σημειωματαριο κηπων

11 Μαΐου 2019

η χώρα μου είναι η αλήθεια

 

 

 

 

συμπεραίνω λοιπόν ότι
ο χώρος και ο χρόνος έχουνε σχέση με τό σώμα μας
έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με τόν εαυτό μας
η χώρα μου είναι η αλήθεια

dickinson

 

Ως προς αυτό δηλαδή πιστεύω τώρα ότι δεν υπάρχει υψηλότερης ποιητικότητας περιγραφή τής σχιζοφρένειας τού πουριτανισμού από τό χωρίο αυτό : κι όμως όταν πρωτοδιάβασα αυτήν τήν πρόταση τής έμιλυς νόμιζα ότι διαβάζω κάτι σαν τήν απολογία τού αϊνστάιν. Ύστερα όμως σιγά–σιγά κάτι μέ μπέρδευε στην μεσαία πρόταση που ήταν ειπωμένη λες και βρισκόταν σε αντίθεση με τήν πρώτη – και  όσο περισσότερο τό κοιτούσα τόσο περισσότερο γινόταν σαν εκείνη τήν παιδική μαγική εικόνα, κι έβγαινε μπροστά ένα άλλο πρόσωπο απ’ αυτό που έβλεπα εγώ στην αρχή. Ενώ στην αρχή δηλαδή τό πρώτο πρόσωπο έλεγε : Εγώ είμαι ο χώρος και ο χρόνος, τό δεύτερο πρόσωπο μετά έλεγε : Εγώ δεν έχω σχέση με τόν χώρο και τόν χρόνο, εγώ έχω σχέση με τόν εαυτό μου, κι ο εαυτός μου είναι άλλος από μένα. Μετά έσκαγε μύτη κι ένα τρίτο προσωπάκι τό πιο πουριτανικό απ’ όλα, η κόρη τού μπαμπά της και τής μαμάς της που έλεγε : ο εαυτός μου δεν έχει σχέση με τό σώμα μου. Κι ύστερα, για να τά διορθώσει και να τά ολοκληρώσει όλ’ αυτά, αφού έχει μπερδέψει ικανοποιητικά τούς πάντες, ώστε να μην μπορεί κανένας πια να τή μαλώσει, σκάει μύτη επιτέλους ολόκληρη η έμιλυ, ανοίγοντας τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της (στο πάνω πάτωμα)

(όταν μπαμπάς και μαμά έχουν πια πεθάνει, και μένει μόνη της τώρα με τήν αδελφή της, κι ο αδελφός της είναι πιο δίπλα παντρεμένος με τήν καλύτερη φίλη τής παιδικής ηλικίας της, που κάνει τώρα κόλαση τή ζωή ολονών με τό αφύσικο μίσος που έχει προς όλους τους, καθώς και τήν απέχθειά της ώς προς τό να κάνει παιδιά : άλλη σχιζοφρενής δηλαδή από κει, έκανε ένα σωρό εκτρώσεις πρώτα κι ύστερα υπέκυψε στις επιθυμίες τών άλλων και γέννησε, τρεις φορές μάλιστα : (για τή φίλη τής ντίκινσον τώρα μιλάω) : τό ένα παιδί μάλιστα απ’ τά πολλά χτυπήματα στην κοιλιά της – που έκανε για να τό αποβάλει μονάχη της – λένε ότι βγήκε επιληπτικό (φαίνεται ότι σ’ εκείνο τό χρονικό σημείο ο άντρας της δεν τής επέτρεψε να κάνει άλλη έκτρωση, ενώ τό δεύτερο δεν τά καταφέρανε να τό δυστυχήσουν και τούς πέθανε μικρό, και έτσι πλέον (αυτή) μπόρεσε και αποθέωσε τήν κυριαρχία της ανενόχλητη επάνω στην κόρη που ήρθε μετά, ώς συνήθως οι μανάδες τού είδους της δηλαδή) (είτε φυσικές είτε υιοθετημένες οι κόρες, συνήθως εκεί οι μανάδες τους δημιουργούν και κεντάνε) (αυτές οι μανάδες ειδικά κιόλας που δεν είχαν καμία διάθεση να κάνουν παιδιά και ακόμα, πολύ περισσότερο, αν είχαν κι έναν φοβερό φόβο πάντοτε στο να κάνουν παιδιά – όπως αυτή η φίλη τής έμιλυς))

ανοίγοντας λοιπόν τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της σκάει τώρα μύτη ολόκληρη (στην τρίτη αυτή πρόταση) η έμιλυ : Η χώρα μου είναι η αλήθεια. Ξέρεις, πιστεύω πια ότι η μεγαλοφυία τής τέχνης έγκειται (κυρίως) στη δυνατότητα που σού προσφέρει να είσαι δυσλεξικός μαζί της : και τό λέω διότι η δυσλεξία όπως αποκαλύφθηκε πλέον από έναν γιατρό, δεν έχει να κάνει με τό στόμα αλλά με τά μάτια, και τά παιδιά αυτά συνήθως είναι πολύ βιαστικά (ίσως και ανήσυχα μυαλά εκ γενετής – ή νευρικά για κάποιο λόγο) και διαβάζοντας μια σελίδα τά μάτια τους παίζουνε ανυπόμονα, και δεν πάνε ήσυχα από πάνω προς τά κάτω κι απ’ αριστερά προς τά δεξιά αλλά προσπαθούν να πιάσουν όλο τό κείμενο ταυτόχρονα κι αυτός είναι ο λόγος για τόν οποίο μάς φαίνεται ότι μάς διαβάζουνε σπασμωδικά : διότι βλέπουν ανάκατα, ή από μία άλλη άποψη προσπαθούν να συλλάβουν τό σύνολο ταυτοχρόνως τήν ίδια στιγμή : πιστεύω λοιπόν ότι, αυτήν τήν τέλεια (και εγελιανή, θα έλεγα), λογική τήν έχει η μεγάλη τέχνη σαν απαίτηση από τόν αναγνώστη : Πρόσεξε επομένως τώρα, αυτό που γράφει η έμιλυ, πώς γίνεται – αν τό διαβάσεις από τήν τελευταία πρόταση προς τήν πρώτη, ανάποδα :

 

Η χώρα μου είναι η αλήθεια.
Ο εαυτός μου είναι πέρα απ’ ό,τι φαίνεται
Ο χώρος και ο χρόνος έχουν να κάνουν με τό σώμα μου

 

(και επομένως, ξεπερνώντας και τόν αϊνστάιν όχι μόνο λέει Je est une autre όχι μόνο λέει δηλαδή ότι είναι άλλη, αλλά και ότι όλα τά άλλα είναι επίσης αυτή.)

Αυτή λοιπόν που αγαπούσε τόσο τούς γρίφους, και που φοβόταν να μιλήσει εντελώς καθαρά – γιατί πιστεύω ότι αν ήθελε να μιλήσει εντελώς καθαρά θα ’γραφε μυθιστορήματα –, ήξερε να μιλάει καθαρά όταν ήθελε, με τούς όρους που ήθελε, και με τόν τρόπο που σέ μάθαινε – για να μπορέσεις να δεις τήν αλήθεια της μέσ’ απ’ τόν φόβο της μην σέ τρομάξει :

αλλά νομίζω ότι αυτό κάνει πάντοτε και τό έργο τέχνης δηλαδή : περνάει ένα μεγάλο μέρος του προσπαθώντας να σέ μάθει να τό διαβάζεις : Ίσως κιόλας τό έργο τέχνης τελικά να μην είναι παρά μόνο αυτό του τό μάθημα, και αυτή η μαθητεία για τό πώς θα τό διαβάσεις και θα τό δεις : ίσως (σκέφτομαι με κάποιο δέος) τά μεγάλα μυθιστορήματα που αγάπησα (από μικρή) (και που προσπαθώ να τά καταλάβω κάθε φορά ξαναδιαβάζοντας, ακόμα και σήμερα όταν έχω καιρό) να έχουν ένα ακόμα μεγαλύτερο μυστικό απ’ αυτό που νομίζουμε : αυτά τά θηρία δηλαδή γράφουν τήν υπόθεση κοροϊδεύοντάς μας : οι ήρωές τους είναι ένα προπέτασμα μάλλον καπνού : τά υπόλοιπα είναι που σέ κάνουνε ό,τι θέλουνε, που σέ οδηγούν σέ φωτίζουνε και σέ αλλάζουν : τά θηρία θα πουν τήν αλήθεια τους δηλαδή αναλόγως με τό πώς θ’ αρχίσουν τό κεφάλαιο, και με τό πώς θα τό συνεχίσουν, και αναλόγως με τό αν θα αναφέρουνε ποτέ μια λέξη ή όχι : αυτός είναι ο πύργος τους, κι αυτό είν’ τό σπίτι που χτίζουνε – κι εμείς νομίζουμε ότι ασχολούνται με τούς φιλοξενούμενους που θα μείνουνε μέσα : η τζαίην ώστιν παραδείγματος χάριν δεν έχει αναφέρει ούτε μια φορά στα βιβλία της τή λέξη ψυχή, κι όμως, όταν τή μεταφράζουνε τή βάζουνε να τήν αναφέρει, και να τήν λέει : αυτό εγώ τό λέω αμαρτία και σκάνδαλο : Αν ήμουνα συγγραφέας θ’ απαγόρευα να μέ μεταφράσουνε (κι όμως δεν μέ αφορά και δεν έχει σχέση με τόν εαυτό μου αυτό, θα τό πω στην Ελένη που τήν αφορά.) Τί αστείο. Ξαναγυρίζω στα βασικά.

Τό μυθιστόρημα είναι λοιπόν ένα έργο μουσικής και ήχων που παραδίδεται κάθε φορά μόνο σαν παρτιτούρα, χωρίς δηλαδή τήν εκτέλεσή του – κι ο εκτελεστής του κάθε φορά θα είσαι εσύ : σού παραδίδεται όμως μία παρτιτούρα πολύπλοκη, λεπτοδουλεμένη σχολαστική σε βαθμό σχιζοφρένειας και υποχονδρίας : Τόσο που οι σημειώσεις στο τέλος να καταλαβαίνεις ότι έχουνε μεγαλύτερη σημασία από τή μουσική τήν ίδια : Τό μυθιστόρημα είναι η παρτιτούρα που γράφεται για τίς σημειώσεις της κι όχι για τή μουσική της : Τό μυθιστόρημα είναι αυτό που βγαίνει, όταν μπορείς να διαβάζεις τίς σημειώσεις και τή μουσική συγχρόνως : Τό μυθιστόρημα είναι η μουσική και μαζί οι λεπτομερείς σημειώσεις για τό πώς θα πρέπει να εκτελεστεί μέσ’ στο μυαλό σου η συμφωνία η φούγκα ή η μουσική τέλος πάντων αυτή.

 

So I conclude that space and time are
things of the body and have little
or nothing to do with our selves.
My country is Truth.

emily d.

 

 

(απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

εδώ διαβάζετε και τό γράμμα ολόκληρο τής έμιλυς προς τόν joseph lyman (αγαπημένον τής αδελφής της vinnie) (που αρχίζει : «My father seems to me often the oldest and the oddest sorty of a foreigner», και τελειώνει : « I like Truth – it sets free is a free Democracy.»)

 

 

 

 

 

 

6 Φεβρουαρίου 2019

durante

 

 

 

 

στο μέσο τού περίπατου όλης μας τής ζωής μας
βρέθηκα πάλι σ’ ένα δάσος μαύρο και βαθύ
αφού τόν δρόμο τόν κανονικό μου είχα χάσει

 

Ένα από τά πιο περίεργα πράγματα ξέρεις που υπάρχουνε σχετικά με τόν δρόμο τού χρόνου είναι ότι κατά βάθος ο δρόμος αυτός κινείται σαν να είναι σταματημένος : όμως τί νόημα έχει να τά πω αυτά τά πράγματα σ’ αυτούς που τά ξέρουν και πάλι τί νόημα έχει να τά πω σ’ αυτούς που δεν τά ξέρουν αφού δεν τά μάθανε οι ίδιοι ποτέ ; Γιατί βλέπεις ο χρόνος υπάρχει με διαφορετικό τρόπο στους διάφορους άνθρωπους κι αυτοί για τούς οποίους ο χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή από τό Α στο Β από τό παιδί  στον μεγάλο από τήν πόρτα στον δρόμο από τήν ανοησία στην τέχνη κι από τό κέντρο στον λυκαβηττό δεν πρόκειται να καταλάβουνε τίποτα απ’ όσα σού λέω εδώ, και καλύτερα να μη δοκιμάσουν να τ’ ακούσουν ποτέ : δεν θα χάσουν και τίποτα : δεν έχουν σχέση αυτά με τή δικιά τους ζωή κι απ’ τήν άλλη, γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στις ευθείες γραμμές, είναι πάλι τόσο λυμένο τό ζήτημα τού πόσο είναι ο χρόνος σαν μπερδεμένο κουβάρι (κούκλα όπως λέγανε οι μαμάδες μαλλιού) ώστε φτάνουμε στο σημείο να μη χρειάζεται πια να μιλήσουμε για όλ’ αυτά, αν και εγώ ζωγράφισα κιόλας τό δέντρο τού χρόνου, αυτό που μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο, λίγο πιο κάτω, κι αυτό όχι τόσο γιατί δεν θα μπορούσες να καταλάβεις τί έγινε εδωμέσα αν δεν δεις όλον τόν χρόνο μέσα στον οποίο σού διηγήθηκα αυτό που θα σού διηγηθώ, όσο γιατί εξαιτίας κυρίως τού ίδιου τού χρόνου (που κατά τ’ άλλα είναι και ασήμαντος και ανύπαρκτος) αυτό που θέλησα να περιγράψω έγινε αυτό που στο τέλος σού περιέγραψα, κι έτσι αυτό που έγινε ήτανε κυρίως χρόνος, ο χρόνος που δεν υπάρχει και φτάνει να είναι σημαντικός εξαιτίας μόνο τών πράξεων που γίνονται μέσα του (σαν μέσα σε ένα κουβάρι κούκλας που είναι και κελί και κλουβί) γιατί ίσως ο χρόνος να μην έχει άλλο σοβαρότερο νόημα παρά μόνο τό ότι μέσα του οι πράξεις γερνούν

και μόνο έτσι ο χρόνος σέ αποσβολώνει σαν αστραπή καθώς βλέπεις πράξεις που δεν γερνάνε και τότε ο χρόνος σαν τόν δρόμο με τά δώρα είναι σταματημένος εντελώς κι ας τρέχετε όλοι μαζί

Τήν δεκαετία τού ογδόντα λοιπόν τού έτους χίλια διακόσια έγινε μια επανάσταση από τούς νέους στον κόσμο αυτόν που εγώ τήν έμαθα από μια βιογραφία που διάβασα πρόσφατα (αυτουνού που έμεινε και περισσότερο χρόνο από τούς άλλους αυτός, γιατί έγραψε για τόν έρωτα εκείνος κι έτσι διαβάζοντας μια μέρα τόν συνάντησα απροειδοποίητα σαν αστραπή) μια επανάσταση λοιπόν που συνεχίσανε τά άλλα παιδιά τήν δεκαετία τού εξήντα τού χίλια εννιακόσια που αυτήν τήν ξέρουμε όλοι καλά. Κι από μια τέτοια εποχή με φασαρίες στους δρόμους παράνομες βγήκε λοιπόν αυτός που αποκατέστησε τόσο τόν έρωτα και σα γλώσσα και σαν πείσμα και σα μουσική, κι από τότε τσουλάει στον δρόμο τό έργο του με τήν πράξη αυτή από πίσω να τής δίνει καταφύγιο σαν πόρτα διότι αυτό που πάνω απ’ όλα δίνει στο έργο του ζωή είναι αυτός ο ίδιος ο έρωτας που δεν επιχειρεί να κρυφτεί, ο έρωτας που μεταφράζει τήν έκσταση και τήν ορμή σε πείσμα ψυχρό και ανήλεο σχεδόν και σχεδόν λογικό, κι ενώ έπρεπε σύμφωνα με τούς νόμους να είναι κρυμμένος, διατυμπανίζεται με παραφορά ώς τό τέλος (και πέρασε και από δίκη και κόντεψαν να τόν κάψουν γι’ αυτό) σαν ο

 

έρωτας που κινάει τόν ήλιο και τ’ αστέρια τ’ άλλα :

 

έτσι τελειώνει όλο τό έργο του : τί λάθος στον πλανήτη αυτόν πάντοτε να μένουν τά έργα λοιπόν γι’ άλλους λόγους απ’ αυτούς που οι άλλοι τά φτιάξανε

(έτσι όμως γίνεται γιατί οι λόγοι που φτιάχνεις τό έργο είναι πάντα, όπως φαίνεται, ο έρωτας και ο έρωτας στον περίπατο τής ζωής και τής ιστορίας μας μέχρι εδώ πρέπει πάντα να είναι κρυμμένος, και να μην κραυγάζει ούτε να μεταφράζει τ’ όνομά του ποτέ).

Αυτός λεγόταν durante λοιπόν τότε κανονικά κι όχι δάντης, αλλά έμεινε με τό χαϊδευτικό του όνομα σαν παρατσούκλι, και στα 1280 λοιπόν στη φλωρεντία έγινε μία κίνηση χίππικη εντελώς κι οι οπαδοί της ανακήρυξαν τούς εαυτούς τους οπαδούς (και υπηρέτες) τού έρωτα, και κάτι μήνες γέμισαν τήν πόλη του νέοι απ’ ολόκληρη τήν ιταλία και τήν ευρώπη τήν υπόλοιπη ίσως, κάνοντας φασαρία και ντυμένοι στα άσπρα (άσπρα σε πείσμα τών παπαδιστών) φωνάζοντας και τραγουδώντας με τρουμπέτες και άλλα όργανα έτσι δυνατά ότι μονάχα ο έρωτας αξίζει κι αυτοί μονάχα σε αυτόν δήλωναν υποταγή : μόνο τ’ αγόρια βέβαια φυσικά – η ιστορία δεν μιλάει για γυναίκες να γυρνάν στους δρόμους στην περίπτωση αυτή – μια που αυτές ήταν ακόμα πιο φυλακισμένες στα κελιά και τά κλουβιά τής κούκλας απ’ αυτούς, κι ακόμα είναι θυμωμένοι όλοι τους που τή δεκαετία τού εξήντα τή δικιά μας ύστερα από 700 χρόνια όταν έγινε ξανά αυτή η κίνηση βγήκαν κι εκείνες απ’ τά σπίτια και γέμισαν τούς δρόμους τότε τώρα πια. (Να πω σαν σε παρένθεση ότι τίς δυο φορές που περιγράφει ότι συνάντησε τήν βεατρίκη, τή μια τήν είχαν – ήτανε κάποια τότε γιορτή κι αυτήν τήν είχαν ντύσει οι δικοί της κατακόκκινα (και τότε έγινε αυτό που εκείνος υποστήριξε ότι τού άλλαξε όλη τή ζωή όταν τήν είδε – τόσο καινούργιο ήτανε αυτό που ένιωσα που σαν να μην ήτανε ίδια πια η καρδιά μου – και τήν επόμενη φορά που ξανασυναντήθηκαν γύρω στα δεκαοχτώ τους – ήταν περίπου συνομήλικοι – τήν βάζει να φοράει κάτασπρα : γιατί ήταν η εποχή τών νέων με τά άσπρα τού έρωτα κι αυτό ήταν μια ερωτευμένη ομολογία πιθανώς ότι τήν θεωρούσε μέλος τού κινήματος τότε αυτός) (και τότε εκείνη τόν χαιρέτησε τού χαμογέλασε τού κούνησε μάλιστα τό κεφάλι καθώς στην άκρη τού δρόμου μίλαγε με δυο άλλες, και χαμογέλασε κοιτώντας τον κουνώντας τό κεφάλι : Αυτός ερχόταν από απέναντι και είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πώς τήν κοιτούσε ενώ τό καταλάβαινε ότι χλωμιάζει και έτρεμε : κι είναι μια καταπληκτική σκηνή όπως τό περιέγραψε αυτός στην vita nuova του όλο αυτό) (ύστερα τήν παντρέψανε με κάποιον πλούσιο και αυτή πέθανε, κι αυτός παντρεύτηκε μια πλούσια και άρχισε στην καινούργια του ζωή αυτή να γράφει : στην νέα ζωή του (που γι’ αυτόν άρχισε όπως λέει όταν τήν είδε εννιά χρονών) τά διηγήθηκε καλά αυτά κι ύστερα πια στην κωμωδία του είναι όλα μεταμφιεσμένα περισσότερο.)

Η επανάσταση αυτή λοιπόν ήταν πολύ γενναιότερη από τήν άλλη τήν σχεδόν σημερινή γιατί οι τιμωρίες τότε ήταν και φριχτότερες : τά όργανα τών βασανιστηρίων είναι και γνωστά ώς σήμερα και εν κατακλείδι θα κινδύνευες και να σέ κάψουν ζωντανό στο ικρίωμα και τήν πυρά – τό να πεθάνεις στις κλωτσιές θα ήτανε σχεδόν ευεργεσία. Τόν ίδιο τόν περάσαν από δίκη και γλύτωσε φεύγοντας από τούς δρόμους τούς γνωστούς του κι ύστερα ζώντας στην εξορία πια από κει και πέρα : Για λίγο πρόλαβε και πήρε μέρος στα πολιτικά και πήρε θέση στα δημόσια τά πράγματα, κι ύστερα δεν τήν ξαναείδε πια τήν πόλη του : Μία φορά μονάχα προς τό τέλος τής ζωής του όταν τελείωνε και τήν δικιά του Κωμωδία, τόν κάλεσαν ας πούμε να γυρίσει αλλά οι όροι τού φανήκανε υποτιμητικοί και είπε όχι (εκείνο τό όχι τό φριχτό που και λοιπά σε όλη τή ζωή σου – και τό βιβλίο του εναντίον τών παπάδων μπήκε στα απαγορευμένα διακόσια χρόνια αφού εκείνος πέθανε {είναι η ακινησία τού χρόνου αυτή που λέγαμε}). Μ’ αρέσει λοιπόν εξαιρετικά να σκέφτομαι αυτούς τούς οργισμένους να διασχίζουν τούς σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρόμους αυτής τής πόλης, που ώς τά χρόνια αυτά και περισσότερο ήτανε σαν μία αραιή και χαμηλότερη νέα υόρκη ή μια πυκνότερη και πιο εξευγενισμένη μάνη : οι πύργοι της στενοί ψηλοί χωρίς παράθυρα γεμίζανε τήν πόλη, γιατί οι φατρίες πολεμούσαν διαρκώς η μία με τήν άλλη – αργότερα αλλάξαν τά πολιτικά και για να εξαναγκάσουν τήν ειρήνευση τούς γκρέμισαν.

Αυτό όμως που ξεκίνησα να λέω είναι ότι τό έργο του έχει μια ερωτική μανία ασυναγώνιστη που λες και διαδηλώνει ανά τούς αιώνες σε μια γλώσσα άγνωστη : έρωτας και για τήν ελευθερία και για τόν έρωτα : και αναλύει ο ίδιος τήν κατάσταση με τέτοια ακριβολογία και σαφήνεια, ώστε μπορείς να κάνεις ψυχανάλυση σχεδόν επάνω του : σχεδόν συνειδητά πια περιγράφει μια κατάσταση διαρκών παραισθήσεων λόγω στέρησης, και κάθε φορά που λέει ότι λιποθυμάει, χάνει ακριβώς τίς αισθήσεις του αντιμέτωπος με μια ερωτική κατάσταση πολύ σαφή : είναι ανάγλυφος ο κόσμος μας ο κόσμος του, μόνο που ο δικός του είναι πιο ξεκάθαρος, έτσι που είναι πια σαφές ότι οι άνθρωποι που παραμένουνε ερωτευμένοι με τόν έρωτα πρέπει ν’ αναδιπλώνονται συνέχεια μέσα τους, και ζουν σε μια κατάσταση συνεχιζόμενων σαν οραμάτων παραισθήσεων, κρίσεων έκστασης, υστερικών φαινόμενων λιποθυμίας και δακρύων, θλίψης οδύνης και οδυρμού : σε όλη αυτήν τήν μεταμφιεσμένη ερωτική έκσταση στην οποία βρίσκεται μεγάλος άνθρωπος πια ο durante μας (ο διαρκής κι ο μόνιμος κι ο σταθερός, πριν γίνει απ’ αυτό τό όνομά του τό παρατσούκλι του συγκεκομμένο και χαϊδευτικό) βρίσκω ώς και σήμερα αυτούς που συνεχίζουν να υπάρχουν πάντοτε σε τούτον τόν πλανήτη (και σε αυτόν τόν κόσμο προφανώς ανήκε και εκείνη και γι’ αυτό πέθανε πιο πριν, καθώς εκείνη δεν μπορούσε μ’ άλλον τρόπο να ξεφύγει – πάντοτε στην παπαδική τους τήν κατάσταση οι άντρες (αν και υποφέρουνε κι αυτοί) έχουνε ένα λίγο μεγαλύτερο προνόμιο φυγής θα λέγαμε – και εκεί βρίσκεται λοιπόν κι αυτός, γνήσιος εντέλει αλλά και σημερινός άνθρωπος τού μεσαίωνα όπου ο έρωτας απαγορεύεται κι όπου βρισκόμαστε κι εμείς ως άνθρωποι τής ίδιας εποχής αν και ελπίζουν μερικοί ότι είναι προς τά τέλη της η εποχή αυτή τώρα με μάς) : και τώρα δηλαδή ακόμα υπάρχουν γύρω μας και όλα τούτα τά φαινόμενα που περιγράφει και αυτός, μόνο που τώρα όλα γίνονται όταν είμαστε μόνο δηλαδή παιδιά, γιατί εκεί κρατάει αντίσταση ακόμα ακίνητος ο χρόνος, κι εκεί υποφέρουν όλοι πιο πολύ – εκεί που κάθε σκέψη ή πράξη ερωτική απαγορεύεται (κι αυτό κρατάει και στην εφηβεία ακόμα σήμερα πολλών ανθρώπων για όσους μ’ άλλα λόγια διατηρήσουνε τόν έρωτα και δεν τόν έχουν πλέον τιθασσεύσει προ πολλού, με τίς φοβέρες και τίς εντολές εκείνων τών μεγάλων) και πάει έτσι όλος αυτός ο δρόμος (σαν μονότονος) ώς τόν καιρό που όλοι πια μπορούν να βρουν τόν έρωτα ελεύθεροι στην πιο ενήλική τους τή ζωή – ώσπου να έρθει η εποχή τής ωριμότητας και να χαθούν οι ψευδαισθήσεις και τά όνειρα και τά οράματα και όλα αυτά που πλέον δεν σέ κάνουν να λιποθυμάς (εκείνος δεν ντρεπόταν να λιποθυμάει αντίθετα τό ομολογεί) (όταν ερχότανε κυρίως αντιμέτωπος με μια ξεκάθαρη ερωτική κατάσταση ή περίπτωση) (ή και με τήν προοπτική μιας έστω και ελάχιστης εκπλήρωσης – όπως θα λέγαμε ένα βλέμμα σταθερό απ’ αυτήν ή ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα πλέον στον παράδεισο {εκείνη είναι πια νεκρή κι αυτός τό ίδιο : ζει μόνο για να γράφει και να περιγράψει και εκείνην και τόν ίδιον τώρα πια}) (και τότε δεν έχεις ανάγκη από ψυχαναλυτή δεν πέφτεις κάτω δεν χτυπιέσαι και γιατρεύτηκες) τότε που ο έρωτας θα προσγειωθεί, ολιγαρκής και ήσυχος και ρεαλιστής κι αδύναμος, έχοντας χάσει πια και τή μαγεία και τή δύναμη τού ερωτευμένου τού παιδιού και τού τρελού

 

τότε που η θέλησή μου κύλησε μπροστά σα ρόδα
και σαν τροχός ίσια μπροστά σπρωχνόμενη
όπως τήν έσπρωχνε και τήν ωθούσε μόνο αυτός :
ο Έρωτας που κινάει τόν Ήλιο και
τ’ αστέρια
τ’ άλλα –

 

αντίθετα τότε πια ξέρεις για τά καλά τήν κόλαση : έτσι ο ίδιος τό έργο που έκανε τό είπε τότε κωμωδία (τό θεία τού τό πρόσθεσαν αργότερα κάτι χαζοί, μα τί χαζό – σκεφθείτε να ’χαμε τήν θεία μήδεια και τήν θεία κλυταιμνήστρα – αλλά οι άνθρωποι αυτοί ρέπουνε προς τή μεγαλοστομία γενικώς όταν δεν είναι δάντηδες – ή ο σταντάλ) για να ’ναι καλυμμένος είπανε απέναντι σε κείνους τούς παπάδες αλλά εγώ πιστεύω ότι τού άρεσε αυτός ο τίτλος γενικά : Σκέψου λοιπόν ένα έργο που αρχίζει ως Κωμωδία και με τόν τίτλο πρώτου κεφαλαίου : Κόλαση! κι ύστερα πια

 

στην βεατρίκη ανάμεσα και σένα τέτοιος τοίχος

 

 

 

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

  τό χειρόγραφο τού βοκκάκιου / ο δάντης στη βερόνα

 

 

 

 

 

 

 

13 Δεκεμβρίου 2018

η βροχή και η χαρά

 

 

 

 

Ανάμεσα λοιπόν στον ύπνο και τόν ξύπνο είναι η αλήθεια ότι έρχονται όλα. Και τό θέμα είναι τό πότε άρχισα πραγματικά : δηλαδή ξαφνικά – κι είναι μια άλλη ιστορία τό πόσο μεγάλη ιστορία είναι αυτό τό ξαφνικά – να θυμάμαι (και να τά θυμάμαι φωτισμένα από προβολείς ενώ νόμιζα ότι τά θυμάμαι απλούστατα όλα με κανονικό φωτισμό) γιατί για μένα ήταν αυτονόητο (και ακόμα και μουσικό) φόντο όλ’ αυτά σε έναν πίνακα στο μπρος μέρος τού οποίου εγώ μόνο δούλευα ή ζούσα : ώσπου (ξαφνικά) τά στοιχεία εκείνα τού φόντου άρχισαν ένα–ένα (ναι, ξαφνικά) να έχουν απαιτήσεις μεγάλης μεγένθυσης, (ναι μεγένθυσης : τό νι μπροστά από τό σίγμα είναι αντιπαθητικό στο στόμα μας και ακριβώς επειδή υπάρχει η μνήμη μιας δυσαρέσκειας τόσο έντονης, δεν μπορεί να εξαφανιστεί κι εντελώς, αλλά τό κολλάμε μπροστά από ένα άλλο σύμφωνο με τό οποίο η ένωση δεν ενοχλεί : άνθος ανθυποσμηναγός και άνθρακας.) (Εξάλλου υπάρχει και μια διάθεση να διπλασιαστεί τό νι στο ρήμα μεγενθύνω πολύ σωστά και λόγω τής σημασίας, και ύστερα, από τό ρήμα αυτό να ξαναγίνει τό ουσιαστικό η μεγένθυση. Από όλα αυτά λοιπόν μαζί, η μεγένθυση είναι τώρα λοιπόν τό σωστό) : απαιτήσεις λοιπών μεγενθύσεων και μάλιστα διαρκών, και εκεί, κάθε μέρα, μεταξύ ύπνου και ξύπνου γινόταν και ένας καινούργιος ας πούμε (μικρός) από έκρηξη πίνακας, και ξεπεταγόταν ένα καινούργιο μικρό και αυτόνομο, κι όχι λιγότερο σημαντικό λόγω τού συνεπτυγμένου μεγέθους του δηλαδή πινακάκι (όπως ακριβώς δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι πίνακες τού βανγκόγκ που έχουνε τόσο μικρή έκταση (που όταν τούς δεις από κοντά παθαίνεις σοκ – ένα σοκ πολύ χρήσιμο σε σχέση με προκαταλήψεις ως προς τό μνημειώδες τής τέχνης και τού μεγέθους κλπ κλπ) έτσι σαν τούς μικρούς αυτούς πίνακες που έχουνε όμως τέτοια τρομακτική σημασία και ένταση και, τό κυριότερο, χρόνο.)

Κανείς δεν μπορεί να πει πότε αρχίζουν και σού βγαίνουν όλ’ αυτά με τόν χρόνο (είναι μικρός σαν τελεία, που όμως απλώνει από κάτω σαν τρίγωνο κλπ κλπ) πότε σού βγαίνουν λοιπόν όλα τούτα μπροστά. Πολλοί λένε άμα πεθάνει ο πατέρας σου. Εμένα άρχισε τό θυμάμαι καλά όμως πιο πριν. Άλλοι λένε άμα πεθάνει η μητέρα σου, εμένα όμως τότε δεν έγινε τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά γιατί όλα είχαν συμβεί πολύ πριν, και σχεδόν όσο ζούσε. Τό μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά ότι κάνανε στη δικιά μου περίπτωση αυτοί οι δύο θάνατοι ήταν να επιταχύνουν τίς περιστροφές τού δίσκου ας πούμε, έτσι που πράγματα να εμφανίζονται πλέον πολύ γρηγορότερα τό ένα μετά τό άλλο, όμως η βασική ποιότητα τής δουλειάς έμεινε βασικά αναλλοίωτη (αν μπορεί βέβαια να πει κανείς κάτι τέτοιο για μία δουλειά, κι ότι μπορεί να μείνει αυτή αναλλοίωτη, αν η ταχύτητα με τήν οποία πραγματοποιείται τό φαινόμενο – ή μάλλον οι διαφορετικές τελείως και αυξανόμενες ήδη ταχύτητες με τίς οποίες τό φαινόμενο τό ίδιο εκφράζεται, δεν κάνουν και τά ίδια τά πράγματα που τό φαινόμενο αυτό υποτίθεται ότι διαμορφώνει, να παίρνουν τά ίδια μια άλλη τελείως μορφή – και να γίνονται με άλλα λόγια αυτά από μόνα τους, ένα πράγμα που βράζει : )

Έφτασε η ταχύτητα η ίδια να γίνει φαινόμενο και να απαιτούσε ανάλυση πλέον για τό σύνολο τού χρόνου που είχε προηγηθεί (απαιτούσε εξέταση) : Έτσι ένα πρωί τήν ώρα που ξυπνούσα και καθώς σκεφτόμουνα ότι πρέπει να πάω να φτιάξω τόν ωραίο εκείνο πρωινό μου καφέ αναλογίστηκα μήπως η εικόνα που μού είχε περάσει μια στιγμή πιο πριν, ακριβώς τή στιγμή εκείνη σχεδόν δηλαδή από τό μυαλό, δεν έπρεπε να μέ κάνει να δω διαφορετικά (δηλαδή καθαρά) τή ζωή μου ολόκληρη και τή λογική μου μαζί, και όλα όσα με τή ζωή και τή λογική αυτή που είχα κάνει, προκαλούσα, άφηνα να μού πέφτουν στις πλάτες, και πέρναγα.

Γιατί δεν ήταν μια οποιαδήποτε εικόνα. Ήταν η εικόνα ενός πολύ μικρού κοριτσιού – ακόμα και όμορφου όπως μού λέγανε (αν και τό όμορφου δεν έπαιζε εδώ σημασία καμιά (επί τής ουσίας) πέρα από μία μόνο συγκεκριμένη και πολύ βασική : ότι ήταν αυτό τό οποίο θα ικανοποιούσε τή ματαιοδοξία τής μάνας μου στο να μέ δείχνει, και να μέ περιφέρει από δω κι από κει και έτσι θα βρισκόμουνα λοιπόν σε κείνο τό μέρος που δούλευε) : (εκείνο τό μέρος που έφευγε και μέ άφηνε πίσω με τή γιαγιά και τούς θείους μου μόνη αυτή όταν δούλευε) : (Καμία άλλη συνέχεια για τό απόγευμα εκείνο τό πράγμα αυτό δεν θα είχε, κι εγώ δεν θυμάμαι καθόλου τόν εαυτό μου απέξω εξάλλου και ούτε μέ ένοιαζε. Θυμάμαι τό από μέσα, κι αυτό ήταν στην κυριολεξία τό ζήτημα.) (Αυτό ήταν τό ζήτημα κι αυτό ήταν τό ξαφνικό τής ανάμνησης, και ό,τι τήν στήριξε). Γιατί δεν είναι τό ζήτημα ότι θυμήθηκα τίς γκρίζες τσίγκινες σκάλες (τήν εσωτερική αυτή τρύπα) και όλο τό μέρος και τό γραφείο και τούς ανθρώπους του (τίς άλλες γυναίκες) (γελαστές στα γραφεία τους (ελαφρά πολυάσχολες πρώτα) και ύστερα σηκωμένες από τά γραφεία τους, κάνοντας πέρα σαν με τά δυο χέρια ένα βουνό απ’ τό τραπέζι (μια μηχανή ένα πάκο τετράδια γραφομηχανή)) και τή διαδρομή : τήν μεγάλη θαμπή και τού απομεσήμερου διαδρομή που δεν τήν θυμάμαι καθόλου : πιασμένες από τό χέρι, πηγαίναμε λίγο πιο κει. Περπατήσαμε σε διάφορους δρόμους κρατούσα ίσως τήν αναπνοή μου γιατί μού άρεσε η ανάσα αυτή (μύριζε η μαμά δίπλα περηφάνεια χαρά ή και κέφι για μια έκπληξη που έπεται) και περπατήσαμε αργά μέσα απ’ τά κίτρινα και ροζ χρώματα τών τοίχων τού απογεύματος και πήγαμε κάμποσους δρόμους πιο κει : άγνωστους, ούτε μέ ένοιαζαν. Ούτε τίς ψηλές άσπρες σκάλες που ανεβήκαμε τής σχολής. Ούτε τήν απόλυτη ησυχία ώσπου να φτάσουμε στο γραφείο εκεί. Μια ησυχία σαν χρυσόσκονη σε ένα κουκούλι. Μια ησυχία με γάλα. Ούτε ξεχνάω τήν διαμόρφωση φυσικά τού δωμάτιου, και πώς ήτανε τά τραπέζια και οι γκρίζοι οι τοίχοι (εκεί μέσα) και τά παράθυρα : Αχ είναι μια τρέλα πώς μπορεί να τήν περιγράψει κανείς ; Θα μπορούσα να κάνω ένα σχέδιο (θα μπορούσα να ζητήσω από τή Μάχη να μού κάνει ένα σχέδιο) αλλά δεν χρειάζεται πια.

Λοιπόν, επειδή δεν ξεχνάω ποτέ τίποτα – και η μνήμη μου είναι τό μόνο πράγμα που μαζί με τό σώμα, και όπως κι αυτό, διαρκώς μεγαλώνει – όλα τά χρόνια που έφτιαχνα τή ζωή μου έτσι ώστε να μού αρέσει εμένα – να είναι όμορφη τόσο για μένα – και συνεπώς όλα τά χρόνια που προσπαθούσα ν’ αγαπάω (ανεμπόδιστα) εκείνους τούς άγνωστους άλλους – όλα τά χρόνια μ’ άλλα λόγια, ώς τότε, που η ζωή γινόταν αυτό που έχει γίνει, και οι σχέσεις γινόντουσαν αυτό που έχουν γίνει, και τά μαθήματα δινόντουσαν και παιρνόντουσαν με τόν τρόπο που αυτό έχει γίνει – ξέρω καλά ότι καμία σκηνή και καμία εικόνα ποτέ δεν ήταν κάπου πιο πίσω – παρά απλώς στο υπόβαθρο : ό,τι κι αν γινότανε, ήξερα καλά ότι έχουν περάσει αυτά – και αυτά σαν θαμπή σκόνη χρυσόσκονη ή και καφετιά σκόνη που σηκώνει απλώς ένα βιαστικό μαύρο αυτοκίνητο στον χωματόδρομο, βρισκόντουσαν όλα λίγο πιο πίσω : όλα στο βάθος πίσω απλώς : εκεί που τίποτα δεν χάνεται τίποτα σχεδόν δεν μετακινείται και όλα τά θεωρείς δεδομένα : Όμως με τή διαδικασία αυτή – με τόν τρόπο αυτής τής ζωής – με τόν τρόπο που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – μαθαίνοντας δηλαδή να μεγαλώνεις και να ζεις με τούς άλλους – επιμένοντας ν’ αγαπάς εκείνους τούς άλλους – που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – είναι και λίγο σαν να μην τά σκέφτεσαι πια : Ναι, έτσι ξύπνησα – ήταν πολύ πριν να πεθάνει οποιοσδήποτε – δεν υπήρχε άλλος θάνατος πέρα απ’ αυτήν τήν ζωή με τούς άλλους που επιμένεις να ζεις, με απόλυτη τήν σιγουριά σαν να μην σέ μετακινεί και σέ κλονίζει, σαν να μην σ’ έχει κλονίσει πια τίποτα, κι αυτοί επιμένουν να ζουν μ’ αυτήν τήν ανασφάλεια κι εκείνον τόν φθόνο για όσους δεν έχουν τίποτα που να τούς κρέμεται και τίποτα που να πρέπει να τό εκθέσουν, (αλλά μόνο όταν θέλουν απολύτως αυτές) – με λίγα λόγια ξυπνώντας μια μέρα (συνηθισμένη) κουρασμένη όχι ιδιαίτερα αλλά όπως όλοι απ’ αυτή τή ζωή όπου προσπαθείς να διατηρήσεις τόν εαυτό σου ολόκληρο (κι είναι σαν να περπατάς σ’ έναν χωματόδρομο μαζί με άλλους, και θέλοντας να βαδίζεις πάντα με τούς άλλους μαζί θυμώνεις κάποια στιγμή απλά ή βαρυέσαι (ή απλά αρχίζεις να νιώθεις αυτή τή φοβερή αίσθηση (περιφρόνηση ή οίκτο ή ανυπομονησία και τά λοιπά)) διαπιστώνοντας ότι οι άλλοι τρέχουνε θέλοντας να φτάσουνε κάπου αλλού – θέλοντας να φτάσουνε κάπου όπου θα μπορέσουνε μόνοι τους δηλαδή να ζήσουνε χωρίς να ’χουν ανάγκη εσένα ή κανέναν (έρωτα, μέσω τού οποίου θα εκτεθούν και θα κρεμαστούν πολύ πιο πολύ – απ’ ό,τι νιώθουν από μικροί να τούς εκθέτει αυτό που από τό σώμα τους εξέχει ανυπεράσπιστο – και παρακαλεί) κάνοντας πια τόση σκόνη τρέχοντας όλοι προς τά μπροστά που είναι σαν να σού τήν πετάνε στα μούτρα για να σού αλλάξουν εντέλει τό πρόσωπο – και βλέποντας και τό πρόσωπό σου καμία φορά στον καθρέφτη – επιμένοντας να λες ότι είν’ τό δικό σου – και όμως να πρέπει κάθε φορά για να τ’ αναγνωρίσεις καλύτερα να ξεπλένεις με άφθονα ντουζ στρώματα σκόνης που φιλοδοξούν να τό ακινητοποιήσουν και να τό κάνουν κάτι σαν άγαλμα ή να τό κάνουν σαν κάτι που να μοιάζει με απολίθωμα και ν’ ανήκει σ’ έναν δρόμο απολιθωμένο κι αυτό – ξυπνώντας μια μέρα και πηγαίνοντας – πριν πας ακόμα – να κάνεις καφέ – και με τήν ιδέα ακόμα τού καφέ και τήν προοπτική του – με τήν ιδέα ότι αυτό είναι μια παρηγοριά – μια από τίς ομορφιές τής ζωής – θυμώνεις που χρειάζεται παρηγοριά ξαφνικά η ζωή – που έχει καταντήσει να είναι κάτι τέτοιο ξαφνικά η ομορφιά στη ζωή – και τότε ίσως με τόν θυμό σου ανασύρεται η σκέψη ή η ανάμνηση (ή η παρηγοριά) αυτού που ήσουνα και συνεπώς, επιμένεις να λες, αυτού που είσαι : ανασύρεται έτσι μια δικαιολογία για όλο αυτό και θυμάσαι τότε πως ξέφυγες κάποια στιγμή απ’ τά χέρια τους ή αυτές μετά τά κοπλιμέντα και τά χάδια τους ξαναγυρίσανε στη δουλειά τους και τά γραφεία τους και σ’ αφήσανε ήσυχη, και βρέθηκες έτσι λίγο πιο έξω, λίγο πιο έξω από τό γραφείο τους μόνη σου, εκεί που μετά από έναν μικρό (και μίζερο ίσως, στενόν, αλλά όχι, ποτέ, δυσάρεστο διάδρομο) γινότανε ένα πράγμα σαν χωνί, ή σαν τρύπα, ή σαν καταπακτή ή σαν μπαλόνι από μέσα ή σαν κατακόμβη που τήν κοιτάς από τό βάθος της και από τό ύψος της, και πάντα από μέσα προς τά κάτω και προς τά πάνω έτσι μαζί δηλαδή, γκριζωπό και μετάλλινο, με λίγα λόγια βρέθηκες να χαζεύεις τόν εσωτερικό φωταγωγό αυτής τής σχολής (που για σένα δεν ήταν φωταγωγός, ήταν ένα περίπλοκο σύστημα σιωπηλό σκηνικό ή μυστικό παραπέτασμα από γκρίζες μετάλλινες σκάλες) (δεν ήξερες ακόμα τή χρήση τους και δεν υποψιαζόσουνα τί θα γινόταν) μόνη εκεί, ολομόναχη και δεν είναι ώρα τώρα να εξετάσω για ποιο λόγο (όλες αυτές οι γραμματείς δακτυλογράφοι και στενογράφοι σέ είχαν αφήσει εκεί) : σ’ ένα μέρος που ο εσωτερικός φωταγωγός αυτής τής σχολής πλαισιωνόμενος από μικρά σκοτεινά και τελείως σιωπηλά τότε παράθυρα ήταν δικτυωμένος σαν με μια ατέλειωτη γκρίζα κορδέλα από γκρίζες μεταλλικές γύρω σκάλες, που κατεβαίναν τσακισμένες ανά πλατύσκαλο από πάνω ώς κάτω και (λίγα λεπτά πριν αυτό ξεσπάσει και γίνει) κυριαρχούσε εκεί μια σιωπή μια απόλυτη βαθειά γαλήνη σαν μετάξι, που κανείς δεν μπορούσε να προφητεύσει τί μέλλει να γίνει – (παρά μόνο ίσως η ίδια αυτή η σιωπή, τώρα που τό σκέφτομαι, σαν να είχε μια ιδέα μεταλλαγής μέσα της αυτή η απόλυτη ακινησία) σαν κουκούλι μεταξοσκώληκα ώσπου ξάφνου θα γινόταν αυτό : αυτό που ήτανε μάλλον η ανάμνηση, ή μάλλον αυτό που προκάλεσε για πρώτη φορά τήν ταπεινωτική σκέψη να διαμορφώσεις σε λόγια τήν εικόνα εκείνη, τόν ήχο και τήν εκθαμβωτική σαν φως και σαν πολλαπλή ανάσα χαρά : ένας ήχος σαν κουδούνι ή σαν καμπάνα ή σαν καμπανάκι γεμάτο τρίλιες συνεχόμενο και νευρικό ακούστηκε και ξαφνικά τό καταπέτασμα τών ναών καταξεσχίστηκε στα δύο και στα διακόσια δύο και η ησυχία κι η ηρεμία και τό κενό εξαφανίστηκαν και από πόρτες παράθυρα και ποιός ξέρει τί άλλες τρύπες τριγύρω απ’ αυτόν τόν σωλήνα που χάζευα (περίμενα ; ) (ίσως όχι) τόν μαγικό ξεφυτρώσαν ξεπεταχτήκαν και τρέξανε (άρχισαν να τρέχουνε δηλαδή με φωνές αλλόφρονες και θριαμβευτικές προς τά κάτω) ατέλειωτα αγόρια ατέλειωτα μικρά και μεγάλα παιδιά : ήταν μαζί η μορφή τους, τά διαφορετικά πρόσωπά τους η όψη τους, τά διαφορετικά φτωχικά εκείνα ρούχα – τόσα μπορούσα να ξέρω μεγάλωνα σ’ ένα σπίτι που κυριαρχούσαν οι σνομπ : ήταν σαν τά φτωχά τά αγόρια αυτά – η κίνησή τους η ακάθεκτη σαν τήν βροχή πάνω γύρω από τό κεφάλι μου, και τό επιπλέον δώρο τών τρανταχτών τους φωνών που σηματοδοτούσαν τόν θρίαμβο : τί δώρο ήταν αυτό πάνω από τό κεφάλι μου που έπεφτε ; αυτό ήταν που σκέφτηκα, δεν σκέφτηκα εκεί, μισοκατεβασμένη τότε από τό κρεβάτι και έτοιμη να πάω να κάνω (τόν πρωινό μου) καφέ, δεν σκέφτηκα τότε ότι αυτό τάχα τόσον καιρό ποτέ δεν τό θυμόμουν, ή ότι είχε χαθεί και δεν υπήρχε και ξαφνικά τό ανακάλυψα : σκέφτηκα μόνο τή λέξη χαρά για πρώτη φορά σαν να είχε ένα νόημα καινούργιο (επειδή ήταν εξαιρετικά παλιό και πια πλέον απρόσιτο) : σκέφτηκα ότι ποτέ δεν είχα υπολογίσει σωστά πόσο μεγάλη πόσο θανατερά μεγάλη πόσο εκκωφαντικά θανατερή και απερίγραπτη μεγάλη χαρά είχε εκείνη η στιγμή : σκέφτηκα : τί φοβερή χαρά ήταν αυτή που είχα νιώσει τότε μικρή μ’ αυτά τά αγόρια από γύρω μου να πέφτουν στο κεφάλι μου σαν τήν βροχή : σχολούσαν και φωνάζαν ίσως γελώντας και κατέβαιναν θριαμβευτικά και μόνο εμένα δεν σκέφτονταν (θα ’πρεπε να ’μαι σαν τελεία γι’ αυτούς τότε εκεί) (μια άσπρη τελεία καλοστολισμένη από τή μαμά εκείνη με κείνα τ’ άσπρα τά γελοία μεταξωτά) αλλά εγώ τότε δεν τά ήξερα αυτά : όλα εκείνα τά ατέλειωτα λεπτά που ένας ήχος μετάλλινος και λεπτότερος και νευρικότερος από κείνον τού καμπαναριού και τής εκκλησίας συνόδευε τίς φωνές και τά κατεβατά τους εγώ νόμιζα ότι ανοίγουνε και ηχούνε οι σάλπιγγες τού παραμυθιού τού ουρανού σ’ ένα δώρο σαν προφητείας για μένα μονάχα (ένα δώρο απ’ αυτά που είμαστε τόσο πρόθυμες εμείς να δεχτούμε) (ότι θα μάς ερχότανε κάθε στιγμή, σαν να μάς ανήκε, κι οι ουρανοί να τό ξέρανε ότι θα μάς ανήκε, εκείνη τήν εποχή που δεν χρειάζεται καν να διεκδικήσουμε τίποτα, αλλά νιώθουμε ότι η ζωή (αυτό τό άγνωστο ατέλειωτο πράγμα) (είναι φτιαγμένη για να) μάς τά στείλει όλα στο κεφάλι και στα χέρια (τά μαλλιά τήν κοιλιά τά πόδια) σα δώρα που μάς ανήκουν) και νόμιζα ότι αυτό δεν είναι παρά (μαζί με τόν ήχο τής καμπάνας τόν θριαμβευτικό) (μαζί με τόν ήχο τών γέλιων και τών φωνών τους και τών ποδοβολητών τους και τών ρούχων τους και τών προσώπων τους, τόν θριαμβευτικό) δεν είναι παρά η ζωή που τώρα πια για τά καλά έχει αρχίσει. Η Νέα Ζωή.

Και δεν σκέφτηκα κατεβαίνοντας από τό κρεβάτι για να κάνω καφέ, παρά μονάχα αυτό – γιατί τά άλλα τά ήξερα : Τί χαρά! Θυμάσαι, μπορείς ν’ αντέξεις τήν ιδέα (τή μνήμη τήν πραγματικότητα) τώρα αυτής τής χαράς που ένιωσες τότε ; Μπορείς να θυμηθείς και ν’ αντέξεις τή χαρά απ’ αυτό που σέ φούσκωνε σε βαθμό αβάσταχτο (από χαρά) (απ’ αυτό που σέ άφηνε άναυδη) σε βαθμό που νόμιζες ότι αυτό είναι τό κανονικό, να γεμίζεις τόσο από χαρά που να νομίζεις ότι πρέπει να στηριχτείς καλά με τά δυο σου άσπρα πόδια παπούτσια στα καφασωτά κάτω σίδερα γιατί θα πετάξεις θ’ απογειωθείς σαν μπαλόνι και θα σέ χάσουν αυτοί που σέ ζητούσαν και κατεβαίνανε παρ’ όλο που δεν σέ κοιτάζαν καθόλου, προς τό μέρος σου χωρίς καλά–καλά να σέ βλέπουν σαν καταρρακτώδης βροχή με φωνές ενώ εσύ θ’ ανέβαινες και θα ’βγαινες από τόν φωταγωγό αλλά δεν ήθελες ν’ ανέβεις ούτε να πετάξεις γιατί η ζωή αυτή έπρεπε να ’ναι μαζί τους : μ’ αυτούς που γελάγανε αυτόν τόν άγριο βρυχηθμό θριάμβου για τήν ξαφνική ελευθερία ολονών : Σ’ ενοχλήσαν δηλαδή οι γυναίκες που βγήκαν από τό γραφείο όλες μαζί να σέ πάρουν από κει μην σέ πατήσουν τ’ αγριόπαιδα είπανε καθώς σχολάγανε : αυτά όλα υπήρχανε, μόνο η σκέψη ήταν τό καινούργιο, τό ταπεινωτικό (κι ήταν ταπεινωτικό γιατί δεν ήταν ούτε χαρά ούτε θρίαμβος αλλά ήταν μόνο παρηγοριά) :

Μπορείς να αντέξεις να θυμηθείς τόσο μεγάλη χαρά ; Μπορείς να τή θυμηθείς τώρα ολόκληρη αυτήν τήν χαρά ; θυμάσαι και μπορείς να αντέξεις να θυμάσαι έτσι τή χαρά τότε γι’ αυτή τή βροχή από αγόρια στο κεφάλι σου ;

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

φωτογραφίες : Robert Mapplethorpe, Marc Riboud

 

 

 

 

 

14 Μαΐου 2018

μαης του ’68 : αντορνο, μαρκουζε / φιλοσοφικα προηγουμενα και παρεπομενα

 

 

 

 

οταν ζεις κατι δεν εχεις ιδεα πότε το κατι συμβαινει οπως οταν εισαι ερωτευμενος δεν ξερεις τι ωρα ειναι – οι χρονολογιες ερχονται μετα θανατον – οπως και οι απλουστευσεις, και τα μεγαλα λογια (που παντα πανε παρεα : ο ερωτας δεν εχει μεγαλα λογια – βρισκεται αλλού) : το 1968 για την ελλαδα ητανε μια φριχτη χρονια, οπου ολα ειχαν σταματησει – ολα ειχαν μολις σταματησει – και τα νεα για τις «ταραχες στη γαλλια» εφταναν απο τις τελευταιες σελιδες των εφημεριδων, κι απο τα πιο μικρα μονόστηλα : αυτα βεβαια για οσους ητανε πολυ μικροι, κι απο τοσο καθωσπρεπει οικογενειες ωστε να αποκλειεται να ’χουνε «νεα απο πρωτο χερι» : τα δικα τους «νεα» θα τα φτιαχαν οι ιδιοι – και οσοι τα φτιαξανε – λιγο αργοτερα : να μεγαλωνανε λιγο ακομα : η ιστορια, ας το ξαναπουμε, δεν κραταει ρολοϊ, το ρολοϊ ειναι στα χερια των ιστορικων – και των καθυστερημενων : τα νεα λοιπον πήγαιναν μπρος–πισω ειχαν αρχισει πριν και συνεχιζοντουσαν μετα, με το μπερκλεϋ, την πραγα, το «γουντστοκ», τις «φραουλες και αιμα» και με τις διαδηλωσεις για το βιετναμ – τωρα διαβαζω (οταν πρωτοαρχισε το κλισε για τη «δεκαετια του ’60» με εκνευρισε, σαν να ’πρεπε να βαλω σε συρταρακια και κουτακια τη ζωη μου) οτι ο «μαης του ’68» αρχισε νωριτερα στη γερμανια παρα στη γαλλια, κρατησε περισσοτερο στην αγγλια, ητανε αλλιωτικος στην αμερικη – σαχλαμαρες : ολα τακτοποιουνται παντα μετα την πυρα, και παντα εχουνε εκεινη τη μυρωδια μικροψυχιας που κουβαλαει μαζι του και το παραμικροτερο αποκαΐδι αντικειμενικοτητας

ο θανατος τού αντορνο τοποθετημενος χρονικώς «μετά», αλλά ανηκοντας θεωρητικώς «μέσα» στη συγκρουση του με τους φοιτητες του στο πανεπιστημιο, τον καιρο των φοιτητικων εξεγερσεων σε βερολινο μπερκλεϋ και παρισι, ειναι κατα τη γνωμη μου ενα απο τα πιο τραγικα γεγονοτα στην ιστορια τής φιλοσοφιας. Οχι γιατι ενας φιλοσοφος επεσε θυμα των εχθρων του, αλλά γιατι επεσε θυμα ακριβως τών «οπαδων» του : αν μπορουν να θεωρηθουν «οπαδοι» μιας θεωριας που γεννησε συνθηματα οπως το «η φαντασια στην εξουσια» ανθρωποι που χαρακτηρίστηκαν, απολυτως ειρωνικα, μαλλον απο παντελη ελλειψη φαντασιας

θα μπορουσε να πει κανεις οτι ο αντορνο (αλλά, τηρουμένων τών αναλογιών, και ο χορκχάϊμερ, και ο μαρκουζε, για να πουμε τούς κυριοτερους τής σχολής) εζησαν μια μαλλον σπανια στιγμη στην ιστορια τής φιλοσοφιας, κατα την οποια αντι να ονειροπολουν για την αποδοχή τής σκέψης τους σε καποιο μακρινο μελλον, ειδαν εν ζωη τη θεωρία τους να «πραγματοποιειται» – ο αντορνο το ειπε ομως με τα δικα του λογια καπως πιο γλαφυρα : «δεν περιμενα ποτέ οτι θα θελαν οι ανθρωποι να πραγματοποιησουν τη σκεψη μου διαμέσου τών κοκτεϊλ μολότωφ»

χοντρικα, και για να μην μπω σε πολλες λεπτομερειες, ο αγαπημενος, τού χορκχάϊμερ, «τεντυ» αρνηθηκε να κατέβη στον δρομο (και «να πεταξει πετρες στα παράθυρα» τού δημοσιογραφικού συγκροτηματος που ειχε εκνευρισει το φοιτητικο κινημα στη γερμανια) (σε μια συνεντευξη του παντως εκεινον τον καιρο ειχε πει οτι δεν θα ’χε αντιρρηση για, τετοιες και αλλες, πραξεις βιας στην ελλαδα – που ειχε τοτε δικτατορια – εννοωντας οτι διαχωριζε βεβαιοτατα τις συνθηκες), και εξαυτού θεωρηθηκε προδοτης (ω τής θείας αφέλειας) προδοτης δηλαδη τής ίδιας του τής φιλοσοφίας, δηλαδη προδοτης τού εαυτου του

τού επεβληθη επι ποινη θανατου (εδω δυστυχως κυριολεκτουμε) λογοκρισια, στην αιθουσα του και στο μάθημά του στο πανεπιστημιο : τού επιτέθηκαν βιαιως λεκτικα, και βάλθηκαν προσφυως και κατι φοιτητριες να τον «προκαλεσουν» γυμνοστηθες (ουδεν καινον υπο τον ηλιον, και οι φεμεν ακομα εχουνε παρελθον) : (στην ιδια συνεντευξη αν θυμαμαι καλα, ο αντορνο δεν διστασε καθολου να δειξει μια ελαφρότατη πικρια ειδικα γι’ αυτο : «να το κανουν αυτο σε μενα, που εχω εκφρασει στη θεωρια μου αυτα κι αυτα για τον ερωτα …»)

τον γιουχαρουν ανηλεως και τον λυντσαρουν ηθικως

ο ανθρωπος συνεπως που, παρατριχα, εξαιτιας και τής σκεψης του, κοντεψε να γινει ψητος απο τους πατεραδες τους, κινδυνευει τωρα απο τα καλόπαιδά τους που γιναν, εξαιτιας ακριβως τής σκεψης του, άνθρωποι κι αυτοι τωρα και φιλοσοφουν. Ο αντορνο κατα τη γνωμη μου αρνειται ουσιαστικα να δει αυτην την πραγματικότητα με αταραξια (αν, ακομα και για τον επικουρο, θα μπορουσε πια κατι τετοιο να ηταν δυνατον). Αρνειται να δεχτει επιπλεον οτι τα καλομαθημενα αυτα μπορει να τον εχουν διαβασει και να τον εχουν καταλαβει. (Ως προς το δευτερο δεν θα ειχε αδικο)

εντουτοις, καταρχας, δεν τα θεωρουσε καλομαθημενα – ιδιαιτερα μετα τη δολοφονια τού φοιτητη μπένο όνεζοργκ απο την αστυνομια διατυπωσε ευθαρσως την αποψη οτι οι φοιτητες ηταν «οι νεοι εβραιοι» στη γερμανικη κοινωνια

αρνειται παντως να δεχτει λογοκρισια για 2η φορα στη ζωη του, στην ιδια τη χωρα του, στην οποια μολις εχει επιστρεψει, ευτυχης που ο φασισμος της εχει ηττηθει. Και οταν βρισκει τον αυταρχισμο μπροστα του υπο το θεωρητικο μαλιστα αλλοθι τής δικης του φιλοσοφιας, αντιδρα και τραγικα και διαλεκτικα ταυτοχρονως : διεκδικει τό δικαίωμά του «να μιλαει μολονοτι δεν γουσταρει να πεταει πετρες» και ζηταει (να προστατεψει το δικαιωμα του αυτο) το κρατος που διαδεχτηκε τον φασισμο ο οποιος τού ειχε αρνηθει το ιδιο δικαιωμα.

το πραγμα επιζηταει βεβαια μυθιστορηματικου μεγεθους διαπραγματευση : αναμεσα στους φοιτητες που καθονται αλαζονικα και κοροϊδευτικα στην καρεκλα του και δεν τον αφηνουν ν’ ανέβη στην εδρα του και να διδαξει, ειναι πρωην αγαπημενοι του φοιτητες. Το γεγονος πως «ο τεντυ» ζηταει απελπισμενα τη βοηθεια μιας (ομολογουμενως αμηχανης – εχουν τραγικη πλακα καποιες φωτογραφιες…) αστυνομιας κανει τον γυρο τού κοσμου σε επιχαίροντα σκανδαλοθηρικα εντυπα, που τασσονται τωρα με το μερος των φοιτητων που θελουν κατα τ’ άλλα να τούς σπασουν τα τζαμια…

κανείς πιστευω δεν περιμενε τη συνεχεια. Παιρνει αδεια και παει με τη γυναικα του διακοπες στην αγαπημενη τους ελβετια, εκει παθαινει ενα εμφραγμα, αλλά εννοει παρ’ ολ’ αυτα ν’ ανέβη ενα βουνο, παθαινει κι ενα δευτερο εμφραγμα, και τελος. Στην κηδεια φιλοι του δεν επιτρεπουν στους πρωην «αγαπημενους φοιτητες» που τωρα προσερχονται (προφανως κεραυνοβολημενοι – δεν ειναι ευκολο να αισθανεσαι δολοφονος – ) να περασουν στον χωρο της ταφής. Υπαρχει μια φωτογραφια με τον χορκχάϊμερ που βασταει κατι χαρτια (προφανως), και διπλα του την γκρέτελ (την γυναικα τού αντορνο στην οποια οφειλουμε εν πολλοις, μην το ξεχναμε, τη «διαλεκτικη τού διαφωτισμού» και γραφτα τού μπένγιαμιν, και η οποια θα επιχειρουσε να αυτοκτονησει αμεσως μετα αλλά ευτυχως (για μάς) θα επιζουσε, θα τακτοποιουσε πληθος γραφτα τού αντρα της και τού μπενγιαμιν επι 24 ακομα χρονια, και θα εφευγε τελειωτικα το ’93) να κατεβαινουν κατι σκαλια και να ριχνουν χωμα στον ταφο του. (Θα ’λεγα οτι ακριβολόγως και καίρια η κορδελα πανω στο φέρετρό του γραφει : «στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας»)

 

 

 

 

 

(η αλληλογραφια με τον μαρκουζε)

με τον μαρκουζε ο αντορνο αλληλογραφησε ειδικα για τα θεματα τών φοιτητικων εξεγερσεων (ο μαρκουζε την εποχη εκεινη ηταν στην καλιφορνια βρισκοταν στο επικεντρο τών «ταραχων» και υποστηριζε το φοιτητικο κινημα εμπρακτα, με κινδυνο αρκετες φορές και της ζωης του). Εξαυτου η αλληλογραφια τους εχει τεραστιο και φιλοσοφικο ενδιαφερον. Πρεπει κανείς να εχει υποψη του παντως οτι ο μαρκουζε ηταν μεγαλυτερος, ειχε διαφορετικες προσωπικες εμπειριες, ηξερε και απο οδοφραγματα (ειχε παρει μερος στην επανασταση τών σπαρτακιστων) και συνεπως η αντιληψη του ηταν (συνοπτικά θα ’λεγε κανεις) πως «και τα κοκτέϊλ μολότωφ» μπορουν να «πραγματοποιησουν τη φιλοσοφία» ενίοτε.

το τελευταιο γραμμα τού αντόρνο στον μαρκουζε πανω σ’ αυτη την υποθεση (η αλληλογραφια διαβαζεται σε λινκ στο τέλος τής αναρτησης, και ειναι στα αγγλικα) εχει ημερομηνια 6 αυγουστου 1969, και τελειωνει με μια υποσημειωση οτι δακτυλογραφηθηκε απο τη γραμματεα του – την ιδια μερα ο αντορνο θα παθαινε την τελικη καρδιακη προσβολη και συνεπως την ωρα που ο μαρκουζε διαβαζε το γραμμα, ο 66χρονος τεντυ πρεπει να ηταν ηδη νεκρος.

απο μια οντως λοιπον μυθιστορηματικη διαπραγματευση που εχει υπαρξει, ανεκδοτη – παραθετω εδω ενα μικρο τμημα – ως μικρο φορο τιμης – οχι στον μηνα μαϊο, και ολους τους αλλους μηνες (οπου παντα κατι συμβαινει) – αλλά στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας

 

 

 

 

(ο αντορνο στην κουζινα)

…δεν νομίζω λοιπόν ότι ζήσανε άλλοτε ποτέ φιλόσοφοι μεγαλύτερη απογοήτεψη απ’ αυτή : γιατί κι ο μπρούνο ακόμα πάνω εκεί στην πυρά με τά κόκκαλα τσακισμένα από τά βασανιστήρια θα μπορούσε (καθώς ούρλιαζε χωρίς να τό θέλει που καιγόταν αργά) θα μπορούσε να έχει εκεί τήν ελπίδα ότι τό μέλλον θα είναι δικό του : (κι ας αργεί και αυτό ακόμα πολύ : ) η μεγαλοφυία του δηλαδή πρέπει να τό ’ξερε κατά βάθος καλά ότι time was on his side και τό ότι οι άλλοι ήτανε out of time με όση δύναμη δηλαδή επί τού παρόντος κι αν είχανε, είμαι σίγουρη λοιπόν ότι ήξερε ο μπρούνο όταν καιγότανε πως τό μέλλον ήταν δικό του και ότι θα τόν αγαπήσουμε και θα τόν καταλάβουμε (κάποιοι) κάποτε πάρα πολύ : όμως τούτοι εδώ όντας με τόν φριχτότερο τρόπο δηλαδή γερμανοί, όντας δηλαδή, κι επιμένοντας να ’ναι, δηλαδή γερμανοί με τόν καλύτερο τρόπο σε μια εποχή που η ζωή τους θα ήταν μοναχά ασφαλής αν ήτανε με τόν χειρότερο, ζήσαν τήν τραγικότερη στιγμή τής φιλοσοφίας ολόκληρης :

δηλαδή τή στιγμή κατά τήν οποία βλέπεις τή σκέψη σου να γίνεται αποδεκτή μ’ έναν τρόπο που σού προκαλεί και σύγκρυο και φόβο και τρόμο και δέος : Και τότε είναι που είναι ακόμα πιο δύσκολο να διατηρήσεις τήν κριτική σου ματιά προς τά πράγματα και να πεις Στο μέλλον θα μέ καταλάβουν καλύτερα : Πώς να τό πεις όταν τό μέλλον έχει ήδη έρθει επί τού παρόντος ολόκληρου, και πώς να ελπίσεις ότι θα έρθει ένα άλλο μέλλον τότε επί (τούτου) τού μέλλοντος

– αν και ελπίζω ότι μπορεί να κατέφυγε σε αυτή τή σκέψη και εκείνος πριν να πεθάνει κι αυτός δηλαδή – αν και ο τρόπος που πέθανε (και τό ίδιο τό γεγονός ότι πέθανε, χωρίς βέβαια να τόν σκοτώσει τυπικά και κανείς) δείχνουνε άλλα : και τό μόνο που μού μένει εμένα να ελπίζω τώρα είναι να πάνε στην κόλαση αυτοί όλοι που τόν σκοτώσανε : να είναι τώρα σ’ αυτήν τήν ωραία τους κόλαση καθισμένοι απέναντι από τήν τηλεόραση, και με τίς παντόφλες τους – γιατί τόν σκοτώσαν, και είναι από κείνους τούς φόνους όπου δεν πέφτει ξύλο κι όπου όλα είναι αθώα και καθαρά και αγνά κι ασφαλή : κι αυτοί είναι οι χειρότεροι και οι πιο βρώμικοι φόνοι γιατί δεν λερώνεις ούτε τά χέρια σου ούτε τό πουκάμισό σου ούτε τά πόδια σου ούτε και τά παπούτσια ή τίς κάλτσες σου, αλλά μόνο τό στόμα σου και τή γλώσσα σου έχεις λερώσει, και τό μυαλό σου ολόκληρο, αλλά εκείνα δεν φαίνονται κι έτσι είσαι αθώος, κι όχι μόνο αθώος αλλά και οπαδός :

 

 

 

 

 

Τή φαντάζεσαι τότε τή θλίψη του ; (γύρισε και είπε ειδικά στη Μάχη κοιτώντας την : ) τή φαντάζομαι εκείνη τή θλίψη και παθαίνω κατάθλιψη, πρόσθεσε. Και παθαίνω κατάθλιψη πιο πολύ γιατί τρέμω τήν ιδέα που ξαφνικά μού καρφώθηκε, (όταν τό σκέφτηκα για πρώτη φορά τότε αυτό), ότι κατά πάσαν δηλαδή πιθανότητα (γιατί δεν φαντάζομαι ούτε κατά διάνοιαν ότι θα ’μουν εγώ η τυχερή κι η εξαίρεση – και αυτή είν’ η φρίκη μου) κατά πάσα δηλαδή πιθανότητα, εκειπέρα με τά κωλόπαιδα αν ήμουν κι εγώ, θα ’μουν ίσως κι εγώ τό ίδιο ηλίθια : μή σού πω ότι μπορεί να ’χα και τή βλακώδη ιδέα να ξεπροβάλω και η ίδια μπροστά του γυμνή : έχει μια βλακώδη φυσικά γοητεία όταν είσαι μικρή να τά βάζεις με όλους κι όποιον πάρει κατόπιν ο χάρος, δεν τούς δικαιολογώ δηλαδή αλλά σκέψου κι αυτούς : έπρεπε να δείξουν κάπου κι αυτοί ότι επαναστατούν δηλαδή, κι ότι ξέρουν τί κάνουνε, κι ότι είναι σκληροί, χωρίς να ’χουν συμπόνοια ή ευγνωμοσύνη καμμιά : έχετε προσέξει ότι (μέχρι τώρα) στην επανάσταση η κακία περνιέται για φοβερή καλοσύνη ; (είπε και σκούπισε τά χέρια της)

που όμως δήθεν δεν φαίνεται ; διότι εκεί υπάρχει δήθεν ας πούμε και ένα μυστήριο ; διότι έχουμε ανάγκη δήθεν κι εμείς από ένα μυστήριο ; είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι για να γίνουμε διαλεκτικοί θα περάσουν αιώνες παιδάκια μου, και ορίστε η φρίκη μας : είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι, και αυτό μέ τρομάζει : γιατί είμαστε ό,τι κι οι άλλοι ακόμα, και γινόμαστε ίσως μονάχα η φόδρα τους, και φαινόμαστε ίσως από τήν ανάποδη, και η φαντασία θ’ αργήσει να πέσει στο πιάτο μας και στα κεφάλια μας : και δεν βγάζω τόν εαυτό μου απέξω κι εγώ, είπε, (όπως βλέπετε) έχω υπάρξει ηλίθια κι εγώ, όμως έλεος πια, πιθανόν δηλαδή εγώ τότε αυτόν ειδικά και να τόν λυπόμουνα : αλλά δεν λυπάμαι πια σήμερα αυτούς, κι αυτό μόνο και μόνο γιατί δεν βγήκε ούτε ένας να ζητήσει συγνώμη, κι είναι όλα αυτά τά κωλόπαιδα κρυμμένα και προστατευμένα εκεί στο σπιτάκι τους και κοιτάνε φορώντας τίς καρώ παντόφλες τους τήν τηλεόραση κι όχι πλέον κωλόπαιδα πια αλλά σχεδόν και κωλόγεροι και με τίς καριέρες τους και δεν ξέρουνε τίποτα πια, δεν θυμώνται ή δεν ξέρουνε τίποτα για τόν φόνο αυτοί πια

διότι προσέξτε (είπε, και μάς κοίταξε τόσο καλά που για λίγο σταματήσαμε να πλένουμε πιάτα) αν ο νίτσε μες στην απελπισία του ξεφούρνισε (αν τό ξεφούρνισε κιόλας έτσι ακριβώς, διότι έχει γίνει τόσο διάσημο που εγώ τό συχαίνομαι) ότι εκείνο που δεν τόν σκοτώνει τόν δυναμώνει, έπεσε έξω και εκείνον νά που τόν σκότωσε : αυτό που δεν τόν σκότωσε, νά που τόν σκότωσε

όμως εκείνος ο μικρούλης ο τέντυ (όπως τόν λέγανε) (οι φίλοι του δηλαδή εννοώ) (μονάχα δηλαδή ο χορκχάϊμερ επιτρεπότανε, αλλά εκείνος μπορούσε μια κι ήτανε ο φίλος του και τόν αγαπούσε, να τόν αποκαλεί δημοσίως να πούμε δηλαδή έτσι), εκείνος ο τέντυ ούτε κατά διάνοιαν δεν σκοτώθηκε από τίς γυμνόστηθες, θα ’ταν ηλίθιο (πρόλαβε απλώς και είπε σε μια του συνέντευξη «δεν ντραπήκαν να τό κάνουν αυτό σε εμένα» φυσικά και τόν πείραξε, αφού θα τόν πείραζε κάθε τι βλακώδες αν ερχόταν στα μάτια του (ήταν και αριστοκράτης πολύ καταβάθος και η κακογουστιά ασφαλώς θα τόν πείραζε)) σκοτώθηκε όμως μόνο όταν τού απαγορέψαν ξανά να μιλάει : ποιανού ; αυτουνού : και ποιοι ; οι γιοι τών μπαμπάδων τους : εκεί ένιωσε τήν ανάγκη φυσικά να προστατευτεί (μέσω τών μπαμπάδων) απ’ τούς γιους τών μπαμπάδων

διότι όταν οι μπαμπάδες κι οι γιοι γίναν ίδιοι και τού απαγορεύαν δηλαδή να μιλάει κι οι δυο, πολύ λίγο τόν ένοιαζε αν οι μπαμπάδες ήταν δηλωμένοι εχθροί και οι γιοι δηλωμένοι οπαδοί : μες στην καρδιά του θα χτύπησε τότε (από απελπισία και θυμό) μια καμπάνα που θα είπε περίπου τά εξής :

ε, για σταθείτε λιγάκι, για μία στιγμή : μονά–ζυγά δικά σας εσείς συνεχώς θα τά έχετε ; και η χώρα αυτή θα είναι μόνο δικιά σας ακόμα ; κι εγώ θα ’μαι συνεχώς στο δικό σας τό έλεος ; κι αυτή δεν θα είναι ποτέ η δικιά μου η χώρα ; ούτε τώρα ακόμα ; επί μπαμπάδων σας εγώ στη σιωπή, και επί υμών ξανά στη σιωπή ; κι έτσι στράφηκε να προστατευτεί : από τούς μπαμπάδες ξανά : και δεν ήταν αστείο αυτό, ούτε αυτή τή φορά :

εγώ ναι, είμαι σίγουρη ότι αυτό που τόν θύμωσε δεν ήταν μόνο ο φασισμός αυτονών να τού πάρουν τήν αίθουσα και τή θέση του και να μην τόν αφήσουν να μιλήσει ούτε να κάνει τό μάθημα – που κι αυτό θα ’ταν λόγος δηλαδή αρκετός για έναν τέντυ που μόνο για κείνο τό μάθημα κινδύνεψε πριν από λίγα χρόνια από τούς μπαμπάδες τους να γίνει ψητός, και για έναν τέντυ εξαιτίας τού οποίου (εξαιτίας μ’ άλλα λόγια τής σκέψης του) οι γιοι τών μπαμπάδων είχαν τήν άνεση να ξυπνήσουν και να κάνουνε ότι διαφέρουνε από τούς μπαμπάδες τους τώρα αυτοί :

φυσικά όλ’ αυτά θα ’ταν λόγος πολύ αρκετός, αλλ’ αυτό που (πιστεύω εγώ) (είπε, κοιτώντας μια στιγμή τό ταβάνι) πιο πολύ τόν σακάτεψε τόν μικρούλη τόν τέντυ που ’χε πια μεγαλώσει και γεράσει και φυσικά κουραστεί ήταν κάτι που η καμπάνα αυτή στο αυτί τού ψιθύρισε μόνο (γιατί δεν τολμούσε αυτό να τό φωνάξει παρά μόνο στ’ αυτί) : γιατί μόνο εκείνο τόν πλήγωνε ίσως πολύ πιο πολύ : γιατί εκείνο τόν πλήγωσε δηλαδή, και στο τέλος, και στη μέση, και στην αρχή : τά κωλόπαιδα, τίποτα δεν καταλάβανε ! τά κωλόπαιδα, δεν είχαν έλεος ! τά κωλόπαιδα, σαν τούς μπαμπάδες τους, τό ίδιο ανήλεοι ήταν κι αυτοί ! (Γιατί φυσικά εκείνος δεν θα μπορούσε, δεν θα καταδεχόταν ποτέ να τό πει ούτε και στον εαυτό του τό επιχείρημα, που μπορούμε όμως και τό λέμε εμείς : η φαντασία τούς μάρανε ! η φαντασία στην εξουσία τού εαυτού τους τούς μάρανε)

διότι αλήθεια τί θα πει φαντασία ; (είπε) : τό ’χετε άραγε ποτέ σας σκεφτεί ; είναι άραγε αλήθεια η φαντασία τό αντίθετο μοναχά τής βλακείας και αυτό είναι μόνο ; (Φαντασία θα πει, είπε η άλλη, βγάζοντας τά χέρια από τίς τσέπες τού σακκακιού της και ξεκολλώντας από τό κούφωμα που ακουμπούσε τής πόρτας, να καταλάβεις ότι πεινάμε) (τό ξέρω, είπε πολύ βιαστικά και απότομα λίγο, αλλά προηγουμένως πεινούσαμε επίσης και δεν μάς λυπόσουνα ούτε εσύ)

λοιπόν, εν ολίγοις, πιο πολύ μ’ ενοχλήσαν εμένα οι φωτογραφίες από τήν κηδεία : η ερήμωση, η θλίψη τού άλλου που πήγε με τά χαρτιά του στο χέρι λες και κρατιόταν ακόμα από τά χαρτιά που τούς ένωναν, η ερήμωση τής γυναίκας που τού ’χε (λυσσώντας και προστατεύοντας περισσότερο αυτόν απ’ ό,τι τήν εαυτή της τήν ίδια) αφοσιωθεί, η ερήμωση εκείνων τών δυο δηλαδή πλάϊ–πλάϊ κατεβαίνοντας μετά τήν κηδεία, τά σκαλιά : κι ύστερα μια άλλη φωτογραφία με τήν ερημιά τού προαύλιου μακρυά απ’ τόν κόσμο πιο πέρα και πιο έξω από τό τοιχαλάκι όπου χωρίς να μπορούμε ν’ ακούμε δηλαδή τίς κουβέντες τίς βλέπουμε όμως, απειλητικά να αιωρούνται (και με πόση ένταση και σπαραγμό και μετάνοια αλλά τόσο αργά τώρα πια) από τούς φοιτητές τούς αγαπημενους και τούς οπαδούς : που επεδίωξαν να βρεθούνε στην τελετή (και που οι άλλοι βέβαια και καλά κάνανε, δεν τούς αφήσανε) :

 

 

 

 

πόσο θα ’θελα να ’ξερα τώρα πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα (και που δεν έχουν κάνει ούτε ένα στο εκατομμύριο από ό,τι και κουράστηκε κι έκανε ή σκέφτηκε αυτός) πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα να πετάνε πετρούλες σε διαδηλώσεις ή τίς βλέπουνε άραγε με τίς παντόφλες τους τυλιγμένοι αυτοί στις κουβέρτες τους από τήν τηλεόραση μες στα σπιτάκια τους ; με τ’ απαίσια έπιπλα κι αν τούς περνάει ποτέ, όπως είναι νεκροί ζωντανοί, από τό μυαλό :

«εγώ ο ασήμαντος ο αστός ήμουν κι εγώ μια φορά φοιτητής και μάλιστα σκότωσα έναν φιλόσοφο ; τί σπουδαίος που είμαι ; γιατί τόν ανάγκασα να κάνει ακριβώς εκείνα τά πράγματα που δεν τά ήθελε ; και να φέρει και τήν αστυνομία στο αμφιθέατρο για να μπορέσει να μάς μιλήσει ξανά ; κι από τή λύπη του ύστερα πήρε μια άδεια και ύστερα πήγε στο σπίτι και πέθανε ; κι επομένως εισήλθα κι εγώ στην αθανασία για μία φορά ; και στον κόσμο επίσης και τής επανάστασης, όχι με τή φαντασία μου βέβαια όπως νομίζαμε, αλλά με τή βλακεία μου σίγουρα για μία φορά ; τί σπουδαίος που είμαι ; και πόσο περήφανος που δεν έχω πάει δηλαδή να πνιγώ ;

και έχω ένα σπίτι και κάθομαι ; και είμαι στα χρόνια του και ίσως βλέπω τώρα πια τηλεόραση ; Ναι ίσως κάπου υπάρχουνε ακόμα ελάχιστοι που θα θέλανε να τόν έχουν για χρόνια ακόμα μερικά ζωντανό : Να τούς πει αυτονών αυτός κι άλλα : Ίσως να ’χε ακόμα να γράψει και άλλα : Εξαιτίας μου όλα αυτά όμως νά που δεν γίνανε : Είμαι πρόσωπο ιστορικό επομένως κι εγώ».

βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

η λεζαντα της φωτογραφιας στον ευτυχη αστικο τυπο :

την περασμενη τριτη οι φοιτητες εμποδισαν, με συμβολικες τρυφεροτητες [ οι ευγενικες εφημεριδες εννοουν εδω οτι καποιες φοιτητριες τρεξαν να του «επιτεθουν» γυμνοστηθες ], τον «στοχαστη και καθοδηγητη φιλοσοφο» του αριστερου φοιτητικου κινηματος τεοντορ β. αντορνο, 65 χρονων, να μπει στο αμφιθεατρο VΙ του πανεπιστημιου της φραγκφουρτης προκειμενου να συνεχισει τις παραδοσεις τού μαθήματός του «εισαγωγη στη διαλεκτικη», αφου πρωτα σκόρπισαν στην αιθουσα φεϊγβολαν που εγραφαν «ο αντορνο ως θεσμος ειναι νεκρος».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

απο την τελευταια (στην κυριολεξια) αλληλογραφια αντορνο–μαρκουζε, της οποιας τον συνδεσμο  υποσχεθηκα στην αναρτηση, και η οποια θα αξιζε (ειρησθω εν παροδω) να μεταφραστει καποια στιγμη ολοκληρη – δεν θα ’ταν μεγαλο σε εκταση το βιβλιαρακι, αλλά σε σημασια θα ’ταν τεραστιο, οπως ειπα παραπανω ακομα και απο φιλοσοφικη σκοπια – (εδω οι αγγλοι παραθετουν την αλληλογραφια μεταφρασμενη απο τα γερμανικα) :

τα τελευταια λογια στο τελευταιο γραμμα του αντορνο προς τον μαρκουζε

(μπορειτε να προσεξετε – περα απο το (σπαρακτικο) «οπως σού ειπα χερμπερτ και στο τελευταιο γραμμα μου, πρεπει να ’χεις υποψη σου οτι ο τεντυ διανυει τα μαυρα του τα χάλια (θα στο επιβεβαιωσει και ο μαξ) : ώς τα μεσα του αυγουστου εσυ θα ’χεις ζησει την πληρη αναρρωση, και χαιρομαι γι’ αυτο, αλλά εγω δεν θα ’χω ζησει καμιά» – ριξτε μια ματια και στην τελευταια του αποστροφη για τον «κοκκινο ντανυ» – πόσο διορατικη θα ελεγα) :

… Herbert, I really cannot come to Zurich or Pontresina. As I indicated in my last letter, you really do have to reckon with a badly damaged Teddie, as Max will confirm. By the middle of August you will already have an ample convalescence behind you, and I am glad for you; but I will not have had mine. However, I think that this rather rationalized egoism is legitimate, and, happily, your sentence about the identity of the distance between Pontresina and Zermatt is reversible. And here, one has, as you well know, infinitely more calm and peace than in Engadin. After all, we came to meet you here. Do you find it so terrible here ever since? And you surely must agree that there is no doubt that we need to talk to each other?—I think that I told you already that I will be in Venice from the 5 to 9 September (Hotel Regina); and here until 27 August.

Warmest greetings, from Gretel and Inge as well.

Yours
Teddie

I have a few things to tell you about Danny–le–rouge: just slapstick comical stuff. That must really have been a loveliness of street battles with him involved. And in Frankfurt he still counts as one of the more humane. Quel monde!

Copied from a hand–written draft
With friendly greetings
(Hertha Georg, secretary)

 

 

 

 

 

σ’ αυτο το βιντεο βλεπετε το 2ο μερος μιας ταινιας
αφιερωμενης στον τεοντορ βιζενγκρουντ αντορνο,
απ’ οπου και τα στιγμιοτυπα που απομονωσα για
χαρη αυτης της αναρτησης

 

 

 

 

 

 

η πανω φωτογραφια ειναι φυσικα τού henri cartier–bresson : η σορβονη κατειλημμενη κατα την εξεγερση του μαΐου και του ιουνιου του 1968

 

 

 

 

28 Σεπτεμβρίου 2017

η κυρία Μπούμπουλης

 

 

 

τό σημερινό απόσπασμα από τίς «βιογραφίες αγνώστων» (που παραμένουν ανέκδοτες) έχει γραφτεί μάλλον πολύ πριν από τό 2003 (ημερομηνία κατά τήν οποία οι «βιογραφίες» ολοκληρώθηκαν – και έκτοτε, στο διάστημα που μεσολάβησε έχουν υποστεί σύντομες διορθώσεις και εκτεταμένες περικοπές) : σήμερα λοιπόν που αποφάσισα να τό φέρω σαν ανάρτηση στους «κήπους» και εξ αυτού τό ξαναδιάβασα κι εγώ, ομολογώ μέ ξάφνιασε τό γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να κόψω απολύτως τίποτα – μέ ξάφνιασε δηλαδή και ευχάριστα και δυσάρεστα : ευχάριστα γιατί κανένας ακόμα δεν έσπευσε να μού πάρει τή δόξα ως προς τή διαπίστωση τού προβλήματος, και δυσάρεστα γιατί κανένας ακόμα όπως φάνηκε δεν έχει σπεύσει να διαπιστώσει τό πρόβλημα

μ’ άλλα λόγια, τίποτα στη λαμπρή μας χώρα δεν έχει καλυτερέψει ως προς αυτό τό ζήτημα, παρ’ όλα τά φεμινιστικά με τά οποία, εδώ και λίγο καιρό, κάποιες ομάδες γυναικών σάμπως συστηματικά ν’ ασχολούνται, αν και θα τολμούσα να πω ότι (δυστυχώς) μιλάνε με τά εκ νέου σύγχρονα (πάλι) κλισεδάκια, περιοριζόμενες πλέον τώρα κυρίως στα θέματα τού βιασμού : όχι ότι δεν είναι σημαντικότατα τά θέματα τού βιασμού

αλλά τά κλισεδάκια, τουτέστιν οι καραμέλες, έχουν ένα ελάττωμα : μοιάζουν μεν με ομιλία αλλά καταπίνονται γρήγορα, δεν κουβαλούν δε, επί τής ζαχάρεώς τους, ούτε ως δείγμα τό δηλητήριο τής επικινδυνότητας που διαθέτει άφθονο η πρωτογενής και πρωτότυπη σκέψη : υπάρχουν, μ’ άλλα λόγια, καραμέλες που αποκοιμίζουν, όσο «φεμινιστικές» κι αν είναι : (και μεγαλύτερο υπνωτικό από τόν σύγχρονο αμερικάνικο πουριτανισμό επί τού φεμινισμού, δεν υπάρχει : η αντίληψη, φερ’ ειπείν, ότι δεν υπάρχουν φύλα δεν υπηρετεί παρά τό φύλο που (κοινωνικώς) υπερτερεί, και (αντικοινωνικότατα) θέτει τούς κανόνες, κανονίζοντας τί τά φύλα οφείλουν να είναι – και να επιθυμούν – αλλά περί αυτού θα χρειαστεί να κάνω, όποτε η διάθεσή μου τό επιτρέψει, έτερη ανάρτηση – )

εν συντομία όμως, αυτό όμως που εμένα ας πούμε μέ απασχολεί (από πολύ παλιά όπως φαίνεται, φαίνεται από εδώ από εκεί και από αλλού) είναι πόσο ο βιασμός ως έννοια περιβάλλει χώρον τόσο μεγαλύτερον τού σώματος – και πόσο οι πολύπλευρες μορφές βιασμού τής θέλησης γλυστράν επιτήδεια κι αθόρυβα και σχεδόν καλοσυνάτα στη ζωή μας από νωρίς – αποτελώντας έτσι τρόπον τινά τό υπόστρωμα για να ξαπλωθούν πάνω τους μετά όλοι οι «άλλοι» βιασμοί, με όλη τους τήν άνεση, και όλη τους τήν συνεπακόλουθη έλλειψη ενοχής

και ασφαλώς μέ λυπεί που τό θέμα δεν φθάρηκε ήδη από τήν πολλή χρήση ώστε να χρειαζόταν τώρα κάποια επισήμανση να σβήσω, επειδή θα είχε καταντήσει μέσα στα σχεδόν 20 χρόνια που μεσολάβησαν κοινός τόπος

αντίθετα βρήκα κι ένα στοιχείο που θα ήθελα τώρα να προσθέσω : τό καμάρι πλέον τής κυρίας Μπούμπουλης τήν ώρα που τής αλλάζουν ( : πού μόνη της δηλαδή αλλάζει πια) τή δόξα της και τό φύλο : η απόλυτη αυτή αβουλία και αδιαφορία, μ’ άλλα λόγια, τών ελληνόφωνων γυναικών όταν μετατρέπεται σήμερα τό φύλο τού επωνύμου τους σε αντρικό, έχει πάρει πια τή μορφή μιας ειδικής επιπλέον κοκεταρίας, τή «χειραφετημένη» κοκεταρία τής «επιχειρηματίας» και τής «γυναίκας με καριέρα και λεφτά» δικά της (όχι μόνο εντός τής χρεωκοπημένης χώρας, αλλά κι εκείνης με καριέρα στο εξωτερικό)

αλλά βέβαια, όταν αρνούμαστε στην εαυτή μας τήν επίμονη και διεκδικητική ερωτική απελευθέρωση και γινόμαστε ξυνές και καθωσπρέπει κι ανέραστες και ηθικές για να μας αποδεχτούν οι (αντροκρατούμενες) επιχειρήσεις και τά (αντροκρατούμενα) κόμματα, τί είναι μια υποχώρηση στο ονοματάκι μας πια ; στο κατω–κάτω έτσι γινόμαστε άντρες με τά όλα μας

αλλά ορίστε, παραθέτω τό απόσπασμα μυθιστορήματος άνευ άλλης καθυστερήσεως :

 

 

 

 

Αυτό που συμβαίνει με τά αρσενικά, ενώ είναι θηλυκά, ονόματα στη χώρα, αποτελεί ένα εξειδικευμένα γλωσσικό πρόβλημα απολύτως διαφωτιστικό για τή ζωή και τίς απόψεις τού συγκεκριμένου εθνικού κορμού στον οποίο βρίσκομαι και γράφω, ένα πρόβλημα άκρως ιδιόμορφο και τό οποίο η γλωσσολογία, αλλά και η φιλοσοφία εξάλλου, φωτίζει ενγένει :

Δέχονται δηλαδή με μυστηριώδη μεγαλοθυμία και καλοσύνη κι ευαρέσκεια οι γυναίκες (τής συγκεκριμένης αυτής εθνικής καταγωγής, δεν ξέρω τό φαινόμενο να συμβαίνει σε άλλη χώρα – ίσως δεν υπάρχει άλλη εξίσου δουλοπρεπής χώρα) να περιγράφουν εαυτές σα να μιλάνε μια ξένη γλώσσα, που τίς αλλάζει τίς κλέβει, τούς αλλάζει τόν αδόξαστο, τίς κάνει αγνώριστες και γελοίες : τό φαινόμενο βέβαια τό έχω αναπτύξει στη διατριβή μου (επί μακρόν) – μπορώ εδώ μόνο απλώς συνοπτικά να σού πω ποια είναι εν ολίγοις τά περιληπτικά τής ιστορίας συμπεράσματα :

Κατ’ αρχάς τό φαινόμενο αυτό υπάρχει υποτίθεται προς χάριν, και εξαιτίας, τών ξένων που δεν ξέρουν τή γλώσσα καλά : όμως, τό ίδιο αυτό φαινόμενο, κόβεται με τό μαχαίρι και εξαφανίζεται (ακόμα και σαν απλή να πούμε δυνατότητα) όταν κανείς έχει να κάνει με οποιονδήποτε λαό διαθέτει λίγη αξιοπρέπεια (και οπωσδήποτε μερική αυτοπεποίθηση) : οι ρώσοι παραδείγματος χάριν δεν επέτρεψαν ποτέ σε κανέναν να πει τήν ουλάνοβα ουλάνοβ, τήν τσβετάγιεβα τσβετάγιοφ τήν αχμάτοβα αχμάτοβ και τά λοιπά : διότι (στην γλώσσα τουλάχιστον γενικώς) τά πράγματα χαρακτηρίζονται από τήν αξιοπρέπεια (τής ομιλήτριας, και τού ομιλητή που κρύβεται, πάντα συνήθως, πίσω της πλάϊ της και τά λοιπά) και επομένως ο αξιοπρεπής λαός, όταν προκύψει ένας τουρίστας που θέλει να ισοπεδώσει τά πράγματα, και να τά κάνει όλα αρσενικά, θα τού πει : Όχι κύριε, εμείς δεν τό λέμε έτσι, και θα τόν διορθώσει (δεν θα τό θεωρήσει καθόλου δύσκολο δηλαδή και βουνό) : τόσο μόνο χρειάζεται – μια πρόταση τό πολύ δέκα λέξεων : που είναι όμως πολύ αξιοπρεπής – και φυσικά η αξιοπρέπεια είναι μια πολύ μεγάλη (και δύσκολη) υπόθεση :

Για να κάνω μια (πολύ) σύντομη ιστορική αναδρομή (για τούς ξένους που θα διαβάσουν τή διατριβή μου στο εξωτερικό, εφόσον εκεί βρίσκομαι και εκεί γράφω – δεν έρχομαι πλέον στη χώρα αυτή σχεδόν καθόλου, ειδικότερα αφότου κατάλαβα ότι δεν έχω εδώ καν συγγενείς) στην προεπαναστατική της (αλλά και τήν επαναστατική της ακόμα) περίοδο η χώρα αυτή ήταν αξιοπρεπής : η Μπουμπουλίνα ήταν η απολύτως νόμιμη σύζυγος ενός κάποιου Μπούμπουλη κι η Τζαβέλαινα ενός κάποιου Τζαβέλα και ουδείς διανοήθηκε ποτέ να πει Η κυρία Τζαβέλας–Μπότσαρης–Καραϊσκάκης για τή Δέσπω ας πούμε : ήταν εκτός γούστου νόμου και κανόνα δηλαδή αυτό (μέχρι και τόν άγγλο ναύαρχο τζωρτζ εκείνη τήν εποχή τόν λέγανε τζούρτζη, δηλαδή μετατρέπανε και τήν προφορά και τήν κατάληξη κάποιας λέξης ανάλογα με τούς νόμους και τούς κανόνες τής γλώσσας τους, κάνανε δηλαδή αυτοί αυτό που κάνουνε βασικά όλοι) : Όταν όμως η κατάσταση πνίγηκε στις μαλακίες και η επανάσταση τέλειωσε (δεν τό λέω έτσι αυτό, τό λέω πιο κόσμια στη διατριβή μου η οποία απευθύνεται βασικά σε ξένους) αυτοί που επικράτησαν στη θέση τών κλεφτών ήταν κάτι μπούληδες και έτσι προέκυψε μία ιστορία με έλλειμμα μεγάλης αξιοπρέπειας και αυτοπεποίθησης.

Να μην συγκρίνουμε όμως τώρα τή μικρή και ασήμαντη αυτή χώρα με άλλες μεγάλες : οι ρώσοι ας πούμε ήταν πλούσιοι και είχαν και αριστοκρατία (μέχρι και δούλους είχανε), και τούτοι εδώ ήταν νεόπλουτοι φτωχομπινέδες γεννημένοι αλλού υιοθετημένοι χαζοέμποροι και είχαν τό πολύ υπηρετριούλες (απ’ τά νησάκια) : γι’ αυτό και κανένας άντρας από δω, ακόμα και σήμερα (ειδικά μάλιστα σήμερα) δεν έχει τό θράσος να πει στον τελευταίο τουρίστα Όχι εμείς τό λέμε αλλιώς : γι’ αυτό και η Μπουμπουλίνα σήμερα γίνεται η κυρία Μπούμπουλης.

 

 

     

 

 

Όταν όμως τό φαινόμενο αυτό ισχύσει, υπάρχει το εξής ενδιαφέρον : κάνει δηλαδή ξαφνικά τήν εμφάνισή της και μια (φιλοσοφικής καθαρά ποιότητας) αντιπάθεια προς τήν γενική ενγένει πτώση : μια υγιής (οφείλω να πω) αλλά εντελώς υπόγεια αντιπάθεια προς τήν ίδια τήν ιδέα τής γενικής (που είναι μια πτώση βέβαια ιδιοκτησίας και κατοχής) ( : σημειωτέον ότι δεν είναι ελληνικό τό φαινόμενο αυτό, τό ότι η γενική δηλαδή τής κατάληξης σημαίνει ιδιοκτησία και μάλιστα αποκλειστικά αντρική – διότι και οι άντρες ανήκουνε στον πατέρα τους : και, γι’ αυτό, και τό δικό τους επίσης τό όνομα είναι συχνότατα στη γενική – αλλά όμως, ακόμα κι όταν είναι στην ονομαστική τ’ όνομά τους αυτών, είναι και πάλι εννοείται τό όνομα τού μπαμπά – και αυτή τή φορά μάλιστα οικειοποιημένο και υιοθετημένο με τή μορφή τής απόλυτης ταύτισης : με τή μορφή μιας απόλυτης μάσκας δηλαδή που έχει γίνει πια πρόσωπο – και απλώνεται σαν κρέας και σάρκα από πάνω τους).

Μ’ άλλα λόγια η ιδιοκτησία απ’ τή μεριά τού πατέρα έχει γίνει σαν ένα δεύτερο ρούχο στη σκέψη τους, τών αντρών (και γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά αξιοπρεπείς και γενναίες οι ελάχιστες περιπτώσεις αυτών πού πήραν (ωριμάζοντας, μόνοι τους) τό όνομα πια, επιλέγοντάς το οι ίδιοι, τής μάνας τους ( : όμως και τών γυναικών διότι για να ’μαστε δίκαιοι πρέπει ν’ αναφέρω εδώ τή φίλη μου τή Νίνα που πήρε τό όνομα και αυτή απ’ τή μάνα της (όταν μεγάλωσε κι αυτή, και άρχισε να γράφει) (και τήν αναφέρω διότι δεν τήν ξεχνάω ποτέ, μια που οι φίλοι είναι το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τή ζωή, και οι (λεγόμενοι) συγγενείς είναι πάντα για πέταμα) όπως λοιπόν εκείνος ο φιλόσοφος ο γερμανός (καθόλου τυχαίο βέβαια τό ότι ήτανε γερμανός) που πήρε τό επώνυμο τής μαμάς του, και τό επώνυμό του (τό κανονικό) τό έβαζε στη μέση σαν αρχικό, σαν αυτό που λέμε πατρώνυμο : theodor w. : εδώ όμως υπήρξε μια υπόγεια και ειρωνική, και μάλλον ύπουλη συνέπεια η οποία πιθανώς τού αντόρνο τού ξέφυγε – καθώς στη θέση αυτή, και ως αρχικό, μπαίνει κανονικά τό μικρό όνομα πάντοτε τού μπαμπά, σαν κάτι οικείο και σπιτικό και δικό μας, σαν μια αγαπημένη μνήμη δηλαδή τού μικρού ονόματος τού μπαμπά, και έτσι ξαφνικά τό επώνυμο τού πατέρα του γινότανε (για τόν αντόρνο), μυστικά, από αποκλεισμένο, ακόμα πιο οικείο και συγγενικό).

 

 

 

 

Από τήν άλλη, στα δικά μας τά ελληνικά, η μοναδική και εξαιρετική περίπτωση τού παπαδιαμάντη με τούς διαδοχικούς μετασχηματισμούς τού ονόματός του μέχρι που τελικά μόνος του να βρει (αλλά και όλα μόνος του μήπως δεν τά βρήκε αυτός ; ) ποιο ήταν τό κανονικό όνομά του, είναι πολύ χρήσιμη για όσα λέω εδώ – αλλά πολύ χρήσιμη και για τήν ίδια τήν τέχνη : αυτός λοιπόν στην αρχή έφτιαξε τ’ όνομά του στην γενική (ανήκοντας δηλαδή στον πατέρα του αλλά χωρίς τό επάγγελμα τού πατέρα του (που ήταν παπάς)) ως αλέξανδρος αδαμαντίου (και προσοχή : καθαρεύουσα). Φάση δεύτερη τώρα : βρίσκει άχρηστο τό να κρύβει τό επάγγελμα τού πατέρα του, και έτσι δέχεται τώρα τήν ενοχλητική του αλήθεια και πραγματικότητα (υποκύπτει δηλαδή γενναία (ή και δειλά, δεν έχει καμιά σημασία αυτό) και σε κείνη τήν αρχή τής πραγματικότητας που λέει και η ψυχανάλυση) ως αλέξανδρος παπα–αδαμαντίου (όμως πολλή προσοχή : ξανά καθαρεύουσα). Και ξαφνικά (ίσως είχε προχωρήσει πιστεύω εγώ τότε πλέον τό έργο του) (ή ίσως – και μέσα ακριβώς απ’ τό έργο του – έκανε δηλαδή τότε ολοκάθαρα (κι ολομόναχος) τήν κανονική του τότε πλέον ο ίδιος ψυχανάλυση και είδε ότι ούτε ωφελεί αλλά ούτε και μπορεί πια να κρύβει τήν τάση του για χειραφέτηση – χειραφέτηση από τόν μπαμπά – δηλαδή από κείνο τό υπερεγώ τό οποίο, με τό γράψιμο ούτως ή άλλως, στους μεγάλους συγγραφείς, θαύεται αχρηστεύεται και ξεχαρβαλώνεται – για να βρεθεί τό κανονικό τό εγώ – ) και έτσι : ξαφνικά τό όνομα έγινε απολύτως δικό του, και η γενική καταργήθηκε και μπήκε πια στη ζωή του κανονικά θριαμβεύουσα η απόλυτος ονομαστική : και τότε λοιπόν, ω τού θαύματος, (και επειδή η ψυχολογική αλήθεια συμπλέει με τήν γλωσσική αλήθεια πάντοτε) τό όνομα παίρνει πλέον τήν καθαρή του μορφή, στη δημοτική : και η σοφία τής καινούργιας ετούτης ελευθερίας σου και τής κάθε (πονεμένης) ανάλυσης, είναι να μη φοβάσαι και να μην κρύβεις (πια) τίποτα (μιλώντας εννοείται πάντοτε με γρίφους, όσο γίνεται πιο έντεχνα θέλω να πω κι αινιγματικά (α, εκείνο τό απάνθρωπο ον τού οιδίποδα, η σφίγγα θα μπορούσε να είναι και θεά προστάτισσα κάθε τεχνίτη, αν η ψυχανάλυση είχε λίγο πιο ευρύ πνεύμα και δεν κόλλαγε μόνο στα οικογενειακά.))

Επιπλέον θέλω κάποτε να κάνω μία δουλειά, η οποία θα έχει να κάνει με τήν καθαρότατη (πολύ καθαρή αληθινά) λογική που κρύβεται στις μεταπτώσεις από τήν δημοτική στην καθαρεύουσα τόσο στο έργο τού παπαδιαμάντη όσο και στο έργο τού καβάφη – αλλά επίσης και στη δημοτική τής μητρικής αγραψίας τού σολωμού : αρκεί να πω μόνο εδώ ότι οι μνήμες τού έρωτα, οι μνήμες δηλαδή τής παιδικής ηλικίας, και οι μνήμες συνεπώς τής ζωντανής μ’ άλλα λόγια ζωής, για τόν παπαδιαμάντη είναι πάντοτε δημοτικές : ό,τι έχει δηλαδή πλέον πεθάνει : και αντιθέτως, στη νεκρή γλώσσα εκτίθεται επιμελέστατα η ζωντανή του παρούσα ζωή ως ώριμου ανθρώπου (δημιουργικού δυστυχισμένου κι απολύτως νεκρού) : κάποιος θα μπορούσε να τό περιγράψει αυτό αφελέστερα (και μονοδιάστατα) με τό πως οι διάλογοι, τά λόγια που βγαίνουν απ’ τά πρόσωπα που ’χουν χαθεί, κι ό,τι δηλαδή (εκ τών υστέρων) ζωντανεύει, είναι μονίμως δημοτικό ενώ η αφήγηση τού ανθρώπου που κάθεται σαν νεκρός και τά θυμάται, τά αναλύει τά αναμασά και τά γράφει, είναι πάντοτε καθαρευουσιάνικο (και ειρωνικό). Και μια και μιλάμε για ειρωνεία ας πω και ότι στον καβάφη υπάρχει επίσης αυτό, αλλά ελαφρώς και λίγο αλλαγμένο, καθώς ούτε εκεί δεν ανατρέπεται ποτέ πλήρως η σημασία που παίρνει (σε ένα έργο που συνειδητά εξακτινώνεται κιόλας προς όλο τό σύμπαν) η γλώσσα που πρέπει να μιλούσαν σε ιδιωματική μάλιστα δημοτική η μαμά του και οι άλλοι ενίοτε μέσα στο σπίτι. Όσο δε για τή γλώσσα τού σολωμού, δεν μπορώ να σάς πω εδώ, και αμέσως, όλα τά συμπεράσματά μου, διότι τό βιβλίο αυτό τότε θα φύγει από τή δικιά μου μαμά τελείως – έτσι λοιπόν ας αρκεστείτε μόνο σε ένα, που έχει εμμέσως μόνο σχέση με τή δικιά του μαμά, αλλά σίγουρα, και αμεσότατα, σχέση με τήν ειρωνεία του : είναι λοιπόν περίεργο, (ή και αναμενόμενο δηλαδή) ότι στον σολωμό και στο καθεαυτό σοβαρό του έργο, δεν υπάρχει ειρωνεία : ο αλκοολικός μας δηλαδή και ο κόντες μας ήταν βαρύς και ασήκωτος σαν τό μολύβι όταν έπιανε τό μολύβι του για να αναλύσει τά ανάλαφρα νέφη που έβλεπε μέσα του όταν συνέγραφε – διότι στην ζωή του κατά τ’ άλλα, πριν τσακωθεί με τήν μάνα του, και εξαυτού μάλλον γίνει και αλκοολικός, έκανε (με τούς φίλους του) πλάκες πολλές : σκυμμένος όμως μετά στα χαρτιά του ολοπόρφυρος κι αστράφτοντας μέσα του, τό μυαλό κι η καρδιά του τόν πονούσανε τόσο πολύ που δεν είχε καιρό για αστεία ο βαριόμοιρος – και γι’ αυτό κι είναι και ιδιαίτερα σημαντικό ένα διπλό ας πούμε φαινόμενο που στη συνέχεια προέκυψε : απ’ τή μια τό εντελώς κακιασμένο και πλακατζίδικο στόμα του τό παράπεμψε, ανοίγοντας ένα κρυφό παραπέτασμα, σ’ ένα εντελώς άλλο είδος – μακριά απ’ τή σοβαρή του δουλειά – και τό άσκησε παίζοντας – με τήν έννοια δηλαδή ότι δεν θεωρούσε πως είναι αυτό η μεγάλη του ποίηση : κι ένα σημάδι που μάς άφησε γι’ αυτό είναι ότι όλα αυτά (τά σατιρικά), μα όλα, τά τέλειωσε – δεν έχουμε αποσπασματικότητες ούτε τελειοθηρίες εδώ – και απ’ τήν άλλη, ότι τήν φοβερή του ειρωνεία (που δεν μπορεί και να τήν αφήσει και ήσυχη), (όπως δεν μπορεί να αφήσει ήσυχους και τή μάνα του και τόν αδελφό του – τί αδελφό δηλαδή, νόθο και μπάσταρδο, που τόν πληγώσανε), τήν ξαναβρίσκει αναβαθμισμένη ολόκληρη και σε πεζό : αλλά να πούμε και ότι τό κείμενο αυτό (με τέτοια σιγουρότατη και δημοτικότατη αυτοπεποίθηση που αρνείται να πει τής Ζακύνθου και λέει τής Ζάκυνθος) τό ’χε βέβαια σκεφτεί (και τό ’χε κάνει) μάλλον αφού είχε κατασταλάξει μέσα του και όλη εκείνη η φαινομενικά αγέλαστη φιλοσοφία τών καλών γερμανών – τά υπόλοιπα είναι πόνος ποτό και θαρραλέα (τού παιχνιδιάρικου παιδιού, τού όχι ακόμα πληγωμένου απ’ τή μάνα κι από τόν μπάσταρδο) δημοτική σαν τό άργειε ή τό βιά.

 

 

 

 

Και στα γερμανικά όμως οι γυναίκες με τόν γάμο τους αλλάζαν επώνυμο, και μιλάω για τή γλώσσα τή γερμανική διότι τή γλώσσα αυτή τήν έμαθα κι εγώ με διάφορους δάσκαλους (ενώ ο σολωμός δεν τήν ήξερε και έβαζε φίλους του και τού μεταφράζανε, ήξερε όμως αυτός τά ιταλικά και τόν δάντη, που εγώ δεν τά ξέρω, κι έτσι μπορώ να τά μεταφράζω με αρλούμπες και κατά προσέγγιση, από τίς μεταφράσεις τών άλλων, και όπως δήθεν μού άρεσε (στο πρώτο κεφάλαιο κιόλας αν θυμάμαι καλά)). Στις περιπτώσεις λοιπόν όπου τό όνομα δείχνει κάποιο επάγγελμα αν η γυναίκα τού herr müller, τού μυλωνά να πούμε, δεν ανήκε στον άντρα της αλλά ήτανε πολύ αυτεξούσια θα λεγότανε müllerin – όπως και στα ελληνικά δηλαδή μυλωνού (τό οποίο μπορεί να σημαίνει τόσο τή γυναίκα τού μυλωνά που έτσι μπορεί περήφανη να βάζει τόν άντρα της με τούς πραματευτάδες, όσο και τή γυναίκα πού δουλεύει μόνη τόν μύλο της) στην πραγματικότητα δεν είναι όμως η γυναίκα τού herr müller frau müllerin, κι αυτό κάτι μάς λέει βέβαια – παρόμοιο μ’ εκείνο που μάς λέει – διορθωμένο ή αντίστροφο – και τό ότι η συμβία τού μπούμπουλη ήτανε κάποτε μπουμπουλίνα και τού τζαβέλα τζαβέλαινα, και όχι κυρία μπούμπουλης και κυρία τζαβέλας οι άμοιρες – αλλά είπαμε, δεν υπάρχει πλέον αξιοπρέπεια.

Όμως τό σημαντικότερο είναι ότι πάρα πολλές γυναίκες σήμερα αρέσκονται σ’ αυτή τήν αθλιότητα (και εδώ υπεισέρχεται η Καίτη μας) ενώ είμαι σίγουρη ότι αν στην ουγκάντα (που δεν ρώτησα δυστυχώς ποτέ τόν Ιούλιο) υπάρχει διαφορά στα επώνυμα από τό αντρικό στο γυναικείο, οι ουγκαντέζες δεν θα τό εξαργυρώναν με καμία ξενόφωνη δόξα αυτό, και θα επιμέναν να λένε όλοι οι άλλοι τό σωστό : «Όχι, εμείς τό λέμε αλλιώς» δηλαδή θα τούς έλεγαν (αλλά ξέχασα να τόν ρωτήσω, και μάλλον δηλαδή πιθανώς δεν χρειάστηκε). Αυτές εδώ όμως δεν τίς κολακεύει μόνο τό ότι έτσι τ’ όνομά τους γίνεται σα μια λέξη ξένης γλώσσας αλλά και τό ότι έτσι γίνονται άντρες κι αυτές – και κάνουνε επομένως δηλαδή κι αυτές ό,τι θέλουνε, πάνε στην αμερική όποτε θέλουνε, γίνονται χειρούργοι αν θέλουνε, και είναι άντρες και τό κέφι τους θα κάνουν και θα πουν και μια κουβέντα πριν πεθάνουν. (Αν όμως όλ’ αυτά ήταν πράγματι αληθινά για τή ζωή τους, δεν θα τά είχανε ανάγκη, αυτή είν’ η αλήθεια μας). Αυτό τό σίγμα όμως τό τελικό, τό παράσημο τής αντρειοσύνης τους, αχ, πώς αυτό τό σίγμα τό τελικό (όπως δείξαμε και σε άλλα κεφάλαια ετούτης τής διατριβής) ηχεί τόσο πολύ, έχει έναν ήχο εξόχως βροντερό σ’ αυτή τή γλώσσα : ναι, ηχεί πάντα τόσο πολύ, ακούγεται τόσο πολύ, είναι σαν ένα σύνολο από καμπάνες και όχι μια καμπάνα μόνο, είναι σαν τήν ομάδα εκείνη από καμπάνες που βάραγε ο Κουασιμόδος : και μήπως δεν θα έκανε τότε εξωφρενών ετούτο τό καμπαναριό τήν Μπουμπουλίνα αν τύχαινε κι ανασταινότανε ας πούμε σήμερα, ανασταινόταν σαν μέσα σ’ ένα έργο ας πούμε διαστημικό, και τόλμαγε να τήν αποκαλέσει κάποιος σήμερα κυρία Μπούμπουλης ; Είμαι και κάτι παραπάνω από σίγουρη ότι αν ξαναζούσε σήμερα και είχε και μια έστω ισχνή ανάμνηση απ’ τή ζωή που τήν έκανε να μείνει στα σχολεία μας (ελάχιστη εκπρόσωπος ας πούμε γυναικείου ονόματος) πυρ και μανία θα γινότανε εάν τολμούσε να τήν προσφωνήσει κανείς έτσι : «Τόν κακό σου τόν καιρό, ή τόν κακό σου τόν φλάρο – βλάκα – θα τού έλεγε, από πού ήρθες εσύ και τά ’μαθες τά κορακίστικα, ελληνικά δεν ξέρεις ; » και μπορεί και να τού κοπάναγε και κανένα οικογενειακό κειμήλιο, κάνα τάσι ή κάνα καρυοφίλι από τήν οικογενειακή βιτρίνα στο κεφάλι : «Άκου κυρά Μπούμπουλης χαϊβάνι ταβανόβουρτσα φλουφλοκουραμπιέ και ηλίθιε : από πού μας ήρθες εσύ, ελληνικά δεν ξέρεις, τί ’σαι σύ ξένος είσαι ; » (θα τού έλεγε) : αυτή είν’ η πλάκα, είμαι σίγουρη ότι θα τόν κοίταζε ειρωνικά και (θα ’θελα πολύ να τό έβλεπα αυτό) θα γινότανε από εκατό χωριά θηρίο. (Η πλάκα είναι ότι ούτε αυτή ήξερε καλά ελληνικά γιατί καταβάθος ήτανε αρβανίτισσα.)

 

 

 

 

Αρβανίτισσα όμως ή ξε–αρβανίτισσα τό γεγονός είναι ότι άμα είσαι γυναίκα που έχεις κάνει τή ζωή σου, και είσαι δηλαδή χειραφετημένη, εκνευρίζεσαι πολύ να σού αλλάζουν τό φύλο. Αυτό είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι και ότι υπάρχουν και έξυπνες γυναίκες στη χώρα αυτή, δεν είναι όλες δηλαδή ταβανόβουρτσες – όσες ας πούμε με τήν αλλαγή τών νόμων που έγινε κάποτε αποφάσισαν να κρατήσουν τό πατρικό τους όνομα δεν είχαν πρόβλημα αλλαγής φύλου διότι  τίς φωνάζουν τότε όλοι με ένα όνομα αλλιώτικο τελείως διαφορετικό από κείνο τού άντρα τους, και τότε κανένας δεν διανοείται να ρωτήσει «τί τό ’κανες τό σίγμα εκείνο τό τελικό που έχει τό όνομα με τό οποίο φωνάζουμε τόν άντρα σου ; ». Έτσι, η πραγματικότητα δείχνει πως η χειραφέτηση, η ελευθερία ισότης αδελφότης και ο φεμινισμός λύνουν και τά προβλήματα τής γλώσσας.

Επιπλέον τό κατέβασμα τού τόνου στην γλώσσα μας δεν υπάρχει πια : γι’ αυτό και λέγαμε η δικτατορία τού παπαδόπουλου (ενώ για τή γυναίκα του λέγαμε η δέσποινα παπαδοπούλου (μολονότι στο σύνθημα «δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή δέσποινα και μπρος» δεν αναφερόταν τό επώνυμο (και άργησα κάπως να μάθω ότι τό σύνθημα είχε ξαναειπωθεί πριν τή δικτατορία ως : «δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή μάνα σου και μπρος» για κείνον τον μαμόθρεφτο βασιλιά που υπήρχε τότε))), έτσι λοιπόν είχαμε ως δικτάτορα τόν παπαδόπουλο, και ως απειλή τό σύνταγμα τού παπαδόπουλου, αλλά τήν κυρία παπαδοπούλου : εδώ φαίνεται και η υποκρισία τών αντρών όσον αφορά τό γλωσσικό μας ζήτημα : τή ζωντάνια τής γλώσσας τή θέλουνε δηλαδή για τούς εαυτούς τους μονάχα, στις αρλουμπολογίες μεν μπορούν να αρχαιολογούν, αλλά όταν πρόκειται για τό όνομά τους ασφαλώς και διεκδικούν τή δημοτική, επιφυλάσσουν δε τήν καθαρεύουσα για τή γυναίκα τους – και φορτώνοντας έτσι τίς γυναίκες τους, δήθεν για λόγους καθωσπρεποσύνης, με μια γλώσσα νεκρή είναι σαν να τούς λένε Εμείς ζούμε και θα ζήσουμε, αλλά εσείς κανονίστε και πάρτε τά μέτρα σας, γιατί κανονικά πρέπει να ’στε νεκρές. Πρόκειται ασφαλώς για μια υπεράσπιση τής δημοτικής στα μουλωχτά και από τήν ανάποδη.

Απ’ τήν άλλη μεριά όμως δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω και μια νοηματική πονηριά που συμβαίνει υπογείως εδώ, με όλες δηλαδή τίς γυναίκες όταν τύχει τό όνομα τού άντρα τους (ή και τού πατέρα – μην τό ξεχνάμε κι αυτό) να είναι σε μια γενική που κατεβάζει απ’ τ’ αρχαία χρόνια τόν τόνο : η πονηριά στην περίπτωση αυτή είναι γλωσσική δηλαδή με τόν πιο εσωτερικό ας πούμε τρόπο : επειδή ακριβώς στην ζωντανή και τήν φυσική μας κουβέντα ο τόνος στην γενική δεν κατεβαίνει πλέον σχεδόν ποτέ, και λέμε ας πούμε τού πόλεμου τού αντίπαλου τού παράδεισου τού απάνθρωπου τού ξενέρωτου τού αβίωτου και τά λοιπά, στην περίπτωση που μιλάμε ξαφνικά μ’ έναν τύπο μιας γλώσσας νεκρής είναι σαν να απονεκρώνεται και να ακυρώνεται και να χάνει τό νόημά της και η ίδια η έννοια τής κτήσεως : ο παλιός νεκρός τύπος δηλαδή απονεκρώνει και τήν ίδια τήν έννοια τής γενικής ως πτώσεως κτητικής και τήν κάνει επομένως ασήμαντη : νά πώς υπεισέρχεται ο χέγκελ στον σωσσύρ : η πονηρία τού λόγου στο πεδίο τής γλώσσας.

 

«βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

 

 

φωτογραφιες :
αγγλικα επικαιρα 1913 (κηδεια εμιλυς νταβισον) / edward keating

 

 

 

 

 

 

6 Σεπτεμβρίου 2017

νίτσε και βάγκνερ

 

 

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πώς μπορούμε τότε να περιμένουμε από τόν κύριο νίτσε να καταλάβει τί πραγματικά είναι όλ’ αυτά και να τά θυμηθεί, και μάλιστα σε μια σφαιρική ελεύθερη και πλήρη ολότητα ; κυκλικά και ελεύθερα και τά λοιπά ; όχι, για τόν νίτσε όλο αυτό – και η γέννηση τής τραγωδίας και ο θάνατος τής τραγωδίας και όλες αυτές οι αρλούμπες ότι ο ευριπίδης φταίει για τόν θάνατο (για τόν δικό του τόν θάνατο ίσως – ) όλο αυτό για τόν κύριο νίτσε δεν είναι (κατά τήν γνώμη μου) παρά μια αφορμή για να μιλήσει για τόν κύριο βάγκνερ (τελικά) : ή μάλλον για τήν ακρίβεια για τή μουσική αυτού τού κύριου βάγκνερ : Αυτό είναι όμως τό χαρακτηριστικό τού νίτσε αν μπορείς να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά (και πρέπει να είσαι γυναίκα για να μπορέσεις να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά) : απροστάτευτος αμεταμφίεστος και θλιμμένος με δίψα για τήν περίφημη εκείνη ελευθερία (και έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να θέλει ειλικρινά η δίψα αυτή να νικήσει) αλλά και για να φοβάται φυσικά τίς γυναίκες αφόρητα ή, για να τό πούμε αλλιώς, έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να καταλάβει ότι είναι χαμένος αν υπάρξει έστω και μία στιγμή σα γυναίκα, έστω και για λίγο (εκείνη τήν εποχή) : και έτσι κρατιότανε από τό μουστάκι του :

Συναισθανόταν δηλαδή τή δύναμη που θα τού χρειαζότανε τότε και τήν έτρεμε : Τήν έτρεμε αυτή τή δύναμη που θα έπρεπε να έχει αν ήταν γυναίκα εξού και τήν θεοποίησε αρνούμενος να πει τ’ όνομά της : βασικός κανόνας τών ιερών πραγμάτων αυτός : Έτσι ο νίτσε τελικά δεν υπάρχει, παρά μόνο μέσα απ’ αυτήν τήν διχοτόμηση που διαμορφώνει τό πρόσωπο τής υστερίας του – αλλά μιας υστερίας βέβαια μεγάλου μεγέθους : μεγάλου πόνου και πλάτους και βάθους, χωρίς καμμία αμφιβολία, αναμφίβολα και τά λοιπά : Αν τόν κοιτάξεις από κάποια απόσταση κι όχι αναγκαστικά από πιο ψηλά, αλλά αρκετό καιρό αφότου τόν έχεις ας πούμε διαβάσει εννοώ, όλα του τά βιβλία συνοψίζονται λες σ’ ένα Ζήτω τό άλφα Κάτω τό άλφα – οι σελίδες του είναι δομημένες πάνω σ’ αυτήν τήν μόνιμη εσωτερική ανασφάλεια και αμφισβήτηση και αντιλογία : Αλλά επειδή αυτό δεν γίνεται μόνο με κέφι αλλά και με πόνο (είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς βέβαια για κέφι στον νίτσε, νομίζω όμως ότι τό κέφι θα υπήρχε πολύ όταν ήταν παιδί, πολύ παιδί, και η ανάμνησή του έτσι έχει μείνει μέσα και στην παραμικρή απόχρωση τού πόνου (και τής υστερίας) του) έχει ένα μεγαλείο : Προτιμάει κανείς τήν υστερία τού νίτσε φυσικά, από τήν συνέπεια ενός οποιουδήποτε επιστήμονα, γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία : είναι πιο επιστημονική η υστερία τού νίτσε.

 

 

Τελευταία ξανακοίταζα ένα βιβλίο του και μού έκανε εντύπωση που δεν μού άρεσε τώρα τόσο πολύ, είναι σίγουρο ότι οι παληότερες μεταφράσεις μού άρεσαν πολύ περισσότερο, εκείνες οι συμπαθείς εκδόσεις οι φτηνές και τού εμπορίου : ναι, ο νίτσε ήτανε τού εμπορίου μια εποχή αυτό να λέγεται : τόν αγόραζα από τό καροτσάκι γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο του στην βιβλιοθήκη : Καυχιόταν λοιπόν ότι ήταν λυκόσκυλο και λαγωνικό στο ζήτημα τού έρωτα, όμως γάου γάου τό σκυλί όταν μεταμφιέζεται σε σκυλί λέει ψέμματα. Εξάλλου εκείνη τήν εποχή δεν υπήρχε έρωτας πραγματικά πουθενά : Οι άνθρωποι ήταν συνηθισμένοι όλοι να είναι μαλάκες. Κάθε εποχή περηφανεύεται βέβαια για τίς δικές της ελευθερίες και θεωρεί τούς προηγούμενους δέσμιους ακατανοήτων κανόνων : οι επόμενοι πάντα βλέπουν τούς προηγούμενους ως αξιολύπητους λες και δεν έχουν εκείνοι καινούργιους περιορισμούς που θα ξεπεραστούνε στο μέλλον : για όποιον τά παρακολουθεί αυτά τά πράγματα από κοντά, ο έρωτας υφίσταται ακόμα και στη διάρκεια μιας δεκαετίας τρομαχτική διαδικασία απελευθέρωσης. (Όταν έχει υπάρξει μάλιστα τή δεκαετία εκείνη και ο μαρκούζε.) Ο νίτσε για παράδειγμα ήταν μανιακά θα ’λεγα προσηλωμένος στις γυναίκες που τόν αρνήθηκαν και απ’ αυτή τήν άποψη έκανε σαν ένα άρρωστο αγοράκι ή ένα δειλό αν και αποφασισμένο παιδί : Επειδή δήθεν αγαπούσε κατ’ αρχάς τόν έρωτα ήταν αναγκασμένος μετά να μισεί αυτές τίς γυναίκες θανάσιμα : με κάπως διαφορετικά λόγια θα μπορούσε κανείς τότε να τό πει όλο αυτό ότι ήθελε να ’ναι δυνατός αλλά δεν άντεχε και τή δύναμη όλων τών άλλων – και έτσι μόνο μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν άντεχε καθόλου πράγματι και τήν αδυναμία τή δικιά του : Με άλλα λόγια ο νίτσε φοβόταν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, για τήν ακρίβεια δεν φοβόταν τόσο τούς άλλους όσο τήν συνείδηση τού δικού του τού φόβου. Δεν μπόρεσε με άλλα λόγια να ξεμπερδέψει τά πράγματα βάζοντάς τα ήσυχα και αθόρυβα ας πούμε στη θέση τους αλλά αντίθετα, όσα λόγω τού μυαλού του ανακάλυπτε, τά έδενε συνέχεια κόμπους : δεν μπορούσε ίσως να ζήσει βέβαια παρά μόνο αν τά είχε όλα τά προβλήματα ζωντανά έτσι γύρω του, αλλά πάντοτε μπερδεμένα συγχρόνως σαν βρόγχο : Γι’ αυτό και στη στιγμή ακριβώς που διαβλέπει κάπου μια λύση, αμέσως δημιουργεί ταυτοχρόνως και δέκα τοπία αντιφάσεων. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : τί αρλούμπα, τί άδοξο τέλος τί απογοήτευση τί θλιβερό καλαμπούρι επαρχιώτικου γυμνασιάρχη καμπουριασμένου φιλόλογου : αλλά τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει, η αρλούμπα αυτή, τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει τήν ιδέα τού διόνυσου που είναι εκ φύσεώς της αβάσταχτη για έναν άντρα : ποιος άντρας (και με μουστάκι) μπορεί ν’ αντέξει τήν ιδέα ενός άντρα που ντύνεται με γυναικεία ρούχα κι έχει γυναικείο πρόσωπο και μαλλιά και είναι, γι’ αυτόν τόν λόγο, πανίσχυρος ; Πρέπει να τόν συμβιβάσει οπωσδήποτε με τόν πατέρα του λοιπόν, πολύ περισσότερο αν ο πατέρας του ήτανε επιπλέον παπάς : αλλά τό να πρέπει να συνδυάσεις τήν ελευθερία σου με τήν οικογένεια είναι τό σημείο στο οποίο διαλύονται οι στρόφιγγες και εκσφενδονίζονται τά μπουλόνια σαν σφαίρες προς κάθε κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο τό να πρέπει να συνδυάσεις και τήν αγάπη σου προς τόν έρωτα, να τή συνδυάσεις με τήν οικογένεια και τούς λοιπούς συγγενείς ε, εκεί είναι τό σημείο πια που όχι απλώς οι στρόφιγγες θα διαλυθούνε αλλά η μηχανή ολόκληρη θα ξεχαρβαλωθεί και θα πας με λίγα λόγια περίπατο : Θα ’πρεπε να τά ξέρει κάπως καλύτερα : Έπεσε στα χέρια τών συγγενών του και τόν φάγαν ψητόν : οι γυναίκες μέσα στην οικογένεια είναι εξάλλου ενίοτε ανήλεες ύαινες δεν θα ’πρεπε να τίς εμπιστεύεται ένας άνθρωπος φιλοσοφικός : θα ’πρεπε να ’χε φύγει δηλαδή για τά καλά απ’ τό σπίτι του : Γύρισε πίσω και τί κατάλαβε ; Ανακάλυψε τά κόλπα τών επαρχιακών καθηγητάκων εκείνων τών θρησκευτικών που είχαμε κι εμείς στο γυμνάσιο. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : Πάλι καλά, αν ήταν τουλάχιστον ευτυχισμένος όσο έζησε έτσι κάτι θα ήταν κι αυτό.

 

 

Αν όμως ως προς τό θέμα τού έρωτα τά έκανε θάλασσα (τό πλήρωσε βέβαια κιόλας ο ίδιος πολύ ακριβά) αν δηλαδή σ’ όλα αυτά είχε άδικο, στο θέμα τού βάγκνερ είχε εκατό τά εκατό δίκηο και αυτό είχα πάνω απ’ όλα δηλαδή σκοπό εγώ απ’ τήν αρχή να σού πω : Τώρα, τό γιατί δεν τό είπα αμέσως και άργησα τόσο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αλλά μπορώ να σού διευκρινίσω ότι δεν θα γίνονται και όλα αμέσως όπως τά θέλεις εσύ : Είχα λόγους δηλαδή ίσως να θέλω να ξεχαρβαλώσω λίγο τήν υπόθεση τώρα που πάμε προς τό τέλος και να τήν διαλύσω ελαφρώς, για να μη λυπηθείς και πολύ που κάποια στιγμή θα σταματήσουμε αλλά αντίθετα να πεις μάλλον Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς όπως αποδείχτηκε δεν είχε και άλλη ιστορία να μάς πει και τόρριχνε στις φιλοσοφίες, ευτυχώς λοιπόν που τελειώσαμε

Αλλά κι απ’ τήν άλλη μερηά όλη αυτήν τήν ιστορία τής τραγωδίας πολύ πιο εμπεριστατωμένη βέβαια, και όχι τόσο γρήγορη και περιληπτική, τήν έχω αλλού αναπτύξει, με πολύ περισσότερα στοιχεία, όμως δεν μπορώ να τή συμπεριλάβω στα γλωσσολογικά μου γιατί τό μόνο που τή συνδέει με τό θέμα τής γλώσσας είναι αυτή η καταγωγή τής λέξης που έχουμε εμείς για τήν ελευθερία απ’ τό βακχικό εκείνο επιφώνημα (που γράφεται σαν ελεύ κι ελεύ ελελεύ αλλά που προφορικά, αν λάβουμε υπόψη και τούς κανόνες προφοράς, που υπάρχουν πλέον στη γλωσσολογία για τά αρχαία φωνητικά μας, πρέπει να ακουγότανε κάπως όπως εκείνο τό αφρικάνικο θριαμβευτικό κράξιμο χαράς τών γυναικών, ένα αλαζονικό κράξιμο χαράς και θριάμβου που ενέχει μέσα του και κάτι (ελάχιστα) απειλητικό) λιού λιού ελιού λιού λιού ιιι – όπως εξάλλου εκείνη η άλλη κραυγή που βγάζαν οι βάκχες (τά μαθαίναμε αυτά κιόλας από τό σχολείο) τό ευοί ευάν πρέπει να ακουγότανε κάπως σαν ιουοίιι – αμερικάνικο δηλαδή εντελώς – πάλι θριαμβευτικό και χαρούμενο) και ανυπομονούσα επιπλέον να δω πώς είναι, πώς μπορεί να διαβαστεί αυτό τό κομμάτι μέσα σ’ ένα κείμενο ας πούμε καθόλου φιλοσοφικό αλλά καθαρά με ιστορίες και παραμύθια : και στο κάτω–κάτω αυτά που λέει, για τήν φρίκη τής οικογένειας πολύ μού αρέσουνε και δικαιώνουνε κιόλας τή δικιά μου τή στάση, έτσι λοιπόν μετά τήν αφήγηση μιας ιστορίας με περιπέτειες χρειάζεται και λίγη φιλοσοφία, μια υποστήριξη θεωρητική θα λέγαμε έστω και σαν αλλαγή πλέον μόνο

 

Ο ευριπίδης ξέρει ότι για να φιλοσοφήσεις,
επί σκηνής εννοείται και όχι στο σπίτι σου,
πρέπει να ’χεις δείξει πολλή απροθυμία και
τσιγκουνιά για φιλοσοφήματα ώστε να μην
βαρεθούνε οι άλλοι – κι αυτό πρακτικά τό κάνει
λοιπόν με τό εξής κόλπο : μετράει : ναι, είμαι
σίγουρη ότι μέτραγε κανονικά : διακόσιες
αράδες με γεγονότα ή πράξεις και μία αράδα
σκέψης, και τά λοιπά : (Μήπως όμως κι η
πράξη δεν προϋποθέτει κι αυτή τίς ατέλειωτες
σκέψεις που τή γεννήσανε ; Αλλά αυτού τού
είδους η σκέψη είναι σύμφυτη με τό θέατρο,
και τά λοιπά). Αρχή δεύτερη τώρα : αυτός που
θα πετάξει τήν κουβέντα του πρέπει να είναι
δικαιολογημένος γιατί τήν πετάει, για τό πώς
και τό γιατί ας πούμε τήν σκέφτηκε : συνεπώς
πρέπει να είναι κατά κανόνα γυναίκα – ο πιο
έξυπνος ήρωας τού ευριπίδη είναι κατά κανόνα
πάντα γυναίκα και συχνά υπηρέτρια – τό είδος
δηλαδή τού ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά
τί τού γίνεται – αυτού που τού τά ’χουνε
πρήξει και δεν έχει αυταπάτες ότι ο κόσμος
μπορεί να ’ναι σωστός ή να έχει φίλους δηλαδή
ή να μην είναι ολομόναχος, και τά λοιπά

 

ταιριάζει λοιπόν τώρα εδώ να δείξω ακριβώς τί θέλω να πω για τό πώς (ειδικά) ο νίτσε έγινε θηρίο με τόν κύριο βάγκνερ αλλά και για τό ότι (γενικά) είχε δίκηο απολύτως σ’ αυτό : και ταιριάζει ακριβώς τώρα, που τό βιβλίο είναι όχι σε κίνηση και σε επιτάχυνση όπως ήτανε στην αρχή αλλά σε νωχέλεια και αδράνεια για να πάει στο τέλος.

Βέβαια αυτά δεν τά έμαθα με τήν βερολινέζα ποτέ διότι η φράου ασχολιόταν μόνο με τίς ασκήσεις τού συντακτικού και τά λοιπά, και εγώ τόν νίτσε τόν ανακάλυψα στα καροτσάκια όπως σού είπα, και στα ελληνικά, και από μόνη μου – διότι δεν υπήρχε στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού ούτε ένα βιβλίο του –

 

 

 

 

Αλλά τί άνθρωποι που υπάρχουν και δεν τούς ξέρει όμως κανείς – αλλά από τή στιγμή που τούς μαθαίνεις τούς έμαθες, κι είναι για σένα εκατομμύρια : Υπήρχε ένα μικρό βιβλιοπωλείο πάνω κει στην πλατεία, όταν ήμουν στο σχολείο αυτό, τό μόνο που υπήρχε σ’ ολόκληρη τήν περιοχή, και ήταν στενό και μακρόστενο και σκοτεινό και φορτωμένο με ράφια και με δύο πάγκους γεμάτους βιβλία χαρτιά : έμπαινα μέσα κι έψαχνα πολλές φορές, σαν να μύριζα αλλά δεν ήξερα τι, ώσπου μια φορά εκειμέσα δυο πράγματα μού φωνάξαν : ένα βιβλίο με τίς ζωγραφιές ενός ζωγράφου τόσο άγνωστου που όταν τόν είδα κατάλαβα πως είναι ο ζωγράφος που μού ανήκει εντελώς (κάτι στα τρίγωνα και τά τετράγωνα τών προσώπων μού φώναξε) κι ένα βιβλίο που μού φώναξε επίσης, πιο λεπτό πιο μικρό με ποιήματα μέσα αλλά όχι με ομοιοκαταληξία ούτε με μέτρο : με μικρά πολύ μικρά μ’ άλλα λόγια πεζά που όμως ήτανε ποιήματα : μολονότι οι αράδες συνεχιζόντουσαν ίσιες και ίδιες σε όλο τό μέγεθος τής σελίδας δηλαδή, οι λέξεις ηχούσαν σαν χρόνοι κι οι χρόνοι ηχούσαν σαν τό ρολόϊ κι ο ήχος δεν ήταν ποτέ ο ίδιος σε μία γραμμή, κι ας ήταν οι λέξεις όλες μαζί στην σειρά : (και τά δύο) τά πήρα σαν να γνωριζόμουν με κάτι που δεν ήξερα πόσο μού ανήκε τότε, αλλά αυτό με μια φωνή αόρατη μέσα στο σκοτάδι (και τήν σκόνη (όλων τών (άλλων) χαρτιών) μού είχε φωνάξει : τού ζωγράφου τό βιβλίο ήταν μια γερμανική έκδοση ασπροκίτρινη και τότε (για χρόνια) νόμιζα ότι είχα κάνει μια προσωπική ανακάλυψη – αργότερα θα μάθαινα ότι ήταν ένας πολύ μεγάλος ζωγράφος για τή γερμανία, και τόν κόσμο : ασκούσε και ασκεί ακόμα επάνω μου μια γοητεία απερίγραπτη, είναι από τίς περιπτώσεις που θέλουνε τόμους για να αναλυθούνε, μια φορά σ’ ένα μεγάλο μουσείο (καθόλου γερμανικό και μάλλον ολλανδικό) είδα έναν πίνακά του (αργότερα (όταν θα διάβαζα τά ημερολόγιά του) θα μάθαινα ότι αυτόν ειδικά τόν πίνακα τόν τέλειωσε μια μέρα ακριβώς πριν πέσει πάνω στο χιόνι νεκρός, εκεί στη νέα υόρκη : σχολίαζε ο ίδιος με κέφι ότι τού πήρε (άλλες) δώδεκα ώρες για να διορθώσει τό κεφάλι (τού ενός δηλαδή αγοριού) (εκεί στην άκρη) τού πίνακα, και να βγει ύστερα ανασασμένος για μια μικρή βόλτα πάνω στο χιόνι και να πεθάνει) – χάρηκα που είδα ότι σε κείνο τό μουσείο είχανε βάλει έναν πίνακά του μαζί με έναν πικάσο μονάχα, σε ένα μικρούλι δωμάτιο, γιατί αυτοί οι δύο πάνε πάντα μαζί (και έτσι τούς έχω κι εγώ) : οι μεγαλύτεροι όλων : όμως αυτός μ’ ένα βάθος κι ένα σκοτάδι κι ένα φως πολύ πιο μυστήριο κι από τού γάλλου ακόμα

 

 

τό δεύτερο βιβλίο ήταν ελληνικό και μικρότερο και πιο βολικό στη μεταφορά και που μόλις είχε τότε εκδοθεί μάλλον, έτσι φαινότανε : δεν ήταν καθόλου ογκώδες αλλά ο χρόνος του ήταν αφάνταστος για τή ζωή ενός οποιουδήποτε άνθρωπου και για τή δικιά μου τή ζωή ασφαλώς : τό ’χε εκδόσει ένας άνθρωπος δηλαδή με δικά του έξοδα όπως αργότερα έμαθα τώρα που από τή φίλη μου ξέρω πώς γίνονται αυτά, και τό ’χε ονομάσει και «γαλλική ποιητική πρόζα» και είχε μέσα τούς πάντες : από τόν απολλιναίρ (και τόν λωτρεαμόν) μέχρι τούς ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ (και όλους τούς άλλους) : και ήταν η δουλειά ενός άνθρωπου που δεν τόν ήξερε απολύτως κανείς : αυτοί είναι οι πιο όμορφοι άνθρωποι που υπάρχουνε, και σε μίζερους κι αχάριστους τόπους όπως είναι οι τόποι αυτοί, είναι συνηθισμένο ν’ αργείς τόσο να τούς γνωρίσεις, και να πρέπει να πας στο γυμνάσιο πρώτα, και να πρέπει να πληρώσουν τά βιβλία τους οι ίδιοι ασφαλώς, και ν’ αργεί τόσο να τούς γνωρίσει μ’ άλλα λόγια κανείς, και να πρέπει να πάει στο γυμνάσιο πρώτα, αλλά όμως αυτοί που τούς γνώρισαν, τούς ξέρουν (και τούς θυμούνται καλά), γιατί είναι μέρη που αποτελεί σαν δυστύχημα τό να ζεις εσύ εκειπέρα (από μικρή) και να πρέπει να μιλάς τή γλώσσα που έχουν εκεί (τή μικρή) και να πρέπει να βγάζεις και εκεί πληρωμένα (ακριβά) τά βιβλία σου : Ό,τι και να πληρώσεις δηλαδή τώρα εσύ θα ’ναι τίποτα, αυτοί να δεις τί πληρώσανε οι άνθρωποι : και γι’ αυτό είναι πάντα μία καλή μέθοδος όσο κι αν φαίνεται ευκολοπρόφερτη και πολύ επιπόλαια, τό να αντιμετωπίζει κανείς στη ζωή του τά πράγματα με τήν αρχή ότι Οι άνθρωποι είναι τόσο πιο όμορφοι όσο πιο λίγο τούς ξέρεις.

  

 

Αυτή θα ’ταν κι η παρηγοριά τού νίτσε δηλαδή όταν θα τόν σκεφτόταν (στην αρχή) τόν κύριο βάγκνερ : όταν θα ήταν δηλαδή (ο φίλος του) μοντέρνος μοναχικός άγνωστος τότε κι αυτός : αλλά θα πρόλαβε ; θα πρόλαβε άραγε να χαρεί δηλαδή για πολύ ; Αυτός που άντεχε (τό να μην αντέχει) να χαρεί μαζί με τόν άλλον που δεν άντεξε (τίποτα) ; Γιατί δεν συγκρίνονται βέβαια οι δυο τους πια σήμερα : ούτε στο ελάχιστο : ο ένας ήδη κουρασμένος, κι ο άλλος μην θέλοντας ποτέ του πλέον να κουραστεί : ο ένας η ιδιοφυία προσωποποιημένη με όλη της τήν απόγνωση, κι ο άλλος η εμπροσθοφυλακή εντέλει τής μαζικής κουλτούρας σε όλη τή δόξα της : να φοράει τό βρακί του ανάποδα και να παριστάνει τόν δύσκολο : Διότι μην τά μπερδεύουμε, δεν σημαίνει ότι κάθε ατάλαντος είναι και σημαντικός επειδή μ’ αυτόν κανείς πλήττει (είναι εκφραστικό τό ανέκδοτο τό χυδαίο πιθανώς και φτηνό κατά τό οποίο σύμφωνα με τόν ορισμό ενός αδαούς (φαινομενικά) θεατή ο λόεγκριν ή ο τριστάνος ή δεν ξέρω γω τί, είναι ένα έργο του όπου η πρώτη πράξη κρατάει τρεις ώρες κι ύστερα κοιτάς τό ρολόϊ σου κι έχει περάσει ένα τέταρτο : ) Όχι δεν είναι καθόλου αστεία πράγματα αυτά : Η μεγάλη τέχνη μπορεί να ’ναι δυσκολοχώνευτη (στην αρχή), και ανοίκεια, ή και δυσπρόσιτη, αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου και ότι κάθε τι δύσπεπτο βραδυκίνητο καθυστερημένο χαζό ανήκει δικαιωματικά στην περιοχή και τής μεγαλοφυίας τής τέχνης. Τέχνη μπορεί εγώ να μην κάνω, αλλά τά περί τέχνης τά ξέρω.

Και ο νίτσε μπορεί να μην ανήκε στην περιοχή τής τέχνης αλλά, κι αυτός επίσης, τό ήξερε : Τό πώς οι άλλοι όμως κάνουν ότι δεν τό καταλαβαίνουν είναι που εγώ δεν ξέρω πώς μπορεί δηλαδή να συμβεί, και στην περίπτωση αυτή σφυράνε κλέφτικα μόλις ανακινήσει τό ζήτημα αυτό κανείς δηλαδή. Και τί θέλουν να πουν μ’ άλλα λόγια ότι δεν ήξερε ο νίτσε τί έλεγε μοναχά σ’ αυτήν τήν περίπτωση ; Μα είναι αυτοί που τόν θαυμάζουν απεριόριστα και μάλιστα ειδικά στα σημεία που είναι και φοβερά μισογύνης – εκεί τούς βλέπεις που αναγαλλιάζουν από χαρά και γαργαλιούνται σαν να τούς καθαρίζεις αυγά : λοιπόν δεν μπορεί να συμφωνείς σ’ όλ’ αυτά, και στην περίπτωση τού βάγκνερ να λες απλώς ότι δεν ξέρει τί λέει.

Αντιθέτως, είναι ένα από τά πράγματα με τά οποία εγώ συμφωνώ (με τόν νίτσε) απολύτως, (και δεν χρειάστηκε να διαβάσω τό κανονικό κείμενο τού τριστάνου για να καταλάβω, τό ήξερα και από πριν δηλαδή, απλώς ο μεσαιωνικός εκείνος από τό στρασβούργο, ο γοδεφρείδος δηλαδή, στο τέλος (προσφάτως μάλιστα που τόν διάβασα για τά καλά) απλώς με δικαίωσε). Ναι, ασφαλώς, ο νίτσε τά ’χε εναντίον τού βάγκνερ για λόγους ουσιαστικούς κι όχι αδυναμίας ή βίτσιου, και τά ’χε τετρακόσια σ’ αυτό : Γι’ αυτό είναι απλό, ή με τον βάγκνερ θα είμαστε ή με τόν νίτσε δεν μπορεί να ’μαστε και με τούς δυο δεν μπορούμε να τό ’χουμε δίπορτο σ’ αυτήν τήν περίπτωση κι αν θέλουμε να ξέρουμε τί μάς γίνεται αυτό πρέπει να ’ναι σαφές : Γιατί είναι μια από τίς πιο λαμπικαρισμένες στιγμές τού νίτσε ετούτη εδώ – η δυσάρεστη για τόν ίδιο στιγμή δηλαδή που διαπίστωσε ότι ο βάγκνερ γινότανε κιτς, κι όχι μόνο γι’ αυτά που έλεγε, αλλά γιατί ακριβώς αυτά που έλεγε τόν κάνανε να κάνει πολύ κακή μουσική : Δεν τίς ξεπερνάς αυτές τίς καταστάσεις με ένα Αυτά δεν έχουνε σημασία πλέον για μάς διότι εμείς ξέρουμε καλύτερα επειδή είμαστε ζωντανοί ενώ αυτοί πέθαναν : απλώς και μόνο δηλαδή τό μηχανιστικό γεγονός ότι είσαι αυτή τή στιγμή ζωντανός δεν σού δίνει εκ τών προτέρων δίκηο σε τίποτα – όλοι ζωντανοί υπήρξανε κάποια στιγμή και όλοι εξίσου πεθάνανε : άλλοι είναι οι όροι τής κριτικής : και ο νίτσε έκανε κριτική, που τού ήτανε μάλιστα και οδυνηρή γιατί ήτανε ο καλύτερος φίλος του και τού στοίχισε πολύ να τόν κάνει τόσο απόλυτα πέρα : αν κοίταζε τό συμφέρον του θα ταυτιζόταν μαζί του και θα ’παιρνε και κάνα κομμάτι από τίς επιχορηγήσεις που πήρε εκείνος, και θα ζούσαν καλύτερα αυτοί από μας : αλλά ο νίτσε υστερικός ήτανε, δεν ήτανε ψεύτης : αυτά που πίστευε τά πίστευε δηλαδή πραγματικά : γι’ αυτό και τό εξήγησε και τό ξαναεξήγησε – κι ήθελε να γίνει απολύτως σαφές τό τί έλεγε : Η οπισθοδρόμηση μ’ άλλα λόγια τού βάγκνερ στη μουσική τού μύριζε θάνατο, κι αυτό ήταν κάτι που ο νίτσε τό συχαινόταν απόλυτα : Όταν, μ’ άλλα λόγια, ο κόσμος είχε γυρίσει ανάποδα (κι ένας απ’ τούς λόγους που ο κόσμος προχώραγε προς τήν επανάσταση ήταν και η σκέψη τού ίδιου τού νίτσε στα καλύτερά του πολύ φυσικά) (αυτή που κατεδάφιζε τήν μέχρι τότε κυρίαρχη μαλακία, τόσο, ώστε ούτε κι ο ίδιος τελικά δεν τήν άντεξε) ο άλλος τού έκανε ποιηματάκια και μουσικούλες επιστρέφοντας σ’ ένα είδος μεσαίωνα, κι αντί να γίνεται όσο πάει πιο μοντέρνος τραγούδαγε κάτι αρλούμπες βαρύγδουπες ώστε να μπορέσει να οπισθοχωρήσει με σηκωμένο τό φρύδι : σε θέματα που είχανε ήδη πολύ προχωρήσει, τήν ίδια αυτή εποχή (και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο νίτσε (υπερβαίνοντας αξιοθαύμαστα (και αξιολάτρευτα) τόν μισογυνισμό του εδώ) τού χτυπάει ακριβώς τόν μπιζέ (άλλο αν μετά ακριβώς τόσο, όχι μόνο επειδή η μουσική αυτή καταλάβαινε ότι μολονότι ήταν χαρούμενη δεν ήταν και τό άκρον άωτον τής πρωτοπορίας όσο ακριβώς επειδή έχοντας υποστηρίξει τήν κάρμεν σε μία στιγμή ένιωσε τήν ανάγκη να τή μισήσει ταυτοχρόνως τήν άλλη, θέλησε ο ίδιος να ελαφρύνει τήν αναπάντεχή του υπεράσπιση προς τόν γάλλο διευκρινίζοντας – σε μία από τίς ελαχιστότατές του στιγμές όπου αντιμετωπίζει τή σκέψη του με συγκατάβαση – να δηλώσει δηλαδή ότι τονίζει κάπως ιδιαιτέρως τόν μπιζέ ελαφρώς παρ’ αξίαν μόνο και μόνο για να γίνει σαφέστερο σε όλους τους τί κατακρίνει στον βάγκνερ) (και πράγματι είναι σαφές : )) όταν δηλαδή ο άλλος επαναφέρει, με σηκωμένο αξιολύπητα τό φρύδι του κιόλας, θέματα αξιομίσητα που τά ’χανε κάποτε κοροϊδέψει κι οι δυο ως πράγματα που είχανε ήδη αχρηστευτεί ξεπεραστεί και χαζέψει – κι ενώ η ηρωίδα τού μπιζέ δηλαδή ανακαλύπτει τόν ελευθέρως ελεύθερο έρωτα, ο άλλος εισάγει σεμνές και αγνές παρθένες που κάνουν θυσίες πάνω εκεί στο βουνό: (για να μην πούμε – ή να τό πούμε κι αυτό ; – τί μαλακίες εισάγει ανασκολοπίζοντας τόν τριστάνο – που είναι ανατρεπτικότερος απ’ ό,τι ο ίδιος ο βάγκνερ θα άντεχε στη ζωή του ποτέ – και παρ’ όλ’ αυτά τολμάει να τόν πιάνει στο στόμα του – ή μήπως τολμάει απλώς και μόνο γι’ αυτό ; ) :

 

 

Όμως αυτό είν’ τό πρόβλημα : δεν πρέπει καθόλου να τό δούμε αυτό σαν παράδοξο : η καθυστέρηση και η παραίτηση τού βάγκνερ από τό ρίσκο τού μοντερνισμού ούτε επιφανειακή στο έργο του είναι ( : πάει ώς τό κουκούτσι τής ίδιας του τής μουσικής (που δεν διαθέτει καν ρυθμό – και ο ρυθμός είναι η καρδιά τής επανάστασης καθώς ακολουθεί τή βάση τής καρδιάς μας) – αλλά ακόμα και τών σκηνοθετικών του ευρημάτων) και εξηγεί από τήν άλλη περίφημα τήν όλο και πιο απειλητικά εξαπλωνόμενη σήμερα δημοφιλία του – εφόσον επιτίθεται στον διθυραμβικό και ελεύθερο έρωτα – κι όλοι εξάλλου τήν εποχή αυτή συμφωνούνε – η απελπισμένη τους ελπίδα ότι θα ξεχαστεί τελείως ο έρωτας είναι τόσο ζωντανή όσο ο ίδιος ο θάνατος : απλώς χρειάζεται κάποια στιγμή μια συμπληρωματική και εκ νέου κριτική τής βλακείας, επιβοηθητική αυτής που τής έκανε ο νίτσε όταν ήτανε στα καλύτερά του.

Μπορεί να τό πει λοιπόν κανείς ευθαρσώς, ότι η ίδια η ιδέα ακριβώς τού leitmotiv είναι μια ιδέα ταπεινωτική γι’ αυτόν που ακούει, μάλιστα : είναι δηλαδή μια βρισιά : ναι ας τό πούμε ξεκάθαρα : πρόκειται για τήν εισαγωγή μιας ιδέας τόσο προσβλητικής όσο θα ’τανε κι η μεταγραφή τών κλασικών εικονογραφημένων σε ήχους : Ας αφήσουμε που κι η ιδέα, κατά δεύτερον, μιας ορχήστρας που δεν φαίνεται και μόνο ακούγεται – κάτω ή πίσω απ’ τήν ορατή μας σκηνή – είναι μια πρόβλεψη (καθόλου δεν τόν τιμάει η προφητεία δε αυτή) τού λαϊκού σινεμά : τό σύνολο τού έργου του αποτελεί μ’ άλλα λόγια, απ’ όποια πλευρά κι αν τό δεις τό προκεχωρημένο φυλάκιο τής μαζικής ή γνωστής μας κουλτούρας : Απορώ πώς ο αντόρνο που ήταν τόσο αυστηρός με τίς αμερικάνικες ευκολίες (και που δεν ήταν πάντα ευκολίες – πολλές φορές ήταν η δική του η τύφλα) αποδείχτηκε τόσο εύκολα ευάλωτος στις γερμανικές ευκολίες κι αρλούμπες. (Αλλά ίσως εξηγείται αυτό ψυχολογικά – πράγμα που δεν μάς ενδιαφέρει εδώ αυτή τή στιγμή).

 

 

 

 

 

(από τίς «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

19 Δεκεμβρίου 2015

μέσα στο τσιμέντο

 

 

 

 

Υπάρχει ένα απόσπασμα σε κείνο τό κεφάλαιο για τήν παλιά γειτονιά που αναφέρεται στην τσιμεντένια πισίνα τής εκκλησίας : στην πραγματικότητα, περισσότερο απ’ όλα θα ’πρεπε να αναφέρεται στο όνομα τής εκκλησίας, και στον χαρακτηρισμό της – στο όνομα με τήν έννοια ότι θα ’πρεπε να ξεκαθαριστεί, για ποιο λόγο τό όνομα δεν μπορούσε να αναφερθεί ποτέ (δεν υπήρχε τρόπος να αναφερθεί), και στον χαρακτηρισμό της, γιατί εξαιτίας αυτού τού χαρακτηρισμού χαρακτηρίστηκε μια μεγαλύτερη περιοχή, όχι πια τής πόλης ή τής χώρας, αλλά τού χάρτη – από τότε – κι ώσπου ν’ αλλάξουν οι χάρτες για τά καλά, εκείνος ο χαρακτηρισμός ήταν ο πρώτος (θ’ ακολουθούσαν ακόμα και κάποιοι δεύτεροι και τρίτοι) που θ’ αφορούσαν κάτι που θα ήταν πάντα «τό μεγαλύτερο τών βαλκανίων» – και πάντα έτσι θα λεγότανε, μ’ αυτήν τήν επισημότατη γενική που έδειχνε κάτι ξένο κι απόμακρο, κι επίσης ένα καμάρι που θα ξεκινούσε από περιφρόνηση και θα κατέληγε σ’ αξιολύπητο (επαρχιωτισμό και εξαυτού) οίκτο : η μεγαλύτερη εκκλησία τών βαλκανίων : τό μεγαλύτερο νοσοκομείο ή και τό μεγαλύτερο μπαρ (άκουσα πολύ αργότερα για ένα τρίπατο σε μια απ’ αυτές τίς περιοχές που καμαρώνουν ότι ήταν φτωχές και ανέρχονται ή ήταν ανερχόμενες και κατέρχονται) τών βαλκανίων : έπρεπε ν’ αναστραφεί ο χάρτης ολόκληρος για ν’ αρχίσω να συναισθάνομαι πόσο ηλίθιο ήταν αυτό τό φριχτό καμάρι : κι ήταν μαζί οι πρώτες φορές που άρχισα να καταλαβαίνω ότι βρισκόμαστε όλοι μαζί, σ’ αυτήν τήν περιοχή, και πουθενά αλλού, και όχι απέξω, ή πιο ψηλά – και γι’ αυτό ξόρκιζες αυτό που δεν μπορούσες να φτάσεις, δηλαδή τό «μεγαλύτερο τής ευρώπης» να πούμε ή «τό μεγαλύτερο τού κόσμου», ή τό «μεγαλύτερο τής υφηλίου» και «τού σύμπαντος» και «τού γαλαξία» : είμαστε εκεί, σ’ εκείνη τή γειτονιά που δεν είχε άλλο όνομα πέρα από τό όνομα τής εκκλησίας, τής «μεγαλύτερης τών βαλκανίων» – φτηνή επαρχιώτικη γελοιωδέστατη ονομασία και παρηγοριά – όχι για τούς κατοίκους τών βαλκανίων, αλλά για τούς άλλους γείτονες τής γειτονιάς που ήτανε παραπάνω από τούς άλλους τών βαλκανίων –

Όμως, τώρα που τό σκέφτομαι, δεν ήτανε τόσο σπουδαίος ο χαρακτηρισμός όταν παίζαμε μέσα στο τσιμέντο (τής πισίνας) και γύρω από τούς αυστηρούς αφιλόξενους απρόθυμους κακοσχηματισμένους τοίχους (τής εκκλησίας) με τίς εσοχές και τίς κάθετες γραμμές που ορθωνόντουσαν σαν λαιμητόμοι και που στις κρυφές τους οξείες γούβες σέ είχε οδηγήσει μια μέρα γελώντας αυτή, έντρομη εσένα, να κατουρήσεις η ανέμελη υπηρέτρια και που μέσα στον τρόμο σου είδες ξάφνου να υψώνεται πίσω από τή φαρδειά της φούστα που έκρυβε τό μουντό απόγευμα – ήταν η ώρα που κανένας δεν έπαιζε πια κι η πλατεία ήταν σχεδόν άδεια – τό αυστηρό πρόσωπο τού ανήλεου άντρα (όλοι οι άντρες είχαν ένα ύφος ανήλεο ιδίως όσοι περνούσαν σαν ξένοι και έφευγαν – ένα ύφος ανέκφραστο κοροϊδευτικό και ανήλεο –) που μην καταδεχόμενος καν να ασχοληθεί, περνώντας απλώς πίσω απ’ τή φούστα της, έφτυσε με τό καταδικαστικό ύφος τού ύστατου κριτή εκείνο τό ερωτηματικό «στην εκκλησία κατουράς» – και πέρασε ( : ό,τι κυρίως θυμάσαι ήταν η απορία και όχι τόσο (ακόμα) ο θυμός, και μαζί κάτι σαν διασκέδαση για τό άδηλο και άγνωστο τεράστιο μέλλον – έτσι που χωρίς να έχεις (ακόμα) θυμώσει έμεινες σ’ εκείνη τήν περιφρόνηση προς τή φούστα αυτηνής, και τό ότι έχωσε για μια στιγμή μάλιστα τό κεφάλι του σχεδόν πάνω απ’ τή φούστα αυτηνής, ρίχνοντας εκείνο τό κοίταγμα μόνο σε σένα σαν να προφήτευε (αλλά δεν ήθελες να τό σκεφτείς γιατί αν τό σκεφτόσουνα θα σού κοβότανε τό κατούρημα) να προφήτευε μια απροσδιόριστη κατάσταση από κακία ή διαίσθηση που θα παρέβλεπε και στο μέλλον τίς άλλες φούστες ακόμα κι αν σέ κρύβαν εντελώς πίσω τους ώστε διάφοροι τέτοιοι με τέτοιο πρόσωπο αιωνίως, και σαν να ήταν τό κάτουρο κάτι κακό κι η εκκλησία κάτι καλύτερο, περνώντας τά μικρά σα μπίλιες μάτια πάνω από τά καρώ υφάσματα θα είχαν τήν κακία να διακρίνουν πάντα με τήν τρελή εμμονή τού ύστατου κριτή εσένα μόνο σκυφτή όταν έγραφες ή κατουρούσες) : θα ’ταν φτηνό κόλπο όμως να ασχοληθώ με τό αν κόπηκε και πώς τό κάτουρο ή αν συνεχίστηκε και πώς : εκείνη πάντως δεν έδωσε καμιά σημασία και σέ μάζεψε ευχαριστημένη.

Και θα ’ταν φτηνό κόλπο να πω για τό εσωτερικό τής εκκλησίας και τούς γυμνούς τούβλινους αχανείς αφιλόξενους άξενους, ξένους, τοίχους της που απορροφούσαν τίς φωνές, τίς ελάχιστες φορές που είχες μπει μέσα και είχες τολμήσει να τούς έχεις κοιτάξει – και τότε συνηγορούσαν, τά γυμνά τούβλινα πανύψηλα ικριώματα με τόν τόπο όπου μπορούσε κανείς να τού έρθει να κατουρήσει από τό κρύο όσο τόν έβλεπε, και μαζί έβλεπε απόμακρα μέσα στην αχανή αδειοσύνη με τίς ελάχιστες ζωγραφιές, κάποια μικρή φιγούρα παπά να μιλάει διδακτικά σ’ έναν καντηλανάφτη. Αλλά δεν ήταν αυτό που σ’ ενδιέφερε : ό,τι υπήρχε ήταν τό γύρω από τήν εκκλησία, τή μεγαλύτερη τών βαλκανίων, και πάνω απ’ όλα, κάτω χαμηλά η βυθισμένη πισίνα (υπήρχε φυσικά και τό καφενείο – ήταν κάτω χώμα και μετά δέντρα και δρόμοι και μετά σπίτια που σαν να φτιάχναν τό σκηνικό ενός θέατρου, αλλά ήτανε κυρίως τό καφενείο που έβγαζε τά σιδερένια στρογγυλά στο πεζοδρόμιο και είχε ένα γκαρσόνι πολύ ψηλό και λεπτό και έβγαζε αυτός τά στρογγυλά τραπέζια στον κήπο κουβαλώντας τα θριαμβευτικά, κάτω από μια σειρά ψηλά δέντρα που θα καθόντουσαν μόνο μεγάλοι που θα μιλούσαν με ύφος μυστικό και ανήλεο για να μην καταλαβαίνουμε εμείς ποτέ μας τί λένε : (πάντα θα καθότανε κάποιος σαν τόν μπαμπά και σαν τήν μαμά και αυτούς είχαμε περισσότερη επιθυμία συνήθως να τούς μυρίσουμε έτσι ώστε τρέχοντας περνάγαμε δίπλα τους για να τούς μυρίσουμε όχι μόνο μία φορά αλλά ξανά και ξανά όμως αυτοί κοιτάζαν ο ένας τόν άλλον και δεν μάς δίναν καμιά σημασία παρά μόνο αν η γυναίκα χαμογέλαγε σε κάποια από μάς, όμως τό γκαρσόνι που πηγαινοερχόταν διασχίζοντας τόν δρόμο ανήλεο με τόν δίσκο στο χέρι ψηλά έκανε μια κίνηση σα να μάς έδιωχνε κρατώντας τό δίσκο σα μυγοσκοτώστρα)). (Όμως δεν έχω μπορέσει να βρω τή μυρωδιά αυτή ποτέ πια και τίς λέξεις για τή μυρωδιά, γλυκάνισο, τουρσί, κραγιόν, νερό, ούζο, γλυκό, πικρό, ξυνό, μαλλιά, και δέντρο μαζί και πράσινο και χώμα, και ρούχα καρώ και πουά και ταγιέρ σκουλαρίκια και τσάντα και κόκκινο στόμα κραγιόν και φαΐ τουρσί ομιλίες μυστικές και ανήλεες). Τό χώμα όμως δεν ήτανε μόνο χώμα γιατί ήτανε και τσιμέντο και τούβλα και η πισίνα με τό τσιμέντο χωρίς τό νερό : ή μάλλον τό τσιμέντο τής πισίνας στη μέση, βαθύ στρογγυλεμένο, τετραγωνισμένο, με σκαλάκια για να κατεβαίνουμε και να παίζουμε – εκτός από όταν τή γεμίζανε με νερό και δεν μπορούσαμε να παίξουμε γιατί ερχόντουσαν τά ορφανά – παίζανε κολυμπώντας μέσα στο νερό περιμένοντας στη σειρά περιμένοντας με τή σειρά αφού τά φέρνανε όλα από κάπου με τή σειρά – και κανείς δεν ήξερε από πού ερχόντουσαν – είχανε όμως αυτό τό όνομα «τά ορφανά» που ήταν μια λέξη ακατανόητη η οποία απόκτησε αμέσως νόημα από τό γεγονός ότι κάποιοι από μάς τήν ξέρανε και τήν είπανε, και αμέσως μετά και κολλητά από τό γεγονός ότι εμείς συνεπώς είμαστε διαφορετικοί και καλύτεροι – και η πισίνα είχε γεμίσει νερό από τήν αρχή πριν φτάσουμε εμείς τό πρωί και δεν μπορούσαμε επομένως να παίξουμε εκεικάτω αλλά είχαμε τό παιχνίδι που ήταν περίπου διασκεδαστικό να στεκόμαστε σε μία σειρά παραδίπλα παραπέρα – γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσουμε, και από κει όρθιοι και ανήλεοι και περήφανοι και κακεντρεχείς να χαζεύουμε τά κοριτσάκια – κυρίως ήταν νομίζω πιο πολύ κοριτσάκια – που τά βάζανε στη σειρά και ίσως να ερχόντουσαν κιόλας σε μία σειρά – πάντως καμιά μας δεν ήξερε από πού ερχόντουσαν – και ύστερα περιμένανε ανά δύο στη σειρά και με κάποιο σύνθημα πέφτανε ανά δύο στο νερό που ’χε γεμίσει τό τσιμέντο και έτσι ανά δύο τά θυμάμαι σχεδόν που κολυμπάγανε ώσπου με κάποιο αόρατο σύνθημα πάλι βγαίναν αυτές και μπαίναν οι άλλοι και υπήρχαν λίγες φωνές και κάτι λίγο σαν παιχνίδι ή χαρά και σκανταλιά αλλά ελάχιστο, πιο πολύ μού φαινόντουσαν άβουλα σαν να βρίσκονται ακόμα στην τάξη (ακόμα και μες στο νερό σαν να καθόντουσαν και μες στο νερό σε ένα θρανίο ανά δύο και περιμένανε με τά χέρια σταυρωμένα τό διάλειμμα) και δεν θυμάμαι τά πρόσωπα τών μεγάλων καθόλου, αλλά ήταν κυρίες, κυρίως κυρίες αν και πρέπει να υπήρχαν και άντρες, μεγάλοι που μού θύμιζαν καντηλανάφτες κι ανήλεοι, μυστηριωδώς αδίστακτοι γεμάτοι σκοτούρες, και όλο αυτό ήτανε σαν κάτι που έπρεπε να γίνει αλλά δεν είχε σχεδόν καθόλου παιχνίδι – κάποια μέσα στο νερό προσπαθούσαν να γελάσουν – ίσως τά παρηγορούσε μόνο που τά κοιτάζαμε εμείς απέξω και δεν μπορούσαμε να παίξουμε κι εμείς στο νερό, ίσως αυτό ήταν η περηφάνια τους (κι ακόμα ίσως και τό ότι μάς είχαν πάρει τήν πισίνα – αν τό ξέρανε (αλλά πού να ξέρουνε ότι η πισίνα ήταν άδεια πριν έρθουν αυτά, κι εμείς παίζαμε μέσα εκεί στο τσιμέντο όλες τίς άλλες φορές – δηλαδή τόν κανονικό μας τόν χρόνο –) αλλά είχα τήν εντύπωση ότι τά ενοχλούσε που τά κοιτάζαμε κι ότι τά ενοχλούσε που ήταν αυτά ορφανά κι εμείς είχαμε άλλους μεγάλους μαζί μας, κρυμμένους στο σπίτι – παρόλο που δεν φαινόντουσαν τώρα – είμαστε μόνοι εμείς και μόνοι αυτοί (αν και αυτοί είχαν κάποιους μεγάλους μαζί τους που τούς έβαζαν στη σειρά και που δίνανε τά συνθήματα και τίς εντολές) – αλλά πολύ αυστηρά και δεν ήταν κανονικοί μεγάλοι αλλά και οι δικοί μας τά ίδια περίπου κάνανε (εκτός από τίς υπηρέτριες που ήτανε οι καλύτερες όλων με τίς φαρδειές τους τίς φούστες, συνήθως καρώ) αλλά αυτές δεν τό ήξεραν και μάλλον στεκόμαστε εκεί με τήν περηφάνια και τήν αλαζονεία τού πρόσκαιρου ψεύδους ότι οι δικοί μας μεγάλοι ήταν καλύτεροι – και αυτές υποφέρανε και κολυμπούσαν, φώναζαν και λίγο, παίζαν και λίγο, αλλά καταβάθος καιροφυλακτούσε η ταπείνωση εκεί, αυτή η ταπείνωση – ότι εμείς είμαστε πολύ καλύτεροι αφού είχαμε άλλους μεγάλους πιο πίσω – όμως παρόλ’ αυτά καιροφυλακτούσε κι απ’ τή μεριά τους, ήμουνα σίγουρη, η χαιρεκακία ότι μάς είχανε πάρει για τή μέρα αυτή, ήταν μόνο δικιά τους να παίζουν αυτή η πισίνα. Κι αυτό γινόταν αρκετές φορές, κι ήταν σαν ένα σημάδι ότι είχε έρθει τό καλοκαίρι.) Όμως ξαφνικά η πισίνα ξαναάδειαζε και ξαναμπαίναμε μέσα. Και εκειμέσα παίζαμε οι πιο μεγάλοι και οι πιο σπουδαίοι τό Περνά περνά η μέλισσα και τό Καλημέρα σας κυρία μπερλίνα και τό Πινακωτή πινακωτή από τό άλλο μου τ’ αυτί γιατ’ είν’ η μάνα μου κουφή.

Αλλά τό «σάς πήραμε σάς πήραμε» τό θυμάμαι περισσότερο και για τά λόγια αλλά και γιατί τότε έπρεπε να φτιάξουμε τούς δύο στρατούς (με τά χέρια μπλεγμένα απ’ τήν κάθε μεριά και να τρέχουμε μετά να σπάσουμε ο ένας τίς αλυσίδες τού άλλου, με τό στομάχι έπρεπε να σπάσουμε τά χέρια τών άλλων αλλά πολλοί ανήλεοι βάζαν τά χέρια μπροστά στο στομάχι και σπάγαν τά χέρια με χέρια) : κι ήταν μια περιπέτεια να μάθουμε ο ένας τού άλλου δηλαδή τά ονόματα ώστε όταν θα φωνάζανε Ποιόν παραγγείλατε, να ξέρουμε να φωνάξουμε τό όνομα αυτουνού που δεν θα ’τρεχε ούτε γρήγορα ούτε και δυνατά ώστε να μην καταφέρει να σπάσει τήν αλυσίδα και ηττημένον να τόν ενσωματώσουμε στις γραμμές μας και με κακεντρεχή περηφάνια να φωνάξουμε Σάς πήραμε σάς πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο και να τούς ακούσουμε ν’ απαντάνε με τό πιο κακεντρεχές τους ύφος περιφρονητικότατα Μάς πήρατε μάς πήρατε βαρέλι δίχως πάτο αλλάζοντας ξαφνικά γνώμη για τόν μέχρι τώρα φίλο τους και στο, αμέσως μετά πιο συμβιβαστικό δικό μας, Σάς πήραμε σάς πήραμε μια όμορφη κοπέλα, αυτούς να τούς ακούσουμε ν’ απαντάνε με τό ακόμα πιο παράλογα απορριπτικό δικό τους Μάς πήρατε μάς πήρατε μια παληοκατσιβέλα, κι ύστερα επομένως η αγωνία όταν φωνάζαν τό δικό σου τό όνομα, η αγωνία και η ταπείνωση, γιατί αυτό σήμαινε ότι περιμένανε τώρα ότι δεν θα έχεις δύναμη εσύ, κι ότι δεν θα έχεις τήν δύναμη και τήν ικανότητα να σπάσεις και να διαλύσεις καμιά αλυσίδα εσύ, και τό ξέρανε, κι ότι ήτανε σίγουροι, κι ότι είχαν αυτήν τήν χαιρέκακη προφητεία και γνώση, και μέσα σ’ όλη σου τήν σύγχυση και τόν θυμό που σέ διαλέγαν για αντίπαλο σχεδόν εκ τών προτέρων ηττημένο έπρεπε συγχρόνως να ψάξεις πριν ξεκινήσεις τό τρέξιμο και να προκαθορίσεις (και να προφητέψεις) με κακεντρέχεια κι εσύ τήν πορεία σου έτσι ώστε να υποθέσεις (και να προφητέψεις) πού βρισκόταν ένας άλλος αδύναμος τώρα ή μάλλον οι δύο αδύναμοι απέναντι, (ώστε να ξεκινήσεις κατευθείαν γι’ αυτούς τούς δυο και εσύ) (με τήν ελπίδα να μην νιώσεις πάνω εκεί στο ύψος τού στομαχιού και τής κοιλιάς αυτήν τήν ανήλεη και αδιάσπαστη ενότητα τήν χαιρέκακη και κακεντρεχή δύναμη που δεν αφήνει κενό να περάσει) τήν νιώθεις ολόκληρη κι ενιαία στις γροθιές που σφίγγονται πάνω σου όπως πέφτεις με τό στομάχι επάνω τους, ανίδεες ανείπωτες ανάκουστες άγνωστες γροθιές και δυνατές : κι ύστερα όταν ένας άλλος ετοιμάζεται να έρθει πια από απέναντι (προβλέποντας με φόβο, προφητεύοντας με απορία, ότι διαλέγει τά δικά σου τά χέρια να σπάσει) τήν αντίθετη ας πούμε φορά που πρέπει να κάνεις εσύ τά χέρια γροθιά σφίγγοντας τά χέρια σου γερά με τούς δίπλα, όσο γίνεται πάλι πολύ δυνατά, για να μην περάσει ο άλλος αυτός που εσύ φώναξες με τ’ όνομά του, ή οι άλλοι φώναξαν κι εσύ ακολούθησες και φώναξες τό όνομά του επίσης κι εσύ (με τήν ελπίδα ότι είναι αυτός τό ίδιο αδύναμος όπως ήσουν κι εσύ και δεν θα μπορέσει να σπάσει τά χέρια) : μάλιστα όταν τόν βλέπεις να ξεκινάει από τήν δικιά του αφετηρία και να κατευθύνεται εντελώς καταπάνω σου έχεις έτσι από μέσα σου όλη τήν έκπληξη (και τόν τρόμο) που σέ θεωρεί τόσο εύκολο και σίγουρο και νικημένον εκ τών προτέρων αντίπαλο ώστε να ’ναι σίγουρο ότι τό δικό σου τό χέρι δεν θα αντέξει ποτέ τή δύναμη εκείνου τού άκαμπτου τοίχου τού στομαχιού τού σκληρού κι εχθρικού. Που πέφτει σαν λεπίδι σαν ξυράφι σαν μαχαίρι και μαζί σαν τούβλο επάνω σου, και σαν τοίχος από μαχαίρι, τήν ώρα που σού κόβει τή γροθιά σου στα δύο, αυτουνού τό απέναντι στομάχι ανήλεο και πας πίσω τρέχοντας καθώς σέ γυρίζει στη δικιά του αλυσίδα αιχμάλωτη, και τόν ακολουθείς δήθεν ότι δεν σέ πειράζει καθώς σέ γυρίζει στη δικιά του αλυσίδα σα λάφυρο, και σέ παρηγορεί τό ότι τώρα – από μια αναπότρεπτη στροφή τού στίχου και τού τραγουδιού θα μετατραπείς εσύ τώρα από νικημένος σε λάφυρο, και σε κάτι που όντως οι ίδιοι οι νικητές σου θα αισθανθούν εξαιτίας του τήν ανάγκη να σέ επαινούν : και να λένε ότι είσαι φλουρί : δηλαδή να τό λέει τό τραγούδι : και δεν είναι πια, μέσα στον κήπο η αίσθηση ότι σέ διάλεξαν επειδή είσαι αδύναμος αλλά επειδή είσαι πολύτιμος και όμορφος και φλουρί. Νιώθεις έτσι τήν αγαλλίαση τών άγριων εκείνων λέξεων : Σάς πήραμε σάς πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο (και δεν θέλεις νά ’ρθει η στιγμή που θ’ ακούσεις από μακριά (να έρχεται σαν ηχώ από έναν κόσμο εχθρικό πλέον τώρα, εκείνον τών πρώην αλυσιδωτών σου συντρόφων) τό Μάς πήρατε μάς πήρατε βαρέλι δίχως πάτο).

Μεγάλο μέρος τού παιχνιδιού αυτού επομένως – και μέρος όχι μόνο κεντρικό και νευραλγικό αλλά και τραγικό επομένως – αποτελούσαν τά ονόματα και μ’ άλλα λόγια οι λέξεις : και για να ’μαι ακριβής όχι μόνο τά ονόματα αλλά και τά πρόσωπα πίσω και μαζί με τά ονόματα, και μάλιστα όχι μόνο τά πρόσωπα, αυτό που θα ’λεγε δηλαδή κανείς γενικά πρόσωπα, αλλά και όλα τά σημαντικά και σπουδαία και ανίκητα τού κάθε προσώπου (που η δύναμή του στο τρέξιμο και η δύναμή του στα χέρια (κι όχι μόνο στα χέρια όταν ήταν ακίνητος, αλλά και στα χέρια όταν έτρεχε) (ώστε να σπάει πονηρά και κρυφά με τά χέρια κι όχι με τό σώμα του μόνο απλώς τήν αλυσίδα (αν μπορεί)) (χέρια πάνω σε χέρια, γροθιά πάνω στη γροθιά) ήταν αυτά που φυσικά εννοούνταν μαζί με τά ονόματα και με τίς λέξεις). Και φυσικά εννοούνταν ότι ήταν πάρα πολλά τά παιδιά μες στην πισίνα εκεί τότε που παίζανε, και γι’ αυτό φροντίζαμε να ξέρουμε όσο γίνεται περισσότερα ονόματα (και τίς ικανότητες και τίς ανικανότητες και τίς αδυναμίες τού κάθε καινούργιου στο τρέξιμο και στις μπουνιές) (και ειδικά οι αδυναμίες ήταν τά μεγαλύτερα προσόντα τού λάφυρου τού φλουριού τού βαρελιού ή τής κατσιβέλας : ) Κι έτσι όσα παιδιά κι αν ερχόντουσαν καινούργια τά δοκιμάζαμε στο Μέλι γλυκύτατο μες στην πισίνα, και εκεί στην πισίνα μάς άρεσε κυρίως να παίζουμε (στο γκρι της τσιμέντο) κατεβαίνοντας τά λίγα σκαλάκια έτσι ώστε να γινόμαστε όντως αόρατοι σχεδόν για τούς μεγάλους μετά, και να χτυπιόμαστε μέσα σ’ ένα χώρο μονομαχιών ανελέητων μικροσκοπικών, κολοσσαίο με μελλοθάνατους νεογέννητους.

Αλλά ήταν φορές που τριγυρνάγαμε μέσ’ στην πισίνα κατά παρέες συζητώντας ή περπατώντας ή και, χωρίς σκοπό και κανόνες περισσότερους, μέσ’ στους σκληρούς της τοίχους μόνο τρέχοντας.

 

 

δημοσιευμένο στο τεύχος 81 (δεκέμβριος 2015) τού περιοδικού «σημειώσεις»

 

φωτογραφιες 1, 2

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: