σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 25, 2016

μεθ’ υμων με θυμον μετα θυμου και ανυποληψεως

 

 

 

βρεθηκα χτες το απογευμα στο κολωνακι και φοβαμαι οτι θα φανω μιζερη και μικροψυχη με τη σημειωση που θα κρατησω τωρα αλλά δεν ειναι αυτος ο σκοπος, για την αφελεια μου θελω να μιλησω και για το πώς ακομα εκπλησσομαι μερικες φορες μολονοτι κατα βαση τιποτα πλεον δεν με εκπλησσει λεω, λοιπον δεν ηταν εντελως τυχαια που βρεθηκα, βασικα ηταν μια μερα με πολλες δουλειες και οταν εχω πολλες δουλειες ο κανονας ειναι παντα να περναω στο τελος κι απο το χωριο μου, ετσι το λεω γιατι εκει οντας η πατρογονικη μου κληρονομια και η παιδικη γειτονια μου, και μολονοτι απο μικρη την απαρνηθηκα και την εγκατελειψα ασπλαχνα (για τη μαμα μου τουλαχιστον) δεν εχω ομως κι αλλο χωριο, οπότε όποτε πολλα να κανω εξω εχω, εκει πηγαινω στο τελος για δουλειες και για ψωνια και στην αρχη εκανα οντως μερικα ψωνια, επρεπε να παρω κι ενα δωρο για μια φιλη μου, πηρα και κατι κρεμες σωματος και προσωπου (ενα απ’ τα πραγματα που μου ’μαθε η μανα μου ηταν οτι οι γυναικες δεν πρεπει να φοβωνται να φροντιζουν το δερμα τους – και εδω που τα λεμε αυτο ειναι σωστο, και ειναι καλό που μου το ’μαθε μόνο που δεν το ’κανε για μενα, αλλά ειχε η ιδια εναν μεταφυσικο φοβο για τα ασχημα γεραματα στη ζωη ολων – και τη ζωη της) πρωτα κρεμες λοιπον, και μετα στο ωραιο μαγαζι για σοκολατακια, κι ισως και κατι αλλο ακομα που τωρα δεν το θυμαμαι, και εμεινα λοιπον βασικα καταπληκτη με τον καταπληκτικο τροπο που βρηκαν τοσο γρηγορα οι επιχειρηματιες να φοροδιαφευγουν παλι – ενω στην αρχη δηλαδη τού μετρου ολα τα μηχανηματακια για να πληρωνεις με καρτα δούλευαν, σιγα–σιγα ανακαλυψα οτι βρηκαν παλι οι απατεωνες (ολοι οι επιχειρηματιες στη χωρα κατα περιεργο τροπο ειναι απατεωνες) εναν τροπο να ξεφευγουν – την αρχη την εκανε το υποκαταστημα τού οτε (που δεν δεχοταν την καρτα μου με τιποτα, ενω η καρτα μου δεν ειχε, οπως αποδειχτηκε αργοτερα, κανενα προβλημα) και μετα, χτες για την ακριβεια, σε κανενα μαγαζι πια η καρτα μου δεν δουλευε : ενω δουλευε μια χαρα οταν πηγα στο ατιμί (εγω ατιμί το λεω, και οι πωλητριες ειδικα, οταν το ακουσουν κοιτανε πολυ ειρωνικα, κι αυτο με διασκεδαζει εγω αντιθετα τις κοιταω με αγαπη και οικτο) και σηκωσα τα λεφτα που δικαιούμουν και επρεπε, κι ομως στα μαγαζια που πηγα ολα μού ειχαν βγαλει την καρτα σκαρτη, αλλά σκαρτο ηταν το μηχανημα τους γιατι βρηκαν εναν τροπο δηλαδη να του κανουν καποιο κολπο και να το αχρηστευουν – κι αυτες ειναι οι στιγμες που ευχεσαι κατι αστειο κινηματογραφικο, να βρεθουνε ας πουμε πολλες πελατισσες μαζι την ιδια ωρα στο ιδιο μαγαζι και να χαρειτε την αμηχανια και την ντροπη τους των απατεωνων, αλλά ποτέ δεν γινονται αυτα, πληρωσα τοις μετρητοις, και βρηκαν παλι τροπο να φοροδιαφευγουν κι αυτο με θυμωνει πολυ, η ιδεα οτι νομιζουν οτι μπορουνε να κοροϊδευουν κι οτι νομιζουν οτι οι υπολοιποι ειμαστε ηλιθιες –

και καθως περιφερομουνα απο τη σκουφα στην πατριαρχου ιωακειμ και παλι πισω για να σηκωσω λεφτα απ’ την τραπεζα και να συνεχισω τις δουλειες μου προσεξα κατι πολυ περιεργο, εναν τροχονομο να ρυθμιζει την κινηση – και μου φανηκε πολυ παραξενο γιατι δεν χρειαζοτανε τροχονομος εκει, υπηρχαν φαναρια, και ποτέ δεν στεκοταν τροχονομος σε κεινο το σημειο – και καθως μού ειχε περασει πια ο θυμος και ειχαν τελειωσει οι δουλειες μου και ξαναπηγαινα στη σκουφα για να κατσω στο καφενειο να πιω εναν ωραιο καφε, επειδη ειχα ηρεμησει πια και εβλεπα λογικοτερα και καθαροτερα, ειδα οτι υπηρχαν κι αλλοι τροχονομοι, τι στα κομματια, δυο–δυο και τρεις–τρεις μαζεμενοι, για να κανουν παρεα ο ενας στον αλλον ητανε, τί ητανε, ηρεμοι ητανε, διαδηλωση δεν γινοτανε – δεν υπηρχαν φωνες, μεγαλη ησυχια επικρατουσε, και οπως ανεβαινα προς το καφενειο εβλεπα τη σκουφα αδεια δεν υπηρχαν αυτοκινητα μεχρι που ενα μπουλουκι κοσμος φανηκε στο βαθος σταματημενος σαν να περιμενε, πολυ περιεργος κοσμος, δεν ηταν διαδηλωση, κοσμος καταμαυρος, ολοι μαυροι, τί διαολο, πολυ μού εξαπτεται η φαντασια σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και μια γριουλα ηταν εξω απο την εβγα και κοιταζε κι αυτη προς τα πανω προς τον κοσμο οπως και αλλοι σκορπιοι στα πεζοδρομια κοίταζαν προς τα πανω προς τον αη διονυση και της λεω με συγχωρειτε μηπως ξερετε τι γινεται, και μου λεει η κηδεια τού αρσενη, και ετσι καταλαβα και ησυχασα – διοτι οταν η κατασταση ειναι αγνωστη ολα ειναι δυνατα, αλλά οταν παρει ενα ονομα, οι δυνατοτητες περιοριζονται, και ετσι μπορεις να κάνεις σχέδια ανετα απεναντι στην πραγματικοτητα, να κανονισεις κι εσυ την πορεια σου και να πας να πιεις ησυχα εναν καφε – αλλά αναγκαστικα θα πλησιαζα πολυ τον ησυχο και ακινητο αυτον κοσμο γιατι το καφενειο μου ειναι εκει κοντα και ετσι αρχισα να παρατηρω, καταρχας πόσο ακινητοι ητανε, και κατα δευτερον πόσο πολυ κολωνακιωτες ητανε και ντυμενοι με τα καλυτερα τους, και κατα τριτον πόσο αμηχανοι ητανε απεναντι στο γεγονος μιας συναθροισης, δεν ητανε ατομα συνηθισμενα να βρισκονται ολοι μαζι σαν πληθος, το πληθος τούς ξενιζε, σαν να ηθελε ο καθενας να κανει επιδειξη σε πασαρελα τού εαυτου του, και επιδειξη ολης της υποβοσκουσας εχθροτητας, αντιπαλοτητας, μίσους, απανθρωπίας, διαχωρισμου, οπως σε μια επιχειρηση, εβλεπα δηλαδη τους επιχειρηματιες μαζεμενους, ολους αυτους που φοροδιαφευγουν, ολους αυτους που ’χουν τα μαγαζια που με κοροϊδευουν, ολη αυτη τη ζωη που σιχαινομαι : και ομως ολοι αυτοι πενθουσαν, ειχαν τωρα ολοι δικαιωμα να γινουνε σεβαστοι, μού θύμιζαν επισης το πασχα στην εκκλησια του αγιου νικολαου ή στη ριζαρειο οταν ημουνα μικρη που διασκεδαζα με την επιδειξη κουστουμιων φορεματων και θλιψης και τα δηθεν κατηφή ύφη στον επιταφιο και τα μετρημενα δηθεν χαρουμενα πανω–κατω τής λαμπαδας στην ανασταση, και τα κουνηματα τού κεφαλιου και τους ευγενικους και μετρημενους χαιρετισμους τού ενος οικογενειαρχη προς τον αλλον, και τα υποτονθορισματα και ψιθυρισματα που ομως ακουγοντουσαν περιφημα και παντα, απο εμας τα παιδια, του καθενος προς τη γυναικα του, εκεινος ειναι ο ταδε, αυτος ειναι ο αλλος, τι κανετε κυριε προεδρε, χαιρετε κυριε διοικητα, ω αγαπητε μου, υπηρχαν και μερικοι καθηγητες πανεπιστημιου που χρησιμοποιουσαν ακομα και δοτικη, καταλαβες αγαπητε μοι, τι γελιο που καναμε, παραλιγο να φαμε και ξυλο σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και τελος παντων εγω θα πηγαινα για καφε – και οταν ηρθε ο καφετζης τού λεω με κοινωνικο υφος, ουτε που ξερω ακριβως γιατι, ειναι η κηδεια του αρσενη ε ; και μου λεει κι αυτος πολυασχολος κοιτωντας προς τη γωνία της σκουφα ναι τωρα μολις εφυγε ο τσιπρας – και τοτε επαθα τη δευτερη κριση θυμου και μού ηρθε νταμπλας και θυμηθηκα επιπλεον και τη μαυρη γυαλιστερη υπερκουρσα που αποχωρησε μολις πριν, με τους μαυρους γυαλιστερους τροχονομους μαζεμενους πεντεξη τριγυρω της που κουνουσανε και σα μαριοντετες τα χερια

και οφειλω να εξηγησω οτι δεν εχω τιποτα εναντιον του συγκεκριμενου ανθρωπου που πεθανε και ουτε μου ηταν ιδιαιτερα αντιπαθης, και τα κατσε καλα γερασιμε εγω τα ακουγα σαν πολυ πληκτικα και βερεσε διοτι ειναι η φυση τω πραματω τετοια που αποκλειεται οποιαδηποτε κινηση στα παιδευτικα πλεον να γινει, εδω και ετη πολλα, χωρις να σηκωθει σκονη και βουητο και χαλασμος και κουρνιαχτος – και ουδεις ξερει πλεον τι πρεπει ή τι δεν πρεπει να θελει να γινει ή για ποιο λογο να φωναζει ή αντιθετως να καθεται καλα, και τα παιδια ειναι λογικο πλεον να φωναζουν ακομα και ανευ λογου και να κανουν απεργιες απο τα μαθηματα καθοτι τα μαθηματα ειναι τοσο αιωνια πληκτικα και βαρετα και βλαβερα και εφοσον δεν διακρινεται διεξοδος απο ετη πολλα καμία, και συνεπως δεν ειχα τιποτα εναντιον του ανθρωπου

αλλά παρ’ ολ’ αυτα θυμωσα και προσπαθησα να καταλαβω γιατι θυμωσα και μαλιστα τοσο πολυ, να καταλαβω δηλαδη για να μπορεσω μετα να πιω τον καφε μου ησυχα, και κατεληξα οτι μαλλον ειχα θυμωσει διοτι ο κυριος αυτος που ηρθε εδω με την αριστοκρατια να πενθησει δεν ειχε παρει τα ποδια του να παει να πενθησει οταν επρεπε την αδελφη τού διάσημου μετασταντος, σε κεινη την κηδεια με τον λιγοστο κοσμο και τους ελαχιστους πολιτικους που ητανε ομως μια κηδεια πολιτικη και ο τωρα μεταστας μαζι με τους υπόλοιπους συγγενεις ειχε σταθει ορθιος πανω απ’ το φερετρο για οση ωρα κρατήσαν οι λογοι, και δεν κρατήσαν και λιγο, και φαινοταν συντετριμμενος οπως ητανε και ολοι αλλωστε, παλιοι συναγωνιστες και αριστεροι κι οχι του κωλου υπουργαρες και χαλκινα και πνευστα και μπαντες του δημου και τροχονομοι, και ετσι σιγουρα τα ηθελε η ιδια η Κιττυ, χωρις τηλεορασεις και κουστουμια

και γιναν ολοι οι θυμοι της μερας με τις κοροϊδιες ενα ολοι μαζι ενω ηξερα συγχρονως οτι εχω και αδικο, διοτι απο πού κι ωσπού να φταιει ενας αμορφωτος ψευτοαριστερος της δεκαρας που μεγαλωσε με ηρωες της αυταρχιας και της καταστολης απο πού κι ωσπού να ξερει την Κιττυ αφου αλλοι ητανε οι ηρωες του αυτουνου, κανας ζαχαριαδης κανας κολλιγιαννης κανας φαρακος, κανας ηθικον ακμαιοτατον, κανας τετοιος μαλακας τελος παντων, που του εμαθε να ψοφαει για υπουργιλικι και πρωθυπουργιλικι και να υποκλινεται στις υπουργαρες ζωντανες ή νεκρες, τί φταιει που δεν ηξερε να υποκλιθει στην Κιττυ αφου αυτα τού αξιζουνε, αυτες τις ρεβεραντζες ποθει η ψυχη του και γι’ αυτες κλαιει, τι φταιει αυτος αν οπως ανεχομαστε την κοροϊδια με τα μηχανακια της εφοριας, ανεχομαστε την κοροϊδια αυτουνου και τον ψηφιζουμε, κι οπως εκανα αυτες τις μαυρες σκεψεις άρχισαν και να ηχουν τα τυμπανα και να παιζουν πενθιμοτατα τα χαλκινα εμβατηρια, και χαλασε ο κοσμος απο τα ριγη και τα πενθη, και χτυπήσαν κι οι καμπανες στη διαπασων και με ξεκουφαναν την ωρα που προσπαθουσα στα μαυρα χάλια να πιω τον καφε μου

 

 

 

ημερολογιο της 21ης απριλιου 2016

ο τιτλος παρμενος απο ενα ενωτιον του στρατη δουκα – εκεινος μού επισημανε οτι το μεθ’ υμων και το με θυμον, αν τ’ ακους μόνο, δεν διαφερουν.

 

 

 

πηγη

 

 

 

Advertisements

Οκτώβριος 2, 2013

οδός κίττυς αρσένη

.

 

1

   ο θάνατος τό έστρωσε * κανονικά φέτος : και δεν εννοώ τώρα τήν τελευταία δολοφονία και τόν συνεπακόλουθο βαρύ τραυματισμό τής ανερχόμενης νεοχούντας (μακάρι να μπορούσε κανείς να μιλήσει και για οριστικό θάνατο εδώ) αλλά εγώ έχω μείνει σε προηγούμενα διότι στους κήπους κινούνται όλα αργά κι είμαι και στα πιο πριν εγώ (και θα πω κάτι ελάχιστο μόνο στο τέλος για τά μετά (αν κι έχω έναν πειρασμό να πω τώρα αμέσως περισσότερα, και πολλά και διάφορα, για τή σημειολογία να πούμε τής εικόνας που είδα χτες τών σιδηροδέσμιων υποψήφιων δικτατόρων)) σκέψεις λοιπόν τώρα, και μόνο σημειώσεις, σύντομες όπως κρατήθηκαν σα συνέχεια τού προηγούμενου με αφορμή τήν απώλεια τής τίμιας μορφής : τής γυναίκας που πολέμησε τόν φασισμό με όλο της τό σώμα τή σκέψη τό κουράγιο και τήν καρδιά :

 

2

   τό ίδιο τό πρωί τού απογεύματος που θα γινόταν η κηδεία τρέχοντας για τίς γραφειοκρατικές αρλούμπες που έχουν μονοπωλήσει τόν χρόνο μου φέτος μετά τόν θάνατο τού στέφανου, έχασα μες στη ζαλάδα μου κάτι δρόμους στο κέντρο τής αθήνας, και κάθε φορά που τό παθαίνω αυτό αισθάνομαι σα να βρίσκομαι σε εχθρική χώρα : για να προσανατολιστώ αναγκάστηκα να ξανακάνω τήν πορεία ενός κυνηγητού μετά από μια διαδήλωση, ενώ ο κόσμος γύρω ήσυχος έκανε τά ψώνια του, και ξαναγύρισε τότε πάλι ο άλλος κόσμος, που στον έναν δρόμο έτρεχε κυνηγημένος κι έμπαινε στον άλλον δρόμο που ο κόσμος εκεί ήσυχος έκανε τά ψώνια του : ύστερα πήρα ταξί κι ο ταξιτζής (μεγάλης ηλικίας και άσχημο πρόσωπο) μού ανέλυσε τήν πολιτική κατάσταση λέγοντας ότι η χούντα είχε αναγκάσει τούς εφοπλιστές να δώσουν λεφτά στο κράτος. Τό απόγευμα ήταν η κηδεία τής κίττυς κι αναγκαστήκαμε να πάρουμε με μια φίλη ταξί προς μαρούσι, κι η ρηνιώ (που ο χρόνης τήν άφησε στα τέλη τού ’12 – παλιοχρονιές συνέχεια) θέλησε να μάθει στον ταξιτζή (νέος αυτός, με πρόσωπο συνηθισμένο) ποια κηδευόταν σήμερα : εκείνος φώναξε τότε με καμάρι ότι δεν ξέρει κανέναν πολιτικό, τόν μόνο που ξέρει από πολιτική είναι ο ανδρέας παπανδρέου, που ήτανε τσίφτης και ωραίος, και άρεσε και στις γυναίκες : (η ίδια μού είχε αφηγηθεί πώς ο χρόνης στην πρώτη του σύλληψη 18 χρονών και άπειρος, πληγώθηκε που ο κόσμος τόν έβλεπε σιδηροδέσμιο και συνέχιζε να κάνει τά ψώνια του κι ο χωροφύλακας τού είπε : Τούς βλέπεις ρε ; δεκάρα δε δίνουν για σένα – κι εκείνος, λέει, κρατήθηκε μπροστά του και έκλαψε μόνος του, τής είπε μια μέρα, πολύ μετά) : παράλληλα σύμπαντα που δεν συναντιώνται κι ούτε ξέρει ο ένας τή διάλεκτο τού άλλου, από γεννησιμιού γήινοι όλοι πάντως : τώρα οι μισοί, μεταλλαγμένοι αρειανοί θυμούνται πράγματα που στο σύμπαν τών άλλων δεν υφίστανται : πράγματα που κανείς ποτέ δεν γνώρισε και δεν έμαθε ούτε σα λέξεις : «αν τό βιβλίο τής κίττυς είχε μπει στα σχολεία» πάω να πω, και τήν ίδια στιγμή ο ταξιτζής μού υποβάλλει τήν άποψη ότι μιλάω κινέζικα : μπορεί η κρίση να τόν έχει τσακίσει αλλά δεν πρόκειται να μάθει τίποτα ούτε πριν ούτε μετά απ’ αυτήν : έναν αρειανό περιμένει, να τά φέρει όλα στα ίσα τους, να ξαναγίνει κι ο ίδιος ωραίος.

     Στην εκκλησία γίνεται μια άλλη κηδεία, ρωτάμε έναν καντηλανάφτη και μάς λέει ότι έχουν στήσει μια τέντα για τήν πολιτική παρακάτω, μάς δείχνει και τόν δρόμο : μια άσπρη τέντα μέσα στον ήλιο (η μέρα είναι ωραία, αν είναι δυνατόν) πολλά καθίσματα μπρος και πίσω, πολλά στεφάνια, και πολλά λουλούδια μπροστά : γύρω απ’ αυτό τό απαίσιο ξύλινο πράγμα – διαπιστώνω ότι έχω βάλει μπροστά τή γνωστή μέθοδο να μη βλέπω καλά, δεν είναι η Κίττυ εκειμέσα. Τέτοια απομόνωση ούτε στην απομόνωση, ακόμα και στο κελί χώραγε και η χοντρή Ρούλα μαζί της. Και ξαπλωμένη, και τελείως ακίνητη ; η Κίττυ δεν μπορεί εκειμέσα. Η τελετή είναι για τούς τύπους, τήν βλέπω αλλού. Και ούτε βλέπω, ούτε αισθάνομαι καλά – είναι όλα αποσυνδεμένα, σαν άσχετη κάνω άσχετες σκέψεις, βλέπω άσχετα : έχουμε έρθει νωρίς, και μπορούμε να διαλέξουμε κάθισμα, διαλέγουμε τρία στη μέση να ’χουμε και σκιά : ο παλιός φίλος τής Ρηνιώς από τά χρόνια τής παρανομίας και τών εξοριών μού λέει ποιος είναι ο καθένας απ’ αυτούς που έρχονται να τούς χαιρετήσουν : πολλά στεφάνια, πολλά καθίσματα, ακόμα άδειος ο χώρος σχετικά, σκέφτομαι συνέχεια άσχετα : βλέπω τά καθίσματα να γεμίζουν, σε μια ώρα θα ’ναι φίσκα, και θα ’ρχονται κι άλλοι, θα γεμίσει γύρω με όρθιους, και πίσω όσο παίρνει τό μάτι όρθιοι, πολλοί : από αυτούς που ξέρω πάντως, από αυτούς που τριγυρνάνε στην τηλεόραση όλη μέρα, ελάχιστοι, από τό κόμμα τής αριστεράς που ετοιμάζεται να γίνει κυβέρνηση εγώ βλέπω τόν Γλέζο, από τό άλλο τής αριστεράς στο οποίο είχε ρίξει τήν (τελευταία της) ψήφο εμπιστοσύνης η Κίττυ, πάλι λίγοι : αλλά φυσικά οι παλιές συγκρατούμενες : σκέφτομαι ότι τά παιδιά – τί κνίτες και ξεκνίτες – που ανέρχονται στην πολιτική δεν έχουν μάθει να σέβονται – εκείνες που ρισκάρισαν τό σώμα και τή ζωή τους κάποτε (όχι και τόσο παλιότερα) για να μπορεί να βρίσκονται αυτοί σήμερα εδώ, βουλευτές κι υποψήφιοι για πρωθυπουργοί : σκέφτομαι ότι αν η «αριστερά» σήμερα δεν είχε αυτό τό πρόσωπο, και δεν μετρούσε με κόμματα κι αποκόμματα αυτές που πολέμησαν  με νύχια και με δόντια  τούς φασίστες κάποτε (όχι και τόσο παλιότερα) δεν θα σήκωνε σήμερα ο φασισμός πάλι κεφάλι : έτσι που ο θάνατος συνεχώς να τό στρώνει : σκέφτομαι συνέχεια άσχετα : αυτά τά τελευταία χρόνια που τήν χτύπησε η αρρώστια τήν Κίττυ, είναι ακριβώς τά χρόνια με τήν άνοδο τού μισού εκατομμυρίου αθώων : αυτός ο αριθμός τών μαύρων ψήφων πρέπει να ήταν για τήν Κίττυ ένα χαστούκι, μια ύβρις στα νεύρα τούς μύες τίς ίνες και τά κόκκαλα που τσακίστηκαν από πολύ δυνατότερα χαστούκια στην ταράτσα και βγήκαν τότε νικηφόρα : – η Κίττυ τό λίγο που τή γνώρισα είδα ότι είχε μια απόλυτη, πεισματική, ήρεμη και αδυσώπητη ταύτιση με τήν ελευθερία, και τήν ιστορία αυτής τής χώρας – τήν είχα δει να τραγουδάει τόν εθνικό ύμνο στην καισαριανή σε μια επέτειο τών εκτελέσεων, χαμένη μες στον κόσμο, έτσι ήσυχη ήρεμη και πεισμωμένη με τό τζην της : είχε μια απόλυτη ταύτιση με τήν ελευθερία η Κίττυ, ήτανε μέρος τής ζωής της αυτό τό πράγμα, θυμάμαι που μού διηγότανε ότι ο πρώτος έρωτας στη ζωή της ήτανε ένας αντάρτης που τόν είχε δει μικρό κοριτσάκι να κατεβαίνει απ’ τό βουνό πάνω στ’ άλογο, μέσα στην κατοχή : για τήν Κίττυ η επιδίωξη τής ελευθερίας ήτανε η επιδίωξη τού έρωτα από μια άποψη : ασυμβίβαστου εντελώς όμως : ο έρωτας άλλωστε ποτέ δεν είναι μοναχικός, κι ας λέει ό,τι θέλει η ηθική μας, ο έρωτας θα σέρνει πάντα κι ένα πλήθος μαζί του : κι αυτό τό πλήθος είχε η Κίττυ πιστεύω να τήν στηρίζει στην απομόνωση, αυτό τό πλήθος που σαν να προστάτευε τή συνείδησή της, και που αυτή η συνείδηση τό εξιδανίκευε : κι όταν έγινε ο (φαύλος) κύκλος κι η χούντα έσκασε μύτη πάλι ξανά, κι αυτή τή φορά με τό θράσος τών ψήφων (τού ζοφερού μισού εκατομμύριου), η Κίττυ είτε τό ’λεγε είτε δεν τό ’λεγε, δεν ξέρω, (με τό χιούμορ που είχε υποψιάζομαι ότι θα τήν κορόϊδευε αγρίως τή σκέψη μου) ( : «δεν μέ νοιάζει εμένα τό εκατομμύριο για τή χούντα, αυτούς τούς ψήφους η χούντα, και περισσότερους, τούς έπαιρνε κι από παλιά, είτε τό ’λεγαν είτε δεν τό ’λεγαν», θα μού έλεγε) (και θα ’χε δίκιο άλλωστε : τά παράθυρα γύρω απ’ τήν Μπουμπουλίνας που κλείσαν ερμητικά για να μην ακούνε τά ουρλιαχτά από τά βασανιστήρια, προάγγελος αυτού τού πλήθους «αθώων» δεν ήτανε ; ) αλλά εγώ σκέφτομαι τώρα άσχετα : η Κίττυ, η παντοδύναμη, τήν άνοδο αυτή πρέπει να τήν ένιωσε σαν τό τελευταίο και χειρότερο βασανιστήριο πάνω στα νεύρα, τό σώμα, και τό μυαλό της : οι χρόνοι δηλαδή συμπίπτουν : και πρέπει να τό πήρε σαν μια απόρριψη τού έρωτα που τήν κρατούσε ζωντανή στα πιο δύσκολα : μπροστά σ’ αυτήν τήν γελοία απόρριψη τά γενναία της αντισώματα είναι που πιστεύω ότι κάνανε πίσω : αποσύρθηκαν στα ενδότερα και τώρα κείνται σ’ αυτό τό κουτί.

   Ο συνολικός έρωτας, όσο είναι παντοδύναμος, άλλο τόσο επικίνδυνα ευάλωτος είναι : βλέπω πλήθος κόσμου να στριμώχνεται, να συνωστίζεται στα πλάγια τής τέντας κατεβαίνοντας προς τήν αντίθετη φορά και φεύγοντας : είναι λοιπόν η άλλη κηδεία που ’χει τελειώσει (εκείνη τής εκκλησίας) : ρίχνουν περίεργες ματιές στους καθισμένους κάτω απ’ τήν τέντα, και μια γυναίκα με χρυσαφικά ρωτάει με θράσος : Τί είν’ αυτό ; εβραίικη κηδεία είναι ; Δεν ακούει τήν απάντηση που τής δίνουνε, φεύγει συνωστιζόμενη (είναι και η μαρία ρεπούση άλλωστε εδώ) και προχωράει γελώντας σαρδόνια. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο, πιο εύθραυστο κατασκεύασμα απ’ τόν συνολικό έρωτα. Τά χρυσαφικά και τά μυαλά τής κυρίας που γελάει με τούς εβραίους συμπυκνώνουν, κάτω απ’ τόν μαύρο ήλιο, τούς ψήφους τών αθώων ελλήνων που δεν είναι ρατσιστές.

   Δεν βλέπω κάμερες, οι τηλεοράσεις δεν ασχολούνται με τό παρελθόν ακόμα κι όταν είναι παρόν ( : Σε λίγες ώρες οι φασίστες θα σκοτώσουν πάλι έναν άνθρωπο, και όλοι θ’ αρχίσουν πάλι να εκπλήσσονται). Μάλλον είμαι η μόνη που τραβάει φωτογραφίες, κι αισθάνομαι πολύ άσχημα, δεν έχω καμία διάθεση να κάνω τή ρεπόρτερ, γι’ αυτό δεν έχω φέρει και τήν κάμερα άλλωστε, αλλά τώρα κάποια πράγματα θέλω να τά κρατήσω : Συνωστίζομαι μες στους συνωστιζόμενους, τό πλήθος έχει τώρα μεγαλώσει πολύ κι αισθάνομαι άσχημα να πηγαινοέρχομαι κραδαίνοντας τό κινητό λες κι όλο αυτό μπορεί να χωρέσει να απλοποιηθεί να ισοπεδωθεί εκειμέσα : παίρνω ελάχιστες φωτογραφίες, τήν όλγα τουρνάκη που τήν είχα ζήσει στην παράσταση που δώσανε με τήν κίττυ για τό «οδοιπορικό με τήν κλυταιμνήστρα» – τώρα έχει τό καθήκον ν’ αναγγέλλει τούς ομιλητές – τά βγάζει πέρα – , τή νατάσα μερτίκα που έχει λες εξαφανίσει τό ύψος της και τό σώμα της ολόκληρο (αυτό που άντεξε τά βασανιστήρια σε κείνη τήν ταράτσα, εκεί ακριβώς που έχασε και τό παιδί που κουβαλούσε μέσα της) : έχω ακούσει τή νατάσα να μιλάει για τήν κίττυ παθιασμένα, σα χείμαρρος – τώρα είναι καταπτοημένη, σχεδόν σιωπηλή, διαβάζει απλώς απ’ τό βιβλίο τής κίττυς κάτι σελίδες – τή μπούμπα δημητροκάλλη, που ήταν παιδική φίλη τής κίττυς και διηγείται ιστορίες απ’ τό σχολείο τους, και δεν μπορεί να συνεχίσει ώς τό τέλος και κλαίει (η μπούμπα (που είναι αδελφή τού μανόλη γλέζου αλλά δεν τό ’ξερα όπως δεν τό ξέρουν φαντάζομαι και άλλοι) θα πει όμως και κάτι που επιβεβαιώνει τή σύμπτωση εκείνη τών χρόνων : η Κίττυ τών Τελευταίων Ωρών τή ρώτησε λέει, Από ποιο ποίημα τού σεφέρη ήταν ο στίχος «τό καράβι που ταξιδεύουμε τό λένε αγωνία» : θέλω να πω δηλαδή, δεν είναι τόσο σημαντικό τό ότι ήθελε να θυμηθεί τόν τίτλο, όσο τό πως θυμότανε πολύ καλά τόν στίχο ως «ταξιδεύουμε» (πληθυντικός αριθμός πάντα) μαζί με τό «αγωνία». (Και η μπούμπα δημητροκάλλη δεν μπορεί να τά πει ώς τό τέλος))

   κλαίει πολύ, σχεδόν συνέχεια, κι ο γιάννης μεντζικώφ, όταν μιλάει για τήν κίττυ ως θεατράνθρωπος. Οι υπόλοιποι είναι κάπως πιο ψύχραιμοι. Μπροστά απ’ τό απαίσιο κουτί (τό πνιγμένο στα λουλούδια) στέκεται μια ομάδα από παιδιά που είναι τό θεατρικό τμήμα τού πάντειου όπου δίδασκε η κίττυ – αυτοί θα τραγουδήσουν στο τέλος – όταν θα σηκωθεί τό μαύρο κουτί να πάει στον τάφο. Στο μεταξύ ένα ξανθό κορίτσι ντυμένο στα κάτασπρα μέσα στους όρθιους κλαίει κι αυτό συνέχεια και φυσάει τή μύτη της, ντρέπομαι να τή φωτογραφήσω γιατί είναι σαν να ’ναι μόνη της με τήν κίττυ εκειπέρα – έτσι που κλαίει πνιγμένα. Τήν ώρα που ακούγεται η ψύχραιμη και θυμωμένη και δυνατή φωνής τής Κίττυς, στο τέλος τής τελετής, να παίζει τόν μονόλογο τής γιουρσενάρ για τήν κλυταιμνήστρα, νιώθω μέσα στον κόσμο και τόν σφιγμένο συνωστισμό, πίσω μου κάτι να κουνιέται. Νόμιζα ότι είναι σώματα που κινούνται, αλλά είναι μόνο χέρια τελικά : γιατί γυρίζω και πέφτω πάνω σ’ ένα καθεστώς σιωπής, παράξενης σιωπής, όχι σαν εκείνη τών άλλων τριγύρω : σιωπής γεμάτης ένταση από μάτια – που ’ναι προσηλωμένα στα χέρια μιας μεγαλύτερης – φοράνε όλες μαύρα – και σ’ αυτόν τόν κύκλο, στην άκρη τού συνωστισμένου κόσμου συντελείται από ώρα λοιπόν μια μετάφραση με τά χέρια : ξαφνικά μού φαίνεται ότι αυτά τά κωφάλαλα κορίτσια μπορούν ν’ ακούσουν τή φωνή τής Κίττυς καλύτερα απ’ όλους μας, έτσι καθώς ακούν με τά μάτια να αστράφτουν και να σκέφτονται συγχρόνως : είναι τό μόνο σχολείο σήμερα εδώ : ούτε κι αυτές θα φυλακιστούν – δεν μπορώ πάλι – στο μονοδιάστατο επίπεδο τού κινητού : ας τίς ακούσει ο καθένας όπως μπορεί

 

3

   έβλεπα κι άκουγα τόν δήμαρχο καμίνη πριν μέρες στην τηλεόραση να ονομάζει έναν δρόμο στο θησείο με τό όνομα τής ζακλίν ντε ρομιγύ, γαλλίδας αφοσιωμένης στ’ αρχαία ελληνικά

   θέλω να πω στον δήμαρχο λοιπόν να ονομάσει έναν δρόμο (κατά προτίμηση αυτόν πίσω από τό πολυτεχνείο – ή μπροστά του, όπως τό δει κανείς) με τό όνομα τής Κίττυς : ελληνίδας αφοσιωμένης στα νέα ελληνικά :

   οδός Κίττυς Αρσένη, πρώην Μπουμπουλίνας. Έτσι, σιδηρόδρομος, δεν πειράζει : ας μάθουνε από τά ονόματα έστω τών δρόμων μερικοί άνθρωποι τό κόστος και τόν πόνο που είχε ο αντιφασισμός σ’ αυτή τή χώρα τών ελληνικών

 

4

   βλέπω σήμερα στην τηλεόραση τίς συλλήψεις τών φασιστοχουνταίων (νά κάτι που θα ’θελε κανείς να προλάβει να τό ζήσει η Κίττυ, όσο κι αν θα τήν θύμωνε και θα τήν έθλιβε πιστεύω τό γεγονός ότι τά αυτονόητα στη χώρα αυτή ξεκινούν μόνο όταν δολοφονηθεί νέος μεν, έλληνας υπήκοος δε) θέλω όμως, σε συνδυασμό ιδίως με τήν παραπάνω πρόταση δρόμου, να κάνω μια σημειολογικής φύσεως ας πούμε τώρα παρατήρηση :

   όσοι έχουνε ζήσει έστω και μια μέρα μέσα στη χούντα, ξέρουν καλά τήν απίστευτη αύρα τρόμου που περιέβαλλε τό κτήριο τής γενικής ασφάλειας τότε : πρώτα τή Μπουμπουλίνας και μετά πολύ αργότερα τή Μεσογείων : περιττό να προσθέσω ότι κανείς δεν περπατούσε στα πεζοδρόμιά τους μπροστά : τό κάθε κτήριο βρισκόταν μέσα σε μια απόλυτη ερημιά φόβου και τρόμου : και θυμάμαι τήν Κίττυ στη λέρο να λέει ότι «ήταν τέτοιος ο τρόμος που συνόδευε τή φήμη τού κτηρίου στην Μπουμπουλίνας που θα δικαιολογούσα απόλυτα αυτόν που, τήν ίδια στιγμή που θα τόν περνούσαν από τό κατώφλι της, τήν ίδια στιγμή θα λιποθυμούσε.»

   ας τό ’χουμε υπόψη μας και αυτό τώρα που βλέπουμε διάφορους θρασύδειλους να προσέρχονται (ψιλοχεσμένοι, αλλά πάντως δήθεν καμαρωτά) στη γαδά : Είναι, σε τελευταία, αλλά καθόλου ασήμαντη, ανάλυση, επειδή τώρα ξέρουνε καλά τί δεν τούς περιμένει.

 

 

* ο θάνατος τό στρώνει : στίχος τού ποιητή γιάννη βαρβέρη

.

.

.

οι φωτογραφίες μου :

.

η νατάσα μερτίκα

.

.

η μπούμπα δημητροκάλλη

.

.

άποψη τού κόσμου στην τέντα : δεύτερη σειρά αριστερά, η ρηνιώ μίσσιου και ο στέφανος στεφάνου

.

.

η όλγα τουρνάκη καλεί τόν φώτη κουβέλη

.

.

μικρή άποψη τού κόσμου κάτω απ’ τήν τέντα

.

.

μικρή άποψη τού κόσμου στριμωγμένου μπροστά στο τελευταίο κελί τής κίττυς – ένα κουτί σπίρτα σκέφτηκα ότι θα ταίριαζε να τής αφήσουμε εδώ –

.

.

.

.

.

.

.

.

.

 

Σεπτεμβρίου 19, 2013

κίττυ αρσένη, marginalia

.

.

τρίτη, 17 σεπτεμβρίου 2013, τό βράδυ

 

   για τίς μεγάλες, τίς ελεύθερες, τίς γενναίες, τίς δυνατές (ασφαλώς και μπορεί κανείς (και δικαιούται, και πρέπει) ν’ αλλάξει τό φύλο εδώ στον στίχο τού εγγονόπουλου) (αν και η ίδια η κίττυ αρσένη θα χαμογελούσε νομίζω  ειρωνικά για ό,τι θα εκλάμβανε μάλλον ως μεγαλοστομία) για τίς μεγάλες λοιπόν, τίς ελεύθερες, τίς γενναίες, τίς δυνατές αρμόζει να λέει ο καθένας ακόμα και τά ελάχιστα απ’ ό,τι άκουσε στα λόγια τους, σαν γραμμένα στο περιθώριο

   προσωπικά ευγνωμονώ τήν τύχη μου που τήν έχω καταγράψει σε βίντεο (θα τό ανεβάσω (ελπίζω τώρα πια) σύντομα) σε τρεις διαφορετικούς χώρους : ο πρώτος ήταν στη λέρο, η ομιλία της τό 2005 στο συνέδριο για τίς γυναίκες στην αντίσταση, ο δεύτερος είναι στο σπίτι της, μια συνέντευξη που μού έδωσε τό 2006 και που πάντα έλπιζα ότι θα έχει και ένα δεύτερο μέρος – δεν θα υπάρξει πια δεύτερο μέρος. (Ο τρίτος χώρος είναι και ο αγαπημένος της – τό θέατρο, μια παράσταση με κείμενα που συνένωσε η ίδια (από τόν αισχύλο μέχρι τήν μαργαρίτα γιουρσενάρ) για τήν κλυταιμνήστρα (κι αυτή η παράσταση θ’ ανέβη ολόκληρη κάποια στιγμή στο γιουτούμπ))

   απομονώνω για σήμερα, μέρα τής ταφής της στον οικογενειακό τάφο στο μαρούσι, σαν ελάχιστο κτέρισμα δυο–τρία μόνο περιθωριακά στοιχεία από τούς μονολόγους της (ακριβώς επειδή ήταν περιθωριακά και ειπωμένα ανάμεσα σε γέλια, και με πολύ (μόνο που ήταν υπογείως πικρό) χιούμορ).

.

   χώρος 1ος : στη λέρο : ψηλή λιγνή με τό μακρύ της στενό μαύρο φόρεμα και τά βραχιολάκια στα πόδια, πανέμορφη ανάμεσα σε τόσο όμορφες που κοριτσάκια πολέμησαν μια χούντα και βασανίστηκαν όπως κι εκείνη χωρίς να νικηθούν. Νικηφόρες : και σήμερα με ειρωνεία άγνωστες και σιωπηλές. Απ’ τήν παλιά γενιά όλες αυτές τών λαμπράκισσων που μέσα στη δεκαετία τού 60 πέσανε στην παγκόσμια αναγέννηση τού έρωτα και στη μόδα τού χούλα χουπ και όλες οι εφημερίδες (αξιοπρεπείς αυτές) γράφαν και ξαναγράφανε ότι φορούσαν μαύρα καλτσόν και μίνι φούστες για να αποπλανήσουν και να αποσπάσουν τίμιους αξιωματικούς από τό εθνωφελές έργο τους. (Δεν τούς αποπλάνησαν όπως φαίνεται αποτελεσματικά, γιατί λίγα χρόνια αργότερα οι τίμιοι αξιωματικοί κάναν τή χούντα τους, και τίς έσυραν στην οδό μπουμπουλίνας να τούς τσακίζουν τά κόκαλα, να τούς χώνουν παλούκια όπου τό μίσος κι η αγαμία τούς έλεγε, να τίς λιανίζουν στην ταράτσα και τήν απομόνωση, να τίς στέλνουν φυλακή κι εξορία : Οι χουνταίοι και οι οπαδοί τους, που τώρα σηκώνουνε πάλι κεφάλι.) Η Κίττυ Αρσένη διηγείται πολλά, αλλά όταν φτάνει στο πώς, μέσα από τήν απομόνωση τής ασφάλειας στέλναν μηνύματα (γραμμένα με τό μαύρο τού σπίρτου) έξω, στους άλλους ελεύθερους, λέει, κοιτάζοντας τό κοινό της λίγο πεισμωμένα : Δεν θα σάς πω όμως πώς, και ρίχνει ένα χαμόγελο – τό κοινό γελάει δυνατά, μ’ ένα είδος συνεννόησης, κατανόησης : «δεν θα σάς πω όμως πώς, για να μην τό κάψω, γιατί μπορεί να ξαναχρειαστεί» εννοεί η Κίττυ, κι ακόμα δεν είχε σκάσει μύτη η συμμορία τού μιχαλολιάκου – σήμερα εκείνο τό γέλιο παγώνει, και σβήνει, αναδρομικά.

.

   χώρος 2ος : Με τό ίδιο πεισματωμένο γελάκι, ενώ μού αφηγείται στη συνέντευξη πλήθος πράγματα, δεν δέχεται να πει τόν τρόπο με τόν οποίο βγήκε, μετά τά βασανιστήρια και τή φυλακή «έξω» ( : για να καταθέσει στο συμβούλιο τής ευρώπης : εκείνη η κατάθεση για τά βασανιστήρια ήταν η αρχή τού τέλους για τούς «τίμιους αξιωματικούς» τής χούντας, ακολούθησαν κι άλλες, τής φίλης της νατάσας (μερτίκα), τού επίσης ηθοποιού περικλή κοροβέση, τού «λόγω καταγωγής υπεράνω υποψίας» γιάννη λελούδα – όμως η κατάθεση τής Κίττυς ήταν ένα απίστευτο χαστούκι στα τέρατα, γιατί ήτανε η πρώτη φορά που έφτανε στην υπόλοιπη ευρώπη μια φωνή «από πρώτο χέρι» για τήν κτηνωδία τού καθεστώτος τών «τίμιων ελλήνων εθνικιστών») : Πώς ταξίδεψες έξω, τής λέω (ο ενικός οφειλότανε σ’ εκείνην : δεν γνωριζόμαστε από παλιά, στην αρχή δεν γνωριζόμαστε καθόλου, αλλά πολύ σύντομα εκείνη επέβαλε ενικό) Πώς βγήκες έξω, με τό τραίνο να υποθέσω ; τής λέω. Μέ κοιτάει με τό αυστηρό της ύφος – τό πιο αξιαγάπητο αυστηρό ύφος τού κόσμου : Αυτό, δεν θα σ’ τό πώ, μού λέει, και κάνει μια κίνηση με τό χέρι σαν κάτι να κλείνει ( : Τά ίδια συμφραζόμενα πάλι : «μπορεί να ξαναχρειαστεί και σε άλλους στο μέλλον» εννοεί – και δεν έχει σκάσει μύτη ακόμα η συμμορία τών νεοχουνταίων με τό εκατομμύριο ψήφους.)

   παρόμοια (αλλά όχι και ακριβώς ίδια) ήταν όμως η σιωπή της και όταν εξηγούσε τό γιατί γύρισε από τήν δυτική ευρώπη μέσα στη χούντα ξανά στην ελλάδα : (Αυτό τό κομμάτι τού θάρρους της είναι που μού φαίνεται πραγματικά απίστευτο : ) Λέει διάφορα, για τό πώς τήν υποδέχτηκε η ασφάλεια από τ’ αεροδρόμιο κιόλας, τί τής είπαν οι μάλλιοι–μπαμπάληδες, πώς τήν απείλησαν (ήταν δύσκολο λίγο να τήν αγγίξουν πάλι, και τό ξέρανε αλλά οι απειλές, απειλές.) Μού εξηγεί, σαν παιδάκι που θέλει να προλάβει να μην τό μαλώσουν οι μεγάλοι : μπορούσα να μείνω στη γαλλία, να κάνω εκεί καριέρα, τό σκέφτηκα και τό προσπάθησα στην αρχή : αλλά σιγά–σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσα : δεν μπορούσα να ’μαι εγώ καλά, κι αυτοί εκειμέσα, στην κόλαση. Ήθελα  να ’μαι κι εγώ μαζί τους – Συνεχίζει για λίγο έτσι τήν αφήγηση : Τίς απειλές απ’ τούς αρχιασφαλίτες, τήν επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε τώρα ουσιαστικά να κουνηθεί : Θα τήν παρακολουθούσαν συνεχώς. Θα ήταν όμως μαζί με τούς άλλους στο καμίνι τής κόλασης κι αυτή, κι αυτό τής έφτανε. (Νόμιζα ότι τελειώσαμε : και ξαφνικά προσθέτει :  Πάντως δεν κάτσαμε και τελείως στ’ αυγά μας (προσέξτε τόν πληθυντικό : ) (έχει η γραμματική ηθική ; Έχει.) : κάτι λίγο κάναμε πάλι. Τί κάνατε δηλαδή, ρωτάω κατάπληκτη : Δεν απαντάει, κουνάει τό χέρι της μ’ εκείνην τήν ίδια κίνηση τέλους όπως και στ’ άλλα : δεν θα μού πει :

   Εδώ, είναι η Κίττυ Αρσένη ολόκληρη : εδώ που δεν καλύπτει απλώς, δεν φυλάει απλώς τά όπλα της για τό (φριχτό και πιθανό, – στην ελλάδα βρισκόμαστε) μέλλον : εδώ είναι η Άνθρωπος που συχαίνεται, αποκλείει, απορρίπτει από τή ζωή της τόν αυτοέπαινο τήν αυτοπροβολή τήν αυτοδιαφήμιση τήν αναρρίχηση, εν ολίγοις τή φτήνεια : η άνθρωπος που είχε αδελφό εν ενεργεία τσάρο οικονομίας και κανείς δεν τό ’ξερε κανείς δεν τό φανταζόταν : η Κίττυ τής αξιοπρέπειας και στα μικρότερα, αυτής τής ηθικής ιδιότητας που περπατάει στην αγορά μαστιγωνόμενη γελοιοποιούμενη εξαφανιζόμενη και τελικά σήμερα δολοφονούμενη.

 

   τελευταίο μου κτέρισμα για τόν σημερινό της τάφο, κάτι εικαστικά ανάλαφρο :

   Όσοι έχετε διαβάσει τό βιβλίο της, ξέρετε για τήν περίφημη χοντρή συγκρατούμενη Ρούλα, και τό πώς μπλοκάριζε στην κυριολεξία τούς ασφαλίτες με τήν υποκριτική και τό θέατρο που ’παιζε συνεχώς, μέσα στην απομόνωση και μέσα στ’ ανακριτικά γραφεία ( : η Κίττυ καθώς τά διηγείται, μπορείς να διακρίνεις ότι έχει κι έναν καθαρά επαγγελματικό θαυμασμό για τήν υποκριτική τής λαϊκής κοπέλας) : εδώ όμως πρωταγωνιστεί τό «μαύρο τού σπίρτου» που είπα στην αρχή :

   τά σπίρτα στην απομόνωση μετατρέπονταν σε γραφική ύλη, αφού δηλαδή τά ανάψεις, και τά μεταστοιχειώσεις σ’ ένα μικρό λεπτό καρβουνάκι, με τό οποίο θα γράψεις σ’ ό,τι χαρτί εξοικονομήσεις, και θα τό κρύψεις με κάποιο τρόπο κάπου, και θα τό στείλεις στους «έξω» ως μήνυμα (με τόν τρόπο που είπαμε ότι δεν μάς αποκαλύφθηκε). Η Κίττυ είχε ιδιαίτερο κέφι στην διάρκεια τής συνέντευξης τήν ώρα που αφηγούνταν λοιπόν τό μάθημα που πήρε από αυτήν τήν περίφημη Ρούλα ως προς εξοικονόμηση διάρκειας και μεγέθους σ’ αυτήν τήν πολύτιμη φυλακισμένη γραφική ύλη : «Έτσι τό ανάβεις και έτσι τό κρατάς, μού είπε διδακτικά η Ρούλα» (μού είπε η Κίττυ, και ψάχνει να βρει τώρα στο σπίτι ένα κουτί σπίρτα : για να μού δείξει : και παίρνει τό σπίρτο και τό ανάβει, και τό γυρίζει κάθετα ώστε να μη σβήσει γρήγορα αλλά να κάψει όσο γίνετα πιο κάτω τό ξύλο του : Ανάβει ένα και τό κοιτάει να καίγεται ώς τά κάτω, σχεδόν ώς τά δάχτυλά της : βλέπεις ; μού λέει. Κι ανάβει κι άλλο, κι άλλο : Κοιτάει τίς φλόγες με αγάπη. Βλέπεις ; μού λέει.)

   Κοιτάει τίς φλόγες και τούς χαμογελάει.

   Ύστερα μού λέει κοιτώντας ίσια μπροστά : Όποτε και να κοιτάξω σπίρτα, όποτε και να πιάσω σπίρτα στα χέρια μου, από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην σκεφτώ και να μη δω μπροστά μου τή Ρούλα.

 

   (Ξανασυναντηθήκατε ποτέ ; τή ρώτησα. «Μια φορά, στις αρχές τής μεταπολίτευσης, συναντηθήκαμε όρθιες κι οι δυο σ’ ένα λεωφορείο μέσα, μού είπε : Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Καταλαβαίνεις. Μετά τήν έχασα»).

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: