σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 14, 2015

ζεφη δαρακη / η τρομερη ταχυπαλμια που ζει το ποιημα

 

 

Θα ήθελα να σας μιλήσω για τον αόριστο προορισμό της ποίησης… Για το ακαθόριστο του προορισμού της.

Ότι, δηλαδή, αν με ρωτούσατε σε τι χρησιμεύει η ποίηση, θα σας έλεγα, ότι δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Γιατί δεν εντέλλεται να αλλάξει τον κόσμο. Σημαίνει όμως τον εαυτό της. Υ π ο ν ο ε ί  τον εαυτό της. Και είναι ένας χρησμός προς διερεύνηση όταν το σώμα διδάσκει και διδάσκεται τις απαντήσεις του.

Το ποίημα  σ η μ α ί ν ε ι  τον εαυτό του. Κάτω απ’ τα λόγια, είναι ο λόγος που δε λέγεται. Κάτω απ’ την απουσία μας, ο πιο φανταστικός κήπος  ά ν ε υ   ο ρ ί ω ν , καθώς στρέφεται γύρω από εκείνες τις μονήρεις λάμψεις που θα μεταφέρουν το νόημά τους στον αόρατο αναγνώστη, που είναι ένας και μοναδικός κατέναντί της, για να την αθωώνει.

Γιατί η ποίηση είναι η ενοχή της, ανοιγοκλείνοντας τον κόσμο προς όλες τις εκδοχές του μη αναμενόμενου.

Μέσα από την αναμνηστική πραγματικότητα ενός αλλότριου ψυχικού βλέμματος, αυτό που θέλει να πει, κρύβεται, για να αποκαλυφθεί εκ νέου μεταμορφωμένο στο άλεκτο.

Σ’ αυτήν την ταραχή που διατυπώνεται μ’ έναν διαρκή, βασανιστικό τρόπο νοσταλγώντας το ανέκφραστο.

Γιατί η ποίηση είναι μια λειτουργία σε συσκότιση, απ’ την απόγνωση στη γραφή, κι απ’ τη γραφή στην απόγνωση. Όλοι περνάμε από παρακαμπτήριες. Περνάμε από σκοτάδια φωτισμένα. Η ποίηση διαπλέει το σκοτάδι της. Αυτό το σκοτάδι, καλείται ο αναγνώστης να διαρρήξει. Να διαρρήξει αυτόν τον εγκλεισμό. Να φτάσει στον κόσμο της τρομερής ταχυπαλμίας που ζει το ποίημα.

Το αφετηριακό ρίγος της ποίησης, δεν έχει στόχο κανένα κοινό. Έχει στόχο τον εαυτό της καθώς είναι μια έμμονη ιδέα–φυλακή, πως κάποιος κρυφακούει λόγια που δεν έχουν ειπωθεί ακόμα… Υπάρχει τότε ένα σημείο διαφυγής απ’ αυτό τον τρόμο. Από το πιο ισχυρό σημείο αυτής της διαφυγής, διέρχεται σιωπηλά το ποίημα, προς το άναυδο…

Η σχέση της ποίησης με τον αναγνώστη, είναι μια σχέση έλξης–απώθησης. Η γλώσσα δαιμονίζεται, βασανίζεται, αγιάζεται στις εικόνες της, συστρέφεται ανάμεσα στο μετέωρο της έμπνευσης και στην ορμή της λέξης να διατυπωθεί. Η λέξη νοσταλγία, η λέξη θλίψη, η λέξη άλγος, είναι δρώμενα. Επισημαίνουν την απουσία των πραγμάτων.

Η αρχετυπική αποκάλυψη του βάθους των λέξεων, πέρα από γραμματικούς και λεκτικούς κανόνες και κώδικες, θα αποκαλύψει κάθε φορά, όχι αυτό που η ποίηση θέλει να πει αλλά αυτό που ήθελε να πει.

Η ποίηση είναι ο χαιρετισμός και ο αποχαιρετισμός της. Και είναι από τη φύση της, η μόνη ουτοπική επαναστατική πράξη – δεν υπάρχει προς το παρόν άλλη, μακάρι να υπάρξει – γιατί η ανθρώπινη λύπη είναι μεγάλη.

Η ποίηση είναι η πλέξη του κόσμου απ’ την ανάποδη καθώς αγγίζει την πηγή ενός αλλοπαρμένου καθρέφτη. Εκείνος, την πετάει πίσω, στο διαταραγμένο τοπίο του κόσμου. Τότε εκείνη συγυρίζει τα ασυγύριστα. Μένουν μετέωρα στα χέρια της τα πράγματα, σαν κλάματα ασκούπιστα.

Η ποίηση μοιάζει αιώνια να προσπαθεί κάτι να θυμηθεί… Κάτι ανήκουστο, από πολύ μακριά χαμένο που λησμονήθηκε και κοιτάζεται μοναχό του, σαν φίλημα που έχει δοθεί σε ανύποπτα χείλη…

Και είναι ένα δύστροπο και μαζί γερασμένο πρόωρα, σινιάλο–κλάμα, γι’ αυτό το ποτέ μες στην πραγματικότητα. Κάποτε διαφεύγει, εξαγγέλλοντας τον ερχομό μιας φοβερής αλήθειας. Τη φοβερή αλήθεια του ονείρου που δεν θέλει και δεν επιθυμεί παρά να ψιθυρίσει εκείνο το ρίγος που προκαλεί το ίδιο το όνειρο στο όνειρό του.

 

 

το κειμενο εκφωνήθηκε απο την ποιητρια ζεφη δαρακη στην απονομη του βραβειου «διδω σωτηριου» που της δοθηκε απο την «εταιρεια συγγραφεων» την τριτη στις 3 νοεμβρίου του 2015, και δημοσιευτηκε στον «μανδραγορα» με τιτλο «η ξενιτια στο αναυδο», απ’ οπου και η αναδημοσιευση – η ζεφη δαρακη αφιερωσε «την παρουσα μικρη εισηγηση στη μνημη του βυρωνα λεονταρη» (συντροφου της μια ζωη) – του εξοχου ποιητη μας που πεθανε προσφατα.

 

 

 

 

Μαΐου 21, 2014

τόσα χρόνια ήτανε μαλάκας αλλά φέτος αποφάσισε κι αυτός να τό κάνει

Filed under: επίκαιρα,ενημερώσεις — χαρη @ 4:16 πμ

.

.

.

 

.

.

άκρως ερωτική, ανιδιοτελής και άφωνη διαμαρτυρία για τήν παντελή έλλειψη χιούμορ απ’ τούς νέους έλληνες πολιτικούς που, όπως και οι παλιότεροι, αδυνατούν να δουν τούς
εαυτούς τους σα μαλάκες

.

.

.

.

.

.

επίσης

 

 

 

 

 

Απρίλιος 21, 2014

ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου : γυάρος, απρίλης 1967

 

 

φωτογραφία τού γερμανικού περιοδικού «stern» (αύγουστος 1967) τραβηγμένη από ελικόπτερο και από ύψος 30 μέτρων στην «κομμουνιστική πτέρυγα» τού όρμου τής Γυάρου (κάποιοι κρατούμενοι έχουν αναγνωρίσει τούς εαυτούς τους στην ταράτσα) // η Ρηνιώ Μίσσιου στο συνέδριο τής Λέρου τό 2005, για τίς «Γυναίκες στην Αντίσταση»

 

 

η ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου (πρώτο όνομα απ’ τό πατρικό της θρακιώτικο επώνυμο, δεύτερο από αυτό τού σύντροφου μιας ζωής) μού έδωσε για σήμερα (και τό ζήτησα γιατί είναι κείμενο με σπάνιο ήθος και αισθητική, αλλά και λόγω τής φριχτής επετείου, που οι συγκυρίες τό φέρνουν να πρέπει νομίζω να τή θυμόμαστε όλο και καλύτερα και ακριβέστερα) να αναδημοσιεύσω τμήματα από ένα άρθρο που είχε γράψει τό 2009 για τό αφιέρωμα τότε καθημερινής εφημερίδας : τήν ευχαριστώ πολύ (περισσότερες πληροφορίες περί αυτών, και άλλων, στο τέλος*)

 

// Μετά τό 1961 που τό ελληνικό κράτος, υποχωρώντας στη διεθνή κατακραυγή, έπαψε να χρησιμοποιεί τή Γυάρο ως τόπο εξορίας και αναμόρφωσης τών αριστερών, η Γυάρος ξαναδέχτηκε περίπου 7.000 πολιτικούς εξόριστους «προληπτικώς συλληφθέντας» από τίς πρώτες μέρες μετά τήν 21η Απριλίου. Από αυτές τίς χιλιάδες περίπου 340 ήταν γυναίκες. Κι ενώ ο αριθμός τών ανδρών από τίς πρώτες κιόλας εβδομάδες άρχισε να μειώνεται εντυπωσιακά, ο αριθμός τών γυναικών παρέμεινε σχεδόν σταθερός. Είναι προφανές ότι η σύλληψη τών γυναικών έγινε με διαφορετικά κριτήρια
Τό φαινόμενο πάντως αποτελεί κεφάλαιο προς διερεύνηση για τούς ιστορικούς, ένα από τά πολλά κεφάλαια τής πρόσφατης ιστορίας που υπάρχουν μόνο δυνάμει. Κι όπου να ’ναι οι αυτουργοί αυτής τής ιστορίας κάνουν πανιά //
Θα μιλήσω, λοιπόν, για τή Γυάρο τού Απρίλη τού 1967. Για κείνη τή Μεγάλη Βδομάδα – τό πραξικόπημα τών Συνταγματαρχών έγινε ξημερώνοντας η Παρασκευή πριν από τό Σάββατο τού Λαζάρου – που δεν έφερε Πασχαλιά κι Ανάσταση σε χιλιάδες ελληνικά σπίτια. Όχι, δεν λέω «για ολόκληρο τόν ελληνικό λαό» όπως αρέσκονται να λένε πολλοί, ιδίως πολιτικοί, εκ τών υστέρων. Όχι, αυτή η ιστορία δεν είναι αντίδωρο να παίρνουν μια μπουκίτσα όλοι. Και θα μιλήσω με τόν μόνο τρόπο που ξέρω, με λόγο εγκάρδιο. Δεν αναλύω, δεν ερμηνεύω, δεν «συνεισφέρω στην ιστορία». Αν αυτά που ζήσαμε, που έζησα, και κυρίως που σκέφθηκα κι αισθάνθηκα, που αισθανθήκαμε, έχουν αξία για τούς ιστορικούς και τήν ιστορία, καλό είναι, αλλά δεν έχω αυτό στον νου μου τώρα που γράφω τούτες τίς σελίδες // Τά πράγματα εμφανίζονται αυτόκλητα, συνειρμικά· αλληλοσχολιάζονται, επικαλύπτονται, επαναλαμβάνονται ή χάνονται. Άνθρωποι, ώρες, τραγούδια, γεγονότα, λόγια κι αισθήματα· και δεν πειράζει, μη βρείτε άκρη, δεν είναι απαραίτητο. Καρδιά είν’ αυτή, ζωή είν’ αυτό, δεν είναι λογιστικά βιβλία
Πρέπει να ήταν η Μεγάλη Τρίτη 25 Απριλίου 1967, όταν τά καμιόνια μάς μετέφεραν στις στρατιωτικές λιμενικές εγκαταστάσεις τού Σκαραμαγκά, όπου μάς περίμενε τό αρματαγωγό για να μάς μεταφέρει – πού ; Κανένας δεν ήξερε. Μόνο φήμες κυκλοφορούσαν, κι ανάμεσά τους αναφερόταν κι η Γυάρος, με φρίκη. Στο κύτος τού πλοίου όλοι χύμα, καθώς σμίγαμε εκεί άνδρες και γυναίκες που είχαμε συλληφθεί από τίς πρώτες κιόλας ώρες τής δικτατορίας, άλλοι προερχόμενοι από τά αστυνομικά τμήματα τής Αθήνας και τού Πειραιά, άλλοι από τήν επαρχία, εμείς από τόν Ιππόδρομο – εκεί όπου τήν προηγουμένη είχε δολοφονηθεί ο Παναγιώτης Ελής και είχε κακοποιηθεί βάναυσα ο Νέστορας τού ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Ηλίας Ηλιού – άλλοι από τού Καραϊσκάκη, άλλοι από άλλους τόπους συγκέντρωσης. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους κι άλλοι που είχαν ξαναϋπάρξει μαζί κάτω από ανάλογες συνθήκες πριν από χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Άλλοι που μόλις πριν από λίγες μέρες είχαν συναντηθεί στα γραφεία τής ΕΔΑ, τής Νεολαίας Λαμπράκη, τής ΕΦΕΕ, στα Σωματεία τους. Εμένα ήταν η πρώτη μου φορά, έτσι για να μην αποτελώ εξαίρεση στην οικογένεια //

   Τό πλοίο φεύγει κι αυτά που ήταν ώς τώρα «η ζωή σου» μένουν πίσω ορφανά κι ανυπεράσπιστα μαζί με τίς απλές κι ελάχιστες βεβαιότητές σου. Έχω τήν αίσθηση ότι βιώνω μια τεράστια παρεξήγηση ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό· παρ’ όλο που επί μήνες συζητιόταν η επαπειλούμενη εκτροπή – ότι κάποιος οφείλει να μού δώσει μιαν εξήγηση ή να μού ζητήσει εξηγήσεις. Τί περίεργο. Τήν ίδια αίσθηση είχα και τό απόγευμα τής 21ης, όταν μάς μετέφεραν από τό Ε΄ Τμήμα, που τότε ήταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στον Ιππόδρομο. Όταν είδα τούς φαντάρους παραταγμένους σε δύο στοίχους με «εφ’ όπλου λόγχη» κι εμείς να προχωρούμε ανάμεσά τους, είπα, αυτό είναι θα μάς σκοτώσουν – αλλά έτσι χωρίς εξήγηση !
   Ανάμεσα στο πλήθος βλέπω τό αγέρωχο προφίλ τού Ρίτσου. Η Ηρώ Κανακάκη – η Ηρώ που δεν υπάρχει πια – έρχεται κοντά μου ανακουφισμένη, προς τό παρόν ανάμεσα σε τόσους ομοϊδεάτες είμαι η πρώτη γνωστή που βλέπει. Ο Φαρσακίδης μού χαμογελάει, από μακριά μ’ ένα χαμόγελο «…όχι που νόμιζες πως θα τή γλιτώσεις»
   // Αυτοί – Εμείς – Εγώ είμαστε πια δεμένοι στην ίδια μοίρα. Θα μοιραστούμε τήν ίδια ζωή – όποια ζωή – ή τόν ίδιο θάνατο.
   // Ήταν η πρώτη μου φορά. Μα δεν ξέρω, αν αυτά τά συναισθήματα δεν ισχύουν και στη δεύτερη και στην τρίτη. Κάθε φορά, ώσπου αυτό τό απειλητικό άγνωστο να γίνει συγκεκριμένο //

Φτάσαμε στη Γυάρο απόγευμα. Οι μέρες τού Απρίλη είναι μεγάλες. Ήταν ήσυχα. Δεν φυσούσε // Ανάμεσα στις ξερολιθιές και τά κλιμακωτά επίπεδα, όπου κάποτε ήταν στημένες οι σκηνές–καταλύματα τών εξορίστων – κι όπου έμελλε να στηθούν και οι δικές μας σκηνές – ολάνθιστα φανταχτερά μωβ–συκλαμέν μπούζια ημέρευαν με τίς αισιόδοξες πινελιές τους τόν τόπο, τόν έκαναν να μοιάζει με αρχαιολογικό χώρο πριν αρχίσουν οι ανασκαφές. Έτσι όπως έβλεπες πέτρινα σκαλοπάτια μισοκατεστραμμένα, τοιχία μισοκρυμμένα από τά μπούζια έλεγες, ένας αρχαίος ερειπιώνας απροσδιορίστου ηλικίας. Όλα κι όλοι κρατούν τήν ανάσα τους. Ανοίγει η μπουκαπόρτα. Μπροστά μας τό κτίριο τής φυλακής : ένα βαρύ παραλληλόγραμμο ανάμεσα στους δύο όρμους, τόν τέταρτο και τόν πέμπτο.
Οι φύλακες σχεδόν αμήχανοι, σχεδόν αόρατοι. Αργότερα μάθαμε πως η πρώτη φρουρά ήταν κι αυτοί κάτι σαν εξόριστοι. Ήταν η φρουρά τής Βουλής, που η χούντα τή μάντρωσε στη Γυάρο ως διεφθαρμένη από τή συνάφειά της με τούς πολιτικούς και τήν πολιτική //

   Τόν Απρίλη, στην Ελλάδα, μπορεί κι ένας ξερόβραχος, στοιχειωμένος από τήν ίδια του τήν ιστορία, να φαντάζει, και να γίνεται ώρες ώρες ιδανικό σκηνικό ειδυλλίου. Γι’ αυτό μέ μαγεύει ο τόπος μας, γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι τού ανήκω ψυχή τε και σώματι. Γιατί μπορεί τήν ίδια στιγμή να είναι και να λέει πολλά, διαφορετικά, και χωρίς δόλο – ο τόπος. // προς τό παρόν, λοιπόν, κι αφού δεν μάς υποδέχτηκαν με βούρδουλες και αγριοφωνάρες, βρισιές και κλωτσιές – όπως ξέραμε ότι συνέβαινε στο παρελθόν – προς τό παρόν, εκείνο τό απόγευμα η Γυάρος μάς υποδεχόταν, ανήσυχη μεν, αλλά χαμογελαστή και φορώντας τά καλά της – ή μήπως ανήσυχοι ήμασταν εμείς, έτοιμοι μπροστά στην μπουκαπόρτα ;

Τό κτίριο τού Διοικητηρίου δεσπόζει, κτισμένο με ξεθωριασμένο κόκκινο τούβλο // Μπροστά στο διοικητήριο, τό γήπεδο, χώρος για τίς παράτες και τήν υποδοχή τών επισήμων. Ένα ανηφορικό μονοπάτι, που μόλις διαγράφεται, σέρνεται κατά μήκος τού τοίχου τής φυλακής. Αυτό θα πάρουμε κι εμείς. Τά παράθυρα ψηλά – όχι για να έχεις θέα τού τόπου γύρω, μόνο για να μπαίνει φως και αέρας· και βροχή, όπως διαπιστώσαμε αργότερα, γιατί τά περισσότερα τζάμια ήταν σπασμένα //

   Κι επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, όταν σού κλείνουνε τή θέα προς τόν έξω κόσμο στρέφεσαι επίμονα προς άλλους κόσμους και άλλες θέες, άλλους ορίζοντες : τό διάβασμα, τήν παρατήρηση τών συγκρατουμένων σου, τού εαυτού σου, σκέφτεσαι περισσότερο, αξιολογείς τά δεδομένα με καινούργια οπτική· ανακαλύπτεις τίς νέες διαστάσεις σου· πράγματα που θεωρούσες σημαντικά ευτελίζονται άλλα παίρνουν τή θέση τους. Όπως, ας πούμε, όταν ένα αισθητήριο αδρανεί κάποιο άλλο υπεραναπτύσσεται· και

«Συμβιβάστηκε με τήν πικρία ο κόσμος
Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τά χείλια
Η νύχτα ελαφρωμένη
Από τό θόρυβο και τή φροντίδα
Μέσα μας μετασχηματίζεται
Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη»

   // Καλύτερα να μην χρειαστεί ν’ ανακαλύψεις τά όρια τού εαυτού σου. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να τό αντέξουν. Είναι πολλοί αυτοί που βουλιάζουν μέσα τους, μεμψιμοιρούν, αναμασούν και χάνονται· χάνονται, όχι βιολογικά, χάνουν τή δυνατότητα ν’ ανακαλύψουν ένα σκαφιδάκι, έστω, που να τούς βγάλει σε στέρεο έδαφος, ένα ευάλωτο και εύθραυστο σκαφιδάκι, που τό βαφτίζω ατομική συνείδηση ή έστω τσαμπουκά

Τό μονοπάτι που ακολουθούμε καταλήγει αριστερά σ’ ένα πλάτωμα· εκεί μάς συγκέντρωσαν όταν, τίς πρώτες μέρες, ήρθε κάποιος γαλονάς να μάς πει «όποιος θέλει να πάει στο σπίτι του, ας κάνει ένα βήμα μπροστά» (κανονικά, λέω τώρα, έπρεπε όλοι να κάνουμε αυτό τό βήμα…). Αλλά δεν θυμούμαι αν κάποιος εκείνη τή στιγμή έκανε αυτό τό βήμα – τόσο έχω απωθήσει τήν εικόνα. Είχα σκύψει τά μάτια για να μη δω, μη συναντήσει η ματιά μου τό βλέμμα κάποιου που θα ’χε κάνει αυτό τό βήμα. Δεξιά // τό υποτιθέμενο νοσοκομείο. Σ’ αυτό τό νοσοκομείο πρωτοσυνάντησα και τόν Καρούσο, τόν μεγάλο ηθοποιό, όταν πήγα μια μέρα να σφουγγαρίσω· ήταν η σειρά μου στη φασίνα, έτσι γινόταν… // Καθώς φτάνω στην είσοδο και πριν βουτήξω στο σκοτάδι και στην μπόχα που βγαίνει απ’ αυτό τό τούνελ, βλέπω πλάι στην πόρτα, στο πλαίσιο τών ανακοινώσεων, μιαν ανακοίνωση–διαταγή τού 1961. Τό συρμάτινο πλέγμα που προστάτευε τίς ανακοινώσεις έχει σκουριάσει και διαλυθεί. Κάποτε θα υπήρχε, ίσως, και γυαλί. Η ανακοίνωση, ξεθωριασμένο κουρελόχαρτο, πάει κι έρχεται με τό αεράκι. Μού ’ρχεται ν’ απλώσω τό χέρι και να τήν πάρω, ως «ντοκουμέντο», αλλά μια δεύτερη σκέψη μέ κοροϊδεύει : εδώ δεν ξέρεις αν θα σώσεις τόν εαυτό σου, θα σώσεις τά ντοκουμέντα… //

   …Εμείς τώρα ξέρουμε, είμαστε ’δω στη Γυάρο. Είμαστε χιλιάδες, κάποιοι ξέρουν για τή μεταφορά μας κι αυτό είναι μια ασφάλεια. Οι άλλοι όμως, οι δικοί μας που έμειναν έξω ; Ελεύθεροι τάχα ! Πού βρίσκονται, πώς είναι, τί ξέρουν για μάς // Ξέφυγαν τή σύλληψη ή βασανίζονται σε κάποιο Τμήμα ; Βρήκαν σπίτι να τούς κρύψει ; Δούλεψαν οι επαφές ; Βρέθηκαν μεταξύ τους ; Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος. Βλέπω μόνο βαριές πλάτες ανθρώπων που προχωρούν, κουβαλώντας τά ελάχιστα υπάρχοντά τους – όχι δεν είναι αυτά τά βάρη που σηκώνουν : έξω έχουν μείνει οικογένειες σύζυγοι παιδιά, δεσμοί, υποχρεώσεις εκκρεμότητες //

Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος· τώρα στη μνήμη μου χωρίς τά μπάζα και τή βρωμιά, γεμίζει σιγά σιγά από ένα πλήθος που πάει κι έρχεται. Βλέπω πρόσωπα και χαμόγελα, ακούω κουβέντες, καλημέρες, αστεία, μαθαίνω τά νέα, τί λένε για μάς  // Βλέπω και φάτσες μουτρωμένες και στριφνές, καχύποπτες με όλους και με όλα // Κάποιοι άντρες μάς βοηθούν να γεμίσουμε με ξερόχορτο τά στρώματά μας, τά κουβαλούν στα ράντζα μας… Ατέλειωτες διαδρομές με τό καρότσι κουβαλώντας μπάζα, βρωμιές και κονσερβοκούτια // Στον θάλαμο που μάς έλαχε – τόν έναν από τούς δύο θαλάμους που δόθηκαν στις γυναίκες, αυτόν που ήταν ακριβώς δίπλα και πάνω από τό αναρρωτήριο τής φυλακής – έμεναν, λέει, παλιότερα ποινικοί, που, όπως διαπιστώσαμε, δεν ήταν και φανατικοί με τήν καθαριότητα // Δέματα, βέβαια, δεν έρχονταν. Αυτό άργησε πολύ. Οι περισσότερες δεν είχαν δεύτερη αλλαξιά ! Εγώ πήγα για «διαπίστωση στοιχείων» – έτσι μού είπαν όταν τούς ζήτησα… ένταλμα σύλληψης. Πήγα με κανελί ταγιεράκι κι ένα μπλουζάκι νταντελέ πλεγμένο από τά χεράκια τής μανούλας μου που μέ συμβούλευε «πού πας παιδί μου μ’ αυτό τό φιριντόνι, βάλε κάτι πιο ζεστό», μα εγώ ήθελα να ξορκίσω τό χειρότερο κάνοντας τάχα μου πως δεν τό βλέπω. Πήγα στο Τμήμα ντυμένη σαν τήν καλή χαρά κι έμεινα πάνω από μήνα μ’ αυτά τά ρούχα. Όλη τή μέρα αγγαρεία καρότσι φασίνα, και τό απόγευμα τίναζα τά ρούχα μου να φύγει η σκόνη κι έβγαινα στο πλάτωμα με μια μεγάλη κίτρινη μαργαρίτα στο πέτο τού ταλαίπωρου ταγιέρ. Έτσι, για τήν ομορφιά, που οφείλουμε να τήν υπερασπιζόμαστε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες //
Η πρώτη μας ακτίνα λοιπόν, συνόρευε με τό αναρρωτήριο τής φυλακής, που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Καλοκαιριάτικη νύχτα με μια τεράστια πανσέληνο – όμως εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε τόν δρόμο τού φεγγαριού στη θάλασσα. Οι κρατούμενοι, άλλοι στις σκηνές κι άλλοι κλειδωμένοι στις ακτίνες. Ένα χαμηλόφωνο μουρμουρητό αναδύεται από παντού. Ποιος κοιμάται τέτοια νύχτα. Κι αρχινάει τό τραγούδι η Ολυμπία Παπουτσιδάκη. Τή βλέπω ακόμα, νυχτερινή φιγούρα με φόντο τόν ουρανό και τό αγκαθωτό σύρμα, καθισμένη στο τοιχίο : «Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η Γης τόνε τρομάσει…» αρχίζει η Ολυμπία με εκείνη τήν ατέλειωτη, αφκιασίδωτη φωνή της «…εεέι να ’χεν η Γης πατήματα να ’χε ο ουρανός κερκέλια / να πάτουν τά πατήματα να κράτουν τά κερκέλια…»

   Αχ Ολυμπία, όπου κι αν είσαι τώρα – γιατί είναι και πολλά τά χρόνια που μεσολαβούν – να ’ξερες τότε τάχα, μ’ αυτό τό ηρωικό σε πρώτη ανάγνωση τραγούδι σου, τί πατήματα και τί κερκέλια χάριζες στους στερημένους γύρω σου, όπου έφτανε η φωνή σου, να κρατηθούν, ν’ ανεβούν, να αγναντέψουν, έστω για λίγο, κατά κει όπου είχε η ζωή ορίζοντα, προοπτική, έρωτα.
   Είναι γνωστό ότι ένα από τά μεγάλα κενά στην επίσημη ιδεολογία τής αριστερής πρωτοπορίας είναι που εξόρισε υποκριτικά τόν έρωτα και τόν ερωτισμό από τή σκέψη και τή ζωή τών αγωνιστών, αναγνωρίζοντάς τα μόνο ως έσχατο και καταχρηστικό δικαίωμα στο πλαίσιο τού νόμιμου και εγκεκριμένου γάμου. Δεν ξέρω πώς μπορεί κανείς να ονειρεύεται και ν’ αγωνίζεται μέχρις εσχάτων για να αλλάξει τόν κόσμο και να οδηγήσει τόν άνθρωπο σε πιο ευάερες και ευήλιες κοινωνίες, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τά μικρόψυχα μικροαστικά στερεότυπα γύρω από τήν αυτοδιάθεση τής μόνης θεμιτής ιδιοκτησίας, τού σώματος και τών αισθημάτων μας!

// Έτσι λοιπόν, για να τούς τή σπάσω εκεινών που μάς έστειλαν εκεί για να μάς εξοντώσουν ηθικά και βιολογικά και να απαλλαγούν από μάς : να ξέρουν πως η συνταγή δεν πετυχαίνει πάντα, και πως – χωρίς ποσώς να εξωραΐζω τήν κατάσταση στέρησης – η όντως ελεύθερη προσωπικότητα δεν περιορίζει τό αίτημα τής ελευθερίας στα όρια τών πολιτικών θεσμοθετημένων ελευθεριών : αυτές αποτελούν απλώς προϋπόθεση δημοκρατίας.
Ο έρωτας της ελευθερίας είναι απαιτητικός και πανάκριβος αλλά η ελεύθερη συνείδηση βρίσκει πάντα πατήματα και κερκέλια με ρίσκο, με κόστος, αλλά και ρισκάρει και πληρώνει. Εμείς δεν ταυτίσαμε ποτέ τήν ελευθερία με τή νομιμοφροσύνη. Στον Ιππόδρομο τραγουδάγαμε «Σώπα όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» // Ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας λειτουργεί κι αντίστροφα καμιά φορά, φωτίζει, διευρύνει, γονιμοποιεί· δίνει ευκαιρίες περισυλλογής //
Και καθώς σ’ αυτή τήν ιστορική φάση η Γυάρος και η Αλικαρνασσός τού Ηρακλείου Κρήτης, στις φυλακές τής οποίας μεταφέρθηκαν οι γυναίκες τόν Σεπτέμβρη τού 1968, δεν είχαν σωματικά βασανιστήρια – είχε πολλές άλλες ταλαιπωρίες και στερήσεις αλλά βασανιστήρια, όπως τά ξέρουμε, δεν είχε – ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας υπήρξαν πνευματική πρόκληση. Να θυμήσω ότι τήν ίδια εποχή στον κόσμο συμβαίνουν πράγματα ; Στο Παρίσι ο Μάης τού ’68 με συνθήματα πρωτάκουστα. Στην Πράγα η εισβολή τών σοβιετικών τανκς κάνει τή… διεθνιστική αλληλεγγύη απλή ιμπεριαλιστική τακτική. Στην Αμερική γεννιέται για πρώτη φορά ένα αντικαταναλωτικό κίνημα – πού αλλού θα γεννιόταν – τό οποίο σε συνδυασμό με τό φιλειρηνικό αντιπολεμικό κίνημα που προκαλεί ο πόλεμος τών Αμερικανών στο Βιετνάμ, καταγγέλλει τό κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο ως μοναδική αιτία τού πολέμου // Όλα αυτά συμβαίνουν γύρω μας κι ο απόηχός τους φτάνει ώς εμάς. Στη Γυάρο τό ραδιόφωνο αργά τή νύχτα μετέδιδε ειδήσεις για τήν εισβολή στην Πράγα. Τό ακατέργαστο μυαλό τους τούς έλεγε, προφανώς, ότι πρωί πρωί απογοητευμένοι θα ροβολάγαμε κατά τή Διοίκηση να υπογράψουμε… δηλώσεις μετανοίας.
Οι φυλακές και οι τόποι εξορίας δεν είναι μόνο αυτοί που φαίνονται, φωτογραφίζονται, καταμετρούνται. Αυτοί είναι προβλέψιμοι και εξ ορισμού εχθρικοί. Ξέρεις, κι αν δεν ξέρεις σύντομα ανακαλύπτεις, σε τί και σε ποιους πρέπει να αντισταθείς, πώς θα οργανώσεις τίς άμυνες και τίς κρυψώνες σου. Άλλωστε, ο εγκλεισμός μπορεί και να προσφέρει αμφιλεγόμενες «ευκαιρίες». Μπορεί π.χ. σε τέτοιες συνθήκες ν’ ανακαλύψει κανείς ότι οι άνθρωποι, οι σύντροφοι με τούς οποίους συμπορεύεσαι και συνεργάζεσαι για τόν ίδιο υποτίθεται σκοπό, διαβάζουν τά γεγονότα με άλλη γλώσσα, υπομνηματίζουν διαφορετικά τήν ιστορία. Τότε αν δεν σέ κυριέψει πανικός μπορεί και να δεις ν’ ανθίζει στο μυαλό σου μια καινούργια γνώση, κι απλώς δεν σέ χωράει στην επιστροφή η πόρτα απ’ όπου βγήκες.

Στην εποχή μας άλλες είναι πλέον οι «φυλακές» που πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο. Αυτές που σέ απομονώνουν χωρίς τοίχους, σέ αποκλείουν χωρίς κάγκελα και απαγορεύσεις, και σέ οδηγούν στην αποξένωση και τήν αδιαφορία //

Τριανταπέντε χρόνια συνεχούς και αδιατάρακτου κοινοβουλευτικού βίου για τήν Ελλάδα, που μετράει από τό 1925 ώς τό 1967 τρεις δικτατορίες, είναι μεγάλο διάστημα και μεγάλη υπόθεση.

Στις δικτατορίες στις φυλακές στις εξορίες μαθαίνεις να αντιστέκεσαι, τίς πολεμάς. Κάποια στιγμή αποδυναμώνονται, οι Δυνάμεις που τίς στήριξαν αλλάζουν επιλογές και τακτική : γελοιοποιούνται καταρρέουν, ξοφλάς μαζί τους. Τά απαγορεύονται τελειώνουν, γίνονται πολιτικώς ντεμοντέ. Τώρα τό ζήτημα είναι πώς θα μάθει κανείς να αντιστέκεται σ’ αυτούς που τού υπαγορεύουν και σ’ αυτά που τού προτείνουν σαν must. Η δυσκολία αυτού τού αγώνα είναι ότι δεν έχει τίποτα ηρωικό, κανένα παράσημο, κανέναν αντίπαλο. Γιατί ο εχθρός είμαστε εμείς και η τάση μας να ενδίδουμε σε όλων τών ειδών τίς ευκολίες και τίς διευκολύνσεις, έστω υποθηκεύοντας τό ίδιο τό Μέλλον. Οι καμπανοκρουσίες άρχισαν, κι εμείς ακόμα ρωτάμε να μάθουμε, «Για ποιον κτυπά η καμπάνα»

2009

 

 

*τό κείμενο δημοσιεύτηκε στο αφιερωματικό τεύχος τής εφημερίδας «ελευθεροτυπία» με τόν γενικό τίτλο «δεσμώτες τής χούντας» για τά 35 χρόνια από τήν αποκατάσταση τής δημοκρατίας

σε υποσημείωση στο τέλος τού κειμένου της η ρηνιώ μίσσιου αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι μέσα στο κείμενο (σε συζήτηση μού ξεκαθάρισε ότι τά με πλάγια στοιχεία τμήματα τού κειμένου της υποδηλώνουν σκέψεις εκτός και πέραν τού συγκεκριμένου χρόνου τής αφήγησης) πως οι συγκεκριμένοι στίχοι που περιλαμβάνονται στην παρούσα ανάρτηση λοιπόν, είναι από τούς «προσανατολισμούς» τού ελύτη που κάποια παλιά τύχη τούς έβαλε στα χέρια της εκείνη τήν εποχή, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πώς έγινε και τούς απέκτησε στην εξορία

και για τήν ιστορία, σχετικά με τή σύλληψή της τό ίδιο τό πρωί τής 21ης, να αναφέρω από τήν ίδια προσωπική της αφήγηση ότι γύρω στις 2 τά ξημερώματα ο χρόνης (μίσσιος) ειδοποιήθηκε για τό πραξικόπημα από τόν τάκη μπενά και πέρασε στην παρανομία (μαζί με άλλα μέλη τής νεολαίας λαμπράκη εκ τών οποίων τώρα θυμάται τά ονόματα τής αννιώς μεταξωτού–μαυρομάτη, τού γιώργου βότση, τού αριστείδη μανωλάκου και τού θέμη μπανούση), ενώ εκείνη κλήθηκε (όπως άλλωστε διηγείται και στο άρθρο) όταν είχε πια ξημερώσει στην ασφάλεια «για εξακρίβωση στοιχείων» και από κει μεταφέρθηκε με τίς άλλες και τούς άλλους στον ιππόδρομο και μετά στη γυάρο

 

 

   

 

 

a 1 a ajunta3

.

.

.

.

.

.

Μαρτίου 8, 2014

ματωμένα βιβλία, υποκριτικές κατά συρροή

 

  

 

  

   είμαι κατά τών φόνων κι είμαι κατά τής βίας : κι είμαι κατά τής υποκρισίας εκείνων που τούς αρέσουν τά παραπάνω φτάνει να επωφελούνται οι ίδιοι απ’ αυτά, αλλά όταν επωφελούνται κι οι εχθροί τους διαμαρτύρονται : διαμαρτύρονται δηλαδή ότι οι εχθροί τους είναι ανήθικοι και μάλιστα και τρομοκράτες : εμένα μέ τρομοκρατούν όλ’ αυτά – και μάλιστα τό παιχνίδι ειδικά με τίς λέξεις μέ τρομοκρατεί κατεξοχήν

   τό παιχνίδι με τίς λέξεις είναι κατεξοχήν τρομοκρατικό γιατί πάει να μέ τουμπάρει ότι είναι ακίνδυνο, ενώ είναι δολοφονικό γιατί καταδικάζει και αθωώνει : αυτό καταδικάζει και αθωώνει : ως βασικό στοιχείο τού παιχνιδιού με τή βία και τούς φόνους έχουμε δηλαδή πάντα τίς λέξεις : δεν καταδικάζουμε κανέναν αν δεν τόν περιτυλίξουμε πρώτα με τίς κατάλληλες λέξεις : τό ίδιο πράγμα άλλοτε είναι φόνος κι άλλοτε δεν είναι δηλαδή : εμείς οι ίδιοι, καθόλα λογικοί, άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε εργατικό δίκαιο – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε καπιταλισμό – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε πατριαρχία ή οικογένεια, θρησκεία ή χριστιανισμό ή δωδεκάθεο – : όταν τό κοριτσάκι και η γυναίκα ξεφορτωθούν τό νεογέννητο που δεν θέλησαν ποτέ να γεννήσουν είναι μήδειες φόνισσες και τέρατα – όταν ο μαλάκας εγκαταλείπει ένα κοριτσάκι έγκυο και τό σκάει είναι άντρας και φοράει παντελόνια : όταν ο άλλος μαλάκας σκοτώνει μωρά στον πόλεμο δεν είναι ούτε τέρας ούτε φονιάς ούτε μήδειος (ναι), είναι πατριώτης στην χειρότερη περίπτωση, και στην καλύτερη «χαζός που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τόν πήρανε στρατιώτη τόν κακομοίρη» : όταν ο πάτερ φαμίλιας διδάξει στον γιο του ότι είναι καλό πράγμα η πατρίδα και ο στρατός που τήν περιφρουρεί, αυτό λέγεται πατρική συμβουλή (και οικογενειακός προσανατολισμός) – όταν ο ναυτικός σκοτώσει τήν πουτάνα στο λιμάνι (ή τή γυναίκα του και τήν κόρη του στο σπίτι : επειδή τόν απατήσανε ή γαμηθήκανε γενικώς) αυτό λέγεται η απελπισία κι η αμορφωσιά τής φτώχειας η κοινή λογική τής κοινωνίας ή ο βρασμός ψυχής τών αντρών : εγκλήματα τιμής είν’ αυτά : κι όταν ο εφοπλιστής αυγατίζει τήν περιουσία του φουντάροντας καράβια αύτανδρα (ή απλώς βάζοντας τούς ναυτικούς να δουλεύουν σα σκλάβοι για πάρτη του) αυτό λέγεται επιχειρηματικότητα και απλώς καπιταλισμός : όταν ο βιομήχανος έχει σκλάβους που αυγατίζουν τήν περιουσία του, και κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα (γιατί είναι και αγνώμων στους ανθρώπους που τόν τρέφουν και δεν φροντίζει να πληρώσει κάτι παραπάνω για τήν ασφάλειά τους), αυτό λέγεται απλώς καπιταλισμός : που είναι τό μόνο λογικό σύστημα και έχει τήν τάση να καταπίνει αμάσητες και τίς κρίσεις του – και όταν ο εφοπλιστής σκοτώνει τή γυναίκα του στις κλωτσιές αυτό λέγεται επίσης ότι ο τύπος αυτός είναι λιγάκι νευρικός άνθρωπος

   εμένα λοιπόν μέ τρομοκρατεί ο διάχυτος φόνος η διάχυτη βία ο διάχυτος πόλεμος – και η διάχυτη κοινή λογική που τά θεωρεί όλ’ αυτά φυσικά, φτάνει να μη στραφεί κανένα μπιστόλι ή μαχαίρι κατά λάθος ή εξεπίτηδες εναντίον της : και εμένα μ’ αρέσει επίσης πολύ η ιστορία : μ’ αρέσει να τά βλέπω όλα δηλαδή κατά καιρούς (όταν έχω καιρό) από μακριά, σαν να γίνανε όλα πριν από δυο χιλιάδες χρόνια :

   είμαι λοιπόν μια αρειανή δηλαδή που κοιτάει τόν πλανήτη από μακριά : τά βράδια κάνει ένα ταχύτατο ζάπινγκ σε ό,τι παίζουνε αυτά τά κουτιά με τά οποία αποκοιμίζονται (όλη μέρα, όλη τους τή ζωή) οι σκλάβοι (ο πλανήτης αυτός έχει 99% σκλάβους – μυστήρια πράγματα υπάρχουν στους γαλαξίες : ) λοιπόν αποκοιμίζονται με αίματα, αίματα συνεχώς και παντού : αίματα για να μην τούς ενοχλούν τά αίματα : αίματα για να θεωρούν κανονικά τά αίματα τά δικά τους τής γειτόνισας και τού γείτονα : αίματα για να θεωρήσουν κανονικά τά αίματα που θα δουν μετά για δυο ώρες στις ειδήσεις : και έτσι λοιπόν αποκοιμίζονται με φόνους : φόνους για να νομίζουν ότι ο φόνος γίνεται με τό μαχαίρι και να μην καταλάβουν ότι έχουν οι ίδιοι δολοφονηθεί από ιδέες κι από λέξεις (και από τήν ηθική και από τή μεταφυσική και από τήν ανάγκη) : αίματα για να νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αναίμακτοι : αίματα με τίς λέξεις για να νομίζουν ότι οι λέξεις είναι αναίμακτες κι αθώες και άσπιλες : αίματα με βιβλία για να μη διαβάσουν ποτέ βιβλία που θα τούς δείξουν τά αίματα που κάποτε προσπάθησαν να τούς ελευθερώσουν : και αίματα με τό μυαλό για να μη βάλουν ποτέ τό μυαλό τους να δουλέψει, και αίματα με τά μάτια για να μη δουν ποτέ, και ποτέ να μη νιώσουν

   κάνω λοιπόν συχνά ζάπινγκ στην ιστορία αυτών τών σκλάβων : όλα κόκκινα και βαμμένα με αίμα – σε σπάνια (πολύ μικρά, λιλιπούτεια) διαστήματα βλέπω και κάτι άλλα χρώματα, κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ξεκούραστες από ανθρώπους που είχαν προς στιγμήν και κάτι άλλο στο μυαλουδάκι τους (αυτός ο πλανήτης έχει μικρό μυαλό), κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ή και χρυσαφιές ξεκούραστες (που μού θυμίζουν για λίγο τόν δικό μου πλανήτη) λάμψεις γαλήνιες γαλαζωπές και χρώματα που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς, τό χρώμα γύρω είναι αλλιώτικο (μού ξεκουράζει τά μάτια) (αυτός ο πλανήτης λέγεται γαλάζιος, κι ακόμα δεν έχουνε καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – ούτε τίς φλέβες στο χέρι τους δεν έχουν καταφέρει να κοιτάξουν οι δύστυχοι – δεν έχουν καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – κι ας είναι κάτι επιστήμονες (έτσι τούς λένε, μολονότι κι αυτοί σκλάβοι είναι) που τούς τσαμπουνάνε ότι τό χρώμα που βγάζει ζέστη είναι τό μπλε, κι όχι τό κόκκινο όπως νομίζουνε – ο πλανήτης είναι μπλε, τό αίμα όταν είναι ζωντανό (μέσα τους, και ζεστό) είναι μπλε – κοκκινίζει όταν παγώσει και νεκρωθεί (και βγει απέξω και πλημμυρίσει και χυθεί) – όλοι έχουν γαλάζιο αίμα οι βλάκες και δεν τό ξέρουνε : απλώς είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν τούς χύνεται γιατί δεν τούς αγγίζει κανείς (κι έτσι μένει πάντα γαλάζιο μέχρι να πεθάνουνε και να πάνε στην κόλαση (η κόλαση είναι γεμάτη πρίγκηπες, κόλαση λένε αυτοί τό μέρος που εμείς λέμε σκουπιδιάρικο και καίμε τά σκουπίδια για να μη μολύνουν και τόν υπόλοιπο κόσμο)) : οι άλλοι λοιπόν φτύνουν αίμα όλη μέρα, και τό αίμα τους είναι τριγύρω παντού κι έχουν συνηθίσει να τό βλέπουν νεκρό παγωμένο και κόκκινο)

   καμιά φορά βλέπω και μερικούς που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς – καμιά φορά, λίγες φορές, ξεσήκωσαν κι άλλους – λέω, νά που υπάρχουν κι έξυπνοι σκλάβοι – κι ύστερα τούς βλέπω να πνίγονται κι αυτοί στα κόκκινα : κι έτσι ξαναρχίζει τό κόκκινο και τό αίμα πάλι τρέχει και μέ πνίγει, και τό συχαίνομαι αυτό τό πράμα : αυτό τό χρώμα μού θυμίζει εκείνους τούς πλανήτες τούς παγωμένους : παγωνιά και πόνος που δεν υποφέρεται : αλλά και πυρές φωτιές φλόγες εξίσου άφλογες και παγωμένες : τό ζάπινγκ να σού πω τήν αλήθεια είναι αφόρητο, μ’ ενοχλεί εξαιρετικά, κι ύστερα μ’ ενοχλεί κι η κοροϊδία σα συνδυάζει χρώματα με ήχους (περίεργη σχέση έχουνε με τίς λέξεις αυτοί οι άνθρωποι, άπαξ κι οι λέξεις λένε κάτι κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει τίς σκεπάζουν με μαύρο) (άλλο χρώμα κι αυτό πολύ διαδεδομένο πολύ εκεί ανάμεσα) : είναι λίγες, πολύ λίγες οι διαμαρτυρίες σ’ αυτόν τόν πλανήτη και με λέξεις και με τρεξίματα και με σκουντουφλιές και με γροθιές (και με δρεπάνια καμιά φορά (κάτι αγρότες εκεί σ’ αυτό που τό λένε προϊστορία – κάτι λέξεις που βρίσκουν – πάντα να συνδυάζουν τίς λέξεις με τίς αμαρτίες τους)) (εξεγέρσεις τίς λένε κανονικά (ή επανάσταση) αλλά δεν τίς αγαπάνε τίς λέξεις και τίς φοβώνται, κουκουλώνονται με τήν κουβέρτα τους μόλις τίς πεις να τά βλέπουνε όλα μαύρα) αίμα λοιπόν, πολύ αίμα : εναντίον τού ελάχιστου αίματος που ζητούσαν οι ξυπόλητοι να χυθεί για να φύγουν οι πρίγκηπες, να γίνουνε πρίγκηπες όλοι : αυτοί τού ενενηνταεννιά (τοίς εκατό) που θέλαν να ζήσουνε γαλάζια και γαλήνια, και κυρίως εκείνα τά αξιολύπητα τού άλλου γένους, τού φύλου, πώς τά λέγανε – αυτά δεν χύσαν μόνο αίμα χύσαν και φωτιά, τά πνίξανε τά εξαφανίσανε, τά αλλάξανε, τά κάψανε – και τώρα κάνουν ότι δεν τά ξέρουν, τούς αφιερώνουν μια μέρα

   γενικά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα όλοι : μόνο οι πρίγκηπες καταλαβαίνουν τό συμφέρον τους σ’ αυτό τό χαζό μέρος

   ύστερα μ’ αρέσει να μπαίνω στο αυτί μιανής που όλο γράφει και που δεν καταλαβαίνει κανείς τί λέει γιατί λέει διάφορα παλαβά : αυτό τό είδος υπάρχει από παλιά και λέγεται παλαβοί : μπαίνω στ’ αυτί της και τήν ακούω, δηλαδή ακούω τί σκέφτεται που βγαίνει μετά από τ’ αυτί της και, επειδή είναι παλαβή, μπαίνει μετά και στο στόμα της και τά λέει και δυνατά : εχτές μού είπε (δηλαδή δεν τά είπε σ’ εμένα, αλλά τήν άκουσα και τήν έγραψα από μέσα μου κι έπειτα πήγα στον πλανήτη μας και τά ’βαλα να τήν ακούσει κι ένας από τούς φίλους μου (κι ένας απ’ τούς εικοσιπέντε εραστές μου) που αυτός ξέρει τή γλώσσα της (αυτός ξέρει τή γλώσσα γιατί ασχολείται ειδικά με τίς ξένες γλώσσες, τών πλανητών εκείνων που είναι αδύναμοι κι έχουνε γλώσσες εύκολες, και τίς γράφουν και με πολύ πρωτόγονο τρόπο σαν άγριοι πάνω σε κάτι βαριές πλάκες χαρτιά – κι έχουνε κάτι γλώσσες που μόλις διαβάσεις τήν πρώτη λέξη καταλαβαίνεις μετά τή συνέχεια) : λοιπόν αυτή έβριζε, αρχικά έβριζε μόνο, κι έλεγε ότι όταν όλα ήταν ζόρικα κανείς δεν έκανε τέτοια, και μόνο ένας που πήγε να δολοφονήσει τόν αρχιδολοφόνο, τού χύσαν τό αίμα του ρυάκι, αλλά αυτοί τώρα δολοφονούνε εκ τού ασφαλούς γιατί δεν πρόκειται να περάσουν βασανιστήρια, και μια γυναίκα που πέρασε βασανιστήρια τής είπε ότι τότε που τήν βασάνιζαν οι δολοφόνοι αν είχε μπιστόλι θα τούς δολοφονούσε η ίδια, αλλά μετά δεν είχε νόημα, και ήταν σα να πυροβολείς μόνο πτώματα – λοιπόν είναι χαζοί κι έχουν και χαζό όνομα (λέει) διότι σφετερίζονται τή δράση άλλων που έγινε όταν τά πράγματα ήταν ζόρικα και κινδύνευε ο κόσμος με βασανιστήρια, ενώ αυτοί δεν κινδυνέψαν με βασανιστήρια και τό ξέρουνε και δεν λέγεται έτσι αυτό «εικοσιεφτά οκτώβρη», μπαίνει άρθρο ανάμεσα και λέγεται «εικοσιεφτά τού οκτώβρη» η ζωντανή μας γλώσσα εμάς (λέει) γουστάρει τά άρθρα, γουστάρει πολύ τά άρθρα, τά λέει και τά ξαναλέει, κι εκεί έλεγε συνέχεια κάτι τέτοια, αλλά αυτοί μιμήθηκαν από τήν αρχή τά νεκρά τά πεθαμένα και τή γλώσσα τών κομμάτων που ήταν νεκρά και πεθαμένα, και που θέλαν δήθεν να δείξουν ότι μιλάνε δήθεν τή γλώσσα τή ζωντανή χωρίς να μπορούν να τή φανταστούνε κιόλας ποτέ και μεταφράζοντας μόνο από μια γλώσσα νεκρή και πεθαμένη, διότι όταν μιλάς τή γλώσσα σου ζωντανή βάζεις και άρθρο ανάμεσα – όμως από τήν άλλη δεν μπορεί (λέει) και να υποφέρει και τήν υποκρισία τής ιστορίας (μού λέει) (τούς λέει εκεινών δηλαδή, εμένα δεν μέ ξέρει, ούτε μ’ έχει δει ποτέ η κακομοίρα – ούτε και θα μέ δει – είμαστε για τόν χαζό πλανήτη αόρατοι – ) δεν μπορώ να υποφέρω λοιπόν και τήν υποκρισία τής ιστορίας λέει και εκνευρίζομαι γιατί αυτοί σκοτώσαν είκοσι ανθρώπους και θα περάσουν όλη τους τή ζωή στη φυλακή ενώ οι άλλοι που σκοτώνουνε χιλιάδες κάθε μέρα (γιατί όποιος δουλεύει σκλάβος τους στα εργοστάσιά τους, στην οικογένειά τους, στην πατρίδα τους, στα στρατά τους, στα σκατά τους, είναι κάθε ξημέρωμα κι απ’ τήν αρχή ξανά νεκρός) ενώ αυτοί ζούνε και βασιλεύουν και θα ζουν όσο ζήσουν αθώοι και ελεύθεροι και με πισίνες – και να σκοτώνουνε και τίς γυναίκες τους στο ξύλο λέει άμα λάχει και τούς τή δώσει να πούμε, ή ξυπνήσουνε στραβά ή δεν τούς σηκώνεται να πούμε, και μετά οι κληρονόμοι τους πάλι τά ίδια –  και θα πάει έτσι συνέχεια στους αιώνες τών αιώνων αμήν

   γιατί ο μεγαλύτερος φόνος δεν είναι η κατάργηση τού σώματος αλλά η κατάργηση τής θέλησής του, και πάνω απ’ όλα η κατάργηση τού χρόνου, γιατί ενώ η κατάργηση τού σώματος τελειώνει σε δύο λεπτά, η κατάργηση τής θέλησης κρατάει μια ζωή, και η κατάργηση τού χρόνου γίνεται για να επαυξηθεί ο χρόνος τού άλλου που νομίζει ότι είναι εξυπνότερος επειδή έχει τά λεφτά, γι’ αυτό μη μού μιλάτε εμένα για φόνους, ζείτε σ’ ένα σύστημα φονικών, όπου ο φόνος τού δολοφόνου είναι και ο μόνος που τιμωρείται : τώρα, αν υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν ότι σκοτώνοντας τούς δολοφόνους κάτι κάνουνε, αυτοί είναι αφελείς και σίγουρα αμόρφωτοι, και τό πληρώνουνε πάντα, γιατί ποτέ οι φόνοι δεν ήταν τρόπος να καταργηθούν οι φόνοι, και σε άλλες μεριές τού γαλαξία αυτό τό μάθημα θα τό μαθαίναν αμέσως και τουλάχιστον δεν θα χρειάζονταν σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό καταλάβουν : γιατί σε άλλες μεριές τού γαλαξία τό εμπέδωσαν, ότι ο μόνος τρόπος για να καταργηθούν οι φόνοι είναι να καταργηθεί τό μυαλό τού δολοφόνου, κι αυτό τό μυαλό δεν καταργείται παρά μόνο με θέληση και με χρόνο, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζονται και σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό θελήσεις – και να ’χεις τόν χρόνο για να τό καταλάβεις

  

 

 

 

lewis hine (λεπτομέρεια από φωτογραφία)

 

 

 

 

  

Φεβρουαρίου 9, 2014

σα βιβλίο που τιμή δεν έχει

.

.

 

 

   επειδή όταν απόλυσε ο εκδότης πετσόπουλος τής «άγρας» έναν υπάλληλό του έγινε χαμός, και επειδή στον χαμό συμμετείχε με τίς λίγες του δυνάμεις κι αυτό τό μπλογκ, θεωρώ υποχρέωσή μου να πω ότι (τώρα) δεν μπορώ να καταλάβω πώς πέρασε στο ντούκου ένα βίντεο που είδα τίς προάλλες (για τήν «ενιαία τιμή βιβλίου», μην πω καμιά κουβέντα) όπου ο εκδότης πατάκης ανετότατα ανακοίνωσε ότι από τούς 160 υπαλλήλους του έχει απολύσει τούς 60 – και δεν άνοιξε ρουθούνι. Όχι μόνο αυτό, αλλά σαν να μάς ζήτησε και τόν λόγο

   για τό βίντεο αυτό βέβαια, αλλά και για τό όλο θέμα τής «ενιαίας» τιμής βιβλίου θα μπορούσα να πω πολλά : Αλλά ακριβώς επειδή μέ ενοχλεί αφάνταστα η ιστορία, θα πω μόνο λίγα :

.

 

   δεν πιστεύω ότι είναι απλώς τό ότι η κρίση μάς έχει αποβλακώσει, και αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε δυο γαϊδουριών άχυρα : Στο ζήτημα τής έκφρασης (ή τής «τέχνης») και σε διεθνές επίπεδο, τό ζήτημα είναι μόνιμα και κακόβουλα και ηθελημένα περιπλεκόμενο : Ή, για να τό πούμε αλλιώς, τό φαινόμενο τής μαζικής κουλτούρας έχει γίνει τόσο αυτονόητα καθεστώς, ώστε η εμπορευματοποίηση τού προϊόντος έχει στην κυριολεξία αφανίσει από τήν επιφάνεια τής ζωής τό ίδιο τό προϊόν : στο διαδίκτυο, ο όρος «πνευματικά δικαιώματα» αφορά θρασύτατα μόνο εταιρείες, κανείς δεν ασχολείται με τό – οποιοδήποτε – δίκαιο τού καλλιτέχνη : βίντεα ανεβοκατεβαίνουν, σβήνουν και καταργούνται από τό γιουτούμπ επειδή έτσι γουστάρουν οι προαγωγοί τους – με τόν ίδιο τρόπο που οι εταιρείες πνευματικών δικαιωμάτων στην ελλάδα δεν αποδίδουν τίποτα στους καλλιτέχνες, ευλογάνε απλώς τά γένια τους. Στην περιοχή τού γραπτού λόγου – τού βιβλίου – τό μπουρδούκλωμα είναι ακόμα μεγαλύτερο – γιατί τά λεφτά  είναι, όχι περισσότερα, αλλά ακριβώς λιγότερα : οι συγγραφείς αισθάνονται ότι πρέπει να προσκυνάνε τόν εκδότη αν δεχτεί να επενδύσει στο έργο τους, τό να τούς κλέψει είναι σχεδόν τιμή. Γι’ αυτήν τήν τιμή δεν θα μιλήσει κανένας

   η τιμή θέλει περηφάνια και στη διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου η περηφάνια καταχωνιάζεται – οι εταιρείες συγγραφέων ασχολούνται με αρλούμπες : Αντί να προσπαθήσουν να κατοχυρώσουν τήν αξιοπρέπεια τών ανθρώπων που γράφουν, αναλώνονται σε τελετές, αλληλολιβανίσματα, διαπλοκές, τρικλοποδιές, διαδρομισμούς, σνομπισμούς, μεγαλοστομίες, μυθολογίες : τό πράγμα συσκοτίζεται από τό γεγονός ότι συγγραφείς θεωρούνται και αυτοί που «κρίνουν» αφ’ υψηλού τά βιβλία τών άλλων, και καθορίζουν τήν πορεία τους διαχειριζόμενοι τίς πωλήσεις από τίς στήλες κριτικής τών εφημερίδων, συγγραφείς θεωρούνται οι δημοσιογράφοι που ανεβοκατεβάζουν ονόματα, ευ–πωλήσεις και ξεπωλήσεις, συγγραφείς θεωρούνται ακόμα κι αυτοί που μεταπηδούν στον κλάδο τού εκδότη και φτιάχνουν τούς δικούς τους διαδρόμους (φιλικής) διαπλοκής : οι καυγάδες και οι «διαφορές» που φτάνουν στο «πλατύ» κοινό, τούς αναγνώστες, είναι τίς περισσότερες φορές ακίδες προσωπικών μικροσυμπλοκών, οι βασικές διαφορές υποβόσκουν υποφώσκοντας αφανείς, περιπεπλεγμένες, κι ανάκουστες : τά συμφέροντα βοούν στον χώρο τής προσωπικής συνείδησης τού καθενός, επί τής επιφανείας επικρατεί νηνεμία – ή ψευτοκαυγάδες που συσκοτίζουν απλώς τήν πραγματική πραγματικότητα :

   τό βίντεο που είδα, θα μπορούσε, για όποιον θα είχε λίγο εξασκηθεί να βλέπει, να είναι απολύτως αποκαλυπτικό, σε βαθμό τραγικό, αυτών που κανείς δεν σχεδίασε ν’ αποκαλύψει :

   τό πρόβλημα τής «ενιαίας τιμής» είναι παλιό, κι αποκρύπτει στην ουσία ένα μεγαλύτερο πρόβλημα ως προς τήν τιμή τού βιβλίου : τό ότι τά βιβλία στην ελλάδα είναι ακριβά δεν οφείλεται (μόνο) στο ότι τό «κοινό» είναι μικρό : οφείλεται στο ότι οι μεγαλοεκδότες θεωρούν τόν χώρο τσιφλίκι τους, είναι βασικά αμόρφωτοι, και αισχροκερδούν κατ’ έθιμο

   τά συμβόλαια που υπογράφουν οι συγγραφείς είναι αποικιοκρατικής εμπνεύσεως – καμιά εταιρεία συγγραφέων δεν ξέρω να έχει διαμαρτυρηθεί (ή να έχει προτείνει μια άλλη «φόρμα», εκτός από κείνη τού κυρίου πατάκη ακριβώς η οποία (τουλάχιστον μέχρι τό 2006 που έβγαλα εγώ τελευταία βιβλίο) κοπυπαστάρεται αντιγράφεται, και κυκλοφορώντας (ιδιαιτέρως αυτάρεσκα), πασάρεται από όλους τούς συναδέλφους συνεκδότες του ως αναγκαστικό συμβόλαιο με τά «ελληνικά πνευματικά» κάτεργα τού αξιολύπητου έργου τού καθενός) :

   τό κοινό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι δυνάμει – αυριανοί – συγγραφείς (και αυτό είναι μία πραγματικότητα που δεν υπάρχει για κανέναν) παραμένει θύμα τής έλλειψης παιδείας, τής αμορφωσιάς τών δασκάλων του, τής χαιρέκακης κακοήθειας τών διαφωτιστών του : στην περίπτωση που ένα παιδί σήμερα αγαπάει τόν γραπτό λόγο, τρεκλίζει ανάμεσα σε μεταρρυθμισμένους κομματικούς ινστρούχτορες, ανανεωμένες εφημερίδες και παμπάλαια τυπωμένα σκουπίδια : μπορεί να θέλει να συναντήσει τόν κλάϊστ αλλά θα σκουντήσει πάνω στην κυρία τριανταφύλλου (οχυρωμένη επί χρόνια πίσω από τόν κύριο πατάκη) και στην περίπτωση που θελήσει να βρει τόν παπαδιαμάντη θα σκουντήσει επιπλέον και πάνω στο γλωσσικό που θα τόν μπερδέψει ακόμα περισσότερο εξαιτίας τού ότι κάποιοι φωστήρες νέοι μας βάλθηκαν ή φιλοδόξησαν να τόν μεταφράσουν

   τά μεγάλα λόγια κρύβουν τήν ανήλεη μικρότητα τών έργων : πνευματικές ζωές, πολιτισμοί. Τό βίντεο ήταν απείρως διαφωτιστικό : η κυρία που συντόνιζε τή συζήτηση, πρώην «τής νομικής», πρώην τών σταλινικών, νυν τών καναλαρχών, ξελιγώθηκε σε υπερθετικές κοινοτυπίες (ναι, –τυπίες) : ο κύριος συγγραφέας που ακολούθησε, υπηρέτησε σεμνά τά συμφέροντα τού κυρίου εκδότη που επ–ακολούθησε (είπε κι ένα σωστό (αλλά που τό ξέρουμ’ όλοι) : ότι η εκπαίδευση στην ελλάδα κάνει τά παιδιά να σιχαίνονται τά βιβλία)

   ο κύριος εκδότης είπε θυμωμένος ότι, αν πουλήσουν φτηνότερα τά βιβλία του τά βιβλιοπωλεία, αυτός θ’ ανεβάσει τίς τιμές τους, και θα μάς κοροϊδέψει (είπε μετά και ότι απόλυσε τούς 60 ανθρώπους) : όλα πάντως για χάρη τού πολιτισμού

   επειδή στον πολιτισμό λοιπόν ανήκει και η ακρίβεια στην έκφραση θέλω να πω ότι τό θέμα τής ενιαίας τιμής βιβλίου είναι ψευδεπίγραφο : Ενιαία τιμή θα είχε νόημα να συζητήσουμε, αν μιλάγαμε για τόν καθορισμό τής τιμής από τή μεριά τού εκδότη πάνω στη βάση μιας ενιαία αποδεκτής δεοντολογίας (στοιχειώδεις κανόνες ηθικής (και σεβασμού τού αναγνώστη) σε τελευταία ανάλυση δηλαδή) : αν λογαριάζαμε ( : λογαριάζανε) τήν τελική τιμή τού προϊόντος με βάση τίς σελίδες, και τίς σελίδες με βάση τίς αράδες, και τίς αράδες με βάση τά στοιχεία – και τό μέγεθός τους – : Για να μη μπορεί μια έκθεση ιδεών 10 σελίδων να τυπώνεται με τεράστια στοιχεία και διπλάσια περιθώρια – αριστερά – δεξιά – και πάνω κάτω – και χοντρό χαρτί, για να φτάσει να γίνει ή να φαίνεται πως έγινε, 50 σελίδες και να πουληθεί σαν να ’ταν 100. Αυτή είναι μια λογική ενιαία τιμή βιβλίου

   τό αν θα πουλήσει φτηνότερα ο βιβλιοπώλης, θα μπορούσε να έρθει σαν πρόβλημα ύστερα – και όχι να προηγείται. Κι όταν ξεκίνησε τό πρόβλημα δεν υπήρχαν οι μεγάλες αλυσίδες. Υπήρχε μόνο η «πρωτοπορία» τού τρικεριώτη, πρώην συνεκδότη τού «κάλβου», μετέπειτα εκδότη τών «γραμμάτων», που πουλούσε όλα τά βιβλία με έκπτωση και έκανε χρυσές δουλειές (τί να κάνουμε δηλαδή ; φοιτήτριες και φοιτητές βρήκαν έναν τρόπο να διαβάζουν, πληρώνοντας από τό ελάχιστο χαρτζιλίκι τους (σε μια χώρα που δεν υπάρχει η πραγματικότητα τών βιβλιοθηκών ώστε να μπορούν να διαβάσουν και τσάμπα)), και επακολούθησε η «πολιτεία» : εναντίον αυτών ξεσηκώθηκαν οι άλλοι (μεγαλο)βιβλιοπώλες και οι (μεγαλο)εκδότες μαζί. Τώρα έχουν τή δικαιολογία ότι μπήκαν στη μέση τά μεγαλοσυμφέροντα τού «fnac» και τού «public». Εγώ αγοράζω τά βιβλία μου από τόν (μικρό) «ναυτίλο» και μού κάνει (μεγαλομικρή) έκπτωση. Κατεδαφίζουμε τόν πολιτισμό ; Να τόν κατεδαφίσουμε τόν άτιμο. Θα πάμε φυλακή ; Να πάμε, που ’χουμε και βιβλία χωρίς τιμή

   αλλά λίγο–πολύ έκπτωση κάνουν όλοι οι βιβλιοπώλες στους πελάτες τους – δεν είναι εκεί τό πρόβλημα. Τό πρόβλημα είναι ότι τά μεγάλα βιβλιοπωλεία πουλάνε τή βιτρίνα τους, πουλάνε και τά ράφια τους : Μού τό εξήγησε εκδότης – έμεινα με τό στόμα ανοιχτό αλλά μετά, φρονίμως ποιούσα, τό έκλεισα για τά καλά : Για να μπει βιβλίο (νεοεκδομένο) στην πρώτη γραμμή τού πάγκου, θα δοθεί από τόν εκδότη στον βιβλιοπώλη με επιπλέον έκπτωση : ο εκδότης αγοράζει τόν πάγκο, αγοράζει θέση στον πάγκο. (Ποντάρουν στο ότι τό κοινό σκοντάφτει στην πρώτη σειρά, και εκεί μένει. Κατά βάση μπορεί να μην ποντάρουν λάθος). Ο ίδιος ο εκδότης κανονίζει άλλωστε από τά βιβλία που εκδίδει ποια θα προωθήσει και ποια θα αφήσει στην τύχη τους – «αφήνω στην τύχη τους» σημαίνει «αδιαφορώ, σφυρίζω κλέφτικα, δεν τά διαφημίζω δεν τά προωθώ δεν τά ανακοινώνω καν, κι αν θέλει (ή μπορεί) ο συγγραφέας ας τρέξει αυτός να φιλήσει κατουρημένες ποδιές» : προαγωγοί καραμπινάτοι που ενισχύουν χωρίς να κάνουν τίποτα, ακριβώς, τήν ντόπια πιάτσα τής πουτανιάς. Η ενιαία τιμή βιβλίου τούς μάρανε

   μία γνωστή μου δούλευε σε μεγάλο βιβλιοπωλείο και άφησε τό καινούργιο μου βιβλίο για ένα χρόνο στη βιτρίνα τους. Έκανα καιρό να τά βρω με τόν εαυτό μου για τήν ευγνωμοσύνη που κατάλαβα ότι είχα νιώσει – εκείνη τό θεώρησε φυσικό. Ένας φίλος μου έβγαλε βιβλίο του στον πατάκη, και ο πατάκης δεν τό ’βαλε στη βιτρίνα του ούτε για μια μέρα – τό θεώρησε κι αυτός φυσικό. Από τό τυπογραφείο σχεδόν τό βιβλίο πήγε στις αποθήκες : πριν τόν πάει στις αποθήκες τόν κατέβασε όμως πρωί πρωί στου διαόλου τή μάνα να υπογράψει κάτι χιλιάδες αντίτυπα, γιατί αυτός είναι τίμιος και δεν θέλει να κατηγορηθεί ότι κυκλοφορεί κλεψίτυπα (δηλαδή ότι δεν δίνει στον συγγραφέα τά ποσοστά του). Κι ύστερα τό ’στειλε στις αποθήκες για να μην πουλήσει τίποτα. Αντί να μιλάνε για ενιαία τιμή, καλά θα κάνανε να μιλάνε για ενιαία οπτική – για τήν ενιαία τους αδιαφορία για οτιδήποτε έχει σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι κάνουν

 

   αυτή τήν εποχή διαβάζω τόν bolaño – ένα βιβλίο μεγάλης αξίας (θα γράψω γι’ αυτό) και τεραστίων διαστάσεων : 1100 σελίδων – βγήκε μετά τόν θάνατο τού συγγραφέα του : Σήμερα κάποιοι κληρονόμοι γίναν πλούσιοι απ’ αυτό, και κάποιοι εκδότες επίσης : η «άγρα» δεν ξέρω τί έκανε που τό έβγαλε, και πόσα πούλησε : Πάντως ξέρω ότι η «άγρα» βιβλίο 1000 σελίδων έλληνα συγγραφέα δεν θα βγάλει εύκολα : Κι αν βγάλει, για να κάνει απόσβεση θα πρέπει να επιστρατεύσει κριτικούς και δημοσιογράφους να τό λιβανίζουνε επί έναν χρόνο, μπας και πουλήσει τίποτα (κι αν είναι δύσκολο, σαν τό 2666 που διαβάζω τώρα, πολύ δύσκολο τό βλέπω να πουλήσει οτιδήποτε)

   εγώ όμως τώρα άλλα σκέφτομαι, και άλλα αναπολώ : Στο βιβλίο τού μπολάνιο περιγράφεται ένας εκδότης (γερμανός εκδότης απ’ τό αμβούργο). Περιγράφεται βέβαια κι ένας συγγραφέας, αλλά εμένα ο εκδότης μέ συνεπήρε πατόκορφα : Γιατί (χωρίς να τό ψάξω και να ξέρω λεπτομέρειες) ξέρω, είμαι σίγουρη, ότι εννοεί έναν εκδότη για τόν οποίο έχω γράψει κι εγώ (λιγότερα) σ’ ένα βιβλίο (ανέκδοτο) : τόν περίφημο rowohlt τών εκδόσεων rororo –

   έτσι μού ’ρχεται να βάλω ένα κομμάτι απ’ αυτά που έγραψα δηλαδή, αλλά όχι, είναι κάμποσα : μόνο μια πρόταση :

   «Ξέρω ότι δεν θα πουλήσει, αλλά πρέπει να τό εκδώσουμε μεις, γιατί αν δεν τό εκδώσουμε εμείς, δεν θα τό εκδώσει άλλος» (θυμούνται οι συνεργάτες του ότι) για τά δύσκολα βιβλία που έπεφτε με τά μούτρα να εκδώσει, τούς έλεγε.

   Ενιαία είναι η τιμή σ’ έναν ενιαίο τρόπο σκέψης – που έχει και τιμή σα βιβλίο που τιμή δεν έχει

 

 

 

υγ 1 : στα «επιπλέον» έξοδα τού ελληνικού βιβλίου, που δεν έχει τό ξένο, («ένα βιβλίο μεταφραζόμενο πάντοτε έχει λόγω τής ελληνικής γλώσσας, 20% περισσότερες σελίδες – άρα περισσότερα έξοδα βιβλιοδεσίας και τυπογράφου») ο κύριος πατάκης ξέχασε (η μη–γλώσσα πάντα τήν αλήθεια λέγει) ξέχασε λοιπόν να συμπεριλάβει τήν πληρωμή τού μεταφραστή

υγ 2 : όλοι μίλησαν για κανόνες «ενιαίας τιμής» στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ξέχασαν όμως να πούνε ότι (στην γερμανία ας πούμε που τήν ξέρω καλύτερα) δεν υπάρχει σχεδόν ούτε ένα μικρό ή μεγάλο βιβλιοπωλείο που να μην βγάζει όλον τόν χρόνο, έξω, καλάθια και πάγκους με πάμφθηνες προσφορές

υγ 3 : είναι ειρωνεία τουλάχιστον (προσωπικά τό εκλαμβάνω και σαν κάτι παραπάνω) ο συγγραφέας θεοδωρόπουλος, σχετιζόμενος παλαιόθεν με τίς εκδόσεις τής «εστίας», να υποστηρίζει σήμερα τή λογική τού εκδότη «πατάκη» με τό ατράνταχτο επιχείρημα ότι οι έλληνες εκδότες είναι οι μόνοι επιχειρηματίες που δεν υπήρξαν κρατικοδίαιτοι – όταν η μεν «εστία» στηρίχτηκε σε αγορές από τίς πανεπιστημιακές σχολές, δηλαδή τό ίδιο τό κράτος, για τά (πολύ) χοντρά της κέρδη, ο δε πατάκης στήριξε τήν εκδοτική του καριέρα στα εκπαιδευτικά βιβλία με τά οποία ξεκίνησε (όπως άλλωστε ξεκίνησαν και ο μεταίχμιος ή ο σαββάλας, αυτούς θυμάμαι τώρα) που τούς έφεραν τά πολλά λεφτά, για να γίνουν μετά και παράγοντες τής λογοτεχνίας – βιβλία τά οποία βασίζονταν ευλόγως στην αλληλεπίδραση με σχολές και σχολεία τού ίδιου αυτού κράτους, νομίζω
   προσπερνάω ευγενικά τίς κλωτσοπατινάδες και τούς διαγκωνισμούς (όχι διαγωνισμούς, αυτοί ποτέ) που έχει πάρει τ’ αυτί μου ότι λαμβάνουν χώρα ως προς τό ποιοι εκδότες (και ποια βιβλία) θα συμπεριληφθούν στις (όποιες και όπως) σχολικές βιβλιοθήκες διαθέτει η χώρα (σ’ εμάς, τήν απλή πλέμπα, φτάνουν απλώς κάτι βρυχηθμοί καμιά φορά, όταν κάνας φασίστας διαμαρτυρηθεί ότι συμπεριλήφθηκε (δηλαδή αγοράστηκε από τό κράτος) βιβλίο ανήθικου περιεχομένου)
   κατά τ’ άλλα κρατικοδίαιτους να μην τούς πούμε

υγ 4 : μια παρέμβαση από τό κοινό (τού βουλευτή κουρουπλή) που είπε ότι διαβάζει όσο μπορεί από τά ηχητικά βιβλία που δυστυχώς εκδίδονται στην ελλάδα με τό σταγονόμετρο (αλλά παλιότερα σε μια βιβλιοθήκη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά της, είχε στη διάθεσή του αρκετά βιβλία σε γραφή μπράϊγ (η γραφή για τυφλούς)) μέ συγκίνησε και μέ ταρακούνησε, γιατί μού θύμισε ότι θέλω πολύ να γράψω κάποτε γι’ αυτό τό θέμα : Δεν πιστεύω στα ακουστικά βιβλία : η φωνή και τό παίξιμο τού ηθοποιού που διαβάζει (όσο καλά κι αν κάνει τή δουλειά του, και τί θα πει αυτό, για να κάνει πολύ καλά αυτή τή δουλειά θα ’πρεπε να ’ναι τελείως ανέκφραστος) η ίδια η υποκριτική τού ηθοποιού δηλαδή, που διαλύει τήν κρίσιμη εκείνη σιωπή ανάμεσα στα μάτια και στο γραφτό, αποτελεί μια πρώτη (και πανίσχυρη) ερμηνεία ήδη τού κειμένου – μια αυθαίρετη μεσολάβηση μ’ άλλα λόγια που (αδιάφορο πόσο σωστή) – σπάει τήν αποκλειστική σχέση τού αναγνώστη με τίς άφωνες φωνές τού ίδιου τού έργου : τηρουμένων τών αναλογιών, τό ακουστικό βιβλίο είναι μια μορφή μεταφοράς τού βιβλίου στον κινηματογράφο – μεσολαβούν ανάλογες αυθαιρεσίες. Σε μια πολιτισμένη χώρα τά σπουδαιότερα (αν όχι όλα) τά κείμενα τής βασικής της τουλάχιστον γραμματολογίας θα έπρεπε αυτονόητα να υπάρχουν (δηλαδή να έχουν εκδοθεί και να συνεχίσουν να εκδίδονται) και σε γραφή για τυφλούς

   μια ανάλογη ανάρτηση θέλω να κάνω κάποτε για αυτό που αναρωτιέμαι πώς πραγματοποιείται άραγε (δημιουργείται δηλαδή, πρωτογενώς (όχι μεταφρασμένο)) σαν ποίηση στη γλώσσα τών κωφαλάλων

 

 

 

για τό θέμα επιπλέον στην «αυγή», και τήν «ελευθεροτυπία» (και μην ξεχνάτε : οι πενήντα αποχρώσεις τού γκρι, βιβλίο τού επιπέδου με τό οποίο μάς απειλεί ο κ. πατάκης ότι θα γεμίσει η αγορά αν καταργηθεί ο νόμος, είναι βιβλίο που εξέδωσε ο ίδιος ο κ. πατάκης πριν καταργηθεί ο νόμος)

η άποψη τού βαγγέλη τρικεριώτη

και για τή «θέση στη βιτρίνα»

 

 

 

 

  φωτογραφίες

.

.

.

.

.

Ιουνίου 12, 2013

τσοπανάκοι

.

.

 

 

   ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να χτυπάει τόν ήδη πεσμένο (ή τόν αδύναμο που ξέρεις ότι με ένα χτύπημα θα πέσει) – δεν υπάρχει ρατσισμός που να αντιτίθεται σε παντοδύναμο : μια τέτοια κίνηση θα λεγόταν απλώς αντίσταση, γιατί ενέχει ακριβώς κίνδυνο γι’ αυτόν που τήν κάνει : ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να είναι πάντα εκ τού ασφαλούς : είτε απευθύνεται στις γυναίκες, φτωχές και πλούσιες, είτε στις μαύρες και τούς μαύρους, είτε στις εβραίες και τούς εβραίους, είτε στις μετανάστριες και τούς πρόσφυγες : τό βασικό χαρακτηριστικό τού ρατσισμού είναι η δειλία – η «λεβεντιά» έχει μια ενσωματωμένη περηφάνια να μην καταδέχεται (και να μην έχει και καιρό για) τά εύκολα –

   «η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τόν οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω» : η γνωστή άποψη τού στήβεν δαίδαλου για μένα μεταφραζόταν (διαπίστωσα κάποτε, ομολογώ με δυσαρέσκεια) (από μέσα μου) ως : «η χώρα αυτή, τήν οποία ξέρω καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη, είναι ένας εφιάλτης απ’ τόν οποίο δεν ξυπνάω με τίποτα»

   δεν περίμενα ποτέ ας πούμε ότι θα νιώσω αλληλεγγύη και θα σκεφτώ να υπερασπιστώ ποτέ μια τηλεόραση, κι ακόμα κι ένα ραδιόφωνο – και τό κυριότερο που μέ εκνεύρισε σ’ αυτή τήν ιστορία δεν είναι τόσο που δεν μπορώ ν’ ακούσω τώρα τρίτο πρόγραμμα ας πούμε (που κι αυτό τά χάλια του είχε όλο και περισσότερο) αλλά τό ότι αναγκαζόμαστε (μιλάω και για λογαριασμό άλλων τώρα, τό ξέρω καλά) να κάνουμε διαρκώς αυτόν τόν συμβιβασμό, αυτήν τήν έκπτωση, να γινόμαστε όλο και πιο ταπεινωτικά ρεαλιστές : «χάλια είναι κι αυτοί, αλλά ήταν καλύτεροι από τά χάλια τών άλλων» – αλλά κυρίως μέ θυμώνει, γιατί μέ προσγειώνει μονίμως στην ιστορία, αυτή η επίγνωση τού πόσο η ελληνική δεξιά είναι ασύγκριτη και απλησίαστη σε σχέση με τίς δεξιές τών άλλων : φυσικά γιατί οι άλλοι μέσα στην τρέχουσα αλαζονεία τους δεν ξέρουν καν τί σημαίνει να κυβερνάνε σε μια χώρα μετά από έναν άδοξο εμφύλιο εκείνοι που λύσσαξαν ενάντια στην αντίσταση ενός ολόκληρου φτωχού κόσμου, να κυβερνάνε εδώ (και να κάνουν και τίς δικτατορίες τους όταν τούς παίρνει – όπως τώρα τά χρυσά αβγά τού συστήματος ετοιμάζονται και για τή δικιά τους) να κυβερνάνε εδώ σχεδόν αδιαλείπτως εκείνοι που στον άλλο κόσμο τούς ξυρίσανε γουλί και τούς περάσαν κι από δίκες και τούς είπαν και «συνεργάτες» – εδώ τούς είπαμε «νικητές» και τούς τρώμε έκτοτε στη μάπα – τί να εξηγήσεις στον έξω κόσμο για τό γεγονός πως η ιστορία εδώ δεν είναι καν εφιάλτης, είναι απλώς μονιμότητα;

 

   μ’ ενοχλεί λοιπόν αυτή η κουτοπονηριά με τήν οποία βρίσκομαι διαρκώς αντιμέτωπη όταν κοιτάω τά πολιτικά αυτής τής χώρας : τόσον καιρό δεν μπόρεσε ο χοροπηδηχτός τσιφλικομπέμπης τής μεσσηνίας ν’ αγγίξει τούς δημόσιους υπάλληλους γιατί αυτή είναι η πελατεία του (κι αυτουνού και τού δεύτερου κυβερνώντος ασφαλώς (οι τρίτοι προς τό παρόν ως προς αυτά έχουν μια ασυλία – σχετική))  (θεωρητικά μιλώντας δεν εύχομαι να χάσει τή δουλειά του άνθρωπος κι ας θεωρώ τή δουλειά όχι δικαίωμα αλλά κατάντια και εφιάλτη) : τούς έχουν διορίσει, ξέρουνε ότι είναι ψηφοφόροι τους, αυτοί δεν έχουν κανενός είδους ανθρωπιστική αναστολή, βλέπουν χρόνια ανθρώπους να χάνουν τίς δουλειές τους και σφυρίζουν στην κυριολεξία κλέφτικα : μ’ ενόχλησε όμως η κουτοπονηριά να απολύσουν από τό δημόσιο τούς μόνους που εκ τών πραγμάτων ήταν υποχρεωμένοι να είναι και λίγο δημιουργικοί, και να μην είναι και τόσο απόλυτα δούλοι

   και στη συνέχεια μ’ ενόχλησαν οι πληττόμενοι, ή οι υποστηρικτές τών πληττόμενων (δεν πρόκειται να βάλω εδώ συνδέσμους, τά διάβασα και τ’ άκουσα, κι αποτελούν εξάλλου ως εκφράσεις τό μόνιμο μουσικό χαλί σ’ αυτή τή χώρα : ) λένε λοιπόν (περίπου όλοι : και οι αριστεροί (αυτοί μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο)) : «γίναμε ουγκάντα», ή, ακόμα χειρότερα, «ούτε στην ουγκάντα δεν τά κάνουν αυτά» γιατί η αφρική είναι δεδομένο ότι βρίσκεται από κάτω – και δεν λένε ας πούμε «γίναμε κίνα» – που θα ’ταν και κυριολεκτικά σωστότερο : διότι βλέπεις η κίνα αναδύεται όλο και δυνατότερη, μες στη φριχτή της δικτατορία (ενώ η ουγκάντα είχε μια, και τήν ξεπέρασε – όπως κι εμείς άλλωστε είχαμε και μια και δυο και τρεις και τίς, ας πούμε, ξεπεράσαμε) και τό κυριότερο είναι ότι απ’ αυτήν τήν άνοδο προσδοκάμε και οικονομικά οφέλη (ένα σωρό τσοπανάκηδες έχω μάθει ότι στην κρήτη τή λεβεντομάνα ή τήν πελοπόννησο τήν χωροφυλακοτρόφο πουλάνε τά λάδια τους (προσπαθούνε) στην κίνα : μεγάλη αγορά – δεν σού πάει να πεις «καταντήσαμε σαν και δαύτους») – πάντως υπάρχει και μια υπόγεια παρηγοριά όταν λες «καταντήσαμε σαν» διότι εξάγεται ως αυτονόητο πως «ό,τι και να λέμε μπορεί να είμαστε σαν, αλλά, γι’ αυτό ακριβώς κιόλας, δεν είμαστε και ακριβώς» – τονίζουμε υπόγεια λοιπόν τό ότι «δεν είμαστε» ακριβώς επειδή υπέργεια έχουμε τήν αξιολύπητη «αυτογνωσία» να παραδεχόμαστε ότι μοιάζουμε : ρητορικό σχήμα είν’ αυτό, λέμε λοιπόν και καμιά υπερβολή και ψιλοαυτομαστιγωνόμαστε για να ψιλοανέλθουμε ψιλοβιαίως : είναι αυτές οι φτηνές ηδονές που ’λεγε κι ο φρόϋντ – ίδια με κείνην τής αυτόματης ανακούφισης που διαπίστωσε σκληρά ότι νιώθουν όλοι (προφανώς μελετώντας ως συνήθως τόν εαυτό του) παρακολουθώντας μια κηδεία (διότι ο νεκρός είναι προς τό παρόν άλλος)

.

.

.

.

(με τήν ουγκάντα άλλωστε εγώ – θέλω να λέω ότι – έχω και προηγούμενα : αλλά
περί αυτού στο αμεσότερο μέλλον)

.

.

.

Ιουνίου 9, 2013

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : στον μονόδρομο – προς τά πού ;

.

.

.

   Εδώ που έχουμε φτάσει δεν υπάρχει ελπίδα, παρεκτός κι αν τολμήσουμε ν’ απελπιστούμε στ’ αλήθεια : να τό πάρουμε απόφαση πως βρισκόμαστε πράγματι σε μονόδρομο· αρκεί μόνο να οπλίσουμε τή ματιά μας με περισσότερη λογική, δηλαδή με περισσότερο θάρρος, ώστε να δούμε πως δεν πρόκειται για τόν περιβόητο «μονόδρομο» τής υποταγής στη μοίρα, στην ακόρεστη τυφλή και κουφή βούληση τών «αγορών», αλλά για τόν όντως  μ ο ν ό δ ρ ο μ ο  μιας ζωτικά αναγκαίας – πρωτίστως εσωτερικής – αναστροφής.

   Ειδάλλως είμαστε χαμένοι από χέρι. Συνεχίζοντας να καταπίνουμε τό δόλωμα τής «ελπίδας» έρπουμε προς τό μοιραίο, ψυχρά υπολογισμένο και πολιτικά «κοστολογημένο», τέλος μας. Κάθε κατάφασή μας (εκβιασμένη, κουρασμένη, υπνωτισμένη) προς αυτή τήν τζούφια ελπίδα προακυρώνει κάθε μελλοντικό ενδεχόμενο επαν–όρθωσης, ήτοι ανατροπής τής καθεστηκυίας αταξίας, ανομίας και αδικίας. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι απλώς ο δίκην φυσικής καταστροφής θάνατος τής «οικονομίας» αλλά ένα έγκλημα εν ψυχρώ εναντίον μας – στο οποίο εκβιαζόμαστε να συμμετάσχουμε με τή δέουσα «πολιτική υπευθυνότητα».

   Εκεί έχουμε φτάσει· και εκεί θα βαλτώσουμε για πάντα (ή όσο μπορεί να κρατήσει αυτό τό «πάντα»), εάν δεν υπάρξει η ατομική και συλλογική εκείνη υπέρβαση που μόνο μια άξια τού ονόματός της αριστερά θα μπορούσε να εμπνεύσει. Υπάρχει αυτή η αριστερά ;

   Στο σημείο αυτό ας μάς επιτραπεί να «μιζεριάσουμε», ήγουν να κρίνουμε «εξ όνυχος τόν λέοντα» επιμένοντας σε κάποιες όχι και τόσο τυχαίες και όχι μόνο «συμβολικής» αξίας «λεπτομέρειες». Πώς ανέχεται, λ.χ., η αριστερά τής «ρήξης και τής ανατροπής» κορυφαία στελέχη της να συναγελάζονται σε κοσμικές και «πνευματικές» εκδηλώσεις με τό άνθος τής εθνικής μας γκλαμουριάς «τιμώντας» «πατριαρχικές» φιγούρες τού κατεστημένου ή να συνομιλούν σε «γεύματα εργασίας» με τούς ολιγάρχες τών διαπλεκομένων συμφερόντων ;

   Και τά πράγματα γίνονται πιο απογοητευτικά όταν στα – φίλια πλην όμως δικαίως αυστηρά – ερωτήματα που διατυπώνονται σχετικά ακούγονται απαντήσεις σαν αυτή που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας : «Μή φοβάστε, η συναναστροφή μας με τόν διάβολο δεν θα μάς διαβολίσει» (ή κάπως έτσι).

   Απάντηση διόλου καθησυχαστική βέβαια, καθώς μέσα στην άνετη συγκαταβατικότητά της διαφαίνεται η μετάβαση τού παλαιολιθικού κομματοκρατικού λόγου από τό σκυθρωπό ήθος τής θεωρητικής «καθαρότητας» τού ΚΚΕ στον ελευθεριάζοντα παραγοντισμό και τή χαριτολογούσα τακτική τών δημοσίων σχέσεων τής μεταμοντέρνας αριστεράς – αλλά ο σκληρός δογματικός πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος : «τό κόμμα  ξ έ ρ ε ι  καλύτερα από σένα».

 

   Ωστόσο η σοβαρότητα τής κατάστασης που τή ζούνε στο πετσί τους αυτοί που «δεν ξέρουν», οι «από κάτω», δεν τά σηκώνει πλέον αυτά και απαιτεί τό ξερίζωμα και τό σάρωμα κάθε παρόμοιας νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Αλλιώς έχουμε πάλι μια από τά ίδια : αμνηστεύουμε γι’ άλλη μια φορά τόν χειρότερό μας εαυτό κρύβοντας τά ξερά μέσα στα χλωρά, κλείνουμε τό μάτι στον αντίπαλο ξεπλένοντας τό μεγάλο του έγκλημα μέσα στις δικές μας μεγάλες ή μικρές αδυναμίες, γελοιογραφούμε τή σοβαρότητα ως σοβαροφάνεια και – κατ’ αντιστροφή – βαφτίζουμε τήν αρχαία λαμογιά νεωτεριστικό πνεύμα και τήν μπαγαποντιά τού αξιακού σχετικισμού πολιτική ευστροφία.

   Έτσι συνεχίζουμε να βράζουμε στο ζουμί μας, ήτοι στην αμφίθυμη νεοελληνική «δυσφορία» που εκφυλίζεται είτε σε νοσταλγία τής παραδείσιας πασοκικής «καλοπέρασης» είτε σε προσδοκία τής νεοδημοκρατικής «ανάπτυξης» τών τρωκτικών συμφερόντων που ροκανίζουν τήν Ελλάδα.

   Απ’ αυτή τήν ισόπαλη αμφιθυμία, απ’ αυτό τόν ισοψηφούντα «δικομματισμό» απορρέει η έσχατη μορφή πνευματικής έκπτωσης, ο υπαρκτός εκείνος μηδενισμός που δεν εκφράζεται μόνο στον «εθνολαϊκισμό» τών «ηλιθίων» μαζών αλλά και στην προϊούσα αποκολοκύνθωση τής πολιτικής ελίτ, η οποία από τή μία μεριά περιφέρει ως άλλη μπερλίνα ένα αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο ορθοπολιτικού μιντιακού «αντιρατσισμού» (αμφιβόλου μάλιστα χρησιμότητας καθώς οι ρατσιστές ξεσαλώνουν καθημερινά, ουδόλως ενοχλούμενοι από τούς ήδη υπάρχοντες, επαρκώς αυστηρούς αλλά σκανδαλωδώς υπνώττοντες, σχετικούς νόμους), από τήν άλλη μεριά, η ίδια αυτή ελίτ, κανακεύει τούς νεοναζιστές πλέκοντάς τους ένα προστατευτικό κουκούλι υποκριτικής θεσμολαγνείας : «Τί να κάνουμε ; Τούς έχει ψηφίσει ένα εκατομμύριο Έλληνες ! ».

   Σ’ αυτούς τούς ντροπαλούς εραστές τού πολιτικού τραμπουκισμού, σ’ αυτούς τούς ακραιφνείς «δημοκράτες» που ψηφίζουν προθυμότατα νόμους που ποινικοποιούν τόν ρατσιστικό  λ ό γ ο  αλλά εμφανίζονται μάλλον απρόθυμοι να καταστείλουν τήν καθημερινή ρατσιστική  π ρ α κ τ ι κ ή  θα θέλαμε να επαναλάβουμε ότι εάν όντως οι κανόνες τής δημοκρατίας επιτρέπουν να μπαίνουν στο «ναό» της οι μαχαιροβγάλτες, τότε αυτή η «δημοκρατία» είναι καταδικασμένη – και είναι άξια τής μοίρας της.

 

από τό περιοδικό «σημειώσεις» που κυκλοφορεί : τεύχος 77, ιούνιος 2013

.

.

.

.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: