σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 11, 2017

germaine greer : η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων (ή : ο φεμινισμός τήν εποχή τής ερωτικής του γενναιότητας)

 

 

 

πριν από (λίγον) καιρό κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει δραστικά μέσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι (μ’ όλη τήν ανοχή και τήν κατανόηση που έδειχνα πάντοτε για τούς άντρες) είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει αφάνταστα η αφάνταστη δημοφιλία τού τραγουδιού «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραία»

άρχισα όλο και περισσότερο να σκέφτομαι πόσο ρηχή και επιπόλαιη στιχουργική θα καταλογιζόταν σε μία γυναικα αν απευθυνόταν ποιητικά σ’ έναν άντρα λέγοντάς του «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραίος» : ναι, ρηχή και επιπόλαιη

και θυμήθηκα παράλληλα τότε τίς πληγωμένες φωνές μιας αντροπαρέας γύρω μου, ένα καλοκαίρι στο αγαπημένο μας νησί, όταν στην ερώτησή τους μήπως πρόσεχα στους άντρες και τήν εμφάνιση είπα «βεβαίως» : είχα προσθέσει κιόλας θυμάμαι ότι οι άντρες για να μ’ αρέσουν πρέπει να ’χουνε ωραία πόδια : πραγματικά πληγωμένοι εξανέστησαν, και χωρίς καθόλου αμφιβολίες μέ κατηγόρησαν τότε για μεροληψία και σχεδόν ρατσισμό : απέκλεια εκ τών προτέρων κάποιους – πιθανόν στραβοκάνηδες –

ναι, η αλήθεια ήταν σκληρή : βρισκόμουν πια πολύ μακριά από τήν εποχή, που ο κόσμος γλύκαινε αφάνταστα αθώα, αν κάποιος εραστής μού ψιθύριζε ότι ήμουνα όμορφη

μια φίλη μού είπε τις προάλλες : «δεν θέλω κανέναν (πια) ρόλο γυναίκας : να ’ναι τό μαλλί μου έτσι, και τό κορμί μου έτσι, και να ’μαι μυστηριώδης κι εξωτική – θέλω να ’μαι αυτή που είμαι, και στενοχωριέμαι που ξέρω πως, άμα τό εξηγήσω αυτό, θα πληγωθεί ο άλλος»

δέχτηκα (πια) τήν αρχή και δεν μπορώ (πια) με τίποτα να δεχτώ το τέλος : πώς γίνεται αλήθεια εκείνοι που όλοι τους τή ζωή διεκδικούν (και δικαίως) να τούς δεχόμαστε ολόκληρους, να πληγώνονται και να τό δείχνουν (α, με όλους τούς τρόπους) όταν αυτό τό διεκδικήσουν κι οι απέναντι άλλοι ;

οι άντρες που μιμούνται τίς γυναίκες, και που θέλουν να γίνουνε σαν κι αυτές, μιμούνται πάντοτε τήν εξωτερική τους εμφάνιση : ιδέα δεν έχουνε τί δράματα παίζονται ανά τούς αιώνες από μέσα, και αποβλέπουν σ’ ένα μερίδιο απ’ τήν ομορφιά αυτή, χωρίς να ’χουν ιδέα πόσο έχει πληρωθεί, ακριβοπληρωθεί, κοστίσει – και τί έχει σκοτώσει : όχι γιατί είναι δύσκολο να αποκτηθεί – αλλά γιατί πατάει ακριβώς πάνω στο θάψιμο και τόν θάνατο κάθε τι άλλου – ενός κόσμου επιθυμιών και ευφυίας εσωτερικής, που δεν πρέπει, όχι απλώς να εκδηλωθεί απελευθερωμένα, δημιουργικά και ερωτικά – δεν πρέπει καν να υπάρξει –

δεν διάβασα ποτέ μου φεμινιστικά κείμενα, πίστευα πως κάποια πράγματα είν’ αυτονόητα, και πήγαινα, όπως είπε και κάποιος αγωνιστής τού ’21, για τό άλλο φύλο, «με τήν ιδέα μου πως είμαστ’ ελεύθερες» – Όταν βγήκε τό βιβλίο τής ζερμαίν γκρηρ τή δεκαετία τού ’70, αντιμετώπισα με συγκατάβαση τόν ενθουσιασμό που είχαν κάτι αγγλίδες φίλες μου για τή «γυναίκα ευνούχο» (δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά)

στην πορεία ο χρόνος πήζει και χοντραίνει : διαπιστώνεις πως όταν σέ λένε όμορφη, δεν είσαι καν εσύ – ούτε ολόκληρη ούτε καν μισή : Και οι ιδέες τριγύρω αλλάζουν : ό,τι κάποτε ήταν απελευθέρωση κι έρωτας, γίνεται καθωσπρεπισμός και ισότητα μισθών : και πρέπει να μείνουμε, ορθοπολιτικές πουριτανές κι ακίνητες, εκεί

εδώ στους «κήπους» λοιπόν (και στην πρώτη ανάρτηση τού καινούργιου χρόνου) αντί όπως λέει η αυστραλέζα, να θυμώσουμε πάλι ξανά, ας θυμηθούμε μόνο μερικά λεγόμενά της – δεν κάνει κακό

κι αν κάποτε η φωνή της μού φαινόταν απλώς αυτονόητη, σήμερα (τόσο που έχω αλλάξει) μού φαίνεται ιδιαίτερα δυνατή, και χρήσιμη, κι απαραίτητη, και όμορφη – και λοιπόν ναι, τήν αγαπώ πια, όχι μόνο γιατ’ είν’ ωραία, αλλά τήν αγαπώ γιατί είν’ αυτή

 

 

 

«Η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι όλες εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«τό να εξαναγκαστείς να παίξεις τόν ρόλο τής γυναίκας σε σεξουαλική συνεύρεση είναι η πιο βαθειά ταπείνωση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος – χειρότερή της είναι μόνο η περίπτωση κατά τήν οποία τό θύμα ανακαλύπτει με τρόμο ότι τό απολαμβάνει.»

«να περπατάει ελεύθερη πάνω στη γη, αυτό τό δικαίωμα τό ’χει η γυναίκα από γεννησιμιού.»

«ο αγώνας της πρέπει να ’ναι ηδονικός : και να προχωρήσει πιο πέρα από τήν απαίτηση για “ίσο μισθό σε ίση εργασία”, γιατί ο σκοπός μας είναι να ανατρέψουμε τίς ίδιες τίς συνθήκες τής εργασίας.»

«ν’ απελευθερωθούμε απ’ τήν ντροπή και τήν ενοχή και τούς απέραντους αυτοπεριορισμούς.»

«και να μην καταλαβαίνουμε τή φράση “ισότητα ευκαιριών”, γιατί οι ίδιες οι ευκαιρίες πρέπει ν’ αλλάξουν.»

«η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων.»

«είσαι νέος μόνο μια φορά, αλλά μπορείς να είσαι ανώριμος για πάντα.»

«μένει πάντα ενδιαφέρων ο εραστής που ’ναι ελεύθερος να φύγει.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«αν νομίζεις ότι είσαι χειραφετημένη, δοκίμασε και λίγο τό αίμα τής περιόδου σου, βάλτο στο στόμα – αν σ’ αηδιάζει η ιδέα έχεις πολύ δρόμο ακόμα να κάνεις μωρό μου.»

 

 

«εντάξει όλοι συμφωνούνε ότι τά κοριτσάκια πρέπει να γυμνάζονται διαφορετικά από τ’ αγοράκια, αλλά κανείς δε λέει να παραδεχτεί πόσο αυτό τό “διαφορετικό” ορίζεται από τήν πεποίθηση ότι τά κοριτσάκια δεν πρέπει να ’ναι ίδια στην όψη με τ’ αγοράκια.»

«τό “δεν έχουμε λεφτά για πάνω από δύο παιδιά” είναι ένα επιχείρημα αξιολύπητο, αλλά πολύ πιο αποδεκτό στην κοινωνία από τό “δεν θέλουμε παιδιά”.»

«λένε ότι επειδή εγώ δεν πιστεύω πως, κάνοντας μια εγχείρηση ένας άντρας μπορεί να γίνει γυναίκα, δεν πρέπει να μού επιτρέπεται να μιλάω πουθενά.»

«απλώς εγώ δεν πιστεύω ότι μια εγχείρηση κάνει τόν άντρα γυναίκα. Νομίζω ότι είναι μια απολύτως επιτρεπτή άποψη. Θέλω να πω ότι ένας μη–άντρας δεν είναι αναγκαστικά γυναίκα. Δεν ξέρουμε ποια είναι πραγματικά η γυναίκα, και προσωπικά νομίζω ότι πάρα πολλές γυναίκες παριστάνουν απλώς τίς γυναίκες, φοράνε απλώς ένα γυναικείο προσωπείο, μιμούνται αυτό που θεωρούν γυναικείο : διότι η γνώση που έχουμε για τό ποιες είμαστε δεν είναι αυθεντική. Συνεπώς δεν εκπλήττομαι όταν βλέπω ότι οι άντρες είναι καλύτεροι στο να παριστάνουν τίς γυναίκες, από τίς ίδιες τίς γυναίκες. Δεν εκπλήττομαι αλλά δεν θάλεγα και ότι μ’ ενθουσιάζει.»

«μπορεί να μην έχω καλό χαμόγελο καλά δόντια ωραία βυζιά, πόδια μακριά, τουρλωτό κωλαράκι, φωνή σεξουαλική – μπορεί να μην ξέρω να εκμεταλλεύομαι τούς άντρες για να αυξήσω τήν τιμή μου στην αγορά, αλλά μπορεί και να τή σιχάθηκα κιόλας όλη αυτή τή μασκαράτα. Μπορεί και να σιχάθηκα να παίζω τήν αιώνια νιότη, να προδίνω τό μυαλό μου και τή θέλησή μου και τό φύλο μου. Να σιχάθηκα να βλέπω τόν κόσμο μέσ’ από ψεύτικες βλεφαρίδες που θολοβλέπουν τή ζωή μέσ’ από τρίχες αγορασμένες. Να σιχάθηκα να πηγαίνω θέατρο και σινεμά αν και εφόσον μού τό προτείνει ο άλλος, και να μην έχω γνώμη δικιά μου για τό τί είδα, ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Γιατί βαρέθηκα να είμαι τραβεστί. Γιατί αρνούμαι να φοράω τό θηλυκό μου προσωπείο – γυναίκα είμαι, δεν είμαι ευνούχος.»

«οι πικροί καυγάδες τού διαζυγίου είναι άγνωστοι εκεί που τά άτομα δεν έχουν καταντήσει σιαμαίοι.»

«ο εραστής που ’ρχεται στο κρεβάτι σου επειδή τό θέλει, είναι πολύ πιθανότερο να κοιμηθεί με τά χέρια του τριγύρω σου όλη νύχτα, απ’ ό,τι εκείνος που απλώς δεν έχει άλλο σπίτι.»

«κάνουν τό λάθος να πιστεύουν, ακόμα και φεμινίστριες, ότι η σεξουαλικότητα είναι ο εχθρός τού θηλυκού ανθρώπου που θέλει ν’ αναπτύξει τήν προσωπικότητά του – κι αυτή είναι ίσως η πιο λάθος και παραπλανητική πλευρά κάποιων αμερικάνικων φεμινιστικών οργανώσεων : δεν ήταν η επιμονή της στο σεξ που αποδυνάμωσε τήν επιθυμία τής αμερικανίδας φοιτήτριας να τά πάει καλά στις σπουδές της, αλλά η επιμονή της ακριβώς στο να υιοθετήσει έναν παθητικό ρόλο στο σεξ.»

«στον επόμενο γύρο, ο χίτλερ θα είναι μηχανή.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«η μοναξιά ποτέ δεν είναι σκληρότερη απ’ όταν τή νιώθεις με κάποιον που ’χει πάψει να μιλάει. Η νοικοκυρά που βλέπει τήν πλάτη τής εφημερίδας στο τραπέζι αντί για τό πρόσωπο τού άντρα της κάθε πρωί, και τόν αφουγκράζεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι να κοιμάται, δοκιμάζει μια μοναξιά απείρως εντονότερη από κείνη τής γεροντοκόρης στο νοικιασμένο της δωματιάκι.»

«κάνουμε έρωτα σε όργανα κι όχι σ’ ανθρώπους – κι αφού δεν πήραμε χαμπάρι ότι ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι πιο αληθινοί και πιο πολύ οι εαυτοί τους, και πιο πολύ παρόντες, απ’ ό,τι όταν κάνουν έρωτα, μείναμε κι εμείς ακοινώνητοι, απομονωμένοι, πιο μόνοι από ποτέ.»

 

 

«όταν χρησιμοποιούμε τά καλλυντικά για να ομορφαίνουμε δεν πρόκειται για κάνα άκρον άωτον τού ψεύδους ή τού μη αυθεντικού : όμως η γυναίκα που δεν τολμάει να βγει έξω χωρίς τίς ψεύτικες βλεφαρίδες της έχει σοβαρό ψυχικό πρόβλημα.»

«η απαλλαγή απ’ τή σκλαβιά εξαφανίζει και τή χίμαιρα τής ασφάλειας. Ο κόσμος δεν αλλάζει απ’ τή μια μέρα στην άλλη, κι η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«αν τά πάει μια χαρά κι έχει και φιλοδοξίες, βγαίνει τό συμπέρασμα ότι απότυχε να ικανοποιηθεί ως κανονική γυναίκα – φτάνουν ακόμα να υπονοήσουν και ορμονικές διαταραχές ή σεξουαλική διαστροφή.»

«πολύ αργότερα, και μόνο τότε, μετά από έναν βαθύ και ικανοποιητικό οργασμό, συνειδητοποίησα ξαφνικά τό πραγματικό νόημα εκείνου τού παραμυθιού με τήν κοιμωμένη, και τό ποια ήταν η φύση τού μαγικού φιλιού που τήν ξύπνησε, περί ού ο λόγος στο παραμύθι.»

«οι άντρες είναι ο εχθρός κατά τόν ίδιο περίπου τρόπο που ένα τρελαμένο αγόρι με στολή ήταν ο εχθρός για ένα άλλο αγόρι που τού έμοιαζε σχεδόν σε όλα και μόνο στη στολή διαφέρανε. Πιθανή λύση : να δοκιμάσουμε να ξεφορτωθούμε τίς στολές.»

«στο λαϊκό φαντασιακό οι πολλές τρίχες προσδίδουν κυριολεκτικά τρίχωμα γούνας, επομένως ένδειξη φύσεως κτηνώδους, και συνεπώς υπόμνηση σεξουαλικότητας επιθετικής. Οι άντρες καλλιεργούν αυτήν τήν αντίληψη, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που ενθαρρύνονται από μικροί να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά και επιθετικά ένστικτα – οι γυναίκες από μικρές ενθαρρύνονται να τά απωθούν και να τά καταπιέζουν, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που καταπιέζουν και τίς άλλες εκφάνσεις τής δυναμικότητας τής ρώμης και τής σεξουαλικότητάς τους, με λίγα λόγια τή λίμπιντό τους.»

«τό σουτιέν είναι γελοία εφεύρεση. Αλλά αν γίνει κανόνας τό να μην πρέπει να φοράμε σουτιέν, θα ’χουμε μια καινούργια μορφή καταπίεσης.»

«ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν η ισότητα, θα ’ταν πολύ φτωχό υποκατάστατο για τήν απελευθέρωση – αυτή η ψευτοϊσότητα είναι κίνδυνος διπλός για τίς γυναίκες. Η ρητορική τής ισότητας χρησιμοποιείται στο όνομα μιας πολιτικής ορθότητας για να σκεπάσει τό σφυροκόπημα που υφίστανται οι γυναίκες από παντού. Όταν έγραψα τή «γυναίκα ευνούχο» τά κορίτσια δεν χαραζόντουσαν με ξυραφάκια και δεν πεθαίνανε τής πείνας για να αδυνατίσουν. Οι γυναίκες χωρίς λαλιά υφίστανται από κάθε πλευρά και άποψη μια ατέλειωτη σκληρότητα και πόνους και οδύνες μέσα σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα που δημιουργεί εκατομμύρια χαμένους για κάθε χούφτα νικητών και κερδισμένων. Καιρός να θυμώσουμε πάλι ξανά.»

 

 

 

 

ένα ελληνικό αφιέρωμα

ένα αμερικάνικο άρθρο

 

 

 

 

 

 

Ιανουαρίου 18, 2015

ο διαχεόμενος φασισμός και ο μέσος έλληνας ήρωας (σχόλιο στο βιβλίο «μάρτυς μου ο θεός»)

 

 

 

είχα γράψει προ καιρού ένα σχόλιο στην καινούργια μου σελίδα για τό βιβλίο «μάρτυς μου ο θεός», και τό ονόμασα συνοπτικά (και, ίσως για κάποιες, αινιγματικά) «ο φασίστας ήρωας με τίς παντούφλες» –

γι’ αυτό σήμερα επανέρχομαι εδώ λιγότερο υπαινικτικά και θα επεκταθώ κιόλας λίγο

καταρχήν, επειδή στους «κήπους» δεν συνηθίζω να ασχολούμαι με λογοτεχνία πολύ πρόσφατη (και συνεπώς θα μπορούσε να εκληφθεί ως έπαινος, απ’ τή μεριά μου, για τό βιβλίο, τό να ασχολούμαι εδώ μαζί του) πρέπει να πω ότι δεν έχω καθόλου τέτοια πρόθεση. Ούτε αυτό πάλι σημαίνει ότι δεν βρίσκω πράγματα που θα μπορούσαν να επαινεθούν στο βιβλίο – τό αντίθετο. Αλλά τό κυριότερο πρόβλημα που εγείρει τό ζήτημα αυτού τού εκτεταμένου διηγήματος/μονολόγου, που βραβεύτηκε ως μυθιστόρημα, δεν αφορά κατά τή γνώμη μου καθόλου τήν καθεαυτό λογοτεχνική του αξία αλλά τήν ομοφωνία, τήν πάνδημη αποδοχή, και τήν υπερβολή τών επαίνων που συνόδεψαν τήν έκδοσή του – κυρίως μάλιστα μια φράση που είδα να επαναλαμβάνεται, με διθυραμβικό πρόσημο, ότι περιγράφει τόν μέσο έλληνα. Αυτό ήταν και παραμένει για μένα σημαντικό, παρ’ όλο που με τόν καιρό τό βιβλίο έχει πάψει να θορυβεί (μετά και τό ευρωπαϊκό βραβείο που τό συνόδεψε, και τίς φιλόδοξες μετατροπές του σε θεατρική παράσταση) (σημ. : «είναι τής μόδας αυτή η πρακτική προώθησης και διαφήμισης πεζογραφημάτων εσχάτως (πάει μαζί με τίς ‟παρουσιάσειςˮ, και να μού τό θυμηθείτε, στο τέλος οι παρουσιάσεις θα περιέχουν αυτομάτως και τή θεατρική μεταγραφή (τού πεζού»))) : παραμένει επομένως σημαντικό μόνο τό φαινόμενο που αφορά σχεδόν αποκλειστικά τήν κοινωνία : τών απερίσκεπτων ή σκεπτομένων, κρινόντων, διαβαζόντων και γραφόντων

θέλω να πω ότι αν τό βιβλίο μού τό σύσταιναν (όπως και έγινε άλλωστε, και γι’ αυτό τό διάβασα) και στη συνέχεια παρακολουθούσα να τό υποδέχεται πλήρης σιωπή (κάτι που γίνεται συχνά αλλά με βιβλία συχνά καλύτερα) τότε πιθανόν θα ένιωθα εγώ τόν πειρασμό να πω ότι έπρεπε να βρεθεί και κάποιος να πει μια καλή κουβέντα. Και τότε τό πρόβλημά μου θα ήταν ακριβώς ότι θα είχα να πω καλές κουβέντες : γιατί πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα, και, τό κυριότερο, πολύ ευχάριστα – μόνο που (και αυτό είναι από μια άποψη σήμερα τό θέμα μου) αυτή η ευχαρίστηση δεν είναι τό μεγαλύτερό του προσόν αλλά μάλλον τό μεγαλύτερό του ελάττωμα και, για να εκφραστώ και λίγο δογματικά, τό μεγαλύτερό του έγκλημα

 

 

όταν έβαλα λοιπόν για τίτλο τόν «φασίστα ήρωα με τίς παντούφλες» δεν παρέπεμπα ούτε άνευ σκέψης ούτε άνευ λόγου στην παλιά ελληνική ταινία, με (τόν πολύ καλό κωμικό σαν πρωταγωνιστή και) τό αρκούντως για εμπορικό σινεμά μελετημένο σενάριο : Άλλωστε η ταινία δεν έβγαινε από τά όρια τής μόνιμης ιεροτελεστίας τού παλιού «καλού» ελληνικού σινεμά : σέρβιρε τό εθνικοπατριωτικό συντηρητικό και ηθικοπλαστικό της μήνυμα με τήν επιτήδεια ταχυδακτυλουργία τής ενεσούλας (ας πούμε «θεραπείας») που περνάει στον οργανισμό τό δηλητήριο με τή γλυκιά γεύση τού αλληλέγγυου και παυσίπονου υπνωτικού. Αυτή ήταν όμως, γενικά, η αφελής πλευρά και εποχή τής αυθεντικής ελληνικής μετεμφυλιακής προπαγάνδας – ο καλός αγνός στρατιωτικός, φτωχός πλην τίμιος, και ήρωας πλην αφανής και άσημος, σε εκκωφαντική αντιδιαστολή με τό διεφθαρμένο σύστημα τής πολιτικής εξουσίας, και εν τέλει τής συνολικής κοινωνίας – ακόμα και τής οικογένειάς του. Η θεραπεία λειτουργούσε τόσο καλά ώστε επαναχρησιμοποιήθηκε, με λιγότερα προσχήματα (και ασφαλώς πιο άγαρμπα) και σε τηλεοπτική πλέον μορφή, με τόν γνωστό «άγνωστο πόλεμο» επί χούντας – μόνο που εκεί οι ήρωες είχαν βγάλει τίς παντούφλες κι είχαν ξαναφορέσει τά άρβυλα

οι αναλογίες σταματούν βέβαια εδώ γιατί τό βιβλίο είναι καλύτερης ποιότητας και από τά δύο παραπάνω παραδείγματα. Και αυτό ακριβώς είναι τό «στοιχείο εναντίον του» ή τό «έγκλημα» τού συγγραφέα του. Για να αναφέρω μια πιο κολακευτική (και για τούς δυο μας) αναλογία : θυμάμαι ένα δοκίμιο τού φραγκφουρτιανού φιλόσοφου λέο λόβενταλ, και μια αφήγηση (ίσως τού μαρκούζε) περί αυτού (πιθανόν εδώ) : Όταν, προπολεμικά ακόμα, ο χάμσουν έχαιρε γενικής εκτίμησης, ο löwenthal έδωσε στο περιοδικό τής σχολής τής φραγκφούρτης τό zeitschrift für sozialforschung για έκδοση ένα δοκίμιό του με τό οποίο διέβλεπε και ανέλυε τόν υπόγειο φασισμό τού συγγραφέα τής «πείνας» (δυστυχώς δεν μπορώ να παραπέμψω ακριβέστερα, πάνε χρόνια που τό ’χω διαβάσει, νομίζω ότι ήταν εδώ). Αν θυμάμαι καλά, σ’ αυτήν τήν έκδοση στα ελληνικά, υπήρχε και η αφήγηση (τού μαρκούζε ; ) περί τού επεισοδίου : Η ομάδα τής «σχολής» αντέδρασε αρχικά και δεν ήθελε με τίποτα να δεχτεί τήν ανάλυση και τήν άποψη τού λέβενταλ, και (ο αφηγούμενος) θυμάται πόσο αργότερα συγκλονίστηκαν όταν αναδύθηκε και έγινε στην εντέλεια σαφής η φασιστική στην πράξη στράτευση τού χάμσουν

οι συγκρίσεις είναι ανοίκειες, τό ξέρω, ούτε εγώ είμαι λόβενταλ, ούτε ο μάκης τσίτας χάμσουν, αλλά τό λέω για να πω τό εξής : η «παγίδευση» στην περίπτωση τής «πείνας» είναι ότι ο ήρωας δεν είναι φασίστας – αντιθέτως είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει. Ο «φασισμός» τού έργου τέχνης αναδύεται μέσα από άλλα κανάλια, και όχι απευθείας (σίγουρα θα τό βάραινα πολύ τώρα αν μιλούσα για τόν περίτεχνα εισαγόμενο στον οργανισμό αντισημιτισμό μέσω τών κάντος τού πάουντ). Αλλά για να μιλήσω για τό βιβλίο που λέω, ο δικός του φασισμός είναι ακόμα πιο ύπουλος, και υπογείως και υπεργείως : Ο ήρωας είναι αδικημένος από τή φύση και (μονίμως) αδικούμενος απ’ τούς ανθρώπους – ένας, κατά κάποιον τρόπο ανάπηρος άνθρωπος, άσχημος χοντρός και ανέραστος. Με αυτό τό θαυμάσιο εναρκτήριο λάκτισμα ο τσίτας δικαιώνει εν συνεχεία τόν ρατσισμό του επικαλούμενος τά πιο κοινά αντιρατσιστικά αντανακλαστικά τού κοινού του. Ποιος θα διανοούνταν να κατακρίνει ένα τέτοιο πλάσμα ; Πώς θα μπορούσαν οι «απόψεις» ενός αποτυχημένου να είναι επικίνδυνες ; (θυμίζει αυτό λόγους περί «δυστυχισμένων παιδικών χρόνων» κάποιων τεράτων ; Ασφαλώς τό βιβλίο δεν σκοπεύει να θυμίσει κάτι τέτοιο : η «θεραπεία» τήν οποία επιχειρεί έχει πολύ χαμηλότερη, και γι’ αυτό εξίσου πονηρή στόχευση). Η ηπιότητα και η μετριοφροσύνη τών φιλοδοξιών επενεργούν σε βάθος, ακριβώς επειδή εμφανίζονται ως αδύναμες και ασήμαντες. Τό δηλητήριο δεν αλλάζει σύσταση, έχει όμως ακόμα πιο γλυκιά γεύση. Ο «ήρωας» τού μάκη τσίτα είναι αδύναμος, και έτσι μπορεί να μονολογεί δυνατά, είναι καταπιεσμένος και συνεπώς τό μίσος του διεκδικεί τό δικαίωμα να καταπιέζει, είναι γλαφυρός συνεπώς μπορεί γλαφυρά να είναι ρατσιστής και μισογύνης, είναι διαβασμένος και καλός στη δουλειά του, συνεπώς η κατάρρευσή του μάς παρασέρνει στην αναντίρρητα πολιτισμένη οδύνη της

και προκύπτει, για μένα, τό εξής ερώτημα : πόσο δικαιολογείται μια κοινωνία κρινόντων και διαβαζόντων, να καταπίνει αμάσητο ένα ιδεολογικό υπόβαθρο τουλάχιστον ύποπτο, αν όχι εκπεφρασμένα ρατσιστικό, τήν ίδια στιγμή που τό «μέσο» πλήθος από τούς ίδιους διανοούμενους και διαβάζοντες, δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του για τόν απευθείας εκφραζόμενο πάσης φύσεως ρατσισμό όταν είναι δηλαδή σαφώς «λούμπεν ακροδεξιάς», και όχι φίνας λογοτεχνικής κοπής ; Φυσικά τό έδαφος στο οποίο πατάω είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Θα μπορούσε να μυρίζει, αυτού τού είδους η ρητορική, μια ηθικολογία «σοσιαλιστικορεαλιστικής» καταγωγής – τό να περιγράψει κάποιος έναν ανθρωπάκο ή ένα κάθαρμα είναι απολύτως κανονικό στην τέχνη – και, επιπλέον, εάν τέτοιου είδους καθάρματα είναι συνηθισμένα σε μια κοινωνία, αποτελεί τουλάχιστον υποκρισία η ενόχλησή σου αν τούς βλέπεις ν’ αντανακλώνται στον καθρέφτη τού έργου τέχνης. Αυτή εξάλλου είναι και η λογική τού συγγραφέα όπως βγαίνει από τά μετριόφρονα και συμπαθή λεγόμενά του – εκτός κειμένου. Τό πρόβλημά μου δεν είναι εκεί : αν τό βιβλίο (υποθετικά, λέμε τώρα) συναντούσε πάνδημη εχθρότητα και κατακραυγή «διότι περιγράφει ως μέσο έλληνα ένα κάθαρμα» ή «ένα φασιστοειδές ανθρωπάκι» εγώ ομολογώ ότι θα έβγαινα με πολύ ύφος να τούς κουνήσω τό δάχτυλο (από τό σεμνό αυτό βλογ) πως είναι υποκριτές, αφού αυτός ο φασίστας και τό ανθρωπάκι μπορεί, σε μεγάλο ποσοστό, να είναι πράγματι ο μέσος έλληνας. Συνεπώς για να μη θεωρηθώ σχιζοφρενής, πρέπει να καταφέρω να εξηγήσω ότι δεν με ενοχλεί «ο ήρωας ως φασίστας μέσος έλληνας» αλλά ακριβώς τό γεγονός ότι θεωρείται ανθρωπάκι και κάθαρμα και μέσος έλληνας αυτός ο ήρωας, χωρίς όμως να θεωρείται φασίστας. Δεν ξέρω πόσο λεπτή ή αδιόρατη, και εν τέλει άκυρη, μπορεί να θεωρηθεί αυτή η διαφορά

όπως έλεγα πάντως και στο σχόλιό μου στο φέϊσμπουκ θα μπορούσε, και ίσως θα έπρεπε, να έχει επομένως με αυτή τήν αφορμή συζητηθεί τό βιβλίο σε συνδυασμό και με τήν εκ διαμέτρου αντίθετη καλλιτεχνικά, αυστηρή διαπραγμάτευση ενός εξίσου «ποταπού ήρωα» από τόν αλέξανδρο κοτζιά, στο μυθιστόρημά του «αντιποίησις αρχής» – και θα ’ταν τότε και μια αφορμή να ξαναθυμηθούμε, τέτοιες μέρες με τούς φασίστες που ξαναζητούν τήν ψήφο τού «μέσου έλληνα ήρωα», εκείνο τό καλό μυθιστόρημα – για τό οποίο, επειδή έχω ομολογήσει ότι δεν κατάφερα να τό διαβάσω ολόκληρο, («τόσο φριχτός ήταν ο ‟ήρωάςˮ του» (και ότι, επιπλέον και εξαυτού, τό θεωρούσα έπαινο προς τό βιβλίο (τού κοτζιά) τό ότι δεν κατάφερα ήρεμα να τό διαβάσω)) παραθέτω εδώ λίγα απ’ όσα έχει πει σχετικά ένας κριτικός του :

«ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, επιχειρεί να εισχωρήσει στο σπασμένο μυαλό ενός παρακρατικού σκουπιδιού, και να μάς αφηγηθεί τήν ιστορία τών γεγονότων τού Πολυτεχνείου που σημάδεψαν τήν πτώση τής χούντας τών συνταγματαρχών μέσα από τά κομμάτια και θρύψαλα τής ‟λογικήςˮ του (…) Περνούν κεφάλαια επί κεφαλαίων και σελίδες πάνω σε άλλες σελίδες, κι αγωνιά ο αναγνώστης να παρακολουθήσει αυτό τό ασυνάρτητο παραμιλητό, αυτό τό συνονθύλευμα γλωσσικών ιδιωμάτων, γλωσσών, ιδιολέκτων, εκφράσεων τής πιάτσας (…) Και ξαφνικά, κάπου στη μέση τού βιβλίου ο συγγραφέας παίρνει τήν κινηματογραφική κάμερα τής αφήγησης από τόν σπασμένο καθρέφτη τής πίσω πλευράς (…) και κινεί τήν κάμερα σε πανοραμικά εξωτερικά πλάνα τής ξεσηκωμένης Αθήνας, κάνει θεαματικά τράβελινγκ και βουτιές πάνω από τίς ταράτσες και τίς λεωφόρους τού κέντρου τής Αθήνας (…) Κι αφού μάς δώσει μία πανοραμική εικόνα τών γεγονότων τού Νοέμβρη τού 1973, ο αφηγητής ξαναβυθίζεται στο μυαλό τού ετοιμοθάνατου πλέον (…) που παραληρεί, ανακατεύοντας Γερμανούς, αντάρτες, Άγγλους, χουντικούς, τήν Ασφάλεια, τά Υπουργεία, τίς παρακρατικές οργανώσεις που διοικούν υπόγεια, φυλακισμένους, πόρνες, νταβατζήδες (…) Μόνο που τώρα η αφήγηση είναι πιο ενδιαφέρουσα, αφού έχουμε δει πλέον τή συνολική εικόνα, έχουμε εξοικειωθεί με τήν ιδιόλεκτο τού αντι–ήρωα (…) κι ανυπομονούμε για τό επόμενο τράβελινγκ, για τό επόμενο πανοραμικό πλάνο, πριν βυθιστούμε για άλλη μια φορά στο χάος τού εγκεφάλου του (…)»

μπορεί υποθέτω να δει κανείς, και απ’ αυτό μόνο τό απόσπασμα, για ποιες «ομοιότητες» (και ποιες διαφορές) μιλάω. Αλλά δεν θέλω να σταθώ περισσότερο εδώ : τό σημαντικό για μένα είναι κάτι άλλο : Αυτό τό «σταμάτημα» και τό «ξαναξεκίνημα» τής αφήγησης που κάνει ο κοτζιάς, από άλλη οπτική γωνία κάθε φορά, είναι ίσως τό κλειδί για τήν αφηγηματική ευφυία ενός κειμένου, και τή «σωτηρία» τής «αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο» ως αντικειμενικής υπόθεσης : πρόκειται βέβαια για πανάρχαιο αφηγηματικό κόλπο (υπάρχει ήδη στον όμηρο) και λειτουργεί πάνω απ’ όλα ως υπέρτατη ειρωνεία η οποία καταργεί και ακυρώνει ό,τι σημαντικότερο (από μια άλλη άποψη) ο ίδιος ο συγγραφέας πετυχαίνει : τήν, μέσω τής αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, απόλυτη νομιμοποίηση τής οπτικής τού ήρωα – γιατί μέσω τών «άλλων» παραδίπλα αφηγήσεων ακριβώς εγκαθιδρύεται η απαξίωση και η αμφισβήτηση τής γενικής του αλήθειας – ώστε η τελική αλήθεια τού κειμένου να αποκτήσει μια πλατύτερη και πιο αντικειμενική λογική : η μετάβαση στην οπτική ενός άλλου «σχετικοποιεί» δηλαδή αυτόματα τήν ειλικρίνεια τού μονόλογου. Δεν υπάρχει πραγματικά καλός συγγραφέας που να μην τό έχει τουλάχιστον υπόψη του αυτό (οι «πολύ καλοί» τό εκμεταλλεύονται πλήρως) Ας μην νομίσει δηλαδή κανείς ότι ο «εσωτερικός μονόλογος», στις λαμπρές του εννοώ στιγμές, δεν εμπεριέχει αυτό τό κόλπο. Αλλά γι’ αυτό θα χρειαζότανε ένα άλλο ποστ

πάντως, στο αφήγημα για τό οποίο μιλάω σήμερα, ο μονόλογος εκμεταλλεύεται πλήρως τή μεταφυσική (και με μάρτυρά του τόν θεό) ισχύ αυτής τής έλλειψης κάθε αντίλογου : και, επιπλέον, σε σχέση με τήν «γενική οργάνωση» τού βιβλίου η οποία επίσης επαινέθηκε, εντελώς επιπόλαια κατά τή γνώμη μου, θα έλεγα ότι τό πόνημα δεν είναι καθόλου τόσο «άνευ ελαττωμάτων» όσο τό παρουσίασαν – ούτε από άποψη σύλληψης δηλαδή ούτε από άποψη εκτέλεσης. Ο ίδιος ο μονόλογος που σέ κρατάει στην αρχή με τή (χειμαρρώδη ομολογουμένως) γλαφυρότητά του και τή γλωσσική του εφευρετικότητα, ακολουθεί μεν αρχικά ορισμένους δεδομένους κανόνες «εσωτερικής ροής» με ανακλήσεις παρελθόντος – οι οποίες όμως, όσο πάει, χαλαρώνουν τούς δεσμούς τους με τό αρχικό «σχέδιο» ώστε να καταλήξουν σε μια ευκολία και μια ανοργανωσιά που δύσκολα πείθει ως αποτέλεσμα παράκρουσης και διαταραχής τού αφηγούμενου – πρόκειται μάλλον για ευκολία και βαρεμάρα τού γράφοντος. Ίσως γι’ αυτό η πρόταση, με τη μορφή κραυγής «ααααα» τού ήρωα στο τέλος, με τόν εύκολο και φτηνό νατουραλισμό της – που προσπαθεί όμως να εκμαιεύσει από τή μεριά τού αναγνώστη τήν τελική του συγκατάθεση – δεν κάνει ουσιαστικά τίποτ’ άλλο παρά να εκλιπαρεί ακριβώς για τήν απόσυρση κάθε ένστασης : μέσω τής ταύτισης πλέον τού (βιαστικού και μαθημένου στα εύκολα) αναγνώστη (ταύτιση όχι πια με τόν ήρωα αλλά με τόν ίδιον τόν συγγραφέα – ο οποίος μέσω αυτής τής μονομπλόκ αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο δεν μάς έδωσε ούτε μία στιγμή, ούτε καν ειρωνικά, τή δυνατότητα να τόν διαχωρίσουμε από τόν αφηγούμενο). Αυτή η (φαινομενικά) συγγραφική ατεχνία δεν είναι δηλαδή ακριβώς αποτέλεσμα «έλλειψης ταλέντου» αλλά απλώς τό σημείο όπου ο συγγραφέας ταυτίζεται (και δεν θέλει και να τό αρνηθεί) υπογείως και απόλυτα με τόν εαυτό του

γι’ αυτό και τό τελικό επεισόδιο με τά δώρα (παντούφλες ή ό,τι άλλο, δεν θυμάμαι) μολονότι αρχικά «συγκινητικό», καταρρέει σε αυτήν τήν πλήρη αμηχανία τέλους. Εν τέλει δεν καταδέχομαι τώρα να ασχοληθώ περισσότερο με τόν γενικό μικρομεγαλοαστικό ηθικισμό, πουριτανισμό, και τόν συνακόλουθο μισογυνισμό ενός κειμένου, που μάς φέρνει κατακέφαλα, μέσα από τό (υποτίθεται) ρεαλιστικό του περίβλημα, και τό γελοιωδώς σουρεαλιστικό συμβάν η ευσεβής και θεούσα αδελφή τού ήρωα να μετατρέπεται σε θεοτική πουτάνα : προφανώς βέβαια για τόν συγγραφέα η πουτανιά τών γυναικών είναι η ύστατη κατάπτωση : διότι στους άντρες ήρωές του υπάρχουν και αποχρώσεις – αλλά οι ψυχολογικές μονομανίες τού συγγραφέα είναι σα να προσπαθούν να αποενοχοποιηθούν τήν ώρα που ο μισογυνισμός του αγγίζει τά όρια τού ηλιθιωδώς γελοίου

όπως είπα λοιπόν και στο σχόλιο, τό αν ο συγγραφέας τού «μάρτυς μου ο θεός» (και ο τίτλος είναι μάλλον τό πιο πετυχημένο σημείο τού βιβλίου) είναι πράγματι μυθιστοριογράφος, δηλαδή συνέγραψε έργο φαντασίας και δεν έβγαλε απλώς τά σώψυχά του σε κοινή θέα, σε μια περίοδο τής ελληνικής ζωής κατά τήν οποία αυτά τά σώψυχα μπορούν να περάσουν ως συμπαθείς περιπέτειες ενός καλού και απλού βλάκα, θα τό δείξει με τά επόμενα – κάποιο απ’ τά οποία θέλω να φαντάζομαι ότι θα είναι ο εσωτερικός μονόλογος μιας γυναίκας που μόνο άντρες καθάρματα θα συναντάει στη ζωή της. Ώς τότε θα απολαμβάνουμε (και θα βλέπουμε και στο θέατρο) τόν ευνουχισμένο μέσο έλληνα ως γενικό κανόνα για τούς ομόφυλους τού τσίτα στη χώρα.

 

 

 

 

  

εικονογράφηση / αριστερά δημήτρη σαπρανίδη, αντιδικτατορική αφίσα (επεξεργασμένη) «bus only» / δεξιά φωτογραφίες josef koudelka ισπανία, η 2η : «παμπλώνα, καρναβάλι 1972» / κριτικοί διθύραμβοι εδω και εδω

 

 

 

 

 

 

Μαΐου 14, 2013

η πίπα ο πάγκος και τό παγκάκι

.

.

.

.

1 η πίπα και ο πάγκος

   τίς λυπάμαι τίς μεγάλες γυναίκες : άρχισα δηλαδή να τίς λυπάμαι όλες ανεξαιρέτως, από μια εποχή και μετά : κάποτε τίς συχαινόμουνα γιατί μού δημιουργούσαν προβλήματα, ήταν αυτές που είχαν τή μεγαλύτερη ζηλοφθονία και κακία για τή ζωή που (όπως έλεγαν) έκανα, αυτές που, ακόμη κι αν κάποιοι άντρες τής ηλικίας τους ενίοτε μπορεί και να μέ (κατ’ εξαίρεση) συμπαθούσαν, αυτές θα μέ έβλεπαν πάντοτε μέσα απ’ τό πρίσμα τής δικής τους στέρησης, με μίσος σχεδόν – και σίγουρα με αντιπαλότητα : καρφωμένες δηλαδή στον πάγκο τής (ελάχιστης) εξουσίας που τούς παραχωρούσε τό σύστημα στο οποίο είχαν επενδύσει και καταθέσει τή ζωή τους και τό σώμα τους και τό μυαλό τους, όλα ολόκληρα : κολλημένες στον πάγκο τής (μηδαμινής) εξουσίας που τούς είχε παραχωρηθεί με βάση τήν τρέχουσα αντρική ηθική – που τήν είχαν καταπιεί (και τήν είχαν πραγματοποιήσει (σε βάρος τής ζωής τους)) ολόκληρη : τίς έβλεπα με οίκτο αλλά επειδή μέ ενοχλούσαν τίς συχαινόμουνα. Ήταν άλλωστε και θέμα αυτοσυντήρησης να υπερασπίζομαι τήν κατάργηση τής ηθικής που τίς είχε σκλαβώσει – έβλεπα τά χάλια τους – έβλεπα μια ζωή χωρίς έρωτα γεμάτη ιδεοληψίες, θρησκοληψίες, και μίσος : όταν ήμουν μικρή, με βάση τή δύναμη που είχαν όλες οι μεγάλες γυναίκες στην οικογένεια στον δρόμο στην κοινωνία ολόκληρη, με βάση τήν αρραγή ενότητα ηθικής που μέ έπνιγε αλλά ήμουν ανίκανη να κάνω οτιδήποτε εναντίον τους, σαν παιδί αβοήθητη και καθισμένη στον πάγκο τού κατηγορούμενου μονίμως, ανυπεράσπιστη απέναντι στον πάγκο τής εξουσίας τού σύμπαντος κόσμου, ανταπόδιδα τό μίσος με μίσος : έφαγε η μούρη μου χώμα κατά τό κοινώς λεγόμενο, μεγάλωσα, και αυτές σιγά–σιγά έπαψαν να έχουν οποιαδήποτε δύναμη εναντίον μου : άλλαξε τότε αδιόρατα και πονηρά η συμπεριφορά τους – πονηριά οι άνθρωποι διαθέτουν έτσι κι αλλιώς – και από δεικτικές έγιναν σχεδόν ικετευτικές : εκλιπαρούσαν τώρα τήν κατανόησή μου παμπόνηρα : τήν απόκτησαν, τούς τήν έδωσα, σιγά–σιγά : σε ακραίες περιπτώσεις έβγαινε πάλι τό μίσος τους στην επιφάνεια – τό μίσος δεν εξαφανίζεται αν έχει καλούς λόγους να ’χει σχηματιστεί – απλώς θάβεται ή κρύβεται : κι όταν ξεθαβόταν έτσι άτσαλα, τότε έβγαινε και η παλιά δικιά μου αηδία πάλι : αλλά σε γενικές γραμμές τίς καταλάβαινα – τίς καταλάβαινα τόσο όσο δεν κατάλαβαν ποτέ οι ίδιες τόν εαυτό τους ( : υπήρξαν φυσικά και γυναίκες που είχαν επιδιώξει τόν έρωτα τήν ελευθερία ή τήν τέχνη στη ζωή τους – ήταν λίγες αλλά η ιδέα τους μέ στήριζε – η όψη τους ήταν μια ανάμνηση παρηγοριάς – γιατί  βρίσκονταν μακριά κατά κανόνα πάντα πάντως). Άρχισα να μπορώ και να μιλάω μαζί τους – μανία μου ήταν άλλωστε αυτό, τό να μαζεύω ιστορίες – άρχισα να μπορώ να τίς ακούω και να μην εκνευρίζομαι τόσο από τό γεγονός ότι αυτές δεν ήταν σε θέση να μέ ακούνε – κι αν κατά λάθος μέ ακούγανε, έβγαινε πάλι τό ίδιο παλιό μίσος : δεν μέ πείραζε τόσο τώρα : αυτός ο πάγκος, αυτή η ελάχιστη εξουσία που τούς είχε παραδοθεί (να ελέγχουν τή ζωή τών άλλων γυναικών, να φροντίσουν να μη γίνει καμιά τους ευτυχισμένη, να επιβεβαιώσουν τή διαιώνιση τής σκλαβιάς που αυτές τίς ρήμαξε και τίς έθαψε εν ζωή) είχε φαγωθεί είχε σαπίσει είχε γεμίσει σκουλήκια : δεν μ’ ένοιαζε και τόσο που δεν μ’ ακούγανε, είχα αποκτήσει υπομονή και κατανόηση, τό θεωρούσα σχεδόν φυσικό : άκουγα εγώ αυτές ( : και τό κυριότερο : άκουγα τή σιωπή γύρω τους, μια που κανένας ποτέ δεν φαινόταν να τίς είχε ακούσει : χωρίς να τό καταλάβω άρχισα να μισώ περισσότερο τούς άλλους (ακόμα κι εκείνους τούς άντρες που είχαν δείξει πάντα μια επιείκεια προς τή δικιά μου ηθική, ίσως φυσικά ιδιοτελώς) εκείνους τούς άντρες που με τή σιωπή τους έκαναν τή ζωή αυτών τών γυναικών (που μού είχαν κάνει εμένα τή ζωή τόσο δύσκολη) τελείως ανύπαρκτη, που τή σκότωναν πριν πεθάνει και τήν έθαβαν πριν ταφεί (ακυρώνοντας έτσι, θάβοντας στη σιωπή, και τό χειρότερο (σημαντικότερο από μια άποψη) κομμάτι και τής δικής μου ζωής) κι αυτή ήταν η απόλυτη επιτυχία τού όλου συστήματος : η ζωή τόσο εκεινών, όσο και η δικιά μου, να βυθιστεί, στα πιο καίρια σημεία της, εκείνα τά υπόγεια τά ανεπίτρεπτα τά παράνομα ή τά άφωνα, εντελώς στη σιωπή : ήταν λόγοι συμφέροντος : οι εχθροί μου έπρεπε να υπάρχουν ειδαλλιώς δεν υπήρχε ούτε η ζωή που τούς είχε αντιταχθεί.

   αρχές δεκαετίας τού ογδόντα βρέθηκα να μιλάω με μια κυρία τέτοιου είδους, πολύ καθωσπρέπει, που έμενε στην περιοχή τού άγιου παντελεήμονα (άγνωστη λίγο–πολύ τότε αν και εγώ τήν ήξερα πολύ καλά) και τήν άκουσα να μού διηγείται με αδέξια ντροπαλοσύνη (η πολύ αμήχανη αυτή ντροπαλοσύνη συνοδευόταν κι από μια διστακτική απόχρωση αποτυχημένου μοντερνισμού αλλά και έντρομης τόλμης) ένα φριχτό ανέκδοτο, ένα γεγονός δηλαδή που είχε συμβεί σ’ εκείνη τή γειτονιά (που τότε δεν είχε ίχνος αλλοεθνή, όπως κι όλη η ελλάδα κατά μεγάλο μέρος της, τότε) σε κάτι γνωστές της (πολύ μεγάλης ηλικίας γυναίκες κι αυτές, και μάλλον πέραν τού συνήθους θρήσκες : τίς θυμάμαι αμυδρά να τίς σκέφτομαι πάντα στα μαύρα και με μαύρα μαντήλια κιόλας στο κεφάλι – πράγμα που δεν είναι και απόλυτα σίγουρο ότι φορούσαν πραγματικά – μάλλον ήταν ντυμένες αστικά, στα μαύρα, και με τίς μαύρες τσαντούλες στο χέρι (ήταν κάτι σαν αδελφές νομίζω, ή ίσως φίλες, γεροντοκόρες πάντως (γυναίκες δηλαδή που δεν είχαν κάνει ποτέ έρωτα στη ζωή τους, αυτό τό είδος καθημαγμένων ερειπίων, με μια ασαφή και παντελώς άγνωστη εσωτερική ζωή, με μια εσωτερική ζωή αφανή ανάκουστη ανύπαρκτη – ανεπεξέργαστη ακόμα και για τίς ίδιες))) : αυτήν τήν ιστορία επειδή δεν τήν ξέχασα (δεν τα κατάφερα) ποτέ (και μού ’ρχόταν μάλιστα κατά διαστήματα πώς να τό πω, και σαν εφιάλτης, ακόμα και στα όνειρά μου που λέει ο λόγος) προβληματίστηκα πάρα πολύ με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τήν γράψει κανείς σε βιβλίο : και σχεδόν πάντα, συνέχεια, ο μόνος συγγραφέας που μού ’ρχόταν στο μυαλό σα βοηθός και μπούσουλας ήταν ο χένρυ τζαίημς (και όχι η τζαίην ώστιν όπως θα μπορούσε κάποιος αρχικά και λογικά να υποθέσει : όχι η θεία τζαίην όπως ούτε κι ο θείος σαίξπηρ εξάλλου – εξαιτίας ακριβώς, ή μάλλον, τού ακραιφνώς σεξουαλικού λεξιλόγιου που θα ’πρεπε να επιστρατέψει αναγκαστικά κανείς, μολονότι η επίμονη εσωτερικότητα που απαιτούσε η αφήγηση κατάγεται και υπάγεται και ανήκει ασυζητητί και στους δύο) : ο χένρυ τζαίημς μάλιστα ίσως εξαιτίας τής «κληρονόμου» του (όπως μάθαμε να λέμε τό washington square του) που έχει να κάνει με μια εντέλει γεροντοκόρη – όπως θα ’λεγε με τό δικό της λεξιλόγιο και η κυρία που μού μίλησε – αλλά νομίζω μάλλον κυρίως εξαιτίας τής απίστευτης ικανότητάς του να εμπλέκει ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και ήθους με τόν πιο αυτονόητο αποτελεσματικό ήπιο και ταυτόχρονα εφιαλτικό τρόπο : δεν έχω καταφέρει ακόμα να μπορέσω να τό περιγράψω, τό λέω εν συντομία λοιπόν τώρα ως εξής :

   μού λέει η συμπαθής κυρία : εκεί που περπατούσαν στο δρόμο προχτές τή νύχτα (γυρίζοντας δεν ξέρω από πού) τίς σταμάτησαν δύο νέα παιδιά και τούς βουτήξαν τίς τσάντες : κατατρόμαξαν οι κακομοίρες και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα ούτε ν’ αντισταθούν (και ήταν τά μοναδικά τους λεφτά εκειμέσα μού είπανε – η μια νομίζω παίρνει σύνταξη απ’ τόν πατέρα της ή τόν αδελφό της κι η άλλη δεν θυμάμαι από πού) : καταλαβαίνεις δυο γριές γυναίκες τώρα – τί να κάνουν – τίς σπρώξαν τίς βουτήξαν και τούς πήραν τίς τσάντες : τρόμαξαν, κατατρόμαξαν, βάλαν ίσως λίγο τά κλάματα (δεν θυμάμαι τώρα) αυτοί οι αλήτες τούς έδωσαν καμιά μπουνιά και σφαλιάρα ίσως (δεν θυμάμαι τώρα) πάντως τίς βρίσαν γέλασαν και τίς κορόϊδεψαν, τίς λέγαν συνέχεια κωλόγριες, ή σκέτο γριές. Καταλαβαίνεις οι καημένες τρομάρα που πήρανε, δεν ήταν μόνο που χάσαν τά λεφτά, στεκόντουσαν εκεί έντρομες μπροστά στα παλιόπαιδα και φοβόντουσαν μην τίς σκοτώσουνε κιόλας (ήταν πιασμένες κι απ’ τό χέρι, σκέφτηκα εγώ όπως είμαστε με τίς φίλες μας στο δημοτικό) και τσιμουδιά, δεν μιλάγαν καθόλου, δεν είπανε τίποτα. Αλλά τά παλιόπαιδα δεν φύγανε, βάλαν τά λεφτά στην τσέπη και ύστερα τίς είπαν να γονατίσουν, κι αυτές γονάτισαν τί να κάνουν γονάτισαν υπάκουα στο πεζοδρόμιο μπροστά στα πόδια τους, κι αυτοί τότε άνοιξαν τά παντελόνια τους και τίς είπαν να κάνουν, ξέρεις τί, με τό στόμα να τούς κάνουν… (Ξέραν τί να τούς κάνουν ; είπα εγώ. Δεν ξέραν είπε, πού να ξέρουν, αλλά αυτοί τούς δείξανε, τούς είπαν «στο στόμα σου, βάλτο στο στόμα σου και ρούφα»). Και οι καημένες τό κάναν κι αυτό, τί να κάνουνε (γελάκι από τήν κυρία – είναι χήρα, υπήρξε έγγαμος, αυτή ακόμα κι αν δεν τό ’κανε ποτέ στον άντρα της, τό ξέρει τουλάχιστον –) (Και έγινε όλο αυτό στον δρόμο ; (είπα αφελώς εγώ) δεν φοβόντουσαν μην τούς δει κανείς ; Δεν φοβόντουσαν όπως φαίνεται τά παλιόπαιδα είπε (ή ήταν ξελιγωμένα για τσιμπούκι είπα από μέσα μου εγώ) και έτσι γονατίσαν οι καημένες και άνοιξαν τό στόμα (διστάζει αν πρέπει να γελάσει) και τό έβαλαν μέσα, ξέρεις… και τό έκαναν (γελάει λίγο πιο ελεύθερα) και ύστερα έφυγαν και έμειναν αυτές στο πεζοδρόμιο γονατισμένες και ύστερα σηκώθηκαν, βοήθησαν η μια τήν άλλη να σηκωθεί, και κοιτάχτηκαν (ή δεν κοιτάχτηκαν, είπα μέσα μου εγώ) και σκύψαν τό κεφάλι και συνέχισαν καταλαβαίνεις να πάνε σπίτι (και τό έμαθε χτες από τό τηλέφωνο η τάδε, δηλαδή αναγκάστηκαν και τό είπαν επειδή ήταν τά λεφτά στη μέση και μετά σιγά–σιγά είπαν και τό άλλο) (πήγαν σπίτι τους μάλλον χωρίς να κοιτάζονται, είπα μέσα μου εγώ) (αν μού συνέβαινε εμένα θα ασχολιόμουνα με τό ότι αυτά τά βρωμόπαιδα τά λιμασμένα για τσιμπούκι θα ήταν άπλυτα και θα πρέπει να βρώμαγε η ψωλή τους, αλλά γι’ αυτές τίς δύο τό πρόβλημα πρέπει να ’ταν τελείως διαφορετικό σκεφτόμουνα, και αυτό ήταν που μού φαινότανε εφιαλτικό γιατί αυτό κατά πάσα πιθανότητα αποτέλεσε στο σχεδόν τέλειο τέλος τής στερημένης ζωής τους τήν πρώτη πραγματική γνωριμία με σωματικό και πραγματικό έρωτα (γιατί σκέφτηκα αυτές οι γυναίκες μέσα σ’ όλη τή φριχτή υστερία τους έχουν ζήσει τουλάχιστον μια ομορφιά, έχουν εξιδανικεύσει απόλυτα τήν ψυχή και τό σώμα τού ανύπαρκτου άλλου, εξιδανικεύουν ανενόχλητες και τά αισθήματα και τό μυαλό εκείνου που δεν φάνηκε ή φάνηκε και τόν απόρριψαν και έχουν ηρωοποιήσει τό μηδέν που δεν χάρηκαν (και ξαφνικά, λίγο πριν πεθάνουν, βρίσκονται μπροστά στην βρώμικη ψωλίτσα τού λιμασμένου για οποιοδήποτε γελοίο τσιμπούκι τού οποιουδήποτε πεινασμένου βρωμύλου και είναι αναγκασμένες να αναθεωρήσουν στο παραπέντε εκεί που δεν χωράει αναθεώρηση γιατί δεν χωράει ούτε επαναδιαπραγμάτευση ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία)))

   αυτή η εσωτερική ζωή που η όποια γελοία κερδισμένη ισορροπία της καταρρέει από μια βρώμικη λιμασμένη ελληνική περήφανη μικροψωλή μέ εκνεύρισε επειδή τήν είδα (στην πραγματικότητα τήν άκουσα) να καταρρέει με τέτοιο ταπεινωτικό τρόπο – στην ιστορία, τήν επίσημη ιστορία τών αντρών και τών αειθαλών πολέμων τους, τέτοιες ταπεινωτικές καταρρεύσεις ισοδυναμούν με ηρωισμούς και δάφνες και χρυσές σελίδες (ας θυμηθούμε τό μανιάκι) λοιπόν κατάληξα ότι μέ εκνεύρισε που αυτή η ταπεινωτική κατάρρευση δεν εξισώθηκε ποτέ με τίποτα, και δεν μπορούσε να εξισωθεί : τό ότι άντεξαν τήν ξυνίλα, τό ότι έφτυσαν ίσως φοβισμένες και στα κρυφά παραδίπλα, τό ότι σηκώθηκαν και τούς τρέχανε κάτι υγρά απ’ τό στόμα και τά σκούπισαν κρυφά η μια απ’ τήν άλλη (πώς άραγε ; με τό μανίκι ή βγάλαν κάνα μαντηλάκι ; ) τό ότι γύρισαν σπίτι με τά κεφάλια σκυμμένα και δεν ήταν τό ότι έμειναν άφραγκες και τό τί θα τρώγανε αύριο που τίς ένοιαζε τόσο, όσο τό ότι δεν είχαν λέξεις να μιλήσουν γι’ αυτή τήν ξυνίλα, κι ίσως τό ότι η μία απ’ τίς δύο μίλησε από τό τηλέφωνο τελικά (κι η άλλη ίσως τήν άκουγε καθισμένη απέναντι, με κείνη τήν καταρρακωτική περιέργεια τού τί λέξη θα χρησιμοποιήσει, μήπως ήξερε η άλλη λοιπόν τί λέξη υπάρχει γι’ αυτό ; ) και με τί αφάνταστη ταπείνωση και συντριβή παραδέχεσαι (από μέσα σου : η φαντασία μου δεν φτάνει να τίς βλέπει να τό λεν δυνατά) ότι έχει ενδιαφέρον αυτό τό πράγμα αν γινόταν μ’ αυτόν που αγάπησαν κάποτε και δεν θα μπορέσουν ποτέ να τό ζήσουν με τέτοιο όρο γιατί σε πέντε χρόνια θα πεθάνουν (τό ξέρουν, τό υπολογίζουν περίπου (και δεν υπάρχει περίπτωση να βρουν άντρα τώρα να τό κάνουν με όρους αγάπης ή καύλας γιατί δεν υπάρχουν άντρες στην ηλικία τους διαθέσιμοι αλλά ούτε μπορντέλα, έστω φτηνά μπορντέλα για γυναίκες να πάνε να δουν – και ο πόνος που έρχεται ξαφνικός και ξεπερνάει τήν ταπείνωση τής βίας και τού γονατίσματος είναι τό σφάξιμο στην καρδιά από τήν ανήλεη ήττα τής σιωπής τής ανυπαρξίας και τής αφωνίας τών πράξεων και τών λέξεών τους))

   και τό ότι αυτά δεν πρόκειται να υπάρξουν σε καμιά ιστορία ήταν τό κομμάτι τού εφιάλτη που μ’ απασχόλησε, τό ότι κανείς δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί με τό πώς (σηκώθηκαν κι έφυγαν, με τό πώς σχεδόν δεν μίλησαν για τή γεύση τού βρώμικου υγρού που για μια στιγμή τίς τρόμαξε καθώς τό πήραν σίγουρα για κάτουρο, για τό πώς) θα πάρουν μαζί τους στον τάφο τήν ξυνίλα τής τελειωτικής περιφρόνησης τού σύμπαντος για τό ματαιωμένο αλλά όχι ανύπαρκτο ακόμα στόμα και όνειρο και σώμα : όλοι μπορεί ν’ ασχοληθούν με τά λεφτά που τούς πήρανε, αλλά για τήν καταρρακωτική βρωμοψωλή τό πεινασμένο σκουλήκι που τρώει και τήν τελευταία ομορφιά τής διά βίου στέρησης κι ονείρωξης δεν θα γίνει ποτέ λόγος : αυτή η διά βίου στέρηση πρέπει να υπάρξει (ασφαλώς και πρέπει, ήταν υποχρεωτική για κάτι αιώνες) αλλά δεν πρέπει να τήν συμπονέσουμε ούτε να τήν αναλύσουμε ούτε να τήν δούμε ούτε να τήν ακούσουμε ούτε να τήν μυρίσουμε : σχεδόν δεν έχουμε λόγια γι’ αυτήν : θα προκαλέσει οίκτο, ακόμα και κοροϊδίες, αλλά δεν θα επισύρει ποτέ κατανόηση :

   εξαυτού άρχισε κυρίως να μέ ενοχλεί τό οποιοδήποτε δείγμα αδιαφορίας προς αυτά τώρα επιπλέον τά άηχα : άρχισα να τό παίρνω απόφαση ότι τά άηχα δεν αφορούν μόνο δηλαδή τά παιδιά που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς μεγάλες γυναίκες ούτε μόνο τίς μεγάλες γυναίκες που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες σαν μικρά κοριτσάκια (μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς άλλες μεγάλες γυναίκες που τούς κάνουν τή ζωή δύσκολη όπως τό ξέρω καλά) αλλά κι αυτές που περισσότερο απ’ όλες ποτέ μου δεν χώνευα, αυτές που κυρίως δεν χώνευα πια, δηλαδή τίς γριές : αλλά ούτε τά μικρά κοριτσάκια, ούτε οι μεγάλες γυναίκες, ούτε καν οι γριές υπήρχαν εδώ που τά λέμε και πριν καν ποτέ : και όταν ξύπνησαν οι σοφοί τών κομμάτων και γίναν ευαίσθητοι άρχισαν να υπάρχουν πάλι άντρες μόνο φτωχοί και άθλιοι και ξένοι αλλά άντρες μόνο, και τά πάθη τους μόνο, και που καλό και προοδευτικό είναι να τούς λυπηθείς για τά πάθη τους μόνο, αλλά εκείνες δεν φαινόντουσαν πάλι και δεν ακουγόντουσαν πάλι παρά μόνο αν ήταν να πνιγούν στις βάρκες για να τίς λυπηθούνε μετά ως νεκρές ή ετοιμοθάνατες ή ανύπαρκτες ή άφωνες, όπως κι εκείνες που κυκλοφορούσαν εξάλλου με τή μαντήλα είτε εδώ είτε στο βερολίνο ενώ οι άντρες τους που είχαν έρθει στον γενναίο και μοντέρνο μας κόσμο δοκίμαζαν ελεύθερα και κάνα τσιμπούκι απ’ αυτά που στην πατρίδα τους μπορεί και δύσκολα νά ’βρισκαν, και να βλέπω μετά μανίας εκείνες τίς άλλες τίς ντόπιες να κυκλοφορούνε με τή μαντήλα στα βόρεια ενώ κανένας δεν νοιάζεται και τά κόμματα όταν (καταδεχτούν να) μιλήσουν γι’ αυτές να τίς βάζουν ξανά τελευταίες στη σειρά και με (τί εφευρετικό) τόν όρο τόν τιμητικό ως πολύ μειονότητες, και να τίς αναγνωρίσουν πάλι όταν ξανά τούς συμφέρει σαν τό μισό τ’ ουρανού : γιατί έχουν υπάρξει και μαοϊκοί και αριστεροί κάθε είδους και άντρες περήφανοι κι έξυπνοι, κι έτοιμοι για τόν πάγκο τής εξουσίας τους ξανά και ξανά

 

2 ο πάγκος και τό παγκάκι

   τήν κυρία δημουλά ποτέ δεν τήν θαύμασα όσο άλλες έκαναν εσχάτως ως ποιήτρια και δεν τό λέω τώρα, ευτυχώς τό ’χω γράψει πιο πριν (προς τό τέλος αυτού τού ατέλειωτου κείμενου για όσες ενδιαφέρονται χωρίς να ’χουν χρόνο) – για τήν ακρίβεια πολύ παλιά είχα διαβάσει τό «λίγο τού κόσμου» τήν πρώτη της αν δεν κάνω λάθος ποιητική συλλογή που μού τήν είχε συστήσει ένας φίλος τότε που τή δημουλά κανείς δεν τήν ήξερε (όλοι ξέραν τόν άθω δημουλά, τόν άντρα της) και μού είπε μια μέρα : «έχουμε δυο άγνωστες πολύ καλές ποιήτριες πάντως, τήν ελένη βακαλό και τήν κική δημουλά» : η βακαλό κατά τή γνώμη μου είναι πολύ σπουδαιότερη ποιήτρια, αλλά και πιο δύσκολη, εξαυτού εξακολουθεί να είναι και άγνωστη στο πλατύ και τό φαρδύ κοινό

   αυτά γίναν παλιά, και από τή δημουλά μού είχε μείνει εμένα εκείνο τό συ – σι – σι – σι ως ήχος τής βροχής και άλλων πραγμάτων / στη συνέχεια τήν ξέχασα, δεν πολυδιάβαζα και ποίηση / και ύστερα άρχισαν να τήν ανακαλύπτουν πάρα πολλοί : πέθανε και ο άντρας της, και χωρίς να τό καταλάβω έγινε ένας χαμός : στο κείμενο τό δικό μου στην αρχή που ανέφερα (ας τό πω από εδώ για να μην ψάχνετε) έλεγα : «…εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν καταδεχότανε να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;…»

   συνεπώς οι καλές κουβέντες που λέγονταν μ’ αφήναν αδιάφορη, και οι κακές που λέγονταν απ’ τή στιγμή που πήγε μ’ ένα κόμμα και δεν πήγε μ’ ένα άλλο, μ’ αφήναν επίσης : και δεν θα είχα καμία διάθεση τώρα ν’ ασχοληθώ αν δεν αναγκαζόμουνα να διαπιστώσω και να προσέξω ότι σε όλα όσα γράφτηκαν κανείς δεν ενοχλήθηκε από τήν επίθεση προς τούς γέρους που περιγράφτηκε λίγο πιο πριν : για τήν ακρίβεια, τά λεγόμενα όπως είδα (εκεί που αρχίσαν φαντάζομαι και οι ερωτήσεις) ήταν :

 

αν έχετε κάτι άλλο ρωτήστε με
μην ξεχνάμε πως οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω τής φτώχειας τών χωρών εκείνων. Ήλθαν να ζήσουν εδώ πέρα. Οι ξένοι (οι Αλβανοί τουλάχιστον) επιστρέφουν βέβαια στις πατρίδες τους // Θα πρέπει να τό πούμε πάντως και αυτό, πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος, κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο.
Σας λέω ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο πράγμα : Πυθίας 42 ήταν τό πατρικό μου όπου ζει σε ένα διαμέρισμα η αδελφή μου. Δύο φορές τήν πήγαν στο νοσοκομείο, δύο φορές τήν παραμόρφωσε ένας έξω από τό σπίτι διότι δεν έβρισκε τά κλειδιά για να μπει μέσα…
Τήν πρώτη φορά και εκείνη και τόν άνδρα της επί δύο ώρες τούς έκλεισαν τό στόμα, τούς έκλεισαν στο μπάνιο και έκλεβαν τό σπίτι ανενόχλητοι.
περιορισμένα περιστατικά ναι αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι τής Κυψέλης είναι και ληστές
πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν τήν ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος
βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τούς αγαπάμε τούς ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι // Εγώ συνήθισα με τούς ξένους, να ξυπνώ και να τούς βλέπω. Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια τού σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τόν φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία //

 

   δεν μ’ ενδιαφέρει να υπερασπιστώ ούτε τήν κυρία δημουλά, ούτε όσους τήν κατηγόρησαν, ούτε όσους τήν υπερασπίστηκαν – μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω : κι αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι δεν είδα πουθενά, κανέναν, ούτε απ’ τούς μεν, ούτε απ’ τούς δε, να αναφέρει τό περιστατικό τής βίας εναντίον τών ηλικιωμένων ανθρώπων, μολονότι αυτό ειπώθηκε και πρώτο : εστίασε μονομερώς μία (άλλη) γυναίκα στο παγκάκι, και ακολούθησαν όλοι σαν υπνωτισμένοι πάνω σ’ αυτό

   (να προσθέσω σχετικά με τήν ύπνωση επειδή είδα και φωτογραφίες : δίπλα στην κυρία δημουλά λοιπόν καθόταν ο κύριος κουμανταρέας ο οποίος από τηλεοράσεως (και ευθέως και θρασέως και ήρεμα και ψύχραιμα και προετοιμασμένα) προ καιρού είχε εκφράσει τήν άποψη ότι στις γυναίκες μπορεί και να τίς αρέσει να τίς ασκούνε βία : και δεν είδα να γίνεται ούτε τό ένα χιλιοστό τού χαμού και τού ντόρου και τής σάρας και τής μάρας που έγινε τώρα που μία γυναίκα υπονόησε ότι στις γυναίκες μπορεί και να μην τούς αρέσει να τούς ασκούνε βία)

   δεν ξέρουμε να διαβάζουμε, δεν ξέρουμε ν’ ακούμε, και γενικά δεν είναι φαίνεται ο καιρός μας ακόμα – ο πάγκος τής εξουσίας δεν ήταν άλλωστε ποτέ μόνο ο πάγκος τής κυβέρνησης, ήταν κι αυτός ο σκληρός και σκουληκιασμένος τών κομμάτων και τών αντρών και τής αγίας και ομοουσίου αγίας τριάδος και οικογένειας : με τίς υγείες μας, όσο αντέχουμε να τούς ανεχόμαστε

   στη δεκαετία τού ’70 (προς τό τέλος της) και τού ’80 (προς τήν αρχή της) υπήρξε σ’ αυτή τήν έρημη χώρα κι ένα φεμινιστικό κίνημα με φαντασία και, όσο μπορούσα να δω τότε, αυτόνομο (θυμάμαι μια σκούπα και μια λάβρυ – κοιτάξτε για άλλα κι εδώ) : και τώρα βλέπω τίς περισσότερες να κοιμόμαστε λάβρες και να σκουπίζουμε τά δάκρυά μας μόνο για άντρες που δέρνουν κατ’ έθιμο και λιθοβολούν τίς γυναίκες τους, με μαντηλάκι

 

3 τό παγκάκι και η πίπα

   τό περί «αυτονομίας τής τέχνης» είναι ένα αρκετά εκνευριστικό ζήτημα για όποιον δεν βρέθηκε ποτέ στην ανάγκη να ρισκάρει να πει μόνος του τίς αρλούμπες του («μόνος του» εννοώ μόνος του : χωρίς βοήθεια από γραφτά άλλων και επικαιρικές τού κόμματος ή άλλου πάγκου ντιρεκτίβες) : δεν πρόκειται να αναλυθεί εδώ (άλλοι έχουν προσπαθήσει) – εγώ είμαι σε θέση (απ’ τόν δικό μου αυτόν πάγκο) να πω τά εξής :

   τήν ώρα που κάθεσαι να γράψεις (ή να ζωγραφίσεις) απελευθερώνεις τμήματα τού εαυτού σου τά οποία κανονικά δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην έξω ζωή : (έτσι ο πικάσο όταν υπήρχε γύρω του ρολόϊ ένιωθε ότι υπάρχει κόσμος στο δωμάτιο) : οι δυνατότητες αυτές όταν ξαναβγαίνεις στον κόσμο κατά κανόνα παύουνε να λειτουργούν και αποσύρονται στα ενδότερα : έτσι ο πάουντ μπορεί στον έξω κόσμο, δηλαδή στο ραδιόφωνο, να λέει αρλούμπες (φασιστοειδείς), ο έλιοτ να γίνεται βασιλόφρων και θρήσκος, ο παπαδιαμάντης ψάλτης στου αγίου ελισσαίου, η έμιλυ μπροντέ ένα κορίτσι στο χωριό που κάνει βόλτες, και η έμιλυ ντίκινσον ένα κορίτσι στην πόλη που ψήνει ωραίο ψωμί. Χρειάζεσαι τό δωμάτιό σου και τήν ησυχία σου για να βγάλεις στην επιφάνεια αυτό τό άλλο κομμάτι που κανονικά στον έξω κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει :

I am nobody – who are you ?
Are you nobody too ?

   nobody δεν μπορείς να είσαι έξω – προσπαθείς να είσαι κάποιος, κακήν κακώς. Η διαλεκτική τής αυτονομίας τού απαγορευμένου εσωτερικού σου δυναμικού είναι πολύ πιο πολύπλοκη βέβαια. Χοντρικά όμως, μαύρο–άσπρο όπως συνηθίζουμε να διαβάζουμε τά πράγματα σήμερα, αυτός που είσαι όταν γράφεις είναι ένας άλλος. Αυτό εννοούσε και ο πιτσιρίκος ρεμπώ με τό j’ est une autre – άλλο αν μετά τόν φρόϋντ μπορούμε να τού δώσουμε επιπλέον αποχρώσεις, και να τό καταλάβουμε και καλύτερα

   η κυρία δημουλά μια ζωή, απ’ ό,τι ξέρω, δούλευε στην τράπεζα και στο σπίτι της έπλενε πιάτα, και μπορεί και να μαντάριζε και τίς κάλτσες τού άντρα της – γι’ αυτό και εκτίμησε τόν καλό ξένο ράφτη – άλλο αν κάποιες ώρες κλεινόταν στο δωμάτιό της και έγραφε. Σίγουρα ένα τμήμα τής ίδιας γυναίκας είναι αυτό που τάχτηκε με ένα κόμμα τής δεξιάς, θέλησε να γίνει ακαδημαϊκιά, κι ίσως ελπίζει ότι μπορεί να πάρει και νόμπελ. Τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά όμως δεν υπήρχε, τουλάχιστον όταν έγραφε τά καλύτερά της ποιήματα. Όταν βγαίνει στον δρόμο να μιλήσει για τό παλιό της σπίτι και τή γειτονιά της είναι μια άλλη εν πολλοίς. Η κυρία δαμιανίδη και οι άλλοι (άλλες) που απομόνωσαν ένα κομμάτι απ’ όσα είπε, αγνοώντας ένα άλλο σπουδαιότερο, ποιον εαυτόν έχουν, όταν κλείνονται στο δωμάτιό τους να γράψουν τί ;

   δικαιούμαι να πιστέψω ότι είναι ο εαυτός που αγνοεί τή βία και τήν επίθεση και απομονώνει τόν πάγκο (τί πίπα – )

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 28, 2012

κάκτοι στους δρόμους # 4 : άλμα εις μίσος

.
.
.
.
.
.
.
.

   πρόχειρες θέσεις για τήν απονομιμοποίησηάλμα εις μίσος 1

«…Είναι επίσης ανόητο έως ύποπτο να ισχυρίζεται κανείς ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ δεν είναι οι φασίστες. Το ότι οι περισσότεροι πιθανώς να μην διαθέτουν το εννοιολογικό οπλοστάσιο να αυτοπροσδιοριστούν ως τέτοιοι, το μόνο που επιβεβαιώνει είναι το ειλικρινές της έκφρασής τους. Συγχρόνως, αυτό σημαίνει ότι δεν γίνεται να απωθηθούν ή να μεταπειστούν με ιδεολογικούς όρους, και αυτό τους κάνει ακόμη πιο επικίνδυνους.

Είναι εκείνοι που μετράνε χαμένες ψήφους (που δεν κωλύονται να μαζέψουν ψήφους από όπου και αν προέρχονται) που υποστηρίζουν ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ είναι ‘δημοκρατικοί’ πολίτες που βρίσκονται σε σύγχυση. Πρόκειται περί δημοκρατικών πολιτών που ασκούν το δημοκρατικό τους δικαίωμα να είναι φασίστες.

Η ΧΑ δίνει φωνή στον φασίστα δίπλα μας χωρίς να τον διορθώνει, χωρίς να ισχυρίζεται ότι “είμαι η καλύτερη εκδοχή σου, αυτός που μπορεί να σε εκφράσει όπως εσύ δεν ξέρεις να εκφραστείς”. Η ΧΑ λέει “είμαι ένα φοβικό κτήνος, σεξιστής, ρατσιστής και φασίστας, γιατί είσαι ένα φοβικό κτήνος, σεξιστής, ρατσιστής και φασίστας. Έχω πάντα δίκιο, γιατί έχεις πάντα δίκιο. Τρέμω τους ανθρώπους γιατί δεν νιώθω τίποτα κάτω από τα πλαστικά μου μπράτσα και θα λέω και θα κάνω ό,τι θέλω για να λες και να κάνεις ό,τι θες. Δεν έχω πρόσωπο και δεν έχω όνομα, και θα εκφράζω τη σεξουαλική μου καταπίεση και τη συναισθηματική μου ανεπάρκεια υποταγμένος και θα σαστίζω με την ελευθερία των άλλων και θα λυσσάω να τους καθυποτάξω κι αυτούς”…»

   «πρόχειρες θέσεις για τήν απονομιμοποίηση τής χ.α.» : από τό βλογ beim nächsten mal wird alles besser (ο τίτλος εξηγείται επαρκώς εντός τού βλογ) η πρόσφατη ανάρτηση : διαβάστε την ολόκληρη

.

.

.

.

.

    τό γενναίο κλάμα και οι δημοκράτες : άλμα εις μίσος 2

     η μία (και υπουλότερη) μορφή μισογυνισμού είναι τό υπογείως αυτονόητο πως κάθε τι τό καθαρά γυναικείο ως έκφραση, αποτελεί γελοία ακριβώς έκφραση ως ζωή : διότι ο μισογυνισμός υπάρχει κυρίως εκεί (στις κοινωνίες εκείνες) που τόν αρνούνται μετ’ επιτάσεως : στις «υπανάπτυκτες» κοινωνίες που λένε : «αφού δεν λέω εγώ ότι τίς μισώ, δεν τίς μισώ (κι ας λες εσύ ό,τι θέλεις) » : γιατί οι υπανάπτυκτες κοινωνίες ακριβώς είναι που απωθούν τήν ίδια τήν έννοια τής απώθησης – και είναι πιο ειλικρινείς σ’ αυτό από τίς κοινωνίες τού «πρώτου κόσμου», για να είμαστε δίκαιοι : αφού τούτες δω ισχυρίζονται ότι έχουν ακούσει κιόλας κάτι δηλαδή για τήν ψυχανάλυση, ότι αποδέχονται δηλαδή δήθεν και τήν πραγματικότητα τού ασυνείδητου – άσχετα από τό αν, ώσπου να τήν αποδεχτούν, φροντίζουν πρώτα να τήν ισοπεδώσουν – με τά όπλα ακριβώς τής «προόδου» τής «ανάπτυξης» και τής βλακείας τού «πολιτικά ορθού»

   και η δήθεν ξερή αντικειμενικότητα, ο θετικισμός μ’ άλλα λόγια που επελαύνει, ή βιαίως ή βραδέως, πάντως σ’ ολόκληρον πια τόν πλανήτη, είναι μια μορφή βαρβαρότητας ύπουλη ακριβώς γιατί απωθεί και υποβιβάζει επιστημονικά (να πούμε) αυτό που δεν λέγεται (με τή γλώσσα τών λέξεων) : ενώ δεν λέγεται διότι ακριβώς δεν υπάρχουν λέξεις – και χώρος – γι’ αυτά : δεν πρέπει δηλαδή να υπάρξουν – νά λοιπόν η άλλη όψη τής ζωής και τού θάνατου : είναι αυτό για τό οποίο δεν μπορείς να μιλήσεις – και συνεπώς καλύτερα να βγάζεις περί αυτού τόν σκασμό (όπως είπε κι ο περιώνυμος βιτκενστάϊν) (ο αντόρνο μεν τόν τακτοποίησε, αλλά κι αυτό επίσης ωραιότατα απωθείται)

   οι γυναίκες μπορούν να κλαίνε λοιπόν και είναι εξαυτού αδύναμες – οι άντρες δεν μπορούν να κλαίνε και είναι εξαυτού έτοιμα και παντοδύναμα θύματα τού χρυσού ξημερώματος – κάθε φορά που θα πλησιάζει όλο και περισσότερο να (μάς) ξημερώσει

   η ρόζα λούξεμπουργκ (μού έλεγαν αμήχανοι κάποτε κάποιοι  ινστρούχτορες) έκλαιγε : τί διάολο Ρόζα, έχουμε τόσα πράγματα σημαντικά να κάνουμε, ξεκόλλα ( : εκείνη τή δολοφόνησαν με ολόκληρο τό σώμα της και τά δάκρυα, οι άλλοι ας επιζούν ενδόξως αδάκρυτοι)

   γελοίο βέβαια να σκέφτομαι τή ρόζα με αφορμή τά δάκρυα τής κυρίας κανέλλη και μάλιστα στην τηλεόραση – ασφαλώς : γελοίο και ύβρις, αλλά δεν είν’ αυτό τό θέμα μας :

   θέλω να πω ότι δεν διαφωνώ σε όσους διέβλεψαν (μαζί με μια ενσωματωμένη πονηριά κομματικής φύσεως) μια όχι και τόσο συναισθηματικής όσο ακριβώς πολιτικής φύσεως έκρηξη σε αυτά τά δάκρυα : αλλά αυτό ακριβώς είναι και ο λόγος για τόν οποίο τά θεωρώ γενναία : η κυρία κανέλλη, από τίς ελάχιστες γυναίκες τής βουλής στις οποίες αξίζει εντέλει ο τίτλος τής βουλεύτριας (και όχι τής βουλευτίνας ( : βουλευτίνα είναι αυτή η οποία παίρνει τό αξίωμα μέσω μπαμπά συζύγου θείου ξαδέλφου κλπ – πολλές τέτοιες έχουμε, και εσχάτως βέβαια έσκασε μύτη και η αξιολύπητα χυδαία κυρία ζαχαρούλια ή πώς αλλιώς τή λένε, που αν δεν είχε παντρευτεί τόν φασίστα δεν θα τήν ήξερε ούτε η θυρωρού της)), και μολονότι η κυρία κανέλλη (που ξεκίνησε από τούς δεξιούς και κατέληξε στους σταλινικούς και διαπράττοντας αυτό τό βήμα σημειωτόν μετατράπηκε καθοδόν και σε φερέφωνο τού νεοκαθαρευουσιανισμού, μέσω κυρίου μπαμπινιώτη) δηλώνει παγίως ενδιαφερόμενη και για τά γλωσσικά, ποτέ δεν διεκδίκησε (κι αυτή, όπως και καμιά άλλη γυναίκα τής βουλής μας) αυτόν τόν αξιοπρεπή επιτέλους γλωσσικά ορισμό για τήν ίδια της τήν επαγγελματική οντότητα – είναι παρ’ όλ’ αυτά για μένα βουλεύτρια τώρα πια, εξαιτίας και τής βίας τήν οποία αρνήθηκε να δεχτεί ως προς μια άλλη γυναίκα, και τής βίας τήν οποία δέχτηκε εν συνεχεία η ίδια ως τιμωρία για τήν αλληλεγγύη της, και τής βίας τού να δει προχτές τή βία αυτή να θεωρείται (από αριστερούς) έδαφος πρόσφορο για πλάκα.

   αυτά λοιπόν ακριβώς – τά δάκρυα και ο θυμός – ήταν η μόνη πολιτική πράξη άξια τού ονόματος απ’ τή μεριά τής κυρίας κανέλλη, που μάς κάνει κι εμάς ακριβώς να παραβλέψουμε προς στιγμήν τή νηπιακή της θωράκιση σε «πολιτική» θεωρία – η οποία και προδόθηκε ειρωνικά και ανηλεώς από τήν τελευταία άστοχη «τιράντα» της περί «κλοπής» ( : η οποία «είναι ίδια, είτε κλέψεις ένα καρβέλι σαν τόν γιάννη αγιάννη, είτε κλέψεις ένα εκατομμύριο…») : άστοχη και αμήχανη προδοσία που εκφράστηκε σε συνάρτηση με τί ακριβώς ; μά, τή διάθεσή της ασφαλέστατα να παρακάμψει τή γυναικεία πλευρά τής αντίδρασής της, αποδίδοντάς την απλώς στην ιδιότητα «άνθρωπος» (δεν τό είπε έτσι) : τό ασυνείδητο τής κυρίας κανέλλη μιλάει καθαρεύουσα και είναι δεξιάς αποκλίσεως, τό μόνο που τήν σώζει είναι ακριβώς τό ότι παραμένει πεισματικά γυναικείο

   από τά λίγα που είδα να γράφονται μού άρεσε αυτό, από τόν άρη δημοκίδη, και ακόμα πιο καίριο βρήκα (καθότι και ελληνοπρεπέστερο) αυτό στο πορτατίφ

   αντιθέτως ένα σωρό άντρες, που πρόσκεινται κιόλας ελαφρώς ή βαρέως στον πολιτικό χώρο τής εν γένει αριστεράς, δεν βρήκαν ν’ αναφερθούν παρά δήθεν αντικειμενικά, ενίοτε αυτοεπαινετικά, εντέλει μικρόψυχα (παραβλέπω τά αυτονόητα υβριστικά) και γενικώς μάλλον βεβιασμένα και ξυνισμένα (και μάλλον κομματικοειδώς παίρνοντας αφορμή για σπέκουλα κατά τής πολιτικής τού συγκεκριμένου καναλιού) (χωρίς έτερη αξιολόγηση βάζω μερικά εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ) – τή μεγαλύτερη δε εντύπωση μού έκανε ομολογώ η εντός σωρού μεζέδων αναφορά ανθρώπου που προχτές κιόλας ασχολήθηκε με μια ασήμαντη περίπτωση «γυναικείας έκρηξης» διά τόσο μακρών – και μάλιστα μολονότι ο νίκος σαραντάκος είναι συνήθως προσεχτικός, παράβλεψε εντελώς εδώ μια αξιοπρόσεχτη γλωσσική στιγμή τής κυρίας κανέλλη, όταν μέσα στον γενικό θυμό και τά δάκρυα σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο για να διορθώσει τήν άστοχη και άγλωσση (ως συνήθως στην τηλεόραση) παρουσιάστρια και να μετατρέψει τήν «ανέχεια» τής συνομιλήτριάς της σε «ανοχή» : για μένα ήτανε, πρέπει να πω, πράγματι, η μόνη απολαυστική στιγμή αυτής τής λογικής έκρηξης

   διότι όταν τό άλμα εις μίσος επιχειρείται ανοιχτά πια και από τούς (οποιουσδήποτε) αριστερούς (τού τηλεοπτικού και συντελεσμένου κώλου έστω) δεν θα μάς μείνουν λογικά για τό μέλλον άλλες ευκαιρίες για απόλαυση πέρα από τό γενικό χρυσό ξημέρωμα τής κάλπικης λίρας

.
.
.
.
.
.
  
.

   η αποικία τών τιμωρημένων (αιδοίων) ( : άλμα εις μίσος 3 )

   σύντομη είδηση χωρίς άλλα λόγια : pussy riot to gulag

   τελικά, όπως είχε προαπειληθεί (τό ανάφερα ως επαπειλούμενη πιθανότητα εδώ) : εκτοπίζονται : (θα μπορούν λέει να βλέπουν πιο άνετα εκεί και τά παιδιά τους : θα πάνε εξορία και τά παιδιά δηλαδή)

   στην περίπτωση τών σταλινοθρεμμένων ολιγαρχών τής κακόμοιρης ρωσίας δεν τίθεται καν θέμα τώρα μόνο μισογυνισμού – αυτοί έχουν αποδείξει ότι τακτοποιούν άντρες και γυναίκες αδιακρίτως, κάνουν ό,τι δηλαδή (θα θελήσουν να) κάνουν και οι χρυσοφόροι μήδοι όταν με τή βοήθεια τών επόμενων τετρακοσίων χιλιάδων ελληναράδων, βρουν τήν πόρτα και τή γλώσσα μας ανοιχτή, για να μάς κάτσουν ακόμα πιο αποφασιστικά και εξημερωτικά στο σβέρκο

.

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 15, 2012

(κάκτοι στους δρόμους # 2) : άρνηση φόβου άρνηση συζύγων άρνηση βραβείων

.
.
.
.

  πιο νέος μπροστά στο βιβλιοπωλείο του : φέτος (ούτε γω τό ’ξερα) γιορτάζονται στην αμερική τά 30 χρόνια ενός καταπληκτικού θεσμού : ένας μήνας αφιερωμένος στα απαγορευμένα βιβλία (περισσότερες πληροφορίες εδώ)

.
.
.

   άρνηση βραβείου ως προαγωγού λογοκρισίας

   ο αμερικανός ποιητής lawrence ferlinghetti αρνήθηκε πριν λίγες μέρες τό βραβείο pannonius (και τά συνακόλουθα 50.000 ευρώ που τό συνοδεύουν) διότι η ουγγρική κυβέρνηση που χρηματοδοτεί εν μέρει τό βραβείο είναι ένα «αυταρχικό καθεστώς που έχει καταστείλει τήν ελευθερία τού λόγου και τίς πολιτικές ελευθερίες» (ο φερλινγκέτι πρότεινε αντ’ αυτού τά χρήματα τού βραβείου να δοθούν στο ουγγρικό παράρτημα συγγραφέων τού pen club με μοναδικό σκοπό να βοηθηθεί η έκδοση έργων τών ούγγρων συγγραφέων που με τά γραφτά τους υποστηρίζουν τήν απόλυτη ελευθερία τού λόγου, τά πολιτικά δικαιώματα και τήν κοινωνική δικαιοσύνη)

   είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς σήμερα τέτοια περιφρόνηση προς και λεφτά και βραβεία

   εδώ ολόκληρο τό γράμμα του

.

ο λώρενς φερλινγκέτι διαβάζει τό ποίημα του pity the nation : «να λυπάσαι τό έθνος» (εδώ παλιότερο ποίημα, με τόν ίδιο τίτλο, τού αμερικανολιβανέζου ποιητή khalil gibran)

.
.
.

   εδώ τό βιογραφικό τού φερλινγκέτι από τή σελίδα τού βιβλιοπωλείου και τών εκδόσεων city lights που ίδρυσε μαζί μ’ έναν φίλο του τό 1953 (τό 1956 εκδόσανε τό «ουρλιαχτό» τού γκίνσμπεργκ και ο φερλινγκέτι συνελήφθη με πρόσχημα κάποιον (αντίστοιχο τών δικών μας, υποθέτω) νόμο περί ασέμνων – πέρασε από μια δίκη, που συντάραξε τήν αμερική, και τελικά αθωώθηκε έχοντας τήν ομόθυμη υποστήριξη ολόκληρου τού λογοτεχνικού και ακαδημαϊκού κόσμου – εκεί).

.

.

.

   άρνηση συζύγου ως προαγωγού και προστάτη

   pussy riot : πήρανε τό όνομά τους από τό παλιό αμερικάνικο χαϊδευτικό για τίς γυναίκες, τό pussycat – που στη συνέχεια έγινε συγκεκομμένο (και αδιακρίτως εναλλασσόμενο, όπως και στα ελληνικά) και μουνί και γκόμενα : θα μπορούσε κανείς να μεταφράσει λοιπόν τό όνομα τού συγκροτήματος και εξεγερμένες γατούλες και εξεγερμένα μουνιά : τήν ιστορία που προέκυψε εσχάτως με τόν άντρα τής νάντιας τολοκονίκοβα τήν έμαθα από τό περιοδικό free–voina και επειδή δεν ξέρω ρωσικά, αρκούμαι σ’ ό,τι διάβασα εκεί μεταφρασμένο

.
.
.

   αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα εμένα είναι η συνέπεια (όπως και στην περίπτωση τού αμερικανού ποιητή) προς κάποιες γαμημένες αρχές μας : δεν ξέρω τί μεσολάβησε ακριβώς, και τί ακριβώς δηλώσεις ή ενέργειες έκανε ο άντρας τής ναντιέζντας, πιότρ βερσίλοφ : (εδώ είχα βάλει ένα βίντεο όπου όντως μιλούσε σαν να εκπροσωπεί τό συγκρότημα) (στο μεταξύ η μία από τίς τρεις τού συγκροτήματος που είχαν συλληφθεί αφέθηκε όπως μάθαμε ελεύθερη (εδώ συνέντευξή της με πληροφορίες γενικά) αλλά οι άλλες μένουν στη φυλακή)

   κι έχει τεράστια σημασία πιστεύω ότι παρόλο που αντιμετωπίζουν τήν προοπτική μιας εκτόπισης – που κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι και τί θα φέρει (τό καθεστώς τών σταλινοθρεμμένων ασφαλιτών που κυβερνάει τή ρωσία σήμερα έχει δώσει επαρκή δείγματα ότι ακολουθεί τίς μεθόδους τού παρελθόντος (;) πατερούλη και ως προς τούς (τίς) διαφωνούντες) – μία γυναίκα παρόλ’ αυτά αρνείται να δεχτεί τόν σύζυγό της τόν σύντροφό της τόν άντρα της, ως προστάτη και (εξαυτού) προαγωγό : επιμένοντας σε μια φεμινιστική καλλιτεχνική και αναρχική συνείδηση – που για τά δικά μας τουλάχιστον ήθη είναι ξένη γλώσσα – όχι απλώς ρώσικα αλλά στην κυριολεξία κινέζικα :

«pussy riot can be nothing other than a young woman in a balaclava»

«…ο πιοτρ βερσίλοφ σφετερίστηκε τόν ρόλο ανθρώπου που παίρνει αποφάσεις και εκπροσωπεί τίς pussy riot πράγμα που παραβιάζει τήν ίδια τήν ιδεολογία τού γκρουπ. Κι αυτό, γιατί νόμιμη εκπροσώπηση τής ομάδας δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο από ένα κορίτσι που φοράει μπαλακλάβα. Επιπλέον, δεν χωράει θέση παραγωγού/προαγωγού/οργανωτή σε ένα συγκρότημα πανκ με αντι–ιεραρχική δομή. Κάθε προσπάθεια να διεκδικήσει κανείς μια τέτοια θέση αποτελεί προδοσία και τού πανκ και τών pussy riot.
  τολοκονίκοβα ν. α., 11 οκτωβρίου 2012».

.

.

.

   malala yousafzai : η άρνηση τού φόβου μου

   η γενναιότητα τού μικρού κοριτσιού και τό μίσος τών άλλων μ’ έχουν αφήσει τόσο ξερή και άναυδη, που αδυνατώ να πω οτιδήποτε : εύχομαι μόνο με τή δύναμη που έχει να μπορέσει να νικήσει τίς σφαίρες και να επιζήσει    ( : και μακάρι να ’μουνα θρήσκα για να μπορούσα να καταραστώ στον φριχτότερο δυνατό θάνατο αυτά τά θρησκευόμενα κτήνη που είπαν ότι θα τό ξαναεπιχειρήσουν – μερικές φορές εύχεται κανείς να ’χε δίκιο ο δάντης και να μπορούσε να υπάρξει κόλαση –)

   εδώ και εδώ τά ημερολόγιά της όπως δημοσιεύτηκαν τό 2009 στο bbc urdu online

   και διαβάστε κι αυτό

.
.
  

.

.

.

.

.

.

.

.

Αύγουστος 25, 2012

φεμινιστικά ☻ με αφορμή τίς pussy riot ☻

.

.

.

.

.

   κατ’ αρχάς για να μην ξεχνιόμαστε : λείπω…

   αυτό τό ποστ γράφεται επομένως εν τη απουσία μου – όπως και τό προηγούμενο…

   αλλά επειδή τά γεγονότα δεν μ’ αφήνουν ούτε ν’ αγιάσω ούτε να δουλέψω ούτε να διαβάσω (για να ξεροσταλιάσω (δηλαδή στη θάλασσα) προς τό παρόν δεν τό συζητάμε…) :

   να πω ότι χρειάζονται επειγόντως υπογραφές για τήν απελευθέρωση τών pussy riot – απ’ όσες/όσους δεν έχουν υπογράψει ακόμα αν και θα τό ’θελαν ( : δεν θέλω να τό γρουσουζεύω αλλά η φυλακή για τά κορίτσια αυτά δεν μού φαίνεται να είναι και μια οποιαδήποτε φυλακή (σαν τού νορβηγού να πούμε) – προσωπικά φοβάμαι ακόμα και για τή ζωή τους – ο ρώσος μαφιόζος έχει αποδείξει ότι είναι ύπουλος εκδικητικός και μουλωχτός δολοφόνος) : υπογράφετε εδώ

.

   διαβάστε επίσης εδώ τήν ιστορία τής nagla wafa

   ( : αυτή τήν ιστορία τή βρήκα στο βλογ τής αλεξάνδρας κίνιας και για να τήν περιγράψω πολύ σύντομα ας πω ότι πρόκειται για μια γυναίκα από τήν αίγυπτο που έχει μπλέξει σ’ έναν άνευ προηγουμένου εφιάλτη στη σαουδική αραβία και αυτή τή στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 5 χρόνων αφού πρώτα έφαγε και 500 βουρδουλιές – εξαιτίας τών οποίων σήμερα η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο – διότι είχε τήν ατυχία ν’ ανοίξει μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση σε μια χώρα που διαθέτει, εκτός από τίς άλλες της μισαλλοδοξίες και βασιλική οικογένεια, τής οποίας ένα μέλος (κάποια πριγκίπισσα να πούμε) αποφάσισε να τής φάει τήν επιχείρηση και να τήν πληρώσει προκαταβολικά και με βουρδουλιές)

.

.

νά και τό ιστορικό τών ακτιβισμών τής καλλιτεχνικής δράσης και τής σύλληψης τών κοριτσιών απ’ τή ρωσία,
όπως τό αφηγείται ο άντρας τής μιας απ’ αυτές, τής ναντιέζντας (σ’ ένα φόρουμ
για τήν ελευθερία
που έγινε στο όσλο τόν μάϊο, και τό βρήκα εδώ) :

.

.

.

βρήκα όμως κι ένα βίδεο για τόν ενγένει μισογυνισμό στα κοινωνικά δίχτυα μας (από τήν κουήνι με τής οποίας
τό κείμενο παρεμπιπτόντως συμφωνώ απολύτως αλλά ας μπει κι αυτό εδώ ως φόρος τιμής στις
απανταχού μισαλλοδοξίες) :

.

.

.

και νά κι ένα τραγούδι από τίς ωραίες γιαγιάδες (εδώ τα λόγια του)
(τό βρήκα στις φεμινιστοφιλοσόφισσες)

.

.

   αυτό βέβαια έχει ξεκινήσει, δεν χρειάζεται καν να τό πω (αν και δεν διάβασα και πολλά στα ελληνικά) από τήν γνωστή παγκοσμίως κοτσάνα για τόν «νομικά ορθό βιασμό» (ή «αυθεντικό», ή «γνήσιο» ! ) ενός αμερικανοηλίθιου πολιτικού

.

.

   αυτά για σήμερα και ελπίζω να μην χρειαστεί να ξανάρθω πριν ολοκληρωθούν οι αδιακόπως ήδη διακοπτόμενες διακοπές μου

.

.

.

.

.

Μαΐου 18, 2012

ο εθνικισμός οι επίδοξοι δικτατορίσκοι και η ποίηση μετά τό άουσβιτς

.

  

.

   διακοπή τών καβαφικών για άλλη μια φορά σήμερα (αυτές είναι οι εκλογικές περιπέτειες τού καβάφη…)

   αλλά καθώς πάμε για νέες εκλογές αισθάνομαι τήν ανάγκη να ανατρέξω στα προεκλογικά συμβάντα τών αμέσως, προ δεκαημέρου, προηγούμενων :

   μόνο που αυτό σήμερα δεν είναι ανάρτηση αλλά μάλλον κατάβαση και μάλλον, επιπλέον, κάτι σαν γράμμα, τελείως μάταιο όμως :

   και μάταιο και άχρηστο, γιατί αυτοί στους οποίους θα απευθυνόταν δεν θα τό διάβαζαν ποτέ, όσοι θα τό διαβάσουν ήδη όλ’ αυτά τά ξέρουν, και καταλήγει τελικά να είναι ένα γράμμα που επιστρέφει ως μονόλογος στον αποσβολωμένο εαυτό του : αυτή είναι και η μόνη του χρησιμότητα – η χρησιμότητα που έχουν συνήθως με άλλα λόγια όλα τά γραφτά : να ειπωθούν, τά πράγματα, απλώς : και να τά πω κατασκευάζοντας (επιπλέον) τήν (καταχωνιασμένη) αυταπάτη ότι θα μπορούσε να τ’ ακούσει, σ’ ένα άλλο σύμπαν, και κάποιος απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές έναν επίδοξο δικτατορίσκο – για να διαμαρτυρηθούν που η πολιτική ζωή στη χώρα δεν αποτελείται από τελείως άψογους δημοκράτες :

   περίεργο φάρμακο μα τήν αλήθεια : ακόμα και τά παιδιά ξέρουν ότι δεν πρέπει να παίζουν με τά κρυμμένα πηγάδια, γιατί μπορεί να πέσουν μέσα : ακόμα και τά άλογα ζώα έχουν ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης – δουλεύουν με τή μύτη, μυρίζονται καλά τούς εχθρούς τους ακόμα κι αν είναι τυφλά, και δεν βλέπουν καθόλου. Ακόμα κι αν πεινάνε και τούς ρίξεις τροφή, τή μυρίζουν πριν τή φάνε – οι γάτες σίγουρα – τά μυρίζονται δηλαδή τά σάπια

   μόνο εμείς ως ανώτερο είδος έχουμε αναπτύξει τόσο τό μυαλό μας που να χάσουμε όλες τίς άλλες αισθήσεις – και τό μυαλό μας δουλεύει και μονόπαντα : δεν είναι τέλειοι δημοκράτες αυτοί που κυβερνάνε, φέρε αυτούς που μισούν τήν ίδια τήν έννοια τής ελευθερίας εν τή γενέσει της : τό τέλειο φάρμακο – ποιό άλλο ζώο μπορεί να ’ναι τόσο ηλίθιο;

   η αλήθεια είναι ότι αρχικά δεν ήθελα ν’ ασχοληθώ ούτε γι’ αστείο μαζί τους – μού χαλάει και τήν όλη αισθητική τό θέμα, πέρα από τό ότι θα τό θεωρούσα και μάταιο διότι είναι παμπάλαια και τά λόγια κι η ρητορική τους, παμπάλαια κι επαναλαμβανόμενα : τό ζήτημα είναι απλώς ότι οι αρουραίοι αυτού τού είδους αρχίζουν κι αποκτάνε δύναμη όταν η ζωή μας δυσκολέψει – και ξέρουμε καλά πόσο έχει δυσκολέψει : και τό ότι ερμηνεύουμε τά πράγματα διαφορετικά δεν αλλάζει και πολλά πράγματα σε όσα παράλογα μάς έχουν κάτσει στο σβέρκο (αν και από μία άλλη άποψη μπορεί και να τ’ αλλάξει κάποτε όλα εντελώς) : αλλά μ’ έτρωγε και τό σαράκι κι έκατσα να τούς δω στην τηλεόραση –

.

  

.

   αυτό που μού ’κανε καταρχάς εντύπωση είναι τό πόσο, οι δημοσιογράφοι που τούς μιλάνε, είναι καταβάθος εντελώς ανίκανοι (για να μην πω τό φαρμακερό απρόθυμοι) να τούς αντιμετωπίσουν – και πόσο, ακόμα και μέσα από τίς διακηρυγμένες αντιρρήσεις τους, παίζουνε στο δικό τους γήπεδο τελικά : θα ’θελα κάπως αλλιώς να γίνει δηλαδή τό πράγμα – χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που θα ’θελα θα ’ταν και τό σωστό, ή και ότι θα ’ταν πράγματι πραγματοποιήσιμο : διότι είμαι σίγουρη ότι κανένα από τά πρόσωπα που βασανίστηκαν απ’ τήν τελευταία δικτατορία τους (εκείνοι που βασανίστηκαν επί μεταξά δεν ζούνε πια νομίζω), (τήν ξεχασμένη δηλαδή (πια) χούντα τών συνταγματαρχών που οι νεοεισελθόντες αστέρες τής βουλής θαυμάζουν) δεν θα καταδεχόταν ούτε να τούς φτύσει, όχι να τούς μιλήσει κιόλας – αλλά πολύ θα τό χαιρόμουν τελοσπάντων τουλάχιστον αν, καπάκι με τό αρλουμποειδές τους θράσος, κι αντί να μιλάει μόνο ένας τραγουδιστής ή ένας συγγραφέας αστυνομικών (όχι πως δεν είπαν και κάνα σωστό) είχαμε τήν κίττυ αρσένη ή τή νατάσα μερτίκα ή τήν δώρα καλλιπολίτη (κι άλλες, κι άλλους – απ’ αυτές που με κίνδυνο τής ζωής τους αυτοαμυνόμενες, αντιστάθηκαν κάποτε) και να πουν δυο κουβέντες δηλαδή όχι σ’ αυτούς αλλά σε μάς : ένα αδιόρατο άρωμα να αναδινόταν επιτέλους για τό τί περάσανε κάποτε άνθρωποι στα χέρια αυτών που δεν γουστάρουν τή δημοκρατία, ούτε τήν ατελή ούτε, πολύ περισσότερο, τήν τέλεια – αυτήν που θα ’ξερε δηλαδή να τούς κόψει σίγουρα και τά πόδια και τόν βήχα

   ή έστω κάποιος να διάβαζε απ’ τό βιβλίο τής αρσένη ή τού κοροβέση δυο αποσπάσματα περί τών βασανιστηρίων τους, και μια που ο μουστακλής ή ο καράγιωργας δεν ζούνε πια, θα μπορούσανε να βάζανε τό βίντεο κείνο όπου ο μουστακλής δεν μπορούσε να μιλήσει παράλυτος απ’ τά βασανιστήρια, κι έκανε απλώς νοήματα για τό τί πέρασε – κραυγάζοντας μονάχα «όχι, όχι» όταν τόν ρώτησαν αν στη διάρκεια τής ανάκρισης μίλησε. Όχι για τούς ίδιους τούς χουνταίους – αυτοί τά ξέρουν, και θέλουν να τά ξανακάνουν και χωρίς αναστολές, όπως φάνηκε ξεκάθαρα (όποιος έχει μάτια βλέπει) – αλλά για σάς (θα ’γραφα στο γράμμα, αν τό ’γραφα) που τούς ψηφίσατε : γιατί πάνω σας πατάνε, και με τή δικιά σας ψήφο θέλουν να ξαναχτίσουν τήν κόλαση

   : πατώντας πάνω στις ατέλειες τής δημοκρατίας είναι που βασιλεύει (χωρίς καθόλου να δύει) τό θράσος τους – όπως πάνω στις ίδιες ατέλειες βασιλεύει ακριβώς ο γενικός θυμός ημών τών υπολοίπων…

   φυσικά δεν είναι κακό να θυμώνουμε – είναι τό πρώτο υλικό απ’ τό οποίο κατασκευάζεται λόγω ενός γενικού και σχεδόν ακατανόητου έρωτα προς τόν κόσμο η μανιασμένη και πεισματωμένη πράξη που αργότερα, μάλλον αφηρημένα (ή μεγαλόστομα) ονομάζεται αντίσταση, ενώ θα ’πρεπε να ονομάζεται απλώς έρωτας – ή αγάπη, ή καλοσύνη. Και αυτό ξέροντάς το οι χουνταίοι προσπαθούν να σάς πάρουν τό όπλο τού θυμού μες απ’ τά χέρια και να σάς κάνουν να στρέψετε τό όπλο αυτό εναντίον σας κι εναντίον μας – ν’ αυτοκτονήσετε δηλαδή σαν μανιασμένα και πεισματωμένα να μισείτε τόν κόσμο όλο – ιθαγενείς κι αλλόθρησκους και τόν εαυτό σας μαζί –

 

   δεν θ’ αναλύσω ένα προς ένα τά «επιχειρήματα» που άκουσα – δεν τό αντέχει τό στομάχι μου, ομολογώ – κι έτσι, ένα δυο τρία πράγματα μόνο :

   καταρχάς, σε σχέση μ’ αυτή τή θρασύτατα και επιδεικτικότατα αποενοχοποιημένη προβολή τής ιδεολογίας, και τό «δεν είμαστε ναζιστές, είμαστε εθνικιστές» : επειδή δηλαδή ποντάρουν στην εγγενή λεξιλαγνεία που γεννιέται σε λούμπεν και όχι μόνο στρώματα τής εδώ κοινωνίας, επιχειρώντας να τά απαλλάξουν από τίς ελάχιστες αλλά υπαρκτές ενοχές για τήν εγγενή τους έλλειψη παιδείας : είναι τό ίδιο – αν και λίγο χειρότερο – : μού κάνει εντύπωση δηλαδή πόσο ο σημερινός φασισμός στη χώρα αυτή (κι ίσως όχι μόνο) δεν επενδύεται καν με τήν ανάγκη τού παλιού εκείνου γερμανικού ή ιταλικού για τά προσχήματα : ο «εθνικοσοσιαλισμός» μπορεί να ήταν μια μπαρούφα επί τής ουσίας ως νόημα, είχε όμως ένα νόημα όταν συνόδευε τήν ιδέα τού εθνικισμού ως «γενικού μίσους» με μια απόπειρα οικειοποίησης και τής ιδέας μιας «γενικής αγάπης» στο όνομα τού σοσιαλισμού : αυτό λοιπόν δεν (τούς) χρειάζεται πλέον : σκέτο μίσος φτάνει, και χωρίς να κρύβεται

   αυτό είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να διατυπωθεί βέβαια ως έχει : εκείνο όμως που λέγεται ανοιχτά, στοχεύει πάλι κουτοπόνηρα στην συμπλεγματική ωραιοπάθεια τού απαίδευτου : δεν συμφωνούμε με κείνα, γιατί ήταν ξένα : εμείς έχουμε τά δικά μας – και τα δικά μας είναι πάντα κάποιοι δικτάτορες – ο μεταξάς που είπε τό όχι ( η ιστορία ως κακοχωνεμένο σύνθημα), ο παπαδόπουλος και ο παττακός (που στη φυλακή ανήκαν στις ψυχούλες (τούς παίρνει μαζικά και ελεήμων η μπάλα μαζί με τούς άλλους «καλούς ανθρώπους, που είναι κατά κανόνα στη φυλακή ακόμα και (ή κυρίως) ως δολοφόνοι»)) : εξάλλου «στη φυλακή δεν είναι πάντα οι κακοί» – νά και η φιλική οικειοποίηση συνθημάτων απ’ τήν περιρρέουσα αναρχίζουσα αμφισβήτηση μιας ξέπνοης κοινωνίας για τήν όντως ανύπαρκτη δικαιοσύνη

   σαν τό τυρί για τό (μόνο όταν δεν κοστίζει) αναρχίζον ήθος ως δόλωμα στη φάκα τής ζαλισμένα αυτάρεσκης άγνοιας τού μέσου αστού – να μην παραβλέψει πάντως κανείς τό γεγονός ότι τό δημοφιλές αναρχίζον δόλωμα στην περίπτωση τού φασίστα διαπράττει διακρίσεις που κάνουν διαυγέστερες τίς επιλογές του, καθώς η αλληλεγγύη αφορά αποκλειστικά τούς δολοφόνους (συμπεριλαμβάνοντας έτσι τούς καταδικασμένους και έγκλειστους τότε δικτάτορες) ενώ αδιαφορεί για τούς μικροκλέφτες και ναρκομανείς προς τούς οποίους κατά κύριο λόγο απευθύνεται μια τέτοια αλληλεγγύη αν είναι όντως ορθολογικής και, κάπως τέλος πάντων, γνήσια ελευθεριακής κατεύθυνσης

   είδα τόν εθνικισμό να τόν αποδέχονται ως αξιοπρεπή όρο χάσκοντας οι δημοσιογράφοι μας : δεν μού κάνει εντύπωση αν και θα μπορούσα να ρωτήσω από πότε λοιπόν άρχισε να θεωρείται ότι ο εθνικισμός (μπορεί να) είναι και καλό πράγμα; (και τί ουσιαστικά σημαίνει εθνικισμός πέραν τού γενικού μίσους που τόν γεννά και τό οποίο μετά, ως αυτοάμυνα κιόλας, τό ανατροφοδοτεί με τή σειρά του ο ίδιος;) Γιατί πέρασαν κάτι αιώνες από τήν εποχή που μπορούσαμε να είμαστε όντα συνηθισμένα που αποδέχονται ήσυχα ότι ο εθνικισμός (όπως και ο μισογυνισμός (πάντα τόν συνοδεύει)) είναι ρατσισμός και τίποτα παραπέρα; Τί αποβλάκωσε αυτές τίς ηλικίες ή τίς γειτονιές ή τά είδη; Και τά αποβλάκωσε όντως, ή απλώς τώρα εκφράζουν ανοιχτά αυτό που κάποτε θεωρούνταν τόσο πολύ βλακώδες κι απαράδεκτο, ώστε ντρεπόντουσαν να τό υπερασπιστούν; Και γιατί τότε ντρεπόντουσαν και τώρα όχι; Και γιατί τώρα δεν θεωρείται ο εθνικισμός δηλαδή χοντρή και απαράδεκτη μαλακία;

   μεγάλα βέβαια και μεταφυσικά ερωτήματα, που εξάλλου έχουν απαντηθεί κι εν πολλοίς : άλλοι λεν ότι πάψαμε να ντρεπόμαστε για τούς εθνικισμούς μας μετά απ’ τήν κατάρρευση τού υπαρκτού, κι απ’ τούς πολέμους που ακολούθησαν μεταξύ βιαίως συνυπαρξάντων και μηδέποτε αλληλοχωνευθέντων λαών, κι άλλοι τονίζουν συγχρόνως τήν κυριαρχία τών αγορών που μετατράπηκε σε μόνη ουσιαστικά κυβέρνηση επί τού πλανήτη ισοπεδώνοντας για λόγους οικονομίας διαφορές που έκρυβαν πίσω τους κάτι ουσιαστικότερο για τά ήδη καταπτοημένα και ομογενοποιημένα άτομα : έτσι η (ομαδική) αυταρέσκεια επέστρεψε ως τό μόνο πρόσωπο που μπορούσε να πάρει τώρα πια η παλιά εκείνη προσπάθεια αυτογνωσίας. Αλλά φυσικά όλ’ αυτά δεν φτάνουν, μοιάζουν και λίγο τεχνοκρατικά, και δικαίως – γιατί απλούστατα όλα αυτά είναι οι λόγοι μετά τόν λόγο :

   αλλά ο λόγος είναι τό ιερό ταμπού που ως συνήθως στις θρησκείες δεν λέμε τ’ όνομά του ποτέ : γι’ αυτό μόλις ακούσουν όλοι τό υποκατάστατο, δηλαδή τόν εθνικισμό πάνε και στέκονται ηλιθιωδέστατα σούζα : γιατί πρόκειται για κάτι εσωτερικό βαθύ και δυνατότερο από τήν ονομασία ενός συμπλέγματος που μπόρεσε να επιζήσει μετά από τέτοιο καταχώνιασμα και τέτοια απαγόρευση ώστε ν’ αντέξει ενενηντατόσα χρόνια, κι όλη τή διάρκεια τής ένδοξης επανάστασης, και να ξαναβγεί άθικτος στην επιφάνεια με τήν παταγώδη κατάρρευση : γιατί αυτό τό γενικό μίσος προς τόν άλλον, και τό άλλο χρώμα, και τήν άλλη και τήν ξένη, και τό άλλο φύλο, ως υποκατάστατο τού έρωτα είναι η απόλυτη μεθαδόνη : η παρηγοριά γι’ αυτό που μάς λείπει, και γίνεται συστηματική προσπάθεια μέσ’ απ’ τήν (ιερή) οικογένεια ώστε να λείψει από νωρίς : μέχρι τώρα τό ξέρουμε να ξεπετάγεται σαν τό πιο ελεήμον ναρκωτικό στις ζωές τών αγοριών που οι πατεράδες τους ήταν «πέραν τού κανονικού» αφέντες – αυτά τά παιδιά κοιτάνε απλώς να γίνουν οι ίδιοι αφέντες με τή σειρά τους, μιμούμενοι και προσκολλώμενοι, υπακούοντας και παρηγορούμενοι, σ’ έναν νέον αφέντη που θυμίζει εκείνον τόν πρώτο – όχι απλώς υποκαθιστώντας τον αλλά κολακεύοντας τήν εικόνα του ταυτόχρονα – κάνοντάς τον τώρα ηθελημένο επιλεγμένο και ιεροποιημένο αρχηγό και ηγέτη

   ο αντόρνο στη μελέτη του για τήν «αυταρχική προσωπικότητα» (που εκπονήθηκε στα χρόνια τής αυτοεξορίας στην αμερική (όπου όλη η παρέα τής σχολής κατέφυγε γλιτώνοντας εγκαίρως από τά κρεματόρια (όλη η παρέα πλήν μπένγιαμιν)) έρευνα που διεξήγαγε με παραδειγματικώς επιστημονικά κριτήρια μια ομάδα φοιτητών υπό τήν εποπτεία του) διαπίστωσε ότι «κλίση προς τόν αυταρχισμό και τή συμβατική συμπεριφορά (που εκ παραλλήλου τόν συνοδεύει) έχουν, παραδόξως όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, τά αγόρια που είναι επιθετικά, ατίθασα, ανυπάκουα και άτακτα στο σχολείο» – δεν είναι όμως να σού κάνει τελικά εντύπωση : ένα παιδί με τήν ψυχολογία τού κάφκα που, από τήν εποχή ακόμα πριν τό σχολείο, στρέφεται προς τά μέσα και (παράλληλα με τίς μικροσκανταλιές που κάνει) μελετάει με ήρεμον έρωτα και περιέργεια στοχαστικά τόν εαυτό του – μού φαίνεται ότι διαθέτει εντελώς φυσιολογικά τά εχέγγυα για να αναπτύξει κείνη τήν αναρχική συνείδηση που θα καταστήσει αργότερα τό έργο του μοναδικό – συμφωνώντας με ό,τι θα χαρακτήριζε πια και τόν ίδιο ως ενήλικα

   τό παιδί–τραμπούκος όμως έχει έναν μόνιμο φόβο συνοδευόμενον (και πυροδοτούμενον) από μειωμένες αντιστάσεις απέναντι σε κάθε είδους κυριαρχία και επιβολή : φοβάται πάνω απ’ όλα μονίμως μην ανακαλυφτεί πόσο φοβάται τήν οικογένεια που μισεί : και γι’ αυτό τήν μιμείται. Αντίθετα δηλαδή με τό παιδί που επιμένει στον εαυτό του και αναγνωρίζει ελεύθερα τούς φόβους του, πράγμα που είναι ακριβώς τό πρώτο βήμα για να πατήσει πάνω τους και να βρεθεί έτσι ψηλότερα (που θα ’λεγε κι ο χαίλντερλιν – άλλος γερμανόφωνος αυτός, και προϊόν εξίσου αυταρχικής οικογένειας, αν και στην περίπτωσή του ο δήμιος ήταν η μητέρα (όπως και τού ρεμπώ)) :

   ο τραγουδιστής σαββόπουλος στη συνέντευξη (03.00΄ – 03.54΄) που έβλεπα μού έκανε εντύπωση ότι είπε κάτι πολύ σωστό : έκανε δηλαδή τή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που φοβώνται (κατά καιρούς διάφορα πράγματα, όπως όλοι μας) και σέ κάποιους άλλους (που παρατήρησε στον στρατό ίσως, αν θυμάμαι καλά) οι οποίοι ήταν ολόκληροι μονίμως ένας φόβος : ο φόβος τούς είχε καταπιεί, τούς είχε σκεπάσει και είχε κυριαρχήσει πάνω τους ολόκληρος : ε, αυτό είναι μια καλή περιγραφή για να καταλάβεις αυτόν που (αυτο)χαρακτηρίζεται ανενδοίαστα ως ρατσιστής – δηλαδή εθνικιστής : καταρχάς η απόλυτη εμπιστοσύνη του στις λέξεις (από μια άποψη δηλαδή η εμπιστοσύνη και καταφυγή προς τήν κοινά αποδεκτή τυπική πραγματικότητα) είναι η τέλεια μάσκα – κι  αυτός ο εναγκαλισμός τού κοινά αποδεκτού λόγου κρύβει ακριβώς τόν απόλυτο τρόμο προς τήν κοινά αποδεκτή καταπίεση που τόν έχει καβαλλικέψει :

   λογικά λοιπόν, αυτό που χαρακτηρίζει στη συνέχεια τήν ψυχοσύνθεση τού ρατσιστή είναι η απόλυτη κι απαρασάλευτη βεβαιότητά του ότι βρίσκεται διαρκώς και εν δικαίω και εν αμύνη : δεν αμφιβάλλει ότι τού επιτίθενται από παντού, συνεπώς οποιαδήποτε δική του πράξη είναι μονίμως και αδιαμφισβήτητα μια πράξη αυτοάμυνας. Μ’ αυτή τήν έννοια δεν είναι απλώς έλλειψη φαντασίας η αδυναμία του να μπει στη θέση τού άλλου αλλά στην κυριολεξία πράξη μιας «αυτοσυντήρησης τής τελευταίας στιγμής» – εξού και οι λογικές αντιφάσεις στις οποίες πέφτει χωρίς καν να τίς καταλαβαίνει : προσέξτε (στη συνέντευξη) τήν ανυπόκριτη κοροϊδία προς τούς ειρηνιστές με τά κουδούνια στα πόδια («για να μην πατήσουν κανένα μυρμήγκι» : εδώ ακριβώς εύκολα θα ’βλεπε κανείς τήν επιτακτική ανάγκη τους να αρνηθούν πως έχουν ζήσει οι ίδιοι τήν πραγματικότητα τού μυρμηγκιού), τόν θαυμασμό – ανυπόκριτο αυτόν – προς τόν στρατό και κάθε τί στρατιωτικό, κι από τήν άλλη τό αθώο ύφος καλοκάγαθου μέσου και λογικού ανθρώπου, που εξοργίζεται όταν από μια πράξη αντίστασης εναντίον ενός δικτατορικού καθεστώτος («μια βόμβα στο άγαλμα τού τρούμαν») «σκοτώθηκε και ένα κοριτσάκι» : τήν ίδια στιγμή βεβαίως αδιαφορεί πλήρως για τούς βασανιζόμενους και δολοφονούμενους από τό ίδιο καθεστώς. Αντίθετα βέβαια με τήν στιγμιαία του αλληλεγγύη προς τό γυναικείο φύλο (αλληλεγγύη που άλλωστε φροντίζει ο ίδιος αμέσως να μετριάσει προσθέτοντας «και ένας αστυνομικός» : «εκείνη τή μέρα σκοτώθηκε εξαιτίας τής βόμβας μια κοπέλα κι ένας αστυνομικός» * ) και αδιαφορώντας μέσα στην ίδια πρόταση για τούς δολοφονημένους από τήν ίδια τή δικτατορία, εκλαμβάνει ακριβώς εκ τών προτέρων τούς δεύτερους ως (δικούς του) εχθρούς, απέναντι στους οποίους η δολοφονία και τά βασανιστήρια αποτελούν μορφή (δικιάς του) «αυτοάμυνας» : θα μπορούσε να πει κανείς ότι τό βασικό χαρακτηριστικό απ’ τό οποίο συνίσταται η σκέψη του είναι η απόλυτη έλλειψη αμοιβαιότητας – αυτή η έλλειψη επιστροφής ήχου από τή συνολική κοινωνία – η απόλυτη αποκοπή του από τό περιβάλλον : αποκοπή που συνοδεύει λογικά τόν ευνουχισμό αισθημάτων μυαλού και σώματος

    ακριβώς η ψυχολογία του τελικά προδίνει αυτή τή βαθύτερη απόρριψη τής ίδιας τής ιδέας τού έρωτα ως συστατικό τού κόσμου : η ίδια η ιδέα τής «καθαρότητας» και τού «μη αναμεμειγμένου αίματος» υποκρύπτει μίσος απέχθεια και αηδία προς τήν ίδια τήν ιδέα οποιασδήποτε συνύπαρξης, συνουσίας, επιμειξίας, φυσιολογικού ή φαντασμαγορικού συνδυασμού ή αγγίγματος – κόσμων, φυλών, φύλων, σωμάτων : υποκρύπτει τήν ίδια τήν άρνηση τής ζωής, η οποία μόνιμα στον εθνικισμό μεταμφιέζεται σε «οπαδό τής αρχέγονης φύσης» : όπου με τούς όρους «αρχέγονος» και «φύση» επικαλείται ο υπάρχων πολιτισμός μέσα από μια μόνιμη αντιστροφή ακριβώς τόν εαυτό του : πως ο «φυσικός άνθρωπος» δηλαδή είναι όχι ερωτικός αλλά βίαιος και δολοφονικός – μ’ αυτό επιτυγχάνεται ένα είδος αδέξιου αλλά επιτήδειου καθαγιασμού τού ίδιου αυτού πολιτισμού ως διαρκούς και αναγκαίου φόνου – : πολέμου που μάς επαναφέρει απλώς «στις πρώτες πηγές». Ο ρατσιστής μέσω τής λατρείας τού στρατού – δηλαδή τής νομιμότητας τών φόνων – έχει ιεροποιήσει τήν απόλυτη εσωτερική του ανικανότητα. Στην πραγματικότητα, και επειδή πρέπει να κρατήσει και τά προσχήματα ότι μετέχει τής γενικής κανονικής ζωής τών άλλων, η πράξη τού έρωτα για τόν ίδιον έχει μετατραπεί σε ψυχρό είδος τιμωρίας προς κατώτερα είδη – μια καλυμένη ή ακάλυπτη μορφή βιασμού αρκεί και με τό παραπάνω, η χρησιμότητά της είναι απλώς να τόν πείσει ότι ανήκει στο είδος που κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται : καταπιέζει και δεν καταπιέζεται : πιστεύω ότι από εκεί (πέρα από τόν ενγένει κομφορμισμό του) κατάγεται και η τρομώδης του απέχθεια προς τήν αντρική ομοφυλοφιλία : είναι δυνατόν ο «από πάνω» να πάρει οικειοθελώς τή θέση τού «από κάτω»; (αυτό, μολονότι είναι γενικώς παραδεκτή η υπόγεια ομοφυλοφιλία που διατρέχει τίς λογικές τής στρατιωτικής ζωής – αλλά πρόκειται για μια «διαστροφή» (που συμπεριλαμβάνει εξάλλου φυσιολογικά έναν κακοκρυμμένο ή και ρητό μισογυνισμό) η οποία αφενός μεν πρέπει να παραμείνει εξιδανικευμένη, «πλατωνική», και αν αφετέρου περάσει στον χώρο τής όντως σωματικής «πραγματικότητας» δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει «έξω» γνωστή)

   αυτοί είναι λίγοι από τούς λόγους τής σχιζοφρένειας τού ρατσιστή να θεωρεί τόν εαυτό του μονίμως απειλούμενο και από παντού, και να πιστεύει ότι είναι διαρκώς δικαίως αμυνόμενος – έτσι που η οποιοαδήποτε άμυνα (ή αυτοάμυνα) τών άλλων να μετατρέπεται αυτομάτως σε κακοήθη επίθεση εναντίον του

   μην πιστέψουμε αφελώς ότι είναι αφελής : η ηλιθιότητά του είναι καλά καταχωνιασμένη και, επί τής επιφανείας, διαθέτει πολύπλοκα και σχεδόν ευφυή συστήματα αυτοπροστασίας – και κάποτε κάποιο είδος γνώσεων που παρουσιάζονται στους αφοσιωμένους του οπαδούς ως δείγματα περίπου σοφίας : να μη ζητάμε όμως και πολλά από τέτοιες ομάδες : ο αρχηγός αγαπάει τήν ποίηση – ο αρχηγός έχει διαβάσει και ποιήματα – : η απόλυτη πειθαρχία που αυτονόητα κυριαρχεί σε τέτοιες συνάξεις σαν τό πιο λογικά αντεστραμμένο υποκατάστατο τής άναρχης ερωτικής πράξης (και γι’ αυτό στην κυριολεξία ειλικρινά δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί εσύ κι εγώ να μην εννοούμε τήν ομορφιά και τήν ιερότητα αυτού τού τελετουργικού), οι απότομες δηλαδή και σπασμωδικές κινήσεις μιας πειθήνιας υποταγής ανακαλούν, από μακριά κι από τήν ανάποδη, τήν ξεχασμένη τελετουργία τής απόλυτης ελευθερίας τού έρωτα : η πειθαρχία όμως αυτή δεν τούς επιβάλλει να διαβάζουν οι ίδιοι τήν ποίηση : αρκεί που ο αρχηγός ξέρει

   πολύ λυπήθηκα όμως τήν ανεπάρκεια τού δημοσιογράφου θεοδωράκη που άφησε αυτό τό διαμάντι να πέσει κάτω και δεν τό μάζεψε : «είμαι πάντα με τούς χαμένους και τούς ντεσπεράντος τής ιστορίας» «τολμώ να πω, αν και δεν είναι και τόσο συναφές (…), ότι μέ γοητεύουν οι κολασμένοι ποιητές και συμβολιστές τού 19ου αιώνος – γενικά πιστεύω ότι η ζωή είναι μια ποίηση – κι ότι πρέπει να τή φτάνουμε στα άκρα – μόνο έτσι έχει σημασία» (« – πόσο στα άκρα όμως;» – «όσο πάει»)

.

.

   η αθώα πάντως αυτή πρόταση περί ποίησης (όσο και η ίδια η στιγμή τής συνέντευξης) είχε ένα επίσης, πολύ γενικότερο, ενδιαφέρον : μια που ανέφερα τόν αντόρνο πιο πάνω, ας συνεχίσω για λίγο, και τελειώνοντας, μ’ αυτόν : αν θυμάστε κάποιες αισθητικές απόψεις τού σκοτεινού γερμανού φιλοσόφου, θα ’σαστε τόσο σίγουροι όσο κι εγώ ότι πάνω σ’ εκείνο τό «ακραίο» που ξεστόμισε ο ανωτέρω φασίστας, ο theodor wiesengrund adorno κυριολεκτικά θα κεντούσε – εγώ τώρα απλώς αναλογίζομαι :

   η κτηνωδία τού σύγχρονου χιτλερίσκου βρίσκει εύκολα διέξοδο στην μικροψυχία τής απλής αριθμητικής : τό πράγμα αλλάζει αν δεν ήτανε έξι εκατομμύρια που θανατώθηκαν στα κρεματόρια, αλλά πέντε ή τρία. Και ο παντεπόπτης θετικισμός μπορεί να επεκτείνεται με τήν τεμαχιστική του λογική στο συναίσθημα, που έχει επομένως τό δικαίωμα να αγγίζει τά πάντα, λες και τό χέρι που στραγγαλίζει τόν κόσμο μπορεί να παραμένει μέρος ενός σώματος εξίσου αθώου με τήν ίδια τή φύση απ’ τήν οποία έλκει τήν μακρινή του καταγωγή : Τό ίδιο τό χέρι τού χίτλερ είναι σε θέση να ζωγραφίζει, όπως τό μάτι τού χρυσαυγίτη να διαβάζει ένα ποίημα

   η φράση τού αντόρνο ότι «μετά τό άουσβιτς τό να γράφεται ποίηση αποτελεί βαρβαρότητα» δεν σήμανε μόνο αυτό που έλεγε (και που δεν ήταν και τόσο τραγικό, για να ξεσηκώσει τέτοια συζήτηση : από μια άποψη, αυτό που είπε είναι και κυριολεκτικά αλήθεια, παρ’ όλο που ο ίδιος αργότερα τό εξήγησε – αν και είναι ζήτημα αν τό εξήγησε επί τό ηπιότερο ή τό ακόμα σκληρότερο) – στην πραγματικότητα, ο αφορισμός αυτός σημαίνει κάτι που όντως ισχύει και σήμερα ότι δηλαδή «μετά τό άουσβιτς καμιά ποίηση δεν γράφεται (είτε αναφέρεται σ’ αυτό είτε όχι) σαν τό άουσβιτς να μην υπήρξε» : Αισθάνεται όμως κανείς τήν ανάγκη να τό επιτείνει, τέτοιες μέρες, και να τό υπερβεί ή να τό υπερβάλει ακόμα και ώς τό «μετά τό άουσβιτς και η ίδια η ανάγνωση τής ποίησης αποτελεί μιας μορφής βαρβαρότητα». Γιατί η τέχνη δεν αυτονομείται μόνο έναντι τού δημιουργού της. Αυτονομείται σε τέτοιο βαθμό απέναντι στην ίδια της τήν ελευθερία ώστε μέσα στις συνθήκες τής υπάρχουσας ανελευθερίας να εκπραγματίζεται τραγικά με τή σειρά της, ως εμπόρευμα ακόμα και προεκλογικό,  και να δίνει τό δικαίωμα στον αστό να πιστεύει ότι τόν «εκφράζει» αυτό ακριβώς που τόν ανατρέπει και τόν εκμηδενίζει

.

.

.

* σημειώσεις και σύνδεσμοι :

«μπουμπουλίνας 18» | «η ταράτσα τής μπουμπουλίνας» | «ανθρωποφύλακες» | αντόρνο, η ποίηση μετά τό άουσβιτς (πολύ καλή ανάλυση από τόν mindful pleasures) | αντόρνο (κ.ά) : για τήν «αυταρχική προσωπικότητα», μετάφραση (τή βρήκα τώρα ψάχνοντας, δεν τήν έχω διαβάσει (γενικά τό βιβλίο στην αρχική του μορφή είναι δυσεύρετο, κυκλοφορεί μια έκδοση συμπτυγμένη)) | μαρκούζε : «εξουσία και οικογένεια» στα ελληνικά | κάφκα, «γράμμα στον πατέρα» στα ελληνικά

για τή «βόμβα τρούμαν» (μάϊος 1971) : «14/5 : έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας» | για τό φοιτητικό κίνημα τής δικτατορίας, συνοπτικά ημερολογιακά και περιληπτικά : βόμβες που μπήκαν, βασανιστήρια, δίκες παράνομων οργανώσεων, καταδίκες σε θάνατο κλπ | ο ιός : «η γνωστή άγνωστη αντίσταση στη χούντα» / ελευθεροτυπία 1997 | μάϊος 1971 : «έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας, ο οποίος πλησίασε τή βόμβα κατά τήν ώρα που η αστυνομία περίμενε τούς πυροτεχνουργούς (14/5)»

τηλεόραση «πρωταγωνιστές» : για τήν ποίηση και τά «άκρα» (από 2.19΄) | για τούς θάλαμους αερίων

. 

.

.

.

.

.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: