σημειωματαριο κηπων

Σεπτεμβρίου 28, 2017

η κυρία Μπούμπουλης

 

 

 

τό σημερινό απόσπασμα από τίς «βιογραφίες αγνώστων» (που παραμένουν ανέκδοτες) έχει γραφτεί μάλλον πολύ πριν από τό 2003 (ημερομηνία κατά τήν οποία οι «βιογραφίες» ολοκληρώθηκαν – και έκτοτε, στο διάστημα που μεσολάβησε έχουν υποστεί σύντομες διορθώσεις και εκτεταμένες περικοπές) : σήμερα λοιπόν που αποφάσισα να τό φέρω σαν ανάρτηση στους «κήπους» και εξ αυτού τό ξαναδιάβασα κι εγώ, ομολογώ μέ ξάφνιασε τό γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να κόψω απολύτως τίποτα – μέ ξάφνιασε δηλαδή και ευχάριστα και δυσάρεστα : ευχάριστα γιατί κανένας ακόμα δεν έσπευσε να μού πάρει τή δόξα ως προς τή διαπίστωση τού προβλήματος, και δυσάρεστα γιατί κανένας ακόμα όπως φάνηκε δεν έχει σπεύσει να διαπιστώσει τό πρόβλημα

μ’ άλλα λόγια, τίποτα στη λαμπρή μας χώρα δεν έχει καλυτερέψει ως προς αυτό τό ζήτημα, παρ’ όλα τά φεμινιστικά με τά οποία, εδώ και λίγο καιρό, κάποιες ομάδες γυναικών σάμπως συστηματικά ν’ ασχολούνται, αν και θα τολμούσα να πω ότι (δυστυχώς) μιλάνε με τά εκ νέου σύγχρονα (πάλι) κλισεδάκια, περιοριζόμενες πλέον τώρα κυρίως στα θέματα τού βιασμού : όχι ότι δεν είναι σημαντικότατα τά θέματα τού βιασμού

αλλά τά κλισεδάκια, τουτέστιν οι καραμέλες, έχουν ένα ελάττωμα : μοιάζουν μεν με ομιλία αλλά καταπίνονται γρήγορα, δεν κουβαλούν δε, επί τής ζαχάρεώς τους, ούτε ως δείγμα τό δηλητήριο τής επικινδυνότητας που διαθέτει άφθονο η πρωτογενής και πρωτότυπη σκέψη : υπάρχουν, μ’ άλλα λόγια, καραμέλες που αποκοιμίζουν, όσο «φεμινιστικές» κι αν είναι : (και μεγαλύτερο υπνωτικό από τόν σύγχρονο αμερικάνικο πουριτανισμό επί τού φεμινισμού, δεν υπάρχει : η αντίληψη, φερ’ ειπείν, ότι δεν υπάρχουν φύλα δεν υπηρετεί παρά τό φύλο που (κοινωνικώς) υπερτερεί, και (αντικοινωνικότατα) θέτει τούς κανόνες, κανονίζοντας τί τά φύλα οφείλουν να είναι – και να επιθυμούν – αλλά περί αυτού θα χρειαστεί να κάνω, όποτε η διάθεσή μου τό επιτρέψει, έτερη ανάρτηση – )

εν συντομία όμως, αυτό όμως που εμένα ας πούμε μέ απασχολεί (από πολύ παλιά όπως φαίνεται, φαίνεται από εδώ από εκεί και από αλλού) είναι πόσο ο βιασμός ως έννοια περιβάλλει χώρον τόσο μεγαλύτερον τού σώματος – και πόσο οι πολύπλευρες μορφές βιασμού τής θέλησης γλυστράν επιτήδεια κι αθόρυβα και σχεδόν καλοσυνάτα στη ζωή μας από νωρίς – αποτελώντας έτσι τρόπον τινά τό υπόστρωμα για να ξαπλωθούν πάνω τους μετά όλοι οι «άλλοι» βιασμοί, με όλη τους τήν άνεση, και όλη τους τήν συνεπακόλουθη έλλειψη ενοχής

και ασφαλώς μέ λυπεί που τό θέμα δεν φθάρηκε ήδη από τήν πολλή χρήση ώστε να χρειαζόταν τώρα κάποια επισήμανση να σβήσω, επειδή θα είχε καταντήσει μέσα στα σχεδόν 20 χρόνια που μεσολάβησαν κοινός τόπος

αντίθετα βρήκα κι ένα στοιχείο που θα ήθελα τώρα να προσθέσω : τό καμάρι πλέον τής κυρίας Μπούμπουλης τήν ώρα που τής αλλάζουν ( : πού μόνη της δηλαδή αλλάζει πια) τή δόξα της και τό φύλο : η απόλυτη αυτή αβουλία και αδιαφορία, μ’ άλλα λόγια, τών ελληνόφωνων γυναικών όταν μετατρέπεται σήμερα τό φύλο τού επωνύμου τους σε αντρικό, έχει πάρει πια τή μορφή μιας ειδικής επιπλέον κοκεταρίας, τή «χειραφετημένη» κοκεταρία τής «επιχειρηματίας» και τής «γυναίκας με καριέρα και λεφτά» δικά της (όχι μόνο εντός τής χρεωκοπημένης χώρας, αλλά κι εκείνης με καριέρα στο εξωτερικό)

αλλά βέβαια, όταν αρνούμαστε στην εαυτή μας τήν επίμονη και διεκδικητική ερωτική απελευθέρωση και γινόμαστε ξυνές και καθωσπρέπει κι ανέραστες και ηθικές για να μας αποδεχτούν οι (αντροκρατούμενες) επιχειρήσεις και τά (αντροκρατούμενα) κόμματα, τί είναι μια υποχώρηση στο ονοματάκι μας πια ; στο κατω–κάτω έτσι γινόμαστε άντρες με τά όλα μας

αλλά ορίστε, παραθέτω τό απόσπασμα μυθιστορήματος άνευ άλλης καθυστερήσεως :

 

 

 

 

Αυτό που συμβαίνει με τά αρσενικά, ενώ είναι θηλυκά, ονόματα στη χώρα, αποτελεί ένα εξειδικευμένα γλωσσικό πρόβλημα απολύτως διαφωτιστικό για τή ζωή και τίς απόψεις τού συγκεκριμένου εθνικού κορμού στον οποίο βρίσκομαι και γράφω, ένα πρόβλημα άκρως ιδιόμορφο και τό οποίο η γλωσσολογία, αλλά και η φιλοσοφία εξάλλου, φωτίζει ενγένει :

Δέχονται δηλαδή με μυστηριώδη μεγαλοθυμία και καλοσύνη κι ευαρέσκεια οι γυναίκες (τής συγκεκριμένης αυτής εθνικής καταγωγής, δεν ξέρω τό φαινόμενο να συμβαίνει σε άλλη χώρα – ίσως δεν υπάρχει άλλη εξίσου δουλοπρεπής χώρα) να περιγράφουν εαυτές σα να μιλάνε μια ξένη γλώσσα, που τίς αλλάζει τίς κλέβει, τούς αλλάζει τόν αδόξαστο, τίς κάνει αγνώριστες και γελοίες : τό φαινόμενο βέβαια τό έχω αναπτύξει στη διατριβή μου (επί μακρόν) – μπορώ εδώ μόνο απλώς συνοπτικά να σού πω ποια είναι εν ολίγοις τά περιληπτικά τής ιστορίας συμπεράσματα :

Κατ’ αρχάς τό φαινόμενο αυτό υπάρχει υποτίθεται προς χάριν, και εξαιτίας, τών ξένων που δεν ξέρουν τή γλώσσα καλά : όμως, τό ίδιο αυτό φαινόμενο, κόβεται με τό μαχαίρι και εξαφανίζεται (ακόμα και σαν απλή να πούμε δυνατότητα) όταν κανείς έχει να κάνει με οποιονδήποτε λαό διαθέτει λίγη αξιοπρέπεια (και οπωσδήποτε μερική αυτοπεποίθηση) : οι ρώσοι παραδείγματος χάριν δεν επέτρεψαν ποτέ σε κανέναν να πει τήν ουλάνοβα ουλάνοβ, τήν τσβετάγιεβα τσβετάγιοφ τήν αχμάτοβα αχμάτοβ και τά λοιπά : διότι (στην γλώσσα τουλάχιστον γενικώς) τά πράγματα χαρακτηρίζονται από τήν αξιοπρέπεια (τής ομιλήτριας, και τού ομιλητή που κρύβεται, πάντα συνήθως, πίσω της πλάϊ της και τά λοιπά) και επομένως ο αξιοπρεπής λαός, όταν προκύψει ένας τουρίστας που θέλει να ισοπεδώσει τά πράγματα, και να τά κάνει όλα αρσενικά, θα τού πει : Όχι κύριε, εμείς δεν τό λέμε έτσι, και θα τόν διορθώσει (δεν θα τό θεωρήσει καθόλου δύσκολο δηλαδή και βουνό) : τόσο μόνο χρειάζεται – μια πρόταση τό πολύ δέκα λέξεων : που είναι όμως πολύ αξιοπρεπής – και φυσικά η αξιοπρέπεια είναι μια πολύ μεγάλη (και δύσκολη) υπόθεση :

Για να κάνω μια (πολύ) σύντομη ιστορική αναδρομή (για τούς ξένους που θα διαβάσουν τή διατριβή μου στο εξωτερικό, εφόσον εκεί βρίσκομαι και εκεί γράφω – δεν έρχομαι πλέον στη χώρα αυτή σχεδόν καθόλου, ειδικότερα αφότου κατάλαβα ότι δεν έχω εδώ καν συγγενείς) στην προεπαναστατική της (αλλά και τήν επαναστατική της ακόμα) περίοδο η χώρα αυτή ήταν αξιοπρεπής : η Μπουμπουλίνα ήταν η απολύτως νόμιμη σύζυγος ενός κάποιου Μπούμπουλη κι η Τζαβέλαινα ενός κάποιου Τζαβέλα και ουδείς διανοήθηκε ποτέ να πει Η κυρία Τζαβέλας–Μπότσαρης–Καραϊσκάκης για τή Δέσπω ας πούμε : ήταν εκτός γούστου νόμου και κανόνα δηλαδή αυτό (μέχρι και τόν άγγλο ναύαρχο τζωρτζ εκείνη τήν εποχή τόν λέγανε τζούρτζη, δηλαδή μετατρέπανε και τήν προφορά και τήν κατάληξη κάποιας λέξης ανάλογα με τούς νόμους και τούς κανόνες τής γλώσσας τους, κάνανε δηλαδή αυτοί αυτό που κάνουνε βασικά όλοι) : Όταν όμως η κατάσταση πνίγηκε στις μαλακίες και η επανάσταση τέλειωσε (δεν τό λέω έτσι αυτό, τό λέω πιο κόσμια στη διατριβή μου η οποία απευθύνεται βασικά σε ξένους) αυτοί που επικράτησαν στη θέση τών κλεφτών ήταν κάτι μπούληδες και έτσι προέκυψε μία ιστορία με έλλειμμα μεγάλης αξιοπρέπειας και αυτοπεποίθησης.

Να μην συγκρίνουμε όμως τώρα τή μικρή και ασήμαντη αυτή χώρα με άλλες μεγάλες : οι ρώσοι ας πούμε ήταν πλούσιοι και είχαν και αριστοκρατία (μέχρι και δούλους είχανε), και τούτοι εδώ ήταν νεόπλουτοι φτωχομπινέδες γεννημένοι αλλού υιοθετημένοι χαζοέμποροι και είχαν τό πολύ υπηρετριούλες (απ’ τά νησάκια) : γι’ αυτό και κανένας άντρας από δω, ακόμα και σήμερα (ειδικά μάλιστα σήμερα) δεν έχει τό θράσος να πει στον τελευταίο τουρίστα Όχι εμείς τό λέμε αλλιώς : γι’ αυτό και η Μπουμπουλίνα σήμερα γίνεται η κυρία Μπούμπουλης.

 

 

     

 

 

Όταν όμως τό φαινόμενο αυτό ισχύσει, υπάρχει το εξής ενδιαφέρον : κάνει δηλαδή ξαφνικά τήν εμφάνισή της και μια (φιλοσοφικής καθαρά ποιότητας) αντιπάθεια προς τήν γενική ενγένει πτώση : μια υγιής (οφείλω να πω) αλλά εντελώς υπόγεια αντιπάθεια προς τήν ίδια τήν ιδέα τής γενικής (που είναι μια πτώση βέβαια ιδιοκτησίας και κατοχής) ( : σημειωτέον ότι δεν είναι ελληνικό τό φαινόμενο αυτό, τό ότι η γενική δηλαδή τής κατάληξης σημαίνει ιδιοκτησία και μάλιστα αποκλειστικά αντρική – διότι και οι άντρες ανήκουνε στον πατέρα τους : και, γι’ αυτό, και τό δικό τους επίσης τό όνομα είναι συχνότατα στη γενική – αλλά όμως, ακόμα κι όταν είναι στην ονομαστική τ’ όνομά τους αυτών, είναι και πάλι εννοείται τό όνομα τού μπαμπά – και αυτή τή φορά μάλιστα οικειοποιημένο και υιοθετημένο με τή μορφή τής απόλυτης ταύτισης : με τή μορφή μιας απόλυτης μάσκας δηλαδή που έχει γίνει πια πρόσωπο – και απλώνεται σαν κρέας και σάρκα από πάνω τους).

Μ’ άλλα λόγια η ιδιοκτησία απ’ τή μεριά τού πατέρα έχει γίνει σαν ένα δεύτερο ρούχο στη σκέψη τους, τών αντρών (και γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά αξιοπρεπείς και γενναίες οι ελάχιστες περιπτώσεις αυτών πού πήραν (ωριμάζοντας, μόνοι τους) τό όνομα πια, επιλέγοντάς το οι ίδιοι, τής μάνας τους ( : όμως και τών γυναικών διότι για να ’μαστε δίκαιοι πρέπει ν’ αναφέρω εδώ τή φίλη μου τή Νίνα που πήρε τό όνομα και αυτή απ’ τή μάνα της (όταν μεγάλωσε κι αυτή, και άρχισε να γράφει) (και τήν αναφέρω διότι δεν τήν ξεχνάω ποτέ, μια που οι φίλοι είναι το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τή ζωή, και οι (λεγόμενοι) συγγενείς είναι πάντα για πέταμα) όπως λοιπόν εκείνος ο φιλόσοφος ο γερμανός (καθόλου τυχαίο βέβαια τό ότι ήτανε γερμανός) που πήρε τό επώνυμο τής μαμάς του, και τό επώνυμό του (τό κανονικό) τό έβαζε στη μέση σαν αρχικό, σαν αυτό που λέμε πατρώνυμο : theodor w. : εδώ όμως υπήρξε μια υπόγεια και ειρωνική, και μάλλον ύπουλη συνέπεια η οποία πιθανώς τού αντόρνο τού ξέφυγε – καθώς στη θέση αυτή, και ως αρχικό, μπαίνει κανονικά τό μικρό όνομα πάντοτε τού μπαμπά, σαν κάτι οικείο και σπιτικό και δικό μας, σαν μια αγαπημένη μνήμη δηλαδή τού μικρού ονόματος τού μπαμπά, και έτσι ξαφνικά τό επώνυμο τού πατέρα του γινότανε (για τόν αντόρνο), μυστικά, από αποκλεισμένο, ακόμα πιο οικείο και συγγενικό).

 

 

 

 

Από τήν άλλη, στα δικά μας τά ελληνικά, η μοναδική και εξαιρετική περίπτωση τού παπαδιαμάντη με τούς διαδοχικούς μετασχηματισμούς τού ονόματός του μέχρι που τελικά μόνος του να βρει (αλλά και όλα μόνος του μήπως δεν τά βρήκε αυτός ; ) ποιο ήταν τό κανονικό όνομά του, είναι πολύ χρήσιμη για όσα λέω εδώ – αλλά πολύ χρήσιμη και για τήν ίδια τήν τέχνη : αυτός λοιπόν στην αρχή έφτιαξε τ’ όνομά του στην γενική (ανήκοντας δηλαδή στον πατέρα του αλλά χωρίς τό επάγγελμα τού πατέρα του (που ήταν παπάς)) ως αλέξανδρος αδαμαντίου (και προσοχή : καθαρεύουσα). Φάση δεύτερη τώρα : βρίσκει άχρηστο τό να κρύβει τό επάγγελμα τού πατέρα του, και έτσι δέχεται τώρα τήν ενοχλητική του αλήθεια και πραγματικότητα (υποκύπτει δηλαδή γενναία (ή και δειλά, δεν έχει καμιά σημασία αυτό) και σε κείνη τήν αρχή τής πραγματικότητας που λέει και η ψυχανάλυση) ως αλέξανδρος παπα–αδαμαντίου (όμως πολλή προσοχή : ξανά καθαρεύουσα). Και ξαφνικά (ίσως είχε προχωρήσει πιστεύω εγώ τότε πλέον τό έργο του) (ή ίσως – και μέσα ακριβώς απ’ τό έργο του – έκανε δηλαδή τότε ολοκάθαρα (κι ολομόναχος) τήν κανονική του τότε πλέον ο ίδιος ψυχανάλυση και είδε ότι ούτε ωφελεί αλλά ούτε και μπορεί πια να κρύβει τήν τάση του για χειραφέτηση – χειραφέτηση από τόν μπαμπά – δηλαδή από κείνο τό υπερεγώ τό οποίο, με τό γράψιμο ούτως ή άλλως, στους μεγάλους συγγραφείς, θαύεται αχρηστεύεται και ξεχαρβαλώνεται – για να βρεθεί τό κανονικό τό εγώ – ) και έτσι : ξαφνικά τό όνομα έγινε απολύτως δικό του, και η γενική καταργήθηκε και μπήκε πια στη ζωή του κανονικά θριαμβεύουσα η απόλυτος ονομαστική : και τότε λοιπόν, ω τού θαύματος, (και επειδή η ψυχολογική αλήθεια συμπλέει με τήν γλωσσική αλήθεια πάντοτε) τό όνομα παίρνει πλέον τήν καθαρή του μορφή, στη δημοτική : και η σοφία τής καινούργιας ετούτης ελευθερίας σου και τής κάθε (πονεμένης) ανάλυσης, είναι να μη φοβάσαι και να μην κρύβεις (πια) τίποτα (μιλώντας εννοείται πάντοτε με γρίφους, όσο γίνεται πιο έντεχνα θέλω να πω κι αινιγματικά (α, εκείνο τό απάνθρωπο ον τού οιδίποδα, η σφίγγα θα μπορούσε να είναι και θεά προστάτισσα κάθε τεχνίτη, αν η ψυχανάλυση είχε λίγο πιο ευρύ πνεύμα και δεν κόλλαγε μόνο στα οικογενειακά.))

Επιπλέον θέλω κάποτε να κάνω μία δουλειά, η οποία θα έχει να κάνει με τήν καθαρότατη (πολύ καθαρή αληθινά) λογική που κρύβεται στις μεταπτώσεις από τήν δημοτική στην καθαρεύουσα τόσο στο έργο τού παπαδιαμάντη όσο και στο έργο τού καβάφη – αλλά επίσης και στη δημοτική τής μητρικής αγραψίας τού σολωμού : αρκεί να πω μόνο εδώ ότι οι μνήμες τού έρωτα, οι μνήμες δηλαδή τής παιδικής ηλικίας, και οι μνήμες συνεπώς τής ζωντανής μ’ άλλα λόγια ζωής, για τόν παπαδιαμάντη είναι πάντοτε δημοτικές : ό,τι έχει δηλαδή πλέον πεθάνει : και αντιθέτως, στη νεκρή γλώσσα εκτίθεται επιμελέστατα η ζωντανή του παρούσα ζωή ως ώριμου ανθρώπου (δημιουργικού δυστυχισμένου κι απολύτως νεκρού) : κάποιος θα μπορούσε να τό περιγράψει αυτό αφελέστερα (και μονοδιάστατα) με τό πως οι διάλογοι, τά λόγια που βγαίνουν απ’ τά πρόσωπα που ’χουν χαθεί, κι ό,τι δηλαδή (εκ τών υστέρων) ζωντανεύει, είναι μονίμως δημοτικό ενώ η αφήγηση τού ανθρώπου που κάθεται σαν νεκρός και τά θυμάται, τά αναλύει τά αναμασά και τά γράφει, είναι πάντοτε καθαρευουσιάνικο (και ειρωνικό). Και μια και μιλάμε για ειρωνεία ας πω και ότι στον καβάφη υπάρχει επίσης αυτό, αλλά ελαφρώς και λίγο αλλαγμένο, καθώς ούτε εκεί δεν ανατρέπεται ποτέ πλήρως η σημασία που παίρνει (σε ένα έργο που συνειδητά εξακτινώνεται κιόλας προς όλο τό σύμπαν) η γλώσσα που πρέπει να μιλούσαν σε ιδιωματική μάλιστα δημοτική η μαμά του και οι άλλοι ενίοτε μέσα στο σπίτι. Όσο δε για τή γλώσσα τού σολωμού, δεν μπορώ να σάς πω εδώ, και αμέσως, όλα τά συμπεράσματά μου, διότι τό βιβλίο αυτό τότε θα φύγει από τή δικιά μου μαμά τελείως – έτσι λοιπόν ας αρκεστείτε μόνο σε ένα, που έχει εμμέσως μόνο σχέση με τή δικιά του μαμά, αλλά σίγουρα, και αμεσότατα, σχέση με τήν ειρωνεία του : είναι λοιπόν περίεργο, (ή και αναμενόμενο δηλαδή) ότι στον σολωμό και στο καθεαυτό σοβαρό του έργο, δεν υπάρχει ειρωνεία : ο αλκοολικός μας δηλαδή και ο κόντες μας ήταν βαρύς και ασήκωτος σαν τό μολύβι όταν έπιανε τό μολύβι του για να αναλύσει τά ανάλαφρα νέφη που έβλεπε μέσα του όταν συνέγραφε – διότι στην ζωή του κατά τ’ άλλα, πριν τσακωθεί με τήν μάνα του, και εξαυτού μάλλον γίνει και αλκοολικός, έκανε (με τούς φίλους του) πλάκες πολλές : σκυμμένος όμως μετά στα χαρτιά του ολοπόρφυρος κι αστράφτοντας μέσα του, τό μυαλό κι η καρδιά του τόν πονούσανε τόσο πολύ που δεν είχε καιρό για αστεία ο βαριόμοιρος – και γι’ αυτό κι είναι και ιδιαίτερα σημαντικό ένα διπλό ας πούμε φαινόμενο που στη συνέχεια προέκυψε : απ’ τή μια τό εντελώς κακιασμένο και πλακατζίδικο στόμα του τό παράπεμψε, ανοίγοντας ένα κρυφό παραπέτασμα, σ’ ένα εντελώς άλλο είδος – μακριά απ’ τή σοβαρή του δουλειά – και τό άσκησε παίζοντας – με τήν έννοια δηλαδή ότι δεν θεωρούσε πως είναι αυτό η μεγάλη του ποίηση : κι ένα σημάδι που μάς άφησε γι’ αυτό είναι ότι όλα αυτά (τά σατιρικά), μα όλα, τά τέλειωσε – δεν έχουμε αποσπασματικότητες ούτε τελειοθηρίες εδώ – και απ’ τήν άλλη, ότι τήν φοβερή του ειρωνεία (που δεν μπορεί και να τήν αφήσει και ήσυχη), (όπως δεν μπορεί να αφήσει ήσυχους και τή μάνα του και τόν αδελφό του – τί αδελφό δηλαδή, νόθο και μπάσταρδο, που τόν πληγώσανε), τήν ξαναβρίσκει αναβαθμισμένη ολόκληρη και σε πεζό : αλλά να πούμε και ότι τό κείμενο αυτό (με τέτοια σιγουρότατη και δημοτικότατη αυτοπεποίθηση που αρνείται να πει τής Ζακύνθου και λέει τής Ζάκυνθος) τό ’χε βέβαια σκεφτεί (και τό ’χε κάνει) μάλλον αφού είχε κατασταλάξει μέσα του και όλη εκείνη η φαινομενικά αγέλαστη φιλοσοφία τών καλών γερμανών – τά υπόλοιπα είναι πόνος ποτό και θαρραλέα (τού παιχνιδιάρικου παιδιού, τού όχι ακόμα πληγωμένου απ’ τή μάνα κι από τόν μπάσταρδο) δημοτική σαν τό άργειε ή τό βιά.

 

 

 

 

Και στα γερμανικά όμως οι γυναίκες με τόν γάμο τους αλλάζαν επώνυμο, και μιλάω για τή γλώσσα τή γερμανική διότι τή γλώσσα αυτή τήν έμαθα κι εγώ με διάφορους δάσκαλους (ενώ ο σολωμός δεν τήν ήξερε και έβαζε φίλους του και τού μεταφράζανε, ήξερε όμως αυτός τά ιταλικά και τόν δάντη, που εγώ δεν τά ξέρω, κι έτσι μπορώ να τά μεταφράζω με αρλούμπες και κατά προσέγγιση, από τίς μεταφράσεις τών άλλων, και όπως δήθεν μού άρεσε (στο πρώτο κεφάλαιο κιόλας αν θυμάμαι καλά)). Στις περιπτώσεις λοιπόν όπου τό όνομα δείχνει κάποιο επάγγελμα αν η γυναίκα τού herr müller, τού μυλωνά να πούμε, δεν ανήκε στον άντρα της αλλά ήτανε πολύ αυτεξούσια θα λεγότανε müllerin – όπως και στα ελληνικά δηλαδή μυλωνού (τό οποίο μπορεί να σημαίνει τόσο τή γυναίκα τού μυλωνά που έτσι μπορεί περήφανη να βάζει τόν άντρα της με τούς πραματευτάδες, όσο και τή γυναίκα πού δουλεύει μόνη τόν μύλο της) στην πραγματικότητα δεν είναι όμως η γυναίκα τού herr müller frau müllerin, κι αυτό κάτι μάς λέει βέβαια – παρόμοιο μ’ εκείνο που μάς λέει – διορθωμένο ή αντίστροφο – και τό ότι η συμβία τού μπούμπουλη ήτανε κάποτε μπουμπουλίνα και τού τζαβέλα τζαβέλαινα, και όχι κυρία μπούμπουλης και κυρία τζαβέλας οι άμοιρες – αλλά είπαμε, δεν υπάρχει πλέον αξιοπρέπεια.

Όμως τό σημαντικότερο είναι ότι πάρα πολλές γυναίκες σήμερα αρέσκονται σ’ αυτή τήν αθλιότητα (και εδώ υπεισέρχεται η Καίτη μας) ενώ είμαι σίγουρη ότι αν στην ουγκάντα (που δεν ρώτησα δυστυχώς ποτέ τόν Ιούλιο) υπάρχει διαφορά στα επώνυμα από τό αντρικό στο γυναικείο, οι ουγκαντέζες δεν θα τό εξαργυρώναν με καμία ξενόφωνη δόξα αυτό, και θα επιμέναν να λένε όλοι οι άλλοι τό σωστό : «Όχι, εμείς τό λέμε αλλιώς» δηλαδή θα τούς έλεγαν (αλλά ξέχασα να τόν ρωτήσω, και μάλλον δηλαδή πιθανώς δεν χρειάστηκε). Αυτές εδώ όμως δεν τίς κολακεύει μόνο τό ότι έτσι τ’ όνομά τους γίνεται σα μια λέξη ξένης γλώσσας αλλά και τό ότι έτσι γίνονται άντρες κι αυτές – και κάνουνε επομένως δηλαδή κι αυτές ό,τι θέλουνε, πάνε στην αμερική όποτε θέλουνε, γίνονται χειρούργοι αν θέλουνε, και είναι άντρες και τό κέφι τους θα κάνουν και θα πουν και μια κουβέντα πριν πεθάνουν. (Αν όμως όλ’ αυτά ήταν πράγματι αληθινά για τή ζωή τους, δεν θα τά είχανε ανάγκη, αυτή είν’ η αλήθεια μας). Αυτό τό σίγμα όμως τό τελικό, τό παράσημο τής αντρειοσύνης τους, αχ, πώς αυτό τό σίγμα τό τελικό (όπως δείξαμε και σε άλλα κεφάλαια ετούτης τής διατριβής) ηχεί τόσο πολύ, έχει έναν ήχο εξόχως βροντερό σ’ αυτή τή γλώσσα : ναι, ηχεί πάντα τόσο πολύ, ακούγεται τόσο πολύ, είναι σαν ένα σύνολο από καμπάνες και όχι μια καμπάνα μόνο, είναι σαν τήν ομάδα εκείνη από καμπάνες που βάραγε ο Κουασιμόδος : και μήπως δεν θα έκανε τότε εξωφρενών ετούτο τό καμπαναριό τήν Μπουμπουλίνα αν τύχαινε κι ανασταινότανε ας πούμε σήμερα, ανασταινόταν σαν μέσα σ’ ένα έργο ας πούμε διαστημικό, και τόλμαγε να τήν αποκαλέσει κάποιος σήμερα κυρία Μπούμπουλης ; Είμαι και κάτι παραπάνω από σίγουρη ότι αν ξαναζούσε σήμερα και είχε και μια έστω ισχνή ανάμνηση απ’ τή ζωή που τήν έκανε να μείνει στα σχολεία μας (ελάχιστη εκπρόσωπος ας πούμε γυναικείου ονόματος) πυρ και μανία θα γινότανε εάν τολμούσε να τήν προσφωνήσει κανείς έτσι : «Τόν κακό σου τόν καιρό, ή τόν κακό σου τόν φλάρο – βλάκα – θα τού έλεγε, από πού ήρθες εσύ και τά ’μαθες τά κορακίστικα, ελληνικά δεν ξέρεις ; » και μπορεί και να τού κοπάναγε και κανένα οικογενειακό κειμήλιο, κάνα τάσι ή κάνα καρυοφίλι από τήν οικογενειακή βιτρίνα στο κεφάλι : «Άκου κυρά Μπούμπουλης χαϊβάνι ταβανόβουρτσα φλουφλοκουραμπιέ και ηλίθιε : από πού μας ήρθες εσύ, ελληνικά δεν ξέρεις, τί ’σαι σύ ξένος είσαι ; » (θα τού έλεγε) : αυτή είν’ η πλάκα, είμαι σίγουρη ότι θα τόν κοίταζε ειρωνικά και (θα ’θελα πολύ να τό έβλεπα αυτό) θα γινότανε από εκατό χωριά θηρίο. (Η πλάκα είναι ότι ούτε αυτή ήξερε καλά ελληνικά γιατί καταβάθος ήτανε αρβανίτισσα.)

 

 

 

 

Αρβανίτισσα όμως ή ξε–αρβανίτισσα τό γεγονός είναι ότι άμα είσαι γυναίκα που έχεις κάνει τή ζωή σου, και είσαι δηλαδή χειραφετημένη, εκνευρίζεσαι πολύ να σού αλλάζουν τό φύλο. Αυτό είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι και ότι υπάρχουν και έξυπνες γυναίκες στη χώρα αυτή, δεν είναι όλες δηλαδή ταβανόβουρτσες – όσες ας πούμε με τήν αλλαγή τών νόμων που έγινε κάποτε αποφάσισαν να κρατήσουν τό πατρικό τους όνομα δεν είχαν πρόβλημα αλλαγής φύλου διότι  τίς φωνάζουν τότε όλοι με ένα όνομα αλλιώτικο τελείως διαφορετικό από κείνο τού άντρα τους, και τότε κανένας δεν διανοείται να ρωτήσει «τί τό ’κανες τό σίγμα εκείνο τό τελικό που έχει τό όνομα με τό οποίο φωνάζουμε τόν άντρα σου ; ». Έτσι, η πραγματικότητα δείχνει πως η χειραφέτηση, η ελευθερία ισότης αδελφότης και ο φεμινισμός λύνουν και τά προβλήματα τής γλώσσας.

Επιπλέον τό κατέβασμα τού τόνου στην γλώσσα μας δεν υπάρχει πια : γι’ αυτό και λέγαμε η δικτατορία τού παπαδόπουλου (ενώ για τή γυναίκα του λέγαμε η δέσποινα παπαδοπούλου (μολονότι στο σύνθημα «δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή δέσποινα και μπρος» δεν αναφερόταν τό επώνυμο (και άργησα κάπως να μάθω ότι τό σύνθημα είχε ξαναειπωθεί πριν τή δικτατορία ως : «δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή μάνα σου και μπρος» για κείνον τον μαμόθρεφτο βασιλιά που υπήρχε τότε))), έτσι λοιπόν είχαμε ως δικτάτορα τόν παπαδόπουλο, και ως απειλή τό σύνταγμα τού παπαδόπουλου, αλλά τήν κυρία παπαδοπούλου : εδώ φαίνεται και η υποκρισία τών αντρών όσον αφορά τό γλωσσικό μας ζήτημα : τή ζωντάνια τής γλώσσας τή θέλουνε δηλαδή για τούς εαυτούς τους μονάχα, στις αρλουμπολογίες μεν μπορούν να αρχαιολογούν, αλλά όταν πρόκειται για τό όνομά τους ασφαλώς και διεκδικούν τή δημοτική, επιφυλάσσουν δε τήν καθαρεύουσα για τή γυναίκα τους – και φορτώνοντας έτσι τίς γυναίκες τους, δήθεν για λόγους καθωσπρεποσύνης, με μια γλώσσα νεκρή είναι σαν να τούς λένε Εμείς ζούμε και θα ζήσουμε, αλλά εσείς κανονίστε και πάρτε τά μέτρα σας, γιατί κανονικά πρέπει να ’στε νεκρές. Πρόκειται ασφαλώς για μια υπεράσπιση τής δημοτικής στα μουλωχτά και από τήν ανάποδη.

Απ’ τήν άλλη μεριά όμως δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω και μια νοηματική πονηριά που συμβαίνει υπογείως εδώ, με όλες δηλαδή τίς γυναίκες όταν τύχει τό όνομα τού άντρα τους (ή και τού πατέρα – μην τό ξεχνάμε κι αυτό) να είναι σε μια γενική που κατεβάζει απ’ τ’ αρχαία χρόνια τόν τόνο : η πονηριά στην περίπτωση αυτή είναι γλωσσική δηλαδή με τόν πιο εσωτερικό ας πούμε τρόπο : επειδή ακριβώς στην ζωντανή και τήν φυσική μας κουβέντα ο τόνος στην γενική δεν κατεβαίνει πλέον σχεδόν ποτέ, και λέμε ας πούμε τού πόλεμου τού αντίπαλου τού παράδεισου τού απάνθρωπου τού ξενέρωτου τού αβίωτου και τά λοιπά, στην περίπτωση που μιλάμε ξαφνικά μ’ έναν τύπο μιας γλώσσας νεκρής είναι σαν να απονεκρώνεται και να ακυρώνεται και να χάνει τό νόημά της και η ίδια η έννοια τής κτήσεως : ο παλιός νεκρός τύπος δηλαδή απονεκρώνει και τήν ίδια τήν έννοια τής γενικής ως πτώσεως κτητικής και τήν κάνει επομένως ασήμαντη : νά πώς υπεισέρχεται ο χέγκελ στον σωσσύρ : η πονηρία τού λόγου στο πεδίο τής γλώσσας.

 

«βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

 

 

φωτογραφιες :
αγγλικα επικαιρα 1913 (κηδεια εμιλυς νταβισον) / edward keating

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Μαρτίου 25, 2016

ευχαριστω, κυριε παπαδιαμαντη

 

 

 

«Τον ειδα σκυμμενον ωρας ολοκλήρους εις γραφεια εφημεριδων, να μεταφραζη αρθρα, μυθιστορηματα, ειδησεις, τηλεγραφηματα, χαμενον παντα πισω απο ενα βουνον αγγλικων εφημεριδων, περιοδικων, βιβλιων.

Για τις εφημεριδες οπου συνεργασθηκε [ ] δεν ητανε ο μεγαλος διηγηματογραφος, ητανε [ ] ο ταπεινος μεταφραστης.

Στο “Αστυ” εφτανε αργα παντα, τρυπωνε στο γραφειο του, χωρις να πλησιαση  κανεναν και ριχνοτανε στη δουλειά, για να ξαναφυγη παντα με τον ιδιο τροπο. Καποτε τον εβλεπα μόνο να μπαινη μεσα στο γραφειο τού κ. Κακλαμάνου, αλαφροπατωντας σαν ησκιος, να προχωρη προς το τραπεζι τού διευθυντη, ν’ αφηνη τα χειρογραφα του, χωρις να πη λεξη, και να φευγη βιαστικα, περπατωντας συρριζα στον τοιχο, [ ] Οσοι δεν τον γνώριζαν, καθως ητανε κακοντυμενος, με ξεφτισμενες παντα τις ακρες τών μανικιων του, μπορουσαν να τον παρουν και για υπηρετη τού γραφειου. Και μόνο ο σεβασμος, με τον οποίον ο κ. Κακλαμανος τού ξαναλεγε, καθε φορά, παιρνοντας τα χειρογραφα του : “ευχαριστω, κυριε Παπαδιαμαντη…”, σκορπιζε την ανάξια αυτη, αλλά τοσο φυσικη, παρεξηγηση.» *

 

σαν να μιλουσε τουλαχιστον για μενα (και κανονικα για ολους μας) αυτος ο (αγνωστος μου) κ. κακλαμανος, λεγοντας του καθε φορά αυτο το «ευχαριστω κυριε Παπαδιαμαντη» (κι ουτε κυριε Κοσμοκαλογερε, ουτε κυριε Αγιε των γραμματων μας, ουτε κυριε Μπαρμπαλεξανδρε, ουτε καμιά αλλη απ’ αυτες τις, συνηθισμενες στην ελληνικη θρησκευόμενη ευρηματικη αμετροεπεια, μαλακιες)

ο παπαδιαμαντης εξακολουθει να μην αναγιγνωσκεται σωστα κατα τη γνωμη μου στη χωρα αυτη οπου υποτιθεται οτι μιλαει την ιδια γλωσσα μαζι του, και καμία εντυπωση δεν μου κανει που ο μόνος (κριτικος) που τον διαβασε καπως σωστα ηταν αλλογλωσσος** . Με τον παπαδιαμαντη μάς χωριζει θα ’λεγε κανείς οχι μόνο η ίδια γλωσσα (που κι αυτη μάς χωριζει) οσο η ίδια χωρα : κι οταν λεω γλωσσα δεν εννοω την «καθαρευουσα του» – οταν ειμαστε εμεις στο σχολείο χρησιμοποιουσαμε γλωσσαρι για τη δημοτικη του – οσο ακριβως μάς χωριζουν οι ίδιοι άνθρωποι που τοτε τον εβλεπαν με σεβασμο ως υπηρετη (ή τελος παντων και κατα παραχωρηση φτωχον) και σημερα με τον ιδιο ανιδεο και ιδιοτελη σεβασμο ως θρησκευομενο ανθρωπο. Πιθανως αν ηταν γαλλος ή γερμανος οι παρεξηγησεις να μην υπηρχαν (ή να ειχαν ηδη διαλευκανθει), γραφοντας στα ελληνικα δεν τον χωραει – ακομα και σημερα – ο τοπος.

παρ’ ολ’ αυτα, ή ακριβως γι’ αυτα, ειναι ακρως (και επιθετικα) ερωτικος, και ακρως (και ανυποταχτα) ερωτευμενος συγγραφεας ο παπαδιαμαντης : μη γελιομαστε, θρησκευόμενη και χρηστομαθή ηθογραφια εκαναν πολλοι και οχι μόνο συγχρονοι του, αλλά μαλιστα και συγγενεις του : Να πω λοιπον τωρα κι εγω ενα ανεκδοτακι : Πριν απο χρονια, τοτε που ημουν πολυ μεγαλυτερη απ’ ο,τι ειμαι τωρα, και ζουσα σε μια πολυ πιο μακάρια εποχη απ’ αυτη που ζω τωρα και ειχα τριγυρω και φιλους και ημουν και ερωτευμενη με τη ζωη μου, ειχα ολη τη μακαρια διαθεση – και τις μακαριες ομολογουμενως συνθηκες – να διαβαζω καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη, ολα τα μυθιστορηματα τού ντοστογιεφσκυ και ολα τα διηγηματα τού παπαδιαμαντη

για τον ρωσο ειχαμε ως γνωστο την τυχη στην ελλαδα τών μεταφρασεων τού αρη αλεξανδρου στις εκδοσεις γκοβοστη (στις οποιες μεταφρασεις χώθηκαν κατα καιρους και δύο γυναικες – τη μία την κοραλία μακρη τη θυμαμαι, της αλλης δυστυχως το ονομα το ξεχναω – μολονοτι αυτην τη δευτερη, μια γλυκύτατη γηραια κυρια, την ειχα συναντησει μια μερα στο βιβλιοπωλειο στην πεσμαζόγλου (ανεβαινοντας εγω τα σκαλακια μετα απο μια αγορα, κατεβαινοντας, πολυ προσεκτικα, εκεινη) – την προσφωνησανε με σεβασμο οι υπαλληλοι γι’ αυτο και την αναγνωρισα κι εγω (και νά που τωρα δεν θυμαμαι τ’ ονομα της…))*** πρεπει λοιπον παρεμπιπτοντως να πω, με τη δεουσα αιδω και καταισχυνη, οτι το μόνο βιβλιο τού ντοστογιεφσκυ που δεν μού αρεσε καθολου (εκτος απο μερικες σκηνες) και που εξαυτου ποτέ δεν το ξαναδιαβαζα, ητανε το «εγκλημα και η τιμωρια» : το ευρισκα ιδιαιτερα διδακτικο (ελεγα) ισως, δεν ξερω γιατι, παντως δεν μου αρεσε. Δεν με απασχολησε ομως και καθολου το ζητημα – μεχρι που εκδοθηκε η (ακρως καθαρευουσιανικη φυσικα) μεταφραση τού παπαδιαμαντη, που την πηρα για να την κανω καπου δωρο και αποφασισα πριν τη δωσω να της ριξω μια ματιά : Λοιπον ουτε που την εδωσα δωρο και ουτε που αφησα κατω το βιβλιο σχεδον μεχρι να τελειωσει – κι αυτο ειναι πια απο τα πραγματα που αγγιζουν περιπου τα ορια του υπερφυσικου : εκτος κι αν καταλαβει κανεις (εστω και αργα δηλαδη) (στο συνολο του δηλαδη πια) τον παπαδιαμαντη :

το βιβλιο δηλαδη στη μεταφραση τού παπαδιαμαντη, με ολη κεινη του την αφυσικη υποτιθεται καθαρευουσα, δεν απεπνεε ουτε κουκουτσι διδακτικοτητας, και επιπλεον ξεχειλιζε απεριγραπτα απο ερωτα : οχι ευγενη αισθηματα και αγαπες και τετοια – ενδεικτικα και κυριολεκτικα, θυμαμαι καθισα μετα και συγκρινα, οτι οντως, εκει που οι αλλοι μεταφραζανε «αγαπη» ο κοσμοκαλογερος μετεφραζε «έρωτα» – που αναρωτηθηκα κι εγω χαζα αν ειχα συνειδητοποιησει στο παρελθον τον ογκο τού ενσωματωμενου και μασιφ και ανεκδιηγητου (κυριολεκτικα ανεκδιηγητου εδω) ερωτισμου στη γλωσσα και τις υποθεσεις και τις προθεσεις τού καθημας (δλδ τους κριτικους (μας)) αγίου. Ομως για να γινω πιο ακριβης : πρεπει να τα ειχα δει φυσικα, και να τα ειχα νιωσει, ομως δεν τα ειχα καταλαβει – διοτι διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη καθε χρονο, με παρασερνε το συμπαν : συνεπως επρεπε να εισβαλει στη ζωη μου «διαμεσολαβημενος» μεσω μεταφρασης ο σκιαθιτης, για να εκβαλει ακολουθως και «αμεσα» μετα ο ερωτισμος τού συμπαντος του εις την νησον της βλακειας και της τυφλωσης μου.

ακριβως (υποθετω) διοτι ποτέ μεχρι τοτε δεν ειχα αναρωτηθει τί ηταν αυτο που με συνεπαιρνε και με υπνωτιζε, τι πραγμα ηταν αυτη η χαρα που ενιωθα διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη (καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη). Για τον ρωσο δεν απορουσα, ηξερα και ημουνα εντελως σιγουρη : η «απολαυση» μαζι του που δεν ηταν ποτε εκεινη η ανεπαναληπτη τής πρωτης φοράς, μετασχηματιζοταν και συνεχιζοταν καθε φορά, στο μετεπειτα, ως η ιδιοτελης χαρα στη διερευνηση των άπειρων λεπτομερειων – συνεπως δεν ηταν ισως πια ακριβως «απολαυση», αλλά ικανοποιηση μιας κακοηθεστατης, αλλά και συμπαθεστατης πιθανως (οπως μπορει να τού φαινοτανε τού ιδιου αν ηταν στις καλες του οταν θα με παρακολουθουσε), περιεργειας : τον ρωσο τουτεστιν μετα την πρωτη φορα τον διαβαζα σαν να μου εκανε πια μαθημα, καθε φορα σε καθε του βιβλιο ανακαλυπτα κρυμμενα κολπα αρχιτεκτονικα, αριστουργηματα μηχανικης και στερεωσης τού κτισματος, απυθμενα βαθη τής φαινομενικης ελαφροτητας και προχειροτητας, τρυπες και πορτες και παραθυρα αυλες ταρατσες και σωληνωσεις κολωνες και στηριγματα – ακομα και τη λειτουργικοτητα που μπορει να εχει ενας αδιεξοδος διαδρομος ή ενα κλειστο παραθυρο καρφωμενο για να μην ανοιξει ποτέ – ετσι που ειχα (μετα απο χρονια) την εντυπωση οτι τον ειχα ακουσει προφορικα να μου μιλαει για τη δουλεια του. Και ηξερα πια, μετα απο χρονια ακριβως, οτι ειναι ο μονος δασκαλος για το μυθιστορημα αυτος ο ζοφερος ανθρωπος με το απιστευτο χιουμορ ( : απο τα πιο σκοτεινα του, και το «υπογειο» και «ο σωσιας» και (το αγαπημενο μου) «ο εφηβος» πλεουνε σ’ ενα περιβαλλον ξεκαρδιστικης ειρωνειας – εχουνε μα την αληθεια ξεκαρδιστικες σκηνες). Ξερω πως δεν θα μπορουσα ποτε να γραψω πραγματικα μυθιστορημα αν δεν ειχα διαβασει τον ντοστογιεφσκυ, και ολοι οι αλλοι, οσο κι αν τούς αγαπησα, κι οσα κι αν εμαθα απ’ αυτους, δεν θα μπορουσαν ποτέ να με βοηθησουν να καταλαβω το μυθιστορημα, αν δεν ειχε προϋπαρξει το, μικρονοϊκο σχεδον στη λεπτομερεια και τη σχολαστικοτητα του, φροντιστηριο που μου εκανε τοσα χρονια αυτος. Ακομα κι αν σημερα δηλαδη τον αρνεισαι ή τον συχαινεσαι ή τον μισεις ή τον περιφρονεις, ή τον βαριεσαι πια (εγω ας πουμε τωρα δυσκολα πιανω να τον ξαναδιαβασω) αν γραφεις μυθιστορημα ξερεις οτι ειναι ο μεγαλος σου κι ο αγαπημενος σου κι ο χιλιοδιαβασμενος σου κι ο πιο βασανισμενος σου ο δασκαλος σου.

καμία σχεση ομως, σαφεστατα και ολοκαθαρα, ολ’ αυτα με κεινο το πραγμα που μοιαζει τοσο με υπνωση και χαρα συγχρονως και που σε κατακλυζει ξεχειλιζοντας στο δωματιο και στην απλη σκεψη – στο πλησιασμα εστω κι απο μακρια – ακομα κι απο τη στιγμη τής αοριστης αποφασης οτι θα τον ξαναπιασω στα χερια μου – του παπαδιαμαντη : και σαμπως λεγοντας οτι ειναι ερωτικος λεω και τιποτα σπουδαιο ; δεν ειναι δυνατον να μιλησω για τον παπαδιαμαντη, θα ’πρεπε να ’μαι παπαδιαμαντης για να εξηγησω τη γοητεια που ασκει πανω μου ο παπαδιαμαντης : (καποτε στις αρχες μπορουσα να μιλαω για κεινον τον ερωτα του για τις γυναικες, για κεινη του τη νοσταλγό τόπων – που διεψευσε και τσακωθηκε κατευθειαν και με τον φλωμπερ του οποίου η ηρωιδα «αναζητουσε συγκινησεις και οχι τοπία» – εκεινη τη γυναικα που δεν θελει να ζησουν οι αλλες γυναικες αυτα που η ιδια ξερει και εζησε, εκεινους τους ερωτευμενους ανθρωπους πανω στο χιονι : οχι, ουτε οι αλλες γυναικες ουτε οι αλλοι αντρες ουτε τ’ αλλα παιδια : οχι, ουτε οι λεξεις ουτε η γλωσσα ουτε καν η «περιφημη» ατμοσφαιρα) : αυτο που με πλημμυριζει, εμένα προσωπικα, στη σκεψη τού παπαδιαμαντη ακομα και στην αναμνηση της πεζογραφιας του, δεν μπορει να ειπωθει αλλιως παρα μονάχα σαν κατι πολυπλοκο οπως η λεξη χαρα, αυτη η αοριστη παιδικη λεξη.

και ειναι μια χαρα σα βυθισμα, και σαν προοπτικη βυθισματος, σε κεινους τούς μαυρους πανυψηλους μυστηριους καθρεφτες στα πιο αλλοκοτα τής παιδικης μας ηλικιας λουνα παρκ – με ολον τον θορυβο και τη βαβουρα τών πραματευτων, των γονιων, των παιδιων, και των αλλων παιχνιδιων τριγυρω. Αν θελησω να το θυμηθω θα πω οτι ειχαμε την εντυπωση πως παιρνοντας την αδεια να μπουμε σε κεινην τη σκοτεινη σπηλια με τους καθρεφτες ειχαμε την επιγνωση οτι πηγαινουμε σε κατι ανεκδιηγητα κι απαγορευτικα δικο μας – και οχι μόνο δεν φοβομαστε την παραμορφωση που μάς περιμενε ακινητη κι αχορταγη (και που, μολονοτι την ξεραμε, ποτέ δεν τη βρισκαμε ιδια, ουτε και τη βαριομαστε) αλλά τη φανταζομαστε κιολας μονιμα εναλλασσόμενη και περιμεναμε τις καινουργιες της εκφανσεις καθε φορα (και μαλιστα ανυπομονα) σαν αυτο το επιτελους εντελως μυστικο και ουσιαστικα ανεκφραστο να ητανε επιτελους το κομματι τού κοσμου το πιο δικο μας.

υψώνονταν γυρω μας τεραστιοι οι μεγαλοι καθρεφτες, και χάνονταν το υψος τους στα μυστικα υφασματα τής οροφης, κι ο,τι βλεπαμε πανω τους, οσο ασχημο κι αν ηταν ή αναπαντεχο, ηταν παντα μια μορφη τής ελευθεριας μας να ειμαστε αλλοι κι αλλιως και αλλού. Και ποτέ δεν προσεχεις τις ταπεινες ή φτενες διαστασεις τού δωματίου κι οι καθρεφτες δεν μιμουνται τιποτα αλλά σού γελανε, σου μιλανε, και σε περιμενουν.

πηγαινεις υπνωτισμενη στο παναρχαιο, το ολοκαινουργιο και το ολοσκοτεινο ξανα, στο δικο σου ξανα, σα να μην ειχανε τελος τα βασανα και οι καημοι του καθρεφτη σου αυτου του κοσμου.

 

 

 

 

* απο γραπτα του παυλου νιρβανα για τον παπαδιαμαντη, στα αυτια τής εκδοσης τού «αόρατου», εκδοσεις κιχλη

** γκυ σωνιέ

*** αργοτερα τό θυμηθηκα : το ονομα τής μεταφραστριας ητανε στέλλα βουρδουμπά

εδω η (εξαντλημενη, και μη επανεκδοθεισα) μεταφραση τού ντοστογιεφσκυ για το εγκλημα και τιμωρια

 

 

πηγη

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 15, 2014

«για τήν ομορφιά»

 

 

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν μάς αρέσει να μιλούμε για τήν ομορφιά. Μήπως αυτή η λέξη και έννοια δεν είναι μια πηγή πλήξης ; Και η ομορφιά δεν είναι άραγε μια ιδέα υπέροχης ωχρότητας, ένα δασκαλίστικο όνειρο ; Λένε πως στηρίζεται σε νόμους· αλλά ο νόμος μιλάει στη διάνοια και όχι στο συναίσθημα, τό οποίο δεν αφήνει τή διάνοια να τό χειραγωγεί. Εξού και η ανία που δημιουργεί η τέλεια ομορφιά και δεν μπορεί κανείς να τής συγχωρήσει τίποτε. Τό συναίσθημα θέλει πραγματικά να έχει κάτι να συγχωρήσει, αλλιώς χασμουριέται και γυρίζει τήν πλάτη. Για να εκτιμήσει κανείς με ενθουσιασμό τό απλώς τέλειο πρέπει να είναι αφοσιωμένος στο νοητό και υποδειγματικό, μια δασκαλίστικη υπόθεση. Είναι δύσκολο ν’ αποδοθεί βάθος σ’ αυτόν τόν εγκεφαλικό ενθουσιασμό. Ο νόμος δεσμεύει μ’ έναν εξωτερικά διδακτικό τρόπο· εσωτερική δέσμευση προκαλεί μόνον η μαγεία. Η ομορφιά είναι μια μαγική συναισθηματική επίδραση, πάντοτε μισότρελη, πολύ ασταθής και εύθραυστη ακριβώς ως επίδραση. Βάλε πάνω σε ένα ωραίο σώμα ένα άσχημο κεφάλι, και αμέσως τό σώμα δεν θα είναι ωραίο, δηλαδή δεν θα συγκινεί πια τό συναίσθημα – τό πολύ στο σκοτάδι, αλλά τότε θα πρόκειται για απάτη. Πόση απάτη, πόσα ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα, πόση κοροϊδία δεν σχετίζονται με τό πεδίο τής ομορφιάς ! Και γιατί ; Επειδή μονομιάς είναι και πεδίο τού έρωτα και τού πόθου, επειδή εδώ ανακατεύεται τό φύλο, η σεξουαλικότητα, και καθορίζει τήν έννοια τής ομορφιάς. Ο κόσμος τών παρασκηνίων είναι γεμάτος από ιστοριούλες για νεαρούς που, μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες, έπαιρναν τά μυαλά τών αντρών, για δεσποινίδες που, φορώντας παντελόνια, μπορούσαν να εξάπτουν τά πάθη τών ομοίων τους. Η αποκάλυψη αρκούσε για να σβήσει κάθε συναίσθημα, αφού η ομορφιά έχανε τήν πρακτική της σημασία. Η ανθρώπινη ομορφιά ως συναισθηματική επίδραση είναι ίσως μόνο μαγεία τού φύλου, παραστατική εμφάνιση τής ιδέας τού φύλου, και θα ήταν προτιμότερο να μιλούμε για έναν τέλειο άντρα, για μια εξαιρετικά θηλυκή γυναίκα παρά για έναν όμορφο ή για μια όμορφη, ενώ μόνο με κατανοητή αυθυπέρβαση μια γυναίκα αποκαλεί όμορφη μιαν άλλη, όπως και ένας άντρας έναν άλλο άντρα. Περιπτώσεις στις οποίες η ομορφιά θριαμβεύει πάνω στην προφανώς μη πρακτική ιδιότητα και αποδεικνύει τήν απόλυτη δύναμη συναισθηματικής επίδρασης είναι μεν λίγες, αλλά υπάρχουν αποδεδειγμένα. Εδώ έρχεται να παίξει τόν ρόλο του τό στοιχείο τής νεότητας, δηλαδή μια μαγεία που τό συναίσθημα πολύ συχνά τή συγχέει με τήν ομορφιά, και έτσι η νεότητα, όταν δεν εξουδετερώνεται η έλξη της από πολύ ενοχλητικά ελαττώματα, συνήθως θεωρείται απλώς ως ομορφιά – και μάλιστα ακόμη και από τούς ίδιους τούς νέους, όπως δείχνει σαφέστατα τό χαμόγελό τους. Η χάρη είναι δική τους : μια μορφή έκφανσης τής ομορφιάς, που από τή φύση της κυμαίνεται στη μέση μεταξύ τού αρσενικού και τού θηλυκού. Ένας νεαρός δεκαεφτά χρονών δεν είναι ωραίος υπό τήν έννοια τής τέλειας αρρενωπότητας. Δεν είναι επίσης ωραίος υπό τήν έννοια μιας απλώς μη πρακτικής θηλυκότητας – αυτό θα ήταν ελκυστικό μόνο για ελάχιστους. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι η ομορφιά ως νεανική χάρη γέρνει πάντοτε ελαφρά προς τή θηλυκότητα από ψυχική και εκφραστική άποψη· αυτό έγκειται στη φύση της, στην τρυφερή της σχέση προς τόν κόσμο και στη σχέση τού κόσμου προς τήν ίδια, και ζωγραφίζεται στο χαμόγελό της. Είναι αλήθεια ότι ένας δεκαεφτάχρονος μπορεί να είναι πιο ωραίος από μια γυναίκα και έναν άντρα, ωραίος όπως μια γυναίκα και ένας άντρας, ωραίος και από τίς δύο πλευρές και με κάθε τρόπο, όμορφος και ωραίος, έτσι που να τόν χαζεύουν και να τόν ερωτεύονται τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες.

 

thomas mann «ο ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού»

 

 

 

 

 

 

τό απόσπασμα είναι από τήν αρχή τού δεύτερου τόμου, «ο νεαρός ιωσήφ», και μολονότι δεν δίνει μια πλήρη εικόνα για τό περιεχόμενο τού βιβλίου, μού άρεσε γιατί δίνει μια νύξη για τήν αμφιφυλόφιλη διάθεση τού ίδιου τού μαν στη ζωή του – έτσι όπως τήν μαθαίνουμε από τά ημερολόγιά του – είναι πολύ ωραία τά αποσπάσματα που ανακαλύπτει και δηλώνει ότι μπορεί να είναι ερωτευμένος με τόν 14χρονο γιο του (τόν κλάους)

παρ’ όλ’ αυτά τό βιβλίο είναι πολύ πλατύτερο

καταρχάς, δεν ξέρω βιβλίο για τήν ιστορία τής μυθολογίας (γιατί ουσιαστικά περί αυτού πρόκειται) που να ’χει συλληφθεί, και γραφτεί, με περισσότερο χιούμορ. Και εξάλλου δεν ξέρω βιβλίο τού τόμας μανν που να ’χει γραφτεί με τόσο κέφι – σχεδόν γελάει, σε κάθε πρόταση –. Και ακριβώς τό ελαφρώς ιερατικό ύφος τής αφήγησης υποκρύπτει μια τέτοια ειρωνεία που προκαλεί και πραγματικό γέλιο τίς στιγμές που ένας επιμελημένα καθημερινός και απρόσεκτος διάλογος μάς επαναφέρει στον άδοξο χρόνο τού ίδιου τού μαν, αφηγούμενου. Από τήν άλλη βέβαια ο αφηγητής έχει στη διάθεσή του όλα τά όργανα τού βάθους – από τήν ψυχανάλυση, ώς τήν λεπτομερή (υποθέτει κανείς) γνώση τών ιερατικών κειμένων, και ώς τίς πιο λεπτεπίλεπτες ικανότητες τού ταλέντου του για κατανόηση – τού πόσο αμφίσημο είναι τό έργο που έχει αναλάβει : οφείλει να αποκαθηλώσει τά ιερατικά κείμενα τής εβραϊκής παράδοσης, καταδείχνοντας τή ρεαλιστική τους καταγωγή – και τό ψέμα. Έτσι σε κάθε πρόταση σού γεννιέται ο πειρασμός να ανατρέξεις στα γνήσια κείμενα (τήν «παλαιά διαθήκη») και τήν ίδια στιγμή σού αναχαιτίζει τόν ενθουσιασμό, ο ενθουσιασμός τού ίδιου τού κειμένου : σού γεννιέται η ελπίδα ότι «ανατρέχοντας στις πηγές» θα βρεις τήν αλήθεια πίσω από τό κείμενο, που τήν ίδια στιγμή σέ καθηλώνει στην άλλη ελπίδα : πως ό,τι αληθινότερο θα μπορούσες να διαβάσεις για τή συγκεκριμμένη μυθολογία και όλες τίς μυθολογίες βρίσκεται ήδη στα χέρια σου, και τό έχεις μπροστά στα μάτια σου

για μένα είναι τό πιο απολαυστικό βιβλίο τού τόμας μαν, τό οποίο επιπλέον είναι στην πραγματικότητα μια saga τέσσερα ογκώδη βιβλία (στην πολύ καλή μετάφραση τού λευτέρη αναγνώστου) (άρχισα να τό διαβάζω τόν σεπτέμβριο στις διακοπές μου μαζί με κάτι άλλα, τά άλλα τελειώσανε αυτό κρατάει ακόμα)

 

 

 

 

φωτο

 

 

 

 

 

 

Μαΐου 23, 2014

ο πιτσιρικάς στην κομμούνα

.

.

.

.

αναδημοσίευση από τό περιοδικό «στάχτες» τού ποιητή και εικαστικού στράτου φουντούλη / αγριμολόγου
για τήν επέτειο τής ματωμένης βδομάδας, τή σφαγή τής κομμούνας

 

Σε δύο σχεδόν συνεχόμενες ημερομηνίες θα γράψει εκείνα τά δυο καταπληκτικά γράμματα σε κείνους τούς δύο καθηγητές. Έχει τίποτα ο μάϊος και τόν εμπνέει ; Τρίχες κατσαρές και καθαρές συμπτώσεις, τή δεύτερη φορά έπεσε κατά σύμπτωση μέσα στην κομμούνα. Αλλά τί νόημα έχει η λέξη σύμπτωση, όλα είναι και τρελλά κι ολοκάθαρα : τόν ιούλιο τού 70 ο ναπολέων ο 3ος είχε κηρύξει τόν πόλεμο στα καλά καθούμενα στους γερμανούς. Τόν αύγουστο ο μικρός πουλάει διάφορα βιβλία που ’χε κερδίσει σε βραβεία και παίρνει τό τραίνο να πάει στο παρίσι να δει με τά ίδια του τά μάτια (όπως νομίζει) τήν πτώση τής αυτοκρατορίας. (Τόν πιάσαν και τόν κλείσαν και φυλακή γιατί δεν είχε κι όλα τά λεφτά να πληρώσει τό τραίνο). Έγραψε τότε στον δάσκαλο τού 1ου γράμματος ζητώντας βοήθεια και τρέξαν κάτι θειάδες αυτουνού να τόν βοηθήσουν – αλλά τελικά επεμβαίνει η μάνα του να τόν φέρουν πίσω στην σαρλβίλ (τήν πόλη του). Σε δέκα μέρες τό ξανάσκασε κι αυτή τή φορά πήγε στο βέλγιο μάλιστα προσπάθησε να γίνει και δημοσιογράφος (θυμόμαστε καλά εκείνο τό «τί μέ νοιάζουν εμένα τά λατινικά τους, εγώ δημοσιογράφος δεν πρόκειται να γίνω»). Έγραψε απλώς εκεί στο σαρλερουά ένα σωρό ποιήματα. Τελικά ξαναεπεμβαίνει η μάνα του και τόν ξαναφέρνουν στο σπίτι. Στις 4 σεπτεμβρίου οι γάλλοι επαναστάτες μπήκανε στη βουλή κι ανακήρυξαν τή δημοκρατία. Ο ναπολέων είχε παραδοθεί. Στις 19 σεπτεμβρίου οι γερμανοί είχαν αρχίσει να αποκόβουν τό παρίσι. (Αυτή η πολιορκία τού παρισιού θα κρατήσει όλο τό φθινόπωρο όλον τόν χειμώνα και τήν άνοιξη). Στις 5 ιανουαρίου οι πρώσοι αρχίζουν να βομβαρδίζουν τό παρίσι κι αρχίζει συγχρόνως και η μεγάλη η πείνα. Στις 18 ιανουαρίου η κυβέρνηση τού βίσμαρκ εγκαθίσταται στις βερσαλίες και υπογράφεται η ταπεινωτική συνθήκη για τούς απέναντι. (Έχουμε μπει στο 1871). Στα μέσα ιανουαρίου οι γάλλοι επαναστάτες κάνουν μια δεύτερη εξέγερση (μια πρώτη είχε γίνει τόν οκτώβριο) για να ρίξουν τήν κυβέρνηση. Στις 8 φεβρουαρίου γίνονται νέες εκλογές και οι συντηρητικοί υπερισχύουν και βγάζουν τόν θιέρσο. Είναι η στιγμή ακριβώς που ο μικρός τό σκάει για τρίτη φορά απ’ τό σπίτι του να πάει στο παρίσι : δεν αντέχει άλλο να ’ναι μακρυά, και περνάει έτσι 15 μέρες εκεί σε τρομαχτική ερήμωση και πείνα. Γυρνάει τελικά στη σαρλβίλ με τά πόδια περνώντας μέσα από τίς πρωσικές γραμμές (οι πρώσοι θα μπούνε στο παρίσι τήν 1η μαρτίου). Στο σπίτι του ο ρεμπώ όταν γυρίζει γράφει ένα «κομμουνιστικό σύνταγμα» τό οποίο δεν σώζεται (κατά πάσα πιθανότητα τό ’φαγε λυσσασμένα η μαμά του). Στο τέλος αυτού τού φεβρουαρίου, στις 28, ο θιέρσος υπογράφει τή συνθήκη με τόν βίσμαρκ εκείνη που τού παραχωρεί τήν αλσατία και τήν λωραίνη. Οι πρώσοι μπαίνουν στο παρίσι για ν’ αποχωρήσουν λίγο αργότερα και να διασκεδάσουν από μακρυά με τά παθήματα τής γαλλικής κυβέρνησης μια που στις 28 μαρτίου τού 1871 ανακηρύσσεται η κομμούνα τού παρισιού :

Οργανώνεται κυβέρνηση με επιτροπές. Οι γάλλοι επαναστάτες έχουν μαζί τους κυβερνητικά στρατεύματα που απογοητευμένα από τή συνθήκη που υπογράφτηκε στρέφονται εναντίον τού θιέρσου. Οι γερμανοί παρακολουθούν αμέτοχοι. Από κει που είχαν εγκατασταθεί στην αρχή εντελώς εκδικητικά στις βερσαλίες φεύγουν τώρα κι αφήνουν τίς βερσαλίες στην γαλλική κυβέρνηση να δούνε τί θα τίς κάνει. Η κομμούνα προωθεί τήν δύναμη τών δήμων (στα γαλλικά ο δήμος λέγεται κοινότητα όπως κι εδώ στα χωριά, – ή commune) έναντι τής κεντρικής κυβέρνησης, ζητά διαχωρισμό τής εκκλησίας από τό κράτος και διάφορα άλλα ωραία μέτρα ισότητας. Στη σαρλεβίλ ο μικρός είναι χωμένος στη δημοτική βιβλιοθήκη και συνέχεια διαβάζει. Τά βιβλία που ζητάει σκανδαλίζουν τούς βιβλιοθηκάριους γιατί ζητάει συνεχώς βιβλία για σοσιαλισμό μαγείες αλχημείες και όλες τίς ανήθικες λογοτεχνίες και οι βιβλιοθηκάριοι τόν θεωρούν πολύ μικρόν : αυτός γράφει ποιήματα εναντίον τους. Τόν απρίλιο τού 71 οι κομμουνάροι γίνονται ακόμα περισσότερο επαναστάτες ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική. Τά στρατεύματα τής κυβέρνησης τών βερσαλιών φτάνουνε στο παρίσι. Φωτιές καίνε τόν κεραμεικό και άλλα πανέμορφα κτήρια. Τόν απρίλο και τόν μάϊο η πείνα φτάνει στο αποκορύφωμα και οι παριζιάνοι σκοτώνουν πλέον και τρώνε και τά ελάχιστα ζώα που υπήρχαν στον ζωολογικό κήπο αφού τούς τέλειωσαν οι γάτες τά ποντίκια κι οι σκύλοι που υπήρχαν στον δρόμο. Ταυτόχρονα οργανώνονται όσο μπορούνε, οι δε γυναίκες αποδεικνύονται ηρωικές. Η ένωση γυναικών κομμουνάρων παίρνει μέρος στην οργάνωση τής άμυνας και πολύ συχνά έχει τήν ευθύνη τών οδοφραγμάτων. Οι κομμουνάροι πιάνουν ομήρους και συχνά τούς εκτελούν. Είναι ο μάϊος τού 71, η εποχή που ο μικρός έχει τρελλαθεί εκεί στο σπίτι του. Αυτήν τήν εποχή γράφει εκείνα τά δύο φοβερά γράμματα στους δυο του δασκάλους. Είναι η ίδια εποχή που έχει γράψει (μάλλον τού αρέσει) τό ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΝΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (η άνοιξη είναι φανερό ότι είναι πλέον εδώ γιατί …) : η συμπεριφορά του μέσα στην πόλη είναι απολύτως επιπλέον τώρα προκλητική και γράφει όπου βρει σε δημόσια κτήρια και πάνω στους φράχτες με κιμωλία (όπως παραδίδεται) Merde à Dieu κάτι που μόνο μ’ ένα Γαμώ τό Θεό σας θα μπορούσε να μεταφραστεί ή αν θέλαμε νά ’μαστε πιο κοντά στον γαλλισμό κάτι σαν Σκατά στα μούτρα τού Θεού, και τά τέτοια. Μια μέρα ένας νεαρός υπάλληλος κάποιου μαγαζιού τού δίνει επιδεικτικά λεφτά να πάει να κουρευτεί κι αυτός τά παίρνει και διασκεδάζει με τούς φίλους του ότι τώρα θ’ αγοράσουν ταμπάκο. Από τίς 21 μέχρι τίς 28 μαΐου στην Κομμούνα συμβαίνει αυτό που έχει εθισθεί να λέγεται Ματωμένη Βδομάδα : Τά στρατεύματα τού θιέρσου μπαίνουν στο παρίσι και νικούν τούς κομμουνάρους, ακολουθεί η Τρομοκρατία τού Θιέρσου : εκτελούνται κομμουνάροι και συνοδοιπόροι αδιακρίτως. (Αυτά τά ξέρουμε κι εμείς εδώ, μπορούμε να τά φανταστούμε από τόν δικό μας εμφύλιο). Μιλάνε τελικά για 35.000 θύματα τής τρομοκρατίας σε νεκρούς και χιλιάδες φυλακισμένους και άλλους που στέλνονται σε διάφορες εξορίες. Στο Τείχος τής Κομμούνας στο Père Lachaise ακόμα υπάρχουν τελετουργικά από πιστούς αυτής τής επανάστασης και όλων τών άλλων επαναστάσεων που θυμίζουν αυτήν τήν εκατόμβη. Αντιστοίχως οι καθολικοί πληρώνουν επιδεικτικά συνδρομές και δήθεν εράνους για να χτιστεί η εκκλησία τής Sacré–Coeur η οποία θα βοηθήσει δήθεν να αποκαθαρθεί η ατμόσφαιρα από τά μιάσματα. (Και αυτά επίσης είναι γνωστά από εδώ και από τόν δικό μας εμφύλιο).

Αυτά ώς τό τέλος μαΐου που κρατάει η ματωμένη βδομάδα : τόν ιούνιο ακολουθεί η κρατημένη ανάσα και σιωπή τού τρόμου και τόν ιούλιο ο μικρός αρχίζει να γράφει μετά μανίας πάλι διάφορα ποιήματα και να τά στέλνει σε διάφορους άλλους : θέλει οπωσδήποτε να μιλήσει με κάποιον. Οι διάφοροι άλλοι αυτοί παίρνουν αυτά τά πράγματα στα χέρια τους και δεν ξέρουν τί να τά κάνουν, εκτός από έναν : Αυτός απαντά με μια πρόταση : Έλα. Για τήν ακρίβεια η πρόταση ολόκληρη είναι : Μεγάλη αγαπημένη ψυχή Έλα, Σέ καλώ, Σέ περιμένω.
Θα φτάσει σπίτι του τέλη σεπτεμβρίου κι εκεί αρχίζει η ιστορία με τόν βερλαίν.

Ανεξάρτητα από τό τί γινόταν τριγύρω της, και τό ποιοί ήταν τριγύρω της άλλοι, τό μόνο που ήξερε να κάνει αυτή και με τό πονηρό γελάκι της τό γαλλικό τό διασκέδαζε, ήταν να σέ πάρει μαζί της στη χώρα αυτή αν μπορούσες. Και μια μέρα λοιπόν μού ξεφουρνίσανε κι έμαθα ότι (στο μικρό της τό όνομα η Ζουβιέ) λεγόταν Αλίς. Κι αυτό όχι μόνο τής πήγαινε, αλλά έπρεπε και να τό περιμένω φυσικά από πάνω,

 

απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»
(κεφάλαιο «α΄ μια σημείωση για άλλους / j’ est une autre»)

 

 

  

 

 

εικονογράφηση : επάνω / οδοφράγματα τής κομμούνας, απρίλιος 1871, γωνία τής πλατείας hôtel de ville και τής οδού rivoli, φωτογραφία τού pierre–ambrose richebourg (σήμερα στο μητροπολιτικό μουσείο τής νέας υόρκης) / σκίτσο τού ρεμπώ από τόν βερλαίν, 1895 / από τίς γυναίκες στην κομμούνα

κάτω / σκίτσο τού ρεμπώ με ξυρισμένο κεφάλι (λεπτομέρεια), ζωγραφισμένο σε γράμμα που έστειλε ο φίλος του συγγραφέας ernest delahaye στον κοινό τους φίλο βερλαίν τόν δεκέμβρη τού 1875 / ξυλογραφία με τίς γυναίκες τής κομμούνας

 

.

.

.

.

.

.

Μαρτίου 18, 2013

μεσολόγγι και ενδοαλβανικά : αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν

.

.

  

.

.

   Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν, μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι; – Μηδέ σε γάμο ρίχνονται μηδέ σε χαροκόπι : η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με ’γγόνια : Ωραία ήτανε λοιπόν τά πράγματα : διότι αρβανίτισσες ή ξε-αρβανίτισσες (γιατί και η λασκαρίνα και η τζαβέλαινα ήταν κι αλλόφυλες κι αλλόγλωσσες και δεν μπορεί να σβήσει αυτό από τή βιογραφία τους με τίποτε) πήγαιναν πάντως με τήν ιδέα τους ότι είμαστε ελεύθερες : οι ιδέες δεν ανήκουν στις γλώσσες βλέπετε : ή μάλλον (για να τό πούμε σύμφωνα με τόν αμερικανό) οι ιδέες οι βασικές είναι ενσωματωμένες σε όλες τίς γλώσσες : Από πάνω απ’ τή βάση αυτή δηλαδή  χτίζονται ύστερα τά οικοδομήματα τά πολλά και διάφορα : και επικοινωνούμε μ’ αυτά και μ’ αυτά κάνοντας τότε τούς μικρούς πήδους τής καλής μας προαίρεσης : (όπως πήδαγαν από πάνω από τό τειχαλάκι στο μεσολόγγι οι αρβανίτες οι απέναντι : ) Διότι έτσι γίνονται οι επικοινωνίες : Μ’ αρέσει πολύ η ιστορία αυτή με τό τειχαλάκι :

   Είναι πολύ γνωστό, για ν’ αρχίσουμε δηλαδή από τήν αρχή, ότι ήταν τόσο πολλοί οι αρβανίτες που πολεμούσαν μαζί με τούς έλληνες εναντίον τούρκων και κοτζαμπάσηδων ώστε πολλές φορές λέγεται ότι τά παραγγέλματα στα μπουλούκια τους οι κλέφτες (κι οι αρματωλοί κι οι οπλαρχηγοί και όλοι) τά δίνανε στ’ αρβανίτικα – είναι επίσης γνωστό ότι όλοι οι έλληνες ξέραν τότε αρβανίτικα για να μπορούν να συνεννοούνται μ’ ένα μεγάλο μέρος που μιλάγαν έτσι σ’ αυτόν τόν στρατό : δεν ήταν ακριβώς δηλαδή ξένη γλώσσα. Μού είχε φανεί λοιπόν ιδιαίτερα χαριτωμένο ένα επεισόδιο που αναφέρεται στα σχετικά με τήν άλωση τού μεσολογγιού χρονικά :

   Οι τούρκοι είχαν κι αυτοί στα στρατά τους αρβανίτες, μωαμεθανούς όμως αυτούς, τούς λεγόμενους τουρκαλβανούς : να προσέξουμε βέβαια εδώ τή διαβάθμιση τών δύο λέξεων – πόσο δηλαδή η λέξη αρβανίτες [που πηγαίνει βέβαια, είναι εύκολο να τό δείτε αυτό, σε μια συμφωνία σχεδόν απόλυτα κανονική και με τό μωραΐτες τό συντοπίτες και άλλα πολλά] σαν να χαϊδεύει λεκτικά (και μάλιστα στο κεφάλι) μόνο εκείνους που πολεμάν μαζί με τούς έλληνες : όσοι βρίσκονται απέναντι δεν παίρνουν αυτό τό, ασήμαντο θα ’λεγε κανείς εκ πρώτης όψεως, χαϊδευτικό : είναι τουρκαλβανοί δεν έγιναν όμως ποτέ τουρκαρβανίτες. (Βέβαια, δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί, τήν μεγάλη αξία τών χρονικών, όλα τά χρονικά τά σχετικά με τήν πολιορκία τού μεσολογγιού είναι υπέροχα : ήταν τυχεροί όταν είχαν να φάνε ψωμί με σκόρδο : φτάσαν να τρώνε ποντίκια, αλλά και τούς νεκρούς τους τέλος). Τά βράδυα λοιπόν που κοιμόντουσαν στα διαλείμματα τής μάχης κάτω από τό τειχαλάκι αυτό (τό οποίο προστάτεψε ολόκληρη πόλη ένα τόσο μεγάλο διάστημα – και μάζεψε και ακτιβιστές απ’ όλον τόν κόσμο, ποιητές και ζωγράφους και μουσικούς, που ήρθαν να μπουν εκειμέσα για να σκοτωθούν εν πολλοίς – σήμερα η πόλη αυτή πού λέγεται επισήμως ιερή στην ελλάδα είναι μια πολύ όμορφη πόλη με μια λιμνοθάλασσα κι έχει ένα πολύ ειρηνικό και πολιτισμένο κλίμα, όπου μπορεί να τριγυρίσει κανείς στις επάλξεις εκείνου τού μικρού τείχους και να δει και τά αγάλματα και τίς ταφόπλακες που γίναν για όλους εκείνους τούς ξένους που αφήσανε τήν ειρηνική σουηδία τους και τήν δανία τους τήν αγγλία τήν γερμανία και τήν φιλανδία τους για νά ’ρθουν να πεθάνουν εκεί) τά βράδυα λοιπόν που οι πολεμιστές κοιμόντουσαν τυλιγμένοι στην πατατούκα τους κάτω από τό ασήμαντο αυτό τειχαλάκι, όσο μπορούσαν στα διαλείμματα τής μάχης, γινόταν κάτι που τό βρήκα πολύ χαριτωμένο (από γλωσσικής απόψεως) : (απ’ τήν άλλη μεριά εννοείται ότι κοιμόντουσαν εξίσου κουρασμένοι και οι τούρκοι και οι τουρκαλβανοί). (Τί γοητευτικός ύπνος που τόν χώριζε ένα τοιχαλάκι, σαν να ’ταν στο ίδιο σπίτι όλοι και κοιμόντουσαν μόνο σε διαφορετικά ας πούμε δωμάτια, κι είχαν διαφορές μεταξύ τους, όπως πάντα οι οικογένειες, και μισούσαν ο ένας τόν άλλον, και μες στον ύπνο τους βλέπανε εφιάλτες, και παραμιλούσαν βριζόμενοι – και ξυπνούσαν καμία φορά ο ένας τόν άλλον, καθώς η φωνή απ’ τό όνειρο τού ενός ξύπναγε καμία φορά απ’ τά όνειρά του τόν άλλον) : συνέβαινε λοιπόν τό εξής, που αναφέρεται ως γεγονός, και που έκανε τούς έλληνες να διασκεδάζουν ιδιαίτερα : τό βράδυ μες στην ησυχία τής νύχτας οι αλβανοί απ’ τή μεριά τού μεσολογγιού προκαλούσαν βρίζοντας και ειρωνευόμενοι τούς αλβανούς απ’ τή μεριά τών τούρκων : ήταν δε τόσο αποτελεσματική η γλώσσα τους τό χιούμορ τους και η πειθώ τους, ώστε πολλές φορές μες στη διάρκεια τής νύχτας ακουγόντουσαν οι βροντεροί γδούποι απ’ τά κορμιά που τσαντισμένα και φιλοτιμημένα σκαρφαλώνανε τό τειχαλάκι απ’ τήν μεριά τών τούρκων και πέφτανε προς τήν μεριά τήν ελληνική μες στην πόλη που πολιορκούσαν πιο πριν, και γινόντουσαν έτσι από πολιορκητές μελλοθάνατοι : Μέ γοήτευε πάντοτε αυτή η ρητορική τών κλεισμένων αλβανών μες στην πόλη : κι εξάλλου είναι γοητευτική αυτή η ιστορία και ως προς τό ότι οι τουρκαλβανοί, ακόμα κι αν δεν πείθονταν, πιάναν τήν κουβέντα με τούς αρβανίτες τής μέσα μεριάς, και αλληλοβριζόντουσαν : τί γοητευτικοί καυγάδες μέσα σε μια οικογένεια, και τά δωμάτιά της

 

                                       μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι

   ένας έλληνας ποιητής, ξέροντας τίς ιστορίες με τ’ αρβανίτικα κεφάλια (θεωρούνται πολύ πεισματάρηδες οι αλβανοί στην ελλάδα) και βέβαια έχει τή σημασία του τό ότι ακριβώς ήταν αρβανίτικα τά κεφάλια που εντούτοις μεταστρέφονταν μέσα στη νύχτα (και πηδάγανε τό τειχαλάκι), ξέροντας λοιπόν ένας τελείως σουρεαλιστής κιόλας (που θα μπορούσε δηλαδή άνετα να αυθαιρετεί πηδώντας από δω κι από κει) αυτά που γινόντουσαν με τά αρβανίτικα κεφάλια και τίς φωνές τους και τόν ορυμαγδό μες στη νύχτα έγραψε ένα ποίημα στο οποίο συνδυάζονταν διάφοροι άνθρωποι που πολεμήσανε από δω κι από κει (τού άρεσε πολύ και ο μπρετόν και ο ρεμπώ μαλλαρμέ αυτουνού) και εκεί αναφέρει κάποια στιγμή τό πρόσταγμα «πυρ» στ’ αρβανίτικα εξηγώντας ότι σήμαινε απλώς:

                                  βρας, αλβανιστί φωτιά

   θέλοντας έτσι, ακόμα δηλαδή κι ένας ρομαντικός άνθρωπος όπως είναι κατά κανόνα οι ποιητές να επιβεβαιώσει κι αυτός ότι πολλές φορές οι οπλαρχηγοί τά πολεμικά τους συνθήματα τά φώναζαν κατευθείαν στ’ αρβανίτικα – γιατί τόσοι πολλοί ήταν οι αρβανίτες δηλαδή στα μπουλούκια τους – και οι έλληνες απ’ τήν άλλη μεριά ξέραν τή γλώσσα : όταν μιλάς ελληνικά (έχω εγώ τήν εντύπωση) μαθαίνεις πολύ εύκολα και τίς άλλες γλώσσες : νομίζω ότι είναι ακριβώς τό ίδιο όπως όταν μιλάς αφρικάνικα : πρέπει να έχει να κάνει με τό άπλωμα τών φωνηέντων και τήν ηπιότητα τών συμφώνων που απλώνεται εν γένει στους ήχους σου όταν μιλάς

Δεκέμβριος 2, 2012

walter benjamin : ο αφηγητής

.

.

.

.

   «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», λέει τό παραμύθι. Τό παραμύθι, που ακόμη και σήμερα είναι ο πρώτος σύμβουλος τών παιδιών, γιατί κάποτε υπήρξε κι ο πρώτος τής ανθρωπότητας, συνεχίζει να ζει κρυφά στην αφήγηση. Ο πρώτος αληθινός αφηγητής είναι και παραμένει ο παραμυθάς. Εκεί όπου η κατάσταση ήταν δύσκολη, τό παραμύθι γνώριζε να συμβουλεύει, εκεί όπου η ανάγκη υπήρξε μεγάλη, τό παραμύθι ήξερε αμέσως να βοηθάει. Τό παραμύθι μάς γνωστοποιεί τά πιο πρώιμα μέτρα που πήρε η ανθρωπότητα για ν’ αποτινάξει τόν βραχνά που έβαλε ο μύθος στα στήθη της. Μάς δείχνει με τή μορφή τού χαζού, πώς η ανθρωπότητα «κάνει τή χαζή» απέναντι στον μύθο, μάς δείχνει με τή μορφή τού μικρού αδελφού, πώς μεγαλώνουν οι ευκαιρίες της εάν απομακρυνθεί από τόν μυθικό προϊστορικό χρόνο, μάς δείχνει στη μορφή αυτού που ξενιτεύεται για να μάθει τί είναι ο φόβος, ότι τά πράγματα που μπροστά τους νιώθουμε φόβο είναι διάφανα, μάς δείχνει στη μορφή τού ευφυούς ήρωα ότι τά ερωτήματα που θέτει ο μύθος είναι αφελή (όπως είναι τό ερώτημα τής σφίγγας), μάς δείχνει με τή μορφή τών ζώων που προστρέχουν για να βοηθήσουν τό παιδί τού παραμυθιού, ότι η φύση μπορεί να δεσμεύεται μεν από τόν μύθο αλλά μπορεί πολύ περισσότερο να επικεντρώνεται στον άνθρωπο. Τό πλέον φρόνιμο, έτσι δίδαξε τό παραμύθι πριν από αιώνες τήν ανθρωπότητα κι έτσι διδάσκει ακόμη και σήμερα τά παιδιά, τό πλέον φρόνιμο είναι ν’ αντιμετωπίσουμε τίς εξουσίες τού μυθικού κόσμου με δόλο και υπεροψία. (Έτσι πολώνει τό παραμύθι τό θάρρος· δηλαδή διαλεκτικά : σε δειλία (μ’ άλλα λόγια σε δόλο) και θράσος). Η απελευθερωτική μαγεία που διαθέτει τό παραμύθι δεν φέρνει τή φύση με μυθικό τρόπο στο παιχνίδι, αλλά είναι ο υπαινιγμός τής συνενοχής της με τόν απελευθερωμένο άνθρωπο. Αυτή τή συνενοχή τήν αισθάνεται ο ώριμος άνθρωπος μόνο κάποιες φορές, δηλαδή στην ευτυχία. Τό παιδί όμως έρχεται να τό προϋπαντήσει αρχικά στο παραμύθι και τό κάνει να νιώθει ευτυχισμένο.

.

.

.

//

   Όλο και πιο σπάνια συναντάμε ανθρώπους που μπορούν να διηγηθούν κάτι με τόν δέοντα τρόπο. Όλο και πιο συχνά απλώνεται αμηχανία στη παρέα όταν αρθρώνεται η επιθυμία για μια ιστορία. Είναι ως να αφαιρέθηκε από μάς μια δυνατότητα που μάς φαινόταν αναπαλλοτρίωτη, τό ασφαλέστερο τών ασφαλών. Δηλαδή η δυνατότητα ν’ ανταλλάσσουμε εμπειρίες.

   Μια αιτία αυτού τού φαινομένου είναι πρόδηλη : η τιμή τής εμπειρίας έπεσε. Και φαίνεται σαν να συνεχίζει να πέφτει απύθμενα. Κάθε βλέμμα στην εφημερίδα αποδεικνύει ότι η εμπειρία έφτασε σε μια νέα κρίση, ότι όχι μόνο η εικόνα τού εξωτερικού κόσμου αλλά κι η εικόνα τού ηθικού κόσμου υπέστησαν μέσα σε μια νύχτα αλλαγές, που κανείς ποτέ δεν θεώρησε δυνατές. Με τόν παγκόσμιο πόλεμο άρχισε να εκδηλώνεται μια διαδικασία που από τότε δεν σταμάτησε. Δεν πρόσεξε κανείς στο τέλος τού πολέμου ότι οι άνθρωποι έρχονταν βουβοί απ’ τό πεδίο τής μάχης ; Όχι πιο πλούσιοι – πιο φτωχοί σ’ ανακοινώσιμη εμπειρία. Ό,τι πλημμύρισε κατόπιν, δέκα χρόνια αργότερα, τόν ποταμό τών βιβλίων για τόν πόλεμο ήταν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εμπειρία που πηγαίνει από στόμα σε στόμα.

//

   Μια γενιά που ακόμη πήγαινε σχολείο με τή δημόσια άμαξα, στάθηκε κάτω από τόν ανοιχτό ουρανό, σ’ ένα τοπίο όπου τίποτα άλλο δεν παρέμεινε αμετάβλητο παρά τά σύννεφα, και κάτω απ’ αυτά σ’ ένα δυναμικό πεδίο καταστροφικών ρευμάτων κι εκρήξεων, τό μικρούλι, σαθρό ανθρώπινο σώμα.

//

   Τό πρωιμότερο δείγμα μιας εξελικτικής διαδικασίας, που στο πέρας της βρίσκεται η πτώση τής διήγησης, είναι η εμφάνιση τού μυθιστορήματος στην αρχή τών νέων χρόνων. Ό,τι χωρίζει τό μυθιστόρημα από τό διήγημα (και με μια ειδικότερη έννοια από τό έπος) είναι η ουσιαστική εξάρτησή του από τό βιβλίο. Η εξάπλωση τού μυθιστορήματος καθίσταται δυνατή μόνο με τήν επινόηση τής τέχνης τού τυπογράφου.

//

   Ο μυθιστοριογράφος έχει απομονωθεί. Η γενέθλια κάμαρα τού μυθιστορήματος είναι τό υποκείμενο στη μοναξιά του, τό οποίο δεν δύναται να εκφράσει παραδειγματικά τά σπουδαιότερα ενδιαφέροντά του, τό ίδιο είναι αμήχανο και δεν μπορεί να δώσει καμιά συμβουλή. Να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει να ωθείς στα άκρα τό ασύμμετρο στην έκθεση τής ανθρώπινης ζωής. Εν μέσω τής πληθώρας τής ζωής και μέσα από τήν έκθεση αυτής τής πληθώρας τό μυθιστόρημα αναγγέλλει τή βαθιά αμηχανία τού ζώντος. Τό πρώτο μεγάλο βιβλίο τού είδους, ο «Δον Κιχώτης», μάς διδάσκει κατευθείαν ότι τό ψυχικό μεγαλείο, η γενναιότητα, η ετοιμότητα για βοήθεια (στοιχεία ενός από τούς ευγενέστερους – αυτού ακριβώς τού Δον Κιχώτη) έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα δώσουν συμβουλή, κάθε ελπίδα ότι θα βρεις μέσα τους τήν ελάχιστη σπίθα σοφίας.

//

   Πρέπει κανείς να στοχαστεί τή μετατροπή τών επικών μορφών επιτελεσμένη με ρυθμούς οι οποίοι μπορούν ν’ αντιπαραβληθούν μ’ εκείνους τούς ρυθμούς τής μεταβολής που υπέστη η επιφάνεια τής γης στο πέρασμα τών χιλιετιών. Σπάνια μορφές ανθρώπινης ανακοίνωσης έχουν διαμορφωθεί τόσο αργά, έχουν χαθεί τόσο αργά. Τό μυθιστόρημα, που οι απαρχές του ανάγονται στην αρχαιότητα, χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια πριν να προσκρούσει, μέσα σε μια αναπτυσσόμενη αστική τάξη, στα στοιχεία εκείνα που υπήρξαν πρόσφορα για τήν άνθισή του.

//

   Ο Villemessant, ιδρυτής τής «Figaro», χαρακτήρισε τήν ουσία τής πληροφορίας σε μια διάσημη συνταγή : «Για τούς αναγνώστες μου», συνήθιζε να λέει, «είναι σημαντικότερη μια πυρκαγιά σε κάποια στέγη τού Quartier Latin από μια επανάσταση στη Μαδρίτη». Αυτό ξεκαθαρίζει μεμιάς ότι τώρα εισακούεται προθυμότατα, όχι πλέον η εμπειρική γνώση που έρχεται από μακριά, αλλά η πληροφορία που προμηθεύει ένα έρεισμα για τό εγγύτατο. Η εμπειρική γνώση που ερχόταν από τήν ξένη – είτε τή χωρική τών ξένων τόπων είτε τή χρονική τής παράδοσης – διέθετε μια αυθεντία που τής χορηγούσε κύρος κι εκεί ακόμη όπου αυτή δεν προσαγόταν στον έλεγχο. Η πληροφορία όμως αξιώνει τή γρήγορη και ακριβή επαληθευσιμότητα. Εδώ προέχει τ’ ότι η πληροφορία εμφανίζεται ως «καθ’ αυτή και δι’ εαυτή κατανοητή». Συχνά δεν είναι ακριβέστερη απ’ ό,τι υπήρξε η εμπειρική γνώση τών προηγούμενων αιώνων. Όμως ενώ αυτή η τελευταία αρεσκόταν να δανείζεται από τό θαύμα, είναι απαραίτητο στην πληροφορία να ηχεί εύλογα. Έτσι αυτή αποδεικνύεται ασυμβίβαστη με τό πνεύμα τής διήγησης. Αν η τέχνη τής διήγησης έχει γίνει σπάνια, τότε μετέχει αποφασιστικά σ’ αυτό τό γεγονός η διάδοση τής πληροφορίας.

   Κάθε πρωινό μάς πληροφορεί για τά νεότερα τής γήινης σφαίρας. Κι εντούτοις είμαστε φτωχοί σε θαυμαστές ιστορίες. Αυτό συμβαίνει επειδή κανένα γεγονός δεν φτάνει πλέον σε μάς, που να μην έχει αναμειχθεί ήδη με εξηγήσεις. Με άλλα λόγια : σχεδόν τίποτα πλέον απ’ ό,τι συμβαίνει δεν αποβαίνει σε όφελος τής διήγησης, σχεδόν όλα ωφελούν τήν πληροφορία. Στην πραγματικότητα η μισή τέχνη τής διήγησης συνίσταται στο να κρατά κανείς μια ιστορία ελεύθερη από εξηγήσεις, ενώ τήν αναπαράγει.

//

   Ο πρώτος αφηγητής τών Ελλήνων ήταν ο Ηρόδοτος. Στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τού τρίτου βιβλίου τών «Ιστοριών» του βρίσκεται μια ιστορία από τήν οποία μπορούμε να διδαχτούμε πολλά. Πραγματεύεται για τόν Ψαμμήνιτο. Όταν ο βασιλιάς τών Αιγυπτίων Ψαμμήνιτος ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τόν βασιλιά τών Περσών Καμβύση, επεδίωξε ο Καμβύσης να ταπεινώσει τόν αιχμάλωτο. Έδωσε διαταγή να τοποθετήσουν τόν Ψαμμήνιτο στο δρόμο που θα διέσχιζε η θριαμβευτική πομπή τών Περσών. Και στη συνέχεια τά διευθέτησε έτσι, ώστε ο αιχμάλωτος να δει τήν κόρη του να περνά ως θεραπαινίδα, που πήγαινε με τή στάμνα στο πηγάδι. Καθώς όλοι οι Αιγύπτιοι θρηνούσαν κι οδύρονταν γι’ αυτό τό θέαμα, στεκόταν μόνο ο Ψαμμήνιτος άφωνος κι ακίνητος, τά μάτια καρφωμένα στη γη· κι όταν αμέσως μετά είδε τόν γιο του που φερόταν στην πομπή για εκτέλεση, αυτός παρέμεινε όμοια ακίνητος. Όταν όμως κατόπιν αναγνώρισε στις γραμμές τών αιχμαλώτων έναν από τούς υπηρέτες του, ένα γέρο, εξαθλιωμένο άντρα, τότε χτυπούσε με τίς γροθιές τό κεφάλι του κι έδειχνε όλα τά σημάδια τής πιο βαθιάς θλίψης. Απ’ αυτή τήν ιστορία μπορεί να δει κανείς, πώς έχει τό πράγμα με τήν αληθινή διήγηση. Η αξία τής πληροφορίας δεν επιβιώνει πέρα απ’ τή στιγμή που αυτή υπήρξε νέα. Ζει μόνο σ’ αυτή τή στιγμή, είναι αναγκασμένη να τής παραδοθεί εντελώς και, χωρίς να χάνει χρόνο, ορίζεται μέσα σ’ αυτήν. Διαφορετικά η διήγηση : δεν σπαταλά τόν εαυτό της. Διατηρεί συγκεντρωμένη τή δύναμή της και μετά πολύ χρόνο είναι ακόμη ικανή γι’ ανάπτυξη. Έτσι επανήλθε ο Montaigne σ’ αυτόν τόν Αιγύπτιο βασιλιά κι αναρωτήθηκε : «Γιατί αυτός θρηνεί μόνο στη θέα τού υπηρέτη ; » Ο Montaigne απαντά : «Αφού ξεχείλιζε ήδη από θλίψη, χρειαζόταν μόνο η ελάχιστη επαύξηση και κατέρρευσαν τά προχώματά της». Αυτά για τόν Montaigne. Θα ήταν δυνατό όμως να πει επίσης κανείς : «Τόν βασιλιά δεν τόν συγκινεί η μοίρα τών βασιλοπαίδων, γιατί είναι η δική του». Ή : «στη σκηνή μάς συγκινούν πολλά που δεν μάς συγκινούν στη ζωή. Αυτός ο υπηρέτης είναι για τόν βασιλιά μόνο ένας ηθοποιός». Ή : «ο μεγάλος πόνος στοιβάζεται και ξεσπά μόνο με τή χαλάρωση. Η θέα αυτού τού υπηρέτη ήταν η χαλάρωση». Ο Ηρόδοτος δεν εξηγεί τίποτα. Η εξιστόρησή του είναι η πλέον ξερή. Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορία από τήν αρχαία Αίγυπτο είναι πάντα σε θέση να προκαλεί τόν θαυμασμό και τόν στοχασμό.

//

   Ο σημερινός άνθρωπος δεν επεξεργάζεται πλέον ό,τι δεν δύναται να συντομευθεί. Πράγματι κατόρθωσε να συντομεύσει και τήν ίδια τή διήγηση. Βιώσαμε τό γίγνεσθαι τού short story, που διαφεύγει από τήν προφορική παράδοση και δεν επιτρέπει πλέον εκείνη τήν αργή αλληλοεπικάλυψη λεπτών και διαφανών στρώσεων, που δίνει τήν πιο επιτυχημένη εικόνα τού τρόπου, με τόν οποίο έρχεται στο φως η τέλεια διήγηση από τή διαστρωμάτωση πολλαπλών μεταδιηγήσεων.

//

   Ο Valéry // [λέει] : «Είναι σχεδόν, σαν να συμπίπτει η φθορά τής σκέψης τής αιωνιότητας με τήν αυξανόμενη αποστροφή για μακρόχρονη εργασία». Η σκέψη τής αιωνιότητας είχε ανέκαθεν τή δυνατότερη πηγή της στον θάνατο. Όταν αυτή η σκέψη φθίνει, τότε συμπεραίνουμε ότι και τό πρόσωπο τού θανάτου έχει μεταλλαχτεί. Αποδεικνύεται ότι αυτή η μεταβολή είναι η ίδια που περιόρισε σε τέτοιο βαθμό τή δυνατότητα να ανακοινωθεί μια εμπειρία, ώστε η τέχνη τής διήγησης έφτασε στο τέλος της. Εδώ και αρκετούς αιώνες μπορούμε να παρακολουθήσουμε τίς απώλειες που υφίσταται στην κοινή συνείδηση η σκέψη τού θανάτου σε σχέση με τήν πανταχού της παρουσία και τήν εικονιστική της δύναμη. Η διαδικασία αυτή στα τελευταία στάδιά της επιταχύνεται. Και στη διάρκεια τού δέκατου ένατου αιώνα η αστική κοινωνία πραγμάτωσε με υγειονομικά και κοινωνικά, ιδιωτικά και δημόσια μέτρα ένα δευτερεύον αποτέλεσμα, που υπήρξε ίσως και ο υποσυνείδητος πρωταρχικός της σκοπός : να χορηγήσει στους ανθρώπους τή δυνατότητα να ξεφύγουν από τό θέαμα τών ετοιμοθάνατων. Τό να πεθαίνει κανείς ήταν κάποτε ένα δημόσιο γεγονός στη ζωή τού μεμονωμένου ατόμου και ύψιστα παραδειγματικό (σκέφτεται κανείς τίς εικόνες τού μεσαίωνα, όπου η επιθανάτια κλίνη έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν θρόνο, προς τόν οποίο κατευθύνεται συνωστιζόμενος ο λαός μέσα από τίς διάπλατα ανοιγμένες θύρες τού σπιτιού). Στη διάρκεια τών νέων χρόνων τό θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τόν αντιληπτικό κόσμο τών ζωντανών.

//

   Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει τουλάχιστον μια φορά κάποιος. (Ο μεσαίωνας αισθάνθηκε και χωρικά ό,τι επισημαίνει σαν χρονικό αίσθημα εκείνη η επιγραφή σ’ ένα ηλιακό ρολόι τής Ίμπιζας: Ultima multis). Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι τής αιωνιότητας μέσα σε χώρους που παρέμειναν καθαροί απ’ τόν θάνατο, και οι κληρονόμοι θα τούς στοιβάξουν, όταν θα φτάσει τό τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία. Είναι όμως αλήθεια ότι, όχι μόνο η γνώση ή η σοφία τού ανθρώπου αλλά πρώτιστα η βιωμένη ζωή του – κι αυτή είναι τό υλικό απ’ όπου γίνονται οι ιστορίες –, παίρνει μεταδόσιμη μορφή στον ετοιμοθάνατο. Όπως ακριβώς, όταν φεύγει η ζωή, τίθενται σε κίνηση μια σειρά από εικόνες στο εσωτερικό τού ανθρώπου – εικόνες διαμορφωμένες από τίς απόψεις τού δικού του προσώπου, και που ανάμεσά τους, χωρίς να τό συνειδητοποιεί, συνάντησε τόν ίδιο τόν εαυτό του –, έτσι πληρούται αίφνης τό ύφος και τό βλέμμα του από τό αλησμόνητο, και μεταδίδει σ’ όλα όσα τόν αφορούν, τήν αυθεντία εκείνη, που στον θάνατο κατέχει ακόμα κι εκείνος που υπήρξε ο πιο κακομοίρης για τούς ζωντανούς τριγύρω του. Στην πρωταρχή τού αντικειμένου τής διήγησης υπάρχει αυτή η αυθεντία.

//

   Ο ιστορικός υποχρεούται να εξηγήσει τά συμβάντα που πραγματεύεται με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο – σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ν’ αρκεστεί στο να τά δείξει απλώς σαν υποδειγματικά τμήματα τού κοσμικού γίγνεσθαι. Όμως αυτό ακριβώς κάνει ο χρονικογράφος, και ιδιαίτερα εμφαντικά τό κάνει ο χρονικογράφος στους κλασσικούς του εκπροσώπους : τούς χρονικογράφους τού μεσαίωνα – που υπήρξαν οι πρόδρομοι τών νεότερων ιστοριογράφων. Ενώ εκείνοι θεμελίωσαν τή διήγηση τής ιστορίας τους στο θεϊκό σχέδιο τής λύτρωσης, που ήταν κάτι ανεξερεύνητο, αποτίναξαν εκ τών προτέρων από πάνω τους τό φορτίο μιας εξήγησης που όφειλε ν’ αποδειχθεί. Στη θέση της έρχεται η ερμηνεία, που δεν έχει να κάνει με μια επακριβή αλυσιδωτή έκθεση καθορισμένων γεγονότων, αλλά με τόν τρόπο ένταξής τους στο μεγάλο κοσμικό γίγνεσθαι. Αν τό κοσμικό γίγνεσθαι εξαρτάται από τήν ιστορία τής λύτρωσης ή είναι φαινόμενο φυσικό, αυτό δεν συνιστά καμία διαφορά. Στον αφηγητή διατηρήθηκε ο χρονικογράφος με μια μεταλλαγμένη, τρόπον τινά εκκοσμικευμένη, μορφή.

//

   Τό «νόημα τής ζωής» είναι τό μέσο, γύρω απ’ τό οποίο κινείται τό μυθιστόρημα. Τό ερώτημα γι’ αυτό δεν είναι όμως τίποτα άλλο παρά η αρχική έκφραση τής αμηχανίας, με τήν οποία ο αναγνώστης τού μυθιστορήματος βλέπει τόν εαυτό του να έχει τοποθετηθεί μέσα σ’ αυτήν ακριβώς τή γραπτή ζωή. Εδώ «νόημα τής ζωής» – εκεί «ηθική τής ιστορίας» : μ’ αυτές τίς συνθηματικές λέξεις αντιπαρατάσσονται μυθιστόρημα και διήγημα τό ένα προς τό άλλο και απ’ αυτές τίς λέξεις μπορούμε να διαβάσουμε τόν τελείως διαφορετικό ιστορικό δείκτη τής κοινωνικής τάξης αυτών τών μορφών τέχνης. Αν τό πιο πρώιμο τέλειο υπόδειγμα μυθιστορήματος είναι ο «Δόν Κιχώτης», τότε είναι ίσως η «Αισθηματική αγωγή» τό υστερότατο.

//

   Στα τελευταία λόγια αυτού τού μυθιστορήματος κατακάθεται τό νόημα, που συνάντησε τήν αστική εποχή στις πράξεις της τήν περίοδο τής παρακμής της, σαν κατακάθι στο κύπελλο τής ζωής. Ο Φρεντερίκ κι ο Ντελωριέ, οι δυο φίλοι, θυμούνται τή φιλία τής νιότης τους. Κι εδώ υπάρχει μια μικρή ιστορία : πώς παρουσιάστηκαν κι οι δυο μια μέρα έντρομοι και στα κρυφά στον οίκο ανοχής τής πατρικής τους πόλης, δίχως να κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσφέρουν στην πάτρωνα μια ανθοδέσμη που είχαν μαζέψει από τόν κήπο τους. Γι’ αυτήν τήν ιστορία μιλούσαν ακόμη τρία χρόνια αργότερα. Και τώρα τή διηγήθηκαν διεξοδικά ο καθένας συμπληρώνοντας τίς αναμνήσεις τού άλλου. «Αυτό ήταν ίσως», είπε ο Φρεντερίκ όταν τελείωσαν, «ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». «Ναι, μπορεί να ’χεις δίκιο», είπε ο Ντελωριέ, «αυτό ήταν ίσως ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». Με τέτοιες αναμνήσεις βρίσκεται τό μυθιστόρημα στο τέλος, που με μια στενή έννοια προσιδιάζει σ’ αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη διήγηση. Πράγματι δεν υπάρχει καμιά διήγηση που η ερώτηση : Τι έγινε παρακάτω; θα έχανε τά δικαιώματά της. Απεναντίας, τό μυθιστόρημα δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα κάνει τό παραμικρό βήμα πέρα από εκείνο τό όριο, στο οποίο προσκαλεί τόν αναγνώστη να φέρει στη μνήμη του με τήν προαίσθηση τό νόημα τής ζωής γράφοντας κάτω απ’ τίς σελίδες ένα «Finis».

//

   Αυτό που έλκει τόν αναγνώστη στο μυθιστόρημα είναι η ελπίδα να ζεστάνει τήν παγωμένη ζωή του σ’ έναν θάνατο, για τόν οποίο διαβάζει.

.

   διαβάζετε ολόκληρο τό δοκίμιο στο περιοδικό «λεβιάθαν»

.

.

   κι ένα βιογραφικό σημείωμα τού βάλτερ μπένγιαμιν όπως τό ’γραψε σε κάποια φάση τής ζωής του ο ίδιος :

   Curriculum Vitae τού διδάκτορα Walter Benjamin

   Γεννήθηκα στις 15 Ιουλίου 1892 στο Βερολίνο, γιος τού εμπόρου Emil Benjamin. Παρακολούθησα τά μαθήματα ενός ουμανιστικού ανθρωπιστικού γυμνασίου απ’ όπου απεφοίτησα τό έτος 1912. Σπούδασα φιλοσοφία στα πανεπιστήμια τού Φράιμπουργκ στη Βάδη, τού Μονάχου και τού Βερολίνου, και παράλληλα γερμανική φιλολογία, λογοτεχνία και ψυχολογία. Τό έτος 1917 μέ οδήγησε στην Ελβετία, όπου συνέχισα τίς σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο τής Βέρνης.

 

 

   απόδοση στα ελληνικά ουρανίας νταρλαντάνη

.

.

.

.

.

τό σχέδιο στην κορυφή : απαγορευμένο πουλί, σκίτσο που ο μπένγιαμιν έκανε πειραματιζόμενος για ζωγραφική υπό τήν επήρεια μαριχουάνας (κάπου μεταξύ 1927 και 1934) από τό walter benjamin gesammelte schriften, τόμος 6, suhrkamp verlag 1985, σελ. 617 (από εδώ) | σχετικά διαβάζετε και παλιότερο ποστ εδώ | οι φωτογραφίες τών χειρογράφων είναι από εδώ εδώ και εδώ | κι εδώ διαβάζετε μια ποιητική παραλλαγή τού τμήματος τού κειμένου που περιέχει τή φράση ultima multis – the last day for many, από τόν στέφανο στεφανίδη

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: