σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 1, 2014

γυναικεία γλωσσικά : η παρθενογένεση τών μουστακιών και μιας σ@χλαμάρας

 

 

 

 

σκοπεύω να θίξω σήμερα δύο ζητήματα : α) ότι η γυναίκα δεν ισούται με τό μηδέν, και, β) ότι γυναίκα δεν είναι κάποια που τής λείπει κάτι : δεν είναι κάποιος που τού λείπει κάτι

με αφορμή μάλιστα τίς δυο τελευταίες προτάσεις (που συνήθως γράφονται συνοπτικά : κάποιος/κάποια – τό αρσενικό πάντως πρώτο) θα μιλήσω εδώ, στην εισαγωγή, και για τό θέμα αυτής τής φεμινιστικής σαχλαμπούχλας αντί δηλαδή να μιλάμε κανονικά και να παραθέτουμε έστω και τίς δύο εκδοχές (ακόμα βέβαια αργούμε να φτάσουμε στο επίπεδο κάποιων αμερικανών (μόνο σε αμερικανούς τό έχω μέχρι τώρα δει) που βάζουνε μόνο τό θηλυκό (για να τή σπάσουνε σε κείνους που μέχρι τώρα βάζανε μόνο τό αρσενικό)) τό θέμα λοιπόν τής φεμινιστικής αυτής επιπολαιότητας (που δυστυχώς τήν έχει υιοθετήσει και ένα συμπαθέστατο βλογ) αντί να γράφουνε ας πούμε κάποιος και κάποια να γράφουνε κάποι@ : πιθανώς θεωρείται ότι είναι σύντομο και εξόχως ιντερνετικό (εκτός από εξόχως φεμινιστικό) : έχω λοιπόν κι εγώ τήν αφελή (και εξόχως φεμινιστική επίσης) απορία, τουτέστιν : και τότε πώς στον γαμημένο διάβολο τό λέμε ;

ή μήπως δεν τό λέμε ; ή μήπως έχουμε πια τήν εντύπωση ότι τώρα μόνο γράφουμε και πια δεν μιλάμε ; διότι τότε, πρέπει να πω, ότι έχουμε προχωρήσει πια πάρα πολύ, από τήν κοινωνία τού θεάματος δηλαδή στην κοινωνία τού ψευτογραψίματος (για να συμπληρώσω κι εγώ τόν θείο γκυ) : καθότι τό πραγματικό γράψιμο λαμβάνει πάντοτε υπόψη του (αυτό τό έχει αναπτύξει και ο γιώργος κοροπούλης στις πολύ ωραίες εκπομπές του στο τρίτο, δεν θυμάμαι σε ποια, ακούστε τις όλες αν δεν τίς έχετε ακούσει) τό πραγματικό γράψιμο λοιπόν συμπεριλαμβάνει και τόν ήχο τού γραφτού (για να μην πούμε ότι ο πραγματικός ποιητής (εδώ συμπεριλαμβάνονται βέβαια και οι πεζογράφοι – οι πολύ καλοί όμως) δεν μπορεί να γράψει αν δεν ψιθυρίσει έστω αυτά που γράφει – πάντως αν δεν τά ακούσει και δεν τά πει –) : και εν ολίγοις δεν υπάρχει γραπτός λόγος χωρίς τόν προφορικό (καταντήσαμε να λέμε και γνωστά πράγματα)

λοιπόν εμένα μέ θλίβει η προχειρότητα η έλλειψη σκέψης και ο τσαπατσουλισμός στα κατά τή γνώμη μου σημαντικά – τό ’χω πει τόσο για τήν κακή κατά τή γνώμη μου εφαρμογή τού μονοτονικού, και τό λέω ξανά τώρα με τήν ευκαιρία αυτού τού @ , για αυτές τίς άσκεφτες εφαρμογές τού φεμινισμού – τό περίεργο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις ακούω δικαιολογίες (ρητές ή υπόρρητες) για τό ότι και στις δύο αυτές εφαρμογές κυριότερος λόγος είναι τό να γλυτώσουμε κόπο ή να πετύχουμε συντομία : ας πω για τή «συντομία» λοιπόν ότι αυτή η περίφημη έννοια τής βιασύνης αποτελεί τό αντίστοιχο τής οικονομικής εκμετάλλευσης στο πεδίο τής σκέψης : όταν «συντομεύουμε» τή σκέψη μας τήν καθιστούμε ευθέως εμπόρευμα – και με τήν ίδια ακριβώς λογική η μεγάλη λογοτεχνία – ο προυστ παραδείγματος χάρη – θα έπρεπε να συμπτυχθεί, αντί για κείνους τούς ανοικονόμητους τόμους, σε μία πρόταση : ό,τι θυμάμαι χαίρομαι.

και νά που με τό τρίτο πια ξεμπέρδεψα, και ήδη τό τακτοποίησα (ήταν και τό πιο εύκολο αυτό, πάει τέλειωσε)

 

 

ξεκινάω λοιπόν τώρα από τό δεύτερο, και μετά θα πάω, εννοείται, και στο πρώτο : όταν οι άντρες επομένως δηλώνουν (τό δηλώνουν παντού και πάντοτε, τόσο που δεν χρειάζεται καν ν’ αναφέρω παραδείγματα) ότι μια γυναίκα γίνεται άντρας διά τής προσθήκης πάνω της κάποιου πράγματος δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από τό να υποκύπτουν στον υπόγειο εκείνο μισογυνισμό που λέγαμε – για τόν απλούστατο καταρχάς λόγο ότι δεν δείχνουν ποτέ να πιστεύουν, εξίσου και αντιστοίχως, πως κι ένας άντρας μετατρέπεται σε γυναίκα διά τής προσθήκης πάνω του κάποιου πράγματος : όχι, ο άντρας αν γίνει γυναίκα υφίσταται πάντα μια τομή εγχείρηση ή αφαίρεση – όμως, δεν θεωρούν ποτέ ότι μπορεί κι η γυναίκα, αν είναι να γίνει άντρας, να υφίσταται μια αφαίρεση επίσης : γιατί, αν τό θεωρούσανε, τότε αντί να τής βάζουνε μουστάκια (τό λένε και οι πιο καλοπροαίρετοι όπως ο σαραντάκος) θα έπρεπε να πάρουν μια εικόνα από κάτι τουλάχιστον πιο συνηθισμένο αντρικό – να τήν κάνουνε ας πούμε καραφλή, να τής προσθέσουνε τουτέστιν φαλάκρα : όμως, αυτό είναι τό ζήτημα : φαίνεται ότι οι άντρες απεχθάνονται τό γεγονός να σκεφτούν τήν ύπαρξή τους ως μια φύση που κάτι τής λείπει (ακόμα κι αν πρόκειται για τρίχες και μαλλιά) – και να παραδεχτούν έστω και για αστεία επομένως ότι αν κάποιος πρόκειται να μετέχει τής φύσης τους, θα τού αφαιρεθεί κάτι – και κάτι θα χάσει

τό συγκεκριμένο πρόβλημα βέβαια φαίνεται να έχει πολύ βαθιές ρίζες (υποστηρίζω τώρα εγώ) και γι’ αυτό και δεν πρόκειται να τό αναπτύξω εδώ εις μάκρος – αν ήτανε να τό πω όμως περιληπτικά (κείνη η συντομία που λέγαμε) θα έλεγα ότι οι άντρες δεν γίνεται ποτέ να συχωρέσουν τόν εαυτό τους που τό σώμα τους δεν μοιάζει με τής γυναίκας – που δεν τούς έχει χαρίσει τό προνόμιο δηλαδή να διαθέτει τήν φοβερή εκείνη ανωτερότητα και δυνατότητα μυστικότητας αυτάρκειας και απόκρυψης που, αυτονόητα και χωρίς κόπο, διαθέτουν οι γυναίκες : κάποιοι άντρες βέβαια στην πορεία τής ιστορίας μας επί τού πλανήτη είχαν και λίγο μυαλό, και έτσι τό ηρακλείτειο εκείνο (όλοι σέβονται τόν ηράκλειτο, αλλά, παρ’ όλ αυτά, εξακολουθούν να τόν θεωρούνε σκοτεινό) τό όντως περίεργο εκείνο φύση κρύπτεσθαι φιλεί να θεωρείται εν γένει σοφό και σωστό – φτάνει να αποσιωπούν, κι από τόν ίδιο τόν εαυτό τους, τό γεγονός πως είναι αυτό ακριβώς που τούς εμφανίζει τότε σαν τό είδος που υστερεί – σαν τό είδος που η φύση θεωρεί εκ φύσεως ατελές ή δευτερεύον – όχι δηλαδή απολύτως χαρακτηριστικό τού εαυτού της – τής εαυτής της : και η ζήλεια για τό μουνί (αυτό που ο φρόϋντ, σε μια από τίς πιο άδοξες και δειλές στιγμές του, διέστρεψε και γύρισε τούμπα (αλλά με πόση διαφάνεια) επιστρέφοντάς το στις γυναίκες ως ζήλεια για τόν πούτσο) είναι η μία όψη τής ανασφάλειας που αισθάνεται ο μειονεκτών σε κάτι – ο στερημένος κατά τι : έτσι όμως κυρίως προδίδεται η μνησικακία τού άντρα για τίς γυναίκες : από τό γεγονός ότι (ξέρει από τήν αρχή – από παιδί – πως) επειδή τό σώμα του είναι πολύ φανερό, και δεν μπορεί να κρυφτεί, ακριβώς γι’ αυτό, επειδή κάτι δηλαδή τού κρέμεται και εξέχει πολύ, κάτι τού λείπει : είναι δηλαδή αδύναμος και ευάλωτος εφόσον δεν διαθέτει μ’ άλλα λόγια τή δύναμη τής θέλησής του, με τήν έννοια ότι δεν έχει τή δύναμη να εμφανίζει εκείνος όποτε θελήσει τόν (πραγματικό και κρυφό και μυστικό του) εαυτό : τόν ερωτικό του εαυτό : αντίθετα εκτίθεται μόνιμα, είτε έχει επιθυμία, είτε δεν έχει : διότι εάν μεν έχει επιθυμία τρομάζει με τήν ιδέα ότι μετράνε τό μήκος τής επιθυμίας του (οι άλλοι, οι γυναίκες, συγκρίνουν τό μήκος με άλλα μήκη) κι αν δεν έχει επιθυμία, πάλι τρομάζει με τήν τόσο ορατή έλλειψη επιθυμίας που τόν καταδικάζει να εμφανίζεται ως μικρός : αυτά φυσικά δεν θα αποτελούσαν (εγώ είμαι σίγουρη) κανενός είδους ελάττωμα στον παράδεισο, όπου η εύα (ας τήν πούμε έτσι, η εύα η λίλιθ ήρα ίσιδα αστάρτη αφροδίτη) ήταν ελεύθερη, δεν τίθενταν δηλαδή θέμα εξουσίας – και τά πάντα ήταν απλώς καθαρός και αθώος έρωτας : όταν όμως προέκυψε μέσω τού δηλητηριώδους φιδιού η επιθυμία ανισότητας τότε πρέπει να προέκυψε ακριβώς και η γνώση ότι ο εξουσιαστής ήτανε φύσει (από τόν θεό του ! ) κατώτερος : υποκείμενος δηλαδή σε διαρκή κριτική : κι έτσι ξεκίνησε (λέω τώρα εγώ) τό λαμπρό αυτό φαινόμενο τού μισογυνισμού που μάς πλήττει ακάθεκτος ώς τά σήμερα, και γι’ αυτό και τό μίσος εναντίον τών γυναικών αποτελεί (κι ας μη γίνεται ακόμα, τό ξέρω, ευρέως (ή καθόλου) αποδεκτό) τήν πρωταρχική στιγμή, τό αρχέτυπο δηλαδή (τήν πηγή και τό πρότυπο) κάθε ρατσισμού – και τονίζω : όχι μόνο επειδή είναι ο πρώτος χρονικά ρατσισμός στην ιστορία, ούτε μόνο γιατί ασκείται οριζοντίως από όλους τούς άντρες, όλων δηλαδή τών χρωμάτων τάξεων και φυλών – αλλά κυρίως επειδή είναι ο πιο βαθιά θαμμένος – και ο πιο νομοτελειακά άναρθρος ( : αυτή η ρίζα τού μισογυνισμού όπως τήν αναφέρω ας πούμε, αν ειπωθεί σε μια τυχαία παρέα αντρών θα αντιμετωπιστεί με τήν πιο βίαιη και ακόμα και κανιβαλική κοροϊδία – δηλαδή απώθηση – και συγχρόνως και υπογείως θα επικαλεστεί ακόμα και οίκτο – δοκιμάστε το). (Και τό λέω εγώ, δηλαδή εγώ μπορώ να τό λέω, επειδή θεωρώ εξαρχής τή συζήτηση περί τής αξίας ή απαξίας τού μεγέθους ηλίθια, δεδομένου ότι θεωρώ εξαρχής ότι μεγάλο μέγεθος και μικρό μέγεθος ψυχολογικών ή ηθικών παραμέτρων (τής επιθυμίας ή τού ερωτισμού ας πούμε) δεν μετριέται με τό υποδεκάμετρο – όπως δεν μετριέται η δύναμη και η αποτελεσματικότητα ενός θανάσιμου όπλου με τό μήκος του, γιατί τότε θα ήταν στον αιώνα τόν άπαντα θανασιμότερο όπλο τό μακρύ δόρυ από τό κοντό magnum)

όμως, επειδή όλ’ αυτά δεν (πρέπει να) λέγονται ούτε (να) υπάρχουν, ο άντρας όταν «γίνεται γυναίκα» δεν «προσθέτει μουνί» αλλά «κόβει πέος» – λες και η γυναίκα είναι ακριβώς ευνούχα – όπερ και έδει ακριβώς δείξαι ( : τό ότι στην παράδοση τών μέχρι σήμερα μονοθεϊστών διασώζεται δυστυχώς η προσπάθεια και η πρακτική να τήν ευνουχίζουν και εμπράκτως, δεν αφαιρεί αλλά προσθέτει εγκυρότητα στο επιχείρημα, φαντάζομαι είναι σαφές) : αλλά όλη η προσπάθεια τού πατριαρχικού πολιτισμού είναι κατά βάθος αυτή, να μετατρέψει τό ψέμα σε αλήθεια, να κρύψει τό ελάττωμα και τήν έλλειψη πείθοντας τόν εαυτό του ότι αποτελεί προσόν και προσθήκη : εξού και η αλλοφροσύνη τών αντρών για τό ότι έχουνε αυτό τό πράγμα που είναι διαρκώς εκτεθειμένο, τό μετράνε και τό ξαναμετράνε και πείθουν τόν εαυτό τους ότι είναι και επικίνδυνο όπλο – ο αγώνας είναι να μην ειπωθεί ποτέ ότι τό μεγάλο όπλο είναι αντιθέτως αυτό που όλοι φοβούνται, αυτό στο οποίο ευθέως κιόλας επιτίθενται (όμως απέξω–απέξω κάτι μαύρες φυλές τό παραδέχονται, ότι «αν δεν ευνουχίσουν τίς γυναίκες τους αυτές θα τούς επιτεθούν, θα τούς πλήξουν, ή θα τούς κάνουν (κάποιο μυστηριώδες) κακό (στο κρεβάτι)» : ποτέ δεν προχωράνε παραπέρα να εξηγήσουν τί κακό θα κάνει στο αντρικό μουνί τό γυναικείο μουνί – κι αυτή η αποσιώπηση είναι πιστεύω η πιο εύγλωττη, απ’ όλες τίς αποσιωπήσεις) . Μέσα σ’ αυτή λοιπόν τήν παράδοση τής αντρικής νεύρωσης και τής απώθησης προς τήν αλήθεια τού αρχικού φόβου, η γυναίκα πρέπει να μην διαθέτει ακριβώς τίποτα, γιατί τίποτα πάνω της δεν μετριέται – και εκεί λοιπόν εντάσσεται και η περίφημη μυθολογία τής τρύπας : επειδή οι άντρες φοβούνται ακριβώς αυτό που υπάρχει χωρίς να γίνεται αντικείμενο κριτικής (κανείς δεν ψάχνει μια γυναίκα πόσο τήν έχει μεγάλη) φτάνουν στο σημείο να ευνουχίζουν όλοι (εντάξει, μιλάμε για τήν πλειοψηφία, οι εξαιρέσεις τιμούν τούς ελάχιστους εξαιρετέους) τίς γυναίκες – αν όχι όπως οι αφρικανοί, ή οι ασιάτες, πρακτικά – όμως έναρθρα, ιδεατά, με τή γλώσσα : και αγνοώντας αυτό τό αμέτρητο και μυστικό και παντοδύναμο μουνί πηδάνε κατευθείαν στον κόλπο – και ποιητικότατα (η ποίηση ήταν ανέκαθεν τό στοιχείο τους) τό μετασχηματίζουν σε τρύπα : μ’ άλλα λόγια σε κενό : μ’ άλλα λόγια σε τίποτα.*

 

* τρύπα τό λέει κάπου κι ο σαρτρ (νομίζω σε κάποια του επιστολή στην μπωβουάρ (κάτι ήξερε κι αυτή όταν έλεγε ότι οι γυναίκες ζουν τήν τραγωδία όταν ερωτεύονται άντρες να ερωτεύονται έναν εχθρό)) (παρεμπιπτόντως η ίδια έχει πει και για τόν φροϋδικό «φθόνο τού πέους» πως για κάθε μικρό κοριτσάκι «αυτό τό σωληνάκι που κρέμεται από τ’ αγοράκια μέσα απ’ τό παντελονάκι τους δεν έχει τίποτα τό αξιοζήλευτο, αντιθέτως») αλλά και τρύπες βλέπουν παντού αντί για μουνιά και μερικοί σημερινοί προοδευτικοί μάλιστα άντρες (κι ας συγκαλύπτουν τήν τρύπα ποιητικότατα ως ρουφήχτρα) (τριαρίδης)

επειδή όμως οι εξαιρέσεις είναι η παρηγοριά τού πλανήτη, υπάρχουν (υπήρχαν) και τολμηροί άντρες από παλιά, που δεν έβλεπαν τρύπες (ίσως γιατί δεν ήταν ομοφυλόφιλοι και είχαν ερωτευτεί τίς γυναίκες, ακριβώς επειδή είχαν μουνί, και όχι επειδή δεν είχαν τίποτα)

 

κι έτσι, μ’ αυτό τό τίποτα τώρα, περνάμε πια στο πρώτο μέρος τού θέματος επαρκώς προετοιμασμένοι :

η «παραχώρηση» να δοθεί στη γυναίκα (μεγαλόψυχα) κάτι που δεν έχει ο άντρας γίνεται λοιπόν πλέον πονηρά μόνο μέσω τής τεκνοποιΐας – και αυτό ανήκει χρονικά πιστεύω στην ιστορική περίοδο κατά τήν οποία η γυναίκα ηττάται ως ελεύθερο αυτόνομο και ερωτικό υποκείμενο – δηλαδή σα φύση : είναι όμως επίσης κι η στιγμή τής μεγαλύτερης πονηριάς που επιδεικνύει η «πατριαρχία» ( : γι’ αυτό ακριβώς και τό προηγούμενο καθεστώς εγώ δεν θα τό ’λεγα ποτέ «μητριαρχία» – γιατί εκείνη ήταν μια εποχή κατά τήν οποία η γυναίκα ήταν κατεξοχήν φύση όχι λόγω μητρικής ιδιότητας παρά μόνο λόγω ερωτικής δυναμικής (ωραία βέβαια τά λέει στην Η, αλλά και σε άλλα ο ρεμπώ) – ενώ αντίθετα είναι σαφές ότι ο άντρας έχει εξουσία μόνο από τή στιγμή που υπάρχει οικογένεια, όταν ο ίδιος δηλαδή ασκεί τήν εξουσία τού πατέρα) : είναι όμως και μια πονηριά που αναδεικνύει, αν θες και αντέχεις να δεις, θαυμάσια όλες τίς αντιφάσεις τού ψεύδους που προϋποθέτει : κι έτσι οι θρησκείες (οι μονοθεϊστικές σίγουρα) είναι αναγκασμένες να περιβάλλουν τή δήθεν αγιότητα τής γυναίκας με όλα τά δυνατά παράλογα – στα οποία στηρίζεται κατά κάποιον τρόπο και η όλη αντρική μεταφυσική – με παραλογότερο όλων εκείνη τή επίμονη λυσσαλέα μανία με τήν παρθενία – τήν οποία και εξιδανικεύουν σε βαθμό υστερίας. (Δεν χρειάζεται να μιλήσω εδώ για τό ότι οι άντρες αποσιωπούν μετ’ επιτάσεως τή δική τους παρθενία, σα να ’ναι αυτή η «αρχική» ισότητα τών φύλων στον τομέα τής ερωτικής πράξης κάτι που εξαιρετικά τούς ενοχλεί για να μην πω ότι κυρίως τούς ανησυχεί) ( : καθότι η απειρία προϋποθέτει άτομο χωρίς προηγούμενη γνώση και επομένως ανίκανο να κάνει συγκρίσεις μεγεθών – είναι η μόνη περίπτωση δηλαδή κατά τήν οποία οι γυναίκες στο κρεβάτι είναι σχετικά ακίνδυνες – αν η ίδια εμπειρία μεταφερθεί όμως στους άντρες θα σήμαινε τή νευραλγική εκείνη στιγμή κατά τήν οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η δικιά τους ερωτική συνολική αποτελεσματικότητα, και μάλιστα – εφόσον συνήθως τούς ξεπαρθενεύουν γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (και πολύ συχνά πουτάνες) μετριέται κιόλας, κρίνεται και ταξινομείται (αυτό τουλάχιστον φοβούνται – δεν φαντάζονται βέβαια ούτε κατά διάνοια ότι μπορεί τό ίδιο να ζουν και οι γυναίκες –). (Ο σταντάλ που η κατανόησή του για τό άλλο φύλο είναι περίπου μοναδική, έχει μια ηρωίδα που για να αποφύγει τήν άχαρη διαδικασία όταν θα πάει με τόν εραστή που τής αρέσει, πληρώνει έναν πλανόδιο να τήν απαλλάξει «από αυτό τό άχρηστο βάρος» – και ο φώκνερ που ακολουθεί, με πολύ πολυπλοκότερους μαιάνδρους βάθους σύνταξης και ανάλυσης, βάζει στη βουή και τό πάθος τόν ερωτευμένο με τήν αδελφή του αδελφό να παραπονιέται εντός του ότι «για κείνην» ο παρθενικός της υμένας δεν ήταν κάτι σπουδαιότερο από μια παρανυχίδα). Εν ολίγοις, ένας άνθρωπος που είναι παρθένος δεν είναι καθόλου ανύπαρκτος – είναι αντιθέτως ένα παιδί, με ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα – αυτό τό άχρηστο βιολογικό υπόλοιπο, σαν τίς αμυγδαλές που πρέπει απλώς να τίς βγάλει –

νά που όμως στα ελληνικά (μόνο) είναι σε ευρεία χρήση η λέξη «παρθενογένεση» με νόημα άσχετο εντελώς από τά βιολογικά, αλλά – (κυρίως) και – από τά θρησκευτικά και μεταφυσικά προβλήματα που γεννάει στις θρησκείες τό πρόβλημα τής γέννησης τού θεού τους μόνο από γυναίκα : η λέξη παρθενογένεση στην καθημερινή της χρήση στα ελληνικά δεν έχει καμιά έννοια ιερότητας ή σεβασμού (όσο παράλογος κι αν είναι ο σεβασμός σε μια γυναίκα μόνο εάν γεννήσει χωρίς γαμήσι) : έχει αντίθετα τήν έννοια τού εκ τού μηδενός – για τήν οποία έκφραση οι άλλες γλώσσες (τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω οι δυτικοευρωπαϊκές) χρησιμοποιούν τό λατινικό «ex nihilo» : όμως, οι δικοί μας έχουν βρει αυτόν τόν ωραίο τρόπο για να επαναλαμβάνουν και να επιβεβαιώνουν τόν μισογυνισμό τους, περήφανα και απολύτως αθώα (γιατί είναι μια έκφραση που, κι αυτό είναι χαρακτηριστικό, τή χρησιμοποιούν όλοι στην ελλάδα, και άντρες και γυναίκες – με απόλυτη κιόλας αθωότητα) ενώ συγχρόνως επιμένουν να καλύπτουν τά νώτα τους αγνοώντας δήθεν τί λένε.

προσωπικά πρωτοσυνάντησα τήν έκφραση στα γραφτά τής γενιάς τού ’30 όπου – τού σεφέρη πρωτοστατούντος («δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη») – μια παρέα αντρών, μεταξύ μας μάλλον μπούληδων επιπλέον και εξόχως πουριτανών – η αντιπάθειά τους για τόν καβάφη δεν κρύφτηκε ποτέ – μάς έκατσαν και στο σβέρκο ως διανόηση σβήνοντας όποιον δεν τούς ταίριαζε και δημιουργώντας μια παράδοση κριτικού και κοινωνικού ήθους που κρατάει ώς τά σήμερα – φυσικά : ίσως γιατί όντας στη μεγάλη τους πλειοψηφία μηδενικά οι ίδιοι απόφευγαν φαντάζομαι όπως ο διάολος τό λιβάνι τόν όρο εκ τού μηδενός – αλλά μόνο γι’ αυτό ;

η φράση «εκ τού μηδενός» ή ex nihilo έχει μια ιστορία στη φιλοσοφία και προέρχεται από τόν επίκουρο (η ελληνική εκδοχή του – «τίποτα δεν γίνεται από τό τίποτα» είπε ο άνθρωπος) και η λατινική του από τόν λουκρήτιο που μετέφερε τήν περί φύσεως φιλοσοφία τού «δασκάλου του» σε στίχους στα λατινικά, κάνοντας έτσι τό nihil ex nihilo γνωστό και παροιμιώδες (σε όλα τά δυτικοευρωπαϊκά) ( : θα μπορούσαμε βέβαια να τό ’χουμε κάνει κι εμείς παροιμία, και να λέμε «μηδέν εκ τού μηδενός», μια που είμαστε σαν έθνος και αρχαιόπληκτοι : αλλά όχι ! Προκειμένου να βρίσουμε τίς γυναίκες, η αρχαιοπληξία μας έρχεται δεύτερη) : για να παραφράσω κι εγώ ένα άλλο παλιότερο δημοφιλές «κανείς δεν έχασε ποτέ φράγκο στην ελλάδα βρίζοντας και υποτιμώντας γυναίκες». Κι έτσι τούς φαίνεται καθωσπρέπει και μορφωμένο να τσαμπουνάνε κι ένα «δεν υπάρχει παρθενογένεση εδώ» και «δεν υπάρχει παρθενογένεση εκεί» όταν θέλουνε να πούνε ότι τίποτα δεν είναι πρωτότυπο, και δεν μπορεί να είναι, ότι όλα έχουνε προγόνους προκατόχους και προλαλήσαντες και ότι τίποτα δεν προέρχεται από τόν εαυτό του (πολλές φορές δηλαδή για να δικαιολογήσουνε απλώς τό ότι κλέβουν : «όλοι κλέβουνε, όλοι έχουν επηρεαστεί από κάπου, δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη», δηλαδή : τίποτα δεν γίνεται εκ τού μηδενός). Και για να τό κάνω λιανά : τό μηδέν αυτό δεν είναι η παντελής έλλειψη γέννησης : τό μηδέν αυτό είναι η γυναίκα : αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι «δεν υπάρχει παρθενογένεση» : ότι η γυναίκα είναι μηδέν – και ποια γυναίκα μάλιστα ; Η πιο ιερή : αυτή που γεννάει χωρίς τόν άντρα, ακριβώς για να τήν αποδεχτεί μ’ αυτόν τόν τρόπο (ο άντρας) ως ιερή.

 

 

εδώ να κάνω αναγκαστικά μια μικρή παρέκβαση για τόν επίκουρο ( : κάπου βρήκα να αποδίδουν τό «μηδέν εκ τού μηδενός» στον (κατά πολύ πρωιμότερο) παρμενίδη (μολονότι αμέσως παρακάτω παραθέτουν τόν λουκρήτιο, δηλαδή τόν επίκουρο…) πράγμα που δείχνει ή κακοήθεια και συνειδητή παραχάραξη, ή τουλάχιστον βλακεία και άγνοια, γιατί ο παρμενίδης (που ακολουθεί τόν πυθαγόρα και ακολουθείται (με σεβασμό) από τόν πλάτωνα) μόνο κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν να πει : ο παρμενίδης πίστευε στο μηδέν, και μάλιστα επειδή πίστευε στο μηδέν, τό τοποθετεί αξιολογικά πριν από τό έν (τή μονάδα), πόσο μάλλον που πιστεύει ότι ο θεός προέρχεται από τό μηδέν – μ’ άλλα λόγια ο παρμενίδης διδάσκει τό εντελώς αντίθετο από τό «μηδέν εκ τού μηδενός» (ή nihil ex nihilo) πράγμα βέβαια τελικά άσχετο με τή συζήτηση). Τό λέω μόνο και μόνο για να δείξω ότι με τόν επίκουρο συμβαίνουν αυτά – ό,τι καλύτερο έχει πει συνήθως διαστρέφεται, ή – όπως τώρα – αν είναι πολύ διάσημο – γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί σε άλλους μόνο και μόνο ίσως για να μην αναφερθεί τ’ όνομά του

ο επίκουρος πίστευε λοιπόν γενικά ότι απ’ τό τίποτα δεν παράγεται τίποτα : απ’ τό τίποτα δεν γίνεται τίποτα – ακόμα καλύτερα, τό τίποτα δεν υπάρχει καθόλου στη φύση – (Γι’ αυτό και τό τίποτα τού θανάτου είναι μια σχετική έννοια στον επίκουρο (παρ’ όλο που αυτό συνήθως αγνοείται – όπως αγνοείται από τή φυσική του φιλοσοφία και η αναρχική εκείνη απόκλιση, μαζί με τό τυχαίο τής κίνησης τών ατόμων, που κατεδαφίζει τήν ολοκληρωτική αναγκαιότητα : η ύλη για τόν επίκουρο είναι διαρκώς κινούμενη άλλωστε) : «άφθαρτός μοι περιπάτει και ημάς αφθάρτους διανοού» έγραψε σ’ έναν αγαπημένο μαθητή του, με τόν οποίο παλιότερα περπάταγαν μαζί στον κήπο – αλλά γι’ αυτά, και για πολλά άλλα που ειπώθηκαν κι έγιναν σ’ εκείνον τόν κήπο πρέπει να αφιερώσω κάποια φορά επιτέλους χωριστή ανάρτηση – μια που κυρίως εκείνον τόν κήπο κατά τό παρελθόν είχα στο μυαλό μου όταν σκεπτόμουν τό όνομα τού παρόντος). Τίποτα δεν βγαίνει λοιπόν απ’ τό μηδέν : nihil ex nihilo, όπως τό διαιώνισε ο λουκρήτιος : τά πάντα βγαίνουν από τά πάντα, θα μπορούσε να τό πει κανείς αντίστροφα (συναντώντας έτσι, πράγμα απολύτως θεμιτό στον επίκουρο, και τόν πανθεϊσμό τού μπρούνο) : Χρειάζεται μεγάλη δόση επομένως μιζέριας για να κάνει κανείς τό διανοητικό άλμα που περιφέρεται περηφάνως στην ελλάδα, και να εξισώσει τή γυναίκα που γεννάει, με αυτό τό τίποτα – ακόμα κι αν, με βάση τόν αντρικό πουριτανισμό, και τούς υπόγειους ευσεβείς του πόθους, αυτή η γυναίκα γεννήσει χωρίς άντρα – χωρίς έρωτα δηλαδή : είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, για μια γυναίκα μιλάμε, και χρειάζεται μεγάλη δόση μίσους για να τήν μετατρέψουμε σε μηδέν. Και τόσο μεγάλη μάλιστα που να τό τσαμπουνάνε σ’ αυτή τη χώρα, εντελώς αποενοχοποιημένα κιόλας, σε αγαστή σύμπνοια άντρες και γυναίκες μαζί.

και μην ξεχνάμε ότι τήν ίδια τή στιγμή που ταυτίζουμε τήν έννοια «παρθενογένεση» με τήν έννοια «γέννηση εκ τού μηδενός» διαπράττουμε και τό φιλοσοφικό κατόρθωμα να θεωρούμε ότι ακόμα και μέσα από τήν θεοτοκία της η γυναίκα είναι παρ’ όλ’ αυτά ένα τίποτα – κι έτσι η επικίνδυνη ούτως ή άλλως μεταφυσική αντίφαση λύνεται σχεδόν αμέσως, ταυτόχρονα, με τόν πιο αποτελεσματικό τρόπο – κάνοντας μια κωλοτούμπα δηλαδή προς τόν εαυτό της : η γυναίκα, η αιτία τής αμαρτίας, αποτινάσσει τήν αμαρτία αν αρνηθεί τόν έρωτα – αν φτάσει δηλαδή στην υπερβολή να γεννήσει χωρίς καν γαμήσι : Παρ’ όλ’ αυτά, ένα τίποτα ήτανε και ένα τίποτα θα παραμείνει : Κι έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : Εκτός τής ανέραστης θεότητας (που, έτσι κι αλλιώς τίποτα είναι) όλες οι υπόλοιπες γυναίκες μπορούν ελεύθερα να είναι πουτάνες.

δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα όμως καμιά γυναίκα να διαμαρτυρηθεί για αυτή τήν κουτοπόνηρη ύβρη, γι’ αυτό γράφω σεντόνια κι εγώ μολονότι καιρό δεν έχω.

 

 

 

 

 

 

 

σημείωση :
όταν γράφω έτσι, υπερασπίζοντας κατά κάποιον τρόπο τίς γυναίκες, αισθάνομαι εντονότατη τήν ειρωνεία τού να τό κάνει κανείς αυτό σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία (και γυναικών και αντρών) περιγράφει γλαφυρά τό αντίθετο κάθε έννοιας απελευθέρωσης ή χειραφέτησης (αλλά και ειρωνείας θα’ πρεπε να πω, και αυτοειρωνείας επίσης) : αλλά ησυχάστε : δεν σκέφτομαι τήν πλειοψηφία τών γυναικών όταν υπερασπίζομαι γενικά τίς γυναίκες : ας πούμε εγώ τώρα αυτή τήν εποχή σκέφτομαι κυρίως αυτές τίς κούρδισσες που θυσιάζονται στο αντάρτικό τους – ξέρουν άραγε τί τίς περιμένει (τί ανύπαρκτο ευχαριστώ τίς περιμένει) όταν με τό καλό νικήσουν, επέλθη ειρήνη, τελειώσει ο πόλεμος, και ξαναγυρίσουν στην κουζίνα τους ; – εδώ τό είδαμε, φοβάμαι ότι θα τό δούνε κι αυτές – δυστυχώς

δεν βρήκα τό σχετικό βίντεο (με τήν υπεράσπιση τού ευνουχισμού από αφρικανούς άντρες) – υποψιάζομαι ότι ή εγώ δεν ψάχνω καλά ή για λόγους πολιτικής ορθότητας προωθούνται πλέον μόνο τά βίντεα εναντίον τής «πρακτικής» – πάντως τό μόνο κάπως σχετικό με αυτά που λέω είναι αυτό, στο οποίο βρίσκεται και μια ωραιότατη μαρτυρία (από γυναίκα) περί τού μηδενός τών γυναικών στο 2.20΄ (ταιριάζει γάντι με τήν ανάρτηση όμως τό βρήκα τυχαία) και δυο άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις (στο 4΄ και στο 6.45΄)

εικόνες :
από πάνω : picasso και χρήστος κούρτογλου (τόν οποίο ευχαριστώ για τήν άδεια) collages 11 // picasso διάφορα (τό τρίτο σχέδιο λέγεται δύο γυμνά με μια γάτα) // gustave cοurbet η καταγωγή τού κόσμου (με δικιά μου χρωματική επεξεργασία) // και κάτω (πάλι με μια χρωματική επεξεργασία, από αρχαιοελληνικό αγγείο) : γυναίκα ποτίζει περιχαρής φαλλούς να μεγαλώσουν και να πληθύνουν (η αρχαϊκή εποχή βρίσκεται πολύ κοντά στην προκατακλυσμιαία περίοδο κατά τήν οποία ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενεργητικός, σχεδόν επιθετικός, και χωρίς ενοχές)

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Απρίλιος 1, 2014

καθρέφτης στο νερό : μια σημείωση για τόν νάρκισσο

 

 

 

με αφορμή ένα περασμένο σχόλιο (δηλαδή μια υπόσχεση στη ρενάτα) θα εκθέσω εδώ μερικές γενικές περιρρέουσες αντιπαθείς νεφελώδεις και εντελώς προσωπικές απόψεις για ένα θέμα τής ψυχανάλυσης που μέ απασχολεί από παλιά (πολύ παλιά) και παρόλ’ αυτά δεν βρήκα ποτέ τόν χρόνο να τό θίξω εδωπέρα (κάποιες νύξεις του υπάρχουν μόνο στην λολίτα) :

να πω αρχικά (και πάλι) ότι διαφωνώ οριζοντίως καθέτως πλαγίως βουστροφηδόν και περιδιαγραμμάτου για ορισμένες ορολογίες που ο φρόϋντ εισήγαγε στην ψυχανάλυση από τήν ελληνική αρχαιότητα, και οι οποίες στη συνέχεια πήραν τή θέση κλισέ – κακοχωνεμένων κιόλας [ εν παρενθέσει : πιστεύω πως όλο αυτό οφείλεται στο ότι ο φρόϋντ δεν ήξερε καλά τήν ελληνική γραμματολογία, άλλωστε δεν διάβαζε ελληνικά και μάλλον δεν διάβαζε ούτε λατινικά, οι γνώσεις του ήταν μέσω τών γερμανικών – πράγμα πολύ επικίνδυνο, καθώς δεν μπόρεσε έτσι να ξεπεράσει (από μια άποψη δεν μπόρεσε και να υποπτευθεί) τήν εξιδανικευτική, ρωμαϊκής καταγωγής, ευρέως δυτικοευρωπαϊκή, οπτική τού μετέπειτα μονοθεϊστικού και χριστιανικού κόσμου (ημών συμπεριλαμβανομένων) για τά ελληνικά πράγματα τής αρχαιότητας – οπτική δηλαδή η οποία πολύ μικρή σχέση έχει με τά ελληνικά πράγματα τής κλασικής (και τής προκλασικής) αρχαιότητας – (αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ φαρδειά και πλατειά, συζήτηση) ] :

ας ξεκινήσω λοιπόν (εισαγωγικά, δεν είν’ αυτό τό θέμα μου) με τό πιο εύκολο, τόν οιδίποδα : επειδή τό «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» όντας ένας από τούς δύο βασικούς πυλώνες τής σκέψης του (τού φρόϋντ) (ο άλλος είναι ο ερωτισμός τών παιδιών) έχει καθιερωθεί σαν τό κατεξοχήν αντρικό σύμπλεγμα : έτσι όμως συσκοτίζεται τό γεγονός πως, αν πρόκειται να βρούμε οπωσδήποτε κάποιο σύμπλεγμα με βάση τή σκέψη τού σοφοκλή, θα ’πρεπε μάλλον να προσανατολιστούμε προς ένα σύμπλεγμα καθαρά γυναικείο και να τό ονομάσουμε συνεπώς και ιοκάστειο, διότι ο οιδίποδας ο κακομοίρης δεν έχει ιδέα (σ’ όλη τή διάρκεια τής τραγωδίας) για τό τί κάνει, και ούτε επεδίωξε ποτέ να γαμήσει τή μάνα του : αντιθέτως, η ιοκάστη ξέρει πολύ καλά, από μια στιγμή και μετά τουλάχιστον, τί γίνεται και τί κάνει – και κατά πάσα πιθανότητα κιόλας τήν έχει καταβρεί, και τής αρέσει : αυτό που φοβάται είναι μόνο η αποκάλυψη, γιατί ξέρει ότι δεν θα τό αντέξει (ούτε και θα τό συχωρέσει) ο γιος της αλλά και όλοι οι άλλοι : εξού και (όποιος διαβάσει τόν οιδίποδα τύραννο τό βλέπει σαφώς) προσπαθεί να αποτρέψει τή λύση τού αινίγματος, με διάφορες δήθεν άγνοιες κολπάκια και τρικλοποδιές – και κάποια στιγμή προβλέποντας τί μπορεί να συμβεί αν η διαδικασία διαλεύκανσης τού εγκλήματος βαδίσει κανονικά προς τή λύση και τό τέλος, λέει στο γιο της : Καλά, μην κάνεις έτσι, και ποιο αγόρι δεν ονειρεύτηκε κάποια στιγμή ότι πηδάει τή μάνα του… (για τήν ακρίβεια σὺ δ᾽ εἰς τὰ μητρὸς μὴ φοβοῦ νυμφεύματα : πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν μητρὶ ξυνηυνάσθησαν)

 

ο φρόϋντ παιδί

 

αυτά εισαγωγικά : ας πάμε στο ακόμα πιο αντιπαθητικό τώρα θέμα, τόν νάρκισσο :

όταν πρωτομελέτησα τή μυθολογία, πριν από αρκετά χρόνια, κυρίως μέσω τού όμηρου και τού απολλόδωρου, τά ’χασα με τό πόσο οργανωμένη είναι : αυτό οφείλεται, έχω καταλήξει, στο ποσό τού χρόνου που τή στηρίζει ώσπου να παγιωθεί ( : γραφές επί γραφών, παραδόσεις επί παραδόσεων (θυμίζουν όλ’ αυτά τίς διαδικασίες τών δημοτικών τραγουδιών, κι ακόμα και τών ομηρικών επών), και τελικά κάποιος συμπιλητής που έφτασε ώς εμάς με τό κύρος μιας αυθεντίας, συζητήσιμης : οφείλουμε συνεπώς να βρούμε ποιος μπορεί να ήταν ο πυρήνας τού προβλήματος (γιατί ασφαλώς η μυθολογία, με μια μορφή πρωτογενούς και ακατέργαστης (δηλαδή αυθεντικής και αυθόρμητης) φιλοσοφικής διάθεσης, προβλήματα λύνει)) : βυθιζόμενη εκειμέσα, αισθάνεσαι λοιπόν σα να μην υπάρχει τίποτα τυχαίο, τίποτα δευτερεύον, όλα σα να έχουν μια τόσο εξωφρενικά ξεκάθαρη σημασία που λες και πρόκειται για μαθηματικές εξισώσεις : όταν κοιτάμε τόν νάρκισσο, λέω λοιπόν τώρα, ότι πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί :

τί μάς μένει δηλαδή σήμερα απ’ αυτό τό μυστήριο παιδί που βυθίζεται ερωτευμένο στην εικόνα του (και εδώ, στο ερωτευμένο, πιστεύω ότι πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία) – πέρα από τίς μυθολογικές παραλλαγές (πολλές απ’ αυτές πολύ μεταγενέστερες, έως και ρωμαϊκές) τής ιστορίας του ; ο νάρκισσος παρασύρεται κοιτάζοντας τόν εαυτό του σ’ ένα αντικαθρέφτισμα μες στο νερό : (είναι εντέλει ερωτευμένος, ή δεν είναι – και με ποιον ; θα πω τά δικά μου αφού πρώτα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τό «έρως και πολιτισμός» τού μαρκούζε, μια που εκείνος έδωσε τή διαυγέστερη και γενναιότερη ερμηνεία σε ό,τι μπορούμε άνετα να θεωρήσουμε (εφεξής) ανατρεπτικότητα τής ιστορίας, τής φύσης, και τής λογικής τού νάρκισσου (παίρνω από τό όγδοο κεφάλαιο στο eros and civilization «the images of orpheus and narcissus» (στοιχεία για τήν ελληνική μετάφραση στο τέλος*)) :

«οι κατηγορίες με τίς οποίες η φιλοσοφία αντιλήφθηκε τήν ανθρώπινη ύπαρξη έχουν διατηρήσει τή σύνδεση μεταξύ λόγου και καταπίεσης : οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τής αισθητικότητας, τής ηδονής, τής ορμής, έχει τή χροιά ότι είναι ανταγωνιστικό προς τόν λόγο – ότι είναι κάτι που πρέπει να υποταχθεί, να περιορισθεί. Η καθημερινή γλώσσα έχει διατηρήσει αυτήν τήν αξιολόγηση : Οι λέξεις που ισχύουν γι’ αυτή τή σφαίρα έχουν τόν ήχο τού κηρύγματος ή τής αισχρολογίας /…/ η δυσφήμηση τής αρχής τής ηδονής απόδειξε τήν ακατανίκητή της δύναμη· η αντίθεση σ’ αυτή τή δυσφήμηση γίνεται εύκολα αντικείμενο γελοιοποίησης… /…/ Όταν ο φρόϋντ υπογράμμισε τό θεμελιακό γεγονός ότι η φαντασία διατηρεί μιαν αλήθεια που είναι ασυμβίβαστη με τόν λόγο, ακολουθούσε μια μακρόχρονη ιστορική παράδοση. Η φαντασία είναι γνωστική εφόσον συντηρεί τήν αλήθεια τής Μεγάλης Άρνησης /…/ Στην περιοχή τής φαντασίας, οι παράλογες εικόνες τής ελευθερίας γίνονται έλλογες και τό «κατώτερο βάθος» τής ικανοποίησης τών ενστίκτων παίρνει μια νέα αξιοπρέπεια /…/ Ο ορφέας και ο νάρκισσος (σαν τόν διόνυσο με τόν οποίο συγγενεύουν) /…/ δεν έγιναν οι ήρωες τού δυτικού κόσμου : Η δικιά τους εικόνα είναι η εικόνα τής χαράς και τής πλήρωσης· η φωνή τους είναι εκείνη που δεν διατάζει αλλά τραγουδάει· η χειρονομία τους είναι εκείνη που προσφέρει και δέχεται /…/ Ο νάρκισσος /…/ ονειρεύεται [ paul valéry : narcisse rêve au paradis /…/ ] Οι εικόνες τού ορφέα και τού νάρκισσου /…/ υπενθυμίζουν τήν εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι στη φύση του να υποταχθεί και να ελεγχθεί αλλά να απελευθερωθεί /…/ τά πράγματα τής φύσης γίνονται ελεύθερα να είναι ό,τι είναι. Αλλά για να είναι ό,τι είναι   ε ξ α ρ τ ώ ν τ α ι   από τήν ερωτική στάση : Δέχονται τό   τ έ λ ο ς   τους μόνο μέσα σ’ αυτή. /…/ Στη θράκη [ο νάρκισσος] βρίσκεται σε στενή σχέση με τόν διόνυσο /…/ Ζει σύμφωνα μ’ έναν έρωτα δικό του, και δεν αγαπά τόν εαυτό του μόνο /…/

Ίσως τώρα μπορούμε να βρούμε κάποια υποστήριξη για τήν ερμηνεία μας στην έννοια τού π ρ ω τ ο γ ε ν ο ύ ς   ν α ρ κ ι σ σ ι σ μ ο ύ   τού φρόϋντ /…/ η ανακάλυψή του σήμαινε περισσότερα από τήν προσθήκη ακόμα μιας φάσης στην ανάπτυξη τής λίμπιντο· μαζί της εμφανίστηκε τό αρχέτυπο μιας άλλης υπαρξιακής σχέσης προς τήν   π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός είναι περισσότερο από αυτοερωτισμός· αγκαλιάζει τό ‟περιβάλλονˮ, ανακατεύοντας τό ναρκισσιστικό εγώ με τόν αντικειμενικό κόσμο. /…/ ‟Αρχικά τό εγώ περιέχει τά πάντα /…/ Τό αίσθημα τού εγώ, τού οποίου έχουμε επίγνωση τώρα, είναι έτσι μόνο ένα συνεσταλμένο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου αισθήματος – ενός αισθήματος που   α γ κ ά λ ι α ζ ε   τ ό   σ ύ μ π α ν /…/ˮ [ : φρόϋντ ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας ] Ο φρόϋντ περιγράφει τό ‟ιδεατό περιεχόμενοˮ τού επιζώντος πρωτογενούς αισθήματος τού εγώ σαν ‟απεριόριστη προέκταση και ενότητα με τό σύμπανˮ (ωκεάνειο συναίσθημα). Και διατυπώνει τή γνώμη πως τό ωκεάνειο συναίσθημα επιζητά να επαναφέρει τόν ‟απεριόριστο ναρκισσισμόˮ. Τό χτυπητό παράδοξο ότι ο ναρκισσισμός, που συνήθως γίνεται αντιληπτός σαν εγωιστικό αποτράβηγμα από τήν πραγματικότητα, εδώ συνδέεται με τήν ενότητα προς τό σύμπαν, αποκαλύπτει τό νέο βάθος τής αντίληψης : Πέρα από κάθε ανώριμο αυτοερωτισμό, ο ναρκισσισμός σημαίνει μια θεμελιακή συγγένεια με τήν πραγματικότητα εκείνη η οποία μπορεί να παραγάγει μιαν ολοκληρωτική υπαρξιακή τάξη 20. Μ’ άλλα λόγια, ο ναρκισσισμός μπορεί να περιέχει τό σπέρμα μιας διαφορετικής αρχής τής πραγματικότητας : /…/ μετασχηματίζοντας αυτόν τόν κόσμο σε ένα νέο τρόπο τού είναι.

Οι ορφικές – ναρκισσιστικές εικόνες είναι εκείνες τής Μεγάλης Άρνησης /…/

Η κλασική παράδοση συνδέει τόν Ορφέα με τήν εισαγωγή τής ομοφυλοφιλίας. Σαν τόν Νάρκισσο, απορρίπτει τόν κανονικό Έρωτα, όχι για ένα ασκητικό ιδεώδες, αλλά για έναν πιο πλήρη Έρωτα. Σαν τόν Νάρκισσο, διαμαρτύρεται ενάντια στην απωθητική τάξη τού διαιωνιστικού σεξουαλισμού. Ο Ορφικός και Ναρκισσιστικός Έρωτας είναι μέχρι τό τέλος η άρνηση αυτής τής τάξης – η Μεγάλη Άρνηση. /…/ Η ζωή τού Νάρκισσου είναι η ζωή τής   ο μ ο ρ φ ι ά ς   κι η ύπαρξή του είναι   ο ν ε ι ρ ο π ό λ η μ α. /…/»

 

 

και μια από τίς σημειώσεις που ο μαρκούζε παραθέτει σ’ αυτό τό κεφάλαιο : «20 στο σύγγραμά του ‟η καθυστέρηση τής εποχής τής μηχανήςˮ ο hanns sachs έκανε μιαν ενδιαφέρουσα προσπάθεια να αποδείξει ότι ο ναρκισσισμός ήταν ένα ουσιώδες μέρος τής αρχής τής πραγματικότητας μέσα στον ελληνικό πολιτισμό. Εξέτασε τό πρόβλημα τού γιατί οι έλληνες δεν ανάπτυξαν μια μηχανική τεχνολογία, παρόλο που είχαν τήν τεχνική ικανότητα και τίς γνώσεις που χρειάζονταν. Οι συνηθισμένες οικονομολογικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις δεν τόν ικανοποιούσαν. Αντί γι’ αυτές, εξέφρασε τή γνώμη ότι τό ναρκισσιστικό στοιχείο που επικρατούσε στον ελληνικό πολιτισμό ήταν εκείνο που εμπόδιζε τήν τεχνολογική πρόοδο. Η λιμπιντική κάθεξη τού σώματος ήταν τόσο δυνατή, που αντιμαχόταν τή μηχανοποίηση και τήν αυτοματοποίηση. (1933)»

 

 

 

επανέρχομαι στα δικά μου, αν και θα μπορούσα να σταματήσω εδώ : προσωπικά, πίσω από τήν ύστερη (υπόγεια) αντιπάθεια τού φρόϋντ (στη χειρότερή της τότε μορφή, τή μορφή μιας συγκατάβασης) για τόν νάρκισσο βλέπω κλισέ και πουριτανισμούς τού ώριμου άντρα τής πατριαρχίας : καταρχάς στην πατριαρχία ο καθρέφτης θεωρείται ιδιαίτερα γυναικείο σύνεργο – συνεπώς ο νάρκισσος (αν και αγόρι) θαυμάζοντας τό πρόσωπό του πρέπει να έχει (όντως έχει) γυναικεία χαρακτηριστικά (αυτό που λέει ο μαρκούζε για τή σχέση τού νάρκισσου με τόν διόνυσο δεν πρέπει να τό ξεπεράσουμε στα πεταχτά : ο διόνυσος είναι κι εκείνος ένας θεός αμφίσημος, με προβληματική ταυτότητα – άντρας και γυναίκα μαζί : άντρας τυπικά, γυναίκα ουσιαστικά – αλλά γι’ αυτό χρειάζεται ολόκληρη, άλλη, ανάρτηση) (υπαινικτικά και ελάχιστα για τίς «βάκχες» έχω γράψει εδώ)

έτσι ο φρόϋντ απόδωσε εντέλει στον νάρκισσο χαρακτηριστικά που έβλεπε να έχουν αυτοί που θα λέγαμε σήμερα ωραιοπαθείς και εγωμανείς προσωπικότητες, και μ’ αυτήν τήν έννοια χρησιμοποιείται σήμερα σαν κλισέ ο ναρκισσισμός. Δεν ξέρω πόσο καταβάθος φοβήθηκε και δίστασε να επιμείνει εντέλει στο ότι ο παιδικός ερωτισμός ο οποίος στα δικά του (τού φρόϋντ) τά νιάτα αποτέλεσε τή ραχοκοκκαλιά τής θεωρίας του, σχετιζόταν απόλυτα με κείνον τόν αρχικό, αρχαίο, νάρκισσο – και όχι με τήν εικόνα τού δύστυχου που έβλεπε καθημερινά να σπαράζει στο ντιβάνι του, με μια πληγωμένη, αδιέξοδη εγωμανία. Ότι ο παιδικός ερωτισμός σχετιζόταν δηλαδή με τόν έφηβο νάρκισσο ο οποίος διατηρούσε με πείσμα άφθαρτη τήν αίσθηση (που ο ίδιος ο φρόϋντ τήν είχε ονομάσει παλιά ωκεάνεια) τού να κολυμπάει στο σύμπαν σε μια αποθέωση πανερωτισμού : ακολούθησε μ’ άλλα λόγια ο γερασμένος φρόϋντ που γινόταν όλο και περισσότερο από (τολμηρό) παιδί, διστακτικός (και ρεαλιστής) άντρας

 

sigmund freud εισαγωγή στον ναρκισσισμό

 

όμως αλλοίμονο αν συρρικνώσουμε τό θάμβος τού μυθικού νάρκισσου στην αξιολύπητη (μισή, ούτε καν μονή) διάσταση τού ωραιοπαθή που ασχολείται πληκτικά με έναν (ευνουχισμένο, πραγμοποιημένο, διασυρμένο στις δημόσιες σχέσεις) εαυτό (με στόχο τήν αναγνώρισή του ως πετυχημένου από μια διασυρμένη πραγμοποιημένη ευνουχισμένη κοινωνία) : και που είναι ευτυχής μόνο όταν κοιτάζει τή φάτσα του στο τζάμι τού καθρέφτη ή θαυμάζει τή φωτογραφία του στον τοίχο τού φέϊσμπουκ : ο άνθρωπος αυτός δεν έχει έρωτα για τίποτα – ούτε καν για τόν εαυτό του – γιατί δεν έχει εαυτό : ένα άδειο κουτί έχει, με μια κοινωνικά αποδεκτή ταμπέλα, που τό περιφέρει επιδιώκοντας να εκμαιεύσει μ’ αυτό τό άλλοθι τά ελάχιστα υποκατάστατα ηδονής που τού απομένουν : ασκώντας μ’ άλλα λόγια εξουσία όπου μπορεί – συνηθέστερα και ευκολώτερα στον στενό κοινωνικό του περίγυρο και τούς οικείους του, ή αν είναι τυχερός και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο – και τότε δυστυχούμε εμείς που τούς τρώμε στη μάπα σαν πετυχημένους πολιτικούς ή πετυχημένους πνευματικούς ανθρώπους. Τό είδος αυτό (κοινότατο και συνηθέστατο, ρενάτα,) έχει πολλά κοινά με τόν φασίστα (άσχετα από τό ποιο κόμμα υποστηρίζει) : γιατί, αυτός ο άνθρωπος, εξίσου όπως και ο φασίστας, έχει τήν εντύπωση ότι κινδυνεύει από παντού, ότι όλοι τού επιτίθενται, ότι είναι μονίμως αμυνόμενος, κι ότι έχει μονίμως δίκαιο : πρόκειται για τήν ψυχολογική πανούκλα που συνήθως θέλει διακαώς να κυβερνήσει, αν δεν κυβέρνησε, να γίνει γνωστός αν δεν έγινε, να κάνει λεφτά αν δεν έκανε

και μην κάνουμε τό λάθος να τόν μπερδέψουμε με τόν απλό εγωιστή : γιατί κι ο εγωισμός είναι πιο ενεργητικός δημιουργικός και απαιτητικός απ’ ό,τι ζητάει αυτή η μόνιμη καταβύθιση στην αλλοτροίωση : ο εγωιστής θέλει ακόμα και κλέβοντας να μαθαίνει, γιατί έτσι μεγαλώνει τόν εαυτό του – ο εγωμανής δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι κάτι δεν τό ξέρει γιατί όλα όσα δεν ξέρει τού φαίνονται επικίνδυνα καθώς τόν αντιμάχονται, κάθε τι ξένο τού είναι εκ τών προτέρων εχθρικό καθώς ολόκληρος ο κόσμος τού είναι ξένος : δεν αγαπάει κανέναν κόσμο όπως δεν αγαπάει και τήν ομορφιά, όπως δεν αγαπάει τελικά ούτε τόν εαυτό του : γιατί δεν είναι σε θέση ν’ αγαπήσει απλώς τίποτα (εξαυτού δεν έχει φαντασία και στον έρωτα, είναι πληκτικός στο κρεβάτι όσα ακροβατικά, μιμούμενος τίς ταινίες τής τηλεόρασης, και να κάνει, κι ας πηγαίνει στα ραντεβού του, όπως λέει κι ο μαρκούζε, φορώντας τό αποσμητικό τής μόδας) : για τόν υστερικό αυτού τού είδους η μόνη κατάσταση άξια λόγου που υπάρχει είναι η οποιαδήποτε μορφή άσκησης εξουσίας – είπαμε, δεν διαθέτει φαντασία μνήμη ή κρίση ώστε να ξεχωρίζει τά μεγέθη : τό μόνο λοιπόν που επιζητά είναι να ξεχνάει, μέσω τής μόνιμης ενασχόλησης με τόν εαυτό του, ότι δεν έχει εαυτό : φυσική συνέπεια είναι να μισεί θανάσιμα (δεν μπορεί ούτε να τό κρύψει) οποιονδήποτε υποψιαστεί ότι έχει αυτοεξαιρεθεί απ’ τόν ευνουχισμό αυτής τής ωριμότητας, (τού ρεαλισμού και τής επιτυχίας) : ας μη γελιόμαστε, ο ωραιοπαθής άνθρωπος τόν μισεί τόν νάρκισσο, καθόλου δεν τού μοιάζει

 

από τήν άλλη μεριά, τό παιδί αυτό (πολλές φορές μέ προβλημάτισε, και έτσι προσπάθησα να τό ανακαλέσω) τί ακριβώς κάνει όταν περιεργάζεται τήν εικόνα του στον καθρέφτη ; λοιπόν για να μιλήσω εντελώς πρακτικά, πιστεύω ότι προσπαθεί να δει αυτό που βλέπει πάνω του ο κόσμος, και κυρίως αυτό που θα ερωτευτεί σ’ εκείνο, εκείνος, ο αχανής και άγνωστος, με τόν οποίο τό παιδί είναι ήδη ερωτευμένο : μέσω τής αντανάκλασης, και τού καθρέφτη, και τού νερού, μπαίνει στη θέση εκείνου που θα τόν δει, ονειρεύεται εκείνον που θα τόν ονειρευτεί, φαντάζεται με λίγα λόγια τόν ίδιο τόν έρωτα, είναι γεμάτο με λίγα λόγια από τήν αναπόληση εκείνου τού έρωτα προς τό σύμπαν : και μ’ αυτήν τήν έννοια παραβλέπει περιστασιακά υποκείμενα (και αντικείμενα) επιθυμίας : γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο νάρκισσος είναι μόνο παιδί (όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παιδί, σχεδόν μωρό, είναι και ο ίδιος ο έρωτας) και μπορεί να φαντάζεται ή να ονειρεύεται τόν έρωτα παντοδύναμον, δεν έχει μάθει ακόμα : η παντοδυναμία τής επιθυμίας του αντανακλάται στην εικόνα που βλέπει στο νερό και η εικόνα τού επιστρέφει τόν έρωτα τόν οποίο ακτινοβολεί ο ίδιος : ο νάρκισσος είναι ο έρωτας στην καθαρή του μορφή γιατί βυθίζεται αθώα στην αναπόληση ενός έρωτα συνολικού, μιας αυθεντικής κι αυθόρμητης παιχνιδιάρικης παιδικής παρτούζας – εξού και δεν τού χρειάζονται τά μεμονωμένα άτομα που τόν πολιορκούν με διάθεση αποκλειστικότητας (η αποκλειστικότητα κι ο ασκητισμός ως βασική ηθική τού πολιτισμού – στον οποίο ο νάρκισσος δεν θέλει (κι από μια άποψη δεν μπορεί κιόλας) να ανήκει)

και έτσι, βυθισμένος στην ελευθερία, φαντάζεται τό αντικείμενο τής ερωτικής του επιθυμίας με τόν πιο ενεργητικό και ευρηματικό τρόπο, γίνεται δηλαδή ο ίδιος εκείνος ο άλλος που τόν κοιτάει στο μέλλον : ο νάρκισσος βλέπει τόν εαυτό του ακριβώς σαν αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, επειδή είναι τό υποκείμενο αυτής τής αρχικής, τής πρώιμης, και τής ατέλειωτης

και η στιγμή τού καθρεφτίσματος είναι και η στιγμή που τό υποκείμενο ακριβώς χάνεται : περιδιαβάζοντας τόν εαυτό του και τόν άλλον μαζί, και καθώς γίνεται ο ίδιος ένας άλλος (νάτος πάλι ο πιτσιρίκος και ο έφηβος τής σαρλβίλ) είναι, αυτό τό παιδί, ο πιο αναρχικός ερωτευμένος γιατί είναι ερωτευμένος πέραν εαυτού : αυτή τήν ανατρεπτική εποχή τής παιδικής αναζήτησης ο έρωτας λειτουργεί στ’ αλήθεια, εξαφανίζοντας δηλαδή τίς διακρίσεις τών σωμάτων

απ’ αυτήν όμως τήν άποψη, και απ’ αυτή ακριβώς τήν ηλικία, τό παιδί (και ο νάρκισσος) είναι ορκισμένοι εχθροί τής πατριαρχίας, και είναι και για τήν ίδια τήν πατριαρχία ξένο σώμα κι επίφοβο (και γι’ αυτό δεν πρέπει να επιζήσει) : η λογική τών ιεραρχήσεων που στερεώνει τά θεμέλια τής εξουσίας θέλει τόν έρωτα διαδικασία μεταξύ σαφώς διαχωρισμένων φύλων και εαυτών : δεν πρέπει λοιπόν να επιζήσει – στη λογική τής κυριαρχίας ο άνθρωπος πρέπει να ωριμάσει να ξεχάσει και να σβήσει αυτό τό παιδί από τήν ιστορία του (η μετέπειτα μυθολογία που θα επικρατήσει για τήν αθωότητα και τήν αγνότητα τών παιδιών είναι τό κυρίαρχο όπλο σ’ αυτόν τόν ανελέητο πόλεμο μνήμης, που εξαφανίζει εκείνη τή συμπαντική ολότητα από τό προσκήνιο : τά όπλα εναντίον τού νάρκισσου θα είναι και απλούστερα και ευκολότερα) :

θα τόν συκοφαντήσουν απλώς ως ανίκανο, καταργώντας τά στοιχεία τών δύο εαυτών που ο νάρκισσος χαίρεται – και τού θεατή και τού θεώμενου : όμως ο νάρκισσος θα επιμείνει στη φαντασία – όσων επιμένουν : θα εξακολουθεί να βλέπει τόν εαυτό του στο υγρό στοιχείο που θα τού επιστρέφει τήν αιώνια επιθυμία του – και θα πνίγεται μέσα σ’ αυτά τά νερά : ο ωραιοπαθής θα αρκεστεί στον καθρέφτη τού λακάν, ένα σκέτο τζάμι : αυτός δεν πεθαίνει ποτέ, δηλαδή δεν τελειώνει : τό υγρό στοιχείο έχει εξατμιστεί, ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να χύσει : έξαλλος, γιατί τό σκέτο τζάμι δεν επιστρέφει παρά μόνο απουσία, φτάνει τότε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς : θα σάς σκοτώσω όλους, λέει, κι αυτό είναι τό μόνο που απομένει όταν ο έρωτας δεν είναι πια εκεί : έτσι γεννιέται ο πολιτισμός μας

 

 

     

 

 

   * για τήν ελληνική μετάφραση τού μαρκούζε χρησιμοποίησα τήν έκδοση : herbert marcuse «έρως και πολιτισμός», μετάφραση ιορδάνη αρζόγλου, «κάλβος» 1970

 

  πηγή φωτογραφίας

 

 

 

 

 

 

Μαρτίου 8, 2014

ματωμένα βιβλία, υποκριτικές κατά συρροή

 

  

 

  

   είμαι κατά τών φόνων κι είμαι κατά τής βίας : κι είμαι κατά τής υποκρισίας εκείνων που τούς αρέσουν τά παραπάνω φτάνει να επωφελούνται οι ίδιοι απ’ αυτά, αλλά όταν επωφελούνται κι οι εχθροί τους διαμαρτύρονται : διαμαρτύρονται δηλαδή ότι οι εχθροί τους είναι ανήθικοι και μάλιστα και τρομοκράτες : εμένα μέ τρομοκρατούν όλ’ αυτά – και μάλιστα τό παιχνίδι ειδικά με τίς λέξεις μέ τρομοκρατεί κατεξοχήν

   τό παιχνίδι με τίς λέξεις είναι κατεξοχήν τρομοκρατικό γιατί πάει να μέ τουμπάρει ότι είναι ακίνδυνο, ενώ είναι δολοφονικό γιατί καταδικάζει και αθωώνει : αυτό καταδικάζει και αθωώνει : ως βασικό στοιχείο τού παιχνιδιού με τή βία και τούς φόνους έχουμε δηλαδή πάντα τίς λέξεις : δεν καταδικάζουμε κανέναν αν δεν τόν περιτυλίξουμε πρώτα με τίς κατάλληλες λέξεις : τό ίδιο πράγμα άλλοτε είναι φόνος κι άλλοτε δεν είναι δηλαδή : εμείς οι ίδιοι, καθόλα λογικοί, άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε εργατικό δίκαιο – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε καπιταλισμό – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε πατριαρχία ή οικογένεια, θρησκεία ή χριστιανισμό ή δωδεκάθεο – : όταν τό κοριτσάκι και η γυναίκα ξεφορτωθούν τό νεογέννητο που δεν θέλησαν ποτέ να γεννήσουν είναι μήδειες φόνισσες και τέρατα – όταν ο μαλάκας εγκαταλείπει ένα κοριτσάκι έγκυο και τό σκάει είναι άντρας και φοράει παντελόνια : όταν ο άλλος μαλάκας σκοτώνει μωρά στον πόλεμο δεν είναι ούτε τέρας ούτε φονιάς ούτε μήδειος (ναι), είναι πατριώτης στην χειρότερη περίπτωση, και στην καλύτερη «χαζός που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τόν πήρανε στρατιώτη τόν κακομοίρη» : όταν ο πάτερ φαμίλιας διδάξει στον γιο του ότι είναι καλό πράγμα η πατρίδα και ο στρατός που τήν περιφρουρεί, αυτό λέγεται πατρική συμβουλή (και οικογενειακός προσανατολισμός) – όταν ο ναυτικός σκοτώσει τήν πουτάνα στο λιμάνι (ή τή γυναίκα του και τήν κόρη του στο σπίτι : επειδή τόν απατήσανε ή γαμηθήκανε γενικώς) αυτό λέγεται η απελπισία κι η αμορφωσιά τής φτώχειας η κοινή λογική τής κοινωνίας ή ο βρασμός ψυχής τών αντρών : εγκλήματα τιμής είν’ αυτά : κι όταν ο εφοπλιστής αυγατίζει τήν περιουσία του φουντάροντας καράβια αύτανδρα (ή απλώς βάζοντας τούς ναυτικούς να δουλεύουν σα σκλάβοι για πάρτη του) αυτό λέγεται επιχειρηματικότητα και απλώς καπιταλισμός : όταν ο βιομήχανος έχει σκλάβους που αυγατίζουν τήν περιουσία του, και κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα (γιατί είναι και αγνώμων στους ανθρώπους που τόν τρέφουν και δεν φροντίζει να πληρώσει κάτι παραπάνω για τήν ασφάλειά τους), αυτό λέγεται απλώς καπιταλισμός : που είναι τό μόνο λογικό σύστημα και έχει τήν τάση να καταπίνει αμάσητες και τίς κρίσεις του – και όταν ο εφοπλιστής σκοτώνει τή γυναίκα του στις κλωτσιές αυτό λέγεται επίσης ότι ο τύπος αυτός είναι λιγάκι νευρικός άνθρωπος

   εμένα λοιπόν μέ τρομοκρατεί ο διάχυτος φόνος η διάχυτη βία ο διάχυτος πόλεμος – και η διάχυτη κοινή λογική που τά θεωρεί όλ’ αυτά φυσικά, φτάνει να μη στραφεί κανένα μπιστόλι ή μαχαίρι κατά λάθος ή εξεπίτηδες εναντίον της : και εμένα μ’ αρέσει επίσης πολύ η ιστορία : μ’ αρέσει να τά βλέπω όλα δηλαδή κατά καιρούς (όταν έχω καιρό) από μακριά, σαν να γίνανε όλα πριν από δυο χιλιάδες χρόνια :

   είμαι λοιπόν μια αρειανή δηλαδή που κοιτάει τόν πλανήτη από μακριά : τά βράδια κάνει ένα ταχύτατο ζάπινγκ σε ό,τι παίζουνε αυτά τά κουτιά με τά οποία αποκοιμίζονται (όλη μέρα, όλη τους τή ζωή) οι σκλάβοι (ο πλανήτης αυτός έχει 99% σκλάβους – μυστήρια πράγματα υπάρχουν στους γαλαξίες : ) λοιπόν αποκοιμίζονται με αίματα, αίματα συνεχώς και παντού : αίματα για να μην τούς ενοχλούν τά αίματα : αίματα για να θεωρούν κανονικά τά αίματα τά δικά τους τής γειτόνισας και τού γείτονα : αίματα για να θεωρήσουν κανονικά τά αίματα που θα δουν μετά για δυο ώρες στις ειδήσεις : και έτσι λοιπόν αποκοιμίζονται με φόνους : φόνους για να νομίζουν ότι ο φόνος γίνεται με τό μαχαίρι και να μην καταλάβουν ότι έχουν οι ίδιοι δολοφονηθεί από ιδέες κι από λέξεις (και από τήν ηθική και από τή μεταφυσική και από τήν ανάγκη) : αίματα για να νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αναίμακτοι : αίματα με τίς λέξεις για να νομίζουν ότι οι λέξεις είναι αναίμακτες κι αθώες και άσπιλες : αίματα με βιβλία για να μη διαβάσουν ποτέ βιβλία που θα τούς δείξουν τά αίματα που κάποτε προσπάθησαν να τούς ελευθερώσουν : και αίματα με τό μυαλό για να μη βάλουν ποτέ τό μυαλό τους να δουλέψει, και αίματα με τά μάτια για να μη δουν ποτέ, και ποτέ να μη νιώσουν

   κάνω λοιπόν συχνά ζάπινγκ στην ιστορία αυτών τών σκλάβων : όλα κόκκινα και βαμμένα με αίμα – σε σπάνια (πολύ μικρά, λιλιπούτεια) διαστήματα βλέπω και κάτι άλλα χρώματα, κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ξεκούραστες από ανθρώπους που είχαν προς στιγμήν και κάτι άλλο στο μυαλουδάκι τους (αυτός ο πλανήτης έχει μικρό μυαλό), κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ή και χρυσαφιές ξεκούραστες (που μού θυμίζουν για λίγο τόν δικό μου πλανήτη) λάμψεις γαλήνιες γαλαζωπές και χρώματα που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς, τό χρώμα γύρω είναι αλλιώτικο (μού ξεκουράζει τά μάτια) (αυτός ο πλανήτης λέγεται γαλάζιος, κι ακόμα δεν έχουνε καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – ούτε τίς φλέβες στο χέρι τους δεν έχουν καταφέρει να κοιτάξουν οι δύστυχοι – δεν έχουν καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – κι ας είναι κάτι επιστήμονες (έτσι τούς λένε, μολονότι κι αυτοί σκλάβοι είναι) που τούς τσαμπουνάνε ότι τό χρώμα που βγάζει ζέστη είναι τό μπλε, κι όχι τό κόκκινο όπως νομίζουνε – ο πλανήτης είναι μπλε, τό αίμα όταν είναι ζωντανό (μέσα τους, και ζεστό) είναι μπλε – κοκκινίζει όταν παγώσει και νεκρωθεί (και βγει απέξω και πλημμυρίσει και χυθεί) – όλοι έχουν γαλάζιο αίμα οι βλάκες και δεν τό ξέρουνε : απλώς είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν τούς χύνεται γιατί δεν τούς αγγίζει κανείς (κι έτσι μένει πάντα γαλάζιο μέχρι να πεθάνουνε και να πάνε στην κόλαση (η κόλαση είναι γεμάτη πρίγκηπες, κόλαση λένε αυτοί τό μέρος που εμείς λέμε σκουπιδιάρικο και καίμε τά σκουπίδια για να μη μολύνουν και τόν υπόλοιπο κόσμο)) : οι άλλοι λοιπόν φτύνουν αίμα όλη μέρα, και τό αίμα τους είναι τριγύρω παντού κι έχουν συνηθίσει να τό βλέπουν νεκρό παγωμένο και κόκκινο)

   καμιά φορά βλέπω και μερικούς που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς – καμιά φορά, λίγες φορές, ξεσήκωσαν κι άλλους – λέω, νά που υπάρχουν κι έξυπνοι σκλάβοι – κι ύστερα τούς βλέπω να πνίγονται κι αυτοί στα κόκκινα : κι έτσι ξαναρχίζει τό κόκκινο και τό αίμα πάλι τρέχει και μέ πνίγει, και τό συχαίνομαι αυτό τό πράμα : αυτό τό χρώμα μού θυμίζει εκείνους τούς πλανήτες τούς παγωμένους : παγωνιά και πόνος που δεν υποφέρεται : αλλά και πυρές φωτιές φλόγες εξίσου άφλογες και παγωμένες : τό ζάπινγκ να σού πω τήν αλήθεια είναι αφόρητο, μ’ ενοχλεί εξαιρετικά, κι ύστερα μ’ ενοχλεί κι η κοροϊδία σα συνδυάζει χρώματα με ήχους (περίεργη σχέση έχουνε με τίς λέξεις αυτοί οι άνθρωποι, άπαξ κι οι λέξεις λένε κάτι κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει τίς σκεπάζουν με μαύρο) (άλλο χρώμα κι αυτό πολύ διαδεδομένο πολύ εκεί ανάμεσα) : είναι λίγες, πολύ λίγες οι διαμαρτυρίες σ’ αυτόν τόν πλανήτη και με λέξεις και με τρεξίματα και με σκουντουφλιές και με γροθιές (και με δρεπάνια καμιά φορά (κάτι αγρότες εκεί σ’ αυτό που τό λένε προϊστορία – κάτι λέξεις που βρίσκουν – πάντα να συνδυάζουν τίς λέξεις με τίς αμαρτίες τους)) (εξεγέρσεις τίς λένε κανονικά (ή επανάσταση) αλλά δεν τίς αγαπάνε τίς λέξεις και τίς φοβώνται, κουκουλώνονται με τήν κουβέρτα τους μόλις τίς πεις να τά βλέπουνε όλα μαύρα) αίμα λοιπόν, πολύ αίμα : εναντίον τού ελάχιστου αίματος που ζητούσαν οι ξυπόλητοι να χυθεί για να φύγουν οι πρίγκηπες, να γίνουνε πρίγκηπες όλοι : αυτοί τού ενενηνταεννιά (τοίς εκατό) που θέλαν να ζήσουνε γαλάζια και γαλήνια, και κυρίως εκείνα τά αξιολύπητα τού άλλου γένους, τού φύλου, πώς τά λέγανε – αυτά δεν χύσαν μόνο αίμα χύσαν και φωτιά, τά πνίξανε τά εξαφανίσανε, τά αλλάξανε, τά κάψανε – και τώρα κάνουν ότι δεν τά ξέρουν, τούς αφιερώνουν μια μέρα

   γενικά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα όλοι : μόνο οι πρίγκηπες καταλαβαίνουν τό συμφέρον τους σ’ αυτό τό χαζό μέρος

   ύστερα μ’ αρέσει να μπαίνω στο αυτί μιανής που όλο γράφει και που δεν καταλαβαίνει κανείς τί λέει γιατί λέει διάφορα παλαβά : αυτό τό είδος υπάρχει από παλιά και λέγεται παλαβοί : μπαίνω στ’ αυτί της και τήν ακούω, δηλαδή ακούω τί σκέφτεται που βγαίνει μετά από τ’ αυτί της και, επειδή είναι παλαβή, μπαίνει μετά και στο στόμα της και τά λέει και δυνατά : εχτές μού είπε (δηλαδή δεν τά είπε σ’ εμένα, αλλά τήν άκουσα και τήν έγραψα από μέσα μου κι έπειτα πήγα στον πλανήτη μας και τά ’βαλα να τήν ακούσει κι ένας από τούς φίλους μου (κι ένας απ’ τούς εικοσιπέντε εραστές μου) που αυτός ξέρει τή γλώσσα της (αυτός ξέρει τή γλώσσα γιατί ασχολείται ειδικά με τίς ξένες γλώσσες, τών πλανητών εκείνων που είναι αδύναμοι κι έχουνε γλώσσες εύκολες, και τίς γράφουν και με πολύ πρωτόγονο τρόπο σαν άγριοι πάνω σε κάτι βαριές πλάκες χαρτιά – κι έχουνε κάτι γλώσσες που μόλις διαβάσεις τήν πρώτη λέξη καταλαβαίνεις μετά τή συνέχεια) : λοιπόν αυτή έβριζε, αρχικά έβριζε μόνο, κι έλεγε ότι όταν όλα ήταν ζόρικα κανείς δεν έκανε τέτοια, και μόνο ένας που πήγε να δολοφονήσει τόν αρχιδολοφόνο, τού χύσαν τό αίμα του ρυάκι, αλλά αυτοί τώρα δολοφονούνε εκ τού ασφαλούς γιατί δεν πρόκειται να περάσουν βασανιστήρια, και μια γυναίκα που πέρασε βασανιστήρια τής είπε ότι τότε που τήν βασάνιζαν οι δολοφόνοι αν είχε μπιστόλι θα τούς δολοφονούσε η ίδια, αλλά μετά δεν είχε νόημα, και ήταν σα να πυροβολείς μόνο πτώματα – λοιπόν είναι χαζοί κι έχουν και χαζό όνομα (λέει) διότι σφετερίζονται τή δράση άλλων που έγινε όταν τά πράγματα ήταν ζόρικα και κινδύνευε ο κόσμος με βασανιστήρια, ενώ αυτοί δεν κινδυνέψαν με βασανιστήρια και τό ξέρουνε και δεν λέγεται έτσι αυτό «εικοσιεφτά οκτώβρη», μπαίνει άρθρο ανάμεσα και λέγεται «εικοσιεφτά τού οκτώβρη» η ζωντανή μας γλώσσα εμάς (λέει) γουστάρει τά άρθρα, γουστάρει πολύ τά άρθρα, τά λέει και τά ξαναλέει, κι εκεί έλεγε συνέχεια κάτι τέτοια, αλλά αυτοί μιμήθηκαν από τήν αρχή τά νεκρά τά πεθαμένα και τή γλώσσα τών κομμάτων που ήταν νεκρά και πεθαμένα, και που θέλαν δήθεν να δείξουν ότι μιλάνε δήθεν τή γλώσσα τή ζωντανή χωρίς να μπορούν να τή φανταστούνε κιόλας ποτέ και μεταφράζοντας μόνο από μια γλώσσα νεκρή και πεθαμένη, διότι όταν μιλάς τή γλώσσα σου ζωντανή βάζεις και άρθρο ανάμεσα – όμως από τήν άλλη δεν μπορεί (λέει) και να υποφέρει και τήν υποκρισία τής ιστορίας (μού λέει) (τούς λέει εκεινών δηλαδή, εμένα δεν μέ ξέρει, ούτε μ’ έχει δει ποτέ η κακομοίρα – ούτε και θα μέ δει – είμαστε για τόν χαζό πλανήτη αόρατοι – ) δεν μπορώ να υποφέρω λοιπόν και τήν υποκρισία τής ιστορίας λέει και εκνευρίζομαι γιατί αυτοί σκοτώσαν είκοσι ανθρώπους και θα περάσουν όλη τους τή ζωή στη φυλακή ενώ οι άλλοι που σκοτώνουνε χιλιάδες κάθε μέρα (γιατί όποιος δουλεύει σκλάβος τους στα εργοστάσιά τους, στην οικογένειά τους, στην πατρίδα τους, στα στρατά τους, στα σκατά τους, είναι κάθε ξημέρωμα κι απ’ τήν αρχή ξανά νεκρός) ενώ αυτοί ζούνε και βασιλεύουν και θα ζουν όσο ζήσουν αθώοι και ελεύθεροι και με πισίνες – και να σκοτώνουνε και τίς γυναίκες τους στο ξύλο λέει άμα λάχει και τούς τή δώσει να πούμε, ή ξυπνήσουνε στραβά ή δεν τούς σηκώνεται να πούμε, και μετά οι κληρονόμοι τους πάλι τά ίδια –  και θα πάει έτσι συνέχεια στους αιώνες τών αιώνων αμήν

   γιατί ο μεγαλύτερος φόνος δεν είναι η κατάργηση τού σώματος αλλά η κατάργηση τής θέλησής του, και πάνω απ’ όλα η κατάργηση τού χρόνου, γιατί ενώ η κατάργηση τού σώματος τελειώνει σε δύο λεπτά, η κατάργηση τής θέλησης κρατάει μια ζωή, και η κατάργηση τού χρόνου γίνεται για να επαυξηθεί ο χρόνος τού άλλου που νομίζει ότι είναι εξυπνότερος επειδή έχει τά λεφτά, γι’ αυτό μη μού μιλάτε εμένα για φόνους, ζείτε σ’ ένα σύστημα φονικών, όπου ο φόνος τού δολοφόνου είναι και ο μόνος που τιμωρείται : τώρα, αν υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν ότι σκοτώνοντας τούς δολοφόνους κάτι κάνουνε, αυτοί είναι αφελείς και σίγουρα αμόρφωτοι, και τό πληρώνουνε πάντα, γιατί ποτέ οι φόνοι δεν ήταν τρόπος να καταργηθούν οι φόνοι, και σε άλλες μεριές τού γαλαξία αυτό τό μάθημα θα τό μαθαίναν αμέσως και τουλάχιστον δεν θα χρειάζονταν σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό καταλάβουν : γιατί σε άλλες μεριές τού γαλαξία τό εμπέδωσαν, ότι ο μόνος τρόπος για να καταργηθούν οι φόνοι είναι να καταργηθεί τό μυαλό τού δολοφόνου, κι αυτό τό μυαλό δεν καταργείται παρά μόνο με θέληση και με χρόνο, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζονται και σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό θελήσεις – και να ’χεις τόν χρόνο για να τό καταλάβεις

  

 

 

 

lewis hine (λεπτομέρεια από φωτογραφία)

 

 

 

 

  

Δεκέμβριος 12, 2013

τό όλον σώμα : μικρά προκαταρκτικά

.

 

 

 

   τό περιοδικό «σημειώσεις» συμμετέχει υποθέτω με τόν τρόπο του αντίστροφα, με όλη του δηλαδή τήν απαραίτητη και δέουσα ειρωνεία και απέχθεια προς εορτασμούς και εορταστικές – πλην κενές νοήματος – δήθεν σεβαστικές προς τήν τέχνη – απολύτως αδιάφορες για τά βάσανα τού καλλιτέχνη εν ζωή – επετείους, στην φετινή διπλή επέτειο για τήν γέννηση και τόν θάνατο τού καβάφη προδημοσιεύοντας στο τεύχος του που μόλις κυκλοφόρησε ένα εκτενές απόσπασμα από τήν «εισαγωγή» μιας εξαιρετικής πλην ανέκδοτης μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου : τά παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση από τό ίδιο τεύχος τής δικιάς μου προκαταρκτικής εισαγωγής :

 

   Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τόν Καβάφη, «Τό Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται τού ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης : όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον : σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία τού Στέφανου Τασσόπουλου – και τά παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (τό οποίο είχα τήν τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τόν ίδιο τόν συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα τών είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τόν Τασσόπουλο μέχρι τόν (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τόν Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).

   Σίγουρα οι λόγοι για τούς οποίους ο Καβάφης λειτούργησε εκδοτικά με τόν τρόπο που λειτούργησε θα μπορούσαν να εξεταστούν και από τήν άποψη τών ψυχολογικών και τών κοινωνικών παραγόντων που επέδρασαν πάνω του και με βάση τούς οποίους (ακόμα και από τήν ανάποδη) έζησε ο άνθρωπος Καβάφης – αλλά αυτό θα ήταν μια τελείως άλλη εργασία. Για τή δουλειά που έκανε ο Σ. Τ. πιστεύω ότι αρκεί ως αφετηρία να έχει κανείς μπροστά στα μάτια του μια (γενική, πάντως) καλλιτεχνική αντινομία : όσο μεγαλύτερος είναι ένας δημιουργός τόσο περισσότερο με αυτά που κάνει πατάει αρχικά (και τελικά ; ) στο κενό – και συνεπώς, όσο κι αν ο ίδιος θεωρεί τόν εαυτό του και τό έργο του φυσικό μέρος τού κόσμου, πρέπει να συλλάβει έστω με κόπο και να παραδεχτεί έστω καθ’ οδόν ότι ο κόσμος μετατοπίζεται με τήν κατασκευή από μέρους του αυτού τού έργου – με άλλα λόγια (όπως είναι μια μεταφορά που άρεσε ιδιαίτερα στον Τασσόπουλο) εμείς σήμερα από απόσταση μπορούμε βέβαια να καταλάβουμε ότι ο κόσμος δεν είναι ίδιος πριν τήν ύπαρξη τού Αισχύλου και μετά, χωρίς να υπάρχει η Εκάβη τού Ευριπίδη και όταν η Εκάβη τού Ευριπίδη είναι γεγονός, όταν στο θέατρο δεν υπάρχει κανένας Σαίξπηρ και μετά όταν όλος ο κόσμος ξέρει τόν Άμλετ, όμως αυτή η μικρή διαφορά από τό πριν στο μετά για τόν ίδιον τόν καλλιτέχνη μπορεί να σημαίνει χρόνια ολόκληρα ουσιαστικής μοναξιάς γεμάτης αμφιβολίες, φόβους, σβησίματα, γραψίματα, δισταγμό και τόλμη, και τελικά (σαν ένα είδος αναγκαστικής πλέον αυτοάμυνας) και μια μορφή επιθετικής αλαζονείας : από τόν Καβάφη, χάρη στα ανέκδοτα που διασώζονται σε σχετική πληθώρα από μαρτυρίες συγχρόνων του, έχουμε ένα εμφανές τουλάχιστον παράδειγμα μιας τέτοιας (άλλωστε και συγκινητικής, για τήν κρυμμένη ένταση και αμφιβολία που υπονοεί) στιγμής όταν, δίνοντας ένα ποίημα του σε κάποιον φίλο ή γνωστό τού λέει, μάλλον καθόλου μεταξύ σοβαρού και αστείου «Πάρε καημένε αυτό τό αριστούργημα που μού καίει τά χέρια» ( : κάπως έτσι αν τό θυμάμαι και καλά).

   Η δουλειά αυτή τού Τασσόπουλου υπογείως εμπεριέχει πάντως και μια (γοητευτική) κατά κάποιον τρόπο αντίφαση, γιατί ξεκινώντας από φιλολογικά και σχολαστικά δεδομένα και μένοντας πάντα σταθερά προσηλωμένη στα γεγονότα, τά κείμενα, και τίς αποδείξεις που αυτά παρέχουν, οδηγείται τελικά σε μια αποτίμηση συνολικής (και σημαντικότατης) αισθητικής σημασίας.

   Γιατί ο Καβάφης, με τόν τρόπο που τακτοποίησε τά ποιήματά του κατά θέματα, αποσπώντας τα από τήν απλή χρονολογική παράθεση με τήν οποία είχαν κατά καιρούς δημοσιευτεί, κάτι θέλησε να πει (και κάτι είπε) για τήν σημασία που είχε τό έργο του συνολικά για τόν ίδιο πέρα από τήν έννοια, τό περιεχόμενο και τήν αισθητική αξία τού κάθε ποιήματος χωριστά. Αλλά (πια) καταλαβαίνουμε ότι και ο ίδιος ο δημιουργός (ενίοτε) τά συλλαμβάνει και τά εκτιμά αυτά τά πράγματα καθ’ οδόν – και αυτό τό καθ’ οδόν είναι που, στην περίπτωση τού ποιητή Καβάφη, εμφανίζεται με ιδιαίτερη ενάργεια καθώς ο Στέφανος Τασσόπουλος ερευνά τήν εκδοτική του πρακτική.

   Ας επαναλάβω προκαταρκτικά πράγματα γνωστά : Ο Καβάφης είναι ένας ποιητής ο οποίος ποτέ στη ζωή του δεν είχε (δεν βρήκε ; δεν επιζήτησε ; ) εκδότη : Πλήρωνε ο ίδιος για τά ποιήματά του κάθε φορά που τά εξέδιδε. Είχε όμως μια δυνατότητα (που τού τήν πρόσφερε ο χώρος και η εποχή, και που τήν εκμεταλλεύτηκε πλήρως) : Μπορούσε να δημοσιεύει τά ποιήματά του σε περιοδικά, πριν αρχίσει να τά δένει στις ιδιόμορφες συλλογές του (αλλά και μετά : ποτέ όσο ζούσε δεν σταμάτησε να δημοσιεύει σε περιοδικά, ακόμα και όταν παράλληλα έφτιαχνε τίς συλλογές που σχημάτιζε ο ίδιος, και αυτές τίς συλλογές δεν τίς πούλησε – ας τό θυμόμαστε κι αυτό – ποτέ : δεν έβγαλε δηλαδή ποτέ λεφτά απ’ τήν ποίηση ο Καβάφης, αντίθετα, πλήρωνε για να εκδίδει τά ποιήματά του : και τά ποιήματα αυτά τά χάριζε σε όσους θεωρούσε άξιους – ή χρήσιμους για τήν προώθηση τού έργου του – όντας αναγκασμένος να τό σκεφτεί και αυτό.)

   Αυτά είναι λοιπόν γνωστά στους ειδικούς και οι ειδικοί στα καβαφικά τά θεωρούν και αυτονόητα ακόμα κι αν δεν ερευνήθηκαν ποτέ όσο θα ’πρεπε – αφήνοντάς τα επομένως στην άκρη θα επιχειρήσω να συνοψίσω τό με τί ασχολείται η μελέτη, αλλά και, τό σημαντικότερο : τούς λόγους για τούς οποίους η ενασχόληση αυτή είναι (ή γίνεται καθ’ οδόν) απαραίτητη για τήν κατανόηση τού συνολικού Καβάφη. Πιστεύω μάλιστα – και ας μού συγχωρεθεί αυτή η απόλυτη ας πούμε πεποίθηση η οποία οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι διάβασα επανειλημμένως παρακολουθώντας  τό έργο να γίνεται και να κρατάει τόν Τασσόπουλο δέσμιον ουσιαστικά ώς τόν θάνατό του – ότι μέσα από τήν έκθεση τού τρόπου με τόν οποίο ο Καβάφης θέλησε να ταξινομήσει τό έργο του και να τό επεκτείνει και να τό ορίσει θεματικά, προκύπτει ένας εν μέρει άγνωστος, και εν μέρει ακόμα πιο γοητευτικός Καβάφης.

   Δεν ξέρουμε από ποια ηλικία ακριβώς ο Καβάφης άρχισε να γράφει ποιήματα και πόσα πέταξε ή έσκισε στο μεταξύ, ξέρουμε όμως ότι τό πρώτο ποίημα (που διατηρήθηκε στο αρχείο του) γράφτηκε (πιθανώς) τό 1884 ( = Καβάφης 21 χρονών) και ότι τό 1886 δημοσίεψε για πρώτη φορά (σε περιοδικό). Από τό 1890 όμως και μετά, αναθεωρεί ο ίδιος τή δουλειά του, και, κάποια στιγμή, μέσα απ’ αυτή τή διαδικασία αναδεικνύεται ο Καβάφης που ξέρουμε σήμερα. Ανήκει στην περιοχή τής αυστηρά αισθητικής ανάλυσης η αποτίμηση αυτών τών «πρωτόλειών» του ποιημάτων, είναι όμως σαφές ότι αυτήν τήν ανάλυση τήν έκανε, πριν από μάς, ο ίδιος : Αποφασίζει δηλαδή τό 1904 (κι αυτή είναι μια ιστορική στιγμή για τή ζωή του και τήν ποίησή του) αποφασίζει να κάνει ένα ξεκαθάρισμα, μια πρώτη αισθητική αποτίμηση, και μια πρώτη εκδοτική κίνηση, και να παρουσιάσει σε βιβλίο ορισμένα, από αυτά που είχε δημοσιέψει ώς τότε, σε μια συλλογή : Αυτήν τή στιγμή συναινεί στην κλασική και παραδεδεγμένη πρακτική όλων τών ποιητών τού κόσμου : Μαζεύει λοιπόν (από τά 44 ποιήματα που είχε δημοσιέψει ώς τότε σε περιοδικά) δεκατρία – κι αυτή είναι η πρώτη του αισθητική κρίση για τήν ποίησή του – τούς προτάσσει ένα που δεν είχε ακόμα εκδόσει, τίς «Επιθυμίες», τά τοποθετεί σε μία σειρά που δεν έχει γενικά καμία σχέση με τίς χρονολογίες ούτε τής συγγραφής, ούτε τής δημοσίευσής τους, αλλά είναι μία σειρά που προς τό παρόν δεν μπορούμε να τήν χαρακτηρίσουμε αλλιώς παρά μόνο ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής του προτίμησης, (βέβαια, κάποιος παρατηρητικός εδώ θα προσέξει τήν πρόταξη ενός ποιήματος που λέγεται Επιθυμίες1 στην πρώτη εκδοτική πράξη που κάνει ποτέ στη ζωή του ο Καβάφης, καθώς και μια εν σπέρματι λογική που θα δούμε αργότερα να αναπτύσσεται σε θεματική κατάταξη τών ποιημάτων) και τά δίνει σε έναν τυπογράφο, ο οποίος τού τά τυπώνει σε ένα τεύχος κανονικό, με τήν κλασική αρίθμηση σελίδων που έχουν όλα τά βιβλία και τόν γενικό τίτλο «Ποιήματα 1904». Η συλλογή αυτή με τά 14 ποιήματα εκδίδεται ουσιαστικά τό 1905. Ο Καβάφης χαρίζει τή συλλογή σε όσους νομίζει ότι πρέπει. Επειδή όμως συνεχίζει να γράφει, γρήγορα διαπιστώνει ότι η συλλογή αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική πια τής δουλειάς του, και ειδοποιεί τούς φίλους του ότι σκοπεύει να βγάλει και μια δεύτερη συλλογή πιο ενημερωμένη σύντομα. Τό «σύντομα» κράτησε 5 χρόνια, και η δεύτερη αυτή συλλογή εκδίδεται τότε με τόν τίτλο «Ποιήματα 1910» και περιλαμβάνει : τά 14 ποιήματα που είχε εκδόσει στην προηγούμενη συλλογή (που με αυτόν τόν τρόπο ουσιαστικά παύει να έχει νόημα, και αχρηστεύεται) χωρίς να τούς αλλάξει ούτε τή σειρά με τήν οποία τά είχε εκδόσει τότε, και όσα ποιήματα είχε ήδη δημοσιέψει στο μεταξύ (ώς τό 1909) σε περιοδικά, που ήτανε όλα κι όλα 7, αλλά τά τοποθετεί και αυτά όχι με χρονολογική σειρά συγγραφής ή δημοσίευσης αλλά με τή σειρά μιας δικής του πάλι λογικής και προτίμησης. Μολονότι τά ποιήματα που περιέχονται λοιπόν είναι ώς τό 1909, βάζει τώρα στον τίτλο όπως βλέπουμε τό 1910 κι αυτό γιατί έχει μάθει πια ότι τά εκδοτικά ζητήματα έχουνε τόν δικό τους χρόνο και αργούνε, δηλαδή έχει αποκτήσει ήδη πλέον τήν πείρα τού ποιητή που εκδίδει τό έργο του και ξέρει κατά κάποιον τρόπο και τά μυστικά αυτής τής δουλειάς : Έτσι, ξεκινώντας τήν έκδοση τών μέχρι τό 1909 ποιημάτων του, υπολογίζει ότι η συλλογή θα εκδοθεί τό 1910, και υπολογίζει σωστά.

   Έχουμε ένα οριακό σημείο ώς εδώ, που τό βλέπουμε εκ τών υστέρων ολοκάθαρα : Αυτές οι δυο μικρές συλλογές δηλαδή (που ο ίδιος ο Καβάφης τίς ονόμασε «τεύχη», και έτσι τίς λέμε πλέον κι εμείς), είναι η μοναδική φορά στη ζωή του που ο Καβάφης λειτούργησε με τήν κλασική εκδοτική πρακτική : Έκτοτε, εγκαταλείπει αυτήν τή μέθοδο, και εγκαθιδρύει τή δική του, μοναδική και ανεπανάληπτη (απ’ όσο ξέρουμε) μέθοδο εκδόσεως έργου, που συνίσταται στο εξής :

   Για κάθε ποίημα που δημοσιεύει (μετά τό 1910) σε περιοδικό, ζητάει και παίρνει ανάτυπα ή τό τυπώνει ο ίδιος σε έναν τυπογράφο, σε ένα μονόφυλλο ή δίφυλλο, ανάλογα με τό μέγεθος τού ποιήματος. Αυτή η μέθοδός του από δω και πέρα είναι κατά κάποιον τρόπο και τό κεντρικό αντικείμενο έρευνας στο «Όλον Σώμα», και οι συνέπειες αυτής τής πρακτικής είναι ουσιαστικά αυτές οι οποίες προκάλεσαν τόν Τασσόπουλο να αναζητήσει τή σημασία τους για τήν ερμηνεία τού συνολικού καβαφικού έργου :

   Παρακολουθώντας λοιπόν τόν τρόπο με τόν οποίο ο Καβάφης από τή στιγμή εκείνη και μετά «εκδίδει», μπορούμε να δούμε κατ’ αρχάς ότι ακολουθούν δύο εμφανείς τομές στην εκδοτική του πρακτική : Η πρώτη μεγάλη αλλαγή γίνεται με τήν αμέσως επόμενη συλλογή τήν οποία ονομάζει «Ποιήματα 1910 – 1912», βάζοντας δηλαδή για πρώτη φορά δύο ημερομηνίες στον τίτλο, αλλά τή φορά αυτή η «συλλογή» διαφέρει και σε δύο άλλα πράγματα : Αφ’ ενός μεν αποτελείται πλέον – όπως και όλες οι συλλογές του θα αποτελούνται από δω και μπρος – από αυτά τά μονόφυλλα (ή τά δίφυλλα) που τυπώνει ο ίδιος και τά «δένει» μόνος του σε εντελώς χειροποίητες πλέον συλλογές τίς οποίες μοιράζει σε κάθε ενδιαφερόμενο, φίλο, ή θαυμαστή τού έργου του, αλλά υπάρχει και μια επιπλέον ουσιαστική διαφορά στον τρόπο με τόν οποίο παρουσιάζει τά ποιήματά του τώρα : τά τοποθετεί με τήν σειρά τήν χρονολογική με τήν οποία δημοσιεύτηκαν ώς τότε στα διάφορα περιοδικά. Και συνεχίζει να κάνει τέτοιες συλλογές ώς τό 1918 όπου συναντάμε τήν επόμενη μεγάλη αλλαγή, τήν τρίτη ουσιαστικά τομή με τήν οποία ολοκληρώνεται και παίρνει τήν πλήρη της μορφή η εκδοτική του πρακτική :

   Τό 1918 δηλαδή ανακαλύπτει ότι θέλει να κάνει και κάτι άλλο, κάτι για τό οποίο δεν θα δώσει ο ίδιος ποτέ σαφή εξήγηση, είναι όμως τό νευραλγικότερο σημείο τής εκδοτικής του πράξης – και αυτό από τό οποίο πηγάζουν αδιόρατες αρχικά αισθητικές συνέπειες στην ποίησή του : Κάνει δηλαδή, ταυτόχρονα με τήν καινούργια χρονολογική του έκδοση (τά «Ποιήματα 1912 – 1918»), και μία παράπλευρη έκδοση ποιημάτων τήν οποία ονομάζει «Ποιήματα 1909 – 1911» και η οποία θα περιέχει όλα τά ποιήματα που έχουν εκδοθεί ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες, μόνο που τώρα πλέον τά ποιήματα αυτά θα παρατεθούν σε μία κατάταξη που παρακολουθεί κατά κάποιον τρόπο τό περιεχόμενο τών ποιημάτων. Από τήν οριακή αυτή στιγμή και μετά, η εκδοτική πλέον πρακτική τού Καβάφη θα παραμείνει η ίδια ώς τό τέλος τής ζωής του, κάθε φορά θα εκδίδει δηλαδή δύο ταυτόχρονα συλλογές, μία θεματική (τής οποίας τά ποιήματα θα τά αποσπά από ήδη εκδοθείσες χρονολογικές – μ’ έναν ρυθμό ιδιόμορφο, που επαρκώς θα απασχολήσει τό βιβλίο –) και μία χρονολογική στην οποία θα συνεχίζει τήν παράθεση τών καινούργιων ποιημάτων του μαζί με τά παλιά. Αυτή η λογική και η πρακτική αποτελεί ουσιαστικά και τό επίκεντρο τού προβληματισμού στη μελέτη τού Σ. Τ., μια που από τήν πρώτη στιγμή αυτής τής πράξης τού Καβάφη αναδύεται αυτό που μπορεί να ονομαστεί (και κατά καιρούς πράγματι ονομάστηκε, έστω και χωρίς να ερευνηθούν οι επιπλέον συνέπειές του) «θεματική κατάταξη» :

   Τά ποιήματα σ’ αυτές τίς «θεματικές συλλογές» μπαίνουν σε μία σειρά ανάλογα με αυτό που ο ίδιος ο Καβάφης θεωρεί «θεματική» τους διαφοροποίηση (και που δεν είναι αναγκαστικά η διαφοροποίηση που θα διαλέγαμε εμείς ή που θα θεωρούσαμε εμείς αυτονόητη – και ο Τασσόπουλος τό θέτει αυτό από τήν αρχή, γιατί είναι κεντρικό σημείο τού προβλήματος). Έτσι δημιουργούνται από τόν ίδιο τόν ποιητή οι τρεις θεματικές περιοχές τής ποίησής του που κατά καιρούς πήραν διάφορα ονόματα – ας πούμε φιλοσοφικά, ιστορικά και ερωτικά, και τά οποία ο ίδιος καθοδήγησε μάλλον επίμονα τούς σχολιαστές τού έργου του να τά ονομάσουν «τά τής σκέψεως», «τά ιστορικά», και «τά αισθητικά» : Από τή στιγμή που γίνεται αυτή η – ανεπαίσθητη και ακατανόητη ίσως αρχικά – διαφοροποίηση στην εκδοτική του πρακτική, έχουμε στα χέρια μας μια ένδειξη για τό νόημα και τή δυναμική τής ποίησής του όπως τήν αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Και είναι κρίσιμη η ανάλυση αυτής τής πρακτικής, όχι μόνο για τήν «τυπική» σημασία που θα είχε τό να ξέρουμε τί θεωρούσε ο ίδιος π.χ. ότι ανήκει στα ερωτικά του (κάτι που εικονογραφείται ας πούμε περίφημα από τό ότι τό «Ιωνικόν», που θα μπορούσε κανείς αβίαστα να θεωρήσει ότι ανήκει στα τής σκέψεως ή τά φιλοσοφικά2 , κατατάσσεται από τόν ίδιον ανενδοίαστα και μονίμως στα ερωτικά) αλλά και γιατί αυτές οι μετατοπίσεις και οι ταξινομήσεις μάς δίνουν ακριβώς τό πιο έγκυρο – τό μόνο έγκυρο – κλειδί για να δούμε από μέσα τήν ίδια τήν αντίληψη τού Καβάφη για τό νόημα και τών λέξεων και τών ποιημάτων και τής συνολικής αισθητικής ματιάς και άποψης τού ίδιου – άποψη που, ειρωνικά, και αινιγματικά – όπως τό συνηθίζει – υποβάλλει σε όποιον είναι σε θέση να νιώσει τήν υποβολή, άποψη που μιλάει εντέλει για τήν ίδια τήν ποίηση, και «προστίθεται» στις λέξεις πλέον τής ποίησής του, αποτελεί δηλαδή πια, η θέση στην οποία κατατάσσει τό ποίημα, μέρος τού ποιήματος.

   Τό γεγονός ότι προχωράει αργά αυτή η διαδικασία, δείχνει ακριβώς πόσο επίπονη και νευραλγική ήταν αρχικά η ανακάλυψη – ή η απόφαση – αυτή για τόν ίδιον : Έτσι ενώ οι «χρονολογικές» συλλογές, που θα εκδίδει, εμπλουτίζονται αβίαστα πλέον από κάθε καινούργιο, δημοσιευμένο, ποίημα, η κατασκευή τής κάθε θεματικής συλλογής (που η καθεμία, με τή σειρά της, θα ολοκληρώνει κατά κάποιον τρόπο τήν συνολική εικόνα τού έργου του (για τόν ίδιο) ώς τή στιγμή που τήν παρουσιάζει) προχωράει αργά, σαν τόν κάβουρα, και με βήματα που μάς φαίνονται παράλογα έτσι που γυρίζουνε μπρος και πίσω : Τό «Όλον Σώμα» ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά στο α΄ του μέρος με τήν περιγραφή και ανάλυση αυτού τού διστακτικού βαδίσματος.

   Περιληπτικά εδώ η διαδικασία : Για να φτιάξει τίς θεματικές του συλλογές ο Καβάφης  ξεκινάει με βάση τό τεύχος τού 1910 και σ’ αυτήν τήν ενότητα ποιημάτων προσθέτει ποιήματα που (χρονολογικά) ανήκουν στον έναν χρόνο πιο πριν και στους δύο χρόνους μετά, ή (αργότερα) στον έναν (ακόμα) χρόνο πιο πριν και στους τρεις (τώρα) χρόνους μετά : Είναι εμφανές δηλαδή ότι ευκολότερα εντάσσει, θεματικά, ποιήματα που ανήκουν στο «μέλλον» απ’ ό,τι στο «παρελθόν» τής ποίησής του, πράγμα που υποβάλλει κατά τόν Τασσόπουλο τήν ιδέα πως όσο έγραφε ο Καβάφης βρισκόταν όλο και πιο εύκολα, άνετα και αποφασιστικά, μέσα στο πνεύμα τήν νοοτροπία και τό ήθος ενός έργου, που πλέον τόν κάλυπτε και τόν εξέφραζε με μια γενικότερη έννοια και όχι μόνο σαν μεμονωμένο ποίημα, πράγμα που δεν συνέβη ακριβώς στην αρχή, όταν ακόμα έψαχνε ίσως πάρα πολύ, όχι τόσο τό τί θέλει ακριβώς να πει (αλλά ακόμα κι αυτό), κυρίως όμως τό με ποιον τρόπο ακριβώς θα τό ολοκληρώσει σε ένα όλον, τό οποίο θα αποτελεί ουσιαστικά τήν τρίτη – και τή σημαντικότερη ίσως – μορφή τού έργου του : Τήν χρονολογική και τήν θεματική του διάσταση μαζί, δεμένες αναπόσπαστα.

   Αυτό τό όλον σύμφωνα με τόν Τασσόπουλο είναι η κρυμμένη και απόλυτη έγνοια τελικά τού Καβάφη, και αυτό μάς δείχνει πάνω απ’ όλα η ιδιομορφία αυτή τής εκδοτικής του πρακτικής : Για χάρη αυτού τού όλου θα φτάσει στο σημείο να οργανώσει, να προγραμματίσει, ή και να γράψει ποιήματα, να αλλάξει τίτλους, να αλλάξει ημερομηνίες τίτλων, τοπωνύμια τίτλων, ακόμα και οργανικότερα στοιχεία στο μέσο ενός ποιήματος, στις λέξεις ή τό ήθος ενός ήρωα, για να ταιριάσει τό ποίημα έτσι στην περιοχή ακριβώς που θέλει τελικά να τό τοποθετήσει : Κι όταν κανείς αρχίσει να τό υποψιάζεται, να τό συναισθάνεται και να τό βλέπει αυτό, όταν κανείς παρακολουθήσει αυτό τό όλον δηλαδή να αναδύεται μέσα από τήν εκδοτική πράξη τού Καβάφη, βρίσκεται μπροστά σε μια αλήθεια αν όχι τελείως αναπάντεχη (γιατί ο Καβάφης μάς προειδοποιεί εν σπέρματι για όλα ίσως από τήν αρχή όσο κι αν αυτό γίνεται σχεδόν αδιόρατα) όμως σημαντική, συνταρακτική σχεδόν για τίς αισθητικές της διαστάσεις και συνέπειες :

   Νά λοιπόν ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής ενός αιώνα που θέλησε να χτίσει έναν κόσμο και μάς άφηνε να νομίζουμε ότι περιγράφει τά ήδη χτισμένα. Δεν είναι ίσως τυχαίο, τό ότι, τό ποίημα, που τώρα βλέπουμε ότι μάς προειδοποιεί γι’ αυτό, είναι σαφές ότι δεν τό εξέδωσε ποτέ : Τροφοδότησε όμως, ίσως αυτό, τά πάντα, μένοντας παρ’ όλ’ αυτά τό ίδιο, ειρωνικά, στα ανέκδοτα : Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα πρώιμο ποίημα, και ίσως δεν τού βρήκε ακριβώς (ώς τήν ώρα που θα πέθαινε και όλα θα σταματούσαν αναγκαστικά) τό χρονικό σημείο που θα έπρεπε, μέσα στην θεματική κατάταξη, να τό εντάξει : Ή θεώρησε ότι οφείλει να μείνει, σαν διατύπωση, μόνο δικό του, για να προκύψει μετά αβίαστα, ως διαπίστωση, από εμάς :

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
(…)
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
(…) 3

   Τό τί υψώθηκε στη θέση τών ερειπίων, ανήκει στην αισθητική τής ποίησης τού Καβάφη – μια πλατύτερη, άλλου είδους εργασία (που ο Τασσόπουλος, ώς τή στιγμή που πέθανε, και μολονότι είχε πειστεί (μετά από κάποιες προσπάθειες φίλων σχετικών με τόν χώρο και τό θέμα – τό ζήτημα περιλαμβάνει και διασκεδαστικά ου μην αλλά και διδακτικά (περί εκδοτικής ζωής μας) ανέκδοτα –) ότι τό έργο του δεν θα εκδοθεί ποτέ όσο ζούσε, πίστευε ότι μπορεί να εύρισκε τή δύναμη και τόν χρόνο για να επιχειρήσει αργότερα). Τό πώς όμως χτίστηκε η αισθητική αυτή και επιβεβαιώθηκε για τόν ίδιον τόν Καβάφη και μπήκε σε εφαρμογή σαν σχέδιο πλέον συστηματικά, αυτό είναι που στο «Όλον Σώμα» ο Τασσόπουλος θέλησε να δείξει αναλυτικά (για να μπορέσει νομίζω να καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος, μέσα σ’ όλα τά χρόνια κατά τά οποία συμβίωσε αποκλειστικά με τό βιβλίο αυτό (έχοντας αναστείλει τό γράψιμο μυθιστορημάτων που περιμένανε σε σχεδιάσματα, ως συνέχεια (κυρίως) τού «Ηλιακού Ωρολόγιου» (που εκδόθηκε τό 1988) αν και ολοκλήρωσε στο διάστημα τής συγγραφής τού «Καβάφη» ένα θεατρικό βασισμένο σε μια νουβέλα τού Ντοστογέφσκυ, που κι αυτό είχε σχεδιαστεί απ’ ό,τι θυμάμαι χρόνια νωρίτερα (και έμεινε κι αυτό στα ανέκδοτα)) να καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος τό «Όλον Σώμα» τής ποίησης τού Αλεξανδρινού).

   Είναι, κατά τή γνώμη μου (και όχι μόνο τή δικιά μου : ήδη τό βιβλίο έχει κάνει, στη χειρόγραφη/εκτυπωμένη μορφή του (πέρα από τήν προδημοσίευση τμήματος τής Εισαγωγής στον «Επίλογο 2003»), ένα πρώτο ταξίδι σε καβαφικούς φιλολογικούς χώρους στην Ελλάδα και τό εξωτερικό, και έχει ήδη ασκήσει, σ’ αυτή τή μορφή, ακόμα και μια πρώτη, έχω τήν εντύπωση, σιωπηρή επίδραση) είναι λοιπόν μια καβαφική μελέτη που πιστεύω ότι θα αποτελέσει βασικό και θεμελιώδες βοήθημα για κάθε καβαφική έρευνα στο μέλλον.

   Σχολαστικότερες λεπτομέρειες, τελειώνοντας : τό βιβλίο αποτελείται ουσιαστικά από τρία μέρη :

   τίς Εισαγωγές ( : «από τόν Καβάφη σε ποιον Καβάφη» και «εισαγωγή στο ζήτημα») όπου τίθενται αρχικές και βασικές σκέψεις γύρω από τή ζωή και τόν θάνατο τού Αλεξανδρινού – προσωπικά θεωρώ στο σημείο αυτό λαμπρή τήν ανάλυση τών τάφων που έπρεπε να δει ως παιδί αναγκαστικά ο Καβάφης εξαιτίας τών πρώιμων θανάτων στην οικογένεια, και τή σύνδεσή τους με τούς μετέπειτα «Τάφους» και τά «Επιτύμβια» τής ποίησής του,

   τίς Περιοχές τής Ποίησης ( : «η κατάταξις η σωστή, η κατά θέματα» και άλλα τέτοια κεφάλαια που έχουν ως τίτλους φράσεις τού ίδιου τού Καβάφη αναστοχαζόμενου τή δομή τού υλικού του (κυρίως στη σωζόμενη αλληλογραφία του)) όπου εκτίθεται η μέθοδος τού Καβάφη όπως αποκαλύπτεται κατά τή λεπτομερή και σχολαστική μελέτη τών καβαφικών εκδόσεων και τής καβαφικής πρακτικής που απορρέει από αυτές ( : αυτονόητη συνέχιση (κατά παραδοχή βεβαίως τού ίδιου τού Τασσόπουλου) τών «Καβαφικών Εκδόσεων» τού Γ. Π. Σαββίδη, η οποία συνέχιση δείχνει και τί μπορεί να κάνει η γενναία γονιμότητα στον τομέα ακόμα και ενός φαινομενικά σκληρού σχολαστικισμού) έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε να αναδύεται σταδιακά η μορφή τό σχήμα και τό νόημα μιας συνολικής καβαφικής ποιητικής ιστορικής σύνθεσης, και

   τά Σχόλια ( : «σχόλια σε δύο αιώνες»), που είναι και τό πιο ξεκούραστο ίσως αναγνωστικά μέρος τού βιβλίου : Μέσα από τόν σχολιασμό (εξαντλητικόν, έχω τήν εντύπωση, αν και δεν είναι εκεί τό πρόβλημα) τών ιστορικών γεγονότων που αφορούν τό κάθε ποίημα, δεν εξηγείται μόνο η θέση τού κάθε ποιήματος (όπως τό τοποθετεί δηλαδή ο Καβάφης στην θεματική του έκδοση τών ποιημάτων) δεν καταδεικνύεται μόνο ότι αυτή η θέση είναι ακριβώς η χρονολογική συνέχεια τής ιστορικής στιγμής τού προηγούμενου, και η προετοιμασία για τήν ιστορική στιγμή τού επόμενου, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, και αφάνταστα ίσως πιο γοητευτικό : Μέσα από τήν διερεύνηση όλων τών παραμέτρων, συμβόλων, προσώπων, γεγονότων και προσωπικών στιγμών που διασχίζουν τήν υπόθεση τού κάθε «ιστορικού» ποιήματος τού Καβάφη, αναδεικνύεται πολλές φορές με χιούμορ και ειρωνεία όχι μόνο μια πλευρά τής ιστορίας μας εξαιρετικά γοητευτική και άγνωστη στο πλατύ κοινό (ας όψεται η επίσημη παιδεία μας) μια ιστορία τών ιστοριών, τών χειρογράφων τών μελετών και τών προτύπων, τά οποία είχε στη διάθεσή του ο Καβάφης ως πρώτο υλικό (πολλές φορές ειρωνικά συντομεύοντας ή σκληρά συμπυκνώνοντας τούς αρχαίους συγγραφείς), αλλά αναδεικνύεται επίσης αυτόνομα και η κρυμμένη ιστορία τών ίδιων αυτών «πηγών» με τίς αντιφάσεις, τίς αδυναμίες, τίς συμβατικότητες, τίς ποιητικές της άδειες, και τή γοητεία της. Τέλος τά σχόλια λειτουργούνε και σ’ ένα τρίτο επίπεδο σαν αυτόνομο ιστορικό ανάγνωσμα όπου, με αφορμή τά ποιήματα τού Καβάφη, μπορεί να ζήσει κανείς κομμάτια τής ιστορίας μας σχεδόν ξεχασμένα, παραμελημένα ή λογοκριμένα, όπως οι λεπτομέρειες τών τσακωμών τών διαδόχων τού Μ. Αλεξάνδρου, οι αλλεπάλληλες οικογενειακές περιπέτειες επιμειξίες και αιμομειξίες τών Πτολεμαίων, ώς τήν αστραπιαία κατά διαστήματα ανάδυση μιας εκτυφλωτικά (και καβαφικά) γοητευτικής και άγνωστης ζωής και δράσης ενός ήρωα, που μάς σκλαβώνει μ’ αυτήν τήν μυρωδιά προυστικής καθημερινότητας που αναδίνει.

   Στο όλο έργο διαχέεται τελικά μια ευεργετική αυθεντικότητα σύλληψης και μορφής και, να μού επιτραπεί επίσης να πω, και ήθους, γιατί η επιστημονική του λιτότητα και αυστηρότητα συμβαδίζουν με μια ελλειπτικότητα και μια οικονομία ποιητικών καθαρά καταβολών, πράγμα που κάνει τό «Όλον Σώμα» να γοητεύει και σαν κείμενο πέρα από τήν ειδική φιλολογική του αξία τήν οποία υπογείως υποβοηθά και ενισχύει τό γεγονός πως ο Σ. Τ., με τήν απόλυτη αυστηρότητα που τόν χαρακτήριζε σε όλα του τά επαγγελματικά, δεν επικαλέστηκε ποτέ τό δικό του ποιητικό παρελθόν στην ενασχόλησή του με τόν Καβάφη.

   Πιστεύω πως (όταν εάν και όποτε πλέον, μετά θάνατον, εκδοθεί (πικρή μοίρα πολλών συγγραφέων στη χώρα μας να ξέρουν ότι μια τέτοια πρόταση ίσως ειπωθεί κάποτε και για κείνους)) θα αποδειχθεί ένα βιβλίο συντροφικό για όσους αγαπούν τόν Καβάφη, αλλά και ένα βιβλίο εργαλείο χρήσιμο στους ειδικούς, για τούς οποίους μπορεί να λειτουργήσει σαν αρχή και ξεκίνημα προς άλλες μελέτες στο μέλλον όπως (με ανοίκεια για τήν ελληνική πραγματικότητα μετριοπάθεια) ισχυρίζεται ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του :

   Τό βιβλίο αυτό, (που δεν κατέχει καμιά εξ ύψους αλήθεια για τόν Καβάφη αλλά θέλει να συμβάλλει, αν όχι στην αναζήτηση και ανεύρεσή της, στην καλύτερη κατανόηση τού ποια μπορεί να είναι η αλήθεια αυτή) (…) αποτελεί μέρος τής εργασίας που χρειάζεται να προηγηθεί για να γίνει μια συνολική μελέτη για τόν Καβάφη και τό έργο του. Έτσι, θα πρέπει να ιδωθεί σαν ένα μέρος από τετράδια εργασίας που είναι χρήσιμα για τή δουλειά που θέλω να κάνω, χρήσιμα και για τή δουλειά όποιου άλλου. Παρά τήν έκτασή του και παρότι είναι γραμμένο με τρόπο συχνά ελλειπτικό, έφτασε να καλύψει σε κάποιο βαθμό μόνο τήν ιστορική περιοχή τών ποιημάτων και να σχολιάσει ένα μικρό μέρος μόνο από τά ποιήματα αυτά. (…) η εργασία αυτή δεν μπορεί παρά να γίνεται παράλληλα με άλλες σχετικές με τό έργο τού Καβάφη, τμήματα μιας συνολικής και ανέφικτης ίσως μελέτης, και παράλληλα με τήν προσπάθεια να γνωρίσω τό έργο του. Πάντως τά όποια κενά στη γνώση (σχεδόν όλων τών αδημοσίευτων ώς τώρα) στοιχείων για τόν Καβάφη, και τής βιβλιογραφίας του, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εκπλήξεις, που δεν θα ήταν στο κάτω κάτω δυσάρεστες, αφού θα συνεισέφεραν στην πληρέστερη αντιμετώπιση  τού ζητήματος που επιχειρώ να διερευνήσω, επειδή αυτό ενδιαφέρει και όχι η διεκδίκηση κάποιας πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας ή μοναδικότητας. Μια τέτοια εργασία δεν πραγματοποιείται με λυρικές εξάρσεις, ούτε γίνεται για να μιλήσεις για τό έργο σου ή για τόν εαυτό σου. Ας μην ξεχνάμε όταν ασχολούμαστε με τόν Καβάφη ότι η μοναδικότητα και η πρωτοτυπία και η πρωτοπορία ανήκουν σ’ αυτόν αποκλειστικά.
   (…)
   θα  επιχειρήσω να διερευνήσω τά σχετικά με τήν κατάταξη τών ποιημάτων τού Καβάφη σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες και θα προσπαθήσω να τά ταξινομήσω, να τά τοποθετήσω δηλαδή στη θεματική τους αλληλουχία, όπου τά ποιήματα πέρα από τή λειτουργία τους ως αυτόνομων ποιητικών μονάδων αποκτούν και άλλες διαστάσεις ή μάλλον, σωστότερα, όπου αποκαλύπτονται και άλλες διαστάσεις τους όταν τά παρακολουθήσει κανείς με μια σειρά παραπλήσια με τή σειρά που ο Καβάφης ήθελε να έχουν. Αυτή τή βούλησή του επιχειρώ να εντοπίσω, να ανιχνεύσω και να πλησιάσω, έχοντας γνώση και συναίσθηση για τό ότι είναι ανέφικτο να τό πετύχω αυτό. Μού αρκεί να μην απομακρυνθώ από τόν δρόμο που δείχνει ο ίδιος και να δοθεί ίσως σε άλλους αφορμή να προχωρήσουν περισσότερο.
   (…)

    Και καθώς τώρα ο χρόνος (τής έρευνας και τής μελέτης, αλλά και τής ζωής εν γένει) τού Στέφανου Τασσόπουλου δεν θα προχωρήσει άλλο, μπορώ νομίζω να προσθέσω και όχι μόνο για λόγους συναισθηματικούς, τελειώνοντας τήν ελάχιστη αυτή αναφορά μου στο έργο του, και τήν τελευταία παράγραφο τού όλου βιβλίου :

   Η εργασία βρίσκεται στην αρχή της ακόμη όμως ώς εδώ που έφτασε έχουν τεθεί οι βασικοί της παράμετροι, αυτές που είναι αναγκαίες για να προχωρήσει – όχι απαραίτητα από μένα. Η απουσία συστήματος και μεθόδου, που μπορεί να φανεί ότι υπάρχει σ’ αυτήν, οφείλεται περισσότερο στην προσπάθεια για τόν σχηματισμό κάποιας μεθόδου. Με τήν έκταση που παίρνει και τίς απαιτήσεις που δημιουργεί αρχίζει ίσως να ξεπερνάει τίς δυνατότητες ενός ανθρώπου, τουλάχιστον τίς δικές μου. Πάντως είμαι σε θέση να τήν συνεχίσω για πολύ, και για τίς δύο πρώτες περιοχές με αρκετή βεβαιότητα.

.

.

.

1  «Επιθυμίες» : Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν / και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό, / με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά – / έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν / χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά / τής ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

2 «Ιωνικόν» : Γιατί τά σπάσαμε τ’ αγάλματά των, / γιατί τούς διώξαμεν απ’ τούς ναούς των, / διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί. / Ω γη τής Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, / σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη. / Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο / τήν ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ τήν ζωή των· / και κάποτ’ αιθερία εφηβική μορφή, / αόριστη, με διάβα γρήγορο, / επάνω από τούς λόφους σου περνά.

3 «Δυνάμωσις» : Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει / να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή. / Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει, / αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει / και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη / και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει. / Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί. / Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι· / τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί. / Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

 

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78 δεκέμβριος 2013

.

                                

.

.

.

 

 

Νοέμβριος 27, 2013

υποκριτική

.

 

 

   η υποκριτική είναι μια δύσκολη τέχνη, και δεν αρκεί τό ταλέντο – άλλωστε σε καμία τέχνη δεν αρκεί τό ταλέντο, και κατά τή γνώμη μου η ίδια η λέξη ταλέντο είναι απολύτως ασαφής – όσο σαφής και εκθαμβωτική είναι η εγκυρότητά της όταν τήν ανακαλύπτουμε έκθαμβοι στους πραγματικούς καλλιτέχνες. Αλλά και πάλι, καταλαβαίνουμε τήν ανεπάρκεια (ή και τή γελοιότητα ακόμα) τής λέξης όταν θελήσουμε να πούμε ότι ο βανγκόγκ είχε για παράδειγμα ταλέντο ζωγράφου, ή ο μπετόβεν ταλέντο μουσικού : κι ο πιο αδαής από μάς, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν λέμε καλά τότε (όπως με τόν ίδιο τρόπο γελοία ανεπαρκής μάς φαίνεται και η έννοια τής ευφυίας – αν θελήσουμε ν’ αποδόσουμε ας πούμε εξυπνάδα στον ηράκλειτο με τόν ίδιο τρόπο που μιλάμε ας πούμε για τήν ευφυία τού αϊνστάϊν)

   η διαφορά όμως τής υποκριτικής από τίς άλλες τέχνες βρίσκεται στη φοβερή ανασφάλεια τών φορέων της (σε σχέση με τούς άλλους εκτελεστές όπως είναι ας πούμε οι βιρτουόζοι κάποιου μουσικού όργανου) – πέρα από τό γεγονός ότι μέχρι πρότινος δεν μπορούσε να διαιωνιστεί κιόλας – και (όσο υπήρχε μόνο θέατρο) πέθαινε μέσα στην ίδια μέρα : ζούσε δηλαδή μόνο κατά τή διάρκεια μιας παράστασης και ύστερα πια – θα ζούσε ελάχιστα στη μνήμη όσων είχαν πάει και ήτανε εκεί – υποχείριο και θύμα στις παραξενιές που έχει η μνήμη τού καθενός – και φυσικά μόνο για όσο (θα) ζούσε ο καθένας. Μετά, ακόμα κι αν κάποιος άφηνε γραπτές τίς αναμνήσεις του (και έτσι μάς διασώζονται οι θρύλοι για τήν ελεωνόρα ντούζε ή τή σάρα μπερνάρ ή τήν τζουντίτα πάστα (τήν αγαπημένη τού σταντάλ) ή τήν μαλιμπράν (τήν αγαπημένη τής κάλλας) ή ακόμα και για κάποιους ηθοποιούς τής αρχαίας αθήνας (είχα διαβάσει κάποτε ένα βιβλίο αλλά δεν θυμάμαι τίτλο), ή ακόμα και για τό βιρτουόζικο παίξιμο στο πιάνο τού μότσαρτ, ή στο όργανο τού μπαχ (που έπαιζε τόσο δυνατά ώστε χάλαγε τα όργανα και τού βάζαν πρόστιμο οι εκκλησίες) ή τού μπετόβεν (που έπαιζε επίσης άγρια και χεβιμεταλάδικα και έσπαγε τίς χορδές στα πιάνα του), ή τού σοπέν και τού λιστ τίς λεπτεπίλεπτες δεξιοτεχνίες, ή ακόμα και τόν μοναδικό τρόπο που έπαιζε τό βιολί ο σκαλκώτας (και που όπως λένε, μάλλον έχοντας ακούσει μικρός τόν ήχο τού δημοτικού βιολιού από τούς λαϊκούς οργανοπαίχτες που είχε η οικογένεια τού πατέρα του, έβγαζε στο βερολίνο κάτι ήχους από τό βιολί του που άφηναν τούς ντόπιους άναυδους) (οι δικοί μας ντόπιοι δεν μείναν και πολύ άναυδοι πάντως : τελευταίο βιολί τόν βάλαν να παίζει στην εν αθήναις περιφανή ορχήστρα όταν γύρισε από τό βερολίνο στην ελλάδα – αρνούμενος τήν εκεί καριέρα του μετά τήν άνοδο εκεί τών ναζί ( : βλέπουμε δηλαδή ότι ο σκαλκώτας δεν ήταν καλός υποκριτής – δεν τού πηγαίναν εκεινού βολέματα τού τύπου «εγώ άλλα πιστεύω από μέσα μου, αλλά τώρα βλέπεις έχουμε να κάνουμε και με τήν καριέρα μας» – όλα αυτά δηλαδή που λένε πολλοί καλοί υποκριτές σήμερα, και που θεωρούνται και αυτονόητα)). Αλλά για τίς υποκρισίες εκτός σκηνής θα τά ξαναπούμε αργότερα*

   τήν ίδια μοίρα είχαν πάντως, πριν τήν τεχνολογία (πριν τά αυτονόητα για μάς σήμερα και εν πολλοίς ξεπερασμένα γραμμόφωνα μαγνητόφωνα πικάπ και σιντιά και βίντεα και σινεμά) όλοι επίσης οι άλλοι εκτελεστές που η μοίρα τους ανά τούς αιώνες ήταν να ζούνε σαν τίς πεταλούδες για δυο ώρες μόνο κάθε φορά, και όχι μόνο οι ηθοποιοί : Όμως η τέχνη τού ηθοποιού έχει τήν πιο συγκινητική θνητότητα νομίζω, γιατί για να ολοκληρωθεί απαιτεί μια ανήλεη εξάσκηση όχι σε ένα μέρος μόνο τού σώματος, αλλά στο όλον του, και μιλώντας για «όλον» κυριολεκτούμε εδώ : συμπεριλαμβάνονται δηλαδή μύες νεύρα μυαλό η ψυχολογία του ολόκληρη, τό σύνολο τής ζωής του, η θέληση οι νευρώσεις ο σύμπας ερωτισμός και οι φοβίες του, οι απωθήσεις και οι αποφάσεις του : με όλ’ αυτά δουλεύει ο ηθοποιός : και αυτό τό σύνολο λέγεται εν συντομία «εαυτός», και είναι τό δικό του μοναδικό εύθραυστο θνητό και ευάλωτο όργανο

   όμως ούτε αυτό δεν φτάνει : δεν αρκεί η ευαισθησία («τό ταλέντο») να (μπορεί να) τά επιστρατεύει όλα αυτά μαζί : χρειάζεται και μια επιπλέον διανοητική ικανότητα, να μπορεί να κρίνει συνεχώς τήν απόδοσή του σαν να κάθεται συγχρόνως και στην πλατεία – αλλά και μια (ασκητικής εντελώς υφής) δυνατότητα αυτοπειθαρχίας, να μπορεί να περιορίζει τίς ίδιες του τίς ευκολίες. Αυτά τά δύο τελευταία είναι όμως χαρακτηριστικά που τά έχουνε βέβαια και οι άλλες τέχνες – θα ’χετε δει ίσως ζωγράφους να απομακρύνονται από τό έργο τους κάθε λίγο τήν ώρα που δουλεύουν και να τό κοιτάν από μακριά, ή θα έχετε ακούσει για τόν ρόλο που παίζει ο «χρόνος ψύξης» στο έργο ενός συγγραφέα, ο οποίος αφήνει τό γραπτό του για ένα διάστημα πριν τό ξαναδεί για να τό διορθώσει – κι ένας απ’ τούς λόγους που εκδίδονται προχειρότητες είναι γιατί, πέρα από τό ότι ο συγγραφέας βιάζεται να εκδόσει τό πόνημα για να αποκτήσει δόξα και λεφτά, είναι και ο εκδότης που τόν πιέζει να βγάλει γρήγορα τό αριστούργημα που θα τού φέρει κι εκεινού λεφτά (αν όχι και δόξα). Βέβαια οι εκδότες απ’ τή μεριά τους πάντα πιέζανε, αλλά οι ντοστογιέφσκηδες που έχοντας πέσει έξω στις ημερομηνίες τό παίρναν τό έργο τελειωμένο, και τό πετάγαν στο τζάκι τήν τελευταία μέρα, για να τό ξαναγράψουν από τήν αρχή δεν είναι και καθημερινό φαινόμενο στους πολιτισμούς μας : πάντως έτσι έχουμε έναν «Ηλίθιο». Αλλά και η δύναμη να μην αφήνεις τίς ευκολίες σου να σέ παρασέρνουν είναι επίσης γενικό γνώρισμα τού (καλού) τεχνίτη. Η ιδιομορφία τού ηθοποιού όμως είναι άλλη : τά κάνει όλ’ αυτά ενώπιον τού κοινού – κι αν γίνει ένα λάθος, δεν διορθώνεται πια κείνη τήν ώρα. Άρα η σημασία τής προεργασίας και τής εξάσκησης στον ηθοποιό έχει μια άλλη, πολύ πιο «επείγουσα» και τραγική σχεδόν έννοια. Η δημιουργία του βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα, μπροστά στα μάτια μας : η έννοια τής σχοινοβασίας ολοκληρώνεται περισσότερο μάλιστα θα έλεγα στον ηθοποιό παρά στον ακροβάτη, γιατί στον ηθοποιό αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο απ` ό,τι τό απλό σώμα που κινδυνεύει να πέσει – σε δίχτυ μάλιστα κιόλας στο τσίρκο συνήθως

   μια δασκάλα μου στα αγγλικά μού είχε γράψει όταν ήμουν μικρή, για να τό θυμάμαι, the talent does what it can, the genius what it must. Τό μίσησα από τήν πρώτη στιγμή που τό είδα γραμμένο, γιατί μού μύρισε ασκητισμό και μια πουριτανική αίσθηση καθήκοντος. Ίσως όμως αυτή η κουβέντα (νομίζω ότι είναι καποιανού διάσημου, τή βρήκα να θεωρείται γνωστή κάπου αργότερα) ίσως να ’χει και μια βάση, όσο μπορώ να καταλάβω δηλαδή σήμερα με τά δικά μου, περιορισμένα απ’ τίς μονομανίες μου και τίς αδυναμίες μου, μέσα, ίσως και να ’χει τήν έννοια δηλαδή ότι, από ένα σημείο και πέρα, πρέπει να κάνεις αυτό που θέλεις. Τό «πρέπει» δηλαδή εδώ μού φαίνεται ότι σημαίνει «επιθυμώ διακαώς»

.

.

   αλλά ξέφυγα από τήν υποκριτική. Πάντως και τό γράψιμο, μια υποκριτική είναι κι αυτό. Ένας έλληνας συγγραφέας (ο άγγελος τερζάκης, που δεν τόν θεωρώ και καθόλου σπουδαίο, μεταξύ μας) έχει κάπου καταγράψει τή συζήτηση που είχε με μια νεαρή σπουδάστρια στη δραματική σχολή τού εθνικού : τού είπε η κοπέλα λοιπόν κάτι σαν «εσείς, κύριε, είσαστε τυχερός γιατί γράφετε ό,τι θέλετε, ενώ εμείς πρέπει να μαθαίνουμε απέξω και να λέμε πάντα μόνο αυτά που ’χει γράψει ένας άλλος» και μού έκανε εντύπωση που τής απάντησε (στο περίπου) : «κάνεις λάθος, καθόλου δεν κάνουμε ό,τι θέλουμε. Πρέπει να προσαρμοστούμε στους ήρωές μας, κάνουμε μια κατάδυση για να τούς βρούμε ποιοί είναι πραγματικά, και  πρέπει να μπούμε στο πετσί τους, ο συγγραφέας ένα είδος ηθοποιός είναι δηλαδή κι αυτός – στο μεγαλύτερο μέρος τής δουλειάς». Ωραία απάντηση, έτσι μού φαινότανε και μένα ότι είναι τά πράγματα – στο μεγαλύτερο μέρος τής δουλειάς

   πάντως αυτό είναι άλλη συζήτηση, πάλι ξεφεύγω απ’ τό θέμα. Τό πιο κρίσιμο ζητούμενο λοιπόν στην τέχνη τού υποκριτή είναι αυτό, τό τελικό (πέρα από τήν εξάσκηση, και τήν κατάδυση, και τό ταλέντο) : τό ότι πρέπει να πατάει πάντοτε με τά δυο του πόδια ανοιχτά σαν σε διάσταση, στηρίζοντας σε άλλο πάτωμα τό καθένα : Μπορεί να μην είναι περίεργο που αυτό διατυπώθηκε για πρώτη φορά, εμπεριστατωμένα (απ’ ό,τι ξέρουμε τουλάχιστον) τήν εποχή τού διαφωτισμού : «τό παράδοξο» τού ντιντερό [ έγινε γνωστό στην ελλάδα από τό περιοδικό «θέατρο» τού κώστα νίτσου, ένα εξαιρετικό έντυπο, απ’ αυτά που δεν υπάρχουνε εύκολα δηλαδή σε καμιά χώρα – έβγαινε τή δεκαετία τού ’60 – έκλεισε με τή χούντα, μετά συνέχισε (ξαναβγήκε πρώτο τεύχος στη μεταπολίτευση με μια κόκκινη γκιλοτίνα στο εξώφυλλο) τώρα πια βρίσκεται μόνο στα παλαιοπωλεία : η ιδιομορφία τού περιοδικού αυτού δεν ήταν μόνο η απόλυτή του αφοσίωση στο θέμα του, αλλά και η φοβερά προσεγμένη και αξιοπρεπής του εμφάνιση, τυπογραφική και άλλη : τέτοια έντυπα δεν ανήκανε σε καμία περίπτωση σε μια τριτοκοσμική χώρα όπως η ελλάδα τότε] [αργότερα βρέθηκα να δουλεύω για ένα φεγγάρι σα διορθώτρια στο τυπογραφείο που είχε βγάλει τό «θέατρο», και ήταν μια από τίς μεγάλες μου κουτρουβαλιαστές απογοητέψεις τό ενγένει ήθος τού μαγαζιού και οι εργασιακές συνθήκες με τίς οποίες βγαίναν – στις πλάτες ειλώτων στους οποίους πλέον ανήκα κι εγώ ως ενήλιξ βιοποριζόμενη – τά «άψογα τυπογραφικά» – άλλο θέμα όμως αυτό] «τό παράδοξο τού ηθοποιού» λοιπόν τού ντιντερό ξεσήκωσε και εδώ συζητήσεις για πολύ καιρό όταν πρωτομεταφράστηκε για τό «θέατρο», εκεί γύρω στο ’65. Ο εξαιρετικός αυτός γάλλος καθώς μέσα από τήν συγγραφή τής «εγκυκλοπαίδειας» είχε αναγκάσει τόν εαυτό του να ασχοληθεί με τά πάντα σχεδόν, είδε πολύ καθαρά, με εξαιρετικά μοντέρνο μάτι κιόλας θα λέγαμε για τήν εποχή του (τέτοιες αρλούμπες λέμε νομίζοντας ότι η εποχή μας είναι σπουδαιότερη δήθεν από τίς άλλες), τό παράδοξα δισυπόστατο τής υποκριτικής πράξης : οφείλεις να είσαι αυθόρμητος και φυσικός, και συγχρόνως συγκρατημένος και εγκεφαλικός : οφείλεις να είσαι αφημένος, έρμαιο στα συναισθήματα που νιώθει ο ήρωάς σου (η ηρωίδα σου) και ταυτόχρονα να παρακολουθείς τόν εαυτό σου ψυχρά, έχοντας τόν απόλυτο έλεγχο αυτού που εμφανίζεται ως αυθόρμητο

   εγώ πάντως δύο φορές μόνο έχω πέσει πάνω σε αξιομνημόνευτες μαρτυρίες από (αξιομνημόνευτους) ανθρώπους τής δουλειάς γι’ αυτό τό θέμα : η μία ήταν γραφτή, τού απόμακρου αγγλοσάξονα λώρενς ολίβιε, μια συνέντευξη για τήν πρώτη φορά που απόκτησε τήν αδυναμία να έχει τρακ – ήταν μια αδυναμία, λέει, που τού έλειπε – και τό πώς, εκείνη τή μέρα παρακολούθησε σχεδόν σαν μέσα σ’ όνειρο, τόν εαυτό του να παίζει καλύτερα από κάθε άλλη φορά : στον απόλυτο έλεγχο δηλαδή και στην ελεγχόμενη εγκεφαλική διεργασία προστέθηκε (έτσι τό κατάλαβα εγώ) μια άναρχη συναισθηματική εμπλοκή που έκανε τήν υποκριτική του τόσο σφαιρική ώστε να γίνει άψογη. Η δεύτερη προέρχεται από συνέντευξη που έδωσαν ο βισκόντι με τήν κάλλας – μεσογειακοί αμφότεροι –, και αποτελεί κι ένα κλειδί για τήν σημαντική συνεισφορά τού ιταλού σκηνοθέτη στην ερμηνευτική ιδιοφυία τής ελληνίδας μουσικού (η ίδια τήν τόνισε αυτήν τήν συνεισφορά, δίνοντας ακριβώς αυτό τό παράδειγμα : ) Επρόκειτο για τό ανέβασμα τής υπνοβάτισσας τού μπελίνι, ο βισκόντι με τήν τελειομανία του είχε τόν απόλυτο έλεγχο τών πάντων, ακόμα και τών κουστουμιών, και τόν ρωτάει λοιπόν η κάλλας : – Μαέστρο, πώς μπορεί να φοράει η υπνοβάτισσα τόσα κοσμήματα, αφού είναι μια φτωχή χωριατοπούλα ; Η απάντηση από τόν βισκόντι : – Μαρία δεν είσαι μια χωριατοπούλα, είσαι η Κάλλας που παίζει τήν χωριατοπούλα.

(έψαξα αρκετά αλλά δυστυχώς δεν βρήκα στο γιουτούμπ τή συνέντευξη. Αντ’ αυτής, αυτή εδώ, και εδώ)

.

.

   επιβεβαιώνουν λοιπόν οι (πολύ) μεγάλοι άνθρωποι τής δουλειάς : ούτε ο απόλυτος έλεγχος, ούτε η απόλυτη ενσωμάτωση στον νατουραλισμό τής ψυχολογίας αποδίδει : αυτό τό «αντιρεαλιστικό» παράδοξο οδηγεί σ’ έναν εξπρεσιονισμό που είναι εκ τών ων ουκ άνευ για κάθε τέχνη – πιστεύω εγώ – : ακόμα και η κινηματογραφική υποκριτική, που υποτίθεται ότι είναι χαμηλόφωνη και ρεαλιστική, στον ίδιο εξπρεσιονισμό καταβάθος υποκύπτει : δηλώνεις ότι ερμηνεύεις, τήν ίδια τήν ώρα που προσπαθείς να ερμηνεύσεις χωρίς να δηλώνεις τίποτα. Και όσο καλύτερος είναι ο ηθοποιός, τόσο πιο πολύ ταλαντεύεται πάνω σ’ αυτό τό τεντωμένο σκοινί : η φυσικότητα ως επίδειξη τής φυσικότητας, η φύση μέσα στο πλαίσιο τής κορνίζας. Εξαυτού και πλήττουμε με τούς κακούς ηθοποιούς που επειδή δεν ξέρουν να παίξουν μιλάνε μονότονα νομίζοντας ότι έτσι πλασάρουν «σύγχρονη» υποκριτική : τό μεγάλο μάθημα εδώ τό δίνει ακριβώς ο μάρλον μπράντο : η υποκριτική του ήταν τόσο εξοργιστικής φυσικότητας και συγχρόνως τήν έλεγχε τόσο απόλυτα που είχε σηκώσει πολλά ανέκδοτα : μια καλή του συνάδελφος η maureen stapleton μια φορά διηγήθηκε : Παίζαμε μαζί και μού είχε σπάσει τά νεύρα. Εγώ έλεγα τήν ατάκα μου, κι αυτός για ν’ απαντήσει έκανε μια ώρα. Σ’ ένα διάλειμμα τού λέω – Άκου να δεις Μάρλον, εσύ μπορεί να είσαι ιδιοφυής ηθοποιός αλλά εγώ είμαι ηθοποιός σκέτη. Τί θες να κάνω όση ώρα περιμένω να απαντήσεις, να πλύνω τά πιάτα ν’ αρχίσω να πλέκω ή να γράψω κάνα βιβλίο ; Τήν επόμενη φορά δεν προλάβαινα να ρωτήσω και τσακ μού πέταγε τήν ατάκα. Μού εκσφενδόνιζε τίς απαντήσεις του στα μούτρα ιλιγγιωδώς, τή μία μετά τήν άλλη μπαμ–μπαμ–μπαμ

   τό ανέκδοτο αυτό απλώς δηλοί ότι ο μπράντο, ως ιδιοφυής πραγματικά ηθοποιός, αδυνατούσε να βρεθεί μέσα στα όρια τού φυσιολογικού, και μόνο μέσα από τήν υπερβολή έβγαζε αυτό που θεωρούνταν η εξοργιστική του φυσικότητα

   η ακραία πάντως έκφανση κακής υποκριτικής βρίσκεται στη χώρα μας όταν πάμε στην ανάγνωση τής λογοτεχνίας : γιατί δεν υπάρχει δυστυχώς πιο αποτυχημένη ανάγνωση από αυτήν που προσπαθεί να αποδώσει φυσικότητα στον γραπτό λόγο : και δυστυχώς αυτό είναι τό μόνο είδος ανάγνωσης που φαίνεται να γνωρίζουνε οι ηθοποιοί, αλλά και οι ίδιοι οι γράφοντες κατά κανόνα εδώ (στις ευρωπαϊκές γλώσσες που μπορώ να παρακολουθήσω, τόσο οι άνθρωποι τού θεάτρου όσο και οι ίδιοι οι συγγραφείς διαβάζουνε κατά μέσον όρο καλύτερα τή δουλειά τους : παρακολουθώντας δηλαδή τούς ρυθμούς τού κειμένου και ισορροπώντας τους όσο πιο δημιουργικά μπορούν με τό νόημα) : στο σημείο αυτό όμως είναι μεγάλη η ευθύνη τής εκπαίδευσης και τής εξάσκησης η οποία και δεν παρέχεται στη χώρα αυτή : και θα χρειαζόταν να γράψω πάρα πολλά για να εξηγήσω ότι καθώς η ανάγνωση είναι ένας επιπλέον τρόπος ερμηνείας, αυτή η ερμηνεία προαπαιτεί μια καλλιέργεια (ή και τήν απλή έστω γνώση) κάποιας θεωρίας – ως προς τό τί δηλαδή ακριβώς κάνει η γραπτή τέχνη : τό ότι ο στόμφος π. χ. δεν είναι τό ζητούμενο στο γράψιμο και συνεπώς δεν μπορεί να είναι ούτε και στην ανάγνωση : τό ότι ο γραπτός λόγος επίσης βρίσκεται σε διάσταση (ακόμα και στις πιο «ρεαλιστικές» του μορφές) (όπως άλλωστε και η ζωγραφική και η μουσική και ο χορός) σε απόλυτη διάσταση από τήν «απλή» (και τί θα πει αυτή η λέξη ποτέ δεν κατάλαβα) αναπαραγωγή τής πραγματικότητας

   ως προς τόν στόμφο τής ανάγνωσης όμως που, με περίεργο τρόπο, συνοδεύει και τήν δήθεν φυσικότητα και τήν ξεχειλιστική συγκίνηση, η πανωλεθρία και τό βατερλώ κάθε ηθοποιού στη χώρα αυτή είναι ειδικά η ποίηση : και θα ’τανε για γέλια αν δεν ήτανε για κλάματα ο τρόπος που προσπαθούν οι άνθρωποι να διαβάσουνε «με νατουραλισμό» τόν καρυωτάκη ή τόν καβάφη ας πούμε, αποδίδοντας μάλιστα και με φυσικότητα θεατρική τούς δήθεν «διαλόγους». Πρόκειται για μια βαθειά έλλειψη όμως και πάλι γενικής παιδείας που κάνει τά παιδιά καταρχάς να βγαίνουν από τό σχολείο και να μην ξέρουν να σού πουν τί είναι ακριβώς κατά τή γνώμη τους ένα ποίημα : οι περισσότεροι νομίζουν ότι αυτό που διακρίνει τό ποίημα από τόν πεζό λόγο είναι η συγκίνηση να ξεχειλίζει, τό συναίσθημα να σέ πνίγει, και να έχει και μικρότερες αράδες όταν τό βλέπουν γραμμένο. Εξαυτού ακριβώς δηλαδή είναι αδύνατο να παρακολουθήσουνε τίς περιπέτειες τού ρυθμού, και προσπαθούν να βρουν σώνει και καλά τίς περιπέτειες τής υπόθεσης

   τό ακόμα πιο δύσκολο όμως για έναν ηθοποιό είναι η ομιλία στη μέση τού τραγουδιού : ή ολόκληρο τό τραγούδι που μιλιέται αντί να τραγουδιέται : σ’ αυτήν τήν περίπτωση ο ερμηνευτής όχι μόνο (πρέπει να) κάνει μια διαρκή τραμπάλα ανάμεσα στο νόημα τών λέξεων και τόν ρυθμό τους, αλλά πρέπει να επιδίδεται και σε μια ψυχρή ψυχική σχοινοβασία για να μην χαθεί ο γενικός ρυθμός τού νοήματος μέσα στον εξωτερικό ρυθμό τής μουσικής που θα σκεπάσει κάποια στιγμή τά πάντα

   και νά λοιπόν ένα παράδειγμα : προσέξτε τί γλυκανάλατο τραγούδι καταδέχτηκε κάποτε τό θηρίο ο orson welles να τραγουδήσει : εμένα μού φαίνεται πρόχειρη η άποψη ότι είχε ανάγκη από λεφτά (έτσι έκανε σίγουρα πάντως κάτι πολύ εύκολες ταινίες) διότι προσωπικά στην περίπτωση αυτή εγώ πιστεύω πως διασκέδασε πολύ με τήν ιδέα ότι θα έπαιζε στα δάχτυλα τή συγκίνηση που θα μπορούσε να δημιουργεί κατά διαστήματα, καθώς θα υιοθετούσε σε κάποιες λέξεις μια υποκριτική εξόχως κλισαρισμένη και εμπορική ενώ θα διατηρούσε ώς τήν τελευταία τελεία τού κειμένου τή δυνατότητα να μεταπλάθει τό άρλεκιν σε σαιξπηρικό μονόλογο

   αγνοείστε λοιπόν παρακαλώ τίς μουσικούλες και τά χορωδιακά και απολαύστε τό μεγαθήριο στον τρόπο που (μάς) παίζει :

.

.

   υποσχέθηκα όμως, με αφορμή τόν σκαλκώτα, να πούμε μερικά και για τό ήθος (και τίς περιπέτειες) τών εκτός σκηνής υποκριτών :

   η όλη κατάσταση πρέπει να πει λοιπόν κανείς ότι αντιστρέφεται, με παράδοξο αλλά και φαντασμαγορικό τρόπο, όταν από τή σκηνή κατεβούμε στην πλατεία : διότι εκεί τό ζήτημα τού ταλέντου εκδηλώνεται με μια ενδιαφέρουσα υποστροφή και έξαρση αλλά – και αυτό εγώ τουλάχιστον τό θεωρώ αδικία – δεν εισπράττει κανένα χειροκρότημα. Ίσως όμως να λέω και ψέματα, διότι ο άνθρωπος που (θέλει μεν να) είναι καλλιτέχνης έχει (όμως) τό μοναδικό ταλέντο να λέει ωραία ψέματα στον εαυτό του, μολονότι δεν θα τό παραδεχτεί ίσως ποτέ, χειροκροτεί ο ίδιος τό ταλέντο του κατά βάθος : αν μπορούσαμε να τόν δούμε δηλαδή κάποια στιγμή ολομόναχο, θα διαπιστώναμε ότι υπάρχουν στιγμές που χαμογελάει αφοπλιστικά και χαιρέκακα, με πολλή ικανοποίηση για τίς μεθόδους του, οι οποίες θεωρεί ότι κοροϊδεύουν τούς πάντες. Τό γεγονός όμως ότι και οι άλλοι γύρω του δείχνουν να πείθονται από τά ψέματά του δεν πρέπει να μάς ξεγελάει : η ανταμοιβή, τήν οποία κατακτά με τήν επιτυχία, δεν μάς δείχνει παρά μόνο ότι η πλατεία είναι ασφυκτικά γεμάτη σ’ αυτήν τήν περίπτωση, και οι υποκριτές αυτού τού είδους πολλοί : και, όπως λέει κι ο σοφός λαός, «μεταξύ κατεργαραίων η ειλικρίνεια»

   επί τού θέματος, αν και παραπλήσια και παρενθετικά, οφείλω να προσθέσω  ότι διαπίστωσα πάντως σχετικά καθυστερημένα, πως όσοι δεν αναπτύσσουν ταλέντο στις δημόσιες σχέσεις, δεν λένε ψέματα σε εαυτούς και αλλήλους, και δεν κολακεύουν τό συνάφι, δεν είναι απλώς και μόνο αντιδημοφιλείς αλλά θεωρούνται και επικίνδυνοι : ως άλλο είδος μάλλον : διότι ως γνωστόν τό «άλλο είδος» σε κάθε είδος ζώου προκαλεί μια ενοχλητική ανασφάλεια – αν αφαιρέσουμε και τή μνησικακία (όπως θα ’λεγε κι ο νίτσε) τήν οποία τούς γεννάει τό γεγονός πως κάποιοι παρ’ όλ’ αυτά επιζούν (δηλαδή δουλεύουν παράγουν έργο και έχουν ευτυχισμένη ερωτική ζωή) μη φιλώντας νυχθημερόν κατουρημένες ποδιές. Γιατί δεν πεθαίνουν αυτά τά ζώα αμέσως ;

   η υποκριτική δηλαδή εκτός θεάτρου έχει εξαρχής εξωκαλλιτεχνικούς και οπορτουνιστικούς στόχους, και στόχους όχι απλώς επιβίωσης αλλά (συμβολικής) δολοφονίας τών υπολοίπων – αυτό βέβαια, για να ’μαστε αντικειμενικοί, πρέπει να πούμε ότι υφίσταται σαν φαινόμενο στην περιοχή γενικά τής ατομικής καθημερινής ψυχολογίας (και αυτών που δεν καλλιτεχνίζουν δηλαδή) και εγώ ας πούμε κάποτε νόμιζα ότι αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του εξυπηρετεί μόνο κάποια φτηνή συναισθηματική του ανάγκη : η απλή αλήθεια όμως είναι τελικά ότι πολλές από τίς παραστάσεις αυτές τίς δίνουν οι «πνευματικοί άνθρωποι» για να προωθήσουν μοναχά τήν καριέρα τους – επειδή θέλουν να γίνουν δηλαδή αυτό που βλέπουν σε αφθονία γύρω τους : επιτυχημένοι οικονομικά και κοινωνικά διανοούμενοι :

   επειδή λοιπόν η υποκριτική έχει σ’ αυτήν τήν περίπτωση αποκλειστικά ευτελείς λόγους, τό υπόγειο χειροκρότημα από τούς άλλους τής πλατείας περιέχει επίσης μεγάλη δόση και αυτοέπαινου και υποκρισίας : αναγνωρίζει δηλαδή ο ένας στον άλλον τά ταλέντα του, ενώ συγχρόνως, μοχθηρά, ζηλεύει ο ένας τίς καθημερινές εφευρέσεις τού άλλου

   για να ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχική περιγραφή τής υποκριτικής, υπάρχει άραγε και εδώ τό «παράδοξο τού ηθοποιού», στα ψέματα δηλαδή που λένε οι διανοούμενοι στον εαυτό τους και που, πρέπει να αναγνωρίσουμε, τούς μετατρέπουν ενίοτε σε εξαιρετικούς ηθοποιούς ; Νομίζω πως ναι, υπάρχει, αλλά μόνο αν τού αλλάξουμε τό όνομα – γιατί δεν θα είναι «τού ντιντερό» τότε πια τό παράδοξο, αλλά τού ενοχλητικότερου (και νεότερου) φρόϋντ : και τότε τά δύο διαφορετικά επίπεδα στα οποία θα πατάει με τό κάθε πόδι του ο ταλαντούχος μας, θα έχουνε υποστεί κι αυτά μια μετάλλαξη, επί τό βαθύτερο και τό (ασφαλώς) τρομαχτικότερο : Γιατί τό πράγμα δεν έχει να κάνει πια με τό «απ’ τή μια να παίζει κι απ’ τήν άλλη να παρακολουθεί τόν εαυτό του να παίζει» αλλά με τό «απ’ τή μια να παίζει κι απ’ τήν άλλη να πρέπει να πείθει τόν εαυτό του ότι δεν παίζει με τίποτα»

   μια άλλη σοφή ρήση είναι τό ότι «για να ’σαι καλός ψεύτης πρέπει να ’χεις καλή μνήμη» : και σ’ αυτήν τήν περίπτωση έχω διαπιστώσει ότι η μνήμη απουσιάζει τόσο από τόν ψεύτη όσο και από τό κοινό του (τούς ομότεχνους τού συναφιού) : δεν είναι ελάττωμα προς θάνατον όμως, αλλά μάλλον προσόν που θεωρείται σχεδόν απαραίτητο : η κοντή μνήμη είναι στοιχείο δηλαδή τής ψυχολογίας αυτού τού ζώου, που θα τό διευκολύνει στην αναγκαστική ασυνειδησία του, έτσι ώστε αντί να κρύβεται, σχεδόν μετά μανίας να επιδεικνύεται επί τής αόρατης αυτής σκηνής : Δυστυχώς έχω προσωπική εμπειρία και αναμνήσεις από τή δράση τού ταλαντούχου αυτού : μια από τίς παλιότερες γνωριμίες μου ας πούμε με τόν οποίο ξεκινούσαμε τά πρώτα μας βιβλία περίπου συγχρόνως, διένυσε μια πορεία ιδιαίτερα διδακτική καθώς επιδόθηκε από νωρίς στο κυνήγι τής καταξίωσης μεταμορφώνοντας κάθε προσωπική σχέση σε δημόσια : βρήκε επομένως σύντομα μέντορα (από τούς ήδη καταξιωμένους, καθώς είχε κι εκείνος διανύσει παλιότερα τή δικιά του πορεία μετάλλαξης) αλλά αυτό που δεν έπαψε ποτέ να μέ εκπλήσσει ήτανε τό πώς, κάθε φορά που έβγαζε καινούργιο βιβλίο, κυκλοφορούσε με κατεβασμένα μούτρα και τό κεφάλι σκυφτό, μέχρι ο μέντορας να δώσει τό σύνθημα ν’ αρχίσουν από τίς εφημερίδες οι έπαινοι : τότε τό κεφάλι σηκωνόταν ψηλά, και σχεδόν δεν σέ έβλεπε πια στον δρόμο. Όσοι είναι λίγο κοντά στον χώρο όμως τά ξέρουν, γιατί τό είδος είναι συνηθισμένο, ας προσθέσω απλώς κάτι που ίσως τό κάνει πιο πρωτότυπο : φίλος τού μέντορα μάς ανακοίνωσε ένα βράδυ μεταξύ τυρού και αχλαδίου ότι ο μέντορας τού δήλωσε ένα βράδυ και εκεινού, μεταξύ φιλοσοφικών μού φαίνεται συζητήσεων, πως τόν συγκεκριμένο προστατευόμενο τόν σιχαινόταν

   βέβαια μπορεί να δει κανείς εδώ μια θαμπή διάθεση να διατηρήσει ο μέντορας μια ελάχιστη ειλικρίνεια με τόν εαυτό του – σε συνδυασμό πάντως με τήν αλαζονεία τού πιο δυνατού που δεν διστάζει να εκθέσει όσους τόν γλείφουν. (Λυπάμαι από τήν άλλη, που πρέπει να πω ότι έχουν πεθάνει όλοι τώρα σ’ αυτό τό παράδειγμα). Υπάρχουν όμως και άλλα παρόμοια (με ζωντανούς ακόμα τούς πρωταγωνιστές τους) απ’ τά οποία δεν έχω κέφι τώρα να μεταφέρω πάνω από κάνα–δυο : έχω παρακολουθήσει άλλον ας πούμε λοιπόν άνθρωπο να αναρριχάται αιφνιδίως (η αιφνίδια αναρρίχηση να σάς βάζει πάντα σε σκέψεις) με βάση τό στενό κόρτε που έκανε σε άλλον, παλιότερο, και ύστερα από λίγο (μόλις η αναρρίχηση απέδωσε) να ισχυρίζεται ότι δεν τόν ήξερε (εκείνον, τόν διάσημο ευεργέτη του) καν, όταν ξεκινούσε, αλλά τόν γνώρισε καθοδόν εξαιτίας τής ίδιας του τής αξίας ( : τό σημαντικό είναι ότι τά πιστεύουν οι ίδιοι αυτά (και αυτή είναι η καλή υποκριτική σ’ αυτή τήν περίπτωση.)) Θα ’ναι λίγο δηλαδή να πούμε ότι η μνήμη τότε εξαφανίζεται : γιατί εξαφανίζεται ολόκληρη η δυναμική τού χρόνου – η τραγική του περιπλοκή και ειρωνεία

   άλλος πάλι ξεκίνησε τήν καριέρα του μισώντας (μάλλον επειδή τού φάνηκε φεμινίστρια) γνωστή συγγραφέα αλλά μπήκε αργότερα μετά βαΐων και κλάδων στην αυλή τών θαυμαστών της (τίποτα βλαβερό ώς εδώ) κατηγορώντας όμως ως ψεύτες εκείνους που θυμόνταν ότι κάποτε τήν έβριζε. Κι άλλος διάσημος έτυχε ν’ αποκλείσει κατά κακή του τύχη, ως «αναγνώστης» σε εκδότη, ανερχόμενη πεζογράφο η οποία στη συνέχεια εκδοθείσα αλλού έκανε πλούσιο συν τοις άλλοις και τόν εκδότη της – ο «αναγνώστης» διεμήνυσε τότε ότι ουδέποτε τήν είχε «απορρίψει» και πληροφόρησε διδακτικά πάντα ενδιαφερόμενο πως τό γεγονός ότι τήν απόρριψε, αν αναφερθεί, θα απορριφθεί ως ψέμα. (Εδώ βέβαια πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και τόν φόβο του μη χάσει τή δουλειά του ο άνθρωπος από τόν θυμωμένο εκδότη) Γενική (και απαράβατη πάντως όπως φαίνεται) αρχή είναι τό να γίνεσαι (αν θέλεις να κάνεις δηλαδή καριέρα και στα συγγραφικά) στενός κορσές : η διαρκής όχληση από μέρους σου προς κριτικούς αποδίδει : διότι κάποια στιγμή οι άνθρωποι για να σέ ξεφορτωθούν θα γράψουν για τίς αηδίες που γράφεις ή θα σού δώσουν και κανένα βραβείο. Εξυπονοείται και προϋποτίθεται ότι η έλλειψη αξιοπρέπειας, η οποία συνοδεύει τήν όχληση, δεν σέ ενοχλεί

   γενικός κανόνας και κλειδί κατανόησης πάντως είναι αυτή η λεξούλα «και» όταν μιλάμε για τούς ανθρώπους ως προς τήν καριέρα τους και στα συγγραφικά : γιατί τό πρέπον και τό καλύτερο είναι να προηγηθούν άλλες καριέρες, σπουδές σε κάτι άσχετο, πανεπιστημιακή αναρρίχηση επίσης σε κάτι άσχετο ει δυνατόν, και (ει δυνατόν επίσης) κληρονομικοί τίτλοι ή γάμος με κάποιον που δημοσιογραφεί ή έχει θέση σε κόμμα ή (ακόμα καλύτερα) σε κάποιον πανεπιστημιακό, ευρέως πολιτιστικό, ή ευρέως εμπορικό και βιομηχανικό χώρο. Γιατί η μετάλλαξη τών σχέσεων, από προσωπικές σε δημόσιες, ξεκινά συνήθως μέσα από τόν (αγνό) θεσμό τής οικογένειας και πυροβολούμε έτσι μ’ ένα σμπάρο δύο τρία και περισσότερα τρυγόνια ή μπούφους : τίς δημόσιες σχέσεις αναλαμβάνει τότε συνήθως τό άλλο σκέλος τού ιερού δεσμού και εμείς ανερχόμαστε στο πουργατόριο εξαγνισμένοι : (αυτή είναι η πιο «επιδέξια» υποκριτική, και αυτή που στοχεύει αποτελεσματικά εκτός από τούς τρεις μπούφους, και τά βαθύτερα στρώματα τής εσωτερικής ζωής – εκεί που τό ψέμα εγκαθίσταται όχι ως τρόπος καλλιτεχνικός, αλλά ως ψυχολογική κατάντια). Γιατί τό ψέμα έχει βέβαια μια άλλη σχέση με τήν καλλιτεχνική κατασκευή, εκεί που μεταλλάσσεται πραγματικά σε αλήθεια, και εκεί όπου οι αλήθειες μόνο όταν ευθέως σερβιριστούν ως ψέμα καταντάνε αληθοφανείς

   για λόγους προσωπικής λεπτότητας και γούστου δεν αναφέρω βέβαια ονόματα (δεν σκανδαλοθηρούμε εδωμέσα), θα ήθελα όμως να προσθέσω δυο λέξεις σχετικά με τό «παράδοξο» αυτό τού κάτω ή πίσω από τή σκηνή ηθοποιού : δεν είναι φυσικά μόνο άνθρωποι τού γραπτού λόγου όσοι ανήκουν σ’ αυτή τή συνομοταξία, τό φαινόμενο τού δημοσιοσχεσίτη βρίσκεται και στους εικαστικούς, και στους μουσικούς, και σε άλλους συναφείς χώρους : οι ομότεχνοι τούς γνωρίζουν – μερικά μάλιστα τέτοια ταλέντα (να μην ξεχάσω και τό σινεμά) είναι περιβόητα – αλλά ο απλός αναγνώστης, ή ο απλός εραστής ας πούμε τής τέχνης, έχει κι αυτός έναν ασφαλή τρόπο για να τούς διακρίνει – αν ψάξει τούς αιφνιδίως ξεφυτρωνόμενους, περιφανώς επωνυμιαζόμενους, υψιπετώς ευπωλούμενους, μονίμως κρινόμενους και μηδέποτε αγνοούμενους (ό,τι μπαλαφάρα κι αν κάνουν) : και επειδή στους ταλαντούχους αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κριτικοί και οι πληβειότεροι γενικώς δημοσιογράφοι, θα χρειαζόταν λεπτομερής μελέτη και περιγραφή (που θα ’χε και πλάκα) στο θέμα αυτό, ως προς τίς ενέργειες ακριβώς που προηγούνται για να αναφερθεί τό όνομα κάποιου έστω και παρενθετικώς υποσημειούμενο σε εφημερίδα ή άλλο έντυπο, ή για να τού ζητηθεί η υπογραφή του πάνω σε κάποιο θέμα – για να μην πω ότι η συλλογή υπογραφών δεν έχει πολλές φορές άλλο σκοπό από τό να δημοσιευτούν τά ονόματα κάποιων στις εφημερίδες, έστω και στα ψιλά – τό σημαντικό πάντως είναι ότι θα γίνει οπωσδήποτε παζάρι και ξεσκαρτάρισμα ως προς τό από ποιον θα ζητηθεί η υπογραφή. Όπως τό ξεσκαρτάρισμα που θυμάμαι ότι έκανε, σε παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες πνευματικές εκδηλώσεις, εξέχων λογοτέχνης τόν οποίο πλησίαζαν οι παρευρισκόμενες ρεπόρτερ «πολιτισμικού» για να τίς πληροφορήσει ποιοι ήταν παρόντες : μάς κοιτούσε λίγο σκυφτός έναν–έναν και ψιθύριζε στο αυτί τής ευπειθούς ρεπόρτερ ποιους έπρεπε να αναφέρει. (Οι ρεπόρτερ ως γνωστόν δεν χρησιμοποιούν τά μάτια τους, παίρνουν πάντα εντολές από κάποιους (όσοι δεν έχουν σχέση με τά καλλιτεχνικά πηγαίνουν όμως σε διαδηλώσεις, τό έχουν ήδη διαπιστώσει με τά δικά τους μάτια (τό πόσο επιλεκτική είναι η περίφημη προσοχή τού ματιού τής κάμερας, και προς ποια επεισόδια))) : προσωπικά έπαψα να πηγαίνω στις εκδηλώσεις τού συναφιού επειδή βαρέθηκα και τό θέαμα, που μού θύμιζε ό,τι άκουγα για τίς κουκούλες στην κατοχή που δείχναν στους κατακτητές τούς μελλοθάνατους (εδώ βέβαια γινόταν τό αντίστροφο – οι μελλοθάνατοι ήταν αυτοί που δεν υποδεικνύονταν ως παρόντες). Κάποτε πήρα και απευθείας μαθήματα απ’ αυτόν τόν διάσημο, τά οποία ουδέποτε ξέχασα καθώς τά πέταγα στο καλάθι τών αχρήστων : μού έδωσε ας πούμε τηλεφωνικό κατάλογο τόν οποίο έπρεπε να χρησιμοποιήσω (τά λόγια τού καλοκάγαθου συμβούλου μου καθώς μού παρέδινε τό πολύτιμο χειρόγραφό του ήτανε : «και τώρα θ’ αρχίσεις τά τηλέφωνα, όλη μέρα»). Εδώ θα πρέπει όμως να προσθέσω (τά ’χω πει βέβαια και αλλού) ότι και οι κριτικοί είναι συστατικό και ενεργό μέρος αυτής τής παράστασης (διότι, μην ξεχνάμε : κάποτε θα βγάλουν κι αυτοί ένα βιβλίο) έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δεις πώς φυλάνε τά ρούχα τους στην περίπτωση που πρέπει να κρίνουν ένα έργο που είναι καταφανώς σκουπίδι : θα αναφέρουν λοιπόν ευσχήμως και κάποια ελαττώματα, αλλά ξέρουν ότι αυτό δεν πειράζει : τό βασικό είναι να αναφερθεί τό έργο, να μην αγνοηθεί (επουδενί) δηλαδή τό πόνημα. Γιατί η μόνη τιμωρία που κοστίζει σ’ αυτούς τούς ανθρώπους είναι η αποσιώπηση – μόνο όσοι τήν τρώνε στα μούτρα ξέρουνε πόση δύναμη χρειάζεται για να τήν δεις από μακριά και να γελάσεις

   να μην επεκταθώ όμως επ’ αυτών περισσότερο, γιατί τό «περί υποκριτικής» θα καταντήσει μέρος μυθιστορήματος. Κι εδώ που τά λέμε είναι ο μόνος τρόπος να γίνει πιστευτό αυτό τό τμήμα τής πραγματείας διότι αν τό θέσεις έτσι ως μέρος τής αλήθειας, όπως εγώ τώρα, κινδυνεύεις να θεωρηθείς κακοήθης και επιπλέον ζηλιάρης : μην ξεχνάμε και τό ρητό «όσα δεν φτάνει η αλεπού τά κάνει κρεμαστάρια»

   υπάρχει όμως εδώ κάτι που θα ’πρεπε να σημειώσω και που εξηγεί ώς ένα βαθμό τήν ανυπαρξία έργου που χαρακτηρίζει τούς δημοσιοσχεσίτες : βέβαια, με τή λέξη έργο δεν εννοώ τή συσσώρευση γραμμένων χαρτιών, γιατί τέτοιο έργο υπάρχει σε πολλούς απ’ αυτούς, και μάλιστα σε κάποιους αποτελεί τό κυριότερο στοιχείο τού ψέματος που λένε στον εαυτό τους : συσσωρεύουν χαρτιά για να πείσουν εαυτούς και αλλήλους ότι τούς ανήκει δηλαδή ο χαρακτηρισμός τού συγγραφέα – και στη συνέχεια, με βάση τόν χαρακτηρισμό τόν οποίο πλέον έτσι κέρδισαν, επιδίδονται στο κυνήγι τής δόξας. Η ανυπαρξία έργου όμως, αν τήν κοιτάξουμε καλύτερα, είναι συστατικό στοιχείο τής «δόξας» ακριβώς : γιατί ο άνθρωπος που εκχωρεί στη ζωή του τόν έρωτα, και κάθε πραγματική σχέση, προκειμένου να πετύχει συμβολικά πηδηματάκια από συμφέρον, έχει όλα τά απαιτούμενα προσόντα για να είναι τόσο άδειος, ώστε να μην μπορεί να παράξει τίποτα καλύτερο

   η αποθέωση λοιπόν τών δημόσιων σχέσεων αποτελεί εικονογράφηση κατά τή γνώμη μου μιας τέτοιας προσωπικής κατάντιας, επειδή ακριβώς οι συνέπειές της στον ψυχισμό τών ηρώων της είναι πολύ βαθύτερες από τό απλό καθημερινό ψέμα για να βολευτεί κάπως καλύτερα η θλίψη τής καθημερινής τους μιζέριας. Είναι τόσο βαθιές, που οι ίδιοι οι ήρωες δεν αντιλαμβάνονται καν ότι έχουν μεταλλαχτεί σ’ ένα άλλο είδος ζώου που δεν έχει πια τίποτα τό ανθρώπινο : δεν διαθέτουν πλέον, για να τό πούμε απλά, καθόλου προσωπικές σχέσεις : οι (άλλοι) άνθρωποι έχουν πάψει πια για τόν ταλαντούχο αυτόν να έχουν δηλαδή πρόσωπο : έχουνε μόνο επώνυμο δύναμη εξουσία λεφτά και άλλα τέτοια δυστυχή παρόμοια : ο ψυχολογικός ευνουχισμός έχει προχωρήσει ώς τόν βαθμό να μην μπορούν καν να θυμηθούν πώς είναι να αντιμετωπίζεις τούς ανθρώπους με σεβασμό για ό,τι βλέπεις ν’ αξίζει πάνω τους : δεν βλέπεις καν μπροστά σου, με τόν ίδιο τρόπο που δεν θυμάσαι καν τί έλεγες δυο μέρες πιο πριν : αλλάζεις φίλους ιδέες γούστα και προτιμήσεις, με τήν ίδια ευκολία που αλλάζεις κόμμα και σώβρακο : (ή με τήν ίδια ευκολία με τήν οποία επιμένεις σ’ αυτά, ακόμα κι αν τά βλέπεις τρύπια) : ανάλογα δηλαδή με τά «συμφέροντα τής στιγμής», και η στιγμή σ’ αυτήν τήν περίπτωση εξαερώνει ολόκληρον τόν χρόνο

   τό λάθος (αν υπάρχει λάθος) βρίσκεται σ’ εκείνους που διαμαρτύρονται για τό πρόσωπο που παρουσιάζεις σήμερα και δεν σέ καταλαβαίνουν τώρα, γιατί δεν κατάλαβαν από τήν αρχή (θύματα τού ξεσκαρταρίσματος που λέγαμε) ότι τό βασικό σου ταλέντο ήταν από ανέκαθεν η υποκριτική – όχι στη σκηνή αλλά στα παρασκήνια – στο μέγα πανελλήνιο τής δολερής πλατείας

   η μεγάλη μου πείρα πάντως σ’ αυτά όλα μού δίνει τώρα και τό δικαίωμα να συμβουλέψω, όσους θέλουν να ξεκινήσουν από σήμερα καριέρα και στα συγγραφικά, να φροντίσουν ώστε πριν ανεβάσουν τό έργο τους στη σκηνή, να έχουν οργανώσει τή ζωή τους ακριβώς, και με ακρίβεια, στα παρασκήνια : καλύτερα γράφε και ταυτόχρονα φρόντιζε να φτιάχνεις αυλή, κι ακόμα καλύτερα μην ξεκινήσεις καν να γράφεις αν προηγουμένως δεν έχεις φροντίσει να ολοκληρώσεις στοιχειωδώς τήν αυλή σου. Τό να περιμένεις ν’ αναγνωρίσουνε τή δουλειά σου οι «πνευματικοί άνθρωποι» από μόνοι τους στη χώρα αυτή είναι σκληρό ανήλεο και ανθυγιεινό σπορ (τό μόνο του προσόν είναι ότι αφήνει τό έργο σου ανεπηρέαστο να αναπτυχθεί – και τότε, καθώς θα «τραγουδά και θα πλέχει» κατά τό εμπειρίκειο υπερωκεάνειο, θα τό συναντήσουν μέσα στον χρόνο και θα τό χαρούν και οι ευτυχείς ελάχιστοι, οι happy few που δεν έχουν κι αυτοί καθόλου καιρό και κέφι να ξημεροβραδιάζονται σε ασυμπάθηστους ταπεινούς διαδρόμους).

.

.

.

* αφορμή για τό σημερινό ποστ αποτέλεσε ένα παλιότερο στο άλλο σημειωματάριο, τού οποίου τό τελευταίο μέρος (αφιερωμένο στην ανάδειξη τής κατά τή γνώμη μου άριστης υποκριτικής, με παραδείγματα από μια ταινία τού μάϊκ νίκολς) ακυρώθηκε ύστερα από τήν εξαφάνιση τών σχετικών βίντεο από τό γιουτούμπ (για λόγους «πνευματικών δικαιωμάτων» ( : τά δικαιώματα αυτά αφορούν, όπως δεν είναι δυστυχώς επαρκώς κατανοητό, τίς εταιρείες και όχι τόν καλλιτέχνη)) και έτσι τή θέση εκείνου τού τελευταίου μέρους πήρε τώρα ένα καινούργιο τελευταίο μέρος, στο οποίο αναγνωρίζω ότι θα άξιζε κανείς να αφιερώσει ουσιαστικότερη και μακροσκελέστερη διαπραγμάτευση. Προς τό παρόν απόφυγα, όπως έγινε ελπίζω σαφές, τόν πειρασμό τής λεπτομερούς ψυχολογικής ανάλυσης – όπως και τόν πειρασμό να τό κάνω δροσιστικά επίκαιρο με τήν περιγραφή τού ιδιαίτερου εκείνου ζώου που λέγεται δημοσιοσχεσίτης εξουσιομανής συγγραφέας τής αριστεράς – παραείναι εύκολο για τά γούστα μου

.

.

.

.

.

.

 

 

Ιουνίου 12, 2013

τσοπανάκοι

.

.

 

 

   ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να χτυπάει τόν ήδη πεσμένο (ή τόν αδύναμο που ξέρεις ότι με ένα χτύπημα θα πέσει) – δεν υπάρχει ρατσισμός που να αντιτίθεται σε παντοδύναμο : μια τέτοια κίνηση θα λεγόταν απλώς αντίσταση, γιατί ενέχει ακριβώς κίνδυνο γι’ αυτόν που τήν κάνει : ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να είναι πάντα εκ τού ασφαλούς : είτε απευθύνεται στις γυναίκες, φτωχές και πλούσιες, είτε στις μαύρες και τούς μαύρους, είτε στις εβραίες και τούς εβραίους, είτε στις μετανάστριες και τούς πρόσφυγες : τό βασικό χαρακτηριστικό τού ρατσισμού είναι η δειλία – η «λεβεντιά» έχει μια ενσωματωμένη περηφάνια να μην καταδέχεται (και να μην έχει και καιρό για) τά εύκολα –

   «η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τόν οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω» : η γνωστή άποψη τού στήβεν δαίδαλου για μένα μεταφραζόταν (διαπίστωσα κάποτε, ομολογώ με δυσαρέσκεια) (από μέσα μου) ως : «η χώρα αυτή, τήν οποία ξέρω καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη, είναι ένας εφιάλτης απ’ τόν οποίο δεν ξυπνάω με τίποτα»

   δεν περίμενα ποτέ ας πούμε ότι θα νιώσω αλληλεγγύη και θα σκεφτώ να υπερασπιστώ ποτέ μια τηλεόραση, κι ακόμα κι ένα ραδιόφωνο – και τό κυριότερο που μέ εκνεύρισε σ’ αυτή τήν ιστορία δεν είναι τόσο που δεν μπορώ ν’ ακούσω τώρα τρίτο πρόγραμμα ας πούμε (που κι αυτό τά χάλια του είχε όλο και περισσότερο) αλλά τό ότι αναγκαζόμαστε (μιλάω και για λογαριασμό άλλων τώρα, τό ξέρω καλά) να κάνουμε διαρκώς αυτόν τόν συμβιβασμό, αυτήν τήν έκπτωση, να γινόμαστε όλο και πιο ταπεινωτικά ρεαλιστές : «χάλια είναι κι αυτοί, αλλά ήταν καλύτεροι από τά χάλια τών άλλων» – αλλά κυρίως μέ θυμώνει, γιατί μέ προσγειώνει μονίμως στην ιστορία, αυτή η επίγνωση τού πόσο η ελληνική δεξιά είναι ασύγκριτη και απλησίαστη σε σχέση με τίς δεξιές τών άλλων : φυσικά γιατί οι άλλοι μέσα στην τρέχουσα αλαζονεία τους δεν ξέρουν καν τί σημαίνει να κυβερνάνε σε μια χώρα μετά από έναν άδοξο εμφύλιο εκείνοι που λύσσαξαν ενάντια στην αντίσταση ενός ολόκληρου φτωχού κόσμου, να κυβερνάνε εδώ (και να κάνουν και τίς δικτατορίες τους όταν τούς παίρνει – όπως τώρα τά χρυσά αβγά τού συστήματος ετοιμάζονται και για τή δικιά τους) να κυβερνάνε εδώ σχεδόν αδιαλείπτως εκείνοι που στον άλλο κόσμο τούς ξυρίσανε γουλί και τούς περάσαν κι από δίκες και τούς είπαν και «συνεργάτες» – εδώ τούς είπαμε «νικητές» και τούς τρώμε έκτοτε στη μάπα – τί να εξηγήσεις στον έξω κόσμο για τό γεγονός πως η ιστορία εδώ δεν είναι καν εφιάλτης, είναι απλώς μονιμότητα;

 

   μ’ ενοχλεί λοιπόν αυτή η κουτοπονηριά με τήν οποία βρίσκομαι διαρκώς αντιμέτωπη όταν κοιτάω τά πολιτικά αυτής τής χώρας : τόσον καιρό δεν μπόρεσε ο χοροπηδηχτός τσιφλικομπέμπης τής μεσσηνίας ν’ αγγίξει τούς δημόσιους υπάλληλους γιατί αυτή είναι η πελατεία του (κι αυτουνού και τού δεύτερου κυβερνώντος ασφαλώς (οι τρίτοι προς τό παρόν ως προς αυτά έχουν μια ασυλία – σχετική))  (θεωρητικά μιλώντας δεν εύχομαι να χάσει τή δουλειά του άνθρωπος κι ας θεωρώ τή δουλειά όχι δικαίωμα αλλά κατάντια και εφιάλτη) : τούς έχουν διορίσει, ξέρουνε ότι είναι ψηφοφόροι τους, αυτοί δεν έχουν κανενός είδους ανθρωπιστική αναστολή, βλέπουν χρόνια ανθρώπους να χάνουν τίς δουλειές τους και σφυρίζουν στην κυριολεξία κλέφτικα : μ’ ενόχλησε όμως η κουτοπονηριά να απολύσουν από τό δημόσιο τούς μόνους που εκ τών πραγμάτων ήταν υποχρεωμένοι να είναι και λίγο δημιουργικοί, και να μην είναι και τόσο απόλυτα δούλοι

   και στη συνέχεια μ’ ενόχλησαν οι πληττόμενοι, ή οι υποστηρικτές τών πληττόμενων (δεν πρόκειται να βάλω εδώ συνδέσμους, τά διάβασα και τ’ άκουσα, κι αποτελούν εξάλλου ως εκφράσεις τό μόνιμο μουσικό χαλί σ’ αυτή τή χώρα : ) λένε λοιπόν (περίπου όλοι : και οι αριστεροί (αυτοί μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο)) : «γίναμε ουγκάντα», ή, ακόμα χειρότερα, «ούτε στην ουγκάντα δεν τά κάνουν αυτά» γιατί η αφρική είναι δεδομένο ότι βρίσκεται από κάτω – και δεν λένε ας πούμε «γίναμε κίνα» – που θα ’ταν και κυριολεκτικά σωστότερο : διότι βλέπεις η κίνα αναδύεται όλο και δυνατότερη, μες στη φριχτή της δικτατορία (ενώ η ουγκάντα είχε μια, και τήν ξεπέρασε – όπως κι εμείς άλλωστε είχαμε και μια και δυο και τρεις και τίς, ας πούμε, ξεπεράσαμε) και τό κυριότερο είναι ότι απ’ αυτήν τήν άνοδο προσδοκάμε και οικονομικά οφέλη (ένα σωρό τσοπανάκηδες έχω μάθει ότι στην κρήτη τή λεβεντομάνα ή τήν πελοπόννησο τήν χωροφυλακοτρόφο πουλάνε τά λάδια τους (προσπαθούνε) στην κίνα : μεγάλη αγορά – δεν σού πάει να πεις «καταντήσαμε σαν και δαύτους») – πάντως υπάρχει και μια υπόγεια παρηγοριά όταν λες «καταντήσαμε σαν» διότι εξάγεται ως αυτονόητο πως «ό,τι και να λέμε μπορεί να είμαστε σαν, αλλά, γι’ αυτό ακριβώς κιόλας, δεν είμαστε και ακριβώς» – τονίζουμε υπόγεια λοιπόν τό ότι «δεν είμαστε» ακριβώς επειδή υπέργεια έχουμε τήν αξιολύπητη «αυτογνωσία» να παραδεχόμαστε ότι μοιάζουμε : ρητορικό σχήμα είν’ αυτό, λέμε λοιπόν και καμιά υπερβολή και ψιλοαυτομαστιγωνόμαστε για να ψιλοανέλθουμε ψιλοβιαίως : είναι αυτές οι φτηνές ηδονές που ’λεγε κι ο φρόϋντ – ίδια με κείνην τής αυτόματης ανακούφισης που διαπίστωσε σκληρά ότι νιώθουν όλοι (προφανώς μελετώντας ως συνήθως τόν εαυτό του) παρακολουθώντας μια κηδεία (διότι ο νεκρός είναι προς τό παρόν άλλος)

.

.

.

.

(με τήν ουγκάντα άλλωστε εγώ – θέλω να λέω ότι – έχω και προηγούμενα : αλλά
περί αυτού στο αμεσότερο μέλλον)

.

.

.

Μαΐου 14, 2013

η πίπα ο πάγκος και τό παγκάκι

.

.

.

.

1 η πίπα και ο πάγκος

   τίς λυπάμαι τίς μεγάλες γυναίκες : άρχισα δηλαδή να τίς λυπάμαι όλες ανεξαιρέτως, από μια εποχή και μετά : κάποτε τίς συχαινόμουνα γιατί μού δημιουργούσαν προβλήματα, ήταν αυτές που είχαν τή μεγαλύτερη ζηλοφθονία και κακία για τή ζωή που (όπως έλεγαν) έκανα, αυτές που, ακόμη κι αν κάποιοι άντρες τής ηλικίας τους ενίοτε μπορεί και να μέ (κατ’ εξαίρεση) συμπαθούσαν, αυτές θα μέ έβλεπαν πάντοτε μέσα απ’ τό πρίσμα τής δικής τους στέρησης, με μίσος σχεδόν – και σίγουρα με αντιπαλότητα : καρφωμένες δηλαδή στον πάγκο τής (ελάχιστης) εξουσίας που τούς παραχωρούσε τό σύστημα στο οποίο είχαν επενδύσει και καταθέσει τή ζωή τους και τό σώμα τους και τό μυαλό τους, όλα ολόκληρα : κολλημένες στον πάγκο τής (μηδαμινής) εξουσίας που τούς είχε παραχωρηθεί με βάση τήν τρέχουσα αντρική ηθική – που τήν είχαν καταπιεί (και τήν είχαν πραγματοποιήσει (σε βάρος τής ζωής τους)) ολόκληρη : τίς έβλεπα με οίκτο αλλά επειδή μέ ενοχλούσαν τίς συχαινόμουνα. Ήταν άλλωστε και θέμα αυτοσυντήρησης να υπερασπίζομαι τήν κατάργηση τής ηθικής που τίς είχε σκλαβώσει – έβλεπα τά χάλια τους – έβλεπα μια ζωή χωρίς έρωτα γεμάτη ιδεοληψίες, θρησκοληψίες, και μίσος : όταν ήμουν μικρή, με βάση τή δύναμη που είχαν όλες οι μεγάλες γυναίκες στην οικογένεια στον δρόμο στην κοινωνία ολόκληρη, με βάση τήν αρραγή ενότητα ηθικής που μέ έπνιγε αλλά ήμουν ανίκανη να κάνω οτιδήποτε εναντίον τους, σαν παιδί αβοήθητη και καθισμένη στον πάγκο τού κατηγορούμενου μονίμως, ανυπεράσπιστη απέναντι στον πάγκο τής εξουσίας τού σύμπαντος κόσμου, ανταπόδιδα τό μίσος με μίσος : έφαγε η μούρη μου χώμα κατά τό κοινώς λεγόμενο, μεγάλωσα, και αυτές σιγά–σιγά έπαψαν να έχουν οποιαδήποτε δύναμη εναντίον μου : άλλαξε τότε αδιόρατα και πονηρά η συμπεριφορά τους – πονηριά οι άνθρωποι διαθέτουν έτσι κι αλλιώς – και από δεικτικές έγιναν σχεδόν ικετευτικές : εκλιπαρούσαν τώρα τήν κατανόησή μου παμπόνηρα : τήν απόκτησαν, τούς τήν έδωσα, σιγά–σιγά : σε ακραίες περιπτώσεις έβγαινε πάλι τό μίσος τους στην επιφάνεια – τό μίσος δεν εξαφανίζεται αν έχει καλούς λόγους να ’χει σχηματιστεί – απλώς θάβεται ή κρύβεται : κι όταν ξεθαβόταν έτσι άτσαλα, τότε έβγαινε και η παλιά δικιά μου αηδία πάλι : αλλά σε γενικές γραμμές τίς καταλάβαινα – τίς καταλάβαινα τόσο όσο δεν κατάλαβαν ποτέ οι ίδιες τόν εαυτό τους ( : υπήρξαν φυσικά και γυναίκες που είχαν επιδιώξει τόν έρωτα τήν ελευθερία ή τήν τέχνη στη ζωή τους – ήταν λίγες αλλά η ιδέα τους μέ στήριζε – η όψη τους ήταν μια ανάμνηση παρηγοριάς – γιατί  βρίσκονταν μακριά κατά κανόνα πάντα πάντως). Άρχισα να μπορώ και να μιλάω μαζί τους – μανία μου ήταν άλλωστε αυτό, τό να μαζεύω ιστορίες – άρχισα να μπορώ να τίς ακούω και να μην εκνευρίζομαι τόσο από τό γεγονός ότι αυτές δεν ήταν σε θέση να μέ ακούνε – κι αν κατά λάθος μέ ακούγανε, έβγαινε πάλι τό ίδιο παλιό μίσος : δεν μέ πείραζε τόσο τώρα : αυτός ο πάγκος, αυτή η ελάχιστη εξουσία που τούς είχε παραδοθεί (να ελέγχουν τή ζωή τών άλλων γυναικών, να φροντίσουν να μη γίνει καμιά τους ευτυχισμένη, να επιβεβαιώσουν τή διαιώνιση τής σκλαβιάς που αυτές τίς ρήμαξε και τίς έθαψε εν ζωή) είχε φαγωθεί είχε σαπίσει είχε γεμίσει σκουλήκια : δεν μ’ ένοιαζε και τόσο που δεν μ’ ακούγανε, είχα αποκτήσει υπομονή και κατανόηση, τό θεωρούσα σχεδόν φυσικό : άκουγα εγώ αυτές ( : και τό κυριότερο : άκουγα τή σιωπή γύρω τους, μια που κανένας ποτέ δεν φαινόταν να τίς είχε ακούσει : χωρίς να τό καταλάβω άρχισα να μισώ περισσότερο τούς άλλους (ακόμα κι εκείνους τούς άντρες που είχαν δείξει πάντα μια επιείκεια προς τή δικιά μου ηθική, ίσως φυσικά ιδιοτελώς) εκείνους τούς άντρες που με τή σιωπή τους έκαναν τή ζωή αυτών τών γυναικών (που μού είχαν κάνει εμένα τή ζωή τόσο δύσκολη) τελείως ανύπαρκτη, που τή σκότωναν πριν πεθάνει και τήν έθαβαν πριν ταφεί (ακυρώνοντας έτσι, θάβοντας στη σιωπή, και τό χειρότερο (σημαντικότερο από μια άποψη) κομμάτι και τής δικής μου ζωής) κι αυτή ήταν η απόλυτη επιτυχία τού όλου συστήματος : η ζωή τόσο εκεινών, όσο και η δικιά μου, να βυθιστεί, στα πιο καίρια σημεία της, εκείνα τά υπόγεια τά ανεπίτρεπτα τά παράνομα ή τά άφωνα, εντελώς στη σιωπή : ήταν λόγοι συμφέροντος : οι εχθροί μου έπρεπε να υπάρχουν ειδαλλιώς δεν υπήρχε ούτε η ζωή που τούς είχε αντιταχθεί.

   αρχές δεκαετίας τού ογδόντα βρέθηκα να μιλάω με μια κυρία τέτοιου είδους, πολύ καθωσπρέπει, που έμενε στην περιοχή τού άγιου παντελεήμονα (άγνωστη λίγο–πολύ τότε αν και εγώ τήν ήξερα πολύ καλά) και τήν άκουσα να μού διηγείται με αδέξια ντροπαλοσύνη (η πολύ αμήχανη αυτή ντροπαλοσύνη συνοδευόταν κι από μια διστακτική απόχρωση αποτυχημένου μοντερνισμού αλλά και έντρομης τόλμης) ένα φριχτό ανέκδοτο, ένα γεγονός δηλαδή που είχε συμβεί σ’ εκείνη τή γειτονιά (που τότε δεν είχε ίχνος αλλοεθνή, όπως κι όλη η ελλάδα κατά μεγάλο μέρος της, τότε) σε κάτι γνωστές της (πολύ μεγάλης ηλικίας γυναίκες κι αυτές, και μάλλον πέραν τού συνήθους θρήσκες : τίς θυμάμαι αμυδρά να τίς σκέφτομαι πάντα στα μαύρα και με μαύρα μαντήλια κιόλας στο κεφάλι – πράγμα που δεν είναι και απόλυτα σίγουρο ότι φορούσαν πραγματικά – μάλλον ήταν ντυμένες αστικά, στα μαύρα, και με τίς μαύρες τσαντούλες στο χέρι (ήταν κάτι σαν αδελφές νομίζω, ή ίσως φίλες, γεροντοκόρες πάντως (γυναίκες δηλαδή που δεν είχαν κάνει ποτέ έρωτα στη ζωή τους, αυτό τό είδος καθημαγμένων ερειπίων, με μια ασαφή και παντελώς άγνωστη εσωτερική ζωή, με μια εσωτερική ζωή αφανή ανάκουστη ανύπαρκτη – ανεπεξέργαστη ακόμα και για τίς ίδιες))) : αυτήν τήν ιστορία επειδή δεν τήν ξέχασα (δεν τα κατάφερα) ποτέ (και μού ’ρχόταν μάλιστα κατά διαστήματα πώς να τό πω, και σαν εφιάλτης, ακόμα και στα όνειρά μου που λέει ο λόγος) προβληματίστηκα πάρα πολύ με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τήν γράψει κανείς σε βιβλίο : και σχεδόν πάντα, συνέχεια, ο μόνος συγγραφέας που μού ’ρχόταν στο μυαλό σα βοηθός και μπούσουλας ήταν ο χένρυ τζαίημς (και όχι η τζαίην ώστιν όπως θα μπορούσε κάποιος αρχικά και λογικά να υποθέσει : όχι η θεία τζαίην όπως ούτε κι ο θείος σαίξπηρ εξάλλου – εξαιτίας ακριβώς, ή μάλλον, τού ακραιφνώς σεξουαλικού λεξιλόγιου που θα ’πρεπε να επιστρατέψει αναγκαστικά κανείς, μολονότι η επίμονη εσωτερικότητα που απαιτούσε η αφήγηση κατάγεται και υπάγεται και ανήκει ασυζητητί και στους δύο) : ο χένρυ τζαίημς μάλιστα ίσως εξαιτίας τής «κληρονόμου» του (όπως μάθαμε να λέμε τό washington square του) που έχει να κάνει με μια εντέλει γεροντοκόρη – όπως θα ’λεγε με τό δικό της λεξιλόγιο και η κυρία που μού μίλησε – αλλά νομίζω μάλλον κυρίως εξαιτίας τής απίστευτης ικανότητάς του να εμπλέκει ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και ήθους με τόν πιο αυτονόητο αποτελεσματικό ήπιο και ταυτόχρονα εφιαλτικό τρόπο : δεν έχω καταφέρει ακόμα να μπορέσω να τό περιγράψω, τό λέω εν συντομία λοιπόν τώρα ως εξής :

   μού λέει η συμπαθής κυρία : εκεί που περπατούσαν στο δρόμο προχτές τή νύχτα (γυρίζοντας δεν ξέρω από πού) τίς σταμάτησαν δύο νέα παιδιά και τούς βουτήξαν τίς τσάντες : κατατρόμαξαν οι κακομοίρες και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα ούτε ν’ αντισταθούν (και ήταν τά μοναδικά τους λεφτά εκειμέσα μού είπανε – η μια νομίζω παίρνει σύνταξη απ’ τόν πατέρα της ή τόν αδελφό της κι η άλλη δεν θυμάμαι από πού) : καταλαβαίνεις δυο γριές γυναίκες τώρα – τί να κάνουν – τίς σπρώξαν τίς βουτήξαν και τούς πήραν τίς τσάντες : τρόμαξαν, κατατρόμαξαν, βάλαν ίσως λίγο τά κλάματα (δεν θυμάμαι τώρα) αυτοί οι αλήτες τούς έδωσαν καμιά μπουνιά και σφαλιάρα ίσως (δεν θυμάμαι τώρα) πάντως τίς βρίσαν γέλασαν και τίς κορόϊδεψαν, τίς λέγαν συνέχεια κωλόγριες, ή σκέτο γριές. Καταλαβαίνεις οι καημένες τρομάρα που πήρανε, δεν ήταν μόνο που χάσαν τά λεφτά, στεκόντουσαν εκεί έντρομες μπροστά στα παλιόπαιδα και φοβόντουσαν μην τίς σκοτώσουνε κιόλας (ήταν πιασμένες κι απ’ τό χέρι, σκέφτηκα εγώ όπως είμαστε με τίς φίλες μας στο δημοτικό) και τσιμουδιά, δεν μιλάγαν καθόλου, δεν είπανε τίποτα. Αλλά τά παλιόπαιδα δεν φύγανε, βάλαν τά λεφτά στην τσέπη και ύστερα τίς είπαν να γονατίσουν, κι αυτές γονάτισαν τί να κάνουν γονάτισαν υπάκουα στο πεζοδρόμιο μπροστά στα πόδια τους, κι αυτοί τότε άνοιξαν τά παντελόνια τους και τίς είπαν να κάνουν, ξέρεις τί, με τό στόμα να τούς κάνουν… (Ξέραν τί να τούς κάνουν ; είπα εγώ. Δεν ξέραν είπε, πού να ξέρουν, αλλά αυτοί τούς δείξανε, τούς είπαν «στο στόμα σου, βάλτο στο στόμα σου και ρούφα»). Και οι καημένες τό κάναν κι αυτό, τί να κάνουνε (γελάκι από τήν κυρία – είναι χήρα, υπήρξε έγγαμος, αυτή ακόμα κι αν δεν τό ’κανε ποτέ στον άντρα της, τό ξέρει τουλάχιστον –) (Και έγινε όλο αυτό στον δρόμο ; (είπα αφελώς εγώ) δεν φοβόντουσαν μην τούς δει κανείς ; Δεν φοβόντουσαν όπως φαίνεται τά παλιόπαιδα είπε (ή ήταν ξελιγωμένα για τσιμπούκι είπα από μέσα μου εγώ) και έτσι γονατίσαν οι καημένες και άνοιξαν τό στόμα (διστάζει αν πρέπει να γελάσει) και τό έβαλαν μέσα, ξέρεις… και τό έκαναν (γελάει λίγο πιο ελεύθερα) και ύστερα έφυγαν και έμειναν αυτές στο πεζοδρόμιο γονατισμένες και ύστερα σηκώθηκαν, βοήθησαν η μια τήν άλλη να σηκωθεί, και κοιτάχτηκαν (ή δεν κοιτάχτηκαν, είπα μέσα μου εγώ) και σκύψαν τό κεφάλι και συνέχισαν καταλαβαίνεις να πάνε σπίτι (και τό έμαθε χτες από τό τηλέφωνο η τάδε, δηλαδή αναγκάστηκαν και τό είπαν επειδή ήταν τά λεφτά στη μέση και μετά σιγά–σιγά είπαν και τό άλλο) (πήγαν σπίτι τους μάλλον χωρίς να κοιτάζονται, είπα μέσα μου εγώ) (αν μού συνέβαινε εμένα θα ασχολιόμουνα με τό ότι αυτά τά βρωμόπαιδα τά λιμασμένα για τσιμπούκι θα ήταν άπλυτα και θα πρέπει να βρώμαγε η ψωλή τους, αλλά γι’ αυτές τίς δύο τό πρόβλημα πρέπει να ’ταν τελείως διαφορετικό σκεφτόμουνα, και αυτό ήταν που μού φαινότανε εφιαλτικό γιατί αυτό κατά πάσα πιθανότητα αποτέλεσε στο σχεδόν τέλειο τέλος τής στερημένης ζωής τους τήν πρώτη πραγματική γνωριμία με σωματικό και πραγματικό έρωτα (γιατί σκέφτηκα αυτές οι γυναίκες μέσα σ’ όλη τή φριχτή υστερία τους έχουν ζήσει τουλάχιστον μια ομορφιά, έχουν εξιδανικεύσει απόλυτα τήν ψυχή και τό σώμα τού ανύπαρκτου άλλου, εξιδανικεύουν ανενόχλητες και τά αισθήματα και τό μυαλό εκείνου που δεν φάνηκε ή φάνηκε και τόν απόρριψαν και έχουν ηρωοποιήσει τό μηδέν που δεν χάρηκαν (και ξαφνικά, λίγο πριν πεθάνουν, βρίσκονται μπροστά στην βρώμικη ψωλίτσα τού λιμασμένου για οποιοδήποτε γελοίο τσιμπούκι τού οποιουδήποτε πεινασμένου βρωμύλου και είναι αναγκασμένες να αναθεωρήσουν στο παραπέντε εκεί που δεν χωράει αναθεώρηση γιατί δεν χωράει ούτε επαναδιαπραγμάτευση ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία)))

   αυτή η εσωτερική ζωή που η όποια γελοία κερδισμένη ισορροπία της καταρρέει από μια βρώμικη λιμασμένη ελληνική περήφανη μικροψωλή μέ εκνεύρισε επειδή τήν είδα (στην πραγματικότητα τήν άκουσα) να καταρρέει με τέτοιο ταπεινωτικό τρόπο – στην ιστορία, τήν επίσημη ιστορία τών αντρών και τών αειθαλών πολέμων τους, τέτοιες ταπεινωτικές καταρρεύσεις ισοδυναμούν με ηρωισμούς και δάφνες και χρυσές σελίδες (ας θυμηθούμε τό μανιάκι) λοιπόν κατάληξα ότι μέ εκνεύρισε που αυτή η ταπεινωτική κατάρρευση δεν εξισώθηκε ποτέ με τίποτα, και δεν μπορούσε να εξισωθεί : τό ότι άντεξαν τήν ξυνίλα, τό ότι έφτυσαν ίσως φοβισμένες και στα κρυφά παραδίπλα, τό ότι σηκώθηκαν και τούς τρέχανε κάτι υγρά απ’ τό στόμα και τά σκούπισαν κρυφά η μια απ’ τήν άλλη (πώς άραγε ; με τό μανίκι ή βγάλαν κάνα μαντηλάκι ; ) τό ότι γύρισαν σπίτι με τά κεφάλια σκυμμένα και δεν ήταν τό ότι έμειναν άφραγκες και τό τί θα τρώγανε αύριο που τίς ένοιαζε τόσο, όσο τό ότι δεν είχαν λέξεις να μιλήσουν γι’ αυτή τήν ξυνίλα, κι ίσως τό ότι η μία απ’ τίς δύο μίλησε από τό τηλέφωνο τελικά (κι η άλλη ίσως τήν άκουγε καθισμένη απέναντι, με κείνη τήν καταρρακωτική περιέργεια τού τί λέξη θα χρησιμοποιήσει, μήπως ήξερε η άλλη λοιπόν τί λέξη υπάρχει γι’ αυτό ; ) και με τί αφάνταστη ταπείνωση και συντριβή παραδέχεσαι (από μέσα σου : η φαντασία μου δεν φτάνει να τίς βλέπει να τό λεν δυνατά) ότι έχει ενδιαφέρον αυτό τό πράγμα αν γινόταν μ’ αυτόν που αγάπησαν κάποτε και δεν θα μπορέσουν ποτέ να τό ζήσουν με τέτοιο όρο γιατί σε πέντε χρόνια θα πεθάνουν (τό ξέρουν, τό υπολογίζουν περίπου (και δεν υπάρχει περίπτωση να βρουν άντρα τώρα να τό κάνουν με όρους αγάπης ή καύλας γιατί δεν υπάρχουν άντρες στην ηλικία τους διαθέσιμοι αλλά ούτε μπορντέλα, έστω φτηνά μπορντέλα για γυναίκες να πάνε να δουν – και ο πόνος που έρχεται ξαφνικός και ξεπερνάει τήν ταπείνωση τής βίας και τού γονατίσματος είναι τό σφάξιμο στην καρδιά από τήν ανήλεη ήττα τής σιωπής τής ανυπαρξίας και τής αφωνίας τών πράξεων και τών λέξεών τους))

   και τό ότι αυτά δεν πρόκειται να υπάρξουν σε καμιά ιστορία ήταν τό κομμάτι τού εφιάλτη που μ’ απασχόλησε, τό ότι κανείς δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί με τό πώς (σηκώθηκαν κι έφυγαν, με τό πώς σχεδόν δεν μίλησαν για τή γεύση τού βρώμικου υγρού που για μια στιγμή τίς τρόμαξε καθώς τό πήραν σίγουρα για κάτουρο, για τό πώς) θα πάρουν μαζί τους στον τάφο τήν ξυνίλα τής τελειωτικής περιφρόνησης τού σύμπαντος για τό ματαιωμένο αλλά όχι ανύπαρκτο ακόμα στόμα και όνειρο και σώμα : όλοι μπορεί ν’ ασχοληθούν με τά λεφτά που τούς πήρανε, αλλά για τήν καταρρακωτική βρωμοψωλή τό πεινασμένο σκουλήκι που τρώει και τήν τελευταία ομορφιά τής διά βίου στέρησης κι ονείρωξης δεν θα γίνει ποτέ λόγος : αυτή η διά βίου στέρηση πρέπει να υπάρξει (ασφαλώς και πρέπει, ήταν υποχρεωτική για κάτι αιώνες) αλλά δεν πρέπει να τήν συμπονέσουμε ούτε να τήν αναλύσουμε ούτε να τήν δούμε ούτε να τήν ακούσουμε ούτε να τήν μυρίσουμε : σχεδόν δεν έχουμε λόγια γι’ αυτήν : θα προκαλέσει οίκτο, ακόμα και κοροϊδίες, αλλά δεν θα επισύρει ποτέ κατανόηση :

   εξαυτού άρχισε κυρίως να μέ ενοχλεί τό οποιοδήποτε δείγμα αδιαφορίας προς αυτά τώρα επιπλέον τά άηχα : άρχισα να τό παίρνω απόφαση ότι τά άηχα δεν αφορούν μόνο δηλαδή τά παιδιά που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς μεγάλες γυναίκες ούτε μόνο τίς μεγάλες γυναίκες που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες σαν μικρά κοριτσάκια (μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς άλλες μεγάλες γυναίκες που τούς κάνουν τή ζωή δύσκολη όπως τό ξέρω καλά) αλλά κι αυτές που περισσότερο απ’ όλες ποτέ μου δεν χώνευα, αυτές που κυρίως δεν χώνευα πια, δηλαδή τίς γριές : αλλά ούτε τά μικρά κοριτσάκια, ούτε οι μεγάλες γυναίκες, ούτε καν οι γριές υπήρχαν εδώ που τά λέμε και πριν καν ποτέ : και όταν ξύπνησαν οι σοφοί τών κομμάτων και γίναν ευαίσθητοι άρχισαν να υπάρχουν πάλι άντρες μόνο φτωχοί και άθλιοι και ξένοι αλλά άντρες μόνο, και τά πάθη τους μόνο, και που καλό και προοδευτικό είναι να τούς λυπηθείς για τά πάθη τους μόνο, αλλά εκείνες δεν φαινόντουσαν πάλι και δεν ακουγόντουσαν πάλι παρά μόνο αν ήταν να πνιγούν στις βάρκες για να τίς λυπηθούνε μετά ως νεκρές ή ετοιμοθάνατες ή ανύπαρκτες ή άφωνες, όπως κι εκείνες που κυκλοφορούσαν εξάλλου με τή μαντήλα είτε εδώ είτε στο βερολίνο ενώ οι άντρες τους που είχαν έρθει στον γενναίο και μοντέρνο μας κόσμο δοκίμαζαν ελεύθερα και κάνα τσιμπούκι απ’ αυτά που στην πατρίδα τους μπορεί και δύσκολα νά ’βρισκαν, και να βλέπω μετά μανίας εκείνες τίς άλλες τίς ντόπιες να κυκλοφορούνε με τή μαντήλα στα βόρεια ενώ κανένας δεν νοιάζεται και τά κόμματα όταν (καταδεχτούν να) μιλήσουν γι’ αυτές να τίς βάζουν ξανά τελευταίες στη σειρά και με (τί εφευρετικό) τόν όρο τόν τιμητικό ως πολύ μειονότητες, και να τίς αναγνωρίσουν πάλι όταν ξανά τούς συμφέρει σαν τό μισό τ’ ουρανού : γιατί έχουν υπάρξει και μαοϊκοί και αριστεροί κάθε είδους και άντρες περήφανοι κι έξυπνοι, κι έτοιμοι για τόν πάγκο τής εξουσίας τους ξανά και ξανά

 

2 ο πάγκος και τό παγκάκι

   τήν κυρία δημουλά ποτέ δεν τήν θαύμασα όσο άλλες έκαναν εσχάτως ως ποιήτρια και δεν τό λέω τώρα, ευτυχώς τό ’χω γράψει πιο πριν (προς τό τέλος αυτού τού ατέλειωτου κείμενου για όσες ενδιαφέρονται χωρίς να ’χουν χρόνο) – για τήν ακρίβεια πολύ παλιά είχα διαβάσει τό «λίγο τού κόσμου» τήν πρώτη της αν δεν κάνω λάθος ποιητική συλλογή που μού τήν είχε συστήσει ένας φίλος τότε που τή δημουλά κανείς δεν τήν ήξερε (όλοι ξέραν τόν άθω δημουλά, τόν άντρα της) και μού είπε μια μέρα : «έχουμε δυο άγνωστες πολύ καλές ποιήτριες πάντως, τήν ελένη βακαλό και τήν κική δημουλά» : η βακαλό κατά τή γνώμη μου είναι πολύ σπουδαιότερη ποιήτρια, αλλά και πιο δύσκολη, εξαυτού εξακολουθεί να είναι και άγνωστη στο πλατύ και τό φαρδύ κοινό

   αυτά γίναν παλιά, και από τή δημουλά μού είχε μείνει εμένα εκείνο τό συ – σι – σι – σι ως ήχος τής βροχής και άλλων πραγμάτων / στη συνέχεια τήν ξέχασα, δεν πολυδιάβαζα και ποίηση / και ύστερα άρχισαν να τήν ανακαλύπτουν πάρα πολλοί : πέθανε και ο άντρας της, και χωρίς να τό καταλάβω έγινε ένας χαμός : στο κείμενο τό δικό μου στην αρχή που ανέφερα (ας τό πω από εδώ για να μην ψάχνετε) έλεγα : «…εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν καταδεχότανε να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;…»

   συνεπώς οι καλές κουβέντες που λέγονταν μ’ αφήναν αδιάφορη, και οι κακές που λέγονταν απ’ τή στιγμή που πήγε μ’ ένα κόμμα και δεν πήγε μ’ ένα άλλο, μ’ αφήναν επίσης : και δεν θα είχα καμία διάθεση τώρα ν’ ασχοληθώ αν δεν αναγκαζόμουνα να διαπιστώσω και να προσέξω ότι σε όλα όσα γράφτηκαν κανείς δεν ενοχλήθηκε από τήν επίθεση προς τούς γέρους που περιγράφτηκε λίγο πιο πριν : για τήν ακρίβεια, τά λεγόμενα όπως είδα (εκεί που αρχίσαν φαντάζομαι και οι ερωτήσεις) ήταν :

 

αν έχετε κάτι άλλο ρωτήστε με
μην ξεχνάμε πως οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω τής φτώχειας τών χωρών εκείνων. Ήλθαν να ζήσουν εδώ πέρα. Οι ξένοι (οι Αλβανοί τουλάχιστον) επιστρέφουν βέβαια στις πατρίδες τους // Θα πρέπει να τό πούμε πάντως και αυτό, πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος, κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο.
Σας λέω ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο πράγμα : Πυθίας 42 ήταν τό πατρικό μου όπου ζει σε ένα διαμέρισμα η αδελφή μου. Δύο φορές τήν πήγαν στο νοσοκομείο, δύο φορές τήν παραμόρφωσε ένας έξω από τό σπίτι διότι δεν έβρισκε τά κλειδιά για να μπει μέσα…
Τήν πρώτη φορά και εκείνη και τόν άνδρα της επί δύο ώρες τούς έκλεισαν τό στόμα, τούς έκλεισαν στο μπάνιο και έκλεβαν τό σπίτι ανενόχλητοι.
περιορισμένα περιστατικά ναι αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι τής Κυψέλης είναι και ληστές
πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν τήν ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος
βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τούς αγαπάμε τούς ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι // Εγώ συνήθισα με τούς ξένους, να ξυπνώ και να τούς βλέπω. Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια τού σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τόν φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία //

 

   δεν μ’ ενδιαφέρει να υπερασπιστώ ούτε τήν κυρία δημουλά, ούτε όσους τήν κατηγόρησαν, ούτε όσους τήν υπερασπίστηκαν – μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω : κι αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι δεν είδα πουθενά, κανέναν, ούτε απ’ τούς μεν, ούτε απ’ τούς δε, να αναφέρει τό περιστατικό τής βίας εναντίον τών ηλικιωμένων ανθρώπων, μολονότι αυτό ειπώθηκε και πρώτο : εστίασε μονομερώς μία (άλλη) γυναίκα στο παγκάκι, και ακολούθησαν όλοι σαν υπνωτισμένοι πάνω σ’ αυτό

   (να προσθέσω σχετικά με τήν ύπνωση επειδή είδα και φωτογραφίες : δίπλα στην κυρία δημουλά λοιπόν καθόταν ο κύριος κουμανταρέας ο οποίος από τηλεοράσεως (και ευθέως και θρασέως και ήρεμα και ψύχραιμα και προετοιμασμένα) προ καιρού είχε εκφράσει τήν άποψη ότι στις γυναίκες μπορεί και να τίς αρέσει να τίς ασκούνε βία : και δεν είδα να γίνεται ούτε τό ένα χιλιοστό τού χαμού και τού ντόρου και τής σάρας και τής μάρας που έγινε τώρα που μία γυναίκα υπονόησε ότι στις γυναίκες μπορεί και να μην τούς αρέσει να τούς ασκούνε βία)

   δεν ξέρουμε να διαβάζουμε, δεν ξέρουμε ν’ ακούμε, και γενικά δεν είναι φαίνεται ο καιρός μας ακόμα – ο πάγκος τής εξουσίας δεν ήταν άλλωστε ποτέ μόνο ο πάγκος τής κυβέρνησης, ήταν κι αυτός ο σκληρός και σκουληκιασμένος τών κομμάτων και τών αντρών και τής αγίας και ομοουσίου αγίας τριάδος και οικογένειας : με τίς υγείες μας, όσο αντέχουμε να τούς ανεχόμαστε

   στη δεκαετία τού ’70 (προς τό τέλος της) και τού ’80 (προς τήν αρχή της) υπήρξε σ’ αυτή τήν έρημη χώρα κι ένα φεμινιστικό κίνημα με φαντασία και, όσο μπορούσα να δω τότε, αυτόνομο (θυμάμαι μια σκούπα και μια λάβρυ – κοιτάξτε για άλλα κι εδώ) : και τώρα βλέπω τίς περισσότερες να κοιμόμαστε λάβρες και να σκουπίζουμε τά δάκρυά μας μόνο για άντρες που δέρνουν κατ’ έθιμο και λιθοβολούν τίς γυναίκες τους, με μαντηλάκι

 

3 τό παγκάκι και η πίπα

   τό περί «αυτονομίας τής τέχνης» είναι ένα αρκετά εκνευριστικό ζήτημα για όποιον δεν βρέθηκε ποτέ στην ανάγκη να ρισκάρει να πει μόνος του τίς αρλούμπες του («μόνος του» εννοώ μόνος του : χωρίς βοήθεια από γραφτά άλλων και επικαιρικές τού κόμματος ή άλλου πάγκου ντιρεκτίβες) : δεν πρόκειται να αναλυθεί εδώ (άλλοι έχουν προσπαθήσει) – εγώ είμαι σε θέση (απ’ τόν δικό μου αυτόν πάγκο) να πω τά εξής :

   τήν ώρα που κάθεσαι να γράψεις (ή να ζωγραφίσεις) απελευθερώνεις τμήματα τού εαυτού σου τά οποία κανονικά δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην έξω ζωή : (έτσι ο πικάσο όταν υπήρχε γύρω του ρολόϊ ένιωθε ότι υπάρχει κόσμος στο δωμάτιο) : οι δυνατότητες αυτές όταν ξαναβγαίνεις στον κόσμο κατά κανόνα παύουνε να λειτουργούν και αποσύρονται στα ενδότερα : έτσι ο πάουντ μπορεί στον έξω κόσμο, δηλαδή στο ραδιόφωνο, να λέει αρλούμπες (φασιστοειδείς), ο έλιοτ να γίνεται βασιλόφρων και θρήσκος, ο παπαδιαμάντης ψάλτης στου αγίου ελισσαίου, η έμιλυ μπροντέ ένα κορίτσι στο χωριό που κάνει βόλτες, και η έμιλυ ντίκινσον ένα κορίτσι στην πόλη που ψήνει ωραίο ψωμί. Χρειάζεσαι τό δωμάτιό σου και τήν ησυχία σου για να βγάλεις στην επιφάνεια αυτό τό άλλο κομμάτι που κανονικά στον έξω κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει :

I am nobody – who are you ?
Are you nobody too ?

   nobody δεν μπορείς να είσαι έξω – προσπαθείς να είσαι κάποιος, κακήν κακώς. Η διαλεκτική τής αυτονομίας τού απαγορευμένου εσωτερικού σου δυναμικού είναι πολύ πιο πολύπλοκη βέβαια. Χοντρικά όμως, μαύρο–άσπρο όπως συνηθίζουμε να διαβάζουμε τά πράγματα σήμερα, αυτός που είσαι όταν γράφεις είναι ένας άλλος. Αυτό εννοούσε και ο πιτσιρίκος ρεμπώ με τό j’ est une autre – άλλο αν μετά τόν φρόϋντ μπορούμε να τού δώσουμε επιπλέον αποχρώσεις, και να τό καταλάβουμε και καλύτερα

   η κυρία δημουλά μια ζωή, απ’ ό,τι ξέρω, δούλευε στην τράπεζα και στο σπίτι της έπλενε πιάτα, και μπορεί και να μαντάριζε και τίς κάλτσες τού άντρα της – γι’ αυτό και εκτίμησε τόν καλό ξένο ράφτη – άλλο αν κάποιες ώρες κλεινόταν στο δωμάτιό της και έγραφε. Σίγουρα ένα τμήμα τής ίδιας γυναίκας είναι αυτό που τάχτηκε με ένα κόμμα τής δεξιάς, θέλησε να γίνει ακαδημαϊκιά, κι ίσως ελπίζει ότι μπορεί να πάρει και νόμπελ. Τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά όμως δεν υπήρχε, τουλάχιστον όταν έγραφε τά καλύτερά της ποιήματα. Όταν βγαίνει στον δρόμο να μιλήσει για τό παλιό της σπίτι και τή γειτονιά της είναι μια άλλη εν πολλοίς. Η κυρία δαμιανίδη και οι άλλοι (άλλες) που απομόνωσαν ένα κομμάτι απ’ όσα είπε, αγνοώντας ένα άλλο σπουδαιότερο, ποιον εαυτόν έχουν, όταν κλείνονται στο δωμάτιό τους να γράψουν τί ;

   δικαιούμαι να πιστέψω ότι είναι ο εαυτός που αγνοεί τή βία και τήν επίθεση και απομονώνει τόν πάγκο (τί πίπα – )

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: