σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 13, 2016

πάνος θεοδωρίδης : «αχνός» «φωλέα» «μονωδία» «πένθος»

 

 

είναι πεζογράφος εξαίρετος αλλόκοτος κι ανεπανάληπτος / αν με το ανεπανάληπτος εννοούμε ότι θυμίζει ανελλιπώς τα λαμπρότερα όσων έχουν ληφθεί / είναι επίσης ο πρώτος έλλην μπλόγκερ είτε εκ των σπουδαίων συγγραφέων μας είτε εκ τών καθόλου και των μη

ανήκει στην πεζογραφική παράδοση εκείνη που σέ γεμίζει με σαδομαζοχιστικές ανατριχίλες στη σκέψη τού μεταφραστή του σε – οποιαδήποτε − ξένη γλώσσα

και γράφει ο ίδιος σε μια γλώσσα ξένη ως προς πολλά, με κυριότερο ξενιστή μια χρήση τού χιούμορ / της (αυτο)ειρωνείας / η οποία κατεξευτελίζει τις έτοιμες ιδέες και τις προλήψεις για τη λογική τού είδους : η ειρωνεία του και η αυτοειρωνεία του δεν βγάζει απλώς γέλιο – μολονότι βγάζει πολύ γέλιο – κυλάει ανηλεώς κάτω από τα πιο θλιμμένα και μελαγχολικά του τοπία – για να μην τα δει η αναγνώστρια, υποψιάζεσαι ότι αρχικώς περιβάλλονται από το λυτρωτικό (και ξαφνιαστικό, και αιφνίδιο αν και μονίμως αναμενόμενο) γέλιο

μιλώντας για τοπία στο έργο τού π. θ. (μπλογκοσφαιρικώς «πετεφρή» – επίσης με το βλογοψευδώνυμο εισερχόμαστε στη χώρα τού αυτοσαρκασμού υπογείως –) οφείλει κανείς πρώτα να κρατηθεί μακριά από τον χάρτη, μολονότι έχει μια ακατάσχετη – και δικαιολογημένη – τάση προς επιβεβαιώσεις επ’ αυτού / τα τοπία του είναι περίπου μεταφυσικά (με την αρχική έννοια τού όρου) αν και πλειοψηφικώς μακεδονικά : το μεταφυσικό σημαίνει ότι αν δεν τα δεις σαν τοπία τής αρχικής παιδικότητας και τού εξαρχής έρωτος, δεν πας πουθενά – ούτε επί χάρτου ούτε επί χαρτιού

στην περίπτωσή του θα μπορούσα να μιλάω για ώρες αλλά να μην εκμεταλλευτώ τη θέση μου, ως κηπούρισσας όπως θα έλεγε μάλλον ο ίδιος : τον ευχαριστώ πολύ για την άδεια να αναδημοσιεύσω εδώ κάτι μικρά από τα «μικρά» του : για τα μεγάλα του πρέπει να πάτε σε χαρτί και σε βιβλίο

κυρίες και κύριοι / φίλες / άτομα, ατόμες και ατόμια (κατά την πετεφρικήν του διάλεκτον) / οι κήποι έχουν την τιμή σήμερα, μετά φόβου αγάπης και πίστεως, να φιλοξενούν τον πάνο θεοδωρίδη

 

 

Αχνός

Τον Μάρτιο μήνα του 1969, απέκτησα δωμάτιο στην πόλη. Στην οδό Μακεδονίας 41, μαζί με συγκατοίκους, τον Θανάση, τον Γιώργο και έναν Τάκη. Ο Θανάσης ήταν φίλος φίλης της φίλης μου και θεοσοφιστής, ο Γιώργος αριστεριστής που διάβαζε υπέρ πάντα θνητό, που η φίλη του τον επισκέπτονταν αραιά και προγραμματισμένα και ο Τάκης, φοιτήτευε και ήταν μπάκουρας, μπεκιάρης, χαμένος στο μπετόν, ψηλός με μουστάκι, μάλλον συγκάτοικος μετά από πολλές καραμπόλες. Το μοιράδι του ενοικίου ήταν διακόσιες δραχμές και το δωμάτιο 2,70×2,90. Χωρούσε ένα μεταλλικό ντιβάνι, με στρώμα και κλαρωτό ριχτάρι, ένα στρόγγυλο τραπέζι και μιά καρέκλα κουρέα από το μπιτ παζάρ. Και μιά ντουλάπα με συρμάτινο σκελετό και πλαστικό πανωφόρι που έφτυσα αίμα να συνδέσω. Έτζι αρχίζουν συνήθως τα νατουραλιστικά διηγήματα του στύλ «αχ σπέρνε, κούδεβλο, τις αναμνήσεις σου», αλλά αναφέρω το δωμάτιο ή αναφέρομαι στο δωμάτιο επειδή τότε έσβησε μιά μοναδική αίσθηση που έτρεφε τα προηγούμενα ολίγα χρόνια. Δεν άχνιζαν πλέον οι γιακάδες των παλτών, των αδιάβροχων. Ή, σε άλλες εκδοχές, των ημίπαλτων, της βραχείας, του παρντεσού, του τρένσκοτ, του μονγκόμερι ή πως αλλοιώς αποκαλούσαμε τους χειμερινούς επενδύτες. Δεν άχνιζαν από τα φιλιά και τα κατενώπιον του προσωρινού αποχαιρετισμού, πως ως συμπλεγματα και ζευγαράκια αποδίδαμε, δίκην θυσίας συλλογικής, στην πόλη που μας φιλοξενούσε. Δεν άχνιζε τίποτε. Διότι τα ραντεβού, τα αραντεβού, τα πές μου τι ώρα και τα ρέστα, ήταν πλέον επισκέψεις στο δωμάτιο. Όχι συναντήσεις σε πάρκα, τσαΐρια, καφετέριες, γωνιές, στάσεις του ΟΑΣΘ, απόμεροι ακάλυπτοι. Το πρώτο τους μέλημα, να βγάλουν το παλτό, να δείξουν το φορεματάκι , το ανσάμπλ, το αμπιγιέ συνολάκι, το σπορτίβ ζακετάκι, το μάλλινο με τις μεγάλες βελόνες, το σκοτσέζικο πουλόβερ, το μοχαίρ απαλό επίτριχο δανεικό από την ξαδέρφη τους. Όσο κι αν το δωμάτιο δεν είχε πηγή θερμότητας, ήταν κλειστό και γεμάτο προηγούμενες ανάσες, άρα έμοιαζε καταφύγιο στην κόλαση του Στάλινγκραντ. Άρα δεν φορούσαν παλτό. Βέβαια, κρύωναν. Με κάτασπρα χειλάκια, ματιά θαμμένη σε βαρύτατα ρίμελ και πινελαρίσματα γύρω από το μάτι, συχνά με βαρύτατο υπόλευκο μέικ απ που ήταν ραγισμένο από τον πολύ μπατανά, πάνω από την κανονική στρώση, σαν μούμιες που δεν είχαν διατηρηθεί στην θέρμη της άμμου, αλλά χάλαγε η μόστρα τους στον βαρδαρίτσο και στο αγιάζι μιας θερμαϊκής μπουκαδούρας, έμπαιναν, άφηναν το παλτουδακι να γλυστρήσει στα χέρια μας και το αφήναμε πάντα κάπου αλλά ποτέ στο ντιβάνι επειδή το θέλαμε διαθέσιμο για το προσεχές μέλλον του, για την λειτουργία του ως ευνή, έμπαιναν με άσπρα χειλάκια και έτρεμαν, οπότε πάλι ταις αγκάλιαζες, αλλά δεν έβγαινε αχνός από κανέναν.

Ενώ όταν δεν υπήρχε δωμάτιο παρά μόνον υπαίθριες παγωνιές, είτε στο κυπαρισσάκι, είτε στο διαλυμένο πάρκο της Μαρτίου, είτε στο πάρκο εκεί που είναι ο Φίλιππος, είτε στο πλάι της Σχολής Τυφλών ανάμεσα στα δύο νεοκλασικά, είτε δίπλα στο Ιταλικό προξενείο, είτε πίσω από το ιερό τής Θεοτόκου του Μαστούνη, λέγε με Νέα Παναγία και είχε ένα δόντι προς τη Νικηφόρου Φωκά, είτε σε πολλές περιοχές των πάρκων της Κέννεντι που σήμερα βρίσκονται τα θεματικά, είτε στα τυλιγμένα με ληγούστρα παγκάκια της Νέας Παραλίας μεταξύ του Μακεδονία Παλάς και ώσπου να φτάσουμε στα μπλόκια της επέκτασης, δεν είχαμε συνάντηση σε δωμάτιο, αλλά ραντεβού. Συνήθως πριν σκοτεινιάσει, οπότε δεν φιλιόμασταν καν, μην τύχει ξένο μάτι ή γνωστό, και ραντεβού που έληγαν στο σκοτάδι, οπότε ο αποχαιρετισμός ήταν θερμός και άχνιζε. Μπορεί το αραντεβού να ξοδευόταν σε οικογενειακά ζητήματά της, να περιείχε μούχτι, μουντάρισμα σε γυμνά μέλη που ήταν επιτρεπτό να συμβεί, ή και πιό ζωντανά συμπλέγματα, ενίοτε με διασκεδαστική κατάληξη. Πάντως ήταν τέλος αραντεβού, δεν μπορούσα δεν μπορούσε, δεν μπορούσαμε, δεν μπορούσαν να χειριστούν τα ζευγαράκια καμιά προκάλυψη, κανέναν καπνό τσιγάρου, καμία αναζήτηση μαντιλιού στην τσέπα, και τα μάτια μας ήταν κοντά και τα τέσσερα, δεν ακούγαμε τα γειά σου, τα σ’ αγαπώ, θα σε δώ στις πέντε μετά τον «Στρατηγάκη», αλλά στέλναμε τα μάτια μας, και τα τέσσερα κοντά το ένα με το άλλο, ανεπιτήδευτα, γκιοραλίδικα, συνήθως εκείνες συχνά τα εκράταγαν μισόκλειστα για να διευκολυνθεί το φιλί τού «γειά σου» και «αντίο», αλλά δεν μένω στα μάγουλα και στον αδιάσπαστο ειρμό των πεπλεγμένων χεριών μας, παρά μόνον στο άχνισμα στην μυρωδιά και στο παγωμένο ατλάζι του αέρα όπως έβγαινε από τον γιακά τού παλτού της, του κασκόλ πάνω από την τρένσκοτ, που έδενε η άχνα με τη θερμή ανάσα μας, μοιάζοντας με ατμίζοντα ένζωδα μηχανήματα διπλά, δίπλα, διπλαρωμένα, έτοιμα να επιστρέψουν από το ενωμένο ζεύγος της διήγησης του Αριστοφάνη στο «Συμπόσιο» τού Πλάτωνα, στην κατάσταση των ηρώων του Καμύ ή του εσωτερικού μονολόγου.

Και ο κοινός αχνός βελτίωνε την αφή τού βαρέος, σκουλάτου υφάσματος, ακόμη και το διπλής πλέξης καμπαρντινέ, ακόμη και την υποψία μιας μπλούζας ζακάρ που κρύβονταν πίσω από την γιακαδούρα. Είτε ρεγκλάν, είτε φίλ φιλέ, είτε μανικετόκοψη, είτε φιλαφίλ, τα υφάσματα που γίνονταν ρούχα και μέσα στον αχνίζοντα αποχαιρετισμό δεν ήσουν σίγουρος πως αποχαιρετούσες εκείνην στο σκοτάδι ή στην έξοδο τού Παπαγιάννη, λέγαμε το αντίο τυλιγμένοι μέσα σε μυτερούς θάμνους από ορολογίες, και να έρχεται ορμητικό το 1970 με τα μοδάτα και τα σκληρά και τις χουντάρες και τον πόθο και την σάρκα και–

Αυτά τελείωσαν τον Μάρτιο μήνα του 1969 και έκτοτε αρνούμαι να περιγράψω τι άρχισε.

 

 

Φωλέα

[…] Μια ανοιχτή πόρτα στο ανώγειο ενός τουρκόσπιτου. Ζεστά πρωτοβρόχια του 1948. Κάθομαι ήσυχος σε ένα γυμνό δωμάτιο (μυρίζει η καναζίνα στο πάτωμα), βλέπω το φύλλωμα μιας αγριομουριάς και παίζω ήσυχα με κάτι ξύλινες χρωματιστές μπάλες, περασμένες με ένα σύρμα μπροστά μου. Κάθομαι σε ένα βρεφικό σκαμνάκι, μπορώ να μπουσουλήσω, αλλά εμποδίζομαι από το σύρμα. Η νεότερη γυναίκα που αντιδρά χαμογελαστά όποτε την λέω μαμαμά, λέει το κάθισμά μου καθηκάκι. Συνδυάζω τη φωνή της με ένα ζευγάρι δόντια. Παντού στο σπίτι είναι γυναίκες. Μεγάλες, γρηές, δύο. Κάτι ενδιάμεσες.

Και το παραπέτασμα σκίζεται, η πόρτα σκιάζεται από έναν άνθρωπο άνδρα. Γυαλίζει το κεφάλι του, θυμάμαι τις επωμίδες, κρατάει καπέλο στο χέρι. Έχει κι αυτός δυο σειρές δόντια. Με πλησιάζει. Κλαίω. Είμαι επτά μηνών και δεν έχω ξαναδεί τον πατέρα μου. Κλαίω.

Υπάρχει μια λέξη στον αέρα. Μεντιχία. Ετσι λένε μια γρηά που κυκλοφορεί, αλλά δεν θυμάμαι τα δόντια της. Είναι η νοικοκυρά. Η Μεντιχία δεν είναι δική μου. Δεν είμαι δικός της. Εκείνες τις μέρες βρέθηκα να μπουσουλάω και είδα πρώτη φορά τις ξύλινες σκάλες. Η μαμαμά ήταν στην κάτω πόρτα. Μακρυά μαλλιά, αδύνατη, μεσάτο φόρεμα. Δεν με πρόλαβε. Κουτρουβάλησα και βρέθηκα στην αγκαλιά της, στο ισόγειο.

Άλλη εικόνα. Αργότερα. Μιλάω, καταλαβαίνω. Ο πατέρας μου κάθεται με τη μάνα μου στο τραπέζι, είναι με στολή και μιλάνε για έναν Βίκτωρ. Έτσι ο Βίκτωρ, αλλοιώς ο Βίκτωρ. Κάθομαι στο πομπέ ντιβάνι και γκρινιάζω. Ο πατέρας μου σηκώνεται και έρχεται καταπάνω μου, νομίζω εχθρικά. Όταν ορθώνεται τεράστιος κοντά μου, συνοφρυώνομαι και του λέω : θηρίος είμαι! Το απειλητικό σώμα αναλύεται χαλαρά, το πρόσωπό του φωτίζεται, δείχνει όλα του τα δόντια, γελάει, γυρνάει στη μάνα μου, της λέει Βαγγελιώ είπε θηρίος είναι! Προσλαμβάνω κάτι δυνατό : αν ποτέ απειληθώ, από μέσα μου να βγάζω λόγια που χαλαρώνουν τους κακούς. Θηρίος είμαι διότι.

Η χρήση λέξεων ήταν έκτοτε μεγάλη δραπέτευση από τον πόνο. Έμαθα ότι έπρεπε να είναι έμμεσος ή ρυθμικός. Αν έλεγα κουλάτηκα πάλε με τσοτσό, δηλαδή επί των ώμων σου πατέλα, δεν το έπραττε. Αν έδειχνα το καλντερίμι και του έλεγα κακός βόμος (κακός δρόμος) γελούσε και με ζαλώνονταν με υπερηφάνεια. […]

 

 

Μονωδία

Έτονε και τρωγόπιναν ένας ρήγας, ένας πρωτομάστορας κι ένας στραδιότις, τζαούσης. Πάνω στην κουρουμπουγάτσα, λέει ο ρήγας πως ξίνισε το κρασί του και κλαίει, διότι χάθηκαν έτζι μουζούρια δεκατέσσερα και πλήθος βουτζίων. Ξίδια και ξινήθρες. Ου φροντίς τού λέγει ο τζαούσης ο βασιβουζούκος, να μου τα δώκεις να ποτίσω τους λαούς που δεν κατέουν. Ο πρωτομάστορας τού λέγει πως υπάρχει γιατρικό. Να εκμετρήσει το χαμένο κρασί και να φέρει δυό καραβιές μαλακό, γλυκύ, ασθενές και ουγγαρέζικο, να τα αναμίξει και τότενες θα έχει καλό γλυκόπιοτο κρασάκι για χρεία δικιά του και των δούλων του. Εθαύμασεν ο βασιλεύς, ανέθεσεν στον πρωτομάστορα τη δουλειά και τους απέλυσεν ερευγόμενος, να κοιμηθεί μες στην τρελή χαρά. Ο τζαούσης ο τζαγκραβολιστής απόρησεν που πήρεν ο πρωτομάστορας την εργολαβίαν και τον ηρώτα πόθεν ήξερε το κόλπο με το ανακάτεμα. Δεν υπάρχει κόλπο απάντησεν ο καλός τεχνίτης. Έχω κερδίσει το διάφορον, τον λουφέν και την δεκάτην από κρασοβόλι δύο καραβιώνε. Το κρασί που εξίνισεν ευθύς θα το πετάξω, διότι το ξινόν υπερισχύει του γλυκέος ακόμη και σε αναλογίαν μία στο χιλιάρι. Μα τότενες, του λέγει ο στραδιότης ο το ροκάνι φέρων, είσαι απατεών και κούρσαρης. Είμαι καλός τεχνίτης, απάντησεν ο χήρος πρωτομάστορας, και μετά το κτίσιμον της κυράς μου στο κωλογεφύριν τού τσιμπιδομούνη τού βασιλέως, ό,τι και να πράξω άτιμον, θεμιτόν μοι φαίνεται.

 

 

Πένθος

Ξύπνησα και σκεφτόμουνα πένθος, πένθος, νηπενθές, πενθερός, πενθέκτη. Και πάλι πένθος.Το κρέμασα στο facebook και δεν απορώ που αρκετοί θεώρησαν τη λέξη πένθος, κακιά. Όπως τις λέξεις καρκίνος, ετοιμοθάνατος, μογγολάκι, aids, για τις οποίες προτιμούμε την αντικατάστασή τους με άλλους ήχους : φτούτσα, φτού κακά, ή με χειρονομημένες εκφράσεις : σταυροκόπημα, κούνημα από την θέση, φτύσιμο στον κόρφο.

Μα δεν πενθώ για τον θάνατο και τα επερχόμενα γηρατειά. Ως άνθρωπος που ξερρίζωσε τα μαλλιά του με τα χέρια για να δείχνει μεγάλος και ήθελε να τον λένε γέρο και πάππο από τα είκοσί του, ετοιμάζομαι για αυτήν την ηλικία, έστω φοβικά. Και στον τάφο μου ονειρεύομαι μιά λέξη, όπως επιτέλους ή ουφ!.

Πενθώ επειδή γεννήθηκα σε έναν κόσμο με στεατοπυγικές γυναίκες κρεατωμένες που είχαν μικρά άκρα, στρουμπουλά, και τώρα ο κόσμος είναι γεμάτος ξυλάγγουρες με πατούσα νούμερο 43 και βάλε. Κοκκαλιάρες με κυτταρίτιδα. Οι άνδρες αυτού τού κόσμου στη γέννησή μου έμοιαζαν με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τώρα οι νέοι μοιάζουν με τα δυό παιδιά του Στράτου Διονυσίου. Από στεγνοί τρομοκρατημένοι, ευτραφείς χαβαλέδες. Εξωτερικώς, εννοώ.

Πενθώ διότι το 1970 στο λεωφορείο έκαναν το σταυρό τους δύο στους τριανταδύο, περνώντας από ναούς, σήμερα είκοσι στους πενήντα. Το 1980 άναβαν κεράκι κρυφά και διέφευγαν, τώρα είναι ουρά στα παρόδια εικονοστάσια.

Πενθώ διότι σε τόσα χρόνια, τα έργα τέχνης πρόλαβαν και ψόφησαν πάνω στο παίνεμά τους, ή πέθαναν μαζί με τους ποιητές τους. Αξέχαστοι έμειναν ελάχιστοι, κι αυτοί εξαιτίας τού τρόπου που πέθαναν.

Πενθώ επειδή τόσες δεκαετίες ανάπτυξης και οραμάτων κατέληξαν σε μιά άκεφη διαχείριση, που δεν την κυβερνά κανένας. Πενθώ επειδή η ποικιλία στη ζωή θεωρείται καθιερωμένη μαλακία.

Πενθώ επειδή είναι βολικό, οικονομικό, σταθερό και άσχετο. Πενθώ επειδή ο κόσμος ξέρει τι είναι το Ντισπαταλίν και ο αιματοκρίτης και δεν ξέρει, όπως δεν ήξερε ποτέ, γιατί έγινε γέφυρα ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Πενθώ επειδή αυτό ήξερα να κάνω. Πένθιμη επεξεργασία πένθιμων λέξεων.

Πενθώ επειδή το πένθος είναι η πιο άσχετη με τον θάνατο κατάσταση που γνωρίζω.

Άντε τώρα έναν πενθοζάλη.

 

 

Πάνος Θεοδωρίδης, «Ύμνοι Εναντίον Γυναικών» / διηγήματα / «ιανός εκδόσεις», 2011

  σύνδεσμοι

ηνωμένα βουστάσια

πετεφρής

svorak

homefood

φέϊσμπουκ

βιβλιογραφια

 

 

 

 

 

 

 

Μαρτίου 25, 2016

ευχαριστω, κυριε παπαδιαμαντη

 

 

 

«Τον ειδα σκυμμενον ωρας ολοκλήρους εις γραφεια εφημεριδων, να μεταφραζη αρθρα, μυθιστορηματα, ειδησεις, τηλεγραφηματα, χαμενον παντα πισω απο ενα βουνον αγγλικων εφημεριδων, περιοδικων, βιβλιων.

Για τις εφημεριδες οπου συνεργασθηκε [ ] δεν ητανε ο μεγαλος διηγηματογραφος, ητανε [ ] ο ταπεινος μεταφραστης.

Στο “Αστυ” εφτανε αργα παντα, τρυπωνε στο γραφειο του, χωρις να πλησιαση  κανεναν και ριχνοτανε στη δουλειά, για να ξαναφυγη παντα με τον ιδιο τροπο. Καποτε τον εβλεπα μόνο να μπαινη μεσα στο γραφειο τού κ. Κακλαμάνου, αλαφροπατωντας σαν ησκιος, να προχωρη προς το τραπεζι τού διευθυντη, ν’ αφηνη τα χειρογραφα του, χωρις να πη λεξη, και να φευγη βιαστικα, περπατωντας συρριζα στον τοιχο, [ ] Οσοι δεν τον γνώριζαν, καθως ητανε κακοντυμενος, με ξεφτισμενες παντα τις ακρες τών μανικιων του, μπορουσαν να τον παρουν και για υπηρετη τού γραφειου. Και μόνο ο σεβασμος, με τον οποίον ο κ. Κακλαμανος τού ξαναλεγε, καθε φορά, παιρνοντας τα χειρογραφα του : “ευχαριστω, κυριε Παπαδιαμαντη…”, σκορπιζε την ανάξια αυτη, αλλά τοσο φυσικη, παρεξηγηση.» *

 

σαν να μιλουσε τουλαχιστον για μενα (και κανονικα για ολους μας) αυτος ο (αγνωστος μου) κ. κακλαμανος, λεγοντας του καθε φορά αυτο το «ευχαριστω κυριε Παπαδιαμαντη» (κι ουτε κυριε Κοσμοκαλογερε, ουτε κυριε Αγιε των γραμματων μας, ουτε κυριε Μπαρμπαλεξανδρε, ουτε καμιά αλλη απ’ αυτες τις, συνηθισμενες στην ελληνικη θρησκευόμενη ευρηματικη αμετροεπεια, μαλακιες)

ο παπαδιαμαντης εξακολουθει να μην αναγιγνωσκεται σωστα κατα τη γνωμη μου στη χωρα αυτη οπου υποτιθεται οτι μιλαει την ιδια γλωσσα μαζι του, και καμία εντυπωση δεν μου κανει που ο μόνος (κριτικος) που τον διαβασε καπως σωστα ηταν αλλογλωσσος** . Με τον παπαδιαμαντη μάς χωριζει θα ’λεγε κανείς οχι μόνο η ίδια γλωσσα (που κι αυτη μάς χωριζει) οσο η ίδια χωρα : κι οταν λεω γλωσσα δεν εννοω την «καθαρευουσα του» – οταν ειμαστε εμεις στο σχολείο χρησιμοποιουσαμε γλωσσαρι για τη δημοτικη του – οσο ακριβως μάς χωριζουν οι ίδιοι άνθρωποι που τοτε τον εβλεπαν με σεβασμο ως υπηρετη (ή τελος παντων και κατα παραχωρηση φτωχον) και σημερα με τον ιδιο ανιδεο και ιδιοτελη σεβασμο ως θρησκευομενο ανθρωπο. Πιθανως αν ηταν γαλλος ή γερμανος οι παρεξηγησεις να μην υπηρχαν (ή να ειχαν ηδη διαλευκανθει), γραφοντας στα ελληνικα δεν τον χωραει – ακομα και σημερα – ο τοπος.

παρ’ ολ’ αυτα, ή ακριβως γι’ αυτα, ειναι ακρως (και επιθετικα) ερωτικος, και ακρως (και ανυποταχτα) ερωτευμενος συγγραφεας ο παπαδιαμαντης : μη γελιομαστε, θρησκευόμενη και χρηστομαθή ηθογραφια εκαναν πολλοι και οχι μόνο συγχρονοι του, αλλά μαλιστα και συγγενεις του : Να πω λοιπον τωρα κι εγω ενα ανεκδοτακι : Πριν απο χρονια, τοτε που ημουν πολυ μεγαλυτερη απ’ ο,τι ειμαι τωρα, και ζουσα σε μια πολυ πιο μακάρια εποχη απ’ αυτη που ζω τωρα και ειχα τριγυρω και φιλους και ημουν και ερωτευμενη με τη ζωη μου, ειχα ολη τη μακαρια διαθεση – και τις μακαριες ομολογουμενως συνθηκες – να διαβαζω καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη, ολα τα μυθιστορηματα τού ντοστογιεφσκυ και ολα τα διηγηματα τού παπαδιαμαντη

για τον ρωσο ειχαμε ως γνωστο την τυχη στην ελλαδα τών μεταφρασεων τού αρη αλεξανδρου στις εκδοσεις γκοβοστη (στις οποιες μεταφρασεις χώθηκαν κατα καιρους και δύο γυναικες – τη μία την κοραλία μακρη τη θυμαμαι, της αλλης δυστυχως το ονομα το ξεχναω – μολονοτι αυτην τη δευτερη, μια γλυκύτατη γηραια κυρια, την ειχα συναντησει μια μερα στο βιβλιοπωλειο στην πεσμαζόγλου (ανεβαινοντας εγω τα σκαλακια μετα απο μια αγορα, κατεβαινοντας, πολυ προσεκτικα, εκεινη) – την προσφωνησανε με σεβασμο οι υπαλληλοι γι’ αυτο και την αναγνωρισα κι εγω (και νά που τωρα δεν θυμαμαι τ’ ονομα της…))*** πρεπει λοιπον παρεμπιπτοντως να πω, με τη δεουσα αιδω και καταισχυνη, οτι το μόνο βιβλιο τού ντοστογιεφσκυ που δεν μού αρεσε καθολου (εκτος απο μερικες σκηνες) και που εξαυτου ποτέ δεν το ξαναδιαβαζα, ητανε το «εγκλημα και η τιμωρια» : το ευρισκα ιδιαιτερα διδακτικο (ελεγα) ισως, δεν ξερω γιατι, παντως δεν μου αρεσε. Δεν με απασχολησε ομως και καθολου το ζητημα – μεχρι που εκδοθηκε η (ακρως καθαρευουσιανικη φυσικα) μεταφραση τού παπαδιαμαντη, που την πηρα για να την κανω καπου δωρο και αποφασισα πριν τη δωσω να της ριξω μια ματιά : Λοιπον ουτε που την εδωσα δωρο και ουτε που αφησα κατω το βιβλιο σχεδον μεχρι να τελειωσει – κι αυτο ειναι πια απο τα πραγματα που αγγιζουν περιπου τα ορια του υπερφυσικου : εκτος κι αν καταλαβει κανεις (εστω και αργα δηλαδη) (στο συνολο του δηλαδη πια) τον παπαδιαμαντη :

το βιβλιο δηλαδη στη μεταφραση τού παπαδιαμαντη, με ολη κεινη του την αφυσικη υποτιθεται καθαρευουσα, δεν απεπνεε ουτε κουκουτσι διδακτικοτητας, και επιπλεον ξεχειλιζε απεριγραπτα απο ερωτα : οχι ευγενη αισθηματα και αγαπες και τετοια – ενδεικτικα και κυριολεκτικα, θυμαμαι καθισα μετα και συγκρινα, οτι οντως, εκει που οι αλλοι μεταφραζανε «αγαπη» ο κοσμοκαλογερος μετεφραζε «έρωτα» – που αναρωτηθηκα κι εγω χαζα αν ειχα συνειδητοποιησει στο παρελθον τον ογκο τού ενσωματωμενου και μασιφ και ανεκδιηγητου (κυριολεκτικα ανεκδιηγητου εδω) ερωτισμου στη γλωσσα και τις υποθεσεις και τις προθεσεις τού καθημας (δλδ τους κριτικους (μας)) αγίου. Ομως για να γινω πιο ακριβης : πρεπει να τα ειχα δει φυσικα, και να τα ειχα νιωσει, ομως δεν τα ειχα καταλαβει – διοτι διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη καθε χρονο, με παρασερνε το συμπαν : συνεπως επρεπε να εισβαλει στη ζωη μου «διαμεσολαβημενος» μεσω μεταφρασης ο σκιαθιτης, για να εκβαλει ακολουθως και «αμεσα» μετα ο ερωτισμος τού συμπαντος του εις την νησον της βλακειας και της τυφλωσης μου.

ακριβως (υποθετω) διοτι ποτέ μεχρι τοτε δεν ειχα αναρωτηθει τί ηταν αυτο που με συνεπαιρνε και με υπνωτιζε, τι πραγμα ηταν αυτη η χαρα που ενιωθα διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη (καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη). Για τον ρωσο δεν απορουσα, ηξερα και ημουνα εντελως σιγουρη : η «απολαυση» μαζι του που δεν ηταν ποτε εκεινη η ανεπαναληπτη τής πρωτης φοράς, μετασχηματιζοταν και συνεχιζοταν καθε φορά, στο μετεπειτα, ως η ιδιοτελης χαρα στη διερευνηση των άπειρων λεπτομερειων – συνεπως δεν ηταν ισως πια ακριβως «απολαυση», αλλά ικανοποιηση μιας κακοηθεστατης, αλλά και συμπαθεστατης πιθανως (οπως μπορει να τού φαινοτανε τού ιδιου αν ηταν στις καλες του οταν θα με παρακολουθουσε), περιεργειας : τον ρωσο τουτεστιν μετα την πρωτη φορα τον διαβαζα σαν να μου εκανε πια μαθημα, καθε φορα σε καθε του βιβλιο ανακαλυπτα κρυμμενα κολπα αρχιτεκτονικα, αριστουργηματα μηχανικης και στερεωσης τού κτισματος, απυθμενα βαθη τής φαινομενικης ελαφροτητας και προχειροτητας, τρυπες και πορτες και παραθυρα αυλες ταρατσες και σωληνωσεις κολωνες και στηριγματα – ακομα και τη λειτουργικοτητα που μπορει να εχει ενας αδιεξοδος διαδρομος ή ενα κλειστο παραθυρο καρφωμενο για να μην ανοιξει ποτέ – ετσι που ειχα (μετα απο χρονια) την εντυπωση οτι τον ειχα ακουσει προφορικα να μου μιλαει για τη δουλεια του. Και ηξερα πια, μετα απο χρονια ακριβως, οτι ειναι ο μονος δασκαλος για το μυθιστορημα αυτος ο ζοφερος ανθρωπος με το απιστευτο χιουμορ ( : απο τα πιο σκοτεινα του, και το «υπογειο» και «ο σωσιας» και (το αγαπημενο μου) «ο εφηβος» πλεουνε σ’ ενα περιβαλλον ξεκαρδιστικης ειρωνειας – εχουνε μα την αληθεια ξεκαρδιστικες σκηνες). Ξερω πως δεν θα μπορουσα ποτε να γραψω πραγματικα μυθιστορημα αν δεν ειχα διαβασει τον ντοστογιεφσκυ, και ολοι οι αλλοι, οσο κι αν τούς αγαπησα, κι οσα κι αν εμαθα απ’ αυτους, δεν θα μπορουσαν ποτέ να με βοηθησουν να καταλαβω το μυθιστορημα, αν δεν ειχε προϋπαρξει το, μικρονοϊκο σχεδον στη λεπτομερεια και τη σχολαστικοτητα του, φροντιστηριο που μου εκανε τοσα χρονια αυτος. Ακομα κι αν σημερα δηλαδη τον αρνεισαι ή τον συχαινεσαι ή τον μισεις ή τον περιφρονεις, ή τον βαριεσαι πια (εγω ας πουμε τωρα δυσκολα πιανω να τον ξαναδιαβασω) αν γραφεις μυθιστορημα ξερεις οτι ειναι ο μεγαλος σου κι ο αγαπημενος σου κι ο χιλιοδιαβασμενος σου κι ο πιο βασανισμενος σου ο δασκαλος σου.

καμία σχεση ομως, σαφεστατα και ολοκαθαρα, ολ’ αυτα με κεινο το πραγμα που μοιαζει τοσο με υπνωση και χαρα συγχρονως και που σε κατακλυζει ξεχειλιζοντας στο δωματιο και στην απλη σκεψη – στο πλησιασμα εστω κι απο μακρια – ακομα κι απο τη στιγμη τής αοριστης αποφασης οτι θα τον ξαναπιασω στα χερια μου – του παπαδιαμαντη : και σαμπως λεγοντας οτι ειναι ερωτικος λεω και τιποτα σπουδαιο ; δεν ειναι δυνατον να μιλησω για τον παπαδιαμαντη, θα ’πρεπε να ’μαι παπαδιαμαντης για να εξηγησω τη γοητεια που ασκει πανω μου ο παπαδιαμαντης : (καποτε στις αρχες μπορουσα να μιλαω για κεινον τον ερωτα του για τις γυναικες, για κεινη του τη νοσταλγό τόπων – που διεψευσε και τσακωθηκε κατευθειαν και με τον φλωμπερ του οποίου η ηρωιδα «αναζητουσε συγκινησεις και οχι τοπία» – εκεινη τη γυναικα που δεν θελει να ζησουν οι αλλες γυναικες αυτα που η ιδια ξερει και εζησε, εκεινους τους ερωτευμενους ανθρωπους πανω στο χιονι : οχι, ουτε οι αλλες γυναικες ουτε οι αλλοι αντρες ουτε τ’ αλλα παιδια : οχι, ουτε οι λεξεις ουτε η γλωσσα ουτε καν η «περιφημη» ατμοσφαιρα) : αυτο που με πλημμυριζει, εμένα προσωπικα, στη σκεψη τού παπαδιαμαντη ακομα και στην αναμνηση της πεζογραφιας του, δεν μπορει να ειπωθει αλλιως παρα μονάχα σαν κατι πολυπλοκο οπως η λεξη χαρα, αυτη η αοριστη παιδικη λεξη.

και ειναι μια χαρα σα βυθισμα, και σαν προοπτικη βυθισματος, σε κεινους τούς μαυρους πανυψηλους μυστηριους καθρεφτες στα πιο αλλοκοτα τής παιδικης μας ηλικιας λουνα παρκ – με ολον τον θορυβο και τη βαβουρα τών πραματευτων, των γονιων, των παιδιων, και των αλλων παιχνιδιων τριγυρω. Αν θελησω να το θυμηθω θα πω οτι ειχαμε την εντυπωση πως παιρνοντας την αδεια να μπουμε σε κεινην τη σκοτεινη σπηλια με τους καθρεφτες ειχαμε την επιγνωση οτι πηγαινουμε σε κατι ανεκδιηγητα κι απαγορευτικα δικο μας – και οχι μόνο δεν φοβομαστε την παραμορφωση που μάς περιμενε ακινητη κι αχορταγη (και που, μολονοτι την ξεραμε, ποτέ δεν τη βρισκαμε ιδια, ουτε και τη βαριομαστε) αλλά τη φανταζομαστε κιολας μονιμα εναλλασσόμενη και περιμεναμε τις καινουργιες της εκφανσεις καθε φορα (και μαλιστα ανυπομονα) σαν αυτο το επιτελους εντελως μυστικο και ουσιαστικα ανεκφραστο να ητανε επιτελους το κομματι τού κοσμου το πιο δικο μας.

υψώνονταν γυρω μας τεραστιοι οι μεγαλοι καθρεφτες, και χάνονταν το υψος τους στα μυστικα υφασματα τής οροφης, κι ο,τι βλεπαμε πανω τους, οσο ασχημο κι αν ηταν ή αναπαντεχο, ηταν παντα μια μορφη τής ελευθεριας μας να ειμαστε αλλοι κι αλλιως και αλλού. Και ποτέ δεν προσεχεις τις ταπεινες ή φτενες διαστασεις τού δωματίου κι οι καθρεφτες δεν μιμουνται τιποτα αλλά σού γελανε, σου μιλανε, και σε περιμενουν.

πηγαινεις υπνωτισμενη στο παναρχαιο, το ολοκαινουργιο και το ολοσκοτεινο ξανα, στο δικο σου ξανα, σα να μην ειχανε τελος τα βασανα και οι καημοι του καθρεφτη σου αυτου του κοσμου.

 

 

 

 

* απο γραπτα του παυλου νιρβανα για τον παπαδιαμαντη, στα αυτια τής εκδοσης τού «αόρατου», εκδοσεις κιχλη

** γκυ σωνιέ

*** αργοτερα τό θυμηθηκα : το ονομα τής μεταφραστριας ητανε στέλλα βουρδουμπά

εδω η (εξαντλημενη, και μη επανεκδοθεισα) μεταφραση τού ντοστογιεφσκυ για το εγκλημα και τιμωρια

 

 

πηγη

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 1, 2015

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος / κριτικά γραπτά, άγρυπνη διαλεκτική, και ο διάλογος με τον παναγιώτη κονδύλη (από φώτη τερζάκη 2.)

 

 

 

 

(σαν συνέχεια από τό προηγούμενο) απομονώνω σήμερα, από τό δοκίμιο τού φώτη τερζάκη «ανάμεσα στην εξέγερση και τή φυγή» που περιλαμβάνεται στο τεύχος 20 τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο, κάποιες προτάσεις του που αφορούν κυρίως τήν κριτική οξυδέρκεια και ασυμβίβαστη οξύτητα τού ποιητή δοκιμιογράφου και φιλόσοφου που ενσαρκώνει από μια άποψη τήν καρδιά και τό μυαλό τού «έρασμου» και τών «σημειώσεων»

τό περιοδικό κυκλοφορεί, μπορείτε να διαβάσετε τό άρθρο με τήν ησυχία σας ολόκληρο στο χαρτί

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου (διευκρινίζω – προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αν και όσες μέ διαβάζουν δεν μέ παρεξηγούνε, καθότι μέ ξέρουνε ! – ότι ο τονισμός δεν σημαίνει πως θεωρώ τις φράσεις αυτές «σπουδαιότερες» από τις άλλες (ό,τι δημοσιεύω εννοείται ότι το θεωρώ σπουδαίο)) απλώς επιθυμώ κάποια πράγματα να διακρίνονται (και να απομνημονεύονται) ευκολότερα)

 

 

[ ] Με τα κριτικά του γραπτά ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος είναι αυτός που κυρίως θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα τού περιοδικού Σημειώσεις (που συσπειρώνεται πλέον γύρω του για να διασχίσει, σαν κιβωτός, τα σκοτεινά νερά τής Μεταπολίτευσης).

Σαν ποιητής από ιδιοσυγκρασία, παρουσίαζε ανέκαθεν μια οξύτατη αυτοσυνειδησία τής ιδιαίτερης ιστορίας του. Δεν γνώριζε μόνο καλά τη νεοελληνική λογοτεχνία, με την αβίαστη οικειότητα τής οικογενειακής κληρονομιάς, αλλά είχε επιπλέον μια μοναδική ικανότητα να διεισδύει στις κρίσιμες συνάψεις ανάμεσα στις ιδέες και τις αισθητικές μορφές. Παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση τής πάλης τών ιδεών (που ήταν ασφαλώς ο καθρέφτης τής ταξικής πάλης) μέσα στην ποιητική παραγωγή τού εικοστού αιώνα – στην ελληνική γλώσσα, πρωτίστως, αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία… Και πάντα, στο βάθος, οι σημασίες που έφερνε έτσι στην επιφάνεια είχαν κάτι το ειδικό και βαρυσήμαντο να πουν για τη φύση τής ίδιας τής τέχνης. Στο «Ειδώλου είδωλον (Αναφορές, 1979) [ ] θα κάνει την πρώτη απομυθοποιητική, ιστορικά επικεντρωμένη, αποτίμηση τής λεγόμενης γενιάς τού ’30, ως εξής : «Στον θεσμοποιημένο ελληνοκεντρισμό τής εποχής, η οποία μετέθεσε το φορτίο τής εθνικής μειονεξίας από τους ώμους τών εθνικών λογίων στους ώμους ενός δημοτικιστή δικτάτορα, ο Σεφέρης θα αντιτάξει βέβαια τη δική του απάντηση – ‟δική τουˮ ωστόσο, δηλαδή διαφορετική, μόνο ως προς το περίβλημά της. Η λανθάνουσα ταυτότητα τόσο τού “ελληνικού νεοελληνισμού” τού Σεφέρη όσο και τής “ελληνικότητας” τού Τσάτσου με την κρατούσα ελληνοκεντρική ιδεολογία φανερώνεται στις μετέπειτα φιλολογικές πολιτικές τύχες και τών δύο εκδοχών. Οι καιροί τού πολέμου, καιροί υλικής και πνευματικής επιστράτευσης, απαιτούσαν την έκφραση μιας ηθικής τής τέχνης, μιαν έκφρασή της που να υπερβαίνει τη χυδαιότητα τού επερχόμενου στρατωνισμού τού πνεύματος [ στο σημείο αυτό παραθέτει μιαν ανατριχιαστική εμφυλιοπολεμική δήλωση με τις υπογραφές τών Βενέζη, Δημαρά, Κανελλόπουλου, Καραγάτση, Μυριβήλη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Σαχίνη, Τερζάκη, Τσάτσου, Π. Χάρη, Θεοτοκά· και συνεχίζει : ] Η έκφραση αυτή βρέθηκε στην ευτυχή συνάντηση τού αφηρημένου ιδεαλισμού τού φιλοσόφου (και πολιτικού) με τον αισθητικό (και πολιτικό) εμπειρισμό τού ποιητή και διπλωμάτη. Το αποτέλεσμα στην ποίηση ήταν η μεταπολεμική επιβίωση (και η αποκορύφωση) τού μεσοπολεμικού ιδεολογήματος τής “ελληνικότητας” στον σεφερικό μακρυγιαννισμό, δηλαδή στην ηθικιστική εκείνη αισθητική τού “θέλω να μιλήσω απλά”» (σελ. 10–11).

Εδώ, βέβαια, υπό κρίσιν είναι περισσότερο η ποιητική ιδεολογία και λιγότερο η ίδια η ποίηση. Επιδοκιμάζει, αποσυμπλέκοντάς τες προσεκτικά από την ιδεολογική τους επικάλυψη, κάποιες τραγικές ποιότητες τής γραφής τού Σεφέρη (μιαν αντήχηση τής οποίας μπορεί να διαγνώσει κάποιος και στη δική του ποίηση) σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη ρητορική «αγαλλίαση» τού λεγόμενου ελληνικού σουρεαλισμού. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις πηγές τού τελευταίου, θα φτάσει στην πρώτη μεγάλη ποιητική διχοτομία (υφολογική και ιδεολογική) τού εικοστού αιώνα : Σικελιανός και Βάρναλης. [ ]

Στο επόμενο δοκιμιακό του έργο, Η «Ρωμιοσύνη» στον Παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική τού νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (1983), επεκτείνει τη διάσταση τής ιδεολογικής κριτικής που είδαμε ήδη εν δράσει [ ], ως προσέγγιση διακριτή αλλά συμπλεκόμενη στενά με την καθαυτό ποιητική κριτική, στη συμπτωματολογία ενός λαϊκιστικού λόγου που έχει τις πηγές του τουλάχιστον στα τέλη τού δέκατου ένατου αιώνα, αλλά στις ημέρες που γράφονται τα κείμενα – με την έφοδο τού ΠΑΣΟΚ προ τών πυλών – αποκτά διευρυμένες λειτουργίες και νέα δραστικότητα : ως ιδεολογικό τσιμέντο, για να το πούμε έτσι, τού «ιστορικού συμβιβασμού» δεξιάς και αριστεράς. Ωστόσο, χαρακτηριστικό τής οξύτατης ευαισθησίας και τής άγρυπνης διαλεκτικής αίσθησης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου είναι ότι, μέσα στην επόμενη εικοσαετία, με την αλλαγή τών πολιτικών προτεραιοτήτων και τη συνακόλουθη μετάλλαξη τής δημόσιας ρητορικής, βλέπει καθαρά ότι ένας νέος «αντι–λαϊκισμός» που αναδύεται (συνώνυμος τού τεχνοκρατικού εκσυγχρονισμού και τού νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊσμού) καλείται να παίξει τον ίδιο χειραγωγικό ρόλο με τον προηγηθέντα, και υστερόβουλα απαξιωμένο πλέον, λαϊκισμό. Στο εισαγωγικό σημείωμα που γράφει για την επανέκδοση τού 2004, σημειώνει : «Πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε να διαλέξει κανείς ανάμεσα στον “μακρυγιαννισμό” και στον “λακανισμό” ; Ανάμεσα στον απολιθωμένο “εθνοκομμουνισμό” και την αβάσταχτη ελαφρότητα τού “εκσυγχρονισμού” ; […] Σήμερα που τα σύνορα τών κρατών κατεδαφίζονται όχι από τους “αδελφωμένους λαούς” αλλά από τις πολυεθνικές συμμορίες, ποιον άλλον σκοπό θα μπορούσε τάχα να έχει μια κριτική εναντίον τού μαζικού εθνολαϊκιστικού φολκλόρ αν όχι την κατάδειξη εκείνων ακριβώς τών χαρακτηριστικών του που το καθιστούν μιαν ακόμη θυγατρική τής παγκόσμιας αυτοκρατορίας τού κιτς ; » (σελ. 11).

[ ]

Εν κατακλείδι, η κριτική τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου (και σε κυμαινόμενους βαθμούς τών συνοδοιπόρων του στο εκδοτικό εγχείρημα) λάμπει σαν μετέωρο στη νύχτα τής ελληνικής κριτικογραφίας, αυτής που μονοπωλεί την επαγγελματική σκηνή και τα μέσα δημοσιότητας στις ημέρες μας, σε αντιστρόφως ανάλογο βαθμό με τη διανοητική της φτώχεια. Και είναι αυτή ακριβώς η «κριτική» τών συγκροτημάτων τού τύπου και τών πανεπιστημίων που, σε άρρητη συναίνεση και κάτω από την προσποίηση μιας αμέριστης εκτίμησης, καλύπτει αυτό το έργο και αυτή τη συλλογική κατάθεση, εξ επιλογής άλλωστε αντιδημοφιλή, με ένα ένοχο πέπλο σιωπής

 

 

Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση τού Γ. Λυκιαρδόπουλου στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για τη μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις, μαζί με μια σπάνια διόραση τών λεπτών αποχρώσεων ανάμεσα στις άκαμπτες διλημματικές διαζεύξεις. Είναι αυτό που λέμε διαλεκτική αίσθηση, στην καλύτερη μορφή της· αυτό είναι που κάνει τη σκέψη του, τις φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του οι οποίες αστράφτουν μέσ’ από τη συζήτηση ακόμη και τού πιο ταπεινού υλικού, να συγγενεύει αβίαστα με τη σκέψη τού Αντόρνο, τού Λούκατς ή και τού ίδιου τού Μαρξ, τού ίδιου τού Χέγκελ, όπως και από άλλες απόψεις με τού Κίρκεγκωρ – περισσότερο απ’ όσο το ότι ο ίδιος έχει συχνά μεταφράσει, σχολιάσει ή εκδώσει έργα τους…

Οι φιλοσοφικές κορυφώσεις τής σκέψης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου γίνονται εμφανείς προπαντός σε έναν φορτισμένο διάλογο που έγινε από τις σελίδες τών Σημειώσεων (τ. 13–14, 16, 17 και 19) μεταξύ 1977 και 1979, ανάμεσα στον ίδιον και στον λίγο νεότερό του Παναγιώτη Κονδύλη (που πλαισιώνεται από δύο ακόμα κείμενα, τού Μάριου Μαρκίδη και τού Στέφανου Ροζάνη). Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για μία «αόρατη» συμμετοχή, αυτήν τού Αντώνη Λαυραντώνη : όχι μόνο επειδή το εναρκτήριο λάκτισμα τής όλης συζήτησης, μια κριτική τού Μ. Μαρκίδη στον Erich Fromm, δημοσιεύθηκε υπό μορφήν επιστολής στον Α. Λαυραντώνη, αλλά και για τον λόγο ότι πολλές από τις απόψεις που ο Π. Κονδύλης εκφράζει εκεί απηχούν την πρώιμη και διαμορφωτική επιρροή που δέχθηκε από αυτόν τον ανέκαθεν διαφωνούντα συνομιλητή τού Άγι Στίνα (τον οποίον άλλωστε – σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες – προσπάθησε επίμονα να εμπλέξει στη συζήτηση). Βέβαιον είναι άλλωστε ότι ο Κονδύλης επιθυμούσε μια συνέχεια και κλιμάκωση τής αντιπαράθεσης, πράγμα που για διάφορους λόγους δεν έγινε.

Η συζήτηση αυτή είχε ένα προανάκρουσμα : την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανόλη Λαμπρίδη στο τεύχος 10 τού περιοδικού Μαρτυρίες (Νοέμβριος 1964) πάνω στο ζήτημα τών ιδεολογιών, όπου το επίδικο ήταν στην πραγματικότητα η «επαναστατική ιδεολογία». Στο κείμενό του που επιγράφεται ακριβώς «Η “επαναστατική ιδεολογία” και οι περιπέτειές της» ο Α. Λαυραντώνης επιχειρεί μια δριμεία κριτική σε κάθε σύστημα ιδεών που «θέτει ως σκοπό και υπαγορεύει μια κοινωνική δράση ικανή να οδηγήσει στην καθολική ανθρώπινη απελευθέρωση» : η καμπάνα χτυπάει βεβαίως για τον μαρξισμό, που οι εξελίξεις του μοιάζουν να δικαιολογούν την καχυποψία τού Α. Λαυραντώνη απέναντι στη «μυστικοποίηση τών απελευθερωτικών αιτημάτων τού πραγματικού κινήματος και τη μετατροπή τους σε “επαναστατική ιδεολογία” », τής οποίας τα πουριτανικά και αυταρχικά γνωρίσματα σκιαγραφεί άλλωστε με οξύτητα. Σημειωτέον ότι ο Α. Λαυραντώνης δεν αρνείται – ακόμα – τη νομιμότητα τών ίδιων αυτών αιτημάτων, τον προαιώνιο πόθο τού ανθρώπου για επιστροφή στον χαμένο παράδεισο τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αδελφοσύνης και τής λύτρωσης από την προπατορική κατάρα να κερδίζει το ψωμί του εν τω ιδρώτι τού προσώπου του· καταγγέλλει μόνο τη μετατροπή τους σε ιδεολογία που καθ’ οδόν λησμονεί τον σκοπό και αποθεώνει τα μέσα, νομιμοποιώντας νέους κυριάρχους : όμως ο υπεριστορικός και οιονεί μεταφυσικός, εσκεμμένα διατυπωμένος σε θρησκευτική γλώσσα, χαρακτήρας τών αιτημάτων αυτών αποκλείει σχεδόν εκ προοιμίου τη δυνατότητα να συμβεί αλλιώς. Και αυτή τη δυνατότητα είναι που θέλει να υπερασπιστεί ο Μανόλης Λαμπρίδης.

[ ]

Η συζήτηση τού 1977–79 μοιάζει να προεκτείνει την παραπάνω διασταύρωση θέσεων, ως όξυνση μιας αντιπαράθεσης που σοβούσε καιρό στον συγκεκριμένο πνευματικό κύκλο. Ξεκινάει λοιπόν με το προαναφερθέν κείμενο τού Μάριου Μαρκίδη όπου ψέγεται ο ρηχός και ψευτο–αισιόδοξος ανθρωπισμός τού Erich Fromm, τονίζοντας τη μη εξαλείψιμη τραγικότητα και οδύνη που είναι η πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη· υποβάλλεται μάλιστα μια υπεριστορική διάσταση τού δράματος, ως εάν επρόκειτο για ριζική οντολογική συνθήκη και ανυπέρβατη μοίρα. Αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό μια χορδή τού σαρδώνειου πεσιμισμού που ήδη συμμερίζονταν Λαυραντώνης και Κονδύλης, την κοινή τους καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, θα προκαλέσει μια εκτενή παρέμβαση τού Π. Κονδύλη με τίτλο «Η παλιά και η νέα θεότητα». Άξονας τού επιχειρήματός του είναι η κατ’ ουσίαν εξίσωση τού μαρξισμού (τής «επαναστατικής ιδεολογίας») με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει· γενικότερα, η ταύτιση κάθε ριζικού οράματος ιστορικής λύτρωσης με μεταφυσική η οποία, κατά την οπτική τού Κονδύλη, παραγνωρίζει τους ανυπέρβατους περιορισμούς τής ανθρώπινης «φύσης». Η απάντηση του Λυκιαρδόπουλου (απηχώντας εν πολλοίς θέσεις που αυτός συμμεριζόταν αντίστοιχα με τον Μανόλη Λαμπρίδη), προκαλεί δεύτερη επίθεση τού Κονδύλη με τίτλο «Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές τών οραμάτων», στην οποία ο Λυκιαρδόπουλος ανταπαντά με το σημείωμα «Ούτε ο Θεός ούτε ο Χέγκελ». Δύο τεύχη αργότερα εμφανίζεται το κείμενο τού Στέφανου Ροζάνη «Μη επιστημονικό υστερόγραφο περί ιδεολογίας» το οποίο, κάπως πιο φιλολογικό και χωρίς να προσθέτει επιχειρηματολογικώς στα προηγηθέντα, παρότι δεν αναφέρεται ονομαστικά γράφτηκε εμφανώς για ν’ αποτελέσει επίλογο στην όλη συζήτηση.

[ ]

Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος, από την πλευρά του, οδηγώντας σέ αξιοθαύμαστες κορυφώσεις ένα κριτικό ύφος που αφομοιώνει όχι μόνο τη μεταμαρξιστική παράδοση μιας «διαλεκτικής τού συγκεκριμένου» αλλά και όλη τη δύναμη τών κιρκεγκωριανών φωτοσκιάσεων, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο τής επαναστατικής επιθυμίας, τού οράματος τής απελευθέρωσης, σε οποιοδήποτε καταπιεστικό «δια ταύτα» τής επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Η «ταυτότητα τής εννοιολογικής δομής» (μεταξύ δύο αντίπαλων θεωριών, κατά τον Κονδύλη) είναι ένα ισοπεδωτικό λογικό στρατήγημα που συγκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα φανερώνει. Διαβασμένη προσεκτικά, η κριτική τού Λυκιαρδόπουλου μοιάζει να εμπερικλείει την αγόρευση τού Π. Κονδύλη σε έναν ατέρμονα κινητικό και ουσιωδώς ανοιχτό στοχασμό, δείχνοντας αναμφίλογα τη συγγένειά της με την ίδια την αστική ιδεολογία τού «εσαεί αμετάτρεπτου» τής παρούσας ιστορικής πραγματικότητας. Διότι στο κάτω κάτω, λέει, «εκείνο που αμφισβητούμε είναι το ότι κάθε νοηματοδότηση τής ζωής ανήκει στην ιδεολογική παρακαταθήκη τής εξουσίας. Αν δεχόμαστε αυτή τη θέση τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως όχι μόνο κάθε “νοηματοδότηση” τής ζωής αλλά και κάθε της ερμηνεία (επιστημονική, φιλοσοφική, μυθική ή ποιητική), κάθε κοσμοθεώρηση (είτε “θετική” είτε “μηδενιστική”), κάθε ιδέα, κάθε σκέψη, και για την ακρίβεια η ίδια η σκέψη, “ανήκει στην εξουσία”. Από την πλευρά μας θα ’μασταν έτοιμοι να δεχτούμε κάτι τέτοιο μαζί με τη συναφή άποψη πως ό,τι διασώθηκε από τον πνευματικό πολιτισμό, ό,τι υπάρχει “γραμμένο” και “παραδομένο” ανήκει στην εξουσία· μόνο που τότε θα έπρεπε να ξαναδούμε τί εννοούμε με τη λέξη “εξουσία”, γιατί σ’ αυτήν εδώ την περίπτωση η έννοιά της διευρύνεται τόσο ώστε να κλείνει μέσα της και τη “ζωή” και την “ιστορία” και την “πραγματικότητα”, οπότε βέβαια ό,τι “πραγματοποιείται” τής ανήκει, αφού ό,τι υπάρχει (ή ό,τι ζει) ανήκει στη ζωή έστω κι αν τής εναντιώνεται […] Σε “τελική” – πάντα – ανάλυση πίσω από όλη την ανθρώπινη δραστηριότητα, πίσω από τον έρωτα και τον πόλεμο, πίσω από τα μνημεία και τα δάκρυα που πετρώνουν σε τέχνη παραμένει πάντα σαν γενικό συμπέρασμα το απλό γεγονός πως ο άνθρωπος ζει και πεθαίνει […] Όμως τό ζήτημα είναι πώς ζει και πώς πεθαίνει ο καθένας – κι αυτό δεν μας το λέει κανένα συμπέρασμα, γιατί τα συμπεράσματα δεν μαρτυρούν τα επιμέρους πάθη αλλά αποφαίνονται “εν γένει” […] Ούτε για τους μεν ούτε για τους δε έχει σημασία αν υπάρχει παράδεισος ή αν η αταξική κοινωνία είν’ ένα άπιαστο όραμα. Γιατί δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ο παράδεισος για να υπάρχει το όραμά του – αρκεί που υπάρχει η κόλαση : το “Εκείθεν” τών επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’ από τα σπλάχνα τού “Εντεύθεν”» (σελ. 62–3). [ ]

 

………

 

Για να γυρίσουμε πάλι στην πολιτική ανάλυση, που είναι η πρώτη και η τελευταία λέξη αυτών τών δοκιμίων, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος [ ] θα κάνει μια αλάθητη διάγνωση : «Ο δυισμός τού φασισμού έγκειται στο ότι είναι και δεν είναι μια επανάσταση […] Δεν είναι η τρέλα αλλά η αποδοτικότερη χρησιμοποίηση τής τρέλας από την πολιτική· δεν είναι η εξέγερση αλλά ο μύθος και η επίκληση τής εξέγερσης […] Απ’ αυτή την άποψη ο φασισμός δεν είναι καθόλου η “άρνηση” τού πολιτισμού μας αλλά ίσα ίσα η ουσία του. Δεν είναι το παρελθόν αλλά το μέλλον» (σελ. 68, υπογράμμιση δική μου). Αυτή η διφυής, απατηλή όψη τού φασισμού εξηγεί από τη μία πλευρά τη σαγήνευση μιας ρομαντικά εξεγερμένης διανόησης (σκεφτόμαστε πάλι εδώ τον Έζρα Πάουντ, αλλά και τον Σελίν, και τον Γιούκιο Μίσιμα και άλλους) που το νόημα τού έργου της μόνο μια εξίσου παραπλανημένη ανάγνωση μπορεί να τού χαρίσει (τού φασισμού)· από την άλλη πλευρά – και αυτό είναι απείρως σημαντικότερο – δείχνει εκείνο που ο φασισμός έχει κατ’ ουσίαν κοινό με τις σύγχρονες «φιλελεύθερες δημοκρατίες» τής Δύσης. Έχοντας απόλυτη επίγνωση αυτού, αποφασισμένος μάλιστα να το θυμίζει με κάθε τίμημα, ο Γ. Λυκιαρδόπουλος κλείνει το βιβλίο του με ένα συγκινητικό κείμενο που επιγράφεται «Οι τελευταίοι» – μια ελεγειακή αναφορά στους «τρομοκράτες» τής Δυτικής Γερμανίας, την ομάδα Μπαάντερ–Μάινχοφ : «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα Ή εγώ ή τα τανκς κυβερνάει ήδη με τα τανκς […] Όσο τώρα για τον ισχυρισμό ότι πράξεις όπως αυτές τής ομάδας Μπαάντερ–Μάινχοφ δίνουν αφορμή για αντιδημοκρατικές λύσεις, απλώς αντιστρέφει το πρόβλημα. Διότι η πολιτική αυτοδικία δεν αποτελεί την αιτία αλλά το σύμπτωμα τού κακού […] Και το ερώτημα είναι : από πού βγαίνουν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες ; Από ποια σκοτάδια απελπισίας πέφτουν αυτοί οι πυροβολισμοί στην καρδιά τού άτρωτου Λεβιάθαν που συντρίβει έναν έναν τούς μάταιους αντάρτες ; […] Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι μαυρισμένες ψυχές που καμιά εκκλησία, κανένα κόμμα δεν τις θέλει και καμιά ποίηση δεν τις χωράει ; “Αναρχικοί” και “τρομοκράτες”, κομμάτια μοναξιάς που σφαδάζουν μέσα σε σιδερένια δάχτυλα και σκοτώνουν εν αμύνη – μόνο που η άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμία άμυνα δεν νόμιμη εναντίον τού κράτους» (σελ. 94–95). Για ν’ αναφωνήσει εντέλει : «Όσο το Κράτος είναι υποχρεωμένο να σκοτώνει, σημαίνει πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι».

 

 

 

 

 

 

 

Νοέμβριος 26, 2015

φώτης τερζάκης / για τόν «έρασμο», τίς «σημειώσεις», και τή «σχολή τής φραγκφούρτης»

 

 

 

 

αναδημοσιεύω σήμερα αποσπάσματα από τό κείμενο τού φώτη τερζάκη «ένα παράδειγμα : τό περιοδικό σημειώσεις στην ελλάδα» που γράφτηκε για τό περιοδικό «πλανόδιον» τό 1996 και αναδημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο

καθότι έχουμε να κάνουμε με μια θαυμάσια εισαγωγή (τήν πρώτη και μόνη απ’ όσο ξέρω ώς τώρα) για τήν ιστορία και τό ιστορικό αυτής τής πολύτιμης παρέας από ποιητές και φιλόσοφους, που έδρασαν σιωπηλά και επίμονα για χρόνια γνωρίζοντάς μας τή σκέψη τών άλλων σιωπηλών και επίμονων, τής κριτικής θεωρίας, τήν οποία και μάς παρέδωσαν – με διορατική επιμονή και γενναιοδωρία – στα ελληνικά πρώτοι, και για χρόνια μόνοι, από τίς εκδόσεις «έρασμος» τό από κάθε άποψη γενναίο και από κάθε άποψη αγαπημένο παρακλάδι τού περιοδικού «σημειώσεις»

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου)

 

 

[ ] Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι η χαμηλόφωνη επανάσταση για την οποία θέλουμε να μιλήσουμε εδώ, εκ μέρους μιας ομάδας ανθρώπων από την οποία αργότερα αναδύθηκε ο κύκλος τού περιοδικού Σημειώσεις, ξέσπασε μέσα στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κατά τη δεκαετία τού ’50 κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης. Όμως για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτού τού φαινομένου πρέπει να πάμε πιο πίσω, προκειμένου να ανιχνεύσουμε τις γνήσια πολιτικές του ρίζες. Από την ίδρυση τού ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος (1918) υπήρξαν στο εσωτερικό του μικρές ομάδες δυναμικής αριστερής αντιπολίτευσης, αρχικά σε θέματα που αφορούσαν τον εθνικισμό και τον πόλεμο, κι εν συνεχεία σε θέματα εσωτερικής οργάνωσης και δημοκρατικής δομής. Οι κυριότερες τέτοιες τάσεις, που επρόκειτο ν’ αναπτυχθούν από τη δεκαετία τού ’20 και μετά, ήταν οι Τροτσκιστές (με σημαντικότερη ηγετική φυσιογνωμία τον Παντελή Πουλιόπουλο) που έμελλε να εκκαθαριστούν οι μισοί από τούς Γερμανούς στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι υπόλοιποι από τούς σταλινικούς εκτελεστές τής Ο.Π.Λ.Α., οι Αρχειομαρξιστές, οι οποίοι αφού θα γνώριζαν και αυτοί προηγουμένως άγριες εκ τών ένδον διώξεις θα έδιναν στον εμφύλιο την υποστήριξή τους στον Εθνικό Στρατό, και η μικρή ομάδα γύρω από τον διεθνιστή αγωνιστή Άγι Στίνα (ψευδώνυμο τού Σπύρου Πρίφτη) η οποία θα έγραφε μία από τις σημαντικότερες, και τις πιο συγκινητικές σελίδες στην ιστορία τού ελληνικού εργατικού κινήματος : τροτσκιστής αρχικά, έδωσε αγώνα ενάντια στις εθνικιστικές τάσεις τής κομμουνιστικής ηγεσίας, εργάστηκε εναντίον κάθε εθνικού πολέμου δημιουργώντας επιτροπές συνειδητοποίησης Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πράγμα που θα έκανε και πάλι στην κατοχή ανάμεσα στους Γερμανούς και Ιταλούς στρατιώτες, και ταυτόχρονα αγωνίστηκε σκληρά εναντίον τής σταλινοποίησης τού κόμματος που άρχισε σταδιακά μετά το Συνέδριο τού 1924· εκδιωγμένος από το κόμμα μετά το 1931, και ανάμεσα στους εκτελεστές τού Ζαχαριάδη και τους βασανιστές τού Μεταξά, θα συνεχίσει να συσπειρώνει γύρω του μια χούφτα έντιμων αγωνιστών αφοσιωμένων στη διεθνή επανάσταση κάτω από τη σημαία τής Τετάρτης Διεθνούς, για να συνειδητοποιήσει γύρω στα χρόνια τού πολέμου ότι και οι πραγματικές του αποκλίσεις από τον Τροτσκισμό ήταν μεγάλες· απομονωμένος αλλά απτόητος, έχοντας επανειλημμένα δραπετεύσει από φυλακές και διαφύγει σίγουρες εκτελέσεις, θα συνεχίσει να κρίνει την καταστροφική πολιτική τού κομμουνιστικού κόμματος και να διαπαιδαγωγεί νεαρούς επαναστάτες και διανοούμενους. Είναι γνωστό πόσο ισχυρή ήταν η πνευματική του επιρροή σε ανθρώπους που αργότερα επρόκειτο να διαμορφώσουν εξέχουσα θεωρητική φυσιογνωμία, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Υπάρχει μια αόρατη γενεαλογική γραμμή που συνδέει τον κύκλο τού περιοδικού Σημειώσεις (που τυπικά θα συγκροτηθεί μετά τη μεταπολίτευση τού 1974) με πρόσωπα όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Παναγιώτης Κονδύλης (παρόλες τις πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις που ακολούθησε η σκέψη τους), και αυτή η γραμμή φτάνει μέχρι τον Ά. Στίνα. Ανάμεσα στους νέους που σύχναζαν στον κύκλο τού Στίνα, και που συχνά συνέβαλλαν στη διαμόρφωση τών πολιτικών του θέσεων, ήταν ο Κ. Καστοριάδης, ο Αντώνης Λαυραντώνης και ο Μανώλης Λαμπρίδης (ψευδώνυμο τού Μανώλη Λεοντάρη, που ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός τού ποιητή και από τον ιδρυτικό κύκλο τών Σημειώσεων Βύρωνα Λεοντάρη). Ο Καστοριάδης, μετά τη μετανάστευσή του στη Γαλλία, ακολούθησε τη γνωστή σταδιοδρομία τού φιλοσόφου και θεωρητικού τής αυτονομίας επεξεργαζόμενος μέσ’ από τις σελίδες τού Socialisme ou Barbarie ιδέες που αποτελούσαν κοινή κληρονομιά τής ομάδας την οποία συζητάμε· ο Α. Λαυραντώνης, ένα πνεύμα ζοφερό αλλά οξύτατο και βαθιά διαλεκτικό, παρόλο που ποτέ δεν έγραψε (εκτός από μια περίφημη αλληλογραφία του με τον Καστοριάδη στα χρόνια τής δικτατορίας που δυστυχώς χάθηκε), άσκησε μια σωκρατική επιρροή στους κύκλους του και απευθείας μαθητής του μπορεί να θεωρηθεί ο Π. Κονδύλης, τού οποίου η φιλοσοφικά επεξεργασμένη κυνική (στα ίχνη τού Hobbs) θεωρία τής ισχύος, όπως και ο λεπτός σαρκασμός τού ύφους του, φέρουν τη σφραγίδα τού ζοφερού πεσιμισμού τού Α. Λαυραντώνη· ο Μανώλης Λαμπρίδης, τέλος, συνεργάτης τού τροτσκιστικού Μαρξιστικού Δελτίου στα χρόνια τού ’50 (μαζί με Βερούχη, Χατζημιχελάκη, κ.ά.), ήταν εκείνος ο οποίος ξεκίνησε την αισθητική αντιπαράθεση με τον σταλινισμό τής «επίσημης» αριστερής κριτικογραφίας μέσ’ από τις σελίδες τής Επιθεώρησης Τέχνης την ίδια εποχή. Ήταν ο πρώτος που, από μια ριζοσπαστική αριστερή σκοπιά, θα υποδεχόταν τον σουρρεαλισμό και ορισμένες τάσεις τής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας ως επαναστατικά (με την πολιτική έννοια τού όρου) φαινόμενα, που θα έδειχνε τη σημασία τών ποιητών τής λεγόμενης παρακμής, όπως ο Καρυωτάκης και η γενιά τού ’20, και που θα εκδήλωνε γενικά μια μεγάλη ευαισθησία στην εκτίμηση τών σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Γύρω από τον Μανώλη Λαμπρίδη και κάτω από την αδιαμφισβήτητη πνευματική του επιρροή διαμορφώνεται ένας κύκλος νεωτέρων, οι οποίοι είναι ακριβώς οι άνθρωποι που από το 1973 θα πλαισιώσουν το περιοδικό Σημειώσεις.

Μεγαλύτερος από αυτούς, και κατά κάποιον τρόπο ποιητικό και ηθικό ίνδαλμα μερικών από τούς νεώτερους, ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ένα πρώιμο ποιητικό ταλέντο και ταυτόχρονα οξύτατος κριτικός νους που συνδύαζε – συνδυάζει ακόμη – μιαν αυθεντική λαϊκή ευαισθησία μ’ ένα στοιχείο υψηλού διανοητικού ελιτισμού. Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος εμφανίζεται ήδη στα τέλη τής δεκαετίας τού ’50 δημοσιεύοντας στη Νέα Εστία, την Εφημερίδα τών Ποιητών, την Επιθεώρηση Τέχνης και το Μαρξιστικό Δελτίο. Ειδικά η Επιθεώρηση Τέχνης και οι εκεί πολεμικές θα γίνουν αφορμή να συσταθεί – με την έννοια μιας διανοητικής συγγένειας – αυτή η παρέα. Στο 7º τεύχος (1955) ο Μ. Λαμπρίδης δημοσιεύει ένα ριζοσπαστικό άρθρο με τίτλο «Ιl gran rifiuto», και υπότιτλο «Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης και η παρακμή» το οποίο, ως πρόκληση στον σταλινισμό τής Επιθεώρησης Τέχνης, ξεσήκωσε οργισμένες αντιδράσεις εκ μέρους τών Τ. Βουρνά και Μ. Μ. Παπαϊωάννου, και αργότερα τού Μ. Αυγέρη, τροφοδοτώντας μια υψηλόφωνη συζήτηση που κράτησε για αρκετά τεύχη. Στο 29º τεύχος (1957) στη συζήτηση μπαίνει ο Μανόλης Αναγνωστάκης με το άρθρο του «Προβλήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού» υπερασπίζοντας τις θέσεις τού Μ. Λαμπρίδη. Το 1963 ξεσπάει μια δεύτερη συζήτηση τής οποίας το έναυσμα θα δώσει ο μικρότερος αδελφός τού Μ. Λαμπρίδη, ο Βύρων Λεοντάρης, ο σημαντικότερος ίσως ποιητής τής δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και ένας εξέχων κληρονόμος τού καρυωτακισμού, με το περίφημο άρθρο του «Η ποίηση τής ήττας». Ο Τ. Βουρνάς θα επιτεθεί στο γνωστό ύφος δίνοντας αφορμή στον Β. Λεοντάρη για μια δευτερολογία, ενώ η συζήτηση θα προκαλέσει την παρέμβαση τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με το άρθρο «Η ποίηση τής ήττας, σύγχρονη αντιστασιακή ποίηση». Το σήμα είχε δοθεί, ένας πνευματικός κύκλος είχε γεννηθεί : το 1961 οι αδελφοί Λεοντάρη, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος μαζί με δύο νεώτερους ποιητές που θα γίνουν αναπόσπαστα μέλη τής ομάδας, τον Στέφανο Ροζάνη που θα αναπτύξει σημαντικό φιλολογικο–κριτικό έργο στη σκιά τού Ρομαντισμού και τον ψυχίατρο Μάριο Μαρκίδη, και ο Ν. Παντής εκδίδουν ένα περιοδικό συλλογικής έκφρασης που φιλοδοξούσε να είναι ο αριστερός αντίποδας τής Επιθεώρησης Τέχνης, τις ιστορικές Μαρτυρίες (λίγο αργότερα ο Μ. Αναγνωστάκης θα εκδώσει και αυτός στη Θεσσαλονίκη την Κριτική, στην οποία αρθρογραφούν σποραδικά τα περισσότερα από τα μέλη τού κύκλου τών Μαρτυριών). Μετά το ιδεολογικό άνοιγμα που κάνει το 1965 η Επιθεώρηση Τέχνης (χάρη στην πρωτοβουλία τών Κουλουφάκου – Ραυτόπουλου) η παρέα επανέρχεται στους κόλπους της αναστέλλοντας προς στιγμήν την έκδοση τών Μαρτυριών. Αυτές θα επανεκδοθούν βγάζοντας δύο τεύχη μεταξύ 1966 και 1967 ως Μαρτυρίες Β΄, για να σταματήσουν οριστικά με το πραξικόπημα και την απριλιανή δικτατορία. Περίπου ένα χρόνο πριν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έχει μπαρκάρει στο εμπορικό ναυτικό (σα ναύτης, και αργότερα ασυρματιστής) απ’ όπου θα επιστρέψει μόνο το 1975, υπό δραματικές συνθήκες, για ν’ αναλάβει την έκδοση τού περιοδικού Σημειώσεις και τη συνδεδεμένη με τον κύκλο τού περιοδικού εκδοτική «Έρασμος».

Παρά το χάσμα που επέβαλε η δικτατορία, υπήρξαν ορισμένες παράνομες εκδοτικές δραστηριότητες, καθώς και η (νόμιμη) έκδοση ενός τεύχους με τίτλο Προτάσεις, που πρέπει να θεωρηθεί ακριβώς ως προάγγελος τών Σημειώσεων. Όταν πάντως το 1973, πριν ακόμα τη μεταπολίτευση, καταργήθηκε ο νόμος περί λογοκρισίας, η ομάδα ανασυγκροτείται και αποφασίζει την έκδοση ενός καινούργιου περιοδικού : πρόκειται αυτή τη φορά για τις Σημειώσεις, και την ομάδα αποτελούν οι Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βύρων Λεοντάρης, Στέφανος Ροζάνης, Μάριος Μαρκίδης, Ανδρέας Μυλωνάς και Ρένα Κοσσέρη. Παρόλο που οι δύο τελευταίοι θα πάψουν να εμφανίζονται με κείμενά τους στις σελίδες τού περιοδικού λίγο αργότερα, ενώ δύο ποιητές, ο Τάσος Πορφύρης και ο Μάρκος Μέσκος θα εμφανίζονται σποραδικά με ποιήματά τους, ο αρχικός πυρήνας παραμένει αρραγής σε μιαν αξιοθαύμαστη εκδοτική προσπάθεια, με πενιχρά έως ανύπαρκτα μέσα, με τις πλάτες περιφρονητικά στραμμένες στη δημοσιότητα και με μια αισθητική και θεωρητική ποιότητα που δεν συγκρίνεται με κανενός απολύτως συγχρόνου τους εντύπου, η οποία συνεχίζεται απρόσκοπτα μέχρι σήμερα έχοντας εκδόσει 45 μικρά τεύχη, από τα οποία τα 17 πρώτα είναι εδώ και χρόνια εκτός αγοράς.

 

 

Όλα αυτά τα λέμε για να μπορέσει να φανεί καθαρά η ιστορία αυτού τού πνευματικού κύκλου την οποία φαίνεται ότι ακόμα και οι (λιγοστοί) σημερινοί αναγνώστες τους αγνοούν, αλλά και για να τεκμηριώσουμε την αναλογία που θέλουμε να υποδείξουμε μ’ ένα στοιχείο που μάς φαίνεται τρομερά ουσιώδες : τη συγκεκριμένη πολιτική ρίζα και την πολυεπίπεδη προσωπική στράτευση τής σκέψης αυτής και αυτών τών ανθρώπων. Γιατί και η Σχολή της Φρανκφούρτης, για την οποία μιλάμε σήμερα συχνά με λόγια τών οποίων το βάρος δεν έχουμε ζυγίσει, δεν ήταν ακαδημία. Παρότι πανεπιστημιακοί καθηγητές, οι πρωτεργάτες της ενεπλάκησαν στην περιπέτεια τής δημιουργίας της ακριβώς για να δραπετεύσουν από τα στεγανά ενός ημι–φεουδαρχικού γερμανικού ακαδημαϊκού κατεστημένου – και γνωρίζουμε πώς μέχρι σήμερα οι πανεπιστημιακοί θεσμοί παραμένουν εχθρικοί απέναντι στο είδος τής σύνθετης και γεμάτης φαντασία έρευνας τής οποίας υπόδειγμα μπορούμε να θεωρήσουμε εκείνη που διεξήγαγε το ιστορικό Ινστιτούτο τής Φρανκφούρτης. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό : η Σχολή τής Φρανκφούρτης προπάντων γεννήθηκε, επωάστηκε, γαλουχήθηκε μέσα στη μεγάλη παράδοση τού ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, και βλέπει κανείς με ποιους τρόπους η προϊστορία της υπήρξε κρίσιμα συνδεδεμένη με τις εκδιπλώσεις τού εργατικού κινήματος και τού επαναστατικού Μαρξισμού τών χρόνων τού μεσοπολέμου. Και ακόμη πιο πέρα, η σκέψη αυτή στάθηκε για τούς πρωτεργάτες της μια τρομερή αφιέρωση ζωής, πληρωμένη – όπως καθένας γνωρίζει σήμερα – με αληθινό αίμα. Το αίμα και η αγωνία δεν μπορεί να μετρηθεί παρά μόνο με αίμα και αγωνία, πράγματα ολότελα ξένα για τούς σημερινούς ακαδημαϊκούς που επιζητούν να κάνουν δημόσιες σχέσεις ως διαχειριστές τών ιδεών της – [ ] Όμως το πνεύμα, και προπάντων το είδος τού πνεύματος για το οποίο μιλάμε εδώ, βρίσκεται αλλού.

Η συγγένεια τού κύκλου τών Σημειώσεων με το ρεύμα τών ιδεών που εκπροσώπησε η Σχολή τής Φρανκφούρτης έχει βέβαια μία προφανή πλευρά : το ότι ένα μέρος τού έργου τής τελευταίας έχει μεταφραστεί, εκδοθεί, σχολιαστεί και ενσωματωθεί κριτικά μέσ’ από γραπτά και δημοσιεύσεις τού περιοδικού και τών εκδόσεων «Έρασμος» – και δεν γνωρίζω άλλο νεοελληνικό εκδοτικό ή πνευματικό φορέα που να έχει κάνει τίποτε ανάλογο σε έκταση και σε βάθος. Όμως η ουσιώδης συγγένεια βρίσκεται ακόμη πιο βαθιά, και αφορά μια επιλογή υπαρξιακή και κοσμοθεωρητική, αισθητικούς τρόπους και συναφείς θέσεις από τις οποίες κανείς στοχάζεται και μιλά. Θα αναφέρω δύο μόνο τέτοια στοιχεία, για να κλείσω μ’ αυτόν τον τρόπο αυτή τη μικρή αναφορά.

Ο κύκλος τών Σημειώσεων, όπως κι εκείνη η ομάδα τών Γερμανοεβραίων φυγάδων, έχει τις ρίζες του μέσα σ’ ένα επαναστατικό όραμα απολύτρωσης που στα νεανικά τους χρόνια μπόρεσε για μια στιγμή να ενσαρκωθεί από την πολιτική αριστερά, όμως ανδρώθηκε, ωρίμασε μέσα στην οδυνηρή επίγνωση μιας ήττας : είδαν τις πολυτιμότερες ελπίδες τους να συντρίβονται από μια ιστορική εκδίπλωση που οδηγούσε αντί στην απελευθέρωση σε μιαν αύξουσα βαρβαρότητα, είδαν τούς πολιτικούς τους εχθρούς και φίλους να βρίσκονται σαρκαστικά στο ίδιο εντέλει στρατόπεδο, και από αυτή τη θέση έκαναν τη σκέψη το έσχατο όπλο τής απελπισίας που χτυπάει απεγνωσμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, δίχως κανένα έρεισμα ισχύος, δίχως την αναμονή αρωγής ή δικαίωσης από πουθενά, και – το τραγικότερο – δίχως ελπίδα.

Μέσα από μια τέτοια θέση, από την άλλη μεριά, ούτε στιγμή δεν αρνήθηκαν τις πολιτικές προϋποθέσεις τής ίδιας τους τής απελπισίας, αλλά παρέμειναν πάντα στρατευμένοι μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο : αρνούμενοι (κατά τρόπο εντυπωσιακά όμοιο μ’ εκείνον τού Χορκχάιμερ ή τού Αντόρνο) όλες τις αναπόφευκτες εξουσίες που συνεπάγεται η άμεση πολιτική δράση, αναδιπλώθηκαν – ή μήπως βρίσκονταν εξαρχής εκεί ; – στην αισθητική σφαίρα τής έκφρασης υποδεικνύοντας διαρκώς, με την ίδια τους τη γραφή, την απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο, αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία τού πολιτικού αγώνα, αν βέβαια εκείνο που διακυβεύεται σ’ έναν τέτοιο αγώνα είναι η ανθρώπινη ελευθερία και η ανθρώπινη ευτυχία. Εδώ λοιπόν (όπως και στα όψιμα κυρίως γραπτά τού Αντόρνο) βρίσκουν το αρχιμήδειο σημείο τους ένας ορισμένος ασκητισμός, ως πεισματική άρνηση τής συμμετοχής στην πολυτελή εκπόρνευση που ενορχηστρώνουν τα μαζικά μέσα, κι ένας ανυποχώρητος αισθησιασμός τής ζωής και τής αληθινής χαράς, μέσ’ από τούς δρόμους τής νοσταλγίας ως επίκληση σ’ εκείνο που έχει πια εξαφανιστεί, και σ’ εκείνο που θα μπορούσε ακόμη και τώρα να υπάρξει. Λιγότερο φιλόσοφοι αλλά περισσότερο ποιητές από τούς στοχαστές τής Φρανκφούρτης, πιο εσωστρεφείς και χαμηλόφωνοι αλλά δίνοντας μια ισοσθενή λειτουργία σε όλες τις πλευρές τής πνευματικής τους έκφρασης, ο κύκλος τού περιοδικού Σημειώσεις μοιάζει να ενσαρκώνει εκείνο που οι πρωτεργάτες τής Σχολής τής Φρανκφούρτης πίστευαν για τούς εαυτούς τους : τούς τελευταίους ανθρώπους, τούς τελευταίους στοχαστές και δημιουργούς που ταυτόχρονα συνιστούν ολοκληρωμένες πνευματικές περιπτώσεις, αληθινούς θεματοφύλακες μιας εικόνας τού ανθρώπου που βουλιάζει στο τέλμα ενός κόσμου αιχμάλωτου τών πιο εφιαλτικών του ονείρων.

 

 

 

 

 

 

Νοέμβριος 14, 2015

ζεφη δαρακη / η τρομερη ταχυπαλμια που ζει το ποιημα

 

 

Θα ήθελα να σας μιλήσω για τον αόριστο προορισμό της ποίησης… Για το ακαθόριστο του προορισμού της.

Ότι, δηλαδή, αν με ρωτούσατε σε τι χρησιμεύει η ποίηση, θα σας έλεγα, ότι δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Γιατί δεν εντέλλεται να αλλάξει τον κόσμο. Σημαίνει όμως τον εαυτό της. Υ π ο ν ο ε ί  τον εαυτό της. Και είναι ένας χρησμός προς διερεύνηση όταν το σώμα διδάσκει και διδάσκεται τις απαντήσεις του.

Το ποίημα  σ η μ α ί ν ε ι  τον εαυτό του. Κάτω απ’ τα λόγια, είναι ο λόγος που δε λέγεται. Κάτω απ’ την απουσία μας, ο πιο φανταστικός κήπος  ά ν ε υ   ο ρ ί ω ν , καθώς στρέφεται γύρω από εκείνες τις μονήρεις λάμψεις που θα μεταφέρουν το νόημά τους στον αόρατο αναγνώστη, που είναι ένας και μοναδικός κατέναντί της, για να την αθωώνει.

Γιατί η ποίηση είναι η ενοχή της, ανοιγοκλείνοντας τον κόσμο προς όλες τις εκδοχές του μη αναμενόμενου.

Μέσα από την αναμνηστική πραγματικότητα ενός αλλότριου ψυχικού βλέμματος, αυτό που θέλει να πει, κρύβεται, για να αποκαλυφθεί εκ νέου μεταμορφωμένο στο άλεκτο.

Σ’ αυτήν την ταραχή που διατυπώνεται μ’ έναν διαρκή, βασανιστικό τρόπο νοσταλγώντας το ανέκφραστο.

Γιατί η ποίηση είναι μια λειτουργία σε συσκότιση, απ’ την απόγνωση στη γραφή, κι απ’ τη γραφή στην απόγνωση. Όλοι περνάμε από παρακαμπτήριες. Περνάμε από σκοτάδια φωτισμένα. Η ποίηση διαπλέει το σκοτάδι της. Αυτό το σκοτάδι, καλείται ο αναγνώστης να διαρρήξει. Να διαρρήξει αυτόν τον εγκλεισμό. Να φτάσει στον κόσμο της τρομερής ταχυπαλμίας που ζει το ποίημα.

Το αφετηριακό ρίγος της ποίησης, δεν έχει στόχο κανένα κοινό. Έχει στόχο τον εαυτό της καθώς είναι μια έμμονη ιδέα–φυλακή, πως κάποιος κρυφακούει λόγια που δεν έχουν ειπωθεί ακόμα… Υπάρχει τότε ένα σημείο διαφυγής απ’ αυτό τον τρόμο. Από το πιο ισχυρό σημείο αυτής της διαφυγής, διέρχεται σιωπηλά το ποίημα, προς το άναυδο…

Η σχέση της ποίησης με τον αναγνώστη, είναι μια σχέση έλξης–απώθησης. Η γλώσσα δαιμονίζεται, βασανίζεται, αγιάζεται στις εικόνες της, συστρέφεται ανάμεσα στο μετέωρο της έμπνευσης και στην ορμή της λέξης να διατυπωθεί. Η λέξη νοσταλγία, η λέξη θλίψη, η λέξη άλγος, είναι δρώμενα. Επισημαίνουν την απουσία των πραγμάτων.

Η αρχετυπική αποκάλυψη του βάθους των λέξεων, πέρα από γραμματικούς και λεκτικούς κανόνες και κώδικες, θα αποκαλύψει κάθε φορά, όχι αυτό που η ποίηση θέλει να πει αλλά αυτό που ήθελε να πει.

Η ποίηση είναι ο χαιρετισμός και ο αποχαιρετισμός της. Και είναι από τη φύση της, η μόνη ουτοπική επαναστατική πράξη – δεν υπάρχει προς το παρόν άλλη, μακάρι να υπάρξει – γιατί η ανθρώπινη λύπη είναι μεγάλη.

Η ποίηση είναι η πλέξη του κόσμου απ’ την ανάποδη καθώς αγγίζει την πηγή ενός αλλοπαρμένου καθρέφτη. Εκείνος, την πετάει πίσω, στο διαταραγμένο τοπίο του κόσμου. Τότε εκείνη συγυρίζει τα ασυγύριστα. Μένουν μετέωρα στα χέρια της τα πράγματα, σαν κλάματα ασκούπιστα.

Η ποίηση μοιάζει αιώνια να προσπαθεί κάτι να θυμηθεί… Κάτι ανήκουστο, από πολύ μακριά χαμένο που λησμονήθηκε και κοιτάζεται μοναχό του, σαν φίλημα που έχει δοθεί σε ανύποπτα χείλη…

Και είναι ένα δύστροπο και μαζί γερασμένο πρόωρα, σινιάλο–κλάμα, γι’ αυτό το ποτέ μες στην πραγματικότητα. Κάποτε διαφεύγει, εξαγγέλλοντας τον ερχομό μιας φοβερής αλήθειας. Τη φοβερή αλήθεια του ονείρου που δεν θέλει και δεν επιθυμεί παρά να ψιθυρίσει εκείνο το ρίγος που προκαλεί το ίδιο το όνειρο στο όνειρό του.

 

 

το κειμενο εκφωνήθηκε απο την ποιητρια ζεφη δαρακη στην απονομη του βραβειου «διδω σωτηριου» που της δοθηκε απο την «εταιρεια συγγραφεων» την τριτη στις 3 νοεμβρίου του 2015, και δημοσιευτηκε στον «μανδραγορα» με τιτλο «η ξενιτια στο αναυδο», απ’ οπου και η αναδημοσιευση – η ζεφη δαρακη αφιερωσε «την παρουσα μικρη εισηγηση στη μνημη του βυρωνα λεονταρη» (συντροφου της μια ζωη) – του εξοχου ποιητη μας που πεθανε προσφατα.

 

 

 

 

Ιουλίου 7, 2015

arbuthnot περί τής πολιτικής ψευδολογίας

 

 

 

 

 

(ξανα)βρήκα στη βιβλιοθήκη μου εσχάτως ένα βιβλιαράκι που έχει βγει από τίς εκδόσεις «άγρα» και, επειδή φαίνεται ο τίτλος του είναι περί ψεμάτων, έχει (για αγαστή συνάγω συμφωνία και σύμπνοια με τό απολαυστικότατο περιεχόμενό του) στον τίτλο του επίσης ένα ψέμα – κι έτσι, ενώ στο εξώφυλλο βάζει τό όνομα τού (γνωστού μας) τζόναθαν σουΐφτ, στον τίτλο τής μέσα σελίδας, και ακόμα περισσότερο στον πρόλογο, γίνεται σαφές πως τό βιβλίο έχει γραφτεί από τόν τζων άρμπουθνοτ : θα ήταν όμως σίγουρα (και ασυνήθιστα, για τά εδώ) γενναίο, ένα βιβλίο που θα επιγραφότανε «κείμενο τού (άγνωστού μας) άρμπουθνοτ που αποδόθηκε κάποτε κατά λάθος στον (γνωστότερό μας) κύριο σουΐφτ – ο οποίος ήταν απλώς φίλος του»

βάζω λοιπόν εδώ σήμερα αποσπάσματα από τό σημαντικότατο και χρησιμότατο αυτό βιβλίο (και πηγαίνετε να τό πάρετε αν δεν τό ’χετε – κι αν υπάρχει ακόμα – εκδόθηκε τό ’95). Η μετάφραση είναι τής αλόης σιδέρη (η οποία έχει γράψει και ποίηση (και η οποία είχε κάποτε μια εκπομπή για βιβλία στο (κρατικό) ραδιόφωνο (δεν θυμάμαι ποιο απ’ όλα) και επειδή μέ είχε καλέσει να μιλήσουμε για δικό μου βιβλίο είχα τήν τύχη να τή γνωρίσω : πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος και διανοούμενη (πέθανε δυστυχώς πολύ νωρίς πριν από μερικά χρόνια)))

 

 

john arbuthnot «η Τέχνη τής Πολιτικής Ψευδολογίας» ≈ 1712

 

η τέχνη αυτή είναι προορισμένη να αποκτήσει μεγάλη υπόληψη κατά τούς προσεχείς αιώνες [ ]

στο τρίτο κεφάλαιο [ ο συγγραφέας ] πραγματεύεται τή νομιμότητα τής πολιτικής ψευδολογίας και καταδεικνύει ότι είναι θεμιτή και επιτρεπτή [ ]

καταδεικνύει ότι ο λαός έχει δικαίωμα να προσδοκά από τούς συνανθρώπους του τήν αλήθεια προκειμένου για ιδιωτικές υποθέσεις· ότι επίσης καθένας έχει δικαίωμα στην εν οίκω αλήθεια, δηλαδή καθένας είναι εύλογο να απαιτεί τήν αλήθεια από τά μέλη τής οικογένειάς του, ώστε να μην εξαπατάται από τή γυναίκα του, από τά παιδιά του ή και από τούς υπηρέτες του· απεναντίας, ο λαός δεν έχει κανένα δικαίωμα στην πολιτική αλήθεια [ ]

τά παιδιά δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε [ ]

επικρίνει ύστερα τό σύνηθες λάθος εκείνων που δεν γνωρίζουν παρά ένα μόνο είδος ψεύδους, τό συκοφαντικό ή δυσφημιστικό, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν τρία είδη : τό συκοφαντικό, τό προσθετικό και τό διαβιβαστικό. [ ] Για τά τρία αυτά είδη δίνει διάφορα παραδείγματα, αλλά κυρίως για τό τελευταίο. Πόσα και πόσα ευεργετήματα, λέει, δεν απέφερε τό διαβιβαστικό ψέμα οσάκις χρειάστηκε, για τό κοινό καλό [ ]

η σωτηρία, η αποκατάσταση και η καταστροφή τής δημοκρατίας μπορούν επίσης να αποδοθούν σε πρόσωπα που δεν έχουν λάβει καθόλου μέρος και δεν έχουν συμβάλει σ` αυτά με κανέναν τρόπο [ ]

ο συγγραφέας παροτρύνει όλους τούς έντιμους επαγγελματίες να ασκηθούν στη μεγάλη αυτή τέχνη, δηλαδή στην τέχνη τού διαβιβαστικού ψεύδους διότι (τά πράγματα μιλούν από μόνα τους και δεν απαιτείται καμιά απόδειξη) [ ] δεν είναι δύσκολο να προεξοφληθεί η ευπιστία τής πλειονότητας τών ανθρώπων [ ]

ένας πολιτικός ψευδολόγος που ξέρει έστω και στοιχειωδώς τή δουλειά του [ ] δεν θα παρουσιάσει τό ίδιο πρόσωπο να επιδιώκει συγχρόνως τή διαρκή επιστράτευση και τήν ελευθερία τού λαού· ούτε έναν άθεο να υποστηρίζει τά συμφέροντα τής εκκλησίας [ ] Αλλά αν είναι απολύτως αναγκαίο να αποδώσουμε σε κάποιον πρόσθετες αρετές για να τόν τιμήσουμε με αξία που δεν έχει, ο συγγραφέας μάς συνιστά να μην τού τίς αποδίδουμε σε υπερβολικό βαθμό [ ] και αν μιλάτε για έναν άνθρωπο τού οποίου τό προσωπικό θάρρος αμφισβητείται, τότε μόνο θα γίνει κάπως πιστευτό τό ψέμα σας, αν δεν τόν εμφανίσετε ως κεραυνοβόλο πολεμιστή που εξολοθρεύει και καταδιώκει ολόκληρες ίλες ιππικού· δώστε του μόνο τήν αξία ενός καβγατζή που κάνει φασαρία στις παρέες και πετάει ένα μπουκάλι στο κεφάλι τού αντιπάλου του [ ]

τούς ίδιους κανόνες ορίζει ο συγγραφέας και για τήν τέχνη τής συκοφαντίας ή δυσφημιστικό ψέμα : συνιστά να μην επινοούνται πράγματα εκ διαμέτρου αντίθετα προς τίς ιδιότητες τών προσώπων που πρόκειται να συκοφαντηθούν. Έτσι μέσα στους σοφούς κανόνες τής Ψευδολογίας [ ] δεν θα πείτε για έναν υπουργό ειλικρινή και μεγαλόψυχο, τού οποίου η ευθύτητα είναι γνωστή, ότι έχει συμμετάσχει σε μια συνωμοσία για να προδώσει τήν πατρίδα του· αλλά μπορείτε να ισχυριστείτε, κι αυτό με επιφύλαξη, ότι είχε κάποια ύποπτη σχέση με μια κυρία [ ]

δεν πρέπει ποτέ να επιμένεις πεισματικά σε ένα και τό αυτό ψέμα. Και για κείνα που περιέχουν υποσχέσεις ή προγνώσεις, [ ] δεν θα ήταν φρόνιμο να κάνει κανείς βραχυπρόθεσμες προφητείες· αυτό υπάρχει κίνδυνος να τόν εκθέσει· [ ] οι κομήτες, οι φάλαινες και οι δράκοι πρέπει να έχουν ένα μέγεθος λογικό και μετρημένο· ως προς τίς θεομηνίες, τίς λαίλαπες, τίς θύελλες και τούς σεισμούς πρέπει πάντα να λένε ότι προβλέπεται να συμβούν σε κάποια περιοχή που απέχει από τό μέρος όπου βρίσκονται τουλάχιστον μιας μέρας δρόμο με τ` άλογο [ ]

τό να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός· όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν τσιμπάει ο κοκοβιός [ ]

τό κόμμα που θέλει να αποκαταστήσει τό κύρος και τήν αξιοπιστία του πρέπει, επί τρεις μήνες, να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτε που να μην είναι αληθινό και πραγματικό· είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει τό δικαίωμα να πλασάρει ψέματα τούς επόμενους έξη μήνες [ ]

προς τό τέλος τού κεφαλαίου [ ο συγγραφέας ] κατακρίνει τήν παραφροσύνη και τή μωρία τών κομμάτων που κρατούν κοντά τους και χρησιμοποιούν για τό πλασάρισμα τού ψεύδους ανθρώπους χυδαίους και μικρόμυαλους, όπως είναι η πλειονότητα τών σημερινών δημοσιογράφων (ειδησεογράφων και σχολιαστών), οι οποίοι δεν έχουν άλλο προσόν από τήν έντονη κλίση προς τό επάγγελμά τους [ ]

τό όγδοο κεφάλαιο περιλαμβάνει ένα σχέδιο για να ενωθούν σε ενιαίο σώμα πολλές μικρές εταιρείες ψευδολόγων [ ]

η εταιρεία αυτή πρέπει να συγκροτηθεί από τούς αρχηγούς κάθε κόμματος [ ] κανένα ψέμα δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί χωρίς τήν έγκρισή τους [ ]

η εταιρεία πρέπει να συμπεριλάβει και ιδιοφυΐες με μεγάλη πείρα από αυτές που αφθονούν στην πόλη και ειδικά στα καφενεία· για παράδειγμα, περιηγητές, κουτσομπόληδες και καλοθελητές, κυνηγούς αλεπούδων, μεσίτες, προξενητές, απόμαχους ναυτικούς τού εμπορικού ή τού πολεμικού στόλου [ ]

στους προθαλάμους τών Μελών τής εν λόγω Εταιρείας πρέπει πάντα να υπάρχουν κάποια πρόσωπα που διαθέτουν μεγάλα αποθέματα ευπιστίας, ακούνε οτιδήποτε λέγεται και τό χάβουν αμέσως [ ] ο Συγγραφέας πιστεύει ότι μπορεί κανείς να βρει επαρκή αριθμό από αυτούς σε όλα τά μέρη στα περίχωρα τού Χρηματιστηρίου [ ]

βασικός κανόνας τής εταιρείας θα είναι να επινοεί ένα ψέμα τήν ημέρα, καμιά φορά και δύο· και κατά τήν εκλογή τών ψευδολογιών, πρέπει να λαμβάνεται υπ` όψιν τί καιρό κάνει και σε ποια εποχή τού χρόνου πλασάρονται : φήμες φοβερές ή ψέματα τρομακτικά και φρικιαστικά κάνουν θαύματα και είναι άκρως αποτελεσματικά κατά τούς μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο, αλλά δεν κάνουν τόσο καλό και δεν είναι τόσο δραστικά κατά τόν Μάϊο και τόν Ιούνιο, εκτός αν φυσάνε τότε ανατολικοί άνεμοι [ ]

η εταιρεία πρέπει να απασχολεί [ ] από έναν γενικό ανταποκριτή σε κάθε πόλη όπου υπάρχει αγορά για να επιβλέπει τήν κυκλοφορία τών ψευδολογιών. Οσάκις διαπιστώνεται ότι κάποιο από τά μέλη τής Εταιρείας κοκκινίζει, τά χάνει ή υστερεί με οποιοδήποτε τρόπο τή στιγμή που χρειάζεται να πλασάρει ένα ψέμα, πρέπει να τόν αποκλείει και να τόν κηρύσσει ανίκανο [ ]

εκτός από τά ψέματα που πλασάρονται ανοιχτά και δημόσια, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να διαδίδονται στα μουγκά και με μικρό θόρυβο· [ ]

ένα δοκιμαστικό ψέμα είναι κάτι σαν πρώτη γόμωση που τοποθετείται δοκιμαστικά μέσα σε ένα κανόνι· είναι ένα ψέμα που εξαπολύεται μια ορισμένη στιγμή για να καταμετρηθεί η ευπιστία εκείνων στους οποίους πλασάρεται [ ]

ο συγγραφέας συνιστά στους αρχηγούς τών κομμάτων να μην παραπιστεύουν οι ίδιοι τά ψέματά τους· [ ]

ο συγγραφέας προσθέτει ένα Καλαντάρι ψευδολογιών για όλο τό χρόνο, όπου σημειώνει αυτές που συμφέρουν ανάλογα με τήν εποχή και με τό μήνα [ ]

ως προς τήν ταχύτητα με τήν οποία κυκλοφορούν τά ψέματα, ο Συγγραφέας λέει ότι είναι σχεδόν απίστευτη· δίνει πολλά παραδείγματα ψευδολογιών που έχουν τρέξει πιο γρήγορα και έχουν διανύσει μεγαλύτερες αποστάσεις από όσες θα μπορούσε να διανύσει ένας άνθρωπος με ταχυδρομική άμαξα. Τά ψέματα που επινοούνται για να εκφοβίσουν και να αποθαρρύνουν κυκλοφορούν και διαδίδονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διανύουν πάνω από δέκα μίλια τήν ώρα· [ ]

όσο για τήν αντοχή τών ψευδολογιών, λέει ότι πρέπει να διακρίνεται σε διάφορα είδη και ότι υπάρχουν ψέματα όλων τών ειδών : ωριαία, ημερήσια, ετήσια και αιώνια· ότι υπάρχουν πολιτικά ψεύδη που, όπως τά έντομα, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται με διαφορετική μορφή· [ ]

όλοι οι μεγάλοι άνδρες μας έχουν καθένας τίς δικές του επινοητικές ικανότητες [ ]

τά ψέματα τών υποσχέσεων που δίνουν τά σπουδαία πρόσωπα, οι πλούσιοι και ισχυροί, οι Άρχοντες, αυτοί που στέκονται ψηλά, αναγνωρίζονται από τούς τρόπους αυτών που τά πλασάρουν : ακουμπούν τό χέρι τους στον ώμο σου, σέ φιλάνε, σέ αγκαλιάζουν, χαμογελούν, διπλώνονται στα δυο για να σέ χαιρετήσουν· [ ]

τό πιο κατάλληλο και τό πιο αποτελεσματικό μέσο για να καταρρίψεις ένα ψέμα είναι να τό αντικρούσεις μ` ένα άλλο ψέμα.
[ ]

 

 

copyright λοιπόν για όλον τόν κόσμο και όλες τίς εποχές John Arbuthnot (1667 – 1735) αδελφικός φίλος τού Alexander Pope και τού Johnathan Swift, πρωτεργάτης και ιδρυτής τού Scriblerus Club, μοναδικός νομέας και δικαιούχος τού ανήλεου πνεύματός του για τό οποίο δεν έδινε δεκάρα, ενώ αντιθέτως προτιμούσε να κάνει τά χειρόγραφα τών γραπτών του σαΐτες για να παίζει με τά παιδιά του.

 

 

 

τό πρωτότυπο κείμενο

 

 

(πρόκειται όπως καταλάβατε για αναδημοσίευση παλιάς μου ανάρτησης από τό παλιό βλογ : είχε τότε και μια εισαγωγή (ως γνωστόν τό συνηθίζω) τήν οποία θεωρώ όμως περιττό να αναδημοσιεύσω – γι’ αυτό και βάζω μόνο τόν επίλογό (της)) : Μέ ενοχλούν τά ψέμματα που δεν περνάν με τίποτα καταβάθος για αλήθεια – ούτε καν γι’ αυτόν που τά λέει, πολύ περισσότερο γι’ αυτόν που τ’ ακούει και μάλιστα πείθεται – αλλά διαμορφώνουν παρ’ όλ’ αυτά ένα πραγματικό στρώμα αληθινής ζωής, ανίκητο και αδιατάρακτο, πάνω στο οποίο οποιαδήποτε συζήτηση περί αλήθειας ή ψέμματος φαντάζει, όχι απλώς γελοία, αλλά στην κυριολεξία εκτός θέματος : μ’ άλλα λόγια μέ ενοχλεί τό νικηφόρο αυτό ψέμμα που καμαρώνει πάνω στην ιδιωτική, τήν πολιτική, τήν κομματική και τή δημόσιά μας ζωή.

Μέ ενοχλεί με άλλα λόγια η καλύτερή μας και η πιο διαδεδομένη μας ηθική.

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 15, 2014

«για τήν ομορφιά»

 

 

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν μάς αρέσει να μιλούμε για τήν ομορφιά. Μήπως αυτή η λέξη και έννοια δεν είναι μια πηγή πλήξης ; Και η ομορφιά δεν είναι άραγε μια ιδέα υπέροχης ωχρότητας, ένα δασκαλίστικο όνειρο ; Λένε πως στηρίζεται σε νόμους· αλλά ο νόμος μιλάει στη διάνοια και όχι στο συναίσθημα, τό οποίο δεν αφήνει τή διάνοια να τό χειραγωγεί. Εξού και η ανία που δημιουργεί η τέλεια ομορφιά και δεν μπορεί κανείς να τής συγχωρήσει τίποτε. Τό συναίσθημα θέλει πραγματικά να έχει κάτι να συγχωρήσει, αλλιώς χασμουριέται και γυρίζει τήν πλάτη. Για να εκτιμήσει κανείς με ενθουσιασμό τό απλώς τέλειο πρέπει να είναι αφοσιωμένος στο νοητό και υποδειγματικό, μια δασκαλίστικη υπόθεση. Είναι δύσκολο ν’ αποδοθεί βάθος σ’ αυτόν τόν εγκεφαλικό ενθουσιασμό. Ο νόμος δεσμεύει μ’ έναν εξωτερικά διδακτικό τρόπο· εσωτερική δέσμευση προκαλεί μόνον η μαγεία. Η ομορφιά είναι μια μαγική συναισθηματική επίδραση, πάντοτε μισότρελη, πολύ ασταθής και εύθραυστη ακριβώς ως επίδραση. Βάλε πάνω σε ένα ωραίο σώμα ένα άσχημο κεφάλι, και αμέσως τό σώμα δεν θα είναι ωραίο, δηλαδή δεν θα συγκινεί πια τό συναίσθημα – τό πολύ στο σκοτάδι, αλλά τότε θα πρόκειται για απάτη. Πόση απάτη, πόσα ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα, πόση κοροϊδία δεν σχετίζονται με τό πεδίο τής ομορφιάς ! Και γιατί ; Επειδή μονομιάς είναι και πεδίο τού έρωτα και τού πόθου, επειδή εδώ ανακατεύεται τό φύλο, η σεξουαλικότητα, και καθορίζει τήν έννοια τής ομορφιάς. Ο κόσμος τών παρασκηνίων είναι γεμάτος από ιστοριούλες για νεαρούς που, μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες, έπαιρναν τά μυαλά τών αντρών, για δεσποινίδες που, φορώντας παντελόνια, μπορούσαν να εξάπτουν τά πάθη τών ομοίων τους. Η αποκάλυψη αρκούσε για να σβήσει κάθε συναίσθημα, αφού η ομορφιά έχανε τήν πρακτική της σημασία. Η ανθρώπινη ομορφιά ως συναισθηματική επίδραση είναι ίσως μόνο μαγεία τού φύλου, παραστατική εμφάνιση τής ιδέας τού φύλου, και θα ήταν προτιμότερο να μιλούμε για έναν τέλειο άντρα, για μια εξαιρετικά θηλυκή γυναίκα παρά για έναν όμορφο ή για μια όμορφη, ενώ μόνο με κατανοητή αυθυπέρβαση μια γυναίκα αποκαλεί όμορφη μιαν άλλη, όπως και ένας άντρας έναν άλλο άντρα. Περιπτώσεις στις οποίες η ομορφιά θριαμβεύει πάνω στην προφανώς μη πρακτική ιδιότητα και αποδεικνύει τήν απόλυτη δύναμη συναισθηματικής επίδρασης είναι μεν λίγες, αλλά υπάρχουν αποδεδειγμένα. Εδώ έρχεται να παίξει τόν ρόλο του τό στοιχείο τής νεότητας, δηλαδή μια μαγεία που τό συναίσθημα πολύ συχνά τή συγχέει με τήν ομορφιά, και έτσι η νεότητα, όταν δεν εξουδετερώνεται η έλξη της από πολύ ενοχλητικά ελαττώματα, συνήθως θεωρείται απλώς ως ομορφιά – και μάλιστα ακόμη και από τούς ίδιους τούς νέους, όπως δείχνει σαφέστατα τό χαμόγελό τους. Η χάρη είναι δική τους : μια μορφή έκφανσης τής ομορφιάς, που από τή φύση της κυμαίνεται στη μέση μεταξύ τού αρσενικού και τού θηλυκού. Ένας νεαρός δεκαεφτά χρονών δεν είναι ωραίος υπό τήν έννοια τής τέλειας αρρενωπότητας. Δεν είναι επίσης ωραίος υπό τήν έννοια μιας απλώς μη πρακτικής θηλυκότητας – αυτό θα ήταν ελκυστικό μόνο για ελάχιστους. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι η ομορφιά ως νεανική χάρη γέρνει πάντοτε ελαφρά προς τή θηλυκότητα από ψυχική και εκφραστική άποψη· αυτό έγκειται στη φύση της, στην τρυφερή της σχέση προς τόν κόσμο και στη σχέση τού κόσμου προς τήν ίδια, και ζωγραφίζεται στο χαμόγελό της. Είναι αλήθεια ότι ένας δεκαεφτάχρονος μπορεί να είναι πιο ωραίος από μια γυναίκα και έναν άντρα, ωραίος όπως μια γυναίκα και ένας άντρας, ωραίος και από τίς δύο πλευρές και με κάθε τρόπο, όμορφος και ωραίος, έτσι που να τόν χαζεύουν και να τόν ερωτεύονται τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες.

 

thomas mann «ο ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού»

 

 

 

 

 

 

τό απόσπασμα είναι από τήν αρχή τού δεύτερου τόμου, «ο νεαρός ιωσήφ», και μολονότι δεν δίνει μια πλήρη εικόνα για τό περιεχόμενο τού βιβλίου, μού άρεσε γιατί δίνει μια νύξη για τήν αμφιφυλόφιλη διάθεση τού ίδιου τού μαν στη ζωή του – έτσι όπως τήν μαθαίνουμε από τά ημερολόγιά του – είναι πολύ ωραία τά αποσπάσματα που ανακαλύπτει και δηλώνει ότι μπορεί να είναι ερωτευμένος με τόν 14χρονο γιο του (τόν κλάους)

παρ’ όλ’ αυτά τό βιβλίο είναι πολύ πλατύτερο

καταρχάς, δεν ξέρω βιβλίο για τήν ιστορία τής μυθολογίας (γιατί ουσιαστικά περί αυτού πρόκειται) που να ’χει συλληφθεί, και γραφτεί, με περισσότερο χιούμορ. Και εξάλλου δεν ξέρω βιβλίο τού τόμας μανν που να ’χει γραφτεί με τόσο κέφι – σχεδόν γελάει, σε κάθε πρόταση –. Και ακριβώς τό ελαφρώς ιερατικό ύφος τής αφήγησης υποκρύπτει μια τέτοια ειρωνεία που προκαλεί και πραγματικό γέλιο τίς στιγμές που ένας επιμελημένα καθημερινός και απρόσεκτος διάλογος μάς επαναφέρει στον άδοξο χρόνο τού ίδιου τού μαν, αφηγούμενου. Από τήν άλλη βέβαια ο αφηγητής έχει στη διάθεσή του όλα τά όργανα τού βάθους – από τήν ψυχανάλυση, ώς τήν λεπτομερή (υποθέτει κανείς) γνώση τών ιερατικών κειμένων, και ώς τίς πιο λεπτεπίλεπτες ικανότητες τού ταλέντου του για κατανόηση – τού πόσο αμφίσημο είναι τό έργο που έχει αναλάβει : οφείλει να αποκαθηλώσει τά ιερατικά κείμενα τής εβραϊκής παράδοσης, καταδείχνοντας τή ρεαλιστική τους καταγωγή – και τό ψέμα. Έτσι σε κάθε πρόταση σού γεννιέται ο πειρασμός να ανατρέξεις στα γνήσια κείμενα (τήν «παλαιά διαθήκη») και τήν ίδια στιγμή σού αναχαιτίζει τόν ενθουσιασμό, ο ενθουσιασμός τού ίδιου τού κειμένου : σού γεννιέται η ελπίδα ότι «ανατρέχοντας στις πηγές» θα βρεις τήν αλήθεια πίσω από τό κείμενο, που τήν ίδια στιγμή σέ καθηλώνει στην άλλη ελπίδα : πως ό,τι αληθινότερο θα μπορούσες να διαβάσεις για τή συγκεκριμμένη μυθολογία και όλες τίς μυθολογίες βρίσκεται ήδη στα χέρια σου, και τό έχεις μπροστά στα μάτια σου

για μένα είναι τό πιο απολαυστικό βιβλίο τού τόμας μαν, τό οποίο επιπλέον είναι στην πραγματικότητα μια saga τέσσερα ογκώδη βιβλία (στην πολύ καλή μετάφραση τού λευτέρη αναγνώστου) (άρχισα να τό διαβάζω τόν σεπτέμβριο στις διακοπές μου μαζί με κάτι άλλα, τά άλλα τελειώσανε αυτό κρατάει ακόμα)

 

 

 

 

φωτο

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: