σημειωματαριο κηπων

23 Οκτωβρίου 2019

τρυφερο ατσαλι

 

 

 

 

αυτη ειναι μια ιστορια σε μια αιθουσα με ασαφή οθονη που δεν ξερω πότε αρχισα να τη θυμαμαι, γιατι για χρόνια ητανε οχι τοσο χαμενη (ποτέ δεν χαθηκε) αλλά σιωπηλη πισω στα παρασκηνια του θέατρου – νομιζω αρχισε να ξανανεβαινει, και μαλιστα εγχρωμη και καπως ομιλητικη στη σκηνη, απο εκεινο το βραδυ που χαϊδεψα απροειδοποιητα τη γαμπα αγαπημενου αντρα μεσα σ’ ενα μπαρ ψηλαφιζοντας ανυπομονα το παπουτσι του και υστερα την κατσαρη υφη της καλτσας μεχρι τη ζεστη καμπυλη του ποδιου μεσα απο το παντελονι – αυτη ητανε μεσα στο σινεμα η σκηνη αλλά ειναι σχεδον αδυνατο να θυμηθω ποια ηταν η μερα, γιατι ειναι πολυ παλια – παντως δεν ημουνα παραπανω απο εξη (ή το πολυ εφτα – αλλά οχι : γιατι η σκηνη ηταν στο σινεακ εκει που με τη μαμα πηγαιναμε οταν ημουν πολυ μικρη, διοτι μετα, οταν αρχισε το σχολείο, με εσερνε μαζι της στα κανονικα σινεμα, και κυριως τη «βρετάνια» στη βουκουρεστιου με τους μεγαλους ηθοποιους και τα «ανεμοδαρμενα υψη» και τη ζανέτ μακντόναλντ και τον νέλσον έντυ, το οποίο κατι χρονια αργοτερα καταργηθηκε και εγινε το θεατρο του μυρατ που επαιξε το «αποψε αυτοσχεδιαζουμε» του πιραντελο και τρεχαν οι μεγαλοι να το δουνε ολοι σαν τρελοι)

ηταν ομορφη η μαμα μου και της αρεσε πολυ το σινεμα και ημουνα κι εγω ομορφη μαζι της γιατι φοραγαμε τα ιδια ρουχα, αφου αυτη τα εφτιαχνε, και μαλιστα απο το ιδιο υφασμα

λοιπον το σινεμα ητανε ωραιο, μυστικο αλλά και ενοχλητικο μαζι, και ητανε το «σινεμα» και οχι το «σινεακ» γιατι τοτε ηταν το μόνο σινεμα το σινεακ, και ηταν μονιμως μεσα σ’ ενα κατακοκκινο σκοταδι χωμενο, και τα καθισματα του ηταν σαν περιεργα βουνα, ψηλα στις ακρες, χαμηλα στη μεση – και εμας μας αρεσε να καθομαστε στις ακρες – και παντα μπαιναμε με σκοταδι και βγαιναμε με σκοταδι, ποτέ δεν φωτιζε ακριβως, ποτέ δεν εκανε ακριβως διαλειμμα και εναρξη ή ληξη, ητανε σαν ενα αιωρουμενο αεικινητο στο οποίο μπαινοβγαιναμε συνεχεια και η μαμα κουνιοταν συνεχως κι αλλαζε θεσεις, μερικες φορες τοσο εκνευρισμενη που απο τα πλαϊνα ψηλα πηγαιναμε στα καθισματα κατω χαμηλα, και με εσερνε πισω της σα να με ειχε ξεχασει, και γω ετρεχα πιασμενη απ’ το χερι της αλλά και σα να με ειχε ξεχασει, και παντα καθομαστε μακρια απο τους δίπλα, αλλά ετσι κι αλλιως οι δίπλα ποτέ δεν ητανε κοντα, θυμαμαι μισοαδειο παντα αυτο το κοκκινο σκοταδι, με τις χρυσαφιες ανταυγειες απο την οθονη, την οθονη δεν τη θυμαμαι ιδιαιτερα – τον χρονο μόνο θυμαμαι γιατι δεν ειχε αρχισει ακομα το σχολείο –

και οταν τρεχαμε αναμεσα στα μαυρα καθισματα και το κοκκινο που φωτιζε μαζι με τις ασπρομαυρες αστραπες τού εργου σαν επιφοιτηση διαρκείας, φευγαμε παντα απο καποιον που «σαν παλιανθρωπος» που ητανε «την πειραζε» και δεν ειμαι σιγουρη αν το ’χα καταλαβει, το ’χα συμπερανει ή μου το ’χε πει με αυτα τα λογια η ιδια, την ωρα που ξαφνικα θα ψιθυριζε πιανοντας μου το χερι «παμε πιο περα να φυγουμε» και το πιθανοτερο ειναι να ’χαν συμβει και τα τρια μαζι και να τα ’χα καταλαβει ταυτοχρονως, και η εκφραση της δεν μπορουσε να ειναι τιποτα σοβαροτερο, τιποτα πιο επεξηγηματικο απο ενα μουρμουρητο

ομως η μετακινηση και η βιαστικη αλλαγη θεσης ητανε παλι εχθρικη και ψηλομύτικη κι αυτο το ψηλομύτικο ηταν που με ενοχλουσε σαν να μην πολυπιστευα, δεν ειμαι σιγουρη ακριβως τι – θυμαμαι ομως την ενοχληση μου ετσι που επρεπε να την ακολουθω αναμεσα στα καθισματα και τους διαδρομους ενω αυτη ετρεχε σαν να μ’ ειχε σχεδον ξεχασει

κι αυτο γινοτανε πολυ συχνα τοσο που σχεδον ηταν εθιμο μεσα στην αιθουσα και δεν ειμαι σε θεση να πω ουτε καν αν της αρεσε που γινοτανε, αλλά φαινοταν πραγματικα θυμωμενη, κι επαιρνε αυτο το πολυ ακαταδεχτο, και εχθρικο προς τον κοσμο υφος της – αυτο το καταβαθος ψηλομύτικο που πολυ με πειραζε

ομως το θεμα μου ειναι αλλο και μου ειναι δυσκολο να στο περιγραψω γιατι σαν ασαφης παραισθηση ή ονειρο αναδυθηκε οταν το θυμηθηκα τη στιγμη που ενιωσα το ποδι του για πρωτη φορά αφημενο εντελως στα χερια μου μεσα απο το παντελονι – διοτι ναι μεν τιποτα δεν χανεται αλλά αυτο ειχε τραβηχτει στα ενδοτερα, στα παρασκηνια, πισω απ’ τις κουΐντες, πιο πισω απο τα καμαρινια περα απο τις σκηνες πιο μακρια απο τις αυλαιες αυτης της αιθουσας που ειχε κατι βαρυ και παλαιϊκο ετσι οπως ηταν ολα κοκκινα και σχεδον βελουδινα, ή μαλλον ηταν πραγματικα βελουδινα και καλα τα θυμαμαι, αν και φθαρμενα ελαφρως τα καθισματα

και ηταν σιγουρα νωρις το απογευμα και ειμαστε ησυχες και βλεπαμε το εργο και κανεις δεν μας πειραζε σε μια σχεδον μισοαδεια αιθουσα, και ουτε θυμαμαι ποιο εργο, τοτε που ορμησε με μια αναπαντεχη σιγουρια το χερι του και μ’ αφησε καταπληκτη γιατι δεν τον ειχα ακουσει να καθεται δίπλα μου, καθισε αθορυβος ανακουστος κι αορατος σα γατα, και περα απο οποιαδηποτε αλλη σκεψη κυριαρχησε η καταπληξη, και μαζι η ακινησια η σιωπη και η ασαφης μυρωδια τής μαμας στα δεξια ετσι οπως κοιτουσε αφοσιωμενη, ελαφρως αφηρημενη και λιγο ψηλομύτικη οπως παντα τη μεγαλη ασπρομαυρη οθονη και λαμψη

εμεινα ακινητη αλλά το χερι μ’ αυτα τα σκληρα δαχτυλα ηταν επιτακτικο σαν να μη με περιμενε καν πρωτα να μεινω ακινητη για να ρωτησει, σαν να ητανε σιγουρος ή να το ειχε διαταξει με τον πιο σιωπηλο τροπο, και σαν να με παρακαλουσε ομως με ακαταδεχτο υφος συγχρονως γι’ αυτο

και ολη την ωρα που το χερι κινιοτανε πανω μου ητανε ακριβως σα να παρακαλουσε γιατι μεταφεροταν απο πανω μεχρι κατω με τον πιο σφιχτο και ατσαλινο και σιγουρο τροπο αλλά και με τοση γνωση και τρυφεροτητα που ειχα παγωσει απο την καταπληξη πως μπορουσε καποιος να με ξερει τοσο καλα, που να με σφιγγει βιαστικα αλλά συστηματικα και μεθοδικα κανοντας με να καυλωνω απο το λαιμο ως τους αστραγαλους τοσο αφωνα

και συνεχισε να ανεβοκατεβαινει μεθοδικα με δαχτυλα που δεν με εγκατελειπαν στιγμη και σχεδον μού μίλαγαν, σχεδον βγαζανε ηχους, με μια επιτακτικη βλοσυρη οικειοτητα

που δεν σηκωνε αντιρρηση αλλά παρακαλουσε κιολας, παρακαλουσε και σα να ικετευε κιολας, με λεξεις που δεν τις ηξερα αλλά αυτο ητανε το νοημα σ’ αυτα τα ατσαλινα δαχτυλα, που με εψαχναν παντου σα να θελανε κατι να μου δειξουν και συγχρονως σα να παρακαλουσαν να δεχτω να το δειξουν, μες στο σκοταδι

κι ετσι περιδιαβηκε καθε κοκκαλο και καθε γωνία και οπως γλυστραγε πανω μου απο το λαιμο ως τα ποδια μεθοδικα με τα ιδια δαχτυλα που σφιγγανε, κατα διαστηματα, και ισως μ’ εναν ρυθμο, δε θυμαμαι καλα, χαϊδευανε κιολας ταυτοχρονα, μ’ αυτον τον αλλοκοτο τροπο οντας μαζι δαγκανες και γλωσσες

σημερα με το σημερινο λεξιλογιο θα ελεγα οτι ειχε μια φοβερη επιδεξιοτητα κι οτι ητανε φοβερος εραστης, τη μερα εκεινη οντας εφτα χρονων (το πολυ) ειχα μεινει αφωνη και καταπληκτη και ακινητη κατω απο την παλαμη του που με ειχε ακινητοποιησει ολοκληρη και σα να ’χε μετατραπει ολη η παλαμη του και σα να ’χε γινει ετσι τεραστια παιρνοντας το δικο μου ελαχιστο μεγεθος – και συγχρονως σα να ’χε γινει το χερι του ο καθρεφτης μου

ειμαστε σιωπηλοι, αυτο που γινοταν μεταξυ μας δεν το ’μαθε κανεις : καποια στιγμη απλως αποσυρε το χερι του και καταλαβα οτι συνεχισε να καθεται διπλα και γυρισα μαλλον αργα και τον κοιταξα, και αυτο ειναι που δε συγχωρεσα στον εαυτο μου ποτέ, δεν μπορεσα να κρυψω (πρεπει να φανηκε στο προσωπο μου) την απεχθεια και την απογοητεψη για το πόσο ασχημος ητανε

γιατι ο ιδιος εχοντας αποσυρει το χερι του απο πανω μου το ’ξερε ολη η δυναμη του οτι ειχε χαθει και καθοταν τωρα λιγο σκυφτος, γυρισμενος σαν υπακουα προς το μερος μου και με κοιταζε ησυχα με ματια που ειχαν μεσα τους μόνο ενα χαμογελο και λιγο σκυψιμο – κι εγω δεν μπορεσα να κρυψω σιγουρα τον θυμο μου ή την καταπληξη για το πόσο ασχημος φτωχος κακοντυμενος και γερος (μπορει να ’ταν και τριανταρης ή σαρανταρης, τωρα λεω) εκεινος ητανε – ναι, με κοιταξε μ’ αυτη τη βουβη ματια, λιγο σκυφτος, λιγο με τα ματια μισοκλειστα, κι εγω τον κοιταξα οπως τον κοιταξα : μόνο που δεν τον εφτυσα δηλαδη – πρεπει να το καταλαβε, η ευφυια τού περισσευε κι αυτο το ’χε αποδειξει : πρεπει να το καταλαβε οτι στην αρχη γυρισα να τον δω με ενα ειδος περιεργειας χαρας, ή και φιλίας ακομα, που μετατραπηκε αμεσως σε φρικη, τα ειδε ολα στη φατσα μου και γλυστρισε σαν γατα και σαν καταπτοημενος κι εξαφανιστηκε

γιατι ηταν αξυριστος, δεν ειχε μαλλον πολλα δοντια, και μαλλον ητανε φτωχοντυμενος πολυ, και ειναι απιστευτο πόσο με ειχε θυμωσει ολο αυτο – και πόσο ειχα νιωσει καταπληξη, σα να με  προσβαλε η ασχημια του : και ειναι απιστευτο πόσο σκληροι ανθρωποι ειμαστε απο τα γενοφασκια μας : απο τοτε που αρχισα να θυμαμαι αυτη την ιστορια τον ξανασκεφτηκα πολλες φορες – με τη μεγαλυτερη δυνατη ομως λυπη – ο ανθρωπος εκανε για μενα κατι, που μόνο οι μεγαλοι εραστες το κανουνε – και οι μεγαλοι εραστες δεν ειναι συνηθισμενο πραγμα : δεν ειναι οτι θελησε να καυλωσει, ειναι οτι θελησε να καυλωσει εμενα, ενα αγνωστο κοριτσακι δίπλα του – πραγμα που ειρησθω εν παροδω καταφερε με τον πιο ατσαλινο και τρυφερο τροπο –

 

 

φωτο Nico Jesse

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: