σημειωματαριο κηπων

19 Νοεμβρίου 2018

στάχτες κατά σαρτόρις

 

 

 

 

εκεί είναι που δεν τόν ξανάδα αλλά κι εκεί είναι που δεν θα τόν πρόσεχα πια, εκτός κι αν μού μιλούσε κατανοητά και κανονικά πλέον. Κάτι που θα γινόταν, και δεν θα γινόταν, κατάλαβες ; Δηλαδή κάτι που έγινε και μαζί δεν έγινε, όταν ήρθε επιτέλους στο καφενείο (δεν είχα διαβάσει ακόμα τή δεύτερη εφημερίδα ολόκληρη – ήρθε σχετικά γρήγορα – ), κατάλαβες ; Όταν δηλαδή, μετά τίς πρώτες αγκαλιές και τά φιλιά, και τά διάφορα «ναι, σέ θυμάμαι», αρχίσαμε (θα έλεγε κάποιος που θα μάς έβλεπε από (πολύ) μακρυά) να μιλάμε : τώρα όμως πια, ό,τι και να σού πω, ξέρω ότι δεν πρόκειται να σε πείσω : γιατί όλα έγιναν άηχα πραγματικά (δηλαδή μόνο για μένα υπήρχαν) και δηλαδή σχεδόν πραγματικά χωρίς θόρυβο : (θυμάσαι τό τέλος που έχει η «πειθώ» τής Θείας Τζαίην ; (τό Θεία είναι τιμητικός τίτλος, όπως στην Κωμωδία, παρ’ όλο που η Ώστιν όντως ήταν και η αγαπημένη θεία για πολλές αγαπημένες της ανηψιές) : Έγραψε τό τέλος τού βιβλίου και δεύτερη φορά, παρ’ όλο που, με πόνους πολλούς, πέθαινε – τό ’γραψε και, με πόνους πολλούς, πέθανε : λοιπόν, σ’ αυτή τή σκηνή πρωταγωνιστεί μια συζήτηση, απ’ τήν οποία κάποιος ταρακουνιέται και συνταράσσεται και γράφει ένα γράμμα – δηλαδή αλλάζει καθοδόν τό γράμμα που έγραφε : παίζουν στο έργο δηλαδή και πρωταγωνιστούν ταυτοχρόνως τό γράμμα και μία συζήτηση μαζί : ευφυές τέλος, μοναδικό – που διεξάγεται όμως κατά βάθος στη σιωπή – γιατί και η συζήτηση, και τό γράμμα, δεν ακούγονται, παρά από κείνον μόνο.) Έτσι δεν μπορώ να σέ πείσω πως έγινε κανονική καταστροφή, γιατί όλα γίνανε σιωπηλά υπόκωφα και τελείως ανάκουστα – και όμως έγινε : πανωλεθρία, σπαραξικάρδια και κωμική, που οφειλότανε στη δικιά μου απλώς προκατάληψη ότι αυτός ήταν αυτός – πράγμα για τό οποίο πια δεν είμαι καθόλου σίγουρη (φυσικά δεν τού ανέφερα τά ορεινά θρανία, φυσικά δεν τού ανέφερα τίς λιποταξίες, ή τίς φυγοδικίες ή τίς υποδικίες – ούτε ασφαλώς τού ανέφερα τό ότι δεν μπορούσε να μιλήσει, και εξαρτήθηκε τότε από μένα και μέ παρακάλεσε – περίμενα να τά πει βέβαια φυσικά μόνος του : όμως αυτός δεν είπε τίποτα σχετικό, και ένα «σέ θυμάμαι» μόνο του δεν σημαίνει ασφαλώς και πολλά : μην θέλοντας να παραδεχτώ ότι έχω κάνει λάθος άνοιξα τότε κι εγώ κουβέντα ηλίθια, για πράγματα που μ’ ενδιαφέρουνε δηλαδή από καιρό (και από τήν αρχή–αρχή μάλιστα αν θυμάσαι) και επιπλέον για πράγματα που πρέπει, υποτίθεται δηλαδή, να τά ήξερε και κείνος, θέλω να πω για τό «όλον και τήν αλήθεια» τού ενός γερμανού, σε σχέση με τό «όλον και τό ψέμμα» τού άλλου γερμανού – τί βλακεία μου : (de profundis domine, suis–je bête που είπε, σε μια ανάλογη περίπτωση, και ο πιτσιρικάς ο γάλλος) : ο τρόπος με τόν οποίο τινάχτηκε και μού αντιτάχτηκε, γελώντας κιόλας με εξαιρετικά καλοσυνάτη συγκατάβαση, δεν είχε καμμία σχέση πια με κάποιον που δεν μπορούσε (έστω και σ’ έναν χαμένο πλανήτη τού παρελθόντος δηλαδή) να μιλήσει : εδώ είχαμε να κάνουμε με κάποιον που μιλάει και με τό παραπάνω, με έναν που ’χει γίνει σπουδαίος και όχι μόνο δεν ζητάει από τούς άλλους να μιλήσουν για λογαριασμό του, αλλά τώρα δεν έχει και καμμία διάθεση ν’ αφήσει τούς άλλους γενικά να μιλήσουνε, και να πούνε φυσικά τά δικά τους : δεν ξέρω από πού έβγαλε τό συμπέρασμα ότι είναι δηλαδή σπουδαιότερος από μένα, αλλά κάτι τέτοιο φάνηκε στη φωνή του : και φυσικά όπως πάντα συμβαίνει σ’ αυτές τίς περιπτώσεις, εγώ πάγωσα κι απομακρύνθηκα, και ουσιαστικά δηλαδή από κείνη τήν ώρα και μετά ήταν που (τελείως, αν και δεν φαινότανε δηλαδή) έφυγα : με άλλα λόγια ήταν – σε όλες του τίς εκφράσεις ευγενικός και συγκαταβατικός – και ποιος νόμιζε λοιπόν ότι είναι ; εκεί λοιπόν τότε, μέσα στην παγωνιά, κατάλαβα ότι δεν είχα καμμία σχέση πια με αυτόν τόν άνθρωπο (ο οποίος εξακολουθούσε να διατηρεί πάντως, κάτι μέρη, από τήν παλιά παιδική του ομορφιά) – ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν καν σίγουρο ότι επρόκειτο για καμμιά παλιά ομορφιά, ή και για παλιά ακόμα γενικά πράγματα) : Στην πραγματικότητα προσγειώθηκα απλώς τώρα δηλαδή και πάλι στην χώρα στην οποία δεν ήθελα να βρίσκομαι, ξανάρθα εδώ, και φυσικά δεν έβλεπα την ώρα να ξαναφύγω : Τίποτα δεν υπήρχε πια :

έτσι κατάλαβα πως η ιστορία απλούστατα είναι ανήλεη : ότι ο χρόνος δεν παίζει, καθόλου μαζί μου πλέον : ο πλανήτης τών αρχικών γεγονότων έχει φύγει, τόν χάνω, δεν μπορώ να τόν ξαναβρώ, έφυγε : «Μην τά μπουρδουκλώνεις όλα», μού είπε «δεν τά μπουρδουκλώνω, τά συνδυάζω», τού είπα, «Τρίχες και πίπες» μού είπε : «Αρχίδια μάντολες» τού είπα τότε κι εγώ, κάνοντας προσπάθειες να είμαι επίσης καθημερινή και κανονική : (εννοούσα δηλαδή, και από πότε έγινε διαπρύσιος κήρυκας τής σαφήνειας αυτός που τά ’λεγε πάντα τόσο μπουρδουκλωμένα ; ) Σηκωθήκαμε λοιπόν να περπατήσουμε (στην πραγματικότητα φεύγαμε, ήδη τό είχαμε υπόψη μας) (τότε λοιπόν πρέπει να έχασα τή δεύτερη εφημερίδα, καθώς θα τήν έριξα βιαστική κάπου παραδίπλα – ή τήν είχα ήδη ρίξει κάπου παραδίπλα όταν σηκώθηκα για να φιληθούμε τότε που μόλις ήρθε : η αλήθεια είναι ότι δεν μ’ ενδιέφερε γενικά η εφημερίδα) : Μ’ έπιασε απ’ τόν ώμο (αυτό τό αγκάλιασμα πολύ αν θες να ξέρεις μ’ αρέσει) και πιάνοντας τότε κι εγώ ζεστά τό χέρι του πάνω μου όπως τό είχε αφημένο στον δεξιό μου ώμο ακουμπισμένο χαλαρά τό ’πιασα και τού τό φίλησα – κατέβασε τό χέρι του αμέσως από τόν ώμο μου και ψηλαφώντας κάτω απ’ τή μέση τόν κώλο μου είπε «ωραία, σφιχτός είναι ακόμα» κατέβασα κι εγώ τό άλλο μου χέρι απ’ τή μέση του και τού ’πιασα τόν κώλο (δεν ήξερα να τού πω σφιχτός ή ξεσφιχτός, σφιχτός μού φάνηκε, πάντως τό ακόμα όπως καταλαβαίνεις μέ πάγωσε, πολύ παλιομοδίτικο κιόλας ήτανε) (κυρίως βέβαια σκεφτόμουνα τί βλέπουν οι αποπίσω γιατί περπατούσε κόσμος στον πεζόδρομο) όμως αυτός δεν ενοχλήθηκε απ’ ό,τι κατάλαβα καθόλου, και έτσι περπατούσαμε σιωπώντας, ο ένας με τό χέρι στον κώλο τού άλλου : όμως, κάτι που μέ απασχόλησε πάνω απ’ όλα, και κυρίως, από εκείνη τή στιγμή και μετά, ήταν αυτό που σα να μέ τσίγκλησε και να μέ τρύπησε με τρυπάνι, ήταν δηλαδή η σκέψη ότι τού φίλησα τό χέρι – και πέρα από τό ότι τό άφησε αυτός νεκρό στον ώμο μου και δεν φάνηκε να τού κάνει καθόλου εντύπωση, πέρα απ’ αυτή τήν τσαντίλα που ενώ εγώ τού φίλησα τό χέρι αυτός ούτε καν να τό κινήσει δεν καταδέχτηκε (θα μπορούσε ας πούμε με ένα δάχτυλο – σηκώνοντας μόνο τό ένα δάχτυλο, έχει γίνει κι είναι πολύ ωραίο – να μού χαϊδέψει τό σαγόνι) όχι, τό χέρι του έμεινε αναίσθητο και γι’ αυτό ίσως ακριβώς εμένα συγχρόνως μού κόλλησε μια εικόνα τότε από ένα βιβλίο τού φώκνερ, και γι’ αυτό αισθανόμουνα δύο και τρεις φορές γελοία : γελοία και ταπεινωμένη, γι’ αυτά που περίμενα γι’ αυτά που θυμόμουνα και γι’ αυτά γενικότερα που ήμουνα (στον φώκνερ βέβαια η φράση που κυριαρχεί είναι τό κορίτσι να μονολογεί έξαλλη από θυμό (αλλά καταβάθος με ντροπή) τρέχοντας πάνω–κάτω στο δωμάτιο «τού φίλησα τό χέρι, τού φίλησα τό χέρι», αλλά οι συνθήκες εκεί είναι τελείως άλλες : όπως ξέρεις ο φώκνερ έχει μια μοναδική ικανότητα να διαβλέπει κάτι ανείπωτες γυναικείες καταστάσεις – έτσι λοιπόν συνέλαβε (ομολογώ ότι κανείς δεν ξέρει πώς) τήν κρυφή σχέση τών γυναικών με τόν ηρωισμό τή γενναιότητα και τόν ιπποτισμό – και έτσι ακριβώς εκεί, στο βιβλίο αυτό έχει μια γυναίκα που θέλει να είναι ηρωική – ένα κορίτσι που ζώντας σε ηρωικές, και χαζές, εποχές αντιπαρέρχεται τό γεγονός πως η ίδια δεν μπορεί να βγει έξω στον κόσμο σαν ήρωας και κρέμεται από τόν (μελλοντικό και πιθανό) ηρωισμό τού άλλου (τόν οποίο, άλλο, (έχοντάς τον όπως η φαίδρα, πρόγονό της) δεν διστάζει να τόν προκαλέσει κιόλας αυτή πρώτη ερωτικά – χρησιμοποιώντας λίγο, δηλαδή υποτιμώντας λίγο, τόν έρωτα εδώ) και γίνεται ηρωική επιβάλλοντάς του, ή προτρέποντάς τον, να γίνει αυτός ήρωας – ένα βατερλώ με λίγα λόγια για τό οποίο ντρέπεται και μετανιώνει τήν ίδια στιγμή κι έτσι κλείνεται στο δωμάτιό της και χτυπιέται ολομόναχη δαγκώνοντας πιθανώς και τά χέρια της και φωνάζοντας σιωπηλά και ντροπιασμένα και λυσσασμένα και υπόκωφα : «τού φίλησα τό χέρι, τού φίλησα τό χέρι» –

 

οι συχνές, ενσωματωμένες και γι’ αυτό ανεξήγητες κι ανείπωτες αναφορές τού φώκνερ στην αρχαιοελληνική ανθρωπολογία (υπάρχει έρευνα για τήν υπόγεια σχέση τών δικών του «δομών αίματος» με εκείνες τού αισχύλου) (εδώ όμως, στο βιβλίο με τό οποίο ασχολούμαι εγώ (ένα από τά πρώτα του, που απορρίφτηκε άπειρες φορές από άπειρους εκδότες, και αναγκάστηκε πολλές φορές να τό αλλάξει και να τό συντομεύσει) τότε λοιπόν εδώ (στο σαρτόρις) όπου υπάρχει εκείνη η σκηνή τού φώκνερ με τό «τού φίλησα τό χέρι» βλέπουμε, σχεδόν επιδεικτική, τήν υπόγεια αναφορά του απ’ τη μια στον σοφοκλή κι απ’ τήν άλλη στον ευριπίδη – και τά δύο πάνω στο ίδιο πρόσωπο : απ’ τή μια δηλαδή η ηρωίδα του γίνεται «αντιγόνη» κι απ’ τήν άλλη «φαίδρα» : και μάλιστα οι αναφορές στην αντιγόνη είναι διπλές και πιο πολύπλοκες απ’ ό,τι οι αναφορές στη φαίδρα – γιατί η υπόθεση πατάει και εδώ όπως και στην αρχαϊκή θήβα πάνω στα αποκαΐδια ενός εμφύλιου, όμως στον φώκνερ η ηρωίδα επιμένει μεν στους παλιούς άγραφους νόμους, αλλά όχι όπως η αντιγόνη για να θάψει νεκρούς – εδώ θέλει ακριβώς να τούς διαιωνίσει, να συνεχιστεί η βεντέτα, να διαιωνιστούν στον αιώνα δηλαδή οι φόνοι. – Από τήν άλλη, η σχέση με τή φαίδρα είναι σαφώς  ελλειπτική, δηλαδή καθόλου συμμετρική ούτε αυτονόητη, και εντελώς ειρωνική ασφαλώς : φλερτάρει με τόν γιό τού άντρα της (και έτσι φτάνει να τού φιλήσει και τό χέρι) αλλά δεν είναι απολύτως σίγουρο ότι τόν έχει ερωτευτεί τόσο παθιασμένα όσο η φαίδρα τόν ιππόλυτο : εδώ η (ανώριμη) γυναίκα προκαλεί τό (ανώριμο) αγόρι, μέσω τού έρωτα, πάνω απ’ όλα για να κάνει ένα φόνο (και ας μην πάμε τώρα και στην κυρία μάκβεθ γιατί θα πάμε πολύ μακρυά) : όμως ο φώκνερ μάς στέλνει τόσο συχνά στην αρχαϊκή λογική που καταντάει ύβρις η αδιαφορία τών διαφόρων εδώ διαβασμένων για τό ζήτημα – από τήν άλλη βέβαια, δεν μάς ενδιαφέρουν οι διαβασμένοι ντόπιοι, ούτε καν σαν αδιάβαστοι τώρα : αυτό τό «τού φίλησα τό χέρι» προσγειώνει όμως τό έργο στην εντελώς σημερινή εποχή – ώς εμένα δηλαδή) : και αυτός ήταν ένας παρόμοιος τέτοιος διαβασμένος, κι αδιάβαστος, όπως αποδείχτηκε (πάντως μού ’κανε εντύπωση η εμφανής περιφρόνησή του προς τή λέξη «πίπες» – και σε μια πρώτη (και μετά από τόσα χρόνια) συνάντηση κιόλας – αυτός ο πουριτανισμός, ομολογώ, μέ πάγωσε – βέβαια τό ξέρουμε όλοι από χρόνια, δεν τό ανακαλύπτω τώρα, ότι οι λέξεις που εικονογραφούν διάφορες φάσεις τού γαμησιού θεωρούνται βρισιές – αυτή είναι η διαλεκτική τού έρωτα στον άθλιο πολιτισμό μας)

 

συνεχίσαμε λοιπόν να περπατάμε, εγώ τού φίλησα τό χέρι, αυτός μού είπε ότι ο κώλος μου κρατιόταν ακόμα και δεν είχε σουρώσει, κι εγώ είχα θελήσει απλώς να τού εξηγήσω τά σχετικά με τό όλον – αυτά που σού ’χα πει δηλαδή και σένα στην αρχή αρχή αν θυμάσαι – λες και ήθελα απλώς να τού εξηγήσω τό γιατί είμαστε εκεί και οι δυο στον πεζόδρομο  : όταν ο χέγκελ δηλαδή διατύπωσε τήν άποψη ότι τό όλον είναι η αλήθεια και ο αντόρνο τόν αντέκρουσε με τό ότι τό όλον είναι ψέμα, δεν νομίζω ότι τσακώθηκαν ακριβώς, και μάλλον δεν τσακωθήκαν καθόλου, διότι αυτό που εννοούσε ο ένας ήταν ότι Μόνο η αλήθεια κάνει τό όλον, και όταν ο άλλος συμπλήρωσε ότι Τό όλον είναι ψέμα, επέκτεινε απλώς τήν διατύπωση : για να τό καταλάβουμε όμως αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν ο χέγκελ, που δεν κατάφερε να γίνει καθηγητής αλλά έμεινε δασκαλάκος για χρόνια (τήν ώρα που κάτι άλλοι αλαμπουρνέζοι είχανε ήδη τίς έδρες τους – σφιχτές και κωλοπετσωμένες) όταν ο χέγκελ λοιπόν είπε ότι τό όλον είναι η αλήθεια δεν ήθελε να πει τόσο πολύ ότι τό όλον (δηλαδή αυτό που κάθε μέρα συμβαίνει) είναι αληθινό με τήν έννοια ότι μάς εκφράζει και μάς ευχαριστεί, αλλά μάλλον ότι η αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να είναι τό επιμέρους καθημερινό (η μια μόνο συνάντηση ας πούμε) κι ούτε μπορεί να βρεθεί μέσα στα κομματιαστά κομματάκια, αλλά ότι βρίσκεται μόνο μες στην συνολική γνώση τών πάντων : και τά κοίλα και τά αμφιθέατρα και τίς πίπες : (αυτό συμβαδίζει επομένως και με τήν πεποίθησή του ότι είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς οτιδήποτε πραγματικά, αλλά ότι η περιγραφή ενός επεισοδίου από τήν ζωή ενός ανθρώπου χρειάζεται τήν πλήρη βιογράφηση τού ανθρώπου αυτού : (και ότι μόνο έτσι μπορεί να γίνει κάτι από τό επεισόδιο αυτό κατανοητό) : όταν λοιπόν ο αντόρνο ισχυρίζεται ότι Τό όλον είναι ψέμα εννοεί ότι η πλήρης ανάπτυξη τής ζωής μας είναι ψέμα διότι δεν μάς εκφράζει διότι εμείς είμαστε άλλοι και αλλού : εμείς δεν είμαστε δηλαδή αυτοί, είμαστε άλλοι, κι έτσι αυτό που συμβαίνει είναι ψέμα ακριβώς γιατί αποτελεί μέρος μόνο τής αλήθειας τού χέγκελ : για να φτάσουμε στην αλήθεια δηλαδή τού χέγκελ θα ’πρεπε να παραδεχτούμε πρώτα ότι δεν είμαστε μόνο αυτό (τό ελάχιστο και αξιολύπητο ας πούμε πάνω κει στον πεζόδρομο) που γίνεται, αλλά και οτιδήποτε άλλο (άγνωστο) δεν μπόρεσε ποτέ του να γίνει : με άλλα λόγια τό όλον είναι πολύ μικρό πλέον για μάς)

 

Και έτσι, πλησιάζοντας να χωρίσουμε, και καθώς εγώ έψαχνα πια για ταξί, «ε, σήμερα κάναμε και λίγο επίδειξη γνώσεων ο ένας στον άλλον, τήν επομένη θα τό διορθώσουμε» μού είπε χαμογελαστά και λίγο διδακτικά, και ίσως με ένα ίχνος υπονοούμενου προς άλλες, ερωτικότερες συνέχειες ώστε εγώ να συνειδητοποιήσω τότε ακριβώς, και μέσα σε μια νυχτιάτικη και χειμωνιάτικη έκλαμψη καθαρής και αστραφτερής αλήθειας, ότι δεν είχαμε πάρει μέρος καν στο ίδιο βράδυ : δεν περπατούσαμε καν στον ίδιο δρόμο : δεν είχαμε κάτσει καν στο ίδιο κοίλο : γίνονται βέβαια αυτά, έχουν συμβεί και άλλες φορές, και μάλλον γενικότερα πάντα συμβαίνουν : τού ήταν αδύνατο δηλαδή να φανταστεί ότι εγώ έψαχνα να σιγουρέψω τό γεγονός πως προερχόμαστε από τό ίδιο αμφιθέατρο, και πως, παρ’ όλον τόν χρόνο, είμαστε ακόμα κάπως ελαφρώς συγγενείς – δηλαδή καθισμένοι στα ίδια θρανία : ότι ακόμα δηλαδή δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε καλά : και επειδή δεν είμαστε τελικά συγγενείς και μάλλον δεν είχαμε κάτσει ποτέ στα ίδια θρανία, και μάλλον μιλούσαμε και οι δύο θαυμάσια, κατέληξε εκείνος ότι βρισκόμαστε στον πλανήτη τών γνώσεων και τών επιδείξεων, τών ανταγωνισμών και τής έχθρας και τής βλακείας, που εκείνος είχε μάθει φαίνεται από χρόνια πολλά να περιδιαβαίνει : και τόν θεωρούσε και ωραίο πλανήτη απ’ ό,τι αποδείχτηκε : όχι, τίποτα δεν υπήρχε πια, και ό,τι θυμόμουνα ήταν μια στάχτη στο κεφάλι μου : ήμουνα στην αρχή έτοιμη να ερωτευτώ και στο τέλος κατέληξα αποσβολωμένη και επομένως τώρα έψαχνα απλώς για ταξί

αφού δεν γίνεται αλλιώς : ο έρωτας είναι ήρωας και μάλιστα πάνω στα χιόνια, όπως είπε ωραιότατα ο παπαδιαμάντης και όπως τό είπε εξάλλου συνοπτικά και ο μπρούνο, ναι ο τζορντάνο : μια ηρωική μανία – και ο σταντάλ επίσης όμως τό διατύπωσε καθαρά : ο έρωτας ξεκινάει από έναν (ακατανόητο συχνά) θαυμασμό : Εγώ λοιπόν τόν θαύμαζα πριν από χρόνια γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει, είναι μεγάλο κατόρθωμα να μην μπορείς να μιλήσεις, και τώρα ξαφνικά έλεγε τρίχες και πίπες – δεν είχα τίποτ’ άλλο παρά να ψάξω λοιπόν για ταξί :

 

και έτσι θα έληγε η βλακώδης πανωλεθρία, πολύ γρήγορα, μόλις μερικές ώρες δηλαδή μετά : και έτσι θύμωσα εγώ η ίδια με μένα απλώς : θύμωσα που βρέθηκα με μια στάχτη στα χέρια δηλαδή ξαφνικά, σαν εκείνους τούς αρχαίους που παίρναν στάχτη από κάτω και κάλυπταν όλο τό κεφάλι τους, μολονότι εγώ δεν θα κάλυπτα κανένα κεφάλι, η στάχτη θα ήταν αόρατη και μόνο στο κεφάλι μου μέσα, και μόνο ο θυμός μου που θα είχα αφεθεί ν’ αφήσω κάτι να μέ τυλίξει ή να μέ σκεπάσει ολόκληρη, και που να μοιάζει εντέλει με αποτυχία, και μολονότι ήταν και μεγάλος ο θυμός, ήταν και μεγάλη η κατάπληξη για τό γεγονός ότι μπορούσα να νιώθω μαζί και λύπη και παγωνιά (πράγματα που μοιάζανε τόσο με τά ξεχασμένα και αφημένα πίσω) καθώς βρισκόμουνα στον πεζόδρομο σ’ ένα μέρος επίσης παλιό ξεχασμένο – τό εντελώς περίεργο πάντως είναι ότι όταν έπεσα στο κρεβάτι και πριν καν αρχίσουν τά όνειρα, μύρισα κάπου στο μαξιλάρι ένα υπόλοιπο από τό δέρμα του και τό μάγουλό του, σίγουρα από το φιλί που δώσαμε καθώς χωρίζαμε, και ξαφνιάστηκα λίγο με μένα τήν ίδια, με τό πόσο επίμονη και πιστή δηλαδή ήμουνα με όσα θυμόμουνα κι ας αποδεικνύονταν λάθος – γιατί όταν τελειώσει τό έργο, όλα φαίνονται γελοία – όλα είναι γελοία όταν τελειώσει τό έργο

αλλά όλα αυτά είναι άσχετα τής είπα στο τέλος, απλώς η απόδειξη τού ότι απέτυχα εντελώς, και μάλιστα τόσο γελοία, ήταν πάνω απ’ όλα τό γεγονός πως εκείνη τή μέρα αγόρασα τήν ίδια εφημερίδα τρεις φορές, πράγμα που τό κατάλαβα όταν η μέρα τέλειωσε, τόσο συγχυσμένη ήμουνα εκείνη τή μέρα, που είχε αρχίσει ζεστή, πολύ πριν γίνει παγωμένη, κι αυτό που μέ μπέρδεψε περισσότερο ήτανε ο θυμός μου όταν πάγωσε, μια που δεν ήξερα πώς να τόν περιγράψω.

 

«μέρες τοπίου» (ανέκδοτο μυθιστόρημα)

 

 

 

 

 

 

φωτογραφίες Fan Ho, Trent Parke

 

 

 

 

 

 

Advertisements

1 Ιουλίου 2018

οι γάμοι

 

 

 

Όταν ήμουνα μικρή οι μεγάλοι είχαν ένα περίεργο έθιμο και γινόντουσαν συνέχεια γάμοι. Μού φαινόντουσαν σαν να γίνονται συνέχεια γάμοι δηλαδή. Κάποια μέρα τού χρόνου όλα ήτανε άσπρα και μεταξωτά, και μαζεύονταν όλοι μαζί (σιωπηλοί και επίσημοι) στην εκκλησία και τό κάνανε αυτό συνεχώς. (Τώρα, αν εγώ είμαι διαστημική για σένα που σού τά λέω έτσι αυτά, θα πρέπει να μετρήσεις τρεις φορές και εκατό αυτό τό διαστημικό, για να φτάσεις στο πόσο διαστημικοί ήταν για μένα όλοι αυτοί, και οι μεγάλοι, και οι τελετές αυτές, όταν ήμουν μικρή) :

Δεν ήξερα καν δηλαδή, για να σού δώσω να καταλάβεις, τί ήταν ακριβώς αυτοί οι γάμοι : θυμάμαι απλώς διαφορετικές βέβαια εκκλησίες, και κόσμο κι όλ’ αυτά, αλλά να κυριαρχεί στη μέση πάντα εκεί αυτό τό άσπρο, τό μεταξωτό, στη μέση πολύ γελαστό κι ηλίθιο. Κι επίσης, τό άσπρο τό μεταξωτό που θα φορούσα πάντα και εγώ. Θυμάμαι επίσης σ’ αυτούς τούς γάμους πολύ μαύρους και γκρίζους άντρες, και γυναίκες να μυρίζουν φοβερά : υπέροχη η μυρωδιά από κραγιόν κι από παλτά. Θυμάμαι επίσης πάντα σε αυτούς τούς γάμους ότι μέ πήγαινε πάντα ο μπαμπάς μου. Είχε μεγάλη επισημότητα όπως μέ έπιανε απ’ τό χέρι, και η μαμά (και η γιαγιά) μέ είχαν ντύσει προηγουμένως στα μεταξωτά : όμως δεν τή θυμόμουνα σχεδόν ποτέ μου τή μαμά : ήταν κι αυτή εκεί, αυτό είναι σίγουρο, αλλά ο πατέρας μου μέ είχε πάντα από τό χέρι, πιο κοντά.

Κι ήταν και μερικές φορές που μ’ άφηνε για λίγο κι ένιωθα τότε, σκεπασμένη από τούς άλλους, σαν να ήταν έτοιμοι να μέ πατήσουνε, και χωμένη μες στ’ αρώματα.

Μιλάω πάντα για προαύλια, όταν στα λέω αυτά : ήτανε πάντα αυτή η ατελείωτη δηλαδή ώρα, που περιμέναν όλοι κάτι άσπρο να κατέβη και να ’ρθεί : Φουρφούριζε, ανέβαινε τίς σκάλες, μπαίναν όλοι μέσα, κι εκεί πέρα ήταν όλα πλέον βλοσυρά : όμως έξω, επάνω στο τσιμέντο ή τίς πλάκες, ήταν η ώρα η πολλή, που όλα γίνονταν αλλιώς : Έτσι θυμάμαι πάντα ότι μέ άφηνε για λίγο (τώρα ξέρω ότι τό ’κανε για να μέ μάθει να στέκομαι μόνη μου δήθεν και χωρίς αυτόν) κι ύστερα ερχότανε πάλι ξανά : ο κόσμος στερεωνότανε καλύτερα, όταν ερχότανε δίπλα μου αυτός, κι έπειτα εκεί έξω σ’ αυτά τά προαύλια με τά δέντρα ή χωρίς συνέβαινε πάντα και εκείνο, με τόν γνωστό του τόν συνάδελφο : (ήτανε δημοσιογράφοι με ύφος ακόμα τότε όλοι γύρω – εγώ τούς έβλεπα ακόμα καλοσυνάτα – δημαμάφους καλοσυνάτα τούς έλεγα).

Τώρα, τού λέω, αυτό που θα σού πω, θα δυσκολευτείς πάρα πολύ να τό πιστέψεις : και όμως, είν’ αλήθεια, και τό θυμόμουνα πάντα συνέχεια, όλα τά χρόνια αυτά, ποτέ μου δεν τό ξέχασα : δεν είναι κάτι δηλαδή που θα μπορούσα και να τό ξεχάσω φυσικά, γιατί τό πρόσωπο αυτουνού τού μικροκαμωμένου ήτανε περίεργο, κι όχι τόσο τό πρόσωπο (και οι γραμμές, οι κάπως προς τά κάτω) όσο κυρίως αυτό, τό ότι αυτό γινότανε συνέχεια, κάθε φορά, κι είχε κυρίως αυτή τή συνωμοτικότητα ανάμεσα, σαν κάτι να λεγότανε, που ήτανε πέρα απ’ αυτά : Για να σού δώσω να καταλάβεις, πρέπει πρώτα όμως να σού πω, ότι ο πατέρας μου (κι αργότερα, που ήμουνα μεγάλη, αλλά κι από τότε – από τόσο μικρή) μέ σύστηνε σε όλους και σε διάφορους, μέ σύστηνε με τέτοια μονότονη θριαμβικότητα, λες κι ήθελε πάντοτε να μέ μάθει όλος ο κόσμος – κι έτσι βέβαια και στους γάμους θα γινότανε αυτό.

Ο πατέρας μου επίσης με κρατούσε πάντα από τό χέρι δηλαδή από τή γροθιά μου, γιατί πάντα όταν κάποιος μ’ έπιανε από τό χέρι τού έδινα τή γροθιά μου, και μόνο στους φίλους και τίς φίλες μου στον δρόμο όταν παίζαμε ή αλλού τό χέρι μου ήταν ανοιχτό, στους μεγάλους έδινα πάντοτε τή γροθιά μου, και η μητέρα μου ας πούμε μού τή γαργάλαγε ελαφρά για να τήν ανοίξω και να πιαστούμε «κανονικά» από τό χέρι όταν πηγαίναμε περίπατο όπως και οι «υπηρέτριες» κι αυτές μού έψαχναν πρώτα με τά δάχτυλά τους τή γροθιά και μού τήν άνοιγαν για να τίς κρατήσω κι αυτές κανονικά, όταν πήγαινα και μ’ αυτές βόλτα, κι αυτές οι βόλτες ήταν οι πιο ωραίες, και δεν είχα καμμία συναίσθηση ότι έδινα τή γροθιά μου κι όταν μού τήν ανοίγανε τήν άνοιγα χωρίς αντίρρηση, όμως μόνο ο πατέρας μου δεν αντιδρούσε και έβαζε τή γροθιά του πάνω από τή γροθιά μου και αγκάλιαζε επομένως τή γροθιά μου με τή φαρδιά και ζεστή και χοντρή του γροθιά και έτσι κρατιόμαστε γροθιά πάνω σε γροθιά, μονίμως.

Θυμάμαι επίσης μια συζήτηση που έκανε με τή μάνα μου όταν τής είπε κάτι για «θείο βρέφος» κι αυτή τού είπε τότε, γεμάτη αντιρρήσεις ως συνήθως κοροϊδευτικά, «τί θείο βρέφος χριστιανέ μου αφού είναι κορίτσι» τού είπε, και εκείνος τότε είδα πως έφυγε χωρίς να τήν κοιτάζει άλλο και είπε όμως με κλειστά μάτια «θείο βρέφος, η κόρη μου είναι θείο βρέφος» και έτσι πηγαίναμε πιασμένοι με τόν πατέρα μου, γιατί δεν είχαν έρθει ακόμα οι εποχές τών αντιρρήσεων και τών αντιθέσεων και τών απαίσιων και φριχτών συγκρούσεων, και όλα ήταν ακόμα ζεστά και μού τύλιγε υποταγμένος τή γροθιά μου με τή γροθιά του, και έτσι σ’ αυτούς τούς γάμους πάντα μία στιγμή μέ πήγαινε και στεκόμαστε εκεί στο προαύλιο τής εκκλησίας ανάμεσα στον κόσμο που όλο μιλάγανε και περιμένανε τή νύφη, μπροστά σ’ εκείνον τόν λεπτό κύριο με τό ευγενικό χαμόγελο και τούς μαζεμένους ώμους και τό σκούρο όπως όλοι κουστούμι

και μού έλεγε σκύβοντας λίγο προς τό μέρος μου και κουνώντας ελαφρώς σα συνθηματικά τή γροθιά μου πάνω–κάτω «να σού συστήσω τόν κύριο Κλάρα» και τότε εκείνος ο κύριος χαμογελούσε ακόμα πιο πολύ, και έσκυβε κι αυτός λίγο προς τό μέρος μου σαν σε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση, υποκλινόταν δηλαδή αυτός σε μένα που ήμουνα μια σταλιά σκατό ντυμένο στα καλά μου τά κάτασπρα (που δεν τά ήθελα διότι εγώ ήθελα να φοράω τά παντελόνια και τίς φόρμες μου που παίζαμε στο δρόμο με τίς φίλες μου, αλλά σ’ αυτούς τούς γάμους έπρεπε να φοράω άσπρα κι εγώ)

και ύστερα, αφού μού υποκλινόταν, σηκωνόταν κι αυτός πιο όρθιος, και κοιταζόντουσαν με τόν πατέρα μου που ήταν κι αυτός πιο όρθιος, και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον σα μεγάλοι άνθρωποι τώρα, και δεν καταλάβαινα τί γινόταν ακριβώς μ’ αυτό τό ύφος τους που ήταν μυστήριο διότι τά παιδιά πιάνουν ξέρεις τά ημιτόνια τών υποημιτονίων και τά υποχρώματα τών υπερχρωμάτων στην ατμόσφαιρα και έτσι, καταλαβαίνεις, έπιανα κάτι περίεργους υποήχους που δεν λεγόντουσαν όμως ποτέ, και τώρα σκέφτομαι, τό σκατό περίπου νεογέννητο, ούτε καν πέντε χρόνων (τά συνάγω τά χρόνια απ’ τά σπίτια πού αλλάζαμε) κι εκείνοι με τά κουστούμια, να υποκλίνεται εκείνος μπροστά μου με τούς μαζεμένους του ώμους και τήν περίεργη και αλλόκοτη μικρή αλαζονεία στο χαμόγελο ενώ τώρα ξέρω ότι ο κανόνας είναι να συστήνουν στον σημαντικόν τόν ασήμαντον και στον σπουδαίον τόν ανόητο, και όχι τό ανάποδο, και τώρα ξέρω εκείνους έχοντας μόλις βγει από τά τάρταρα ενός εμφύλιου έτσι που μ’ έπιασε κανονικό σύγκρυο μετά όταν τό σκέφτηκα και συγκροτώντας τούς ανόητους χρόνους είδα ότι είχα ήδη ακούσει και τούς πυροβολισμούς που σκοτώνανε τόν πλουμπίδη κι όμως τίποτα κανονικά δεν μ’ αφήσαν, και δεν μπορούσα και ν’ ακούσω, έχοντας τυλιγμένη τήν ασυνείδητη γροθιά μου στην συνειδητή του γροθιά εκεινού, και απλώς πηγαίναμε κάθε τόσο σε γάμους – περίεργο πόσο πολλοί παντρευόντουσαν, και οι γάμοι μού φαινόντουσαν αστείοι και ηλίθιοι.

Όμως εκεί λοιπόν, πάντοτε έξω στο προαύλιο μέ σύσταινε σαν κάπως ήρεμα, σαν κάπως επειδή ήταν γάμοι να περίσσευα και λίγο, σαν κάπως να μην ήμουνα εγώ τό πρώτο πρόσωπο ετούτη τή φορά – έλεγε βέβαια Η κόρη μου, αλλά σαν να ’τανε κάπως πιο αδιάφορη, πιο κρύα η κατάσταση : Ή ήταν και πολύ συνηθισμένη η κατάσταση : γυναίκες κι άντρες, αρωματισμένοι όλοι, μες στις κουβέντες τους κοιτάζανε κάποια στιγμή λίγο δεξιά του, και σαν να έβλεπαν ξάφνου ένα εξάρτημα τού παντελονιού του, έλεγαν : Η κόρη σου ; α, έχει μεγαλώσει : πόσο είναι τώρα ; Κι αυτός τότε τούς έλεγε περήφανος Ναι, ναι. Είναι τόσο : Κι οι αριθμοί ήτανε πάντοτε, μια λέξη που έλεγε πράγματα, τόσο διαφορετικά. (Μια φορά θυμάμαι μόνο τόν αριθμό έξη που μού φάνηκε εξαιρετικά μεγάλος, κι επιπλέον και βλοσυρός και είπα : Τώρα είμαι τόσο πια μεγάλη, και μού φάνηκε (από μέσα μου) ότι έπρεπε ν` αποχαιρετήσω πια ένα παρελθόν. Και τότε έπαθα ένα είδος σοκ από αυτήν τήν ηλικία : ω, είχα πίσω μου πια αφήσει τή ζωή, δεν θα `μουνα τώρα πια άλλο αυτό που ήμουν.)

Μέ κουβαλούσε λοιπόν πλάϊ του, κι άλλοτε μ’ άφηνε για λίγο μόνη, μού ’κανε αυτό τό σαν καψόνι, για τό οποίο απορούσα αλλά και τόν αντιπαθούσα μυστικά πολύ, κι ύστερα, ερχόταν η ώρα τής μεγάλης, πιο μεγάλης απορίας, καθώς θα γινότανε πάντα η ίδια τελικά σκηνή : μέσα από τό αραιό και παρφουμαρισμένο πλήθος ξεπρόβαλε τό ίδιο κουστουμαρισμένο και μικροκαμωμένο αυτό σουλούπι του, και ο πατέρας μου πάντα μ’ αυτόν θα είχε ένα ύφος εντελώς αλλιώτικο (ένα ύφος που, μόνο εν μέρει θα μπορούσες να πεις ότι πρόδινε μια σκέψη σαν Επιτέλους εδώ είμαστε, ή : Αγαπητέ μου σέ γύρευα) κι όμως, τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν ήτανε ακριβώς τό ύφος, όσο, πάνω απ’ όλα και κυρίως, τό ότι ξαφνικά όλα γινόντουσαν τώρα σαν πιο ανείπωτα,

Στην επιφάνεια δεν άλλαζε δηλαδή, ούτε μια κίνηση, κι όμως, εγώ πάντοτε τόν θυμόμουνα αυτόν τόν κύριο, γιατί, γύρω του πάντοτε μια λάμψη απ’ τή μεριά τού πατέρα μου φουρφούριζε, και μια περίεργη άλλη λάμψη – σκοτεινή – κόλλαγε λες (ή ήταν ήδη κολλημένη) στο ίδιο του τό πρόσωπο τού αλλουνού, κι έτσι ήταν πάντα αυτή η απόσταση που κρατούσαν αναμεταξύ τους υποκλινόμενοι ο ένας στον άλλον, η περίεργη στάση εκεινού που σαν να ’χε γύρω του ένα κενό, και τό χαμόγελο που ανταλλάσσανε καθώς τού ’λεγε ο πατέρας μου κάθε φορά τό ίδιο – σαν να τόν τράβαγε απ’ τούς άλλους και να τόν έφερνε επιτέλους στη μεριά μας – Αγαπητέ μου, να σού συστήσω τήν κόρη μου – κι ενώ αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος με τό αδύνατο τριγωνικό λίγο πρόσωπο (σαν σταγόνα) με τά χαρακτηριστικά όλα τραβηγμένα λίγο προς τά κάτω, κι εκείνη τήν διακριτική έκφραση λίγο σαν μιας κλάψας, σαν, λίγο μιας αποξεχασμένης μιζέριας (πρόσεξε λέξη που βρήκα τώρα, ε ; ) στεκότανε σε μια απόσταση περίπου σεβασμού απέναντί μου, και μού ’κανε και μια ελαφριά υπόκλιση όλος αξιοπρέπεια και χαμογελώντας μου ή μάλλον χαμογελώντας και στους δυο μας λίγο απόμακρος, ή μάλλον αυτοί οι δυο χαμογελώντας μεταξύ τους τώρα συνωμοτικά, τότε που γύριζε προς τό μέρος μου τήν ίδια στιγμή εκείνος και μού ’λεγε εμφαντικά, με μια περίεργη επισημότητα (ή και ειρωνεία, δεν μπορούσα να καταλάβω τί διάολο ήτανε όλο αυτό μαζί) : – Ελισάβετ να σού συστήσω τόν κύριο … Κι έλεγε μια λέξη πάντοτε σαν δέντρα ή κλαδιά. Και καμιά φορά τό επαναλάμβανε κιόλας – Νίνα, από δω ο κύριος … , και ξανάλεγε πάλι τά δέντρα και κλαδιά. Σαν να ’θελε να τό ακούσουνε, να τό χωνέψουν μάλιστα όλοι (και σχεδόν να τό χαρούνε κι ίσως – κάπως έτσι) και οι δυο : Κι ύστερα αμέσως έπεφτε μία σιωπή όλο χαμόγελα όπου μέναν και κοιταζόντουσαν με ένα ύφος γυρισμένοι ο ένας προς τόν άλλον και σχεδόν χωρίς να μιλάνε άλλο πια. (Τώρα ξέρω ότι σίγουρα ανταλλάσσανε και κουβέντες, γιατί συνάδελφοι ήτανε – κι εκείνος, αυτό τό ’μαθα αργότερα – είχε φτιάξει τήν καλύτερη σελίδα στην εφημερίδα του – : τήν καλύτερη σελίδα καλλιτεχνική : ναι, τήν είχε εκείνη η φοβερά δεξιά φυλλάδα στην οποία για να ζήσει τή ζωή του εκείνος δούλευε – ναι, τό φαντάζεσαι, αυτός, επέζησε χωμένος έτσι στην πιο δεξιά φυλλάδα, ο απλός και (πόσο πολύπλοκα) αδελφός (πόσο πολύπλοκο θα ήταν τό να ’ναι απλώς αδελφός))

λοιπόν σίγουρα κάτι είχανε να πούνε σαν συνάδελφοι, αλλά όλο, λες, τό νόημα να ήτανε κυρίως τό να μού τόν φέρει πάντοτε στους γάμους και να μού τόν δείξει, και με επισημότητα μετά να τού απευθυνθεί και να τού πει : Αγαπητέ μου από δω η κόρη μου, αφού είχε πει μ’ επισημότητα προηγουμένως, και δείξει με τό χέρι του σ’ εμένα, λέγοντας – Ανδρομάχη να σού συστήσω τόν κύριο … , λέγοντας πάλι εκείνο με τά δέντρα και κλαδιά.

Ναι, ένα αδύνατο σα μαζεμένο λίγο αλλά πάρα πολύ αξιοπρεπές και μοναχικό σουλούπι (η μοναχικότητά του ήταν αυτή που μού άστραφτε σαν να ’χε επίγνωση ότι τόν περιβάλλουνε δηλαδή κάτι αγκάθια γύρω του, κι ενώ ήταν μέσα σ` όλους κι όλοι ήταν μαζί, ήταν μαζί σαν να ’ξερε ότι είναι ολομόναχος, κι υποκλινόταν ολομόναχος, χαμογελούσε ολομόναχος, και σαν να είχε επίγνωση αυτής τής μοναξιάς, αυτό μού φαίνονταν, και, όχι δεν τόν πείραζε, απλώς κάθε φορά που μού υποκλινότανε σαν να ’ταν γύρω του ένας κύκλος, και ένα κενό, και τό θυμάμαι αυτό τό ειρωνικό τό συνωμοτικό τό γέλιο που είχανε και οι δυο, και όμως : Κάπως οι γραμμές αυτού κατέβαιναν προς τά κάτω, σ` ένα πρόσωπο λεπτό, και τριγωνικό λίγο, κι ευγενικό πολύ, και με μάτια μαύρα μεν, αλλά που μού ’δινε όμως μυστικά τήν εντύπωση μιας περίεργης μιζέριας – κοίτα λέξη που βρήκα τώρα ε ;

Κι ήταν αυτό τό ανεξήγητο χαμόγελο τού μυστικού που είχαν αναμεταξύ τους, που μέ μπέρδευε : Σαν, λέγοντας τό όνομά του ο ένας, κι ακούγοντας τό όνομά του ο άλλος, νά ’λεγαν κάτι άλλο ταυτοχρόνως και οι δυο : τό όνομα δεν τέλειωνε, δεν έκλεινε, ήταν σαν, γύρω από τό όνομα, να φουρφούριζε μία σιωπή, ένα κενό γεμάτο ταυτοχρόνως με κάτι που μπέρδευε : καθόταν η συνωμοσία λες πάνω στο όνομα, κι αυτό ήταν τό πιο εμφανές που γινότανε : Τό όνομα ήταν αυτό λες που είχε τή μυστικότερη και μεγαλύτερη σημασία, και δεν μπορούσα να τό καταλάβω τότε αυτό –)

Εγώ μεγάλωνα λοιπόν και τό όνομα έμενε ίδιο φυσικά στους γάμους, και τό θυμάμαι, κι όλα γίνονταν συνέχεια ίδια, κι η υπόκλιση ήταν ίδια και τό όνομα συνέχεια έμενε στο κενό, κάτι με δέντρα και κλαδιά. Λες κι είχαν σημασία δηλαδή ειδικά τότε τά κλαδιά –

Κι ύστερα, έπαψα πια, από μια εποχή και πέρα να πηγαίνω. Γίναν οι ανταρσίες, ώσπου ψηλώνοντας και άλλο, εκεί στα δεκατέσσερα περίπου τούς είδα μια φορά που ετοιμάζονταν για έναν γάμο κι είπα να πάω, μήπως και τόν δω τώρα ξανά. Καταλαβαίνεις, τώρα πια θα τόν έβλεπα κανονικά : δεν θα έβλεπα δηλαδή αυτόν, θα έβλεπα εκείνον που έπρεπε : έφτασα να τό περιμένω μ` ένα είδος έρωτα, να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι επιτέλους. (Οι άλλοι, ξαφνιαστήκανε, πώς μού ’ρθε ξαφνικά, να θέλω να τούς συνοδέψω και σε γάμο : έγινε κι ένας ψιλοκαυγάς γιατί επέμενα να πάω με μπλουτζήν). (Αυτή θα ’τανε φυσικά η στολή μας τώρα, θα πήγαινα με τήν πιο αντάρτικη στολή για να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι εγώ : τώρα κι αυτός θα καταλάβαινε τή διαφορά απ’ τό μωρό με τά λευκά μεταξωτά, ώς δηλαδή τόν εαυτό μου πλήρως) :

Έγινε φυσικά ένας ψιλοχαμός, με τό μπλουτζήν αποκλειότανε να πάω σε γάμο (κι ούτε που ήξερα και ποιοι παντρεύονταν, τό μόνο που μέ ενδιέφερε ήταν ότι επρόκειτο πάλι, ασφαλώς, εκεί που ως βρέφος ήξερα, θυμόμουνα, ότι πάει πάντα, να πάει πάλι τό ίδιο, και αυτός) όμως με τό μπλουτζήν αποκλειόταν είπανε να μέ δεχτούν στον γάμο – και : άκου με τώρα πονηριά που βρήκα – πήγα στα κατάμαυρα – : έβαλα μαύρα παντελόνια και σακάκια τώρα εγώ – και έτσι, μόνο μαύρο τό σκουφί δεν είχα βέβαια να βάλω – και ήμουνα σχεδόν ερωτευμένη όπως περίμενα για να τού σφίξω πια κι εγώ τό χέρι (να σφίξω δηλαδή τό χέρι τού αδελφού, μέσω αυτού –) κι από τήν αγωνία μου τώρα κιόλας τήν φριχτή τό είπα τού πατέρα μου – είχα μια τέτοια αγωνία μην τόν χάσω – και έγιναν πάλι όλα όπως παλιά, και εκεί στο προαύλιο όπως στεκόμαστε, (ούτε θυμάμαι ποιοι παντρεύονταν) τού είπα μια στιγμή (μ` είχε συστήσει ήδη σε καμπόσους, αλλά όχι πιο ψηλούς πια, ούτε αυτός πια πιο ψηλός από μένα) (με αγωνία που καν δεν βαστιότανε) Θα μού συστήσεις και τόν κύριο Κλάρα ; και μέ κοίταξε σαν συνοφρυωμένος ξαφνικά και απομακρύνθηκε τώρα, και ήρθε έπειτα ξανά μονάχος, και – Δεν είν’ εδώ τό πρόσωπο για τό οποίο ήρθες κυρία έξυπνη, μού είπε βλοσυρά. Και όταν είδε ότι κατάρρευσα, σαν να συμπόνεσε : Θα σέ πάω στην εφημερίδα του μια μέρα άμα θέλεις. Αλλά τί τόν θέλεις ;

Φυσικά και δεν πήγαμε βέβαια. Ούτε και ξέρω τί απέγινε. Τόν ξέχασα κι εγώ – τότε, βγαίνανε ένα–ένα στην επιφάνεια, όλα όσα μάς κατέκλυσαν – διαμορφώθηκε αισίως και η σχετική απόφαση για τά ενγένει συντηρητικά τού όλου στρατού, ενγένει εκείνου και ενγένει τών άλλων, τά ξέρεις. Αλλά τά ’πα για να σού τονίσω αυτό : τόσο μικρή, κι είχα σκεφτεί κάτι σαν τή λέξη μιζέρια για τό πρόσωπό του – απίστευτο, ε ;

Φυσικά, ο άλλος ήταν πιο σωματώδης. Κι ο αδελφός του θα σωζόταν σε μια δεξιά φυλλάδα κι όλοι θα καταλήγαμε τυλιγμένοι σε μια κόλλα χαρτί, νομίζοντας ότι είμαστε ελεύθεροι, αφού τώρα πια κάναμε ό,τι θέλαμε, επιπλέον ζωντανοί : και όλοι παντρεύονται κιόλας ακόμα : κι όλα θα καταλήγανε απλώς για να υποκλιθεί ο αδελφός του σ’ ένα τόσο μικρό τότε κοριτσάκι – Να σού συστήσω αγαπητέ μου, από δω η κόρη μου, και ύστερα σε μένα, με τό χέρι απλωμένο, απείρως πιο ειρωνικά : Ο κύριος Κλάρας από δω. Δε βαριέσαι, θυμάμαι απλώς.

 

(από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»)

 

 

 

 

 

 

 

12 Μαΐου 2015

κατηγορίες

 

 

 

 

 

Τό πρώτο πράγμα που θα ’πρεπε να τού εξηγήσω αν κατέβαινε ένας αρειανός σ’ αυτόν τόν πλανήτη θα ήτανε για τά λεφτά.

Και μετά, αφού θα είχε καταλάβει τή λέξη λεφτά, θα προχωρούσαμε στα υπόλοιπα βασικά.

Και τά υπόλοιπα βασικά είναι χοντρικά τά εξής : οι άνθρωποι σ’ αυτόν τόν πλανήτη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες : αυτούς που δεν έχουν τίποτα, αυτούς που έχουν λίγα, κι αυτούς που έχουν πολλά. Η πρώτη κατηγορία είναι η πολυπληθέστερη, και οι άλλοι μισοί είναι η δεύτερη κατηγορία. Η τρίτη κατηγορία συμπεριλαμβάνει ελάχιστους. Ταυτοχρόνως, η πρώτη και η τρίτη κατηγορία είναι σχετικά μονοδιάστατες. Η δεύτερη κατηγορία όμως είναι ευέλικτη, και έχει σχετική ποικιλία. Σ’ αυτήν μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές υποκατηγορίες : Αυτούς με τά λίγα βασικά, αυτούς με τά λίγα αρκετά, και αυτούς με τά λίγα πολλά.

Ταυτοχρόνως, εάν θα έπρεπε να τού εξηγήσω τήν εικόνα από άποψη χώρου θα τού έλεγα ότι η πρώτη κατηγορία βουλιάζει τόν πλανήτη από τό βάρος και τόν όγκο της, η δεύτερη τόν ισορροπεί σαν τή σαβούρα πάνω στο πλοίο, και η τρίτη δεν φαίνεται καν με γυμνό μάτι, χωράνε όλοι σ’ ένα μικρό κρουαζιερόπλοιο που ταξιδεύει γαλήνια σε κάποια από τίς αχανείς μας θάλασσες.

Κι αν μεταφερόμαστε στη συνέχεια σε πιο λεπτεπίλεπτες έννοιες όπως είναι η ιστορία, θα τού έλεγα να προσέξει πως δεν υπάρχουν απευθείας αντιστοιχίες με τούς παραπάνω όγκους και τούς χώρους εδώ : στην πραγματικότητα, στα βιβλία τής ιστορίας, θα διαβάζει από τό μυαλό τής σαβούρας και μόνο, ο όγκος που βουλιάζει τόν πλανήτη ξαφνικά θα εξαφανίζεται, και οι επιβάτες τού κρουαζιερόπλοιου μολονότι ζουν με τήν αυταπάτη ότι είναι πανταχού ορατοί και υπαρκτοί, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν : ή μάλλον υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν : υπάρχουν με τόν ίδιο τρόπο που υπάρχει η πανούκλα, έχουν τή δύναμη να προκαλέσουν θανατηφόρες καταστροφές αλλά στην πραγματικότητα είναι ψύλλοι πάνω στις ράχες ποντικιών. Ο εγκέφαλος τού πλανήτη, ό,τι πιο λεπτεπίλεπτο έχει παράξει, η τέχνη του, η φιλοσοφία του, η ποίηση, προέρχεται αποκλειστικά από τήν σαβούρα.

Αυτή τή σαβούρα μετά, αν έχεις διάθεση, και δεν σού ’χουν κοπεί κιόλας τά πόδια, θα κάτσουμε να τήν αναλύσουμε. Η κάθε υποκατηγορία της έχει τή συμμετοχή της στη δημιουργία, και είναι διαφορετικά δημιουργική. Είναι όμως, όπως είπα και στην αρχή, ο μόνος πληθυσμός που μπορεί ν’ ανοίξει πόρτες, που έχει δηλαδή πόρτες μπροστά του, τίς οποίες μπορεί να τίς βρει και μισάνοιχτες : φυσικά άλλου είδους πόρτες είχε ο μονταίνιος, και άλλες ο βαν γκογκ : Με άλλες οικονομικές δυνατότητες ξεκίνησε από τήν πόλη του ο επίκουρος, και με άλλες ο μπρούνο : Όλοι όμως προέρχονταν από οικογένειες που είχαν εκείνα τά λίγα αλλά αρκετά ή πολλά : (Στο άκουσμα τής λέξης Μπρούνο, ο αρειανός μου θα χαμογελούσε με τρυφερότητα). Αλλά εγώ θα τόν ξεκινούσα διαφορετικά.

 

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»

 

 

 

richard avedon

    marcel duchamp : alexander liberman

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: