ο αναγνώστης αυτοειρωνεία σ’ έναν συγγραφέα, παραπλανάται απ’ τό ψεύτικο προσωπείο που η συγγραφέας τού παρουσιάζει για πρόσωπο – αλλά τό τελείως αντίθετο : ότι είναι αδύνατο να υπάρξει προσωπείο ψεύτικο, κι ότι οι μάσκες είναι τά πιο πραγματικά όντα – και τό γεγονός ότι εκεί κάτω στα τάρταρα δεν υπάρχουν καθρέφτες δεν σημαίνει παρά τό ότι κατεβαίνοντας – ή επιχειρώντας να κατεβούμε, ή απλώς «θέλοντας» να κατεβούμε, έχουμε κάνει ήδη τό πρώτο βήμα (που δεν χρειάζεται καν άλλο, είναι και τό τελευταίο) για να περάσουμε μέσα από τόν καθρέφτη.

Είμαστε μέσα του, είμαστε πίσω του, συνεπώς τό «μπροστά» δεν έχει κανένα νόημα – και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια.

Όταν όμως παίρνεις τήν κατάσταση στα σοβαρά, και δεν καταλαβαίνεις πόσο αστεία είναι, είναι φυσικό να πιστεύεις ότι τήν παίρνει στα σοβαρά και ο άλλος.

Προκειμένου για τήν «έκθεση βαθυτυπίας» μου ας πούμε, μού έκανε εντύπωση πόσο, όλοι όσοι τήν έκριναν (εννοώ προφορικώς – αλλά και γραπτώς, οι δύο ( 2 ) κριτικές που υπήρξαν (επιεικείς έως επαινετικές, από σοβαρούς γνώστες (δηλαδή συναδέλφους) δεν έχω παράπονο) – )* ξέχασαν να διαγνώσουν πόσο τό βιβλίο λειτουργεί ουσιαστικά με τή μέθοδο τού κόμιξ (κι όπως τό κόμιξ λέει μια ιστορία μ’ ένα μέσο εκτός ιστορίας – μεταφέροντάς το απλώς στο πλατώ τών εικόνων – έτσι και η «βαθυτυπία» μου (τί αστείος, τί ειρωνικός τίτλος ! ) μετέφερε τά λόγια στο πλατώ μιας σκηνής, που περιγράφεται με λόγια.) Συν τό ότι προσπαθούσε να περιγράψει με λόγια και τή ζωγραφική – κι αυτό ήταν ένα επιπλέον στοιχείο τού κόμιξ – πολύ αστείο φυσικά –

Αυτός που κάνει τό βιβλίο αλλάζει 3 φορές πλατώ, μόνο και μόνο για να μπερδέψει τούς άλλους με τά ψέμματα που σκοπεύει να πει. Κι αν δεν πονηρευτείς (επειδή είσαι αθώος – αν και, σαν αναγνώστης τής λογοτεχνίας δεν θα ’πρεπε) από τό «εγώ» που στην αρχή χρησιμοποιεί, θα έπρεπε να αρχίσεις να πονηρεύεσαι όταν τό «εγώ» γίνεται ένας άλλος, και μετά, στο «θεατρικό έργο», 2 άλλοι. Αλλά, τί τά θέλεις, σού δίνει αρκετά κλειδιά, φτάνει να είσαι πρόθυμος να καταλάβεις ότι ειρωνεύεται. Είναι λυπηρό να μη θέλεις να δεις ότι στήνει κάτι τερατώδεις ιστορίες στην αρχή, για να δικαιολογήσει μερικά τερατώδη ψέμματα που θα πει στο τέλος.

Ακόμα κι ο τίτλος είναι ένα ψέμμα : στήθηκε μόνο και μόνο για να δουλέψει ένα καλαμπούρι, κάπου στη μέση. Για «έκθεση χαρακτικής» τόν υπολόγιζα (και άλλωστε και η χαρακτική αντιστοιχούσε σε κάποιο παιδικό παιχνίδι στη μέση). Αλλά η βαθυτυπία γινόταν πιο αστεία, και μού άρεσε περισσότερο : Ασήμαντα είν’ αυτά, αλλά πρέπει να θυμάσαι ότι υπάρχει πραγματικά πάντως η βαθυτυπία σαν μέθοδος χαρακτικής : radierung λέγεται γερμανικά, και άλλα ονόματα στα γαλλικά και αγγλικά – Όπως εξηγείται και μέσα στο βιβλίο, με τή βαθυτυπία «χαράζει» ένα υγρό.

Προσωπικά, απ’ όλες τίς χαρακτικές, μ’ αρέσουν οι ξυλογραφίες. Καμμιά άλλη χαρακτική δεν μ’ αρέσει. Η βαθυτυπία δεν μ’ αρέσει καθόλου.

Η μέθοδος τής βαθυτυπίας περιγράφεται εδώ :

 

 

 

 

{ και μια που μπήκε βιντεάκι, ας μιλήσω λίγο και για τό διαδίκτυο :

Από τό ιντερνέτ δεν περίμενα εξαρχής τίποτα – μπήκα πολύ αργά – και τό ’09 μπορείς ήδη να έχεις καταλάβει τί συμβαίνει όταν ξεκινάς σαν μπλόγκερ – εγώ λίγο πριν είχα φτιάξει τίς «απολίτιστες τέχνες» με pdf αποσπάσματα από εκδομένα κι ανέκδοτα και τά άφησα να τσουλήσουν. Τσούλησαν σιωπηλά πολύ. Ξεκινώντας τά μπλογκ δεν έβαλα ούτε τά στοιχεία τών βιβλίων μου, τό αποφάσισα πάρα πολύ αργότερα, όταν έγινα ελαφρώς αδιάφορη, και κατάλαβα ότι δεν θα θεωρηθεί διαφήμιση – δεν θα θεωρηθεί απολύτως τίποτα : σχεδόν δεν θα τό προσέξει κανείς. (Ακόμα δεν ξέρω αν τό ’χει προσέξει κανείς). Αυτούς που ξεκινούν λογοτεχνική καριέρα με δημόσιες σχέσεις μέσω διαδικτύου τούς βλέπω με αλαζονεία συγκατάβαση και θαυμασμό. Τό κυριότερο είναι ότι κάτι πάντα πετυχαίνουν – και στη χώρα αυτή οι κλειστοί κύκλοι και οι κλίκες αποδίδουν – είναι γνωστό αυτό – εξαρτάται βέβαια τί θέλει κανείς. Εγώ μια φορά μόνο θέλησα να δώσω ένα εκδομένο σ’ έναν άνθρωπο που τόν συμπαθούσα ως μπλόγκερ γιατί ασχολιόταν κάπως μοναχικά με τή λογοτεχνία, και αρνήθηκε με τόσο έντονο τρόπο, που τρόμαξα. Υπόθεσα πως υπόθεσε πως ήθελα να τόν υποχρεώσω να γράψει για τό βιβλίο, και δη να τό διαβάσει κιόλας. Μέ πείραξε λίγο είν’ η αλήθεια, αυτό – αλλά τό ξεπέρασα. Έκτοτε έχω δει να διαφημίζει στη σελίδα του διάφορες μπαγκατέλες – να ’ναι καλά. Ελπίζω μόνο να μην τίς διαβάζει. Τά μπλογκ τά έκανα για να μπορώ να γράφω και γι’ αυτά που δεν γράφω, να μιλάω και γι’ αυτά που δεν μιλάω στα βιβλία μου – ή τουλάχιστον γι’ αυτά που δεν μιλάω με τόν ίδιο τρόπο. Γραφτά από εκδομένα μου δεν έχω βάλει σχεδόν καθόλου, καμιά φορά βάζω κανένα απόσπασμα από τά ανέκδοτα, για να τό μετρήσω, να τό ζυγίσω και να δω αντιδράσεις – καμιά φορά και λόγω επικαιρότητας, εν είδει επιφυλλιδογραφίας – έχω ξεπέσει τόσο πολύ. Τό διαδίκτυο μάς κάνει εύκολους και φτηνούς, όπως και να τό κάνουμε. Κυρίως τό φέϊσμπουκ βέβαια, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσω επιτούτου άλλη φορά – Είμαι καινούργια, και έχω φρέσκιες εντυπώσεις από κει. Τά κείμενα τά «καθαρά» λογοτεχνικά μου, έχουν τή μικρότερη ανταπόκριση πάντως απ’ όλα (και σε σχόλια ( : τα σχόλια ήταν τό σημαντικότερο και τό πιο ενδιαφέρον για μένα, από τά έθιμα τής μπλογκόσφαιρας) αλλά και σε λάϊκ, μια που μιλάμε για τά εδώ ενγένει ήθη. Χαίρομαι πάντως έτσι κάποιους που διαφέρουν (ξέρουν αυτοί) – και τούς ευχαριστώ) (ένα πράγμα επιπλέον που έμαθα στην μπλογκόσφαιρα είναι ότι είναι μεγάλη μαγκιά να γράψεις σχόλιο – πρώτος και μόνος – όταν δεν έχει μιλήσει άλλος, να «κάνεις λάϊκ» πρώτος και μόνος, όταν δεν έχει κάνει άλλος. Ναι, έχει και η μπλογκόσφαιρα τή μαγκιά της. Και στη δικιά μου περίπτωση, σ’ αυτό τό μπλογκ, μαγκιά έχουν οι λίγες και ο καλός.) Αυτό λοιπόν ουσιαστικά είναι τό κέρδος που έχει περάσει στο βιβλίο τών εσόδων μου (εντός τού μπλογκ) αυτά τά χρόνια. Ελπίζω να τά πούμε κάποτε με τούτους τούς happy few και από κοντά –

ας τήν κλείσω αυτήν τήν παρένθεση. }

 

Τά εξώφυλλα τών βιβλίων μου δεν μ’ αρέσανε ποτέ :

Τή μία φορά δεν είχα καμία συμμετοχή (ο εκδότης μού τό παρουσίασε έτοιμο (φτιαγμένο από τόν πολύ καλό του εξωφυλλά) μ’ ένα χαμόγελο ώς τ’ αυτιά, και ντροπιασμένη επειδή ο άνθρωπος είχε βάλει ένα σωρό λεφτά (γράφω και ογκώδη) για να βγάλει τό βιβλίο, παρέλειψα να τού πω ότι είχε κάνει μια μεγαλοπρεπή γκάφα : Η ζωγραφική τού εξωφύλλου ήταν αυτό ακριβώς που κορόϊδευε και μισούσε εντός τού βιβλίου η αφηγούμενη, ως τέλειο κιτς.) (Στο πρώτο μου μυθιστόρημα αφηγείται σε α΄ πρόσωπο μία επαγγελματίας ζωγράφος – τό εξώφυλλο θα ’πρεπε να ’ναι σεζάν ή γενικά κυβισμός – Έτσι πήρα τό πρώτο μάθημα πώς μπορούνε οι ευσυνείδητοι και πετυχημένοι επαγγελματίες στον χώρο τού βιβλίου να ασχολούνται με τά βιβλία χωρίς να τά διαβάζουν, ούτε καν χιαστί.)

Στο δεύτερο, τό εξώφυλλο ήταν αποτυχία γιατί μού ζήτησαν τή γνώμη μου – Ήθελα μαξ μπέκμαν, και προτίμησα να γίνουν τά γράμματα «ξύλινα» που λέμε στη δημοσιογραφία (δηλαδή πολύ μεγάλα) για να ταιριάζουνε με τήν εποχή. Επιπλέον οι εκδότες είχαν διάθεση να πειραματιστούν μ’ έναν καινούργιο τους εξωφυλλά (δεν ξέρω αν θα πετύχαιναν περισσότερο χρώματα και γράμματα με τόν καθιερωμένο) : στην πραγματικότητα τελικά τό παίξαμε κορώνα–γράμματα, ανάμεσα σε μεγάλα και σε μικρά γράμματα και βγήκαν τα μεγάλα. Τώρα δεν μ’ αρέσουν καθόλου, μοιάζουν με αφίσα κινηματογράφου – και τά χρώματα μού φαίνονται επίσης αλλοιωμένα, αντί να ’ναι μπέκμαν να είναι δηλαδή όπως στις (γιγαντο)αφίσες τού βακιρτζή.

Σ’ αυτό που σκοπεύω να βγάλω τώρα, θα κάνω απλώς τόν σταυρό μου.

Τό βιβλίο πάντως, παρ’ όλο που απέξω είναι κινηματογραφικό ως μη ώφειλε, από μέσα είναι αψόγως θεατρικό ως ώφειλε και παραώφειλε : θέλω να πω ότι διατηρεί όλες τίς συμβάσεις τής καλής τυπογραφίας (έριξα και προσωπική δουλειά) (ακόμα δεν έχω βρει ούτε ένα τυπογραφικό λάθος : κατόρθωμα για βιβλίο τετρακοσίων σελίδων στα ελληνικά) και επέμεινα να μπούνε υπέρτιτλοι ουσιαστικοί στα κεφάλαια (και όχι για τό θεαθήναι : μού φαίνεται ότι μέ κοροϊδεύουν σαν αναγνώστρια βιβλία που διατηρούν τήν ωραία σύμβαση τών υπέρτιτλων, επαναλαμβάνοντας απλώς από τήν αρχή μέχρι τό τέλος τό όνομα τού συγγραφέα και τό όνομα τού πονήματος.)

Τό βιβλίο τό είδα στον ύπνο μου, και τό ’γραψα μέσα σε μέρες ουσιαστικά, μονοκοπανιά. Μού πήρε ελάχιστο χρόνο η πρώτη γραφή, ίσως 40 μέρες, τόσο θυμάμαι τίς μέτρησα μετά, και τώρα πια μού φαίνεται και μένα απίστευτο. Αλλά ήταν μια εποχή που μπορούσα να γράφω χωρίς εξωτερικούς περισπασμούς, είχα αυτήν τήν τύχη. Νόμιζα ότι είχα ξεμπερδέψει, όταν μού ’ρθε σαν εφιάλτης τώρα, κι όχι απλώς σαν ανώδυνο όνειρο η πραγματική ολοκλήρωσή του. Η τελική επεξεργασία κράτησε φυσικά περισσότερο, πάντα κρατάει. Η δακτυλογράφηση και οι διορθώσεις είναι τό πιο βαρετό μέρος, και παίρνουν καιρό. Αν και έχουν μια ανταμοιβή, τό βλέπεις από πολύ μακριά, και μπορείς να γελάς ακόμα περισσότερο μαζί του.

Έκανα 6 χρόνια να βρω εκδότη και τό λάθος είναι εν μέρει και δικό μου – και πάντα θα είναι : διότι έχω τήν ακλόνητη πεποίθηση (καθότι δεν μπορώ ούτε κατά διάνοια να γράψω αλλιώς) ότι ο συγγραφέας δεν είναι ούτε διαφημιστής ούτε ψώνιο ούτε ζητιάνος ούτε ζήτουλας ούτε υπηρέτης, ούτε χρωστάει χάρη σε κανέναν, ούτε οφείλει να παίζει στα δάχτυλα τίς δημόσιες σχέσεις και προπάντων να διαφημίζει τά εξώλης και προώλης προϊόντα του : αυτά είναι ιδιότητες που οφείλουν να έχουν οι εκδότες, κι εγώ τό μόνο που οφείλω να παίζω στα δάχτυλα είναι τή δουλειά που (φαντάζομαι ότι) κάνω : ως άνθρωπος με πολύ καλή κακή μνήμη έχω λοιπόν κρατήσει όλα τά ονόματα τών εκδοτών που αρνήθηκαν να βγάλουν τό βιβλίο πριν καν τό διαβάσουν (διότι δεν τούς σύστησε ο πρώτος τυχών διάσημος να τό «προσέξουν» και τό βιβλίο πήγαινε μόνο του, με αυτοκτονική επιμονή, ως ώφειλε (ως αξιοπρεπές τουτέστιν άτομο, στοιχείο, και προϊόν, πολιτισμένου και εξώλης και προώλης πολιτισμού)) – και φαίνονται αυτά, πολύ δυστυχώς : η φωτοτυπία τού δακτυλόγραφου επιστρεφόταν άθικτη, καθότι δεν διαβάζει κανείς λογικός έλλην ούτε πρώτη αράδα αν δεν τόν σπρώξει άλλος έλλην φαντασμαγορικός (ίσως τήν πρώτη αράδα να τήν διαβάζουν) (οι δικές μου πρώτες αράδες όμως δεν παραπέμπουν σε μεγάλη διασκέδαση – η μεγάλη διασκέδαση έρχεται πολύ αργότερα, όπως πάντα). Έχω τακτοποιήσει τά πράγματα ειδικά γι’ αυτό τό βιβλίο και οι εκδότες που αρνήθηκαν να εκδόσουν τήν «έκθεση» θα μπουν στη διαθήκη μου, και δεν θα μπορέσουν να εκδόσουν ποτέ δικό μου βιβλίο ακόμα κι αν τά τινάξω αύριο από αυτοκινητιστικό.

Τό βιβλίο άρεσε περισσότερο στους άντρες φίλους μου, παρά στις γυναίκες – αλλά οι λίγες γυναίκες που τό εκτίμησαν τό βρήκαν, με επιμονή, φεμινιστικό. Βρίσκομαι σε δύσκολη θέση σ’ αυτές τίς περιπτώσεις και δεν τούς λέω ότι θεωρώ τόν όρο «φεμινιστικό μυθιστόρημα» εξίσου, αν όχι και περισσότερο άνευ νοήματος (σαφούς) από τόν όρο «φεμινιστική μουσική», ή «φεμινιστική ζωγραφική». Πάντως ο εκδότης που τελικά τό έβγαλε – μη συνεισφέροντας στα έξοδά του, καθόλου – δεν ήθελε να έχει τήν τιμή να εκδόσει «φεμινιστική ζωγραφική». «Μη λες ότι είναι φεμινιστικό τό βιβλίο» μού έλεγε, με πολύ αυστηρό ύφος. Δεν έλεγα, ούτε λέω.

Ήταν η πιο δύσκολη περίοδος, και η χειρότερη ίσως τής ζωής μου (εκτός από μετά που συνέβη ένας θάνατος). (Ο θάνατος). Δεν είχα καμία διάθεση να δω κανέναν, να μιλήσω με κανέναν, ούτε παρουσίαση έκανα. Τό ’στειλα απλώς παντού, τό πήραν όλοι και όλες. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει δικαιολογία. Φυσικά όλοι πάμε στην τιμή και τήν υπόληψή μας σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Δεν μέ συνδέει τίποτα μ’ αυτή τή χώρα, πέρα απ’ τή γλώσσα που μιλάω, – και τούς φίλους που απόμειναν. Υπάρχει πιο ευτυχισμένος άνθρωπος ; Ελπίζω να βρω εκδότη για τό επόμενο – που ν’ αναλάβει τά έξοδα, γιατί δεν έχω πια φράγκο :

Από τότε ονειρεύτηκα άλλο ένα βιβλίο – αλλά εκείνο ήτανε σενάριο, τεραστίων διαστάσεων. Τό ’βαλα κάτω και τού ’κανα και ντεκουπάζ. Αλλά δεν σκοπεύω να τό κάνω τίποτα – σιγά μην ασχοληθώ με τό σινεμά – Έχουν άλλα σειρά, να καθαρογραφούν, να δακτυλογραφηθούν, και είναι πολλά (γράφω με τό χέρι βλέπετε). Ειδικά ένα απ’ όλα τό κάνω πολύ κέφι. Αλλά γενικά όλα καλά είναι, γελάω πολύ.

 

 

 

 

* (Μόνο ένας άνθρωπος σ’ αυτόν τόν κόσμο έχει πέσει μέσα ως προς τά γραφτά μου κι αυτός είναι τόσο σημαντικός, κι όχι μόνο για μένα, που αρνούμαι να γράψω τ’ όνομά του γιατί θα νομίσει κανείς πως τά γράφω όλ’ αυτά, μόνο και μόνο για να συμπεριλάβω αυτήν τήν παρένθεση σε σημείωση. Όμως, δύο πράγματα που έχει πει μέ στηρίζουν, και θα μέ στηρίζουν για πάντα. Τό πρώτο δεν τό λέω με τίποτα. Τό δεύτερο είναι τό «Μη σε νοιάζει που σέ αγνοούν. Να μην επέμβη στη δουλειά. Διαχειρίσου το.»)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαΐου 12, 2015

κατηγορίες

 

 

 

 

 

Τό πρώτο πράγμα που θα ’πρεπε να τού εξηγήσω αν κατέβαινε ένας αρειανός σ’ αυτόν τόν πλανήτη θα ήτανε για τά λεφτά.

Και μετά, αφού θα είχε καταλάβει τή λέξη λεφτά, θα προχωρούσαμε στα υπόλοιπα βασικά.

Και τά υπόλοιπα βασικά είναι χοντρικά τά εξής : οι άνθρωποι σ’ αυτόν τόν πλανήτη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες : αυτούς που δεν έχουν τίποτα, αυτούς που έχουν λίγα, κι αυτούς που έχουν πολλά. Η πρώτη κατηγορία είναι η πολυπληθέστερη, και οι άλλοι μισοί είναι η δεύτερη κατηγορία. Η τρίτη κατηγορία συμπεριλαμβάνει ελάχιστους. Ταυτοχρόνως, η πρώτη και η τρίτη κατηγορία είναι σχετικά μονοδιάστατες. Η δεύτερη κατηγορία όμως είναι ευέλικτη, και έχει σχετική ποικιλία. Σ’ αυτήν μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές υποκατηγορίες : Αυτούς με τά λίγα βασικά, αυτούς με τά λίγα αρκετά, και αυτούς με τά λίγα πολλά.

Ταυτοχρόνως, εάν θα έπρεπε να τού εξηγήσω τήν εικόνα από άποψη χώρου θα τού έλεγα ότι η πρώτη κατηγορία βουλιάζει τόν πλανήτη από τό βάρος και τόν όγκο της, η δεύτερη τόν ισορροπεί σαν τή σαβούρα πάνω στο πλοίο, και η τρίτη δεν φαίνεται καν με γυμνό μάτι, χωράνε όλοι σ’ ένα μικρό κρουαζιερόπλοιο που ταξιδεύει γαλήνια σε κάποια από τίς αχανείς μας θάλασσες.

Κι αν μεταφερόμαστε στη συνέχεια σε πιο λεπτεπίλεπτες έννοιες όπως είναι η ιστορία, θα τού έλεγα να προσέξει πως δεν υπάρχουν απευθείας αντιστοιχίες με τούς παραπάνω όγκους και τούς χώρους εδώ : στην πραγματικότητα, στα βιβλία τής ιστορίας, θα διαβάζει από τό μυαλό τής σαβούρας και μόνο, ο όγκος που βουλιάζει τόν πλανήτη ξαφνικά θα εξαφανίζεται, και οι επιβάτες τού κρουαζιερόπλοιου μολονότι ζουν με τήν αυταπάτη ότι είναι πανταχού ορατοί και υπαρκτοί, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν : ή μάλλον υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν : υπάρχουν με τόν ίδιο τρόπο που υπάρχει η πανούκλα, έχουν τή δύναμη να προκαλέσουν θανατηφόρες καταστροφές αλλά στην πραγματικότητα είναι ψύλλοι πάνω στις ράχες ποντικιών. Ο εγκέφαλος τού πλανήτη, ό,τι πιο λεπτεπίλεπτο έχει παράξει, η τέχνη του, η φιλοσοφία του, η ποίηση, προέρχεται αποκλειστικά από τήν σαβούρα.

Αυτή τή σαβούρα μετά, αν έχεις διάθεση, και δεν σού ’χουν κοπεί κιόλας τά πόδια, θα κάτσουμε να τήν αναλύσουμε. Η κάθε υποκατηγορία της έχει τή συμμετοχή της στη δημιουργία, και είναι διαφορετικά δημιουργική. Είναι όμως, όπως είπα και στην αρχή, ο μόνος πληθυσμός που μπορεί ν’ ανοίξει πόρτες, που έχει δηλαδή πόρτες μπροστά του, τίς οποίες μπορεί να τίς βρει και μισάνοιχτες : φυσικά άλλου είδους πόρτες είχε ο μονταίνιος, και άλλες ο βαν γκογκ : Με άλλες οικονομικές δυνατότητες ξεκίνησε από τήν πόλη του ο επίκουρος, και με άλλες ο μπρούνο : Όλοι όμως προέρχονταν από οικογένειες που είχαν εκείνα τά λίγα αλλά αρκετά ή πολλά : (Στο άκουσμα τής λέξης Μπρούνο, ο αρειανός μου θα χαμογελούσε με τρυφερότητα). Αλλά εγώ θα τόν ξεκινούσα διαφορετικά.

 

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»

 

 

 

richard avedon

    marcel duchamp : alexander liberman

 

 

 

 

 

Φεβρουαρίου 1, 2015

γόρδιος δεσμός

 

 

 

 

 

 

δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό «στάχτες» τού ποιητή και εικαστικού στράτου φουντούλη στο τεύχος 23, τήν άνοιξη τού 2009

 

 

Τήν επόμενη φορά θα τήν επεδίωκα εγώ : Μού ’χε βάλει μια εργασία για τόν γόρδιο δεσμό η φαρμακομύτα αυτή στο σχολείο μας, (αυτή που βιαζότανε να γεράσει η Ζουβιέ) και για πρώτη φορά διαπίστωνα ότι η βιβλιοθήκη τού Αυδόπουλου, ήταν σε έναν τομέα φοβερά ανεπαρκής : δεν είχαμε εγκυκλοπαίδειες, ούτε μία, απολύτως καμμιά. (Στο δημοτικό είχα μία εγώ παιδική, αλλά αυτός ο καιρός είχε περάσει, δεν μού έκανε τίποτα πια). Βρέθηκα σε μια κατάσταση αλλόκοτη, θα μπορούσα να τής πω Ρώτα με για τόν σταντάλ για τόν ψυμπυσέφσκυ ακόμα και για τήν δίκη τών τόνων ή για τόν ερωταπόκριτο, θ’ απόφευγα βέβαια ν’ αναφέρω αυτήν την παπίσσα από φόβο μην κάνουμε πάλι λάθος τόν τόνο και γίνουμε θέατρο, αλλά τί να σού πω για τόν γόρδιο δεσμό ; Ό,τι ήξερα για όλ’ αυτά ήτανε από τά βιβλία ακριβώς τού σχολείου – και τίποτα ανώτερο. Ο Αυδόπουλος φαινότανε αμήχανος και συντετριμμένος (σχεδόν) (οτιδήποτε σχετικό με τήν βιβλιοθήκη του τόν άγγιζε απόλυτα) ανέβηκε και σε μία σκάλα να ψάξει τά ανώτερα κλιμάκια κοντά στ’ απαγορευμένα τά ράφια (γέλαγα πολύ από μέσα μου όπως τόν έβλεπα εκεί πάνω από κει χαμηλά, αφενός με τήν ρόμπα του που τού σερνότανε και τίς πολύπλοκες φούντες να στραβοπατάει και να πέφτει, και αφετέρου καθώς έκανα και τή σύγκριση από τό πώς σκαρφάλωνα εκεί πάνω χωρίς όμως σκάλα εγώ : αν μέ έβλεπε θα λιποθυμούσε – δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω, τσάμπα σκαρφάλωνε.) Και όντως κατέβηκε καταπτοημένος και βαρυανασαίνοντας : Μέγας Αλέξανδρος μονολόγησε, μέγας αλέξανδρος λοιπόν δεν υπάρχει, δεν έχουμε μέγα αλέξανδρο φαίνεται, όμως νά ίσως εδώ ; ίσως εδώ λοιπόν σχετικά με τό δίκαιο ; … δεν κάνει αυτό ; … Και μέ κοίταζε σχεδόν ντροπαλά : Αλλά όλα αυτά ήταν αρλούμπες, εγώ ήθελα για τόν γόρδιο δεσμό : Βρήκε λύση ο ίδιος : Για δες μήπως έχει αυτός ο Μελάρας καμμιά εγκυκλοπαίδεια : Ηλίθιος είναι, πρόσθεσε σκεφτικά, αυτός πρέπει να έχει εγκυκλοπαίδειες.

 

Κι έτσι χτύπησα τό κουδούνι δίπλα επισήμως τή φορά αυτή πρώτη εγώ. Μού άνοιξε φυσικά η γυναίκα του : όχι ακριβώς τρομαγμένη, αλλά μάλλον φαινότανε σαν να θέλει να χτυπάει τίς πόρτες πρώτη ή μόνη αυτή: αισθανόμουνα άσχημα και δεν ήξερα και πώς να ζητήσω κάτι για τόν γόρδιο δεσμό, ούτε τί εγκυκλοπαίδεια ακριβώς να ζητήσω, εγκυκλοπαίδεια ειδικευμένη στον μέγα αλέξανδρο ; Η Κατερίνα ήρθε γρήγορα και μέ οδήγησε στο γραφείο – είχε λοιπόν κι ο Μελάρας γραφείο – αλλά ήταν γραφείο επίσημο και συγχρόνως σαν σαλόνι τακτικό, ολοκάθαρο : και με μπιμπελό στα ραφάκια : τό έπιπλο με τά ράφια ήταν ένα έπιπλο συγκεκριμμένο με ράφια από αυτά που πουλάν έτοιμα να πούμε γι’ αυτό τό σκοπό, και μέσα στα ράφια ήταν τά βιβλία χοντρά και δεμένα : μπορούσα να τά μετρήσω στα δάχτυλα χεριού και ποδιού – αλλά εν πάση περιπτώσει υπήρχε βιβλιοθήκη, όσο κι αν νόμιζα ότι μέ κοροϊδεύει σαν θέαμα, και τό κυριότερο, βρήκαμε τήν εγκυκλοπαίδεια που ήθελα. Υπήρξε εξαιρετικά μεγάλη προθυμία στο να μέ εξυπηρετήσουνε, αυτό πρέπει να τό ομολογήσω και να τό πω. Ακόμα και ο Μελάρας μαλάκωσε τό ύφος του όπως μάς κοίταζε θριαμβεύοντας από μακρυά, δεν δέχτηκε να επέμβη καθόλου, τόν είδα μόνο που τριγύρισε άσκοπα για λίγο εκεί παραπέρα, καμαρωτός σα σκεπάρνι. Θέλει για τόν Μέγα Αλέξανδρο κάτι, τού εξήγησε πρώτα η γυναίκα του, κι ύστερα η Κατερίνα, η οποία και μέ πήρε στον λιλιπούτειο εκείνο και επίσημο χώρο με τά μπιμπελό : Πιθανώς σκέφτηκα να διαβάζει εδώ εκείνη για τό σχολείο της και γι’ αυτό έχει γραφείο. Πήρα τόν Μεγαλέξαντρο κι έφυγα. Υποσχέθηκα ότι θα τόν επιστρέψω γρήγορα κι άθικτο. Εννοούνται όλ’ αυτά, ήταν όλοι ευγενέστατοι.

 

Η εργασία μου ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία που υπήρξε. Περίμενα περισσότερα στοιχεία μού είπε η φαρμακομύτα όταν τέλειωσα τήν ανάγνωση. Μού ’ρθε να τής πω Δος μου τή δικιά σου εγκυκλοπαίδεια να δω τί έχει : τί άλλο. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι η ιστορία είναι ένα συνονθύλευμα λέξεων όπου δεν μπορείς να πεις με σιγουριά αν αυτό που μετράει περισσότερο είναι τό μήκος τους ή τό πλάτος τους : Εγώ πάντως αντέγραψα όλο τό λήμμα και ουσιαστικά καταλάβαινα ακόμα κι εγώ ότι τό κείμενο ήτανε άδειο : δεν υπάρχει τίποτα στον γόρδιο δεσμό πέρα από τό όνομα. Από κει και πέρα όλα τά υπόλοιπα δεν είναι γεγονότα ούτε ιστορίες, είναι αμπελοφιλοσοφίες διάφορες. Αλλά εγώ είχα επιφορτιστεί να γράψω για τά γεγονότα και τίς ιστορίες τίς περιπέτειες δηλαδή, και όχι τίς επεκτάσεις και τίς απόψεις διάφορων : Αλλά κι αν ακόμα επιφορτιζόμουνα να αναλύσω φιλοσοφικά τό φαινόμενο δεν θα ’λεγα και πάρα πολλά : επρόκειτο για μια κουτοπονηριά, έτσι μού φαινόταν εμένα, ένα από αυτά τά κόλπα, τά ταχυδακτυλουργικά, που από αρχαιοτάτων χρόνων κάνουν οι άντρες όταν τούς στριμώξει κανείς, ή απλώς και μόνο για να κάνουν τούς έξυπνους : επί τής ουσίας τού κόμπου, δεν υπήρξε λύσιμο και αυτό είναι σαφές : αλλά αν υπήρξε λύσιμο τής γενικότερης δύσκολης κατάστασης στην οποία ο κύριος βρέθηκε, τότε αυτή η κατάσταση, δηλαδή τό λύσιμο αυτής τής κατάστασης, πρέπει να πω ότι (ξέρω πολύ καλά και από πρώτο χέρι θαυμάσια) ότι δεν τούς αρέσει καθόλου – εν γένει : Σηκώνεσαι και φεύγεις, τούς ξεφορτώνεσαι μια και καλή και σταματάν τά προβλήματα (αφού πάλεψαν να τά κάνουνε τέλειο κόμπο) κι όμως δεν τού αρέσει κανενός απολύτως κι ούτε κανείς σέ συγχαίρει κι ούτε σού λέει ότι είσαι ο μέγας αλέξαντρος.

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων» (απόσπασμα από τό γ΄ κεφάλαιο «κινέζοι»)

 

 

φωτογραφίες : επάνω lilo raymond / κάτω betty press

 

 

 

 

 

 

Οκτώβριος 9, 2014

παρένθεση μνήμης οκτωβρίου

 

 

 

τίς τελευταίες ημέρες λοιπόν περνούσα εγώ εδωπέρα προσωπικά μία άσχετη κρίση ένα γκομπλάρισμα πώς τό λένε, ένα μπλακάουτ ή δεν ξέρω πώς αλλιώς κι εγώ να τό πω, και δεν μπορούσα να γράψω σχεδόν τίποτα : επιπλέον δε ό,τι κατάφερα να παραθέσω ήταν συγκεκομμένο, μικρό και μισό, και μία αράδα δηλαδή πιθανώς και μόνο τήν ημέρα ή μια–δύο σελίδες μπορεί να μού συνέβαινε : Αυτό ίσως να μην μπορείς εύκολα να τό δεις, αλλά αν εσύ είσαι επαρκής αναγνώστης και (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί βάζουν πάντα πρώτο τό όνομα τού αναγνώστη και μετά τής αναγνώστριας, κάτι τέτοιες συγκατανεύσεις – δήθεν στην πρόοδο – τού φεμινισμού – μού γυρνάνε τ’ άντερα ανάποδα, γιατί από πού κι ώς πού θεωρείται δεδομένο κι ακόμα κι από προοδευτικούς ανθρώπους ότι πρέπει ν’ αναφέρεται τό αρσενικό πάντα πρώτο (και εξάλλου τό να αποδέχεσαι τήν ανδρική λογική μες στον φεμινισμό σου είναι πολύ ισχυρότερο πλήγμα από τό να ’σαι θύμα τής αντρικής λογικής όταν δεν έχεις καν ακόμα επαναστατήσει και χειραφετηθεί)) αν εσύ λοιπόν είσαι επαρκής αναγνώστρια και αναγνώστης, κι εγώ επαρκώς αρχάρια και νεοφώτιστη και ανεπαρκής σε αυτό που κάνω θα μπορέσεις ίσως τότε να διακρίνεις και μόνη σου τίς μικρές ενότητες και τό κομματιαστό και τό αγκομαχητό βάδισμα στις σελίδες που προηγήθηκαν, πριν από δω. Δεν έχει σημασία όμως αυτό. Σημασία έχει ότι κάποια στιγμή λοιπόν κατάλαβα ότι δεν τσουλάει έτσι και δεν πάει άλλο τό πράγμα άλλο πια, και σταμάτησα πριν από μερικές μέρες να γράφω εντελώς για να καταλάβω κι εγώ τί μού συμβαίνει, και πρέπει να πω ότι είχα αυτήν τήν διάθεση να μην συνεχίσω άλλο αυτό τό διήγημα και να τό κόψω σ’ αυτό τό σημείο και να πω Ώς εδώ ήτανε δεν θέλω παραπέρα ιστορίες τής χρονολουλούς, πάμε σ’ άλλα κεφάλαια, πάμε σε ιστορίες με άγνωστους άλλους : Αφού λοιπόν μεσολάβησε μια μεγάλη σιωπή, κατάλαβα ότι βαρέθηκα αυτήν εδώ τήν ιστορία και δεν θέλω να πω για παιδικά καλοκαίρια, κάβες, πούλμαν, ατέλειωτες αμμουδιές και τό μυστήριο τού οδηγού και τών τραγουδιών που έβαζε με τά δισκάκια τά μαύρα σε μια χαραμάδα κοντά στο τιμόνι για να ακούγονται (ήταν όλο κλαψιάρικα : μανούλα θα φύγω θα πάω στα ξένα και τέτοια, κι είχε ένα ύφος κακό όταν μάς κοίταζε όλες εμάς και μιλούσε με άσχημο τρόπο προς τίς γυναίκες που ήθελαν να φέρνουν τό μικρό τους σκυλάκι μαζί τους, κι όπως έλεγε εκείνος τόν σκύλο τους) τό μυστήριο όλων αυτών τών υπέροχων και νεόχτιστων πλαζ κι αμμουδιών και παραλιών και καφενείων και εισόδων και ντουζιερών και διάδρομων ξύλινων πάνω στην άμμο που από τό ένα πηχάκι στο άλλο αφήνανε ένα κενό και αχοβολούσε από κάτω η άμμος σε βουναλάκια, ξύλινων δρόμων που ενώνανε τίς καμπίνες που θα ντυνόσουνα και θα γδυνόσουνα με τήν αμμουδιά, και που όλα τά ξύλα μυρίζανε ήλιο και λάδι τή μαγεία τού ήλιου ανεμπόδιστου ένα ολόκληρο μακρύ καλοκαίρι που θ’ άρχιζε με τήν εποχή τού σχολείου και θ’ άρχιζε και θα ξανάρχιζε και θα ξανάρχιζε με κάθε χρόνο και τάξη ξανά, κατάλαβα μόλις ξαφνικά ότι ένας απ’ τούς λόγους που δεν θέλω να θυμηθώ αυτά τά παιδικά καλοκαίρια είναι ίσως γιατί τό φετεινό μού πήγε άσχημα, και απότυχε, αυτό που μόλις τελείωσε δηλαδή, μια που χωρίσαμε με τόν φίλο που είχαμε πάει μαζί : και θα μού πεις Και τί έγινε, τέτοια έχουμε ζήσει ούτως ή άλλως πολλά, όμως μέ ενόχλησε γιατί όπως παρατήρησα κάθε σκέψη για καλοκαίρι παιδικό μού ’φερνε στο μυαλό και όλα τά άλλα καλοκαίρια, λες και με τήν αναφορά και μόνο μιας λέξης, άμμος ή ήλιος, ή λάδι, πυροδοτούνταν και όλες οι άλλες μυρωδιές και εικόνες μαζί, και λέξεις, και σ’ αυτό τό σημείο λοιπόν αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια πρέπει να σού εκθέσω όλες αυτές τίς σκέψεις που μού ’χαν περάσει και παλιότερα απ’ τό μυαλό σχετικά με τή μνήμη : έτσι, είναι μια φιλική μου στάση ίσως αυτή – γιατί πρέπει να ’χουμε γίνει και λίγο φίλοι τώρα πια ύστερα από τόσα διαβάσματα και τόσα γραψίματα : έχει να κάνει λοιπόν με τή μνήμη τό όλο πράγμα απλούστατα : ανακάλυψα δηλαδή τελειωτικά γιατί υπάρχει η αμνησία και γιατί πονάει η μνήμη τόσο πολύ μερικές φορές : Για τήν ακρίβεια όλ’ αυτά τά ήξερα αλλά τώρα τά ξαναθυμήθηκα και μάλιστα πολύ καλά : άκου λοιπόν και σύ κάτι χρήσιμο για να βγάλεις κι ένα κέρδος τόση ώρα που διαβάζεις τά παραμύθια μου και τά πληρώνεις κι από πάνω, καλά–καλά :

η μνήμη λοιπόν, είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση : μοιάζει με τή γλώσσα, μοιάζει με τήν ομιλία έχει να κάνει δηλαδή με μίμηση και με λίγα λόγια με τή μιμική και τό θέατρο και τήν υποκριτική : γι’ αυτό ακριβώς και παρασέρνει όλο τό σώμα μας και όχι μόνο τό μυαλό και τή σκέψη μας, και τά λοιπά. Όταν λοιπόν βυθιζόμαστε στην ανάμνηση μιας υπόθεσης ανασαίνουμε διαφορετικά (όπως ανασαίναμε ακριβώς τότε) και λέμε από μέσα μας εκείνα τά λόγια και κάνουμε από μέσα μας εκείνες τίς χειρονομίες ή γκριμάτσες, και νιώθουμε τά ίδια σφιξίματα από μέσα μας στο στομάχι μας (όπως και τότε) : Γενικά αναπνέουμε και ζούμε τώρα όπως αναπνέαμε και ζούσαμε εκείνον τόν άλλον καιρό : εξ αυτού και η αμνησία έχει έμπρακτους λόγους ύπαρξης σωματικούς, και δεν είναι αυθαίρετη, βασίζεται πάνω στον πόνο, στην αποφυγή δηλαδή, τού πόνου : για όσους φυσικά δεν αντέχουν τόν ατέλειωτο χρόνο (ξανά και ξανά) τήν αιώνια ζωή τών πραγμάτων που έχουν στα χέρια τους, η αμνησία είναι τό καλύτερο φάρμακο : Αν η μνήμη ήταν πρόβλημα μόνο τού εγκεφάλου μας δεν θα υπήρχαν τέτοια προβλήματα : Γι’ αυτό, αυτοί που ’χουν πάθει αμνησία δεν ξεχνάνε πώς γίνεται ας πούμε μία πρόσθεση ή μια αφαίρεση : μπορεί να ξεχνάνε πώς λέγονται, ή ποιοι είναι και ποιοι έπρεπε να είναι μια ζωή για τούς άλλους, και ποιον βλάκα αγάπησαν ή και παντρεύτηκαν, αλλά σπανίως ξεχνάνε πώς γίνεται μια αριθμητική πράξη δηλαδή η πρόσθεση ή ο πολλαπλασιασμός ή η διαίρεση – όχι αν δεν έχουνε, προς αυτό, ειδικό ας πούμε λόγο. Οι λειτουργίες που δεν χρειάζονται συμμετοχή δηλαδή τού σώματός τους ολόκληρου παραμένουν και με τήν αμνησία δραστήριες. Γιατί η μνήμη, αυτό που είναι κυρίως, είναι ότι είναι τό σώμα μας λοιπόν αδιαίρετο ολόκληρο και σφαιρικό : ο κόσμος μάλιστα ολόκληρος : Για να τό πούμε πιο καθαρά ό,τι έχει να κάνει με τόν έρωτα είναι τό σώμα μας, και είναι ολόκληρο πάλι αυτό μνήμη, και δεν είμαστε τίποτ’ άλλο πέρα απ’ τόν χρόνο αυτόν. Γι’ αυτό κι όταν ζούμε πράγματα που δεν τά θέλουμε, αργά ή γρήγορα θα τό πληρώσουμε, αν δηλαδή δεν εξεγερθούμε και δεν αντιδράσουμε, αν δεν πούμε Ώς εδώ, δεν θέλω άλλο, θα τό πληρώσουμε, πολύ ακριβά : καμία μας φράση δηλαδή ή κουβέντα και ιστορία και υπόθεση δεν περιορίζει τή λάμψη της στην στιγμή ακριβώς που τή ζούμε και που νομίζουμε εμείς ότι μόνο τότε γίνεται : όχι όσο είμαστε εμείς ζωντανοί : μπαίνει στο τραίνο τού χρόνου μας και θα τά σέρνουμε εμείς και θα τά κουβαλάμε συνέχεια και κάθε λεπτό γίνεται παρελθόν και μέλλον ταυτόχρονα, η μνήμη είναι ό,τι κάνει τό ανύπαρκτο αιώνιο : γι’ αυτό λοιπόν κι εσύ να φροντίσεις να ζεις έτσι ώστε σε κάθε λεπτό τής ζωής σου, και κουβέντα και σκέψη ή πράξη και κίνηση, η αναπνοή σου να μπορεί να σ’ αφήνει να συνεχίσεις να ζεις : να διαιωνίζεται μ’ άλλα λόγια ευχάριστα : νά μια συμβουλή από μένα, με τήν οικειότητα που αποκτήσαμε πλέον δηλαδή ύστερα από τόσες σελίδες και ύστερα από τόσα λεφτά που έδωσες κιόλας για να μέ αγοράσεις : αυτό είναι τό κυρίως, πιστεύω εγώ, δώρο μου : ετούτη η σκέψη : μην κάνεις ποτέ υποχωρήσεις στις αρχές σου και στο ένστικτο, τό αισθητήριο, τό προαίσθημά σου, αφού τό αναπτύξεις πρώτα καλά : αφού διαβάσεις πρώτα βιβλία πολλά, παίξεις και τρέξεις με παιδιά άλλα πολλά, ακούσεις και δεις μουσική και όλα τά χρώματα : ψάξε τόν εαυτό σου καλά, χόρεψε, σπάσε τό πάτωμα, βεβαιώσου για τό πόσο όλα είναι έρωτας και προχώρα : μην κάνεις υποχωρήσεις όμως, θυσία καμιά : Λέγε : Δεν θέλω, μάθε να χρησιμοποιείς τό ρήμα θέλω και στο αρνητικό, μάθε κυρίως τήν άρνηση, α ναι, μάθε πρώτ’ απ’ όλα κυρίως τήν άρνηση : Γιατί δεν είμαστε παρά ένας ατέλειωτος μονοκόμματος χρόνος κι ο χρόνος αυτός δεν είναι παρά η μνήμη μας – απ’ αυτό είμαστε φτιαγμένοι ολόκληροι, μην κάνεις τό λάθος λοιπόν να νομίσεις πως οτιδήποτε κάνεις δεν έχει σημασία, και μπορείς να τό ξεχάσεις ή να τό διορθώσεις μετά : ούτε ξεχνιέται ούτε διορθώνεται τίποτα : έχεις τή δύναμη να θυμάσαι όλα σου τά λάθη ; Τότε θα τά πας κάπως καλύτερα : γιατί διαφορετικά να τό ξέρεις, για να τ’ αντέξεις θα γίνεις απλούστατα ηλίθιος και θα πάθεις αμνησία, θα προκαλέσεις στον εαυτό σου μια άνοια.

γιατί ότι θα κάνεις λάθη, αυτό είναι σίγουρο, ναι, θα κάνεις λάθη, θα κάνεις (πότε θά ’ρθει αλήθεια η εποχή που οι γυναίκες δεν θα κάνουνε λάθη ; δεν θα κάνουνε λάθη εννοώ εξαιτίας τών φίλων τους, θα κάνουνε λάθη μόνο εξαιτίας τού εαυτού τους όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι) φρόντισε λοιπόν να ’ναι λάθη έξυπνα, λάθη που όταν θα τά θυμάσαι δεν θα σέ κάνουν να θυμώνεις αλλά να χαμογελάς με κάτι σαν κατανόηση (για τόν άνθρωπο που προσπαθούσε τότε μόνος του να μάθει να περπατάει σ’ ένα ξένο και άγνωστο έδαφος πλανήτη, κομήτη) : Κι επίσης κάτι σημαντικό είν’ αυτό : όταν θα σού ’ρχονται στο μυαλό να τά αφήνεις να έρχονται να σέ κατακυριεύουνε να σέ πολιορκούνε, να παίζουνε στερεοφωνικά με όλα τους τά ηχεία ολάνοιχτα μήν σβήνεις τίς μνήμες σου : είμαστε όλοι αυτό τό ηχείο και τά ζούμε όλα ξανά και ξανά όπως όταν μιλάμε : δεν είναι άσχημο να τά αφήνουμε μερικές φορές να παίζουνε πολύ δυνατά : εντάξει, τίς περισσότερες φορές είναι ηχητικό μπαγκράουντ στη ζωή μας ο χρόνος ολόκληρος, είναι sotto voce τά περίπλοκα χρώματα, αλλά αν κάποιες στιγμές ανοίξουμε λίγο περισσότερο τή δύναμη τού ενισχυτή και αφεθούμε μες στο σπίτι να πηγαινοερχόμαστε και ν’ ακούμε τά κομμάτια σαν να τ’ ακούμε ίσως κιόλας για πρώτη φορά, ανακαλύπτουμε τότε διάφορα πράγματα που δεν τά ’χαμε ξανακούσει στις πρώτες εκτελέσεις τους (απασχολημένοι όπως είμαστε πιθανόν να χορεύουμε και τό τραγούδι μάς ξέφυγε) και ανακαλύπτουμε επίσης όργανα που παίζουν και που δεν είχαμε ιδέα ότι έχουνε πάρει μέρος στην εκτέλεση, και μάλιστα με πολύ καλούς εκτελεστές. Καμία εκτέλεση τής μνήμης μας δεν πάει χαμένη : εγώ τουλάχιστον κερδίζω συνεχώς από όλες : Ποιος θα ’θελε να πάθει αμνησία ας πούμε σαν τήν χρονολουλού, και να θυμάται μονάχα πώς βγαίνουν οι τόκοι και πώς γίνεται ο πολλαπλασιασμός κι η αφαίρεση ;

και μήν νομίσεις ότι σβήνοντας κόβοντας δεν θα πονάς ενώ στο ίδιο σημείο η μνήμη πιθανώς θα σέ πόναγε : Τίποτα δεν πονάει περισσότερο από τά κοψίματα τίς τομές τίς ακρωτηριάσεις και τούς ευνουχισμούς : Εγώ δεν έχω μεγάλη πείρα απ’ αυτά βέβαια προσωπικά για να σού πω τή δική μου εντελώς μαρτυρία, μια σκωληκοειδίτη μονάχα έχω αφήσει να μού αφαιρέσουνε αλλά κι αυτή πονάει ακόμα και σήμερα όταν αλλάζει ο καιρός, όμως οι παρατηρήσεις μου προέρχονται κι είναι επισταμένες από τούς άλλους κυρίως στο θέμα αυτό, από τό πώς τούς βλέπω αυτούς να πονάνε και να μην μπορούνε να παρηγορηθούνε με κανένα φάρμακο και αναισθητικό και ναρκωτικό (απ’ αυτά που τούς επιτρέπονται) (τό μεγαλύτερο είναι τό να γίνουν γνωστοί) (ν’ ασκήσουν εξουσία, ν’ ασκήσουν τό μίσος τους (τό μίσος σε όλη τήν έκταση είναι τό μεγαλύτερό τους ναρκωτικό)) χρόνια τώρα τούς βλέπω τίποτα να μην μπορεί να τούς κάνει να ησυχάσουνε που χρόνια τώρα τά ευνουχίσανε όλα και αυτή είναι η δουλειά μου (χρόνια τώρα) να τούς παρακολουθώ στις πιο λεπτές εκφάνσεις αυτής τής κατάστασης, εκεί που εκδηλώνεται και τούς ξεφεύγει η αλήθεια, στη γλώσσα τους :

ναι, όσοι μελετούν τό φαινόμενο μαζί μου, συμφωνούνε σ’ αυτό : η κακία ναρκώνει : Γι’ αυτό και οι περισσότερες κακίες τών ανθρώπων, στην προσωπική τους ζωή, δεν δείχνουν εύκολα τή λογική τους, τήν κρύβουνε, ή τήν μασκαρεύουνε, γιατί τό πραγματικό της πρόσωπο είναι κάτι για τό οποίο ντρέπονται : Ψάξε όμως με προσοχή τή ζωή τού ανθρώπου που φέρεται τόσο σκάρτα στους φίλους του και δείχνει να ικανοποιείται απ’ αυτό, και θα δεις ότι στη ζωή του αυτό είναι η μόνη ικανοποίηση τήν οποία είναι σε θέση να πάρει : Και μάλιστα εκδικείται όχι αυτούς που τού κάναν κακό (αυτούς συνήθως τούς σέβεται και τούς φοβάται) αλλά (κάτι που φαίνεται ανεξήγητο) αυτούς που όχι μόνο δεν τόν πειράξαν, αλλά τού κάναν και κανένα καλό : Ψάξε δηλαδή χωρίς πολλές εξαιρέσεις στην κανονική ζωή τών γνωστών εδώ γύρω σου, και θα τό δεις καθαρά : όσοι είναι γνωστοί δεν έχουν ίχνος μέσα τους πλέον, έχουνε στραγγαλίσει και αποκόψει κάθε περίπτωση μνήμης και έρωτα : γιατί, νομίζεις ότι είναι τυχαίο (ή συμπτωματικό τάχα μου) ότι ο πιο πλήρης (και εξευγενισμένος και λεπτοδουλεμένος) φιλοσοφημένος και διαλεκτικός θεωρητικός τού έρωτα (από παλιά) ήταν συγχρόνως ο απόλυτος εφευρέτης και υποστηρικτής εκείνου τού (με περίεργη σύνταξη) «ζήσε μακριά απ’ τό πλήθος και τό κοπάδι χωρίς να σέ νοιάζει για τό αν σέ ξέρουν ή σέ μαθαίνουν ή σέ γνωρίζουν οι άλλοι» ; Κάνε τή ζωή σου ζωντανό και απλησίαστο για τούς αφελείς και απερίσκεπτους εκτροφείο σκέψης αναρχίας πληρότητας και ευτυχίας, κι αυτή η απομόνωση δεν θα πάει χαμένη, όπως δεν πηγαίνει ποτέ της η επανάσταση εναντίον τών ηλιθίων : ο έρωτας ποτίζει τά εδάφη και τά νερά κι αυτών που τόν φοβούνται, και αλλάζει τό μέλλον κι αυτών που τόν πνίγουν ή τόν αγνοούν : σώσε τόν κόσμο μένοντας μακριά του, σώζοντας τόν εαυτό σου μακριά απ’ τίς αγέλες τής επιφάνειας : Υπάρχει ένα πλήθος και στα υπόγεια άλλωστε : Ναι, λάθε βιώσας : ο χρόνος όλος τότε θα σού ανήκει, κι η αιωνιότητα, γιατί αυτός ο έρωτας δεν θα χαθεί (κι όσο για τή σύνταξη τής μετοχής μ’ αυτόν τόν τρόπο όπου η μετοχή χρησιμοποιείται ως ρήμα και τό ρήμα ως επίρρημα (όπως μαθαίναμε και από τό σχολείο) θα ’χε κανείς να πει πάρα πολλά και δεν είναι εφεύρεση τού επίκουρου αυτή η σύνταξη, απλώς τή χρησιμοποίησε και τήν ενεργοποίησε και τήν έκανε αιώνια στο λάθε του και στο βιώσας του αυτός, με όλη τήν έκλαμψη τής διαλεκτικής του συνοπτικά : σαν μια στενογραφημένη μουσική τών αιώνων) :

και κάτι ακόμα : δεν πρέπει ν’ αφήσεις κανέναν να σέ κλέψει, έχε το υπόψη σου : ακόμα κι αν αυτά που σού παίρνει εσύ θα τού τά ’δινες, δεν πρέπει ν’ αφήσεις κανέναν να νομίζει ότι σέ κλέβει και ότι εσύ σωπαίνεις, όχι, εκεί ακριβώς που χρειάζεται, εκεί ακριβώς δηλαδή που δεν σέ καταλαβαίνει κανείς, να μιλάς : Με τούς όμοιούς σου δεν χρειάζεται μόνο να μιλάς, οι ευγενείς συνεννοούνται μεταξύ τους : Να ’σαι ευγενικός λοιπόν μόνο με τούς ευγενικούς, οι άλλοι θέλουν όμως μαστίγιο : Και μην ξεχάσεις και τήν έκφραση τού ντοστογιέφσκυ στον έφηβο : Μην αφήσεις ποτέ να σέ κλέψουνε γιατί στο τέλος θα σέ κατηγορήσουν για κλέφτη. Μόνο με τό είδος σου να έχεις κοινοκτημοσύνη.

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

τόν οκτώβριο είθισται να ανεβάζω διάφορα επετειακά ή αναμνήσεις διακοπών – αυτή τή φορά έχουμε απλώς ανάμνηση κειμένου

τόν ίδιο μήνα θα ’θελα να προλάβω ν’ ανεβάσω και κάτι περί ρεμπώ (είναι ο μήνας τής γέννησής του – αλλά όχι τόσο γι’ αυτό, όσο γιατί με κάτι βιογραφίες του που διάβασα τώρα σκέφτηκα ότι πρέπει κάτι να πω και για τόν «μη–πιτσιρικά πλέον» ρεμπώ – τόν ώριμο άντρα τουτέστιν στην αφρική τήν αιθιοπία ή τήν αββησυνία πώς διάολο λεγότανε τότε – )

κι έχω στο μυαλό μου και κάτι – αντιπαθέστατα στους περισσότερους – κόβω τό κεφάλι μου – «γυναικεία γλωσσικά» που τά τριγυρίζω από καιρό

ας ελπίσουμε τό βλογ να συνεχιστεί κι εγώ να συνεχίσω, μ’ όλο που άλλα πολλά (μεταξύ αυτών και η δουλειά για να πάνε οι «βιογραφίες αγνώστων» επιτέλους σε έναν (γενναίο και ευγενικό) εκδότη) μέ πιέζουν, εκτός αέρος

φωτογραφίες, επεξεργασμένες από μένα : ezra stoller, joel meyerowitz

.

.

.

.

.

.

Μαΐου 23, 2014

ο πιτσιρικάς στην κομμούνα

.

.

.

.

αναδημοσίευση από τό περιοδικό «στάχτες» τού ποιητή και εικαστικού στράτου φουντούλη / αγριμολόγου
για τήν επέτειο τής ματωμένης βδομάδας, τή σφαγή τής κομμούνας

 

Σε δύο σχεδόν συνεχόμενες ημερομηνίες θα γράψει εκείνα τά δυο καταπληκτικά γράμματα σε κείνους τούς δύο καθηγητές. Έχει τίποτα ο μάϊος και τόν εμπνέει ; Τρίχες κατσαρές και καθαρές συμπτώσεις, τή δεύτερη φορά έπεσε κατά σύμπτωση μέσα στην κομμούνα. Αλλά τί νόημα έχει η λέξη σύμπτωση, όλα είναι και τρελλά κι ολοκάθαρα : τόν ιούλιο τού 70 ο ναπολέων ο 3ος είχε κηρύξει τόν πόλεμο στα καλά καθούμενα στους γερμανούς. Τόν αύγουστο ο μικρός πουλάει διάφορα βιβλία που ’χε κερδίσει σε βραβεία και παίρνει τό τραίνο να πάει στο παρίσι να δει με τά ίδια του τά μάτια (όπως νομίζει) τήν πτώση τής αυτοκρατορίας. (Τόν πιάσαν και τόν κλείσαν και φυλακή γιατί δεν είχε κι όλα τά λεφτά να πληρώσει τό τραίνο). Έγραψε τότε στον δάσκαλο τού 1ου γράμματος ζητώντας βοήθεια και τρέξαν κάτι θειάδες αυτουνού να τόν βοηθήσουν – αλλά τελικά επεμβαίνει η μάνα του να τόν φέρουν πίσω στην σαρλβίλ (τήν πόλη του). Σε δέκα μέρες τό ξανάσκασε κι αυτή τή φορά πήγε στο βέλγιο μάλιστα προσπάθησε να γίνει και δημοσιογράφος (θυμόμαστε καλά εκείνο τό «τί μέ νοιάζουν εμένα τά λατινικά τους, εγώ δημοσιογράφος δεν πρόκειται να γίνω»). Έγραψε απλώς εκεί στο σαρλερουά ένα σωρό ποιήματα. Τελικά ξαναεπεμβαίνει η μάνα του και τόν ξαναφέρνουν στο σπίτι. Στις 4 σεπτεμβρίου οι γάλλοι επαναστάτες μπήκανε στη βουλή κι ανακήρυξαν τή δημοκρατία. Ο ναπολέων είχε παραδοθεί. Στις 19 σεπτεμβρίου οι γερμανοί είχαν αρχίσει να αποκόβουν τό παρίσι. (Αυτή η πολιορκία τού παρισιού θα κρατήσει όλο τό φθινόπωρο όλον τόν χειμώνα και τήν άνοιξη). Στις 5 ιανουαρίου οι πρώσοι αρχίζουν να βομβαρδίζουν τό παρίσι κι αρχίζει συγχρόνως και η μεγάλη η πείνα. Στις 18 ιανουαρίου η κυβέρνηση τού βίσμαρκ εγκαθίσταται στις βερσαλίες και υπογράφεται η ταπεινωτική συνθήκη για τούς απέναντι. (Έχουμε μπει στο 1871). Στα μέσα ιανουαρίου οι γάλλοι επαναστάτες κάνουν μια δεύτερη εξέγερση (μια πρώτη είχε γίνει τόν οκτώβριο) για να ρίξουν τήν κυβέρνηση. Στις 8 φεβρουαρίου γίνονται νέες εκλογές και οι συντηρητικοί υπερισχύουν και βγάζουν τόν θιέρσο. Είναι η στιγμή ακριβώς που ο μικρός τό σκάει για τρίτη φορά απ’ τό σπίτι του να πάει στο παρίσι : δεν αντέχει άλλο να ’ναι μακρυά, και περνάει έτσι 15 μέρες εκεί σε τρομαχτική ερήμωση και πείνα. Γυρνάει τελικά στη σαρλβίλ με τά πόδια περνώντας μέσα από τίς πρωσικές γραμμές (οι πρώσοι θα μπούνε στο παρίσι τήν 1η μαρτίου). Στο σπίτι του ο ρεμπώ όταν γυρίζει γράφει ένα «κομμουνιστικό σύνταγμα» τό οποίο δεν σώζεται (κατά πάσα πιθανότητα τό ’φαγε λυσσασμένα η μαμά του). Στο τέλος αυτού τού φεβρουαρίου, στις 28, ο θιέρσος υπογράφει τή συνθήκη με τόν βίσμαρκ εκείνη που τού παραχωρεί τήν αλσατία και τήν λωραίνη. Οι πρώσοι μπαίνουν στο παρίσι για ν’ αποχωρήσουν λίγο αργότερα και να διασκεδάσουν από μακρυά με τά παθήματα τής γαλλικής κυβέρνησης μια που στις 28 μαρτίου τού 1871 ανακηρύσσεται η κομμούνα τού παρισιού :

Οργανώνεται κυβέρνηση με επιτροπές. Οι γάλλοι επαναστάτες έχουν μαζί τους κυβερνητικά στρατεύματα που απογοητευμένα από τή συνθήκη που υπογράφτηκε στρέφονται εναντίον τού θιέρσου. Οι γερμανοί παρακολουθούν αμέτοχοι. Από κει που είχαν εγκατασταθεί στην αρχή εντελώς εκδικητικά στις βερσαλίες φεύγουν τώρα κι αφήνουν τίς βερσαλίες στην γαλλική κυβέρνηση να δούνε τί θα τίς κάνει. Η κομμούνα προωθεί τήν δύναμη τών δήμων (στα γαλλικά ο δήμος λέγεται κοινότητα όπως κι εδώ στα χωριά, – ή commune) έναντι τής κεντρικής κυβέρνησης, ζητά διαχωρισμό τής εκκλησίας από τό κράτος και διάφορα άλλα ωραία μέτρα ισότητας. Στη σαρλεβίλ ο μικρός είναι χωμένος στη δημοτική βιβλιοθήκη και συνέχεια διαβάζει. Τά βιβλία που ζητάει σκανδαλίζουν τούς βιβλιοθηκάριους γιατί ζητάει συνεχώς βιβλία για σοσιαλισμό μαγείες αλχημείες και όλες τίς ανήθικες λογοτεχνίες και οι βιβλιοθηκάριοι τόν θεωρούν πολύ μικρόν : αυτός γράφει ποιήματα εναντίον τους. Τόν απρίλιο τού 71 οι κομμουνάροι γίνονται ακόμα περισσότερο επαναστάτες ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική. Τά στρατεύματα τής κυβέρνησης τών βερσαλιών φτάνουνε στο παρίσι. Φωτιές καίνε τόν κεραμεικό και άλλα πανέμορφα κτήρια. Τόν απρίλο και τόν μάϊο η πείνα φτάνει στο αποκορύφωμα και οι παριζιάνοι σκοτώνουν πλέον και τρώνε και τά ελάχιστα ζώα που υπήρχαν στον ζωολογικό κήπο αφού τούς τέλειωσαν οι γάτες τά ποντίκια κι οι σκύλοι που υπήρχαν στον δρόμο. Ταυτόχρονα οργανώνονται όσο μπορούνε, οι δε γυναίκες αποδεικνύονται ηρωικές. Η ένωση γυναικών κομμουνάρων παίρνει μέρος στην οργάνωση τής άμυνας και πολύ συχνά έχει τήν ευθύνη τών οδοφραγμάτων. Οι κομμουνάροι πιάνουν ομήρους και συχνά τούς εκτελούν. Είναι ο μάϊος τού 71, η εποχή που ο μικρός έχει τρελλαθεί εκεί στο σπίτι του. Αυτήν τήν εποχή γράφει εκείνα τά δύο φοβερά γράμματα στους δυο του δασκάλους. Είναι η ίδια εποχή που έχει γράψει (μάλλον τού αρέσει) τό ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΝΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (η άνοιξη είναι φανερό ότι είναι πλέον εδώ γιατί …) : η συμπεριφορά του μέσα στην πόλη είναι απολύτως επιπλέον τώρα προκλητική και γράφει όπου βρει σε δημόσια κτήρια και πάνω στους φράχτες με κιμωλία (όπως παραδίδεται) Merde à Dieu κάτι που μόνο μ’ ένα Γαμώ τό Θεό σας θα μπορούσε να μεταφραστεί ή αν θέλαμε νά ’μαστε πιο κοντά στον γαλλισμό κάτι σαν Σκατά στα μούτρα τού Θεού, και τά τέτοια. Μια μέρα ένας νεαρός υπάλληλος κάποιου μαγαζιού τού δίνει επιδεικτικά λεφτά να πάει να κουρευτεί κι αυτός τά παίρνει και διασκεδάζει με τούς φίλους του ότι τώρα θ’ αγοράσουν ταμπάκο. Από τίς 21 μέχρι τίς 28 μαΐου στην Κομμούνα συμβαίνει αυτό που έχει εθισθεί να λέγεται Ματωμένη Βδομάδα : Τά στρατεύματα τού θιέρσου μπαίνουν στο παρίσι και νικούν τούς κομμουνάρους, ακολουθεί η Τρομοκρατία τού Θιέρσου : εκτελούνται κομμουνάροι και συνοδοιπόροι αδιακρίτως. (Αυτά τά ξέρουμε κι εμείς εδώ, μπορούμε να τά φανταστούμε από τόν δικό μας εμφύλιο). Μιλάνε τελικά για 35.000 θύματα τής τρομοκρατίας σε νεκρούς και χιλιάδες φυλακισμένους και άλλους που στέλνονται σε διάφορες εξορίες. Στο Τείχος τής Κομμούνας στο Père Lachaise ακόμα υπάρχουν τελετουργικά από πιστούς αυτής τής επανάστασης και όλων τών άλλων επαναστάσεων που θυμίζουν αυτήν τήν εκατόμβη. Αντιστοίχως οι καθολικοί πληρώνουν επιδεικτικά συνδρομές και δήθεν εράνους για να χτιστεί η εκκλησία τής Sacré–Coeur η οποία θα βοηθήσει δήθεν να αποκαθαρθεί η ατμόσφαιρα από τά μιάσματα. (Και αυτά επίσης είναι γνωστά από εδώ και από τόν δικό μας εμφύλιο).

Αυτά ώς τό τέλος μαΐου που κρατάει η ματωμένη βδομάδα : τόν ιούνιο ακολουθεί η κρατημένη ανάσα και σιωπή τού τρόμου και τόν ιούλιο ο μικρός αρχίζει να γράφει μετά μανίας πάλι διάφορα ποιήματα και να τά στέλνει σε διάφορους άλλους : θέλει οπωσδήποτε να μιλήσει με κάποιον. Οι διάφοροι άλλοι αυτοί παίρνουν αυτά τά πράγματα στα χέρια τους και δεν ξέρουν τί να τά κάνουν, εκτός από έναν : Αυτός απαντά με μια πρόταση : Έλα. Για τήν ακρίβεια η πρόταση ολόκληρη είναι : Μεγάλη αγαπημένη ψυχή Έλα, Σέ καλώ, Σέ περιμένω.
Θα φτάσει σπίτι του τέλη σεπτεμβρίου κι εκεί αρχίζει η ιστορία με τόν βερλαίν.

Ανεξάρτητα από τό τί γινόταν τριγύρω της, και τό ποιοί ήταν τριγύρω της άλλοι, τό μόνο που ήξερε να κάνει αυτή και με τό πονηρό γελάκι της τό γαλλικό τό διασκέδαζε, ήταν να σέ πάρει μαζί της στη χώρα αυτή αν μπορούσες. Και μια μέρα λοιπόν μού ξεφουρνίσανε κι έμαθα ότι (στο μικρό της τό όνομα η Ζουβιέ) λεγόταν Αλίς. Κι αυτό όχι μόνο τής πήγαινε, αλλά έπρεπε και να τό περιμένω φυσικά από πάνω,

 

απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»
(κεφάλαιο «α΄ μια σημείωση για άλλους / j’ est une autre»)

 

 

  

 

 

εικονογράφηση : επάνω / οδοφράγματα τής κομμούνας, απρίλιος 1871, γωνία τής πλατείας hôtel de ville και τής οδού rivoli, φωτογραφία τού pierre–ambrose richebourg (σήμερα στο μητροπολιτικό μουσείο τής νέας υόρκης) / σκίτσο τού ρεμπώ από τόν βερλαίν, 1895 / από τίς γυναίκες στην κομμούνα

κάτω / σκίτσο τού ρεμπώ με ξυρισμένο κεφάλι (λεπτομέρεια), ζωγραφισμένο σε γράμμα που έστειλε ο φίλος του συγγραφέας ernest delahaye στον κοινό τους φίλο βερλαίν τόν δεκέμβρη τού 1875 / ξυλογραφία με τίς γυναίκες τής κομμούνας

 

.

.

.

.

.

.

Μαρτίου 27, 2014

πάνω στο χαλί

 

 

 

 

αναδημοσίευση από τό e–περιοδικό στάχτες (και η εικόνα από εκεί) τού ποιητή / εικαστικού στράτου φουντούλη / αγριμολόγου :

.

   όμως ωραία δεν ήτανε πάνω εκεί στο χαλί ; όπως καθόμαστε ; που ακουμπάγαμε ο ένας πάνω στον άλλο ; και γινόμαστε αμέσως φίλοι διατηρώντας τήν αφόρητη μοναξιά μας καθώς μάς είχαν ρίξει εκεί οι μεγάλοι να τά βγάλουμε πέρα μόνοι μας μέσα σ’ ένα πηγάδι από πλήθος, και δεν έχουμε τότε τήν αίσθηση ότι είμαστε παιδιά αλλά ότι είμαστε στον μεγάλο καινούργιο κόσμο ότι είμαστε ο μεγάλος καινούργιος κόσμος, ότι είμαστε ο κανονικός κόσμος εμείς, καθισμένοι εκεί στο χαλί στο ύψος σχεδόν τού χαλιού έτοιμα να μιλήσουμε αλλά μην ξέροντας τή γλώσσα ακόμα, προσπαθώντας να μάθουμε τή γλώσσα για πρώτη φορά γιατί τότε συναισθανόμαστε για πρώτη φορά έτσι όπως είμαστε ο ένας πλάϊ στον άλλον ότι η γλώσσα που μιλούσαμε μέχρι τώρα στο σπίτι ήταν ανεπαρκής κι ότι υπάρχει μια γλώσσα που τή μιλάνε όλοι παρέα φωνάζοντας, κι ότι υπάρχει μια γλώσσα που τή φωνάζουμε όλοι ζητώντας αν και δεν ξέρουμε ακόμα τί πρέπει λοιπόν να ζητήσουμε, ότι υπάρχουνε γλώσσες λοιπόν ατελείωτες που πρέπει να τίς μιμηθούμε και από μέσα του ο καθένας είναι σίγουρος ότι μόνο αυτός δεν τίς ξέρει ότι μόνο αυτός καθυστέρησε κι ότι όλοι οι άλλοι είναι ένα σύνολο πέρα απ’ αυτόν, που ’χει αρχίσει πιο πριν, προχωρήσει πιο πριν, μάθει πράγματα απολύτως πιο πριν, κι έτσι εκεί στο χαλί τραγουδώντας κοιτώντας αντιγράφουμε μυστικά και επίφοβα ο ένας τόν άλλον μαθαίνοντας και τήν γλώσσα τού τρανταχτού γέλιου και τήν γλώσσα τού τρανταχτού φόβου και τού τρανταχτού ουρλιαχτού και τού θόρυβου τού τρανταχτού και τού ομαδικού και τής διασκέδασης τής τρανταχτής και τής ομαδικής και τής αποδοχής και τής αναμονής και τής υπομονής

   και τών ανακρίσεων τών τρανταχτών

   και τών εκπλήξεων τών τρανταχτών που θα μάς πέσουν στο κεφάλι από τό άγνωστο μαύρο σκοτεινό εκείνο τετράγωνο τής μαύρης τρύπας εκείνης τής σκηνής

   και τής ανάκρισης τής σκοτεινής

   κι αυτός ο κόσμος είναι για πρώτη φορά τόσο γεμάτος από άγνωστες γλώσσες κινήσεις συμπεριφορές

   και ανακρίσεις

   και αν θυμάσαι κρυφοκοιτάζαμε ο ένας τόν άλλον να δούμε τί έπρεπε να κάνει και πώς έπρεπε να φερθεί και ένιωθες μέσα απ’ αυτήν τήν μίμηση συμπεριφορών μια συντροφικότητα κάπως περίεργη – αυτή πιστεύω εγώ είναι η πρώτη μορφή γλώσσας που τή μαθαίνεις μέσα σε μια συντροφικότητα πηγαδιού στο οποίο σέ πετάν δια τής βίας : η γλώσσα τού μπάρμπα–μυτούση

   ναι συντροφικότητα στη δυστυχία και τήν αγωνία

   και έτσι λοιπόν μαθαίνουμε πρώτα να ουρλιάζουμε για να αρχίσει τό έργο, και να φωνάζουμε : ύστερα να τραγουδάμε : ύστερα να χειροκροτάμε, ή μάλλον να χτυπάμε τά χέρια μας ενώ τραγουδάμε : τό θυμάσαι τό τραγούδι που μάς έβαζε μια κυρία να λέμε ; μια κυρία μπροστά που μάς έδινε τόν τόνο και που χτύπαγε τά χέρια της για να μάθουμε να τά χτυπάμε τά χέρια κι εμείς, μια ψηλή κυρία : Δε μού λες, λες αλήθεια να ’χαμε συναντηθεί καμία φορά, λες να ’χαμε κάτσει και δίπλα–δίπλα ; Μη μού πεις, τί μαγεία αυτά τά τεράστια σώματα από λιλιπούτεια πλάσματα μες στο σκοτάδι, δηλαδή σιγά–σιγά τρεμόσβηναν τά φώτα και χαμήλωναν μέχρι να γίνει τό σκοτάδι τέλειο και να φωτιστεί ξαφνικά εκειπάνω ψηλά η σκηνή : όμως ενώ όσο ακόμα είχε φως περιεργαζόμαστε εμείς τά περήφανα μέλη τού γενναίου καινούργιου κόσμου που μόλις είχε βγει απ’ τ’ αυγό (και γι’ αυτό ήταν τό σημαντικότερο πράγμα τό να είναι τό μέγεθός σου ελάχιστο) όμως με τ’ απόλυτο ξάφνου σκοτάδι, ξάφνου τά ουρλιαχτά μας γινόντουσαν πραγματικά ουρλιαχτά, δηλαδή γνήσια απόλυτη και ώριμη πλέον σιωπή, σαν να ξέραμε τί θα συμβεί πλέον στο μέλλον

   και ότι θ’ αρχίσει κανονικά η ανάκριση : (Τό ξέραμε κι αυτό, ή τό μαθαίναμε : κι αν δεν τό ξέραμε τήν πρώτη φορά τό ’χαμε μάθει πια τή δεύτερη)

   και έτσι λοιπόν είμαστε πάλι ζωάκια που μυρίζαμε τό ένα τό άλλο πάνω κεί στο χαλί για να ξεπατικώσουμε φωνές και να μάθουμε επιτέλους τή γλώσσα με τήν οποία έπρεπε να μιλήσουμε σ’ αυτόν τόν κωλόγερο

   ώστε να ξέρουμε μετά πώς να ουρλιάξουμε όταν θα άρχιζε πια μετά κανονικά η ανάκριση που δεν ξέραμε σε ποιο κεφάλι θα πέσει – και η οποία από τήν αρχή κρεμόταν πάνω εκεί στα κεφάλια μας – περισσότερο απ’ όσο κρεμόταν η ίδια η ωραία αυτή σου σκηνή

   και τής οποίας η ώρα θα ερχότανε κάποτε βέβαια και τελικά ήρθε : Ορίστε λοιπόν ανυπόμονη : τώρα είναι η ώρα της, τώρα που ανοίγει και φωτίζεται η σκηνή ψηλά εκεί πάνω κι όχι τόση ώρα, που φαγώθηκες λες κι ήθελες να μού κόψεις τήν όρεξη τή ρέντα και τόν ειρμό : είχα ρέντα, ωραία δεν τά ’πα, ε ; Πώς μού ’ρχόντουσαν έτσι ωραία οι ιδέες : δεν τά ’χω ξαναπεί αυτά έτσι ωραία αν θες να ξέρεις. Ήμουν σε φόρμα μέ ενέπνεε τό περιβάλλον : Λέγε λοιπόν τώρα, άσχετη που μόνο εσύ θέλεις να μιλάς : πολυλογού που δεν ξέρεις ούτε καν τήν σειρά τών πραγμάτων : ακόμα δεν έμαθες τρόπους ; δεν έμαθες τίποτα ανεπίδεκτη ; Λέγε λοιπόν : Τί σέ πείραζε από τήν ανάκριση ; Δεν έτρωγες όλο τό φαΐ σου κακό κορίτσι ;

   και γιατί δεν ήσουν ήσυχο παιδί Μπετούλα ; Γιατί στενοχώρησες τή μαμά σου Νικολάκη ; Και γιατί δεν έπεσες νωρίς για ύπνο χτες Γιαννάκη ;

   και γιατί τρως τά νύχια σου Βασιλάκη ; Και γιατί στενοχωρείς τή γιαγιά σου Δημητράκη ;

   και γιατί κουνάς τά πόδια σου όταν τρως Φωτεινούλα ;

   και γιατί ρουφάς τή μύτη σου όταν σού μιλάει ο μπαμπάς Αργυρούλα ;

   και γιατί έσπασες τό ωραίο πιάτο απ’ τόν μπουφέ Γιαννούλα ; Και γιατί ζωγραφίζεις στον τοίχο με τά χρωματιστά μολύβια που σού πήρε ο θείος Μαχούλα ; Και γιατί χορεύεις όλη τήν ώρα Ισιδωρούλα ;

   και γιατί μικρή Ντιάνα κυνηγάς τ’ άλλα παιδάκια ;

   και γιατί μικρή Ελένη κυνηγάς τά αγοράκια ; Τό σοκ δεν ήταν τόσο, η διαπόμπευση δεν ήταν τόσο επειδή ήξερε τί έχω κάνει και μέσα στο σπίτι κιόλας τό οποίο ήταν πολύ μακριά και στο οποίο ήμουνα σίγουρη ότι δεν είχε έρθει ποτέ αυτός ο διαολικός μπάρμπας επίσκεψη, κι ούτε καν τό ότι ήξερε καλά και φώναζε κιόλας δυνατά τ’ όνομά μου, μπροστά σε όλους, άσχετα από τό αν αυτοί δεν τό ξέρανε (κι αυτό ήταν η μόνη μου παρηγοριά (κι άρχισα σιγά–σιγά να μαθαίνω ότι αυτό ήταν κι η παρηγοριά και τών άλλων επίσης, κι έτσι, αντί να μάς ενώνει οτιδήποτε πάνω εκεί στο χαλί που ωραία εσύ τό αναγόρευσες σε σπουδαίο και ηρωικό και περίφημο, μάς χώριζε ακριβώς και μάς σκέπαζε προστατευτικά και μάς κουκούλωνε τό ότι είμαστε απόλυτα ξένοι και ότι ξένοι ελπίζαμε για πάντα να μείνουμε) (τό ότι δεν είχαμε και δεν θα είχαμε, αν είμαστε έστω ελάχιστα μέσα στην ατυχία μας αυτή τυχεροί, καμιά με κανέναν εκεί απόλυτα σχέση)) όχι λοιπόν τόσο τό ότι έλεγε εκεί ενώπιον όλων όλα τά φοβερά και φριχτά που ’χα κάνει, όσο τό ότι συμφωνούσε απολύτως δηλαδή με τή μάνα μου στο ότι αυτά ήταν όντως φοβερά και φριχτά : και αυτή ήταν μια μεταφυσικής τρομαχτικής ισχύος νίκη που αυτή κατάφερε αποδεδειγμένα εναντίον μου και τήν οποία αμέσως κατάλαβα ότι δεν θα τής συγχωρέσω ποτέ. Αν κάτι έμαθα εγώ τότε, επειδή τά είπες τόσο ωραία και γλαφυρά προηγουμένως, δεν ήταν ούτε να μιλάω πάνω κεί σε εκείνο εκεί τό χαλί ούτε να γελάω ούτε να κλαίω αλλά να κρύβομαι ακριβώς μες στο πλήθος, πάνω εκεί στο χαλί, αν κάτι μού ’μαθε δηλαδή αυτός ο παλιόγερος δεν ήταν κανενός είδους κοινά ιδιώματα γλώσσες και λοιπά και λοιπά και πολύ λυπάμαι αν σέ στενοχωρώ γλωσσολόγα μου, αλλά τό ότι μες στο πλήθος χάνεσαι, ότι μπορεί να λουφάξεις και να κάνεις τόν ψόφιο κοριό μες στο πλήθος. Κι αυτό γιατί σύντομα (πανικόβλητη όπως ήμουν και συνεπώς και γι’ αυτό και μόνο πανέξυπνη) διαπίστωσα ότι δεν κοιτούσε καν προς τή μεριά που καθόμουνα όταν μιλούσε για μένα ο μυστήριος πάνινος πάνσοφος αλλά τελείως αλλού και μέ παρηγόρησε (πολύ χαιρέκακη παρηγοριά, σημείωσέ το σέ παρακαλώ) τό ότι δεν ήμουνα μόνη μου στην συγκλονιστική αυτή ψυχρολουσία αλλά τό ότι όλοι κοιτούσαμε μέσα στα δήθεν γέλια που νόμιζες εσύ ότι μάς ένωναν, απλώς ποιος ψυχρολουζότανε κάθε φορά ή ποιος είχε ήδη ψυχρολουστεί και ακριβώς τό ότι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτα ήταν τό μόνο που μάς παρηγορούσε επίσης : έτσι ακριβώς μάθαμε να κρυβόμαστε μέσα στο πλήθος κυρία μου (σημείωσέ το : εντελώς κουτοπόνηρα) και να χαιρόμαστε με τήν αόρατη αλλά σίγουρη (και πρόσεξε : όσο πιο αόρατη τόσο πιο σίγουρη, όσο πιο πολύ γελούσαμε τόσο πιο πολύ πονούσαμε) δυστυχία ο ένας τού άλλου :

   και με τήν ακόμα πιο αφόρητη δυστυχία (ανατριχιάζω και μόνο που τό θυμάμαι, θυμάσαι ; ) κάποιων ακόμα περισσότερο δυστυχισμένων – τά θυμάσαι αλήθεια αυτά τά κακόμοιρα – που σαν υπνωτισμένα από τά πάνινα χέρια και τό πάνινο κεφάλι πάνω εκεί στη σκηνή, σαν μαγεμένα με τό στόμα ανοιχτό μόλις ακούγανε τ’ όνομά τους τού απαντάγανε κιόλας : τί φρίκη. Και μόλις καταλαβαίναν τό λάθος τους κοιτάζανε γύρω : ντρεπόντουσαν, πόσο ντρεπόντουσαν : και μεις χαιρόμαστε πόσο χαιρόμαστε (που υπήρχανε κάποιοι που τήν είχαν πατήσει : επιβεβαιώνοντας ότι εμείς δεν τήν πάθαμε : ) έτσι επιβεβαιωνόταν η αντίληψη (που ακολουθεί τόν κόσμο σ’ όλη του τή ζωή) (και για τήν οποία ο κόσμος, εμείς (δηλαδή οι έξυπνοι που μετράμε τά λόγια μας και δεν μιλάμε με ξένους ούτε στον δρόμο ούτε στο πεζοδρόμιο ούτε στις γκαλερί) καμαρώνουμε) περί τής δικής μας εξυπνάδας εφόσον υπάρχει η χαζομάρα τών άλλων : Εμείς είμαστε οι έξυπνοι δηλαδή κυρία ζωγράφα μου απλώς και μόνο διότι υπάρχουνε κι οι άλλοι που, εφόσον είναι παραδομένοι στην μαγεία τού θέατρου τού σκοταδιού και τής τέχνης, είναι χαζοί. Πόσο πρέπει να αγαπούσαν τά κακόμοιρα αυτά τό θέατρο και πόσο να θεωρούσαν σωστό τό αυταπόδεικτο που δεν υφίσταται πουθενά όμως πλέον, δηλαδή να πάρουνε αυτό τό πράγμα τό αστείο στα σοβαρά – και να ’ναι ειλικρινέστατα εκειπέρα εκεικάτω μαζί του : νομίζω αυτοί είναι στους αιώνες τών αιώνων αμήν και για τόν αιώνα τόν άπαντα οι πιο απόλυτα γνήσιοι τίμιοι παραδομένοι δηλαδή και μαγεμένοι στη μαγεία του θεατές

   που όμως δεν πηγαίνουν ποτέ τους στο θέατρο : δεν πρέπει να ξαναπήγαν ποτέ από τότε δηλαδή διότι πρέπει να τούς έγινε μάθημα : ναι, φρίκη : πόσο πρέπει να τό μισήσαν αυτοί ακριβώς τότε τό θέατρο, ε ; Αυτοί οι τόσο τέλεια παραδομένοι και γνήσιοι αυτοί οι πιο τίμιοι απ’ όλους όπως λές θεατές βάζω στοίχημα ότι δεν πηγαίνουν πλέον ποτέ τους στο θέατρο

   χα. Λες να μην πηγαίνουνε πλέον, να μην ξαναπήγαν ποτέ από τότε ; Λες δηλαδή να μην υπάρχει ούτε ένας ; ούτε ένας ; ούτε μία ποτέ ;

   πιστεύω λοιπόν ότι αυτό ήταν ένα απ’ τά πιο δύσκολα μαθήματα που έπρεπε μετά μεγαλώνοντας όλοι – αν είμαστε λίγο τυχεροί φυσικά – να ξεμάθουμε : αν τό ξεμάθαμε φυσικά, αν θελήσαμε να τό ξεμάθουμε φυσικά, κι αν μπορέσαμε – είναι κι αυτό – να τό ξεμάθουμε, είναι κάτι που μοιάζει λίγο με τό πώς πρέπει να ξεμάθουμε να ζωγραφίζουμε μετά, όταν πάμε μετά εκεί στο σχολείο

   ή με τό πώς πρέπει να ξαναμάθουμε να μιλάμε μετά, αφού αφήσουμε μετά εκεί τό σχολείο, αφού πάψουμε να γράφουμε τίς εκθέσεις που γράφαμε δηλαδή εκεί στο σχολείο

   δεν ξέρω εσύ πάντως πότε κατάλαβες ακριβώς τί συμβαίνει και τί χρωστάς στη μαμάκα σου, αλλά εγώ τό χρωστάω στον αδελφό μου αυτό : μάλιστα, τόν πιτσιρίκο :

   στην αρχή ήμουνα μόνη, ολομόναχη πάνω εκεί στο χαλί όπως λες και εσύ. Έφαγα όλες αυτές τις ψυχρολουσίες εκεί ολομόναχη – κι έντρομη

   τό κακόμοιρο

   κατάλαβα όμως καλά τί συμβαίνει όταν άρχισε πλέον να παίρνει η μάνα μου και τόν αδελφό μου μαζί : Βέβαια είχα μεγαλώσει κι εγώ πλέον τότε λιγάκι : Και για όλα έφταιγαν αυτές οι κουίντες που δεν ξέρω πώς τά λέτε καλά στο θέατρο εσείς – αυτή η αυλαία τέλος πάντων εκεί, η κουρτίνα, όχι η μικρή η ασήμαντη αυτού τού ασήμαντου μικρού παράθυρου που ήταν τό κουκλοθέατρο αλλά η άλλη, η μεγάλη, η μαύρη, που μπερδευόσουνα και χανόσουνα μέσα της που σέ περίμενε, μαύρη μυστηριώδης ακίνητη παλλόμενη μετά τήν μεγάλη γυάλινη είσοδο αν θυμάσαι μάς περίμενε ακίνητη, και ήταν αυτή η είσοδος τής σπηλιάς με τήν οποία αν μπλεκόσουνα έμπαινες μέσα, μέσα στην τεράστια αίθουσα αυτή με τά παιδιά εκεί χαμηλά στα χαλιά, και όλον τόν κόσμο εκεί χαμηλά στα χαλιά,

   και όλες τίς πολύχρωμες φωνές και τά γέλια και τά τραγούδια και τήν αναμονή χαμηλά στα χαλιά : και τόν καινούργιο κόσμο που κοιτούσε τριγύρω να δει τούς άλλους καινούργιους που θα καθόντουσαν κι αυτοί εκεί χαμηλά στα χαλιά –

   όμως, όμως, πριν μπεις μέσα, ήταν αυτή η κυρία εκεί στο χωλ αριστερά και μού πήρε τόσον καιρό τόσο απίστευτα ηλίθιο καιρό να καταλάβω ότι τήν ώρα που η μάνα μου μ’ έσπρωχνε μες από τήν κουρτίνα και μού ’λεγε, Προχώρα και θά ’ρθω εγώ μετά να κάτσω πίσω με τούς μεγάλους, καθώς εγώ προχωρούσα μες απ’ τήν βελουδένια υφή προς τό βελουδένιο χαλί, αυτή έδινε σ’ ένα χαρτί γραμμένα χαρτί και καλαμάρι τά χαφιεδίστικά της στην κυρία αυτή που ήταν στο χωλ και τήν είσοδο : Γι’ αυτό ήταν αυτή η κυρία στο χωλ και τήν είσοδο : για να παίρνει πληροφορίες για μάς, κι όχι για να παίρνει εισιτήριο. Κι όταν μάς πήγε μια μέρα η μαμά μου με τόν αδελφό μου μαζί, τόν έσπρωξα τότε μια μέρα μέσα από τήν κουρτίνα κι εγώ με τό χέρι μου κι έμεινα πίσω για λίγο με τή μαμά μου εγώ, και τήν κυρία αυτή στο χαμηλό τραπεζάκι, και τότε άκουσα τό φριχτό προεόρτιο τού θεάτρου : τότε άκουσα τούς απαίσιους ψίθυρους τότε άκουσα τόν κοφτερό ψίθυρο (κοφτερό πιο πολύ, ζεματιστό πιο πολύ, επειδή ήταν χαμηλόφωνος σιωπηλός χαμογελαστός δημητράκης φωτεινούλα ισιδώρα αργυρούλα και γιαννάκης και κωστάκης μάχη νίκος και ανθούλα – ονόματα συριστικά σαν δαγκώματα σε λίγο φιδιού, υπόκωφα σαν κατραπακιά σε λίγο από γκιλοτίνα) που τίς ένωνε όλες αυτές τίς μαμάδες με τά υπέροχα κασκόλ μαντίλια παλτά αρώματα νάϋλον χρώματα καμηλό και καρρώ μάλλινα χρώματα που περιμένανε συνωμοτικά όλο ψίθυρο στη σειρά υπομονετικά μιλώντας σιγανά μεταξύ τους κι ανταλλάσσοντας κασκόλ και καρρώ και πουά και τουήντ κι ήταν αυτή αυτονών η συμμετοχή κι η δημιουργία που θα είχαν ποτέ τους αυτοί με τήν τέχνη, ψίθυροι ήταν η τέχνη τους, σφυρίγματα μες στα τουήντ κατραπακιές στη σειρά μέσα στο φωτεινό μεσημέρι (νομίζω ότι μάς πηγαίνανε πάντα χειμώνα) μεσημέρι που έλαμπε πάντως από τή μυρωδιά (και τήν σκόνη) τών διαστημικών τών διαπλανητικών χριστουγέννων –

από τό μυθιστόρημα «έκθεση βαθυτυπίας», εκδόσεις «απόπειρα» 2006

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: