σημειωματαριο κηπων

23 Οκτωβρίου 2019

τρυφερο ατσαλι

 

 

 

 

αυτη ειναι μια ιστορια σε μια αιθουσα με ασαφή οθονη που δεν ξερω πότε αρχισα να τη θυμαμαι, γιατι για χρόνια ητανε οχι τοσο χαμενη (ποτέ δεν χαθηκε) αλλά σιωπηλη πισω στα παρασκηνια του θέατρου – νομιζω αρχισε να ξανανεβαινει, και μαλιστα εγχρωμη και καπως ομιλητικη στη σκηνη, απο εκεινο το βραδυ που χαϊδεψα απροειδοποιητα τη γαμπα αγαπημενου αντρα μεσα σ’ ενα μπαρ ψηλαφιζοντας ανυπομονα το παπουτσι του και υστερα την κατσαρη υφη της καλτσας μεχρι τη ζεστη καμπυλη του ποδιου μεσα απο το παντελονι – αυτη ητανε μεσα στο σινεμα η σκηνη αλλά ειναι σχεδον αδυνατο να θυμηθω ποια ηταν η μερα, γιατι ειναι πολυ παλια – παντως δεν ημουνα παραπανω απο εξη (ή το πολυ εφτα – αλλά οχι : γιατι η σκηνη ηταν στο σινεακ εκει που με τη μαμα πηγαιναμε οταν ημουν πολυ μικρη, διοτι μετα, οταν αρχισε το σχολείο, με εσερνε μαζι της στα κανονικα σινεμα, και κυριως τη «βρετάνια» στη βουκουρεστιου με τους μεγαλους ηθοποιους και τα «ανεμοδαρμενα υψη» και τη ζανέτ μακντόναλντ και τον νέλσον έντυ, το οποίο κατι χρονια αργοτερα καταργηθηκε και εγινε το θεατρο του μυρατ που επαιξε το «αποψε αυτοσχεδιαζουμε» του πιραντελο και τρεχαν οι μεγαλοι να το δουνε ολοι σαν τρελοι)

ηταν ομορφη η μαμα μου και της αρεσε πολυ το σινεμα και ημουνα κι εγω ομορφη μαζι της γιατι φοραγαμε τα ιδια ρουχα, αφου αυτη τα εφτιαχνε, και μαλιστα απο το ιδιο υφασμα

λοιπον το σινεμα ητανε ωραιο, μυστικο αλλά και ενοχλητικο μαζι, και ητανε το «σινεμα» και οχι το «σινεακ» γιατι τοτε ηταν το μόνο σινεμα το σινεακ, και ηταν μονιμως μεσα σ’ ενα κατακοκκινο σκοταδι χωμενο, και τα καθισματα του ηταν σαν περιεργα βουνα, ψηλα στις ακρες, χαμηλα στη μεση – και εμας μας αρεσε να καθομαστε στις ακρες – και παντα μπαιναμε με σκοταδι και βγαιναμε με σκοταδι, ποτέ δεν φωτιζε ακριβως, ποτέ δεν εκανε ακριβως διαλειμμα και εναρξη ή ληξη, ητανε σαν ενα αιωρουμενο αεικινητο στο οποίο μπαινοβγαιναμε συνεχεια και η μαμα κουνιοταν συνεχως κι αλλαζε θεσεις, μερικες φορες τοσο εκνευρισμενη που απο τα πλαϊνα ψηλα πηγαιναμε στα καθισματα κατω χαμηλα, και με εσερνε πισω της σα να με ειχε ξεχασει, και γω ετρεχα πιασμενη απ’ το χερι της αλλά και σα να με ειχε ξεχασει, και παντα καθομαστε μακρια απο τους δίπλα, αλλά ετσι κι αλλιως οι δίπλα ποτέ δεν ητανε κοντα, θυμαμαι μισοαδειο παντα αυτο το κοκκινο σκοταδι, με τις χρυσαφιες ανταυγειες απο την οθονη, την οθονη δεν τη θυμαμαι ιδιαιτερα – τον χρονο μόνο θυμαμαι γιατι δεν ειχε αρχισει ακομα το σχολείο –

και οταν τρεχαμε αναμεσα στα μαυρα καθισματα και το κοκκινο που φωτιζε μαζι με τις ασπρομαυρες αστραπες τού εργου σαν επιφοιτηση διαρκείας, φευγαμε παντα απο καποιον που «σαν παλιανθρωπος» που ητανε «την πειραζε» και δεν ειμαι σιγουρη αν το ’χα καταλαβει, το ’χα συμπερανει ή μου το ’χε πει με αυτα τα λογια η ιδια, την ωρα που ξαφνικα θα ψιθυριζε πιανοντας μου το χερι «παμε πιο περα να φυγουμε» και το πιθανοτερο ειναι να ’χαν συμβει και τα τρια μαζι και να τα ’χα καταλαβει ταυτοχρονως, και η εκφραση της δεν μπορουσε να ειναι τιποτα σοβαροτερο, τιποτα πιο επεξηγηματικο απο ενα μουρμουρητο

ομως η μετακινηση και η βιαστικη αλλαγη θεσης ητανε παλι εχθρικη και ψηλομύτικη κι αυτο το ψηλομύτικο ηταν που με ενοχλουσε σαν να μην πολυπιστευα, δεν ειμαι σιγουρη ακριβως τι – θυμαμαι ομως την ενοχληση μου ετσι που επρεπε να την ακολουθω αναμεσα στα καθισματα και τους διαδρομους ενω αυτη ετρεχε σαν να μ’ ειχε σχεδον ξεχασει

κι αυτο γινοτανε πολυ συχνα τοσο που σχεδον ηταν εθιμο μεσα στην αιθουσα και δεν ειμαι σε θεση να πω ουτε καν αν της αρεσε που γινοτανε, αλλά φαινοταν πραγματικα θυμωμενη, κι επαιρνε αυτο το πολυ ακαταδεχτο, και εχθρικο προς τον κοσμο υφος της – αυτο το καταβαθος ψηλομύτικο που πολυ με πειραζε

ομως το θεμα μου ειναι αλλο και μου ειναι δυσκολο να στο περιγραψω γιατι σαν ασαφης παραισθηση ή ονειρο αναδυθηκε οταν το θυμηθηκα τη στιγμη που ενιωσα το ποδι του για πρωτη φορά αφημενο εντελως στα χερια μου μεσα απο το παντελονι – διοτι ναι μεν τιποτα δεν χανεται αλλά αυτο ειχε τραβηχτει στα ενδοτερα, στα παρασκηνια, πισω απ’ τις κουΐντες, πιο πισω απο τα καμαρινια περα απο τις σκηνες πιο μακρια απο τις αυλαιες αυτης της αιθουσας που ειχε κατι βαρυ και παλαιϊκο ετσι οπως ηταν ολα κοκκινα και σχεδον βελουδινα, ή μαλλον ηταν πραγματικα βελουδινα και καλα τα θυμαμαι, αν και φθαρμενα ελαφρως τα καθισματα

και ηταν σιγουρα νωρις το απογευμα και ειμαστε ησυχες και βλεπαμε το εργο και κανεις δεν μας πειραζε σε μια σχεδον μισοαδεια αιθουσα, και ουτε θυμαμαι ποιο εργο, τοτε που ορμησε με μια αναπαντεχη σιγουρια το χερι του και μ’ αφησε καταπληκτη γιατι δεν τον ειχα ακουσει να καθεται δίπλα μου, καθισε αθορυβος ανακουστος κι αορατος σα γατα, και περα απο οποιαδηποτε αλλη σκεψη κυριαρχησε η καταπληξη, και μαζι η ακινησια η σιωπη και η ασαφης μυρωδια τής μαμας στα δεξια ετσι οπως κοιτουσε αφοσιωμενη, ελαφρως αφηρημενη και λιγο ψηλομύτικη οπως παντα τη μεγαλη ασπρομαυρη οθονη και λαμψη

εμεινα ακινητη αλλά το χερι μ’ αυτα τα σκληρα δαχτυλα ηταν επιτακτικο σαν να μη με περιμενε καν πρωτα να μεινω ακινητη για να ρωτησει, σαν να ητανε σιγουρος ή να το ειχε διαταξει με τον πιο σιωπηλο τροπο, και σαν να με παρακαλουσε ομως με ακαταδεχτο υφος συγχρονως γι’ αυτο

και ολη την ωρα που το χερι κινιοτανε πανω μου ητανε ακριβως σα να παρακαλουσε γιατι μεταφεροταν απο πανω μεχρι κατω με τον πιο σφιχτο και ατσαλινο και σιγουρο τροπο αλλά και με τοση γνωση και τρυφεροτητα που ειχα παγωσει απο την καταπληξη πως μπορουσε καποιος να με ξερει τοσο καλα, που να με σφιγγει βιαστικα αλλά συστηματικα και μεθοδικα κανοντας με να καυλωνω απο το λαιμο ως τους αστραγαλους τοσο αφωνα

και συνεχισε να ανεβοκατεβαινει μεθοδικα με δαχτυλα που δεν με εγκατελειπαν στιγμη και σχεδον μού μίλαγαν, σχεδον βγαζανε ηχους, με μια επιτακτικη βλοσυρη οικειοτητα

που δεν σηκωνε αντιρρηση αλλά παρακαλουσε κιολας, παρακαλουσε και σα να ικετευε κιολας, με λεξεις που δεν τις ηξερα αλλά αυτο ητανε το νοημα σ’ αυτα τα ατσαλινα δαχτυλα, που με εψαχναν παντου σα να θελανε κατι να μου δειξουν και συγχρονως σα να παρακαλουσαν να δεχτω να το δειξουν, μες στο σκοταδι

κι ετσι περιδιαβηκε καθε κοκκαλο και καθε γωνία και οπως γλυστραγε πανω μου απο το λαιμο ως τα ποδια μεθοδικα με τα ιδια δαχτυλα που σφιγγανε, κατα διαστηματα, και ισως μ’ εναν ρυθμο, δε θυμαμαι καλα, χαϊδευανε κιολας ταυτοχρονα, μ’ αυτον τον αλλοκοτο τροπο οντας μαζι δαγκανες και γλωσσες

σημερα με το σημερινο λεξιλογιο θα ελεγα οτι ειχε μια φοβερη επιδεξιοτητα κι οτι ητανε φοβερος εραστης, τη μερα εκεινη οντας εφτα χρονων (το πολυ) ειχα μεινει αφωνη και καταπληκτη και ακινητη κατω απο την παλαμη του που με ειχε ακινητοποιησει ολοκληρη και σα να ’χε μετατραπει ολη η παλαμη του και σα να ’χε γινει ετσι τεραστια παιρνοντας το δικο μου ελαχιστο μεγεθος – και συγχρονως σα να ’χε γινει το χερι του ο καθρεφτης μου

ειμαστε σιωπηλοι, αυτο που γινοταν μεταξυ μας δεν το ’μαθε κανεις : καποια στιγμη απλως αποσυρε το χερι του και καταλαβα οτι συνεχισε να καθεται διπλα και γυρισα μαλλον αργα και τον κοιταξα, και αυτο ειναι που δε συγχωρεσα στον εαυτο μου ποτέ, δεν μπορεσα να κρυψω (πρεπει να φανηκε στο προσωπο μου) την απεχθεια και την απογοητεψη για το πόσο ασχημος ητανε

γιατι ο ιδιος εχοντας αποσυρει το χερι του απο πανω μου το ’ξερε ολη η δυναμη του οτι ειχε χαθει και καθοταν τωρα λιγο σκυφτος, γυρισμενος σαν υπακουα προς το μερος μου και με κοιταζε ησυχα με ματια που ειχαν μεσα τους μόνο ενα χαμογελο και λιγο σκυψιμο – κι εγω δεν μπορεσα να κρυψω σιγουρα τον θυμο μου ή την καταπληξη για το πόσο ασχημος φτωχος κακοντυμενος και γερος (μπορει να ’ταν και τριανταρης ή σαρανταρης, τωρα λεω) εκεινος ητανε – ναι, με κοιταξε μ’ αυτη τη βουβη ματια, λιγο σκυφτος, λιγο με τα ματια μισοκλειστα, κι εγω τον κοιταξα οπως τον κοιταξα : μόνο που δεν τον εφτυσα δηλαδη – πρεπει να το καταλαβε, η ευφυια τού περισσευε κι αυτο το ’χε αποδειξει : πρεπει να το καταλαβε οτι στην αρχη γυρισα να τον δω με ενα ειδος περιεργειας χαρας, ή και φιλίας ακομα, που μετατραπηκε αμεσως σε φρικη, τα ειδε ολα στη φατσα μου και γλυστρισε σαν γατα και σαν καταπτοημενος κι εξαφανιστηκε

γιατι ηταν αξυριστος, δεν ειχε μαλλον πολλα δοντια, και μαλλον ητανε φτωχοντυμενος πολυ, και ειναι απιστευτο πόσο με ειχε θυμωσει ολο αυτο – και πόσο ειχα νιωσει καταπληξη, σα να με  προσβαλε η ασχημια του : και ειναι απιστευτο πόσο σκληροι ανθρωποι ειμαστε απο τα γενοφασκια μας : απο τοτε που αρχισα να θυμαμαι αυτη την ιστορια τον ξανασκεφτηκα πολλες φορες – με τη μεγαλυτερη δυνατη ομως λυπη – ο ανθρωπος εκανε για μενα κατι, που μόνο οι μεγαλοι εραστες το κανουνε – και οι μεγαλοι εραστες δεν ειναι συνηθισμενο πραγμα : δεν ειναι οτι θελησε να καυλωσει, ειναι οτι θελησε να καυλωσει εμενα, ενα αγνωστο κοριτσακι δίπλα του – πραγμα που ειρησθω εν παροδω καταφερε με τον πιο ατσαλινο και τρυφερο τροπο –

 

 

φωτο Nico Jesse

 

 

 

 

 

1 Σεπτεμβρίου 2019

το σπηλαιο της αναισθησιας

 

 

 

 

η απεχθεια μου για τον πλατωνα βασιζεται σε παρα πολλα πραγματα, αλλά στο παραμυθακι του της σπηλιας συμπυκωνονται ισως τα περισσοτερα απ’ αυτα – ομως πριν συνεχισω για εναν ανθρωπο που δεν μ’ αρεσει και που δεν αγαπω (αρκετα πρωτοφανες θα ελεγα αυτο για τους εδω κηπους) θα ’θελα να ξεκαθαρισω οτι δεν (θα) ειναι αυτο ενα κειμενο για τον πλατωνα, διοτι τοτε θα ’πρεπε να το κανω και λιγο μεγαλυτερο – ειναι απλως ενα κειμενο που ξεκινησε απο μια σκεψη του βιτκενσταϊν. που ετυχε να διαβασω προσφατα και που μού θυμισε την «σπηλια» τού π., καθως επισης (μού θυμισε) και το πόσο αντιπαθω εξισου και τον κυριο β.

 

επισης, πριν συνεχισω θα πρεπει να ομολογησω οτι οταν απεχθανομαι πολυ εναν ανθρωπο, μού ειναι αδυνατο να τον διαβασω πραγματικα : ετσι, παρ’ολο που πηρα οταν πρωτομπηκα στο πανεπιστημιο να τον διεξελθω (και μαλιστα απο μεταφραση ειχα να διαβασω μόνο τον συκουτρη (τον ειχα ηδη απο την πατρογονικη βιβλιοθηκη για να πω την αληθεια αυτον) (τα άλλα τ’ αγορασα μόνη μου απο την «οξφοδη» που δεν εχει μεταφραση : ηταν ομως ακομα προσφατο το σχολείο, και η περιρρεουσα αποψη, φροντιστων καθηγητων και ημων των ιδίων, οτι ο πλατωνας δηλαδη ητανε ευκολος (σε αντιθεση π.χ. με τον θουκυδιδη) : και συνεπως θα ειμαστε τυχερες  αν μας επεφτε αγνωστο θεμα απ’ αυτον στις εξετασεις για τις σχολες

 

(η αληθεια ειναι (για να κουτσομπολεψω και λιγο) οτι απ’ αυτον μάς επεσε, εγραψα επομενως μαλλον καλα αφου πηρα ετσι και τα ουρανοκατεβατα λεφτα της υποτροφιας – (μόνο εκθεση δεν μπορεσα να γραψω καλα, ειχα εξαλλου και μια λόξα να μη θελω να γραφω καλα, δεν μπορουσα αλλωστε κιολας να γραφω καλα – επομενως λογικα εχασα την πρωτη θεση, αλλά δεν ειχε σημασια, οι δεκα πρωτοι παιρναν ολοι τα (ουρανοκατεβατα ή οχι – καποιοι δηλαδη ξεραν οπως εμαθα αργοτερα οτι υπηρχαν) : τα λεφτα της υποτροφιας τα πηραμε λοιπον ολες ετσι κι αλλιως) και κλεινει εδω το κουτσομπολιο))

 

θα πω λοιπον μερικα αυθαιρετα δικά μου (αυθαιρετα διοτι δεν προκειται ουτε να βαλω σημειωσεις απο πού τα πηρα, ουτε να κατσω να τα εξηγησω ιδιαιτερα – τα λεω για μενα και για οποιαν αλλη πιθανον (θα) θελει να διασκεδασει – και ουτε προκειται να ξαναπαρω τα βιβλια τωρα για να κατσω να επαληθευσω τις διατυπωσεις : τα λεω οπως τα θυμαμαι απο τοτε που τα διαβασα για πρωτη και, κατα κανονα, για τελευταια φορά)

 

 

 

 

 

Ο πλατωνας λοιπον, για να  ξεκινησω ετσι χοντρικως και χονδροειδως, ειναι (κι ας μην ομολογειται γενικως, εγω το ξερω και το λεω – κι ας με πιστεψουν οσες θελουν – και οσες μπορουν) ειναι και αποτελει το κεντρο της ανδροκρατιας, το κεντρο και την κορυφη της πατριαρχιας του μισογυνισμου και της θεωρητικης και φιλοσοφικης (και εμπρακτης τελικα, μια που «και η σκεψη πραξη ειναι» που ’πε κι ενας αγαπημενος γερμανος) της θεωρητικης και φιλοσοφικης λοιπον καταδίκης του ερωτα : και απ’ αυτην ακριβως την αποψη πιστευω οτι ο πλατωνας προετοιμασε θαυμασια τον χριστιανισμο – εχουν επομενως δικιο οσοι καταφευγουν στο ιδεολογημα του «ελληνοχριστιανικου» αποτετοιου – διοτι δεν προκειται ακριβως για ιδεολογημα, ειναι η ζοφερη πραγματικοτητα, για την ελλαδα και τις υπολοιπες χωρες του πλανητη, τουλαχιστον τις δυτικες

 

επειδη ομως ειναι και πολυ καλος συγγραφεας – για να πουμε την αληθεια ειναι ενα θαυμα στην πεζογραφια ο κυριος, απο μια συγκεκριμμενη αποψη – και πιθανως το υποψιαζεται και επομενως το χρησιμοποιει με οση χαιρεκακια διαθετει – και διαθετει μπολικη – επιχειρει επομενως και τολμαει να τ’ αγγιξει ολα με ανεση, και, αν μπορει (ελπιζει οτι μπορει – και  η ιστορια εδειξε οτι μπορει) να τα καταδικασει ολα, τα σχετικα με το σωμα μας, τελειωτικα –

 

το μπορεσε καταρχας διοτι ητανε, ειπαμε, ευφυης στην πεζογραφια (οχι στους τυπικους διαλογους του ( : εκει εξευτελιζει εντελως την ιδια την εννοια της διαλεκτικης – οπως ειχε ηδη προσεξει το μικρο (και ενιοτε εντελως ανευ χιουμορ) κοριτσακι που ημουνα καποτε – μια φορα το ειπα μαλιστα στην ταξη μας στη δασκαλα μας του γυμνασιου (καναμε αν θυμαμαι τον «πρωταγορα») : «ο σωκρατης κυρια, αυτος ειναι ομως που φερεται σα σοφιστης, αυτος μπερδευει, παραπλανα και εξευτελιζει τον διαλογο» (παραβλεπω εδω, και προσπερναω με επιεικεια, τη χειριστη γνωμη που μας ειχανε φυτεψει για τους σοφιστες – δεν μπορουμε να τα προβλεψουμε και ολα –) και εισεπραξα ενα «κατσε κατω σταθατου, δεν ξερεις τι λες», ακολουθουμενο απο βροντερους γελωτες – σκασιλα μου βεβαια ελαφρως, για να μην πω οτι γελασα επισης με τον εξωφρενων θυμο της και τις κοκκινιλες της, αστειοι ανθρωποι ενιοτε αυτοι οι εντελως αδιαβαστοι και αμορφωτοι, και ανεραστοι και ασωματοι (θα επανελθουμε στο ασωματο γι’ αυτο το βαζω), καθηγητες))

 

 

 

 

 

 

το συμποσιο ομως ειναι ενα κατεξοχην μυθιστορηματικο εργο, κι ας ποζαρει για διαλογος (ειναι κι αυτο ενα απο τα ευφυη πεζογραφικα του κολπακια) και δεν υπαρχει ιχνος εκει απο τους συνηθισμενους εξευτελιστικους τής εννοιας τού διαλόγου διαλόγους (εξευτελιστικους εντελως : «ετσι δεν ειναι ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος, «ετσι ειναι βεβαιως» να απανταει ο παντα αφελης μαθητης / «μηπως εχεις αντιρρηση ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος «προς θεου οχι» να λεει ο παντα αφελης μαθητης / κλπ, κλπ) : εδω αντιθετα εχουμε αλλεπαλληλες αφηγησεις, παραλληλες και διασταυρούμενες, μεσα σ’ εναν κυκλο φιλων, λιγο–πολυ ισότιμων και ομότιμων και εντελως ανέντιμων στην αντρολαγνεία τους, και μεσα σ’ εναν ενιαιο χωρο οπου ολοι καθονται και τρων και πινουν και συμβαινουν και απροσδοκητα να πουμε, οπως η εισοδος του μεθυσμενου αλκιβιαδη και η ερωτικη του εξομολογηση προς τον σωκρατη (δυο περιβοητοι μισογυνηδες που θριαμβευουν ετσι, ο καθεις με τον τροπο του) – και ακομα και η μοναδικη εισοδος της μόνης γυναικας στην παρεα γινεται μεσω αφηγησης του αφηγούμενου – δεν υπαρχει πραγματικη γυναικα πουθενα – αλλά και η ιδια η διοτιμα δεν ειναι καν γυναικα, ειναι δηλαδη η γυναικα οπως την θελουνε οι αιωνες που ηδη εχουν ερθει κι οι αιωνες που θά’ρθουνε, «ιερεια», ορκισμενη στη θρησκεια αυτων των αντρων, οπως τη θελει η θρησκεια αυτων των αντρων – και ηδη το «ιερο» ειναι το υπουλοτερο οργανο του μισογυνισμου της αντροκρατιας : η «διοτιμα» (μεσω της αφηγησης δηλαδη του σωκρατη) οχι μόνο δεν την αρνειται αλλά την επεκτεινει και την εμπλουτιζει –

 

αλλά αρκετα για το συμποσιο – αυτο θελει αλλη αναρτηση : για την πεζογραφικη του αξια ομως μπορω να πω (με το χερι στην καρδια, και το μουνι) οτι το εργο ειναι (θα μπορουσε να πει κανείς) η αρχη και η μεση και το τελος της πεζογραφιας ανα τους αιωνες (που ηρθαν και θά’ρχονταν), ασχετως εννοω του περιεχομενου – περιεχει δηλαδη τα παντα ως κειμενο, και το μοντερνο, και το μεταμοντερνο, και ο,τι αλλο θες – : απο αποψη πεζογραφικη δηλαδη το «συμποσιο» ειναι η συνοψη του μυθιστορηματος εν κινησει : ποιος θα μπορουσε να προβλεψει καλυτερα τη διαπραγματευση του 1ου ή του 3ου προσωπου στην αφηγηση, τους ελιγμους της αφηγησης της ιδιας  ; Ενας συνανταει εναν, τυχαια στον δρομο, και του ζηταει να του αφηγηθει κατι που του ειπε ενας αλλος, τυχαια στον δρομο, κι αυτος του λεει πως ο,τι (νομιζει οτι) ξερει ειναι απολυτως ανακριβες διοτι αυτος που ειχε παρευρεθει στο γεγονος και τού το αφηγηθηκε, του αφηγηθηκε προ χρονων πολλων πραγματα που ειχανε γινει προ χρονων πολλων – και παντως εντελει τού λεει τι εγινε σε κεινο το παρτυ, με το νι και με το σιγμα : σοβαρες ενστασεις επομενως για τη μνημη του – αλλά και για την πιστοτητα της μεταφορας (απο το 1ο στο 2ο στο 3ο προσωπο) μπορουν να εγερθουν – αλλά : Ποιος ειναι εντελει ο αφηγητης εδω ;

και επιπλεον, ο χρονος που μεσολαβει απο το γεγονος στην αφηγηση και την αναμνηση (και την αναβιωση του) τι ρολο παιζει σε οσα (υποτιθεται οτι) ειπώθηκαν ;

Ευρηματα με λιγα λογια εξοχωτατα.

 

(ιδου σταδιον δοξης λαμπρον λοιπον και για τον κυριο βιτκενσταϊν, που θελει να εξηγησει τη γλωσσα με τα μαθηματικα – απωθωντας εμφανως την «ψυχολογια» οπως τη λεει – και ξερει αυτος γιατι (εχει τη σπηλια του))

 

 

 

 

 

το ζητημα ειναι οτι ο πλατωνας δεν αρκειται (καθολου μα καθολου) να θριαμβευει στην πεζογραφια, και να διαπραγματευεται ετσι, με το μαλακο (με το πολυ μαλακο) τα θεματα που πρεπει να σκοτωσει, και πανω απ’ ολα τον ερωτα (βαζοντας μαλιστα να τον «υπερασπιζεται» (δηλαδη να τον καταδικαζει) ακριβως μια γυναικα – συνηθισμενες κουτοπονηριες των αντρων – ειπαμε, ο πλατωνας τούς εμπεριεχει ολους τους μισογυνηδες και του παρελθοντος και του μελλοντος – γι’ αυτο τον διασωσανε οι καλογέροι – που καψανε ολους τους αλλους

 

(σκεφτομαι καμια φορα τι θα ειχε γινει αν ειχε (για καποιους μυστηριους λογους) αντιστραφει τελειως η κατασταση και οι καλογέροι σωζανε ολο το εργο του επικουρου (ηταν και ο πολυγραφοτερος αλλωστε ολων) και απο τον πλατωνα ειχαμε μόνο ο,τι εχουμε σημερα απο τον επικουρο : δηλαδη δυο γραμματακια και μια διαθηκη – καθως και μερικες παρεξηγησεις – ή εμμετρες ερμηνειες – οπαδων και θαυμαστων – αλλά δεν εχει νοημα να ονειρευομαι.))

 

ομως για το «συμποσιο» δεν θα πω άλλα εδω – εχω να πω πολλα αλλά χρειαζομαι περισσοτερο χωρο (και φυσικα θα ’θελα κι αλλο χρονο) : αρκει ομως σημερα να πουμε οτι βαζοντας μια γυναικα να εκφρασει τις πλατωνικες αποψεις για τον ερωτα, ο κυριος πλατων καταφερνει το μνημειωδες – να πεισει ολους τους αντρες (και, κανονικοτατα, και τις γυναικες) οτι καλα κανει ο ερωτας και εχει ευνουχιστει απο μόνος του, εχοντας διαγραψει καθε ατιθασσο στοιχείο του, στοιχείο που θα θυμοταν δηλαδη ακομα την προηγηθεισα βακχεία – δηλαδη τον ερωτα στην πραγματικα γυναικεια και αντι–κοινωνικη του διασταση

 

 

 

 

Εκει λοιπον που ειναι λιγοτερο προστατευμενος (δεν ενδιαφερεται καν ο ιδιος να προστατευτει δηλαδη) ο πλατωνας ειναι στα «καθαρα» πολιτικα του – ενα απ’ τα πρωτα αποσπασματα που μ’ εκαναν να τον σιχαθω πραγματικα ηταν εκεινο το «οι δουλοι να ’ναι απο διαφορετικες χωρες για να μη μιλουν την ιδια γλωσσα» (αλλο σταδιο δοξης λαμπρον και για τον κυριο βιτκενσταϊν βεβαια εδω, να μας πει οτι ουτως ή αλλως κανενας δεν μιλαει την ιδια γλωσσα με κανεναν – κι αν δεν τον βολευε στην παρουσα συζητηση αυτο, να το αναθεωρουσε παρευθυς, και με ευστροφία, ως την ιδια γλωσσα εχουμ’ ολοι μας (αναθεωρουσε κι ευκολα ο τυπος))

 

ομως ολ’ αυτα τα γραφω πανω απ’ ολα για να καταληξω στην πιο κουτοπονηρη (και εγκληματικη, θα μπορουσε να πει κανείς – αλλά κυριως στην πιο πανανθρωπινως (και ακριτως) θαυμαζόμενη, παρεξηγουμενη και αποβλακωτικη) αλληγορια του, αυτην της σπηλιας

 

και τη θυμηθηκα διοτι επεσε στα χερια μου προχτες ενα αποσπασμα του κυριου βιτκενσταϊν που ειναι λες βγαλμενο απο τα μαθηματα του κυριου πλατωνα ακριβως : και ειδικα απο το μαθημα τού σπηλαίου : (το βρηκα στα αγγλικα και συνεπως στα αγγλικα το παραθετω, δεν νομιζω ομως στα γερμανικα να ’λεγε τα αντιθετα) :

 

«It is possible to imagine a case in which I could find out that I had two hands. Normally, however, I cannot do so. «But all you need is to hold them up before your eyes!»—If I am now in doubt whether I have two hands, I need not believe my eyes either. (I might just as well ask a friend.)» ( * )

(τα πλαγια ειναι δικα του)

 

Το πιστευω λοιπον απολυτα, οτι του ηταν αδυνατο, σε τελευταια αναλυση και οχι απλως λογικο επιχειρημα, να φανταστει πως εχει δυο χερια : ακομα κι αν τα σηκωσει δηλαδη και τα φερει μπροστα στα ματια του, δεν υπαρχει κανενας λογος που να τον πειθει οτι και τα ματια του τελικα δεν ψευδονται :

 

καθοτι ο κυριος βιτκενσταϊν ειναι ο ιδιος ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα χωρις να ντρεπεται καθολου – φτιαχνει ολοκληρη φιλοσοφια με τα οσα ενα, κατ’ αυτον τον τροπο στερημενο απο ολες του τις αισθησεις, υποκειμενο θα ελεγε : θα ελεγα για την ακριβεια οτι ειναι ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα «με σαρκα και οστα», αν δεν ηταν αυτο ακριβως αντιφατικο μαζι και οξυμωρο για να μην πω και γελοίο : οι ανθρωποι της σπηλιας του πλατωνα (αλλά, εντελει, ολοι οι «ανθρωποι» του πλατωνα) δεν εχουν ακριβως ουτε σαρκα ουτε οστα :

 

 

 

 

ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα ειναι ο ενγενει ανθρωπος του πλατωνα και εκτος σπηλιας – αυτον υποστηριζει αυτον γουσταρει για τους αιωνες που θά’ρθουνε,  και αυτον θελει ( : και αυτος ηρθε οντως για τους αιωνες που ηρθανε) : τον παραθετει βεβαια σαν στοιχείο μιας αλληγορίας, για να καλυψει την υπερβολη, αλλά η αλληγορία ειναι και η επιθυμια του : ανθρωποι χωρις σωμα χωρις αισθησεις και χωρις ερωτα – συνεπως ανθρωποι στους οποίους το σωμα τους δεν μιλαει – και δεν εχει τιποτα να αποδειξει

 

ειναι πεποιθηση (ευτυχως, οχι μόνο δική) μου οτι αυτα τα οποία προβαλλει καποιος στην πραγματικοτητα, ως πραγματικοτητες, ειναι κομματια απο τον εαυτο του

 

και σαν ανθρωπος που ηρεμα αυτονοητα, και χαρουμενα, επικοινωνουσε με το σωμα του απο παιδι, ξερω οτι θα ηταν αδυνατο να με πεισει καποιος οτι ειμαι σκια – κι οτι το ιδιο ειναι και οι απεναντι : ακομα κι αν οι απεναντι δηλαδη ηταν, ή φαινονταν σα σκιες, εγω θα ηξερα οτι δεν ημουνα – γιατι θα ημουνα εκεινο το πραγμα («πραγμα» πριν τις λεξεις) που καυλωνε και ηθελε να παιζει και να ερωτευεται – αρα δεν μιλαει για μενα ο κυριος πλατωνας

 

εξαλλου ολοκληρη αυτη η πλατωνικη σκηνοθεσια μεσα στη σπηλια δεν θα αλλαζε καθολου αν αντι για ανθρωπους στα τοιχωματα της, ο φιλοσοφος μας, ειχε σταυρωσει ακινητα σιωπηλα και μεταλλικα ρομποτ – διοτι ειναι αποψη και επιθυμια του ιδιου οτι οι ανθρωποι δεν εξεγειρονται δεν διαμαρτυρονται και δεν αντιδρουν με λιγα λογια, κατα κανενα τροπο στο αλυσοδεσιμο τους

 

κι αν εκλαμβανουν τη ζωη συμφωνα με αυτο που βλεπουν απεναντι – και οχι συμφωνα μ’ αυτο που αισθανονται (αληθεια τι αισθανονται ; αισθανονται τιποτα ; τι λενε ; μιλανε με κανεναν ; – ή δεν εχουν καν ακομα τη γλωσσα ; ή την ειχαν και τη χασανε ; και απο ποια ηλικια αλυσοδεθηκανε ; ητανε ποτέ δηλαδη προηγουμενως ελευθεροι ; κι αν αλυσοδεθηκανε απο νεογεννητοι, πώς μεγαλωσανε, και ποιος τους ταΐζει ; ή δεν χρειαζονται καν φαΐ ; ή δεν χεζουνε καν, και δεν κατουρανε ; ) το ζητημα ειναι οτι για χαρη τους ο φιλοσοφος μας δεν περιγραφει παντως το ανθρωπινο ειδος, αλλά αυτο που θα ηθελε να ισχυσει – και αυτο που εντελει οντως κατισχυσε : τους ανθρωπους ως αναισθητα και ανεραστα και αμιλητα μελη μιας κοινωνιας ενος θεαματος καποιων σκιων

 

 

 

 

γι’ αυτο και ειναι ουσιαστικα εντελως δευτερευον το παιχνιδι που παραθετει (πολυ εξυπνο ομως οντως, και πολυ σατανικο – και πολυ χαιρεκακο) με το φως και το σκοταδι : αν βγαιναν εξω θα τυφλώνονταν, αν ξαναμπαιναν μεσα δεν θα βλεπαν τιποτα : αυτα ειναι ακριβως τα παιχνιδακια του κυριου πλατωνα και οι, ιδιοφυεις ομολογουμενως, αντιπερισπασμοι του – γιατι αυτο το οποίο θελει να τονισει ειναι αυτο το οποίο ακριβως διεξερχεται επιτροχαδην, χωρις να το τονιζει καθολου (διοτι αυτο το οποίο τονιζεις αποκταει ξαφνικα μια σημασια, και γινεται ο αντιπαλος, και ως αντιπαλος εχει ηδη κερδισει το παιχνιδι, εστω και κατα το ημισυ : ομως ο πλατωνας δεν θελει, προς θεου, ποτέ, να υπαρξει αυτος ο αντιπαλος – μην τυχον αλλωστε και βρει και τη φωνη του ξαφνικα) : αυτο το οποίο διεξερχεται λοιπον επιτροχαδην, και δεν επιθυμει να το τονισει διολου, ειναι να επιζησουν αυτοι οι ανθρωποι, που δεν αισθανονται τιποτα – γιατι ετσι πρεπει να ειναι οι ανθρωποι

 

αδιαμαρτυρητοι απεναντι και στο φως και στο σκοταδι, τυφλοι και σιωπηλοι και υπακουοι – καποια στιγμη βεβαια που πηγε να κανει τον μαγκα στην ενεργο πολιτικη με κατι τετοιες αποψεις, κόντεψαν να τον φανε λαχανο και το ’βαλε στα ποδια κι εβγαλε και τον σκασμο –

 

αλλά ας ξαναφτιαξουμε λιγο, ετσι για πλακα, τη σκηνοθεσια της σπηλιας βαζοντας αλυσοδεμενους στους τοιχους της οχι ανθρωπους, αλλά άλλα ζωα : (στο τελος παραθετω εναν συνδεσμο για να διαβασετε αν θελετε ολο το αποσπασμα στο πρωτοτυπο και στη μεταφραση του σκουτερόπουλου) : ας δουμε λοιπον την πλατωνικη «πραγματικοτητα» των αισθησεων και των ψευδαισθησεων με «αλλου ειδους ζωα» : διανοειστε να ειχαν αλυσοδεθει δηλαδη γατες στο σπηλαιο ; αχαχα : και να καθοντουσαν ακινητες και σιωπηλες και να κοιτάζαν φιλοσοφικα τις σκιες απεναντι ;

 

βεβαια το γελιο θα μας βγει ξυνο, διοτι οντως η πλατωνικη ζωολογια επισκιασε για αιωνες τα παντα : και για αιωνες μαθαμε οτι δεν ειμαστε ζωα, και συνεπως δεν εχουμε αδιαπραγματευτες επιθυμιες –

 

ετσι ακριβως κι ο κυριος βιτκενσταϊν σ’ ενα άλλο του αποσπασμα, καπου αλλού, λεει κατι φαινομενικα λογικο : οτι ακομα και αν μιλουσε ενα λιονταρι δε θα το καταλαβαιναμε – κι εγω σου λεω ομως οτι το καταλαβαινουμε ηδη περιφημα, οσο ακριβως μάς καταλαβαινει κι αυτο – εξαλλου καπου αλλού τον βρηκα να συμφωνει, αντιφασκοντας περηφανα (και σιωπηλα βεβαια) : «(A child has much to learn before it can pretend). A dog cannot be a hypocrite, but neither can he be sincere( ** )

(τα πλαγια δικα μου)

 

ειναι με λιγα λογια επειδη ειμαστε ζωα, μεχρι να παψει αυτη η εκφραση να ειναι υβρις, που μπορουμε ακομα και να αντιφασκουμε, και να αναθεωρουμε, αλλά σε καμμία περιπτωση να μη μιλαμε καθολου.

 

 

 

 

 

 

τελειωνοντας λοιπον αυτα τα ανοργανωτα και σκορπια αλλά ακρως ειλικρινη (ειπαμε, με το χερι στην καρδια και το αιδοιο – για να το θεσω τωρα πιο καθωσπρεπει), ας κλεισω με μερικες συναφεις αλλά πολυ αρχικες, και γι’ αυτο πολυ αφελεις πιθανον αποριες μου : μού εκανε δηλαδη εντυπωση απ’ την πρωτη στιγμη που το διαβασα, πώς σε αυτο το στησιμο της σκηνοθεσιας μες στη σπηλια, ενας φιλοσοφος που εχει κλιση ιδιαιτερη στους διαλογους των ανθρωπων δεν σκεφτηκε οτι θα μπορουσαν καποια στιγμη οι βασανισμενοι ν’ αρχισουν μεταξυ τους να μιλανε – ή εστω να μουγκριζουν – με προβληματισε δηλαδη οτι ο πλατωνας μολονοτι τούς ειχε ακινητους δεν τούς ειχε βαλει φιμωτρο και δεν τούς ειχε  κλεισει το στομα : κι ομως αυτοι δεν μιλαγανε – οχι μόνο για να παραπονεθουν ή να κλαψουν ή να ουρλιαξουν, αλλά για να ανταλλαξουν εντελει αποψεις περι τού πώς βλεπει ο καθενας (ή η καθεμια : υπηρχαν αραγε και γυναικες ; δεν μας το διευκρινιζει αυτο ο κυριος) πώς και τί βλεπει ο καθενας στις σκιες εκει απεναντι, και τί διαφορές διακρινει

 

και επισης, με αποβλακωσε, η πληρης αποσιωπηση, και αγνοηση της δυνατοτητας, ακομα κι αυτοι οι ευνουχισμενοι ανθρωποι να μη βλεπανε τις ιδιες σκιες ολοι να περνουν απεξω : πρωτον, διοτι η θεση τους θα ’ταν διαφορετικη μεσα στη σπηλια, και δευτερον γιατι θα ειχαν άλλα πραγματα ο καθενας μεσα του για να προβαλλουνε πανω στις σκιες – κανενας ανθρωπος βλεπετε δεν μπορει να ευνουχισει κανεναν ανθρωπο απολυτως : ενα κομματι της προσωπικοτητας του, των αισθηματων του και των αναγκων του, παντα θα μεινει – κι αν κρινουμε απο τον ιδιον τον κυριο πλατωνα αυτο που μπορει να μεινει μπορει να ειναι και ιδιαιτερα επιθετικο : ο μόνος πετυχημενος ευνουχισμος ειν’ ο θανατος : και ο θεωρητικος της απολυτης εξουσιας, ηθελε, παρ’ ολ’ αυτα, τους ανθρωπους του ζωντανους – δεν θα του αρκουσε να κυριαρχησει σε σκιες πεθαμενες.

 

 

 

 

 

(*) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 114 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 221*

(**) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 118 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 229*

οι «φιλοσοφικες ερευνες» του βιτκενσταϊν σε μια ελληνικη μεταφραση

το «συμποσιο» στη μεταφραση του Ιωάννη Συκουτρή

το αποσπασμα για τη σπηλια στη μεταφραση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

15 Αυγούστου 2019

φατσούλες, φυλακισμένο βαρβάκειο

 

 

 

 

για χρονια πηγαιναμε μετα το κλεισιμο των μαγαζιων στην αγορα για πατσά. Ητανε δύο τα μαγαζια, στο βαθος τής στοάς, περναγαμε απο τον διαδρομο με τα αδεια τσιγκελια των χασαπηδων και τους πλυμενους παγκους για τα ψαρια. Καμιά φορά ξημερωνε για τα καλα κι ερχοντουσαν και οι πρωτοι χασαπηδες ν’ ανοιξουν. Τα μαγαζια ητανε δύο, το ενα κυριλεροτερο απ’ το αλλο, και το αλλο λαϊκοτερο. Πηγαιναμε μονιμως στο λαϊκοτερο, που ’χε τον καλυτερο πατσα. Καμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο, εχω παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες : Μια φορά πηγαμε με την κορη της φιλης ενος φιλου που ητανε τραγουδιστρια τζαζ–ροκ και ξεκινουσε την καριερα της : εγραφε κιολας η ιδια τη μουσικη της, ηταν και συνθετρια, κι ειχε και καταπληκτικη φωνη : λωρι αντερσον στυλ : το βραδυ που ’ταν η πρεμιερα της την ειχαν βαλει τελευταια στο προγραμμα, λιγο πριν κλεισει η παρασταση – ανεβηκε στο παλκο και ολοι παιρναν τα παλτα τους και φευγανε – με το που καθισε στο πιανο, κι αρχισε να βγαζει τις πρωτες φωνουλες, τους ειδα εναν–εναν να στεκονται ορθιοι, ν’ αφηνουν τα παλτα τους πισω, και να ξανακαθονται. Ωσπου να τελειωσει το προγραμμα της δεν ακουγοτανε κιχ. Θριαμβος κανονικος. (Υστερα απο λιγο τα παρατησε ν’ αφοσιωθει στον μαλακα της. Τετοια κανουν τα κοριτσια (ενιοτε) (ακομα) και βουρλιζομαι.) Την πηραμε λοιπον μολις εκλεισε το προγραμμα να την παμε στον πατσα – ειπαμε, τον λαϊκοτερο : Παραγγελναμε, κι αυτη ολο στριφογυρναγε κοιταγε τριγυρω και μια στιγμη γυρισε προς το μερος μου με τα ματακια της να λαμπουν και μου πεταει σαμπως επιθετικα : «Φατσουλες!» (Ητανε ακομα καινουργια η λεξη και ξαφνιαστηκα λιγο, δεν ηξερα πώς να την παρω ακριβως αλλά την πηρα εντελει οπως επρεπε, υποθετω και μόνο απο τη φατσουλα της.)

Ητανε λοιπόν οντως, φατσουλες ολοι εκει γυρω – λαϊκοι τυποι ολοι, γυναικες ελαχιστες, να σκεφτεις εμεις, με τα χάλια που ’χαμε, κι ειμαστε οι πιο κυριλε εκει μεσα. (Καμμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο.)

Ειχα παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες. Αλλά τα περισσοτερα τελευταια χρονια πηγαιναμε με τον καλυτερο καλον μου. Ειχαμε γινει και φιλοι με τα γκαρσονια (και με μια αξιολατρευτη πουτανα – που ’ταν και χορτοφαγα δεν ετρωγε ποτέ κρεας ουτε πατσα – μου ’λεγε διάφορα για τη δουλειά – κι ενα τζανκι που τριγυριζε στην παρεα μονιμως ανευ λογου, δε ζητουσε λεφτα.) (Αυτα το καλοκαιρι που καθομαστε εξω. Τον χειμωνα ομως μεσα : τοτε ηταν το καλυτερο : ) Δεν εκανε κανενας παρασιτα, ολο λαϊκοι τυποι τριγυρω. Ησυχοι ανθρωποι, πολυ ησυχοι, καμιά φασαρια ποτέ. Εκει τον ειδα πρωτη φορά απο κοντα, διά ζωσης που λενε : Ησυχος κι αυτος, πολυ ησυχος – ουτε υφος σεμνο δηθεν, ουτε υφος σοβαρο κι αγελαστο δηθεν : απλως πολυ ησυχος. Και οχι με παρεες, συνηθως μόνος, αντε με κανεναν φιλο. Ουτε υφακι, ουτε γελακι, ουτε τιποτα. Αν δεν τον ηξερες δεν θα τον προσεχες – εμένα μ’ αρεσε, μολονοτι τη μουσικη που τραγουδουσε δεν την ακουγα, γιατι τον ειχα ακουσει μια φορα στο ραδιοφωνο σε μια συνεντευξη να λεει «το δημοτικο ειναι θανατος».

Μετα εβγαλε εναν δισκο σε μια παραγωγη ροκάδικη – ωραία του μαγκιά. Και τωρα εμαθα οτι πριν κανα μηνα τραγουδησε στις φυλακές. Τιποτα απ’ ολ’ αυτα δεν μου ’κανε καμία εντυπωση, ταιριάζαν ολ’ αυτα με το προσωπο του, τη φατσουλα του : καθαρος τυπος, ευθυς, λαϊκος με την καλυτερη δυνατη εννοια, αξιαγαπητος.

Ενας καλος μου φιλος με μαλλον διεστραμμενο εγκεφαλο ελεγε παντα οτι θα ’πρεπε, καθενας που παει για δικαστικος, να κανει πρωτα ινγκογνιτο ενα μηνα σε διάφορες φυλακές, για να ξερει τουτεστιν στην πραξη τι σημαινουν τρια (και δεκατρια) χρονια – αρες μαρες κουκουναρες : το θεμα ειναι οτι (καταβαθος) ξερουν (καλα) : αλλά αυτοι που μπορουν να πουν «μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι είδα πολλά παιδιά 25–30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή», και : «δεν περισσεύει κανείς στη ζωή» θα ειναι παντα οπως φαινεται ανθρωποι ησυχοι απλως και γλυκεις, σαν τον Γιωργο Μαργαριτη.

 

(στην αγορα δεν ξαναπηγαμε απο τοτε που τη «φτιαξανε». Ουσιαστικα η αγορα εχει κλεισει. (Δεν νομιζω οτι κι αυτος θα πηγαινει – Παντως, σε μια συνεντευξη του που βρηκα κάποτε με αφορμη κάτι διάφορους και διάφορα, είχε πει κι ενα αλλο καλο : «ας κανει ο καθενας ο,τι θελει»).

 

πρώτη γραφή στο φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

 

 

12 Ιουλίου 2019

λογια του αερα (ή του ινμποξ)

 

 

 

κι ημουν μεγαλη κι ημουν νεα κατα καιρους
κι ημουν μεγαλη το πρωι και νεα το βραδυ
α, πότε λοιπον θα μπορεσω να ’μαι χαρουμενη ;
καλο θα ’ναι να μην αργησει

 

παραφραζω ενα ποιημα του μπρεχτ – οχι σοβαρα, του αλλαξα απλως το φυλο

ενας φιλος στο ινμποξ φταιει για ολ’ αυτα τελικα – αυτα που θελω να πω σημερα – φταιει για το θαρρος του να μού πει οτι του αρεσουν πολυ οι ευχες

εμεινα καταπληκτη : και μενα μ’ αρεσουν

αλλά πόσα χρονια μού πηρε να το παραδεχτω – αυτο το απλο πραγμα –

οταν ημουν μικρη οι γιορτες ηταν ιερές στο σπιτι – υπηρχαν τελετουργίες – οι τελετουργιες αποθανατιζοντουσαν απο τους ρεπορτερ της εφημεριδας – ενας φιλος μου φωτογραφος, χρονια μετα κοιτωντας κατι φωτογραφιες μου, οικτρα παιδικες με παιδακια και τουρτες, μού ξεφουρνισε ξαφνικα «μα τι φορματ ειν’ αυτο, αυτες οι φωτογραφιες ειναι δημοσιογραφικες», «ναι» λεω λοιπον, ο μπαμπας ειχε μονιμη σχεση ερωτικη με τους φωτογραφους, και τους κουβαλαγε στα γενεθλια, και του τις εμφανιζανε και του τις φερνανε σ’ αυτο το μεγεθος υστερα, κι ετσι μενανε στην οικογενειακη πινακοθηκη – μαζι με τις φωτογραφιες απ’ τα ρεπορταζ, εδω με τον μέρτεν, εκει με τον πλουμπιδη (κι ας ειχε γραψει τα συνηθη δημοσιογραφικα ανειπωτα – τα διαβασα μετα στο αρχειο του, μετα απο χρονια – θεουλη μου)

κι ετσι κι ας μην καταλαβαινα ακομα τιποτα, ολ’ αυτα με καταπίεζαν ελαφρως, με σφιγγανε μ’ εναν περιεργο τροπο, διοτι ημουν αντισυμβατικο ασφαλως βλαμμενο

στην ονομαστικη γιορτη του πατερα μου το σπιτι γεμιζε τουρτες, ηταν εθιμο τοτε, να ανταλλασσουνε γλυκα μεταξυ τους, κουτσοι στραβοι αναμεταξύ τους, συναδελφοι και φιλοι, ώς και γνωστοι

ηταν ενα πανηγυρι ομως, το δοκιμαστηρι των διαφόρων ειδων, για μας, τα σοφα κι αντισυμβατικα βλαμμενα – η πρωτη φορα που εμφανιστηκε κουτι με καραμελωμενα φυστικια εγινε ας πουμε αποθεωση

ετσι οι διαφοροι γνωστοι και οι φιλοι – με την καρτουλα τους πανω στο κουτι – παιρνανε βαθμο αναλογως της επιτυχιας τού περιεχομένου

μερικοι ειχαν μονιμως γκραν σουξε, ητανε καθε χρονο πρωτοι – θυμομουνα τα ονοματα κι εφτιαχνα τα γελαστα προσωπα τους στον υπνο μου, κι ας μην τους ειχα δει ποτέ

ουτε θα τους εβλεπα : το ’σκασα απ’ το σπιτι εγκαιρως

εκτοτε εγινα οπαδος της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη, κι εκανα φιλους μόνο οπαδους της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη – ελαφρως βλαμμενοι ολοι, και σ’ αυτη την περιπτωση

θυμαμαι το βραδυ που απ’ τα τριανταεννια θα το γυρναγα στα σαραντα : μ’ ειχε πιασει μια περιεργη δεισιδαιμονία οτι κατι θα ’τρεχε στα γυφτικα, μολονοτι ορκισμενη σοβαρη, και με σοβαρους φιλους

το ειπα στο καλυτερο μου φιλο : «σ’ ενα τεταρτο θα ειμαι σαραντα, να μου πεις χρονια πολλα σε παρακαλω»

αυτες ηταν κουβεντες σε αγνωστη γλωσσα ομως : μιλησαμε πολυ, μιλησαμε αρκετα, αλλά δεν μού ευχηθηκε : ηταν κι αυτος ορκισμενος αντισυμβατικος – οπως ολοι μας

πρωτη φορα με πειραξε ομως κατι τοσο πολυ ισως

εφυγα και πηγα στο μπαρ να βρω τους αλλους μου φιλους

τους ειπα, το και το, γενεθλια, κι ο αριθμος απαισιος, τι αριθμος ειν’ αυτος, το και το, πλακωθηκαμε στις αγκαλιες και στις ευχες, μου παιξανε ολα τα δισκακια με τα χαπυ μπερθνταιη σ’ ολες τις γνωστες και μη–γνωστες εκδοχες, κι υστερα ηπιαμε ο,τι υπηρχε και δεν υπηρχε και γιναμε λυωμα, και επιτελους ειμαστε σοβαροι, ως ανθρωποι κανονικοι

τα χρονια της ενδοξης και παγερης συνεπειας (κι αντισυμβατικοτητας) αυτο το «ανθρωπος κανονικος» σού λειπει και το θλιβερο ειναι οτι δεν εννοεις να το παραδεχτεις

ελεγα παντα, και για χρονια, οταν δεν τις ειχα πια, οτι δεν μου λειπουν οι ευχες, κι οτι δεν τις ηθελα : μεχρι που σημερα διαπιστωσα, μ’ αυτο το περιεργο πραμα το ινμποξ (στο οποιο χρωσταω αλλωστε πολλα, οφειλω αυτο να το παραδεχτω) οτι υπαρχει και μια αλλου ειδους γενναιοτητα, και μαγκια, και αντισυμβατικοτητα : αυτη τού να λες «μ’ αρεσει να μου ευχονται, μού κανει καλο» (επιβεβαιωνονται μ’ εναν μεταφυσικο λες τροπο και οι τροπον τινα φιλίες ετσι)

ειναι πιο πολυπλοκη η ζωη μας απ’ την απλη (και μουντη) συνεπεια στις σπουδαιες βασικες μας αρχες : μπορει να το υποψιαζομουνα αλλά δεν το ειχα καταλαβει – θα βαλω και τη δικια μου ημερομηνια λοιπον εδωμεσα, που ως τωρα θεωρουσα οτι δεν αφορουσε κανεναν καθως ειμαστε ολοι σοβαροι ανθρωποι

εξαλλου

ah but i was so much older then
i’m younger than that now

 

 

 

φωτογραφιες robert doisneau

 

πρωτη δημοσιευση φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

1 Ιουλίου 2019

cocktail μικρων και μεγαλων θανατων

 

 

 

 

ειναι αστειο : καθε φορά που ’χουμε εκλογες σκεφτομαι οτι οταν ειμαστε μικροι και παιζαμε κρυφτο ειμαστε σοβαροτεροι

οι (εκ της αδρανείας) φανατισμοι, προσαρμοσμενοι στην τωρινη μας (μαυρη κι αραχλη) συνθηκη, μου φαινονται εντελως γελοίοι : συστημα απλο (ή διπλό ή περίπλοκο ή) σύμπλοκο αναλογικο σημαινει παντως, οπως και να το κανουμε (απλες, ή περίπλοκες, ή σύμπλοκες) συνεργασιες : μπορεις μόνο να αποκλεισεις καποια ποτα εκ των προτερων, κατα τ’ άλλα κοκτέϊλ θα κανεις, και κοκτεϊλ θα πιεις – αυτο θα ’πρεπε πλεον να το ’χεις εμπεδωσει

γιατι αν θελεις καθαρα ποτα θα ’πρεπε να πας στο πλειοψηφικο – καθαρο συστημα, το μπερμπον ή η βοτκα που θα διαλεγες θα ’τανε λυσεις ολοκαθαρες – εκτος βεβαια κι αν σου βγαινανε μπομπες –

θα ’πρεπε ηδη να εχουμε μαθει (δηλαδη συνηθισει) να συνεργαζομαστε (να συνεργαζονται δηλαδη, αυτοι εκει, οι επι της επιφανείας, που εχουνε το μαχαιρι και το καρπουζι και καθοριζουνε τις ζωες μας, εν πολλοις – εν πάρα πολλοις) : οσο μπορει αυτη η (αναπηρη) δημοκρατια να λειτουργησει, ας λειτουργει – οι φανατισμενοι μού θυμιζουν κατι κακιωμενα κωλοπαιδα που δεν χαιροντουσαν το παιχνιδι αλλά τρεχανε να ρουφιανεψουνε στους μεγαλους τι κανουμε και τι λεμε, εμεις, οι αθωα κρυβομενοι, πισω απ’ τα δεντρα

 

…………………………………………………

 

μου επισημανε η φιλη μου η μαρινα ενα ποστ οπου γινεται ενας μικρος (δηλαδη μεγαλος) χαμος, μιλωντας αρχικα μια γυναικα γιατρος για τα ιατρικα, και την κατασταση των ιατρικων επι προηγούμενης κυβερνησης και επι τωρινης – και οπου γινεται ενας χαμος απο σχολια – αλλοι τής λενε μπραβο και αλλοι αμφισβητουν ακομα και το οτι υπαρχει – διοτι εκθετει απλως τα χάλια των προηγουμένων : εγω δεν την αμφισβητω, πιστευω οτι ξερει τι λεει, απλως εζησα εγω επι των παντοτινών (και ασαφών) αριστεροδέξιων (και για κατι χρονια δε θυμομουνα ή δεν ηξερα ή δεν ηθελα (ή δεν μπορουσα καν να ξερω), ποια απ’ ολα τα μνημονικά αμνήμονα μας ειχαν κατσει στο σβερκο) –

και δεν μπορω – (ακομα, οχι) δεν μπορω να μιλησω γι’ αυτο : σαν τηλεγραφημα μόνο μπορω να σου πω το εξης – λιγο :

εβαλα αρον–αρον τον φιλο μου, τον καλυτερο μου φιλο, στο νοσοκομειο : μού ειπαν «απο στιγμη σε στιγμη μπορει να τον χασετε», ετσι, και χάθηκαν

τηλεφωνησα στον φιλο του – τον καλυτερο του φιλο – καποιον που ξερει τους παντες και τα παντα : μου ειπε «δεν ξερω κανεναν εγω τωρα», και μου ειπε «θελω να ερθω να τον δω», και του ειπα «να μην τον δεις ετσι, δεν θελω, ειναι διασωληνωμενος, κανε κατι να βρεθει θαλαμος εντατικης», και εξαφανιστηκε – για δεκα μερες

για δεκα μερες κοιμομουν και ξυπνουσα στην πολυθρονα δίπλα και τους φωναζα με τη σιγανη μου φωνη «βρεστε μου μια θεση σε θαλαμο εντατικης» και μου λεγανε με τη διδακτικη τους φωνη «δεν υπαρχει, εχουν σειρα και προηγουνται τα νεα παιδια που εχουν ατυχηματα με το μηχανακι», επρεπε αρα να τους πω με τη δικη μου ανυπαρκτη φωνη οτι επειδη ειναι τοσο καλος συγγραφεας η ζωη του αξιζει τουλαχιστον οσο κι ενα ατυχημα με μηχανακι ;

στις δεκα μερες πανω (επαν)εμφανιστηκε ο γνωριζων τους παντες και τα παντα «τι γινεται ; » «τιποτα, ειμαστε διασωληνωμενοι και περιμενουμε να βρεθει θαλαμος εντατικης», «θα κανω μερικα τηλεφωνηματα, και περιμενε», μου ειπε – εκανε μερικα τηλεφωνηματα και μετα μου ειπε : ενας φιλος του γιατρος (συγγραφεας κι αυτος) που εχει κανει διοικητης σ’ εκεινο το νοσοκομειο, και ξερει και τον τωρινο διοικητη, του ειπε πως ολα εξαρτωνται απο μία κυρια

«την πιο υψηλα ισταμενη» που καθοριζει εντελει τις θεσεις στους θαλαμους, και θα ψαξει να τη βρει, και «περιμενε και θα σε ξαναπαρω» ειπε, και εγω περιμενα, ο σ. μόνο δεν ειπε τιποτα (δεν μπορουσε αλλωστε με κεινον τον σωληνα στον λαιμο) απλως βαρεθηκε και τα βροντηξε και το ιδιο πρωι την εκανε

οι γιατροι που με πετάξαν εξω απο τον θαλαμο για να διαπιστωσουν τον θανατο του και με βρηκαν μετα στο διαδρομο και μου τον ανακοινωσαν

και σα να ’μουνα και κανενα σκυλι που του κανανε και χαρη μού δωσαν στα χερια ενα χαρτι

τα γιατρουδακια που με άφησαν στον ερημο διαδρομο οχτω η ωρα το πρωι μ’ ενα θανατερο χαρτι στο χερι, ουτε ξερω τι ψήφισαν ουτε τι θα ψηφισουν, κι ουτε μ’ ενδιαφερει – το μόνο που θυμαμαι ειναι πως ολα γινανε (δηλαδη ολα στην περιπτωση μου τελειωσανε) επι τού γενναιου αριστεροδέξιου μνημονικού, και επισης το μόνο που ξερω ειναι οτι και επι αριστεροαδέξιων το ιδιο ακριβως χαρτι θα μού ’διναν και (βαζω στοιχημα) και με τον ιδιο τροπο θα το σκαγανε απο τον αδειο διαδρομο πρωινιατικα (να μη με βλεπουν, αλλο)

αλλά ουτε κι εγω θελω να τους βλεπω – ουτε αυτους, ουτε τους προηγούμενους – απλως, λεω, κοκτέίλ παραγγελνουμε στις εκλογες, ο,τι σκατα μας κατσει : δεν καταλαβαινω γιατι δεν το καταλαβαινουμε : σύμπλοκες αναλογικές επι των ζωών, οσων ακομα εχουμε, και ζουμε.

 

 

 

foto : Opération à cœur ouvert, hôpital Marie Lannelongue, Mars 1957 / Robert Doisneau

 

 

επεξεργασμενο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

14 Ιουνίου 2019

kiss me Kate / το ημερωμα το εξημερωμα και το ξημερωμα

 

 

 

 

 

μικρο εισαγωγικο σημειωμα (για το kiss me Kate και το ξημερωμα του χριστοφορουλη) : τουτο δω δεν ειναι παρα μια δοκιμη, για μια πιο ολοκληρωμενη «ιστορια» που θα γραφτει (ισως) (κι αν θελουνε οι πονηρουληδες οι θεοι μας) αλλη φορά

 

 

καταρχας σε αφηνει εμβροντητη το γεγονος οτι στα μεσα του 17ου αιωνα, και κατω απο την πιεση των ευσεβων πουριτανων, τα θεατρα εκλεισαν (τουτεστιν απαγορεύτηκαν) στο λονδινο – κι αυτο κρατησε 18 ολοκληρα χρονια – κι ο σαιξπηρ μεσα σ’ αυτα τα 20 χρονια ακριβως εγραψε τα σημαντικοτερα (κατα το κοινως, και βλακωδως, λεγομενο τα «ωριμοτερα») εργα του – (παρεμπιπτοντως, πεφτω με την καρδια μου στα γονατα, που ’πε καποτε κι ενα αλλο βασανισμενο θεατρικο θηριο (*), για το πώς, και μεσα σε τι εφιαλτες αγνοησης μισους και ανυποληψιας, εχουνε γραψει τα εργα τους οι ανθρωποι, ανα τους αιωνες) :

το «ημερωμα της στριγγλας» παντως δεν ταλαιπωρηθηκε απο την απαγορεψη, γιατι ειναι απο τα πρωτα του εργα – κι αλλοι λεν το πρωτο – αλλοι ειδικοι θεωρουσαν (τουλαχιστον παλιοτερα) πρωτο του το «αγαπης αγωνας αγονος»

αλλά βλεποντας προχτες στην (κρατικη, πού αλλού) τηλεοραση μια εκπομπη για το «ημερωμα της στριγγλας» σκεφτηκα πόσο μα πόσο, αυτοι οι ειδικοι, δεν ξερουνε κάμποσες φορές τι τους γινεται τελος παντων

εγω εχω χρονια που διαβασα το «ημερωμα» (το ’χα συμπεριλαβει σ’ εναν αγωνα (αγαπης ισως, ερωτα σιγουρα (εχουμε το αβανταζ εδω στα ελληνικα να τα διακρινουμε) και παντως γονιμο θα ελεγα) αγωνα δρομου μαζι με μερικα ακομα του : κι ο αγωνας ηταν τοσο γονιμος που ειχα την αισθηση τοτε οτι ειχα διαβασει τον βαρδο ολοκληρο – και γι’ αυτο μού εμεινε και μια εμμονικη ομιχλη – και ατμοσφαιρα – απο τού λογου του, περισσοτερο απο τα λογια (και τα εργα τους) τα ιδια –

ολοι αυτοι οι αγγλοι και αμερικάνοι ειδικοι λοιπον (ευτυχως ειδαμε και μερικες ωραιες σκηνες απο ανεβασματα του εργου – πχ εγω δεν ηξερα οτι εχει παιξει την κατερινα και η μερυλ στρηπ, ή τον πετρούκιο ο μοργκαν φρημαν) ολοι οι αλλοι λοιπον (οι ειδικοι) αφου μας ενημέρωσαν οτι το εργο εχει εναν «αστειο» προλογο με τον «χριστοφορο τον πονηρουλη», στην συνεχεια τον ξεχασαν εντελως, και ασχολήθηκαν με την υποθεση του «εξημερωματος»

φεμινιστικες θεωριες πηραν σειρα, αλλες μη φεμινιστικες μπηκαν επισης στη γραμμη, και αυτο που εμεινε τελικα (με τα λογια του μοργκαν φρημαν κιολας αν θυμαμαι) ηταν οτι ο κακομοιρης ο γουιλυ, νεαρουλης κιολας, θελησε να συμβιβασει τ’ ασυμβιβαστα και να δειξει στον κοσμο οτι τελικα ο γαμος ειναι καλο πραγμα, και οι συμβιβασμοι (εντος και εκτος αυτου) ακομα καλυτεροι : κι οταν η στριγγλα εξημερωθει, ο αντρας τελικα την αγαπαει : το γλυκο και πεινασμενο «kiss me Kate» ειναι αυτο που μενει, και η αγαπη ως συνηθως θριαμβευει

εγω ξερω παντως οτι θριαμβευει και η βλακεια

 

…………………………………………………

 

ο χριστοφορος ο πονηρουλης με τον οποίο αρχιζει το εργο, δεν ειναι δηλαδη καθολου ασημαντουλης – μολονοτι ετσι τον θελουν οι περισσοτεροι (στην πραγματικοτητα αλλες γραφες τών φόλιο τού σαιξπηρ τον εξαφανιζουν εντελως (αφαιρωντας ετσι απο το εργο ουσιαστικα την κυριοτερη περιπλοκή και αμφισημια του – που ειναι ακριβως η ιδια η υπαρξη προλογου και επιλογου στο εργο – διοτι το επεισοδιο με τον πονηρουλη ακριβως ειναι αυτο που κανει το εργο «θεατρο μεσα στο θεατρο» – το δε ακομα πιο απιστευτο ειναι οτι ο επιλογος εξαφανιζεται περισσοτερες φορές απ’ ο,τι ο προλογος : το ζητημα ομως (κατα τη γνωμη μου βεβαιως) ειναι οτι, με την εξαφανιση του επιλογου ακριβως, το εργο παυει να ειναι «εργο μεσα στο εργο» και γινεται απλως ενα εργο μ’ εναν περιεργο (και μαλλον ανεξηγητο – για να μην πουμε και περιττο) προλογο)

ο γουιλυ εχει πολλα εργα με μεταμφιεσεις και μασκαρεματα – αυτο ομως ειναι σιγουρα το πρωτο του : κι εδω ακριβως (λεω εγω) οι μεταμφιεσεις δεν ειναι απλως για να διευκολυνουν τα αστεια και τα μπερδεματα και την πλακα και τις ιντριγκες : διοτι η μεταμφιεση εδω ξεκιναει ακριβως απο τον προλογο και τον χριστοφορουλη – πραγμα που δεν ειναι νευραλγικως απαραιτητο για την υποθεση :

αν ο σαιξπηρ ηθελε να βαλει απλως ενα πλαισιο για να χτιστει το «θεατρο μεσα στο θεατρο» θα μπορουσε να κανει το απλουστερο (που το εκανε αργοτερα), να βαλει ας πουμε μια γιορτη, κι εκειμεσα, προς τιμην του εορταζοντος ας πουμε, να ανεβαζουν καποιοι ενα εργο

αλλά οχι – αυτο που τονιζεται απο την αρχη ειναι αυτος ο (μυστηριος) αλλος εαυτος : ο χριστοφορουλης μεθαει, κοιμαται, τον μεταμφιεζουν, ξυπναει, δεν ξερει ποιος ειναι, μπερδευεται : και εκει μεσα (νομιζει οτι) εχει δει στον υπνο του ενα εργο – κατα το οποιο ανθρωποι επι ανθρωπων μεταμφιεζονται με μεταμφιεσεις επι μεταμφιεσεων, λενε οτι ειναι αλλοι απ’ αυτους που ειναι, και (απ’ ο,τι αποδεικνυεται), δεν ξερουν ακριβως κι οι ιδιοι ποιοι ακριβως ειναι :

οταν ο σαιξπηρ δινει τετοια ενταση και εκταση και φωτισμο, απο την αρχη, στην (σχεδον ανεξηγητη και μυστηριωδη) «αντιληψη περι εαυτου» δεν δικαιουμαστε δια να ομιλουμε περι τυχαιοτητας, ή «απλου ευρηματος δια το αστειο του πραγματος» : το ευρημα της «αγνοιας» περι του «πραγματικου» εαυτου καθοριζει, και ακινητοποιει, κατα καποιον τροπο, το εργο απο την αρχη του : πότε ειναι η Καιτη πιο «αληθινη» : οταν φωναζει οτι οι αντρες ενγενει την αηδιαζουν ή οταν υποτασσεται (σ’ εναν συγκεκριμμενο αντρα, και) στον γαμο της ; πότε κοροϊδευει περισσοτερο ; και πότε ειναι ο πετρουκιος πιο πολυ ο εαυτος του, οταν την αγαπαει, ή οταν τη βασανιζει ; (και πότε κοροϊδευει (και ποιον) περισσοτερο ; ) και πότε ειναι ο χριστοφορουλης πιο πολυ ο εαυτος του, οταν πιστευει οτι ειναι ευγενης ή οταν διαμαρτυρεται οτι ειναι ενας κακομοιρης ζητιανος που τον κοροϊδευουν ; και πότε ειναι η μνημη του αληθινοτερη – οταν λεει οτι ειδε ενα ονειρο, ή οταν αφηγειται οτι ειδε ενα εργο ;

και μεσα σ’ ολο αυτο το οργιο μεταμφιεσεων (να μην ξεχασουμε τις, οντως ξεκαρδιστικες, μεταμφιεσεις των μνηστηρων της υποταγμενης μπιανκας, σε αντρες «αλλους» απ’ αυτους που ειναι) ο «οντως» ευγενης του προλογου, εφοδιαζει τον «ψευτοευγενη» χριστοφορο και με μια συζυγο η οποία ειναι μεταμφιεσμενος αντρας, πραγμα καθολου «δραματουργικα» απαραιτητο : θα μπορουσαν να ντυσουνε μια «οντως» ζητιανα να του κανει την «ευγενη» συζυγο : σε μια παραδοση θεατρικη (επιπλεον) οπου ολους τους ρολους (ηταν γνωστο οτι) τους παιζανε αντρες, θα λειτουργουσε ακομα πιο πολυ στο κοινο (θα ’ταν και πολυ πιασαρικο, να πουμε) να ντυσουν εναν αντρα γυναικα που θα παριστανε μια γυναικα που θα ’ταν μια γυναικα αλλη απο τη γυναικα που (ολοι θα υποστηριζαν οτι) ειναι

ο γουιλυ προτιμαει κατι περιεργως λιγοτερο εφετζίδικο : εναν αντρα που θα τον ντυσουν απλως επι σκηνης κιολας γυναικα, για τις απλες αναγκες ενος ρολου, και ενος εργου, που παλι επι σκηνης θα στηθει, και θα παιχτει : το all the world’s a stage ο σαιξπηρ θα μας το σερβιρει στο as you like it, που το ’γραψε λιγο μετα το «ονειρο θερινης νυχτος» και λιγο πριν τη «δωδεκάτη νυχτα», οπου ως γνωστον και στα δυο γινεται το σωσε απο μεταμφιεσεις

χωρις να θελω βεβαια να διαπραξω καμια βαρεια βλασφημία απλοποιωντας οτιδηποτε, θα ’θελα απλως να πω οτι οι μεταμφιεσεις αυτες δεν εχουν καθολου την πολυπλοκοτητα των μεταμφιεσεων στην «στριγγλα»

στην στριγγλα, απο τον εμφανως περιττον και ανεξηγητο ας πουμε προλογο, οι μεταμφιεσεις – ξεκινωντας απο τον ευγενη που κανει τον ζητιανο, και ντυνει εναν ζητιανο ως ευγενη, και βαζει και τους φιλους του ευγενεις να κανουν τους ζητιανους, κι εναν μαλιστα απ’ ολους να κανει επιπλεον και τη γυναικα και τη ζητιανα μαζι – ολα αυτα αν θελησουμε να ειμαστε ειλικρινεις δεν εχουν αλλη εξηγηση απο την ιδια τη μαγεια της απατης του εργου που (θα) εχουμε στα χερια μας

ο γουιλυ μάς λεει ευθαρσως απο την αρχη «μην τυχον και πιστεψετε στα λογια μου ολα – μερικα ειναι λαθος φορεματα – κοιταξτε καλυτερα μηπως κοιμοσαστε και ξημερωθειτε χωρις να ξερετε τι βλεπετε μπροστα σας»

 

 

 

 

 

(* ο χαϊνριχ φον κλαϊστ το ειπε, ετσι ακριβως («σας γραφω με την καρδια μου πεσμενη στα γονατα») – ικετευοντας (φευ, ματαιως ομως) τον κυρ–γκαιτε να δωσει λιγη σημασια στα γραφτα του)

 

 

 

(πηγη : φεϊσμπουκ)

η εικονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

22 Ιουνίου 2018

max μανουηλ ερωτοκριτος

 

 

 

 

απο την αρχη τα βιβλια ηταν λεξεις καθετες που βλεπανε προς τα κατω στο πατωμα του γραφειου ή της βιβλιοθηκης που ητανε δίπλα στο σαλονι που στεκοτανε το μεγαλο δεντρο με φωτα τις γιορτες και ειχε ενα μεγαλο παραθυρο που εκοβε τα βιβλια (για λιγο) κι απεξω το ακουμπαγε το (μεγαλο) δεντρο της πισω αυλης που πανω του καθοτανε μια χρυσομυγα, φοβερη και θορυβωδης, που το αγορι απο το πανω σπιτι σκαρφαλωσε μια μερα και μου την εφερε να τη δω και ηταν τεραστια θορυβωδης χρυση και φοβερη, τη φοβομουνα –

 

στο υψος του κεφαλιου μου απ’ ολες τις λεξεις που περικύκλωναν ριγωτές το δωματιο ητανε μία που την προσεξα απο την αρχη (δεν ξερω γιατι, ισως τα γραμματα της να ητανε που ητανε χοντρα και σκουρα) και οταν ηξερα να διαβαζω αντι να ξεκαθαρισει παρεμεινε μονιμως μυστηριο : ερωτοκριτος

 

και εξακολουθει να ειναι μυστηρια αυτη η λεξη – οι αποριες μου ποτέ δεν λύθηκαν – ουσιαστικα δεν θελω ποτέ να λυθουν : αραγε έρωτας και κριση ; αραγε ερωτω και κρινω ; τι διαολο, ποτέ δεν το ελυσα, και δεν θελω πιθανως να το λυσω : κι ομως, δίπλα ακριβως ητανε η αλλη (καθετη) λεξη η ερωφιλη – αυτη ποτέ δεν μού εβαλε αινιγματα (ισως ηταν απλο το «έρωτας και φιλη ή φιλία ή φιλω και σε φιλω» ; ) αλλά το «έρωτας και κριση» ; ή μηπως το «ερωτώ και κρινω»;

 

η εκδοση ηταν αυτοσχέδια του πατερα μου, ειχε κανει μόνος του και το εξωφυλλο κι ειχε γραψει και τα (χοντρα καθετα εκεινα) γραμματα, κι οταν μεγαλωσα και πηρα να το ξεφυλλισω ειχε μεσα πολλες παλιες εκδοσεις του κειμενου – περασαν χρονια για να βγει νεα εκδοση και να την αγορασω πια μόνη μου : κι ομως, δεν τον εχω διαβασει ολοκληρον τον «ερωτοκριτο» ακομα, ανοιγω βλεπω λεξεις παιρνω φρασεις παιρνω ανασες και το ξανακλεινω

 

 

αυτα τα λιγα, και πιο λιγα δεν γινεται, μού λενε ξανα και ξανα πως ειναι φυσει αδυνατο να μιλησω εγω για βιβλια αναρτωντας σκετο τον τιτλο τους – εκεινη την καθετη δηλαδη λεξη που τα εριχνε παντα σα βελη προς το εδαφος, οπως μού ζητησε ο φιλος μου παντελης μπασακος με αφορμη τον λωρενς στερν (τι πολυλογας θε μου) που τον υπεραγαπω – αλλά μαλλον ο παντελης το ηξερε επειδη ηταν οχι μόνο το ομορφοτερο αλλά και το φιλοσοφικοτερο αγορι στη φιλοσοφικη (και ακομα ειναι και παντα θα ειναι (με τη «φιλοσοφικη» σε αλλο πλατω τωρα πια)) – μπορω ομως να αναρτησω δύο βιβλια ζωγραφικης σαν αρχη και σαν τελος αυτης της «σκυταλης» απ’ τη μερια μου (γιατι η σκυταλη μού θυμιζει σκυλο εμένα ; ) : δυο βιβλια που βρηκα μόνη μου, μικρη, εξω απ’ το σπιτι, δυο αγαπημενα βιβλια

 

το ενα το βρηκα στο εδαφος αναμεσα στις στοιβες του στριμωγμενου απεναντι απο τον μπιντε (εννοειται εδω η πλατεια) βιβλιοπωλειου των «αφων τολιδη» που ηταν το μόνο βιβλιοπωλειο (για χρονια) στη γειτονια και εμπαινα και εψαχνα στο εδαφος και μια μερα ο μαξ μπεκμαν μού γελασε δυνατα, που δεν ηξερα ουτε το ονομα του ουτε το εργο του – και ηταν το πρωτο βιβλιο ζωγραφικης που αγορασα – ημουνα στο γυμνασιο και το χαρτζηλικι μου ηταν μικρο, αλλά τα καταφερα

 

το δευτερο το βρηκα σε στοιβες παλι στο πατωμα σ’ ενα βιβλιοπωλειο πολυ πιο φαρδυ και ευρυχωρο, τη «φωλια του βιβλιου» στην πανεπιστημιου, οταν ημουνα πια στο πανεπιστημιο και ηταν ο κυρ–μανουηλ πανσεληνος που μου εκανε μια μυστηριωδη γκριματσα, τον αγνοουσα εντελως κι ειχα περισσοτερα λεφτα τοτε, ειχα παρει και την υποτροφια που ηρθε ουρανοκατεβατη κι ας ημουν η χειροτερη στην εκθεση

 

αυτη λοιπον ηταν η σημερινη μου πολυλογια κι αυτο το καλο εχει οποιος δεν εχει εκδοτη να τον περιμενει στη γωνία – μιλαει διαρκως οσο θελει και για ο,τι θελει (και φυσικα με οποιον, μόνο, θελει)

 

 

 

 

 

 

στο φεϊσμπουκ γινονται και παιχνιδακια :

ενα απο τα τελευταια ητανε να αναρτα καποιος τιτλο και φωτογραφια βιβλιου, συνολικα 10 απο αυτα που τον «σημάδεψαν» στη ζωη του, προτεινοντας καθε φορα και καποιον φιλο του να συνεχισει το παιχνιδι :

το παρανω κειμενο ηταν η δικια μου απαντηση – και κατα καποιον τροπο η αρνηση μου να παιξω παραπερα –  στην προσκληση του παντελη μπασακου

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: