σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 14, 2013

η πίπα ο πάγκος και τό παγκάκι

.

.

.

.

1 η πίπα και ο πάγκος

   τίς λυπάμαι τίς μεγάλες γυναίκες : άρχισα δηλαδή να τίς λυπάμαι όλες ανεξαιρέτως, από μια εποχή και μετά : κάποτε τίς συχαινόμουνα γιατί μού δημιουργούσαν προβλήματα, ήταν αυτές που είχαν τή μεγαλύτερη ζηλοφθονία και κακία για τή ζωή που (όπως έλεγαν) έκανα, αυτές που, ακόμη κι αν κάποιοι άντρες τής ηλικίας τους ενίοτε μπορεί και να μέ (κατ’ εξαίρεση) συμπαθούσαν, αυτές θα μέ έβλεπαν πάντοτε μέσα απ’ τό πρίσμα τής δικής τους στέρησης, με μίσος σχεδόν – και σίγουρα με αντιπαλότητα : καρφωμένες δηλαδή στον πάγκο τής (ελάχιστης) εξουσίας που τούς παραχωρούσε τό σύστημα στο οποίο είχαν επενδύσει και καταθέσει τή ζωή τους και τό σώμα τους και τό μυαλό τους, όλα ολόκληρα : κολλημένες στον πάγκο τής (μηδαμινής) εξουσίας που τούς είχε παραχωρηθεί με βάση τήν τρέχουσα αντρική ηθική – που τήν είχαν καταπιεί (και τήν είχαν πραγματοποιήσει (σε βάρος τής ζωής τους)) ολόκληρη : τίς έβλεπα με οίκτο αλλά επειδή μέ ενοχλούσαν τίς συχαινόμουνα. Ήταν άλλωστε και θέμα αυτοσυντήρησης να υπερασπίζομαι τήν κατάργηση τής ηθικής που τίς είχε σκλαβώσει – έβλεπα τά χάλια τους – έβλεπα μια ζωή χωρίς έρωτα γεμάτη ιδεοληψίες, θρησκοληψίες, και μίσος : όταν ήμουν μικρή, με βάση τή δύναμη που είχαν όλες οι μεγάλες γυναίκες στην οικογένεια στον δρόμο στην κοινωνία ολόκληρη, με βάση τήν αρραγή ενότητα ηθικής που μέ έπνιγε αλλά ήμουν ανίκανη να κάνω οτιδήποτε εναντίον τους, σαν παιδί αβοήθητη και καθισμένη στον πάγκο τού κατηγορούμενου μονίμως, ανυπεράσπιστη απέναντι στον πάγκο τής εξουσίας τού σύμπαντος κόσμου, ανταπόδιδα τό μίσος με μίσος : έφαγε η μούρη μου χώμα κατά τό κοινώς λεγόμενο, μεγάλωσα, και αυτές σιγά–σιγά έπαψαν να έχουν οποιαδήποτε δύναμη εναντίον μου : άλλαξε τότε αδιόρατα και πονηρά η συμπεριφορά τους – πονηριά οι άνθρωποι διαθέτουν έτσι κι αλλιώς – και από δεικτικές έγιναν σχεδόν ικετευτικές : εκλιπαρούσαν τώρα τήν κατανόησή μου παμπόνηρα : τήν απόκτησαν, τούς τήν έδωσα, σιγά–σιγά : σε ακραίες περιπτώσεις έβγαινε πάλι τό μίσος τους στην επιφάνεια – τό μίσος δεν εξαφανίζεται αν έχει καλούς λόγους να ’χει σχηματιστεί – απλώς θάβεται ή κρύβεται : κι όταν ξεθαβόταν έτσι άτσαλα, τότε έβγαινε και η παλιά δικιά μου αηδία πάλι : αλλά σε γενικές γραμμές τίς καταλάβαινα – τίς καταλάβαινα τόσο όσο δεν κατάλαβαν ποτέ οι ίδιες τόν εαυτό τους ( : υπήρξαν φυσικά και γυναίκες που είχαν επιδιώξει τόν έρωτα τήν ελευθερία ή τήν τέχνη στη ζωή τους – ήταν λίγες αλλά η ιδέα τους μέ στήριζε – η όψη τους ήταν μια ανάμνηση παρηγοριάς – γιατί  βρίσκονταν μακριά κατά κανόνα πάντα πάντως). Άρχισα να μπορώ και να μιλάω μαζί τους – μανία μου ήταν άλλωστε αυτό, τό να μαζεύω ιστορίες – άρχισα να μπορώ να τίς ακούω και να μην εκνευρίζομαι τόσο από τό γεγονός ότι αυτές δεν ήταν σε θέση να μέ ακούνε – κι αν κατά λάθος μέ ακούγανε, έβγαινε πάλι τό ίδιο παλιό μίσος : δεν μέ πείραζε τόσο τώρα : αυτός ο πάγκος, αυτή η ελάχιστη εξουσία που τούς είχε παραδοθεί (να ελέγχουν τή ζωή τών άλλων γυναικών, να φροντίσουν να μη γίνει καμιά τους ευτυχισμένη, να επιβεβαιώσουν τή διαιώνιση τής σκλαβιάς που αυτές τίς ρήμαξε και τίς έθαψε εν ζωή) είχε φαγωθεί είχε σαπίσει είχε γεμίσει σκουλήκια : δεν μ’ ένοιαζε και τόσο που δεν μ’ ακούγανε, είχα αποκτήσει υπομονή και κατανόηση, τό θεωρούσα σχεδόν φυσικό : άκουγα εγώ αυτές ( : και τό κυριότερο : άκουγα τή σιωπή γύρω τους, μια που κανένας ποτέ δεν φαινόταν να τίς είχε ακούσει : χωρίς να τό καταλάβω άρχισα να μισώ περισσότερο τούς άλλους (ακόμα κι εκείνους τούς άντρες που είχαν δείξει πάντα μια επιείκεια προς τή δικιά μου ηθική, ίσως φυσικά ιδιοτελώς) εκείνους τούς άντρες που με τή σιωπή τους έκαναν τή ζωή αυτών τών γυναικών (που μού είχαν κάνει εμένα τή ζωή τόσο δύσκολη) τελείως ανύπαρκτη, που τή σκότωναν πριν πεθάνει και τήν έθαβαν πριν ταφεί (ακυρώνοντας έτσι, θάβοντας στη σιωπή, και τό χειρότερο (σημαντικότερο από μια άποψη) κομμάτι και τής δικής μου ζωής) κι αυτή ήταν η απόλυτη επιτυχία τού όλου συστήματος : η ζωή τόσο εκεινών, όσο και η δικιά μου, να βυθιστεί, στα πιο καίρια σημεία της, εκείνα τά υπόγεια τά ανεπίτρεπτα τά παράνομα ή τά άφωνα, εντελώς στη σιωπή : ήταν λόγοι συμφέροντος : οι εχθροί μου έπρεπε να υπάρχουν ειδαλλιώς δεν υπήρχε ούτε η ζωή που τούς είχε αντιταχθεί.

   αρχές δεκαετίας τού ογδόντα βρέθηκα να μιλάω με μια κυρία τέτοιου είδους, πολύ καθωσπρέπει, που έμενε στην περιοχή τού άγιου παντελεήμονα (άγνωστη λίγο–πολύ τότε αν και εγώ τήν ήξερα πολύ καλά) και τήν άκουσα να μού διηγείται με αδέξια ντροπαλοσύνη (η πολύ αμήχανη αυτή ντροπαλοσύνη συνοδευόταν κι από μια διστακτική απόχρωση αποτυχημένου μοντερνισμού αλλά και έντρομης τόλμης) ένα φριχτό ανέκδοτο, ένα γεγονός δηλαδή που είχε συμβεί σ’ εκείνη τή γειτονιά (που τότε δεν είχε ίχνος αλλοεθνή, όπως κι όλη η ελλάδα κατά μεγάλο μέρος της, τότε) σε κάτι γνωστές της (πολύ μεγάλης ηλικίας γυναίκες κι αυτές, και μάλλον πέραν τού συνήθους θρήσκες : τίς θυμάμαι αμυδρά να τίς σκέφτομαι πάντα στα μαύρα και με μαύρα μαντήλια κιόλας στο κεφάλι – πράγμα που δεν είναι και απόλυτα σίγουρο ότι φορούσαν πραγματικά – μάλλον ήταν ντυμένες αστικά, στα μαύρα, και με τίς μαύρες τσαντούλες στο χέρι (ήταν κάτι σαν αδελφές νομίζω, ή ίσως φίλες, γεροντοκόρες πάντως (γυναίκες δηλαδή που δεν είχαν κάνει ποτέ έρωτα στη ζωή τους, αυτό τό είδος καθημαγμένων ερειπίων, με μια ασαφή και παντελώς άγνωστη εσωτερική ζωή, με μια εσωτερική ζωή αφανή ανάκουστη ανύπαρκτη – ανεπεξέργαστη ακόμα και για τίς ίδιες))) : αυτήν τήν ιστορία επειδή δεν τήν ξέχασα (δεν τα κατάφερα) ποτέ (και μού ’ρχόταν μάλιστα κατά διαστήματα πώς να τό πω, και σαν εφιάλτης, ακόμα και στα όνειρά μου που λέει ο λόγος) προβληματίστηκα πάρα πολύ με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τήν γράψει κανείς σε βιβλίο : και σχεδόν πάντα, συνέχεια, ο μόνος συγγραφέας που μού ’ρχόταν στο μυαλό σα βοηθός και μπούσουλας ήταν ο χένρυ τζαίημς (και όχι η τζαίην ώστιν όπως θα μπορούσε κάποιος αρχικά και λογικά να υποθέσει : όχι η θεία τζαίην όπως ούτε κι ο θείος σαίξπηρ εξάλλου – εξαιτίας ακριβώς, ή μάλλον, τού ακραιφνώς σεξουαλικού λεξιλόγιου που θα ’πρεπε να επιστρατέψει αναγκαστικά κανείς, μολονότι η επίμονη εσωτερικότητα που απαιτούσε η αφήγηση κατάγεται και υπάγεται και ανήκει ασυζητητί και στους δύο) : ο χένρυ τζαίημς μάλιστα ίσως εξαιτίας τής «κληρονόμου» του (όπως μάθαμε να λέμε τό washington square του) που έχει να κάνει με μια εντέλει γεροντοκόρη – όπως θα ’λεγε με τό δικό της λεξιλόγιο και η κυρία που μού μίλησε – αλλά νομίζω μάλλον κυρίως εξαιτίας τής απίστευτης ικανότητάς του να εμπλέκει ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και ήθους με τόν πιο αυτονόητο αποτελεσματικό ήπιο και ταυτόχρονα εφιαλτικό τρόπο : δεν έχω καταφέρει ακόμα να μπορέσω να τό περιγράψω, τό λέω εν συντομία λοιπόν τώρα ως εξής :

   μού λέει η συμπαθής κυρία : εκεί που περπατούσαν στο δρόμο προχτές τή νύχτα (γυρίζοντας δεν ξέρω από πού) τίς σταμάτησαν δύο νέα παιδιά και τούς βουτήξαν τίς τσάντες : κατατρόμαξαν οι κακομοίρες και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα ούτε ν’ αντισταθούν (και ήταν τά μοναδικά τους λεφτά εκειμέσα μού είπανε – η μια νομίζω παίρνει σύνταξη απ’ τόν πατέρα της ή τόν αδελφό της κι η άλλη δεν θυμάμαι από πού) : καταλαβαίνεις δυο γριές γυναίκες τώρα – τί να κάνουν – τίς σπρώξαν τίς βουτήξαν και τούς πήραν τίς τσάντες : τρόμαξαν, κατατρόμαξαν, βάλαν ίσως λίγο τά κλάματα (δεν θυμάμαι τώρα) αυτοί οι αλήτες τούς έδωσαν καμιά μπουνιά και σφαλιάρα ίσως (δεν θυμάμαι τώρα) πάντως τίς βρίσαν γέλασαν και τίς κορόϊδεψαν, τίς λέγαν συνέχεια κωλόγριες, ή σκέτο γριές. Καταλαβαίνεις οι καημένες τρομάρα που πήρανε, δεν ήταν μόνο που χάσαν τά λεφτά, στεκόντουσαν εκεί έντρομες μπροστά στα παλιόπαιδα και φοβόντουσαν μην τίς σκοτώσουνε κιόλας (ήταν πιασμένες κι απ’ τό χέρι, σκέφτηκα εγώ όπως είμαστε με τίς φίλες μας στο δημοτικό) και τσιμουδιά, δεν μιλάγαν καθόλου, δεν είπανε τίποτα. Αλλά τά παλιόπαιδα δεν φύγανε, βάλαν τά λεφτά στην τσέπη και ύστερα τίς είπαν να γονατίσουν, κι αυτές γονάτισαν τί να κάνουν γονάτισαν υπάκουα στο πεζοδρόμιο μπροστά στα πόδια τους, κι αυτοί τότε άνοιξαν τά παντελόνια τους και τίς είπαν να κάνουν, ξέρεις τί, με τό στόμα να τούς κάνουν… (Ξέραν τί να τούς κάνουν ; είπα εγώ. Δεν ξέραν είπε, πού να ξέρουν, αλλά αυτοί τούς δείξανε, τούς είπαν «στο στόμα σου, βάλτο στο στόμα σου και ρούφα»). Και οι καημένες τό κάναν κι αυτό, τί να κάνουνε (γελάκι από τήν κυρία – είναι χήρα, υπήρξε έγγαμος, αυτή ακόμα κι αν δεν τό ’κανε ποτέ στον άντρα της, τό ξέρει τουλάχιστον –) (Και έγινε όλο αυτό στον δρόμο ; (είπα αφελώς εγώ) δεν φοβόντουσαν μην τούς δει κανείς ; Δεν φοβόντουσαν όπως φαίνεται τά παλιόπαιδα είπε (ή ήταν ξελιγωμένα για τσιμπούκι είπα από μέσα μου εγώ) και έτσι γονατίσαν οι καημένες και άνοιξαν τό στόμα (διστάζει αν πρέπει να γελάσει) και τό έβαλαν μέσα, ξέρεις… και τό έκαναν (γελάει λίγο πιο ελεύθερα) και ύστερα έφυγαν και έμειναν αυτές στο πεζοδρόμιο γονατισμένες και ύστερα σηκώθηκαν, βοήθησαν η μια τήν άλλη να σηκωθεί, και κοιτάχτηκαν (ή δεν κοιτάχτηκαν, είπα μέσα μου εγώ) και σκύψαν τό κεφάλι και συνέχισαν καταλαβαίνεις να πάνε σπίτι (και τό έμαθε χτες από τό τηλέφωνο η τάδε, δηλαδή αναγκάστηκαν και τό είπαν επειδή ήταν τά λεφτά στη μέση και μετά σιγά–σιγά είπαν και τό άλλο) (πήγαν σπίτι τους μάλλον χωρίς να κοιτάζονται, είπα μέσα μου εγώ) (αν μού συνέβαινε εμένα θα ασχολιόμουνα με τό ότι αυτά τά βρωμόπαιδα τά λιμασμένα για τσιμπούκι θα ήταν άπλυτα και θα πρέπει να βρώμαγε η ψωλή τους, αλλά γι’ αυτές τίς δύο τό πρόβλημα πρέπει να ’ταν τελείως διαφορετικό σκεφτόμουνα, και αυτό ήταν που μού φαινότανε εφιαλτικό γιατί αυτό κατά πάσα πιθανότητα αποτέλεσε στο σχεδόν τέλειο τέλος τής στερημένης ζωής τους τήν πρώτη πραγματική γνωριμία με σωματικό και πραγματικό έρωτα (γιατί σκέφτηκα αυτές οι γυναίκες μέσα σ’ όλη τή φριχτή υστερία τους έχουν ζήσει τουλάχιστον μια ομορφιά, έχουν εξιδανικεύσει απόλυτα τήν ψυχή και τό σώμα τού ανύπαρκτου άλλου, εξιδανικεύουν ανενόχλητες και τά αισθήματα και τό μυαλό εκείνου που δεν φάνηκε ή φάνηκε και τόν απόρριψαν και έχουν ηρωοποιήσει τό μηδέν που δεν χάρηκαν (και ξαφνικά, λίγο πριν πεθάνουν, βρίσκονται μπροστά στην βρώμικη ψωλίτσα τού λιμασμένου για οποιοδήποτε γελοίο τσιμπούκι τού οποιουδήποτε πεινασμένου βρωμύλου και είναι αναγκασμένες να αναθεωρήσουν στο παραπέντε εκεί που δεν χωράει αναθεώρηση γιατί δεν χωράει ούτε επαναδιαπραγμάτευση ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία)))

   αυτή η εσωτερική ζωή που η όποια γελοία κερδισμένη ισορροπία της καταρρέει από μια βρώμικη λιμασμένη ελληνική περήφανη μικροψωλή μέ εκνεύρισε επειδή τήν είδα (στην πραγματικότητα τήν άκουσα) να καταρρέει με τέτοιο ταπεινωτικό τρόπο – στην ιστορία, τήν επίσημη ιστορία τών αντρών και τών αειθαλών πολέμων τους, τέτοιες ταπεινωτικές καταρρεύσεις ισοδυναμούν με ηρωισμούς και δάφνες και χρυσές σελίδες (ας θυμηθούμε τό μανιάκι) λοιπόν κατάληξα ότι μέ εκνεύρισε που αυτή η ταπεινωτική κατάρρευση δεν εξισώθηκε ποτέ με τίποτα, και δεν μπορούσε να εξισωθεί : τό ότι άντεξαν τήν ξυνίλα, τό ότι έφτυσαν ίσως φοβισμένες και στα κρυφά παραδίπλα, τό ότι σηκώθηκαν και τούς τρέχανε κάτι υγρά απ’ τό στόμα και τά σκούπισαν κρυφά η μια απ’ τήν άλλη (πώς άραγε ; με τό μανίκι ή βγάλαν κάνα μαντηλάκι ; ) τό ότι γύρισαν σπίτι με τά κεφάλια σκυμμένα και δεν ήταν τό ότι έμειναν άφραγκες και τό τί θα τρώγανε αύριο που τίς ένοιαζε τόσο, όσο τό ότι δεν είχαν λέξεις να μιλήσουν γι’ αυτή τήν ξυνίλα, κι ίσως τό ότι η μία απ’ τίς δύο μίλησε από τό τηλέφωνο τελικά (κι η άλλη ίσως τήν άκουγε καθισμένη απέναντι, με κείνη τήν καταρρακωτική περιέργεια τού τί λέξη θα χρησιμοποιήσει, μήπως ήξερε η άλλη λοιπόν τί λέξη υπάρχει γι’ αυτό ; ) και με τί αφάνταστη ταπείνωση και συντριβή παραδέχεσαι (από μέσα σου : η φαντασία μου δεν φτάνει να τίς βλέπει να τό λεν δυνατά) ότι έχει ενδιαφέρον αυτό τό πράγμα αν γινόταν μ’ αυτόν που αγάπησαν κάποτε και δεν θα μπορέσουν ποτέ να τό ζήσουν με τέτοιο όρο γιατί σε πέντε χρόνια θα πεθάνουν (τό ξέρουν, τό υπολογίζουν περίπου (και δεν υπάρχει περίπτωση να βρουν άντρα τώρα να τό κάνουν με όρους αγάπης ή καύλας γιατί δεν υπάρχουν άντρες στην ηλικία τους διαθέσιμοι αλλά ούτε μπορντέλα, έστω φτηνά μπορντέλα για γυναίκες να πάνε να δουν – και ο πόνος που έρχεται ξαφνικός και ξεπερνάει τήν ταπείνωση τής βίας και τού γονατίσματος είναι τό σφάξιμο στην καρδιά από τήν ανήλεη ήττα τής σιωπής τής ανυπαρξίας και τής αφωνίας τών πράξεων και τών λέξεών τους))

   και τό ότι αυτά δεν πρόκειται να υπάρξουν σε καμιά ιστορία ήταν τό κομμάτι τού εφιάλτη που μ’ απασχόλησε, τό ότι κανείς δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί με τό πώς (σηκώθηκαν κι έφυγαν, με τό πώς σχεδόν δεν μίλησαν για τή γεύση τού βρώμικου υγρού που για μια στιγμή τίς τρόμαξε καθώς τό πήραν σίγουρα για κάτουρο, για τό πώς) θα πάρουν μαζί τους στον τάφο τήν ξυνίλα τής τελειωτικής περιφρόνησης τού σύμπαντος για τό ματαιωμένο αλλά όχι ανύπαρκτο ακόμα στόμα και όνειρο και σώμα : όλοι μπορεί ν’ ασχοληθούν με τά λεφτά που τούς πήρανε, αλλά για τήν καταρρακωτική βρωμοψωλή τό πεινασμένο σκουλήκι που τρώει και τήν τελευταία ομορφιά τής διά βίου στέρησης κι ονείρωξης δεν θα γίνει ποτέ λόγος : αυτή η διά βίου στέρηση πρέπει να υπάρξει (ασφαλώς και πρέπει, ήταν υποχρεωτική για κάτι αιώνες) αλλά δεν πρέπει να τήν συμπονέσουμε ούτε να τήν αναλύσουμε ούτε να τήν δούμε ούτε να τήν ακούσουμε ούτε να τήν μυρίσουμε : σχεδόν δεν έχουμε λόγια γι’ αυτήν : θα προκαλέσει οίκτο, ακόμα και κοροϊδίες, αλλά δεν θα επισύρει ποτέ κατανόηση :

   εξαυτού άρχισε κυρίως να μέ ενοχλεί τό οποιοδήποτε δείγμα αδιαφορίας προς αυτά τώρα επιπλέον τά άηχα : άρχισα να τό παίρνω απόφαση ότι τά άηχα δεν αφορούν μόνο δηλαδή τά παιδιά που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς μεγάλες γυναίκες ούτε μόνο τίς μεγάλες γυναίκες που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες σαν μικρά κοριτσάκια (μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς άλλες μεγάλες γυναίκες που τούς κάνουν τή ζωή δύσκολη όπως τό ξέρω καλά) αλλά κι αυτές που περισσότερο απ’ όλες ποτέ μου δεν χώνευα, αυτές που κυρίως δεν χώνευα πια, δηλαδή τίς γριές : αλλά ούτε τά μικρά κοριτσάκια, ούτε οι μεγάλες γυναίκες, ούτε καν οι γριές υπήρχαν εδώ που τά λέμε και πριν καν ποτέ : και όταν ξύπνησαν οι σοφοί τών κομμάτων και γίναν ευαίσθητοι άρχισαν να υπάρχουν πάλι άντρες μόνο φτωχοί και άθλιοι και ξένοι αλλά άντρες μόνο, και τά πάθη τους μόνο, και που καλό και προοδευτικό είναι να τούς λυπηθείς για τά πάθη τους μόνο, αλλά εκείνες δεν φαινόντουσαν πάλι και δεν ακουγόντουσαν πάλι παρά μόνο αν ήταν να πνιγούν στις βάρκες για να τίς λυπηθούνε μετά ως νεκρές ή ετοιμοθάνατες ή ανύπαρκτες ή άφωνες, όπως κι εκείνες που κυκλοφορούσαν εξάλλου με τή μαντήλα είτε εδώ είτε στο βερολίνο ενώ οι άντρες τους που είχαν έρθει στον γενναίο και μοντέρνο μας κόσμο δοκίμαζαν ελεύθερα και κάνα τσιμπούκι απ’ αυτά που στην πατρίδα τους μπορεί και δύσκολα νά ’βρισκαν, και να βλέπω μετά μανίας εκείνες τίς άλλες τίς ντόπιες να κυκλοφορούνε με τή μαντήλα στα βόρεια ενώ κανένας δεν νοιάζεται και τά κόμματα όταν (καταδεχτούν να) μιλήσουν γι’ αυτές να τίς βάζουν ξανά τελευταίες στη σειρά και με (τί εφευρετικό) τόν όρο τόν τιμητικό ως πολύ μειονότητες, και να τίς αναγνωρίσουν πάλι όταν ξανά τούς συμφέρει σαν τό μισό τ’ ουρανού : γιατί έχουν υπάρξει και μαοϊκοί και αριστεροί κάθε είδους και άντρες περήφανοι κι έξυπνοι, κι έτοιμοι για τόν πάγκο τής εξουσίας τους ξανά και ξανά

 

2 ο πάγκος και τό παγκάκι

   τήν κυρία δημουλά ποτέ δεν τήν θαύμασα όσο άλλες έκαναν εσχάτως ως ποιήτρια και δεν τό λέω τώρα, ευτυχώς τό ’χω γράψει πιο πριν (προς τό τέλος αυτού τού ατέλειωτου κείμενου για όσες ενδιαφέρονται χωρίς να ’χουν χρόνο) – για τήν ακρίβεια πολύ παλιά είχα διαβάσει τό «λίγο τού κόσμου» τήν πρώτη της αν δεν κάνω λάθος ποιητική συλλογή που μού τήν είχε συστήσει ένας φίλος τότε που τή δημουλά κανείς δεν τήν ήξερε (όλοι ξέραν τόν άθω δημουλά, τόν άντρα της) και μού είπε μια μέρα : «έχουμε δυο άγνωστες πολύ καλές ποιήτριες πάντως, τήν ελένη βακαλό και τήν κική δημουλά» : η βακαλό κατά τή γνώμη μου είναι πολύ σπουδαιότερη ποιήτρια, αλλά και πιο δύσκολη, εξαυτού εξακολουθεί να είναι και άγνωστη στο πλατύ και τό φαρδύ κοινό

   αυτά γίναν παλιά, και από τή δημουλά μού είχε μείνει εμένα εκείνο τό συ – σι – σι – σι ως ήχος τής βροχής και άλλων πραγμάτων / στη συνέχεια τήν ξέχασα, δεν πολυδιάβαζα και ποίηση / και ύστερα άρχισαν να τήν ανακαλύπτουν πάρα πολλοί : πέθανε και ο άντρας της, και χωρίς να τό καταλάβω έγινε ένας χαμός : στο κείμενο τό δικό μου στην αρχή που ανέφερα (ας τό πω από εδώ για να μην ψάχνετε) έλεγα : «…εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν καταδεχότανε να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;…»

   συνεπώς οι καλές κουβέντες που λέγονταν μ’ αφήναν αδιάφορη, και οι κακές που λέγονταν απ’ τή στιγμή που πήγε μ’ ένα κόμμα και δεν πήγε μ’ ένα άλλο, μ’ αφήναν επίσης : και δεν θα είχα καμία διάθεση τώρα ν’ ασχοληθώ αν δεν αναγκαζόμουνα να διαπιστώσω και να προσέξω ότι σε όλα όσα γράφτηκαν κανείς δεν ενοχλήθηκε από τήν επίθεση προς τούς γέρους που περιγράφτηκε λίγο πιο πριν : για τήν ακρίβεια, τά λεγόμενα όπως είδα (εκεί που αρχίσαν φαντάζομαι και οι ερωτήσεις) ήταν :

 

αν έχετε κάτι άλλο ρωτήστε με
μην ξεχνάμε πως οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω τής φτώχειας τών χωρών εκείνων. Ήλθαν να ζήσουν εδώ πέρα. Οι ξένοι (οι Αλβανοί τουλάχιστον) επιστρέφουν βέβαια στις πατρίδες τους // Θα πρέπει να τό πούμε πάντως και αυτό, πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος, κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο.
Σας λέω ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο πράγμα : Πυθίας 42 ήταν τό πατρικό μου όπου ζει σε ένα διαμέρισμα η αδελφή μου. Δύο φορές τήν πήγαν στο νοσοκομείο, δύο φορές τήν παραμόρφωσε ένας έξω από τό σπίτι διότι δεν έβρισκε τά κλειδιά για να μπει μέσα…
Τήν πρώτη φορά και εκείνη και τόν άνδρα της επί δύο ώρες τούς έκλεισαν τό στόμα, τούς έκλεισαν στο μπάνιο και έκλεβαν τό σπίτι ανενόχλητοι.
περιορισμένα περιστατικά ναι αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι τής Κυψέλης είναι και ληστές
πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν τήν ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος
βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τούς αγαπάμε τούς ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι // Εγώ συνήθισα με τούς ξένους, να ξυπνώ και να τούς βλέπω. Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια τού σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τόν φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία //

 

   δεν μ’ ενδιαφέρει να υπερασπιστώ ούτε τήν κυρία δημουλά, ούτε όσους τήν κατηγόρησαν, ούτε όσους τήν υπερασπίστηκαν – μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω : κι αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι δεν είδα πουθενά, κανέναν, ούτε απ’ τούς μεν, ούτε απ’ τούς δε, να αναφέρει τό περιστατικό τής βίας εναντίον τών ηλικιωμένων ανθρώπων, μολονότι αυτό ειπώθηκε και πρώτο : εστίασε μονομερώς μία (άλλη) γυναίκα στο παγκάκι, και ακολούθησαν όλοι σαν υπνωτισμένοι πάνω σ’ αυτό

   (να προσθέσω σχετικά με τήν ύπνωση επειδή είδα και φωτογραφίες : δίπλα στην κυρία δημουλά λοιπόν καθόταν ο κύριος κουμανταρέας ο οποίος από τηλεοράσεως (και ευθέως και θρασέως και ήρεμα και ψύχραιμα και προετοιμασμένα) προ καιρού είχε εκφράσει τήν άποψη ότι στις γυναίκες μπορεί και να τίς αρέσει να τίς ασκούνε βία : και δεν είδα να γίνεται ούτε τό ένα χιλιοστό τού χαμού και τού ντόρου και τής σάρας και τής μάρας που έγινε τώρα που μία γυναίκα υπονόησε ότι στις γυναίκες μπορεί και να μην τούς αρέσει να τούς ασκούνε βία)

   δεν ξέρουμε να διαβάζουμε, δεν ξέρουμε ν’ ακούμε, και γενικά δεν είναι φαίνεται ο καιρός μας ακόμα – ο πάγκος τής εξουσίας δεν ήταν άλλωστε ποτέ μόνο ο πάγκος τής κυβέρνησης, ήταν κι αυτός ο σκληρός και σκουληκιασμένος τών κομμάτων και τών αντρών και τής αγίας και ομοουσίου αγίας τριάδος και οικογένειας : με τίς υγείες μας, όσο αντέχουμε να τούς ανεχόμαστε

   στη δεκαετία τού ’70 (προς τό τέλος της) και τού ’80 (προς τήν αρχή της) υπήρξε σ’ αυτή τήν έρημη χώρα κι ένα φεμινιστικό κίνημα με φαντασία και, όσο μπορούσα να δω τότε, αυτόνομο (θυμάμαι μια σκούπα και μια λάβρυ – κοιτάξτε για άλλα κι εδώ) : και τώρα βλέπω τίς περισσότερες να κοιμόμαστε λάβρες και να σκουπίζουμε τά δάκρυά μας μόνο για άντρες που δέρνουν κατ’ έθιμο και λιθοβολούν τίς γυναίκες τους, με μαντηλάκι

 

3 τό παγκάκι και η πίπα

   τό περί «αυτονομίας τής τέχνης» είναι ένα αρκετά εκνευριστικό ζήτημα για όποιον δεν βρέθηκε ποτέ στην ανάγκη να ρισκάρει να πει μόνος του τίς αρλούμπες του («μόνος του» εννοώ μόνος του : χωρίς βοήθεια από γραφτά άλλων και επικαιρικές τού κόμματος ή άλλου πάγκου ντιρεκτίβες) : δεν πρόκειται να αναλυθεί εδώ (άλλοι έχουν προσπαθήσει) – εγώ είμαι σε θέση (απ’ τόν δικό μου αυτόν πάγκο) να πω τά εξής :

   τήν ώρα που κάθεσαι να γράψεις (ή να ζωγραφίσεις) απελευθερώνεις τμήματα τού εαυτού σου τά οποία κανονικά δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην έξω ζωή : (έτσι ο πικάσο όταν υπήρχε γύρω του ρολόϊ ένιωθε ότι υπάρχει κόσμος στο δωμάτιο) : οι δυνατότητες αυτές όταν ξαναβγαίνεις στον κόσμο κατά κανόνα παύουνε να λειτουργούν και αποσύρονται στα ενδότερα : έτσι ο πάουντ μπορεί στον έξω κόσμο, δηλαδή στο ραδιόφωνο, να λέει αρλούμπες (φασιστοειδείς), ο έλιοτ να γίνεται βασιλόφρων και θρήσκος, ο παπαδιαμάντης ψάλτης στου αγίου ελισσαίου, η έμιλυ μπροντέ ένα κορίτσι στο χωριό που κάνει βόλτες, και η έμιλυ ντίκινσον ένα κορίτσι στην πόλη που ψήνει ωραίο ψωμί. Χρειάζεσαι τό δωμάτιό σου και τήν ησυχία σου για να βγάλεις στην επιφάνεια αυτό τό άλλο κομμάτι που κανονικά στον έξω κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει :

I am nobody – who are you ?
Are you nobody too ?

   nobody δεν μπορείς να είσαι έξω – προσπαθείς να είσαι κάποιος, κακήν κακώς. Η διαλεκτική τής αυτονομίας τού απαγορευμένου εσωτερικού σου δυναμικού είναι πολύ πιο πολύπλοκη βέβαια. Χοντρικά όμως, μαύρο–άσπρο όπως συνηθίζουμε να διαβάζουμε τά πράγματα σήμερα, αυτός που είσαι όταν γράφεις είναι ένας άλλος. Αυτό εννοούσε και ο πιτσιρίκος ρεμπώ με τό j’ est une autre – άλλο αν μετά τόν φρόϋντ μπορούμε να τού δώσουμε επιπλέον αποχρώσεις, και να τό καταλάβουμε και καλύτερα

   η κυρία δημουλά μια ζωή, απ’ ό,τι ξέρω, δούλευε στην τράπεζα και στο σπίτι της έπλενε πιάτα, και μπορεί και να μαντάριζε και τίς κάλτσες τού άντρα της – γι’ αυτό και εκτίμησε τόν καλό ξένο ράφτη – άλλο αν κάποιες ώρες κλεινόταν στο δωμάτιό της και έγραφε. Σίγουρα ένα τμήμα τής ίδιας γυναίκας είναι αυτό που τάχτηκε με ένα κόμμα τής δεξιάς, θέλησε να γίνει ακαδημαϊκιά, κι ίσως ελπίζει ότι μπορεί να πάρει και νόμπελ. Τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά όμως δεν υπήρχε, τουλάχιστον όταν έγραφε τά καλύτερά της ποιήματα. Όταν βγαίνει στον δρόμο να μιλήσει για τό παλιό της σπίτι και τή γειτονιά της είναι μια άλλη εν πολλοίς. Η κυρία δαμιανίδη και οι άλλοι (άλλες) που απομόνωσαν ένα κομμάτι απ’ όσα είπε, αγνοώντας ένα άλλο σπουδαιότερο, ποιον εαυτόν έχουν, όταν κλείνονται στο δωμάτιό τους να γράψουν τί ;

   δικαιούμαι να πιστέψω ότι είναι ο εαυτός που αγνοεί τή βία και τήν επίθεση και απομονώνει τόν πάγκο (τί πίπα – )

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Οκτώβριος 15, 2012

(κάκτοι στους δρόμους # 2) : άρνηση φόβου άρνηση συζύγων άρνηση βραβείων

.
.
.
.

  πιο νέος μπροστά στο βιβλιοπωλείο του : φέτος (ούτε γω τό ’ξερα) γιορτάζονται στην αμερική τά 30 χρόνια ενός καταπληκτικού θεσμού : ένας μήνας αφιερωμένος στα απαγορευμένα βιβλία (περισσότερες πληροφορίες εδώ)

.
.
.

   άρνηση βραβείου ως προαγωγού λογοκρισίας

   ο αμερικανός ποιητής lawrence ferlinghetti αρνήθηκε πριν λίγες μέρες τό βραβείο pannonius (και τά συνακόλουθα 50.000 ευρώ που τό συνοδεύουν) διότι η ουγγρική κυβέρνηση που χρηματοδοτεί εν μέρει τό βραβείο είναι ένα «αυταρχικό καθεστώς που έχει καταστείλει τήν ελευθερία τού λόγου και τίς πολιτικές ελευθερίες» (ο φερλινγκέτι πρότεινε αντ’ αυτού τά χρήματα τού βραβείου να δοθούν στο ουγγρικό παράρτημα συγγραφέων τού pen club με μοναδικό σκοπό να βοηθηθεί η έκδοση έργων τών ούγγρων συγγραφέων που με τά γραφτά τους υποστηρίζουν τήν απόλυτη ελευθερία τού λόγου, τά πολιτικά δικαιώματα και τήν κοινωνική δικαιοσύνη)

   είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς σήμερα τέτοια περιφρόνηση προς και λεφτά και βραβεία

   εδώ ολόκληρο τό γράμμα του

.

ο λώρενς φερλινγκέτι διαβάζει τό ποίημα του pity the nation : «να λυπάσαι τό έθνος» (εδώ παλιότερο ποίημα, με τόν ίδιο τίτλο, τού αμερικανολιβανέζου ποιητή khalil gibran)

.
.
.

   εδώ τό βιογραφικό τού φερλινγκέτι από τή σελίδα τού βιβλιοπωλείου και τών εκδόσεων city lights που ίδρυσε μαζί μ’ έναν φίλο του τό 1953 (τό 1956 εκδόσανε τό «ουρλιαχτό» τού γκίνσμπεργκ και ο φερλινγκέτι συνελήφθη με πρόσχημα κάποιον (αντίστοιχο τών δικών μας, υποθέτω) νόμο περί ασέμνων – πέρασε από μια δίκη, που συντάραξε τήν αμερική, και τελικά αθωώθηκε έχοντας τήν ομόθυμη υποστήριξη ολόκληρου τού λογοτεχνικού και ακαδημαϊκού κόσμου – εκεί).

.

.

.

   άρνηση συζύγου ως προαγωγού και προστάτη

   pussy riot : πήρανε τό όνομά τους από τό παλιό αμερικάνικο χαϊδευτικό για τίς γυναίκες, τό pussycat – που στη συνέχεια έγινε συγκεκομμένο (και αδιακρίτως εναλλασσόμενο, όπως και στα ελληνικά) και μουνί και γκόμενα : θα μπορούσε κανείς να μεταφράσει λοιπόν τό όνομα τού συγκροτήματος και εξεγερμένες γατούλες και εξεγερμένα μουνιά : τήν ιστορία που προέκυψε εσχάτως με τόν άντρα τής νάντιας τολοκονίκοβα τήν έμαθα από τό περιοδικό free–voina και επειδή δεν ξέρω ρωσικά, αρκούμαι σ’ ό,τι διάβασα εκεί μεταφρασμένο

.
.
.

   αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα εμένα είναι η συνέπεια (όπως και στην περίπτωση τού αμερικανού ποιητή) προς κάποιες γαμημένες αρχές μας : δεν ξέρω τί μεσολάβησε ακριβώς, και τί ακριβώς δηλώσεις ή ενέργειες έκανε ο άντρας τής ναντιέζντας, πιότρ βερσίλοφ : (εδώ είχα βάλει ένα βίντεο όπου όντως μιλούσε σαν να εκπροσωπεί τό συγκρότημα) (στο μεταξύ η μία από τίς τρεις τού συγκροτήματος που είχαν συλληφθεί αφέθηκε όπως μάθαμε ελεύθερη (εδώ συνέντευξή της με πληροφορίες γενικά) αλλά οι άλλες μένουν στη φυλακή)

   κι έχει τεράστια σημασία πιστεύω ότι παρόλο που αντιμετωπίζουν τήν προοπτική μιας εκτόπισης – που κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι και τί θα φέρει (τό καθεστώς τών σταλινοθρεμμένων ασφαλιτών που κυβερνάει τή ρωσία σήμερα έχει δώσει επαρκή δείγματα ότι ακολουθεί τίς μεθόδους τού παρελθόντος (;) πατερούλη και ως προς τούς (τίς) διαφωνούντες) – μία γυναίκα παρόλ’ αυτά αρνείται να δεχτεί τόν σύζυγό της τόν σύντροφό της τόν άντρα της, ως προστάτη και (εξαυτού) προαγωγό : επιμένοντας σε μια φεμινιστική καλλιτεχνική και αναρχική συνείδηση – που για τά δικά μας τουλάχιστον ήθη είναι ξένη γλώσσα – όχι απλώς ρώσικα αλλά στην κυριολεξία κινέζικα :

«pussy riot can be nothing other than a young woman in a balaclava»

«…ο πιοτρ βερσίλοφ σφετερίστηκε τόν ρόλο ανθρώπου που παίρνει αποφάσεις και εκπροσωπεί τίς pussy riot πράγμα που παραβιάζει τήν ίδια τήν ιδεολογία τού γκρουπ. Κι αυτό, γιατί νόμιμη εκπροσώπηση τής ομάδας δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο από ένα κορίτσι που φοράει μπαλακλάβα. Επιπλέον, δεν χωράει θέση παραγωγού/προαγωγού/οργανωτή σε ένα συγκρότημα πανκ με αντι–ιεραρχική δομή. Κάθε προσπάθεια να διεκδικήσει κανείς μια τέτοια θέση αποτελεί προδοσία και τού πανκ και τών pussy riot.
  τολοκονίκοβα ν. α., 11 οκτωβρίου 2012».

.

.

.

   malala yousafzai : η άρνηση τού φόβου μου

   η γενναιότητα τού μικρού κοριτσιού και τό μίσος τών άλλων μ’ έχουν αφήσει τόσο ξερή και άναυδη, που αδυνατώ να πω οτιδήποτε : εύχομαι μόνο με τή δύναμη που έχει να μπορέσει να νικήσει τίς σφαίρες και να επιζήσει    ( : και μακάρι να ’μουνα θρήσκα για να μπορούσα να καταραστώ στον φριχτότερο δυνατό θάνατο αυτά τά θρησκευόμενα κτήνη που είπαν ότι θα τό ξαναεπιχειρήσουν – μερικές φορές εύχεται κανείς να ’χε δίκιο ο δάντης και να μπορούσε να υπάρξει κόλαση –)

   εδώ και εδώ τά ημερολόγιά της όπως δημοσιεύτηκαν τό 2009 στο bbc urdu online

   και διαβάστε κι αυτό

.
.
  

.

.

.

.

.

.

.

.

Αύγουστος 25, 2012

φεμινιστικά ☻ με αφορμή τίς pussy riot ☻

.

.

.

.

.

   κατ’ αρχάς για να μην ξεχνιόμαστε : λείπω…

   αυτό τό ποστ γράφεται επομένως εν τη απουσία μου – όπως και τό προηγούμενο…

   αλλά επειδή τά γεγονότα δεν μ’ αφήνουν ούτε ν’ αγιάσω ούτε να δουλέψω ούτε να διαβάσω (για να ξεροσταλιάσω (δηλαδή στη θάλασσα) προς τό παρόν δεν τό συζητάμε…) :

   να πω ότι χρειάζονται επειγόντως υπογραφές για τήν απελευθέρωση τών pussy riot – απ’ όσες/όσους δεν έχουν υπογράψει ακόμα αν και θα τό ’θελαν ( : δεν θέλω να τό γρουσουζεύω αλλά η φυλακή για τά κορίτσια αυτά δεν μού φαίνεται να είναι και μια οποιαδήποτε φυλακή (σαν τού νορβηγού να πούμε) – προσωπικά φοβάμαι ακόμα και για τή ζωή τους – ο ρώσος μαφιόζος έχει αποδείξει ότι είναι ύπουλος εκδικητικός και μουλωχτός δολοφόνος) : υπογράφετε εδώ

.

   διαβάστε επίσης εδώ τήν ιστορία τής nagla wafa

   ( : αυτή τήν ιστορία τή βρήκα στο βλογ τής αλεξάνδρας κίνιας και για να τήν περιγράψω πολύ σύντομα ας πω ότι πρόκειται για μια γυναίκα από τήν αίγυπτο που έχει μπλέξει σ’ έναν άνευ προηγουμένου εφιάλτη στη σαουδική αραβία και αυτή τή στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 5 χρόνων αφού πρώτα έφαγε και 500 βουρδουλιές – εξαιτίας τών οποίων σήμερα η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο – διότι είχε τήν ατυχία ν’ ανοίξει μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση σε μια χώρα που διαθέτει, εκτός από τίς άλλες της μισαλλοδοξίες και βασιλική οικογένεια, τής οποίας ένα μέλος (κάποια πριγκίπισσα να πούμε) αποφάσισε να τής φάει τήν επιχείρηση και να τήν πληρώσει προκαταβολικά και με βουρδουλιές)

.

.

νά και τό ιστορικό τών ακτιβισμών τής καλλιτεχνικής δράσης και τής σύλληψης τών κοριτσιών απ’ τή ρωσία,
όπως τό αφηγείται ο άντρας τής μιας απ’ αυτές, τής ναντιέζντας (σ’ ένα φόρουμ
για τήν ελευθερία
που έγινε στο όσλο τόν μάϊο, και τό βρήκα εδώ) :

.

.

.

βρήκα όμως κι ένα βίδεο για τόν ενγένει μισογυνισμό στα κοινωνικά δίχτυα μας (από τήν κουήνι με τής οποίας
τό κείμενο παρεμπιπτόντως συμφωνώ απολύτως αλλά ας μπει κι αυτό εδώ ως φόρος τιμής στις
απανταχού μισαλλοδοξίες) :

.

.

.

και νά κι ένα τραγούδι από τίς ωραίες γιαγιάδες (εδώ τα λόγια του)
(τό βρήκα στις φεμινιστοφιλοσόφισσες)

.

.

   αυτό βέβαια έχει ξεκινήσει, δεν χρειάζεται καν να τό πω (αν και δεν διάβασα και πολλά στα ελληνικά) από τήν γνωστή παγκοσμίως κοτσάνα για τόν «νομικά ορθό βιασμό» (ή «αυθεντικό», ή «γνήσιο» ! ) ενός αμερικανοηλίθιου πολιτικού

.

.

   αυτά για σήμερα και ελπίζω να μην χρειαστεί να ξανάρθω πριν ολοκληρωθούν οι αδιακόπως ήδη διακοπτόμενες διακοπές μου

.

.

.

.

.

Μαΐου 18, 2012

ο εθνικισμός οι επίδοξοι δικτατορίσκοι και η ποίηση μετά τό άουσβιτς

.

  

.

   διακοπή τών καβαφικών για άλλη μια φορά σήμερα (αυτές είναι οι εκλογικές περιπέτειες τού καβάφη…)

   αλλά καθώς πάμε για νέες εκλογές αισθάνομαι τήν ανάγκη να ανατρέξω στα προεκλογικά συμβάντα τών αμέσως, προ δεκαημέρου, προηγούμενων :

   μόνο που αυτό σήμερα δεν είναι ανάρτηση αλλά μάλλον κατάβαση και μάλλον, επιπλέον, κάτι σαν γράμμα, τελείως μάταιο όμως :

   και μάταιο και άχρηστο, γιατί αυτοί στους οποίους θα απευθυνόταν δεν θα τό διάβαζαν ποτέ, όσοι θα τό διαβάσουν ήδη όλ’ αυτά τά ξέρουν, και καταλήγει τελικά να είναι ένα γράμμα που επιστρέφει ως μονόλογος στον αποσβολωμένο εαυτό του : αυτή είναι και η μόνη του χρησιμότητα – η χρησιμότητα που έχουν συνήθως με άλλα λόγια όλα τά γραφτά : να ειπωθούν, τά πράγματα, απλώς : και να τά πω κατασκευάζοντας (επιπλέον) τήν (καταχωνιασμένη) αυταπάτη ότι θα μπορούσε να τ’ ακούσει, σ’ ένα άλλο σύμπαν, και κάποιος απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές έναν επίδοξο δικτατορίσκο – για να διαμαρτυρηθούν που η πολιτική ζωή στη χώρα δεν αποτελείται από τελείως άψογους δημοκράτες :

   περίεργο φάρμακο μα τήν αλήθεια : ακόμα και τά παιδιά ξέρουν ότι δεν πρέπει να παίζουν με τά κρυμμένα πηγάδια, γιατί μπορεί να πέσουν μέσα : ακόμα και τά άλογα ζώα έχουν ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης – δουλεύουν με τή μύτη, μυρίζονται καλά τούς εχθρούς τους ακόμα κι αν είναι τυφλά, και δεν βλέπουν καθόλου. Ακόμα κι αν πεινάνε και τούς ρίξεις τροφή, τή μυρίζουν πριν τή φάνε – οι γάτες σίγουρα – τά μυρίζονται δηλαδή τά σάπια

   μόνο εμείς ως ανώτερο είδος έχουμε αναπτύξει τόσο τό μυαλό μας που να χάσουμε όλες τίς άλλες αισθήσεις – και τό μυαλό μας δουλεύει και μονόπαντα : δεν είναι τέλειοι δημοκράτες αυτοί που κυβερνάνε, φέρε αυτούς που μισούν τήν ίδια τήν έννοια τής ελευθερίας εν τή γενέσει της : τό τέλειο φάρμακο – ποιό άλλο ζώο μπορεί να ’ναι τόσο ηλίθιο;

   η αλήθεια είναι ότι αρχικά δεν ήθελα ν’ ασχοληθώ ούτε γι’ αστείο μαζί τους – μού χαλάει και τήν όλη αισθητική τό θέμα, πέρα από τό ότι θα τό θεωρούσα και μάταιο διότι είναι παμπάλαια και τά λόγια κι η ρητορική τους, παμπάλαια κι επαναλαμβανόμενα : τό ζήτημα είναι απλώς ότι οι αρουραίοι αυτού τού είδους αρχίζουν κι αποκτάνε δύναμη όταν η ζωή μας δυσκολέψει – και ξέρουμε καλά πόσο έχει δυσκολέψει : και τό ότι ερμηνεύουμε τά πράγματα διαφορετικά δεν αλλάζει και πολλά πράγματα σε όσα παράλογα μάς έχουν κάτσει στο σβέρκο (αν και από μία άλλη άποψη μπορεί και να τ’ αλλάξει κάποτε όλα εντελώς) : αλλά μ’ έτρωγε και τό σαράκι κι έκατσα να τούς δω στην τηλεόραση –

.

  

.

   αυτό που μού ’κανε καταρχάς εντύπωση είναι τό πόσο, οι δημοσιογράφοι που τούς μιλάνε, είναι καταβάθος εντελώς ανίκανοι (για να μην πω τό φαρμακερό απρόθυμοι) να τούς αντιμετωπίσουν – και πόσο, ακόμα και μέσα από τίς διακηρυγμένες αντιρρήσεις τους, παίζουνε στο δικό τους γήπεδο τελικά : θα ’θελα κάπως αλλιώς να γίνει δηλαδή τό πράγμα – χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που θα ’θελα θα ’ταν και τό σωστό, ή και ότι θα ’ταν πράγματι πραγματοποιήσιμο : διότι είμαι σίγουρη ότι κανένα από τά πρόσωπα που βασανίστηκαν απ’ τήν τελευταία δικτατορία τους (εκείνοι που βασανίστηκαν επί μεταξά δεν ζούνε πια νομίζω), (τήν ξεχασμένη δηλαδή (πια) χούντα τών συνταγματαρχών που οι νεοεισελθόντες αστέρες τής βουλής θαυμάζουν) δεν θα καταδεχόταν ούτε να τούς φτύσει, όχι να τούς μιλήσει κιόλας – αλλά πολύ θα τό χαιρόμουν τελοσπάντων τουλάχιστον αν, καπάκι με τό αρλουμποειδές τους θράσος, κι αντί να μιλάει μόνο ένας τραγουδιστής ή ένας συγγραφέας αστυνομικών (όχι πως δεν είπαν και κάνα σωστό) είχαμε τήν κίττυ αρσένη ή τή νατάσα μερτίκα ή τήν δώρα καλλιπολίτη (κι άλλες, κι άλλους – απ’ αυτές που με κίνδυνο τής ζωής τους αυτοαμυνόμενες, αντιστάθηκαν κάποτε) και να πουν δυο κουβέντες δηλαδή όχι σ’ αυτούς αλλά σε μάς : ένα αδιόρατο άρωμα να αναδινόταν επιτέλους για τό τί περάσανε κάποτε άνθρωποι στα χέρια αυτών που δεν γουστάρουν τή δημοκρατία, ούτε τήν ατελή ούτε, πολύ περισσότερο, τήν τέλεια – αυτήν που θα ’ξερε δηλαδή να τούς κόψει σίγουρα και τά πόδια και τόν βήχα

   ή έστω κάποιος να διάβαζε απ’ τό βιβλίο τής αρσένη ή τού κοροβέση δυο αποσπάσματα περί τών βασανιστηρίων τους, και μια που ο μουστακλής ή ο καράγιωργας δεν ζούνε πια, θα μπορούσανε να βάζανε τό βίντεο κείνο όπου ο μουστακλής δεν μπορούσε να μιλήσει παράλυτος απ’ τά βασανιστήρια, κι έκανε απλώς νοήματα για τό τί πέρασε – κραυγάζοντας μονάχα «όχι, όχι» όταν τόν ρώτησαν αν στη διάρκεια τής ανάκρισης μίλησε. Όχι για τούς ίδιους τούς χουνταίους – αυτοί τά ξέρουν, και θέλουν να τά ξανακάνουν και χωρίς αναστολές, όπως φάνηκε ξεκάθαρα (όποιος έχει μάτια βλέπει) – αλλά για σάς (θα ’γραφα στο γράμμα, αν τό ’γραφα) που τούς ψηφίσατε : γιατί πάνω σας πατάνε, και με τή δικιά σας ψήφο θέλουν να ξαναχτίσουν τήν κόλαση

   : πατώντας πάνω στις ατέλειες τής δημοκρατίας είναι που βασιλεύει (χωρίς καθόλου να δύει) τό θράσος τους – όπως πάνω στις ίδιες ατέλειες βασιλεύει ακριβώς ο γενικός θυμός ημών τών υπολοίπων…

   φυσικά δεν είναι κακό να θυμώνουμε – είναι τό πρώτο υλικό απ’ τό οποίο κατασκευάζεται λόγω ενός γενικού και σχεδόν ακατανόητου έρωτα προς τόν κόσμο η μανιασμένη και πεισματωμένη πράξη που αργότερα, μάλλον αφηρημένα (ή μεγαλόστομα) ονομάζεται αντίσταση, ενώ θα ’πρεπε να ονομάζεται απλώς έρωτας – ή αγάπη, ή καλοσύνη. Και αυτό ξέροντάς το οι χουνταίοι προσπαθούν να σάς πάρουν τό όπλο τού θυμού μες απ’ τά χέρια και να σάς κάνουν να στρέψετε τό όπλο αυτό εναντίον σας κι εναντίον μας – ν’ αυτοκτονήσετε δηλαδή σαν μανιασμένα και πεισματωμένα να μισείτε τόν κόσμο όλο – ιθαγενείς κι αλλόθρησκους και τόν εαυτό σας μαζί –

 

   δεν θ’ αναλύσω ένα προς ένα τά «επιχειρήματα» που άκουσα – δεν τό αντέχει τό στομάχι μου, ομολογώ – κι έτσι, ένα δυο τρία πράγματα μόνο :

   καταρχάς, σε σχέση μ’ αυτή τή θρασύτατα και επιδεικτικότατα αποενοχοποιημένη προβολή τής ιδεολογίας, και τό «δεν είμαστε ναζιστές, είμαστε εθνικιστές» : επειδή δηλαδή ποντάρουν στην εγγενή λεξιλαγνεία που γεννιέται σε λούμπεν και όχι μόνο στρώματα τής εδώ κοινωνίας, επιχειρώντας να τά απαλλάξουν από τίς ελάχιστες αλλά υπαρκτές ενοχές για τήν εγγενή τους έλλειψη παιδείας : είναι τό ίδιο – αν και λίγο χειρότερο – : μού κάνει εντύπωση δηλαδή πόσο ο σημερινός φασισμός στη χώρα αυτή (κι ίσως όχι μόνο) δεν επενδύεται καν με τήν ανάγκη τού παλιού εκείνου γερμανικού ή ιταλικού για τά προσχήματα : ο «εθνικοσοσιαλισμός» μπορεί να ήταν μια μπαρούφα επί τής ουσίας ως νόημα, είχε όμως ένα νόημα όταν συνόδευε τήν ιδέα τού εθνικισμού ως «γενικού μίσους» με μια απόπειρα οικειοποίησης και τής ιδέας μιας «γενικής αγάπης» στο όνομα τού σοσιαλισμού : αυτό λοιπόν δεν (τούς) χρειάζεται πλέον : σκέτο μίσος φτάνει, και χωρίς να κρύβεται

   αυτό είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να διατυπωθεί βέβαια ως έχει : εκείνο όμως που λέγεται ανοιχτά, στοχεύει πάλι κουτοπόνηρα στην συμπλεγματική ωραιοπάθεια τού απαίδευτου : δεν συμφωνούμε με κείνα, γιατί ήταν ξένα : εμείς έχουμε τά δικά μας – και τα δικά μας είναι πάντα κάποιοι δικτάτορες – ο μεταξάς που είπε τό όχι ( η ιστορία ως κακοχωνεμένο σύνθημα), ο παπαδόπουλος και ο παττακός (που στη φυλακή ανήκαν στις ψυχούλες (τούς παίρνει μαζικά και ελεήμων η μπάλα μαζί με τούς άλλους «καλούς ανθρώπους, που είναι κατά κανόνα στη φυλακή ακόμα και (ή κυρίως) ως δολοφόνοι»)) : εξάλλου «στη φυλακή δεν είναι πάντα οι κακοί» – νά και η φιλική οικειοποίηση συνθημάτων απ’ τήν περιρρέουσα αναρχίζουσα αμφισβήτηση μιας ξέπνοης κοινωνίας για τήν όντως ανύπαρκτη δικαιοσύνη

   σαν τό τυρί για τό (μόνο όταν δεν κοστίζει) αναρχίζον ήθος ως δόλωμα στη φάκα τής ζαλισμένα αυτάρεσκης άγνοιας τού μέσου αστού – να μην παραβλέψει πάντως κανείς τό γεγονός ότι τό δημοφιλές αναρχίζον δόλωμα στην περίπτωση τού φασίστα διαπράττει διακρίσεις που κάνουν διαυγέστερες τίς επιλογές του, καθώς η αλληλεγγύη αφορά αποκλειστικά τούς δολοφόνους (συμπεριλαμβάνοντας έτσι τούς καταδικασμένους και έγκλειστους τότε δικτάτορες) ενώ αδιαφορεί για τούς μικροκλέφτες και ναρκομανείς προς τούς οποίους κατά κύριο λόγο απευθύνεται μια τέτοια αλληλεγγύη αν είναι όντως ορθολογικής και, κάπως τέλος πάντων, γνήσια ελευθεριακής κατεύθυνσης

   είδα τόν εθνικισμό να τόν αποδέχονται ως αξιοπρεπή όρο χάσκοντας οι δημοσιογράφοι μας : δεν μού κάνει εντύπωση αν και θα μπορούσα να ρωτήσω από πότε λοιπόν άρχισε να θεωρείται ότι ο εθνικισμός (μπορεί να) είναι και καλό πράγμα; (και τί ουσιαστικά σημαίνει εθνικισμός πέραν τού γενικού μίσους που τόν γεννά και τό οποίο μετά, ως αυτοάμυνα κιόλας, τό ανατροφοδοτεί με τή σειρά του ο ίδιος;) Γιατί πέρασαν κάτι αιώνες από τήν εποχή που μπορούσαμε να είμαστε όντα συνηθισμένα που αποδέχονται ήσυχα ότι ο εθνικισμός (όπως και ο μισογυνισμός (πάντα τόν συνοδεύει)) είναι ρατσισμός και τίποτα παραπέρα; Τί αποβλάκωσε αυτές τίς ηλικίες ή τίς γειτονιές ή τά είδη; Και τά αποβλάκωσε όντως, ή απλώς τώρα εκφράζουν ανοιχτά αυτό που κάποτε θεωρούνταν τόσο πολύ βλακώδες κι απαράδεκτο, ώστε ντρεπόντουσαν να τό υπερασπιστούν; Και γιατί τότε ντρεπόντουσαν και τώρα όχι; Και γιατί τώρα δεν θεωρείται ο εθνικισμός δηλαδή χοντρή και απαράδεκτη μαλακία;

   μεγάλα βέβαια και μεταφυσικά ερωτήματα, που εξάλλου έχουν απαντηθεί κι εν πολλοίς : άλλοι λεν ότι πάψαμε να ντρεπόμαστε για τούς εθνικισμούς μας μετά απ’ τήν κατάρρευση τού υπαρκτού, κι απ’ τούς πολέμους που ακολούθησαν μεταξύ βιαίως συνυπαρξάντων και μηδέποτε αλληλοχωνευθέντων λαών, κι άλλοι τονίζουν συγχρόνως τήν κυριαρχία τών αγορών που μετατράπηκε σε μόνη ουσιαστικά κυβέρνηση επί τού πλανήτη ισοπεδώνοντας για λόγους οικονομίας διαφορές που έκρυβαν πίσω τους κάτι ουσιαστικότερο για τά ήδη καταπτοημένα και ομογενοποιημένα άτομα : έτσι η (ομαδική) αυταρέσκεια επέστρεψε ως τό μόνο πρόσωπο που μπορούσε να πάρει τώρα πια η παλιά εκείνη προσπάθεια αυτογνωσίας. Αλλά φυσικά όλ’ αυτά δεν φτάνουν, μοιάζουν και λίγο τεχνοκρατικά, και δικαίως – γιατί απλούστατα όλα αυτά είναι οι λόγοι μετά τόν λόγο :

   αλλά ο λόγος είναι τό ιερό ταμπού που ως συνήθως στις θρησκείες δεν λέμε τ’ όνομά του ποτέ : γι’ αυτό μόλις ακούσουν όλοι τό υποκατάστατο, δηλαδή τόν εθνικισμό πάνε και στέκονται ηλιθιωδέστατα σούζα : γιατί πρόκειται για κάτι εσωτερικό βαθύ και δυνατότερο από τήν ονομασία ενός συμπλέγματος που μπόρεσε να επιζήσει μετά από τέτοιο καταχώνιασμα και τέτοια απαγόρευση ώστε ν’ αντέξει ενενηντατόσα χρόνια, κι όλη τή διάρκεια τής ένδοξης επανάστασης, και να ξαναβγεί άθικτος στην επιφάνεια με τήν παταγώδη κατάρρευση : γιατί αυτό τό γενικό μίσος προς τόν άλλον, και τό άλλο χρώμα, και τήν άλλη και τήν ξένη, και τό άλλο φύλο, ως υποκατάστατο τού έρωτα είναι η απόλυτη μεθαδόνη : η παρηγοριά γι’ αυτό που μάς λείπει, και γίνεται συστηματική προσπάθεια μέσ’ απ’ τήν (ιερή) οικογένεια ώστε να λείψει από νωρίς : μέχρι τώρα τό ξέρουμε να ξεπετάγεται σαν τό πιο ελεήμον ναρκωτικό στις ζωές τών αγοριών που οι πατεράδες τους ήταν «πέραν τού κανονικού» αφέντες – αυτά τά παιδιά κοιτάνε απλώς να γίνουν οι ίδιοι αφέντες με τή σειρά τους, μιμούμενοι και προσκολλώμενοι, υπακούοντας και παρηγορούμενοι, σ’ έναν νέον αφέντη που θυμίζει εκείνον τόν πρώτο – όχι απλώς υποκαθιστώντας τον αλλά κολακεύοντας τήν εικόνα του ταυτόχρονα – κάνοντάς τον τώρα ηθελημένο επιλεγμένο και ιεροποιημένο αρχηγό και ηγέτη

   ο αντόρνο στη μελέτη του για τήν «αυταρχική προσωπικότητα» (που εκπονήθηκε στα χρόνια τής αυτοεξορίας στην αμερική (όπου όλη η παρέα τής σχολής κατέφυγε γλιτώνοντας εγκαίρως από τά κρεματόρια (όλη η παρέα πλήν μπένγιαμιν)) έρευνα που διεξήγαγε με παραδειγματικώς επιστημονικά κριτήρια μια ομάδα φοιτητών υπό τήν εποπτεία του) διαπίστωσε ότι «κλίση προς τόν αυταρχισμό και τή συμβατική συμπεριφορά (που εκ παραλλήλου τόν συνοδεύει) έχουν, παραδόξως όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, τά αγόρια που είναι επιθετικά, ατίθασα, ανυπάκουα και άτακτα στο σχολείο» – δεν είναι όμως να σού κάνει τελικά εντύπωση : ένα παιδί με τήν ψυχολογία τού κάφκα που, από τήν εποχή ακόμα πριν τό σχολείο, στρέφεται προς τά μέσα και (παράλληλα με τίς μικροσκανταλιές που κάνει) μελετάει με ήρεμον έρωτα και περιέργεια στοχαστικά τόν εαυτό του – μού φαίνεται ότι διαθέτει εντελώς φυσιολογικά τά εχέγγυα για να αναπτύξει κείνη τήν αναρχική συνείδηση που θα καταστήσει αργότερα τό έργο του μοναδικό – συμφωνώντας με ό,τι θα χαρακτήριζε πια και τόν ίδιο ως ενήλικα

   τό παιδί–τραμπούκος όμως έχει έναν μόνιμο φόβο συνοδευόμενον (και πυροδοτούμενον) από μειωμένες αντιστάσεις απέναντι σε κάθε είδους κυριαρχία και επιβολή : φοβάται πάνω απ’ όλα μονίμως μην ανακαλυφτεί πόσο φοβάται τήν οικογένεια που μισεί : και γι’ αυτό τήν μιμείται. Αντίθετα δηλαδή με τό παιδί που επιμένει στον εαυτό του και αναγνωρίζει ελεύθερα τούς φόβους του, πράγμα που είναι ακριβώς τό πρώτο βήμα για να πατήσει πάνω τους και να βρεθεί έτσι ψηλότερα (που θα ’λεγε κι ο χαίλντερλιν – άλλος γερμανόφωνος αυτός, και προϊόν εξίσου αυταρχικής οικογένειας, αν και στην περίπτωσή του ο δήμιος ήταν η μητέρα (όπως και τού ρεμπώ)) :

   ο τραγουδιστής σαββόπουλος στη συνέντευξη (03.00΄ – 03.54΄) που έβλεπα μού έκανε εντύπωση ότι είπε κάτι πολύ σωστό : έκανε δηλαδή τή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που φοβώνται (κατά καιρούς διάφορα πράγματα, όπως όλοι μας) και σέ κάποιους άλλους (που παρατήρησε στον στρατό ίσως, αν θυμάμαι καλά) οι οποίοι ήταν ολόκληροι μονίμως ένας φόβος : ο φόβος τούς είχε καταπιεί, τούς είχε σκεπάσει και είχε κυριαρχήσει πάνω τους ολόκληρος : ε, αυτό είναι μια καλή περιγραφή για να καταλάβεις αυτόν που (αυτο)χαρακτηρίζεται ανενδοίαστα ως ρατσιστής – δηλαδή εθνικιστής : καταρχάς η απόλυτη εμπιστοσύνη του στις λέξεις (από μια άποψη δηλαδή η εμπιστοσύνη και καταφυγή προς τήν κοινά αποδεκτή τυπική πραγματικότητα) είναι η τέλεια μάσκα – κι  αυτός ο εναγκαλισμός τού κοινά αποδεκτού λόγου κρύβει ακριβώς τόν απόλυτο τρόμο προς τήν κοινά αποδεκτή καταπίεση που τόν έχει καβαλλικέψει :

   λογικά λοιπόν, αυτό που χαρακτηρίζει στη συνέχεια τήν ψυχοσύνθεση τού ρατσιστή είναι η απόλυτη κι απαρασάλευτη βεβαιότητά του ότι βρίσκεται διαρκώς και εν δικαίω και εν αμύνη : δεν αμφιβάλλει ότι τού επιτίθενται από παντού, συνεπώς οποιαδήποτε δική του πράξη είναι μονίμως και αδιαμφισβήτητα μια πράξη αυτοάμυνας. Μ’ αυτή τήν έννοια δεν είναι απλώς έλλειψη φαντασίας η αδυναμία του να μπει στη θέση τού άλλου αλλά στην κυριολεξία πράξη μιας «αυτοσυντήρησης τής τελευταίας στιγμής» – εξού και οι λογικές αντιφάσεις στις οποίες πέφτει χωρίς καν να τίς καταλαβαίνει : προσέξτε (στη συνέντευξη) τήν ανυπόκριτη κοροϊδία προς τούς ειρηνιστές με τά κουδούνια στα πόδια («για να μην πατήσουν κανένα μυρμήγκι» : εδώ ακριβώς εύκολα θα ’βλεπε κανείς τήν επιτακτική ανάγκη τους να αρνηθούν πως έχουν ζήσει οι ίδιοι τήν πραγματικότητα τού μυρμηγκιού), τόν θαυμασμό – ανυπόκριτο αυτόν – προς τόν στρατό και κάθε τί στρατιωτικό, κι από τήν άλλη τό αθώο ύφος καλοκάγαθου μέσου και λογικού ανθρώπου, που εξοργίζεται όταν από μια πράξη αντίστασης εναντίον ενός δικτατορικού καθεστώτος («μια βόμβα στο άγαλμα τού τρούμαν») «σκοτώθηκε και ένα κοριτσάκι» : τήν ίδια στιγμή βεβαίως αδιαφορεί πλήρως για τούς βασανιζόμενους και δολοφονούμενους από τό ίδιο καθεστώς. Αντίθετα βέβαια με τήν στιγμιαία του αλληλεγγύη προς τό γυναικείο φύλο (αλληλεγγύη που άλλωστε φροντίζει ο ίδιος αμέσως να μετριάσει προσθέτοντας «και ένας αστυνομικός» : «εκείνη τή μέρα σκοτώθηκε εξαιτίας τής βόμβας μια κοπέλα κι ένας αστυνομικός» * ) και αδιαφορώντας μέσα στην ίδια πρόταση για τούς δολοφονημένους από τήν ίδια τή δικτατορία, εκλαμβάνει ακριβώς εκ τών προτέρων τούς δεύτερους ως (δικούς του) εχθρούς, απέναντι στους οποίους η δολοφονία και τά βασανιστήρια αποτελούν μορφή (δικιάς του) «αυτοάμυνας» : θα μπορούσε να πει κανείς ότι τό βασικό χαρακτηριστικό απ’ τό οποίο συνίσταται η σκέψη του είναι η απόλυτη έλλειψη αμοιβαιότητας – αυτή η έλλειψη επιστροφής ήχου από τή συνολική κοινωνία – η απόλυτη αποκοπή του από τό περιβάλλον : αποκοπή που συνοδεύει λογικά τόν ευνουχισμό αισθημάτων μυαλού και σώματος

    ακριβώς η ψυχολογία του τελικά προδίνει αυτή τή βαθύτερη απόρριψη τής ίδιας τής ιδέας τού έρωτα ως συστατικό τού κόσμου : η ίδια η ιδέα τής «καθαρότητας» και τού «μη αναμεμειγμένου αίματος» υποκρύπτει μίσος απέχθεια και αηδία προς τήν ίδια τήν ιδέα οποιασδήποτε συνύπαρξης, συνουσίας, επιμειξίας, φυσιολογικού ή φαντασμαγορικού συνδυασμού ή αγγίγματος – κόσμων, φυλών, φύλων, σωμάτων : υποκρύπτει τήν ίδια τήν άρνηση τής ζωής, η οποία μόνιμα στον εθνικισμό μεταμφιέζεται σε «οπαδό τής αρχέγονης φύσης» : όπου με τούς όρους «αρχέγονος» και «φύση» επικαλείται ο υπάρχων πολιτισμός μέσα από μια μόνιμη αντιστροφή ακριβώς τόν εαυτό του : πως ο «φυσικός άνθρωπος» δηλαδή είναι όχι ερωτικός αλλά βίαιος και δολοφονικός – μ’ αυτό επιτυγχάνεται ένα είδος αδέξιου αλλά επιτήδειου καθαγιασμού τού ίδιου αυτού πολιτισμού ως διαρκούς και αναγκαίου φόνου – : πολέμου που μάς επαναφέρει απλώς «στις πρώτες πηγές». Ο ρατσιστής μέσω τής λατρείας τού στρατού – δηλαδή τής νομιμότητας τών φόνων – έχει ιεροποιήσει τήν απόλυτη εσωτερική του ανικανότητα. Στην πραγματικότητα, και επειδή πρέπει να κρατήσει και τά προσχήματα ότι μετέχει τής γενικής κανονικής ζωής τών άλλων, η πράξη τού έρωτα για τόν ίδιον έχει μετατραπεί σε ψυχρό είδος τιμωρίας προς κατώτερα είδη – μια καλυμένη ή ακάλυπτη μορφή βιασμού αρκεί και με τό παραπάνω, η χρησιμότητά της είναι απλώς να τόν πείσει ότι ανήκει στο είδος που κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται : καταπιέζει και δεν καταπιέζεται : πιστεύω ότι από εκεί (πέρα από τόν ενγένει κομφορμισμό του) κατάγεται και η τρομώδης του απέχθεια προς τήν αντρική ομοφυλοφιλία : είναι δυνατόν ο «από πάνω» να πάρει οικειοθελώς τή θέση τού «από κάτω»; (αυτό, μολονότι είναι γενικώς παραδεκτή η υπόγεια ομοφυλοφιλία που διατρέχει τίς λογικές τής στρατιωτικής ζωής – αλλά πρόκειται για μια «διαστροφή» (που συμπεριλαμβάνει εξάλλου φυσιολογικά έναν κακοκρυμμένο ή και ρητό μισογυνισμό) η οποία αφενός μεν πρέπει να παραμείνει εξιδανικευμένη, «πλατωνική», και αν αφετέρου περάσει στον χώρο τής όντως σωματικής «πραγματικότητας» δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει «έξω» γνωστή)

   αυτοί είναι λίγοι από τούς λόγους τής σχιζοφρένειας τού ρατσιστή να θεωρεί τόν εαυτό του μονίμως απειλούμενο και από παντού, και να πιστεύει ότι είναι διαρκώς δικαίως αμυνόμενος – έτσι που η οποιοαδήποτε άμυνα (ή αυτοάμυνα) τών άλλων να μετατρέπεται αυτομάτως σε κακοήθη επίθεση εναντίον του

   μην πιστέψουμε αφελώς ότι είναι αφελής : η ηλιθιότητά του είναι καλά καταχωνιασμένη και, επί τής επιφανείας, διαθέτει πολύπλοκα και σχεδόν ευφυή συστήματα αυτοπροστασίας – και κάποτε κάποιο είδος γνώσεων που παρουσιάζονται στους αφοσιωμένους του οπαδούς ως δείγματα περίπου σοφίας : να μη ζητάμε όμως και πολλά από τέτοιες ομάδες : ο αρχηγός αγαπάει τήν ποίηση – ο αρχηγός έχει διαβάσει και ποιήματα – : η απόλυτη πειθαρχία που αυτονόητα κυριαρχεί σε τέτοιες συνάξεις σαν τό πιο λογικά αντεστραμμένο υποκατάστατο τής άναρχης ερωτικής πράξης (και γι’ αυτό στην κυριολεξία ειλικρινά δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί εσύ κι εγώ να μην εννοούμε τήν ομορφιά και τήν ιερότητα αυτού τού τελετουργικού), οι απότομες δηλαδή και σπασμωδικές κινήσεις μιας πειθήνιας υποταγής ανακαλούν, από μακριά κι από τήν ανάποδη, τήν ξεχασμένη τελετουργία τής απόλυτης ελευθερίας τού έρωτα : η πειθαρχία όμως αυτή δεν τούς επιβάλλει να διαβάζουν οι ίδιοι τήν ποίηση : αρκεί που ο αρχηγός ξέρει

   πολύ λυπήθηκα όμως τήν ανεπάρκεια τού δημοσιογράφου θεοδωράκη που άφησε αυτό τό διαμάντι να πέσει κάτω και δεν τό μάζεψε : «είμαι πάντα με τούς χαμένους και τούς ντεσπεράντος τής ιστορίας» «τολμώ να πω, αν και δεν είναι και τόσο συναφές (…), ότι μέ γοητεύουν οι κολασμένοι ποιητές και συμβολιστές τού 19ου αιώνος – γενικά πιστεύω ότι η ζωή είναι μια ποίηση – κι ότι πρέπει να τή φτάνουμε στα άκρα – μόνο έτσι έχει σημασία» (« – πόσο στα άκρα όμως;» – «όσο πάει»)

.

.

   η αθώα πάντως αυτή πρόταση περί ποίησης (όσο και η ίδια η στιγμή τής συνέντευξης) είχε ένα επίσης, πολύ γενικότερο, ενδιαφέρον : μια που ανέφερα τόν αντόρνο πιο πάνω, ας συνεχίσω για λίγο, και τελειώνοντας, μ’ αυτόν : αν θυμάστε κάποιες αισθητικές απόψεις τού σκοτεινού γερμανού φιλοσόφου, θα ’σαστε τόσο σίγουροι όσο κι εγώ ότι πάνω σ’ εκείνο τό «ακραίο» που ξεστόμισε ο ανωτέρω φασίστας, ο theodor wiesengrund adorno κυριολεκτικά θα κεντούσε – εγώ τώρα απλώς αναλογίζομαι :

   η κτηνωδία τού σύγχρονου χιτλερίσκου βρίσκει εύκολα διέξοδο στην μικροψυχία τής απλής αριθμητικής : τό πράγμα αλλάζει αν δεν ήτανε έξι εκατομμύρια που θανατώθηκαν στα κρεματόρια, αλλά πέντε ή τρία. Και ο παντεπόπτης θετικισμός μπορεί να επεκτείνεται με τήν τεμαχιστική του λογική στο συναίσθημα, που έχει επομένως τό δικαίωμα να αγγίζει τά πάντα, λες και τό χέρι που στραγγαλίζει τόν κόσμο μπορεί να παραμένει μέρος ενός σώματος εξίσου αθώου με τήν ίδια τή φύση απ’ τήν οποία έλκει τήν μακρινή του καταγωγή : Τό ίδιο τό χέρι τού χίτλερ είναι σε θέση να ζωγραφίζει, όπως τό μάτι τού χρυσαυγίτη να διαβάζει ένα ποίημα

   η φράση τού αντόρνο ότι «μετά τό άουσβιτς τό να γράφεται ποίηση αποτελεί βαρβαρότητα» δεν σήμανε μόνο αυτό που έλεγε (και που δεν ήταν και τόσο τραγικό, για να ξεσηκώσει τέτοια συζήτηση : από μια άποψη, αυτό που είπε είναι και κυριολεκτικά αλήθεια, παρ’ όλο που ο ίδιος αργότερα τό εξήγησε – αν και είναι ζήτημα αν τό εξήγησε επί τό ηπιότερο ή τό ακόμα σκληρότερο) – στην πραγματικότητα, ο αφορισμός αυτός σημαίνει κάτι που όντως ισχύει και σήμερα ότι δηλαδή «μετά τό άουσβιτς καμιά ποίηση δεν γράφεται (είτε αναφέρεται σ’ αυτό είτε όχι) σαν τό άουσβιτς να μην υπήρξε» : Αισθάνεται όμως κανείς τήν ανάγκη να τό επιτείνει, τέτοιες μέρες, και να τό υπερβεί ή να τό υπερβάλει ακόμα και ώς τό «μετά τό άουσβιτς και η ίδια η ανάγνωση τής ποίησης αποτελεί μιας μορφής βαρβαρότητα». Γιατί η τέχνη δεν αυτονομείται μόνο έναντι τού δημιουργού της. Αυτονομείται σε τέτοιο βαθμό απέναντι στην ίδια της τήν ελευθερία ώστε μέσα στις συνθήκες τής υπάρχουσας ανελευθερίας να εκπραγματίζεται τραγικά με τή σειρά της, ως εμπόρευμα ακόμα και προεκλογικό,  και να δίνει τό δικαίωμα στον αστό να πιστεύει ότι τόν «εκφράζει» αυτό ακριβώς που τόν ανατρέπει και τόν εκμηδενίζει

.

.

.

* σημειώσεις και σύνδεσμοι :

«μπουμπουλίνας 18» | «η ταράτσα τής μπουμπουλίνας» | «ανθρωποφύλακες» | αντόρνο, η ποίηση μετά τό άουσβιτς (πολύ καλή ανάλυση από τόν mindful pleasures) | αντόρνο (κ.ά) : για τήν «αυταρχική προσωπικότητα», μετάφραση (τή βρήκα τώρα ψάχνοντας, δεν τήν έχω διαβάσει (γενικά τό βιβλίο στην αρχική του μορφή είναι δυσεύρετο, κυκλοφορεί μια έκδοση συμπτυγμένη)) | μαρκούζε : «εξουσία και οικογένεια» στα ελληνικά | κάφκα, «γράμμα στον πατέρα» στα ελληνικά

για τή «βόμβα τρούμαν» (μάϊος 1971) : «14/5 : έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας» | για τό φοιτητικό κίνημα τής δικτατορίας, συνοπτικά ημερολογιακά και περιληπτικά : βόμβες που μπήκαν, βασανιστήρια, δίκες παράνομων οργανώσεων, καταδίκες σε θάνατο κλπ | ο ιός : «η γνωστή άγνωστη αντίσταση στη χούντα» / ελευθεροτυπία 1997 | μάϊος 1971 : «έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας, ο οποίος πλησίασε τή βόμβα κατά τήν ώρα που η αστυνομία περίμενε τούς πυροτεχνουργούς (14/5)»

τηλεόραση «πρωταγωνιστές» : για τήν ποίηση και τά «άκρα» (από 2.19΄) | για τούς θάλαμους αερίων

. 

.

.

.

.

.

Απρίλιος 21, 2012

αχιλλέας βασιλικόπουλος, «κακή χημεία» με τό κράτος (και απόλυση) «διότι δεν συνεμορφώθη προς τάς υποδείξεις»

.

.

 

.

   μετά από έναν χρόνο κατά τον οποίο προσπάθησαν με κάθε μέσο να τόν συμμορφώσουν (και να τόν φιμώσουν) τελικά τόν απόλυσαν – χωρίς να ’χουν να πουν τίποτ’ άλλο για τή δουλειά του εκτός από τό ότι «δεν ταιριάζει η χημεία τους»

   φυσικά και δεν ταιριάζει η χημεία τους… ξέρω πολύ καλά τόν αχιλλέα (γι’ αυτό άλλωστε και γράφω σήμερα με τέτοια βεβαιότητα, γιατί διαφορετικά οι εδώ κήποι, αντί να ασχολούνται με τίς τέχνες τήν ποίηση και άλλα τέτοια αισθητικά (όχι ότι δεν έχουν σχέση με τή ζωή μας κι αυτά) θα ’πρεπε να αναρτάνε κάθε μέρα και κάτι για κάποιον απ’ όσους (κάθε μέρα) χάνουν τή δουλειά τους…)

   όμως τόν αχιλλέα τυχαίνει να τόν ξέρω, και ξέρω συνεπώς ότι θα ντρεπόταν ο ίδιος για τόν εαυτό του αν ταίριαζε η χημεία του με τή χημεία τών ανθρώπων που κλέβουν τίς συντάξεις τών φτωχών και αβοήθητων ανθρώπων – πολύ περισσότερο μάλιστα ανθρώπων που θεωρούνται «άτομα με ειδικές ανάγκες» / «τρελοί» / «ανάπηροι» / «μειωμένης νοημοσύνης»…

   (αλλά ήδη ο πρώτος ρατσισμός (μας) καιροφυλακτεί πίσω από τά ονόματα και τίς λέξεις (μας) – ως συνήθως : αυτές τίς δήθεν αντικειμενικές, δήθεν πολιτικώς ορθές, που καταβάθος απλώς κολακεύουν τή ματαιοδοξία ημών τών υπολοίπων – πως τάχα μου κάποιου είδους αυξημένη (κι ανώτερη) νοημοσύνη διαθέτουμε : ας είχαμε τουλάχιστον τήν ταπεινότητα, αυτήν που τελικά η ίδια η φύση μας μάς επιβάλλει, να θεωρούμε αυτά τά παιδιά, κορίτσια κι αγόρια, στα οποία έχει αφιερώσει εδώ και τόσα χρόνια τή ζωή του ο αχιλλέας, «άτομα μιας άλλης νοημοσύνης» – και σίγουρα (και ίσως ευτυχώς γι’ αυτά) και μιας άλλης λογικής, και μιας άλλης «χημείας»)

.

   ο αχιλλέας είχε πάντως μεγάλη συμπαράσταση από τούς συναδέλφους του

.

   σχετικές αναρτήσεις :

   εδώ και εδώ από τήν κατερίνα

   εδώ από τό no budget

   εδώ από τό rednotebook

   εδώ από τό βλογ psyspirosi

   εδώ και εδώ από τό βλογ psi-a

.

υγ : περί ακριβολογίας : (μέ πληροφορούν ότι) δεν είναι «απευθείας κράτος», η μ.κ.ο. ε.π.α.ψ.υ. («εταιρεία περιφερειακής ανάπτυξης και ψυχικής υγείας») τής οποίας επιστημονικός διευθυντής είναι ο κύριος στέλιος στυλιανίδης (ψυχίατρος παρακαλώ) ο οποίος διέγνωσε τήν κακή χημεία με τόν αχιλλέα και εξ αυτού τού επιστημονικότατου λόγου θεώρησε ότι έχει τό δικαίωμα να τόν απολύσει – η μκο επαψυ εποπτεύεται όμως και χρηματοδοτείται από τό κράτος : μακάρι λοιπόν τό υπουργείο που λειτουργεί ως  «εποπτεύουσα αρχή» να υψώσει τό ανάστημά του και, εφόσον διαφωνεί με τήν απόφαση τού κ. ψυχίατρου, να μάς τό πει και να μάς τό δείξει

υγ 2 : (update επί τό ελληνικότερον / 27 απριλίου / ) : έλαβα επιστολή από τήν ε.π.α.ψ.υ. (στην οποία γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθούν τά αδικαιολόγητα τής απόλυσης – και τήν οποία δεν πρόκειται να δημοσιέψω διότι είναι και πολύ μεγάλη – μπορείτε όμως να τήν διαβάσετε ολόκληρη στο βλογ psi-a –) και γι’ αυτό τό μόνο σχόλιο που θα κάνω εδώ (άφησα ένα σχόλιο και εκεί) είναι πως αποτελεί (για μένα τουλάχιστον) σταθερό παράγοντα θυμού και αποθάρρυνσης κάθε φορά η επιβεβαίωση τής φεουδαρχικής και αλαζονικά τυπολατρικής νοοτροπίας τών ανθρώπων που έχουν έστω και τήν παραμικρή, τήν ελαχιστότατη, εξουσία σ’ αυτή τή χώρα Υπενθυμίζω απλώς στον αποστολέα τού γράμματος ότι τό βλογ μου δεν είναι «ανώνυμο» / και, απ’ ό,τι ξέρω, και όλοι οι άλλοι που γράψανε ονοματεπώνυμο είχανε /

.

.

είναι και επέτειος σήμερα, αχ σκατά 

.

.

.

 

 

 

Μαρτίου 8, 2012

η νάντια η άννα και ο όσιπ

.

.

       

.

   «…τή θυμάμαι στο δωματιάκι της // ή κουρνιασμένη στην άκρη τού καναπέ στο διαμέρισμα τής αχμάτοβα, που κάπου–κάπου επισκεπτόταν κρυφά στο λένινγκραντ //

   σχεδόν σού κόβει τήν ανάσα τό γεγονός ότι έγραψε και τούς δύο τόμους στα εξηνταπέντε της χρόνια //

   και ως άνθρωπος και ως συγγραφέας υπήρξε γέννημα δύο ποιητών με τούς οποίους συνδέθηκε άρρηκτα η ζωή της : τού μαντελστάμ και τής αχμάτοβα. Και τούτο όχι μόνο επειδή ο πρώτος υπήρξε σύζυγός της και η δεύτερη φίλη της μια ολόκληρη ζωή // χρόνια ολόκληρα δεν συναντιόταν με τήν αχμάτοβα, και στα γράμματα δεν μπορούσε να έχει καμιά εμπιστοσύνη. Γενικά τό χαρτί ήταν είδος επικίνδυνο. Ο μηχανισμός που ενίσχυσε τούς δεσμούς αυτού τού γάμου, όπως και αυτής τής φιλίας, ήταν η ανάγκη ν’ απομνημονευτεί και να συγκρατηθεί στη μνήμη αυτό που δεν θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί στο χαρτί, οι στίχοι δηλαδή τών δύο ποιητών

   στην απασχόληση αυτή κατά τήν, σύμφωνα με τή διατύπωση τής αχμάτοβα, «προ τού γουτεμβέργιου» περίοδο, η ναντιέζντα γιακόβλεβνα σίγουρα δεν ήταν μόνη //

   οι δύο τόμοι τού βιβλίου της μπορούν όντως να συγκριθούν με τήν ημέρα τής Κρίσεως επί τής γης για τόν αιώνα της και τή λογοτεχνία τού αιώνα της· κρίση δικαιολογημένα φρικτή, εφόσον αυτός ακριβώς ο αιώνας επαγγέλθηκε τήν οικοδόμηση τού επίγειου παράδεισου //

   θα πρέπει να πούμε ότι η αντίδραση τών αρχών ήταν ειλικρινέστερη απ’ ό,τι τής διανόησης. Οι αρχές απλώς χαρακτήρισαν τήν κατοχή αυτών τών βιβλίων παράβαση τού νόμου. Στους κύκλους τών διανοουμένων, ιδίως στη μόσχα, ξέσπασε σάλος // Εμφανίστηκαν ανοιχτές ή μισάνοιχτες επιστολές γεμάτες αγανάκτηση, κάποιοι αποφάσισαν να μην τήν ξαναχαιρετήσουν ποτέ, φιλίες και γάμοι διαλύθηκαν με αφορμή τό ερώτημα αν η ναντιέζντα γιακόβλεβνα μαντελστάμ είχε δίκιο ή άδικο, όταν κατηγορούσε ως χαφιέ τόν άλφα ή τόν βήτα. Εξέχων αντιφρονών δήλωνε κουνώντας πέρα δώθε τή γενειάδα του : «Αυτή έχεσε ολόκληρη τή γενιά μας» //

   τό ζήτημα εντοπίζεται μάλλον στο γεγονός ότι ο ισχυρισμός «Είσαι δούλος» είναι πιο εύπεπτος από τόν ισχυρισμό «Από ηθική άποψη, είσαι ένα μηδενικό» //

   η σαφήνεια και η σκληρότητα τής γραφής της, που αντανακλούν χαρακτηριστικά τού μυαλού της, αποτελούν επίσης αναπόφευκτο στυλιστικό επακόλουθο τής ποίησης που διαμόρφωσε αυτό τό μυαλό //

   η προσωπικότητά της διαμορφώθηκε χάρη στην κουλτούρα και ό,τι καλύτερο αυτή παρήγαγε – δηλαδή χάρη στους στίχους τού άντρα της. Τούς στίχους του διέσωσε – και όχι τήν ανάμνησή του. Χήρα δική τους στάθηκε σαράντα χρόνια – όχι δική του. Και βέβαια τόν αγαπούσε, αλλά κι ό ίδιος ο έρωτας είναι τό πιο επιλεκτικό από τά πάθη. Μόνο με πλαίσιο τόν πολιτισμό ο έρωτας αποκτά όγκο και προοπτική, επειδή απαιτεί μεγαλύτερο χώρο στη συνείδηση απ’ ό,τι στο κρεβάτι. Έξω απ’ αυτό τό πλαίσιο, ο έρωτας καταλήγει κοινότοπη εξάσκηση. Εκείνη υπήρξε χήρα τού πολιτισμού, και νομίζω ότι στο τέλος τής ζωής της αγαπούσε τόν άντρα της περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή τού γάμου τους. Ίσως γι’ αυτόν τόν λόγο τούτα τά βιβλία αποτυπώνονται τόσο βαθιά στη μνήμη τών αναγνωστών. Κι ίσως ακόμα επειδή οι σχέσεις τού σύγχρονου κόσμου με τόν πολιτισμό μπορούν κι αυτές να χαρακτηριστούν ως χηρεία //

   κατά κάποιο τρόπο λαχταρούσε να πεθάνει, επειδή «εκεί θα ξαναβρεθώ με τόν όσιπ». «Όχι» τής είπε η αχμάτοβα όταν έτυχε κάποτε να τήν ακούσει, «αυτή τή φορά μαζί του θα βρεθώ εγώ» //

   τελευταία φορά τήν είδα στις 30 μαΐου τού 1972, στην κουζίνα τού μοσχοβίτικου διαμερίσματός της. Ήταν βραδάκι. Καθόταν και κάπνιζε στη βαθιά σκιά που έριχνε στον τοίχο ο μπουφές· τόσο βαθιά σκιά, ώστε τό μόνο που ξεχώριζε μέσα της ήταν τό τσιγάρο που καιγόταν και δυο μάτια που λαμποκοπούσαν // εκείνη φάνταζε σαν απομεινάρι μιας μεγάλης πυράς, σαν χωνεμένο κάρβουνο που θα σέ κάψει αν τό αγγίξεις.»

.

.

   τά παραπάνω είναι μερικά από τά λόγια που έγραψε ο ποιητής ιωσήφ μπρόντσκυ τό 1981 ως νεκρολογία για τόν θάνατο τής νάντιας (ή ναντιέζντας – ή νάντιενκας όπως τήν έλεγε η αχμάτοβα) μαντελστάμ. Ολόκληρο τό κείμενο βρίσκεται εν είδει εισαγωγής στο βιβλίο «ναντιέζντα μαντελστάμ, αναμνήσεις από τή ζωή μου με τόν όσιπ / ελπίδα στα χρόνια τής απελπισίας»

   ( : ή «ελπίδα εναντίον ελπίδας» : γιατί μ’ αυτόν τόν τίτλο τό βιβλίο εκδόθηκε πρώτα στη δύση και στ’ αγγλικά (νέα υόρκη, 1970) ταυτόχρονα με τήν έκδοσή του στα ρώσικα από τόν εκδοτικό οίκο «τσέχωφ» (πάλι στη νέα υόρκη) – ως πρώτος τόμος τών απομνημονευμάτων της hope against hope (ο δεύτερος τόμος με τόν τίτλο hope abandoned (η ελπίδα εγκαταλειμένη) εκδόθηκε, πάλι στη νέα υόρκη, τό 1974 – υπάρχει ένα κρυμμένο λογοπαίγνιο στους τίτλους, καθώς τό όνομα τής ίδιας τής ναντιέζντας στα ρώσικα σημαίνει ελπίδα) ( : τό πρώτο βιβλίο με τόν τίτλο αναμνήσειςvospominania – είχε κυκλοφορήσει από τήν ίδια – ή τούς θαυμαστές τής ποίησης τού μάντελσταμ – έτσι γίνονταν αυτά τότε – τή δεκαετία τού ’60 στη ρωσία, χειρόγραφα και παράνομα με τόν γνωστό επικίνδυνα γενναίο και ρωσικής κατασκευής τρόπο, ως σαμιζντάτ))

   στα ελληνικά κυκλοφορεί εδώ και ακριβώς έναν χρόνο από τίς εκδόσεις «μεταίχμιο» – εγώ τό διάβασα πριν δυο μήνες και ακόμα μέ κυνηγάει – θα συμβούλευα επομένως όποιον διαβάζει ελληνικά και δεν τό ’χει πάρει ακόμα, να πάει να τό αγοράσει και να τό διαβάσει. (Σημειώνω μόνο ότι διαφωνώ με τόν «εξελληνισμό» επί τό απλουστευτικότερο και ευκολοχωνευτικότερο τών τίτλων ορισμένων βιβλίων : τό ελληνικό κοινό δεν είναι πιο ηλίθιο  από τό αγγλόφωνο, για να χρειάζεται δηλαδή μασημένη τροφή, αυτό θέλω να πω : ο εκδοτικός οίκος όφειλε ή να σεβαστεί τόν τίτλο που έβαλε η ίδια η μαντελστάμ, ή να ακολουθήσει τόν αγγλικό τίτλο, με τόν οποίο τό έργο έγινε γνωστό στη δύση : βρίσκω εξάλλου τό «ελπίδα εναντίον ελπίδας» και ευρηματικό και εύστοχο, γιατί περιέχει ως περίληψη όλο τό δράμα : οι σταλινικοί διωγμοί έγιναν στο όνομα μιας ελπίδας που θα ήταν η επανάσταση, καταρρακώνοντας και τρομοκρατώντας τήν ίδια τήν ελπίδα τών επαναστατημένων και μετατρέποντάς τους σε θύματά της)

   θα γράψω, σήμερα, πολύ λίγα, γιατί συμφωνώ απόλυτα με τό απόσπασμα τού τζωρτζ στάϊνερ στο the new yorker όπως παρατίθεται στο οπισθόφυλλο τού βιβλίου :

   «δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν μεταδώσουν ή να θίξουν τή μεγαλοφυή φύση αυτού τού βιβλίου. Οποιαδήποτε κρίση επ’ αυτού συνιστά σχεδόν αναίδεια – ακόμα κι αν πρόκειται για έπαινο.»

.

    

.

   λοιπόν η νάντια («κοντούλα» που «με τά χρόνια στέγνωνε και ζάρωνε όλο και περισσότερο, σαν να προσπαθούσε να μεταβληθεί σε κάτι αβαρές κάτι που μπορείς να τό διπλώσεις και να τό χώσεις στα γρήγορα στην τσέπη σου – αν χρειαστεί να τό βάλεις στα πόδια») δεν είναι κατά τή γνώμη μου απλώς και μόνο η «μεγάλη χήρα τού όσιπ μάντελσταμ» – από τό βιβλίο της αναδύεται μια εκπληκτικά δυνατή προσωπικότητα, και μια συγγραφέα ολκής – ένας διανοούμενος άνθρωπος με όλη τή σημασία τής λέξης

   η διανοητική και συναισθηματική της δύναμη είναι τέτοια ώστε δεν διστάζει να βάλει τόν εαυτό της εξαρχής και χωρίς αναστολές σε δεύτερη μοίρα και να περιορίσει τή δημιουργικότητά της στην καταγραφή τής ζωής τού άντρα της – και τής εποχής, που έδωσε και στους δύο τό αποτρόπαιο προνόμιο να ζήσουν τή λογική ενός καφκικού έργου εκ τού φυσικού. Από τήν άλλη μεριά έχοντας απόλυτο θαυμασμό για τό ποιητικό έργο τού μαντελστάμ έγινε η ίδια απλώς η απομνημονεύτρια και η διασώστρια αυτού τού έργου, χωρίς καν να τό συζητήσει, σαν να τής ήτανε αυτονόητο : Καθώς όμως τά πέριξ τού έργου γεγονότα που και οι δύο έζησαν ήταν ούτως ή άλλως ασύλληπτα, περιγράφοντας η νάντιεζντα τό γενικό κλίμα αφήνει να αναδυθεί αναγκαστικά και ο εαυτός της (όπως τό λέει κι ο μπρόντσκυ στη νεκρολογία του) ως συνείδηση τής ρωσίας και τής τρομοκρατημένης διανόησης στην εποχή τής φριχτότερης εξορίας – τής εξορίας από τήν ίδια τή σκέψη

   η κριτική που διαρκώς και εκ τών πραγμάτων κάνει στην όλη κατάσταση, φαίνεται από τήν πρώτη στιγμή ότι είναι αποτέλεσμα και ολοκληρωμένης και συγκροτημένης σκέψης, και όχι απλώς συνέπεια απελπισίας ή θυμού : γιατί έχει συν τοις άλλοις και τό διανοητικό σθένος να αποδέχεται και τήν απελπισία ως οικείο στοιχείο τής ζωής της και να θεωρεί τόν θυμό απαραίτητον για τή σκέψη της : γράφει συνεπώς με ολόκληρον τόν εαυτό της χωρίς αναστολές και φόβους αλλά με ένα πάθος που τό διεκδικεί ως στοιχείο τουλάχιστον ειλικρίνειας

   και τό πρόσωπο που διακρίνεται πίσω απ’ τήν αφήγηση τών διωγμών τού μάντελσταμ εξαιτίας τών ποιημάτων του, πείθει για τήν αυθυπαρξία και τήν αυτονομία του, ενώ τήν ίδια ώρα η νάντια «ετεροκαθορίζει» συνεχώς τή ζωή της με τήν καταγραφή τήν αντιγραφή και τήν απομνημόνευση τών ποιημάτων εκείνου που θα πέθαινε πολύ νωρίς μετά τίς ανακρίσεις τίς εκτοπίσεις και τίς εξορίες, σε ένα σιβηριανό στρατόπεδο – ή καθοδόν προς αυτό ( : οι συνθήκες τού θανάτου τού μαντελστάμ παραμένουν άγνωστες, όπως και η ακριβής άλλωστε ημερομηνία (ακόμα) – μερικές απ’ τίς πιο συγκλονιστικές, και συγκινητικές μαζί, σελίδες τού βιβλίου είναι τά τελευταία του κεφάλαια όπου η ναντιέζντα περιγράφει περιγραφές άλλων για τό πώς τόν είδαν να πεθαίνει, ή να μην έχει πεθάνει ακόμα, ή να μην προσπαθεί καν να επιζήσει)

   δύο επιπλέον πράγματα για τά οποία τή θαύμασα σ’ αυτό τό βιβλίο είναι, αφενός η δυνατότητα και η ικανότητά της να αρνιέται από τήν αρχή τούς μύθους που γέννησε η επανάσταση και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τόν εαυτό της με έξοχη αντικειμενικότητα να πέφτει κι η ίδια θύμα σε μερικούς απ’ αυτούς, και αφετέρου οι γλωσσικές της παρατηρήσεις για τή μεταβολή τών λέξεων και τών εννοιών τους στην καταρρακωτική  πορεία τής επανάστασης προς τόν μεγάλο τρόμο, τούς διωγμούς και τόν θάνατο : Ίσως τό πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η λέξη συνείδηση στη ρωσία σιγά – σιγά εξαφανίστηκε, δεν τήν έλεγε πια ο κόσμος, δεν γραφόταν πουθενά

   αλλά τό βιβλίο είναι ανεξάντλητο σε εκπληκτικές παρατηρήσεις και κρίσεις, πέρα από τήν αφήγηση τής οδύνης στη σύντομη ζωή ενός ποιητή, που εν γνώσει του έγραψε τό ποίημα τό οποίο ήξερε ότι θα τόν σκοτώσει

   όπως τό διατύπωσε και η ίδια :

   ο θάνατος τού καλλιτέχνη δεν είναι σύμπτωση, αλλά η ύστατη δημιουργική του πράξη, η οποία σαν δέσμη αχτίδων φωτίζει τόν δρόμο τής ζωής του. Ο όσιπ μαντελστάμ τό κατάλαβε, παλικαράκι ακόμη, όταν έγραφε ένα άρθρο για τόν θάνατο τού σκριάμπιν. Γιατί ο κόσμος απορεί που οι ποιητές προβλέπουν με τόση διορατικότητα τή μοίρα τους και ξέρουν τί θάνατος τούς περιμένει; Άλλωστε τό τέλος και ο θάνατος είναι τό ισχυρότερο δομικό στοιχείο στο οποίο υποτάσσεται η όλη ροή τής ζωής. Εδώ δεν ισχύει κανένας ντετερμινισμός, η περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί μάλλον ως εκδήλωση ελεύθερης βούλησης. Ο μαντελστάμ οδήγησε αγέρωχα τή ζωή του προς τόν χαμό που τόν περίμενε, τήν πιο διαδεδομένη μορφή θανάτου στη χώρα μας, τόν θάνατο μαζί με τό κοπάδι. Τόν χειμώνα τού ’32 – ’33, σε μια βραδιά με ποιήματα τού όσιπ μαντελστάμ στα γραφεία τής literaturnaya gazetta (λογοτεχνική εφημερίδα), ο μαρκίς κατάλαβε ξαφνικά τά πάντα και είπε «Παίρνετε τόν εαυτό σας απ’ τό χέρι και τόν οδηγείτε στην εκτέλεση». // Ο όσιπ μαντελστάμ μιλούσε συνεχώς για αυτό τό είδος θανάτου στους στίχους του, αλλά οι άλλοι δεν τό είχαν αντιληφθεί, όπως δεν αντιλήφθηκαν και τίς συζητήσεις τού μαγιακόφσκυ περί αυτοκτονίας.

.

.

   λέω να παραθέσω όμως δυο–τρία ακόμη αποσπάσματα – αξίζει τόν κόπο κι ας μη δίνουν παρά μια πολύ μικρή,  ε λ ά χ ι σ τ η  εικόνα από τό βιβλίο :

   εγώ έχασα τήν αίσθηση τού θανάτου, επειδή εισέδυσα στην περιοχή τής ανυπαρξίας. Απέναντι στο πρόσωπο τής καταδίκης, ούτε καν ο φόβος δεν υπάρχει. Ο φόβος είναι φως, είναι η θέληση για ζωή, είναι αυτοπεποίθηση. Είναι ένα βαθιά ευρωπαϊκό συναίσθημα. Τρέφεται από τόν αυτοσεβασμό, τήν αίσθηση τής προσωπικής αξιοπρέπειας, τών προσωπικών δικαιωμάτων, τών αναγκών, τών απαιτήσεων και τών επιθυμιών. Ο άνθρωπος υπερασπίζεται ό,τι κατέχει, και φοβάται μην τό χάσει. Ο φόβος και η ελπίδα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Χάνοντας τήν ελπίδα, χάνουμε και τόν φόβο – δεν έχουμε πια λόγο να φοβόμαστε.
   Ενώ πηγαίνουν τόν ταύρο στο σφαγείο, αυτός εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα ξεφύγει και θα ποδοπατήσει τούς βρωμερούς σφαγείς του. Οι άλλοι ταύροι όμως δεν πρόφτασαν να τόν δασκαλέψουν ότι τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν και ότι τό ζώο που πηγαίνουν στο σφαγείο ποτέ πια δεν ξαναγυρνά στο κοπάδι. Στην κοινωνία τών ανθρώπων πάντως υπάρχει αδιάκοπη ανταλλαγή εμπειριών. Ποτέ δεν άκουσα για κάποιον που ανθίσταται, χτυπιέται, υπερασπίζεται τόν εαυτό του, ξεπερνά όλα τά εμπόδια και, τελικά, τό σκάει τήν ώρα που τόν πηγαίνουν για εκτέλεση. Οι άνθρωποι μάλιστα θεωρούν ιδιαίτερα γενναίο, εκ μέρους τού μελλοθανάτου, να απαγορεύσει να τού δέσουν τά μάτια και να πεθάνει βλέποντας τά πάντα. Εγώ όμως είμαι υπέρ τού ταύρου· είμαι υπέρ τής τυφλής του λύσσας. Υπέρ τού πεισματάρικου ζώου που δεν υπολογίζει τίς πιθανότητες επιτυχίας με τήν αποχαυνωτική λογική τών ανθρώπων· και αγνοεί τή βρωμερή αίσθηση τής απελπισίας.
   Έπειτα από καιρό άρχισα ν’ αναρωτιέμαι συχνά αν πρέπει κάποιος να ουρλιάξει όταν οι άλλοι τόν σκοτώνουν και τόν ποδοπατούν με τίς μπότες τους. Δεν είναι καλύτερα να παγώσει μες στη διαβολική του αλαζονεία και ν’ απαντήσει στους δημίους με σιωπή γεμάτη περιφρόνηση; Κι έκρινα ότι πρέπει να ουρλιάξει.
   Σ’ αυτό τό θλιβερό ουρλιαχτό που μερικές φορές, ποιος ξέρει από πού, φτάνει στ’ απόμακρα, αδιαπέραστα σχεδόν από τούς ήχους κελιά συμπυκνώνονται τά έσχατα υπολείμματα τής ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τής πίστης στη ζωή. Με τούτο τό ουρλιαχτό ο άνθρωπος αφήνει ένα ίχνος πάνω στη γη και δηλώνει στους συνανθρώπους του πώς έζησε και πώς πέθανε.
   Αν δεν απομένει πια τίποτ’ άλλο, τότε θα πρέπει να ουρλιάξεις. Η σιωπή είναι πραγματικό έγκλημα κατά τής ανθρωπότητας.

.

    

.

   κάποια εποχή στη χώρα μας είχαν πάψει να διαβάζουν ποιήματα. «Τό θέμα με τήν ποίηση» έλεγε η άννα αχμάτοβα «είναι ότι, αν μια φορά καταπιείς ένα υποκατάστατό της, θα νιώθεις πάντα δηλητηριασμένος».

.

    

.

   ο θάνατος μπορούσε να έρθει με τή μορφή γρήγορης ή αργής εξόντωσης. Ο όσιπ μάντελσταμ ήταν άνθρωπος δραστήριος, προτιμούσε τή γρήγορη εξόντωση. Προτιμούσε να μην πεθάνει από τά χέρια τών συγγραφικών οργανώσεων στις οποίες ανήκε η πρωτοβουλία τής εξόντωσής του, αλλά από τά σωφρονιστικά  όργανα.
   Όπως και η άννα αχμάτοβα, έτσι και ο όσιπ μαντελστάμ δεν παραδεχόταν τή συνηθισμένη μορφή αυτοκτονίας. Κι όμως, στην αυτοκτονία τόν ωθούσαν τά πάντα, η μοναξιά, η απομόνωση, ο χρόνος – που τότε δούλευε εναντίον μας. // Ο όσιπ μάντελσταμ δεν αποκαλούσε τυχαία τήν άννα αχμάτοβα Κασσάνδρα. // Και καθημερινά, ένα πράγμα γινόταν σαφέστερο : ήταν όλο και πιο δύσκολο να μιλήσουμε με τή γλώσσα μας κομματιασμένη.
   Επιλέγοντας τό είδος τού θανάτου του, ο όσιπ μαντελστάμ εκμεταλλεύτηκε ένα αξιοπρόσεκτο προσόν τών ηγετών μας. Έτρεφαν υπέρμετρο, σχεδόν δεισιδαίμονα  σεβασμό στην ποίηση. «Όσα παράπονα  και αν έχουμε» έλεγε «μόνο στη χώρα μας  σέβονται τήν ποίηση – για χάρη της σκοτώνουν. Πουθενά αλλού πια δεν σκοτώνουν για χάρη τής ποίησης…».

.

.

.

 

.

.

.

τό βιβλίο στην ελληνική του μετάφραση | τό βιβλίο στην αγγλική του μετάφραση | για τό βιβλίο πολλά, γκουγκλίστε – εδώ βάζω ενδεικτικά δύο : από τήν «καθημερινή» | και ένας αντίλογος στην «αυγή», από ρωσίδα κλασική φιλόλογο | και μια προ διμήνου αναφορά στην ελληνική έκδοση τού βιβλίου (update!) από τό βλογ λεξήματα

κι εδώ άρθρο (τού κουβανού πεζογράφου josé manuel prieto) από τήν εφημερίδα new york review of books, με πληροφορίες και ανάλυση για τό ποίημα τού μαντελστάμ για τόν στάλιν, που τού στοίχισε τή ζωή (η φωτοτυπία παρακάτω δείχνει τή χειρόγραφη εκδοχή του από τόν ίδιον τόν ποιητή, όπως διασώθηκε στα αρχεία τής σοβιετικής ασφάλειας, τής φοβερής και τρομερής nkvd). Ένα απόσπασμα :  «κατά τήν (πρώτη) σύλληψη τού μαντελστάμ, τή νύχτα τής 13ης μαΐου 1934, η ασφάλεια δεν είχε καταφέρει να πάρει στα χέρια της τήν τελική μορφή τού ποιήματος. Ο ανακριτής ζήτησε από τόν ποιητή να τού γράψει ο ίδιος τό ποίημα στην αυθεντική του εκδοχή και ο μαντελστάμ χωρίς αντίρρηση ικανοποίησε τήν επιθυμία του. Οι δυο πρώτοι στίχοι είναι αυτοί στη φωτογραφία : Ο μαντελστάμ έγραψε τό ποίημα με τήν ίδια πένα με τήν οποία ο ανακριτής θα υπόγραφε τήν καταδίκη του»

(Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτω απ’ τά πόδια μας τή χώρα,
τά λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ’ ακούει τώρα)

(η μετάφραση είναι τής σταυρούλας αργυροπούλου από τήν ελληνική έκδοση)

.

.

.

.

.


«…στο κελί τών μελλοθανάτων τής φυλακής τού λεφόρτοβο είδαν τήν εποχή τής τρομοκρατίας χαραγμένους στον τοίχο τούς στίχους του :
Άραγε είμαι αληθινός, κι ο θάνατος θά’ρθει στ’ αλήθεια;
ό
ταν τό έμαθε, χάρηκε και ηρέμησε κάπως για μερικές μέρες.»

.

.

.

.

.

Φεβρουαρίου 24, 2012

merkonazi και λοιπά κινέζικα

.

.

.  

 

.

.

.

   καλημέρα, άργησε να μπει ο καινούργιος (δίσεκτος) χρόνος εδώ στους κήπους αλλά ήμουν στα χάρτινα, μακριά από οθόνες – είδα πάντως τηλεόραση – (η ειρωνεία είναι ότι, προσωπικά, ώς τώρα οι δίσεκτες χρονιές μού πήγαιναν καλά…)

   θα ξεκινήσω αποφθεγματικά κι ας μη μού αρέσει τό ύφος αυθεντίας που κρύβεται κάτω από τά αποφθέγματα – αλλά εδώ πρόκειται για συσσωρευμένη εμπειρία πλέον :

   ό,τι κατάφερε τό πείραμα τού υπαρκτού κομμουνισμού σ’ αυτόν τόν πλανήτη ήταν να βγάλει ανθρώπους που να ψοφάνε για καπιταλισμό, και να υιοθετούν χωρίς ενοχές τήν καθαρματοσύνη τών καπιταλιστών επιπλέον

   η κυρία μέρκελ προέρχεται από τήν ανατολική γερμανία, να μην τό ξεχνάμε αυτό – και έτσι λειτουργεί (είτε λέει, είτε ξελέει – και κυρίως μ’ αυτά που κάνει και δεν ξεκάνει – με τήν έλλειψη δηλαδή κάθε αίσθησης συγγένειας, ή και απλής συμπάθειας για τόν κοινό ευρωπαϊκό χώρο) σαν φτωχό και στερημένο κακέκτυπο τής κυρίας θάτσερ (η οποία ήταν κόρη μπακάλη και τό όνειρό της ήταν να ανέλθει στα αριστοκρατικότερα τών αξιωμάτων) : αλλά τά λούμπεν στρώματα και οι κακοποιοί σέβονται κατεξοχήν τήν εξουσία, και οι υπαρκτοί κομμουνισμοί σε κίνα και ρωσία λουμπενοποίησαν πλήρως τήν ψυχοσύνθεση (αν μη τί άλλο) τών υπηκόων τους

   τά κατακάθια τής νομενκλατούρας και τών δύο διεφθαρμένων καθεστώτων τού υπαρκτού έχοντας υπηρετήσει με ταλέντο τίς ανοιχτές δικτατορίες τους, φοράν τώρα κι αυτοί τή μάσκα τών καπιταλιστών κλέβοντας για άλλη μια φορά τή ζωή τών δυστυχισμένων κατοίκων τους : έτσι (λογικά) η αυταρχικότητα τού καθεστώτος μιας μουσουλμανικής χώρας που βομβαρδίζει ανηλεώς τούς κατοίκους της (ζωντανούς και νεκρούς, φτάνοντας ώς τούς τάφους τους) δικαίως δεν τούς αφορά : για τήν ακρίβεια τήν ξέρουν πολύ καλά αυτή τή μέθοδο, είναι οι ίδιοι, και οι ρώσοι και οι κινέζοι ιθύνοντες, σήμερα βόμβες ναπάλμ επί τών λαών τους – βόμβες καπιταλιστικού know how επιπλέον :

   η έλλειψη μνήμης πάντως αποτελεί γενικό γνώρισμα και τής ανατολής και τής δύσης : γι’ αυτό λέω να θυμηθούμε τό ότι δεν πάνε πολλά χρόνια που ο ντελόρ έτρωγε γιαούρτια από ακτιβιστές στη δυτική ευρώπη ως εκπρόσωπος τών καπιταλιστικών συμφερόντων τής «ένωσης» – και ο χέλμουτ σμιτ τήν δεκαετία τού ’70 κατηγορούνταν μαζί με τόν σάχη τής περσίας (δικαίως) ως οι δύο σκληροί που διέθεταν τά περιβόητα λευκά κελιά – ο σμιτ για να πολεμήσει τούς αντιναζί τού αντάρτικου πόλεων, κι ο σάχης μερικούς αριστερούς και κάτι άλλους θρησκόληπτους (απ’ αυτούς που κέρδισαν τελικά τό παιχνίδι και σήμερα έχουν τά λευκά κελιά στη διάθεση τους οι ίδιοι)

   εμείς από τήν άλλη είχαμε διάφορα βέβαια δίκια κατά καιρούς, και μια αντίσταση στον τελευταίο πόλεμο που άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν τήν είδαν ούτε στον ύπνο τους : εμείς και οι γιουγκοσλάβοι δηλαδή είμαστε οι μόνοι που είχαμε αντιναζιστικό αντάρτικο – και γι’ αυτό δεν μού τό βγάζεις από τό νου πως είμαστε και οι μόνοι που τιμωρούμαστε με τέτοια μανία μετά τή θριαμβευτική ανασυγκρότηση τής επανενωμένης υπερδύναμης – τή γιουγκοσλαβία τήν διέλυσαν οι γερμανοί κυριολεκτικά κι εμάς προσπαθούν τώρα να μάς διαλύσουν επίσης : εμάς που έτσι, στο περιθώριο πάντα, ζήσαμε στον γενναίο ηλίθιο μεταπολεμικό κόσμο ως φτωχοί συγγενείς – και ως φτωχοί συγγενείς αναπτύξαμε με φαντασία τήν πιο επαρχιώτικη νοοτροπία που γινότανε : είχαμε λοιπόν και πιπιλάγαμε πριν κάτι χρόνια τά «πακέτα ντελόρ» στις καθημερινές κουβέντες μας, υπό τήν έννοια ότι οι κουτόφραγκοι μια που μάς δεχτήκαν επιτέλους στην παρέα τους θα μάς πληρώνουν και από πάνω – κι έτσι αποφάσισε η αγνή ελληνική ύπαιθρος και η περήφανη συνεταιριστική αγροτιά να εγκαταστήσει τήν κλοπή ως εκ νέου στοιχείο ιθαγένειας – ε, είχαμε και τό προηγούμενο τού ’21, να τιμάμε και τίς παραδόσεις μας

   αλλά να μην ξεχνάμε επίσης ότι η ελληνική κοινωνία έφαγε στα μούτρα και μια χούντα, με τήν οποία άλλωστε άρχισε και η μεγάλη «νεωτερική» μας κλοπή – όποιος ήθελε δάνειο υπόγραφε ένα χαρτάκι κι έπαιρνε, σάμπως ήταν τών καραβανάδων τά λεφτά; έτσι η αττική (ό,τι είχε απομείνει από τήν πρώτη καραμανλική ρεμούλα) καταστράφηκε τελειωτικώς– ορόφοι υψώθηκαν περήφανα ουρανοξυστικώς, φτωχά αρχιτεκτονήματα ισοπεδώθηκαν εν μια νυκτί – ο καραμανλής ως πρώτος διδάξας είχε προλάβει να ισοπεδώσει τό σπίτι τού παρθένη στην ακρόπολη – και επίσης βέβαια και μια μεταπολίτευση έφαγε στα μούτρα η κοινωνία αυτή – για τήν οποία δεν κούνησε, πέρα από μια χούφτα εικοσάρηδες, τό μικρό της δαχτυλάκι : φεσώθηκε λοιπόν μ’ ένα ανακουφιστικό σήκωμα τών ώμων και νέες εκδοχές καραμανλήδων και παπανδρέηδων – οι οποίοι με τή σειρά τους τήν ενθάρρυναν να συνεχίζει να κλέβει εαυτούς και αλλήλους φτάνει να τούς ψηφίζει (ως παράπλευρη απώλεια η κύπρος ήταν πολύ μακριά)

   κι έτσι τώρα θρηνούμε για τήν κοινωνία που δεν έχουμε : τώρα διαπιστώνουμε επίσης ότι μπορεί να πληρωθεί άσχημα η παιδεία που δεν έχουμε : και τώρα που η τσέπη μας άδειασε μυκτηρίζουμε τά κλεφτρόνια που επωφελούμενα τής πολιτικής μας απόγνωσης κλέβουν όπως ξέρουν πάντα να κλέβουν (τό ’χουν μάθει απ’ τούς πολιτικούς, τό ’χουν μάθει κι απ’ τούς παπάδες και τούς καλογήρους να κλέβουν) με παράπλευρες απώλειες να καίνε και μερικά νεοκλασικά

   τό ’κανε λέει ο τσίλερ ή κάποιος τσιλεροειδής τό κτίριο, και ποιος είν’ ο τσίλερ – γερμαναράς, φτου –

   ξαναγυρίζουμε λοιπόν ευμενώς στον ντελόρ και τόν σμιτ που ήταν πιο ευρωπαίοι από τούς σημερινούς μερκοσαρκοναζί : καλό θα ’ναι πάντως να θυμόμαστε ότι ο σμιτ, που μιλάει σήμερα υπέρ μας, ήταν ο πιο αναφανδόν εναντίον μας και δεν μάς ήθελε με τίποτα στην «ένωσή τους»

   αλλά σήμερα μιλάει υπέρ μας κι ο κον μπεντίτ – κι αυτός γερμαναράς είναι, αλλά αυτός «όχι φτου» : αν μάς κατηγορήσει σε τίποτα θα ξαναθυμηθούμε τήν εθνική του καταγωγή – όσο μάς υπερασπίζεται είναι ο «ντάνυ τού μάη»

   τά βαλκάνια ενγένει μπορεί να μην είναι παίξε–γέλασε, δεν θεωρούμε πάντως τούς εαυτούς μας μέρος τών βαλκανίων επισήμως : ο χιονιάς πλήττει στα μετεωρολογικά δελτία «και τά βαλκάνια» και όχι «και τά υπόλοιπα βαλκάνια» : όμως ούτε η ιδέα τής ενωμένης ευρώπης είναι παίξε–γέλασε φυσικά, αυτό όμως δεν θέλουμε να τό σκεφτόμαστε : εμείς, επαρχιώτες τελειωμένοι, κάνουμε σαν κάθε τι σχετικό με τήν «ευρώπη» πραγματικά να μη μάς αφορά, αν δεν είναι να μάς δώσει λεφτά : γι’ αυτό εμείς παίζουμε και γελάμε με όλα, μην ξέροντας τίποτα, αδαείς αλλοτριωμένοι αμόρφωτοι αυτάρκεις και αυτάρεσκοι, μέχρι να πέσουμε κάτω από τήν πείνα

   για τήν οποία φυσικά καθόλου δεν ευθυνόμαστε – πλην όσων (ελαχίστων) πήρανε με τή σέσουλα κάρτες και δάνεια και τρέξανε στην εκκλησία να παντρευτούν για να τιμήσουν τόν θεσμό τής αγίας οικογένειας : πλην όσων νέων και ωραίων δήλωναν πριν κάτι έτη ότι οι θεσμοί που εμπιστεύονται πάνω απ’ όλα είναι η εκκλησία και η αστυνομία, και φώναζαν στον κύριο παπά που επί χούντας αδιαφορούσε για όσους η τανάλια τούς έβγαζε τά νύχια ότι τόν πάνε και τόν παραπάνε – αυτοί (μόνο) ευθύνονται και αυτοί έχουνε σήμερα φτιάξει και τά μαγαζιά που κλείνουν – και αυτοί είναι που εμένα δεν μέ ενδιαφέρουν καθόλου γιατί δεν καταδέχομαι να συμπάσχω με τά καθάρματα επειδή φτώχυναν – αλλά είπαμε, αυτοί είναι η μειοψηφία : η πλειοψηφία είμαστε εμείς, αριστεροί, αναρχικοί, αντισταλινικοί, ευρωπαίοι, μορφωμένοι, κατά τού συστήματος, κατά τών δανείων, κατά τής οικογένειας, κατά τών δύο και πέντε αυτοκινήτων και τηλεοράσεων ανά σπίτι, κατά τών ψεμάτων, υπέρ τής αλήθειας, κατά τού μισογυνισμού και τού ρατσισμού, κατά τής μισαλλοδοξίας, υπέρ τού «ελευθερία  και ισότης», υπέρ τής γαλλικής επανάστασης και τού διαφωτισμού και τών φώτων

   είμαστε εμείς, οι κανονικοί ευρωπαίοι

   μόνο που δεν υπάρχουν κανονικοί ευρωπαίοι : από μια άποψη τά χάλια μας είναι γενικά – και σ’ αυτό μπορούμε να παρηγορηθούμε : η ιδέα τής ενωμένης ευρώπης ξεκίνησε απ’ τήν οικονομία, και με τήν οικονομία θα κλείσει (τά μάτια της) : η άλλη ευρώπη ήταν κρυμμένη, μυστική, παράνομη και αφανής από ανέκαθεν :

   και αυτή η ευρώπη ασφαλώς μάς ανήκει όσο ανήκει στον καθένα : είναι η ευρώπη τού ιουλιανού τού παραβάτη, που ίδρυσε τό παρίσι και που ήταν αλβανός τήν καταγωγή, η ευρώπη τού μεσαίωνα που διαμορφώθηκε και καθορίστηκε από τίς (άγριες, πολύ άγριες) μεταναστεύσεις, τίς τότε, η ευρώπη τών αράβων, τού αβελάρδου, τής ελοΐζας, τού αβερόη, τής αλάμπρας, τών τροβαδούρων και (τής κόλασης) τού δάντη : η ευρώπη τού ωραίου μεσαίωνα που δεν ξέρουμε και δεν θέλουμε να ξέρουμε : η ευρώπη τών πολέμων και τών σφαγών που οδήγησαν στις φρίκες και στη σχολή τής φραγκφούρτης : η ευρώπη τών εβραίων στην αμερική, η ευρώπη τής ειρήνης μετά τίς (άπειρες) νύχτες τού αγίου βαρθολομαίου : η ευρώπη τής πυράς τού τζορντάνο μπρούνο, η ευρώπη τών άπειρων κόσμων και τών άπειρων γλωσσών, η ευρώπη τού παβέζε, τού τζόϋς τού πικάσο και τού καβάφη : η ευρώπη τού σολωμού :

   να θεωρούμε εθνικό μόνο ό,τι είναι αλήθεια

   η ευρώπη αυτή κυκλοφορεί στα έγκατα, διωγμένη απ’ τήν επίσημη παιδεία μας που φτιάχνει φυτά, σπασίκλες, παπαγάλους, κλεφτρόνια, και τούς αγράμματους τών πρωινάδικων τών μεσημεριανών και τών βραδινών με τά οποία παρηγοριόμαστε για τή μαύρη νύχτα που μάς τυλίγει : αυτή τήν ευρώπη όσοι τή χρειαζόμαστε, θα τήν υπερασπιστούμε – σε πείσμα τών νεοναζί τού μερκοκομμουνισμού και τής εξαθλιωτικής πουτ(αν)ίνης, στα ίδια χώματα που έζησε ο τσέχωφ και καταδικάστηκε σε θάνατο ο ντοστογιέφσκυ

   μια στιγμή είναι κι αυτή, θα περάσει : η ευρώπη είναι μαθημένη στα δύσκολα : ο θερβάντες έγραψε τόν δον κιχώτη μ’ ένα χέρι – τό άλλο τό ’χε χάσει στη ναύπακτο

.

.

.

.

.

   υγ : στο μεταξύ θα μπορούσαμε να κάνουμε κι ένα μποϋκοτάζ στα προϊόντα τών γερμανών κλεφτοβιομήχανων που βγάζουν και γλώσσα – όπως αυτοί τής bosch, προ ελαχίστων μόνο ημερών, ενάντια στους καλύτερούς τους πελάτες : ας μην αγοράζουν πια, όσοι έχουν ακόμα τά λεφτά και τήν όρεξη για τέτοιες βλακείες, άλλες μερσεντές και μπεμβέ και μπος και ζήμενς βρε παιδί μου – ούτε νουνού και νεστλέ για τά παιδάκια τους – ας έχει και λίγο προσωπικό κόστος ο θυμός : συνέχεια και μονίμως μόνο (μεγάλα) λόγια;

  

.

.

.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: