σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 8, 2012

διονύσιου σολωμού αυτόγραφα έργα : αυτοκριτικές και βρωμόλογα

.
.
.     

.

.

   «τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί…» : όποιος έχει γενικά τά κότσια να δίνει εντολές, και μάλιστα σ’ ένα έθνος που ακόμα δεν έχει σταθεί καλά–καλά στα πόδια του, πρώτ’ απ’ όλα ένα πράγμα υπονοεί : ότι έχει μάθει (κάτι) ο ίδιος – Κι αυτό που εκλαμβάνεται (κατά κόρον σήμερα) ως εντολή τού σολωμού στον χώρο τής πολιτικής ή τής κοινωνίας, καλό θα ’ταν να θυμόμαστε ότι λέχθηκε για έναν άλλο χώρο* κι ότι ο ίδιος πριν δώσει οποιαδήποτε συμβουλή τήν είχε εφαρμόσει, και με πάθος (ακριβοπληρωμένο), σε μια άλλη πλατφόρμα και σχεδόν σε μια άλλη γλώσσα – που τό «έθνος» θ’ αργούσε πολύ να τή μάθει – αν τήν έμαθε ποτέ : τόν χώρο τής τέχνης, που εκείνος τόν ήξερε καλά, και που για χάρη του (για χάρη τής αλήθειας τών ποιημάτων του) ήταν που θεώρησε ότι τίποτα δεν έχει (δεν είχε δηλαδή) τελειώσει :

   συνεπώς η μανία τού σολωμού για αληθώς ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα πρέπει μάλλον να ειδωθεί σαν μια μανία για αλήθεια στον χώρο τής αισθητικής

   τά «βρωμόλογα» με τά οποία στολίζει τήν ίδια του τήν τέχνη, όταν βρίσκει ότι δεν είναι ακόμα αληθινή, δεν θα ’πρεπε ούτε να εκπλήσσουν, ούτε – πολύ περισσότερο – να κρύβονται. Γιατί, πολύ περισσότερο ακριβώς, από τό «τελειωμένο» έργο του όπως μάς παραδόθηκε ελέω πολυλά – μάλλον στην κυριολεξία με βιά – με κάποιας μορφής βία σίγουρα, έστω και από δικαιολογημένον έρωτα και θαυμασμό για τήν ατελείωτη τέχνη του – πολύ μεγαλύτερης αξίας μάθημα εθνικό είναι κατά τή γνώμη μου η εκτίμηση τής σκατολογικής του απέχθειας για ό,τι ο ίδιος θεωρούσε αναληθές στην ποίηση και τή γλώσσα – τόν χώρο δηλαδή στον οποίον (μην έχοντας άλλο στο νου του πάρεξ γλώσσα και ελευθερία) οικειοθελώς περιχαρακώθηκε

   η δουλειά τού καθηγητή λίνου πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης να φωτοτυπήσει όλα του τά χειρόγραφα και συγχρόνως να τά μεταγράψει τυπογραφικά, είναι επίσης ένα μάθημα εθνικής αλήθειας γιατί πέρα από τήν καθαρή φιλολογική του αξία μάς παραδίνει κι έναν εθνικό ποιητή που γράφει ανορθόγραφα (ή με φωνητική γραφή, όπως θέλουμε τό λέμε) και, πάνω απ’ όλα, γράφοντας, σβήνει διορθώνει και φωνάζει : όξο όξο, όξω ούλα και : σκατά σκατά :

   τήν εποχή τής χαμογελαστής και ανέμελης θετικής σκέψης όπου η αθώα αυτοδιαφήμιση, η επιδεικτική αυτοεκτίμηση, τό επίμονο αυτοσερβίρισμα και τό γοητευτικό αυτοπλασάρισμα, αποτελούν και εθνικό και πανεθνικώς θαυμαζόμενο σπορ, τό μάθημα τής αυτοαμφισβήτησης τού σολωμού είναι πιστεύω ένα γερό χαστούκι στα μούτρα μας. Όσο περισσότερο τό θεωρήσουμε αληθινό, τόσο πιο χρήσιμοι μπορούμε να γίνουμε κι εμείς για τήν ίδια μας τή ζωή, ή γι’ αυτό που ο καθένας μας θεωρεί ως δικό του χώρο και έθνος

   είν’ αλήθεια ότι η ανάρτηση δεν θα γινότανε αν δεν είχε ριχτεί η ιδέα σ’ ένα σχόλιο. Και δεν θα γινότανε, γιατί αυτήν τήν εποχή διαθέσιμο ήτανε μόνο ένα καβουρδιστήρι κινητό, και μ’ αυτό τό σόνυ έρικσον έρριξον κι εγώ ό,τι μπορούσα καλύτερο στη σελίδα. Η ποιότητα τής φωτογράφισης, δηλαδή, θέλω να πω, είναι ασυζητητί σκατά. Αλλά δεν πειράζει, κάποτε ελπίζω θα επακολουθήσουν καλύτερες αποδόσεις τών χρωμάτων ( : οι σελίδες τών τετραδίων όπου έγραψε ο σολωμός μ’ άλλα λόγια είναι μπεζ–ροζ, και όχι πρασινωπές όπως βγήκαν εδώ)

   η ανάρτηση θέλησα λοιπόν πάση θυσία να είναι έτοιμη σήμερα, επέτειο 214η από τήν ημέρα που η αγγελική νίκλη (μανιάτικης καταγωγής), υπηρέτρια τού (κρητικής καταγωγής) κόντε νικόλαου σολωμού, αστράφτοντας φως και γνωρίζοντας ως νια τήν εαυτή της (και τή βιά εναντίον τού φύλου (και τής τάξης) της) γέννησε εξώγαμον τόν πρώτο της γιο, διονύσιο : τόν μεγάλωσε με τά λαϊκά μανιάτικα τραγούδια και νανουρίσματά της, και εννιά χρόνια τόν κράτησε κοντά της (θα ακολουθούσε και άλλος γιος στην παράνομη σχέση γέρου κόμη / υπηρέτρας, η οποία θα κρατούσε 11 χρόνια και θα νομιμοποιούνταν τήν παραμονή τού θανάτου τού κόμη) : αυτά τα εννιά χρόνια έζησε ο σολωμός λοιπόν τά ελληνικά τής μάνας του, μέχρι να τόν στείλουν, για άλλα εννιά πάλι χρόνια, στην ιταλία – καταπώς ήταν τό έθιμο στην αριστοκρατία τών επτανήσων – να μορφωθεί ως ιταλός και ως κόντες : και σ’ αυτά τά ελληνικά χρωστάμε πάνω απ’ όλα τελικά τό ότι ο σολωμός δεν έγινε ο ιταλός ποιητής που είχε τήν άνεση να γίνει : τό σχίσμα ανάμεσα στις δύο γλώσσες (και τίς δύο καταγωγές) ήταν όμως ισχυρότατο και κράτησε μια ζωή : ο σολωμός υπέγραφε πάντα ιταλικά (η κοινωνική θέση ως υπερεγώ, από τή μεριά τού πατέρα) και έγραψε ποιήματα εντέλει ελληνικά, πεισματικά ανορθόγραφα, διανύοντας ολομόναχος τόν χρόνο τριών τουλάχιστον ποιητικών γενιών ( : τό «πεισματικά» αφορά τίς διανοητικές του ικανότητες : διότι πιστεύω ακράδαντα ότι ο σολωμός μπορούσε να μάθει τήν ελληνική ορθογραφία, αν ήθελε, όπως (θέλησε και) έμαθε τήν ιταλική) : τό πεισματικά και ιδιόμορφα ανορθόγραφο ιδίωμα όμως που κράτησε στα ελληνικά του (και τό οποίο δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα «απλούστερης» φωνητικής γραφής αλλά έχει όλη τήν ελευθερία και τήν αυθαιρεσία παιδικού παιχνιδιού) ήταν, κατά τή γνώμη μου, η μοναδική σχέση που τόν ένωνε πλέον και με τήν ελευθερία τής  παιδικής ηλικίας και με τή μάνα του (που κάπως έτσι πρέπει να ήταν τά ελληνικά της όσο και ό,τι έγραψε) – ακριβώς ίσως, πολύ περισσότερο, επειδή ο ίδιος θεώρησε από ένα σημείο και μετά ότι τό αγαπημένο αυτό και ημιπαράνομο πρόσωπο τόν πρόδωσε : δεν μπορούμε συνεπώς να έχουμε μπροστά μας ολόκληρο τό πρόσωπο τού σολωμού, χωρίς τίς ανορθογραφίες του – ορθές, πάνω απ’ όλα για τήν ίδια τήν ψυχική του συγκρότηση – όπως μάς τό ’χει άλλωστε υπόγεια δηλώσει κι ο ίδιος :

«κάνε τήν είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, / καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε τό γάλα τής μητρός μου…» : κανε τιν ιχε εροτικα πιισι ο λογισμοσμου / καν τ’ ονυρο οταν μ’ εθρεφε το γαλα τις μιτροσμου.

.

.

.

.

   * όταν, γύρω στο 1850, ο σολωμός έγραφε τόν «πόρφυρα», ένας φίλος του, μάς λέει ο πολυλάς, «τού επαρατήρησε ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε ο σολωμός

   (η αναφορά αυτή τού καθηγητή αλέξη πολίτη βρίσκεται ιντερνετικά εδώ)

   επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού – και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της – ότι ο «πόρφυρας» τηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών, πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός…

   (δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές (ο άλλος είναι ο καβάφης : ανεξάρτητα και αυτός από τίς ερωτικές του προτιμήσεις αλλά ποτέ αγνοώντας τες…))

.

.

.

.

.

.

 

.

.

 

.

.

.

.

.

.

.

.

 

.

.

   υστερόγραφο στις φωτογραφίες :

   τώρα που ξανακοίταζα τούς τόμους για να βάλω εδώ τίς φωτογραφίες αυτές τών σελίδων, ανακάλυψα (αν δεν μού ξέφυγε και τίποτα, γιατί η δουλειά δεν έγινε και με όλο τόν χρόνο στη διάθεσή μου) ανακάλυψα λοιπόν ότι τή λέξη «σκατά» ο σολωμός τή χρησιμοποιεί ως κριτική τής δουλειάς του, και κατά κόρον, ουσιαστικά μόνο σ’ ένα πολύ πρώιμο χειρόγραφο και ποίημα, τήν ωδή «εις τόν θάνατον τού λορδ μπάϊρον» τού 1927

   τό ποίημα για τόν θάνατο τού λόρδου μπάϋρον είναι όμως όντως από τά πιο ασήμαντα, ποιητικά, κατασκευάσματα τού σολωμού – μαζί θα έλεγα με τόν «ύμνο στην ελευθερία» (πρωιμότερο, τού 1823) στον οποίο εξάλλου και μοιάζει μορφικά (και τού οποίου πάντως δεν υπάρχει χειρόγραφο – για να βλέπαμε τίς διορθώσεις και τίς εντολές που θα υπήρχαν σίγουρα και εκεί…)

   ο σολωμός φαίνεται εξόχως έξαλλος πάντως εδώ με τή δημιουργία του, και μάλιστα καθώς προχωράει τή διόρθωση : στην αρχή, όπως βλέπουμε στην (αμέσως παραπάνω) πρώτη σελίδα, φαίνεται πιο υπομονετικός με τά λάθη του : «όξω (λέει) φθάνει γι’ αυτό μια φράση μια λέξη» – αλλά φαίνεται να χάνει εντελώς τήν υπομονή του στη συνέχεια. Αν μού επιτρέπεται λοιπόν μια εντελώς προσωπική ερμηνεία, μπορεί να υπάρχει κι αυτός ο λόγος : τό κείμενο στο οποίο δουλεύει τίς διορθώσεις τού «μπάϊρον» τού έχει δοθεί ορθογραφημένο, καθώς τό αντέγραψε για χάρη του ο φίλος του (θείος του) λουδοβίκος στράνης – αυτό ίσως έκανε τόν σολωμό να τό δει ξαφνικά πολύ περισσότερο, και πολύ πιο απότομα, «ως ξένο» και πολύ πιο ξαφνικά «από μεγαλύτερη απόσταση» : τά ξένα γράμματα (και η ξένη, από πολλές απόψεις γι’ αυτόν, ορθογραφία) θα πρέπει να λειτούργησαν ίσως, για τόν εξόχως άλλωστε ευερέθιστο σολωμό, όπως (mutatis mutandis) λειτουργούσε για όλους τούς συγγραφείς αργότερα η δακτυλογράφηση τού κειμένου τους στη γραφομηχανή (και για μάς σήμερα στο λαπτόπ) – πράγματα που απομακρύνουν δηλαδή τελεσίδικα τόν οποιοδήποτε, ακόμα και τόν χειρότερο συγγραφέα, από τήν οικειότητα (και τή συγκατάβαση και τή δέσμευση) προς τό χειρόγραφο

   είναι όμως σίγουρα σαφές ότι ούτε στον «ύμνο» ούτε στην «ωδή» ο σολωμός είναι ακριβώς «ο σολωμός» (αυτός δηλαδή με τόν οποίο ασχολούμαστε και για τόν οποίον μιλάμε σήμερα, δυο αιώνες περίπου μετά τό γράψιμο τών μεγάλων ποιημάτων (τών σχεδιασμάτων του)) : όμως στα ποιήματα που διαμόρφωσαν όντως τό σολωμικό πρόσωπο δεν συναντάμε τόσο πολλά και φωναχτά όξω όξω όσο ακριβώς έχουμε αλλεπάλληλες τίς έμπρακτες αποδείξεις τών εξωπεταγμάτων και τών ξαναγραψιμάτων, πρακτική που μάς άφησε (μέσα ειδικά απ’ τήν έκδοση τού λίνου πολίτη) μια συγκινητική μορφή τής ζωής του και τής πάλης του με τίς συνεχείς γραφές, τούς στίχους, τίς ομοιοκαταληξίες, τήν αγωνία για μια λέξη και τόν γύρω της χώρο, που αλλάζει και ξανααλλάζει. Γι’ αυτό και στα έργα τής ωριμότητας, τόν «κρητικό», τή «γυναίκα» τούς «ελεύθερους» τόν «πόρφυρα», οι εντολές τού σολωμού προς εαυτόν είναι, πολύ πιο ήρεμες, αλλά και πολύ πιο βαριές ουσιαστικά : ξανακοίταξέ το, ξαναφτιάξτο, σκέψου το, μελέτησε καλά, με άλλα λόγια. Απ’ αυτήν ακριβώς τή μεριά, πιστεύω λοιπόν τώρα, μπορεί ειδωμένη η λέξη «σκατά» να είναι βαρύτερη και σημαντικότερη απ’ τήν απλή βωμολοχία που φαίνεται στην αρχή : γιατί δεν προσβάλλει τόσο τό ποίημα στο οποίο αναφέρεται, όσο προβάλλει στο μέλλον, και μέσα απ’ τήν βωμολοχούσα ακριβώς απέχθεια τού σολωμού για τό «παρόν» τών πρωτόλειών του, τόν πραγματικό και μελλοντικό σολωμό – αυτόν τής αδιάκοπης μάχης με τή γλώσσα του, και τήν αληθινή του ποίηση :

.

.

ο κρητικός :
ϗ απο το πελαο που πατι χορίς να το σουφρονι
κυπαρισενιο αναερα τ’ αναστιμα σικονι.
(κι από τό πέλαο που πατεί…: γραφές και ξαναγραφές)

.

.

ο πόρφυρας : ομορφος κοσμος υθικός…

.

.

ο πόρφυρας : μεγαλος κοσμος ιθικος…

.

.

σε πίσω σελίδα τών σχεδιασμάτων, λογαριασμοί

.

.

η γυναίκα τής ζάκυθος : μελετισε καλα τιν ομιλία…

.

.

τό κρίσιμο και συζητημένο (με αφετηρία τόν ζήσιμο λορεντζάτο) «chiudi nella tua anima la Grecia (o altra cosa…» (κλείσε μέσα στην καρδιά σου τήν ελλάδα – ή οτιδήποτε άλλο …) γραμμένο κυριολεκτικά στο περιθώριο τής σελίδας και ανάποδα

.

.

.

.

.

.

                                                       

.

η (μοναδική πραγματικά) έκδοση τών σολωμικών χειρογράφων Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα Έργα, τόμ. Α΄ : Φωτοτυπίες, τόμ. Β΄ : Τυπογραφική Μεταγραφή έγινε με τήν επιμέλεια τού καθηγητή Λίνου Πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964, και σήμερα είναι εξαντλημένη. (Από αυτήν τήν έκδοση έγινε η φωτογράφιση για τό παρόν ποστ – σχετικά είχα γράψει και εδώ απ’ όπου ξεκίνησε τό θέμα με τό σχόλιο τού steppenwolf, στον οποίον αφιερώνεται με ευχαριστίες για τό απροσδόκητο ξαναδιάβασμα στο οποίο μπήκα εξαιτίας του η σημερινή ανάρτηση). Τό έργο υπάρχει σήμερα (σε περισσότερους τόμους) στην έκδοση τού μορφωτικού ιδρύματος τής εθνικής τράπεζας

μουσείο σολωμού : έργα

.

.

.

.

.

Advertisements

Μαρτίου 19, 2012

τά αβατοπαίδια

.

                   

.

   τό τεραστίων διαστάσεων αισθητικό και ιδεολογικό αποκούμπι τής χώρας ο παρθενώνας (για χάρη τού οποίου όλοι οι άλλοι λαοί τής υφηλίου έχουνε φάει τά βελανίδια με τό κουτάλι) καλό θα είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι ήταν ένας ναός αφιερωμένος ειλικρινά σε θεά, δηλαδή θεότητα γυναικεία : και ειλικρινά θα πει όχι ως άλλοθι καλογερικό και κουτοπόνηρο, όχι «περιβόλια» που τά «αφιερώνουμε» σε νεότερη γυναικεία ανακάλυψη – δηλαδή τώρα γυναίκα εξ ανάγκης και εκ μεταφοράς – μόνο και μόνο για να απαγορέψουμε μετά τήν είσοδο εκειμέσα στον μισό και παραπάνω (γυναικείο) πληθυσμό τού πλανήτη

   όμως η ελληνική κοινωνία που ξυπνάει με τόν εφιάλτη τής νέας φτώχειας, νομίζω ότι κοιμάται τόν παλιό ύπνο τού δικαίου : και τό πιο δυσοίωνο είναι ότι τώρα, έχοντας δίκιο σε πολλά (κι αυτό είναι τό χειρότερο, με τήν έννοια ότι πιστεύει πως αφού έχει δίκιο σε πολλά δεν χρειάζεται να διορθωθεί σε τίποτα) φοβάμαι ότι βυθίζεται ακόμα πιο αθώα στην υποκρισία και τήν αυταρέσκεια που τήν διακατέχανε παλαιόθεν : εννοώ τό είδος εκείνο τής αναιδούς μισαλλοδοξίας και τού περήφανου μισογυνισμού που διέτρεχε τήν ιδιοσυγκρασία της από τά αρχαία εκείνα χρόνια, όταν οι άπλυτοι αθηναίοι εμπόροι πετάγαν τίς ντομάτες τους στον ευριπίδη γιατί τούς χαλούσε τή ζαχαρένια με τίς εκάβες, τίς μήδειες, και τίς τρωάδες του

   και από τά ίδια εκείνα αρχαία χρόνια, όταν οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες (οι οποίοι ονειρεύτηκαν τά αγάλματα μέσα κι έξω απ’ τόν περί ού ο λόγος παρθενώνα) παίξαν τό κεφάλι τους στην κυριολεξία κορώνα–γράμματα μια που οι λοιποί ιθαγενείς (ανεβασμένοι στα γύρω δέντρα και τρώγοντας βελανίδια) θέλησαν να τούς πάνε και σε δίκη και να τούς εκτελέσουν για κλοπή υλικών

   θα έπρεπε βέβαια να γίνει κάποτε συνείδηση (και όχι μόνο σ’ αυτή τή χώρα) πόσο κούφιο είναι να περηφανεύεσαι για κάτι που ούτε έκανες ο ίδιος, αλλά ούτε καν σέβεσαι αυτόν που τό κάνει σήμερα – (πόσο μεγάλο είναι άραγε ειδικά στην ελληνική κοινωνία τό ποσοστό τών πατεράδων και τών μανάδων που ονειρεύονται, ή έστω ανέχονται, καριέρα καλλιτέχνη για τά παιδιά τους;) – και είναι σκληρό βέβαια, δεν έχω αντίρρηση, να τούς τσουβαλιάζει κανείς όλους σε μια εποχή δυστυχίας – όταν η δυστυχία χτυπάει τούς πιο αδύναμους και συνεπώς τούς πιο απαίδευτους, και επομένως υποτίθεται τούς πιο δικαιολογημένα αδαείς – αλλά από τήν άλλη εκνευρίζομαι κιόλας με τή διαρκή αδαοσύνη τών αδύναμων που τούς κάνει να ενστερνίζονται (μ’ ένα είδος μαζοχισμού θα έλεγα) όλες τίς πραγματικότητες και τίς απόψεις που δουλεύουν συστηματικά εναντίον τους : και που τούς έκανε, μεταξύ τών πολλών άλλων, όλα αυτά τά περασμένα χρόνια, να πέσουν τόσο εύκολα θύμα πεπαιδευμένων καθηγητάδων τού κατηχητικού, οι οποίοι (έχοντας θητεύσει ταπεινά στους παπάδες μια ζωή και) έχοντας στεριώσει τήν καριέρα τους, επίσης ταπεινά, σε μία χούντα – απ’ τήν οποία ούτε και ενοχλήθηκαν ούτε και τήν ενόχλησαν – κι έχοντας διδάξει επιπλέον με αργά και συστηματικά, τηλεοπτικής λογικής, μαθήματα έναν ολόκληρο λαό να ντρέπεται για τή φυσική του γλώσσα και να προσπαθεί να σουσουδίσει αξιολύπητα για να τήν μιλήσει πιο καθωσπρέπει – βλέπουν τώρα τήν καριέρα τους να απογειώνεται στις λαμπρές (και ελπίζουν καταβάθος όχι και τόσο πρόσκαιρες) υπουργικές δάφνες

   αλλά δεν φταίνε φυσικά μόνο αυτοί – δεν έχουν πέσει θύμα δηλαδή τών παπάδων και τών παπαδοδασκάλων μόνο οι απαίδευτοι και οι αδαείς : αλίμονο, εδώ υπάρχει γενικότερη σύμπνοια και συμφωνία : αριστερόστροφη και δεξιόστροφη σύμπνοια και συμφωνία, πολύ πριν τήν καταραμένη τήν κρίση

   λέω λοιπόν σήμερα να πιάσω μια πτυχή τού θέματος – εκείνη που κουνάει ως λεπτομέρεια σατανική, εκφραστικότατα όμως κατά τή γνώμη μου (ζωγραφίζει στην κυριολεξία), τήν ουρά τού διαβόλου :

.

     

.

   η θρασύτατη και ξεδιάντροπη ρατσιστική διάκριση κατά τών γυναικών, τήν οποία εκφράζει λοιπόν πανηγυρικά η συνεχής διατήρηση τής απαγόρευσης εισόδου σε μια περιοχή τής χώρας που ελέγχεται από ταλιμπάν καλογήρους, η ύπαρξη δηλαδή τού άβατου στο «άγιον» όρος, αποτελεί απλώς έναν (δηλητηριώδη) καθρέφτη μέσα στον οποίο εικονίζονται οι πάντες : όχι μόνο όσοι τό υπερασπίζονται αλλά και όσοι τό ανέχονται (σιωπηρώς – ή θορυβωδώς, όπως έγινε με τήν ψήφο τής πολιτικάντικης ηγεσίας μας παραδείγματος χάριν, από δεξιότατα έως αριστερότατα, στα ευρωπαϊκά όργανα [*] (και τότε η εδώ κοινή γνώμη με προεξάρχοντες τούς τηλεοπτικούς ασώματους εγκεφάλους επιδόθηκε μάλιστα σε λεκτικό λυντσάρισμα τής ελληνίδας βουλεύτριας που, μόνη από τή χώρα, υποστήριξε τήν κατάργηση τού άβατου – λεσβία τήν είπαν, ότι έχει μουστάκια τής είπαν, ότι είναι άσχημη είπαν (πράγμα που επιπλέον δεν συνέβαινε) και φυσικά τό πλήρωσε, εξαφανιζόμενη ύστερα κομματικώς, κλπ κλπ – δεν βρίσκω δυστυχώς τίποτα σχετικό στο γιουτούμπ, αλλά εγώ τουλάχιστον τά θυμάμαι καλά))

   τή δεκαετία τού ’80 πάντως είχε γίνει μια εκτενέστατη συζήτηση, και παράθεση στοιχείων, σε μια σειρά από τεύχη τού περιοδικού «αντί» – δεν θυμάμαι λεπτομέρειες και δεν πρόκειται να πάω να κάνω αποδελτίωση τώρα (τά τεύχη πάντως υπάρχουν, για όποιον ενδιαφέρεται) : Θυμάμαι όμως πολύ καλά, γιατί αυτό μού έκανε εντύπωση αφού δεν τό ήξερα, ότι τό «άβατο» όπως αποδείχτηκε συνιστά παρανομία και παράβαση όχι μόνο με μέτρο τόν πολιτισμό τής ευρώπης τής γαλλικής επανάστασης και τής κοινωνίας τών πολιτών, αλλά και με μέτρο τήν ίδια τή δικιά του ρατσιστική απαρχή – καθώς η εναρκτήρια λογική του ήταν η απαγόρευση εισόδου (λογική παρόμοια σημερινών ιρανών ταλιμπάν, ας σημειωθεί) προς κάθε αγένειον, δηλαδή άνθρωπο που δεν είχε ή δεν άφηνε γένια – δηλαδή και άντρες και παιδιά και τών δύο φύλων, και φυσικά και γυναίκες –

   τό αρχικό ας πούμε λοιπόν σκανδαλώδες σ’ αυτήν τήν ιστορία είναι ότι η εναρκτήρια αυτή απαγόρευση με τήν πάροδο κάποιων αιώνων ανέστειλε όλα της τά (άναρθρα) άρθρα εκτός εκείνου που αφορούσε τίς γυναίκες – μετατρεπόμενη έτσι, σε αγαστή συμφωνία με τό γενικό ήθος τής χώρας, σε ρατσισμό και αντισυνταγματική διάκριση αποκλειστικά κατά τών γυναικών

   δεν θα ασχοληθώ με τά παιδαριώδη και ηλίθια «άλλοθι» που έχουν κατά καιρούς προβληθεί ως προς τό πόσο κακό θα έκανε στους καλογέρους ο πειρασμός τής γυναικείας μορφής περιφερόμενης στα χωράφια τους : είναι σαφές ότι οι ασκητές επιδιώκουν τούς πειρασμούς για να τούς υπερβαίνουν προς δόξαν  τών (άφυλων) αγγέλων – αλλά στην περίπτωση αυτή τά ασκητικά ήθη απλώς συνεχίζονται με περισσότερη ειλικρίνεια (όπως και υποκρισία εκ παραλλήλου) – καθώς «πειρασμό» αποτελεί γι’ αυτούς μόνο τό αντρικό σώμα, και έτσι τούς άντρες ακριβώς (γενειοφόρους και αγένειους) επέτρεψαν στον εαυτό τους να τούς χαίρονται γύρω τους οι καλογέροι : τίς γυναίκες εξακολουθούν να αποκλείουν επειδή πρωτίστως οι γυναίκες δεν τούς ενδιαφέρουν ως ερωτικό αντικείμενο – και δευτερευόντως επειδή έτσι επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τόν μισογυνισμό τόσο τής θρησκείας τους, όσο και τής χώρας η οποία τούς ανέχεται (από αριστερά ώς δεξιά, είπαμε). Οι πονηριές δε περί ονομασίας τού χωραφιού τους με τό όνομα γυναικείας θεότητας (λογαριασμός εκ μεταφοράς, είπαμε) είναι για να πείθει τούς ήδη δελεασμένους ηλίθιους, και πάλι επομένως δεν θα ασχοληθώ ( : άλλωστε τό μασκάρεμα παράλληλα με τήν γελοιοποίηση, ή τήν απομίμηση, «γυναικείων» συμπεριφορών είθισται να αποτελεί ήθος και έθιμο για μια κατηγορία αντρών ρατσιστών, ομοφυλόφιλων και μη)

   αυτό που εμένα όμως μέ ενδιαφέρει είναι οι παρεξηγήσεις που υφίστανται ως προς τό τί σημαίνει αυτό τό όρος (δηλαδή τά επί τού όρους) όχι μόνο για τίς γυναίκες ασφαλώς (δηλαδή, υποθέτω), αλλά στην περίπτωσή μας ιδιαίτερα για τίς γυναίκες, και βεβαιότατα και ιδιαιτερότατα για μένα :

.

.

 

   

.

      μικρή προσωπική ιστορία τής ζωγραφικής

.

   ο μανουήλ πανσέληνος είναι ένας από τούς σημαντικότερους ζωγράφους τού ευρωπαϊκού μεσαίωνα (και κατά τή γνώμη μου ο ωραιότερος) και μάλιστα ο πρώτος εξαίρετος ευρωπαίος ιμπρεσιονιστής : πάνω του πάτησε ο κρυπτικός κατά κάποιον τρόπο ιμπρεσιονισμός τού θεοτοκόπουλου ώσπου να τόν ανακαλύψουν οι γάλλοι και να τόν καταστήσουν φανερότατον με τήν αποθέωση τού χρώματος από τόν σεζάν μέχρι τόν βαν γκογκ και πάει λέγοντας ώς τά σήμερα :

   πιθανώς η αποθέωση τού χρώματος (αλλά και η υποκειμενικότητα τής προοπτικής και ο συνεπακόλουθος κυβισμός) που χαρακτηρίζει τή ζωγραφική τού Πανσέληνου, αλλά και τήν ενγένει ζωγραφική τής μακεδονικής σχολής (η οποία συμπεριλαμβάνει μέσα της χρονικά τήν παλαιολόγεια αναγέννηση ( ≈ 800 – 1200), η οποία συμπίπτει χρονικά με τήν πρώτη επίσης αναγέννηση τού δυτικού μεσαίωνα (τροβαδούροι, δάντης ( ≈ 1100 – 1300))) αποτελεί κληρονομιά και λογική συνέχεια τής αρχαίας ζωγραφικής που ήταν εξίσου ιμπρεσιονιστική και γεμάτη χρώμα, όπως αποδεικνύεται από τά λίγα (λόγω χρόνου) διασωθέντα, και κυρίως τίς επιτάφιες ζωγραφιές στο νεκροταφείο δημητριάδας στη θεσσαλία : αν πάτε σήμερα στο μουσείο θα δείτε μερικούς μονέ και μερικούς ρενουάρ εκειπέρα – και επειδή οι ανασκαφές συνεχίζονται, πιστεύω ότι θα έχουμε συνέχεια τέτοιες εκπλήξεις : ήδη οι τοιχογραφίες τών «βασιλικών» τάφων στη μακεδονία, πάλι έναν ένδοξο ιμπρεσιονισμό επιδεικνύουν : Η αποθέωση τού χρώματος είναι λογικό να κυριάρχησε βέβαια στη ζωγραφική μιας χώρας με τό ανήλεα διάφανο φως και τήν ανήλεα εξαντλητική φιλοσοφική διάθεση τού παγανιστικού ελληνικού χώρου : αντίθετα, στη δύση (συμπεριλαμβανομένης και τής συγγενικής ιταλίας) τό χρώμα σκουραίνει, και με τόν χριστιανισμό βασιλεύει απρόσκοπτα η φωτοσκίαση, που έχει και σαφή ιδεολογική καταγωγή : τήν εκ μιας πηγής εκπορευόμενη μίζερη «φωτεινότητα» τού αγίου πνεύματος, που μισεί και απωθεί τήν ύλη σαν τίς αμαρτίες της. Τό χρώμα όμως ως η άλλη όψη τού χρόνου και τού χώρου, τό χρώμα ως ουσία τής ύλης, είναι και πανθεϊστικό και άθεο : εξαυτού, με τήν επάνοδό του επανέρχεται στη δύση και η επανάσταση τού ανθρώπινου σώματος (δεν είναι καθόλου τυχαία πιστεύω η συνειδητή ή ασύνειδη επιστροφή τού πικάσο, ωριμάζοντος και ανακαλύπτοντος τόν αισθησιασμό τών γυναικών (του) και τήν προοπτική τής αφαίρεσης, σε αρχαϊκά σχήματα)

   φυσικά η συζήτηση είναι τεράστια και έχει και πολλές άλλες παραμέτρους, εδώ θίγω ένα μόνο της μέρος που έχει σχέση με τήν βυζαντινή ζωγραφική και τόν μεγαλύτερό της μάστορα, τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο

   τό σωζόμενο έργο τού κυρ–μανουήλ όμως είναι οι τοιχογραφίες του σ’ ένα ωραιότατο αρχιτεκτονικό βυζαντινό κατασκεύασμα όπου στεγάζονται σήμερα οι διοικητικές υπηρεσίες τών καλογέρων, τό επιλεγόμενο και «πρωτάτο» – και όπου δεν μού επιτρέπεται λοιπόν εμένα να πατήσω τό πόδι μου, και να τίς δω από κοντά : ούτε εγώ, ούτε οι άλλες γυναίκες τής ευρώπης και τού πλανήτη

   και πώς λοιπόν τόν έμαθα; Κάποτε είχε γίνει μια πολύ ωραία έκδοση, και από κει απλώς τόν βρήκα : όπως με τόν ίδιο τρόπο βρήκα και τόν άλλο αγαπημένο μου, τόν max beckmann : δύο παρόμοιες εκδόσεις μεγάλου σχήματος, σε στρατσόχαρτο σχεδόν, που μού κάναν κλικ από τίς στοίβες τών παλιών αζήτητων σε κάτι βιβλιοπωλεία – ο μπέκμαν από τά χρόνια τού γυμνασίου και ο πανσέληνος από τά χρόνια τών (ασπούδαχτων) σπουδών –

   και τόν μεν μαξ μπέκμαν τόν είδα αργότερα και από πολύ κοντά σε κάτι μουσεία, αλλά τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο δυστυχώς δεν μπορώ :

.

                                            

.

   έτσι σήμερα έχω καταλήξει και χωρίζω πλέον, λόγω και τής σχετικής πείρας από τίς συζητήσεις που έχω κάνει, τούς άντρες στην ελλάδα σε δύο βασικότατες κατηγορίες : αυτούς που σ’ όλα αυτά απαντάνε «δεν πειράζει, εσείς θα τούς βλέπετε από φωτογραφίες», και σ’ όλους τούς άλλους – που είναι σαφώς από λιγότεροι έως ελάχιστοι, αλλά είναι και οι πραγματικοί φίλοι –

.

.

     

.

      μικρή παρέκβαση περί αναπαραγωγής

.

   ο ηλίθιος άνθρωπος έχει πάντα τήν εντύπωση ότι η ιστορία θα τόν συχωρέσει, γιατί αυτός διαφέρει από τούς άλλους : για να μην πω ότι πιστεύει ότι η ιστορία θα τού έδινε, αν μπορούσε, και βραβείο : άσε που πιστεύει ότι ζει πάντα τήν πιο πολιτισμένη ζωή, και λυπάται όλους τούς προηγούμενους – τούς βλέπει με συγκατάβαση, ακόμα κι αν τούς «θαυμάζει» : αλλά τό ίδιο και οι γυναίκες, πιστεύουν ότι αυτές, τώρα, είν’ ελεύθερες σε αντιδιαστολή μ’ όλες τίς προηγούμενες που δεν ήταν : έτσι ο αστός τής κλασικής αθήνας τής επέβαλε τό άβατο στην πολιτική ζωή ή στην παρακολούθηση τών αγώνων, πιστεύοντας ότι ασκεί απλώς ένα κεκτημένο του δικαίωμα διότι είναι πολιτισμένος – και εκ παραλλήλου όταν οι γυναίκες κέρδισαν τήν ψήφο στην πολιτική ζωή πίστεψαν επίσης ότι είναι τώρα πιο ελεύθερες απ’ τίς προηγούμενες και συνεπώς πιο πολιτισμένες, όταν τούς επιτράπηκε να παρακολουθούν τούς αγώνες πίστεψαν ότι είναι πιο ελεύθερες πια, όταν τούς επιτράπηκε η είσοδος στα άβατα τών πανεπιστημίων πίστεψαν ότι τώρα είναι πραγματικά πιο ελεύθερες, κι όταν τούς επιτράπηκε να σπουδάζουν στις σχολές καλών τεχνών και να έχουν πρόσβαση και σ’ εκείνο τό απαράμιλλο άβατο τών γυμνών μοντέλων, ειδικά τού αντρικού, πίστεψαν ότι τώρα ήταν επιτέλους ελεύθερες και επιτέλους πλέον πολιτισμένες : κάθε προηγούμενη εποχή ήταν μια σκλαβιά που ξεπεράστηκε, εκείνοι ήταν αξιολύπητοι, ετούτοι εδώ είναι επιτέλους κανονικοί : κοιτάνε τούς προηγούμενους με οίκτο. Δεν ξέρουν με πόσο οίκτο θα τούς κοιτάξουν οι επόμενοι αυτούς εδώ –

   προσωπικά με τή φωτογραφία έχω εξαιρετικές σχέσεις, και ειδικότερα με τή μαυρόασπρη φωτογραφία – τό ίδιο όπως και με τά παλιά «επίκαιρα» στο σινεμά

   αλλά η φωτογραφία τού έργου τέχνης είναι μια πολύ ειδική ιστορία και περικλείει πλήθος φαινόμενα, πολλά από τά οποία ανέπτυξε με τή συγκινητική του ιδιοφυία ο βάλτερ μπένγιαμιν στην πασίγνωστη «τέχνη τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς της» : όπως όμως τού συνέβη και με τήν περίπτωση τού σινεμά, έπεσε και εκεί στα αναπόφευκτα για κάθε εναργή κριτική κενά αέρος εξαιτίας ακριβώς τού ειδικού ιστορικού του χρόνου : έδωσε ας πούμε μεγάλη σημασία στο γκρο–πλαν, πιστεύοντας ότι έτσι ο θεατής θα ελέγχει και θα κρίνει εναργέστερα τήν υποκριτική τού ηθοποιού (αφού θα παρακολουθεί κριτικά όλες τίς λεπτομέρειες στην έκφραση τού προσώπου) και δεν έζησε αυτήν τήν ιστορία αρκετά, για να δει τό γκροπλάν ακριβώς να γίνεται τό όχημα με τό οποίο αναστέλλεται κάθε κριτική διάθεση και λειτουργία, καθώς είναι τό κυρίως μέσο με τό οποίο υπνωτίζεται ο θεατής και μπαίνει ως πρόβατο επί σφαγήν στην προπαγανδιστική φιλοδοξία τής μαζικής κουλτούρας : για τήν περίπτωση όμως τής εύκολης μαζικής πρόσβασης στη γνώση τού έργου τέχνης μέσω τής φωτογραφικής του αναπαραγωγής έχουμε άλλη μία, πολύ αξιόπιστη, εξύμνηση από έναν σημερινό (και πολύ αγαπημένον μου, επίσης) ζωγράφο, τόν david hockney : ο χόκνεϋ εξάλλου είναι γνωστός για τήν μετά μανίας χρησιμοποίηση κάθε νέου, και νεότερου, και νεότατου, τεχνικού μέσου στην ίδια τήν πραγματοποίηση τής δουλειάς του : και τά φωτογραφικά του κολλάζ είναι εξαίρετα – πρέπει να έχουν ήδη δημιουργήσει σχολή :

.

      

.

   σ’ ένα κείμενό του για τήν μεγάλη σημασία στον πολιτισμό μας (και για τόν ίδιον, όταν ήταν παιδί) τής διακίνησης τών ζωγραφικών έργων μέσω φωτογραφιών τά λέει λοιπόν πολύ καλά και νοιώθω να χρωστάω τήν ίδια χάρη που λέει κι αυτός, στην τεχνική εξέλιξη που μού έδωσε τή δυνατότητα από μικρή να βλέπω πίνακες απρόσιτους, τότε που δεν μπορούσα να πάω σ’ όλα τά μουσεία (κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και σήμερα) : εντούτοις και αυτός, όπως κι ο μπένγιαμιν, παράβλεψε τό πόσο κιτς μπορεί να γίνει ένα έργο, μέσα ακριβώς από τήν μαζική του αναπαραγωγή, και λόγω τής αυταπάτης ότι έτσι είναι εύκολα προσβάσιμο και συνεπώς κατανοητό : ένα άλλο στοιχείο που τό διαπιστώνεις με τόν καιρό είναι ότι η μαζική παραγωγή υφίσταται η ίδια ταξικούς διαχωρισμούς, έχει δηλαδή η ίδια έναν, ενσωματωμένο στα ίδια της τά μέσα, ταξικό χαρακτήρα – και ενώ από τή μια μεριά δημιουργεί εκδόσεις ακριβές που φροντίζουν για τήν πιστότητα, τουλάχιστον τών χρωμάτων (είναι όμως ακριβώς πανάκριβες) από τήν άλλη μοιράζονται στο πλατύ κοινό φωτογραφίες που φτηναίνουν τήν πρώτη ύλη : και φτηναίνει τόσο η πρώτη αυτή ύλη (προϊούσης τής ιστορίας) ώστε να αλλοιώνει χωρίς σπουδαίους ενδοιασμούς τά χρώματα – εξίσου με τήν εκ τών προτέρων αυτονόητη αλλοίωση ούτως ή άλλως τών μεγεθών : και, όπως ακριβώς έκανε τό γκροπλάν, η μαζική αυτή αναπαραγωγή ασκεί κι έναν καταστροφικό υπνωτισμό στην κριτική ικανότητα τού θεατή καθώς αυτάρεσκα πλέον ο αστός που μαθαίνει τήν γκουέρνικα από μια φτηνή κάρτα αρκείται, πραγματικά και μεταφορικά, σ’ αυτό τό μέγεθος και αδιαφορεί κυριολεκτικά για τό πραγματικό : τό μέγεθος συρρικνώνεται όντως – και υπάρχει πια πιθανώς ως δυνατότητα μόνο για ένα παιδί που θα είναι ήδη όμως καλλιτέχνης, και μεγαλώνοντας θα επιδιώξει να πάει σ’ ένα μουσείο και να βρει εκεί τά πραγματικά δικά του μεγέθη.

   η εμπιστοσύνη αυτή, όλων μας λίγο–πολύ, στην τεχνική αναπαραγωγή είναι ίδιον τής δικιάς μας ιστορίας, και καταρρέει μόνο στην άμεση επαφή με τό πραγματικό έργο : αλλά αυτή η επαφή είναι ακριβώς που δεν επιδιώκεται πλέον ουσιαστικά, διότι δεν θεωρείται καν απαραίτητη : τό μέγεθος τού όντως έργου, τό αν είναι σε ξύλο σε μουσαμά ή αν είναι τοιχογραφία, τό πάχος τού χρώματος, η κίνηση τού πινέλου, τό είδος τού βερνικιού, αποσπούν τό υπνωτισμένο μάτι από τήν αυτάρκεια μιας ζωής  που παραβλέπει γενικά τέτοιες λεπτομέρειες, καθώς η μόνη λεπτομέρεια που έχει ζωτική σημασία για τή ζωή τού αστού είναι τό ύψος τών σκαλοπατιών που τόν χωρίζουν από τήν εξουσία τήν οποία ελπίζει ότι μπορεί να διεκδικήσει

   αυτό τό ζώο πιστεύει όντως ότι είναι αθάνατο, κι ότι η ιστορία τό δικαιώνει συνεχώς : όταν εκφέρει λοιπόν τήν άποψη ότι «σού απαγορεύεται να πας εκεί, αλλά δεν πειράζει, εμένα μού επιτρέπεται, κι έτσι – όλα καλά – και στο κάτω–κάτω υπάρχουν και οι φωτογραφίες» λέει κάτι πολύ περισσότερο από τό «μή μέ βλέπεις που ζω σήμερα, είμαι τό αιώνιο καθίκι που ήμουν και πριν δέκα αιώνες» :

   λέει επιπλέον : ό,τι καλύτερο παρήγαγαν αυτοί οι αιώνες δεν μέ αφορά

   γι’ αυτό και δεν τόν ενοχλεί η αντισυνταγματικότητα τού άβατου, και γι’ αυτό μπορεί «να ’ναι» αριστερός αλλά παρ’ όλ’ αυτά να μην τά βάζει με τήν εκκλησία «όταν δεν χρειάζεται» ( : διότι χρειάζεται μόνο εκεί που όλο αυτό αφορά τήν τσέπη του, όπως όταν σκέφτεται τό «βατοπέδι», παραδείγματος χάριν)

   οι έλληνες άντρες φίλοι τού «άβατου» στη σημερινή ελλάδα, δεν είναι μόνο ηλίθιοι ούτε μόνο ρατσιστές, και δεν πατάνε μόνο στην ανυπαρξία ενός φεμινιστικού κινήματος που θα ’λεγε στους καλογέρους ότι αν θέλουν να είναι ασκητές να πάνε να ζήσουν στην έρημο τού σινά παραδείγματος χάρη, και ν’ αφήσουν τά έργα τέχνης στην ησυχία τους αφού δεν ξέρουν καν να τά εκτιμήσουν : πατάνε σε μια ευρύτερη αντίληψη πολύ χαρακτηριστική τής ελληνικής πραγματικότητας ότι τά έργα τέχνης δεν χρειάζονται καν εκτίμηση : και από κανέναν – πολύ περισσότερο από τίς γυναίκες –

.

    

.

   παρεμπιπτόντως επιπλέον, προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα όταν πριν κάποια χρόνια είδα σ’ ένα βιβλίο (που έβγαλε η «εστία» (νομίζω) κι ήταν γραμμένο από γυναίκα (νομίζω) – δεν μπορώ να τό ξαναβρώ τό βλέπω να ’χει θαφτεί, δεν ήταν και δημοφιλές ούτε κι εύκολο τό θέμα του) μια μελέτη που περιελάμβανε μεταξύ άλλων στοιχείων για τή βυζαντινή ζωγραφική κι έναν φετφά που έβγαλαν οι παπάδες και απαγόρεψαν τή ζωγραφική τού πανσέληνου, επιβάλλοντας διά νόμου στο εξής από κάποιον αιώνα και μετά, οι αγιογράφοι να ζωγραφίζουν με τήν «φλωρεντινή» τεχνοτροπία η οποία βασιζόταν στη φωτοσκίαση (τό ιταλιστί κιαροσκούρο) καταργώντας έτσι τή ζωγραφική τού χρώματος : με τή δικαιολογία κιόλας, αν θυμάμαι καλά τήν (κριτικοτεχνική) διατύπωση, ότι η φλωρεντινή ζωγραφική προάγει τήν μεταφυσικότητα τού έργου : όπερ και έδει απλώς δείξαι –

   πάντως τό χρώμα που όλους αυτούς, ελληνοέλληνες και ρατσιστές, θρήσκους και πολιτικάντηδες και καθηγητάδες και αριστεροδέξιους θα τούς θάψει, δεν θα ’ναι ούτε τό μαύρο τής κακιασμένης τους συνείδησης ούτε τό άσπρο τών ανύπαρκτων ματιών τους, αλλά τό κίτρινο τών ράβδων χρυσού για τό οποίο και μόνο νοιάζονται : γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν, δεν τό χωράει ο νους τους, πώς μπορεί κανείς, πέρα από τήν έγνοια για τήν αποκατάσταση τής νομιμότητας και τού «ελευθερία και ισότης», να νοιάζεται για τήν κατάργηση τού «άβατου» και επειδή θέλει να έχει πρόσβαση σε έργα τέχνης

   όσο για τούς καλογέρους, αυτοί να πάνε στην έρημο τής συρίας ή τής παταγονίας ή τού σινά ή τής σαχάρας ή τού λος άντζελες τέλος πάντων να ασκητέψουν, μ’ ένα μπογαλάκι ψωμί αν θέλουν να ’ναι πραγματικά ανενόχλητοι κι αν τούς ενοχλούν οι γυναίκες – και να πάψουν να παίρνουν τά λεφτά μας και τά λεφτά τής υπόλοιπης ευρωπαϊκής ένωσης μια που κατά τό μεγαλύτερο μέρος τους είναι λεφτά γυναικών, που δεν βλέπω να τά βρίσκουν και βρώμικα κι ακάθαρτα σ’ αυτήν ειδικά τήν περίπτωση – κι αν τούς αρέσει πολύ κάποιο έργο απ’ αυτά που ’χουν γύρω τους, όσα δεν καταστρέψανε, απ’ αυτά δηλαδή που κάποιοι τεχνίτες φτιάξαν σε πείσμα τους, και προς δόξαν τής τέχνης, να τό πάρουν στο μπογαλάκι τους και να τό βλέπουν από φωτογραφίες

   ασιχτίρ αβατοκαθίκια

.

.

.

.

.

.

[*] για τή συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα περί τού «άβατου» (1997 και 2003) βρίσκονται μερικά εδώ (πηγαίνετε στην υποδιαίρεση «τό άβατο και η ευρωπαϊκή ένωση») | βρήκα επίσης άλλες δύο συνεντεύξεις (εκτός από αυτήν που ήδη έβαλα, στο 10%) τής ευρωβουλεύτριας άννας καραμάνου που, μόνη στην ελλάδα, υποστήριξε τήν κατάργηση – οι οποίες δίνουν (λίγο) τό κλίμα (και τήν αναστάτωση) τής εποχής εδώ και εδώ | για τά βιβλία που ανάφερα : βάλτερ μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» (κάλβος, 1978) | τό βιβλίο που είχα βρει μικρή (ανδρ. ξυγκόπουλου – φ. ζαχαρίου / a. xyngopoulos – ph. zachariou)  «manuel panselinos» ) υπάρχει ακόμα (τώρα και διαδικτυακά) | και τό βιβλίο που είχα βρει για τόν max beckmann υπάρχει επίσης

για τήν παλιά συζήτηση περί «άβατου» στο περιοδικό «αντί» μπορείτε να βρείτε εδώ (μαζί με τό τελευταίο γράμμα τού, χρόνια πολλά πολύτιμου, χρήστου παπουτσάκη για τό κλείσιμο τού περιοδικού (λίγο πριν πεθάνει)) πληροφορίες για τά τεύχη τούς τόμους του, και πώς μπορούν να βρεθούν

για τόν πανσέληνο τά πιο αξιόπιστα που βρήκα στο νετ είναι εδώ (αγγλικά) | και στη wiki μόνο στα ρώσικα!

συζήτηση επίσης περί άβατου στο βλογ τού «ροΐδη» όπου ενδιαφέρον έχουν και τά, παντός χρώματος, σχόλια (2008)

για τό εξαιρετικό μουσείο τού βόλου (όπου βλέπετε και τίς ζωγραφιστές επιτάφιες στήλες τής δημητριάδος, τού 3ου προχριστιανικού αιώνα – από τά ελάχιστα τόσο καλά συντηρημένα δείγματα αρχαίας ζωγραφικής, η οποία δεν έγινε από «μεγάλους» τεχνίτες και συνεπώς αποτελεί και μαρτυρία για τούς «κοινούς αισθητικούς τόπους τής εποχής» : για αυτές ακριβώς τίς στήλες πρέπει να έχουμε και τή σκληρότητα να ευγνωμονούμε τή φτώχεια τών νεκρών και τών συγγενών τους – που δεν είχαν τά λεφτά για να παραγγείλουν μαρμάρινες ή πέτρινες επιτάφιες πλάκες – και οι οποίες διασώθηκαν λόγω τού κεριού με τό οποίο οι φτωχοί τεχνίτες τής εποχής τίς κάλυπταν για να τίς συντηρήσουν) πληροφορίες εδώ

και η έκπληξη : «Man or Metaphor : Manuel Panselinos and the Protaton frescoes» : μια μελέτη (στα αγγλικά) που (δεν τήν έχω διαβάσει και) τήν βρήκα απλώς ψάχνοντας : γραμμένη από τόν matthew j. milliner, να ’ναι καλά τό παιδί – (ο τίτλος θα μπορούσε να μεταφραστεί «Άνθρωπος ή Μεταφορά : ο Μανουήλ Πανσέληνος και οι τοιχογραφίες τού Πρωτάτου»)

.

.

  

.

.

πηγές φωτογραφιών : αρχαιοελληνικά αγγεία εδώ, εδώ, και εδώ | για τόν «τάφο τής κρίσεως» από τήν νάουσα εδώ

.

.

.

.

.

.

.

.

Μαρτίου 1, 2012

η λολίτα

.

.

.

.

   είχα πάρει τή «λολίτα» να τή διαβάσω μικρή, αφενός γιατί βρισκόταν στη βιβλιοθήκη και αφετέρου γιατί βρισκόταν στα κρυμμένα τής βιβλιοθήκης ( : τό κρύψιμο είχε σκοπό να προστατέψει εμένα από επικίνδυνα διαβάσματα – αλλού έχω πει και θα λέω μάλλον για καιρό λεπτομέρειες γι’ αυτήν τή φοβερή (επίφοβη θαυμάσια καταπληκτική αφελή) διαδικασία τής ανακάλυψης, μπορώ απλώς τώρα να δηλώσω, έτσι για τήν ιστορία, ότι στα κρυμμένα ανακάλυψα μια φορά κι έναν ντοστογιέφσκυ – ας προσθέσω επίσης, για να κλείσω, ότι εμένα πάντως δεν μέ ανακάλυψε ποτέ κανείς (εγώ κρυβόμουν καλύτερα δηλαδή απ’ όλους…) : η «λολίτα» λοιπόν ήταν σε μια φτηνή έκδοση, μ’ ένα κακόγουστο εξώφυλλο, υποτίθεται πολύ τολμηρό, και είχε και τό ειδικό γόητρο τού βιβλίου που είχε περάσει από δίκη για ν’ απαγορευτεί – συνεπώς ήταν ό,τι έπρεπε για να τό ανακαλύψω και να τό διαβάσω με μεγάλη απόλαυση – αλλά αυτό ειδικά απ’ τήν πρώτη κιόλας πρόταση μού φάνηκε εξαιρετικά πληκτικό – γραμμένο από έναν άντρα μουτρωμένο γκρινιάρη και κλαψιάρη (τό χειρότερο είδος αντρών δηλαδή) : συνεπώς τό άφησα με απογοήτεψη πίσω στα ράφια και δεν τό τέλειωσα

   τό ξαναπήρα και τό διάβασα μεγάλη, γιατί είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει ο μύθος του : και τότε τίποτα δεν ανέστειλε τήν αρχική αντιπάθεια, ενώ αντίθετα βρήκα τώρα και πλήθος πράγματα που τήν δικαιολογούσαν λογικά, και τήν εμπλούτιζαν : Και πια δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να θεωρείται ερωτικό αυτό τό βιβλίο – εκτός κι αν τό δούμε διά τής εις άτοπον απαγωγής – όπως τό ίδιο δεν θέλει δηλαδή : έπαιξε ρόλο βέβαια, τήν εποχή που τό διάβασα, και τό ότι μπορούσα πια να απομακρύνομαι και να βλέπω τήν προσωπική μου εμπειρία να κατασταλάζει και να αποκρυσταλλώνεται : εμπειρία  μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει – εμπειρία από άντρες που μικραίνουν : και που αποκαλύπτονται όλο και πιο φοβισμένοι, πίσω από τό προσωπείο τού μάγκα, τού στάλιν, τού χίτλερ, τού αριστερού τού δεξιού τού οικογενειάρχη, τού μισογύνη : που δεν έχει παρά έναν φόβο, μην αποκαλυφτεί πόσο η γυναίκα του αν μιλούσε θα έλεγε ότι τόν ξέρει διαφορετικόν από τό άγαλμα που έχει φτιάξει τού εαυτού του ο ίδιος. Οι άντρες αυτού τού είδους είναι για μένα απλώς χαζοί – και ο κόσμος ξεδιπλώνει επί σκηνής τό πραγματικό του τοπίο όταν γυρίσεις ανάποδα τό ηλίθιο είδωλο που έχουν κατασκευάσει αυτοί για τούς πλανήτες τή φύση και τόν έρωτα : και δεις και τόν εαυτό σου επομένως καθαρά στον καθρέφτη : ως λολίτα δεν σ’ αγαπάει δηλαδή ( : γιατί αυτό ήθελες πάνω απ’ όλα, να σ’ αγαπάνε) κανείς – νομίζουν απλώς ότι επειδή είσαι πολύ μικρή θα σού κρυφτούνε θα σέ κοροϊδέψουν και θα σέ μπερδέψουν – συνεπώς ως λολίτα μπορούν να σέ χρησιμοποιούν έστω για λίγο – γιατί έχουν τήν υποψία, που αποκαλύπτεται τελικά με τά χρόνια σωστή – ότι μεγαλώνοντας, η δύναμή τους να σού λένε πειστικά ψέματα θα εξασθενίσει έως εξαφάνισης : αυτό μισούνε και πάνω σου από τήν αρχή, τό ότι μια μέρα μπορεί να τούς δεις επομένως καθαρά – και τότε δεν θα μασήσεις τίς αρλούμπες τίς φιλοσοφίες τίς τέχνες και τίς φοβίες τους : εξαυτού και τό μίσος τους απευθύνεται εξαρχής στη γυναίκα όταν είναι μεγάλος άνθρωπος, ώριμος και ολοκληρωμένος δηλαδή – και τότε παίρνει τή μορφή τού συμβολικού έστω φόνου ενώ όταν απευθύνεται στα κοριτσάκια παίρνει απλώς τή μορφή τού εξωραϊσμένου βιασμού

   αυτή είναι και η πρώτη αντίφαση που θα συναντήσεις στον έρωτα, αν είσαι από τά κοριτσάκια που τούς αρέσουν οι ώριμοι άντρες : νομίζεις ότι κι αυτοί εκτιμούν τό πόσο ώριμη ήδη είσαι, ενώ αυτοί ρίχνουν όλες τους τίς ελπίδες στο πόσο ανίδεη είσαι ακόμα. [Πιθανώς τά αγοράκια που τούς αρέσουν οι ώριμες γυναίκες να συναντάν κάποιες αντιστοιχίες σ’ αυτό (θα τό σκεφτώ άλλη φορά – δεν είναι τής παρούσης : διαφορές από φύλο σε φύλο  δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες όταν ο άνθρωπος κατακτά μια εξουσία απέναντι στους άλλους, και μάλιστα απλώς λόγω χρόνου : ίσως τά αγοράκια όμως να μην κακοπέφτουν και τόσο πολύ, επειδή οι γυναίκες που τολμούν να διαδηλώσουν μια τέτοια προτίμηση δεν είναι και πολύ συνηθισμένες – και συνεπώς μπορεί να είναι λίγο καλύτερες από τίς υπόλοιπες : η προσωπική μου εμπειρία μού λέει ότι κι αυτές πάντως έχουν μια τάση να ασκούν εξουσία – αλλά μάλλον τούς λείπει εντελώς τό μίσος : έχουν απλώς ένα απωθημένο, να αναγνωριστεί η ωριμότητά τους επιτέλους – και επιπλέον σίγουρα περνάν καλύτερα στο κρεβάτι απ’ ό,τι μ’ έναν γκρινιάρη μεγάλον (και σίγουρα υπάρχει μια χαρωπή αίσθηση αμαρτίας κι απ’ τίς δυο μεριές τότε (γιατί τό αγόρι έχει και τή μάνα του που τό κυνηγάει)) αλλά σίγουρα σηκώνει περισσότερη συζήτηση τό θέμα)]

   στο έργο τού ναμπόκοφ ξεδιπλώνεται λοιπόν κατά τή γνώμη μου γλαφυρή η γλώσσα τού ανέραστου που ελπίζει ότι μπορεί να νιώσει επιτέλους ερωτικός, μ’ έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ερωτική ζωή – και συνεπώς ελπίζει ότι δεν θα έχει καθόλου απαιτήσεις : η λολίτα είναι δηλαδή μια πρώτη πρώιμη έκδοση τής πλαστικής κούκλας με τήν οποία ένας άντρας ακοινώνητος θα έχει μια ψευδαίσθηση ερωτικής συνεύρεσης χωρίς προβλήματα. Δεν πρέπει φυσικά εδώ καθόλου να παραβλέψουμε τή μανία τού ναμπόκοφ να σκοτώνει πεταλούδες : να τίς πιάνει στο δίχτυ και να τίς καρφιτσώνει – δήθεν για να τίς μελετήσει (να μην ξεχάσουμε επίσης ότι «πεταλούδα» λένε σε πολλές γλώσσες οι άντρες τίς νεαρές γυναίκες που ζουν μια ανέμελη και άτακτη (και αμαρτωλή) ερωτική ζωή – είναι δηλαδή «ελεύθερες» σ’ έναν κόσμο αντρών που τίς θέλει σ’ αυτόν ειδικά τόν τομέα, απολύτως υποδουλωμένες)

   δεν ξέρω αν τό έχει ομολογήσει πουθενά ο ίδιος, αλλά πιστεύω ότι απ’ τήν ίδια του τή ζωή βγαίνει μάλλον αβίαστα τό συμπέρασμα ότι τό πάθος του να σκοτώνει πεταλούδες ήταν πολύ μεγαλύτερο, και διαρκέστερο, από τό πάθος του και για γαμήσι και για γράψιμο. Πάντως, τόσο τό ανυπεράσπιστο (όμορφο) έντομο στην απόχη του, όσο και η ανυπεράσπιστη μικρής ηλικίας γυναίκα (στη φαντασία του, τή ζωή του ή τό γραφτό του) είναι και τά δύο εύκολα κλεισμένα έως θανάτου στις χούφτες του : και όπως δεν έγινε εντομολόγος σπουδαίος, και δεν ήτανε (φαντάζομαι, βασίμως μάλλον) και εραστής, έτσι δεν υπήρξε και συγγραφέας καν σημαντικός : μέτριος μες στους κακούς, θα απολαμβάνει λοιπόν τή δόξα τού «ερωτικού βιαστή» ή τού «συγγραφέα», όσο οι γυναίκες θα παραμένουν καθηλωμένες στη διανοητική κατάσταση που τίς θέλει ο μύθος, όσο θα αρνούνται να δούνε ότι πρέπει να μένουνε δηλαδή «αιωνίως παιδιά» μόνο εφόσον έτσι δεν θα διαθέτουν κρίση ωριμότητα και ομιλία :

   τό βιβλίο τής δικιάς τους ζωής θα πρέπει πάντα να τό γράφει ένας άλλος

.

        

.

   έτσι ρώσοι άραβες και μη, θρήσκοι άθεοι και μη, γίνονται ευχαρίστως δολοφόνοι (συμβολικά και μη) τών γυναικών αν αυτές μιλάνε και δηλαδή κρίνουν : αλλά επειδή ο καιρός τής πυράς ενγένει έχει περάσει, αρκούνται στο να διαβάζουν τή λολίτα (εκείνοι που δεν έχουν ακόμα νόμιμο και θεσμοθετημένο τόν λιθοβολισμό και δεν σκοτώνουν για πολύ μικρότερα αμαρτήματα) – νοσταλγώντας τίς (φανταστικές) λολίτες τής δικιάς τους ζωής

   για ν’ αφήσω όμως τούς λιθοβολισμούς και τίς αγχόνες που ακόμα στήνονται στην ανατολή, να πω απλώς για τήν ευρωπαϊκή πυρά και τό ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών ότι όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τήν ιστορία ξέρουν πως τό πρότυπο τής μισητής (και «επικίνδυνης») γυναίκας, τό πρότυπο δηλαδή τής μάγισσας δεν είναι καθόλου ένα όμορφο μικρό κοριτσάκι αλλά αντίθετα η μεγάλη και έμπειρη («άσχημη και γριά») γυναίκα : και κάτι που αποκαλύπτει τόν πυρήνα τού αντρικού (χριστιανικού, και πάντως μονοθεϊστικού) φόβου για τόν έρωτα και ενγένει τή φύση, είναι ότι αυτή ακριβώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως και επικίνδυνα και εφευρετικά (σατανικά στην κυριολεξία) ερωτική ( : όλες οι «ομολογίες» που έπρεπε να εκμαιευτούν απ’ αυτές – στον τροχό – και τά άλλα όργανα βασανιστηρίων – περιστρέφονταν γύρω από ερωτικά μόνο όργια)

   ο μύθος τής μάγισσας λοιπόν εμπεριέχει μια βασικότατη αντίφαση τής αντρικής (ενγένει ας πούμε μονοθεϊστικής) ιδεολογίας για τόν έρωτα : γιατί αυτή η ιδεολογία, στο «συνειδητό» της μέρος εικονογραφεί τή γυναίκα που μεγαλώνει ως «παροπλισμένη» ερωτικά, και στο «ασυνείδητο» και χωρίς αναστολές φαντασιακό της τήν αναγνωρίζει ως τόσο ενεργή και αποτελεσματική που να καταντάει απολύτως επικίνδυνη

   αντιστρέφοντας επομένως (στην απελευθέρωση τής φαντασίας του) τίς (παρήγορες) κατασκευές τής λογικής του, ο άντρας τούτος δω καθόλου δεν βλέπει ας πούμε σ’ εκείνη τήν «άσχημη γριά με τή σκούπα» μια ασήμαντη (κι ανύπαρκτη έως πεθαμένη) οντότητα, αλλά αντίθετα τόν πιο σημαντικό κίνδυνο τής ζωής του : τήν παντοδύναμη που θα τόν ξεσκεπάσει στην ανεπάρκειά του (από ερωτική άποψη) και στη βλακεία του (από διανοητική) : [Τηρουμένων τών αναλογιών ο φόβος αυτός μεταστρέφεται με όμοιο τρόπο σε ιδεολογία ανωτερότητας (αυτό που λέμε δηλαδή ρατσισμό) και από τή μεριά τών λευκών αντρών προς τούς μαύρους άντρες, λόγω τού διαδεδομένου μύθου και τρόμου τους ότι οι μαύροι τούς ξεπερνούν σε ερωτική δυναμική διότι έχουν μεγαλύτερα πέη. (Οι αντρικοί μύθοι ταξιδεύουν στο διάστημα τόν χρόνο και τήν ιστορία τόσο παγιδευμένοι στους φόβους που τούς γέννησαν, ώστε να αγνοούν σταθερά τή φύση και τίς ανάγκες, τόσο τών γυναικών όσο και τού έρωτα : Σίγουρα αν ρωτήσουμε τίς μαύρες γυναίκες που καταδυναστεύονται από τούς ρατσισμούς τών μαύρων αντρών τους δεν θα τίς βρούμε να απολαμβάνουν καμιά επιπλέον ευτυχία επειδή έχει αυτό ή εκείνο τό μέγεθος τό πέος τού μαλάκα που τίς καταδιώκει, τίς τιμωρεί, και τίς μισεί)]. Μ’ αυτόν τόν τρόπο λοιπόν ακριβώς η «μάγισσα» γίνεται τόσο επικίνδυνη ώστε να πρέπει να «καεί», και δυστυχώς όχι μόνο συμβολικά – κάτι εκατομμύρια γυναίκες (κατά τούς μπόσικους υπολογισμούς, εκατοντάδες χιλιάδες κατά τούς μίζερους, αλλά έχει εντέλει σημασία;) στον πλανήτη τούς (χριστιανικούς) αιώνες γνώρισαν πολύ καλά τή φρίκη που ’χει τό αντίθετο αυτού τού «συμβολικού» –

   αφού έχουμε φύγει όμως, οι ευτυχέστερες, από αυτήν τήν φρίκη, αρκούμαστε στους μετριοπαθείς άντρες, τούς νοικοκύρηδες, τούς επαναστάτες τούς καλλιτέχνες, και τελικά τόν ναμπόκοφ : προσέξτε πώς περιγράφει (όπως τό θυμάμαι τώρα) τή μεγάλη γυναίκα που έχει γεννήσει ένα κοριτσάκι και τό μεγαλώνει μόνη : ηλίθια φάλαινα : τή βλέπει ερωτευμένη (με τόν εαυτό του κιόλας, όχι τίποτ’ άλλο) και χωρίς αναστολές τήν μισεί : Αλλά και τό κοριτσάκι «ηλίθια φάλαινα» θα καταντήσει όταν θα τού φέρει αντιρρήσεις, όταν μεγαλώσει δηλαδή κι αυτό και γίνει γυναίκα που (προσπαθεί να) μάθει τί θέλει και (προσπαθεί να) μην είναι πλέον θύμα : Ήδη, πέρα από τίς σαχλαμπούχλες περί τού πόσο ωραία βρίσκει τά μικρά της ποδαράκια, από πολύ νωρίς αφήνει ο ίδιος (τόσο καλός συγγραφέας είναι) να διακρίνεται σαφώς ο τραμπούκος που θα τήν κοροϊδέψει κι αυτήν, με όποιους τρόπους βρει πρόσφορους, όταν ενηλικιωθεί – ενώ δεν θα έχει χάσει φυσικά τίποτα από τήν ομορφιά της (στα δεκαοχτώ ή τά είκοσι : αν ήταν δηλαδή η ομορφιά ακριβώς που τόν ενδιέφερε)

.

  

.

   αλλά έχει κι ένα στοιχείο που μπορεί να παγιδέψει τίς γυναίκες η «λολίτα» – και εξαυτού τού στοιχείου πιστεύουν μερικές φορές οι γυναίκες ότι τό βιβλίο τίς αφορά – και ότι είναι σχεδόν «δικό τους» (και σ’ αυτό δεν έχουνε και τόσο άδικο) : στο ότι τό κοριτσάκι είναι δηλαδή εκ φύσεως ερωτικό (έτσι «προκαλεί» με βλέμματα τόν γερασμένο νοικάρη τής μαμάς) – αλλά πρέπει να πούμε ότι δεν ανακάλυψε ο ναμπόκοφ πρώτος τόν φρόϋντ – οι γυναίκες τόν ξέρανε δηλαδή πολύ πριν καν γεννηθεί :

   ναι, τό κοριτσάκι, όπως όλα τά παιδιά, είναι εκ φύσεως ερωτικό, και η διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις όπως τής λολίτας δεν έχει καταστείλει τόν ερωτισμό του, δεν έχει δηλαδή καλοδεχτεί πάνω της κανένα «υπερεγώ», δεν έχει υποταχτεί, ούτε φοβηθεί, ούτε συμβιβαστεί (ακόμα) ( : δεν πρόκειται για τήν πλειοψηφία τών γυναικών : να είμαστε εξηγημένοι : αν οι γυναίκες ήταν όλες έτσι, ο κόσμος θα ήταν ήδη αλλιώς). Μού έκανε εντύπωση πάντως σ’ αυτό τό ζήτημα πόσο ο ναμπόκοφ χωρίς να τό θέλει τήν περιγράφει αρκετά σωστά : και επειδή είναι μέτριος συγγραφέας πιστεύω ότι μάλλον είχε τό κατάλληλο πρότυπο απ’ τή μια, όπως και τήν παρατηρητικότητα τού μαζοχιστή από τήν άλλη : όταν παραδείγματος χάριν τήν έχει απαγάγει και τήν τρέχει από δω κι από κει στα μοτέλ τής αμερικανικής επαρχίας για να βρει τρόπο να τήν πηδήξει με τήν ησυχία του, οι εφιάλτες της, και τό ότι δεν αφήνει τόν εαυτό της τίς νύχτες να κοιμηθεί, είναι εξαιρετικό «εύρημα» (έτσι θα τό’λεγαν εκείνοι οι «κριτικοί» που θάβουνε στη σιωπή κάθε γυναίκα αν με τή σειρά της θα θεωρούσε κι αυτή εφιάλτη τό να μιλήσει τή δικιά τους πεθαμένη γλώσσα) :

   διότι ακριβώς εδώ δεν πρόκειται για «εύρημα» ούτε για κατασκευή : απλώς οι άντρες συγγραφείς ανά τούς αιώνες «κλέβουν» τή ζωή τών γυναικών για να αποκτήσουν τήν ελάχιστη «οικουμενικότητα» που θεωρούν απαραίτητη – και όσο λιγότερο «παραποιούνε» τόσο «καλύτερα» γράφουνε. [Μεγάλο πρότυπο σ’ αυτήν τήν περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η ευριπίδης, αν η παθιασμένη του μανία για δικαιοσύνη δεν τόν καθιστούσε εξοργιστικά μεγάλον, σχεδόν πέραν κάθε συγκρίσεως – και ακολουθούν ελάχιστοι, όπως ο σταντάλ ή ο φώκνερ… (για τόν ευριπίδη τό λέγαν ήδη οι σύγχρονοί του (αυτοί που τόν ονομάσανε και μισογύνη…) ότι αναμάσησε σχεδόν (αδι)άκριτα τίς απόψεις μιας γυναίκας με μόρφωση – τήν οποία σήμερα οι ίδιοι θα ονομάζανε χωρίς αναστολές μεγαλοπουτάνα – ο σταντάλ όμως (με όλο του τό έργο, και ιδιαίτερα, θα έλεγα, στον «λυσιέν λεβέν» και στο «περί έρωτος») και ο φώκνερ (με όλο μεν, αλλά ειδικότατα, θα ’λεγα επίσης, στη «βουή και τό πάθος», ή τό «ιερό», ή τό «ρέκβιεμ») πιστεύω ότι ανήκουν σ’ εκείνους – τούς ελάχιστους – που παρατήρησαν με προσοχή τίς ζωές και τά λόγια (και τά (άδοξα) πάθη) τών γυναικών γύρω τους όχι για να τίς κλέψουν (ή να τίς βιάσουν ως μωρά) – δηλαδή όχι επειδή τίς μισούσαν αλλά επειδή ακριβώς ως άντρες τίς αγάπησαν

   η αγάπη όμως για τίς γυναίκες σ’ αυτόν τόν κόσμο πληρώνεται ακριβά, και ναι μεν ο «μισογύνης» έχει πια μαζί του τούς αιώνες (ούτε κι αυτό είναι όμως τέλειο φάρμακο – ο νίτσε π.χ. δεν τόν κατάλαβε, ή δεν τόν γούσταρε, καθόλου) αλλά οι άλλοι δύο ούτε κατά διάνοιαν δεν χαίρουν (στο πλατύ κοινό) τής εκτίμησης που χαίρει ο μαλάκας ρώσος…]

.

       

.

   με τόν τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα λοιπόν, και με τόν τρόπο που, για να βρεις τήν αλήθεια της πρέπει συνήθως να τήν αντιστρέψεις, να τήν γυρίσεις ανάποδα, και να διαβάσεις τά μέσα έξω – εννοείται ότι οι ώριμες γυναίκες εκτός από πουτάνες και μάγισσες και μέγαιρες πρέπει να είναι και ηλίθιες : αυτό είναι τό τίμημα τού να μην καταδέχονται να ευνουχίσουν (εκτός από τό σώμα τους) και τό μυαλό τους (για να παραμείνουν ες αεί γερασμένες λολίτες) : (τό ότι εξαυτού καταλήγουν ενίοτε και μήδειες, είναι κάτι που πρέπει να αναλυθεί και διά μακρών μια άλλη φορά). Έχω τή διάθεση πάντως να προσθέσω, καθαρά φιλολογικά, ότι ο παιδικός ερωτισμός δεν έχει γίνει αντικείμενο ευρύτερα καλλιτεχνικά παρά μόνο στη βουή και τό πάθος τού φώκνερ – όπου έχουμε μια άψογη επεξεργασία αυτής τής οπτικής στις σύγχρονες και αυτοχειριαστικές λεπτομέρειές της : τόσο τό μοναδικό κοριτσάκι τής οικογένειας όσο και τό μικρότερο αγοράκι (που, ενδεικτικά εδώ, είναι επισήμως «ηλίθιο») θα πληρώσουν ακριβά και διά βίου – η μεν δραπετεύοντας από τήν οικογένεια (και περνώντας εφεξής όλα τά συναφή συνεπακόλουθα τής ανταρσίας) ο δε ευνουχιζόμενος (κυριολεκτικά) από τήν ίδια τήν οικογένεια (παραδειγματικά μάλιστα : από τόν ίδιο τόν αρχηγό/πατριάρχη τής φάρας). Τό ότι ο ερωτισμός τού μπέντζυ τόν ωθεί να γίνει πάντως από παιδί ένα είδος βιαστής και αυτός, είναι χαρακτηριστικό τής καλλιτεχνικότητας όσο και τής απίστευτης μεγαλοσύνης τού φώκνερ, που μπορεί ακόμα και στο θύμα, όταν είναι αγόρι, να βλέπει έναν δυνάμει θύτη : Από τήν άλλη μεριά ο μεγαλύτερος αδελφός, με τόν έρωτα προς τήν ατίθαση αδελφή του καλύπτει αφηγηματικά, και όχι μόνο με τήν λεπτό προς λεπτό ανατομία τής αυτοχειρίας του, τόσο τήν ίδια τή «βουή», όσο και τό δίδυμο έργο της, τόν «αβεσαλώμ» ( : κι ας μην τό ’χω δει να επισημαίνεται πουθενά ότι αυτά τά δύο αποτελούνε δίπτυχο (μα κανείς, ούτε δω ούτε κει, δεν διαβάζει πια φώκνερ;)) ( : για τήν ακρίβεια, ολόκληρο τό «αβεσαλώμ, αβεσαλώμ» αποτελεί έναν μονόλογο έρωτα–μίσους  προς σύμπαν τό φωκνερικό σύμπαν (« – Γιατί μισείς τόν Νότο; – Δεν τόν μισώ, δεν τόν μισώ», όπως και τό έργο τελειώνει) απ’ τή μεριά τού κουέντιν με τό πρόσχημα τής αφήγησης «νότιων» ιστοριών προς τόν φίλο και συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, μια μέρα ακριβώς πριν αυτοκτονήσει) : αυτός ο αιμομεικτικός έρωτας βαραίνει όμως με τέτοιον τρόπο στην ενγένει ηθική αδιαλλαξία ( : ανατρεπτικότητα) τού φωκνερικού έργου, ώστε αυτό δικαίως σχεδόν να μην μπορεί να γίνει έως σήμερα απόλυτα και νηφάλια κατανοητό – δηλαδή «αποδεκτό». Εν πάση περιπτώσει ο φώκνερ είναι ο μόνος μεγάλος που επεξεργάστηκε τόν ερωτισμό παιδιών προς παιδιά (τό πιο αντιπαθητικό ταμπού για όλους τούς «μεγάλους») (σταθερά και εκ παραλλήλου με τίς φυλετικές διακρίσεις) σε όλο του τό έργο με τή σιγουριά τής απροσδόκητης σκέψης του και με τήν απίστευτη καλλιτεχνικότητα τής ασυμβίβαστα εσωτερικής του γλώσσας – : που είναι πολύ σημαντικότερη από τού τζόϋς κατά τή γνώμη μου, γιατί στον ιρλανδό καταντάει σχεδόν ακατάληπτη, ενώ στον αμερικάνο έχουμε απλώς μια «άλλη» γλώσσα : πρέπει να θελήσεις  δηλαδή όχι απλώς να τήν καταλάβεις αλλά στην κυριολεξία να τήν «αναγνωρίσεις» (στα ελληνικά διαθέτουμε ευτυχώς τή «βουή» στην καλή μετάφραση τού νίκου μπακόλα)

   (δεν αντέχω να μην κάνω μια νύξη εδώ για τήν περίπτωση τού δάντη, όπου τό θέμα αποτελεί με τόν κρυπτικό τρόπο τού τοσκανού τήν εκ τών ών ουκ άνευ αρχή του : αλλά ασφαλώς η γενναία εισβολή τού θέματος από τόν (ωραίο μας) μεσαίωνα – με τόν έρωτα τής εννιάχρονης βεατρίκης και τού κατάπληκτου συνομήλικού της – μάς επαναφέρει με τούς πιο στενά καλλιτεχνικούς όρους σε μία τάξη η οποία και πριν και μετά θα διαταράσσεται συνεχώς : εξαυτού λες, η θυμωμένα παθιασμένη ιδιοσυγκρασία τού ιταλού θα συλλάβει τή μορφή τού έρωτα στον, κατά κυριολεξία ενιαίο αν και απαγορευμένο της χρόνο : Τό κοριτσάκι θα είναι ως παιδί έρωτας, και έρωτας πάλι ως γυναίκα – και ο έρωτας θα κρατήσει μια ολόκληρη (Νέα) Ζωή, τόσο μεγάλη όσο και μια Κωμωδία

   ο παιδικός έρωτας στον δάντη δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς, αποτελεί απλώς τήν παρανυχίδα μιας πραγματικότητας μεγάλης όσο και τό χέρι που γράφει – η γυναίκα είναι μια μορφή τόσο ενιαία ώστε να μπορεί μεγάλη και ώριμη (έως νεκρή) να αποτελεί τόν οδηγό που θα τόν πάρει στην τελευταία ζωή τής ευτυχίας, συμβολικά (και, απ’ αυτήν τήν άποψη, πραγματικά και κυριολεκτικά) αναστημένη)

   (είναι γι’ αυτό – ας προσθέσω πάλι φιλολογικά – ενδεικτική η δευτερεύουσα σημασία που δόθηκε για αιώνες στην (πεζή) Νέα Ζωή σε αντιδιαστολή με τήν δόξα τής έμμετρης Κωμωδίας : κι αυτό έγινε πιστεύω επειδή η Vita Nuova όχι μόνο τόλμησε να είναι ένα αδίστακτα πρωτοποριακό κείμενο, αλλά και επειδή ακριβώς αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τίς «θεολογικές» μάσκες τής (θείας) Κωμωδίας και αναγνώρισε απλώς τόν παιδικό έρωτα ως αρχή τού παντός καθιστώντας τίς συνέπειες τής ανάμνησής του αιώνιες και άχρονες ( : εδώ και λίγα χρόνια έχουμε τήν τύχη να διαθέτουμε κι εμείς τή Νέα Ζωή μεταφρασμένη και δη εξαίρετα από τόν πολύ δικό μας (λόγω κοινών μ’ άλλα λόγια γλωσσικών απόψεων) νίκο κούρκουλο))

   ο παιδικός λοιπόν έρωτας είναι τόσο μισητό ταμπού στον πολιτισμό μας, ακριβώς γιατί αποτελεί πραγματική πυριτιδαποθήκη επί τών ηθών του : γι’ αυτό κυρίως οι «μεγάλοι» παρεμβαίνουν άτσαλα ή βίαια, με τόν δικό τους ενήλικο «ερωτισμό» εδώ, προσπαθώντας έτσι να εξαφανίσουν τήν αυτονομία τής παιδικής αυτάρκειας : μεταγενέστερα όλες οι ιδεολογίες τού φόβου (για τίς «παιδοφιλίες» τών μεγάλων ας πούμε) καθώς και η υστερική κατασκευή τής «παιδικής αγνότητας» (για τόν αν–ερωτισμό τών παιδιών) δεν αποτελούν παρά προσπάθειες να αναστραφεί τό είδωλο αυτής τής πραγματικότητας και να συσκοτιστεί η επανάσταση που καραδοκεί και πάλλεται στα βάθη τής ασυνείδητης επιθυμίας (όλων – όταν όλοι είναι αυτό που δεν θέλουν πια να θυμούνται – δηλαδή παιδιά) : η συσκότιση πετυχαίνει τότε ακριβώς επειδή πάνω της σείεται τό (έμπρακτο πλέον) φόβητρο τού βιασμού : Αλλά αυτή ακριβώς είναι και η νόθα, η κατασκευασμένη κατάληξη και μορφή που παίρνει τό πράγμα, όταν μπλεχτούν σ’ αυτό ακριβώς οι «μεγάλοι» :

   διότι εκεί ακριβώς που τό πράγμα συσκοτίζεται, είναι και εκεί που θα έπρεπε να είναι εντελώς καθαρό : από πότε δηλαδή θεωρείται λογικό και αυτονόητο ότι επειδή υπάρχει ερωτισμός, νομιμοποιείται (και δικαιώνεται) ο βιασμός; Σ’ έναν πολιτισμό που θα σεβόταν απλώς τή φύση – δηλαδή σ’ έναν πολιτισμό πραγματικά πολιτισμένο και άγριο – τά παιδιά θα μέναν ανενόχλητα – θα αφηνόντουσαν δηλαδή μόνα τους να λύσουν τό θέμα αυτό μεταξύ τους : οι μεγάλοι δεν έχουν καμία θέση εδώ. (Και όσοι θυμόμαστε τέτοια από τήν παιδική μας ηλικία, ξέρουμε ότι βία τότε δεν νοούνταν καν.)

   αλλά μια τέτοια προοπτική προκαλεί τόσο έξαλλη ζήλεια στον ενήλικα (που θεωρεί τό τέλος τής πορείας του ως τή μοναδική της πλέον φάση) επειδή θέλει να ξεχνάει, ακόμα κι αν έχει ζήσει κάποτε ο ίδιος κάτι ανάλογο στα βάθη τού ασυνείδητου παρελθόντος του, ότι τά θέματα αυτά μεταξύ τών παιδιών λύνονται απολύτως διαφορετικά – κι ότι μόνο όταν τά παιδιά έχουν αρχίσει να μιμούνται πια τούς μεγάλους υπεισέρχεται οποιαδήποτε μορφή βίας.

   απ’ αυτήν τήν άποψη ο φρόϋντ – ο πρώτος και μόνος εκτός τέχνης που διαπίστωσε τό πρόβλημα – δεν άντεξε, ως ενήλικας ούτε κι αυτός για πολύ να τό διαπιστώνει : φυσικά, επειδή ο παιδικός ερωτισμός αποτελεί τόν βασικό πυλώνα τής ψυχανάλυσης, δεν τόν απαρνήθηκε τυπικά ποτέ – γερνώντας όμως ο ίδιος τόν φόρτωσε με όσες περισσότερες περιπλοκές μπορούσε ώστε τελικά να τόν μετατρέψει σε κάτι σαν αρρώστια

   ο ίδιος μπορεί ως μοναχικός να συγχωρείται – οι υπόλοιποι, και μεταγενέστεροι ως κοπάδι, όχι

   με τήν συμβατική δηλαδή μορφή που έχει πάρει η ψυχανάλυση εξαιτίας τής ατολμίας τών επιγόνων – και ιδιαίτερα, θα έλεγα (σ’ αυτές έπεφτε κατά τή γνώμη μου τό βάρος) τών γυναικών – τό παιδί – τό κορίτσι – θα νιώθει απειλητικά πάντα μόνο και αβοήθητο : ο έρωτάς της θα πρέπει να ’χει μονίμως ως αντικείμενο κάποιον «μεγάλον» δηλαδή – είτε συγγενή είτε όχι – και θα καταγράφεται έτσι στην ιστορία, επιστημονικότατα, ως προϊόν τών «ελλείψεών» της, τών ελαττωμάτων και τών μειονεκτημάτων της, και ποτέ ως αποτέλεσμα τής δημιουργικότητας, τής αυτάρκειας, και τής ανατρεπτικότητας τής δικιάς της επιθυμίας. Με όρους χώρου και χρόνου, «τοπικούς» και «οικονομίας», ο έρωτάς της θα βρίσκεται δηλαδή πάντοτε κάτω από τήν μπότα τής ιδιοκτησίας ενός άλλου –

   αυτό εκφράζοντας η «λολίτα» αποτυχαίνει ακριβώς να είναι ερωτικό βιβλίο, και καλά τό ’πιασα εγώ ασυνείδητα όταν ήμουν παιδί : τό φαντασιακό που καταλαμβάνει μοχθηρά ολόκληρη τήν έκταση τής αφήγησης τού βιβλίου, είναι αυτό τού ηττημένου ενήλικα που καννιβαλίζει επί τού ζωντανού ακόμα, και παραπαίοντος ήδη, «σώματος τού έρωτα» ενός παιδιού : η «ανάγκη» τού ενήλικα να κάνει κτήμα του διά τής βίας έναν ερωτισμό που δεν απευθύνεται σε αυτόν, και έτσι να τόν εξαφανίσει, καταλήγει και στην περίπτωση τού βιβλίου (όπως και τής ενγένει ζωής) σε έναν βιασμό – τόν οποίο τό κοριτσάκι φυσικά και φοβάται και συχαίνεται : ο αφηγητής απολαμβάνει αυτάρεσκα τήν εξουσία του επιπλέον στο τέλος να μπορεί να τήν περιγράψει πια κι αυτήν ως μεγάλη – πώς έχει ευνουχιστεί πια επίσης : πώς δεν ξεπέρασε δηλαδή τήν αηδία που αυτός τής προξένησε : ώστε κάθε είδους έρωτας μέσα της να έχει πάει εν ολίγοις περίπατο : έτσι διαιωνίζεται θριαμβευτικά η γυναίκα ως ηλίθια φάλαινα, που, στην περίπτωση τής λολίτας, θα φοράει και γυαλιά – χαρακτηριστικό που οι άντρες – διοπτροφόροι και μη – απεχθάνονται στις γυναίκες και τό συγκαταλέγουν στην αισθητική τους τού αντιαισθητικού επειδή ακριβώς τούς υπενθυμίζει ότι τό άλλο φύλο διαθέτει επίσης εντέλει τήν ικανότητα (σίγουρα) να διαβάζει και (πιθανώς) να γράφει

   γιατί ο ασυνείδητος φόβος τους ανά τούς αιώνες ήταν ότι κάποτε θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο λεπτομερειακής περιγραφής και οι ίδιοι

.

          

.

   όπως όμως οι αιώνες επελαύνουν ραγδαίοι, ένα μικρό, ανατρεπτικό και (με τόν τρόπο του) ανήλεο, δείγμα ανάλογης περιγραφής υπάρχει ήδη, και τό ’χω μια φορά κιόλας αναφέρει – βρίσκω όμως ότι ταιριάζει και αξίζει τόν κόπο να παρατεθεί ξανά και εδώ – και μ’ αυτό να κλείσω

   πρόκειται για μια αντίστοιχη, δηλαδή εντελώς αντίθετη, μαρτυρία, γυναίκας αυτή τή φορά – πολύ καλής συγγραφέας (και θαρραλέας, τόσο στη διανοητική όσο και στην προσωπική της ζωή) : η μαργαρίτα γιουρσενάρ λοιπόν, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις τής παιδικής της ηλικίας, παραθέτει όπως λέει κι η ίδια ένα απόσπασμα που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί και γι’ αυτό θα μπορούσε άνετα να τό αποσιωπήσει – καθώς αφορά ένα επεισόδιο από τήν ερωτική της ζωή ως κοριτσάκι : και ύστερα εξηγεί η ίδια επαρκώς τούς λόγους για τούς οποίους τό θεωρεί μάλλον χρήσιμο

   αλλά είναι και ωραίο

   μ’ αυτό τό «άλλο άκρο τού φάσματος» που συμβαίνει λοιπόν σε μια παιδική κρεβατοκάμαρα ας τελειώσει και τό σημερινό δικό μου σεντόνι, τό πρώτο τού χρόνου – αλλά όπως είπα στην προηγούμενη μικρή ανάρτηση ήμουν μακριά από τά δίχτυα και κοντά στα χαρτιά

.

   «…έκλεισε αθόρυβα τήν πόρτα πίσω του, μέ πλησίασε, μού χάϊδεψε τά μαλλιά, τράβηξε τό ακόμα παιδιάστικο νυχτικό μου που είχε και γιακά και μανίκια και κουμπιά και τό ’κανε να γλιστρήσει και να πέσει στο πάτωμα. Τέλος μέ παρέσυρε μπροστά στον καθρέφτη και μέ χάϊδεψε με τά χείλη και με τά χέρια βεβαιώνοντάς με ότι είμαι ωραία. Διακριτικά, πήρε τό χέρι μου και έβαλε τά δάχτυλά μου να μαντέψουν κάτω από τό χοντρό μπουρνούζι τήν τοπογραφία τού αντρικού σώματος. Πέρασε ένα λεπτό. Σηκώθηκε (είχε γονατίσει) και βγήκε με τίς ίδιες γελοίες προφυλάξεις. Μάντευα αορίστως ότι κάτι τού είχε συμβεί. Αλλά ούτε πανικοβλήθηκα ούτε πειράχτηκα, και ασφαλώς δεν τραυματίστηκα και δεν πληγώθηκα. Εάν καταχωρώ εδώ αυτό τό επεισόδιο που θα μπορούσα τόσο εύκολα ν’ αποσιωπήσω, τό κάνω για να καταγγείλω κατηγορηματικά ως πλαστή τήν υστερία που προκαλεί στις μέρες μας κάθε επαφή, όσο επιπόλαιη και αν είναι, ανάμεσα σ’ έναν ενήλικο και ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα μπει ή μόλις έχει μπει στην εφηβεία. Ασφαλώς η βία, ο σαδισμός (ακόμα και χωρίς φανερή σχέση με τή σεξουαλικότητα), και η πεινασμένη σεξουαλικότητα που ασκείται πάνω σ’ ένα άοπλο πλάσμα, είναι απαίσια πράγματα και συχνά στρεβλώνουν ή καταπιέζουν μια ζωή, χωρίς να υπολογίζουμε τή ζωή τού ενηλίκου που πολλές φορές κατηγορείται αδίκως. Αντιθέτως, δεν είναι βέβαιο ότι μια μύηση σε ορισμένες πλευρές τού σαρκικού παιχνιδιού είναι πάντα επιζήμια : ορισμένες φορές κερδίζει κανείς χρόνο. Αποκοιμήθηκα ευχαριστημένη που μέ είχε βρει ωραία, συγκινημένη που εκείνα τά μικροσκοπικά εξογκώματα πάνω στο στέρνο μου ονομάζονταν ήδη στήθη, ικανοποιημένη επίσης που είχα μάθει κάτι περισσότερο πάνω σ’ αυτό που είναι ένας άντρας. Αν οι μουδιασμένες αισθήσεις μου δεν αντέδρασαν, ή αντέδρασαν μετά βίας, οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η ηδονή, για τήν οποία είχα ακόμα μια εξαιρετικά συγκεχυμένη ιδέα, ήταν για μένα από τότε άρρηκτα δεμένη με τήν ιδέα τής ομορφιάς (…)
   Βρισκόμασταν μακριά απ’ όλ’ αυτά : ο εξάδελφος Χ. δεν ήταν ωραίος.»

                                                                                                                  margueriteyourcenar: Quoi? – L’ Éternité / ελληνικά, 1997: «Τί; – Η αιωνιότητα», εκδόσεις χατζηνικολή

.

.

.

 

     

.

                                                                                                                                                           

.

.

.

  

 

Δεκέμβριος 11, 2011

τό υψίστατο και καλυτερότερο criterion για να μην πάμε πουθενά και να μη φάμε τίποτα

.

 

.

   μαζεμένες παρατηρήσεις περί γλώσσας σήμερα, μάλλον καθυστερημένες, που τίς σκεφτόμουνα δηλαδή από καιρό αλλά μπαίναν άλλα (κατά τή γνώμη μου σημαντικότερα) στη μέση…

   ξεκινώντας λοιπόν από τά αρχαιότερα : πριν (κάμποσα) χρόνια είχε γίνει μια φασαρία για τή λέξη καλυτερότερο η οποία επικράτησε, και έλυσε και έδεσε, σε κάποιους (μικρούς) χώρους και κάποια (νεανικά) μυαλά μια ολόκληρη εποχή, ενώ οι «μεγάλοι» (σε άλλους χώρους και με άλλα μυαλά) τήν χαρακτήρισαν (λίγο–πολύ τήν ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι) (κι αφού δεν μπόρεσαν να τήν εξαφανίσουν και να τή σβήσουν τελείως με όπλο εκείνη τή φοβερή τρομοκρατία περί λάθος γλώσσας και περί αμορφωσιάς και περί αγγλωσσίας) ως «ιδίωμα νεανικό». Στο αναμεταξύ δεν ακούγεται πια και τόσο – θέλω να πω όμως έστω και καθυστερημένα τή γνώμη μου κι εγώ : ότι δεν ήταν δηλαδή λάθος (απολύτως καθόλου) και επιπλέον πιστεύω ότι θα ξαναεπιστρέψει : όχι μόνο η λέξη η ίδια αλλά και ο τρόπος σύγκρισης αυτού τού είδους, και σύμπασα η κατασκευή συγκριτικών, πιστεύω ότι από ένα σημείο και πέρα θα γίνεται με βάση μια παρόμοια λογική :

   γιατί η λογική αυτή είναι πολύ απλή και καθαρή, και εντελώς μέσα στις πιο βαθειές διαθέσεις τής γλώσσας : η διάθεση για σύγκριση, δηλαδή ουσιαστικά για κρίση, είναι βέβαια μια κατεξοχήν ζωντανή και ανατρεπτική πράξη – και η γλώσσα τή θέλει αυτή τήν κριτική πράξη έντονη, σημαντική και δικιά της : έτσι ενώ προσθέτει μόνιμα τήν (ίδια) κατάληξη (–τερος ή –τατος) για να κρίνει και να συγκρίνει δύο πράγματα (ενώ στα αρχαία υπήρχαν διάφορες εξαιρέσεις τού κανόνα (και τό καλός ας πούμε γινότανε καλλίων και κάλλιστος)), φτάνει στο σημείο να μην αναγνωρίζει μια κριτική που έγινε παλιότερα, αν τώρα έχει τόσο παγιωθεί τό νόημά της ώστε να έχει ατονήσει η διάθεση για αμφισβήτηση μέσα του, με αποτέλεσμα η κρίση να εμφανίζεται περίπου εξαφανισμένη

   μ’ αυτήν τήν νοοτροπία που δίνει σημασία μόνο στη ζωντανή ζωή, τό καλύτερος εκλαμβάνεται πια δικαίως ως λέξη ενιαία και η κατάληξή της δεν έχει ιδιαίτερο κριτικό νόημα, και μόνο τό καλυτερότερος (ακολουθώντας ακριβώς τόν κανόνα) ξαναζωντανεύει τή σύγκριση. Δεν θυμάμαι για χρόνια να πρόσεξα πάντως άλλες περιπτώσεις όπου αυτό να λειτούργησε, τουλάχιστον εκκωφαντικά ώστε να τό μάθω κι εγώ, ώσπου πρόσφατα άκουσα κάποιο παιδί στην τηλεόραση απ’ τό οποίο παίρναν συνέντευξη (για κάποιο επιστημονικό θέμα) να λέει «τό υψίστατο βραβείο». Νά λοιπόν που τό ίδιο πράγμα μπορεί να επαναλαμβάνεται : η λέξη ύψιστος έχει ασφαλώς χάσει τήν έννοια τής σύγκρισης, κι έχει γίνει πλέον παγωμένη και άχρωμη – κολλώντας τή δημοτική κατάληξη τού υπερθετικού, ο ύψιστος μπορεί και ξαναγίνεται ύψιστος

    προσωπικά είμαι απολύτως πεπεισμένη, από τή μια ότι η γλώσσα με τά λάθη που κάνει (ο φυσικός της ομιλητής) ακολουθεί τούς πιο μόνιμους κανόνες και τίς πιο σταθερές τάσεις της, κι από τήν άλλη ότι, ψυχαναλύοντάς την ας πούμε, θα μπορούσαμε να βρούμε έναν βαθειά κρυμμένο υλισμό, κι έναν αμετανόητο αναρχισμό επίσης, σ’ αυτές τίς τάσεις. Αυτά όμως δεν είναι τής παρούσης ακριβώς – αν και ίσως όχι κι εντελώς εκτός τών ορίων τού σημερινού θέματος

   ένα σημείο στο οποίο η γλώσσα εμφανίζει ακριβώς τήν ανυποταξία της απέναντι σε κανόνες που δεν αναγνωρίζει ως δικούς της είναι η περίπτωση τών ξένων λέξεων, τίς οποίες ενσωματώνει χωρίς συμπλέγματα – γι’ αυτό ή θα τούς κολλήσει μια κατάληξη που θα κάνει τή λέξη κάτι αντίστοιχο με τό καλυτερότερος, δηλαδή μια νέα λέξη που θα έχει ως μορφή τά χαρακτηριστικά που εκείνη αναγνωρίζει ως λειτουργικά, και η οποία θα κλίνεται με τίς ελληνικές καταλήξεις (τά παραδείγματα είναι άπειρα, και τά γνωστά γλωσσικά ιστολόγια έχουν ασχοληθεί πολύ με τό θέμα) ή, αν δεν τής κολλήσει μια κατάληξη θα αρκεστεί με μεγάλη αυτάρκεια σε μια μορφή (άκλιτη) τής λέξης, μόνο στον ενικό ή στον πληθυντικό ανάλογα : τό ανάλογα έχει κι αυτό φυσικά τή λογική του, και η λογική αυτή (σε πλήρη συμφωνία με τόν υλισμό που λέγαμε) ενδιαφέρεται μόνο για τή λειτουργία τής λέξης στη ζωντανή ζωή : έτσι αν τό πράγμα είναι ακριβό και τό αγοράζουμε ένα–ένα, η λέξη σταθεροποιείται στη μορφή τού ενικού (που είχε στην αρχική γλώσσα) όπως έγινε αρχικά με τή λέξη φίλμ, αλλά αν πρόκειται για πράγματα που τά ξέρουμε τά βλέπουμε και τά ζούμε (δυστυχώς) σε σύνολα, θα παγιωθεί στον πληθυντικό (τό τανκς). ( : Έτσι τό λέγαμε από τήν αρχή εμείς, και έτσι ήξερα κι εγώ ότι τό έλεγε ο κόσμος όλος, μέχρι να πλακώσουν οι ξενομαθείς τών εφημερίδων – τούς οποίους δεν έχουν καμία αναστολή βέβαια να μιμηθούν οι αστοί (και δυστυχώς και πλείστοι – πλειστότατοι – πλέον αριστεροί))

.

.

   ουσιαστικά πρόκειται για ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό ζήτημα, που δείχνει ανάγλυφα και εκφραστικά τήν τάση τής γλώσσας να αποτινάζει υπόγεια κάθε «ξένη» εξουσία και επιβολή από πάνω της : διότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα απολύτως κλειστό – και γι’ αυτό και ανοίγεται, χωρίς φόβους συμπλέγματα και ενδοιασμούς, χρησιμοποιώντας ό,τι τήν βολεύει κάθε φορά με μια διάθεση και κοινοκτημοσύνης και διεθνισμού (πράγματα τά οποία λειτουργούν με όρους αντάρτικου ακριβώς, και τής επιτρέπουν να διατηρεί τήν ειρωνική φύση και τήν υπονομευτική ψυχολογία της : η γλώσσα δεν αρέσκεται δηλαδή στην αλλοτροίωση – αν τήν πάρουμε σοβαρά υπόψη, και δούμε τίς τάσεις της μέσα στον χρόνο θα διαπιστώσουμε ότι τήν αλλοτροίωση όχι απλώς τήν απωθεί, αλλά τήν φτύνει)

   και τί άλλο από αλλοτροίωση (και αποξένωση, όπως είναι ακριβώς η άλλη εκδοχή τής γερμανικής λέξης απ’ τήν οποία μεταφράζουμε), τί άλλο από αλλοτροίωση και αποξένωση είναι αυτή η μανία τής μικρόψυχης καθαρολογίας ως προς τό πώς προφέρεται ακριβώς μια ξένη λέξη εντός μιας συγκεκριμένης γλώσσας; Ο φυσικός ομιλητής δεν έχει καμία σκασίλα για τό πώς κλίνει τή λέξη η άλλη γλώσσα, εφόσον τό μόνο που τόν ενδιαφέρει είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη για τίς δικές του ανάγκες – μόνο ο αλλοτροιωμένος «διανοούμενος» ενδιαφέρεται να δείξει ότι ξέρει και τόν ενικό και τόν πληθυντικό τής ξένης λέξης, γιατί γι’ αυτόν η μεγαλύτερη ανάγκη ακριβώς είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη όχι ως νόημα αλλά ως στοιχείο τής καριέρας του – να αποδείξει δηλαδή ότι ξέρει ξένες γλώσσες : απ’ αυτήν τήν άποψη η χρηστικότητα τής γλώσσας λειτουργεί και πάλι στην εντέλεια κι ο κανόνας επιβεβαιώνεται παίρνοντας νέα μορφή : η γλωσσική αλλοτροίωση γίνεται στοιχείο κοινωνικής ανόδου

   αντίθετα ο φυσικός ομιλητής (ο ιθαγενής ομιλητής όπως τόν παγίωσε ο τσόμσκυ) χρησιμοποιεί τά ξένα στοιχεία ως άκλιτα διότι μόνο έτσι προστατεύει τά δικαιώματά του έναντι κανόνων τούς οποίους δεν αναγνωρίζει : αυτός ο κανόνας της είναι ουσιαστικά και η σημαντικότερη μορφή τού υλισμού που είπα παραπάνω : η γλώσσα (ανα)γνωρίζει δηλαδή μόνο τό υλικό απ’ τό οποίο αποτελείται, ζει με τό σώμα της, ξέρει μόνο προτάσεις ρυθμούς και λέξεις – και όχι ιδέες : και ακριβώς πίσω απ’ αυτήν τήν αντίσταση προς κάθε ξένη προς τίς επιθυμίες της διάθεση καιροφυλακτεί μια ακλόνητη ιδέα – η ιδέα τής αυτονομίας της 

   αυτά ισχύουν γενικά για τήν γλώσσα, όχι μόνο για τήν ελληνική (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής τάσης τών γλωσσών να μην κλίνουν τίς ξένες λέξεις είναι ας πούμε η άρνηση τών δυτικοευρωπαίων να δεχτούν τήν γενική ενικού στα γυναικεία επώνυμα – κι έτσι έχουμε εκείνα τά (γελοία για μάς) maria papadopoulosvicky leandros) – τά οποία όμως, μέσα από τήν αλλοτροίωση τών ντόπιων σουσουδιστών αστών έχουν αποκτήσει σχεδόν τό γόητρο τού περιώνυμου επώνυμου – και κάποιες τά περιφέρουν και στα καθημάς με περηφάνεια) (να σημειώσω εδώ ότι οι ρώσοι, με τήν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που είχαν πάντα ως λαός και ως έθνος, επέβαλαν τή γυναικεία εκδοχή τών επωνύμων τους από τήν αρχή, και έτσι έχουμε μαρίνα τσβετάγιεβα και όχι μαρίνα τσβετάγιοφ (νά, αυτό μού ήρθε τώρα…)) – όμως εδώ υπεισέρχεται και ένα ζήτημα φεμινιστικής συνείδησης (που τού αξίζει σίγουρα ξεχωριστή ανάρτηση) : γιατί βλέπει κανείς (να τό πω με συντομία) ότι όταν οι γυναίκες διατηρούν τό δικό τους επώνυμο, και κάνουν μ’ αυτό καριέρα, τό φαινόμενο εξαφανίζεται – θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς αποφθεγματικά ότι η χειραφέτηση αρνείται εξαρχής και ανατρέπει κιόλας τή (γλωσσική τουλάχιστον) αλλοτροίωση…

   όμως στους δυτικοευρωπαίους υπήρξε και ένα άλλο γλωσσικό έθιμο (φαινομενικά αντίθετο με τήν άρνηση που είπα παραπάνω) τό οποίο αφορούσε όμως μόνο (μεγάλη μας τιμή) τά αρχαία ελληνικά και τά λατινικά : γιατί υπήρξε κάποτε (αυτή τή στιγμή δεν θυμάμαι ακριβώς πότε καθιερώθηκε) μια συμφωνία «κυρίων», απόρροια μάλλον δέους και φόβου απ’ τή μεριά τών νεογέννητων και έκθαμβων μεσαιωνικών γλωσσών : θα παραβαίναν λοιπόν για χάρη τής μεγάλης παράδοσης τών κλασικών σπουδών τόν κανόνα, και θα χρησιμοποιούσαν και τούς 2 τύπους : δηλαδή και τόν ενικό και τόν πληθυντικό, είτε τών ελλήνων είτε τών ρωμαίων : έτσι ο μορφωμένος άγγλος έλεγε (έγραφε) τό phenomenon αλλά και τά phenomena, τό criterion αλλά τά criteria, τό forum αλλά τά fora. Όμως οι νέες γλώσσες πάλιωσαν, και δεν έχουν καμία διάθεση να είναι πλέον τόσο έκθαμβες : ο κανόνας δεν παρακολουθείται πια ανελλιπώς (άσε που εμείς ουσιαστικά δεν τόν είχαμε και ποτέ – για τά λατινικά βέβαια (* εδώ μπαίνει αστερίσκος : γιατί από μία στιγμή και πέρα εισήχθησαν «τό φόρουμ και τά φόρα» και σε μάς – νομίζω από τόν εξαιρετικά άγλωσσο ανδρέα παπανδρέου)). Αν λοιπόν μεταξύ τών λογίων στην δύση ήταν (και είναι) δείγμα παιδείας καλλιέργειας και ανώτερης μόρφωσης να λένε τά criteria και τά fora – η καθομιλουμένη lingua franca τών αγγλικών έχει αρχίσει πια και αδιαφορεί ευθαρσώς. Έτσι άκουσα τήν κυρία λαγκάρντ (εγώ λέω προς τιμήν της) να λέει κάπου τελευταία «other criterias» – πράγμα που είναι δηλαδή ακριβώς πλέον σαν να είπε σήμερα κάποιος στην ελλάδα «τά άλλα φόρουμ» : εγένετο άραγε χαμός;

   αντιθέτως, δεν νομίζω να τό προσέξαν πολλοί – από τούς εδώ τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω κανένας – από τούς εκεί ψάρεψα τή σχετική κοροϊδία, εμπλουτισμένη με τίς συνήθεις μισογυνικές εικονίτσες, κάποιου γαλλόφωνου γραμματιζούμενου. Όμως τό (καθόλου) λάθος τής κ. λαγκάρντ δείχνει ότι τό έθιμο φθίνει ραγδαία κι ότι δεν έχει πια νόημα αυτή η επίδειξη νεκρογλωσσομάθειας ακόμα και για τίς τάξεις εκείνες από τίς οποίες κάποτε τράφηκε : αν λοιπόν ακόμα και οι ανώτερες τάξεις ξαναγυρίζουν στις φυσικές τάσεις τής γλώσσας, τότε οι φυσικές τάσεις τής γλώσσας επιβεβαιώνουν υπονομευτικότατα τή δύναμή τους

.

 

.

   αντιθέτως στην ελλάδα βρισκόμαστε σε μία φάση που η γλωσσική αλλοτροίωση ζει και βασιλεύει με τόσο εξαγριωμένο (και εξαγριωτικό – για μένα τουλάχιστον) τρόπο, ώστε καταντάει δίκοπο μαχαίρι να υποστηρίζει κανείς νηφάλια τήν επιστημονική αρχή πως στη γλώσσα δεν υπάρχουνε λάθη : διότι, ναι, δεν υπάρχουνε, όταν γίνονται από φυσικούς ομιλητές, όχι από ομιλητές φερέφωνα τής εξουσίας τών γελοίων μέσων παιδείας τού έθνους όπως έχουν φτάσει να είναι οι δημοσιογράφοι οι πολιτικοί και οι (χουντικοί) μας γλωσσολόγοι : Τό κλασικότερο παράδειγμα είναι εκείνο τών τανκς και τών κόμιξ – δηλαδή τού τανκ και τού κόμικ : η επίδειξη όμως ξενογλωσσομάθειας μεταστρέφεται, ανηλεώς και από τόν ίδιο δρόμο, σε απόδειξη γλωσσοαμάθειας, μολονότι είναι τόσο ισχυρή η κοινωνική ανταμοιβή προς όποιον ξέρει τόν πληθυντικό δυο ξένων λέξεων (σιγά τά ωά, κανείς δεν τολμάει να κάνει τέτοια και με τά γαλλικά τά ρώσικα ή τά κινέζικα ας πούμε) ώστε περνάει τελείως στο ντούκου η τιμωρία τήν οποία η ίδια η γλώσσα (επιστρέφουσα ακάθεκτη) εν συνεχεία τούς επιβάλλει : διότι αυτός ο δήθεν σεβασμός, κανόνων μιας ξένης γλώσσας εντός μιας άλλης γλώσσας, αποβάλλεται μετά τόσης βδελυγμίας και αηδίας από τήν ίδια τή γλώσσα (τών ίδιων τών ομιλητών) που καθώς η γλώσσα επανέρχεται τελικά πάντα στους δικούς της όρους έστω και από τήν ανάποδη, ο σεβασμός απογυμνώνεται και επιδεικνύει διάφανα τό αρχικό του νόημα – δηλαδή τήν απλή επίδειξη καλυτεροσύνης – : όταν ο ομιλητής, παρασυρμένος από τή μανία του, θα πει και τόν πληθυντικό με εξίσου πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή θα πει λίγο αργότερα τά τανκ και τά κόμικ (έχει πια διαδοθεί τόσο, που δεν χρειάζονται παραδείγματα, κοντεύει να γίνει σχεδόν ο κανόνας μεταξύ γραφιάδων ενός συγκεκριμένου τύπου – και απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν κι οι ίδιοι πόσο πολύ τούς προδίδει αυτό τό (σύμφωνα με τούς δικούς τους κανόνες) λάθος)

.

  

.

 

.

   αλλά τί να λέμε τώρα, η καθαρολογία κάθε μορφής είναι ένα γελοίο φαινόμενο που ως βασικό του συστατικό έχει όχι τόσο τήν άγνοια όσο μια αγιάτρευτη (ψυχολογική αλλά και επαγγελματική) ανασφάλεια : Έτσι όσοι θέλουν ν’ αποδείξουν ότι κάτι ξέρουν περισσότερο απ’ τούς άλλους (και συνεπώς είναι διαφορετικότεροι αξιότεροι καλυτερότεροι (για να μην πω και υψίστατοι)) ανατρέχουν συνήθως στα αρχαία για να διορθώσουν δήθεν λάθη που έχουν γίνει «από κακή χρήση» : τούς διαφεύγει, και δεν είναι περίεργο, ότι η έννοια τής «κακής» χρήσης είναι καθαρά ηθικής χροιάς, και μ’ αυτήν τήν έννοια απολύτως εξουσιαστικής – αλλά τό τελευταίο, και να τό διαπίστωναν, μάλλον δεν θα τούς πείραζε

   τήν ανασφάλειά τους όμως τή βρίσκουμε εναργέστερη όταν δεν μπορούν να ανατρέξουν πια σε κανένα αρχαίο, και ανατρέχουν έτσι σε κυριολεξίες δήθεν, σημερινές : έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάτι «διορθώνεται» άνευ ουδενός πραγματικά λόγου : προκύπτουν έθιμα κωμικότατα λοιπόν κατά καιρούς, και στις τηλεοράσεις και τίς εφημερίδες (είπαμε, αυτοί μαζί με τούς επώνυμους γλωσσολόγους μας είναι οι διδάσκαλοι τού γένους) : Εσχάτως, δεν ξέρω κι εγώ ακριβώς από πότε (τά φαινόμενα αυτά μού έρχονται ως κατραπακιές, εντελώς απροσδόκητα τίς λίγες φορές που πάω ν’ ανοίξω εφημερίδα ή να δω ειδήσεις στην τηλεόραση και συνεπώς δεν είμαι σίγουρη για τό πότε ξεκίνησαν) εσχάτως λοιπόν κάποιοι τέτοιοι ανακάλυψαν τό γουδή τό γουδοχέρη, με ήτα, τό «καλημέρα σας» στις 12 και 1΄ τά μεσάνυχτα, και τό περιβόητο «λάθος» τών δύο αρνήσεων (που δεν είναι πάντοτε και οι δύο αρνήσεις) (και που συνεπώς δεν «κάνουν πάντα μία κατάφαση») : Έτσι καταλήξαμε στο να καταργηθεί σχεδόν διά ροπάλου η λέξη κανένας και τίποτα, και να μιλάμε μόνο με κάποιους και για κάτι – ακόμα κι όταν δεν έχουμε να πούμε απολύτως κάτι με απολύτως κάποιον. Είναι κρίμα, όχι τόσο γιατί όταν πω (με έμφαση εγώ, διότι από πείσμα ή μαζοχισμό εγώ άλλο τίποτα) σε πωλήτρια ή σε σερβιτόρο σήμερα «όχι δεν θέλω τίποτ’ άλλο» θα με κοιτάξει με άφατη περιφρόνηση (που δεν έχω ενημερωθεί για τίς νέες τάσεις τής γλώσσας), όσο γιατί χάθηκε μια ιδιομορφία – πραγματικό διαλεκτικό, φιλοσοφικό και εκφραστικό διαμάντι – τής νεοελληνικής που απ’ ό,τι ξέρω είχε μοναδικό αντίστοιχο τά αμερικάνικα μαύρα : τό «να βρούμε κάνα φίλο να πάμε πουθενά και να φάμε τίποτα» μόνο με τό i don’t know nothin’ δηλαδή, ή τό ain’t nobody’s business και άλλα τέτοια νέγρικα μπορεί να συγκριθεί – σε λαμπερότητα άρνησης, διαύγεια έμφασης, και στιλπνότητα εκφραστικής αυτοπεποίθησης. Και ενώ αυτό ακριβώς τό νέγρικο αμερικάνικο ιδίωμα κατακυριεύει όχι μόνο τήν αμερική, αλλά εξαπλώνεται και σε όλον τόν κόσμο, και κοντεύει να γίνει η lingua franca τής σημερινής εποχής, τό ελληνικό αντίστοιχο έχει καταπλακωθεί από τήν καθωσπρεποσύνη τής πρωινάδικης και δημοσιογραφοπολιτικής ηλιθιότητας. Κι είναι κρίμα και για έναν επιπλέον λόγο, γιατί έχοντας οι δυο γλώσσες αυτήν τήν εντελώς αντίστοιχη ιδιομορφία (όπου η άρνηση επί αρνήσεων δεν σημαίνει καθόλου yes) επιδείκνυαν και χαίρονταν μια κοινή κρυφή τάση αντίστασης στην καθωσπρέπει γλώσσα τών κυρίων τους με μια γλώσσα δηλαδή που έβγαινε και στις δύο περιπτώσεις από 400 χρόνια σκλαβιάς – αλλά οι μεν μαύροι επιμένουν (και γι’ αυτό και θα νικήσουν) οι δε εδώ ιθαγενείς σκιάζονται, χέζονται πάνω τους μη δε τούς πουν καθωσπρέπει, και έτσι γίνονται απλώς αξιοπρεπείς πωλητές και σερβιτόροι : κι είναι κι αυτός (δεν μού τό βγάζει άνθρωπος εμένα από τό νου) κι ένας από τούς λόγους που (συνέχεια) χάνουν

   όταν ξαναβρούν τήν άρνηση (τήν πραγματική και χωρίς φόβο) τότε θα τά ξαναπούμε

.

.

   και έτσι, μ’ αυτή τή λογική κιόλας φαντάζομαι, εξαφάνισαν ως διά μαγείας οι τηλεοπτικοί μας αστέρες και τούς χαιρετισμούς και τίς ευχές με τίς οποίες εγώ τουλάχιστον μεγάλωσα : Εμένα μού λέγαν δηλαδή καλησπέρα τ’ απόγευμα όταν μέ υποδέχονταν, και καληνύχτα τό βράδυ, όταν θέλαν να μ’ αποχαιρετήσουνε. Αυτά ήταν ζωντανότερα και πολύ καλυτερότερα από ένα «μεγαλίστικο» καλό απόγευμα ή καλό βράδυ, αμφότερα χρησιμοποιούμενα μόνο ως αποχαιρετισμοί πάντως : άντε, καλό απόγεμα, έλεγε ας πούμε μια θεία, τήν ώρα που έφευγε από τό σπίτι τ’ απομεσήμερο. (Εμείς λέγαμε «γεια»). Και «γεια σου, καλό βράδυ» λέγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους όταν αποχαιρετιόντουσαν, με μια κάπως πονηρότερη (και καλυτερότερη) οικειότητα

   τώρα δεν τολμάω ν’ ανοίξω τηλεόραση και χάνω τ’ αυγά και τά πασχάλια μου : «Η Τάδε τώρα θα μάς πει τίς ειδήσεις, καλό απόγευμα Τάδε». Κι εγώ τή βλέπω να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ταυτοχρόνως, αφού τήν αποχαιρετήσανε κιόλας. Και περιμένω να εξαφανιστεί, κι αυτή εκεί, καλό απόγευμα λέει, κι αντί να χαθεί, συνεχίζει.

   ίσως προσπαθώντας ενστικτωδώς (και καλοπροαίρετα) να επανέλθουν σε κάποιου είδους φυσικότητα, ορισμένοι μάς λένε στα τελευταία νυχτερινά δελτία και «καλό ξημέρωμα». Αυτό όμως είναι εξωφρενικό, τί φυσικότητα κατραπακιά είν’ αυτή. Καλό ξημέρωμα είναι μια κουβέντα απολύτως οικεία, δεν είναι κουβέντα για τηλεπαρουσιαστές αυτό. Σ’ αυτό τό ψυχρό μέσο τό πολύ που μπορεί να πει κανείς είναι Χαίρετε, καληνύχτα σας. Άκου καλό ξημέρωμα, σιγά μη μάς πούνε και όνειρα γλυκά.

   άντε πολλά είπα, καληνύχτα σας και καλό ξημέρωμα

.

.

.

 

   μπορείτε από τά γλωσσικά να δείτε κι αυτό τό καλοκαιρινό

   ενημέρωση για τά στοιχεία τών εκπομπών που ανέφερα : τό «υψίστατο» στην εκπομπή τής ετ1 «εικόνα σου είμαι» (θέμα καινοτομίες) τής 11ης μαρτίου 2011, η κυρία lagarde στην τηλεόραση τού «άλφα», ειδήσεις τής 9ης νοεμβρίου 2011

.

.

.

 

.

.

.

.

.

.

 

Απρίλιος 22, 2011

καζιμίρ μαλέβιτς, εγκώμιο στην τεμπελιά

 

.. 

    

 

   τό βιβλίο για τό οποίο γράφω σήμερα (μολονότι εγώ τώρα μόλις τό διάβασα) έχει εκδοθεί εδώ και καιρό

   και έχει γραφτεί ακόμα πιο παλιά : είναι κείμενο τού 1921, ο καζιμίρ μαλέβιτς πρέπει δηλαδή να τό έγραψε τήν εποχή που δίδασκε στη σχολή καλών τεχνών τού vitebsk, αυτήν που οργάνωσε ο ίδιος τό 1918 μαζί με τόν marc chagall (η σχολή έζησε πολύ λίγα χρόνια)

   μετά τόν θάνατο τού λένιν ο οποίος είχε τήν ευφυία (ή τήν πολιτικότητα) κάποια πράγματα να τά ανέχεται ακόμα κι αν δεν τά καταλάβαινε (απολύτως ή καθόλου) και με τήν άνοδο τού στάλιν τό φαινόμενο τής ρωσικής πρωτοπορίας έκανε μια πλήρη, και τραγική θα έλεγα, στροφή περί τόν εαυτό του περνώντας πλέον κανονικά στην παρανομία : δεν είχε καμία σχέση με τόν σοσιαλιστικό ρεαλισμό που θα επιβαλλότανε στο μέλλον ολοσχερώς, και διά φυλακής και διά  ροπάλου… : τά  περισσότερα μέλη τού εκπληκτικού αυτού κινήματος που είχε γεννηθεί σ’ εκείνα τά φοβερά γόνιμα και επαναστατικά χρόνια πριν τήν επανάσταση, (και δεν συμπεριλάμβανε μόνο ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μουσικούς και ποιητές – προς τιμήν τού μαγιακόφσκυ θα υπάρξει μόνο ένα βιντεάκι παρακάτω) άρχισαν να κρύβονται λοιπόν, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να βασανίζονται – έχουμε και έναν θάνατο πάνω στα βασανιστήρια [παρένθεση : δεν έχω σκοπό να γράψω σήμερα γενικά για τή ρώσικη πρωτοπορία, κι ας είναι ένα θέμα που αγαπάω πάρα πολύ (είπαμε : για τόν μαγιακόφσκυ μόνο θα κάνω μια εξαίρεση (συγχωρούμαι) και θα βάλω και μερικούς πίνακες άλλων, εν είδει πινακοθήκης) : παρ’ όλ’ αυτά και επειδή δεν θέλω ν’ αφήνω τά πράγματα να αιωρούνται μισοειπωμένα προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ζωγράφος ακριβώς ήταν αυτός που πέθανε πάνω στα βασανιστήρια (ή «στην ανάκριση» όπως είναι η πολιτικώς ορθή (και αντικειμενική δήθεν) έκφραση…) – έτσι όπως είχα ακούσει τήν ιστορία από τήν άννα καφέτση κατά τήν ξενάγησή της στην έκθεση εκείνη (τό ’96 στην εθνική «μας» πινακοθήκη (που με κάτι τέτοιες, ελάχιστες, εκθέσεις γινόταν κάποτε πραγματικά «μας»)) αλλά δεν τά κατάφερα : ψάχνοντας λοιπόν στη βίκι μήπως βγάλω άκρη από τά βιογραφικά τών μελών τού κινήματος ψάρεψα δύο «σχετικούς» θανάτους : τόν aleksandr drevin τόν συνέλαβε η μυστική αστυνομία τού στάλιν στις 17 ιανουαρίου τού 1938 και τόν εκτέλεσε στις 26 φεβρουαρίου / ο gustav klutsis συνελήφθη (επίσης!) στις 17 ιανουαρίου 1938 και πέθανε έξη βδομάδες μετά (ας προσθέσω ότι ο κλούτσις είναι ο περίφημος εφευρέτης τού φωτομοντάζ – οι αφίσες του επηρέασαν μετά και άλλους τού κινήματος και είναι ώς σήμερα πολύ γνωστές – έχει κάνει προπαγανδιστικά φωτομοντάζ με τόν λένιν και τόν στάλιν και ήταν ιδιαίτερα πιστός στο κόμμα τού οποίου ήταν και μέλος…) : τώρα ξέρουμε ότι πέθανε πάνω στα βασανιστήρια – ή εκτελέστηκε – διαλέγουμε όποια λέξη μάς αρέσει – στις φυλακές τού butovo κοντά στη μόσχα, λίγο μετά τή σύλληψή του – πάντως η γυναίκα του, η ζωγράφος και μαθήτριά του valentina kulagina αγωνιούσε για μήνες και χρόνια για τήν τύχη του, και τελικά πέθανε τό 1987 πιστεύοντας τήν επίσημη εκδοχή ότι ο κλούτσις «έπαθε καρδιακή προσβολή» στη φυλακή τό 1944]

 

       

 

   σημ.: για όποιον θέλει περισσότερες πληροφορίες για τήν (ζωγραφική) ρωσική πρωτοπορία συστήνω ανεπιφύλακτα (εδώ σε pdf) τή συνέντευξη τής άννας καφέτση (που οργάνωσε και τήν πρώτη έκθεση που έγινε στην αθήνα, από τόν δεκέμβριο τού 1995 ώς τόν απρίλιο τού 1996)

 

        

.

   αποσπάσματα από τό κείμενο λοιπόν «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου» τού καζιμίρ μαλέβιτς :

   …η δουλειά πρέπει να θεωρείται καταραμένη, όπως διδάσκουν οι θρύλοι για τόν Παράδεισο, ενώ η τεμπελιά πρέπει ν’ αποτελεί τόν ουσιώδη στόχο τού ανθρώπου. Μα συμβαίνει τό εκ διαμέτρου αντίθετο. Αυτήν ακριβώς τήν αντιστροφή θέσεων θα ήθελα να εξηγήσω…

   …θαρρώ πως ο άνθρωπος έχει κάνει κάτι παράξενο με τίς αλήθειες· τίς έχει αντιμετωπίσει όπως ο μάγειρας, που έχει στη διάθεσή του πολλά δοχεία με διαφορετικά τρόφιμα μέσα. Βέβαια, τό κάθε δοχείο είχε αρχικά τό καπάκι του με μία ταμπέλα, αλλά ο μάγειρας, από αφηρημάδα, έκλεισε τά κουτιά μπερδεύοντας τά καπάκια και τώρα είναι αδύνατον να μαντέψει τί έχει μέσα τό κάθε δοχείο. Τό ίδιο ακριβώς έχει γίνει και με τίς αλήθειες : πολλά ρητά, πολλές αλήθειες έχουν ένα καπάκι με μια ταμπέλα και όλοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν θαυμάσια τί υπάρχει κάτω από τό καπάκι. Τό ένα καπάκι γράφει επάνω : «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Σκεπάσανε μ’ αυτό στα κουτουρού μια κατσαρόλα και πιστεύουν, μέχρι σήμερα, ότι μέσα έχει ατιμία και κακία…

   …στο φιλόπονο κοινοκτημονικό σύστημα, όλοι στέκουν αντιμέτωποι με τόν θάνατο, όλοι έχουν μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό : να βρουν μια σανίδα σωτηρίας στην εργασία, στην παραγωγική εργασία, αλλιώς η τιμωρία τους θα είναι να πεθάνουν τής πείνας. Ένα τέτοιο σοσιαλιστικό εργασιακό σύστημα αποσκοπεί, ασύνειδα βέβαια, να ζέψει στη δουλειά ολόκληρη τήν ανθρωπότητα προκειμένου ν’ αυξήσει τήν παραγωγή, να εγγυηθεί τήν ασφάλεια, να ενδυναμώσει τήν ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσει τό «Είναι» της με τήν παραγωγική της ικανότητα. Ασφαλώς, τό σύστημα αυτό, που δεν νοιάζεται για τό άτομο αλλά για ολόκληρη τήν ανθρωπότητα, είναι αναμφισβήτητα δίκαιο. Τό ίδιο, όμως, είναι και τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Προσφέρει τό ίδιο δικαίωμα στην δουλειά, τήν ίδιαν ελευθερία τής δουλειάς, τής συσσώρευσης χρήματος στις τράπεζες ως εγγύηση τής «τεμπελιάς» στο μέλλον και, κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι ίσα ίσα τό χρήμα είναι τό μαγικό σύμβολο, επειδή θα φέρει τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς, που στην πραγματικότητα  όλοι τήν ονειρεύονται.
   Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης τού χρήματος. Τό χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα θα έχεις, τόσο περισσότερο θα χαρείς τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς…

   …τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει διαμορφώσει, με όλα τά καλά ή κακά μέσα, μια κοινωνική τάξη κεφαλαιοκρατών που έχει εξασφαλίσει τήν ευδαιμονία της μέσα στην τεμπελιά. Αλλά καθώς αυτό που εξασφαλίζει τήν τεμπελιά είναι η εργασία, τό κεφαλαιοκρατικό σχέδιο οργάνωσης τής εργασίας έχει κατασκευάσει τό σύστημά του με τόν ακόλουθο τρόπο, που δεν επιτρέπει σ’ όλους τούς ανθρώπους να έχουν ισοτιμία στην χρήση τής τεμπελιάς : απολαμβάνουν τήν τεμπελιά μόνον όσοι έχουν εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο. Έτσι, μια κοινωνική τάξη, η τάξη τών κεφαλαιοκρατών, απελευθερώνεται από τήν εργασία από τήν οποία οφείλει ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα…

   …κατασκευάζει κάποιος μια μηχανή. Ο κεφαλαιοκράτης τήν χρησιμοποιεί προς όφελός του· οι κεφαλαιοκράτες κατόρθωσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τούς εργάτες και ν’ αυξήσουν τό κεφάλαιό τους στερώντας από τούς εργάτες τόν χαμηλότερο μισθό, τό χρήμα που θα λάμβαναν σαν τίτλο τεμπελιάς. Πολλοί τέτοιοι τίτλοι έμειναν στα χέρια τού επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθηκε ν’ αρκεστεί στις μέρες τών γιορτών για να κατορθώσει να ξεκουραστεί σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες χαίρονταν απεριόριστα τήν τεμπελιά…

   …η σοσιαλιστική ανθρωπότητα θα φορτώσει τούς κάλους και τόν ιδρώτα της στα μπράτσα τών μηχανών και θα εξασφαλίσει στις μηχανές εργασία απεριόριστη, εργασία που δεν θα τούς αφήνει στιγμή ανάπαυσης. Στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά».
   Ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά. Από τήν άλλη μεριά, η τεμπελιά αποτελεί τό κυριότερο κίνητρο για τήν δουλειά, γιατί μόνο με τήν δουλειά μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει τήν τεμπελιά, αφού είναι προφανές ότι ο άνθρωπος, με τήν δουλειά, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο υπό τήν επήρεια μιας κατάρας, ενώ προηγουμένως ζούσε μονίμως σε κατάσταση τεμπελιάς. Ίσως να υπήρξε πράγματι κάποτε μια τέτοια κατάσταση στην ανθρώπινη κοινότητα και ίσως ο θρύλος τού Παραδείσου και τής δημιουργίας  τού ανθρώπου και τής εκδίωξής του απ’ τόν Παράδεισο να είναι μια θολή ανάμνηση μιας κατάστασης τού παρελθόντος, εκτός αν πρόκειται για τήν εικόνα μιας μέλλουσας πραγματικότητας, στην οποία θα φτάσει ο άνθρωπος μέσα από τήν κατάρα τής εργασίας…

   …σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι πια μοναχός του : τόν συντροφεύει η μηχανή· αύριο, θα μείνει μόνον η μηχανή, ή κάτι άλλο, που θα επέχει θέση μηχανής. Τότε, θα υπάρχει πια μόνο μια και μοναδική ανθρωπότητα, καθισμένη στον θρόνο τής προεγκαθιδρυμένης της σοφίας, χωρίς αρχηγούς, χωρίς ηγεμόνες και χωρίς δημιουργούς τελειότητας· όλ’ αυτά θα είναι μέσα της· κι έτσι, θα χειραφετηθεί από τήν εργασία, θα φτάσει στην ειρήνη, στην αιώνια ανάπαυση τής τεμπελιάς και θα μπει μες στην εικόνα τής Θεότητας. Έτσι δικαιολογείται ο θρύλος τού Θεού ως τελειότητα τής «Τεμπελιάς»…

   …τό παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι δεν σπεύδουν με μεγάλες δρασκελιές προς αυτήν τήν υπέρτατη (supreme) ανθρώπινη σκέψη, αλλά εμμένουν στην κατάρα και στην ζέση τους ν’ απομακρύνονται απ’ τήν τεμπελιά, να εμποδίζουν όλες της τίς εκδηλώσεις, να τίς εμποδίζουν, αν χρειαστεί, ακόμα και με τήν πείνα και τόν θάνατο. Τέτοιο είναι τό σύστημα τής πάλης εναντίον τής τεμπελιάς και συγχρόνως τό σύστημα αυτό χρησιμοποιεί όλα τά μέσα, που οδηγούν στην τεμπελιά. Βέβαια, η προσπέλαση σε οποιαδήποτε ευδαιμονία οφείλει να περιβάλλεται από πολυάριθμες απαγορεύσεις, που χωρίς αυτές η ευδαιμονία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θάνατο, τό ίδιο πράγμα δε, συμβαίνει και με τήν τεμπελιά : είναι όνειρο και είναι θάνατος…

   …κάθε αλήθεια φέρει μέσα της τήν εργασία ως μέσον για να κατακτήσουμε τήν τεμπελιά· αυτό δεν τό καταλαβαίνουν καθαρά ούτε ο λαός ούτε τό κράτος, γι’ αυτό και κάθε εδραιωμένη αλήθεια επιδιώκει πάντοτε να καταστρέψει τήν καινούριαν αλήθεια. Αυτή, όμως, δύσκολα ξεριζώνεται, γιατί είναι δύσκολο να τσακώσουμε μια σταγόνα νερό μέσα σ’ ολόκληρη τήν θάλασσα. Αν η θάλασσα ολόκληρη ήταν αυτή η καινούρια ιδέα, ή αν ο λαός ανακάλυπτε τήν αλήθεια μεμιάς, θα ήταν απλό ν’ αποκαλύψει τήν ιδέα αυτήν και να τήν καταστρέψει. Αλλά αφού μια ιδέα είναι πάντοτε μια σταγόνα νερό, είναι δύσκολο, είναι αδύνατον να τήν τσακώσουμε. Όλη η ιστορία είναι μάρτυρας τού παράξενου αυτού φαινομένου, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, οι κυβερνήσεις δεν τό επισημαίνουν ποτέ…

η μετάφραση είναι τού βασίλη τομανά, από τό βιβλίο «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου / σουπρεματισμός (με είκοσι έργα τού ζωγράφου)» © εκδόσεις νησίδες, 1997

   

 

   αν κάποιος ρώσος ενθουσιαζόταν ικανοποιημένα κι αυτάρεσκα με τό κείμενο τού μαλέβιτς, αυτός πιστεύω ότι θα ήταν σίγουρα ο ντοστογιέφσκυ
   ξέρω ότι θα ’βρισκε σ’ αυτό τό σχεδόν παραληρηματικό, αλλά και λογικότατο ταυτόχρονα, κείμενο τήν προσωπικότητα κάποιων δικών του επαναστατών, καταραμένων, δαιμονισμένων : όλη τή φιλοδοξία για φιλοσοφία και πάλι φιλοσοφία, τραβηγμένη ώς τά άκρα μιας αρχικής ιδέας
   όμως πιστεύω ότι ο μαλέβιτς (που, όπως έμαθα από τό βιβλίο, τή λέξη σουπρεματισμός τήν έφτιαξε από τή μητρική του γλώσσα τά πολωνικά (τό supreme επομένως, που δεν υπάρχει στα ρώσικα, έχει μια ευθαρσώς μεταφυσική χροιά ως αναφερόμενο σε κάτι, αορίστως αλλά και τόσο οριστικά, «υπέρτατο»)
) όταν γράφει τό δοκίμιό του, ιδέα δεν έχει πόσο ένα τέτοιο μπλέξιμο ρεαλισμού και μεταφυσικής στο οποίο με τόσο κέφι και καλλιτεχνική άνεση χοροπηδάει, θα τούς κόστιζε (όλων) πολύ ακριβά (ύστερα από τήν επέλαση τής άτεγκτης θεολογίας τού επερχόμενου πατερούλη) συνεπώς, σαφώς και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει
   λίγο αργότερα, στον βωμό τής σοσιαλιστικής εργασίας, που γι’ αυτόν δεν έχει άλλον σκοπό από τήν μεταγενέστερη (γενική) αργία, η «δουλειά» τού καλλιτέχνη θα ξανάμπαινε τελειωτικά στις κατακόμβες απ’ τίς οποίες μόλις είχε βγει στα χρόνια τής προεπαναστατικής κοσμογονίας
   από τήν άλλη, ο μαλέβιτς υποστηρίζει ειλικρινά τόν σοσιαλισμό τήν ώρα που ταυτόχρονα εξυμνεί τό «υπέρτατο» και τήν ιδέα ενός περίεργου θεού που ενυπάρχει στον ίδιον και στη τέχνη του
   δεν είναι λοιπόν η εργασία ένα μέσον μόνο για τήν τεμπελιά (καταπληκτική και η σύλληψη και η επεξεργασία αυτής τής ιδέας) αλλά και η τεμπελιά είναι εντέλει ένα μέσον : απόφαση και απόφανση ενός καλλιτέχνη καταδικασμένου να δουλεύει σκληρά, μόνο, και πάνω απ’ όλα, σαν καλλιτέχνης – στους πιο επικίνδυνους καιρούς για μια τέτοια «δουλειά» όπως αποδείχτηκε

 

  

.

   σημείωση α : σίγουρα μπορεί να προκαλέσει διασκεδαστικές συγκρίσεις, σκέψεις, και φιλοσοφίες επί φιλοσοφιών, η αντιπαραβολή τών δύο κειμένων για τήν τεμπελιά : αυτού εδώ και τού άλλου, τού γνωστότερου (και που ο μαλέβιτς μπορεί λογικότατα να τό είχε υπόψη του) που έγραψε στη φυλακή σχεδόν πενήντα χρόνια πιο πριν, τό 1883, ο γαμπρός τού μαρξ, ο πωλ λαφάργκ (και τό οποίο στα ελληνικά έχει εκδοθεί επίσης και από τίς «νησίδες») : και για να μην πάω πολύ μακριά σκέφτομαι μόνο βιαστικά αυτή τή στιγμή τούς τίτλους – ο τίτλος ενός (καλού) βιβλίου για μένα είναι η (μόνη) δυνατή του περίληψη – ο γάλλος λοιπόν τοποθετείται απ’ τήν αρχή (επιθετικά) στον χώρο τής κοινωνίας θεωρώντας τήν τεμπελιά «δικαίωμα» τήν ώρα που ο ρώσος μπαίνει σ’ ένα σχεδόν ακατανόητο (αλλά εξίσου επικίνδυνο) βάθος μιλώντας για τήν ίδια του τήν «αλήθεια ως ανθρώπου»
   και – ό,τι διακρίνει εντέλει τόν καλλιτέχνη από τόν παθιασμένο ακτιβιστή – και χαρίζει στη «μελέτη» αυτή περισσότερη ζωή απ’ ό,τι θα ’χε και η πιο παθιασμένη πολιτική μπροσούρα – είναι πιστεύω οι στιγμές που ο καλλιτέχνης ακριβώς ξεχνάει κάθε «λογική» και συμπεριφέρεται στη φιλοσοφία (και τή σκέψη του) ως εάν ήταν ζωγραφικός (του) πίνακας : συμπεριφέρεται δηλαδή στη «ζωή» ως εάν δεν υπήρχε η «πραγματικότητα», και ως εάν κάθε πλάσμα (και πράγμα) έχει εντέλει δικαιωματικά τίς ίδιες ανάγκες και τούς ίδιους πόνους που έχει τό (πλάσμα ή) πράγμα «άνθρωπος» : «στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά» : ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά.»

   σημείωση β : ο γιώργος κωστάκης, ο «μεγάλος Κωστάκης» όπως είναι έξω κυρίως γνωστός, ο συλλέκτης που με τήν επιμονή του, τό καλλιτεχνικό του αισθητήριο, αλλά και με τή γενναιότητά του, έσωσε τά έργα τής ρώσικης πρωτοπορίας από τήν εξαφάνιση, συλλέγοντας κι αγοράζοντάς τα από τούς ζωγράφους (τήν εποχή που οι ίδιοι όχι μόνο κρύβονταν αλλά και κατάστρεφαν (οι ίδιοι) πολλές φορές τά έργα τους τρομαγμένοι απ’ τό κυνηγητό ή καταπτοημένοι από τή γενική απαξίωση) είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις και στα ελληνικά (όπου μιλούσε και για τόν μαλέβιτς) αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμιά – μάλλον η ελληνική τηλεόραση τίς έσβησε ως μειωμένου ενδιαφέροντος (εν πάση περιπτώσει ας πω εδώ σύντομα τά εξής : τή συλλογή του, κουτσουρεμένη, αγόρασε εντέλει τό ελληνικό κράτος μετά από πλήθος περιπετειώδεις μιζέριες, σήμερα δε βρίσκεται στη θεσσαλονίκη – από τήν άλλη, οι ανανήψαντες ρώσοι ανακαλύψαντες εντέλει κι αυτοί τόν εαυτό τους αξίωσαν να κρατήσουν (μεγάλο) αριθμό έργων ως φόρο (τό τμήμα αυτό τής συλλογής βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη τρετιακόφ)
   κάποια έργα επίσης τής συλλογής βρίσκονται και σε άλλες χώρες που αγόρασαν πριν αγοράσει η ελλάδα αλεπού ως γνωστόν στα παζάρια (η οποία είχε εκφράσει και τήν ελπίδα κάποτε ότι ο κωστάκης θα τής τά χάριζε…) Τόν θυμάμαι με τή γυναίκα του όταν είχαν μετακομίσει εδώ, κι είχαν αγοράσει ένα σπιτάκι κάπου προς τόν υμηττό αν θυμάμαι : κοιτούσαν, στη βεράντα τους γερμένοι, τόν όγκο τού απέναντι βουνού που σαν να τούς πλάκωνε καθώς όλη τους η στάση έδειχνε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει κατά κανόνα να κοιτάνε μεγέθη στέπας)

   σημείωση γ : ας σημειώσω τέλος κάτι ακόμα : δεν ξέρω πόσο έχει γίνει συνείδηση, αλλά με τόν σουπρεματισμό του ο μαλέβιτς, και ιδιαίτερα με τό έξοχο «άσπρο πάνω σε άσπρο», προβλέπει και προεξοφλεί από τή μια τό «τέλος» τής πρωτοπορίας κι από τήν άλλη τόν επιπλέον χρόνο που η πρωτοπορία αυτή θα κερδίσει στην αμερική μ’ έναν ζωγράφο τού «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» πια ( : τά ονόματα, αν έχουν καμιά σημασία, διαρκώς αλλάζουνε) που πολύ θαυμάζω και ο οποίος δούλεψε για χρόνια πάνω σ’ αυτό τό «τέλος» πριν επεξεργαστεί τό δικό του προσωπικό τέλος και αυτοκτονήσει τό 1970, τόν μάρκ ρόθκο : η απόλυτη «σιωπή» τής βαθειά επεξεργασμένης «μονοχρωμίας» αυτού τού (άλλου) ρώσου που έζησε και πέθανε αλλού, φέρνει στ’ αυτιά μας μια περιπετειώδη σιωπή τής σύγχρονης τέχνης πάντως που τήν ακούμε ακόμα

 

 

μεταφορά τής έκθεσης από τή μονή λαζαριστών τής θεσσαλονίκης στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης στην αθήνα (2008)

 

 

«l’ avant–garde russe» : η «συλλογή κωστάκη» στο παρίσι

 

 

«part of a larger documentary film about architecture and russian avant–garde art»

 

 

τό τρέϊλερ ενός ιταλικού φιλμ «για τόν επαναστάτη μαλέβιτς»

 

 

ο ποιητής τής παρέας : για τόν μαγιακόφσκυ

 

 

ο μαγιακόφσκυ σκηνοθετεί και παίζει (1918)

 

 

σύνδεσμοι : 

wiki για τόν μαλέβιτς (αγγλικά)
ρωσική σελίδα για τά κυριότερα πρόσωπα τής ρωσικής πρωτοπορίας
qwiki πινακοθήκη με σύντομα βιογραφικά για τή ρώσικη πρωτοπορία
wiki (αγγλικά) για τόν συλλέκτη γιώργο κωστάκη
wiki (
ελληνικά) για τόν γιώργο κωστάκη
για τή συλλογή κωστάκη στη θεσσαλονίκη
συνέντευξη τής μαρίας τσαντσάνογλου (διευθύντριας τού κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης) για τή συλλογή κωστάκη
τά βιβλία (και τά δύο «περί τεμπελιάς», και τού μαλέβιτς και τού πωλ λαφάργκ) τά έχουν εκδόσει οι «νησίδες», εδώ ο κατάλογος
wiki για τόν paul lafargue
τό «δικαίωμα στην τεμπελιά» τού πωλ λαφάργκ διαβάζεται στα αγγλικά
  εδώ ή εδώ

 

 

  

 

 

 

 

 

        

             

                 

                                        

      

           

 

 

 

 

         

Οκτώβριος 31, 2010

αύξηση χρόνων και οκτωβριανή επαρχία

 

 

  

   

από ένα παλιό χρονικό*

 

   είχα πολλά χρόνια να κάνω στην επαρχία. Τό περίμενα όμως σχεδόν ότι θα μού συμβεί φέτος, γιατί φεύγοντας τόσο αργά για διακοπές δεν βρίσκεσαι πια σε νησί (τό νησί είναι «νησί» στην τουριστική περίοδο : τότε γίνεται αυτό που όλοι μας μάθαμε να ζούμε ως «τουριστικό νησί» : κάτι άλλο απ’ αυτό που ζουν δηλαδή οι ντόπιοι τόν υπόλοιπο χρόνο, και κάτι απ’ τό οποίο μολονότι πλουτίζουν – και πλουτίζουν πολύ καλά – φροντίζουν να αντιμετωπίζουν μόνο με αντιπάθεια : ούτε τίς κόρες τους δεν αφήνουν οι περισσότεροι να πάνε στα μπαρ που διασκεδάζουμε, και οι ίδιοι περιφρονούν  βαθύτατα και με πείσμα τή ζωή που κάνουμε και που τούς επιβάλλεται αναγκαστικά για δυο μήνες, αποτελώντας έτσι τήν πηγή τού ξαφνικού και ουρανοκατέβατου πλουτισμού τους : τά ήξερα καλά αυτά από άλλα χρόνια, γιατί όσο κι αν ζω σαν τουρίστρια (ακόμα κι αν έλειπε η επαγγελματική δηλαδή περιέργεια) μόνο και λόγω τής κοινής γλώσσας δεν θα μού ξέφευγαν τόσο τά λόγια όσο και τά αισθήματα με τά οποία ψιθυριστά αλλά λυσσαλέα μάς περιλούζουν – ένα μέρος τής σχιζοφρένειας τού νεοελληνικού τοπίου οφείλεται πιστεύω στο ότι η ευημερία του προέρχεται ακριβώς από μια ηθική τήν οποία δεν καταλαβαίνει, και επιπλέον μισεί : (ο φετινός σπιτονοικοκύρης μου, ένας άνθρωπος απροσδόκητα ήρεμος και ιδιαίτερα ευφυής, αν και απόλυτα ντόπιος και λαϊκός, μού τό είπε απλά : ετούτοι εδώ δεν ήμαθαν τίποτα ούτε από τά καλά τών ξένων))

   μέσα λοιπόν στις οκτωβριανές μουντάδες και λιακάδες και μπόρες, ανάμεσα στα (σχεδόν) χειμερινά μπάνια και τή δουλειά που είχα πάρει μαζί μου να κάνω, είχα τήν ευκαιρία στα ελάχιστα μπαρ και καφενεία που ήταν ακόμα ανοιχτά να τούς ξαναβρώ και να τούς ακούσω τώρα (ξανά) καλύτερα : Μιλάω για τούς ενήλικους και ώριμους έλληνες άντρες τής επαρχίας :

   μού έκαναν στην αρχή εντύπωση οι φωνές τους : (τίς είχα ξεχάσει, δεν τίς είχα προσέξει άλλοτε έτσι, ή έχουν όντως αλλάξει από τήν εποχή που ταξίδευα στην ηπειρωτική ελλάδα ; ) Πώς μιλάει έτσι ο κορμός τού έθνους ; Πώς γκαρίζουν έτσι δηλαδή οι έλληνες άντρες (σαν να είναι ακόμα κτηνοτρόφοι και φωνάζουν απ’ τή μια ράχη στην άλλη βόσκοντας γίδες – η αλήθεια είναι ότι αυτή ήταν η δουλειά τους πριν γίνουνε ξενοδόχοι και μάθουνε τηλεοπτικά ιδιώματα (μού είπε κάποιος για έναν πρώην βοσκό που ακούστηκε στην αρχή τής σαιζόν να φωνάζει στο κινητό «μού τρως τόν χρόνο κυρία μου 85 ευρώ σού είπα»)) και πώς δείχνουν επιπλέον τά δόντια τους σαν κάποιον συνεχώς να απειλούνε (μάλλον κάποια) (είχα τήν ανατριχιαστική εντύπωση ότι απειλούν εμένα υπογείως) και τί άσχημα που γελάνε! Ποιος ξέρει γιατί είναι τόσο αγριεμένοι και έξαλλοι τήν ώρα που υποτίθεται ότι ξεκουράζονται διασκεδάζουν και πίνουν καφέ ; Ή εγώ έχω αλλάξει ή η ελληνική φωνή έχει υποστεί πάντως μια μετάλλαξη επί τό απολύτως χειρότερο στις περιοχές τών απολύτως ιθαγενών ομιλητών που λέει κι ο chomsky – γιατί όταν παλιότερα ταξίδευα σε χωριά τής ηπειρωτικής ελλάδας δεν είχα προσέξει τέτοια ποιότητα ναζιστικών ντεσιμπέλ σαν αυτή με τήν οποία  αντηχούσε τώρα τό ήθος και τό ηχόχρωμα τών φωνών τού έλληνα λεβέντη στο καφενείο και μέσα στ’ αυτιά μου :

   ακόμα και τό γέλιο του έχει δηλαδή (δεν ήταν η ιδέα μου, να τό πιστέψετε) εκφοβιστικές και τρομοκρατικές αποχρώσεις, καμουφλαρισμένες πίσω από  μια ενοχική αμφίεση πολυλογίας : Αυτός ο άνθρωπος μιλάει συνέχεια για τόν εαυτό του και δεν ακούει κανέναν, ούτε καν τούς όμοιούς του, πόσο μάλλον τούς άλλους (τίς άλλες) : είναι σαφές εξάλλου ότι πιστεύει πως οι γυναίκες φτιαχτήκανε για να τόν ακούνε : έχετε δει μάγκα που έχει κάτσει ποτέ ν’ ακούσει πάνω από πέντε λεπτά γυναίκα να μιλάει ; και δυσανασχετεί, και ξαναπαίρνει τόν λόγο ανυπόμονα, και συνεχίζει για τρίωρο : αυτός, τό δικαιούται :

   Και τί είπα εγώ τότε ; Ξέρεις τί είπα εγώ τότε ;

   Έχω πάει, τόν έχω βρει, τού έχω πει.

   Έχω παίξει, έχω κλωτσήσει, τόν έχω βρίσει. Τόν γάμησα.

   Αυτός εγώ τόν παραδέχομαι. Δεμένη οικογένεια. Όλα για τήν οικογένεια. Στην εκκλησία όλοι μαζί πάνε. Μού έκανε τό τραπέζι. Να δεις ένα σπίτι.

   Εγώ, ξέρεις τί ποδόσφαιρο έπαιζα ; Έχω πάει, έχω παίξει, θα έπαιζα, δεν έπαιξα. Μπήκε στη μέση ο πατέρας μου ρε πούστη.

   Να σού φέρω εγώ δυο γκόμενες να τίς βάλω υποψήφιες άμα θέλω.

   Δεν μπορείς να βάλεις γκόμενα άμα δεν είναι κάτοικος.

   Σού λέω μπορώ. Δεν μπορείς. Μπορώ. Να πάρω τηλέφωνο, πάει στοίχημα ; Πάρε. Άντε ρε που θα βάλεις γκόμενα.

   Εγώ η γυναίκα μου είναι τόσω χρονώ, μού λέει «αύριο πρέπει να ψωνίσω, θέλω λεφτά, τά παιδιά τό σχολείο» κάνω ότι δεν ακούω τήν αφήνω όλη νύχτα στην αγωνία και τό πρωί τής λέω «πάρε απ’ τήν αριστερή μου τσέπη» θέλει και λίγο χιούμορ ο γάμος.

   Να διατηρείται τό ενδιαφέρον.

    Εγώ νιόπαντρος ήμουνα, τρεις μέρες που είχα παντρευτεί, και μπαίνω στο γήπεδο και βάζω γκολ φωνάζανε Πούστη γαμώ τή μάνα σου, και πάω στην κερκίδα, έτσι, σκύβω και τούς λέω Τώρα παντρεύτηκα έχω γυναίκα να βρίζετε, τέρμα τό γαμώ τή μάνα σου.

   Έλα, πού ’σαι, να μού κατεβάσεις από τό ιντερνέτ αυτά τά τραγουδάκια αύριο.

   θα ’θελα να μπορούσα να γίνω αόρατη και να δω αν η μαλακία αλλάζει μορφή, και πώς, όταν είναι μόνοι οι άντρες μεταξύ τους.

   τά νέα αγόρια τού χωριού (δουλεύουν νομίζω στις δουλειές τών πατεράδων τους τά περισσότερα) κάνουν πάντως τίς φωνές τους επιδεικτικά διαφορετικές : έχουν επιμόνως χαμηλή φωνή, και μιλάνε όπως τά άλλα παιδιά στην αθήνα. Πολύ καλό σημάδι αυτό, πιθανόν να εκτελούνται κάποιες πατροκτονίες παρήγορες (με τήν ψυχαναλυτική έννοια αυτό) οι οποίες δεν συντελούνται καν στην αθήνα υποθέτω, με τέτοια συχνότητα. Ευγενικές είναι και οι φιγούρες τών αλβανών : μια φορά ένα βράδυ τά είπα λίγο on the rocks (μετά πάγου αλλά ήπια, όπως άλλωστε μιλάω πάντα εγώ) σε έναν στο μπαρ που έλεγε στην αρχή καμαρωτά κάτι χιτλερικά για τούς μετανάστες, με τό ύφος τού ανθρώπου που λέει αλήθειες γνωστές και σε γνωστό του ακροατήριο – κάτι αηδιαστικές αρλούμπες τού είδους «έχει μαυρίσει η αθήνα» και η συζήτηση έγινε πολύ ωραία, γιατί δεν κατάλαβα στην αρχή τί εννοούσε, νόμιζα πως εννοούσε απ’ τό νέφος, αυτός όμως γρήγορα έφυγε (σαν κουρασμένος μού φάνηκε) – πάντως τήν επομένη όλοι οι ντόπιοι τής ηλικίας του δεν μέ έβλεπαν και δεν μέ χαιρέταγαν, ενώ τά μάτια μερικών απ’ τά συνεσταλμένα αγόρια (που δουλεύουν εδώ κι εκεί εργάτες) είχαν αναμφίβολα γλυκάνει. (Τόσο γρήγορα ταξιδεύουν τά νέα λοιπόν στο χωριό ; ) (Νά λοιπόν με τί ασχολούνται οι άντρες όταν είναι μεταξύ τους : Ξέρεις τί είπε αυτή ; Αυτή εκεί ξέρεις τί είπε ; Και γιατί δεν τής είπες – Εγώ θα τής έλεγα – Α ρε μαλάκα, τήν άφησες χωρίς να τής πεις – Άς τή μαλακισμένη – Όχι ρε, έπρεπε να τής τό πει ο μαλάκας – Εγώ ξέρεις τί θα τής έλεγα ; )

   αποθαρρυντικό είναι τό τηλεοπτικό ύφος πρόσωπο στήσιμο και η ομιλία τών κοριτσιών : σαν να θέλουν να δείξουν με πείσμα ότι η φιλοδοξία τους είναι να ζήσουν και να πουν ό,τι βλέπουν κι ακούνε : και να κερδίσουνε τήν καρδιά και τά κτήματα κάποιου απ’ αυτούς τούς ντόπιους – οι οποίοι έτσι κι αλλιώς αν δεν δουν τέτοιο στήσιμο πρόσωπο κι ύφος και ομιλία δεν δίνουν ούτε καρδιά ούτε κτήματα (αν δεν παντρευτείς τήν γκόμενα που μοιάζει με τήν τηλεόραση, ποια θα παντρευτείς, καμιά πουτάνα που να μοιάζει σαν αυτή τής αθήνας ; ). Ξέρω βέβαια, και εκ πείρας και από διαίσθηση (και για λόγους αρχών) ότι πρέπει να υπάρχουν και κορίτσια που μισούν αυτή τήν αποβλάκωση και φιλοδοξούν να τής ξεφύγουν αλλά δεν κυκλοφορούν στους δρόμους τέτοια ώρα μάλιστα – και πιθανώς μπορεί ακόμα δεν αποκλείεται και να διαβάζουν τίποτα – ή να σκέφτονται μόνα τους : δεν τά βλέπεις πάντως στον δρόμο τέτοια ώρα κιόλας, ώσπου νά ’ρθει η ώρα να τά δεις μέσα ή έξω (από καμιά συναυλία ή κάνα πανεπιστήμιο) και να τρίβεις τά μάτια σου

   μεγάλη παρηγοριά είναι ο σπιτονοικοκύρης μου, τό ξανάπα υποθέτω : με τό που τού είπα «Να σού δώσω ταυτότητα ; »

   μού απάντησε με τό πιο μάγκικο ύφος :

   «Γιατί, σκοπεύεις να τήν κάνεις ; »

   εγώ δεν τήν έχω κάνει σε τρισχειρότερους, σε σένα θα τήν κάνω που είσαι μια χαρά, ψέλλισα. Πέρασαν με τή σειρά αυτόματα από τό μυαλό μου όλοι οι ένδοξοι δωματιάρχες και ξενοδόχοι που ’χουνε παρελάσει στην ώς τώρα καλοκαιρινή μου ζωή : όλα τά χρόνια που ταξίδευα με παρέα και στο ίδιο πάντα (άλλο) νησί, είχαμε τήν ευφυή κακεντρέχεια να δίνουμε μονίμως κάθε χρόνο τήν ταυτότητα τού ίδιου, ώστε να μένουν όλοι όλα τά χρόνια με τή διαρκή απορία για τήν ηλικία τού άλλου :

   τό θέμα τής ηλικίας είναι τό μόνιμο ενδιαφέρον τών κουτσομπολιών, – τό θέμα τής ηλικίας, και τού πώς και με ποιον τό κάνει ο καθένας : «Πώς τόν παίρνει» κατά τό προσφυώς λεγόμενον : εννοείται ότι πάντα ο πρωταγωνιστής είναι πούτσος και πάντα κάπου μπαίνει – γαμάει και δέρνει – δεν νοείται άλλου είδους έρωτας για τήν επαρχία τού πλανήτη :

   βέβαια, τό βλακώδες κλισέ έχει χρωματίσει και τήν ψυχανάλυση : ο ιδρυτής της τέλος πάντων δικαιολογείται λόγω τής καθυστέρησης τών χρόνων που έζησε – ούτε οι γυναίκες δεν τολμήσαν να τού βάλουνε πάγο – αλλά απορεί κανείς, κρατάνε όλα τόσο γερά ώς σήμερα ; Αν μάς βλέπει κανένας αρειανός θα κάνει τόν σταυρό του.

   με τό «κανένας αρειανός» θυμήθηκα τήν άλλη μαλακία τής εποχής (γλωσσολογική αυτή) να έχουμε καταργήσει (εδώ και πέντε χρόνια περίπου διά ροπάλου) τήν ωραιότατη ελληνική υπερ-άρνηση : Να πάρουμε κάνα φίλο, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα :

   ακόμα δεν έχω συμφιλιωθεί εγώ πάντως μ’ αυτήν τήν τηλεορασόπληκτη καθωσπρέπει θετικότητα : Θέλετε κάτι ; Είπατε κάτι ; Όχι ρε, δεν είπα απολύτως τίποτα, δεν λέω γενικά απολύτως τίποτα : Να τό κάνουμε κι αυτό «δεν λέω γενικά απολύτως κάτι» ;

   αλλά γέλασα πολύ (από μέσα μου) με τό πώς τήν πάτησαν οι κυριούληδες πού’κατσαν να φάνε δίπλα : αφού είπαν τίς μαλακίες τους δίνοντας τήν παραγγελία, πρόσθεσαν βιαστικά Φέρτε και καμιά πατατίτσα, στο τέλος.

   περιμένω βέβαια τή μέρα που οι ασώματες κεφαλές στην τηλεόραση θα τό  κάνουν Φέρτε και κάποια πατατίτσα. Αμήν και πότε.

   έχω παρατηρήσει πάντως (στον εαυτό μου) πως όταν γίνει κάτι πολύ τής μόδας ασκεί μια τέτοια τρομοκρατία και πάνω μου που αρχίζω να τό υιοθετώ κι εγώ, υπό όρους έστω και διά τής βίας : Λέγοντας όμως τώρα «θες να σού φέρω κάτι ρε παιδί μου να συνέλθης ; » εκεί που θα ’λεγα «θες να σού φέρω τίποτα ; έχεις ανάγκη από τίποτα ; » αρχίζω να παρατηρώ μια διαφορά : Έχουν δημιουργηθεί αποχρώσεις που δεν υπήρχαν πριν, λες και η ίδια η νέα έκφραση γίνεται από μόνη της καλλιτεχνική στη συνέχεια, σε πείσμα τής βλακείας που τήν καθιέρωσε : Είναι άλλο (πια) τό «θες κάτι να σού φέρω ; » από τό «θες να σού φέρω τίποτα ; » Λες και στην πρώτη περίπτωση φοβόμαστε ότι θα τόν πληγώσουμε πολύ τόν άλλον αν τού μιλήσουμε απότομα.

   (Τό «δεν θέλω όμως απολύτως τίποτα» δεν μπορεί να μετατραπεί. Τό αντίστοιχο είναι αυτό τό άοσμο «εγώ δεν θέλω κάτι» που μυρίζει αποπνικτικά τηλεόραση.) 

   οι ελάχιστοι τουρίστες περπατάμε λοιπόν πάνω–κάτω σαν ξεκούρδιστες (και άδικες) κατάρες, τρώμε και πίνουμε στα ελάχιστα μαγαζιά που ’χουν μείνει ανοιχτά, κάνουμε μπάνιο στις απόμακρες παραλίες για να ’χουμε τήν ησυχία μας, και οι ντόπιοι μάς κοιτάν με τά κιάλια με τήν ησυχία τους κι αυτοί. (Η μόδα τού μπανιστηριού με τά κιάλια είναι παλιά – τήν ήξερα κι απ’ τά ηπειρωτικά παραθαλάσσια χωριά. Δικαιολογείται απ’ τό ότι σ’ αυτά τά μέρη όλοι λίγο–πολύ είναι ναυτικοί και τά κιάλια είναι μέρος τής οικοσκευής τους. Τά χρησιμοποιούνε τώρα όλοι στην ξηρά για να βλέπουν γυμνούς κώλους και βυζιά – θα ’θελα να μπορούσα ν’ ακούσω και τά σχόλια όμως –)

   όσο πιο μεγάλης ηλικίας είναι αυτοί οι ντόπιοι πάντως τόσο πιο πολύ βγαίνει απ’ τά μάτια τους μια ευγένεια και μια καλοσύνη (και κάποτε και μια ομορφιά) προ–τουριστικής περιόδου : μού θυμίζει τήν αρχοντιά ανθρώπων που είναι κύριοι στον τόπο τους και χαιρετούν απλώς τούς επισκέπτες (Τότε βέβαια οι επισκέπτες δεν τούς  γδυνόντουσαν). Εν πάση περιπτώσει η ευγένεια αυτή, έστω και ηθικολόγα, μού θυμίζει μια ελλάδα που αγαπούσα σα βλάκας κάποτε

   μόνο οι μεγάλης ηλικίας που τούς συναντάω τώρα στον δρόμο ή στο καφενείο όμως : (ο σπιτονοικοκύρης μου είναι μοναχικός δεν πάει στο καφενείο) (αυτός έχει να κάνει μόνο με τήν αύξηση τού χρόνου)  – μιλάνε λοιπόν όλοι, νεότεροι και γηραιότεροι, πολιτικά μια που επίκεινται εκλογές : τό νησί είναι ιδιαιτέρως ανάστατο λόγω τού κτήνους τού καλλικράτη (τό ξέρετε τό ανέκδοτο με τόν ικτίνο και τόν καλλικράτη να μην τό ξαναλέω) και εγώ τήν πατάω στην αρχή παίρνοντάς τους στα σοβαρά. Αργότερα καταλαβαίνω πως λένε ό,τι τούς κατεβαίνει και κυρίως ανάλογα με τό τί τούς βολεύει  τήν κάθε μέρα. (Όταν γνωρίζω καλύτερα κάποιους νεότερους και μού τά εξηγούνε, τά καταλαβαίνω κι εγώ. Είναι πάντως απίστευτη η ικανότητα τού χωριάτη να κοροϊδεύει, τό θέμα είναι τόσο παλιό που καταντάει κιτς ακόμα και να τό αναφέρεις – ο χοντρομπαλζάκ έχει κεντήσει επ’ αυτού (στους «χωριάτες» του. Δεν έχουν αλλάξει και πολλά, αν δεν τό ’χετε διαβάσει διαβάστε το))

   εν πάση περιπτώσει όλοι είναι απαισιόδοξοι στις προβλέψεις τους και όλοι μιλάνε καταρχήν σαν να ’ναι τής σταλινικής αριστεράς (μη–σταλινική αριστερά δύσκολα θα βρεις στην επαρχία) και μάλιστα ένας γεράκος είπε μια μέρα τό καταπληκτικό «ουΐ κι αλίμονό μας», που πολύ μού άρεσε. Και πάντως όλοι κοροϊδεύουνε τόν αριβισμό τών πολιτικάντηδων, «άμα έχεις 400 ψήφοι» λέει ο ένας, «και ποιος έχει τόσοι ψήφοι» λέει ο άλλος, «γιατί δεν έχουν αυτοί εξακόσοι ψήφοι ; » «και χίλιοι ψήφοι έχουνε» λέει ο παράλλος, και μένα μ’ άρεσε αυτή η ονομαστική, είχα καιρό να τήν ακούσω : (η αλήθεια είναι ότι στις βαθύτερες τάσεις τής γλώσσας η ονομαστική επικρατεί ραγδαία – ουσιαστικά η δημοτική δείχνει μια αυξανόμενη αντιπάθεια για όλες τίς (άλλες) πτώσεις –)

   ο σπιτονοικοκύρης μου είναι αυστηρός και φειδωλός στα πολιτικά (τούς ηξέρω εγώ αυτούς), και εξαιρετικός συνομιλητής στα υπόλοιπα : σ’ αυτόν ανήκει η τιμή για τήν επαναφορά τής αύξησης : στη μνήμη μου εννοώ : τής χρονικής αύξησης, η οποία λοιπόν μπαίνει παντού, και όχι μόνο στον παρατατικό αλλά και στον ενεστώτα, για να μην πω και στον μέλλοντα : Παράξενο φαινόμενο βέβαια, και στα βιαστικά πήγα να κρατήσω μερικές σημειώσεις πάνω στο ένα βιβλίο που είχα μαζί μου εκείνη τή στιγμή στην τσάντα μου (μια ιστορική αναδρομή για τήν πανούκλα στον μεσαίωνα – τό άλλο που κουβάλαγα στον σάκο ήτανε ένα παιδικό παραμύθι τού τεντ χιουζ, τού άντρα τής σύλβιας πλαθ) (παρενθετικά να πω ότι τά δικά μου βιβλία μ’ αρέσει να τά στραπατσάρω, να γράφω να σχεδιάζω και να ζωγραφίζω ακόμα πάνω τους, και γενικά όποιος τά ανοίξει έχει συνήθως τήν εντύπωση ότι έχουν γίνει όργια μαζί τους – και πολλές φορές έχουν γίνει πράγματι μαζί τους πράγματα που μοιάζουν με όργια – δυσπιστώ επομένως συνήθως προς τούς ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τά βιβλία σαν ιερά σκεύη και τά θέλουν καθαρά και ανέγγιχτα (στα δικά μου, αν είναι πολύ αγαπημένα, μπορείς να καταλάβεις όχι μόνο τόν χρόνο που τά διάβαζα αλλά και σε ποιον χώρο τά διάβαζα, και αν ήτανε χειμώνας ή καλοκαίρι, κι αν ήμουνα καλοδιάθετη ή ευτυχισμένη), αλλά επειδή τίποτα δεν τού ξεφεύγει μέ ρώτησε αμέσως τί γράφω εκεί κι αν γράφω αυτά που λέει, και γω σταμάτησα γιατί φοβήθηκα μη χάσει και τό κέφι του (έχουν μια μάλλον δικαιολογημένη δυσπιστία προς όσους ηγράφουν τά λόγια τους) – κι έτσι δεν τά ’χω πια παρά μόνο συνοπτικά

   (η ζωντανή γλώσσα, όταν ένας τύπος τής παλιάς τής φαίνεται ισχυρός και πολύ επιβλητικός τόν σέβεται απολύτως, καταργώντας τον (αυτό συμβαίνει με τό κατέβασμα ας πούμε τού τόνου στη γενική, και γενικότερα με τήν γενική τής καθαρεύουσας : για παράδειγμα επειδή η γενική «τών ανθρώπων» ήταν πολύ ισχυρή, έγινε και η ονομαστική «οι ανθρώποι», καταργώντας έτσι ουσιαστικά και τόν λόγο τής διάκρισης – και επίσης, επειδή τό κατέβασμα τού τόνου σημαίνει «μόρφωση» τό βάζουμε πλέον και στα λάχανα : όχι μόνο τού μενιδίου και τού περιστερίου, αλλά και «τού αιγαλέου», και «ανεξαρτήτου φύλου»). Υποκύπτοντας (παρά–υποκύπτοντας) στον τύπο (στην περίπτωση μάλιστα τού «ανεξαρτήτως» που γίνεται «ανεξαρτήτου» έχουμε κι ένα δεύτερο φαινόμενο, τήν πλήρη εξαφάνιση πλέον τού επιρρήματος που φαίνεται είναι πιο ακατανόητο – ιδίως μετά τήν διά ροπάλου επικράτηση τών «δημοτικών» εις –α (άμεσα και κύρια) – μετατρέπεται λοιπόν τό επίρρημα σε επίθετο, κατανοητότερο : καθόλου δημοτικό, και συνεπώς τού δίνουμε και καταλαβαίνει : ανεξαρτήτου θέματος) : υποκύπτοντας επομένως ο ιθαγενής ομιλητής στη δύναμη τής καθαρευουσιάνικης γενικής αποδεικνύει επιμόνως, αν και ασυνειδήτως, ότι ο τύπος στη νεότερη γλώσσα έχει χάσει τελείως τό νόημά του : επιζεί ως απολίθωμα : πολύ σπουδαία εκδίκηση

   ίσως δεν υπάρχει όμως πιο έντονη εικονογράφηση αυτού τού πράγματος, απ’ τόν τρόπο με τόν οποίο «διατηρείται» η χρονική αύξηση (παραδιατηρείται δηλαδή, ακόμα κι εκεί που ούτε μπήκε ποτέ, ούτε θα έμπαινε ποτέ) : στο αστικό ιδίωμα έχουμε σημεία–σταθμούς, όπως τό περίφημο απηύδησα : που έχω απαυδήσει να τό ακούω, να τό ακούω δηλαδή ως «έχω απηυδήσει».)

   ο σπιτονοικοκύρης μου λοιπόν μού δίδαξε ένα γνήσιο χρονοαυξητικό ιδίωμα που πρώτη φορά τό άκουσα να είναι τόσο συνεπές – νομίζω – :

  αυτά τα ήρχομαι, ήμαθα, ήφερε, ήμαθε, και ηδιπλόφαε αστακό πού έπεφταν μαζί με άλλα πολλά σε ρυθμό πολυβόλου στο τραπέζι, έφτασαν στο τέλος να μού δίνουν τήν εντύπωση ότι δεν κοροϊδεύουν καν τήν αρχαιοπρεπή αύξηση αλλά εικονογραφούν απλώς μια ιδιωματική προφορά τού –ε ως –η (τό αντίθετο βέβαια συμβαίνει στ’ αρχαία όπου βεβαιωθήκαμε πια ότι τό –η προφερόταν –ε χάρη στο βέλασμα «βη βη», αλλά ποιος μάς λέει ότι και τό –ε δεν ακουγόταν τότε σαν –ι (όπως ακούγεται τό –η σήμερα) ; εξάλλου δεν είναι ανάγκη να ’ναι αρχαίας καταβολής τίποτα) – τό σίγουρο όμως είναι ότι στ’ αυτιά κάποιων ιθαγενών ομιλητών τό αρχαίο –η που έδειχνε ότι πέρασε χρόνος πολύς από κάτι, και που έγινε μονοσήμαντα –ε στη νεότερη, επιζεί τώρα για όλους σχεδόν τούς χρόνους σαν να κοροϊδεύει ακριβώς όλους σχεδόν τούς χρόνους…

   αντιαισθητικό ήτανε τό αρχαίο μίσος που διαπίστωσα ότι υπερβαίνει πάντως όλους τούς χρόνους, και που επίσης διαπίστωσα ότι είναι τόσο τής μόδας, που θεωρείται πλέον ακίνδυνο : τό μίσος για εβραίους χωρίς άλλο προσδιορισμό (έφταιγε βέβαια και τό βιβλίο για τήν πανούκλα που διάβαζα, αλλά είχα θυμηθεί και πολλά και διάφορα, ώσπου τελικά θυμήθηκα και τόν φούρναρη, και τά κατάφερα τελικά να θυμώσω…) :

   ανάμεσα σ’ αυτούς δηλαδή που παίρναν μέρος στις συζητήσεις στο καφενείο ήταν και μερικοί που ακούγανε και δεν μιλάγανε (βέβαια εγώ τελικά δεν κατάλαβα ποτέ πώς πέρασε τόσο ανώδυνα τό ότι μέσα σε λίγες μέρες οι πιο θυμωμένοι, εκείνοι που θέλανε να σαμποτάρουνε τίς εκλογές στο σύνολό τους ακριβώς, κατέβαιναν πια (με όλοι τίς ψήφοι τους εννοείται) υποψήφιοι με μεγάλο κόμμα – αλλά ενγένει καφενείο είναι, άλλοι πίνουνε καφέδες, άλλοι παίζουνε χαρτιά, η τηλεόραση παίζει αηδίες, και παίζουνε και μερικά ωραία ρακόμελα) : τά καλύτερα όμως ρακόμελα έρχονται στο μπαρ τό βράδυ : εκεί καταφτάνουνε επιτέλους και οι «αμίλητοι» τού καφενείου, ένας στεριανός οικοδόμος και ένας κυριούλης από άλλο νησί : είναι πολύ κεφάτοι, τά λέμε στην μπάρα και αυτοί καταλήγουν να τραγουδάνε ντουέτο δημοτικά ενώ τό μαγαζί έπαιζε τζαζ εκείνη τήν ώρα : διηγούνται επιπλέον σε μένα, που είμαι μικρότερη για να μαθαίνω, διάφορα οικογενειακά τους από τόν εμφύλιο («εμείς είμαστε όλοι αριστεροί, κουμουνιστές για να καταλάβεις, σκοτώσαν όλη μου τήν οικογένεια») και βρισκόμαστε γενικά σε μία ελαφριά ευφορία, μια χαζοπιωμένη σύμπνοια : ο κυριούλης έχει ενθουσιαστεί απ’ τή μεριά του κιόλας που ξέρω για τό βιβλίο που διαβάζει («δώδεκα σελίδες έχω να τό τελειώσω») και κει κάπου ο χτίστης πετάει άνευ κανενός λόγου και ως επιστέγασμα τής φιλίας μας τό «δεν τούς πάω καθόλου εγώ τούς εβραίους, τούς σιχαίνομαι» – με τό ύφος που έχουμε όλοι μας όταν είμαστε με φίλους και λέμε κοινές αλήθειες

   είχα πάρει βέβαια τίς πρώτες ανάποδες τήν προηγουμένη που άκουσα να αιωρείται αορίστως πίσω μου από κάποιους στην ατμόσφαιρα μια παρεμφερής διαχρονικότητα με τήν πρωτότυπη διατύπωση κιόλας «ο χίτλερ ήτανε ο καλύτερος ευρωπαίος» (πέραν αυτού όμως έτυχε να διαβάζω και τό βιβλίο για τήν πανούκλα που σάς λέω τήν ίδια εποχή)

   επιπλέον είχα και τό προηγούμενο με τόν φούρνο ( : ήταν ένα φούρνος καλός και σε καλό μέρος τής πόλης απ’ όπου έπαιρνα ψωμιά και πιροσκί (γιατί μ’ αρέσουν τά πιροσκί με κιμά που τώρα πια δεν τά φτιάχνουν) λοιπόν συμπαθούσα τήν καθαριότητα εκείνου τού ιδιοκτήτη και είχαμε γίνει γνωστοί και μιλάγαμε καμία φορά : ένα απόγεμα όμως εκεί που έδειχνε η τηλεόραση τόν μπους και λέγαμε διάφορα απαξιωτικά για τούς αμερικάνους, γινόταν ο πόλεμος στη γιουγκοσλαβία, καθώς τύλιγε προσεχτικά τά ψωμιά μου έκανε και μια κίνηση με τό γαντοφορεμένο του χέρι και πρόσθεσε με μια εκφραστικότατη γκριμάτσα απέχθειας «τί τά θέλετε όλοι αυτοί είναι εβραίοι» : «εβραίοι είναι όλοι τους» : (στη συγκεκριμένη περίπτωση έμεινα ξερή, πήρα τά πράγματά μου κι έφυγα – απλώς δεν ξαναπάτησα – κατά σύμπτωση έκλεισε μετά από λίγο καιρό – έβλεπα όμως ακόμα και στον ύπνο μου τή σκηνή και εκνευριζόμουνα, για μεγάλο διάστημα : δεν συγχωρούσα δηλαδή τόν εαυτό μου που δεν τού είπα κάτι σαν «να προσέχετε πάντως πώς μιλάτε γιατί μπορεί να ’χετε και εβραίους πελάτες : μπορεί κι εγώ να είμαι εβραία» : και χαιρόμουνα αναδρομικά που τόν έβλεπα στον ύπνο μου να κοιτάζει τό σηκωμένο μου δάχτυλο με τό στόμα ανοιχτό και να χάσκει : «εδώ σέ θέλω εμποράκο, να χάσεις πελάτη εξαιτίας τών ιδεών σου, για να σέ δω, πόσο θα τίς αντέξεις τίς μαλακίες. Σού ’χει πει ποτέ κανείς “κύριε μπορεί κι εγώ να είμαι εβραίος″ όταν λες τρίχες τέτοιων διαστάσεων ; » Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι θα έχασκε, και ότι τό σηκωμένο δάχτυλο σ’ αυτή τήν περίπτωση τούς αφήνει όλους με τό στόμα ανοιχτό. Γενικά όταν πεις οτιδήποτε στον άλλον με διδαχτικό ύφος, τόν γκομπλάρει : πόσο μάλλον να νομίζει ότι συμφωνείτε κι εσύ να τού δείξεις κιόλας ότι έχασε και πελάτη). Τέλος πάντων είχα τσαντιστεί που δεν τού τά ’πα έτσι ωραία τότε και μού ’χε μείνει…)

   χαρακτηριστικό είναι ότι κανείς απ’ όλους αυτούς που βρίσκουν τήν ευκαιρία να επαναφέρουν τόν αιώνιο χρόνο με όλους του τούς ρατσισμούς, δεν θίγουν τό θέμα τού ισραήλ : και δεν τό θίγουν γιατί είναι αμόρφωτοι και αδιάβαστοι και απλώς κρύβονται πίσω απ’ τόν αιώνιο χρόνο τού μίσους – όσο ακριβώς εύκολο και ανώδυνο βρίσκουν επίσης τό να είναι μισογύνηδες : φυσικά όταν μιλάμε για ισραηλινούς μπορούμε να τό συζητήσουμε, αλλά αυτό τό «εβραίος» που πετιέται λες και είμαστε όλοι σύμφωνοι, μού ανάβει τά λαμπάκια : κάποτε με τά πολλά φασιστικά που κάναν οι ισραηλινοί είχα καταλήξει στην αρχή σε μια διατύπωση ότι «δεν υπάρχουν εβραίοι, εβραίοι είναι μόνο όσοι περάσαν από τό άουσβιτς» – τώρα όμως βρίσκω αυτή τή λύση ανεπαρκή : οι ίδιοι οι διαφωνούντες εβραίοι μέσα στο ισραήλ ονομάζουν τούς εαυτούς τους εβραίους και καθώς αυτοί δείχνουν τόσο μεγάλο κουράγιο και δύναμη και ευφυία οφείλουμε τό πράγμα τέλος πάντων να τό σεβαστούμε : Άμα θέλει κανείς να τά βάλει με τούς ισραηλινούς λοιπόν, να τά βάλει με τόν φασισμό τών ισραηλινών, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει συνεπώς καταρχάς να μην είναι ο ίδιος φασίστας. Όταν οι φασιστικές ομάδες βρίζουν τούς «εβραίους» γι’ αυτά που κάνουν στους παλαιστίνιους, πρέπει να τούς πει λοιπόν κανείς καταρχάς «δηλαδή σ’ ενοχλεί ο φασισμός, εσένα που ’σαι φασίστας ; θα ’πρεπε να τούς συμπαθείς τούς ισραηλινούς, εσύ ειδικά». Δοκιμάστε απλώς να τούς τό πείτε και θα δείτε πώς μένουν με τό στόμα ανοιχτό (τό ’χω κάνει, αυτό, μία φορά και όντως χάσκουνε – είναι απόλαυση να τούς βλέπεις διότι και είναι και αργόστροφοι). Στο θέμα τού αντισημιτισμού επομένως δεν τούς ενοχλεί καθόλου ο φασισμός, απλώς βρίσκουν μια ευκαιρία με πρόσχημα τό ισραήλ να νομιμοποιήσουν τό πανάρχαιο και διαχρονικό μίσος – που πραγματικά είναι μυστήριο από πού ξεφύτρωσε (για τόν ρατσισμό κατά τών γυναικών έχω κάποιες απαντήσεις, για τόν ρατσισμό κατά τών εβραίων μάλλον δεν έχω, και επιστρέφω κάθε φορά μονότονα στον χορκχάϊμερ, είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε αν θέλετε τή γνώμη μου : και η άρεντ ανεπαρκής πιστεύω ότι είναι, κι αυτό γιατί δεν μπόρεσε να τά βγάλει πέρα με τά προσωπικά της και τόν φασίστα που ’χε ερωτευτεί.) Εντούτοις τό βιβλίο μου για τήν πανούκλα μού έδωσε στοιχεία που δεν τά ήξερα – από μια άποψη όχι μόνο «εξηγεί» τό μίσος τουλάχιστον για τήν ευρώπη, αλλά βρήκα και λεπτομέρειες ανατριχιαστικές – ακόμα και λύσεις γλωσσολογικές (για τή λέξη «ολοκαύτωμα» παραδείγματος χάρη, που όταν άρχισε να καθιερώνεται στη θέση τής λέξης «γενοκτονία» που υπήρχε μέχρι τότε, μέ είχε μπερδέψει και δεν μπορούσα να τό καταλάβω – τό θεώρησα μάλιστα και σαν ένα είδος σφετερισμό σχετικά με τά ολοκαυτώματα που μαθαίναμε στο σχολείο (τό κούγκι με τόν καλόγερο σαμουήλ ή τό αρκάδι) : βάζαν φωτιά και τινάζονταν στον αέρα όλοι μαζί, μαζί με τό κτίριο – με τούς εβραίους όμως αλλιώς έγινε, γιατί καθιέρωσαν μια τέτοια λέξη που ήταν άσχετη ; ) έλα όμως που δεν ήταν… επρόκειτο απλώς για τήν επιστροφή τού χρόνου… γιατί απλώς δεν ήξερα τί ολοκαυτώματα είχανε γίνει (και ίσως μάλιστα οι εβραίοι να ’ναι και οι πρώτοι εφευρέτες αυτής τής πρακτικής : )

   τό βιβλίο τού norman cantor in the wake of the plague από θεωρητική άποψη δεν αξίζει και πολλά, βάζει τήν οξφόρδη και τούς φιλοσόφους της πάνω απ’ όλα, και είναι και αρκετά συμβατικός στη σκέψη του – αλλά από στοιχεία έχει μπόλικα (πρέπει να ’ναι η τελευταία και πιο ενημερωμένη εκλαϊκευτική σύνοψη όλων τών επιστημονικών συμπερασμάτων) για τίς αιτίες και τίς επιπτώσεις εκείνης τής πανούκλας που από τό 1347 ώς τό 1350 ρήμαξε τόν δυτικοευρωπαϊκό χώρο και μείωσε τόν πληθυσμό του, τουλάχιστον κατά τό ένα τρίτο  (μπορούμε να φανταστούμε κάτι ανάλογο σήμερα ; όπως λέει κάπου ο κάντορ πετυχημένα, πρέπει να τό παρομοιάσουμε μάλλον με πυρηνικό όλεθρο παρά με επιδημία : ) η ευρώπη στην πραγματικότητα έκανε αιώνες να συνέλθη από κείνη τή μείωση τού πληθυσμού ο οποίος είχε αυξηθεί κατακόρυφα γύρω στο 1200… – τήν εποχή τής και πρώτης λεγόμενης αναγέννησης – τότε με τούς τροβαδούρους τούς ερωτοτραγουδιστές, τόν δάντη, και τά λοιπά – όταν μια ξαφνική βελτίωση τού κλίματος επί τό θερμότερον έφερε ζεστασιά στις ζωές και τίς καρδιές… : φαίνεται λοιπόν ότι οι ειδικοί, από τίς γραπτές μαρτυρίες τών χρόνων εκείνων, έχουν καταλήξει στο ότι η βουβωνική πανώλη ή πανούκλα ή μαύρος θάνατος ή plague ή black death ήταν στην πραγματικότητα δύο διαφορετικές επιδημίες που πέσαν περίπου ταυτόχρονα : από τή μια ο βάκιλλος τής πανώλης, που μεταφέρθηκε με ψύλλους που κουβάλησαν στις πλάτες τους αρουραίοι οι οποίοι αποβιβάστηκαν στα λιμάνια τής μεσαιωνικής και αναγεννησιακής  ευρώπης με τά πλοία που ήρθαν από χώρες τής ανατολής (οι οποίες δοκιμάζονταν κατά κανόνα από πλημμύρες σεισμούς εκρήξεις ηφαιστείων και άλλα τέτοια φαινόμενα που ευνοούσαν τήν ανάπτυξη επιδημιών) – και από τήν άλλη τό μικρόβιο τού άνθρακα που αναπτυσσόταν (κυρίως μέσω τής κακής διατροφής και τής βρώμας) στα κοπάδια τών ευρωπαίων αγροτών (σημερινό αντίστοιχο οι τρελές αγελάδες) : (υπάρχουν και πιο εξτρέμ θεωρίες πλέον για όλες τίς αρρώστιες τού πλανήτη κι όχι μόνο για τήν πανώλη, ότι προέρχονται από ιούς που πέφτουν απ’ τό διάστημα – όπως πέσαμε κι εμείς οι ίδιοι σαν είδος, κατά τήν ίδια θεωρία – η θεωρία τής «αστρικής σκόνης») σήμερα οι περισσότεροι επιστήμονες εξηγούν πάντως με τόν έναν ή τόν άλλον τρόπο ό,τι για τούς ευρωπαίους εκείνους φαινόταν ανεξήγητο, τίς διαφορετικές δηλαδή επιπτώσεις τής πανούκλας και τά διαφορετικά της συμπτώματα (τό περίεργο είναι ότι από εκείνες τίς επιδημίες φαίνεται να γλίτωσε τό ανατολικό ρωμαϊκό κράτος (τό βυζάντιο) και ο κάντορ δεν ασχολείται με τό θέμα ιδιαίτερα («ευρωπαίος» με τή χειρότερη έννοια εδώ), αλλά ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι οι επικοινωνίες ήταν χωρισμένες τότε, και τά καράβια που φτάναν στα λιμάνια τής δυτικής ευρώπης δεν σταματούσαν στα βυζαντινά : όμως και η ελλάδα είχε πανούκλες από πολύ παλιά, και η γνωστότερη είναι ο «λοιμός» τού πελοποννησιακού πολέμου που έκρινε εν πολλοίς και τήν έκβασή του – τό δε βυζάντιο είχε μία τουλάχιστον εξαιρετικά καταστροφική τέτοια επιδημία στα 500 (μ.χ.) – αναφέρω τίς χρονολογίες όπως καταλάβατε έτσι, αντί για τά ακαδημαϊκώς ορθά «6ος αιώνας» ή «14ος αιώνας» που εμένα πάντα μέ μπερδεύουν)

   χωρίς πολλή φαντασία μπορεί κανείς να φανταστεί λοιπόν τόν πανικό μιας ολόκληρης ηπείρου – και δεδομένης τής έλλειψης φαρμάκων να δικαιολογήσει κάπως και τίς μεταφυσικές «λύσεις» και «απαντήσεις» που δίνονταν για τήν πανούκλα που έριχνε ο θεός στον κόσμο για τίς αμαρτίες του : εδώ, στην σημερινή υπερ–ιατρικοποιημένη εποχή που τά ξέρουμε υποτίθεται όλα, και τέτοιες «ερμηνείες» για τήν αντίστοιχη πανούκλα ξεφύτρωσαν τόσο γρήγορα ( : μεταμφιεσμένες σε ιατρικοειδή πλέον ηθικολογία) μπροστά στον σημερινό (αντίστοιχο) πανικό για τό aids : ένα στοιχείο που έκανε εντύπωση στους ανθρώπους τής εποχής (στοιχειώδεις στατιστικές ικανότητες είχαμε εξανάγκης οι άνθρωποι φαίνεται πάντα) ήταν τό ότι η πανούκλα έπληττε πολύ λιγότερο τούς εβραϊκούς πληθυσμούς : αυτό είναι σαφές και αναντίρρητο ιστορικό γεγονός – τό οποίο εξηγείται μέσω τής «πανουργίας τού λόγου» όμως που θα ’λεγε και ο χέγκελ : εξηγείται δηλαδή μέσω τών διακρίσεων ακριβώς και τού αντισημιτισμού απ’ τή μια, και μέσω τής πιο πολιτισμένης κοινωνικής και προσωπικής ζωής τών ίδιων τών εβραίων από τήν άλλη : τά δύο φαινόμενα αλληλοσυμπλέχτηκαν και τούς σώσανε (παροδικά) – για να τούς εξαφανίσουν στη συνέχεια (με τόν φριχτότερο τρόπο, ως μέρος τού ίδιου φαινομένου) :

   oι εβραίοι ήταν πολύ καθαροί : ήταν πολύ καθαροί ως λαός, ακόμα και μέσω θρησκευτικών εντολών : πλενόντουσαν δηλαδή, δεν βρωμούσαν όπως οι υπόλοιποι ευρωπαίοι τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης ( : και αργότερα) : είχαν μάλιστα μπανιέρες στα σπίτια τους, κι αυτός ήταν και ο ένας τρόπος με τόν οποίον οδηγούνταν ευκολότερα στα βασανιστήρια τήν πυρά και τήν εξορία όταν άρχισαν οι διωγμοί στην ισπανία στα 1400… (οι πρώτοι μεγάλοι διωγμοί κατά τών εβραίων είχαν γίνει στην αγγλία απ’ τά 1200…) : έχει καταγραφεί ότι οι εισβολές και οι έρευνες στα σπίτια τού πληθυσμού για να βρουν εβραίους αποβλέπανε πρωτίστως στο να βρούνε τίς μπανιέρες : αν τό σπίτι είχε μπάνιο ήταν εβραϊκό, ό,τι και να λέγανε οι κάτοικοί του… Τό άλλο στοιχείο που δούλεψε υπέρ τους μέχρι να δουλέψει εναντίον τους ήτανε ο ίδιος ο αντισημιτισμός και οι διακρίσεις μέσα στις οποίες ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν : τό γεγονός δηλαδή ότι δεν τούς επιτράπηκε ποτέ να είναι αγρότες, να έχουν γη ή να δουλεύουν στη γη : βάσει αυτής τής απαγόρευσης αναγκάστηκαν να είναι αποκλειστικά αστικοί πληθυσμοί και να γίνουν ή τεχνίτες ή τοκογλύφοι (να ασχολούνται δηλαδή με τήν αγορά μόνο χρήματος) (αυτό τούς επιτρέπονταν επειδή ο τοκισμός και ο δανεισμός απαγορεύονταν υποτίθεται στους χριστιανούς : ) ήταν επομένως προφυλαγμένοι εκ τών πραγμάτων και από τούς αρουραίους και από τόν άνθρακα που χτύπησε κυρίως και πάνω απ’ όλα ανθρώπους τής υπαίθρου …

   τό να βρεθεί ένας αποδιοπομπαίος τράγος, για να λυθεί κατά κάποιον τρόπο «θεωρητικά» τό μεταφυσικό πρόβλημα που άρχισε να στριμώχνει παπάδες και πιστούς («τί έχουμε κάνει κι ο θεός μάς τιμωρεί έτσι;») έγινε επομένως από μια στιγμή και μετά κεντρική νευραλγική και ουσιώδης ανάγκη (και τού κλήρου και τού πληθυσμού) : οι άνθρωποι πεθαίναν σαν τίς μύγες – από τό 1347 ώς τό 1350 πέθανε περίπου τό ένα τρίτο τού πληθυσμού τής ευρώπης, εξολοθρεύτηκαν δηλαδή κάπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι… : (με λίγη φαντασία βρίσκουμε τά αντίστοιχα σήμερα, στον υπερ–πληροφορημένο μας κόσμο : φταίνε οι μαύροι, φταίει η αφρική, φταιν οι ομοφυλόφιλοι, φταίει πάνω απ’ όλα η απελευθέρωση τού έρωτα – πίσω επομένως γυναίκες (και άντρες) στον παλιό (και σίγουρο) πουριτανισμό – : από άποψη μυαλού δεν έχουμε καθόλου πολλές διαφορές από τόν άνθρωπο τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης) : Στα 1348 οι παπάδες συλλάβανε λοιπόν επιτέλους τή λύση για τό ότι οι εβραίοι πληττόντουσαν λιγότερο από τήν πανούκλα και βάλανε αμέσως σε εφαρμογή και τήν επιστημονική έρευνα : εβραίος έμπορος συνελήφθη στη γενεύη και αφού υπέστη τά αναμενόμενα βασανιστήρια («βασανίστηκε λιγάκι» κατά τά πρακτικά), τού βγάλανε ξερωγώ τά νύχια, τού ξεριζώσαν τά γένια και τά δόντια, τού στρίψαν τά πόδια και τά χέρια στον τροχό, και ποιος ξέρει τί άλλο τού κάνανε, υπόγραψε εντέλει τό χαρτί που τού δίνανε και που έλεγε ότι : ο ραβίνος Τάδε τόν είχε εφοδιάσει μέ δηλητήριο και τήν παραγγελία να τό ρίξει στα πηγάδια και τίς στέρνες τών χριστιανών στη βενετία που πήγαινε ( : η θεωρία λοιπόν ήτανε ότι, αντί ο θεός να τούς τιμωρεί για τίς αμαρτίες τους, οι εβραίοι δηλητηρίαζαν τά πηγάδια τους.) Ακολούθησαν τά λογικώς επίσης  αναμενόμενα : νέες συλλήψεις, νέα βασανιστήρια νέες ομολογίες – και στη συνέχεια μαζική υστερία : εβραίοι άρχισαν να καίγονται ζωντανοί σ’ όλον τόν ευρωπαϊκό χώρο (με εξαίρεση τήν περιοχή τής αβινιόν όπου οι εβραίοι είχαν – τότε – τήν προστασία τού πάπα (ο πάπας κλήμης ο 6ος ενδιαφερόταν για τήν καββάλα και τήν εβραϊκή γενικότερα φιλοσοφία, και ήταν συλλέκτης εβραϊκών χειρογράφων) : συνοπτικά :

   εβραίοι βασανίζονται στη βέρνη, ομολογούν και εβραίοι καίγονται εκεί ζωντανοί – στέλνονται μηνύματα από τήν ελβετία στους πρόκριτους τού στρασβούργου τού φράϊμπουργκ και τής βασιλείας να κάψουν κι αυτοί τούς εβραίους τους αλλά οι άρχοντες αυτών τών πόλεων διαφωνούν : οι κάτοικοι τής βασιλείας καταλαμβάνουν τό δημαρχείο και αναγκάζουν τίς αρχές να τούς υπογράψουν ότι θα κάψουν τούς εβραίους και θα απαγορέψουν τήν είσοδο στην πόλη σε κάθε εβραίο για τά επόμενα διακόσια χρόνια – οι πρόκριτοι τού στρασβούργου υπερασπίζονται τούς εβραίους και πέφτουν σε δυσμένεια – εβραίοι καίγονται ζωντανοί και αν ξεφύγουν και τούς πιάσουν οι χωριάτες, τούς μαχαιρώνουν – νέο συμβούλιο εκλέγεται στο στρασβούργο που υποκύπτει στις επιθυμίες τού όχλου και εξαπολύεται γενικό πογκρόμ – ο πανικός εξαπλώνεται αρχικά σε όλη τή νότια γαλλία και τήν ισπανία – στη βαρκελώνη σφάζονται είκοσι εβραίοι – σε άλλες έξη ισπανικές πόλεις γίνονται αντισημιτικές ταραχές – οι εβραίοι για να γλιτώσουν κλείνονται στα τείχη τής συνοικίας τους – στη σαβοΐα πετάν τούς εβραίους μες στα πηγάδια που υποτίθεται ότι δηλητηρίασαν – η ζυρίχη εξορίζει τούς εβραίους της (έναν χρόνο περίπου πριν η πανούκλα όντως φτάσει στην πόλη) – η γενεύη ξαναπαίρνει τά ηνία : τέσσερεις μήνες πριν τήν φτάσει η πανούκλα συλλαμβάνει άλλους δυο εβραίους και τούς βασανίζει να ομολογήσουν ότι δηλητηρίασαν πηγάδια και λίγο αργότερα κάνει τό ίδιο σε μια μάνα με τόν γιο της – η στουτγκάρδη και τό άουγκσμπουργκ είναι οι πρώτες γερμανικές πόλεις που παίρνουν τή σκυτάλη στις αντισημιτικές ταραχές : ο δήμαρχος τής τελευταίας που χρωστούσε πολλά σε εβραίους τραπεζίτες, άνοιξε τίς πόρτες στον όχλο και εφεύρε έτσι, πρώτος, αυτόν τόν τρόπο «απόσβεσης τών χρεών» που θα ακολουθούσαν έκτοτε κι άλλοι – σύντομα αρχίζει να εμφανίζεται τό φαινόμενο εβραίοι να αυτοκτονούν για να γλιτώσουν τήν πυρά – πρώτα στο esslingen τής γερμανίας τόν δεκέμβριο τού 1348 οι εβραίοι κλείνονται στη συναγωγή τους και αυτοκτονούν βάζοντας φωτιά στο κτίριο – η πόλη speyer εφευρίσκει νέο τρόπο δολοφονίας : βάζουν τούς εβραίους σε άδεια βαρέλια που πετάνε μετά στον ρήνο – στο στρασβούργο νέες πυρές στήνονται τήν ημέρα τού αγίου βαλεντίνου : «ο όχλος (σύμφωνα με χρονικό τής εποχής) που τούς οδηγεί στο σπίτι που θα γινόταν και ο τάφος τους γιατί εκεί θα τούς καίγανε, σ’ όλη τή διάρκεια τής διαδρομής τούς γδύνει και τούς αρπάζει ό,τι πολύτιμο είχανε κρύψει επάνω τους» (ο κάντορ σημειώνει σωστά ότι χωράει εδώ μια σύγκριση με μεθόδους, αιώνες αργότερα) – με τούς πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς : από τούς 1884 εβραίους κάτοικους τής πόλης κάηκαν ζωντανοί οι 900 (οι υπόλοιποι εξορίστηκαν) – οι διωγμοί συνεχίζονται σε 15 τουλάχιστον γερμανικές και ελβετικές πόλεις – τόν ιούλιο τού 1349 στη φραγκφούρτη οι εβραίοι βλέποντας να τούς πλησιάζει ο όχλος βάζουν φωτιά μόνοι στα σπίτια τους και μεγάλο μέρος τής πόλης καίγεται κι αυτό – οι αρχές τής κολωνίας αρνούνται να καταδιώξουν τούς εβραίους : σε απάντηση ο πληθυσμός ξεσπάει σε ομαδικά πογκρόμ στη βόννη και άλλες κοντινές πόλεις – όταν πεθαίνει τόν αύγουστο ο αρχιεπίσκοπος walram που τούς προστάτευε πολλοί εβραίοι αυτοκτονούν : οι υπόλοιποι πέφτουν στα χέρια τού όχλου – στο μάϊντς οι εβραίοι παίρνουν τά όπλα για να αντισταθούν, σκοτώνουν καμιά διακοσαριά από τούς μαινόμενους και στο τέλος βάζουν φωτιά στα ίδια τους τά σπίτια : λένε πως η φωτιά ήταν τόσο δυνατή που έλιωσαν οι καμπάνες τής εκκλησίας

   (ανατολικά τού ρήνου βρέθηκαν δυο ηγεμόνες που προστάτεψαν τούς εβραίους : ο αλβέρτος ο σοφός τής αυστρίας και ο καζιμίρ ο 2ος τής πολωνίας : παρ’ όλα αυτά δεν κατάφεραν ούτε αυτοί να αποτρέψουν εντελώς τίς δολοφονίες και τά πογκρόμ – πάντως όταν ο καζιμίρ προσκάλεσε τούς εβραίους να εγκατασταθούν στην τεράστια αραιοκατοικημένη του χώρα μεγάλος αριθμός εβραίων κινήθηκε προς τήν πολωνία…)

 

   δεν τή λογάριαζα τόσο αχανή τήν ανάρτηση, και πρέπει και να τελειώνει γιατί τή θέλω να ’ναι οκτωβριανή – έστω και τής τελευταίας μέρας τού οκτώβρη (ενώ εγώ κατάληξα να φυλλομετράω τό βιβλίο για να γράψω τίς πληροφορίες μου με κάποια πιστότητα) – ας ξαναγυρίσω λοιπόν για να τελειώνουμε στο μπαρ απ’ όπου ξεκίνησα :

   Πώς μπορείς και λες τέτοιους ρατσισμούς εσύ που είσαι και αριστερός ; είπα (συμφιλιωτικά) τού χτίστη

   Ρατσισμούς ; μού είπε. Όχι και ρατσισμούς. Αυτοί έχουν όλα τά λεφτά, αυτοί δεν τά ’χουνε ;

   Πρόσεχε πώς μιλάς πάντως, τού είπα χαμογελαστά, γιατί εγώ είμαι εβραία.

   Μέ κοίταξε λίγο, αλλάξαμε θέμα, και συνεχίσαμε να πίνουμε – συνεχίστηκαν αν θυμάμαι εκτός απ’ τίς κουβέντες και λίγα τραγούδια ανάμεσα, αν και τώρα ο κυριούλης πιο πολύ σώπαινε : δεν έδωσα και μεγάλη σημασία αλλά μού φάνηκε ότι έπινε συνεχώς. Κάποια στιγμή μού διέκοψε τήν κουβέντα που είχα με τόν μπάρμαν και μού τράβηξε τό μανίκι : έσκυψε και κάτι ψέλλισε : δεν τόν κατάλαβα, σα να μιλούσε από μέσα του

   Δεν σ’ ακούω, τού είπα, πέστο πιο δυνατά (μού φάνηκε ότι κοιμότανε κιόλας, τέτοιο ύφος είχε)

   Στ’ αλήθεια είσ’ εβραία ; μού είπε σκύβοντας λίγο ακόμα πιο πολύ προς τό μέρος μου συνωμοτικά

   Φυσικά, είπα και τού χαμογέλασα

   Ξανααποσύρθηκε στις σκέψεις του, ύστερα από λίγο όμως γύρισε δίπλα και ζήτησε κάτι από τόν χτίστη : έγινε μια συζήτηση σαν μικροπανικός κι απ’ ό,τι κατάλαβα ζητούσε πληροφορίες για τό πώς θα πάει στο σπίτι του – ύστερα από κάποιες συζητήσεις μεταξύ μπάρμαν και χτίστη τόν πήρε ο τελευταίος υποβασταζόμενο και φύγανε «εγώ θα ξανάρθω», είπε ο χτίστης

 

   δεν τούς ξανάδα : καθόμουνα στο καφενείο τήν επομένη σε μια ώρα που συνήθως έχει κόσμο και ήτανε άδειο. Ήμουνα μέσα και διάβαζα, ώσπου άρχισαν σιγά–σιγά να μαζεύονται απέξω. Με τήν άκρη τού ματιού μου τόν είδα που ετοιμαζόταν να μπει, τόν είδα που μέ είδε κι έφυγε

   για λόγους επαγγελματικής διαστροφής ίσως δεν μπορούσα ν’ αποφύγω να μπω για μια στιγμή και στη θέση του : ο άνθρωπος έζησε ένα δράμα. Σκέψου αλήθεια!

  

   τήν άλλη μέρα τό είπα στον σπιτονοικοκύρη μου :

   Είπα εδώ σε έναν πως είμαι εβραία, και από τότε κάνει ότι δεν μέ βλέπει : μέ βλέπει και στρίβει.

   Μέ κοίταξε : έσκυψε προς τό μέρος μου με κάποια ένταση

   Είσαι ; μού είπε

   Είδα στα μάτια του ότι δεν κοιτούσε ισραηλινή, ούτε αυτός, εκείνη τήν ώρα αλλά μια γυναίκα που είχε σχέση με τήν πανούκλα

   Έλα βρε, τού είπα

   Έκανε πίσω στην καρέκλα του και μέ κοίταξε φιλικά χαλαρωμένος.

  

  

 

* ο υπότιτλος πάνω–πάνω «από ένα παλιό χρονικό» είναι υποτίθεται εκτός θέματος και είναι τυπικά ξεκάρφωτος : πρόκειται για κλοπή τού υπότιτλου από τό διήγημα μίχαελ κόλχαας τού κλάϊστ που τό διάβασα στα ελληνικά αυτό από τίς εκδόσεις τής ερατώς : τό θέμα τού ανθρώπου που παίρνει με απελπισία τή δικαιοσύνη στα χέρια του και αυτοδικεί είναι μού φαίνεται εξαιρετικά αιώνιο, είναι όμως και σύγχρονο τίς εποχές που έχουμε ιδιαίτερα τό προνόμιο να ψηφίζουμε με «όσοι ψήφοι διαθέτουμε» : γιατί «ουΐ κι αλίμονό» μας αν τό ξεχάσουμε αυτό τό όσοι ψήφοι

  

 

η επαρχιακή αυτή ελεγεία (μετά δύο γυναικείας κατασκευής ασμάτων, που βγήκαν και τά δύο τήν ίδια χρονιά, εκείνο τό μακρινό 86) μπορεί να μάς χρησιμέψει και σαν κείμενο επετειακό για τόν ένα χρόνο αυτού τού μπλογκ που κλείνει ουσιαστικά αυτόν τόν οκτώβρη (αντιπαθώ τούς αριθμούς, δεν θα βάλω στατιστικές : ανέβασα απλώς στην διπλανή στήλη τήν κίνηση τού χρόνου που πέρασε, από τόν χάρτη, που ανανεώθηκε κι αυτός πλέον με τό κλείσιμο τού χρόνου)
ευχαριστώ για τή δημιουργική συμμετοχή απαξάπασες.
καλό χειμώνα σε όλους.

 

  

 

 

      

βιβλία διακοπών στη φετινή άμμο (κλικ στις φωτογραφίες για περισσότερες πληροφορίες – ως συνήθως σ’ αυτό τό βλογ, τόσο στις αναρτήσεις όσο και στη στήλη δίπλα)
 
  

 

Μαΐου 6, 2010

lautréamont

 

 

     

 

      δεν μετράω τόν χρόνο με αριθμούς ο χρόνος μετράει για μένα με γεγονότα και με αισθήματα (άντε και με χώρους) και με ό,τι σκέψεις όλα αυτά μέ κάνουν να συγκροτώ ή να ψελλίζω κατά περιόδους – συνεπώς γι’ αυτό και δεν επικοινωνώ ποτέ μ’ αυτούς (κι αυτές) που πιστεύουν στον χρόνο τών αριθμών και προσαρμόζουν τήν συμπεριφορά τους, τή ζωή τους, τά αισθήματά τους και τή σκέψη τους καταλλήλως – ανάλογα με τό τί τούς μάθανε οι «μεγάλοι» ότι πρέπει να κάνουν να ντύνονται να λένε και να αισθάνονται σε κάθε ηλικία και κατά περιόδους – και δεν λέω μ’ όλ’ αυτά «να σκέφτονται» γιατί ουσιαστικά όταν υπακούς τόσο πολύ σ’ αυτά που πιστεύουν γύρω σου οι «μεγάλοι», ψιλοαισθάνεσαι μεν, δεν σκέφτεσαι όμως ποτέ. Η σκέψη απαιτεί ελευθερία απόλυτη, τρέλα σχεδόν, κι όταν υπακούς τίς κοινωνικές νόρμες, αποκλείεται να τήν έχεις – και τήν ελευθερία, και τήν τρέλα. Η «ηλικία» (πέρα από μια διαδικασία αντικειμενικής αύξησης τής μνήμης σου) είναι μια μορφή κοινωνικής επιταγής και βίας για να σέ συμμαζεύει στα παραδεδεγμένα : γιατί μπορεί να μην είναι επικίνδυνο να ’σαι τρελούτσικος στα δεκάξι σου, γίνεσαι αντιπαθέστατος όμως και κινδυνεύει και η όποια καριέρα σου, αλλά και η ζωή σου καμιά φορά, αν είσαι τό ίδιο τρελούτσικος ή και τρελάρας στη συνέχεια και συνέχεια. Ε, λοιπόν λατρεύω αυτούς που μπορεί να είναι τό ίδιο και χειρότερο τρελοί στη συνέχεια και συνέχεια : η ιστορία προχωράει μόνο απ’ αυτούς (επιπλέον σε προηγούμενα ποστ έδωσα κάποια παραδείγματα, και για τίς «τρέλες», και για τίς φριχτές βασανιστικές «πληρωμές» της) και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι που μέσα στις αρλούμπες τους λέγανε και κάνα σωστό (καμιά φορά), κάτι ξέρανε όταν θεωρούσανε τήν τρέλα «ιερή» και τήν σεβόντουσαν μετά μεγάλου φόβου – εμείς «ξέρουμε άλλα» όμως, μόνο που δεν ξέρουμε δυστυχώς και καλύτερα. Άλλωστε, και λογικά να τό πάρεις, δεν μπορεί ποτέ να έχουμε αντικειμενικά τήν ίδια ηλικία όλοι, αν δεν έχουμε και τήν ίδια τρέλα : αν δεν σκεφτήκαμε ποτέ τό ίδιο, δεν αμφισβητήσαμε ποτέ τά ίδια, δεν κινδυνέψαμε ποτέ για τά ίδια δεν ερωτευτήκαμε ποτέ τά ίδια και δεν κλάψαμε ποτέ για τούς ίδιους και με τόν ίδιο τρόπο : γιατί λοιπόν θα αποκτήσουμε – με βάση ποια μαθηματική λογική εξάλλου ανύπαρκτη – τίς ίδιες ρυτίδες ; δεν κάναμε ποτέ τίς ίδιες γκριμάτσες…  λοιπόν : «οι αριθμοί ασχολούνται με τό μέγεθος, γι’ αυτό κι αξίζουν όλη μας τήν περιφρόνηση» που είπε και ο χέγκελ 

      και όμως σε προηγούμενη ανάρτηση – και με αφορμή τήν επέτειο τής τελευταίας – ελπίζω όντως – ελληνικής δικτατορίας, έβαλα μουσική τού ξενάκη που ήταν ο πρώτος – αλλά πιθανόν (και δεν τό ελπίζω ούτε τό φοβάμαι αυτό) όχι ο τελευταίος – που έβαλε τούς αριθμούς τόσο απόλυτα, αποφασιστικά και καθοριστικά στην μουσική του

      βέβαια εκείνος ασχολήθηκε με τίς πιθανότητες και όχι με τίς «βεβαιότητες», αλλά πάντως μ’ αριθμούς όπως και να τό κάνουμε νταραβερίστηκε : η τρέλα του όμως – αυτή που δεν τόν άφησε να «φτιάξει» τό πρόσωπό του – τόν έκανε να «φτιάξει» από τούς αριθμούς και τούς τυχαίους συνδυασμούς τους μουσική – και όχι κοινωνικές αναγκαιότητες, ούτε συμπεριφορές ανάλογες και επιτακτικές : έτσι μπορεί να μην μπορεί να τόν ακούμε και κάθε μέρα, αλλά, όσοι τόν αγαπάμε, τόν αγαπάμε για όλες τίς μέρες 

      και σήμερα, λοιπόν, παραπατάω αντιφάσκοντας εμφανώς εξίσου : με αριθμούς βάδισε και ο επόμενος, που η μουσική του αποτελούνταν – όμως αυτουνού – μόνο από λόγια :

 

 

  

 

 

ισίδωρος ντυκάς κόμης τού λωτρεαμόν/isidore ducasse, comte de lautréamont : 1846 – 1870

  

  

  

      για έναν κεραυνό (αγαπημένο παιδιάστικο και τρομερό) σήμερα λοιπόν ο λόγος : που η φωτιά του άρπαξε λες τήν ποίηση τή στριφογύρισε τρελά κι αόρατα απ’ τό μοντεβιδέο ώς τό παρίσι, και έκαψε και τόν ίδιο τόν δημιουργό του καταμεσίς στην προστιθέμενη φωτιά τής κομμούνας

      φωτεινός και αόρατος όσο έζησε, προσγειώθηκε ύστερα πάνω στα έκθαμβα κεφάλια τών απογόνων του 50 χρόνια (47 για τήν ακρίβεια…) μετά τόν θάνατό του, καθώς εκείνοι που θα ονόμαζαν με αυταρέσκεια τούς εαυτούς τους υπέρ-ρεαλιστές, απλώς ξεκίναγαν (κι εκείνος που θα ’βαζε στίχους του ως άρθρα τής δικής του συνταγματικής επαναστατικής (ακόμα θυμόμαστε τή λογική του τρέλα) συνθήκης, θα ’κανε άλλα δεκαπέντε χρόνια για να γεννηθεί και πενήντα για να γράψει…)

      συνυπήρξε με τόν ρεμπώ προπορεύτηκε ελαφρώς και δεν τόν συνάντησε ποτέ στους ίδιους δρόμους που βάδισαν και σκόνταψαν

      δεν ξεχώρισε για τήν αγάπη του στα μαθηματικά στο σχολείο, αυτός που θα υμνούσε τόσο τούς αριθμούς ώστε χαμένο σ’ ένα ράφι μαθηματικής βιβλιοθήκης μόνο, να βρεθεί τά 50 εκείνα χρόνια μετά, εκείνο τό μοναδικό του βιβλίο…

      δεν ονόμασε τόν εαυτό του παρά (σεμνά) μόνο Κόμητα, δεν ονόμασε τήν δουλειά του παρά (με ολιγάρκεια) μόνο, Ποίηση : και Τραγούδια. Ποίηση Ι, Ποίηση ΙΙ, και : Τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ

      στα 24 χρόνια που έζησε δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο παρά μόνο τό πρώτο από τά τρία αυτά μεγέθη

      μια φράση του μόνο έφτασε για να γίνει σήμα κατατεθέν για μια ολόκληρη μορφή σκέψης – και όρασης : «είναι ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας».

      και για χρόνια δεν ξέραμε τό πρόσωπό του (κυκλοφορούσανε μόνο φανταστικά του σχέδια – όπως ώς σήμερα από τό κεφάλι ας πούμε τού Κάλβου) – τώρα νομίζουμε ότι τό ξέρουμε (ίσως και να τό μάθαμε τελικά πράγματι)…

      και νά δύο κομμάτια από μια μετάφρασή του στα ελληνικά που είχα βρει σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλειάκι όταν ήμουνα μικρή (ανώριμη κι ανήλικη αλλά πολύ πιο ώριμη δυστυχώς απ’ ό,τι  αντικειμενικά είμαι σήμερα) – στο σχολείο : άλλη φορά θα σάς βάλω ίσως περισσότερα κι άλλα : (αλλάζω ως συνήθως μερικές λέξεις στις μεταφράσεις, όταν τίς αντιγράφω)

  

        

  

  

στην τάλι που τής τά είχα, από καιρό, υποσχεθεί

 

 

από τό Τραγούδι ΙΙ :

      Αριθμητική! Άλγεβρα! Γεωμετρία! μεγαλειώδης τριάδα, τρίγωνο φωτός!

      Μού φανερωθήκατε στα παιδικά μου χρόνια μια νύχτα τού μαΐου κάτω από τό φως τής σελήνης σ’ έναν λειμώνα καταπράσινο // κάνατε λίγα βήματα προς τό μέρος μου τυλιγμένες στο μακρύ φόρεμά σας που κυμάτιζε στην αχλύ και μέ τραβήξατε πάνω στ’ αγέρωχα βυζιά σας σαν παιδί δικό σας, ευλογημένο // Από τότε, ποτέ θεές μου που αντιμάχεστε, εγώ δεν θα σάς εγκατέλειπα. Από τήν εποχή αυτή, τί σχέδια ενεργητικά, πόση συμπάθεια που νόμιζα ότι τήν είχα πια χαράξει ανεξίτηλα επάνω στις σελίδες τής καρδιάς μου σαν να ‘τανε γραμμένη σε επιτύμβιο από μάρμαρο, δεν έσβησαν σιγά, και πόσο σιγανά δεν τίς κατάργησε η απογοητευμένη λογική μου. Οι διαμορφωμένες σας γραμμές σβήνουν σαν τήν καινούργια αυγή που ανατέλλει όλες εκείνες τίς σκιές τής νύχτας.  Από αυτήν τήν εποχή αντίκρυσα τόν θάνατο που πρόθεσή του διά γυμνού οφθαλμού ορώμενη είναι να επανδρώνει τάφους, να αλώνει τά πεδία τών μαχών, να τρέφεται με αίμα ανθρώπινο και να βοηθάει τ’ άνθη τού πρωινού να ξεφυτρώσουν πάνω σε κόκκαλα μακάβρια // Από αυτήν τήν εποχή ήμουν παρών σε κάθε επανάσταση τής υδρογείου μας· οι σεισμοί και η καυτή λάβα τών ηφαιστείων, τής ερήμου οι ανεμοθύελλες και τά ναυάγια στην καταιγίδα είχανε θεατή τήν παρουσία μου, απαθή // Από αυτήν τήν εποχή είδα ανθρώπινες γενιές ατέλειωτες κάθε πρωί να υψώνουνε φτερά και μάτια προς τό διάστημα μ’ όλη τήν απειρία τού εντόμου που χαιρετάει τήν τελευταία του μεταμόρφωση ώς να πεθάνει πριν τή δύση //

      Μα εσείς, εσείς μένετε πάντα οι ίδιες.

      Καμιά αλλαγή ούτε αέρας δεν αγγίζει τά βράχια τά απότομα και τίς απέραντες κοιλάδες τής ταυτότητάς σας // Τό πέρας τών αιώνων θ’ αντικρύσει όρθιους ακόμη επάνω στα ερείπια τού χρόνου τούς καβαλιστικούς σας αριθμούς, τίς εξισώσεις τίς λακωνικές, και τίς ολόγλυφες γραμμές σας αραγμένες στη εκδικητική δεξιά τού Παντοδύναμου τήν ώρα που τ’ αστέρια θα βυθίζονται απελπισμένα και σαν σίφουνες, προς τήν αιωνιότητα μιας νύχτας τρομερής και παγκόσμιας· όταν τό γένος τών ανθρώπων θα λογαριάζει μ’ έναν μορφασμό ποιοί οι λογαριασμοί του για τήν Παρουσία τήν δεύτερη και τελευταία.

      Ευχαριστώ για τίς άπειρες υπηρεσίες που μού προσφέρατε // Δίχως εσάς στην πάλη μου ενάντια στον άνθρωπο θα είχα ίσως νικηθεί // Μού χαρίσατε εκείνην τήν ψυχρότητα  τών θείων συλλήψεων που είναι απαλλαγμένη από τά πάθη… // Τίς χρησιμοποίησα για να εξοντώσω τίς ολέθριες πανουργίες τού θανάσιμου εχθρού μου, για να τού αντεπιτεθώ επιδέξια και να καρφώσω στα σπλάχνα τού ανθρώπου τό κοφτερό μαχαίρι που θα μείνει για πάντα βυθισμένο στο σώμα του· γιατί απ’ αυτήν τήν πληγή δεν θα συνέλθη.

      Μού δώσατε τή λογική, τήν πεμπτουσία τών σοφών σας διδαγμάτων· και με εκείνους τούς συλλογισμούς ο πολύπλοκος λαβύρινθος κατανοήθηκε κι ένιωσε η σκέψη μου να διπλασιάζονται οι τολμηρές της δυνάμεις.

      Μ’ αυτές τίς τρομερές βοήθειες ανακάλυψα στην ανθρωπότητα, καθώς βυθίστηκα στα βάθη κι έφτασα ώς τούς ύφαλους τού μίσους, τήν κακία μαύρη κι απαίσια να σαπίζει και να ομφαλοσκοπεί περιβλημένη τά φθοροποιά της μιάσματα // δανείστηκα τό όπλο σας τό βουτηγμένο στο δηλητήριο κι αποκαθήλωσα από τό βάθρο που τού έχτισε η ανθρώπινη ανανδρία τόν ίδιο τόν δημιουργό. Έτριξε τά δόντια…

      Ω άγια μαθηματικά, ας ήτανε με τήν αιώνια συναναστροφή σας να γινόταν να παρηγορήσετε τίς μέρες που μού απομένουν από τήν κακία τού ανθρώπου και από τήν αδικία τού Μεγάλου Παντός…

 

από τό Τραγούδι VI :

      Τό ρολόι τού χρηματιστηρίου χτύπησε οχτώ η ώρα : δεν είναι αργά // Οι περιπατηταί βιάζουνε τό βήμα και αποσύρονται σκεφτικοί στα σπίτια τους. Μια γυναίκα λιποθυμάει και πέφτει στην άσφαλτο. Κανείς δεν τήν σηκώνει // η οδός Βιβιέν βρίσκεται ξαφνικά παγωμένη από ένα είδος απολίθωσης // πού πήγανε τά ράμφη τού αεριόφωτος ; // Μια κουκουβάγια πετώντας σε ευθεία γραμμή και με τό ένα πόδι της σπασμένο περνάει // φωνάζοντας : «Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται». Τό λοιπόν είναι σ’ αυτό τό μέρος που η πένα μου (η αληθινή μου φίλη που μού χρησιμεύει για εκφωνητής) έκανε πράγματα μυστήρια… Αν παρατηρήσετε από τό μέρος που η οδός Κολμπέρ εισέρχεται στην οδό Βιβιέν, θα δείτε στη γωνία που σχηματίζουνε οι δύο αυτοί δρόμοι ένα άτομο να επιδεικνύει τή σιλουέτα του και να στρέφεται ανάλαφρα προς τή λεωφόρο. Όμως αν πλησιάσει κανείς περισσότερο, κι ώς τό σημείο που δεν θα επισύρει τήν προσοχή τού διαβάτη αυτού, θα διαπιστώσει με έκπληξη ευχάριστη πως είναι νέος! Από μακριά στην πραγματικότητα θα τόν έπαιρναν για άνθρωπο μεγάλο. Τό ποσό τών ημερών δεν λογαριάζεται πια όταν πρόκειται να εκτιμήσουμε τή λογοτεχνική αξία μιας σοβαρής μορφής. Ξέρω να διαβάζω τήν ηλικία στις φυσιογνωμικές γραμμές τού μετώπου : Είναι δεκάξι χρόνων και τεσσάρων μηνών. Είναι ωραίος όπως η συστολή τού αρπαχτικού όρνεου ή ακόμα σαν τήν αβεβαιότητα εκείνων τών κινήσεων στα μαλακά μέρη τής πίσω εγκεφαλικής περιφέρειας, ή μάλλον σαν παγίδα αιώνια για ποντίκια // και προπαντός σαν τήν τυχαία συνάντηση επάνω σ’ ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας.

 

μετάφραση : σταύρου καρακάση / ανθολογία γαλλικής ποιητικής πρόζας 1753 – 1929 / επιμέλεια : ιάσων δεπούντης (δίφρος 1967) / 

 

 

 

  

  

(χρήσιμοι νομίζω) σύνδεσμοι :

ένα συνοπτικό χρονολόγιο (στα γαλλικά) / μια βιογραφία από τήν wiki / μια άλλη βιογραφία / από τό γαλλικό σάιτ αθηνά όλα τά τραγούδια τού μαλντορόρ / μια αγγλική μετάφραση αποσπασμάτων από 3 τραγούδια τού μαλντορόρ / μερικά «αποφθέγματα» (όχι και οι καλύτερες επιλογές) στα αγγλικά / κατάλογος βιβλίων με μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενά του / βιβλία σχετικά με τόν λωτρεαμόν (βιβλιογραφία) (από τό πανεπιστήμιο τού τορόντο) / ένα μικρό βιβλίο σε pdf (από τό πανεπιστήμιο τού δουβλίνου) για τή σχέση τού λωτρεαμόν με τόν σουρεαλισμό

τό γαλλικό του site, η σελίδα του στο facebook, η σελίδα του στο myspace, τό site sur•real με πολλές φωτογραφίες και βιογραφικά

ένα blog με πληροφορίες και φωτογραφίες για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τόν σουπώ, τήν ανακάλυψη τής φωτογραφίας του, και άλλα / σχετικά με τήν νέα έκδοση τών απάντων τού λωτρεαμόν από τίς εκδόσεις γκαλιμάρ

και : η διαδικτυακή σελίδα τών σιτουασιονιστών, η σελίδα τού αντρέ μπρετόν, και η σελίδα τού νεοϋορκέζικου σεξτέτου lautréamont concerts 

(update αυγούστου 2010 : ) δέστε κι αυτό τό άρθρο από τό λογοτεχνικό παράρτημα τών τάϊμς (tls)

 

 

                          

 

(περιληπτικά) για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τούς σουρρεαλιστές, και κάποια ακόμα (χάρη στη wiki) : 

1917 : ο philippe soupault  από τό στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλευότανε βρίσκει σε μια έξοδό του προς τό μικρό παρισινό βιβλιοπωλειάκι εκεί κοντά ένα αντίτυπο τών Τραγουδιών τού Μαλντορόρ πάνω στο ράφι με τά βιβλία τών μαθηματικών, και γράφει στις «αναμνήσεις» του : «άρχισα να διαβάζω κάτω απ’ τό φως τού μοναδικού κεριού που μού επιτρεπόταν να έχω τίς νύχτες, κι ήταν σαν ν’ άστραψε φως… Μόλις ξημέρωσε πήρα πάλι να διαβάσω τά Τραγούδια γιατί νόμιζα ότι τά είχα ονειρευτεί… Τήν επομένη που ήρθε να μ’ επισκεφτεί ο andré breton τού ’δωσα τό βιβλίο και τού ’πα να τό διαβάσει – μού τό ’φερε τήν άλλη μέρα κι ήταν τό ίδιο ενθουσιασμένος με μένα»

έτσι ανακαλύφτηκε ο λωτρεαμόν και εισήλθε στο υπερρεαλιστικό πάνθεον ως ένας από τούς καταραμένους (poètes maudits) μαζί με τόν μπωντλέρ και τόν ρεμπώ – ο αντρέ ζιντ τόν θεωρούσε μάλιστα ακόμα σημαντικότερο πρόγονό τους κι από τόν ρεμπώ, και τόν ονόμασε «είσοδο στη λογοτεχνία τού μέλλοντος» : δήλωσε επίσης ότι χρωστάνε χάρη στον μπρετόν και τόν σουπώ που «κατάλαβαν αμέσως τήν λογοτεχνική και υπέρ-λογοτεχνική σημασία τού εκπληκτικού λωτρεαμόν»

τόν απρίλιο και τόν μάιο τού 1919 ο μπρετόν και ο αραγκόν, που είχαν ψάξει στο μεταξύ κι είχαν βρει τά δύο μοναδικά αντίτυπα από τά «Ποιήματα Ι και ΙΙ» τού λωτρεαμόν στην εθνική βιβλιοθήκη τής γαλλίας, τά δημοσιεύουν σε δύο συνεχόμενα τεύχη τού περιοδικού τους «λογοτεχνία» («literature») και τό 1925 βγαίνει μια ειδική έκδοση τού υπερρεαλιστικού περιοδικού «le disque vert» αφιερωμένη στον λωτρεαμόν με τόν τίτλο «le cas lautréamont» (η περίπτωση λωτρεαμόν)

τό 1938 εκδόθηκαν και τά πρώτα «άπαντα» τού λωτρεαμόν με τήν φροντίδα τού αντρέ μπρετόν που έκανε και τήν εισαγωγή : στην εικονογράφηση εκείνου τού βιβλίου πήρανε μέρος πολλοί υπερρεαλιστές και τό εξώφυλλο ήτανε τού tanguy  – μεταξύ τών άλλων έδωσαν εικαστικά τους οι magritte, echaurren, max ernst, andré masson, joan miro, και man ray

τό 1940 ο μπρετόν τόν συμπεριέλαβε στην ανθολογία του «τού μαύρου χιούμορ»

τό 1920 ο αμερικανός ζωγράφος man ray έφτιαξε ένα αντικείμενο που τό ονόμασε «τό αίνιγμα τού ισίδωρου ντυκάς» (l’ enigme d’ isidore ducasse) εμπνευσμένο από τήν περιγραφή τού 6ου Τραγουδιού : «ήταν ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» (στο τέλος τής ανάρτησης υπάρχουν τρία τέτοια αντικείμενα με τόν τίτλο : μαν ραίυ, αντικείμενο 1920 – 1971 : ομπρέλα και γραφομηχανή πακεταρισμένες, φόρος τιμής στον Λωτρεαμόν / από εδώ)

τά τραγούδια τού μαλντορόρ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πάρα πολλούς ζωγράφους έκτοτε, κι ο amedeo modigliani είχε πάντα λέγεται στην τσέπη του ένα αντίτυπο τού βιβλίου, τού άρεσε δε να διαβάζει φωναχτά αποσπάσματα από κει στους περίπατους που έκανε στο μονπαρνάς

ο félix vallotton και ο dalí ζωγράφισαν φανταστικά πορτραίτα τού λωτρεαμόν καθώς δεν υπήρχε καμιά φωτογραφία του (στην γαλλική έκδοση τών ποιημάτων του που έχω εγώ και η οποία είναι τού 2003 για παράδειγμα, υπάρχει μόνο τό φανταστικό του πορτραίτο : )

  (σήμερα υπάρχει όμως πια και η «ιστορία τής ανακάλυψης τού προσώπου» τού λωτρεαμόν, η οποία έγινε, όπως γίνονται όλες σχεδόν οι μεγάλες ανακαλύψεις, από ερασιτέχνη :  ο jean–jacques lefrère, τόν οποίο οι γάλλοι απ’ τήν τρελή τους πλέον χαρά που τούς «χάρισε» ένα (πιθανότατο) πρόσωπο για τόν λωτρεαμόν τόν ονομάζουνε ευθαρσώς «χρυσοθήρα» είναι γιατρός – αλλά πριν αρχίσει να ψάχνει για τόν λωτρεαμόν είχε κάνει έρευνα και για μια βιογραφία τού ρεμπώ χιλίων (και παραπάνω) σελίδων – : ίσως ξανα-ασχοληθώ με τήν ιστορία του, μολονότι δεν είμαι και ο καταλληλότερος άνθρωπος για να χώνεται και να  ψάχνει σε γαλλικές εφημερίδες…)

προς τό τέλος τής ταινίας τού jean-luc godard «week end» τού 1967, ακούγεται ένα κομμάτι από τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ (δυστυχώς δεν υπάρχει τό απόσπασμα αυτό στο youtube, ή εγώ δεν μπόρεσα να τό βρω – αντ’ αυτού πάντως βρήκα και βάζω άλλα βιντεάκια : παρακάτω)

ο guy debord πήρε ένα ολόκληρο κομμάτι από τήν «Ποίηση ΙΙ» και τό έβαλε ως «θέση 207» στην Κοινωνία τού Θεάματος

η νεοϋορκέζα περφόρμερ shishaldin, επωφελούμενη από ένα παραθυράκι τού γαλλικού αστικού κώδικα, ζήτησε από τήν γαλλική κυβέρνηση να τής επιτρέψει να παντρευτεί τόν ποιητή μετά θάνατον

  

 

 

υπέρ–ρεαλιστικό υστερόγραφο : όσοι (φίλοι) συχνάζουνε στους κήπους ξέρουνε (λέω, θα όφειλαν…) πως τούτοι εδώ οι κάκτοι κάνουνε μέρες για να (μετα)φυτευτούν από τό χαρτί στον αέρα… Η ανάρτηση τού συγκεκριμένου ονείρου ετοιμαζότανε μέρες λοιπόν… Και θα ήταν (για τά στενά έστω μέτρα αυτών τών κάκτων) υποκρισία να ανασταλούν ενόψει τών θανάτων που μεσολάβησαν σήμερα, μέσα σε θυμούς εξόχως ρεαλιστικούς, και ταραχές εγκυμονούσες… Ας πω ένα μόνο : ξεκίνησα εκθέτοντας τά προσωπικά μου μέτρα για τό πώς δεν μετράω τόν χρόνο, ας τελειώσω διευκρινίζοντας ότι αυτός ο ίδιος χρόνος δεν είναι μαθηματικά τόσο ξεκάθαρος κι αντικειμενικά διαυγής όσο θα ήθελε ίσως ο λωτρεαμόν (αν έχουμε αντιληφθεί κιόλας καλά, τί τάχα ήθελε) : μόνο και μόνο επειδή οι νεκροί δεν είναι τρείς – ή τέσσερις, μαζί με τό παιδί που θα γεννιότανε – : είναι πολλοί που καταντούν αμέτρητοι : είναι οι νεκροί που άδοξα πέφτουν στα διυλιστήρια τίς αποθήκες τά γραφεία τά χωράφια τά μαγαζιά τά εργοστάσια τά σκλαβοπάζαρα κάθε μορφής, είναι οι νεκροί που θαύουνε τόν χρόνο τους όλη τή μέρα σε μία δουλειά που εκτείνει αέναα τόν φυσικό χρόνο αυτών που επωφελούνται… Πέρα από τούς νεκρούς ή επιζώντες από σφαίρες βιτριόλια ή παλουκώματα, και τών οποίων έστω κάποτε μαθαίνουμε τά ονόματα, είναι οι νεκροί τής πουλημένης εργασίας και τού πουλημένου στην δουλεία αυτή σώματος – τής πουλημένης στο χάρτινο κι αέρινο χρήμα ζωής – Αυτοί για τούς οποίους η Ποίηση θα είναι πάντα μια υδρόγειος αόρατη γιατί δεν προλαβαίνουνε μέσα στη μαύρη μέρα τής μεγάλης αδικίας και τού μεγάλου Παντός… : Εγώ αν ξανακούσω τόν λωτρεαμόν και σήμερα, αυτό μού λέει : Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται… και μια παγίδα για ποντίκια, μία τυχαία προδιαγεγραμμένη που ίσως να μάς μετατρέψει και σε ωραίους, μάλιστα ίσως τελικά ωραία – συνάντηση.

 

 

 

 

     

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: