σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 14, 2011

καβάφης, 5 : τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα (: ειρωνικές αυτογνωσίες)

 τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ εδώ και εδώ
.
.
.
.
.

Κάποτε σαν σκέπτομαι και αντιλαμβάνομαι δύσκολες έννοιες, και σχέσεις, και συνέπειες πραγμάτων και μέ πιάνει μια ιδέα που άλλοι δεν είναι εις θέσι να σκεφθούν και να νοιώσουν αυτά σαν και μένα· αυτό μέ κάμνει «uncomfortable». Γιατί αμέσως μέ περνά απ’ τόν νου· Τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα, και μήτε ν’ ακούομαι πασίγνωστα, μήτε ν’ ανταμείβομαι. Και τότε η ιδέα που ίσως απατώμαι, και βρίσκονται κι’ άλλοι πολλοί που σκέπτονται έτσι μεγάλα και ορθά μέ ανακουφίζει. Τί πράγμα λοιπόν που είναι τό Συμφέρον, ή η Επιθυμία τής Αμοιβής! Πιο μέ ανακουφίζει η ιδέα να είμαι ίσος με πολλούς· παρά να είμαι ανώτερος και να στερούμαι τής αμοιβής μου. 

3 ιανουαρίου 1907 (καβάφης 44 χρόνων)

.

.

.

σημείωση :

   ο καβάφης ήξερε οικονομικά – έπαιζε και στο χρηματιστήριο – τά λίγα που έβγαζε από τήν προσωπική του εργασία ως δημόσιου υπάλληλου (στην αγγλική εταιρεία ύδρευσης τής αλεξάνδρειας)
   δεν αντέχω εδώ τόν πειρασμό να επισημάνω ότι δεν ήτανε μόνιμος ανανέωνε δηλαδή τή σύμβασή του κάθε λίγο και λιγάκι, κι αυτό οικειοθελώς, διότι είχε αποποιηθεί από πολύ νέος τήν αγγλική του υπηκοότητα (τήν οποία είχαν δικαιωματικά όλοι οι καβάφηδες)
   μ’ αυτόν τόν τρόπο δεν πήρε και σύνταξη όταν έφυγε (πολύ ευχαριστημένος όμως που παράτησε αυτόν τόν εφιάλτη) αλλά γι’ αυτό πρέπει να κάνω μάλλον άλλη ανάρτηση
   (οι καβάφηδες ήταν πλούσιοι μεγαλέμποροι και μεταπράτες αλλά, μετά τόν θάνατο τού πατέρα, τά οικονομικά τής οικογένειας πήγαν κατά διαόλου
   σίγουρα, ο καβάφης, εκτός από τό ότι ήξερε αρκετά οικονομικά για να τά βγάλει πέρα (αξιοπρεπώς) στη ζωή του (και να χρηματοδοτεί και τίς εκδόσεις του), τά θεωρεί άξια και για ποιητικές μεταφορές – θυμάμαι τώρα τό «εγώ στην τράπεζα τού μέλλοντος επάνω πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω»)

 

   καλές διακοπές ιουλίου αυγούστου και σεπτεμβρίου – για όσους δεν έφυγαν ήδη – εγώ θα ’μαι και κοντά και μακριά αλλά μάλλον θ’ αργήσω να ξαναγράψω
   ο καβάφης είχε πει ότι αγαπούσε ιδιαίτερα τόν αύγουστο – εξάλλου ποιος δεν θυμάται και τήν αναφορά τού μήνα αυτού στο «μακρυά»; («εκείνη τού αυγούστου – αύγουστος ήταν; η βραδυά» –)

.

.

.

 

.

.

.

.

.

  

Advertisements

Ιουλίου 11, 2011

καβάφης, 4 (+ ρεμπώ + σολωμός): τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί (: σημειώσεις και καταστροφές)

  τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ και εδώ

 

 
.
.

Δυνάμωσις 

.

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει,
αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη
και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

(από τά κρυμμένα ποιήματα 1877; – 1923) (καλύπτουν δηλαδή μια περίοδο τού καβάφη από τά 14 ώς τά 60 του χρόνια)

.

 

   σ’ αυτό δίπλα τό ποίημα βρέθηκε η σημείωση :

.

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

.

   ο καβάφης έβαλε μια τέτοια επισήμανση δίπλα (τήν κόλλησε με συνδετήρα από πάνω δηλαδή) σε 11 συνολικά ποιήματα

   γραμμένη κάποτε και στ’ αγγλικά, ως :

.

not for publication but may remain here

.

   είναι βέβαια μεγάλη συζήτηση τό γιατί δεν τά θεώρησε κατάλληλα για έκδοση : τά ποιήματα αυτά δεν ανήκουν στα «πρωτόλειά» του, και μερικά είναι εξαιρετικά – αλλά φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τά εντάξει στον γενικό του σχεδιασμό (εδώ έχει γίνει μια πολύ πρωτότυπη δουλειά από έναν έλληνα καβαφιστή – για τήν οποία θα γράψω άλλη φορά – αν μέ αφήσει – γιατί τό έργο είναι ανέκδοτο) 

   όμως κάτι άλλο εμένα μ’ ενδιαφέρει τώρα εδώ : δυο πράγματα μάλλον (ως πρόχειρες παρατηρήσεις) :

   (1) : τό ένα είναι η σχέση τού περιεχομένου τού ποιήματος με τήν αναρχία και τήν ιδέα τής καταστροφής :

   ο ρεμπώ έχει ήδη γράψει για τήν έλλειψη κάθε είδους σεβασμού ή αποδοχής προς τούς  «προκατόχους» – πάλι σε συνδυασμό με τή λέξη σπίτι (στο γράμμα προς τόν δάσκαλό του demeny) :

.

εξάλλου οι νεοεισερχόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να καταριώνται τούς προκατόχους : είναι κανείς στο σπίτι του και έχει καιρό

 rimbaud 1871 (17 χρονών)

.

  

.

   δεν είμαι προσωπικά οπαδός τής παλιάς «κλασικής» άποψης ότι η αναρχία είναι πάνω απ’ όλα καταστροφή : για μένα τό πρωτεύον στοιχείο τής αναρχικής συνείδησης είναι ο έρωτας (έρωτας και για τόν έρωτα και για τήν ελεύθερη ελευθερία (κατά τή διατύπωση επίσης τού ρεμπώ)). Όμως νομίζω ότι υπάρχει μια όψη τής καταστροφής (κάθε καθιερωμένου και ιερού) που διατρέχει τόν ίδιο τόν πολιτισμό, όχι μόνο σε κάθε φάση τών μεγάλων ταραχών και αλλαγών στον πλανήτη μας (αυτό είναι λίγο–πολύ γνωστό), αλλά και σε κάθε βήμα τής (μεγάλης) τέχνης : όταν ο ρεμπώ λοιπόν διεκδικεί τό δικαίωμα να καταριέται όλους τούς προκατόχους του (είναι 17 χρονών, και προηγείται ασφαλώς) δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τόν καβάφη με τό (σίγουρα ειρωνικότερο, καθότι μετριοπαθέστερο) τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμιστεί : αν έχει καμιά σημασία να ασχοληθούμε τελικά με τίς ηλικίες : ο ρεμπώ είναι πολύ νεότερος από τόν καβάφη γενικά όταν γράφει (ο καβάφης γεννήθηκε τό 1863 και ο ρεμπώ τό 1854, έχουν δηλαδή 9 χρόνια διαφορά – και υπάρχει και η επιπλέον διαφορά που οφείλεται στο ότι ο ρεμπώ έγραψε και τέλειωσε τό έργο του ώς τά 19, και ο καβάφης άρχισε τό καθεαυτό του έργο μετά τά 30) 

   όμως η ιδέα και τών δύο ότι ουσιαστικά γκρεμίζουν τά πάντα για να φτιάξουν τό έργο τους, κατά τή γνώμη μου δεν αφορά μόνο τήν τέχνη – η ιδέα ότι τό σύμπαν ολόκληρο ως παρελθόν αξίζει μια απόρριψη ή μια κατάρα ή πρέπει να γκρεμιστεί, απεικονίζει θαυμάσια τήν ίδια τή στιγμή όπου ο «πολιτισμός» μας ενοποιείται, και η αναστολή τής βαρβαρότητας κρέμεται εξίσου από τίς χειρόγραφες (ή τυπωμένες) σελίδες κάποιων μελών αυτής τής κοινωνίας – τά οποία ο πολιτισμός αυτός (αφού τούς κάνει πρώτα τή ζωή πατίνι) θα περιλάβει αργότερα χωρίς ενοχές και στα «ιερά» και «καθιερωμένα» του – : ίσως γιατί αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό μας έχει τίς ίδιες αντοχές, τίς ίδιες αντιφάσεις, και τήν ίδια σατανική ευελιξία να ξεπερνά τίς αντιφάσεις του, με ό,τι στην φιλοσοφία θα ονομαζόταν κάποια στιγμή κεφαλαιοκρατία : σίγουρα κάποια απ’ αυτά τά κεφάλαια μπορούν να λειτουργούν (ακόμα και καταχωνιασμένα στις αποθήκες) ακόμα πάντως ως πυριτιδαποθήκες…

.

.

   (2) marginalia : τό δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ένα παράλληλο γεγονός που πολύ μ’ αρέσει να τό σκέφτομαι – παράλληλο δηλαδή σχετικά με τίς σημειώσεις στο περιθώριο και με τίς επίσης ασεβείς συνήθειες ενός άλλου έλληνα ποιητή :

   γιατί και ο σολωμός όπως ξέρουμε συνήθιζε να γράφει στο περιθώριο τών δοκιμών του (τά περισσότερα από τά ποιήματα (και τά πεζά του) που έχουμε αποτελούν ως γνωστόν «ημιτελείς» δοκιμές) διάφορα, άκρως διασκεδαστικά κιόλας μερικές φορές (αν θελήσουμε να αγνοήσουμε τήν καλλιτεχνική απόγνωση που ασφαλώς τά συνόδευε) όπως, ας πούμε :

.

σκατά

.

   : αν προσέξετε τήν φωτογραφική αναπαραγωγή τού χειρόγραφου που βρίσκεται παρακάτω (είναι από τή Γινέκα τής Ζάκιθος, ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» όπως συνηθίσαμε να τό μεταγράφουμε – έτσι όπως μεταγράφουμε κατά (κακόν) κανόνα και όλο τό σολωμικό έργο – πράγμα τό οποίο δείχνει και ασέβεια και περιφρόνηση (προς τόν καλλιτέχνη) από τή μια, και απ’ τήν άλλη βαθειά επίσης γλωσσική ανασφάλεια… – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο κρίσιμο και εξόχως σημαντικό για ολόκληρη τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική ενδοχώρα) : επάνω αριστερά λοιπόν, δίπλα στο κείμενο ξεχωρίζει νομίζω ευκρινώς η λέξη σκατά : (λέξη που ο σολωμός τήν χρησιμοποίησε κάμποσες φορές για να περιγράψει κομμάτια τής δουλειάς του (μαζί με άλλες σημειώσεις (πολλές φορές και στα ιταλικά) που βρίσκουμε στα αυτόγραφα έργα του))

.

.

 

   δυστυχώς δεν μπορώ αυτόν τόν καιρό να σκανάρω η ίδια από αυτόν τόν τόμο – που τόν απόκτησα πάμφθηνα πριν κάμποσα χρόνια βγάζοντάς τον απ’ τή σκόνη τής αποθήκης κάποιου βιβλιοπωλείου στη σόλωνος : (ήταν τόσο ανέλπιστα μεγάλη και η τύχη και η χαρά μου, που πήρα τότε τούς δυο τεράστιους δερματόδετους τόμους* όχι μια αλλά τρεις φορές : για δώρο και στον εαυτό μου, και σ’ έναν φίλο ποιητή, και στον πατέρα μου – εξαιτίας τού οποίου άλλωστε μεγάλωσα με τήν εικόνα τού σολωμού μες στα μούτρα : έχω ακόμα πάντα μπροστά μου έτσι αυτόν τόν βλοσυρό κύριο φίλο τού μπαμπά που έβλεπα από μικρή (ντυμένον στα μαύρα και με τό μικρό χεράκι του κάτασπρο πάνω στο στήθος) – όπως θυμάμαι εξάλλου και τούς στίχους από τόν «κρητικό» με τούς οποίους μέ κανάκευε (και έχω βάλει γι’ αυτό και μια μικρή αυτοβιογραφική παρεμβολή (καταλλήλως μεταλλαγμένη για τίς ανάγκες τού μυθιστορήματος) στην «έκθεση βαθυτυπίας» : τέλος οι αναμνήσεις) :  κι ήμουνα λοιπόν σίγουρα κωμωδία όπως περπάταγα μ’ αυτό τό βάρος). Έτσι σήμερα παίρνω για εδώ ό,τι βρίσκω από τό χάος τού web (και ευτυχώς βρίσκονται πάντως αρκετά πράγματα) 

   ας πω επιπλέον ότι αυτή η φοβερή δουλειά για τήν έκδοση τών αυτόγραφων τού σολωμού (όπως είπα είναι 2 τόμοι, ο πρώτος με φωτοτυπημένο όλο τό αρχείο και ο δεύτερος με τήν τυπογραφική του μεταγραφή) έγινε στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964 από τόν (χαλκέντερο πρέπει να υποθέσουμε) καθηγητή λίνο πολίτη

   σήμερα εκείνη η (πολύ μεγάλου σχήματος, και πανέμορφη) έκδοση δεν υπάρχει πια : βλέπω ότι έχει γίνει ανατύπωσή της από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας, αλλά απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει «σπάσει» σε πολλούς, μικρότερους, τόμους.

* λίνου πολίτη «διονυσίου σολωμού αυτόγραφα έργα, τόμ. α’ : φωτοτυπίες, τόμ. β’ : τυπογραφική μεταγραφή» / επιμέλεια – σημειώσεις : λίνος πολίτης / αριστοτέλειο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 1964 /

.

.

.

μια ιδέα για τά αυτόγραφα τού σολωμού, όπως υπάρχουν εκδομένα σήμερα, εδώ και εδώ

ένας γοητευτικός πάντως κατάλογος χειρογράφων τού σολωμού on line βρίσκεται εδώ

τά χαρακτικά τού david hockney (Illustrations for Fourteen Poems from C P Cavafy / 1966–1967) εδώ

η επίσημη σελίδα τού hockney

και τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού

.

.

.

.

.

     

Ιουλίου 5, 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

Ιουνίου 18, 2011

michel de montaigne: περί βίας ή περί ρατσισμού, περί αγριότητας και πολιτισμού (και ένα καινούργιο βιβλίο)

 

      

.
.

   όταν ο μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω–κάτω χρόνια : η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε μάλιστα όταν ο ίδιος ήταν στην ωριμότητά του, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων : κατά σύμπτωση (;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά «δοκίμια» (αν δεν τό ξέρετε, είναι δικιά του η λέξη – και τό είδος…)

   ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο–θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη : οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν – για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια – μια απειλή πάνω απ’ τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα

   ο μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592 : οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν τζορντάνο μπρούνο – αυτό δεν τό έζησε ο μονταίνιος αλλά ούτως ή άλλως (πρέπει να) τό φοβόταν και για τόν εαυτό του συνέχεια : τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά, κι έτσι έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του – απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του : αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια – άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του : ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες φαίνεται διαβάζουν πολύ γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν ιουλιανό – τόν γνωστό μας αποστάτη – αλλά και γιατί εξέφρασε μια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι’ αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση : τό βιβλίο του πήγε δηλαδή πολύ καλά από εμπορική άποψη – τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη)

   τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών απαγορευμένων μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640 : μιλάμε για τήν περίφημη αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε «αναγέννηση» (με τόσο καμάρι) επειδή σ’ αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ’ όλα (πρέπει να) μάς ενδιαφέρει

   υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει και τή χυδαιότητα και τή φρίκη : Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι – πάντοτε – οι άλλοι : όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε – αν τόν ξεπεράσουμε – μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε : ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που ψυχορραγούσες οικτρά : όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης : και τά λοιπά

   βέβαια η βία προϋπήρξε τής αναγέννησης (και ξέρουμε ότι συνεχίζεται και μετά απ’ αυτήν), θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας – τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός – τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω : Αυτό λοιπόν με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας – φιλόσοφοι – συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία – και ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της – είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού : η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία (κάπου, δεν θυμάμαι πού) τό έθεσε ο χορκχάϊμερ δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους «άγριους» : κατά σύμπτωση λοιπόν, μια από τίς ωραιότερες – και πρωιμότερες – υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα και τόν κανιβαλισμό – τόν οποίο όμως, συγκρίνοντας, τόν θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του : τό δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικό :

   είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς

   και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τής (πολιτισμένης) βίας, τών βασανιστηρίων, και εντέλει τού (πολιτισμένου) ρατσισμού :

 

michel de montaigne : essais [michel eyquem
όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα :]
για
τούς καννίβαλους

.

 

.

   φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ’ τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ’ όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα

   γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα – όμως τά σχολιάζουν : και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία : δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν – και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν

   λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ’ αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ’ αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του : πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /…/

   κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /…/ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /…/ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς

   αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ’ αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ’ τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ’ τούς δικούς μας : διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /…/

.

     

.

   δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες : όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /…/ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς

   όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /…/ Υπάρχει κάποιος απ’ τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ’ όλους μαζί /…/ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα : τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο

   ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους : αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα : τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους

   αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ’ όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ’ τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /…/ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /…/ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ’ αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /…/

   δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ’ τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ’ ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ’ τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ’ τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει

   μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ’ όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα

   η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ’ τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή : δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του – «si succiderit, de genu pugnat» *– όποιος, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ’ ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη : σκοτώνεται, δεν νικιέται.

   Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

   Γι’ αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν’ αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών

.

  

.

   έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο : ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ’ αυτόν : γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί : δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ’ αυτά η ουσία απ’ τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα ’ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /…/ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς – διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /…/

   κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής : «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που ’χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που ’θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου : κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ’ όλα τ’ άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε–δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση : ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ’ αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

   Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /…/ κι ότι απ’ τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους – που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει – τρεις απ’ αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο : απάντησαν τρία πράγματα απ’ τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ’ άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ’ τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει – και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να ’ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ’ όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια – και ότι τό ’βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

   Μίλησα μ’ έναν απ’ αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ’ είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /…/ )

   όλα αυτά δεν είναι άσχημα : αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε.

 michel de montaigne : essais
(εκδόσεις κάλβος 1979, μετάφραση εισαγωγή και σημειώσεις : θανάση νάκα)

.

* από τόν σενέκα : «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο σενέκας – εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα – κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά : αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του, ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ’ αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο). (Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο (που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά») – που κι αυτή η φράση – για τόν σολωμό ή τόν κάλβο και τόν καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε – είναι απελπιστικά άστοχη : αυτοί ξέραν ελληνικά, τού σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ’ αυτήν πρωτομίλησε, και τού κάλβου και τού καβάφη επίσης : ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους : απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν – αντίστροφα απ’ ό,τι στον μονταίνιο – σε μία ξένη γλώσσα (τώρα, πόσο φτωχομεγαλοαστικό κομφορμισμό (για τόν σεφέρη λέω) πρέπει να έχεις, για να μετατρέψεις τή γλώσσα τών σπουδών σου σε μητρική σου γλώσσα είναι άλλη συζήτηση).)

(απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση τού «άλλου» σημειωματάριου (τών τεχνών) : «γιατί η βία είναι μία αηδία»)

.

   

.

δεν θέλω να επαναλάβω εδώ ολόκληρο εκείνο τό παλιότερο ποστ που επικεντρωνόταν στην αντίθεση τού μονταίνιου προς κάθε είδος βίας : προτιμώ ν’ αφήσω τώρα τό κείμενό του μόνο, θα λειτουργήσει ίσως καλύτερα… όμως μού ήρθε μια ιδέα που δεν τήν είχα όταν απόσπασα για πρώτη φορά τό δοκίμιο αυτό για λογαριασμό τού «σημειωματάριου τεχνών» : σήμερα είδα λοιπόν (και διορθώστε με αν είδα υπερβολικά…) ότι πρόκειται ουσιαστικά όχι μόνο για έναν λίβελο κατά τής βίας, αλλά και εναντίον κάθε είδους, υπόγειου ύπουλου και λογικά δικαιολογημένου δήθεν ρατσισμού…

ο τρόπος με τόν οποίο βλέπει δηλαδή ο μονταίνιος τούς «άγριους» (ακόμα κι αν τότε, με τίς γνώσεις τής εποχής, ήταν υποχρεωμένος να τούς θεωρήσει κανίβαλους (αυτό εξάλλου επιτείνει νομίζω ακόμα περισσότερο τήν αντιρατσιστική οπτική του)) ο τρόπος λοιπόν αυτός μπορεί να γινόταν «κοινός τόπος» (αν και όχι και τόσο κοινός) αλλά πάντως θα περνούσαν οπωσδήποτε πρώτα κάτι αιώνες – για να μην πω ότι και σήμερα ακόμη θα θεωρούνταν από μεγάλα τμήματα (διεθνών πληθυσμών) τού πλανήτη, αιρετικός περίεργος εξωπραγματικός, και πιθανώς υπερβολικά ακραίος…

τελικά ήταν όντως μοναδικός αυτός ο υπέροχος ανθρώπινος άνθρωπος – ένας άνθρωπος στου οποίου τό άγαλμα στρέφονται (χαριτωμένα ίσως, δεισιδαιμονικά ίσως, αλλά και δικαίως νομίζω) επί αιώνες οι φοιτητές (λέει) τής σορβόνης πριν τίς εξετάσεις τους : και μέχρι σήμερα τού πιάνουν τού χαϊδεύουν και τού τρίβουν για γούρι τό δεξί του πόδι πριν πάνε να γράψουν : σε σημείο (λέει η ενδιαφέρουσα βιογραφία που εκδόθηκε πρόσφατα και τής οποίας τά στοιχεία βρήκα στο (πολύ καλό) βλογ 3quarksdaily) σε σημείο λοιπόν με τούς αιώνες τό πόδι να φθαρεί, να λιώσει και να χρειαστεί να τό αντικαταστήσουν!

αυτά έχει και η δόξα τών αγαλμάτων

.

 

.

   δράττομαι τής ευκαιρίας να συστήσω τώρα σ’ όσους διαβάζουν και αγγλικά (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά) τό βιβλίο αυτό τής σάρας μπαίηκγουελ, που βγήκε πέρσι, «πώς να ζει κανείς – ή μια βιογραφία τού μονταίνιου με μια ερώτηση και είκοσι απόπειρες προς απάντηση»

εδώ και τό βλογ τής ίδιας τής sarah bakewell για τό βιβλίο της αυτό (αγγλικός τίτλος : «How to Live : Or A Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer»)

τό οποίο (βλογ) τελειώνει με τήν εξής (δικιά της) περιγραφή τού βιβλίου :

«…τό «πώς να ζει κανείς» είναι μια ανορθόδοξη βιογραφία αυτού τού γοητευτικού, αυτού τού χαριτωμένου ανθρώπου : αν λέει τήν ιστορία τής ζωής του, τή λέει απαριθμώντας τά ερωτήματα που έβαζε και τίς απαντήσεις που προσπαθούσε να βρει – ανιχνεύοντας επίσης βήμα–βήμα τήν περίεργη ανατροφή του (ως παιδί ήταν υποχρεωμένος να μιλάει λατινικά), τή νεανική του καριέρα, τίς ερωτικές του περιπέτειες, τά ταξίδια του, και τίς φιλίες του – τόσο με τόν ποιητή και λόγιο étienne de la boétie όσο και με τήν υιοθετημένη του «κόρη» marie de gournay. Και παράλληλα είναι η ιστορία τών απειράριθμων αναγνωστών του, που εύρισκαν ανά τούς αιώνες στον μονταίνιο μιαν ανεξάντλητη πηγή πιθανών απαντήσεων για τό ερώτημα που απασχολούσε τόσο εκείνους όσο απασχολεί κι εμάς σήμερα – «πώς να ζει κανείς»»

.

.

για τό ίδιο βιβλίο : από τήν γκάρντιαν

κι εδώ κριτική στους new york times : conversation across centuries with the father of all bloggers

στα ελληνικά υπάρχει όπως βλέπω ακόμα η πρώτη έκδοση στη μετάφραση τού θανάση νάκα και κυκλοφορεί τώρα και τό πλήρες σώμα τών δοκιμίων, 3 τόμοι, σε μετάφραση τού φίλιππου δρακονταειδή

φωτογραφικές αναπαραγωγές από σελίδες τών πρώτων εκδόσεων τών essais βλέπετε εδώ και εδώ και εδώ

.

.

.

.

  

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Μαΐου 24, 2011

συγγραφικά xiii : blanco

    .

                                   

 

   ένα μυθιστόρημα (ως γνωστόν) δεν τελειώνει με τό να γραφτεί ούτε τελειώνει με τό να διορθωθεί, όσες διορθώσεις κι αν σού παίρνει τό μαγγανοπήγαδο αυτό συνήθως : τελειώνει με τό να εκδοθεί, δηλαδή πρέπει να βρεις εκδότη να συνεννοηθείς, μ’ άλλα λόγια να πέσεις πάνω σ’ έναν επιχειρηματία που να ρισκάρει για σένα και τίς τρέλες σου ένα δεδομένο αλλά καθόλου αυτονόητα διαθέσιμο κεφάλαιο (και οι διορατικοί διαβασμένοι μορφωμένοι ή απλώς γενναίοι εκδότες είναι σπάνιοι – και θα άξιζαν επί παγκοσμίου επιπέδου να τούς αφιερωθεί ειδικό κεφάλαιο (σε  ειδικό μυθιστόρημα)) (επιφυλάσσομαι)

   πάντως, όπως και να ’χει, τό βιβλίο πρέπει και να τελειώσει κάποια στιγμή για να φύγει από πάνω σου και να μπορέσεις απερίσπαστος (απερίσπαστη : γιατί όσο τά κρατάω στο συρτάρι τόσο συνεχίζω τίς διορθώσεις) να συνεχίσω απερίσπαστη λοιπόν με τό επόμενο : εκδιδόμενο έτσι (ως αμαρτωλή γυνή εκδιδόμενο – τό καλαμπούρι είναι παλιό και πάντα από άντρες και δη εκδότες εκφερόμενο) παραδίδεται (μπορεί φαινομενικά ανυπεράσπιστο, αλλά εξίσου αλαζονικό και αδιάφορο, μη γελιέστε) στη γενναιόδωρη μίζερη μικρόψυχη ή μεγαλόψυχη, θέα κριτική όρεξη ζηλοφθονία ή ανεκτικότητα, μόρφωση ή αμορφωσιά τών άλλων – ακόμα κι αν εσύ δεν τό ’γραψες δηλαδή για να σέ χειροκροτήσουνε όλοι οι άλλοι, ούτε να σού βάλουνε τή μούρη στην τηλεόραση, ούτε να βγάλεις γκόμενο, ούτε να σέ κοιτάξει μ’ άλλο μάτι η μάνα η γειτόνισσα η πεθερά ή η γιαγιά σου, ούτε να βγάλεις γκόμενα να παντρευτείς ή να αποκτήσεις επιτέλους (από τά δικαιώματα) πρώτη κατοικία αν δεν έχεις – ή εξοχικό αν επίσης δεν έχεις (ακόμα)

   : περί τών συγγραφικών λοιπόν τώρα, και για όσο πάει : για όσο θα κάνω δηλαδή τίς τελευταίες διορθώσεις σ’ ένα μυθιστόρημα που έχει τελειώσει

   οι διορθώσεις, καταρχάς, για μένα αποτελούσαν πάντα με δύο διαφορετικούς τρόπους ένα κομμάτι αυτονόητο, απ’ τή μια τού γραψίματος κι απ’ τήν άλλη τής εκδοτικής διαδικασίας – γιατί μιλώντας περί διορθώσεων μιλάμε και περί δακτυλογραφήσεων (ή, όπως λέγονται πλέον, πληκτρολογήσεων)

   : είχα λοιπόν μια αμφίθυμη σχέση με τά μηχανήματα πάντα : από μικρή μού άρεσαν – και τά διέλυα αν μπορούσα κιόλας – ενώ τά αντιμετώπιζα κατά βάθος και ως ψεύτικα πράγματα : και ως ψεύτικα τά βαριόμουν – όμως αγαπούσα από ανέκαθεν (από τήν πρώτη στιγμή δηλαδή που τίς γνώρισα) τίς γραφομηχανές μου

   και για να εξηγούμαι : δεν ανήκα ποτέ στην κατηγορία τών συγγραφέων που γράφουν κατευθείαν στη γραφομηχανή – ήμουν πάντα τού χειρόγραφου εγώ : η σχέση μου με τό χαρτί άλλωστε ήταν παλιά, από τότε που νόμιζα ότι θα αφοσιωθώ (διά βίου) στη ζωγραφική αλλά μολονότι πήρα, ευτυχώς εγκαίρως, τήν απόφαση ότι δεν κάνω για τέτοια αφοσίωση εγώ, η σχέση μου με τό χαρτί δεν έληξε : κι  αυτό τό κατάλαβα αργότερα, όταν συνειδητοποίησα, σε κάποια έκλαμψη αναδρομών, πως τό χειρόγραφο είχε πάντα και μια άλλη διάσταση για μένα : αλλιώς γιατί να δενόμουνα τόσο πολύ και μ’ αυτόν τόν περίεργο τρόπο και με τούς μαρκαδόρους και με τό σχήμα τού χαρτιού και με τό μέγεθος τού τετράδιου και με τό χρώμα τών γραμμών του; διότι εμένα μέ επηρεάζει στο γράψιμο και τό είδος ακόμα τού τετράδιου, μέχρι και τό (αχνό) χρώμα τών ραβδώσεων – διότι θέλω να υπάρχουν πάντα και ραβδώσεις –

   πιθανώς βέβαια (λέω τώρα, εκ τών υστέρων) αυτό να ήταν μια αντίδραση προς τό είδος τού χαρτιού που κυκλοφορούσε στο σπίτι και που λεγόταν δημοσιογραφικό – τό ’φερνε κάθε μέρα, ή τό πολύ–πολύ μέρα παρά μέρα, σε πακέτα ο πατέρας μου στο γραφείο του στο σπίτι – και υποθέτω ότι τό ίδιο κάναν και οι άλλοι δημοσιογράφοι επίσης – επειδή όλοι γράφαν όχι μόνο στα γραφεία τής εφημερίδας αλλά και στα γραφεία τους στο σπίτι : κι αυτό ήταν τό χαρτί στο οποίο τυπωνόταν η εφημερίδα – κιτρινωπό, άγριο, και ελαφρώς πρόχειρο (σα στρατσόχαρτο εμένα μού φαινότανε) αν και προσεκτικά κομμένο με μηχάνημα στο μέγεθος που κυκλοφορεί δηλαδή συνήθως στο εμπόριο ως άλφα τέσσερα και λευκό και πολυτελείας

   και επειδή αντιδρούσα από μικρή με κρυφή (στην αρχή) απέχθεια προς κάθε είδους σχέση με αυτό τό επάγγελμα, ίσως (κιόλας) γιατί μού προσφερότανε αυτονόητα και σχεδόν επιτακτικά, μια καριέρα στα χνάρια τής οικογένειας, έγραφα πάντα σε τετράδια δικά μου, αποκλείοντας εκείνο τό οικείο έτοιμο και χρωματισμένο από πράγματα που απεχθανόμουνα χαρτί – και έτσι συνεχίζω μονίμως χωρίς να θέλω τίποτα ν’ αλλάξει –

   άλλαξε μόνο, με τόν καιρό, τό είδος τών τετραδίων που χρησιμοποιώ : τώρα τά τετράδια είναι πολύ ακριβά, ώστε να ’χουνε κι εκείνες τίς αχνές γραμμώσεις που μ’ αρέσουν, και που τίς θέλω πολύ, (γιατί πάντα θα υπάρχουν γραμμώσεις : πιθανώς διότι μ’ αρέσει να αισθάνομαι και παιδί και αναλφάβητη όταν γράφω) καθώς επίσης (έχουν) κι έναν ειδικό τρόπο για να συνδέονται και να αποσυνδέονται οι σελίδες μεταξύ τους έτσι ώστε να μπορώ να τίς μεταφέρω όπου θέλω και επ’ αόριστον : έτσι τά βιβλία μου εμένα κοστίζουνε πολύ και εξαρχής (μια που είναι πάντα και ογκώδη – αυτή είναι η κατάρα μου φαίνεται – ) ας ξαναγυρίσω όμως στις γραφομηχανές

.

     

.

   οι γραφομηχανές λοιπόν έχουν για μένα σχέση μόνο μ’ αυτό τό ειδικό στάδιο τού γραψίματος που λέγεται διόρθωση (και που αποτελείται κατά μεγάλο μέρος και από διαγραφές) : είναι απαραίτητο αυτό τό στάδιο, γιατί, δακτυλογραφώντας τό κείμενο, η οικεία σου σχέση μαζί του εξαφανίζεται κι αντί για συγγραφέας γίνεσαι κι εσύ πια (σχεδόν μόνο πια) αναγνώστρια – κι έτσι ως τό τελευταίο στάδιο πριν από τήν (καταραμένη τήν) έκδοση τό δακτυλόγραφο είναι πολύτιμο : σηματοδοτεί τόν αποχωρισμό σου απ’ τήν ιδιωτικότητα τού κειμένου, τόν σύνδεσμό σου με τήν περίεργη συνάφεια τών άλλων :

   τότε μόνο δηλαδή αρχίζεις να αποξενώνεσαι και να τό βλέπεις ως ο απαιτητικός αναγνώστης που ήδη είσαι αλλά όταν γράφεις, τό ξεχνάς (ξεχνάς όχι ότι είσαι απαιτητικός αναγνώστης, ξεχνάς ότι είσαι αναγνώστης) – και τότε γίνονται και οι καλύτερες διορθώσεις

   φυσικά διορθώσεις γίνονταν (πάντα) και στο χειρόγραφο (τό οποίο μπορεί να παρουσίαζε και μια χαώδη κατάσταση έως ότου να μεταφερθεί στη δακτυλογράφηση) αλλά αυτές οι διορθώσεις δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερο κόπο : αυτός δεν είναι δηλαδή κόπος χειρωνακτικός, τό αντίθετο μάλιστα, στο χειρόγραφο σβήνεις εύκολα και γράφεις εύκολα μουντζουρώνοντας και ξαναγράφοντας από πάνω και στο πλάϊ κι από κάτω και στα περιθώρια : ο κόπος τών διορθώσεων στο χειρόγραφο δεν έχει σχέση με τό καθεαυτό γράψιμο τόσο, όσο με τή γενική σύλληψη άποψη για τό βιβλίο, είναι περισσότερο ζήτημα σκέψης – εκεί που οι διορθώσεις ήτανε μπελάς εντελώς πρακτικός, ήτανε πάντα στη δακτυλογράφηση :

   δεν ξέρω για ποιο λόγο ακριβώς (ίσως και για να κάνω καλή εντύπωση στον μελλοντικό εκδότη, μπορεί να έπαιζε ασφαλώς και αυτό) ήταν σαν ζήτημα τιμής για μένα τό τελικό δακτυλόγραφο να είναι άψογο, εντελώς καθαρό (τό αντίθετο δηλαδή τού χειρόγραφου) : συνεπώς οι σελίδες γράφονταν και ξαναγράφονταν στη γραφομηχανή μέχρις αηδίας (κάποτε ανακάλυψα ή πείστηκα, δε θυμάμαι, ότι μπορώ να χρησιμοποιώ και τό blanco ή διορθωτικό (ή σκεπαστικό), ώστε να σβήνω και καμιά λεξούλα από πάνω – όμως και πάλι είχανε προηγηθεί άπειρα ξαναγραψίματα τής ίδιας σελίδας ώσπου να φτάσουμε εκεί) και τελικά τό γράψιμο στη γραφομηχανή έγινε συνώνυμο με τόν θόρυβο τών πλήκτρων τών νεύρων σου και τού χαρτιού τήν ώρα που τό βάζεις και τό βάζεις και τό ξαναβάζεις στη θέση του

    

   με τή γραφομηχανή στο πατρικό μου ως παιδί δεν είχα και πολύ στενό σύνδεσμο, γιατί δεν ήταν δικιά μου έπρεπε συνεπώς να προσέχω να μην τή χαλάσω – αλλά όπως και να τό κάνουμε σ’ αυτήν πρωτοέγραψα : ήτανε μια μεγάλη μαύρη με κολλημένο από κάτω της τόν πάτο από τό μαύρο της καπάκι (που σού έδινε τήν εντύπωση ότι γράφεις σε βαλίτσα έτοιμη για ταξίδι (δεν ήταν και πολύ κακή αίσθηση αυτή)) αλλά και μ’ έναν αφόρητα ξερό θόρυβο στα πλήκτρα : η πρώτη μεγάλη τεχνολογική πρόοδος ήτανε σίγουρα η άσπρη ηλεκτρική olympia που δεν έκανε καθόλου θόρυβο ( : γι’ αυτό εξάλλου κι αγοράστηκε : είμαστε δύο πια στο σπίτι με κοινό γραφείο κι όταν χτυπούσαν και οι δύο ταυτόχρονα, και εγώ και εκείνος και η γάτα μου εκνευριζόμαστε εκ περιτροπής ή ταυτοχρόνως) : όμως παρ’ όλο που ’ταν τόσο σιωπηλή δεν τήν συμπάθησα ποτέ γιατί ήταν ογκώδης (σε σχέση ειδικά με τή μικρούλα γαλαζωπή baby brother μου με τήν οποία είχα δεθεί πολύ από τήν αρχή τής ανεξάρτητης γραφομηχανικής μου καριέρας, και ήταν και δώρο) : όταν όμως βγήκαν οι ηλεκτρονικές, αυτές πήραν ομόφωνα τό βραβείο όχι μόνο από σιωπηλής αλλά κυρίως από διορθωτικής απόψεως : καθώς όλα (θα μπορούσαν να) διορθώνονται τώρα πια χωρίς blanco, και χωρίς μουντζούρες και χωρίς να πετάς ολόκληρη τή σελίδα : αυτή η ηλεκτρονική (brother κι αυτή) ήταν πρασινογάλαζη και πολύ κομψή – εξαιρετικής πράγματι αισθητικής ( : ποτέ δεν μπόρεσα να βρω αντίστοιχα ωραίο μηχάνημα, οι κομπιούτερ που τήν αντικατέστησαν (σύντομα) ήταν σαν καρνάβαλοι μπροστά της, και ελάχιστα τή φτάνουν ώς και σήμερα τά λαπτόπ, και πολύ μετά βίας : τόσο ωραίο μηχάνημα γραψιμοδιορθώματος δηλαδή δεν ξανάγινε) κι είχε μια οθονίτσα στην οποία μπορούσαν να διορθωθούν ώς και δύο γραμμές – ή μόνο μία, δεν θυμάμαι, γιατί δεν τή δούλεψα και ποτέ : μάς είχε φανεί και τών δύο εξαιρετικά πολύπλοκη αυτή η τεχνολογία αλλά εκείνος έκανε μια προσπάθεια – εγώ δεν πρόλαβα (πάντως ούτε ο τεχνικός που ήρθε σπίτι να μάς τά μάθει τά ήξερε καλά, και κοιτούσε συνέχεια τίς σημειώσεις του – μάς άφησε και ένα ραβασάκι με τίς σημειώσεις) καθώς προέκυψαν ταχύτατα οι υπολογιστές (τά πρώτα κόμιξ που διάβασα παιδί τούς λέγανε ηλεκτρονικούς εγκέφαλους : θυμάμαι ακόμα τό «όταν ήμουν πίθηκος, υπό τζίμυ όλσεν») : μεταφερθήκαμε έτσι με τόν συνάδελφο συγκάτοικο φίλο αλλά και με τή γάτα μου εκεί, και έτσι, με τή νέα τεχνολογία αλλάξαμε πλανήτη (εμείς και ο κόσμος όλος) : ολόκληρο τό σπίτι δηλαδή τώρα αναβαθμίστηκε και ανέβηκε σε μια νέα απολύτως σιωπηλή πλέον πλατφόρμα που δεν χρειαζόταν και χαρτί – πόσο μάλλον blanco : εκείνος τά ’μαθε όλα πρώτος αλλά εμένα αυτό με τό τύπωμα (παρόλο που κατέβαλα προσπάθειες) μέ μπέρδεψε : – ήθελα ακόμα κάθε σελίδα που έγραφα να τή βλέπω τυπωμένη, άργησα να συμβιβαστώ με τό ότι τυπωμένη–ξετυπωμένη, αυτή υπήρχε εκεί και δεν χανόταν με τίποτα : τυπωνότανε όλο μαζί στο τέλος

   τελείως άλλα ήθη, χρειαζόμουνα δηλαδή καιρό για τήν προσαρμογή : αλλά κανένας δεν μέ περίμενε, οι κομπιούτερ μεταλλάσσονταν πλέον ταχύτατα : άλλαζαν σχήμα, μέγεθος, χρώμα, ύφος, σχήμα μέγεθος χρώμα ύφος, σχήμα μέγεθος, πρόγραμμα : διότι μπήκαμε και στα προγράμματα : αλλάζανε τώρα εκτός απ’ τίς μηχανές και τά δισκάκια δηλαδή που καταπίνανε μέσα τους (από μια χαραμάδα σα στόμα) για να μπορέσουνε να δουλέψουν, διότι αλλιώς ήτανε κούφιες αυτές οι μηχανές – και όσο και να πατούσες τά πλήκτρα δεν γινότανε τίποτα : ακόμα θυμάμαι τό πρώτο με τό οποίο δέθηκα κάπως, τό volkswriter (κατά τό volkswagen, ήμουνα σίγουρη, νομίζω ότι ήτανε μάλιστα καλιφορνέζικο και τό είχα συνδυάσει με τόν μαρκούζε και με τό μπέρκλεϋ) και διαφημιζότανε ως πολύ φιλικό : και έτσι ήταν βέβαια σε σχέση με τά άκαμπτα και πολύπλοκα προηγούμενα, σού μιλούσε δηλαδή και λίγο ανθρώπινα, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς, αλλά έλεγε και κάτι «μπράβο», «ναι», «ωραία», «είσαι σίγουρη;» ή κάτι τέτοια : πάντως τό θεωρούσα κατάντια και αλλοτρίωση (τού προηγμένου καπιταλισμού) τό να συνδιαλέγομαι εγώ με μια νεκρή δισκέτα και να αναγκάζομαι συγχρόνως να χρησιμοποιώ και τέτοιες εκφράσεις)

     

   όμως τό κυριότερο ήταν τό ότι χρειαζόμουνα πολύ καιρό για να εξοικειωθώ με τό κάθε καινούργιο τούβλο εξωτερικά, έτσι όπως άλλαζε μέγεθος σχήμα χρώμα και ύφος ( : κάθε φορά η αλήθεια είναι ότι όλα μικραίναν πολύ, ανεπαίσθητα, γκριζάριζαν και καλυτέρευαν ελαφρώς, αλλά πάντα εξακολουθούσαν να είναι κάτι που δεν περιγραφόταν αλλιώς παρά μόνο ως καρνάβαλος (εάν σκεφτόμουνα ή θυμόμουνα ειδικά τήν baby brother μου) μέχρι να δώσουν δηλαδή επιτέλους οι θεοί και να εφεύρουν κάποιοι καλαίσθητοι και ευαίσθητοι αμερικανοί (έτσι τούς φανταζόμουνα) τελικά τά λαπτόπ : ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι με κάποιο μεταφυσικό τρόπο τό κάναν ειδικά για μένα : κατάλαβαν δηλαδή επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι ότι μού ήταν αδύνατο να έχω στο γραφείο μου και στο δωμάτιό μου και στο σπίτι μου τέλος πάντων, ακόμα κι αν είχε προηγηθεί τό γράψιμο στο τετράδιο και στο χαρτί, να έχω μπροστά μου στημένο κι εγκατεστημένο να μέ κοιτάει αυτό τό τεράστιο ψυχρό ηλεκτρονικό τούβλο : μόνο τότε μπόρεσε λοιπόν τό κλίμα να ξαναγίνει ανθρώπινο στον χώρο και να επανέλθει ένα ύφος γραφομηχανής στη ζωή μου – και συνεπώς και στο μυαλό μου – ξανά

   όμως τό μυαλό φαίνεται πως είναι αργό και δεν καταλαβαίνει τίποτα αν δεν τό φάει πρώτα για τά καλά στη μάπα : διότι όλ’ αυτά θα αποδεικνυόντουσαν όχι μόνο αχαριστίες και σχολαστικισμοί (από μέρους μου) αλλά και εντελώς δευτερεύοντα όταν θα προέκυπτε αυτό – που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν δεν φτάσει πρώτα η μαύρη (και χαρωπή) η ώρα τής έκδοσης :

   στα δύο πρώτα βιβλία που έβγαλα κατάλαβα καλά δηλαδή πόσο μαύρη είναι αυτή η ώρα : όλες οι διορθώσεις που είχα κάνει πλέον πήγαιναν χαμένες, καθώς τά χειρόγραφα τά έπαιρνε τώρα ένα ξένο χέρι και ένας τρίτος εγκέφαλος και τά ξανάγραφε, με τά δικά του μυαλά, στην μηχανή – λινοτυπία στην αρχή, φωτοσύνθεση αργότερα : αυτό σήμαινε ότι τό ωραίο, τακτικό και αλάνθαστό μου κείμενο ξαναγινότανε χάλια : κι έπρεπε τώρα από τήν αρχή να κάνω τήν επαγγελματική πια, τυπογραφική διόρθωση (έχοντας να παλέψω ιδεολογικά – γλωσσικά δηλαδή – και με τούς διορθωτές τών εκδοτικών οίκων – οι οποίοι είχαν και τίς εντολές τους και τίς απόψεις τους). Τό πράγμα ήταν αφάνταστα πολύπλοκο – αλλά και γελοίο – : συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόσο μακριά βρισκόντουσαν οι εκδότες από τή ζωή και τή δουλειά ενός συγγραφέα, κι ας τόν εκτιμούσαν τόσο, ώστε να τού χρηματοδοτήσουν ένα βιβλίο : Η γλώσσα που χρησιμοποιούσα, για μένα ήτανε άμεσα σχετική με τό κείμενο – και ξαφνικά τώρα έδινα μάχες για να περάσω ένα κόμμα πριν από τό και, ή μια λέξη που είχε ήδη καταργηθεί σύμφωνα με τά νεότερα (ο φίλος μου που περνούσε τά αντίστοιχα τήν ίδια περίπου εποχή, βρέθηκε να τσακώνεται μια μέρα με μια συμπαθέστατη κατά τά άλλα κυρία που ανήκε και στην αριστερά και είχε βασανιστεί πολύ στη ζωή της, όταν τής επισήμανε ότι η λέξη γέεννα που είχε γράψει έπρεπε να μείνει γέεννα και να μη γίνει γέννα (ήδη ο ορθογράφος τού κομπιούτερ μού κοκκίνισε και τώρα τή λέξη υποστηρίζοντας ότι οι μόνες σήμερα υπάρχουσες είναι γέννα, γεννά, γεννώ, Γιάννα, γόνα, γάνα) : και αποχωρώντας τότε απελπισμένος αφού τήν είχε πρώτα (έλπιζε) πείσει ότι πρόκειται για δυο διαφορετικές λέξεις που έχουν άλλο νόημα η καθεμία, τήν άκουσε να τού φωνάζει πίσω απ’ τήν πλάτη του δεικτικά «αν είστε καθαρευουσιάνος έπρεπε να μάς τό είχατε πει από τήν αρχή»)

.

  

.

   αλλά η απελευθέρωση μέσω κομπιούτερ δεν θα ήταν σ’ αυτά : διότι αυτά θα παραμένανε εσαεί, και παραμένουνε και μέχρι σήμερα, και θα παραμένουν και για όλο τό (άμεσο) μέλλον (φοβάμαι…) – όσο θα συνεχίζονται δηλαδή οι παρεξηγήσεις ως προς τό τί διάολο δουλειά είναι η κωλοδουλειά που κάνω – και αν είμαι υποχρεωμένη να συμβαδίζω σε όλα με τό σχολικό εγχειρίδιο, τό οποίο κατά τά άλλα συμφωνώ απολύτως ότι θα πρέπει να υπάρχει, ή δικαιούμαι να θέλω με τή σειρά μου να τό υπονομεύω σε ό,τι γουστάρω – όσο θα συνεχίζεται δηλαδή η παρεξήγηση για τό πόση διαολεμένη κωλοελευθερία διεκδικώ όχι μόνο νοητικά αλλά και γλωσσικά στην κωλοδημιουργική ζωή που νομίζω ότι μπορώ να κάνω : εκείνο που θα άλλαζε όμως ο πάνσοφος εγκέφαλος θα ήταν οι εκ νέου αβλεψίες τού λινοτύπη ή τού φωτοσυνθέτη (αργότερα), που θα ξανάγραφε δηλαδή απ’ τήν αρχή ένα κείμενο τό οποίο εγώ θα τού είχα τόσο προσεκτικά παραδώσει γραμμένο και ξαναγραμμένο και διορθωμένο ήδη (με blanco ή χωρίς)  ξαναδιορθωμένο δηλαδή χιλιάδες φορές και πεντακάθαρο : όλοι μου οι κόποι δηλαδή (μέχρι να βρεθούν τά κομπιούτερ) απ’ τήν αρχή που τό κείμενο θα εγκρινόταν για έκδοση, πηγαίναν χαμένοι : κι αυτό ήταν σαν μια μεταφυσική εντελώς τιμωρία (έκδοση ήθελες; τώρα να δεις τί έχεις να πάθεις…)

   και ξαφνικά μ’ αυτόν τόν νέο εγκέφαλο η μνήμη η δικιά μου, τά λάθη μου και οι μονομανίες μου γίνονταν σώμα και ύλη, υπαρκτά αμετακίνητα αναντίρρητα άφθαρτα : η τεχνολογία πήρε μια νέα, εντελώς μνημειακή δηλαδή για μένα πλέον υπόσταση : όλα μετατρέπονταν τώρα με τόν κομπιούτερ σε μια μάζα (σταθερή) όπου τίποτα δεν πήγαινε πλέον χαμένο, κανένας κόπος : και η δουλειά μου η χειρωνακτική αποκτούσε (μέσω τής τεχνολογίας) (αυτού τού καρνάβαλου) μια υπόσταση τόσο ρεαλιστικά πειστική ώστε τό κείμενο από τή μνήμη τού υπολογιστή μου μεταφερότανε (όταν ήρθε η ώρα τής έκδοσης τού επόμενου μυθιστορήματος) κατευθείαν στο χαρτί τού εκδότη : ό,τι είχα γράψει παρέμενε αναλλοίωτο τότε αυτονόητα (και μάλιστα ο εκδότης τό ήθελε, δεν έκανα καν αγώνα εγώ για να τόν πείσω («γράφεις στον υπολογιστή; λοιπόν θα μάς τό φέρεις και σε δισκέτα, σε σιντί σε ντιβιντί, ή θα μάς τό στείλεις κατευθείαν» – ξέρω γω, διάφοροι τρόποι –) που εξυπονοούσαν τώρα και κάτι άλλο που εμένα δεν μ’ ενδιέφερε φυσικά αμέσως, αλλά μόνο εμμέσως και ούτε καν λόγω επαγγελματικής, αλλά ιδεολογικής θα έλεγα, διαστροφής : ένα ολόκληρο επάγγελμα όδευε πλέον προς εξαφάνιση, κι εγώ, μέσω τής δικής μου τώρα πληκτρολόγησης, έπαιρνα τή δουλειά από τήν φωτοσυνθέτρια (χωρίς να παίρνω και τόν  μισθό της, φυσικά, αυτό έλειπε – αυτό τό κέρδος μεταβιβάστηκε αυτονόητα και κουτοπόνηρα (και αθώα) στον εκδότη – μέσω τής υπερεκμετάλλευσης δηλαδή τής υπεραξίας τής δικιάς μου (υπερευσυνείδητης και υπερέξυπνης και υπερβλακώδους) πληκτρολόγησης – ) η οποία φωτοσυνθέτρια θα έμενε σύντομα, όταν όλοι οι συγγραφείς θα άρχιζαν να γράφουν πια στον κομπιούτερ, ορατά σύντομα και σίγουρα, χωρίς δουλειά

   αλλά δεν αντέδρασαν : μού ’κανε εντύπωση που κανείς δεν αντέδρασε : ούτε καμιά «εταιρεία» συγγραφέων ζήτησε να αμείβεται κάπως, έστω δι’ αυξημένων δικαιωμάτων, ο συγγραφέας για (τό κόστος τής) παραπάνω δουλειάς απ’ τήν οποία απάλλασσε τόν εκδότη με τόν τρόπο αυτόν (μια δουλειά τήν οποία πολύ σύντομα αντιθέτως οι εκδότες θα άρχιζαν να απαιτούν πλέον, και πολύ ξερά από τούς «συγγραφείς τους» : δεν δεχόμαστε κείμενα παρά μόνο σε δισκέτα) : όμως ούτε – τό σημαντικότερο – απεργήσανε οι φωτοσυνθέτες και οι φωτοσυνθέτριες, όσο είχαν ακόμα τόν καιρό, με στόχο να κατοχυρωθούν κάπως οικονομικά τουλάχιστον απέναντι στην βέβαιη προοπτική τής ανεργίας που ενέσκηπτε : (ακόμα θυμάμαι – ήμουνα βλέπεις διορθώτρια και για λόγους βιοποριστικούς τότε * – τή φοβερή εκείνη απεργία τών τυπογράφων που κράτησε τήν ελλάδα για καιρό χωρίς εφημερίδες (αλλά οι τυπογράφοι είχανε δυνατό σωματείο, κάποιοι λέγανε τό δυνατότερο) όταν άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική ότι οι εφημερίδες θα μεταφερθούν από τήν τυπογραφία στην φωτοσύνθεση και μετά στην 2η και 3η και νη γενιά κομπιούτερ καθιστώντας τους έτσι άχρηστους : η απεργία τους πέτυχε απόλυτα και πήρανε, ακόμα και οι νεότεροι, συντάξεις πληρέστατες, με τήν προοπτική τής επελαύνουσας ανεργίας : τώρα, οι φωτοσυνθέτες κι οι φωτοσυνθέτριες (που είχαν επωφεληθεί από κείνη κει ακριβώς τήν αλλαγή τεχνολογίας – και που απειλούνταν ακριβώς τώρα από τό γεγονός ότι είχα μάθει κι εγώ τή δουλειά τους και μπορούσα και τήν έκανα κι από τό σπίτι μου) κάτσανε στ’ αυγά τους – και τό ίδιο φυσικά κι εγώ, που βρέθηκα να κάνω για τόν εκδότη μια δουλειά που πριν πληρωνότανε, χωρίς να παίρνω μία : αλλοίμονο οι συγγραφείς είμαστε τόσο ευγνώμονες που κάποιος κεφαλαιούχος μάς βγάζει τά βιβλία, ώστε τά συμβόλαια που υπογράφουμε θα μπορούσαν κάλλιστα να ταξινομηθούν μαζί με τίς λοιπές συμβάσεις αποικιοκρατίας – και είναι σίγουρο ότι αν ένα βιβλίο δεν ανήκει στα ελάχιστα που θα αρέσουν σε εφημερίδες και επομένως και σε κοινό, ό,τι λεφτά βγάλει θα πάνε σε εκδότη, βιβλιοδέτη, βιβλιοπώλη και δεν ξέρω και ποιον άλλον, εσένα πάντως θα σού μείνει η δόξα, που δεν πληρώνεται βέβαια με τίποτα…

   και στην περίπτωση που πληρώσεις εσύ από τήν τσέπη σου τόν εκδότη για να σού βγάλει τό βιβλίο αν οι κεφαλαιούχοι αποδειχτούν εξυπνότεροι τών κεφαλαίων τους, τότε είναι ακόμα πιο σίγουρο ότι η δόξα σου (να γράφεις αηθέστατα ακαταλαβίστικα ανοίκεια αντιδημοφιλώς και αλαμπουρνέζικα) δεν θα σού (ξε)πληρωθεί ποτέ : θα ταΐσεις πολύ κόσμο και θα ’σαι και βλάκας, συνάδελφε

   αυτά τά λίγα σήμερα για τόν υποκριτή αναγνώστη, τόν όμοιό μου, τόν αδελφό μου ** : blanco σε όλα, μη σέ νοιάζει τίποτα – τί αξίζει περισσότερο από μιας ώρας ζωή μ’ ένα βιβλίο – κι ύστερα να θυμηθείς και τό περίφημο ρεφραίν τού γείτονά σου «καλά έτσι θα ’γραφα κι εγώ αν είχα τόν χρόνο, αλλά εγώ πρέπει να ζήσω κιόλας βλέπεις»

  

.

.

* για τή δουλειά τού διορθωτή και τού μεταφραστή – δουλειές που επίσης έκανα για πολύ μεγάλα διαστήματα – άλλη φορά : να ’χουμε και τίποτα συγγραφικά γενικά να λέμε
** charles baudelaire : hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère
.
.
  

.

.

τά προηγούμενα δώδεκα σχετικά : i, ii, iii, iv, v, vi, vii, viii, ix, x, xi, xii
.
.
  

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: