σημειωματαριο κηπων

24 Φεβρουαρίου 2012

merkonazi και λοιπά κινέζικα

.

.

.  

 

.

.

.

   καλημέρα, άργησε να μπει ο καινούργιος (δίσεκτος) χρόνος εδώ στους κήπους αλλά ήμουν στα χάρτινα, μακριά από οθόνες – είδα πάντως τηλεόραση – (η ειρωνεία είναι ότι, προσωπικά, ώς τώρα οι δίσεκτες χρονιές μού πήγαιναν καλά…)

   θα ξεκινήσω αποφθεγματικά κι ας μη μού αρέσει τό ύφος αυθεντίας που κρύβεται κάτω από τά αποφθέγματα – αλλά εδώ πρόκειται για συσσωρευμένη εμπειρία πλέον :

   ό,τι κατάφερε τό πείραμα τού υπαρκτού κομμουνισμού σ’ αυτόν τόν πλανήτη ήταν να βγάλει ανθρώπους που να ψοφάνε για καπιταλισμό, και να υιοθετούν χωρίς ενοχές τήν καθαρματοσύνη τών καπιταλιστών επιπλέον

   η κυρία μέρκελ προέρχεται από τήν ανατολική γερμανία, να μην τό ξεχνάμε αυτό – και έτσι λειτουργεί (είτε λέει, είτε ξελέει – και κυρίως μ’ αυτά που κάνει και δεν ξεκάνει – με τήν έλλειψη δηλαδή κάθε αίσθησης συγγένειας, ή και απλής συμπάθειας για τόν κοινό ευρωπαϊκό χώρο) σαν φτωχό και στερημένο κακέκτυπο τής κυρίας θάτσερ (η οποία ήταν κόρη μπακάλη και τό όνειρό της ήταν να ανέλθει στα αριστοκρατικότερα τών αξιωμάτων) : αλλά τά λούμπεν στρώματα και οι κακοποιοί σέβονται κατεξοχήν τήν εξουσία, και οι υπαρκτοί κομμουνισμοί σε κίνα και ρωσία λουμπενοποίησαν πλήρως τήν ψυχοσύνθεση (αν μη τί άλλο) τών υπηκόων τους

   τά κατακάθια τής νομενκλατούρας και τών δύο διεφθαρμένων καθεστώτων τού υπαρκτού έχοντας υπηρετήσει με ταλέντο τίς ανοιχτές δικτατορίες τους, φοράν τώρα κι αυτοί τή μάσκα τών καπιταλιστών κλέβοντας για άλλη μια φορά τή ζωή τών δυστυχισμένων κατοίκων τους : έτσι (λογικά) η αυταρχικότητα τού καθεστώτος μιας μουσουλμανικής χώρας που βομβαρδίζει ανηλεώς τούς κατοίκους της (ζωντανούς και νεκρούς, φτάνοντας ώς τούς τάφους τους) δικαίως δεν τούς αφορά : για τήν ακρίβεια τήν ξέρουν πολύ καλά αυτή τή μέθοδο, είναι οι ίδιοι, και οι ρώσοι και οι κινέζοι ιθύνοντες, σήμερα βόμβες ναπάλμ επί τών λαών τους – βόμβες καπιταλιστικού know how επιπλέον :

   η έλλειψη μνήμης πάντως αποτελεί γενικό γνώρισμα και τής ανατολής και τής δύσης : γι’ αυτό λέω να θυμηθούμε τό ότι δεν πάνε πολλά χρόνια που ο ντελόρ έτρωγε γιαούρτια από ακτιβιστές στη δυτική ευρώπη ως εκπρόσωπος τών καπιταλιστικών συμφερόντων τής «ένωσης» – και ο χέλμουτ σμιτ τήν δεκαετία τού ’70 κατηγορούνταν μαζί με τόν σάχη τής περσίας (δικαίως) ως οι δύο σκληροί που διέθεταν τά περιβόητα λευκά κελιά – ο σμιτ για να πολεμήσει τούς αντιναζί τού αντάρτικου πόλεων, κι ο σάχης μερικούς αριστερούς και κάτι άλλους θρησκόληπτους (απ’ αυτούς που κέρδισαν τελικά τό παιχνίδι και σήμερα έχουν τά λευκά κελιά στη διάθεση τους οι ίδιοι)

   εμείς από τήν άλλη είχαμε διάφορα βέβαια δίκια κατά καιρούς, και μια αντίσταση στον τελευταίο πόλεμο που άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν τήν είδαν ούτε στον ύπνο τους : εμείς και οι γιουγκοσλάβοι δηλαδή είμαστε οι μόνοι που είχαμε αντιναζιστικό αντάρτικο – και γι’ αυτό δεν μού τό βγάζεις από τό νου πως είμαστε και οι μόνοι που τιμωρούμαστε με τέτοια μανία μετά τή θριαμβευτική ανασυγκρότηση τής επανενωμένης υπερδύναμης – τή γιουγκοσλαβία τήν διέλυσαν οι γερμανοί κυριολεκτικά κι εμάς προσπαθούν τώρα να μάς διαλύσουν επίσης : εμάς που έτσι, στο περιθώριο πάντα, ζήσαμε στον γενναίο ηλίθιο μεταπολεμικό κόσμο ως φτωχοί συγγενείς – και ως φτωχοί συγγενείς αναπτύξαμε με φαντασία τήν πιο επαρχιώτικη νοοτροπία που γινότανε : είχαμε λοιπόν και πιπιλάγαμε πριν κάτι χρόνια τά «πακέτα ντελόρ» στις καθημερινές κουβέντες μας, υπό τήν έννοια ότι οι κουτόφραγκοι μια που μάς δεχτήκαν επιτέλους στην παρέα τους θα μάς πληρώνουν και από πάνω – κι έτσι αποφάσισε η αγνή ελληνική ύπαιθρος και η περήφανη συνεταιριστική αγροτιά να εγκαταστήσει τήν κλοπή ως εκ νέου στοιχείο ιθαγένειας – ε, είχαμε και τό προηγούμενο τού ’21, να τιμάμε και τίς παραδόσεις μας

   αλλά να μην ξεχνάμε επίσης ότι η ελληνική κοινωνία έφαγε στα μούτρα και μια χούντα, με τήν οποία άλλωστε άρχισε και η μεγάλη «νεωτερική» μας κλοπή – όποιος ήθελε δάνειο υπόγραφε ένα χαρτάκι κι έπαιρνε, σάμπως ήταν τών καραβανάδων τά λεφτά; έτσι η αττική (ό,τι είχε απομείνει από τήν πρώτη καραμανλική ρεμούλα) καταστράφηκε τελειωτικώς– ορόφοι υψώθηκαν περήφανα ουρανοξυστικώς, φτωχά αρχιτεκτονήματα ισοπεδώθηκαν εν μια νυκτί – ο καραμανλής ως πρώτος διδάξας είχε προλάβει να ισοπεδώσει τό σπίτι τού παρθένη στην ακρόπολη – και επίσης βέβαια και μια μεταπολίτευση έφαγε στα μούτρα η κοινωνία αυτή – για τήν οποία δεν κούνησε, πέρα από μια χούφτα εικοσάρηδες, τό μικρό της δαχτυλάκι : φεσώθηκε λοιπόν μ’ ένα ανακουφιστικό σήκωμα τών ώμων και νέες εκδοχές καραμανλήδων και παπανδρέηδων – οι οποίοι με τή σειρά τους τήν ενθάρρυναν να συνεχίζει να κλέβει εαυτούς και αλλήλους φτάνει να τούς ψηφίζει (ως παράπλευρη απώλεια η κύπρος ήταν πολύ μακριά)

   κι έτσι τώρα θρηνούμε για τήν κοινωνία που δεν έχουμε : τώρα διαπιστώνουμε επίσης ότι μπορεί να πληρωθεί άσχημα η παιδεία που δεν έχουμε : και τώρα που η τσέπη μας άδειασε μυκτηρίζουμε τά κλεφτρόνια που επωφελούμενα τής πολιτικής μας απόγνωσης κλέβουν όπως ξέρουν πάντα να κλέβουν (τό ’χουν μάθει απ’ τούς πολιτικούς, τό ’χουν μάθει κι απ’ τούς παπάδες και τούς καλογήρους να κλέβουν) με παράπλευρες απώλειες να καίνε και μερικά νεοκλασικά

   τό ’κανε λέει ο τσίλερ ή κάποιος τσιλεροειδής τό κτίριο, και ποιος είν’ ο τσίλερ – γερμαναράς, φτου –

   ξαναγυρίζουμε λοιπόν ευμενώς στον ντελόρ και τόν σμιτ που ήταν πιο ευρωπαίοι από τούς σημερινούς μερκοσαρκοναζί : καλό θα ’ναι πάντως να θυμόμαστε ότι ο σμιτ, που μιλάει σήμερα υπέρ μας, ήταν ο πιο αναφανδόν εναντίον μας και δεν μάς ήθελε με τίποτα στην «ένωσή τους»

   αλλά σήμερα μιλάει υπέρ μας κι ο κον μπεντίτ – κι αυτός γερμαναράς είναι, αλλά αυτός «όχι φτου» : αν μάς κατηγορήσει σε τίποτα θα ξαναθυμηθούμε τήν εθνική του καταγωγή – όσο μάς υπερασπίζεται είναι ο «ντάνυ τού μάη»

   τά βαλκάνια ενγένει μπορεί να μην είναι παίξε–γέλασε, δεν θεωρούμε πάντως τούς εαυτούς μας μέρος τών βαλκανίων επισήμως : ο χιονιάς πλήττει στα μετεωρολογικά δελτία «και τά βαλκάνια» και όχι «και τά υπόλοιπα βαλκάνια» : όμως ούτε η ιδέα τής ενωμένης ευρώπης είναι παίξε–γέλασε φυσικά, αυτό όμως δεν θέλουμε να τό σκεφτόμαστε : εμείς, επαρχιώτες τελειωμένοι, κάνουμε σαν κάθε τι σχετικό με τήν «ευρώπη» πραγματικά να μη μάς αφορά, αν δεν είναι να μάς δώσει λεφτά : γι’ αυτό εμείς παίζουμε και γελάμε με όλα, μην ξέροντας τίποτα, αδαείς αλλοτριωμένοι αμόρφωτοι αυτάρκεις και αυτάρεσκοι, μέχρι να πέσουμε κάτω από τήν πείνα

   για τήν οποία φυσικά καθόλου δεν ευθυνόμαστε – πλην όσων (ελαχίστων) πήρανε με τή σέσουλα κάρτες και δάνεια και τρέξανε στην εκκλησία να παντρευτούν για να τιμήσουν τόν θεσμό τής αγίας οικογένειας : πλην όσων νέων και ωραίων δήλωναν πριν κάτι έτη ότι οι θεσμοί που εμπιστεύονται πάνω απ’ όλα είναι η εκκλησία και η αστυνομία, και φώναζαν στον κύριο παπά που επί χούντας αδιαφορούσε για όσους η τανάλια τούς έβγαζε τά νύχια ότι τόν πάνε και τόν παραπάνε – αυτοί (μόνο) ευθύνονται και αυτοί έχουνε σήμερα φτιάξει και τά μαγαζιά που κλείνουν – και αυτοί είναι που εμένα δεν μέ ενδιαφέρουν καθόλου γιατί δεν καταδέχομαι να συμπάσχω με τά καθάρματα επειδή φτώχυναν – αλλά είπαμε, αυτοί είναι η μειοψηφία : η πλειοψηφία είμαστε εμείς, αριστεροί, αναρχικοί, αντισταλινικοί, ευρωπαίοι, μορφωμένοι, κατά τού συστήματος, κατά τών δανείων, κατά τής οικογένειας, κατά τών δύο και πέντε αυτοκινήτων και τηλεοράσεων ανά σπίτι, κατά τών ψεμάτων, υπέρ τής αλήθειας, κατά τού μισογυνισμού και τού ρατσισμού, κατά τής μισαλλοδοξίας, υπέρ τού «ελευθερία  και ισότης», υπέρ τής γαλλικής επανάστασης και τού διαφωτισμού και τών φώτων

   είμαστε εμείς, οι κανονικοί ευρωπαίοι

   μόνο που δεν υπάρχουν κανονικοί ευρωπαίοι : από μια άποψη τά χάλια μας είναι γενικά – και σ’ αυτό μπορούμε να παρηγορηθούμε : η ιδέα τής ενωμένης ευρώπης ξεκίνησε απ’ τήν οικονομία, και με τήν οικονομία θα κλείσει (τά μάτια της) : η άλλη ευρώπη ήταν κρυμμένη, μυστική, παράνομη και αφανής από ανέκαθεν :

   και αυτή η ευρώπη ασφαλώς μάς ανήκει όσο ανήκει στον καθένα : είναι η ευρώπη τού ιουλιανού τού παραβάτη, που ίδρυσε τό παρίσι και που ήταν αλβανός τήν καταγωγή, η ευρώπη τού μεσαίωνα που διαμορφώθηκε και καθορίστηκε από τίς (άγριες, πολύ άγριες) μεταναστεύσεις, τίς τότε, η ευρώπη τών αράβων, τού αβελάρδου, τής ελοΐζας, τού αβερόη, τής αλάμπρας, τών τροβαδούρων και (τής κόλασης) τού δάντη : η ευρώπη τού ωραίου μεσαίωνα που δεν ξέρουμε και δεν θέλουμε να ξέρουμε : η ευρώπη τών πολέμων και τών σφαγών που οδήγησαν στις φρίκες και στη σχολή τής φραγκφούρτης : η ευρώπη τών εβραίων στην αμερική, η ευρώπη τής ειρήνης μετά τίς (άπειρες) νύχτες τού αγίου βαρθολομαίου : η ευρώπη τής πυράς τού τζορντάνο μπρούνο, η ευρώπη τών άπειρων κόσμων και τών άπειρων γλωσσών, η ευρώπη τού παβέζε, τού τζόϋς τού πικάσο και τού καβάφη : η ευρώπη τού σολωμού :

   να θεωρούμε εθνικό μόνο ό,τι είναι αλήθεια

   η ευρώπη αυτή κυκλοφορεί στα έγκατα, διωγμένη απ’ τήν επίσημη παιδεία μας που φτιάχνει φυτά, σπασίκλες, παπαγάλους, κλεφτρόνια, και τούς αγράμματους τών πρωινάδικων τών μεσημεριανών και τών βραδινών με τά οποία παρηγοριόμαστε για τή μαύρη νύχτα που μάς τυλίγει : αυτή τήν ευρώπη όσοι τή χρειαζόμαστε, θα τήν υπερασπιστούμε – σε πείσμα τών νεοναζί τού μερκοκομμουνισμού και τής εξαθλιωτικής πουτ(αν)ίνης, στα ίδια χώματα που έζησε ο τσέχωφ και καταδικάστηκε σε θάνατο ο ντοστογιέφσκυ

   μια στιγμή είναι κι αυτή, θα περάσει : η ευρώπη είναι μαθημένη στα δύσκολα : ο θερβάντες έγραψε τόν δον κιχώτη μ’ ένα χέρι – τό άλλο τό ’χε χάσει στη ναύπακτο

.

.

.

.

.

   υγ : στο μεταξύ θα μπορούσαμε να κάνουμε κι ένα μποϋκοτάζ στα προϊόντα τών γερμανών κλεφτοβιομήχανων που βγάζουν και γλώσσα – όπως αυτοί τής bosch, προ ελαχίστων μόνο ημερών, ενάντια στους καλύτερούς τους πελάτες : ας μην αγοράζουν πια, όσοι έχουν ακόμα τά λεφτά και τήν όρεξη για τέτοιες βλακείες, άλλες μερσεντές και μπεμβέ και μπος και ζήμενς βρε παιδί μου – ούτε νουνού και νεστλέ για τά παιδάκια τους – ας έχει και λίγο προσωπικό κόστος ο θυμός : συνέχεια και μονίμως μόνο (μεγάλα) λόγια;

  

.

.

.

Advertisements

11 Δεκεμβρίου 2011

τό υψίστατο και καλυτερότερο criterion για να μην πάμε πουθενά και να μη φάμε τίποτα

.

 

.

   μαζεμένες παρατηρήσεις περί γλώσσας σήμερα, μάλλον καθυστερημένες, που τίς σκεφτόμουνα δηλαδή από καιρό αλλά μπαίναν άλλα (κατά τή γνώμη μου σημαντικότερα) στη μέση…

   ξεκινώντας λοιπόν από τά αρχαιότερα : πριν (κάμποσα) χρόνια είχε γίνει μια φασαρία για τή λέξη καλυτερότερο η οποία επικράτησε, και έλυσε και έδεσε, σε κάποιους (μικρούς) χώρους και κάποια (νεανικά) μυαλά μια ολόκληρη εποχή, ενώ οι «μεγάλοι» (σε άλλους χώρους και με άλλα μυαλά) τήν χαρακτήρισαν (λίγο–πολύ τήν ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι) (κι αφού δεν μπόρεσαν να τήν εξαφανίσουν και να τή σβήσουν τελείως με όπλο εκείνη τή φοβερή τρομοκρατία περί λάθος γλώσσας και περί αμορφωσιάς και περί αγγλωσσίας) ως «ιδίωμα νεανικό». Στο αναμεταξύ δεν ακούγεται πια και τόσο – θέλω να πω όμως έστω και καθυστερημένα τή γνώμη μου κι εγώ : ότι δεν ήταν δηλαδή λάθος (απολύτως καθόλου) και επιπλέον πιστεύω ότι θα ξαναεπιστρέψει : όχι μόνο η λέξη η ίδια αλλά και ο τρόπος σύγκρισης αυτού τού είδους, και σύμπασα η κατασκευή συγκριτικών, πιστεύω ότι από ένα σημείο και πέρα θα γίνεται με βάση μια παρόμοια λογική :

   γιατί η λογική αυτή είναι πολύ απλή και καθαρή, και εντελώς μέσα στις πιο βαθειές διαθέσεις τής γλώσσας : η διάθεση για σύγκριση, δηλαδή ουσιαστικά για κρίση, είναι βέβαια μια κατεξοχήν ζωντανή και ανατρεπτική πράξη – και η γλώσσα τή θέλει αυτή τήν κριτική πράξη έντονη, σημαντική και δικιά της : έτσι ενώ προσθέτει μόνιμα τήν (ίδια) κατάληξη (–τερος ή –τατος) για να κρίνει και να συγκρίνει δύο πράγματα (ενώ στα αρχαία υπήρχαν διάφορες εξαιρέσεις τού κανόνα (και τό καλός ας πούμε γινότανε καλλίων και κάλλιστος)), φτάνει στο σημείο να μην αναγνωρίζει μια κριτική που έγινε παλιότερα, αν τώρα έχει τόσο παγιωθεί τό νόημά της ώστε να έχει ατονήσει η διάθεση για αμφισβήτηση μέσα του, με αποτέλεσμα η κρίση να εμφανίζεται περίπου εξαφανισμένη

   μ’ αυτήν τήν νοοτροπία που δίνει σημασία μόνο στη ζωντανή ζωή, τό καλύτερος εκλαμβάνεται πια δικαίως ως λέξη ενιαία και η κατάληξή της δεν έχει ιδιαίτερο κριτικό νόημα, και μόνο τό καλυτερότερος (ακολουθώντας ακριβώς τόν κανόνα) ξαναζωντανεύει τή σύγκριση. Δεν θυμάμαι για χρόνια να πρόσεξα πάντως άλλες περιπτώσεις όπου αυτό να λειτούργησε, τουλάχιστον εκκωφαντικά ώστε να τό μάθω κι εγώ, ώσπου πρόσφατα άκουσα κάποιο παιδί στην τηλεόραση απ’ τό οποίο παίρναν συνέντευξη (για κάποιο επιστημονικό θέμα) να λέει «τό υψίστατο βραβείο». Νά λοιπόν που τό ίδιο πράγμα μπορεί να επαναλαμβάνεται : η λέξη ύψιστος έχει ασφαλώς χάσει τήν έννοια τής σύγκρισης, κι έχει γίνει πλέον παγωμένη και άχρωμη – κολλώντας τή δημοτική κατάληξη τού υπερθετικού, ο ύψιστος μπορεί και ξαναγίνεται ύψιστος

    προσωπικά είμαι απολύτως πεπεισμένη, από τή μια ότι η γλώσσα με τά λάθη που κάνει (ο φυσικός της ομιλητής) ακολουθεί τούς πιο μόνιμους κανόνες και τίς πιο σταθερές τάσεις της, κι από τήν άλλη ότι, ψυχαναλύοντάς την ας πούμε, θα μπορούσαμε να βρούμε έναν βαθειά κρυμμένο υλισμό, κι έναν αμετανόητο αναρχισμό επίσης, σ’ αυτές τίς τάσεις. Αυτά όμως δεν είναι τής παρούσης ακριβώς – αν και ίσως όχι κι εντελώς εκτός τών ορίων τού σημερινού θέματος

   ένα σημείο στο οποίο η γλώσσα εμφανίζει ακριβώς τήν ανυποταξία της απέναντι σε κανόνες που δεν αναγνωρίζει ως δικούς της είναι η περίπτωση τών ξένων λέξεων, τίς οποίες ενσωματώνει χωρίς συμπλέγματα – γι’ αυτό ή θα τούς κολλήσει μια κατάληξη που θα κάνει τή λέξη κάτι αντίστοιχο με τό καλυτερότερος, δηλαδή μια νέα λέξη που θα έχει ως μορφή τά χαρακτηριστικά που εκείνη αναγνωρίζει ως λειτουργικά, και η οποία θα κλίνεται με τίς ελληνικές καταλήξεις (τά παραδείγματα είναι άπειρα, και τά γνωστά γλωσσικά ιστολόγια έχουν ασχοληθεί πολύ με τό θέμα) ή, αν δεν τής κολλήσει μια κατάληξη θα αρκεστεί με μεγάλη αυτάρκεια σε μια μορφή (άκλιτη) τής λέξης, μόνο στον ενικό ή στον πληθυντικό ανάλογα : τό ανάλογα έχει κι αυτό φυσικά τή λογική του, και η λογική αυτή (σε πλήρη συμφωνία με τόν υλισμό που λέγαμε) ενδιαφέρεται μόνο για τή λειτουργία τής λέξης στη ζωντανή ζωή : έτσι αν τό πράγμα είναι ακριβό και τό αγοράζουμε ένα–ένα, η λέξη σταθεροποιείται στη μορφή τού ενικού (που είχε στην αρχική γλώσσα) όπως έγινε αρχικά με τή λέξη φίλμ, αλλά αν πρόκειται για πράγματα που τά ξέρουμε τά βλέπουμε και τά ζούμε (δυστυχώς) σε σύνολα, θα παγιωθεί στον πληθυντικό (τό τανκς). ( : Έτσι τό λέγαμε από τήν αρχή εμείς, και έτσι ήξερα κι εγώ ότι τό έλεγε ο κόσμος όλος, μέχρι να πλακώσουν οι ξενομαθείς τών εφημερίδων – τούς οποίους δεν έχουν καμία αναστολή βέβαια να μιμηθούν οι αστοί (και δυστυχώς και πλείστοι – πλειστότατοι – πλέον αριστεροί))

.

.

   ουσιαστικά πρόκειται για ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό ζήτημα, που δείχνει ανάγλυφα και εκφραστικά τήν τάση τής γλώσσας να αποτινάζει υπόγεια κάθε «ξένη» εξουσία και επιβολή από πάνω της : διότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα απολύτως κλειστό – και γι’ αυτό και ανοίγεται, χωρίς φόβους συμπλέγματα και ενδοιασμούς, χρησιμοποιώντας ό,τι τήν βολεύει κάθε φορά με μια διάθεση και κοινοκτημοσύνης και διεθνισμού (πράγματα τά οποία λειτουργούν με όρους αντάρτικου ακριβώς, και τής επιτρέπουν να διατηρεί τήν ειρωνική φύση και τήν υπονομευτική ψυχολογία της : η γλώσσα δεν αρέσκεται δηλαδή στην αλλοτροίωση – αν τήν πάρουμε σοβαρά υπόψη, και δούμε τίς τάσεις της μέσα στον χρόνο θα διαπιστώσουμε ότι τήν αλλοτροίωση όχι απλώς τήν απωθεί, αλλά τήν φτύνει)

   και τί άλλο από αλλοτροίωση (και αποξένωση, όπως είναι ακριβώς η άλλη εκδοχή τής γερμανικής λέξης απ’ τήν οποία μεταφράζουμε), τί άλλο από αλλοτροίωση και αποξένωση είναι αυτή η μανία τής μικρόψυχης καθαρολογίας ως προς τό πώς προφέρεται ακριβώς μια ξένη λέξη εντός μιας συγκεκριμένης γλώσσας; Ο φυσικός ομιλητής δεν έχει καμία σκασίλα για τό πώς κλίνει τή λέξη η άλλη γλώσσα, εφόσον τό μόνο που τόν ενδιαφέρει είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη για τίς δικές του ανάγκες – μόνο ο αλλοτροιωμένος «διανοούμενος» ενδιαφέρεται να δείξει ότι ξέρει και τόν ενικό και τόν πληθυντικό τής ξένης λέξης, γιατί γι’ αυτόν η μεγαλύτερη ανάγκη ακριβώς είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη όχι ως νόημα αλλά ως στοιχείο τής καριέρας του – να αποδείξει δηλαδή ότι ξέρει ξένες γλώσσες : απ’ αυτήν τήν άποψη η χρηστικότητα τής γλώσσας λειτουργεί και πάλι στην εντέλεια κι ο κανόνας επιβεβαιώνεται παίρνοντας νέα μορφή : η γλωσσική αλλοτροίωση γίνεται στοιχείο κοινωνικής ανόδου

   αντίθετα ο φυσικός ομιλητής (ο ιθαγενής ομιλητής όπως τόν παγίωσε ο τσόμσκυ) χρησιμοποιεί τά ξένα στοιχεία ως άκλιτα διότι μόνο έτσι προστατεύει τά δικαιώματά του έναντι κανόνων τούς οποίους δεν αναγνωρίζει : αυτός ο κανόνας της είναι ουσιαστικά και η σημαντικότερη μορφή τού υλισμού που είπα παραπάνω : η γλώσσα (ανα)γνωρίζει δηλαδή μόνο τό υλικό απ’ τό οποίο αποτελείται, ζει με τό σώμα της, ξέρει μόνο προτάσεις ρυθμούς και λέξεις – και όχι ιδέες : και ακριβώς πίσω απ’ αυτήν τήν αντίσταση προς κάθε ξένη προς τίς επιθυμίες της διάθεση καιροφυλακτεί μια ακλόνητη ιδέα – η ιδέα τής αυτονομίας της 

   αυτά ισχύουν γενικά για τήν γλώσσα, όχι μόνο για τήν ελληνική (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής τάσης τών γλωσσών να μην κλίνουν τίς ξένες λέξεις είναι ας πούμε η άρνηση τών δυτικοευρωπαίων να δεχτούν τήν γενική ενικού στα γυναικεία επώνυμα – κι έτσι έχουμε εκείνα τά (γελοία για μάς) maria papadopoulosvicky leandros) – τά οποία όμως, μέσα από τήν αλλοτροίωση τών ντόπιων σουσουδιστών αστών έχουν αποκτήσει σχεδόν τό γόητρο τού περιώνυμου επώνυμου – και κάποιες τά περιφέρουν και στα καθημάς με περηφάνεια) (να σημειώσω εδώ ότι οι ρώσοι, με τήν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που είχαν πάντα ως λαός και ως έθνος, επέβαλαν τή γυναικεία εκδοχή τών επωνύμων τους από τήν αρχή, και έτσι έχουμε μαρίνα τσβετάγιεβα και όχι μαρίνα τσβετάγιοφ (νά, αυτό μού ήρθε τώρα…)) – όμως εδώ υπεισέρχεται και ένα ζήτημα φεμινιστικής συνείδησης (που τού αξίζει σίγουρα ξεχωριστή ανάρτηση) : γιατί βλέπει κανείς (να τό πω με συντομία) ότι όταν οι γυναίκες διατηρούν τό δικό τους επώνυμο, και κάνουν μ’ αυτό καριέρα, τό φαινόμενο εξαφανίζεται – θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς αποφθεγματικά ότι η χειραφέτηση αρνείται εξαρχής και ανατρέπει κιόλας τή (γλωσσική τουλάχιστον) αλλοτροίωση…

   όμως στους δυτικοευρωπαίους υπήρξε και ένα άλλο γλωσσικό έθιμο (φαινομενικά αντίθετο με τήν άρνηση που είπα παραπάνω) τό οποίο αφορούσε όμως μόνο (μεγάλη μας τιμή) τά αρχαία ελληνικά και τά λατινικά : γιατί υπήρξε κάποτε (αυτή τή στιγμή δεν θυμάμαι ακριβώς πότε καθιερώθηκε) μια συμφωνία «κυρίων», απόρροια μάλλον δέους και φόβου απ’ τή μεριά τών νεογέννητων και έκθαμβων μεσαιωνικών γλωσσών : θα παραβαίναν λοιπόν για χάρη τής μεγάλης παράδοσης τών κλασικών σπουδών τόν κανόνα, και θα χρησιμοποιούσαν και τούς 2 τύπους : δηλαδή και τόν ενικό και τόν πληθυντικό, είτε τών ελλήνων είτε τών ρωμαίων : έτσι ο μορφωμένος άγγλος έλεγε (έγραφε) τό phenomenon αλλά και τά phenomena, τό criterion αλλά τά criteria, τό forum αλλά τά fora. Όμως οι νέες γλώσσες πάλιωσαν, και δεν έχουν καμία διάθεση να είναι πλέον τόσο έκθαμβες : ο κανόνας δεν παρακολουθείται πια ανελλιπώς (άσε που εμείς ουσιαστικά δεν τόν είχαμε και ποτέ – για τά λατινικά βέβαια (* εδώ μπαίνει αστερίσκος : γιατί από μία στιγμή και πέρα εισήχθησαν «τό φόρουμ και τά φόρα» και σε μάς – νομίζω από τόν εξαιρετικά άγλωσσο ανδρέα παπανδρέου)). Αν λοιπόν μεταξύ τών λογίων στην δύση ήταν (και είναι) δείγμα παιδείας καλλιέργειας και ανώτερης μόρφωσης να λένε τά criteria και τά fora – η καθομιλουμένη lingua franca τών αγγλικών έχει αρχίσει πια και αδιαφορεί ευθαρσώς. Έτσι άκουσα τήν κυρία λαγκάρντ (εγώ λέω προς τιμήν της) να λέει κάπου τελευταία «other criterias» – πράγμα που είναι δηλαδή ακριβώς πλέον σαν να είπε σήμερα κάποιος στην ελλάδα «τά άλλα φόρουμ» : εγένετο άραγε χαμός;

   αντιθέτως, δεν νομίζω να τό προσέξαν πολλοί – από τούς εδώ τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω κανένας – από τούς εκεί ψάρεψα τή σχετική κοροϊδία, εμπλουτισμένη με τίς συνήθεις μισογυνικές εικονίτσες, κάποιου γαλλόφωνου γραμματιζούμενου. Όμως τό (καθόλου) λάθος τής κ. λαγκάρντ δείχνει ότι τό έθιμο φθίνει ραγδαία κι ότι δεν έχει πια νόημα αυτή η επίδειξη νεκρογλωσσομάθειας ακόμα και για τίς τάξεις εκείνες από τίς οποίες κάποτε τράφηκε : αν λοιπόν ακόμα και οι ανώτερες τάξεις ξαναγυρίζουν στις φυσικές τάσεις τής γλώσσας, τότε οι φυσικές τάσεις τής γλώσσας επιβεβαιώνουν υπονομευτικότατα τή δύναμή τους

.

 

.

   αντιθέτως στην ελλάδα βρισκόμαστε σε μία φάση που η γλωσσική αλλοτροίωση ζει και βασιλεύει με τόσο εξαγριωμένο (και εξαγριωτικό – για μένα τουλάχιστον) τρόπο, ώστε καταντάει δίκοπο μαχαίρι να υποστηρίζει κανείς νηφάλια τήν επιστημονική αρχή πως στη γλώσσα δεν υπάρχουνε λάθη : διότι, ναι, δεν υπάρχουνε, όταν γίνονται από φυσικούς ομιλητές, όχι από ομιλητές φερέφωνα τής εξουσίας τών γελοίων μέσων παιδείας τού έθνους όπως έχουν φτάσει να είναι οι δημοσιογράφοι οι πολιτικοί και οι (χουντικοί) μας γλωσσολόγοι : Τό κλασικότερο παράδειγμα είναι εκείνο τών τανκς και τών κόμιξ – δηλαδή τού τανκ και τού κόμικ : η επίδειξη όμως ξενογλωσσομάθειας μεταστρέφεται, ανηλεώς και από τόν ίδιο δρόμο, σε απόδειξη γλωσσοαμάθειας, μολονότι είναι τόσο ισχυρή η κοινωνική ανταμοιβή προς όποιον ξέρει τόν πληθυντικό δυο ξένων λέξεων (σιγά τά ωά, κανείς δεν τολμάει να κάνει τέτοια και με τά γαλλικά τά ρώσικα ή τά κινέζικα ας πούμε) ώστε περνάει τελείως στο ντούκου η τιμωρία τήν οποία η ίδια η γλώσσα (επιστρέφουσα ακάθεκτη) εν συνεχεία τούς επιβάλλει : διότι αυτός ο δήθεν σεβασμός, κανόνων μιας ξένης γλώσσας εντός μιας άλλης γλώσσας, αποβάλλεται μετά τόσης βδελυγμίας και αηδίας από τήν ίδια τή γλώσσα (τών ίδιων τών ομιλητών) που καθώς η γλώσσα επανέρχεται τελικά πάντα στους δικούς της όρους έστω και από τήν ανάποδη, ο σεβασμός απογυμνώνεται και επιδεικνύει διάφανα τό αρχικό του νόημα – δηλαδή τήν απλή επίδειξη καλυτεροσύνης – : όταν ο ομιλητής, παρασυρμένος από τή μανία του, θα πει και τόν πληθυντικό με εξίσου πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή θα πει λίγο αργότερα τά τανκ και τά κόμικ (έχει πια διαδοθεί τόσο, που δεν χρειάζονται παραδείγματα, κοντεύει να γίνει σχεδόν ο κανόνας μεταξύ γραφιάδων ενός συγκεκριμένου τύπου – και απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν κι οι ίδιοι πόσο πολύ τούς προδίδει αυτό τό (σύμφωνα με τούς δικούς τους κανόνες) λάθος)

.

  

.

 

.

   αλλά τί να λέμε τώρα, η καθαρολογία κάθε μορφής είναι ένα γελοίο φαινόμενο που ως βασικό του συστατικό έχει όχι τόσο τήν άγνοια όσο μια αγιάτρευτη (ψυχολογική αλλά και επαγγελματική) ανασφάλεια : Έτσι όσοι θέλουν ν’ αποδείξουν ότι κάτι ξέρουν περισσότερο απ’ τούς άλλους (και συνεπώς είναι διαφορετικότεροι αξιότεροι καλυτερότεροι (για να μην πω και υψίστατοι)) ανατρέχουν συνήθως στα αρχαία για να διορθώσουν δήθεν λάθη που έχουν γίνει «από κακή χρήση» : τούς διαφεύγει, και δεν είναι περίεργο, ότι η έννοια τής «κακής» χρήσης είναι καθαρά ηθικής χροιάς, και μ’ αυτήν τήν έννοια απολύτως εξουσιαστικής – αλλά τό τελευταίο, και να τό διαπίστωναν, μάλλον δεν θα τούς πείραζε

   τήν ανασφάλειά τους όμως τή βρίσκουμε εναργέστερη όταν δεν μπορούν να ανατρέξουν πια σε κανένα αρχαίο, και ανατρέχουν έτσι σε κυριολεξίες δήθεν, σημερινές : έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάτι «διορθώνεται» άνευ ουδενός πραγματικά λόγου : προκύπτουν έθιμα κωμικότατα λοιπόν κατά καιρούς, και στις τηλεοράσεις και τίς εφημερίδες (είπαμε, αυτοί μαζί με τούς επώνυμους γλωσσολόγους μας είναι οι διδάσκαλοι τού γένους) : Εσχάτως, δεν ξέρω κι εγώ ακριβώς από πότε (τά φαινόμενα αυτά μού έρχονται ως κατραπακιές, εντελώς απροσδόκητα τίς λίγες φορές που πάω ν’ ανοίξω εφημερίδα ή να δω ειδήσεις στην τηλεόραση και συνεπώς δεν είμαι σίγουρη για τό πότε ξεκίνησαν) εσχάτως λοιπόν κάποιοι τέτοιοι ανακάλυψαν τό γουδή τό γουδοχέρη, με ήτα, τό «καλημέρα σας» στις 12 και 1΄ τά μεσάνυχτα, και τό περιβόητο «λάθος» τών δύο αρνήσεων (που δεν είναι πάντοτε και οι δύο αρνήσεις) (και που συνεπώς δεν «κάνουν πάντα μία κατάφαση») : Έτσι καταλήξαμε στο να καταργηθεί σχεδόν διά ροπάλου η λέξη κανένας και τίποτα, και να μιλάμε μόνο με κάποιους και για κάτι – ακόμα κι όταν δεν έχουμε να πούμε απολύτως κάτι με απολύτως κάποιον. Είναι κρίμα, όχι τόσο γιατί όταν πω (με έμφαση εγώ, διότι από πείσμα ή μαζοχισμό εγώ άλλο τίποτα) σε πωλήτρια ή σε σερβιτόρο σήμερα «όχι δεν θέλω τίποτ’ άλλο» θα με κοιτάξει με άφατη περιφρόνηση (που δεν έχω ενημερωθεί για τίς νέες τάσεις τής γλώσσας), όσο γιατί χάθηκε μια ιδιομορφία – πραγματικό διαλεκτικό, φιλοσοφικό και εκφραστικό διαμάντι – τής νεοελληνικής που απ’ ό,τι ξέρω είχε μοναδικό αντίστοιχο τά αμερικάνικα μαύρα : τό «να βρούμε κάνα φίλο να πάμε πουθενά και να φάμε τίποτα» μόνο με τό i don’t know nothin’ δηλαδή, ή τό ain’t nobody’s business και άλλα τέτοια νέγρικα μπορεί να συγκριθεί – σε λαμπερότητα άρνησης, διαύγεια έμφασης, και στιλπνότητα εκφραστικής αυτοπεποίθησης. Και ενώ αυτό ακριβώς τό νέγρικο αμερικάνικο ιδίωμα κατακυριεύει όχι μόνο τήν αμερική, αλλά εξαπλώνεται και σε όλον τόν κόσμο, και κοντεύει να γίνει η lingua franca τής σημερινής εποχής, τό ελληνικό αντίστοιχο έχει καταπλακωθεί από τήν καθωσπρεποσύνη τής πρωινάδικης και δημοσιογραφοπολιτικής ηλιθιότητας. Κι είναι κρίμα και για έναν επιπλέον λόγο, γιατί έχοντας οι δυο γλώσσες αυτήν τήν εντελώς αντίστοιχη ιδιομορφία (όπου η άρνηση επί αρνήσεων δεν σημαίνει καθόλου yes) επιδείκνυαν και χαίρονταν μια κοινή κρυφή τάση αντίστασης στην καθωσπρέπει γλώσσα τών κυρίων τους με μια γλώσσα δηλαδή που έβγαινε και στις δύο περιπτώσεις από 400 χρόνια σκλαβιάς – αλλά οι μεν μαύροι επιμένουν (και γι’ αυτό και θα νικήσουν) οι δε εδώ ιθαγενείς σκιάζονται, χέζονται πάνω τους μη δε τούς πουν καθωσπρέπει, και έτσι γίνονται απλώς αξιοπρεπείς πωλητές και σερβιτόροι : κι είναι κι αυτός (δεν μού τό βγάζει άνθρωπος εμένα από τό νου) κι ένας από τούς λόγους που (συνέχεια) χάνουν

   όταν ξαναβρούν τήν άρνηση (τήν πραγματική και χωρίς φόβο) τότε θα τά ξαναπούμε

.

.

   και έτσι, μ’ αυτή τή λογική κιόλας φαντάζομαι, εξαφάνισαν ως διά μαγείας οι τηλεοπτικοί μας αστέρες και τούς χαιρετισμούς και τίς ευχές με τίς οποίες εγώ τουλάχιστον μεγάλωσα : Εμένα μού λέγαν δηλαδή καλησπέρα τ’ απόγευμα όταν μέ υποδέχονταν, και καληνύχτα τό βράδυ, όταν θέλαν να μ’ αποχαιρετήσουνε. Αυτά ήταν ζωντανότερα και πολύ καλυτερότερα από ένα «μεγαλίστικο» καλό απόγευμα ή καλό βράδυ, αμφότερα χρησιμοποιούμενα μόνο ως αποχαιρετισμοί πάντως : άντε, καλό απόγεμα, έλεγε ας πούμε μια θεία, τήν ώρα που έφευγε από τό σπίτι τ’ απομεσήμερο. (Εμείς λέγαμε «γεια»). Και «γεια σου, καλό βράδυ» λέγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους όταν αποχαιρετιόντουσαν, με μια κάπως πονηρότερη (και καλυτερότερη) οικειότητα

   τώρα δεν τολμάω ν’ ανοίξω τηλεόραση και χάνω τ’ αυγά και τά πασχάλια μου : «Η Τάδε τώρα θα μάς πει τίς ειδήσεις, καλό απόγευμα Τάδε». Κι εγώ τή βλέπω να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ταυτοχρόνως, αφού τήν αποχαιρετήσανε κιόλας. Και περιμένω να εξαφανιστεί, κι αυτή εκεί, καλό απόγευμα λέει, κι αντί να χαθεί, συνεχίζει.

   ίσως προσπαθώντας ενστικτωδώς (και καλοπροαίρετα) να επανέλθουν σε κάποιου είδους φυσικότητα, ορισμένοι μάς λένε στα τελευταία νυχτερινά δελτία και «καλό ξημέρωμα». Αυτό όμως είναι εξωφρενικό, τί φυσικότητα κατραπακιά είν’ αυτή. Καλό ξημέρωμα είναι μια κουβέντα απολύτως οικεία, δεν είναι κουβέντα για τηλεπαρουσιαστές αυτό. Σ’ αυτό τό ψυχρό μέσο τό πολύ που μπορεί να πει κανείς είναι Χαίρετε, καληνύχτα σας. Άκου καλό ξημέρωμα, σιγά μη μάς πούνε και όνειρα γλυκά.

   άντε πολλά είπα, καληνύχτα σας και καλό ξημέρωμα

.

.

.

 

   μπορείτε από τά γλωσσικά να δείτε κι αυτό τό καλοκαιρινό

   ενημέρωση για τά στοιχεία τών εκπομπών που ανέφερα : τό «υψίστατο» στην εκπομπή τής ετ1 «εικόνα σου είμαι» (θέμα καινοτομίες) τής 11ης μαρτίου 2011, η κυρία lagarde στην τηλεόραση τού «άλφα», ειδήσεις τής 9ης νοεμβρίου 2011

.

.

.

 

.

.

.

.

.

.

 

5 Ιουνίου 2011

imagine 1989 : τό αγόρι με τό άσπρο πουκάμισο

.

.

γιατί η φαντασία μπορεί να λειτουργεί και ως μνήμη, στις δημιουργικότερες στιγμές της…

(κάτω απ’ τό βίντεο στο γιουτούμπ η ενημέρωση είναι αρκετά πλήρης (παρμένη όπως λέει από τήν wiki) και δεν θέλω να γράψω τίποτ’ άλλο)

: μόνο ότι τό ποστ οφείλεται στον τσαλαπετεινό και τό (σημερινό) μπαζάρισμά του

.

.

.

 

8 Μαρτίου 2011

dies irae

 

λιθοβολισμοί ξύλο μαστιγώματα και απαγχονισμοί
πυρές για μερικές, και παγωνιά για όλους
καθυστερήσεις στα δίχτυα τού αέρα, άρνηση τών μουσικών να εμφανιστούν:
στο τέρμα μιας καθόλου γιορτινής μέρας λοιπόν
αυτά τά λίγα:

dies irae/μέρα οργής:

    

 

 

 

 

   
    
      
    
   
 

 

 

 

 

 

  

.

.

.

 

 

άλλα  (περσινά)

« Προηγούμενη σελίδα

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: