σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 2, 2012

walter benjamin : ο αφηγητής

.

.

.

.

   «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», λέει τό παραμύθι. Τό παραμύθι, που ακόμη και σήμερα είναι ο πρώτος σύμβουλος τών παιδιών, γιατί κάποτε υπήρξε κι ο πρώτος τής ανθρωπότητας, συνεχίζει να ζει κρυφά στην αφήγηση. Ο πρώτος αληθινός αφηγητής είναι και παραμένει ο παραμυθάς. Εκεί όπου η κατάσταση ήταν δύσκολη, τό παραμύθι γνώριζε να συμβουλεύει, εκεί όπου η ανάγκη υπήρξε μεγάλη, τό παραμύθι ήξερε αμέσως να βοηθάει. Τό παραμύθι μάς γνωστοποιεί τά πιο πρώιμα μέτρα που πήρε η ανθρωπότητα για ν’ αποτινάξει τόν βραχνά που έβαλε ο μύθος στα στήθη της. Μάς δείχνει με τή μορφή τού χαζού, πώς η ανθρωπότητα «κάνει τή χαζή» απέναντι στον μύθο, μάς δείχνει με τή μορφή τού μικρού αδελφού, πώς μεγαλώνουν οι ευκαιρίες της εάν απομακρυνθεί από τόν μυθικό προϊστορικό χρόνο, μάς δείχνει στη μορφή αυτού που ξενιτεύεται για να μάθει τί είναι ο φόβος, ότι τά πράγματα που μπροστά τους νιώθουμε φόβο είναι διάφανα, μάς δείχνει στη μορφή τού ευφυούς ήρωα ότι τά ερωτήματα που θέτει ο μύθος είναι αφελή (όπως είναι τό ερώτημα τής σφίγγας), μάς δείχνει με τή μορφή τών ζώων που προστρέχουν για να βοηθήσουν τό παιδί τού παραμυθιού, ότι η φύση μπορεί να δεσμεύεται μεν από τόν μύθο αλλά μπορεί πολύ περισσότερο να επικεντρώνεται στον άνθρωπο. Τό πλέον φρόνιμο, έτσι δίδαξε τό παραμύθι πριν από αιώνες τήν ανθρωπότητα κι έτσι διδάσκει ακόμη και σήμερα τά παιδιά, τό πλέον φρόνιμο είναι ν’ αντιμετωπίσουμε τίς εξουσίες τού μυθικού κόσμου με δόλο και υπεροψία. (Έτσι πολώνει τό παραμύθι τό θάρρος· δηλαδή διαλεκτικά : σε δειλία (μ’ άλλα λόγια σε δόλο) και θράσος). Η απελευθερωτική μαγεία που διαθέτει τό παραμύθι δεν φέρνει τή φύση με μυθικό τρόπο στο παιχνίδι, αλλά είναι ο υπαινιγμός τής συνενοχής της με τόν απελευθερωμένο άνθρωπο. Αυτή τή συνενοχή τήν αισθάνεται ο ώριμος άνθρωπος μόνο κάποιες φορές, δηλαδή στην ευτυχία. Τό παιδί όμως έρχεται να τό προϋπαντήσει αρχικά στο παραμύθι και τό κάνει να νιώθει ευτυχισμένο.

.

.

.

//

   Όλο και πιο σπάνια συναντάμε ανθρώπους που μπορούν να διηγηθούν κάτι με τόν δέοντα τρόπο. Όλο και πιο συχνά απλώνεται αμηχανία στη παρέα όταν αρθρώνεται η επιθυμία για μια ιστορία. Είναι ως να αφαιρέθηκε από μάς μια δυνατότητα που μάς φαινόταν αναπαλλοτρίωτη, τό ασφαλέστερο τών ασφαλών. Δηλαδή η δυνατότητα ν’ ανταλλάσσουμε εμπειρίες.

   Μια αιτία αυτού τού φαινομένου είναι πρόδηλη : η τιμή τής εμπειρίας έπεσε. Και φαίνεται σαν να συνεχίζει να πέφτει απύθμενα. Κάθε βλέμμα στην εφημερίδα αποδεικνύει ότι η εμπειρία έφτασε σε μια νέα κρίση, ότι όχι μόνο η εικόνα τού εξωτερικού κόσμου αλλά κι η εικόνα τού ηθικού κόσμου υπέστησαν μέσα σε μια νύχτα αλλαγές, που κανείς ποτέ δεν θεώρησε δυνατές. Με τόν παγκόσμιο πόλεμο άρχισε να εκδηλώνεται μια διαδικασία που από τότε δεν σταμάτησε. Δεν πρόσεξε κανείς στο τέλος τού πολέμου ότι οι άνθρωποι έρχονταν βουβοί απ’ τό πεδίο τής μάχης ; Όχι πιο πλούσιοι – πιο φτωχοί σ’ ανακοινώσιμη εμπειρία. Ό,τι πλημμύρισε κατόπιν, δέκα χρόνια αργότερα, τόν ποταμό τών βιβλίων για τόν πόλεμο ήταν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εμπειρία που πηγαίνει από στόμα σε στόμα.

//

   Μια γενιά που ακόμη πήγαινε σχολείο με τή δημόσια άμαξα, στάθηκε κάτω από τόν ανοιχτό ουρανό, σ’ ένα τοπίο όπου τίποτα άλλο δεν παρέμεινε αμετάβλητο παρά τά σύννεφα, και κάτω απ’ αυτά σ’ ένα δυναμικό πεδίο καταστροφικών ρευμάτων κι εκρήξεων, τό μικρούλι, σαθρό ανθρώπινο σώμα.

//

   Τό πρωιμότερο δείγμα μιας εξελικτικής διαδικασίας, που στο πέρας της βρίσκεται η πτώση τής διήγησης, είναι η εμφάνιση τού μυθιστορήματος στην αρχή τών νέων χρόνων. Ό,τι χωρίζει τό μυθιστόρημα από τό διήγημα (και με μια ειδικότερη έννοια από τό έπος) είναι η ουσιαστική εξάρτησή του από τό βιβλίο. Η εξάπλωση τού μυθιστορήματος καθίσταται δυνατή μόνο με τήν επινόηση τής τέχνης τού τυπογράφου.

//

   Ο μυθιστοριογράφος έχει απομονωθεί. Η γενέθλια κάμαρα τού μυθιστορήματος είναι τό υποκείμενο στη μοναξιά του, τό οποίο δεν δύναται να εκφράσει παραδειγματικά τά σπουδαιότερα ενδιαφέροντά του, τό ίδιο είναι αμήχανο και δεν μπορεί να δώσει καμιά συμβουλή. Να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει να ωθείς στα άκρα τό ασύμμετρο στην έκθεση τής ανθρώπινης ζωής. Εν μέσω τής πληθώρας τής ζωής και μέσα από τήν έκθεση αυτής τής πληθώρας τό μυθιστόρημα αναγγέλλει τή βαθιά αμηχανία τού ζώντος. Τό πρώτο μεγάλο βιβλίο τού είδους, ο «Δον Κιχώτης», μάς διδάσκει κατευθείαν ότι τό ψυχικό μεγαλείο, η γενναιότητα, η ετοιμότητα για βοήθεια (στοιχεία ενός από τούς ευγενέστερους – αυτού ακριβώς τού Δον Κιχώτη) έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα δώσουν συμβουλή, κάθε ελπίδα ότι θα βρεις μέσα τους τήν ελάχιστη σπίθα σοφίας.

//

   Πρέπει κανείς να στοχαστεί τή μετατροπή τών επικών μορφών επιτελεσμένη με ρυθμούς οι οποίοι μπορούν ν’ αντιπαραβληθούν μ’ εκείνους τούς ρυθμούς τής μεταβολής που υπέστη η επιφάνεια τής γης στο πέρασμα τών χιλιετιών. Σπάνια μορφές ανθρώπινης ανακοίνωσης έχουν διαμορφωθεί τόσο αργά, έχουν χαθεί τόσο αργά. Τό μυθιστόρημα, που οι απαρχές του ανάγονται στην αρχαιότητα, χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια πριν να προσκρούσει, μέσα σε μια αναπτυσσόμενη αστική τάξη, στα στοιχεία εκείνα που υπήρξαν πρόσφορα για τήν άνθισή του.

//

   Ο Villemessant, ιδρυτής τής «Figaro», χαρακτήρισε τήν ουσία τής πληροφορίας σε μια διάσημη συνταγή : «Για τούς αναγνώστες μου», συνήθιζε να λέει, «είναι σημαντικότερη μια πυρκαγιά σε κάποια στέγη τού Quartier Latin από μια επανάσταση στη Μαδρίτη». Αυτό ξεκαθαρίζει μεμιάς ότι τώρα εισακούεται προθυμότατα, όχι πλέον η εμπειρική γνώση που έρχεται από μακριά, αλλά η πληροφορία που προμηθεύει ένα έρεισμα για τό εγγύτατο. Η εμπειρική γνώση που ερχόταν από τήν ξένη – είτε τή χωρική τών ξένων τόπων είτε τή χρονική τής παράδοσης – διέθετε μια αυθεντία που τής χορηγούσε κύρος κι εκεί ακόμη όπου αυτή δεν προσαγόταν στον έλεγχο. Η πληροφορία όμως αξιώνει τή γρήγορη και ακριβή επαληθευσιμότητα. Εδώ προέχει τ’ ότι η πληροφορία εμφανίζεται ως «καθ’ αυτή και δι’ εαυτή κατανοητή». Συχνά δεν είναι ακριβέστερη απ’ ό,τι υπήρξε η εμπειρική γνώση τών προηγούμενων αιώνων. Όμως ενώ αυτή η τελευταία αρεσκόταν να δανείζεται από τό θαύμα, είναι απαραίτητο στην πληροφορία να ηχεί εύλογα. Έτσι αυτή αποδεικνύεται ασυμβίβαστη με τό πνεύμα τής διήγησης. Αν η τέχνη τής διήγησης έχει γίνει σπάνια, τότε μετέχει αποφασιστικά σ’ αυτό τό γεγονός η διάδοση τής πληροφορίας.

   Κάθε πρωινό μάς πληροφορεί για τά νεότερα τής γήινης σφαίρας. Κι εντούτοις είμαστε φτωχοί σε θαυμαστές ιστορίες. Αυτό συμβαίνει επειδή κανένα γεγονός δεν φτάνει πλέον σε μάς, που να μην έχει αναμειχθεί ήδη με εξηγήσεις. Με άλλα λόγια : σχεδόν τίποτα πλέον απ’ ό,τι συμβαίνει δεν αποβαίνει σε όφελος τής διήγησης, σχεδόν όλα ωφελούν τήν πληροφορία. Στην πραγματικότητα η μισή τέχνη τής διήγησης συνίσταται στο να κρατά κανείς μια ιστορία ελεύθερη από εξηγήσεις, ενώ τήν αναπαράγει.

//

   Ο πρώτος αφηγητής τών Ελλήνων ήταν ο Ηρόδοτος. Στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τού τρίτου βιβλίου τών «Ιστοριών» του βρίσκεται μια ιστορία από τήν οποία μπορούμε να διδαχτούμε πολλά. Πραγματεύεται για τόν Ψαμμήνιτο. Όταν ο βασιλιάς τών Αιγυπτίων Ψαμμήνιτος ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τόν βασιλιά τών Περσών Καμβύση, επεδίωξε ο Καμβύσης να ταπεινώσει τόν αιχμάλωτο. Έδωσε διαταγή να τοποθετήσουν τόν Ψαμμήνιτο στο δρόμο που θα διέσχιζε η θριαμβευτική πομπή τών Περσών. Και στη συνέχεια τά διευθέτησε έτσι, ώστε ο αιχμάλωτος να δει τήν κόρη του να περνά ως θεραπαινίδα, που πήγαινε με τή στάμνα στο πηγάδι. Καθώς όλοι οι Αιγύπτιοι θρηνούσαν κι οδύρονταν γι’ αυτό τό θέαμα, στεκόταν μόνο ο Ψαμμήνιτος άφωνος κι ακίνητος, τά μάτια καρφωμένα στη γη· κι όταν αμέσως μετά είδε τόν γιο του που φερόταν στην πομπή για εκτέλεση, αυτός παρέμεινε όμοια ακίνητος. Όταν όμως κατόπιν αναγνώρισε στις γραμμές τών αιχμαλώτων έναν από τούς υπηρέτες του, ένα γέρο, εξαθλιωμένο άντρα, τότε χτυπούσε με τίς γροθιές τό κεφάλι του κι έδειχνε όλα τά σημάδια τής πιο βαθιάς θλίψης. Απ’ αυτή τήν ιστορία μπορεί να δει κανείς, πώς έχει τό πράγμα με τήν αληθινή διήγηση. Η αξία τής πληροφορίας δεν επιβιώνει πέρα απ’ τή στιγμή που αυτή υπήρξε νέα. Ζει μόνο σ’ αυτή τή στιγμή, είναι αναγκασμένη να τής παραδοθεί εντελώς και, χωρίς να χάνει χρόνο, ορίζεται μέσα σ’ αυτήν. Διαφορετικά η διήγηση : δεν σπαταλά τόν εαυτό της. Διατηρεί συγκεντρωμένη τή δύναμή της και μετά πολύ χρόνο είναι ακόμη ικανή γι’ ανάπτυξη. Έτσι επανήλθε ο Montaigne σ’ αυτόν τόν Αιγύπτιο βασιλιά κι αναρωτήθηκε : «Γιατί αυτός θρηνεί μόνο στη θέα τού υπηρέτη ; » Ο Montaigne απαντά : «Αφού ξεχείλιζε ήδη από θλίψη, χρειαζόταν μόνο η ελάχιστη επαύξηση και κατέρρευσαν τά προχώματά της». Αυτά για τόν Montaigne. Θα ήταν δυνατό όμως να πει επίσης κανείς : «Τόν βασιλιά δεν τόν συγκινεί η μοίρα τών βασιλοπαίδων, γιατί είναι η δική του». Ή : «στη σκηνή μάς συγκινούν πολλά που δεν μάς συγκινούν στη ζωή. Αυτός ο υπηρέτης είναι για τόν βασιλιά μόνο ένας ηθοποιός». Ή : «ο μεγάλος πόνος στοιβάζεται και ξεσπά μόνο με τή χαλάρωση. Η θέα αυτού τού υπηρέτη ήταν η χαλάρωση». Ο Ηρόδοτος δεν εξηγεί τίποτα. Η εξιστόρησή του είναι η πλέον ξερή. Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορία από τήν αρχαία Αίγυπτο είναι πάντα σε θέση να προκαλεί τόν θαυμασμό και τόν στοχασμό.

//

   Ο σημερινός άνθρωπος δεν επεξεργάζεται πλέον ό,τι δεν δύναται να συντομευθεί. Πράγματι κατόρθωσε να συντομεύσει και τήν ίδια τή διήγηση. Βιώσαμε τό γίγνεσθαι τού short story, που διαφεύγει από τήν προφορική παράδοση και δεν επιτρέπει πλέον εκείνη τήν αργή αλληλοεπικάλυψη λεπτών και διαφανών στρώσεων, που δίνει τήν πιο επιτυχημένη εικόνα τού τρόπου, με τόν οποίο έρχεται στο φως η τέλεια διήγηση από τή διαστρωμάτωση πολλαπλών μεταδιηγήσεων.

//

   Ο Valéry // [λέει] : «Είναι σχεδόν, σαν να συμπίπτει η φθορά τής σκέψης τής αιωνιότητας με τήν αυξανόμενη αποστροφή για μακρόχρονη εργασία». Η σκέψη τής αιωνιότητας είχε ανέκαθεν τή δυνατότερη πηγή της στον θάνατο. Όταν αυτή η σκέψη φθίνει, τότε συμπεραίνουμε ότι και τό πρόσωπο τού θανάτου έχει μεταλλαχτεί. Αποδεικνύεται ότι αυτή η μεταβολή είναι η ίδια που περιόρισε σε τέτοιο βαθμό τή δυνατότητα να ανακοινωθεί μια εμπειρία, ώστε η τέχνη τής διήγησης έφτασε στο τέλος της. Εδώ και αρκετούς αιώνες μπορούμε να παρακολουθήσουμε τίς απώλειες που υφίσταται στην κοινή συνείδηση η σκέψη τού θανάτου σε σχέση με τήν πανταχού της παρουσία και τήν εικονιστική της δύναμη. Η διαδικασία αυτή στα τελευταία στάδιά της επιταχύνεται. Και στη διάρκεια τού δέκατου ένατου αιώνα η αστική κοινωνία πραγμάτωσε με υγειονομικά και κοινωνικά, ιδιωτικά και δημόσια μέτρα ένα δευτερεύον αποτέλεσμα, που υπήρξε ίσως και ο υποσυνείδητος πρωταρχικός της σκοπός : να χορηγήσει στους ανθρώπους τή δυνατότητα να ξεφύγουν από τό θέαμα τών ετοιμοθάνατων. Τό να πεθαίνει κανείς ήταν κάποτε ένα δημόσιο γεγονός στη ζωή τού μεμονωμένου ατόμου και ύψιστα παραδειγματικό (σκέφτεται κανείς τίς εικόνες τού μεσαίωνα, όπου η επιθανάτια κλίνη έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν θρόνο, προς τόν οποίο κατευθύνεται συνωστιζόμενος ο λαός μέσα από τίς διάπλατα ανοιγμένες θύρες τού σπιτιού). Στη διάρκεια τών νέων χρόνων τό θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τόν αντιληπτικό κόσμο τών ζωντανών.

//

   Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει τουλάχιστον μια φορά κάποιος. (Ο μεσαίωνας αισθάνθηκε και χωρικά ό,τι επισημαίνει σαν χρονικό αίσθημα εκείνη η επιγραφή σ’ ένα ηλιακό ρολόι τής Ίμπιζας: Ultima multis). Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι τής αιωνιότητας μέσα σε χώρους που παρέμειναν καθαροί απ’ τόν θάνατο, και οι κληρονόμοι θα τούς στοιβάξουν, όταν θα φτάσει τό τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία. Είναι όμως αλήθεια ότι, όχι μόνο η γνώση ή η σοφία τού ανθρώπου αλλά πρώτιστα η βιωμένη ζωή του – κι αυτή είναι τό υλικό απ’ όπου γίνονται οι ιστορίες –, παίρνει μεταδόσιμη μορφή στον ετοιμοθάνατο. Όπως ακριβώς, όταν φεύγει η ζωή, τίθενται σε κίνηση μια σειρά από εικόνες στο εσωτερικό τού ανθρώπου – εικόνες διαμορφωμένες από τίς απόψεις τού δικού του προσώπου, και που ανάμεσά τους, χωρίς να τό συνειδητοποιεί, συνάντησε τόν ίδιο τόν εαυτό του –, έτσι πληρούται αίφνης τό ύφος και τό βλέμμα του από τό αλησμόνητο, και μεταδίδει σ’ όλα όσα τόν αφορούν, τήν αυθεντία εκείνη, που στον θάνατο κατέχει ακόμα κι εκείνος που υπήρξε ο πιο κακομοίρης για τούς ζωντανούς τριγύρω του. Στην πρωταρχή τού αντικειμένου τής διήγησης υπάρχει αυτή η αυθεντία.

//

   Ο ιστορικός υποχρεούται να εξηγήσει τά συμβάντα που πραγματεύεται με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο – σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ν’ αρκεστεί στο να τά δείξει απλώς σαν υποδειγματικά τμήματα τού κοσμικού γίγνεσθαι. Όμως αυτό ακριβώς κάνει ο χρονικογράφος, και ιδιαίτερα εμφαντικά τό κάνει ο χρονικογράφος στους κλασσικούς του εκπροσώπους : τούς χρονικογράφους τού μεσαίωνα – που υπήρξαν οι πρόδρομοι τών νεότερων ιστοριογράφων. Ενώ εκείνοι θεμελίωσαν τή διήγηση τής ιστορίας τους στο θεϊκό σχέδιο τής λύτρωσης, που ήταν κάτι ανεξερεύνητο, αποτίναξαν εκ τών προτέρων από πάνω τους τό φορτίο μιας εξήγησης που όφειλε ν’ αποδειχθεί. Στη θέση της έρχεται η ερμηνεία, που δεν έχει να κάνει με μια επακριβή αλυσιδωτή έκθεση καθορισμένων γεγονότων, αλλά με τόν τρόπο ένταξής τους στο μεγάλο κοσμικό γίγνεσθαι. Αν τό κοσμικό γίγνεσθαι εξαρτάται από τήν ιστορία τής λύτρωσης ή είναι φαινόμενο φυσικό, αυτό δεν συνιστά καμία διαφορά. Στον αφηγητή διατηρήθηκε ο χρονικογράφος με μια μεταλλαγμένη, τρόπον τινά εκκοσμικευμένη, μορφή.

//

   Τό «νόημα τής ζωής» είναι τό μέσο, γύρω απ’ τό οποίο κινείται τό μυθιστόρημα. Τό ερώτημα γι’ αυτό δεν είναι όμως τίποτα άλλο παρά η αρχική έκφραση τής αμηχανίας, με τήν οποία ο αναγνώστης τού μυθιστορήματος βλέπει τόν εαυτό του να έχει τοποθετηθεί μέσα σ’ αυτήν ακριβώς τή γραπτή ζωή. Εδώ «νόημα τής ζωής» – εκεί «ηθική τής ιστορίας» : μ’ αυτές τίς συνθηματικές λέξεις αντιπαρατάσσονται μυθιστόρημα και διήγημα τό ένα προς τό άλλο και απ’ αυτές τίς λέξεις μπορούμε να διαβάσουμε τόν τελείως διαφορετικό ιστορικό δείκτη τής κοινωνικής τάξης αυτών τών μορφών τέχνης. Αν τό πιο πρώιμο τέλειο υπόδειγμα μυθιστορήματος είναι ο «Δόν Κιχώτης», τότε είναι ίσως η «Αισθηματική αγωγή» τό υστερότατο.

//

   Στα τελευταία λόγια αυτού τού μυθιστορήματος κατακάθεται τό νόημα, που συνάντησε τήν αστική εποχή στις πράξεις της τήν περίοδο τής παρακμής της, σαν κατακάθι στο κύπελλο τής ζωής. Ο Φρεντερίκ κι ο Ντελωριέ, οι δυο φίλοι, θυμούνται τή φιλία τής νιότης τους. Κι εδώ υπάρχει μια μικρή ιστορία : πώς παρουσιάστηκαν κι οι δυο μια μέρα έντρομοι και στα κρυφά στον οίκο ανοχής τής πατρικής τους πόλης, δίχως να κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσφέρουν στην πάτρωνα μια ανθοδέσμη που είχαν μαζέψει από τόν κήπο τους. Γι’ αυτήν τήν ιστορία μιλούσαν ακόμη τρία χρόνια αργότερα. Και τώρα τή διηγήθηκαν διεξοδικά ο καθένας συμπληρώνοντας τίς αναμνήσεις τού άλλου. «Αυτό ήταν ίσως», είπε ο Φρεντερίκ όταν τελείωσαν, «ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». «Ναι, μπορεί να ’χεις δίκιο», είπε ο Ντελωριέ, «αυτό ήταν ίσως ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». Με τέτοιες αναμνήσεις βρίσκεται τό μυθιστόρημα στο τέλος, που με μια στενή έννοια προσιδιάζει σ’ αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη διήγηση. Πράγματι δεν υπάρχει καμιά διήγηση που η ερώτηση : Τι έγινε παρακάτω; θα έχανε τά δικαιώματά της. Απεναντίας, τό μυθιστόρημα δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα κάνει τό παραμικρό βήμα πέρα από εκείνο τό όριο, στο οποίο προσκαλεί τόν αναγνώστη να φέρει στη μνήμη του με τήν προαίσθηση τό νόημα τής ζωής γράφοντας κάτω απ’ τίς σελίδες ένα «Finis».

//

   Αυτό που έλκει τόν αναγνώστη στο μυθιστόρημα είναι η ελπίδα να ζεστάνει τήν παγωμένη ζωή του σ’ έναν θάνατο, για τόν οποίο διαβάζει.

.

   διαβάζετε ολόκληρο τό δοκίμιο στο περιοδικό «λεβιάθαν»

.

.

   κι ένα βιογραφικό σημείωμα τού βάλτερ μπένγιαμιν όπως τό ’γραψε σε κάποια φάση τής ζωής του ο ίδιος :

   Curriculum Vitae τού διδάκτορα Walter Benjamin

   Γεννήθηκα στις 15 Ιουλίου 1892 στο Βερολίνο, γιος τού εμπόρου Emil Benjamin. Παρακολούθησα τά μαθήματα ενός ουμανιστικού ανθρωπιστικού γυμνασίου απ’ όπου απεφοίτησα τό έτος 1912. Σπούδασα φιλοσοφία στα πανεπιστήμια τού Φράιμπουργκ στη Βάδη, τού Μονάχου και τού Βερολίνου, και παράλληλα γερμανική φιλολογία, λογοτεχνία και ψυχολογία. Τό έτος 1917 μέ οδήγησε στην Ελβετία, όπου συνέχισα τίς σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο τής Βέρνης.

 

 

   απόδοση στα ελληνικά ουρανίας νταρλαντάνη

.

.

.

.

.

τό σχέδιο στην κορυφή : απαγορευμένο πουλί, σκίτσο που ο μπένγιαμιν έκανε πειραματιζόμενος για ζωγραφική υπό τήν επήρεια μαριχουάνας (κάπου μεταξύ 1927 και 1934) από τό walter benjamin gesammelte schriften, τόμος 6, suhrkamp verlag 1985, σελ. 617 (από εδώ) | σχετικά διαβάζετε και παλιότερο ποστ εδώ | οι φωτογραφίες τών χειρογράφων είναι από εδώ εδώ και εδώ | κι εδώ διαβάζετε μια ποιητική παραλλαγή τού τμήματος τού κειμένου που περιέχει τή φράση ultima multis – the last day for many, από τόν στέφανο στεφανίδη

.

.

.

.

.

Advertisements

Μαρτίου 24, 2011

walter benjamin για τό χασίς

 

        

 

δεν είναι επετειακό τό κείμενο, σήμερα τέλειωσε και σήμερα ανεβαίνει
όποιος θέλει κακόμοιρα αφιερώματα στην κακόμοιρη οδύσσεια τών άλλων ελληνικών ας πάει στο περσινό

 

   η σχέση τών μελών τής κριτικής θεωρίας μεταξύ τους θα αποτελούσε από μόνη της θαυμάσιο και ογκώδες μυθιστόρημα : και η σχέση τού μπένγιαμιν με τούς υπόλοιπους τής παρέας, άλλο ένα : η σχέση ανάμεσά τους είναι με τόν πιο χαρακτηριστικό τρόπο διαλεκτική, πλήρως και παραδειγματικά : και σχεδόν μπορεί να εικονιστεί όχι ως διαφορετικές πλευρές νομίσματος (μια μεταφορά τής οποίας τήν σχέση με τή διαλεκτική αρνήθηκε εξαρχής και εγκαίρως ο χέγκελ) αλλά ως σφαίρα, ως διαστημικό σώμα σχεδόν, όπου ο χώρος ο χρόνος και η διάσταση τού έρωτα υπάρχουν εξίσου σε κάθε της σημείο όσο και στην άϋλη περιβάλλουσα αύρα της – σφαιρική ίσως κι αυτή επίσης – με τήν προϋπόθεση ότι η σφαίρα ως σχήμα δεν είναι παρά μια αμήχανη εικονοποιΐα σύμπαντος

   αν είναι λοιπόν απολύτως ξεκάθαρο ότι ούτε η «σχολή τής φραγκφούρτης» δεν επρόκειτο να υπάρξει ως σχολή, ούτε η κριτική θεωρία θα είχε καν αυτό τό όνομα, χωρίς τόν χορκχάϊμερ, άλλο τόσο είναι σίγουρο – και ο ίδιος ο χορκχάϊμερ θα ήταν ο πρώτος που θα τό δεχόταν ευμενώς – ότι και η σχολή και η θεωρία δεν θα μπορούσαν να σταθούν αν ήταν ολομόναχος : ο χορκχάϊμερ υπάρχει εξίσου μέσα από τήν επίδραση που άσκησε στον αντόρνο, ο αντόρνο εξίσου μέσα από τά όσα πρόσθεσε στον χορκχάϊμερ, ο μαρκούζε εξίσου μέσα από όσα (ύστερα από τήν εμπειρία (του) τής επανάστασηςκαι) μέσω τής ασυμβίβαστα πολύπλοκης ιδιοσυγκρασίας του πρόσθεσε στον εαυτό του και στους άλλους : είναι όμως πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτούμε τόν αντόρνο ειδικά χωρίς τόν μπένγιαμιν –

   φανατικοί τής «απελευθέρωσης από τήν κυριαρχία» – πιστεύω τόν μόνο φανατισμό που επέτρεψαν στον εαυτό τους – τά μέλη τής σχολής τής φραγκφούρτης προστατεύοντας σταθερά τήν προσωπική τους ζωή από τά μάτια τού «κοινού τους» πραγματοποιούσαν στο επίπεδο τής ιδιωτικότητας τήν ίδια απέχθεια προς τή μαζική κουλτούρα και τίς εύκολες λύσεις που αποδείκνυαν έμπρακτα στον χώρο τής θεωρίας όταν αρνούνταν να γίνουν εύκολα κατανοητοί. Εκείνος που εξέδωσε τά περισσότερο «προσωπικά» εν πάση περιπτώσει γραφτά όσο ζούσε ήταν ο αντόρνο, κι ήταν ακριβώς αυτός που είχε τήν στενότερη διανοητική επαφή με τόν μπένγιαμιν, ο οποίος μολονότι ανεχώρησε νωρίτατα αυτοκτονώντας στα πυρηναία ήταν εκείνος που είχε προλάβει να γράψει και να εκδόσει ανενδοίαστα, σχεδόν καθαρή, λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα μπορεί να πει κανείς ότι όσο ο μπένγιαμιν οφείλει τήν αποφασιστική αποκάλυψη τού μαρξισμού για τή ζωή του σε μια γυναίκα, τιθασσεύοντας έτσι τίς μεταφυσικές του αλματώδεις διαθέσεις, άλλο τόσο ο αντόρνο βρήκε σ’ αυτή τήν ακομπλεξάριστη διπλή υπόσταση τού μπένγιαμιν τόν δρόμο που θα τόν έκανε να αποδεχτεί χωρίς ενοχές τήν (παιδιόθεν) ροπή του προς τήν τέχνη, ύστερα από τήν καταιγιστική εμπειρία τού απελευθερωμένου κριτικού μαρξισμού τόν οποίο απέπνεε, σχεδόν μονόχνωτα, ο χορκχάϊμερ

   τώρα πια έχουμε, μετά τόν εορτασμό τό 2004 στη γερμανία (κυρίως βέβαια) τών 100 χρόνων απ’ τή γέννησή του, όπου εκδόθηκαν άφθονα βιβλία σχετικά με τόν adorno (είτε περί αυτού είτε δικά του), ένα γοητευτικό του κείμενο για τά παιδικά του χρόνια (τίς καλοκαιρινές οικογενειακές διακοπές στο amorbach / Kindheit in Amorbach) που αν δεν μεταφραστεί σύντομα ίσως μεταφράσω εγώ για εδώ κάποια κομμάτια του, σήμερα όμως έχω στα χέρια μου ήδη μεταφρασμένο ένα άλλο γοητευτικό κείμενο – τού μπένγιαμιν αυτό – απ’ τό οποίο μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα : πειράματα κυρίως με τό χασίς αλλά και άλλα. Έχει γίνει η σκέψη ότι τέτοιες εμπειρίες είχαν όλοι τους κάποια στιγμή (ή κατά περιόδους), ο μπένγιαμιν όμως όπως φαίνεται ασχολήθηκε σχολαστικά : τίς μελέτησε και τίς κατέγραψε

   πρόκειται για ένα βιβλίο συντριπτικής ειλικρίνειας και συχνά συντριβής : ένα μυαλό που μελετάει τά όριά του με προυστική λεπτολογία και παράλληλα με συχνά σχεδόν αγγλοσαξονικό κέφι

   για τίς υπόλοιπες πληροφορίες σάς παραπέμπω στο ίδιο τό βιβλίο : κυκλοφόρησε πριν δυο μήνες από τίς εκδόσεις «πλέθρον / μαρτυρίες» 
   η μετάφραση είναι τού θεόδωρου λουπασάκη
 

 

   οι άνθρωποι που τώρα μόλις – ή μήπως ήταν πριν δυο ώρες; – μέ είχαν παρασύρει ολόκληρο στη μαγεία τους ήταν σαν να είχαν σβηστεί με σφουγγάρι. «Από αιώνα σε αιώνα τά πράγματα γίνονται όλο και πιο ξένα», σκέφτηκα

   άρχιζε τώρα και τό παιχνίδι που θα βαστούσε για πολύ, αυτό τού να εμφανίζεται με κάθε καινούργιο πρόσωπο μπροστά μου ένας γνωστός μου· συχνά γνώριζα τ’ όνομά του, συχνά πάλι όχι· η αυταπάτη εξαφανιζόταν όπως εξαφανίζονται οι αυταπάτες στα όνειρα, δηλαδή όχι ντροπαλά και συμβιβαστικά αλλά φιλικά και χαρμόσυνα

   κοίταξα τόν κατάλογο, τί άλλα είχε κοντά σ’ αυτό τό πιάτο, σκόπευα να τά παραγγέλνω τό ένα μετά τό άλλο, έπειτα έπεφτε τό μάτι μου σ’ αυτό που βρισκόταν παραπάνω, και παραπάνω, μέχρι που ο κατάλογος τέλειωσε. Κι αυτό όχι μόνο από βουλιμία αλλά κι από μια έκδηλη ευγένεια για τά φαγητά που δεν ήθελα να τά προσβάλω αποκρούοντάς τα

   προχωρούμε, ανακαλύπτουμε όμως προχωρώντας όχι μόνο τούς δαίδαλους τού λαβύρινθου όπου νικήσαμε τόν εαυτό μας αλλά δοκιμάζουμε αυτή τήν ευτυχία τής ανακάλυψης κυρίως στο φόντο εκείνης τής άλλης ρυθμικής μακαριότητας που συνίσταται στο ξετύλιγμα ενός κουβαριού. Μια τέτοια σιγουριά για τό έντεχνα τυλιγμένο κουβάρι που ξετυλίγουμε – μήπως αυτό δεν είναι η ευτυχία κάθε παραγωγικότητας, τουλάχιστον τής πεζογραφικής; Και υπό τήν επήρεια τού χασίς είμαστε δοσμένοι στην απόλαυση, όντα τής πεζογραφίας στο αποκορύφωμα τής δύναμής τους

   δεν υπήρχαν όμως μόνο γνωστοί. Εδώ, στη φάση όπου είχα βυθιστεί βαθιά στο μεθύσι, γλίστρησαν μπροστά μου δύο φιγούρες – μικροαστοί, αλήτες, πού να ξέρω – «ο Δάντης κι ο Πετράρχης»

   οι ντόπιοι εκεί σα να μη μού μιλούσαν ξαφνικά αρκετά καλά γαλλικά. Είχαν μείνει στο επίπεδο διαλέκτου. Τό φαινόμενο τής αλλοτρίωσης που ίσως υπήρχε εδώ και που ο Κράους διατύπωσε όμορφα λέγοντας : «Όσο πιο κοντά κοιτάς μια λέξη, τόσο πιο μακρινή σού φαίνεται», μοιάζει να εκτείνεται και σε οπτικό επίπεδο. Όπως και να ’χει, ανάμεσα στις παρατηρήσεις μου βρίσκω τήν εκπληκτική σημείωση : «Πώς αντέχουν τά πράγματα στα βλέμματα;»

   κοιτάζοντας τά κρόσσια που κυματίζαν στον άνεμο δοκίμασα μια τέτοια ερωτική ευτυχία που πείστηκα ότι τό χασίς έκανε τή δουλειά του. Και όταν θυμάμαι αυτή τήν κατάσταση, θέλω να πιστεύω ότι τό χασίς ξέρει να πείθει τή φύση να μάς επιτρέπει τό σκόρπισμα τής ίδιας μας τής ύπαρξης – αυτό τό οποίο γνωρίζει ο έρωτας αλλά λιγότερο εγωιστικά απ’ αυτόν
   όπως δηλαδή τόν καιρό που αγαπάμε η ύπαρξή μας γλιστράει από τή φύση έτσι όπως γλιστράνε τά χρυσά νομίσματα από τά δάχτυλα που δεν μπορούν πια να τά κρατήσουν και τ’ αφήνουν να τούς πέσουν, για ν’ αγοράσουν με τόν τρόπο αυτόν κάτι καινούργιο : έτσι ακριβώς μάς ρίχνει τώρα εμάς μέσα στην ύπαρξη με τά χέρια της ορθάνοιχτα – χωρίς να μπορεί να ελπίζει τίποτα, ούτε να περιμένει

…………………………………………..

   ποιητικές προφάνειες σε φθογγολογικό επίπεδο : κάποια στιγμή διατυπώνω τόν ισχυρισμό ότι απαντώντας σε μια ερώτηση θα είχα ακριβώς χρησιμοποιήσει τή φράση μεγάλη διάρκεια μόνο αν θα είχα (για να τό πω έτσι) τήν αντίληψη μεγάλης διάρκειας στους φθόγγους και τών δύο λέξεων. Έχω τήν αίσθηση ότι αυτό είναι ποιητική προφάνεια
   αλληλουχία· διάκριση : με τό γέλιο έχεις τήν αίσθηση ότι φυτρώνουν στους ώμους φτερά. Γέλιο και φτερούγισμα συγγενικά … Είναι σαν να χορεύει ο νους στις μύτες τών ποδιών
   σού προκαλεί κατάπληξη πόσο μακροπερίοδος είναι ο λόγος σου. Και τούτο, μαζί με οριζόντια έκταση και (βέβαια) με γέλια

   ο θερμοθάλαμος τής σόμπας γίνεται γάτα

   με δυσφορία και βαρυθυμία παρακολουθώ τίς σκέψεις τών άλλων

   μού φάνηκε όσο δεν λέγεται αφόρητο να κουβεντιάζω για πράγματα πρακτικά, τό μέλλον, τά δεδομένα, τήν πολιτική. Είσαι δέσμιος τής διανοητικής σφαίρας, όπως καθηλώνονται κάποτε αυτοί που έχουν έμμονη ιδέα με τή σεξουαλική : η διανοητική σφαίρα σέ απομυζά

   δυσπιστία απέναντι στο φαγητό

   μια ορισμένη και πολύ τονισμένη συναισθηματική πτώση είναι ότι διαπιστώνεις σε πολλές περιπτώσεις : «δεν είναι δυνατόν να έχεις στα σοβαρά αυτή τήν εμφάνιση»

……………………………………………… 

   αρχίζεις γενικά να παίζεις με χώρους. Η αίσθηση τού προσανατολισμού παραπλανάται

   ο χώρος μεταμφιέζεται μπροστά μας, βάζει πάνω του, σαν να ’ναι ένα κατσαρό πράγμα, τίς φορεσιές τών ψυχικών διαθέσεων

   τά πράγματα είναι μόνο μαριονέτες

   δεν θέλεις να ξεκόψεις απ’ αυτή τήν κόλαση

   η ελπίδα ως προσκεφάλι σου τώρα μόνο αρχίζει να λειτουργεί
   η πρώτη μέθη μού γνώρισε τήν αστάθεια τής αμφιβολίας· η αμφιβολία βρισκόταν, ως δημιουργική απουσία διαφοράς, σ’ εμένα τόν ίδιο. Τό δεύτερο όμως πείραμα έκανε τά πράγματα να μοιάζουν αμφίβολα
   εγχείρηση στα δόντια. Αξιοπρόσεκτη μετάθεση μνήμης. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να ελευθερωθώ από τήν ιδέα ότι τό σημείο τής εγχείρησης βρισκόταν αριστερά 

   η εγγύτητα τού θανάτου διατυπώθηκε για μένα χθες στην πρόταση : Ο θάνατος βρίσκεται ανάμεσα σ’ εμένα και στη μέθη μου
   η εικόνα τής δέσμευσης στον εαυτό μου : κάποια πνευματικά πράγματα «γίνονται από μόνα τους λέξεις», όπως κατά τά άλλα κάνουν, ας πούμε, κάποιοι έντονοι πονόδοντοι κ.λπ. Όλα τά αισθήματα, και προπαντός τά πνευματικά, έχουν μια ακόμη πιο έντονη κλίση και παρασύρουν στο κρεβάτι τους τά λόγια

   ο Μπλοχ ήθελε να αγγίξει τό γόνατό μου. Τό άγγιγμα τό αισθάνομαι ήδη προτού γίνει, τό νιώθω ως εξαιρετικά δυσάρεστη προσβολή τής αύρας μου. Για να τό καταλάβει κανείς αυτό πρέπει να συνυπολογίσει ότι όλες οι κινήσεις μοιάζουν να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και να είναι περισσότερο σχεδιασμένες, και ότι ήδη ως τέτοιες τίς αντιλαμβάνεται κανείς με δυσαρέσκεια
   επίπτωση : ίσως μια κάποια εξασθένηση τής βούλησης. Τό ψυχαναγκαστικό όμως αίσθημα παίρνει τό πάνω χέρι όταν σβήνει η επίδραση. Έχει άραγε να κάνει με τό χασίς, τό γεγονός ότι τήν τελευταία φορά (παρά τή συνηθισμένη κατάθλιψη) η γραφή μου κινούνταν ανοδικά, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί να γίνεται;

   ο συμπότης δεν έχει καλά–καλά ανοίξει τό στόμα του και η απογοήτευσή μας δεν έχει όρια. Τά λόγια του ούτε καν συγκρίνονται με ό,τι θα τού εμπιστευόμασταν με τόση προθυμία χίλιες φορές αν είχε κρατήσει τό στόμα του κλειστό. Μάς απογοητεύει επώδυνα με τό να ξεγλιστράει απ’ ό,τι μεγαλύτερο υπάρχει για να ελκύσει όλα τά μάτια στον κόσμο : από εμάς τούς ίδιους
   όσον αφορά όμως εμάς, όταν εμείς οι ίδιοι ξεγλιστράμε και πηδάμε από τό αντικείμενο τής συζήτησης, τό αίσθημα που αντιστοιχεί στη ρήξη τής επαφής, επί φυσικού επιπέδου, έχει κάπως τήν εξής όψη : αυτό για τό οποίο ακριβώς σκοπεύουμε να μιλήσουμε, αυτό και μάς βάζει συνεχώς σε πειρασμό· ό,τι η πρόθεσή μας φαντάζεται, σ’ αυτό ανοίγουμε ερωτικά τά χέρια. Όμως, δεν τό ’χουμε καλά–καλά αγγίξει και μάς απογοητεύει σωματικά. Τό αντικείμενο τής προσοχής μας μαραίνεται έξαφνα με τό άγγιγμα τής γλώσσας

   κάποιος έβαλε στο χέρι μου, κατά τη σατανική φάση, ένα βιβλίο τού Κάφκα : Παρατήρηση. Διάβασα τόν τίτλο. Τότε, όμως, αμέσως αυτό τό βιβλίο έγινε για μένα ό,τι γίνεται ένα βιβλίο που κρατά ένας ποιητής για τόν πιθανόν ελαφρώς ακαδημαϊκό γλύπτη που έχει αναλάβει να φτιάξει τόν αδριάντα αυτού τού ποιητή. Εντάχθηκε αμέσως στην πλαστική δομή τού προσώπου μου, και έτσι μού υποτάχθηκε κατά τρόπο κτηνώδη και απόλυτο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να τό κάνει η πιο δυσμενής κριτική
   τά πράγματα όμως εξελίσσονταν και διαφορετικά : σα να μέ κυνηγούσε δηλαδή τό πνεύμα τού Κάφκα και τή στιγμή που μέ άγγιζε να γινόμουν πέτρα, όπως η Δάφνη που τό άγγιγμα τού Απόλλωνα τή μεταμόρφωσε σε δέντρο

…………………………………………..

   σε σχέση με τό προηγούμενο, τό σημερινό μεθύσι αντιδρά όπως ο Καλβίνος απέναντι στον Σαίξπηρ. Είναι ένα μεθύσι καλβινιστών

   εξατμίζομαι από τή γη. Βαθμίδα ενδιάμεση. Ακτίνες νηφαλιότητας

   χθόνιος. Μάς είδα να περνάμε κάτω από μία σκάλα για να πάρουμε, κατά κάποιον τρόπο, τή θέση μας κάτω από τή γη

   έντονο αίσθημα συνέχειας, που μέ κάνει εξαιρετικά ευτυχή : αυτές οι ακτές εκεί κάτω με τόν Άρνο να τίς διαρρέει. Είναι τό ίδιο νερό, μόνο που εδώ λέγεται Σπρέε

…………………………………………..

   γίνεσαι τόσο ευαίσθητος : φοβάσαι μην τυχόν σού κάνει κακό μια σκιά που πέφτει στο χαρτί. Η ναυτία εξαφανίζεται. Διαβάζεις τίς γραμμένες φράσεις στα ουρητήρια. Δεν θα μού έκανε εντύπωση αν κάποιος απ’ όλους αυτούς μέ πλησίαζε. Μια όμως που δεν τό  κάνουν, δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Έχει όμως πολύ θόρυβο για μένα εκεί

…………………………………………….

   ακόμη περισσότερο μπορούμε λοιπόν να τονίσουμε αυτό που τόσο στις δηλώσεις τής Γκ. όσο και στη μνήμη μου έχει μείνει ως πυρήνας αυτού τού πειράματος. Πρόκειται για τά όσα ανέφερα σε σχέση με τήν ουσία τής αύρας. Όλα όσα είπα είχαν μια πολεμική αιχμή κατά τών θεοσοφιστών, η απειρία και η ασοφία τών οποίων μού ήταν στο έπακρο απωθητικές, και αντιδιέστειλα από τρεις απόψεις – μολονότι βέβαια όχι σχηματικά – τή γνήσια αύρα προς τίς συμβατικές τετριμμένες αντιλήψεις τών θεοσοφιστών. Πρώτον, η αύρα εμφανίζεται σε όλα τά πράγματα. Όχι σε ορισμένα μόνο, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι. Δεύτερον, η αύρα αλλάζει εξ ολοκλήρου και εκ βάθρων με τήν κάθε κίνηση που κάνει τό πράγμα τό οποίο περιβάλλει. Τρίτον : με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι η γνήσια αύρα είναι αυτή η τόσο ωραία πνευματιστική ακτινοβόλος μαγεία που φαντάζονται και περιγράφουν τά χυδαία μυστικιστικά βιβλία. Τό χαρακτηριστικό τής γνήσιας αύρας είναι μάλλον τό κόσμημα, ένας κύκλος σαν μενταγιόν που μέσα του βρίσκεται χυμένο τό πράγμα ή τό ον, σαν να βρίσκεται μέσα σε θήκη. Ίσως τίποτα δεν δίνει μια τόσο σωστή ιδέα για τή γνήσια αύρα όσο οι πίνακες τού ύστερου Βαν Γκογκ, όπου σε όλα τά πράγματα – αυτή τήν περιγραφή θα μπορούσες να κάνεις για τούς πίνακες – η αύρα έχει ζωγραφιστεί μαζί τους

   ακόμη πιο αξιοπρόσεχτο είναι, ίσως, ένα κατοπινό φαινόμενο που αναδύθηκε μπροστά μου ακούγοντας τή φωνή τής Γκ. Ήταν η ώρα που είχε πάρει μορφίνη κι εγώ, χωρίς να ξέρω τό παραμικρό για τή δράση αυτού τού ναρκωτικού, εκτός ίσως από τά βιβλία, τής περιέγραψα διεξοδικά και όπως έπρεπε τήν κατάστασή της στηριζόμενος – σύμφωνα με τά όσα ισχυριζόμουν – στον έντονο τόνο τής φωνής της. Κατά τά άλλα, αυτή η στροφή – η παρέκκλιση τού Ε. [egon wissing] και τής Γκ. [gert wissing] στη μορφίνη – ήταν για μένα, κατά μία έννοια, τό τέλος τού πειράματος, όπως και να ’χει όμως και μια αποκορύφωσή του. Τό τέλος, επειδή με τήν τεράστια ευαισθησία που προκαλεί τό χασίς κάθε έλλειψη κατανόησης απειλεί να φέρει τήν οδύνη. Όπως πράγματι υπέφερα εγώ που «οι δρόμοι μας θα είχαν χωρίσει». Αυτή ήταν, δηλαδή, η διατύπωσή μου

   δυο λόγια για τά χαρακτηριστικά τής ζώνης τών εικόνων. Ένα παράδειγμα : όταν μιλάμε σε κάποιον κι εκείνη τήν ώρα τόν βλέπουμε να καπνίζει ένα τσιγάρο, να περιφέρεται στο δωμάτιο κ.λπ., δεν απορούμε που, παρ’ όλη τήν προσπάθεια που καταβάλλουμε μιλώντας του, έχουμε ακόμη τήν ικανότητα να παρακολουθούμε τίς κινήσεις του. Όμως, εντελώς διαφορετικά θα είχε τό πράγμα αν οι εικόνες που σχηματίζονται μπροστά μας τήν ώρα που μιλάμε σε έναν τρίτο προέρχονταν από εμάς τούς ίδιους. Αυτό φυσικά αποκλείεται κατά τήν τρέχουσα συνειδησιακή κατάσταση. Αντίθετα, τέτοιες εικόνες προκύπτουν υποθετικά ή και διαρκώς, παραμένουν όμως τότε ασυνείδητες. Τά πράγματα όμως είναι διαφορετικά στη μέθη τού χασίς. Μπορεί τότε, όπως ακριβώς απέδειξε αυτό τό βράδυ, να υπάρξει μια θυελλώδης παραγωγή εικόνας, ανεξάρτητα από κάθε άλλη σταθεροποίηση και κάθε άλλον προσανατολισμό τής παρατηρητικότητάς μας. Ενώ οι εικόνες που αναδύονται ελεύθερα, και τίς οποίες με κανέναν τρόπο δεν προσέχουμε, μένουν συνήθως ασυνείδητες, υπό τήν επήρεια τού χασίς οι εικόνες προφανώς δεν χρειάζονται ούτε τό ελάχιστο τής προσοχής μας για να παρουσιαστούν μπροστά μας. Μπορεί πάντως η παραγωγή εικόνων να φέρει στο φως πράγματα τόσο έκτακτα και με τέτοια ταχύτητα ώστε, καθαρά λόγω τής ομορφιάς και τής αλλόκοτης υφής αυτών τών εικόνων, να μην μπορούμε να κάνουμε άλλο από τό να τίς παρατηρούμε
   κάθε λέξη που άκουγα από τόν Ε. – όπως τή διατυπώνω τώρα με μια κάποια ετοιμότητα που έχω να αναπαράγω διατυπώσεις τού ίδιου τού χασίς σε κατάσταση διαύγειας – μέ έστελνε λοιπόν σ’ ένα μακρύ ταξίδι. Για τίς ίδιες τίς εικόνες λίγα πια μπορώ να πω. Ήταν τέτοια η τεράστια ταχύτητα με τήν οποία εμφανίζονταν, σε μικρά πάντως, σχετικά, μεγέθη, και εξαφανίζονταν … τείχη, για παράδειγμα, ή θόλοι ή κάποια φυτά

   ένα ανήκουστο κύμα γέλιου ξέσπασε ανάμεσα στους άλλους, όταν μίλησα για τήν «παρακμή τής ζαχαροπλαστικής τέχνης»

…………………………………………..

   κατάθλιψη από τό χασίς, που πάει βαθιά χωρίς να βρίσκει πάτο. Αισθάνομαι σφόδρα ερωτευμένος με τήν Γκ. Παρατημένος έξω από κάθε μέτρο στην πολυθρόνα μου· υποφέρω που είναι μόνη της με τόν Ε. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο τή ζήλευε, απειλούσε συνεχώς ότι θα πηδήσει απ’ τό παράθυρο αν τόν εγκαταλείψει. Δεν τόν άφησε όμως. Σίγουρα υπάρχουν ήδη οι στέρεες βάσεις τής θλίψης μου

   η λύπη μου είναι τέτοια που πρέπει, για να μπορώ να ζω, να αρέσω συνεχώς

   ανεμόμυλοι που γονατίζουν από ένα παιδικό βιβλίο

   οι εικόνες θέλουν μόνο να ρέουν, δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα

   η ανάμνηση είναι ένα λουτρό

   ειπώθηκε τότε : «Τό να καρφώνεις σχέδια στον άνεμο είναι μία αθλητικώς σωστή εκδήλωση»

   αργότερα : «Θα ’θελα να γράψω κάτι που να βγαίνει απ’ τά πράγματα, όπως τό κρασί απ’ τά σταφύλια»

 

 

 

περί τής αυτοκτονίας

 

 

περιδιάβαση προς τόν τάφο του στα πυρηναία (επάνω στην πλάκα έχει γραφτεί
η φράση του (από τίς «θέσεις για τήν έννοια τής ιστορίας»,
VII )) : «δεν υπάρχει
κανένα στοιχείο τού πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και στοιχείο τής βαρβαρότητας»

es ist niemals ein Dokument der Kultur, ohne zugleich ein solches
der Barberei zu sein (Geschichtsphilosophische Thesen)

 

 

 

φιλμάκια για τό δοκίμιο τού μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή
τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του»

 

 

 

 

 

 

 

 

σύνδεσμοι

ολόκληρο τό «πρωτόκολλο» (στα αγγλικά) για τά πειράματα με χασίς όπιο και μεσκαλίνη που έκαναν (1927 – 1934) ο μπένγιαμιν και οι φίλοι του, μεταξύ τών οποίων ήταν και ο άλλος γερμανός φιλόσοφος ernst bloch 
μια σελίδα για τόν μπένγιαμιν
διεθνής εταιρεία μπένγιαμιν
ο μπένγιαμιν στη wiki ελληνικά, και αγγλικά
βιβλία τού μπένγιαμιν μεταφρασμένα στα ελληνικά
μία μελέτη περί τού βιβλίου στα αγγλικά («Hashish in Berlin : an Introduction to Walter Benjamin’s Uncompleted Work On Hashish») 
για τό βιβλίο επίσης ανάρτηση εδώ

 

 

 

τμήμα τού προλόγου από τήν αγγλική έκδοση τού βιβλίου :

 

  

  

 

  

 

 

 

Φεβρουαρίου 2, 2011

susan sontag : παράταιρο τέλος

.

 

ή : μικρή παράγραφος για τή μεγάλη τέχνη :

  

οι ρομαντικοί θεωρούσαν τή μεγάλη τέχνη ως ένα είδος ηρωισμού, ως μία ρήξη ή μια υπέρβαση. Ακολουθώντας τά βήματά τους, οι μύστες τού μοντερνισμού ζητούσαν από κάθε αριστούργημα ν’ αποτελεί μιαν ακραία περίπτωση – να είναι τελειωτικό ή προφητικό, ή και τά δύο. Ο βάλτερ μπένγιαμιν διατύπωσε μια χαρακτηριστική μοντερνιστική κρίση όταν παρατήρησε (γράφοντας για τόν προυστ) : «κάθε σπουδαίο έργο τής λογοτεχνίας ιδρύει ή καταλύει ένα είδος». Όσο πολλούς προδρόμους κι αν έχει, τό πραγματικά σπουδαίο έργο πρέπει να φανεί ότι έρχεται σε ρήξη με ένα παλαιό καθεστώς και ότι όντως αποτελεί μια καταστρεπτική αν και ωφέλιμη ενέργεια. Ένα τέτοιο έργο επεκτείνει τό πεδίο τής τέχνης, αλλά συγχρόνως περιπλέκει και επιβαρύνει τό εγχείρημα τής τέχνης εισάγοντας νέα αυτοσυνείδητα κριτήρια. Διεγείρει και συγχρόνως παραλύει τή φαντασία.

τελευταία, η δίψα για τό πραγματικά σπουδαίο έργο έχει χάσει κάτι από τήν έντασή της. // Ο μοντερνισμός που θεωρήθηκε ως ένα επίτευγμα πραγματοποιημένο διαμέσου τών μεγαλεπήβολων εκείνων στόχων που έθεσαν οι Ρομαντικοί για τήν τέχνη (ως σοφία / ως σωτηρία / ως πολιτιστική ανατροπή ή επανάσταση) έχει υπερκερασθεί από μιαν αυθάδη παραλλαγή του η οποία κατέστησε δυνατόν για τή μοντερνιστική αίσθηση τών πραγμάτων να διαχυθεί σε μιαν απέραντη κλίμακα. Στερημένος τήν ηρωική αύρα του, τίς δυνατότητές του να ισχυρίζεται πως αποτελεί μια εναντιωτική αισθαντικότητα, ο μοντερνισμός αποδείχτηκε απολύτως συμβατός με τό ήθος μιας ανεπτυγμένης καταναλωτικής κοινωνίας. Τέχνη ονομάζουμε σήμερα μια τεράστια ποικιλία ικανοποιήσεων – τόν απεριόριστο πολλαπλασιασμό, και τήν απεριόριστη υποτίμηση, τής ίδιας τής ικανοποίησης. Όπου ανθίζουν τόσο πολλοί πειρασμοί, η δημιουργία ενός αριστουργήματος μοιάζει ανδραγάθημα οπισθοδρομικό, μια απλοϊκή μορφή ικανοποίησης. Τό Μεγάλο Έργο ανέκαθεν μη πειστικό (όσο μη πειστική θα ήταν μια δικαιολόγηση τής μεγαλομανίας), αποτελεί τώρα κάτι πραγματικά παράταιρο. Προϋποθέτει ικανοποιήσεις οι οποίες είναι σπουδαίες, σοβαρές και περιοριστικές. Ισχυρίζεται ότι η τέχνη πρέπει να είναι ειλικρινής και όχι απλώς ενδιαφέρουσα· να αποτελεί αναγκαιότητα και όχι απλώς πειραματισμό. Κάνει τά άλλα έργα να φαίνονται ασήμαντα, αψηφά τόν εύκολο εκλεκτικισμό τού σύγχρονου γούστου. Ωθεί τούς θαυμαστές του σε κατάσταση κρίσης.

 

: οι εισαγωγικές προτάσεις από τό δοκίμιο τής σούζαν σόνταγκ «ο χίτλερ τού ζύμπερμπεργκ» [susan sontag : «syberberg’s hitler», περιοδικό the new york review of books, τεύχος 21 δεκεμβρίου 1980]
μετάφραση γεράσιμου λυκιαρδόπουλου
στην ελλάδα κυκλοφορεί από τίς εκδόσεις «ύψιλον» με τόν τίτλο  «η γοητεία τού φασισμού (δύο δοκίμια)» : © 2010 ύψιλον/βιβλία
τά βιβλία τής susan sontag στ’ αγγλικά, και εδώ όσα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά

  

 

  

.

  

 

 

 

.

 

 

.  

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: