σημειωματαριο κηπων

22 Ιανουαρίου 2020

φιλιά με φιλιά

 

 

 

 

η Μάχη έκανε τή δικιά της φούρλα τώρα :

 

   Αυτό με τό φιλί στο χέρι είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό, είπε, και τό ’χω ζήσει κι εγώ, ένα καλοκαίρι στο νησί που πηγαίναμε και σ’ ένα μπαρ που πηγαίναμε όλοι, γιατί είχε τήν καλύτερη μουσική, ένα βράδυ, κοντά στην πόρτα, που ήταν μισόκλειστη γιατί ήταν ξημερώματα, χάζευα προς τά μέσα, και είδα αυτή τήν κοπέλα που ήταν πολύ όμορφη, όχι απ’ αυτές που θεωρούνται όμορφες, ξανθές και κολοκύθια τούμπανα, μελαχροινή με μια ποιότητα που σέ τρόμαζε, μια απίστευτη ποιότητα, κάτι μεταξύ κάλλας και γκάρμπο, μεγάλη λίγο μύτη, μακρόστενο λίγο πρόσωπο, κι αυτά τά μαλλιά τά ίσια και τά μαύρα, αλλά λεπτά, μάλλον τήν είχα ξαναδεί με τίς φίλες της αλλά αυτή τή φορά ήτανε μ’ ένα αγόρι, ήταν όμορφοι και οι δύο, ψηλοί και μελαχροινοί και οι δύο, θυμάμαι είχα σκεφτεί «λοιπόν αυτήν τήν ξέρω απέξω κι ανακατωτά, ερωτεύεται πολύ και σε βάθος αυτή και θα υποφέρει πολύ, αλλά ακόμα είναι νωρίς δεν τό ξέρει» και τήν παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, αν ήταν αλλιώς τά πράγματα θα τή ζωγράφιζα αλλά τώρα ήταν ερωτευμένη λοιπόν κι ήταν ευτυχισμένη, α αυτή η ευτυχία τού ερωτευμένου ανθρώπου, τού ανθρώπου που ’ναι ερωτευμένος δηλαδή με τόν έρωτα κι είναι όμορφος αλλά τόσο άπειρος, και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει, θυμάμαι τό σκεφτόμουνα και τήν κοιτούσα με ενδιαφέρον αλλά λίγο λυπημένη, στεκόμουνα δίπλα στην πόρτα, είχα απομακρυνθεί απ’ τούς άλλους και τήν κοιτούσα, μού θύμιζε τήν εαυτή μου δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή ήταν πάρα πολύ όμορφη, και κοιτούσα προς τό καναπεδάκι που καθόντουσαν και οι δύο, ένα απ’ αυτά τά χωριάτικα παγκάκια με τό ριγέ στρωματάκι, κι από πίσω, πάνω τους, στον τοίχο, όλες οι φωτογραφίες τού μπάρμαν με τούς πελάτες τού μαγαζιού από χρόνια, ένας τοίχος πανύψηλος και πολύχρωμος με τίς φτηνές φωτογραφίες από όλα αυτά τά χρόνια, κάπου ήταν κι οι δικές μου με τούς φίλους μου, κι αν τή ζωγράφιζα θα τήν είχα έτσι στα μαύρα κι από πίσω της όλο αυτό τό πάμφθηνο χρώμα σε τετραγωνάκια σαν απειλητικό σύννεφο κοινοτυπίας, κι αυτή μια αυστηρή μαύρη χαριτωμένη μορφή να κάθεται ευτυχισμένη και σχεδόν ανακούρκουδα πάνω στο παγκάκι σκυμμένη προς εκείνον που ήταν γυρισμένος προς τό μέρος της αλλά τήν κοιτούσε ίσιος, δεν έσκυβε αυτός, μιλούσαν λίγο, γελούσαν λίγο, ήταν ευτυχισμένη και κάποια στιγμή πήρε τό ένα χέρι του, τό κράτησε στο δικό της χέρι και τού τό φίλησε, εκείνη ακριβώς τή στιγμή ένιωσα ότι έγινε μια καταστροφή χωρίς να μπορώ να τό εξηγήσω, ίσως τό εξήγησα μόνο γιατί αυτός δεν αντέδρασε όπως θα ’πρεπε, ήταν ανάξιος για μια τέτοια σκηνή, και ελαφρώς κατάπληκτος, ήταν σαφές πως ένιωσε αμηχανία και θα μπορούσε και να γελάσει, τό κατάλαβα, αλλά αυτή δεν ήταν σε θέση να τό καταλάβει τότε, είναι τόσο ερωτικό αυτό τό φιλί στο χέρι και πρέπει να ’σαι πολύ ερωτευμένος με τόν έρωτα για να καταλάβεις τί κοστίζει και τί αξίζει (αν ήμουνα διαστημικός επισκέπτης στον πλανήτη αυτόν και έχοντας τήν περιέργεια να μελετήσω τά έλλογα θηλαστικά του θα βιαζόμουνα να κοιτάξω στο μυαλό τους (αυτή τή δυνατότητα θα τήν είχα) για να βρω πώς θα δικαιολογούσαν (στους ίδιους, από μέσα τους) τήν απόδρασή τους από μια τέτοια σχέση ύστερα από ένα τέτοιο φιλί – αλλά δεν είμαι, και η περιέργειά μου έχει προ πολλού ικανοποιηθεί : η φαντασία τών διαστημικών αποδεικνύεται οργιώδης, και σχεδόν συναισθηματική και ρομαντική, σε σχέση με τήν πραγματικότητα που ζούμε εδώ : «δικέ μου, φοβήθηκα (θα είπε στον φίλο του) : πολύ σοβαρά τά παίρνει όλα – αυτή στο τέλος θα μάς πηδήξει κιόλας») – έτσι επομένως αυτός, ένας ασημαντούλης (αν και ψηλός, και οπωσδήποτε ομορφούλης) ήτανε, που ’χε βρει γκόμενα για τό καλοκαίρι, και κράτησε σοφά τήν απόστασή του «μην τρελαθούμε κιόλας», αλλά αυτή δεν ήταν σε θέση ακόμα να τό δει, πόσο λυπήθηκα, κι έλεγα «πόσο θα λυπηθεί στο μέλλον, πόση μαυρίλα τήν περιμένει» κάτι μού θύμιζε αδιόρατα από παρελθόν δικό μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ τί, και δεν ήθελα κιόλας, κι ύστερα θυμάμαι όλα έγιναν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν τήν ξανάδα για μερικές μέρες μέχρι που τήν ξανάδα μόνη της με τίς φίλες της, πανύψηλη και ήρεμη αλλά θλιμμένη, κι είχε γίνει κιόλας η καταστροφή, ούτε δυο μέρες δεν άντεξε ο μαλάκας, δεν ήθελα να παρακολουθήσω πώς τό άντεξε αυτή, ήταν πολύ γρήγορο και δεν άντεξα εγώ, κάτι μού θύμισε και δεν θυμάμαι τί, και πολλές φορές όταν τή σκεφτόμουνα στην αθήνα (γιατί τή σκεφτόμουνα συχνά, είπαμε, κάτι μού θύμιζε) έλεγα «άραγε σε τί έχει μεταμορφωθεί, άραγε έχει γίνει σκληρή, έχει γίνει ανήλεη, έχει ασκημύνει» ξέρω ότι πολύ λίγοι άνθρωποι αντέχουν να ’ναι ερωτευμένοι με τόν έρωτα μετά τά πρώτα χαστούκια, αλλά αυτοί που αντέχουν είναι αυτοί που αξίζουνε εκείνο τό φιλί στο χέρι, και αυτοί που αντέχουνε είναι μάλλον αυτοί που τό φιλί τό έδωσαν μόνο και δεν θα τούς τό δώσει πίσω κανείς και είναι κρίμα που θα θυμώσουν και θα γίνουν σκυλιά μετά, ίσως.

Είχα κι εγώ έναν που μού φίλησε τά χέρια, και τά δυο χέρια σαν παιδί. Κι αφού λες πως παίρνεις τίς ιστορίες μας και τίς λες μετά όπως γουστάρεις, πάρε κι αυτήν και να δούμε αν θα αντέξεις να τήν αλλάξεις :

 

   Σηκώθηκα απότομα πήρα και τό ποτήρι μου και πήγα τότε δίπλα κι εγώ στη Μάχη να κάτσω, για να τή βλέπω καλύτερα :

– Είναι μια ιστορία που μού διηγήθηκε ένας φίλος, είπε. Έχει να κάνει με τό δέντρο τού χρόνου αλλά και με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο και γενικά μ’ όλην τήν οικογένεια. Είναι μια ιστορία δύσκολη όμως να τήν πω, μια ιστορία δύσκολη για να τήν πω ακόμα και στον εαυτό μου.

– Τήν ξέρω εγώ; είπε η Νίνα.

– Όχι βέβαια, κανένας δεν τήν ξέρει, ούτε κι εγώ δεν τήν ξέρω καλά–καλά, είπε αυτή.

– Πες τη μας τώρα, είπα εγώ.

– Είναι μια φοβερή ιστορία, ξανάπε και κουνήθηκε, λίγο στριμμένα, πάνω στο σκαμνί. Μέ πληγώνει πάρα πολύ να σάς τήν πω.

– Ε τότε μην τήν πεις, είπα κι εγώ από μέσα μου εκνευρισμένη.

– Θα σάς πληγώσει και εσάς είπε μετά, θα σάς χαλάσει δηλαδή τό κέφι και θέλουμε να βγούμε κιόλας έξω εμείς μετά να πάμε και να φάμε

– Α, όσο γι’ αυτό, θέλουμε, είπα εγώ δυνατά : θα πάμε ;

– Θα πάμε, είπε. Πρέπει όμως πρώτα να σάς πω τήν ιστορία αυτή και είμαι υποχρεωμένη πρώτα δηλαδή να τήν διηγηθώ για να μπορέσω να τήν βγάλω από πάνω μου και για να μην τήν έχω άλλο πια μπροστά. μου. Κι άμα τή διώξω από πάνω μου και δεν τήν έχω πια μπροστά μου, τότε  θα πάμε να διασκεδάσουμε. Αλλιώς δεν θα μπορέσω να διασκεδάσω εγώ τώρα που τήν θυμήθηκα : αν δεν τήν πω δεν θα διασκεδάσω.

– Άντε λοιπόν τής είπα, μάς έπρηξες.

Κάθισε λίγο καλύτερα και πιο στητή στο σκαμνί.

– Πρόκειται για μια ιστορία που αφορά τόν θεσμό όπως τό καταλάβατε τού γάμου είπε. Τό ότι δεν γίνεται δηλαδή μέσα απ’ αυτήν τήν κατσαρόλα να βγει κανείς κατά κανόνα παρά μονάχα γουρούνι βραστό. Από κει και πέρα τί σημασία έχει να μιλάμε για φιλιά και κολοκύθια τύμπανα – αυτή άλλωστε είναι μια ιστορία που τήν αρχή της τήν είχε πιάσει η κυρία από δω, κάποτε, κι ας μην τό ξέρει : Στό βιβλίο της εκείνο όπου περιέγραφε μία γυναίκα που κάνει παιδιά μόνο και μόνο επειδή τό θέλει ο άντρας της, και κάποια στιγμή τής έρχεται να τά σκοτώσει, αλλά δεν γίνεται όμως αυτή εντέλει μήδεια, και φεύγει απλώς, αφήνοντάς του τά παιδιά να τά μεγαλώσει αυτός. Και που αυτός τής κάνει μια ιδιόμορφη αγωγή τότε ζητώντας της, όχι να τού επιστρέψει τά παιδιά αλλά να τού τά πάρει, και να τά φροντίσει, να πάρει και να τά φροντίσει αυτή ως μητέρα, ζητώντας της δηλαδή όπως έλεγε χαρακτηριστικά τό νομικό έγγραφο να αναχθεί στο ύψος τού φυσικού της προορισμού διά τής βίας : Εγώ τό θυμάμαι πολύ καλά. Πολύ μού άρεσε τό βιβλίο αυτό, όλα της μάς αρέσουνε βέβαια.

Θυμόσαστε ότι, αυτή εδώ, είχε αφήσει ανοιχτές δυο πιθανότητες τότε για τό τί θα γινόταν αλλά δεν μάς απασχολεί τώρα αυτό. Λοιπόν αυτή που λέω εγώ τώρα δεν είχε σκεφτεί ποτέ να γίνει μήδεια, ούτε να φύγει απ’ τόν άντρα της, τό αντίθετο μάλιστα συνέβη : Ήταν τόσο εξωφρενικά υπέρμαχη τού θεσμού τής οικογένειας που ακόμα κι όταν τά νεύρα της έπαθαν ζημιά από τή συμβίωση μ’ έναν άγαρμπο ηλίθιο δεν θέλησε ποτέ να παραδεχτεί ότι φταίει η ζωή που έκανε, η οποία ήταν από μια άποψη εντελώς συνηθισμένη : σε τί να έφταιγε λοιπόν αυτή ; Ακριβώς επειδή ήτανε συνηθισμένη νόμιζε η κακομοίρα ότι ήτανε και φυσιολογική :

Μια εποχή λοιπόν, αυτήν εδώ τή δικιά μου τήν παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, γιατί ήταν εξαιρετικά περίεργη η ανταπόκριση που είχε προς τό πρόβλημα . Λοιπόν, στην αρχή η ζωή τους ήταν γεμάτη με τόν μόχθο τού επιούσιου διότι έχουμε να κάνουμε με αυτοδημιούργητους εδώ στην περίπτωση αυτή, και δουλεύανε και οι δύο μαζί, και αυτή πολλές φορές δούλευε ενώ ήτανε έγκυος γιατί αυτός ήθελε πολλά παιδιά : είχαν φιλοδοξίες μεγάλες δηλαδή. Φυσικά ο έρωτας είχε πάει από πολύ καιρό περίπατο και αυτός τήν φόρτωνε απλώς με παιδιά : ήξερα λεπτομέρειες γιατί μια εποχή μ’ εμπιστευόντουσαν μεταξύ αστείου και σοβαρού και μού λέγαν διάφορα : Εκείνη ήθελε να σταματήσει στο δεύτερο και τό επιχείρημα εκεινού ήτανε ότι δεν τού άρεσαν οι εκτρώσεις : Καταλάβατε, χρησιμοποιούσε τόν έρωτα μόνο στην περίπτωση που δεν είχε κανένα ερωτικό νόημα : Θα μπορούσαν να μην κάνουν και τίποτα, απ’ ό,τι ήξερα δεν τούς πρόσφερε αυτό πια καμμιά ευχαρίστηση. Αλλ’ αυτός τήν πηδούσε με πείσμα για να κάνει παιδιά. Τό πρώτο τους λοιπόν παιδί ήτανε ένα αγόρι που είχε βγει πολύ εξαιρετικό, είχε μια σχεδόν θηλυκή ευαισθησία. (Όταν ήταν μικρός ο Πετράκης ήθελε να βοηθάει τή μαμά του στην κουζίνα και να πλένουν τά πιάτα – ώσπου μια μέρα επενέβη αυτός δραστικώς, έγινε και μία ψιλοσκηνή Δεν θα μού κάνεις εσύ τό παιδί πούστη τής είπε, αυτό ήταν τό επιχείρημα). Τό αγοράκι είχε συνεχώς καλλιτεχνικές ανησυχίες πάντως κι ας τού είχαν αποκλειστεί οι δουλειές κοντά στη μαμά του, τραγουδούσε και ήθελε να τού πάρουν κιθάρα και σημειωτέον δεν τού άρεσε καθόλου η γυμναστική. Τό δεύτερο πάντως βγήκε τελείως αλλιώς : όσο αδύνατο ήταν τό πρώτο τόσο χοντρό βγήκε τό δεύτερο και αυτό σάς παρακαλώ να τό πάρετε τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά : Δεν μού ’χει τύχει ποτέ να αντιπαθήσω τόσο πολύ παιδί απ’ τά γεννοφάσκια του άλλοτε, κι αυτό τό λέω με κάθε μετριοπάθεια. (– Αν θέλουμε τό πιστεύουμε, είπα). Λες και γεννήθηκε με τό μίσος που έπρεπε να ’χει ως μεγάλος, ταυτίστηκε αμέσως με τόν πατέρα του, δεν τό πάλεψε καθόλου, ούτε τό μισό απ’ όσο ο μεγάλος, δεν είχε τίποτα να παλέψει μού φαίνεται : άρπαξε τήν ατμόσφαιρα με τίς κεραίες του από βρέφος και προσαρμόστηκε καταλλήλως, έγινε βασιλικότερος τού βασιλέως : ίσως οι ίδιες αυτές κεραίες που είναι πάντοτε μεγάλες σε όλους (ασχέτως πώς τίς χρησιμοποιεί ο καθένας) (και που οι διαστημικοί θα τίς έχουνε σίγουρα για να διαβάζουνε τό μυαλό μας) τού σφυρίξαν από τήν πρώτη στιγμή τά βάσανα τού μεγάλου, κι αποφάσισε να τά αποφύγει εκείνος απλώς. Έγινε καπετάν φασαρίας λοιπόν και αντράκι με τά όλα του : άρπαζε και ρουφούσε σαν νεροφίδα όλα τά διδάγματα, μια φορά όπως τόν είχαν ξαπλώσει στον καναπέ, άρπαξε τό πουλί του τό τέντωσε και είπε Ε ρε τί έχεις εσύ πουλάρα μου άμα μεγαλώσεις να κάνεις. Τό επόμενο βγήκε κορίτσι (αυτό ήταν που δεν ήθελε καθόλου η Ματίνα) και τό μεθεπόμενο (που έγινε με χίλια ζόρια και κλάμματα) ένα καχεκτικό αγοράκι που δεν είχε κανένα από τά χαρακτηριστικά τών άλλων δύο : λες κι είχε ζήσει μέσα του τούς καυγάδες που έγιναν πάνω στο εμβρυακό και ανύπαρκτο ακόμα σώμα του και όλη τήν αντιπάθεια τής μάνας του γι’ αυτήν τήν γέννα : Αυτός ήταν ύπουλος από τότε, κίτρινος και μουλωχτός απ’ τά γεννοφάσκια του, ο πιο επικίνδυνος κι από τούς τρεις : σαν να μην είχε όμως πολλές δυνάμεις : αυτό τό βρέφος είχε μόνο κακία, δεν τολμούσες καν να τό αντιπαθήσεις : τό συχαινόσουνα : δεν θα αργούσε όμως ο δεύτερος να τόν παραδεχτεί για ισότιμο κι αργότερα και για αρχηγό, ακόμα κι ο πρώτος τόν έβλεπε πολλές φορές μ’ έναν περίεργο σεβασμό, τά παρακολουθούσα όλα τότε ακόμα : Τό κορίτσι στο μεταξύ μεγάλωνε τή δικιά του ζωή παλεύοντας να ισορροπήσει τόν εαυτό του ολομόναχο : η κρίση μ’ αυτήν ήρθε γύρω στα τρία και κράτησε δύο χρόνια σχεδόν, τήν πήγαν ακόμα και σε ψυχίατρο για να τήν συνεφέρουν, διότι δεν ήθελε να παίξει με κούκλες αλλά μόνο με στρατιώτες και αυτοκίνητα και γενικά μόνο με ό,τι παίζαν τ’ αδέλφια της : ο πανικός τού πατέρα ότι τό κορίτσι τού είχε βγει ανώμαλο κατασιγάστηκε με τήν βοήθεια τού ψυχίατρου : τό συνεφέραν : θυμάμαι τή φορά που ήρθαν στο σπίτι όπου έμενα με τόν τότε φίλο μου (αυτός μού τούς είχε γνωρίσει) και ο πάτερ φαμίλιας μάς ανακοίνωσε θριαμβευτικά Εντάξει είναι φυσιολογικό παιδιά τό παιδί τώρα παίζει με κούκλες.

Κάπου εκεί τελείωσε κι η δικιά μου η σχέση μαζί τους, (δεν είχα καμμιά διάθεση πια να τούς ξαναδώ.) Λυπήθηκα που έχασα τήν επαφή με τόν μεγαλύτερο αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Εξάλλου μέ είχε στενοχωρήσει κι αυτός αρκετές φορές μεγαλώνοντας καθώς τόν έβλεπα να μην αντέχει άλλο και να προσγειώνεται σιγά–σιγά και να συμμορφώνεται όλο και περισσότερο με τίς επιταγές : η μουσική του ξεχάστηκε και άρχισε να γίνεται σιγά–σιγά μανιακός με τόν αθλητισμό και αυτός. Αλλά αυτή που πιο πολύ απ’ όλα μ’ ενοχλούσε ήταν η μάνα τους : Αυτό τό ασήμαντο πλάσμα τό απολύτως ευθυγραμμισμένο σε όλα ήταν ιδιαίτερα όπως μού φαινόταν κακό, μ’ όλα του εντέλει τά βάσανα : σαν να ήταν ένα πλάσμα πολύ μοχθηρό : τήν έβλεπα να χαίρεται να καταστρέφει δηλαδή όσο τής περνούσε από τό χέρι αυτούς τούς ανθρώπους, να σπέρνει ζιζάνια σ’ όλο λες, όσο μπορούσε, τό μέλλον τους : Με τίς αλάνθαστες κεραίες που όλοι μας έχουμε ανεξαρτήτως ευφυΐας (αυτές που έχουνε όλοι οι διαστημικοί σε κανονική όμως κείνοι λειτουργία) προσπαθούσε να διαβλέψει τί θα τούς έκανε χειρότερους και τί θα τούς έκανε δυστυχέστερους για όσο γίνεται μεγαλύτερο χρόνο έξω απ’ τόν έλεγχό της ώς εκεί που η ίδια υποψιαζόταν ότι δεν θα μπορούσε να φτάσει ποτέ : κάνοντάς τους λοιπόν όσο πιο πολύ σαν τόν πατέρα τους μπορούσε, ήταν σαν να εξασφαλιζότανε εκ τών προτέρων η ίδια ότι δεν θα ευτυχήσει καμμιά άλλη γυναίκα σε καμμία περίπτωση επίσης στα χέρια τους.

 

   Πάντως, αν έχουν καμμιά σημασία οι πολιτικές τους απόψεις ήταν πολύ δημοκρατικό τό ζευγάρι, έγερνε μάλιστα πολύ προς τή μια άκρη τού κοινοβουλευτισμού η πλάστιγγα στην οικογένεια αυτή, και είχε και περγαμηνές ειδικά η οικογένεια τής Ματίνας πολιτικών διωγμών και βασάνων. Η ίδια είχε μεγαλώσει εξαιρετικά πουριτανικά και παντρεύτηκε τόν άντρα της για να γλυτώσει απ’ τήν οικογένεια : φυσικά δεν τόν είχε διαλέξει, τίποτα δεν διάλεξε ποτέ η Ματίνα. Αυτό που μέ είχε αφήσει άναυδη για τήν σατανικότητά του πάντως ήταν οι διδασκαλίες της από μια ηλικία και πέρα στα τρία αγόρια για τό πώς να φέρονται στην αδελφή τους μεγάλοι – η οποία αδελφή σημειωτέον ήτανε απ’ τόν ένα ελάχιστα μικρότερη αλλ’ απ’ τόν άλλον πολύ μεγαλύτερη, πώς να τό κάνουμε –  τά έπαιρνε λοιπόν τά τρία αγόρια (αλλά όχι τόν Πέτρο πάρα πολύ, αυτόν φαίνεται σα να μην τόν θεωρούσε άξιο να δείρει, είτε με εντολή είτε χωρίς εντολή) και κάθιζε τά δυο μικρότερα λοιπόν σε μία άκρη τού καναπέ και τούς έλεγε : Δεν θα τήν δέρνετε τήν αδελφούλα σας εσείς όταν μεγαλώσετε, έτσι ; Δεν θα τήν δέρνετε εσείς καλά παιδιά ; Τήν είχα συχαθεί πραγματικά για αυτό, και δεν ήξερα ποια τιμωρία πραγματικά θα τής άξιζε – και επίσης για τό γεγονός ότι μού τό διηγήθηκε η ίδια μια μέρα πολύ καμαρωτά σαν να περίμενε συγχαρητήρια, γιατί πώς αλλιώς να τό μάθω – εγώ φαντασία δεν έχω, ιστορίες δεν φτιάχνω σαν τήν κυρία.

Έτσι είχα σταματήσει να τούς βλέπω πάνω που η οικονομική τους κατάσταση καλυτέρευε πολύ κιόλας. Όπως φαινόντουσαν τά πράγματα είχαν πάρει έναν δρόμο ο οποίος δεν μ’ ενδιέφερε : γινόντουσαν κανονικότατοι όλοι. Κι ο μικρός Πέτρος πλέον σχεδόν δεν μού μιλούσε, όταν ερχόντουσαν στο σπίτι ήθελε να κάθεται με τούς άντρες, τόν φίλο μου και τόν πατέρα του : καλά από μια άποψη μπορούσα να τό καταλάβω αυτό, μού ήτανε και αντιπαθητικό όμως : από τήν άλλη τά άλλα παιδιά προς τό παρόν κάνανε πολλή φασαρία μόνο πολλές αταξίες και συχνά κλαίγανε : Τά κάναν και πάνω τους κι η μυρωδιά μ’ ενοχλούσε : εμείς δεν θέλουμε να κάνουμε παιδιά, τών άλλων θα φορτωνόμαστε ; Παρ’ όλ’ αυτά με τόν Πετράκη είχα περάσει μερικές πολύ ωραίες ημέρες : όταν τον φέρνανε στο σπίτι οι δικοί του κι ήταν ακόμα μικρός και δεν υπήρχαν τά άλλα παιδιά, ήταν ήσυχος και μέ κοιτούσε με μια περίεργη θα ’λεγες αγάπη, όρθιος πλάϊ μου σαν να περίμενε πότε θά ’ρθει η ώρα να τόν πάω στο μεγάλο τραπέζι με τά χρώματα και να τού δώσω μολύβια, και καθόταν εκεί με τίς ώρες και πάλευε κι άλλες φορές τόν είχα δει στο εργαστήρι να τριγυρίζει με τά χέρια πίσω απ’ τήν πλάτη του σκεφτικός σαν πολυάσχολος κριτικός και να κοιτάει πίνακες γύρω : ήταν με λίγα λόγια ένα απ’ αυτά τά πολύ όμορφα παιδιά που ο τρόπος τους να σέ κοιτάνε, ο τρόπος τους να σέ ρωτάνε, κι ο τρόπος που χωνόντουσαν στην αγκαλιά σου, σέ γέμιζε με μια τρυφερότητα που μπορούσε να κρατήσει και μέρες μετά, και σκεφτόμουνα καμμιά φορά (φευγαλέα είν’ η αλήθεια) πως αν έκανα ποτέ παιδί κι έβγαινε αγόρι, έτσι θα τό ήθελα : Και μια φορά είχε κάνει κάτι που μέ είχε αφήσει άναυδη, και ομολογώ λίγο αμήχανη : Ήταν ένα βράδυ που πηγαίναμε με τ’ αυτοκίνητο τού πατέρα του κάπου να φάμε, είχανε ένα φορτηγάκι, τίς εποχές ακόμα τής φτώχειας τους – τότε που πήγαινε ακόμα με τή μάνα του στην κουζίνα – τό φορτηγάκι είχε μόνο μπροστινά καθίσματα και είχανε καθίσει οι τρεις τους, μαμά μπαμπάς και ο φίλος μου, κι εμένα με τοποθέτησαν πίσω που ήταν άδειο για τά εμπορεύματα κι όλο με σίδερα κάτω και μάς πέταξε κάτι κουρέλια ο πάτερ φαμίλιας να κάτσουμε στο πορτμπαγκάζ εκεί πάνω στις λαμαρίνες εγώ και τά δύο αγόρια (ο λέρας δεν είχε γεννηθεί ακόμα) και μπροστά γινόντουσαν συζητήσεις και γέλια και βλακείες, κι εγώ ξάπλα κάτω πάνω στα σίδερα με τά μωρά και σωπαίναμε, και ξαφνικά χωρίς λόγο σκύβει πάνω στο παντελόνι μου ο Πέτρος που καθότανε στα αριστερά μου, ρίχνει τό κεφάλι του πάνω στα χέρια μου κι αρχίζει να μού τά φιλάει, αλλά με μανία, συνεχόμενα, σαν πουλί να μέ ράμφιζε, σαν τρελλός, μού φίλαγε τά χέρια και δεν ήξερα τί να κάνω, κι ύστερα ξαφνικά ησύχασε και ξανακάθισε πίσω ακουμπώντας στις λαμαρίνες τήν πλάτη του, όπως όλοι μας εκεί πίσω. Δε μιλήσαμε ποτέ μεταξύ μας γι’ αυτό, να σού πω τήν αλήθεια δεν κατάλαβα ακριβώς και τί συνέβη.

Αλλά προσέξτε τώρα, είπε : Απ’ αυτά που σάς λέω έχουν περάσει τή στιγμή αυτή χρόνια πολλά, είναι τά μόνα όμως που ξέρω από πρώτο χέρι και έχω ζήσει η ίδια. Από δω και πέρα αυτά που θ’ ακούσετε και που θα σάς πω μού τά διηγήθηκε άλλος, εκείνος ο φίλος με τόν οποίο διατηρούμε ακόμα φιλικές σχέσεις (παρ’ όλο που όμως αυτός δεν σέ βοήθησε και πολύ, είπα από μέσα μου) διότι δεν έχει σημασία συνάδελφοι και φίλοι είμαστε πρόσθεσε σαν να άκουσε τί είπα, πώς να τό κάνουμε ; Μού διηγήθηκε λοιπόν αυτός μια μέρα αναψοκοκκινισμένος διότι δεν μπορούσε να κρύψει τήν κάποια έκπληξη για να μην πω τίποτ’ άλλο, που αισθανότανε, αυτός που απόφευγε να εκπλήττεται και είχε και φαντασία αρκετή ο ίδιος σαν συγγραφέας, τά ακόλουθα :

 

   Σε κάποιο μέρος εξοχικό που καθόταν ένα ωραίο πρωί με μια φίλη του έπεσε πάνω του μια μέρα λοιπόν η Ματίνα συνεσταλμένη ελαφρώς αλλά και ενθουσιασμένη μαζί και γεμάτη όπως φάνηκε διάθεση για κουτσομπολιά : εκείνη τή μέρα τήν απόπεμψε ελαφρώς βιαστικά, αλλά κλείσανε όμως επιτόπου εκεί ραντεβού να τά πούνε με λεπτομέρειες αργότερα, και εκείνη τόν κάλεσε μάλιστα να περάσει από τήν επιχείρησή της, τήν προσωπική της επιχείρηση, είχε τώρα δικό της μαγαζί μ’ άλλα λόγια η ίδια προσωπικά. Εκείνος πήγε στο ραντεβού με κάποια περιέργεια (μπορώ φυσικά να τόν φανταστώ) για τίς εξελίξεις που διαφαινόταν ότι είχαν συμβεί : τόν έτρωγε και τό συγγραφικό του βέβαια : Αυτό τό καταλάβαινα : Εκείνη τόν υποδέχτηκε ευγενώς με χαρά σε μια επιχείρηση που φαινόταν να είναι πολύ ανθηρή, και τού είπε πόσο ευχάριστες αναμνήσεις είχε από τήν εποχή που βλεπόντουσαν ενημερώνοντάς τον συγχρόνως και για όλα τά νέα της μπερδεμένα και με ενθουσιασμό (δεν μπορούσε να κρύψει τήν λαϊκή της καταγωγή βλέπετε που τήν έκανε να είναι πολύ περήφανη για αυτά τά πλούτη) : Με συντομία λοιπόν όλα αυτά είναι περίπου τά εξής : Η οικογένεια είχε πλουτίσει υπέρμετρα. Ήταν πάντα όλοι μαζί. Οι επιχειρήσεις είχαν γίνει τρεις μεγάλες και κάτι μικρότερες, εκ τών οποίων η μία ήταν αποκλειστικώς τής Ματίνας : Είχε επέλθει δικαιοσύνη για τήν δουλειά που είχε πατήσει δηλαδή όλα εκείνα τά χρόνια παληότερα. Φαινόντουσαν πολιτισμένα μ’ άλλα λόγια και σχεδόν αναπάντεχα πολιτισμένα θα ’λεγε κανείς όλ’ αυτά (αν ήξερε μάλιστα κανείς τό ξεκίνημα και τά λοιπά). Η έδρα τής οικογένειας ήταν σ’ ένα από τ’ ακριβότερα τώρα προάστεια πλέον (τό είχα παρακολουθήσει κι εγώ από κοντά αυτό, τό πώς αναβαθμιζόταν η κατοικία τής οικογένειας λίγο–λίγο από τίς πιο λούμπεν και μολυσμένες περιοχές τής αθήνας όπου στο ίδιο μικρό κλουβί ήταν τό σαλόνι και τό κρεβατάκι τού Πέτρου, ώς τίς μικροαστικές περιοχές όπου μένανε και δουλεύανε συγχρόνως κι η Ματίνα έραβε στην ραπτομηχανή με τόν φόβο τού σπιτονοικοκύρη ανοίγοντας πάντοτε τήν ηλεκτρική σκούπα για να μπερδεύει τόν θόρυβο επειδή δεν τούς επιτρεπόταν να τό έχουν επαγγελματικό χώρο – και σ’ εκείνο τό αναβαθμισμένο κλουβί ήταν που έκανε ο Λάμπης τότε τήν εισβολή του στην στριμωγμένη κουζινίτσα όπου τό παιδί βοηθούσε τή μαμά του στο σκούπισμα τών πιάτων απαγορεύοντάς της να κάνει τόν γιο του πούστη : εκεί στο ίδιο αυτό σπίτι είχε γεννηθεί και ο επόμενος μέχρι τό πιο αναβαθμισμένο πλέον ιδιόκτητο διαμέρισμα σε ένα προάστειο ανερχόμενων μικροαστών, όπου και τό κοριτσάκι που γεννήθηκε είχε τότε δικό του δωμάτιο χωριστά απ’ τ’ αγόρια, τά οποία είχαν αυγατίσει με τόν τρίτο και τελευταίο). Τώρα λοιπόν ήταν πανάκριβο τό μέρος που μένανε, με λίγα λόγια, και η Ματίνα είχε και υπηρέτες. Παραπονιόταν με ανεπαίσθητο σκέρτσο ότι τήν κλέβανε.

Ήταν λοιπόν όπως τού είπε με περηφάνεια μια γυναίκα πλέον γιαγιά στα σαράντα της (εδώ έκανε κάποια αλχημεία με τά νούμερα αλλά τό σημαντικό είναι ότι οι αστοί μετράν τόν χρόνο μόνο με τά στάδια που έχει η οικογένεια δηλαδή θεσμούς που θεωρούν ότι είναι πραγματικά και ακλόνητα με τό μέρος τους) : ο Πέτρος λοιπόν είχε παντρευτεί και είχε τώρα ένα παιδί – και ήταν απολύτως φυσιολογικός άνθρωπος και ο μόνος απ’ ό,τι φαινότανε που αυτή τόν θεωρούσε γιο της πέρα για πέρα. Όλα πάντως τ’ αγόρια δουλεύαν στις δουλειές τού πατέρα τους και τούς είχαν μεταβιβάσει οι γονείς κανονικά τά μερίδιά τους ώστε να ασκούν τήν δημιουργικότητά τους ελεύθερα : ναι, τήν δημιουργικότητα που δεν τούς απόμεινε, σκέφτηκα από μέσα μου δύσθυμα, καθώς ο φίλος μου μού τά ’λεγε αυτά διασκεδάζοντας : Τόν διασκέδαζε όπως φαινόταν πάρα πολύ η τροπή που ’χαν πάρει τά πράγματα, μού έδινε τήν εντύπωση ότι θεωρούσε ότι τού παρείχανε κάποιο υλικό: έτσι έλεγε πάντοτε τίς ιστορίες που άκουγε, υλικό : μπορούσε να τίς παίρνει να τίς αλλάζει και να τίς βάζει μες στα βιβλία του κάνοντάς τις στην κυριολεξία αγνώριστες (αλλά αυτά τά ξέρουμε κι από δω, κι από μάς.) Ο καθένας με λίγα λόγια κάνει τή δουλειά του όπως μπορεί : Όπως και να ’χει, τό έβλεπα ότι στην περίπτωση αυτή ειδικά τού είχε φανεί διασκεδαστική η εξέλιξη τών δύο τελευταίων αγοριών : τού χοντρού κοκκινομάγουλου και ακόμα περισσότερο τού μικροκαμωμένου χλωμού : Αυτός ο τελευταίος είχε τή φήμη ότι είχε γίνει σκληρό αντράκι με επιτυχία μάλιστα στις γυναίκες (τί σημαίνει αυτό, ένας θεός τό ξέρει η μάνα του πάντως μετέφερε αυτολεξεί αυτό τό υπονοούμενο) και από πολιτική άποψη, προς μεγάλη ενόχληση τών γονιών του είχε γίνει απολύτως φασίστας : Ήταν ο φόβος και ο τρόμος με άλλα λόγια τού σπιτιού και τού πατέρα του που τόν κοιτούσε συνέχεια άφωνος κι έλεγε πάντα πίσω απ’ τήν πλάτη του Πώς βγήκε έτσι αυτό τό παιδί : Δεν τούς άφηνε δηλαδή ούτε να φαν με τήν ησυχία τους αν τύχαινε να φάει μαζί τους τό μεσημέρι, τόν ενοχλούσε η πολιτική κατάσταση γενικώς υπέρμετρα και μιλούσε συνέχεια γι’ αυτήν και πίστευε ότι χρειάζεται ένας χίτλερ για να καθαρίσει όλη αυτήν τήν κοπριά : Ο Λάμπης ενοχλούνταν πολύ με αυτές τίς ακρότητες (αν και ο ίδιος τήν εποχή που αγωνίζονταν ακόμα ν’ ανέβη είχε αρχίσει ν’ αγοράζει εφημερίδες αυτού τού χώρου – τότε περίπου που πάψαμε και να τούς βλέπουμε) τώρα όμως που φτιάχτηκε για τά καλά είχε ξαναγυρίσει στη δημοκρατική παράταξη : (Η Ματίνα φώναξε με πάθος κάποια στιγμή πάνω στη συζήτηση ότι δεν ψήφισε ποτέ τίποτ’ άλλο δεξιότερα τών σοσιαλιστών). Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη ήταν εκείνος ο δεύτερος όμως ο χοντρός που φαινόταν ότι θα γινόταν τραμπούκος : Εξακολουθούσε να ’ναι βέβαια ευτραφής, αλλά είχε γίνει ασκητικός κατά τ’ άλλα και κλειστός τύπος : Αυτός αποτελούσε πραγματικά τό μυστήριο όπως φαίνεται τής οικογένειας: δεν δεχόταν να παντρευτεί και ζούσε μόνος του. Στο σημείο αυτό, από κει και μετά, η Ματίνα μάσησε τά λόγια της αλλά ήταν πρόθυμη ν’ αφήσει να τής ξεφύγουνε και κουβέντες : ο φίλος μου τήν ψάρεψε με τήν επιδεξιότητα που είχε και με τό μαλακό καθότι ήταν εξαιρετικά περίεργος κι εκείνη αφού κράτησε όλα τά προσχήματα, τελικά τού τά είπε σχεδόν όλα χαρτί και καλαμάρι : Φαινόταν λοιπόν ότι τού δεύτερου γιου τού αρέσανε αυτοί οι άντρες που ντύνονται γυναίκες δηλαδή τού αρέσαν οι γυναίκες μεν αλλά οι ψεύτικες, ήταν όμως εξαιρετικά κρυψίνους και δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς και τίποτα, υπήρχαν πάντως κάποιοι που τόν είχανε δει κάπου και τούς είχανε πει κάτι, αλλ’ αυτά είναι κουτσομπολιά και κακοήθειες γιατί τό παιδί είναι συνεσταλμένο και δεν μπορούν να τό καταλάβουνε : κακοήθειες και τρίχες, αυτή δεν τά πιστεύει αυτά. Φάνηκε πάντως ότι αυτό αποτελούσε τό ψιλοσκάνδαλο τής οικογένειας όπως μού είπε ο φίλος μου, και φυσικά η Ματίνα τήν ίδια τή στιγμή που τό ξεφούρνισε έκανε τά πάντα για να τό πάρει και πίσω : αυτή δεν ήξερε τίποτα και δεν τά πίστευε αυτά, ο γιος της είναι απλώς ευαίσθητο παιδί και μοναχικό : οι άλλοι τόν ζηλεύουνε, και τά λοιπά.

Η κόρη φαινόταν να ’ναι η μόνη που είχε θελήσει να σπουδάσει και βρισκόταν αυτήν τήν εποχή έξω, μάλλον στην ιταλία. Πιθανώς δηλαδή αυτή να ξέφυγε αλλά δεν ξέρω βέβαια και σίγουρα. Η Ματίνα επανήλθε με ευχαρίστηση στις οικονομικές διευθετήσεις που ’χαν κάνει και οι δύο από νωρίς με τά παιδιά τους, έτσι ώστε να ’ναι ανεξάρτητα και ελεύθερα : δεν θέλανε να δυστυχήσουν, να περάσουν αυτά ό,τι πέρασαν κι αυτοί : Τούς είχανε μοιράσει τά μερίδια και τά είχανε βοηθήσει ν’ ανοίξουν επιχειρήσεις – η Ματίνα δε, τούς έδινε από τή δικιά της προσωπική επιχείρηση κάθε μήνα σχεδόν ό,τι έβγαζε : τούς τά χάριζε σαν χαρτζιλίκι : Δεν τό ’χανε ανάγκη αλλά εκείνης τής άρεσε να δίνει τά κέρδη της στα παιδιά της, γι’ αυτά τά παιδιά δεν έζησε ; Και επιπλέον τό ακόμα πιο ενδιαφέρον νέο ήτανε ότι η Ματίνα είχε βρει εραστή. Αυτό ειπώθηκε ντροπαλά και με σκέρτσο αλλά και με τόν ανεπαίσθητο υπόγειο τσαμπουκά πια τής πετυχημένης επιχειρηματίας : Ναι, η Ματίνα είχε πλέον εραστή, δεν υπήρχε όμως κανένα πρόβλημα εκεί : ο Λάμπης τό ήξερε και έδειχνε να καταλαβαίνει μάλιστα (περιέργως), και δεν υπήρχε περίπτωση να χωρίσουνε έλεγε γιατί αυτή ήταν η μητέρα τών παιδιών του. Τά παιδιά βέβαια δεν ενδιαφερόντουσαν καθόλου γι’ αυτό και ο φίλος μου δεν κατάλαβε καν αν τό ξέρανε : μάλλον – τά αγόρια τουλάχιστον – δεν έδειχναν να ασχολούνται καν με τή ζωή τών μεγάλων : η Ματίνα είπε τού φίλου μου ότι σκόπευε πάντως να τόν διώξει αυτόν τόν εραστή γιατί ήτανε πολύ μαλάκας : Τόν έπιασε μόνο και μόνο για να πει ότι έκανε τό κέφι της κι αυτή μια φορά στη ζωή της, αλλά τής βγήκε μαλάκας : βέβαια, βραχυκυκλωμένη όπως ήτανε μέσα σ’ αυτόν τόν κόσμο όπου κινιόταν τόσα χρόνια με τόν άντρα της μόνο με μαλάκες θα συναναστρεφόταν κι αυτή, πού να τούς βρει τούς διανοούμενους σαν τόν φίλο μου αφού κι αυτός ακόμα ποτέ δεν τήν ήθελε ; Άστα αυτά, τής είπε αυτός, εσύ είχες άλλα γούστα πάντα και ήσουνα και πολύ μικρή για μένα. Τώρα όμως γεράσαμε και οι δύο, τού είπε αυτή. Φυσικά βέβαια δεν τό πίστευε, τουλάχιστον για τόν εαυτό της : φαινόταν ότι ζούσε επιτέλους μια ζωή όπως τήν ήθελε : και ο φίλος μου μού είπε ότι ποτέ άλλοτε δεν τήν είχε δει σε καλύτερη φόρμα και εμφάνιση, αν και είχε κάνει και μερικές ρυτίδες (περίεργο, οι άντρες ποτέ δεν παραλείπουν να προσέξουν τίς ρυτίδες στα πρόσωπα τών γυναικών).

Πάρτε μια βαθειά ανάσα τώρα εδώ, μάς είπε, για να προχωρήσουμε στα παρακάτω.

Τήν κοιτάξαμε με περιέργεια : Μέχρι τώρα η δεύτερη αυτή ιστορία που μάς έλεγε – σε αντίθεση με τήν πρώτη, εκείνης τής μελαχρινής στο νησί – ήταν μάλλον βλακώδης.

Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να τό πω, μάς είπε, αν και είναι μάλλον απλό : Για να ξεκινήσω από τά εύκολα, δεν ξανάκουσα τίποτα για πολύ μεγάλο διάστημα : εκεί έληξε η σχέση τού φίλου μου δηλαδή με τήν Ματίνα τήν νέα αυτή εποχή.

Για τήν ακρίβεια μού εξήγησε ότι μού τήν διηγήθηκε, μόνο και μόνο επειδή ήξερε ότι μέ είχε απασχολήσει στο παρελθόν – και επειδή ήξερε και τήν συμπάθειά μου στον Πετράκη : Ακόμα είχα μέσα στα χαρτιά μου ένα ζωγραφικό του σχέδιο, και θυμάμαι μάλιστα πάρα πολύ καλά πώς μού τό ζωγράφισε.

 

    Ήτανε κάποια γιορτή που είχαμε πάει να τούς δούμε, δεν θυμάμαι ακριβώς τί, (στο δεύτερο αναβαθμισμένο ιδιόκτητο σπίτι, όπου τά παιδιά είχαν τό δικό τους δωμάτιο) και κάποια στιγμή πήγα εκεί να τά χαζέψω που παίζανε : κολλημένο στον τοίχο είδα ένα χαρτί πάνω από ένα παιδικό γραφειάκι, κι ήταν ένα σχέδιο που μού άρεσε. Ξέρετε ότι μ’ αρέσει η ζωγραφική τών παιδιών, είπε κοιτώντας μας όλες καλά. Στο δωμάτιο μέσα γινόταν χαμός, ήταν γεμάτο παιδιά και φωνές. Είχαν ανοίξει όλα μαζί με τούς φίλους τους τά δώρα που τούς είχαμε πάει και παίζαν όλα μαζί σαν τρελλά, γινότανε ένα φοβερό κομφούζιο εκεί μέσα : Πλησίασα στο γραφειάκι και κοίταζα τό σχέδιο, κι ο Πέτρος ήρθε γρήγορα δίπλα μου : Τί ωραίο σχέδιο είναι αυτό που ’χεις κάνει, τού είπα, μ’ αρέσει πάρα πολύ. Τί είναι ; Είναι μια σκάλα που ανεβαίνει στον ουρανό ; Είναι μια πολυκατοικία, μού είπε. Σωστά, είναι μια πολυκατοικία, είπα κι εγώ τότε, τώρα τό έβλεπα κι εγώ καλά : Ήταν ένα γεωμετρημένο σχέδιο χωρίς τίποτα τό περιττό, σαν τού κλέε. Τό κοίταξα λίγο ακόμα, Είναι πάρα πολύ ωραίο, τού είπα, κι αφού τού μίλησα λίγο τόν άφησα για να γυρίσει στο παιχνίδι του. Ξαναγύρισα κι εγώ στους μεγάλους. Λίγο αργότερα ήρθε στο σαλόνι σχεδόν τρέχοντας άφησε πάνω στο παντελόνι μου ένα χαρτί και έφυγε τρέχοντας πάλι. Ήτανε η σκάλα ή η πολυκατοικία, αντιγραμμένη, τό ’χε κάνει για μένα, γρήγορα μέσα σ’ όλη εκείνη τή φασαρία : Μού ’κανε εντύπωση που θέλησε να μού δώσει τό έργο του αλλά όχι τό πρωτότυπο : μού φάνηκε πολύ περίεργο αυτό : Θα μπορούσα να τό δω σαν ένα πολύ καλό σημάδι βέβαια, και έτσι τό είδα : είχε πραγματική νοοτροπία ζωγράφου και ήθελε να κρατήσει ο ίδιος τά έργα του κοντά του – κι από μια άλλη άποψη, ακόμα πιο σημαντική, ήθελε να τό κρατήσει επειδή τού ’χα πει εγώ πως είναι ωραίο : Κι ήταν εξίσου ενδιαφέρον τό ότι άφησε τήν φασαρία, κι έκατσε να σχεδιάσει μες στην γιορτή. Κατά τ’ άλλα όπως συμβαίνει συνήθως πάντα στη ζωγραφική, τό αντίγραφο ήταν πολύ κατώτερο τού πρωτότυπου, τού έλειπε ακριβώς αυτό που έκανε τό πρωτότυπο γοητευτικό : Δεν ξέρω πώς ακριβώς τό λένε, οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι, αλλά είναι αυτή η εντύπωση ότι για μια στιγμή τσακώνεις μια αναλογία μέσα στον κόσμο, σα μονοκοντυλιά, όλα γίνονται μονοκόμματα, με τήν ίδια ανάσα, και όλα εξυπηρετούν τίς γεωμετρικές σχέσεις που ξάφνου βούτηξες στον αέρα, και υπάρχει κι αυτή η εντύπωση πως κάνεις μια κριτική σε κάτι, κι ότι ολόκληρος είσαι μια άρνηση, και γι’ αυτό ακριβώς κι έχεις διπλωθεί μέσα σου : και ζωγραφίζεις λοιπόν τόν κόσμο ακριβώς με τόν τρόπο που σ’ ενοχλεί, και με τόν τρόπο που σέ παρηγορεί, και μ’ έναν περίεργο τρόπο που δεν ξέρω πώς αλλιώς να τόν πω : τό έργο τέχνης, εννοώ στο πρωτότυπο, είναι και σαν τήν έκφραση ενός μεγάλου θυμού ή σαν τίς φωνές που βγάζουνε αυτοί που παλεύουνε μεταξύ τους στα γιαπωνέζικα : δεν μπορείς να παλέψεις αν δεν φωνάξεις : τό αντίγραφο όμως είναι μια νεκρή μίμηση τής φωνής, τών γραμμών και τής διάθεσης, ούτε καν μια ανάμνησή τους γιατί κι η ανάμνηση έχει περισσότερη δυναμική, αν είναι η πρωτότυπη ανάμνηση κι όχι η ανάμνηση τής ανάμνησης : τέλος πάντων, ήταν κάτι που έγινε βιαστικά για να ξοφλήσει μια υποχρέωση (όπως ίσως τήν ένιωθε) αλλά πάντως εκείνη τή στιγμή μού φάνηκε ότι ήταν μια κίνηση πολύ ευγενική, κι ίσως ακόμα σα να έδειχνε και αγάπη. (Αν ψάξω μες στα χαρτιά μου θα τό βρω ίσως, αλλά δεν θέλω να τό ξαναδώ τώρα πια. Εσείς δεν θα καταλάβετε διαφορά, μπορεί να σάς αρέσει σαν να ’ναι και τό πρωτότυπο. Ήταν πραγματικά πολύ καλό. Όμως τό πρωτότυπο ήταν εξαίρετο. Κάθε του γραμμή ήταν τέλεια, στραβή σαν τού κλέε, και τό σύνολο τών γραμμών ήταν μια πολυκατοικία εχθρική, και που ταυτόχρονα κι η ίδια παραπατούσε, και αυτά ακριβώς είναι που χάθηκαν).

 

   Ίσως γι’ αυτό λοιπόν ο φίλος μου άργησε τόσο να μού μιλήσει, αν μπορώ να τού αποδώσω τέτοιες ευαισθησίες, αλλά μού φαίνεται πως σ’ αυτήν τήν περίπτωση πρέπει να τού τίς αποδώσω. Και μού είναι τόσο δύσκολο πραγματικά να τό πω αν και είναι πραγματικά τόσο απλό και τόσο εύκολο αυτό που έγινε που μού φαίνεται σαν να είναι πραγματικά απίστευτο που πρέπει τώρα να τό πω σαν να μην τό ξέρετε. Όταν ο φίλος μου μού τό είπε κατάλαβα ότι ήταν αυτό που έπρεπε πραγματικά να γίνει για να ολοκληρωθεί αυτή η πολυκατοικία.

Παρ’ όλ’ αυτά κι ο ίδιος δίστασε πολύ να μού το πει και ούτως ή άλλως είχε περάσει πολύς καιρός, και θα μπορούσα να τό ’χα ξεχάσει. (Αν και εγώ δεν τό ξέχασα : Τού είχα πει ότι ήθελα να μάθω ειδικότερα νέα τού Πέτρου. Τό μόνο που ήξερα ήταν ότι είχε μια φωτογραφία του η Ματίνα στο γραφείο της και ότι ήταν ένα ωραίο αγόρι λεπτό ψηλό με τά μαύρα γυαλιά και τά κοντά μοντέρνα μαλλιά – ακουμπισμένο σ’ ένα αυτοκίνητο.) Κι ότι είχε παντρευτεί κι είχε κάνει παιδιά, ένα ή δύο δεν θυμάμαι. Μού φαινόταν αστείο να έχει μεγαλώσει τόσο.

Τά πρώτα κακά σημάδια θα μπορούσα να πω ότι ήτανε τό γεγονός ότι πέρασε πολύς καιρός απ’ αυτήν τήν διήγηση και δεν άκουσα τίποτα νέο. Θέλησα λοιπόν να τσιγκλήσω τόν φίλο μου και να τόν πειράξω λίγο που δεν είχε πάει να τήν ξαναδεί. Και φυσικά εμμέσως (πλην σαφώς) τού ’κανα ένα μικρό παράπονο που δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει για λογαριασμό μου νέα τού Πέτρου : Παρ’ όλο που δεν είναι ο τύπος του να σκέφτεται τήν ψυχική κατάσταση τών άλλων ιδιαιτέρως – τόν είδα σ’ αυτήν τήν περίπτωση όμως αισθητά που δαγκώθηκε : Άσε καλύτερα μην τά ρωτάς ούτε για τόν Πέτρο ούτε για κανέναν, μού είπε και φυσικά όπως καταλαβαίνετε η περιέργειά μου έφτασε με τόν τρόπο αυτό στο απροχώρητο. Τί θα πει αυτό, ρώτησα, τί θα πει να μην τά ρωτάω, και γιατί ; Κι εσύ πάλι, ρώτησες για τόν Πέτρο ; – Ειδικά για τόν Πέτρο μού είπε τελικά, καλύτερα να μην τά ρωτάς. – Τί είναι αυτά που μού λες, τού είπα, τήν έχεις ξαναδεί τήν Ματίνα και δεν μού τό λες ; Μού ομολόγησε ότι τήν είδε τελευταία, αλλά πολύ τελευταία μονάχα. Έκανε ένα μεγάλο διάστημα δηλαδή να τήν δει. Και σ’ όλο αυτό τό διάστημα που πέρασε τό ενδιάμεσο είπα πάλι, χαθήκατε ; Ναι, μού είπε και ξεκαθάρισε ότι εκείνη είχε χαθεί, διότι ήτανε όλον αυτόν τόν καιρό στο νοσοκομείο. – Τήν είδες παιδί μου ; ρώτησα όπως καταλαβαίνετε έξαλλη από περιέργεια, τί μυστικοπάθεια είν’ αυτή, θα μέ πρήξεις. – Τήν είδα, μού είπε, αλλά καλύτερα θα ήταν ίσως να μην τήν έβλεπα και ίσως δεν θα ’πρεπε ούτε καν εσύ να ενδιαφέρεσαι τόσο, σού λέω, θα σέ πειράξει πολύ. Μού ’ρθε να τού σπάσω τό κεφάλι. Τόν απείλησα ότι αν δεν μού τά πει αμέσως χαρτί και καλαμάρι, θα γίνουμε από εκατό χωριά. Πας γυρεύοντας μού είπε, κι ύστερα πρόσθεσε : Είναι σε κακά χάλια η Ματίνα ακόμα, σε πολύ κακά χάλια μάλιστα, παρ’ όλο που ’χει βγει απ’ τό νοσοκομείο εδώ και καιρό και παρ’ όλο που ’κατσε στο νοσοκομείο κάνα χρόνο, κατάλαβες ; Όπως καταλαβαίνετε, αφού έφτασε η συζήτηση σ’ αυτό τό σημείο ήταν βέβαιο ότι θα προχωρήσει κανονικά.

Άλλωστε ο συγκεκριμμένος είναι πολύ επιδέξιος και σατανικός αφηγητής άμα θέλει και κάνει ό,τι μπορεί για να δημιουργήσει τό κατάλληλο κλίμα πριν πει κάτι. Τρελλαίνεται δηλαδή να είναι τό επίκεντρο τής προσοχής. Όμως εδώ δεν χρειαζόντουσαν περί αυτού και ιδιαίτερες προσπάθειες διότι και μόνο τό αντικειμενικό γεγονός ότι κάποιος είχε μείνει στο νοσοκομείο για ένα χρόνο και όμως ήταν ακόμα λίγο πολύ σε (ασαφή αλλά εξακριβωμένα) κακά χάλια ήταν από μόνο του ένα γεγονός με εξαιρετικά δυσοίωνες προεκτάσεις – ή μάλλον εξαιρετικά δυσάρεστα παρακλάδια προς τά πίσω, προς τό παρελθόν : Θα μπορούσα να σκεφτώ ότι είχε μεσολαβήσει βέβαια κάποιο ατύχημα, αλλά κάτι στον τρόπο που τόν άκουσα να περιπλέκει τίς εισαγωγές του και να μιλάει για τόν Πετράκη ήταν τελείως εναντίον κάθε υποψίας τυχαίου. Στο τέλος μού τά είπε βέβαια όλα, για να μην σάς τά πολυλογώ, και σάς τονίζω ότι έχει έναν τρόπο ν’ αφηγείται αυτός ο άνθρωπος, που όσο πιο πολύ τόν ενοχλεί ένα πράγμα τόσο πιο πολύ καθυστερεί εκνευριστικά όταν τό λέει, αντί να τό πει έξω, μια και καλή.

 

(heaven I’m in heaven)

 

– Προχώρα, είπαμε και οι δύο μαζί : Θα μάς πεις τώρα τί έγινε μ’ αυτήν, μάς έπρηξες.

– Είναι πολύ απλό, είπε, μία μέρα τή σπάσανε στο ξύλο τά παιδιά της και τότε έσκυψε στο τραπεζάκι χαμηλά για να πιάσει δήθεν τό ποτήρι της.

– Αλλά μη μού πείτε ότι δεν τό ’χατε φανταστεί, είπε μετά, εγώ δεν τό ’χα φανταστεί βέβαια, αλλά εσείς είσαστε άλλο, εσείς σίγουρα τό ξέρατε. Οποιοσδήποτε έχει πιο φιλοσοφημένο μυαλό από μένα, είπε. Τή λυώσανε στην κυριολεξία, τή σακατέψανε, δεν τή δείρανε απλώς, τή σπάσανε στο ξύλο, έγινε σκηνή ασφαλίτικη εκεί μέσα σ’ αυτό τό δωμάτιο. Τή βάλαν κάτω και τήν κλωτσάγανε, τής έσπασαν όλα της τά πλευρά, τής έσπασαν όλα της τά δόντια : με πρωταγωνιστή λέει τόν Πετράκη : τήν είχανε κάτω και τήν κλωτσάγανε και οι τρεις μαζί : ο Λάμπης ήταν απέξω κι έκανε ότι δεν ήξερε τίποτα, σφύριζε κλέφτικα ή άκουγε μουσική, μπορεί και να ’χε βάλει τό πικάπ ή τό ραδιόφωνο και στη διαπασών και να παίζει τό heaven I’ m in heaven ή τό τής γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος πότε η κόλαση και πότε ο παράδεισος ή τό μια γυναίκα δύο άντρες κομπολόϊ δίχως χάντρες : αλλά όταν κατάλαβε ότι τό πράγμα παραπάει κι όταν απ’ τά ουρλιαχτά της φοβήθηκε ότι πλησιάζουν να τήν σκοτώσουν, τούς χτύπησε τήν πόρτα απέξω και τούς φώναξε να σταματήσουνε και να τήν αφήσουνε πια. Βγήκανε τότε οι τρεις τους ένας–ένας, τινάξαν τά σακκάκια τους μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και πήγαν στη δουλειά τους κι αφήσαν τόν πατέρα τους να ειδοποιήσει τό ασθενοφόρο νά ’ρθει να τήν πάρει : Σε κακά χάλια σάς λέω, σπασμένα τά πλευρά της και σπασμένα τά δόντια της όλα, τήν κλωτσήσαν παντού, τήν πετάξαν κάτω, τήν σπρώξαν να πέσει κάτω και τήν κλωτσούσανε. Τήν κλωτσάγανε κι οι τρεις, με πρωταγωνιστή φυσικά τόν Πετράκη : κι αυτή ήταν πεσμένη κάτω. Τήν παρασύρανε μέσα στο δωμάτιο διότι πρώτα κάναν κανονική συνεννόηση. Γύρισε μία ώρα απ’ τή δουλειά της στο σπίτι κι αυτοί ήταν κι οι τρεις συνεννοημένοι εκεί, κι ο πατέρας – αλλά ο πατέρας έκανε ότι ασχολείται με άλλα – και τής λέει ο Πέτρος – δείχνοντάς της προς τό δωμάτιό του τό παιδικό – γιατί πρέπει να είχε κι ένα παιδικό ακόμα δωμάτιο σ’ αυτό τό σπίτι  – Μάνα για έλα μια στιγμή να σού πω κάτι, κι εκείνη πήγε προς τό μέρος του ανυποψίαστη, μπήκε στο δωμάτιο, και μπήκαν πίσω της κι οι άλλοι δυο τότε ο χοντρός κι ο αδύνατος, κλείσαν τήν πόρτα πίσω τους και τήν κλείδωσαν, δεν ξέρω ποιος κράτησε τό κλειδί, ούτε ξέρω ποιος άρχισε πρώτος να τής επιτίθεται, και με τί λόγια. Προφανώς σ’ αυτές τίς περιπτώσεις πρώτα ξεκινάν τά χαστούκια κι έπειτα ακολουθούν οι μπουνιές, μέχρι που να πέσει ο άλλος κάτω. Άμα πέσει κάτω τότε τήν έχει βαμμένη γιατί τότε μπαίνουν μπροστά οι κλωτσιές και σπάνε και τά δόντια και βγαίνουν και τά μάτια. Να σάς πω τήν αλήθεια δεν ξέρω τί πρέπει να πονάει πιο πολύ, τό σπάσιμο στα σαγόνια που κρατάν μέσα τους, σαν κέλυφος, τή γλώσσα και τά δόντια, ή τό σπάσιμο στα κόκκαλα που κρατάν μέσα τους προφυλαγμένους για ν’ αναπνεύσεις τούς πνεύμονες ; Κι ούτε ξέρω πώς μπορεί να έβλεπε, αν θα είχε μάτια να δει ή θα τήν είχαν τυφλώσει τά αίματα. Και θα τυλιγότανε για να γλυτώσει άραγε τι ; τό στόμα τά μάτια τά πλευρά ή τήν κοιλιά ; Κι από κει κάτω άμα είσαι έτσι πεσμένη βλέπεις τά πόδια μόνο, τό πολύ–πολύ λίγο τό κάτω μέρος τού παντελονιού, αλλά κυρίως τίς κάλτσες και τά παπούτσια, κι από κει και μόνο διακρίνεις ποιος σέ χτυπάει, γιατί αυτή, όσες υπηρέτριες και να ’χανε πρέπει να ’ξερε καλύτερα ποιανού παπούτσια ήταν τού καθένα, και όσο κι αν αγοράζανε μόνοι τους πράγματα, μπορεί να ήξερε τί κάλτσες φοράει ο καθένας τους και μερικές μπορεί να τούς τίς είχε αγοράσει κι η ίδια, έτσι για δωράκι, κι εκτός αυτού μπορεί να ήξερε και τόν τρόπο που κινεί ο καθένας τά πόδια του, από μικρός ο καθένας να είχε έναν διαφορετικό τρόπο που κλώτσαγε τήν μπάλα ας πούμε όταν έπαιζε, ή και τήν μυρωδιά : Η Ματίνα μπορεί να ήταν σε θέση να ξεχωρίσει μες απ’ τό κάθε παπούτσι τή μυρωδιά που είχε τό κάθε διαφορετικό πόδι όπως πλησίαζε τό στόμα τή μύτη τό στομάχι της ή τήν κοιλιά, αλλά οι φωνές που ειπώθηκαν και που ακουγόντουσαν μού ήταν πραγματικά τό πιο αδιανόητο να τό σκεφτώ, όχι μόνο τό τί λέγαν αυτοί, (αλλά βεβαίως και τό τί λέγαν), και προφανώς ξεκίνησε με κάποια κραυγή έκπληξης απ’ αυτήν αρχικά, και θα τούς είπε Τί κάνετε ή Τί ’ναι αυτά που κάνετε, ή Πέτρο τή μαμά χτυπάς, Δεν τήν χτυπάνε τή μαμά τους τά παιδιά τά καλά παιδιά παληόπαιδα, αλλά δεν ξέρω κιόλας αν δεν τρόμαξε, κι αν δεν είδε στο βλέμμα τους ότι η κατάσταση ήτανε πιο σοβαρή, κι αν δεν προσπάθησε απλώς στην αρχή να φύγει, κι ύστερα μόνο να φυλαχτεί, κι ύστερα πια μόνο να φωνάζει να ουρλιάζει και ν’ απευθύνεται σ’ αυτόν που ’ταν απέξω ικετεύοντάς τον να τής ανοίξει τήν πόρτα αυτός, να μπει μέσα να τούς σταματήσει και να τήν αφήσει να φύγει ξεχνώντας μή μπορώντας να σκεφτεί ότι στην ουσία ήταν αυτός που τήν έδερνε μέσα τους πίσω τους και στο μυαλό τους μέσα, κι αν δεν νοιαζόταν πια μόνο να σκεπάζει τό πρόσωπο ή τήν κοιλιά της, έτσι πεσμένη όπως ήταν κάτω, και τά μάτια της, και αυτό που μού είναι πιο πολύ αφόρητο απ’ όλα να σκέφτομαι είναι ότι μες στα ουρλιαχτά της μπορεί να έκλαιγε κιόλας, ή ότι ήταν τόσο διαπεραστικά τά ουρλιαχτά γιατί ήταν τόσο φοβεροί οι πόνοι, ώστε μόνο ούρλιαζε και δεν προλάβαινε να κλάψει κι αυτό που μού φαίνεται αφόρητο σε μια περίπτωση τέτοια είναι ότι δεν έχεις ούτε μυαλό πια μέσα σου παρά μόνο ουρλιαχτό, και ίσως να μην έχεις τότε ούτε και μυαλό απλούστατα γιατί τό μυαλό πονάει πιο πολύ απ’ όλα τότε όταν τό έχεις, έτσι δεν είναι κυρίες μου. Κι έτσι λοιπόν κι εγώ νομίζω ότι κρύβεσαι πίσω απ’ τό ουρλιαχτό, και τό ουρλιαχτό πιο πολύ απ’ όλα σέ προστατεύει, και τήν ίδια στιγμή μέσα σου παρακαλείς να σταματήσει ο λόγος για τό ουρλιαχτό και υπόσχεσαι μέσα σου ότι αν σταματήσει ο λόγος για τό ουρλιαχτό μετά θα σκεφτείς, παρ’ όλο που ξέρεις ότι δεν θα σκεφτείς ποτέ – έτσι δεν είναι ; Όμως τήν ίδια στιγμή τό πιο αφόρητο ήταν για μένα μαζί να σκεφτώ τό τί ήτανε η σκηνή αυτή για αυτούς, ή τό τί λέγαν αυτοί και τό πώς αρχίσαν αυτοί και τό πώς συνεχίσανε : Γιατί είναι εύκολη η λύση που έδωσε εκείνη μετά ότι όλα έγιναν για τά λεφτά : ίσως βέβαια να τής είπανε κάποια πράγματα που να τήν έκαναν να τό καταλάβει, γιατί όταν – μ’ ένα μοιρολατρικό ύφος – τά διηγήθηκε στον φίλο μου – έχοντας βγάλει τούς γύψους πια τώρα, αλλά χωρίς δόντια ακόμα, κι έχοντας απλώς παραγγείλει και περιμένοντας τίς μασέλες, επέμενε ότι τής τό ’πανε και τό ήξερε πως όλα αυτά έγιναν για τά λεφτά – και όχι για τά δικά τους λεφτά, ή για κάποια λεφτά που θα μπορούσαν να είναι δικά τους και τούς τά στερήσανε, αλλά για κείνο τό περίφημο χαρτζιλίκι που τούς έδινε αυτή, γιατί έτσι τό ήθελε : γιατί, έχοντας βεβαιωθεί ότι είναι καλή η οικονομική τους κατάσταση, κι αποφασίζοντας να διώξει τόν μαλάκα και να πιάσει καινούργιον, αποφασίζοντας δηλαδή ν’ ανοίξει πανιά για κάποιον που ν’ αξίζει πιθανώς στο κρεβάτι ελαφρώς περισσότερο ή για κάποιον άλλο λόγο τέλος πάντων τελείως δικό της που μόνο εκείνη τόν ήξερε και τόν αποφάσισε, είχε σταματήσει κάποιους μήνες να τούς δίνει απ’ τά δικά της αυτά τά μόνα λεφτά : Και στο νοσοκομείο που τής είπανε να κάνει μήνυση δεν ήθελε και δεν δέχτηκε. Και στον φίλο μου είπε ότι είχε πάρει τίς αποφάσεις της, είχε μιλήσει με τούς δικηγόρους της, θα κρατούσε τά λεφτά της για πάντα : θα ’μενε στην οικογένεια για πάντα : σκάνδαλο δεν θα γινόταν : και τά παιδιά στη φυλακή δεν τά έβαζε. Δεν μπορώ να καταλάβω τί ύφος είχε, αλλά απ’ τό λίγο που ξέρω, ξέρω ότι ήταν η ίδια ηλίθια φοβισμένη άτολμη κι ασήμαντη, αλλά αυτό που δεν μπορώ να διανοηθώ ούτε να τό σκεφτώ είναι αυτή η εικόνα, αυτοί οι τρεις μιλάνε, αποφασίζουν και κάνουν τό σχέδιο : Δεν λέω αυτοί οι τρεις θυμώνουν, διαμαρτύρονται ή βρίζουνε, λέω μόνο : αυτοί οι τρείς, με αρχηγό τόν μεγαλύτερο, μιλάνε πρακτικά, σκέφτονται λεπτομέρειες, αποφασίζουν με ηρεμία : κάνουν τό σχέδιο : Καταστρώνουν ένα σχέδιο με ψυχραιμία και λογική : σχεδόν σα ζωγράφοι σαν καλλιτέχνες, σαν πεζογράφοι : Ξυπνάνε ένα πρωί και ορίστε ξέρουνε ότι είναι η μέρα τού σχεδίου : Πίνουνε τόν καφέ τους και τρων τό πρωινό τους, παίζουνε με τά παιδιά τους, φιλάν τίς γυναίκες τους και παν να βρουν τούς αδελφούς τους στο πατρικό τους για να δείρουν έως εξοντώσεως μια γυναίκα, άσχετο ποιάν : επειδή έτσι τούς κάπνισε, για έναν λόγο ηλίθιο : οι ίδιοι που κάποτε ήτανε κολλημένοι στο μπούτι της και σκουπίζαν τά πιάτα και ακουμπάγαν τό μάγουλό τους στην ποδιά της, και σέρνονταν ουρλιάζοντας έξω από τήν κουζίνα καθώς τό φριχτό τριχωτό χέρι εκείνου τούς άρπαζε και τούς απαγόρευε να ξαναπατήσουνε τό πόδι και τό μάτι και τή μύτη και τό αυτί σε κείνη τή ζεστή σπηλιά που μύριζε μυρωδιές γλυκές και πικρές και αλατισμένες, και τούς έδιωχνε με τήν σοφή σκληρότητα τού μεγάλου απόμακρου θεού πατέρα υπαλληλάκου για να μη γίνουνε πούστηδες: Και δεν έγιναν πούστηδες. Δεν έγιναν πούστηδες οι πούστηδες : έγινε σαφές ; δεν ξαναφιλάνε χέρι αυτοί, τό καταλάβατε (είπε δασκαλίστικα).

 

   Όμως άραγε (είπε μετά) σκέφτομαι καμμιά φορά, τό μόνο που τούς απόμεινε για κάποια ικανοποίηση ήταν πλέον τά λεφτά ; Ή μήπως όλα γίνανε καταβάθος μόνο και μόνο επειδή θέλησε ν’ αλλάξει εραστή και ν’ αφήσει τόν μαλάκα και να πάρει έναν καλύτερο ; λέτε να τό μυριστήκανε κι αυτό ; και πώς τό μυριστήκανε αυτό ; Πάντως, όσο τήν κλωτσούσαν, για τά λεφτά πάντα (λέει) μόνο τής μίλαγαν : (λέτε μήπως γιατί δεν θέλαν καθόλου να μιλήσουν για τ’ άλλο ; μήπως γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να μιλήσουν για τ’ άλλο ; ) Όμως αυτό που μού ’κανε εμένα τήν μεγαλύτερη εντύπωση είναι κυρίως αυτό, μπορώ να σάς πω, όχι δηλαδή η μεταφορά από τά φιλιά στη φρίκη αλλά τό πώς γίνεται η συζήτηση εντός τής φρίκης, οι συνεννοήσεις οι συζητήσεις και οι κουβέντες εντός τής φρίκης, αυτή η καθημερινή αίσθηση εντελώς καθημερινής κουβέντας, και πώς μπορεί να λέγονται αυτά τά πράγματα – λέω δηλαδή για τήν ώρα που αφού ξυπνήσαν και φάγαν τό πρωινό τους και χαριεντίστηκαν με τά παιδιά τους και φιλήσαν στην εξώπορτα τή γυναίκα τους, μπορούνε μετά, πηγαίνοντας στο πατρικό τους, να δείρουν έως θανάτου κάποιον, να προγραμματίσουν σ’ ένα τελείως άλλο πρόγραμμα δηλαδή, όχι μόνο μυρωδιάς και πιάτων ή χρωμάτων ή σκέψης, αλλά και ομιλίας, πάνω απ’ όλα ένα άλλο πρόγραμμα ομιλίας κυρία μου (είπε, και μέ κοίταξε, ποιος ξέρει βέβαια πώς σκέφτεται τό κεφάλι της). Μήπως έχουμε λοιπόν μεγαλύτερη σχέση με τά κομπιούτερ απ’ ό,τι νομίζουμε, συνέχισε φιλοσοφώντας αφού μάς είχε μαυρίσει τό απόγευμα, μού φαίνεται θα κάτσω να κάνω καμμιά μετεκπαίδευση, και θ’ αρχίσω να ζωγραφίζω κι εγώ στα προγράμματα τών κομπιούτερ, επειδή νομίζω ότι οι άνθρωποι τελικά δεν διαθέτουνε μεγαλύτερη ποικιλία κι ότι οι υπολογιστές είναι πιο πολύπλοκοι, και πιο λεπτεπίλεπτοι, και πιο, όπως θα ’λεγε κάποιος που ξέρει απ’ αυτά, καλλιτεχνικοί.

 

   Τήν κοιτάζαμε κι είχαμε κοκκαλώσει με τά ποτήρια στο χέρι έχοντας ξεχάσει από πολλή ώρα πως θα μπορούσαμε και να πίνουμε :

– Τώρα, τής είπαμε και οι δυο όταν καταλάβαμε ότι μπορούσαμε πλέον να μιλήσουμε, τί ήταν αυτό που μάς είπες τώρα εσύ ; Είσαι με τά καλά σου ; Πώς θα πάμε τώρα να φάμε μετά απ’ αυτό ; Και να πιούμε ; είσαι με τά καλά σου ; πού τη θυμήθηκες αυτή τή μαλακία ;

– Τά φιλιά, είπε αυτή, τά φιλιά.

Αρχίσαμε να κινιόμαστε. Αρχίσαμε να μπορούμε πάλι να κινηθούμε. Πήραμε τά ποτήρια μας για να πιούμε ξανά. Κουνηθήκαμε πάνω στον καναπέ και τά μαξιλάρια, και φτιάξαμε τά μαλλιά μας και τά ρούχα μας.

Λέω να πάω να φτιάξω λίγο τό μακιγιάζ μου, θα ’χει γίνει χάλια, είπε η Μάχη. Σηκώθηκα και τήν ακολούθησα στην τουαλέτα κι εγώ. Γιατί, τό δικό μου μήπως δεν έγινε ; είπα. Η άλλη ήρθε από πίσω μας. – Θα ρίξω στο πρόσωπό μου λίγο νερό και εγώ, είπε. Θα ’χω γίνει κι εγώ τό ίδιο χάλια.

Συνήλθαμε με τό νερό και οι τρεις και βάφαμε μετά η μία τήν άλλη για ώρα με προσοχή.

– Κοίτα την που έχει όμως ταλέντο στα διηγηματάκια, είπε η Νίνα. Μια χαρά τά κατάφερε.

 

   Κι έκανε ότι ζηλεύει, και γελάσαμε, κι η Μάχη γέλασε με τήν καρδιά της.

 

 

«βιογραφίες αγνώστων», ανέκδοτο μυθιστόρημα

 

 

 

 

φωτογραφίες Pete Turner και Wing Shya

 

 

 

 

 

11 Μαΐου 2019

η χώρα μου είναι η αλήθεια

 

 

 

 

συμπεραίνω λοιπόν ότι
ο χώρος και ο χρόνος έχουνε σχέση με τό σώμα μας
έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με τόν εαυτό μας
η χώρα μου είναι η αλήθεια

dickinson

 

Ως προς αυτό δηλαδή πιστεύω τώρα ότι δεν υπάρχει υψηλότερης ποιητικότητας περιγραφή τής σχιζοφρένειας τού πουριτανισμού από τό χωρίο αυτό : κι όμως όταν πρωτοδιάβασα αυτήν τήν πρόταση τής έμιλυς νόμιζα ότι διαβάζω κάτι σαν τήν απολογία τού αϊνστάιν. Ύστερα όμως σιγά–σιγά κάτι μέ μπέρδευε στην μεσαία πρόταση που ήταν ειπωμένη λες και βρισκόταν σε αντίθεση με τήν πρώτη – και  όσο περισσότερο τό κοιτούσα τόσο περισσότερο γινόταν σαν εκείνη τήν παιδική μαγική εικόνα, κι έβγαινε μπροστά ένα άλλο πρόσωπο απ’ αυτό που έβλεπα εγώ στην αρχή. Ενώ στην αρχή δηλαδή τό πρώτο πρόσωπο έλεγε : Εγώ είμαι ο χώρος και ο χρόνος, τό δεύτερο πρόσωπο μετά έλεγε : Εγώ δεν έχω σχέση με τόν χώρο και τόν χρόνο, εγώ έχω σχέση με τόν εαυτό μου, κι ο εαυτός μου είναι άλλος από μένα. Μετά έσκαγε μύτη κι ένα τρίτο προσωπάκι τό πιο πουριτανικό απ’ όλα, η κόρη τού μπαμπά της και τής μαμάς της που έλεγε : ο εαυτός μου δεν έχει σχέση με τό σώμα μου. Κι ύστερα, για να τά διορθώσει και να τά ολοκληρώσει όλ’ αυτά, αφού έχει μπερδέψει ικανοποιητικά τούς πάντες, ώστε να μην μπορεί κανένας πια να τή μαλώσει, σκάει μύτη επιτέλους ολόκληρη η έμιλυ, ανοίγοντας τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της (στο πάνω πάτωμα)

(όταν μπαμπάς και μαμά έχουν πια πεθάνει, και μένει μόνη της τώρα με τήν αδελφή της, κι ο αδελφός της είναι πιο δίπλα παντρεμένος με τήν καλύτερη φίλη τής παιδικής ηλικίας της, που κάνει τώρα κόλαση τή ζωή ολονών με τό αφύσικο μίσος που έχει προς όλους τους, καθώς και τήν απέχθειά της ώς προς τό να κάνει παιδιά : άλλη σχιζοφρενής δηλαδή από κει, έκανε ένα σωρό εκτρώσεις πρώτα κι ύστερα υπέκυψε στις επιθυμίες τών άλλων και γέννησε, τρεις φορές μάλιστα : (για τή φίλη τής ντίκινσον τώρα μιλάω) : τό ένα παιδί μάλιστα απ’ τά πολλά χτυπήματα στην κοιλιά της – που έκανε για να τό αποβάλει μονάχη της – λένε ότι βγήκε επιληπτικό (φαίνεται ότι σ’ εκείνο τό χρονικό σημείο ο άντρας της δεν τής επέτρεψε να κάνει άλλη έκτρωση, ενώ τό δεύτερο δεν τά καταφέρανε να τό δυστυχήσουν και τούς πέθανε μικρό, και έτσι πλέον (αυτή) μπόρεσε και αποθέωσε τήν κυριαρχία της ανενόχλητη επάνω στην κόρη που ήρθε μετά, ώς συνήθως οι μανάδες τού είδους της δηλαδή) (είτε φυσικές είτε υιοθετημένες οι κόρες, συνήθως εκεί οι μανάδες τους δημιουργούν και κεντάνε) (αυτές οι μανάδες ειδικά κιόλας που δεν είχαν καμία διάθεση να κάνουν παιδιά και ακόμα, πολύ περισσότερο, αν είχαν κι έναν φοβερό φόβο πάντοτε στο να κάνουν παιδιά – όπως αυτή η φίλη τής έμιλυς))

ανοίγοντας λοιπόν τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της σκάει τώρα μύτη ολόκληρη (στην τρίτη αυτή πρόταση) η έμιλυ : Η χώρα μου είναι η αλήθεια. Ξέρεις, πιστεύω πια ότι η μεγαλοφυία τής τέχνης έγκειται (κυρίως) στη δυνατότητα που σού προσφέρει να είσαι δυσλεξικός μαζί της : και τό λέω διότι η δυσλεξία όπως αποκαλύφθηκε πλέον από έναν γιατρό, δεν έχει να κάνει με τό στόμα αλλά με τά μάτια, και τά παιδιά αυτά συνήθως είναι πολύ βιαστικά (ίσως και ανήσυχα μυαλά εκ γενετής – ή νευρικά για κάποιο λόγο) και διαβάζοντας μια σελίδα τά μάτια τους παίζουνε ανυπόμονα, και δεν πάνε ήσυχα από πάνω προς τά κάτω κι απ’ αριστερά προς τά δεξιά αλλά προσπαθούν να πιάσουν όλο τό κείμενο ταυτόχρονα κι αυτός είναι ο λόγος για τόν οποίο μάς φαίνεται ότι μάς διαβάζουνε σπασμωδικά : διότι βλέπουν ανάκατα, ή από μία άλλη άποψη προσπαθούν να συλλάβουν τό σύνολο ταυτοχρόνως τήν ίδια στιγμή : πιστεύω λοιπόν ότι, αυτήν τήν τέλεια (και εγελιανή, θα έλεγα), λογική τήν έχει η μεγάλη τέχνη σαν απαίτηση από τόν αναγνώστη : Πρόσεξε επομένως τώρα, αυτό που γράφει η έμιλυ, πώς γίνεται – αν τό διαβάσεις από τήν τελευταία πρόταση προς τήν πρώτη, ανάποδα :

 

Η χώρα μου είναι η αλήθεια.
Ο εαυτός μου είναι πέρα απ’ ό,τι φαίνεται
Ο χώρος και ο χρόνος έχουν να κάνουν με τό σώμα μου

 

(και επομένως, ξεπερνώντας και τόν αϊνστάιν όχι μόνο λέει Je est une autre όχι μόνο λέει δηλαδή ότι είναι άλλη, αλλά και ότι όλα τά άλλα είναι επίσης αυτή.)

Αυτή λοιπόν που αγαπούσε τόσο τούς γρίφους, και που φοβόταν να μιλήσει εντελώς καθαρά – γιατί πιστεύω ότι αν ήθελε να μιλήσει εντελώς καθαρά θα ’γραφε μυθιστορήματα –, ήξερε να μιλάει καθαρά όταν ήθελε, με τούς όρους που ήθελε, και με τόν τρόπο που σέ μάθαινε – για να μπορέσεις να δεις τήν αλήθεια της μέσ’ απ’ τόν φόβο της μην σέ τρομάξει :

αλλά νομίζω ότι αυτό κάνει πάντοτε και τό έργο τέχνης δηλαδή : περνάει ένα μεγάλο μέρος του προσπαθώντας να σέ μάθει να τό διαβάζεις : Ίσως κιόλας τό έργο τέχνης τελικά να μην είναι παρά μόνο αυτό του τό μάθημα, και αυτή η μαθητεία για τό πώς θα τό διαβάσεις και θα τό δεις : ίσως (σκέφτομαι με κάποιο δέος) τά μεγάλα μυθιστορήματα που αγάπησα (από μικρή) (και που προσπαθώ να τά καταλάβω κάθε φορά ξαναδιαβάζοντας, ακόμα και σήμερα όταν έχω καιρό) να έχουν ένα ακόμα μεγαλύτερο μυστικό απ’ αυτό που νομίζουμε : αυτά τά θηρία δηλαδή γράφουν τήν υπόθεση κοροϊδεύοντάς μας : οι ήρωές τους είναι ένα προπέτασμα μάλλον καπνού : τά υπόλοιπα είναι που σέ κάνουνε ό,τι θέλουνε, που σέ οδηγούν σέ φωτίζουνε και σέ αλλάζουν : τά θηρία θα πουν τήν αλήθεια τους δηλαδή αναλόγως με τό πώς θ’ αρχίσουν τό κεφάλαιο, και με τό πώς θα τό συνεχίσουν, και αναλόγως με τό αν θα αναφέρουνε ποτέ μια λέξη ή όχι : αυτός είναι ο πύργος τους, κι αυτό είν’ τό σπίτι που χτίζουνε – κι εμείς νομίζουμε ότι ασχολούνται με τούς φιλοξενούμενους που θα μείνουνε μέσα : η τζαίην ώστιν παραδείγματος χάριν δεν έχει αναφέρει ούτε μια φορά στα βιβλία της τή λέξη ψυχή, κι όμως, όταν τή μεταφράζουνε τή βάζουνε να τήν αναφέρει, και να τήν λέει : αυτό εγώ τό λέω αμαρτία και σκάνδαλο : Αν ήμουνα συγγραφέας θ’ απαγόρευα να μέ μεταφράσουνε (κι όμως δεν μέ αφορά και δεν έχει σχέση με τόν εαυτό μου αυτό, θα τό πω στην Ελένη που τήν αφορά.) Τί αστείο. Ξαναγυρίζω στα βασικά.

Τό μυθιστόρημα είναι λοιπόν ένα έργο μουσικής και ήχων που παραδίδεται κάθε φορά μόνο σαν παρτιτούρα, χωρίς δηλαδή τήν εκτέλεσή του – κι ο εκτελεστής του κάθε φορά θα είσαι εσύ : σού παραδίδεται όμως μία παρτιτούρα πολύπλοκη, λεπτοδουλεμένη σχολαστική σε βαθμό σχιζοφρένειας και υποχονδρίας : Τόσο που οι σημειώσεις στο τέλος να καταλαβαίνεις ότι έχουνε μεγαλύτερη σημασία από τή μουσική τήν ίδια : Τό μυθιστόρημα είναι η παρτιτούρα που γράφεται για τίς σημειώσεις της κι όχι για τή μουσική της : Τό μυθιστόρημα είναι αυτό που βγαίνει, όταν μπορείς να διαβάζεις τίς σημειώσεις και τή μουσική συγχρόνως : Τό μυθιστόρημα είναι η μουσική και μαζί οι λεπτομερείς σημειώσεις για τό πώς θα πρέπει να εκτελεστεί μέσ’ στο μυαλό σου η συμφωνία η φούγκα ή η μουσική τέλος πάντων αυτή.

 

So I conclude that space and time are
things of the body and have little
or nothing to do with our selves.
My country is Truth.

emily d.

 

 

(απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

εδώ διαβάζετε και τό γράμμα ολόκληρο τής έμιλυς προς τόν joseph lyman (αγαπημένον τής αδελφής της vinnie) (που αρχίζει : «My father seems to me often the oldest and the oddest sorty of a foreigner», και τελειώνει : « I like Truth – it sets free is a free Democracy.»)

 

 

 

 

 

 

6 Φεβρουαρίου 2019

durante

 

 

 

 

στο μέσο τού περίπατου όλης μας τής ζωής μας
βρέθηκα πάλι σ’ ένα δάσος μαύρο και βαθύ
αφού τόν δρόμο τόν κανονικό μου είχα χάσει

 

Ένα από τά πιο περίεργα πράγματα ξέρεις που υπάρχουνε σχετικά με τόν δρόμο τού χρόνου είναι ότι κατά βάθος ο δρόμος αυτός κινείται σαν να είναι σταματημένος : όμως τί νόημα έχει να τά πω αυτά τά πράγματα σ’ αυτούς που τά ξέρουν και πάλι τί νόημα έχει να τά πω σ’ αυτούς που δεν τά ξέρουν αφού δεν τά μάθανε οι ίδιοι ποτέ ; Γιατί βλέπεις ο χρόνος υπάρχει με διαφορετικό τρόπο στους διάφορους άνθρωπους κι αυτοί για τούς οποίους ο χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή από τό Α στο Β από τό παιδί  στον μεγάλο από τήν πόρτα στον δρόμο από τήν ανοησία στην τέχνη κι από τό κέντρο στον λυκαβηττό δεν πρόκειται να καταλάβουνε τίποτα απ’ όσα σού λέω εδώ, και καλύτερα να μη δοκιμάσουν να τ’ ακούσουν ποτέ : δεν θα χάσουν και τίποτα : δεν έχουν σχέση αυτά με τή δικιά τους ζωή κι απ’ τήν άλλη, γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στις ευθείες γραμμές, είναι πάλι τόσο λυμένο τό ζήτημα τού πόσο είναι ο χρόνος σαν μπερδεμένο κουβάρι (κούκλα όπως λέγανε οι μαμάδες μαλλιού) ώστε φτάνουμε στο σημείο να μη χρειάζεται πια να μιλήσουμε για όλ’ αυτά, αν και εγώ ζωγράφισα κιόλας τό δέντρο τού χρόνου, αυτό που μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο, λίγο πιο κάτω, κι αυτό όχι τόσο γιατί δεν θα μπορούσες να καταλάβεις τί έγινε εδωμέσα αν δεν δεις όλον τόν χρόνο μέσα στον οποίο σού διηγήθηκα αυτό που θα σού διηγηθώ, όσο γιατί εξαιτίας κυρίως τού ίδιου τού χρόνου (που κατά τ’ άλλα είναι και ασήμαντος και ανύπαρκτος) αυτό που θέλησα να περιγράψω έγινε αυτό που στο τέλος σού περιέγραψα, κι έτσι αυτό που έγινε ήτανε κυρίως χρόνος, ο χρόνος που δεν υπάρχει και φτάνει να είναι σημαντικός εξαιτίας μόνο τών πράξεων που γίνονται μέσα του (σαν μέσα σε ένα κουβάρι κούκλας που είναι και κελί και κλουβί) γιατί ίσως ο χρόνος να μην έχει άλλο σοβαρότερο νόημα παρά μόνο τό ότι μέσα του οι πράξεις γερνούν

και μόνο έτσι ο χρόνος σέ αποσβολώνει σαν αστραπή καθώς βλέπεις πράξεις που δεν γερνάνε και τότε ο χρόνος σαν τόν δρόμο με τά δώρα είναι σταματημένος εντελώς κι ας τρέχετε όλοι μαζί

Τήν δεκαετία τού ογδόντα λοιπόν τού έτους χίλια διακόσια έγινε μια επανάσταση από τούς νέους στον κόσμο αυτόν που εγώ τήν έμαθα από μια βιογραφία που διάβασα πρόσφατα (αυτουνού που έμεινε και περισσότερο χρόνο από τούς άλλους αυτός, γιατί έγραψε για τόν έρωτα εκείνος κι έτσι διαβάζοντας μια μέρα τόν συνάντησα απροειδοποίητα σαν αστραπή) μια επανάσταση λοιπόν που συνεχίσανε τά άλλα παιδιά τήν δεκαετία τού εξήντα τού χίλια εννιακόσια που αυτήν τήν ξέρουμε όλοι καλά. Κι από μια τέτοια εποχή με φασαρίες στους δρόμους παράνομες βγήκε λοιπόν αυτός που αποκατέστησε τόσο τόν έρωτα και σα γλώσσα και σαν πείσμα και σα μουσική, κι από τότε τσουλάει στον δρόμο τό έργο του με τήν πράξη αυτή από πίσω να τής δίνει καταφύγιο σαν πόρτα διότι αυτό που πάνω απ’ όλα δίνει στο έργο του ζωή είναι αυτός ο ίδιος ο έρωτας που δεν επιχειρεί να κρυφτεί, ο έρωτας που μεταφράζει τήν έκσταση και τήν ορμή σε πείσμα ψυχρό και ανήλεο σχεδόν και σχεδόν λογικό, κι ενώ έπρεπε σύμφωνα με τούς νόμους να είναι κρυμμένος, διατυμπανίζεται με παραφορά ώς τό τέλος (και πέρασε και από δίκη και κόντεψαν να τόν κάψουν γι’ αυτό) σαν ο

 

έρωτας που κινάει τόν ήλιο και τ’ αστέρια τ’ άλλα :

 

έτσι τελειώνει όλο τό έργο του : τί λάθος στον πλανήτη αυτόν πάντοτε να μένουν τά έργα λοιπόν γι’ άλλους λόγους απ’ αυτούς που οι άλλοι τά φτιάξανε

(έτσι όμως γίνεται γιατί οι λόγοι που φτιάχνεις τό έργο είναι πάντα, όπως φαίνεται, ο έρωτας και ο έρωτας στον περίπατο τής ζωής και τής ιστορίας μας μέχρι εδώ πρέπει πάντα να είναι κρυμμένος, και να μην κραυγάζει ούτε να μεταφράζει τ’ όνομά του ποτέ).

Αυτός λεγόταν durante λοιπόν τότε κανονικά κι όχι δάντης, αλλά έμεινε με τό χαϊδευτικό του όνομα σαν παρατσούκλι, και στα 1280 λοιπόν στη φλωρεντία έγινε μία κίνηση χίππικη εντελώς κι οι οπαδοί της ανακήρυξαν τούς εαυτούς τους οπαδούς (και υπηρέτες) τού έρωτα, και κάτι μήνες γέμισαν τήν πόλη του νέοι απ’ ολόκληρη τήν ιταλία και τήν ευρώπη τήν υπόλοιπη ίσως, κάνοντας φασαρία και ντυμένοι στα άσπρα (άσπρα σε πείσμα τών παπαδιστών) φωνάζοντας και τραγουδώντας με τρουμπέτες και άλλα όργανα έτσι δυνατά ότι μονάχα ο έρωτας αξίζει κι αυτοί μονάχα σε αυτόν δήλωναν υποταγή : μόνο τ’ αγόρια βέβαια φυσικά – η ιστορία δεν μιλάει για γυναίκες να γυρνάν στους δρόμους στην περίπτωση αυτή – μια που αυτές ήταν ακόμα πιο φυλακισμένες στα κελιά και τά κλουβιά τής κούκλας απ’ αυτούς, κι ακόμα είναι θυμωμένοι όλοι τους που τή δεκαετία τού εξήντα τή δικιά μας ύστερα από 700 χρόνια όταν έγινε ξανά αυτή η κίνηση βγήκαν κι εκείνες απ’ τά σπίτια και γέμισαν τούς δρόμους τότε τώρα πια. (Να πω σαν σε παρένθεση ότι τίς δυο φορές που περιγράφει ότι συνάντησε τήν βεατρίκη, τή μια τήν είχαν – ήτανε κάποια τότε γιορτή κι αυτήν τήν είχαν ντύσει οι δικοί της κατακόκκινα (και τότε έγινε αυτό που εκείνος υποστήριξε ότι τού άλλαξε όλη τή ζωή όταν τήν είδε – τόσο καινούργιο ήτανε αυτό που ένιωσα που σαν να μην ήτανε ίδια πια η καρδιά μου – και τήν επόμενη φορά που ξανασυναντήθηκαν γύρω στα δεκαοχτώ τους – ήταν περίπου συνομήλικοι – τήν βάζει να φοράει κάτασπρα : γιατί ήταν η εποχή τών νέων με τά άσπρα τού έρωτα κι αυτό ήταν μια ερωτευμένη ομολογία πιθανώς ότι τήν θεωρούσε μέλος τού κινήματος τότε αυτός) (και τότε εκείνη τόν χαιρέτησε τού χαμογέλασε τού κούνησε μάλιστα τό κεφάλι καθώς στην άκρη τού δρόμου μίλαγε με δυο άλλες, και χαμογέλασε κοιτώντας τον κουνώντας τό κεφάλι : Αυτός ερχόταν από απέναντι και είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πώς τήν κοιτούσε ενώ τό καταλάβαινε ότι χλωμιάζει και έτρεμε : κι είναι μια καταπληκτική σκηνή όπως τό περιέγραψε αυτός στην vita nuova του όλο αυτό) (ύστερα τήν παντρέψανε με κάποιον πλούσιο και αυτή πέθανε, κι αυτός παντρεύτηκε μια πλούσια και άρχισε στην καινούργια του ζωή αυτή να γράφει : στην νέα ζωή του (που γι’ αυτόν άρχισε όπως λέει όταν τήν είδε εννιά χρονών) τά διηγήθηκε καλά αυτά κι ύστερα πια στην κωμωδία του είναι όλα μεταμφιεσμένα περισσότερο.)

Η επανάσταση αυτή λοιπόν ήταν πολύ γενναιότερη από τήν άλλη τήν σχεδόν σημερινή γιατί οι τιμωρίες τότε ήταν και φριχτότερες : τά όργανα τών βασανιστηρίων είναι και γνωστά ώς σήμερα και εν κατακλείδι θα κινδύνευες και να σέ κάψουν ζωντανό στο ικρίωμα και τήν πυρά – τό να πεθάνεις στις κλωτσιές θα ήτανε σχεδόν ευεργεσία. Τόν ίδιο τόν περάσαν από δίκη και γλύτωσε φεύγοντας από τούς δρόμους τούς γνωστούς του κι ύστερα ζώντας στην εξορία πια από κει και πέρα : Για λίγο πρόλαβε και πήρε μέρος στα πολιτικά και πήρε θέση στα δημόσια τά πράγματα, κι ύστερα δεν τήν ξαναείδε πια τήν πόλη του : Μία φορά μονάχα προς τό τέλος τής ζωής του όταν τελείωνε και τήν δικιά του Κωμωδία, τόν κάλεσαν ας πούμε να γυρίσει αλλά οι όροι τού φανήκανε υποτιμητικοί και είπε όχι (εκείνο τό όχι τό φριχτό που και λοιπά σε όλη τή ζωή σου – και τό βιβλίο του εναντίον τών παπάδων μπήκε στα απαγορευμένα διακόσια χρόνια αφού εκείνος πέθανε {είναι η ακινησία τού χρόνου αυτή που λέγαμε}). Μ’ αρέσει λοιπόν εξαιρετικά να σκέφτομαι αυτούς τούς οργισμένους να διασχίζουν τούς σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρόμους αυτής τής πόλης, που ώς τά χρόνια αυτά και περισσότερο ήτανε σαν μία αραιή και χαμηλότερη νέα υόρκη ή μια πυκνότερη και πιο εξευγενισμένη μάνη : οι πύργοι της στενοί ψηλοί χωρίς παράθυρα γεμίζανε τήν πόλη, γιατί οι φατρίες πολεμούσαν διαρκώς η μία με τήν άλλη – αργότερα αλλάξαν τά πολιτικά και για να εξαναγκάσουν τήν ειρήνευση τούς γκρέμισαν.

Αυτό όμως που ξεκίνησα να λέω είναι ότι τό έργο του έχει μια ερωτική μανία ασυναγώνιστη που λες και διαδηλώνει ανά τούς αιώνες σε μια γλώσσα άγνωστη : έρωτας και για τήν ελευθερία και για τόν έρωτα : και αναλύει ο ίδιος τήν κατάσταση με τέτοια ακριβολογία και σαφήνεια, ώστε μπορείς να κάνεις ψυχανάλυση σχεδόν επάνω του : σχεδόν συνειδητά πια περιγράφει μια κατάσταση διαρκών παραισθήσεων λόγω στέρησης, και κάθε φορά που λέει ότι λιποθυμάει, χάνει ακριβώς τίς αισθήσεις του αντιμέτωπος με μια ερωτική κατάσταση πολύ σαφή : είναι ανάγλυφος ο κόσμος μας ο κόσμος του, μόνο που ο δικός του είναι πιο ξεκάθαρος, έτσι που είναι πια σαφές ότι οι άνθρωποι που παραμένουνε ερωτευμένοι με τόν έρωτα πρέπει ν’ αναδιπλώνονται συνέχεια μέσα τους, και ζουν σε μια κατάσταση συνεχιζόμενων σαν οραμάτων παραισθήσεων, κρίσεων έκστασης, υστερικών φαινόμενων λιποθυμίας και δακρύων, θλίψης οδύνης και οδυρμού : σε όλη αυτήν τήν μεταμφιεσμένη ερωτική έκσταση στην οποία βρίσκεται μεγάλος άνθρωπος πια ο durante μας (ο διαρκής κι ο μόνιμος κι ο σταθερός, πριν γίνει απ’ αυτό τό όνομά του τό παρατσούκλι του συγκεκομμένο και χαϊδευτικό) βρίσκω ώς και σήμερα αυτούς που συνεχίζουν να υπάρχουν πάντοτε σε τούτον τόν πλανήτη (και σε αυτόν τόν κόσμο προφανώς ανήκε και εκείνη και γι’ αυτό πέθανε πιο πριν, καθώς εκείνη δεν μπορούσε μ’ άλλον τρόπο να ξεφύγει – πάντοτε στην παπαδική τους τήν κατάσταση οι άντρες (αν και υποφέρουνε κι αυτοί) έχουνε ένα λίγο μεγαλύτερο προνόμιο φυγής θα λέγαμε – και εκεί βρίσκεται λοιπόν κι αυτός, γνήσιος εντέλει αλλά και σημερινός άνθρωπος τού μεσαίωνα όπου ο έρωτας απαγορεύεται κι όπου βρισκόμαστε κι εμείς ως άνθρωποι τής ίδιας εποχής αν και ελπίζουν μερικοί ότι είναι προς τά τέλη της η εποχή αυτή τώρα με μάς) : και τώρα δηλαδή ακόμα υπάρχουν γύρω μας και όλα τούτα τά φαινόμενα που περιγράφει και αυτός, μόνο που τώρα όλα γίνονται όταν είμαστε μόνο δηλαδή παιδιά, γιατί εκεί κρατάει αντίσταση ακόμα ακίνητος ο χρόνος, κι εκεί υποφέρουν όλοι πιο πολύ – εκεί που κάθε σκέψη ή πράξη ερωτική απαγορεύεται (κι αυτό κρατάει και στην εφηβεία ακόμα σήμερα πολλών ανθρώπων για όσους μ’ άλλα λόγια διατηρήσουνε τόν έρωτα και δεν τόν έχουν πλέον τιθασσεύσει προ πολλού, με τίς φοβέρες και τίς εντολές εκείνων τών μεγάλων) και πάει έτσι όλος αυτός ο δρόμος (σαν μονότονος) ώς τόν καιρό που όλοι πια μπορούν να βρουν τόν έρωτα ελεύθεροι στην πιο ενήλική τους τή ζωή – ώσπου να έρθει η εποχή τής ωριμότητας και να χαθούν οι ψευδαισθήσεις και τά όνειρα και τά οράματα και όλα αυτά που πλέον δεν σέ κάνουν να λιποθυμάς (εκείνος δεν ντρεπόταν να λιποθυμάει αντίθετα τό ομολογεί) (όταν ερχότανε κυρίως αντιμέτωπος με μια ξεκάθαρη ερωτική κατάσταση ή περίπτωση) (ή και με τήν προοπτική μιας έστω και ελάχιστης εκπλήρωσης – όπως θα λέγαμε ένα βλέμμα σταθερό απ’ αυτήν ή ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα πλέον στον παράδεισο {εκείνη είναι πια νεκρή κι αυτός τό ίδιο : ζει μόνο για να γράφει και να περιγράψει και εκείνην και τόν ίδιον τώρα πια}) (και τότε δεν έχεις ανάγκη από ψυχαναλυτή δεν πέφτεις κάτω δεν χτυπιέσαι και γιατρεύτηκες) τότε που ο έρωτας θα προσγειωθεί, ολιγαρκής και ήσυχος και ρεαλιστής κι αδύναμος, έχοντας χάσει πια και τή μαγεία και τή δύναμη τού ερωτευμένου τού παιδιού και τού τρελού

 

τότε που η θέλησή μου κύλησε μπροστά σα ρόδα
και σαν τροχός ίσια μπροστά σπρωχνόμενη
όπως τήν έσπρωχνε και τήν ωθούσε μόνο αυτός :
ο Έρωτας που κινάει τόν Ήλιο και
τ’ αστέρια
τ’ άλλα –

 

αντίθετα τότε πια ξέρεις για τά καλά τήν κόλαση : έτσι ο ίδιος τό έργο που έκανε τό είπε τότε κωμωδία (τό θεία τού τό πρόσθεσαν αργότερα κάτι χαζοί, μα τί χαζό – σκεφθείτε να ’χαμε τήν θεία μήδεια και τήν θεία κλυταιμνήστρα – αλλά οι άνθρωποι αυτοί ρέπουνε προς τή μεγαλοστομία γενικώς όταν δεν είναι δάντηδες – ή ο σταντάλ) για να ’ναι καλυμμένος είπανε απέναντι σε κείνους τούς παπάδες αλλά εγώ πιστεύω ότι τού άρεσε αυτός ο τίτλος γενικά : Σκέψου λοιπόν ένα έργο που αρχίζει ως Κωμωδία και με τόν τίτλο πρώτου κεφαλαίου : Κόλαση! κι ύστερα πια

 

στην βεατρίκη ανάμεσα και σένα τέτοιος τοίχος

 

 

 

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

  τό χειρόγραφο τού βοκκάκιου / ο δάντης στη βερόνα

 

 

 

 

 

 

 

13 Δεκεμβρίου 2018

η βροχή και η χαρά

 

 

 

 

Ανάμεσα λοιπόν στον ύπνο και τόν ξύπνο είναι η αλήθεια ότι έρχονται όλα. Και τό θέμα είναι τό πότε άρχισα πραγματικά : δηλαδή ξαφνικά – κι είναι μια άλλη ιστορία τό πόσο μεγάλη ιστορία είναι αυτό τό ξαφνικά – να θυμάμαι (και να τά θυμάμαι φωτισμένα από προβολείς ενώ νόμιζα ότι τά θυμάμαι απλούστατα όλα με κανονικό φωτισμό) γιατί για μένα ήταν αυτονόητο (και ακόμα και μουσικό) φόντο όλ’ αυτά σε έναν πίνακα στο μπρος μέρος τού οποίου εγώ μόνο δούλευα ή ζούσα : ώσπου (ξαφνικά) τά στοιχεία εκείνα τού φόντου άρχισαν ένα–ένα (ναι, ξαφνικά) να έχουν απαιτήσεις μεγάλης μεγένθυσης, (ναι μεγένθυσης : τό νι μπροστά από τό σίγμα είναι αντιπαθητικό στο στόμα μας και ακριβώς επειδή υπάρχει η μνήμη μιας δυσαρέσκειας τόσο έντονης, δεν μπορεί να εξαφανιστεί κι εντελώς, αλλά τό κολλάμε μπροστά από ένα άλλο σύμφωνο με τό οποίο η ένωση δεν ενοχλεί : άνθος ανθυποσμηναγός και άνθρακας.) (Εξάλλου υπάρχει και μια διάθεση να διπλασιαστεί τό νι στο ρήμα μεγενθύνω πολύ σωστά και λόγω τής σημασίας, και ύστερα, από τό ρήμα αυτό να ξαναγίνει τό ουσιαστικό η μεγένθυση. Από όλα αυτά λοιπόν μαζί, η μεγένθυση είναι τώρα λοιπόν τό σωστό) : απαιτήσεις λοιπών μεγενθύσεων και μάλιστα διαρκών, και εκεί, κάθε μέρα, μεταξύ ύπνου και ξύπνου γινόταν και ένας καινούργιος ας πούμε (μικρός) από έκρηξη πίνακας, και ξεπεταγόταν ένα καινούργιο μικρό και αυτόνομο, κι όχι λιγότερο σημαντικό λόγω τού συνεπτυγμένου μεγέθους του δηλαδή πινακάκι (όπως ακριβώς δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι πίνακες τού βανγκόγκ που έχουνε τόσο μικρή έκταση (που όταν τούς δεις από κοντά παθαίνεις σοκ – ένα σοκ πολύ χρήσιμο σε σχέση με προκαταλήψεις ως προς τό μνημειώδες τής τέχνης και τού μεγέθους κλπ κλπ) έτσι σαν τούς μικρούς αυτούς πίνακες που έχουνε όμως τέτοια τρομακτική σημασία και ένταση και, τό κυριότερο, χρόνο.)

Κανείς δεν μπορεί να πει πότε αρχίζουν και σού βγαίνουν όλ’ αυτά με τόν χρόνο (είναι μικρός σαν τελεία, που όμως απλώνει από κάτω σαν τρίγωνο κλπ κλπ) πότε σού βγαίνουν λοιπόν όλα τούτα μπροστά. Πολλοί λένε άμα πεθάνει ο πατέρας σου. Εμένα άρχισε τό θυμάμαι καλά όμως πιο πριν. Άλλοι λένε άμα πεθάνει η μητέρα σου, εμένα όμως τότε δεν έγινε τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά γιατί όλα είχαν συμβεί πολύ πριν, και σχεδόν όσο ζούσε. Τό μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά ότι κάνανε στη δικιά μου περίπτωση αυτοί οι δύο θάνατοι ήταν να επιταχύνουν τίς περιστροφές τού δίσκου ας πούμε, έτσι που πράγματα να εμφανίζονται πλέον πολύ γρηγορότερα τό ένα μετά τό άλλο, όμως η βασική ποιότητα τής δουλειάς έμεινε βασικά αναλλοίωτη (αν μπορεί βέβαια να πει κανείς κάτι τέτοιο για μία δουλειά, κι ότι μπορεί να μείνει αυτή αναλλοίωτη, αν η ταχύτητα με τήν οποία πραγματοποιείται τό φαινόμενο – ή μάλλον οι διαφορετικές τελείως και αυξανόμενες ήδη ταχύτητες με τίς οποίες τό φαινόμενο τό ίδιο εκφράζεται, δεν κάνουν και τά ίδια τά πράγματα που τό φαινόμενο αυτό υποτίθεται ότι διαμορφώνει, να παίρνουν τά ίδια μια άλλη τελείως μορφή – και να γίνονται με άλλα λόγια αυτά από μόνα τους, ένα πράγμα που βράζει : )

Έφτασε η ταχύτητα η ίδια να γίνει φαινόμενο και να απαιτούσε ανάλυση πλέον για τό σύνολο τού χρόνου που είχε προηγηθεί (απαιτούσε εξέταση) : Έτσι ένα πρωί τήν ώρα που ξυπνούσα και καθώς σκεφτόμουνα ότι πρέπει να πάω να φτιάξω τόν ωραίο εκείνο πρωινό μου καφέ αναλογίστηκα μήπως η εικόνα που μού είχε περάσει μια στιγμή πιο πριν, ακριβώς τή στιγμή εκείνη σχεδόν δηλαδή από τό μυαλό, δεν έπρεπε να μέ κάνει να δω διαφορετικά (δηλαδή καθαρά) τή ζωή μου ολόκληρη και τή λογική μου μαζί, και όλα όσα με τή ζωή και τή λογική αυτή που είχα κάνει, προκαλούσα, άφηνα να μού πέφτουν στις πλάτες, και πέρναγα.

Γιατί δεν ήταν μια οποιαδήποτε εικόνα. Ήταν η εικόνα ενός πολύ μικρού κοριτσιού – ακόμα και όμορφου όπως μού λέγανε (αν και τό όμορφου δεν έπαιζε εδώ σημασία καμιά (επί τής ουσίας) πέρα από μία μόνο συγκεκριμένη και πολύ βασική : ότι ήταν αυτό τό οποίο θα ικανοποιούσε τή ματαιοδοξία τής μάνας μου στο να μέ δείχνει, και να μέ περιφέρει από δω κι από κει και έτσι θα βρισκόμουνα λοιπόν σε κείνο τό μέρος που δούλευε) : (εκείνο τό μέρος που έφευγε και μέ άφηνε πίσω με τή γιαγιά και τούς θείους μου μόνη αυτή όταν δούλευε) : (Καμία άλλη συνέχεια για τό απόγευμα εκείνο τό πράγμα αυτό δεν θα είχε, κι εγώ δεν θυμάμαι καθόλου τόν εαυτό μου απέξω εξάλλου και ούτε μέ ένοιαζε. Θυμάμαι τό από μέσα, κι αυτό ήταν στην κυριολεξία τό ζήτημα.) (Αυτό ήταν τό ζήτημα κι αυτό ήταν τό ξαφνικό τής ανάμνησης, και ό,τι τήν στήριξε). Γιατί δεν είναι τό ζήτημα ότι θυμήθηκα τίς γκρίζες τσίγκινες σκάλες (τήν εσωτερική αυτή τρύπα) και όλο τό μέρος και τό γραφείο και τούς ανθρώπους του (τίς άλλες γυναίκες) (γελαστές στα γραφεία τους (ελαφρά πολυάσχολες πρώτα) και ύστερα σηκωμένες από τά γραφεία τους, κάνοντας πέρα σαν με τά δυο χέρια ένα βουνό απ’ τό τραπέζι (μια μηχανή ένα πάκο τετράδια γραφομηχανή)) και τή διαδρομή : τήν μεγάλη θαμπή και τού απομεσήμερου διαδρομή που δεν τήν θυμάμαι καθόλου : πιασμένες από τό χέρι, πηγαίναμε λίγο πιο κει. Περπατήσαμε σε διάφορους δρόμους κρατούσα ίσως τήν αναπνοή μου γιατί μού άρεσε η ανάσα αυτή (μύριζε η μαμά δίπλα περηφάνεια χαρά ή και κέφι για μια έκπληξη που έπεται) και περπατήσαμε αργά μέσα απ’ τά κίτρινα και ροζ χρώματα τών τοίχων τού απογεύματος και πήγαμε κάμποσους δρόμους πιο κει : άγνωστους, ούτε μέ ένοιαζαν. Ούτε τίς ψηλές άσπρες σκάλες που ανεβήκαμε τής σχολής. Ούτε τήν απόλυτη ησυχία ώσπου να φτάσουμε στο γραφείο εκεί. Μια ησυχία σαν χρυσόσκονη σε ένα κουκούλι. Μια ησυχία με γάλα. Ούτε ξεχνάω τήν διαμόρφωση φυσικά τού δωμάτιου, και πώς ήτανε τά τραπέζια και οι γκρίζοι οι τοίχοι (εκεί μέσα) και τά παράθυρα : Αχ είναι μια τρέλα πώς μπορεί να τήν περιγράψει κανείς ; Θα μπορούσα να κάνω ένα σχέδιο (θα μπορούσα να ζητήσω από τή Μάχη να μού κάνει ένα σχέδιο) αλλά δεν χρειάζεται πια.

Λοιπόν, επειδή δεν ξεχνάω ποτέ τίποτα – και η μνήμη μου είναι τό μόνο πράγμα που μαζί με τό σώμα, και όπως κι αυτό, διαρκώς μεγαλώνει – όλα τά χρόνια που έφτιαχνα τή ζωή μου έτσι ώστε να μού αρέσει εμένα – να είναι όμορφη τόσο για μένα – και συνεπώς όλα τά χρόνια που προσπαθούσα ν’ αγαπάω (ανεμπόδιστα) εκείνους τούς άγνωστους άλλους – όλα τά χρόνια μ’ άλλα λόγια, ώς τότε, που η ζωή γινόταν αυτό που έχει γίνει, και οι σχέσεις γινόντουσαν αυτό που έχουν γίνει, και τά μαθήματα δινόντουσαν και παιρνόντουσαν με τόν τρόπο που αυτό έχει γίνει – ξέρω καλά ότι καμία σκηνή και καμία εικόνα ποτέ δεν ήταν κάπου πιο πίσω – παρά απλώς στο υπόβαθρο : ό,τι κι αν γινότανε, ήξερα καλά ότι έχουν περάσει αυτά – και αυτά σαν θαμπή σκόνη χρυσόσκονη ή και καφετιά σκόνη που σηκώνει απλώς ένα βιαστικό μαύρο αυτοκίνητο στον χωματόδρομο, βρισκόντουσαν όλα λίγο πιο πίσω : όλα στο βάθος πίσω απλώς : εκεί που τίποτα δεν χάνεται τίποτα σχεδόν δεν μετακινείται και όλα τά θεωρείς δεδομένα : Όμως με τή διαδικασία αυτή – με τόν τρόπο αυτής τής ζωής – με τόν τρόπο που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – μαθαίνοντας δηλαδή να μεγαλώνεις και να ζεις με τούς άλλους – επιμένοντας ν’ αγαπάς εκείνους τούς άλλους – που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – είναι και λίγο σαν να μην τά σκέφτεσαι πια : Ναι, έτσι ξύπνησα – ήταν πολύ πριν να πεθάνει οποιοσδήποτε – δεν υπήρχε άλλος θάνατος πέρα απ’ αυτήν τήν ζωή με τούς άλλους που επιμένεις να ζεις, με απόλυτη τήν σιγουριά σαν να μην σέ μετακινεί και σέ κλονίζει, σαν να μην σ’ έχει κλονίσει πια τίποτα, κι αυτοί επιμένουν να ζουν μ’ αυτήν τήν ανασφάλεια κι εκείνον τόν φθόνο για όσους δεν έχουν τίποτα που να τούς κρέμεται και τίποτα που να πρέπει να τό εκθέσουν, (αλλά μόνο όταν θέλουν απολύτως αυτές) – με λίγα λόγια ξυπνώντας μια μέρα (συνηθισμένη) κουρασμένη όχι ιδιαίτερα αλλά όπως όλοι απ’ αυτή τή ζωή όπου προσπαθείς να διατηρήσεις τόν εαυτό σου ολόκληρο (κι είναι σαν να περπατάς σ’ έναν χωματόδρομο μαζί με άλλους, και θέλοντας να βαδίζεις πάντα με τούς άλλους μαζί θυμώνεις κάποια στιγμή απλά ή βαρυέσαι (ή απλά αρχίζεις να νιώθεις αυτή τή φοβερή αίσθηση (περιφρόνηση ή οίκτο ή ανυπομονησία και τά λοιπά)) διαπιστώνοντας ότι οι άλλοι τρέχουνε θέλοντας να φτάσουνε κάπου αλλού – θέλοντας να φτάσουνε κάπου όπου θα μπορέσουνε μόνοι τους δηλαδή να ζήσουνε χωρίς να ’χουν ανάγκη εσένα ή κανέναν (έρωτα, μέσω τού οποίου θα εκτεθούν και θα κρεμαστούν πολύ πιο πολύ – απ’ ό,τι νιώθουν από μικροί να τούς εκθέτει αυτό που από τό σώμα τους εξέχει ανυπεράσπιστο – και παρακαλεί) κάνοντας πια τόση σκόνη τρέχοντας όλοι προς τά μπροστά που είναι σαν να σού τήν πετάνε στα μούτρα για να σού αλλάξουν εντέλει τό πρόσωπο – και βλέποντας και τό πρόσωπό σου καμία φορά στον καθρέφτη – επιμένοντας να λες ότι είν’ τό δικό σου – και όμως να πρέπει κάθε φορά για να τ’ αναγνωρίσεις καλύτερα να ξεπλένεις με άφθονα ντουζ στρώματα σκόνης που φιλοδοξούν να τό ακινητοποιήσουν και να τό κάνουν κάτι σαν άγαλμα ή να τό κάνουν σαν κάτι που να μοιάζει με απολίθωμα και ν’ ανήκει σ’ έναν δρόμο απολιθωμένο κι αυτό – ξυπνώντας μια μέρα και πηγαίνοντας – πριν πας ακόμα – να κάνεις καφέ – και με τήν ιδέα ακόμα τού καφέ και τήν προοπτική του – με τήν ιδέα ότι αυτό είναι μια παρηγοριά – μια από τίς ομορφιές τής ζωής – θυμώνεις που χρειάζεται παρηγοριά ξαφνικά η ζωή – που έχει καταντήσει να είναι κάτι τέτοιο ξαφνικά η ομορφιά στη ζωή – και τότε ίσως με τόν θυμό σου ανασύρεται η σκέψη ή η ανάμνηση (ή η παρηγοριά) αυτού που ήσουνα και συνεπώς, επιμένεις να λες, αυτού που είσαι : ανασύρεται έτσι μια δικαιολογία για όλο αυτό και θυμάσαι τότε πως ξέφυγες κάποια στιγμή απ’ τά χέρια τους ή αυτές μετά τά κοπλιμέντα και τά χάδια τους ξαναγυρίσανε στη δουλειά τους και τά γραφεία τους και σ’ αφήσανε ήσυχη, και βρέθηκες έτσι λίγο πιο έξω, λίγο πιο έξω από τό γραφείο τους μόνη σου, εκεί που μετά από έναν μικρό (και μίζερο ίσως, στενόν, αλλά όχι, ποτέ, δυσάρεστο διάδρομο) γινότανε ένα πράγμα σαν χωνί, ή σαν τρύπα, ή σαν καταπακτή ή σαν μπαλόνι από μέσα ή σαν κατακόμβη που τήν κοιτάς από τό βάθος της και από τό ύψος της, και πάντα από μέσα προς τά κάτω και προς τά πάνω έτσι μαζί δηλαδή, γκριζωπό και μετάλλινο, με λίγα λόγια βρέθηκες να χαζεύεις τόν εσωτερικό φωταγωγό αυτής τής σχολής (που για σένα δεν ήταν φωταγωγός, ήταν ένα περίπλοκο σύστημα σιωπηλό σκηνικό ή μυστικό παραπέτασμα από γκρίζες μετάλλινες σκάλες) (δεν ήξερες ακόμα τή χρήση τους και δεν υποψιαζόσουνα τί θα γινόταν) μόνη εκεί, ολομόναχη και δεν είναι ώρα τώρα να εξετάσω για ποιο λόγο (όλες αυτές οι γραμματείς δακτυλογράφοι και στενογράφοι σέ είχαν αφήσει εκεί) : σ’ ένα μέρος που ο εσωτερικός φωταγωγός αυτής τής σχολής πλαισιωνόμενος από μικρά σκοτεινά και τελείως σιωπηλά τότε παράθυρα ήταν δικτυωμένος σαν με μια ατέλειωτη γκρίζα κορδέλα από γκρίζες μεταλλικές γύρω σκάλες, που κατεβαίναν τσακισμένες ανά πλατύσκαλο από πάνω ώς κάτω και (λίγα λεπτά πριν αυτό ξεσπάσει και γίνει) κυριαρχούσε εκεί μια σιωπή μια απόλυτη βαθειά γαλήνη σαν μετάξι, που κανείς δεν μπορούσε να προφητεύσει τί μέλλει να γίνει – (παρά μόνο ίσως η ίδια αυτή η σιωπή, τώρα που τό σκέφτομαι, σαν να είχε μια ιδέα μεταλλαγής μέσα της αυτή η απόλυτη ακινησία) σαν κουκούλι μεταξοσκώληκα ώσπου ξάφνου θα γινόταν αυτό : αυτό που ήτανε μάλλον η ανάμνηση, ή μάλλον αυτό που προκάλεσε για πρώτη φορά τήν ταπεινωτική σκέψη να διαμορφώσεις σε λόγια τήν εικόνα εκείνη, τόν ήχο και τήν εκθαμβωτική σαν φως και σαν πολλαπλή ανάσα χαρά : ένας ήχος σαν κουδούνι ή σαν καμπάνα ή σαν καμπανάκι γεμάτο τρίλιες συνεχόμενο και νευρικό ακούστηκε και ξαφνικά τό καταπέτασμα τών ναών καταξεσχίστηκε στα δύο και στα διακόσια δύο και η ησυχία κι η ηρεμία και τό κενό εξαφανίστηκαν και από πόρτες παράθυρα και ποιός ξέρει τί άλλες τρύπες τριγύρω απ’ αυτόν τόν σωλήνα που χάζευα (περίμενα ; ) (ίσως όχι) τόν μαγικό ξεφυτρώσαν ξεπεταχτήκαν και τρέξανε (άρχισαν να τρέχουνε δηλαδή με φωνές αλλόφρονες και θριαμβευτικές προς τά κάτω) ατέλειωτα αγόρια ατέλειωτα μικρά και μεγάλα παιδιά : ήταν μαζί η μορφή τους, τά διαφορετικά πρόσωπά τους η όψη τους, τά διαφορετικά φτωχικά εκείνα ρούχα – τόσα μπορούσα να ξέρω μεγάλωνα σ’ ένα σπίτι που κυριαρχούσαν οι σνομπ : ήταν σαν τά φτωχά τά αγόρια αυτά – η κίνησή τους η ακάθεκτη σαν τήν βροχή πάνω γύρω από τό κεφάλι μου, και τό επιπλέον δώρο τών τρανταχτών τους φωνών που σηματοδοτούσαν τόν θρίαμβο : τί δώρο ήταν αυτό πάνω από τό κεφάλι μου που έπεφτε ; αυτό ήταν που σκέφτηκα, δεν σκέφτηκα εκεί, μισοκατεβασμένη τότε από τό κρεβάτι και έτοιμη να πάω να κάνω (τόν πρωινό μου) καφέ, δεν σκέφτηκα τότε ότι αυτό τάχα τόσον καιρό ποτέ δεν τό θυμόμουν, ή ότι είχε χαθεί και δεν υπήρχε και ξαφνικά τό ανακάλυψα : σκέφτηκα μόνο τή λέξη χαρά για πρώτη φορά σαν να είχε ένα νόημα καινούργιο (επειδή ήταν εξαιρετικά παλιό και πια πλέον απρόσιτο) : σκέφτηκα ότι ποτέ δεν είχα υπολογίσει σωστά πόσο μεγάλη πόσο θανατερά μεγάλη πόσο εκκωφαντικά θανατερή και απερίγραπτη μεγάλη χαρά είχε εκείνη η στιγμή : σκέφτηκα : τί φοβερή χαρά ήταν αυτή που είχα νιώσει τότε μικρή μ’ αυτά τά αγόρια από γύρω μου να πέφτουν στο κεφάλι μου σαν τήν βροχή : σχολούσαν και φωνάζαν ίσως γελώντας και κατέβαιναν θριαμβευτικά και μόνο εμένα δεν σκέφτονταν (θα ’πρεπε να ’μαι σαν τελεία γι’ αυτούς τότε εκεί) (μια άσπρη τελεία καλοστολισμένη από τή μαμά εκείνη με κείνα τ’ άσπρα τά γελοία μεταξωτά) αλλά εγώ τότε δεν τά ήξερα αυτά : όλα εκείνα τά ατέλειωτα λεπτά που ένας ήχος μετάλλινος και λεπτότερος και νευρικότερος από κείνον τού καμπαναριού και τής εκκλησίας συνόδευε τίς φωνές και τά κατεβατά τους εγώ νόμιζα ότι ανοίγουνε και ηχούνε οι σάλπιγγες τού παραμυθιού τού ουρανού σ’ ένα δώρο σαν προφητείας για μένα μονάχα (ένα δώρο απ’ αυτά που είμαστε τόσο πρόθυμες εμείς να δεχτούμε) (ότι θα μάς ερχότανε κάθε στιγμή, σαν να μάς ανήκε, κι οι ουρανοί να τό ξέρανε ότι θα μάς ανήκε, εκείνη τήν εποχή που δεν χρειάζεται καν να διεκδικήσουμε τίποτα, αλλά νιώθουμε ότι η ζωή (αυτό τό άγνωστο ατέλειωτο πράγμα) (είναι φτιαγμένη για να) μάς τά στείλει όλα στο κεφάλι και στα χέρια (τά μαλλιά τήν κοιλιά τά πόδια) σα δώρα που μάς ανήκουν) και νόμιζα ότι αυτό δεν είναι παρά (μαζί με τόν ήχο τής καμπάνας τόν θριαμβευτικό) (μαζί με τόν ήχο τών γέλιων και τών φωνών τους και τών ποδοβολητών τους και τών ρούχων τους και τών προσώπων τους, τόν θριαμβευτικό) δεν είναι παρά η ζωή που τώρα πια για τά καλά έχει αρχίσει. Η Νέα Ζωή.

Και δεν σκέφτηκα κατεβαίνοντας από τό κρεβάτι για να κάνω καφέ, παρά μονάχα αυτό – γιατί τά άλλα τά ήξερα : Τί χαρά! Θυμάσαι, μπορείς ν’ αντέξεις τήν ιδέα (τή μνήμη τήν πραγματικότητα) τώρα αυτής τής χαράς που ένιωσες τότε ; Μπορείς να θυμηθείς και ν’ αντέξεις τή χαρά απ’ αυτό που σέ φούσκωνε σε βαθμό αβάσταχτο (από χαρά) (απ’ αυτό που σέ άφηνε άναυδη) σε βαθμό που νόμιζες ότι αυτό είναι τό κανονικό, να γεμίζεις τόσο από χαρά που να νομίζεις ότι πρέπει να στηριχτείς καλά με τά δυο σου άσπρα πόδια παπούτσια στα καφασωτά κάτω σίδερα γιατί θα πετάξεις θ’ απογειωθείς σαν μπαλόνι και θα σέ χάσουν αυτοί που σέ ζητούσαν και κατεβαίνανε παρ’ όλο που δεν σέ κοιτάζαν καθόλου, προς τό μέρος σου χωρίς καλά–καλά να σέ βλέπουν σαν καταρρακτώδης βροχή με φωνές ενώ εσύ θ’ ανέβαινες και θα ’βγαινες από τόν φωταγωγό αλλά δεν ήθελες ν’ ανέβεις ούτε να πετάξεις γιατί η ζωή αυτή έπρεπε να ’ναι μαζί τους : μ’ αυτούς που γελάγανε αυτόν τόν άγριο βρυχηθμό θριάμβου για τήν ξαφνική ελευθερία ολονών : Σ’ ενοχλήσαν δηλαδή οι γυναίκες που βγήκαν από τό γραφείο όλες μαζί να σέ πάρουν από κει μην σέ πατήσουν τ’ αγριόπαιδα είπανε καθώς σχολάγανε : αυτά όλα υπήρχανε, μόνο η σκέψη ήταν τό καινούργιο, τό ταπεινωτικό (κι ήταν ταπεινωτικό γιατί δεν ήταν ούτε χαρά ούτε θρίαμβος αλλά ήταν μόνο παρηγοριά) :

Μπορείς να αντέξεις να θυμηθείς τόσο μεγάλη χαρά ; Μπορείς να τή θυμηθείς τώρα ολόκληρη αυτήν τήν χαρά ; θυμάσαι και μπορείς να αντέξεις να θυμάσαι έτσι τή χαρά τότε γι’ αυτή τή βροχή από αγόρια στο κεφάλι σου ;

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

φωτογραφίες : Robert Mapplethorpe, Marc Riboud

 

 

 

 

 

19 Νοεμβρίου 2018

στάχτες κατά σαρτόρις

 

 

 

 

εκεί είναι που δεν τόν ξανάδα αλλά κι εκεί είναι που δεν θα τόν πρόσεχα πια, εκτός κι αν μού μιλούσε κατανοητά και κανονικά πλέον. Κάτι που θα γινόταν, και δεν θα γινόταν, κατάλαβες ; Δηλαδή κάτι που έγινε και μαζί δεν έγινε, όταν ήρθε επιτέλους στο καφενείο (δεν είχα διαβάσει ακόμα τή δεύτερη εφημερίδα ολόκληρη – ήρθε σχετικά γρήγορα – ), κατάλαβες ; Όταν δηλαδή, μετά τίς πρώτες αγκαλιές και τά φιλιά, και τά διάφορα «ναι, σέ θυμάμαι», αρχίσαμε (θα έλεγε κάποιος που θα μάς έβλεπε από (πολύ) μακρυά) να μιλάμε : τώρα όμως πια, ό,τι και να σού πω, ξέρω ότι δεν πρόκειται να σε πείσω : γιατί όλα έγιναν άηχα πραγματικά (δηλαδή μόνο για μένα υπήρχαν) και δηλαδή σχεδόν πραγματικά χωρίς θόρυβο : (θυμάσαι τό τέλος που έχει η «πειθώ» τής Θείας Τζαίην ; (τό Θεία είναι τιμητικός τίτλος, όπως στην Κωμωδία, παρ’ όλο που η Ώστιν όντως ήταν και η αγαπημένη θεία για πολλές αγαπημένες της ανηψιές) : Έγραψε τό τέλος τού βιβλίου και δεύτερη φορά, παρ’ όλο που, με πόνους πολλούς, πέθαινε – τό ’γραψε και, με πόνους πολλούς, πέθανε : λοιπόν, σ’ αυτή τή σκηνή πρωταγωνιστεί μια συζήτηση, απ’ τήν οποία κάποιος ταρακουνιέται και συνταράσσεται και γράφει ένα γράμμα – δηλαδή αλλάζει καθοδόν τό γράμμα που έγραφε : παίζουν στο έργο δηλαδή και πρωταγωνιστούν ταυτοχρόνως τό γράμμα και μία συζήτηση μαζί : ευφυές τέλος, μοναδικό – που διεξάγεται όμως κατά βάθος στη σιωπή – γιατί και η συζήτηση, και τό γράμμα, δεν ακούγονται, παρά από κείνον μόνο.) Έτσι δεν μπορώ να σέ πείσω πως έγινε κανονική καταστροφή, γιατί όλα γίνανε σιωπηλά υπόκωφα και τελείως ανάκουστα – και όμως έγινε : πανωλεθρία, σπαραξικάρδια και κωμική, που οφειλότανε στη δικιά μου απλώς προκατάληψη ότι αυτός ήταν αυτός – πράγμα για τό οποίο πια δεν είμαι καθόλου σίγουρη (φυσικά δεν τού ανέφερα τά ορεινά θρανία, φυσικά δεν τού ανέφερα τίς λιποταξίες, ή τίς φυγοδικίες ή τίς υποδικίες – ούτε ασφαλώς τού ανέφερα τό ότι δεν μπορούσε να μιλήσει, και εξαρτήθηκε τότε από μένα και μέ παρακάλεσε – περίμενα να τά πει βέβαια φυσικά μόνος του : όμως αυτός δεν είπε τίποτα σχετικό, και ένα «σέ θυμάμαι» μόνο του δεν σημαίνει ασφαλώς και πολλά : μην θέλοντας να παραδεχτώ ότι έχω κάνει λάθος άνοιξα τότε κι εγώ κουβέντα ηλίθια, για πράγματα που μ’ ενδιαφέρουνε δηλαδή από καιρό (και από τήν αρχή–αρχή μάλιστα αν θυμάσαι) και επιπλέον για πράγματα που πρέπει, υποτίθεται δηλαδή, να τά ήξερε και κείνος, θέλω να πω για τό «όλον και τήν αλήθεια» τού ενός γερμανού, σε σχέση με τό «όλον και τό ψέμμα» τού άλλου γερμανού – τί βλακεία μου : (de profundis domine, suis–je bête που είπε, σε μια ανάλογη περίπτωση, και ο πιτσιρικάς ο γάλλος) : ο τρόπος με τόν οποίο τινάχτηκε και μού αντιτάχτηκε, γελώντας κιόλας με εξαιρετικά καλοσυνάτη συγκατάβαση, δεν είχε καμμία σχέση πια με κάποιον που δεν μπορούσε (έστω και σ’ έναν χαμένο πλανήτη τού παρελθόντος δηλαδή) να μιλήσει : εδώ είχαμε να κάνουμε με κάποιον που μιλάει και με τό παραπάνω, με έναν που ’χει γίνει σπουδαίος και όχι μόνο δεν ζητάει από τούς άλλους να μιλήσουν για λογαριασμό του, αλλά τώρα δεν έχει και καμμία διάθεση ν’ αφήσει τούς άλλους γενικά να μιλήσουνε, και να πούνε φυσικά τά δικά τους : δεν ξέρω από πού έβγαλε τό συμπέρασμα ότι είναι δηλαδή σπουδαιότερος από μένα, αλλά κάτι τέτοιο φάνηκε στη φωνή του : και φυσικά όπως πάντα συμβαίνει σ’ αυτές τίς περιπτώσεις, εγώ πάγωσα κι απομακρύνθηκα, και ουσιαστικά δηλαδή από κείνη τήν ώρα και μετά ήταν που (τελείως, αν και δεν φαινότανε δηλαδή) έφυγα : με άλλα λόγια ήταν – σε όλες του τίς εκφράσεις ευγενικός και συγκαταβατικός – και ποιος νόμιζε λοιπόν ότι είναι ; εκεί λοιπόν τότε, μέσα στην παγωνιά, κατάλαβα ότι δεν είχα καμμία σχέση πια με αυτόν τόν άνθρωπο (ο οποίος εξακολουθούσε να διατηρεί πάντως, κάτι μέρη, από τήν παλιά παιδική του ομορφιά) – ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν καν σίγουρο ότι επρόκειτο για καμμιά παλιά ομορφιά, ή και για παλιά ακόμα γενικά πράγματα) : Στην πραγματικότητα προσγειώθηκα απλώς τώρα δηλαδή και πάλι στην χώρα στην οποία δεν ήθελα να βρίσκομαι, ξανάρθα εδώ, και φυσικά δεν έβλεπα την ώρα να ξαναφύγω : Τίποτα δεν υπήρχε πια :

έτσι κατάλαβα πως η ιστορία απλούστατα είναι ανήλεη : ότι ο χρόνος δεν παίζει, καθόλου μαζί μου πλέον : ο πλανήτης τών αρχικών γεγονότων έχει φύγει, τόν χάνω, δεν μπορώ να τόν ξαναβρώ, έφυγε : «Μην τά μπουρδουκλώνεις όλα», μού είπε «δεν τά μπουρδουκλώνω, τά συνδυάζω», τού είπα, «Τρίχες και πίπες» μού είπε : «Αρχίδια μάντολες» τού είπα τότε κι εγώ, κάνοντας προσπάθειες να είμαι επίσης καθημερινή και κανονική : (εννοούσα δηλαδή, και από πότε έγινε διαπρύσιος κήρυκας τής σαφήνειας αυτός που τά ’λεγε πάντα τόσο μπουρδουκλωμένα ; ) Σηκωθήκαμε λοιπόν να περπατήσουμε (στην πραγματικότητα φεύγαμε, ήδη τό είχαμε υπόψη μας) (τότε λοιπόν πρέπει να έχασα τή δεύτερη εφημερίδα, καθώς θα τήν έριξα βιαστική κάπου παραδίπλα – ή τήν είχα ήδη ρίξει κάπου παραδίπλα όταν σηκώθηκα για να φιληθούμε τότε που μόλις ήρθε : η αλήθεια είναι ότι δεν μ’ ενδιέφερε γενικά η εφημερίδα) : Μ’ έπιασε απ’ τόν ώμο (αυτό τό αγκάλιασμα πολύ αν θες να ξέρεις μ’ αρέσει) και πιάνοντας τότε κι εγώ ζεστά τό χέρι του πάνω μου όπως τό είχε αφημένο στον δεξιό μου ώμο ακουμπισμένο χαλαρά τό ’πιασα και τού τό φίλησα – κατέβασε τό χέρι του αμέσως από τόν ώμο μου και ψηλαφώντας κάτω απ’ τή μέση τόν κώλο μου είπε «ωραία, σφιχτός είναι ακόμα» κατέβασα κι εγώ τό άλλο μου χέρι απ’ τή μέση του και τού ’πιασα τόν κώλο (δεν ήξερα να τού πω σφιχτός ή ξεσφιχτός, σφιχτός μού φάνηκε, πάντως τό ακόμα όπως καταλαβαίνεις μέ πάγωσε, πολύ παλιομοδίτικο κιόλας ήτανε) (κυρίως βέβαια σκεφτόμουνα τί βλέπουν οι αποπίσω γιατί περπατούσε κόσμος στον πεζόδρομο) όμως αυτός δεν ενοχλήθηκε απ’ ό,τι κατάλαβα καθόλου, και έτσι περπατούσαμε σιωπώντας, ο ένας με τό χέρι στον κώλο τού άλλου : όμως, κάτι που μέ απασχόλησε πάνω απ’ όλα, και κυρίως, από εκείνη τή στιγμή και μετά, ήταν αυτό που σα να μέ τσίγκλησε και να μέ τρύπησε με τρυπάνι, ήταν δηλαδή η σκέψη ότι τού φίλησα τό χέρι – και πέρα από τό ότι τό άφησε αυτός νεκρό στον ώμο μου και δεν φάνηκε να τού κάνει καθόλου εντύπωση, πέρα απ’ αυτή τήν τσαντίλα που ενώ εγώ τού φίλησα τό χέρι αυτός ούτε καν να τό κινήσει δεν καταδέχτηκε (θα μπορούσε ας πούμε με ένα δάχτυλο – σηκώνοντας μόνο τό ένα δάχτυλο, έχει γίνει κι είναι πολύ ωραίο – να μού χαϊδέψει τό σαγόνι) όχι, τό χέρι του έμεινε αναίσθητο και γι’ αυτό ίσως ακριβώς εμένα συγχρόνως μού κόλλησε μια εικόνα τότε από ένα βιβλίο τού φώκνερ, και γι’ αυτό αισθανόμουνα δύο και τρεις φορές γελοία : γελοία και ταπεινωμένη, γι’ αυτά που περίμενα γι’ αυτά που θυμόμουνα και γι’ αυτά γενικότερα που ήμουνα (στον φώκνερ βέβαια η φράση που κυριαρχεί είναι τό κορίτσι να μονολογεί έξαλλη από θυμό (αλλά καταβάθος με ντροπή) τρέχοντας πάνω–κάτω στο δωμάτιο «τού φίλησα τό χέρι, τού φίλησα τό χέρι», αλλά οι συνθήκες εκεί είναι τελείως άλλες : όπως ξέρεις ο φώκνερ έχει μια μοναδική ικανότητα να διαβλέπει κάτι ανείπωτες γυναικείες καταστάσεις – έτσι λοιπόν συνέλαβε (ομολογώ ότι κανείς δεν ξέρει πώς) τήν κρυφή σχέση τών γυναικών με τόν ηρωισμό τή γενναιότητα και τόν ιπποτισμό – και έτσι ακριβώς εκεί, στο βιβλίο αυτό έχει μια γυναίκα που θέλει να είναι ηρωική – ένα κορίτσι που ζώντας σε ηρωικές, και χαζές, εποχές αντιπαρέρχεται τό γεγονός πως η ίδια δεν μπορεί να βγει έξω στον κόσμο σαν ήρωας και κρέμεται από τόν (μελλοντικό και πιθανό) ηρωισμό τού άλλου (τόν οποίο, άλλο, (έχοντάς τον όπως η φαίδρα, πρόγονό της) δεν διστάζει να τόν προκαλέσει κιόλας αυτή πρώτη ερωτικά – χρησιμοποιώντας λίγο, δηλαδή υποτιμώντας λίγο, τόν έρωτα εδώ) και γίνεται ηρωική επιβάλλοντάς του, ή προτρέποντάς τον, να γίνει αυτός ήρωας – ένα βατερλώ με λίγα λόγια για τό οποίο ντρέπεται και μετανιώνει τήν ίδια στιγμή κι έτσι κλείνεται στο δωμάτιό της και χτυπιέται ολομόναχη δαγκώνοντας πιθανώς και τά χέρια της και φωνάζοντας σιωπηλά και ντροπιασμένα και λυσσασμένα και υπόκωφα : «τού φίλησα τό χέρι, τού φίλησα τό χέρι» –

 

οι συχνές, ενσωματωμένες και γι’ αυτό ανεξήγητες κι ανείπωτες αναφορές τού φώκνερ στην αρχαιοελληνική ανθρωπολογία (υπάρχει έρευνα για τήν υπόγεια σχέση τών δικών του «δομών αίματος» με εκείνες τού αισχύλου) (εδώ όμως, στο βιβλίο με τό οποίο ασχολούμαι εγώ (ένα από τά πρώτα του, που απορρίφτηκε άπειρες φορές από άπειρους εκδότες, και αναγκάστηκε πολλές φορές να τό αλλάξει και να τό συντομεύσει) τότε λοιπόν εδώ (στο σαρτόρις) όπου υπάρχει εκείνη η σκηνή τού φώκνερ με τό «τού φίλησα τό χέρι» βλέπουμε, σχεδόν επιδεικτική, τήν υπόγεια αναφορά του απ’ τη μια στον σοφοκλή κι απ’ τήν άλλη στον ευριπίδη – και τά δύο πάνω στο ίδιο πρόσωπο : απ’ τή μια δηλαδή η ηρωίδα του γίνεται «αντιγόνη» κι απ’ τήν άλλη «φαίδρα» : και μάλιστα οι αναφορές στην αντιγόνη είναι διπλές και πιο πολύπλοκες απ’ ό,τι οι αναφορές στη φαίδρα – γιατί η υπόθεση πατάει και εδώ όπως και στην αρχαϊκή θήβα πάνω στα αποκαΐδια ενός εμφύλιου, όμως στον φώκνερ η ηρωίδα επιμένει μεν στους παλιούς άγραφους νόμους, αλλά όχι όπως η αντιγόνη για να θάψει νεκρούς – εδώ θέλει ακριβώς να τούς διαιωνίσει, να συνεχιστεί η βεντέτα, να διαιωνιστούν στον αιώνα δηλαδή οι φόνοι. – Από τήν άλλη, η σχέση με τή φαίδρα είναι σαφώς  ελλειπτική, δηλαδή καθόλου συμμετρική ούτε αυτονόητη, και εντελώς ειρωνική ασφαλώς : φλερτάρει με τόν γιό τού άντρα της (και έτσι φτάνει να τού φιλήσει και τό χέρι) αλλά δεν είναι απολύτως σίγουρο ότι τόν έχει ερωτευτεί τόσο παθιασμένα όσο η φαίδρα τόν ιππόλυτο : εδώ η (ανώριμη) γυναίκα προκαλεί τό (ανώριμο) αγόρι, μέσω τού έρωτα, πάνω απ’ όλα για να κάνει ένα φόνο (και ας μην πάμε τώρα και στην κυρία μάκβεθ γιατί θα πάμε πολύ μακρυά) : όμως ο φώκνερ μάς στέλνει τόσο συχνά στην αρχαϊκή λογική που καταντάει ύβρις η αδιαφορία τών διαφόρων εδώ διαβασμένων για τό ζήτημα – από τήν άλλη βέβαια, δεν μάς ενδιαφέρουν οι διαβασμένοι ντόπιοι, ούτε καν σαν αδιάβαστοι τώρα : αυτό τό «τού φίλησα τό χέρι» προσγειώνει όμως τό έργο στην εντελώς σημερινή εποχή – ώς εμένα δηλαδή) : και αυτός ήταν ένας παρόμοιος τέτοιος διαβασμένος, κι αδιάβαστος, όπως αποδείχτηκε (πάντως μού ’κανε εντύπωση η εμφανής περιφρόνησή του προς τή λέξη «πίπες» – και σε μια πρώτη (και μετά από τόσα χρόνια) συνάντηση κιόλας – αυτός ο πουριτανισμός, ομολογώ, μέ πάγωσε – βέβαια τό ξέρουμε όλοι από χρόνια, δεν τό ανακαλύπτω τώρα, ότι οι λέξεις που εικονογραφούν διάφορες φάσεις τού γαμησιού θεωρούνται βρισιές – αυτή είναι η διαλεκτική τού έρωτα στον άθλιο πολιτισμό μας)

 

συνεχίσαμε λοιπόν να περπατάμε, εγώ τού φίλησα τό χέρι, αυτός μού είπε ότι ο κώλος μου κρατιόταν ακόμα και δεν είχε σουρώσει, κι εγώ είχα θελήσει απλώς να τού εξηγήσω τά σχετικά με τό όλον – αυτά που σού ’χα πει δηλαδή και σένα στην αρχή αρχή αν θυμάσαι – λες και ήθελα απλώς να τού εξηγήσω τό γιατί είμαστε εκεί και οι δυο στον πεζόδρομο  : όταν ο χέγκελ δηλαδή διατύπωσε τήν άποψη ότι τό όλον είναι η αλήθεια και ο αντόρνο τόν αντέκρουσε με τό ότι τό όλον είναι ψέμα, δεν νομίζω ότι τσακώθηκαν ακριβώς, και μάλλον δεν τσακωθήκαν καθόλου, διότι αυτό που εννοούσε ο ένας ήταν ότι Μόνο η αλήθεια κάνει τό όλον, και όταν ο άλλος συμπλήρωσε ότι Τό όλον είναι ψέμα, επέκτεινε απλώς τήν διατύπωση : για να τό καταλάβουμε όμως αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν ο χέγκελ, που δεν κατάφερε να γίνει καθηγητής αλλά έμεινε δασκαλάκος για χρόνια (τήν ώρα που κάτι άλλοι αλαμπουρνέζοι είχανε ήδη τίς έδρες τους – σφιχτές και κωλοπετσωμένες) όταν ο χέγκελ λοιπόν είπε ότι τό όλον είναι η αλήθεια δεν ήθελε να πει τόσο πολύ ότι τό όλον (δηλαδή αυτό που κάθε μέρα συμβαίνει) είναι αληθινό με τήν έννοια ότι μάς εκφράζει και μάς ευχαριστεί, αλλά μάλλον ότι η αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να είναι τό επιμέρους καθημερινό (η μια μόνο συνάντηση ας πούμε) κι ούτε μπορεί να βρεθεί μέσα στα κομματιαστά κομματάκια, αλλά ότι βρίσκεται μόνο μες στην συνολική γνώση τών πάντων : και τά κοίλα και τά αμφιθέατρα και τίς πίπες : (αυτό συμβαδίζει επομένως και με τήν πεποίθησή του ότι είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς οτιδήποτε πραγματικά, αλλά ότι η περιγραφή ενός επεισοδίου από τήν ζωή ενός ανθρώπου χρειάζεται τήν πλήρη βιογράφηση τού ανθρώπου αυτού : (και ότι μόνο έτσι μπορεί να γίνει κάτι από τό επεισόδιο αυτό κατανοητό) : όταν λοιπόν ο αντόρνο ισχυρίζεται ότι Τό όλον είναι ψέμα εννοεί ότι η πλήρης ανάπτυξη τής ζωής μας είναι ψέμα διότι δεν μάς εκφράζει διότι εμείς είμαστε άλλοι και αλλού : εμείς δεν είμαστε δηλαδή αυτοί, είμαστε άλλοι, κι έτσι αυτό που συμβαίνει είναι ψέμα ακριβώς γιατί αποτελεί μέρος μόνο τής αλήθειας τού χέγκελ : για να φτάσουμε στην αλήθεια δηλαδή τού χέγκελ θα ’πρεπε να παραδεχτούμε πρώτα ότι δεν είμαστε μόνο αυτό (τό ελάχιστο και αξιολύπητο ας πούμε πάνω κει στον πεζόδρομο) που γίνεται, αλλά και οτιδήποτε άλλο (άγνωστο) δεν μπόρεσε ποτέ του να γίνει : με άλλα λόγια τό όλον είναι πολύ μικρό πλέον για μάς)

 

Και έτσι, πλησιάζοντας να χωρίσουμε, και καθώς εγώ έψαχνα πια για ταξί, «ε, σήμερα κάναμε και λίγο επίδειξη γνώσεων ο ένας στον άλλον, τήν επομένη θα τό διορθώσουμε» μού είπε χαμογελαστά και λίγο διδακτικά, και ίσως με ένα ίχνος υπονοούμενου προς άλλες, ερωτικότερες συνέχειες ώστε εγώ να συνειδητοποιήσω τότε ακριβώς, και μέσα σε μια νυχτιάτικη και χειμωνιάτικη έκλαμψη καθαρής και αστραφτερής αλήθειας, ότι δεν είχαμε πάρει μέρος καν στο ίδιο βράδυ : δεν περπατούσαμε καν στον ίδιο δρόμο : δεν είχαμε κάτσει καν στο ίδιο κοίλο : γίνονται βέβαια αυτά, έχουν συμβεί και άλλες φορές, και μάλλον γενικότερα πάντα συμβαίνουν : τού ήταν αδύνατο δηλαδή να φανταστεί ότι εγώ έψαχνα να σιγουρέψω τό γεγονός πως προερχόμαστε από τό ίδιο αμφιθέατρο, και πως, παρ’ όλον τόν χρόνο, είμαστε ακόμα κάπως ελαφρώς συγγενείς – δηλαδή καθισμένοι στα ίδια θρανία : ότι ακόμα δηλαδή δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε καλά : και επειδή δεν είμαστε τελικά συγγενείς και μάλλον δεν είχαμε κάτσει ποτέ στα ίδια θρανία, και μάλλον μιλούσαμε και οι δύο θαυμάσια, κατέληξε εκείνος ότι βρισκόμαστε στον πλανήτη τών γνώσεων και τών επιδείξεων, τών ανταγωνισμών και τής έχθρας και τής βλακείας, που εκείνος είχε μάθει φαίνεται από χρόνια πολλά να περιδιαβαίνει : και τόν θεωρούσε και ωραίο πλανήτη απ’ ό,τι αποδείχτηκε : όχι, τίποτα δεν υπήρχε πια, και ό,τι θυμόμουνα ήταν μια στάχτη στο κεφάλι μου : ήμουνα στην αρχή έτοιμη να ερωτευτώ και στο τέλος κατέληξα αποσβολωμένη και επομένως τώρα έψαχνα απλώς για ταξί

αφού δεν γίνεται αλλιώς : ο έρωτας είναι ήρωας και μάλιστα πάνω στα χιόνια, όπως είπε ωραιότατα ο παπαδιαμάντης και όπως τό είπε εξάλλου συνοπτικά και ο μπρούνο, ναι ο τζορντάνο : μια ηρωική μανία – και ο σταντάλ επίσης όμως τό διατύπωσε καθαρά : ο έρωτας ξεκινάει από έναν (ακατανόητο συχνά) θαυμασμό : Εγώ λοιπόν τόν θαύμαζα πριν από χρόνια γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει, είναι μεγάλο κατόρθωμα να μην μπορείς να μιλήσεις, και τώρα ξαφνικά έλεγε τρίχες και πίπες – δεν είχα τίποτ’ άλλο παρά να ψάξω λοιπόν για ταξί :

 

και έτσι θα έληγε η βλακώδης πανωλεθρία, πολύ γρήγορα, μόλις μερικές ώρες δηλαδή μετά : και έτσι θύμωσα εγώ η ίδια με μένα απλώς : θύμωσα που βρέθηκα με μια στάχτη στα χέρια δηλαδή ξαφνικά, σαν εκείνους τούς αρχαίους που παίρναν στάχτη από κάτω και κάλυπταν όλο τό κεφάλι τους, μολονότι εγώ δεν θα κάλυπτα κανένα κεφάλι, η στάχτη θα ήταν αόρατη και μόνο στο κεφάλι μου μέσα, και μόνο ο θυμός μου που θα είχα αφεθεί ν’ αφήσω κάτι να μέ τυλίξει ή να μέ σκεπάσει ολόκληρη, και που να μοιάζει εντέλει με αποτυχία, και μολονότι ήταν και μεγάλος ο θυμός, ήταν και μεγάλη η κατάπληξη για τό γεγονός ότι μπορούσα να νιώθω μαζί και λύπη και παγωνιά (πράγματα που μοιάζανε τόσο με τά ξεχασμένα και αφημένα πίσω) καθώς βρισκόμουνα στον πεζόδρομο σ’ ένα μέρος επίσης παλιό ξεχασμένο – τό εντελώς περίεργο πάντως είναι ότι όταν έπεσα στο κρεβάτι και πριν καν αρχίσουν τά όνειρα, μύρισα κάπου στο μαξιλάρι ένα υπόλοιπο από τό δέρμα του και τό μάγουλό του, σίγουρα από το φιλί που δώσαμε καθώς χωρίζαμε, και ξαφνιάστηκα λίγο με μένα τήν ίδια, με τό πόσο επίμονη και πιστή δηλαδή ήμουνα με όσα θυμόμουνα κι ας αποδεικνύονταν λάθος – γιατί όταν τελειώσει τό έργο, όλα φαίνονται γελοία – όλα είναι γελοία όταν τελειώσει τό έργο

αλλά όλα αυτά είναι άσχετα τής είπα στο τέλος, απλώς η απόδειξη τού ότι απέτυχα εντελώς, και μάλιστα τόσο γελοία, ήταν πάνω απ’ όλα τό γεγονός πως εκείνη τή μέρα αγόρασα τήν ίδια εφημερίδα τρεις φορές, πράγμα που τό κατάλαβα όταν η μέρα τέλειωσε, τόσο συγχυσμένη ήμουνα εκείνη τή μέρα, που είχε αρχίσει ζεστή, πολύ πριν γίνει παγωμένη, κι αυτό που μέ μπέρδεψε περισσότερο ήτανε ο θυμός μου όταν πάγωσε, μια που δεν ήξερα πώς να τόν περιγράψω.

 

«μέρες τοπίου» (ανέκδοτο μυθιστόρημα)

 

 

 

 

 

 

φωτογραφίες Fan Ho, Trent Parke

 

 

 

 

 

 

1 Ιουλίου 2018

οι γάμοι

 

 

 

Όταν ήμουνα μικρή οι μεγάλοι είχαν ένα περίεργο έθιμο και γινόντουσαν συνέχεια γάμοι. Μού φαινόντουσαν σαν να γίνονται συνέχεια γάμοι δηλαδή. Κάποια μέρα τού χρόνου όλα ήτανε άσπρα και μεταξωτά, και μαζεύονταν όλοι μαζί (σιωπηλοί και επίσημοι) στην εκκλησία και τό κάνανε αυτό συνεχώς. (Τώρα, αν εγώ είμαι διαστημική για σένα που σού τά λέω έτσι αυτά, θα πρέπει να μετρήσεις τρεις φορές και εκατό αυτό τό διαστημικό, για να φτάσεις στο πόσο διαστημικοί ήταν για μένα όλοι αυτοί, και οι μεγάλοι, και οι τελετές αυτές, όταν ήμουν μικρή) :

Δεν ήξερα καν δηλαδή, για να σού δώσω να καταλάβεις, τί ήταν ακριβώς αυτοί οι γάμοι : θυμάμαι απλώς διαφορετικές βέβαια εκκλησίες, και κόσμο κι όλ’ αυτά, αλλά να κυριαρχεί στη μέση πάντα εκεί αυτό τό άσπρο, τό μεταξωτό, στη μέση πολύ γελαστό κι ηλίθιο. Κι επίσης, τό άσπρο τό μεταξωτό που θα φορούσα πάντα και εγώ. Θυμάμαι επίσης σ’ αυτούς τούς γάμους πολύ μαύρους και γκρίζους άντρες, και γυναίκες να μυρίζουν φοβερά : υπέροχη η μυρωδιά από κραγιόν κι από παλτά. Θυμάμαι επίσης πάντα σε αυτούς τούς γάμους ότι μέ πήγαινε πάντα ο μπαμπάς μου. Είχε μεγάλη επισημότητα όπως μέ έπιανε απ’ τό χέρι, και η μαμά (και η γιαγιά) μέ είχαν ντύσει προηγουμένως στα μεταξωτά : όμως δεν τή θυμόμουνα σχεδόν ποτέ μου τή μαμά : ήταν κι αυτή εκεί, αυτό είναι σίγουρο, αλλά ο πατέρας μου μέ είχε πάντα από τό χέρι, πιο κοντά.

Κι ήταν και μερικές φορές που μ’ άφηνε για λίγο κι ένιωθα τότε, σκεπασμένη από τούς άλλους, σαν να ήταν έτοιμοι να μέ πατήσουνε, και χωμένη μες στ’ αρώματα.

Μιλάω πάντα για προαύλια, όταν στα λέω αυτά : ήτανε πάντα αυτή η ατελείωτη δηλαδή ώρα, που περιμέναν όλοι κάτι άσπρο να κατέβη και να ’ρθεί : Φουρφούριζε, ανέβαινε τίς σκάλες, μπαίναν όλοι μέσα, κι εκεί πέρα ήταν όλα πλέον βλοσυρά : όμως έξω, επάνω στο τσιμέντο ή τίς πλάκες, ήταν η ώρα η πολλή, που όλα γίνονταν αλλιώς : Έτσι θυμάμαι πάντα ότι μέ άφηνε για λίγο (τώρα ξέρω ότι τό ’κανε για να μέ μάθει να στέκομαι μόνη μου δήθεν και χωρίς αυτόν) κι ύστερα ερχότανε πάλι ξανά : ο κόσμος στερεωνότανε καλύτερα, όταν ερχότανε δίπλα μου αυτός, κι έπειτα εκεί έξω σ’ αυτά τά προαύλια με τά δέντρα ή χωρίς συνέβαινε πάντα και εκείνο, με τόν γνωστό του τόν συνάδελφο : (ήτανε δημοσιογράφοι με ύφος ακόμα τότε όλοι γύρω – εγώ τούς έβλεπα ακόμα καλοσυνάτα – δημαμάφους καλοσυνάτα τούς έλεγα).

Τώρα, τού λέω, αυτό που θα σού πω, θα δυσκολευτείς πάρα πολύ να τό πιστέψεις : και όμως, είν’ αλήθεια, και τό θυμόμουνα πάντα συνέχεια, όλα τά χρόνια αυτά, ποτέ μου δεν τό ξέχασα : δεν είναι κάτι δηλαδή που θα μπορούσα και να τό ξεχάσω φυσικά, γιατί τό πρόσωπο αυτουνού τού μικροκαμωμένου ήτανε περίεργο, κι όχι τόσο τό πρόσωπο (και οι γραμμές, οι κάπως προς τά κάτω) όσο κυρίως αυτό, τό ότι αυτό γινότανε συνέχεια, κάθε φορά, κι είχε κυρίως αυτή τή συνωμοτικότητα ανάμεσα, σαν κάτι να λεγότανε, που ήτανε πέρα απ’ αυτά : Για να σού δώσω να καταλάβεις, πρέπει πρώτα όμως να σού πω, ότι ο πατέρας μου (κι αργότερα, που ήμουνα μεγάλη, αλλά κι από τότε – από τόσο μικρή) μέ σύστηνε σε όλους και σε διάφορους, μέ σύστηνε με τέτοια μονότονη θριαμβικότητα, λες κι ήθελε πάντοτε να μέ μάθει όλος ο κόσμος – κι έτσι βέβαια και στους γάμους θα γινότανε αυτό.

Ο πατέρας μου επίσης με κρατούσε πάντα από τό χέρι δηλαδή από τή γροθιά μου, γιατί πάντα όταν κάποιος μ’ έπιανε από τό χέρι τού έδινα τή γροθιά μου, και μόνο στους φίλους και τίς φίλες μου στον δρόμο όταν παίζαμε ή αλλού τό χέρι μου ήταν ανοιχτό, στους μεγάλους έδινα πάντοτε τή γροθιά μου, και η μητέρα μου ας πούμε μού τή γαργάλαγε ελαφρά για να τήν ανοίξω και να πιαστούμε «κανονικά» από τό χέρι όταν πηγαίναμε περίπατο όπως και οι «υπηρέτριες» κι αυτές μού έψαχναν πρώτα με τά δάχτυλά τους τή γροθιά και μού τήν άνοιγαν για να τίς κρατήσω κι αυτές κανονικά, όταν πήγαινα και μ’ αυτές βόλτα, κι αυτές οι βόλτες ήταν οι πιο ωραίες, και δεν είχα καμμία συναίσθηση ότι έδινα τή γροθιά μου κι όταν μού τήν ανοίγανε τήν άνοιγα χωρίς αντίρρηση, όμως μόνο ο πατέρας μου δεν αντιδρούσε και έβαζε τή γροθιά του πάνω από τή γροθιά μου και αγκάλιαζε επομένως τή γροθιά μου με τή φαρδιά και ζεστή και χοντρή του γροθιά και έτσι κρατιόμαστε γροθιά πάνω σε γροθιά, μονίμως.

Θυμάμαι επίσης μια συζήτηση που έκανε με τή μάνα μου όταν τής είπε κάτι για «θείο βρέφος» κι αυτή τού είπε τότε, γεμάτη αντιρρήσεις ως συνήθως κοροϊδευτικά, «τί θείο βρέφος χριστιανέ μου αφού είναι κορίτσι» τού είπε, και εκείνος τότε είδα πως έφυγε χωρίς να τήν κοιτάζει άλλο και είπε όμως με κλειστά μάτια «θείο βρέφος, η κόρη μου είναι θείο βρέφος» και έτσι πηγαίναμε πιασμένοι με τόν πατέρα μου, γιατί δεν είχαν έρθει ακόμα οι εποχές τών αντιρρήσεων και τών αντιθέσεων και τών απαίσιων και φριχτών συγκρούσεων, και όλα ήταν ακόμα ζεστά και μού τύλιγε υποταγμένος τή γροθιά μου με τή γροθιά του, και έτσι σ’ αυτούς τούς γάμους πάντα μία στιγμή μέ πήγαινε και στεκόμαστε εκεί στο προαύλιο τής εκκλησίας ανάμεσα στον κόσμο που όλο μιλάγανε και περιμένανε τή νύφη, μπροστά σ’ εκείνον τόν λεπτό κύριο με τό ευγενικό χαμόγελο και τούς μαζεμένους ώμους και τό σκούρο όπως όλοι κουστούμι

και μού έλεγε σκύβοντας λίγο προς τό μέρος μου και κουνώντας ελαφρώς σα συνθηματικά τή γροθιά μου πάνω–κάτω «να σού συστήσω τόν κύριο Κλάρα» και τότε εκείνος ο κύριος χαμογελούσε ακόμα πιο πολύ, και έσκυβε κι αυτός λίγο προς τό μέρος μου σαν σε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση, υποκλινόταν δηλαδή αυτός σε μένα που ήμουνα μια σταλιά σκατό ντυμένο στα καλά μου τά κάτασπρα (που δεν τά ήθελα διότι εγώ ήθελα να φοράω τά παντελόνια και τίς φόρμες μου που παίζαμε στο δρόμο με τίς φίλες μου, αλλά σ’ αυτούς τούς γάμους έπρεπε να φοράω άσπρα κι εγώ)

και ύστερα, αφού μού υποκλινόταν, σηκωνόταν κι αυτός πιο όρθιος, και κοιταζόντουσαν με τόν πατέρα μου που ήταν κι αυτός πιο όρθιος, και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον σα μεγάλοι άνθρωποι τώρα, και δεν καταλάβαινα τί γινόταν ακριβώς μ’ αυτό τό ύφος τους που ήταν μυστήριο διότι τά παιδιά πιάνουν ξέρεις τά ημιτόνια τών υποημιτονίων και τά υποχρώματα τών υπερχρωμάτων στην ατμόσφαιρα και έτσι, καταλαβαίνεις, έπιανα κάτι περίεργους υποήχους που δεν λεγόντουσαν όμως ποτέ, και τώρα σκέφτομαι, τό σκατό περίπου νεογέννητο, ούτε καν πέντε χρόνων (τά συνάγω τά χρόνια απ’ τά σπίτια πού αλλάζαμε) κι εκείνοι με τά κουστούμια, να υποκλίνεται εκείνος μπροστά μου με τούς μαζεμένους του ώμους και τήν περίεργη και αλλόκοτη μικρή αλαζονεία στο χαμόγελο ενώ τώρα ξέρω ότι ο κανόνας είναι να συστήνουν στον σημαντικόν τόν ασήμαντον και στον σπουδαίον τόν ανόητο, και όχι τό ανάποδο, και τώρα ξέρω εκείνους έχοντας μόλις βγει από τά τάρταρα ενός εμφύλιου έτσι που μ’ έπιασε κανονικό σύγκρυο μετά όταν τό σκέφτηκα και συγκροτώντας τούς ανόητους χρόνους είδα ότι είχα ήδη ακούσει και τούς πυροβολισμούς που σκοτώνανε τόν πλουμπίδη κι όμως τίποτα κανονικά δεν μ’ αφήσαν, και δεν μπορούσα και ν’ ακούσω, έχοντας τυλιγμένη τήν ασυνείδητη γροθιά μου στην συνειδητή του γροθιά εκεινού, και απλώς πηγαίναμε κάθε τόσο σε γάμους – περίεργο πόσο πολλοί παντρευόντουσαν, και οι γάμοι μού φαινόντουσαν αστείοι και ηλίθιοι.

Όμως εκεί λοιπόν, πάντοτε έξω στο προαύλιο μέ σύσταινε σαν κάπως ήρεμα, σαν κάπως επειδή ήταν γάμοι να περίσσευα και λίγο, σαν κάπως να μην ήμουνα εγώ τό πρώτο πρόσωπο ετούτη τή φορά – έλεγε βέβαια Η κόρη μου, αλλά σαν να ’τανε κάπως πιο αδιάφορη, πιο κρύα η κατάσταση : Ή ήταν και πολύ συνηθισμένη η κατάσταση : γυναίκες κι άντρες, αρωματισμένοι όλοι, μες στις κουβέντες τους κοιτάζανε κάποια στιγμή λίγο δεξιά του, και σαν να έβλεπαν ξάφνου ένα εξάρτημα τού παντελονιού του, έλεγαν : Η κόρη σου ; α, έχει μεγαλώσει : πόσο είναι τώρα ; Κι αυτός τότε τούς έλεγε περήφανος Ναι, ναι. Είναι τόσο : Κι οι αριθμοί ήτανε πάντοτε, μια λέξη που έλεγε πράγματα, τόσο διαφορετικά. (Μια φορά θυμάμαι μόνο τόν αριθμό έξη που μού φάνηκε εξαιρετικά μεγάλος, κι επιπλέον και βλοσυρός και είπα : Τώρα είμαι τόσο πια μεγάλη, και μού φάνηκε (από μέσα μου) ότι έπρεπε ν` αποχαιρετήσω πια ένα παρελθόν. Και τότε έπαθα ένα είδος σοκ από αυτήν τήν ηλικία : ω, είχα πίσω μου πια αφήσει τή ζωή, δεν θα `μουνα τώρα πια άλλο αυτό που ήμουν.)

Μέ κουβαλούσε λοιπόν πλάϊ του, κι άλλοτε μ’ άφηνε για λίγο μόνη, μού ’κανε αυτό τό σαν καψόνι, για τό οποίο απορούσα αλλά και τόν αντιπαθούσα μυστικά πολύ, κι ύστερα, ερχόταν η ώρα τής μεγάλης, πιο μεγάλης απορίας, καθώς θα γινότανε πάντα η ίδια τελικά σκηνή : μέσα από τό αραιό και παρφουμαρισμένο πλήθος ξεπρόβαλε τό ίδιο κουστουμαρισμένο και μικροκαμωμένο αυτό σουλούπι του, και ο πατέρας μου πάντα μ’ αυτόν θα είχε ένα ύφος εντελώς αλλιώτικο (ένα ύφος που, μόνο εν μέρει θα μπορούσες να πεις ότι πρόδινε μια σκέψη σαν Επιτέλους εδώ είμαστε, ή : Αγαπητέ μου σέ γύρευα) κι όμως, τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν ήτανε ακριβώς τό ύφος, όσο, πάνω απ’ όλα και κυρίως, τό ότι ξαφνικά όλα γινόντουσαν τώρα σαν πιο ανείπωτα,

Στην επιφάνεια δεν άλλαζε δηλαδή, ούτε μια κίνηση, κι όμως, εγώ πάντοτε τόν θυμόμουνα αυτόν τόν κύριο, γιατί, γύρω του πάντοτε μια λάμψη απ’ τή μεριά τού πατέρα μου φουρφούριζε, και μια περίεργη άλλη λάμψη – σκοτεινή – κόλλαγε λες (ή ήταν ήδη κολλημένη) στο ίδιο του τό πρόσωπο τού αλλουνού, κι έτσι ήταν πάντα αυτή η απόσταση που κρατούσαν αναμεταξύ τους υποκλινόμενοι ο ένας στον άλλον, η περίεργη στάση εκεινού που σαν να ’χε γύρω του ένα κενό, και τό χαμόγελο που ανταλλάσσανε καθώς τού ’λεγε ο πατέρας μου κάθε φορά τό ίδιο – σαν να τόν τράβαγε απ’ τούς άλλους και να τόν έφερνε επιτέλους στη μεριά μας – Αγαπητέ μου, να σού συστήσω τήν κόρη μου – κι ενώ αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος με τό αδύνατο τριγωνικό λίγο πρόσωπο (σαν σταγόνα) με τά χαρακτηριστικά όλα τραβηγμένα λίγο προς τά κάτω, κι εκείνη τήν διακριτική έκφραση λίγο σαν μιας κλάψας, σαν, λίγο μιας αποξεχασμένης μιζέριας (πρόσεξε λέξη που βρήκα τώρα, ε ; ) στεκότανε σε μια απόσταση περίπου σεβασμού απέναντί μου, και μού ’κανε και μια ελαφριά υπόκλιση όλος αξιοπρέπεια και χαμογελώντας μου ή μάλλον χαμογελώντας και στους δυο μας λίγο απόμακρος, ή μάλλον αυτοί οι δυο χαμογελώντας μεταξύ τους τώρα συνωμοτικά, τότε που γύριζε προς τό μέρος μου τήν ίδια στιγμή εκείνος και μού ’λεγε εμφαντικά, με μια περίεργη επισημότητα (ή και ειρωνεία, δεν μπορούσα να καταλάβω τί διάολο ήτανε όλο αυτό μαζί) : – Ελισάβετ να σού συστήσω τόν κύριο … Κι έλεγε μια λέξη πάντοτε σαν δέντρα ή κλαδιά. Και καμιά φορά τό επαναλάμβανε κιόλας – Νίνα, από δω ο κύριος … , και ξανάλεγε πάλι τά δέντρα και κλαδιά. Σαν να ’θελε να τό ακούσουνε, να τό χωνέψουν μάλιστα όλοι (και σχεδόν να τό χαρούνε κι ίσως – κάπως έτσι) και οι δυο : Κι ύστερα αμέσως έπεφτε μία σιωπή όλο χαμόγελα όπου μέναν και κοιταζόντουσαν με ένα ύφος γυρισμένοι ο ένας προς τόν άλλον και σχεδόν χωρίς να μιλάνε άλλο πια. (Τώρα ξέρω ότι σίγουρα ανταλλάσσανε και κουβέντες, γιατί συνάδελφοι ήτανε – κι εκείνος, αυτό τό ’μαθα αργότερα – είχε φτιάξει τήν καλύτερη σελίδα στην εφημερίδα του – : τήν καλύτερη σελίδα καλλιτεχνική : ναι, τήν είχε εκείνη η φοβερά δεξιά φυλλάδα στην οποία για να ζήσει τή ζωή του εκείνος δούλευε – ναι, τό φαντάζεσαι, αυτός, επέζησε χωμένος έτσι στην πιο δεξιά φυλλάδα, ο απλός και (πόσο πολύπλοκα) αδελφός (πόσο πολύπλοκο θα ήταν τό να ’ναι απλώς αδελφός))

λοιπόν σίγουρα κάτι είχανε να πούνε σαν συνάδελφοι, αλλά όλο, λες, τό νόημα να ήτανε κυρίως τό να μού τόν φέρει πάντοτε στους γάμους και να μού τόν δείξει, και με επισημότητα μετά να τού απευθυνθεί και να τού πει : Αγαπητέ μου από δω η κόρη μου, αφού είχε πει μ’ επισημότητα προηγουμένως, και δείξει με τό χέρι του σ’ εμένα, λέγοντας – Ανδρομάχη να σού συστήσω τόν κύριο … , λέγοντας πάλι εκείνο με τά δέντρα και κλαδιά.

Ναι, ένα αδύνατο σα μαζεμένο λίγο αλλά πάρα πολύ αξιοπρεπές και μοναχικό σουλούπι (η μοναχικότητά του ήταν αυτή που μού άστραφτε σαν να ’χε επίγνωση ότι τόν περιβάλλουνε δηλαδή κάτι αγκάθια γύρω του, κι ενώ ήταν μέσα σ` όλους κι όλοι ήταν μαζί, ήταν μαζί σαν να ’ξερε ότι είναι ολομόναχος, κι υποκλινόταν ολομόναχος, χαμογελούσε ολομόναχος, και σαν να είχε επίγνωση αυτής τής μοναξιάς, αυτό μού φαίνονταν, και, όχι δεν τόν πείραζε, απλώς κάθε φορά που μού υποκλινότανε σαν να ’ταν γύρω του ένας κύκλος, και ένα κενό, και τό θυμάμαι αυτό τό ειρωνικό τό συνωμοτικό τό γέλιο που είχανε και οι δυο, και όμως : Κάπως οι γραμμές αυτού κατέβαιναν προς τά κάτω, σ` ένα πρόσωπο λεπτό, και τριγωνικό λίγο, κι ευγενικό πολύ, και με μάτια μαύρα μεν, αλλά που μού ’δινε όμως μυστικά τήν εντύπωση μιας περίεργης μιζέριας – κοίτα λέξη που βρήκα τώρα ε ;

Κι ήταν αυτό τό ανεξήγητο χαμόγελο τού μυστικού που είχαν αναμεταξύ τους, που μέ μπέρδευε : Σαν, λέγοντας τό όνομά του ο ένας, κι ακούγοντας τό όνομά του ο άλλος, νά ’λεγαν κάτι άλλο ταυτοχρόνως και οι δυο : τό όνομα δεν τέλειωνε, δεν έκλεινε, ήταν σαν, γύρω από τό όνομα, να φουρφούριζε μία σιωπή, ένα κενό γεμάτο ταυτοχρόνως με κάτι που μπέρδευε : καθόταν η συνωμοσία λες πάνω στο όνομα, κι αυτό ήταν τό πιο εμφανές που γινότανε : Τό όνομα ήταν αυτό λες που είχε τή μυστικότερη και μεγαλύτερη σημασία, και δεν μπορούσα να τό καταλάβω τότε αυτό –)

Εγώ μεγάλωνα λοιπόν και τό όνομα έμενε ίδιο φυσικά στους γάμους, και τό θυμάμαι, κι όλα γίνονταν συνέχεια ίδια, κι η υπόκλιση ήταν ίδια και τό όνομα συνέχεια έμενε στο κενό, κάτι με δέντρα και κλαδιά. Λες κι είχαν σημασία δηλαδή ειδικά τότε τά κλαδιά –

Κι ύστερα, έπαψα πια, από μια εποχή και πέρα να πηγαίνω. Γίναν οι ανταρσίες, ώσπου ψηλώνοντας και άλλο, εκεί στα δεκατέσσερα περίπου τούς είδα μια φορά που ετοιμάζονταν για έναν γάμο κι είπα να πάω, μήπως και τόν δω τώρα ξανά. Καταλαβαίνεις, τώρα πια θα τόν έβλεπα κανονικά : δεν θα έβλεπα δηλαδή αυτόν, θα έβλεπα εκείνον που έπρεπε : έφτασα να τό περιμένω μ` ένα είδος έρωτα, να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι επιτέλους. (Οι άλλοι, ξαφνιαστήκανε, πώς μού ’ρθε ξαφνικά, να θέλω να τούς συνοδέψω και σε γάμο : έγινε κι ένας ψιλοκαυγάς γιατί επέμενα να πάω με μπλουτζήν). (Αυτή θα ’τανε φυσικά η στολή μας τώρα, θα πήγαινα με τήν πιο αντάρτικη στολή για να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι εγώ : τώρα κι αυτός θα καταλάβαινε τή διαφορά απ’ τό μωρό με τά λευκά μεταξωτά, ώς δηλαδή τόν εαυτό μου πλήρως) :

Έγινε φυσικά ένας ψιλοχαμός, με τό μπλουτζήν αποκλειότανε να πάω σε γάμο (κι ούτε που ήξερα και ποιοι παντρεύονταν, τό μόνο που μέ ενδιέφερε ήταν ότι επρόκειτο πάλι, ασφαλώς, εκεί που ως βρέφος ήξερα, θυμόμουνα, ότι πάει πάντα, να πάει πάλι τό ίδιο, και αυτός) όμως με τό μπλουτζήν αποκλειόταν είπανε να μέ δεχτούν στον γάμο – και : άκου με τώρα πονηριά που βρήκα – πήγα στα κατάμαυρα – : έβαλα μαύρα παντελόνια και σακάκια τώρα εγώ – και έτσι, μόνο μαύρο τό σκουφί δεν είχα βέβαια να βάλω – και ήμουνα σχεδόν ερωτευμένη όπως περίμενα για να τού σφίξω πια κι εγώ τό χέρι (να σφίξω δηλαδή τό χέρι τού αδελφού, μέσω αυτού –) κι από τήν αγωνία μου τώρα κιόλας τήν φριχτή τό είπα τού πατέρα μου – είχα μια τέτοια αγωνία μην τόν χάσω – και έγιναν πάλι όλα όπως παλιά, και εκεί στο προαύλιο όπως στεκόμαστε, (ούτε θυμάμαι ποιοι παντρεύονταν) τού είπα μια στιγμή (μ` είχε συστήσει ήδη σε καμπόσους, αλλά όχι πιο ψηλούς πια, ούτε αυτός πια πιο ψηλός από μένα) (με αγωνία που καν δεν βαστιότανε) Θα μού συστήσεις και τόν κύριο Κλάρα ; και μέ κοίταξε σαν συνοφρυωμένος ξαφνικά και απομακρύνθηκε τώρα, και ήρθε έπειτα ξανά μονάχος, και – Δεν είν’ εδώ τό πρόσωπο για τό οποίο ήρθες κυρία έξυπνη, μού είπε βλοσυρά. Και όταν είδε ότι κατάρρευσα, σαν να συμπόνεσε : Θα σέ πάω στην εφημερίδα του μια μέρα άμα θέλεις. Αλλά τί τόν θέλεις ;

Φυσικά και δεν πήγαμε βέβαια. Ούτε και ξέρω τί απέγινε. Τόν ξέχασα κι εγώ – τότε, βγαίνανε ένα–ένα στην επιφάνεια, όλα όσα μάς κατέκλυσαν – διαμορφώθηκε αισίως και η σχετική απόφαση για τά ενγένει συντηρητικά τού όλου στρατού, ενγένει εκείνου και ενγένει τών άλλων, τά ξέρεις. Αλλά τά ’πα για να σού τονίσω αυτό : τόσο μικρή, κι είχα σκεφτεί κάτι σαν τή λέξη μιζέρια για τό πρόσωπό του – απίστευτο, ε ;

Φυσικά, ο άλλος ήταν πιο σωματώδης. Κι ο αδελφός του θα σωζόταν σε μια δεξιά φυλλάδα κι όλοι θα καταλήγαμε τυλιγμένοι σε μια κόλλα χαρτί, νομίζοντας ότι είμαστε ελεύθεροι, αφού τώρα πια κάναμε ό,τι θέλαμε, επιπλέον ζωντανοί : και όλοι παντρεύονται κιόλας ακόμα : κι όλα θα καταλήγανε απλώς για να υποκλιθεί ο αδελφός του σ’ ένα τόσο μικρό τότε κοριτσάκι – Να σού συστήσω αγαπητέ μου, από δω η κόρη μου, και ύστερα σε μένα, με τό χέρι απλωμένο, απείρως πιο ειρωνικά : Ο κύριος Κλάρας από δω. Δε βαριέσαι, θυμάμαι απλώς.

 

(από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»)

 

 

 

 

 

 

 

14 Μαΐου 2018

μαης του ’68 : αντορνο, μαρκουζε / φιλοσοφικα προηγουμενα και παρεπομενα

 

 

 

 

οταν ζεις κατι δεν εχεις ιδεα πότε το κατι συμβαινει οπως οταν εισαι ερωτευμενος δεν ξερεις τι ωρα ειναι – οι χρονολογιες ερχονται μετα θανατον – οπως και οι απλουστευσεις, και τα μεγαλα λογια (που παντα πανε παρεα : ο ερωτας δεν εχει μεγαλα λογια – βρισκεται αλλού) : το 1968 για την ελλαδα ητανε μια φριχτη χρονια, οπου ολα ειχαν σταματησει – ολα ειχαν μολις σταματησει – και τα νεα για τις «ταραχες στη γαλλια» εφταναν απο τις τελευταιες σελιδες των εφημεριδων, κι απο τα πιο μικρα μονόστηλα : αυτα βεβαια για οσους ητανε πολυ μικροι, κι απο τοσο καθωσπρεπει οικογενειες ωστε να αποκλειεται να ’χουνε «νεα απο πρωτο χερι» : τα δικα τους «νεα» θα τα φτιαχαν οι ιδιοι – και οσοι τα φτιαξανε – λιγο αργοτερα : να μεγαλωνανε λιγο ακομα : η ιστορια, ας το ξαναπουμε, δεν κραταει ρολοϊ, το ρολοϊ ειναι στα χερια των ιστορικων – και των καθυστερημενων : τα νεα λοιπον πήγαιναν μπρος–πισω ειχαν αρχισει πριν και συνεχιζοντουσαν μετα, με το μπερκλεϋ, την πραγα, το «γουντστοκ», τις «φραουλες και αιμα» και με τις διαδηλωσεις για το βιετναμ – τωρα διαβαζω (οταν πρωτοαρχισε το κλισε για τη «δεκαετια του ’60» με εκνευρισε, σαν να ’πρεπε να βαλω σε συρταρακια και κουτακια τη ζωη μου) οτι ο «μαης του ’68» αρχισε νωριτερα στη γερμανια παρα στη γαλλια, κρατησε περισσοτερο στην αγγλια, ητανε αλλιωτικος στην αμερικη – σαχλαμαρες : ολα τακτοποιουνται παντα μετα την πυρα, και παντα εχουνε εκεινη τη μυρωδια μικροψυχιας που κουβαλαει μαζι του και το παραμικροτερο αποκαΐδι αντικειμενικοτητας

ο θανατος τού αντορνο τοποθετημενος χρονικώς «μετά», αλλά ανηκοντας θεωρητικώς «μέσα» στη συγκρουση του με τους φοιτητες του στο πανεπιστημιο, τον καιρο των φοιτητικων εξεγερσεων σε βερολινο μπερκλεϋ και παρισι, ειναι κατα τη γνωμη μου ενα απο τα πιο τραγικα γεγονοτα στην ιστορια τής φιλοσοφιας. Οχι γιατι ενας φιλοσοφος επεσε θυμα των εχθρων του, αλλά γιατι επεσε θυμα ακριβως τών «οπαδων» του : αν μπορουν να θεωρηθουν «οπαδοι» μιας θεωριας που γεννησε συνθηματα οπως το «η φαντασια στην εξουσια» ανθρωποι που χαρακτηρίστηκαν, απολυτως ειρωνικα, μαλλον απο παντελη ελλειψη φαντασιας

θα μπορουσε να πει κανεις οτι ο αντορνο (αλλά, τηρουμένων τών αναλογιών, και ο χορκχάϊμερ, και ο μαρκουζε, για να πουμε τούς κυριοτερους τής σχολής) εζησαν μια μαλλον σπανια στιγμη στην ιστορια τής φιλοσοφιας, κατα την οποια αντι να ονειροπολουν για την αποδοχή τής σκέψης τους σε καποιο μακρινο μελλον, ειδαν εν ζωη τη θεωρία τους να «πραγματοποιειται» – ο αντορνο το ειπε ομως με τα δικα του λογια καπως πιο γλαφυρα : «δεν περιμενα ποτέ οτι θα θελαν οι ανθρωποι να πραγματοποιησουν τη σκεψη μου διαμέσου τών κοκτεϊλ μολότωφ»

χοντρικα, και για να μην μπω σε πολλες λεπτομερειες, ο αγαπημενος, τού χορκχάϊμερ, «τεντυ» αρνηθηκε να κατέβη στον δρομο (και «να πεταξει πετρες στα παράθυρα» τού δημοσιογραφικού συγκροτηματος που ειχε εκνευρισει το φοιτητικο κινημα στη γερμανια) (σε μια συνεντευξη του παντως εκεινον τον καιρο ειχε πει οτι δεν θα ’χε αντιρρηση για, τετοιες και αλλες, πραξεις βιας στην ελλαδα – που ειχε τοτε δικτατορια – εννοωντας οτι διαχωριζε βεβαιοτατα τις συνθηκες), και εξαυτού θεωρηθηκε προδοτης (ω τής θείας αφέλειας) προδοτης δηλαδη τής ίδιας του τής φιλοσοφίας, δηλαδη προδοτης τού εαυτου του

τού επεβληθη επι ποινη θανατου (εδω δυστυχως κυριολεκτουμε) λογοκρισια, στην αιθουσα του και στο μάθημά του στο πανεπιστημιο : τού επιτέθηκαν βιαιως λεκτικα, και βάλθηκαν προσφυως και κατι φοιτητριες να τον «προκαλεσουν» γυμνοστηθες (ουδεν καινον υπο τον ηλιον, και οι φεμεν ακομα εχουνε παρελθον) : (στην ιδια συνεντευξη αν θυμαμαι καλα, ο αντορνο δεν διστασε καθολου να δειξει μια ελαφρότατη πικρια ειδικα γι’ αυτο : «να το κανουν αυτο σε μενα, που εχω εκφρασει στη θεωρια μου αυτα κι αυτα για τον ερωτα …»)

τον γιουχαρουν ανηλεως και τον λυντσαρουν ηθικως

ο ανθρωπος συνεπως που, παρατριχα, εξαιτιας και τής σκεψης του, κοντεψε να γινει ψητος απο τους πατεραδες τους, κινδυνευει τωρα απο τα καλόπαιδά τους που γιναν, εξαιτιας ακριβως τής σκεψης του, άνθρωποι κι αυτοι τωρα και φιλοσοφουν. Ο αντορνο κατα τη γνωμη μου αρνειται ουσιαστικα να δει αυτην την πραγματικότητα με αταραξια (αν, ακομα και για τον επικουρο, θα μπορουσε πια κατι τετοιο να ηταν δυνατον). Αρνειται να δεχτει επιπλεον οτι τα καλομαθημενα αυτα μπορει να τον εχουν διαβασει και να τον εχουν καταλαβει. (Ως προς το δευτερο δεν θα ειχε αδικο)

εντουτοις, καταρχας, δεν τα θεωρουσε καλομαθημενα – ιδιαιτερα μετα τη δολοφονια τού φοιτητη μπένο όνεζοργκ απο την αστυνομια διατυπωσε ευθαρσως την αποψη οτι οι φοιτητες ηταν «οι νεοι εβραιοι» στη γερμανικη κοινωνια

αρνειται παντως να δεχτει λογοκρισια για 2η φορα στη ζωη του, στην ιδια τη χωρα του, στην οποια μολις εχει επιστρεψει, ευτυχης που ο φασισμος της εχει ηττηθει. Και οταν βρισκει τον αυταρχισμο μπροστα του υπο το θεωρητικο μαλιστα αλλοθι τής δικης του φιλοσοφιας, αντιδρα και τραγικα και διαλεκτικα ταυτοχρονως : διεκδικει τό δικαίωμά του «να μιλαει μολονοτι δεν γουσταρει να πεταει πετρες» και ζηταει (να προστατεψει το δικαιωμα του αυτο) το κρατος που διαδεχτηκε τον φασισμο ο οποιος τού ειχε αρνηθει το ιδιο δικαιωμα.

το πραγμα επιζηταει βεβαια μυθιστορηματικου μεγεθους διαπραγματευση : αναμεσα στους φοιτητες που καθονται αλαζονικα και κοροϊδευτικα στην καρεκλα του και δεν τον αφηνουν ν’ ανέβη στην εδρα του και να διδαξει, ειναι πρωην αγαπημενοι του φοιτητες. Το γεγονος πως «ο τεντυ» ζηταει απελπισμενα τη βοηθεια μιας (ομολογουμενως αμηχανης – εχουν τραγικη πλακα καποιες φωτογραφιες…) αστυνομιας κανει τον γυρο τού κοσμου σε επιχαίροντα σκανδαλοθηρικα εντυπα, που τασσονται τωρα με το μερος των φοιτητων που θελουν κατα τ’ άλλα να τούς σπασουν τα τζαμια…

κανείς πιστευω δεν περιμενε τη συνεχεια. Παιρνει αδεια και παει με τη γυναικα του διακοπες στην αγαπημενη τους ελβετια, εκει παθαινει ενα εμφραγμα, αλλά εννοει παρ’ ολ’ αυτα ν’ ανέβη ενα βουνο, παθαινει κι ενα δευτερο εμφραγμα, και τελος. Στην κηδεια φιλοι του δεν επιτρεπουν στους πρωην «αγαπημενους φοιτητες» που τωρα προσερχονται (προφανως κεραυνοβολημενοι – δεν ειναι ευκολο να αισθανεσαι δολοφονος – ) να περασουν στον χωρο της ταφής. Υπαρχει μια φωτογραφια με τον χορκχάϊμερ που βασταει κατι χαρτια (προφανως), και διπλα του την γκρέτελ (την γυναικα τού αντορνο στην οποια οφειλουμε εν πολλοις, μην το ξεχναμε, τη «διαλεκτικη τού διαφωτισμού» και γραφτα τού μπένγιαμιν, και η οποια θα επιχειρουσε να αυτοκτονησει αμεσως μετα αλλά ευτυχως (για μάς) θα επιζουσε, θα τακτοποιουσε πληθος γραφτα τού αντρα της και τού μπενγιαμιν επι 24 ακομα χρονια, και θα εφευγε τελειωτικα το ’93) να κατεβαινουν κατι σκαλια και να ριχνουν χωμα στον ταφο του. (Θα ’λεγα οτι ακριβολόγως και καίρια η κορδελα πανω στο φέρετρό του γραφει : «στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας»)

 

 

 

 

 

(η αλληλογραφια με τον μαρκουζε)

με τον μαρκουζε ο αντορνο αλληλογραφησε ειδικα για τα θεματα τών φοιτητικων εξεγερσεων (ο μαρκουζε την εποχη εκεινη ηταν στην καλιφορνια βρισκοταν στο επικεντρο τών «ταραχων» και υποστηριζε το φοιτητικο κινημα εμπρακτα, με κινδυνο αρκετες φορές και της ζωης του). Εξαυτου η αλληλογραφια τους εχει τεραστιο και φιλοσοφικο ενδιαφερον. Πρεπει κανείς να εχει υποψη του παντως οτι ο μαρκουζε ηταν μεγαλυτερος, ειχε διαφορετικες προσωπικες εμπειριες, ηξερε και απο οδοφραγματα (ειχε παρει μερος στην επανασταση τών σπαρτακιστων) και συνεπως η αντιληψη του ηταν (συνοπτικά θα ’λεγε κανεις) πως «και τα κοκτέϊλ μολότωφ» μπορουν να «πραγματοποιησουν τη φιλοσοφία» ενίοτε.

το τελευταιο γραμμα τού αντόρνο στον μαρκουζε πανω σ’ αυτη την υποθεση (η αλληλογραφια διαβαζεται σε λινκ στο τέλος τής αναρτησης, και ειναι στα αγγλικα) εχει ημερομηνια 6 αυγουστου 1969, και τελειωνει με μια υποσημειωση οτι δακτυλογραφηθηκε απο τη γραμματεα του – την ιδια μερα ο αντορνο θα παθαινε την τελικη καρδιακη προσβολη και συνεπως την ωρα που ο μαρκουζε διαβαζε το γραμμα, ο 66χρονος τεντυ πρεπει να ηταν ηδη νεκρος.

απο μια οντως λοιπον μυθιστορηματικη διαπραγματευση που εχει υπαρξει, ανεκδοτη – παραθετω εδω ενα μικρο τμημα – ως μικρο φορο τιμης – οχι στον μηνα μαϊο, και ολους τους αλλους μηνες (οπου παντα κατι συμβαινει) – αλλά στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας

 

 

 

 

(ο αντορνο στην κουζινα)

…δεν νομίζω λοιπόν ότι ζήσανε άλλοτε ποτέ φιλόσοφοι μεγαλύτερη απογοήτεψη απ’ αυτή : γιατί κι ο μπρούνο ακόμα πάνω εκεί στην πυρά με τά κόκκαλα τσακισμένα από τά βασανιστήρια θα μπορούσε (καθώς ούρλιαζε χωρίς να τό θέλει που καιγόταν αργά) θα μπορούσε να έχει εκεί τήν ελπίδα ότι τό μέλλον θα είναι δικό του : (κι ας αργεί και αυτό ακόμα πολύ : ) η μεγαλοφυία του δηλαδή πρέπει να τό ’ξερε κατά βάθος καλά ότι time was on his side και τό ότι οι άλλοι ήτανε out of time με όση δύναμη δηλαδή επί τού παρόντος κι αν είχανε, είμαι σίγουρη λοιπόν ότι ήξερε ο μπρούνο όταν καιγότανε πως τό μέλλον ήταν δικό του και ότι θα τόν αγαπήσουμε και θα τόν καταλάβουμε (κάποιοι) κάποτε πάρα πολύ : όμως τούτοι εδώ όντας με τόν φριχτότερο τρόπο δηλαδή γερμανοί, όντας δηλαδή, κι επιμένοντας να ’ναι, δηλαδή γερμανοί με τόν καλύτερο τρόπο σε μια εποχή που η ζωή τους θα ήταν μοναχά ασφαλής αν ήτανε με τόν χειρότερο, ζήσαν τήν τραγικότερη στιγμή τής φιλοσοφίας ολόκληρης :

δηλαδή τή στιγμή κατά τήν οποία βλέπεις τή σκέψη σου να γίνεται αποδεκτή μ’ έναν τρόπο που σού προκαλεί και σύγκρυο και φόβο και τρόμο και δέος : Και τότε είναι που είναι ακόμα πιο δύσκολο να διατηρήσεις τήν κριτική σου ματιά προς τά πράγματα και να πεις Στο μέλλον θα μέ καταλάβουν καλύτερα : Πώς να τό πεις όταν τό μέλλον έχει ήδη έρθει επί τού παρόντος ολόκληρου, και πώς να ελπίσεις ότι θα έρθει ένα άλλο μέλλον τότε επί (τούτου) τού μέλλοντος

– αν και ελπίζω ότι μπορεί να κατέφυγε σε αυτή τή σκέψη και εκείνος πριν να πεθάνει κι αυτός δηλαδή – αν και ο τρόπος που πέθανε (και τό ίδιο τό γεγονός ότι πέθανε, χωρίς βέβαια να τόν σκοτώσει τυπικά και κανείς) δείχνουνε άλλα : και τό μόνο που μού μένει εμένα να ελπίζω τώρα είναι να πάνε στην κόλαση αυτοί όλοι που τόν σκοτώσανε : να είναι τώρα σ’ αυτήν τήν ωραία τους κόλαση καθισμένοι απέναντι από τήν τηλεόραση, και με τίς παντόφλες τους – γιατί τόν σκοτώσαν, και είναι από κείνους τούς φόνους όπου δεν πέφτει ξύλο κι όπου όλα είναι αθώα και καθαρά και αγνά κι ασφαλή : κι αυτοί είναι οι χειρότεροι και οι πιο βρώμικοι φόνοι γιατί δεν λερώνεις ούτε τά χέρια σου ούτε τό πουκάμισό σου ούτε τά πόδια σου ούτε και τά παπούτσια ή τίς κάλτσες σου, αλλά μόνο τό στόμα σου και τή γλώσσα σου έχεις λερώσει, και τό μυαλό σου ολόκληρο, αλλά εκείνα δεν φαίνονται κι έτσι είσαι αθώος, κι όχι μόνο αθώος αλλά και οπαδός :

 

 

 

 

 

Τή φαντάζεσαι τότε τή θλίψη του ; (γύρισε και είπε ειδικά στη Μάχη κοιτώντας την : ) τή φαντάζομαι εκείνη τή θλίψη και παθαίνω κατάθλιψη, πρόσθεσε. Και παθαίνω κατάθλιψη πιο πολύ γιατί τρέμω τήν ιδέα που ξαφνικά μού καρφώθηκε, (όταν τό σκέφτηκα για πρώτη φορά τότε αυτό), ότι κατά πάσαν δηλαδή πιθανότητα (γιατί δεν φαντάζομαι ούτε κατά διάνοιαν ότι θα ’μουν εγώ η τυχερή κι η εξαίρεση – και αυτή είν’ η φρίκη μου) κατά πάσα δηλαδή πιθανότητα, εκειπέρα με τά κωλόπαιδα αν ήμουν κι εγώ, θα ’μουν ίσως κι εγώ τό ίδιο ηλίθια : μή σού πω ότι μπορεί να ’χα και τή βλακώδη ιδέα να ξεπροβάλω και η ίδια μπροστά του γυμνή : έχει μια βλακώδη φυσικά γοητεία όταν είσαι μικρή να τά βάζεις με όλους κι όποιον πάρει κατόπιν ο χάρος, δεν τούς δικαιολογώ δηλαδή αλλά σκέψου κι αυτούς : έπρεπε να δείξουν κάπου κι αυτοί ότι επαναστατούν δηλαδή, κι ότι ξέρουν τί κάνουνε, κι ότι είναι σκληροί, χωρίς να ’χουν συμπόνοια ή ευγνωμοσύνη καμμιά : έχετε προσέξει ότι (μέχρι τώρα) στην επανάσταση η κακία περνιέται για φοβερή καλοσύνη ; (είπε και σκούπισε τά χέρια της)

που όμως δήθεν δεν φαίνεται ; διότι εκεί υπάρχει δήθεν ας πούμε και ένα μυστήριο ; διότι έχουμε ανάγκη δήθεν κι εμείς από ένα μυστήριο ; είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι για να γίνουμε διαλεκτικοί θα περάσουν αιώνες παιδάκια μου, και ορίστε η φρίκη μας : είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι, και αυτό μέ τρομάζει : γιατί είμαστε ό,τι κι οι άλλοι ακόμα, και γινόμαστε ίσως μονάχα η φόδρα τους, και φαινόμαστε ίσως από τήν ανάποδη, και η φαντασία θ’ αργήσει να πέσει στο πιάτο μας και στα κεφάλια μας : και δεν βγάζω τόν εαυτό μου απέξω κι εγώ, είπε, (όπως βλέπετε) έχω υπάρξει ηλίθια κι εγώ, όμως έλεος πια, πιθανόν δηλαδή εγώ τότε αυτόν ειδικά και να τόν λυπόμουνα : αλλά δεν λυπάμαι πια σήμερα αυτούς, κι αυτό μόνο και μόνο γιατί δεν βγήκε ούτε ένας να ζητήσει συγνώμη, κι είναι όλα αυτά τά κωλόπαιδα κρυμμένα και προστατευμένα εκεί στο σπιτάκι τους και κοιτάνε φορώντας τίς καρώ παντόφλες τους τήν τηλεόραση κι όχι πλέον κωλόπαιδα πια αλλά σχεδόν και κωλόγεροι και με τίς καριέρες τους και δεν ξέρουνε τίποτα πια, δεν θυμώνται ή δεν ξέρουνε τίποτα για τόν φόνο αυτοί πια

διότι προσέξτε (είπε, και μάς κοίταξε τόσο καλά που για λίγο σταματήσαμε να πλένουμε πιάτα) αν ο νίτσε μες στην απελπισία του ξεφούρνισε (αν τό ξεφούρνισε κιόλας έτσι ακριβώς, διότι έχει γίνει τόσο διάσημο που εγώ τό συχαίνομαι) ότι εκείνο που δεν τόν σκοτώνει τόν δυναμώνει, έπεσε έξω και εκείνον νά που τόν σκότωσε : αυτό που δεν τόν σκότωσε, νά που τόν σκότωσε

όμως εκείνος ο μικρούλης ο τέντυ (όπως τόν λέγανε) (οι φίλοι του δηλαδή εννοώ) (μονάχα δηλαδή ο χορκχάϊμερ επιτρεπότανε, αλλά εκείνος μπορούσε μια κι ήτανε ο φίλος του και τόν αγαπούσε, να τόν αποκαλεί δημοσίως να πούμε δηλαδή έτσι), εκείνος ο τέντυ ούτε κατά διάνοιαν δεν σκοτώθηκε από τίς γυμνόστηθες, θα ’ταν ηλίθιο (πρόλαβε απλώς και είπε σε μια του συνέντευξη «δεν ντραπήκαν να τό κάνουν αυτό σε εμένα» φυσικά και τόν πείραξε, αφού θα τόν πείραζε κάθε τι βλακώδες αν ερχόταν στα μάτια του (ήταν και αριστοκράτης πολύ καταβάθος και η κακογουστιά ασφαλώς θα τόν πείραζε)) σκοτώθηκε όμως μόνο όταν τού απαγορέψαν ξανά να μιλάει : ποιανού ; αυτουνού : και ποιοι ; οι γιοι τών μπαμπάδων τους : εκεί ένιωσε τήν ανάγκη φυσικά να προστατευτεί (μέσω τών μπαμπάδων) απ’ τούς γιους τών μπαμπάδων

διότι όταν οι μπαμπάδες κι οι γιοι γίναν ίδιοι και τού απαγορεύαν δηλαδή να μιλάει κι οι δυο, πολύ λίγο τόν ένοιαζε αν οι μπαμπάδες ήταν δηλωμένοι εχθροί και οι γιοι δηλωμένοι οπαδοί : μες στην καρδιά του θα χτύπησε τότε (από απελπισία και θυμό) μια καμπάνα που θα είπε περίπου τά εξής :

ε, για σταθείτε λιγάκι, για μία στιγμή : μονά–ζυγά δικά σας εσείς συνεχώς θα τά έχετε ; και η χώρα αυτή θα είναι μόνο δικιά σας ακόμα ; κι εγώ θα ’μαι συνεχώς στο δικό σας τό έλεος ; κι αυτή δεν θα είναι ποτέ η δικιά μου η χώρα ; ούτε τώρα ακόμα ; επί μπαμπάδων σας εγώ στη σιωπή, και επί υμών ξανά στη σιωπή ; κι έτσι στράφηκε να προστατευτεί : από τούς μπαμπάδες ξανά : και δεν ήταν αστείο αυτό, ούτε αυτή τή φορά :

εγώ ναι, είμαι σίγουρη ότι αυτό που τόν θύμωσε δεν ήταν μόνο ο φασισμός αυτονών να τού πάρουν τήν αίθουσα και τή θέση του και να μην τόν αφήσουν να μιλήσει ούτε να κάνει τό μάθημα – που κι αυτό θα ’ταν λόγος δηλαδή αρκετός για έναν τέντυ που μόνο για κείνο τό μάθημα κινδύνεψε πριν από λίγα χρόνια από τούς μπαμπάδες τους να γίνει ψητός, και για έναν τέντυ εξαιτίας τού οποίου (εξαιτίας μ’ άλλα λόγια τής σκέψης του) οι γιοι τών μπαμπάδων είχαν τήν άνεση να ξυπνήσουν και να κάνουνε ότι διαφέρουνε από τούς μπαμπάδες τους τώρα αυτοί :

φυσικά όλ’ αυτά θα ’ταν λόγος πολύ αρκετός, αλλ’ αυτό που (πιστεύω εγώ) (είπε, κοιτώντας μια στιγμή τό ταβάνι) πιο πολύ τόν σακάτεψε τόν μικρούλη τόν τέντυ που ’χε πια μεγαλώσει και γεράσει και φυσικά κουραστεί ήταν κάτι που η καμπάνα αυτή στο αυτί τού ψιθύρισε μόνο (γιατί δεν τολμούσε αυτό να τό φωνάξει παρά μόνο στ’ αυτί) : γιατί μόνο εκείνο τόν πλήγωνε ίσως πολύ πιο πολύ : γιατί εκείνο τόν πλήγωσε δηλαδή, και στο τέλος, και στη μέση, και στην αρχή : τά κωλόπαιδα, τίποτα δεν καταλάβανε ! τά κωλόπαιδα, δεν είχαν έλεος ! τά κωλόπαιδα, σαν τούς μπαμπάδες τους, τό ίδιο ανήλεοι ήταν κι αυτοί ! (Γιατί φυσικά εκείνος δεν θα μπορούσε, δεν θα καταδεχόταν ποτέ να τό πει ούτε και στον εαυτό του τό επιχείρημα, που μπορούμε όμως και τό λέμε εμείς : η φαντασία τούς μάρανε ! η φαντασία στην εξουσία τού εαυτού τους τούς μάρανε)

διότι αλήθεια τί θα πει φαντασία ; (είπε) : τό ’χετε άραγε ποτέ σας σκεφτεί ; είναι άραγε αλήθεια η φαντασία τό αντίθετο μοναχά τής βλακείας και αυτό είναι μόνο ; (Φαντασία θα πει, είπε η άλλη, βγάζοντας τά χέρια από τίς τσέπες τού σακκακιού της και ξεκολλώντας από τό κούφωμα που ακουμπούσε τής πόρτας, να καταλάβεις ότι πεινάμε) (τό ξέρω, είπε πολύ βιαστικά και απότομα λίγο, αλλά προηγουμένως πεινούσαμε επίσης και δεν μάς λυπόσουνα ούτε εσύ)

λοιπόν, εν ολίγοις, πιο πολύ μ’ ενοχλήσαν εμένα οι φωτογραφίες από τήν κηδεία : η ερήμωση, η θλίψη τού άλλου που πήγε με τά χαρτιά του στο χέρι λες και κρατιόταν ακόμα από τά χαρτιά που τούς ένωναν, η ερήμωση τής γυναίκας που τού ’χε (λυσσώντας και προστατεύοντας περισσότερο αυτόν απ’ ό,τι τήν εαυτή της τήν ίδια) αφοσιωθεί, η ερήμωση εκείνων τών δυο δηλαδή πλάϊ–πλάϊ κατεβαίνοντας μετά τήν κηδεία, τά σκαλιά : κι ύστερα μια άλλη φωτογραφία με τήν ερημιά τού προαύλιου μακρυά απ’ τόν κόσμο πιο πέρα και πιο έξω από τό τοιχαλάκι όπου χωρίς να μπορούμε ν’ ακούμε δηλαδή τίς κουβέντες τίς βλέπουμε όμως, απειλητικά να αιωρούνται (και με πόση ένταση και σπαραγμό και μετάνοια αλλά τόσο αργά τώρα πια) από τούς φοιτητές τούς αγαπημενους και τούς οπαδούς : που επεδίωξαν να βρεθούνε στην τελετή (και που οι άλλοι βέβαια και καλά κάνανε, δεν τούς αφήσανε) :

 

 

 

 

πόσο θα ’θελα να ’ξερα τώρα πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα (και που δεν έχουν κάνει ούτε ένα στο εκατομμύριο από ό,τι και κουράστηκε κι έκανε ή σκέφτηκε αυτός) πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα να πετάνε πετρούλες σε διαδηλώσεις ή τίς βλέπουνε άραγε με τίς παντόφλες τους τυλιγμένοι αυτοί στις κουβέρτες τους από τήν τηλεόραση μες στα σπιτάκια τους ; με τ’ απαίσια έπιπλα κι αν τούς περνάει ποτέ, όπως είναι νεκροί ζωντανοί, από τό μυαλό :

«εγώ ο ασήμαντος ο αστός ήμουν κι εγώ μια φορά φοιτητής και μάλιστα σκότωσα έναν φιλόσοφο ; τί σπουδαίος που είμαι ; γιατί τόν ανάγκασα να κάνει ακριβώς εκείνα τά πράγματα που δεν τά ήθελε ; και να φέρει και τήν αστυνομία στο αμφιθέατρο για να μπορέσει να μάς μιλήσει ξανά ; κι από τή λύπη του ύστερα πήρε μια άδεια και ύστερα πήγε στο σπίτι και πέθανε ; κι επομένως εισήλθα κι εγώ στην αθανασία για μία φορά ; και στον κόσμο επίσης και τής επανάστασης, όχι με τή φαντασία μου βέβαια όπως νομίζαμε, αλλά με τή βλακεία μου σίγουρα για μία φορά ; τί σπουδαίος που είμαι ; και πόσο περήφανος που δεν έχω πάει δηλαδή να πνιγώ ;

και έχω ένα σπίτι και κάθομαι ; και είμαι στα χρόνια του και ίσως βλέπω τώρα πια τηλεόραση ; Ναι ίσως κάπου υπάρχουνε ακόμα ελάχιστοι που θα θέλανε να τόν έχουν για χρόνια ακόμα μερικά ζωντανό : Να τούς πει αυτονών αυτός κι άλλα : Ίσως να ’χε ακόμα να γράψει και άλλα : Εξαιτίας μου όλα αυτά όμως νά που δεν γίνανε : Είμαι πρόσωπο ιστορικό επομένως κι εγώ».

βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

η λεζαντα της φωτογραφιας στον ευτυχη αστικο τυπο :

την περασμενη τριτη οι φοιτητες εμποδισαν, με συμβολικες τρυφεροτητες [ οι ευγενικες εφημεριδες εννοουν εδω οτι καποιες φοιτητριες τρεξαν να του «επιτεθουν» γυμνοστηθες ], τον «στοχαστη και καθοδηγητη φιλοσοφο» του αριστερου φοιτητικου κινηματος τεοντορ β. αντορνο, 65 χρονων, να μπει στο αμφιθεατρο VΙ του πανεπιστημιου της φραγκφουρτης προκειμενου να συνεχισει τις παραδοσεις τού μαθήματός του «εισαγωγη στη διαλεκτικη», αφου πρωτα σκόρπισαν στην αιθουσα φεϊγβολαν που εγραφαν «ο αντορνο ως θεσμος ειναι νεκρος».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

απο την τελευταια (στην κυριολεξια) αλληλογραφια αντορνο–μαρκουζε, της οποιας τον συνδεσμο  υποσχεθηκα στην αναρτηση, και η οποια θα αξιζε (ειρησθω εν παροδω) να μεταφραστει καποια στιγμη ολοκληρη – δεν θα ’ταν μεγαλο σε εκταση το βιβλιαρακι, αλλά σε σημασια θα ’ταν τεραστιο, οπως ειπα παραπανω ακομα και απο φιλοσοφικη σκοπια – (εδω οι αγγλοι παραθετουν την αλληλογραφια μεταφρασμενη απο τα γερμανικα) :

τα τελευταια λογια στο τελευταιο γραμμα του αντορνο προς τον μαρκουζε

(μπορειτε να προσεξετε – περα απο το (σπαρακτικο) «οπως σού ειπα χερμπερτ και στο τελευταιο γραμμα μου, πρεπει να ’χεις υποψη σου οτι ο τεντυ διανυει τα μαυρα του τα χάλια (θα στο επιβεβαιωσει και ο μαξ) : ώς τα μεσα του αυγουστου εσυ θα ’χεις ζησει την πληρη αναρρωση, και χαιρομαι γι’ αυτο, αλλά εγω δεν θα ’χω ζησει καμιά» – ριξτε μια ματια και στην τελευταια του αποστροφη για τον «κοκκινο ντανυ» – πόσο διορατικη θα ελεγα) :

… Herbert, I really cannot come to Zurich or Pontresina. As I indicated in my last letter, you really do have to reckon with a badly damaged Teddie, as Max will confirm. By the middle of August you will already have an ample convalescence behind you, and I am glad for you; but I will not have had mine. However, I think that this rather rationalized egoism is legitimate, and, happily, your sentence about the identity of the distance between Pontresina and Zermatt is reversible. And here, one has, as you well know, infinitely more calm and peace than in Engadin. After all, we came to meet you here. Do you find it so terrible here ever since? And you surely must agree that there is no doubt that we need to talk to each other?—I think that I told you already that I will be in Venice from the 5 to 9 September (Hotel Regina); and here until 27 August.

Warmest greetings, from Gretel and Inge as well.

Yours
Teddie

I have a few things to tell you about Danny–le–rouge: just slapstick comical stuff. That must really have been a loveliness of street battles with him involved. And in Frankfurt he still counts as one of the more humane. Quel monde!

Copied from a hand–written draft
With friendly greetings
(Hertha Georg, secretary)

 

 

 

 

 

σ’ αυτο το βιντεο βλεπετε το 2ο μερος μιας ταινιας
αφιερωμενης στον τεοντορ βιζενγκρουντ αντορνο,
απ’ οπου και τα στιγμιοτυπα που απομονωσα για
χαρη αυτης της αναρτησης

 

 

 

 

 

 

η πανω φωτογραφια ειναι φυσικα τού henri cartier–bresson : η σορβονη κατειλημμενη κατα την εξεγερση του μαΐου και του ιουνιου του 1968

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: