σημειωματαριο κηπων

11 Ιουλίου 2011

καβάφης, 4 (+ ρεμπώ + σολωμός): τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί (: σημειώσεις και καταστροφές)

  τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ και εδώ

 

 
.
.

Δυνάμωσις 

.

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει,
αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη
και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

(από τά κρυμμένα ποιήματα 1877; – 1923) (καλύπτουν δηλαδή μια περίοδο τού καβάφη από τά 14 ώς τά 60 του χρόνια)

.

 

   σ’ αυτό δίπλα τό ποίημα βρέθηκε η σημείωση :

.

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

.

   ο καβάφης έβαλε μια τέτοια επισήμανση δίπλα (τήν κόλλησε με συνδετήρα από πάνω δηλαδή) σε 11 συνολικά ποιήματα

   γραμμένη κάποτε και στ’ αγγλικά, ως :

.

not for publication but may remain here

.

   είναι βέβαια μεγάλη συζήτηση τό γιατί δεν τά θεώρησε κατάλληλα για έκδοση : τά ποιήματα αυτά δεν ανήκουν στα «πρωτόλειά» του, και μερικά είναι εξαιρετικά – αλλά φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τά εντάξει στον γενικό του σχεδιασμό (εδώ έχει γίνει μια πολύ πρωτότυπη δουλειά από έναν έλληνα καβαφιστή – για τήν οποία θα γράψω άλλη φορά – αν μέ αφήσει – γιατί τό έργο είναι ανέκδοτο) 

   όμως κάτι άλλο εμένα μ’ ενδιαφέρει τώρα εδώ : δυο πράγματα μάλλον (ως πρόχειρες παρατηρήσεις) :

   (1) : τό ένα είναι η σχέση τού περιεχομένου τού ποιήματος με τήν αναρχία και τήν ιδέα τής καταστροφής :

   ο ρεμπώ έχει ήδη γράψει για τήν έλλειψη κάθε είδους σεβασμού ή αποδοχής προς τούς  «προκατόχους» – πάλι σε συνδυασμό με τή λέξη σπίτι (στο γράμμα προς τόν δάσκαλό του demeny) :

.

εξάλλου οι νεοεισερχόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να καταριώνται τούς προκατόχους : είναι κανείς στο σπίτι του και έχει καιρό

 rimbaud 1871 (17 χρονών)

.

  

.

   δεν είμαι προσωπικά οπαδός τής παλιάς «κλασικής» άποψης ότι η αναρχία είναι πάνω απ’ όλα καταστροφή : για μένα τό πρωτεύον στοιχείο τής αναρχικής συνείδησης είναι ο έρωτας (έρωτας και για τόν έρωτα και για τήν ελεύθερη ελευθερία (κατά τή διατύπωση επίσης τού ρεμπώ)). Όμως νομίζω ότι υπάρχει μια όψη τής καταστροφής (κάθε καθιερωμένου και ιερού) που διατρέχει τόν ίδιο τόν πολιτισμό, όχι μόνο σε κάθε φάση τών μεγάλων ταραχών και αλλαγών στον πλανήτη μας (αυτό είναι λίγο–πολύ γνωστό), αλλά και σε κάθε βήμα τής (μεγάλης) τέχνης : όταν ο ρεμπώ λοιπόν διεκδικεί τό δικαίωμα να καταριέται όλους τούς προκατόχους του (είναι 17 χρονών, και προηγείται ασφαλώς) δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τόν καβάφη με τό (σίγουρα ειρωνικότερο, καθότι μετριοπαθέστερο) τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμιστεί : αν έχει καμιά σημασία να ασχοληθούμε τελικά με τίς ηλικίες : ο ρεμπώ είναι πολύ νεότερος από τόν καβάφη γενικά όταν γράφει (ο καβάφης γεννήθηκε τό 1863 και ο ρεμπώ τό 1854, έχουν δηλαδή 9 χρόνια διαφορά – και υπάρχει και η επιπλέον διαφορά που οφείλεται στο ότι ο ρεμπώ έγραψε και τέλειωσε τό έργο του ώς τά 19, και ο καβάφης άρχισε τό καθεαυτό του έργο μετά τά 30) 

   όμως η ιδέα και τών δύο ότι ουσιαστικά γκρεμίζουν τά πάντα για να φτιάξουν τό έργο τους, κατά τή γνώμη μου δεν αφορά μόνο τήν τέχνη – η ιδέα ότι τό σύμπαν ολόκληρο ως παρελθόν αξίζει μια απόρριψη ή μια κατάρα ή πρέπει να γκρεμιστεί, απεικονίζει θαυμάσια τήν ίδια τή στιγμή όπου ο «πολιτισμός» μας ενοποιείται, και η αναστολή τής βαρβαρότητας κρέμεται εξίσου από τίς χειρόγραφες (ή τυπωμένες) σελίδες κάποιων μελών αυτής τής κοινωνίας – τά οποία ο πολιτισμός αυτός (αφού τούς κάνει πρώτα τή ζωή πατίνι) θα περιλάβει αργότερα χωρίς ενοχές και στα «ιερά» και «καθιερωμένα» του – : ίσως γιατί αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό μας έχει τίς ίδιες αντοχές, τίς ίδιες αντιφάσεις, και τήν ίδια σατανική ευελιξία να ξεπερνά τίς αντιφάσεις του, με ό,τι στην φιλοσοφία θα ονομαζόταν κάποια στιγμή κεφαλαιοκρατία : σίγουρα κάποια απ’ αυτά τά κεφάλαια μπορούν να λειτουργούν (ακόμα και καταχωνιασμένα στις αποθήκες) ακόμα πάντως ως πυριτιδαποθήκες…

.

.

   (2) marginalia : τό δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ένα παράλληλο γεγονός που πολύ μ’ αρέσει να τό σκέφτομαι – παράλληλο δηλαδή σχετικά με τίς σημειώσεις στο περιθώριο και με τίς επίσης ασεβείς συνήθειες ενός άλλου έλληνα ποιητή :

   γιατί και ο σολωμός όπως ξέρουμε συνήθιζε να γράφει στο περιθώριο τών δοκιμών του (τά περισσότερα από τά ποιήματα (και τά πεζά του) που έχουμε αποτελούν ως γνωστόν «ημιτελείς» δοκιμές) διάφορα, άκρως διασκεδαστικά κιόλας μερικές φορές (αν θελήσουμε να αγνοήσουμε τήν καλλιτεχνική απόγνωση που ασφαλώς τά συνόδευε) όπως, ας πούμε :

.

σκατά

.

   : αν προσέξετε τήν φωτογραφική αναπαραγωγή τού χειρόγραφου που βρίσκεται παρακάτω (είναι από τή Γινέκα τής Ζάκιθος, ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» όπως συνηθίσαμε να τό μεταγράφουμε – έτσι όπως μεταγράφουμε κατά (κακόν) κανόνα και όλο τό σολωμικό έργο – πράγμα τό οποίο δείχνει και ασέβεια και περιφρόνηση (προς τόν καλλιτέχνη) από τή μια, και απ’ τήν άλλη βαθειά επίσης γλωσσική ανασφάλεια… – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο κρίσιμο και εξόχως σημαντικό για ολόκληρη τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική ενδοχώρα) : επάνω αριστερά λοιπόν, δίπλα στο κείμενο ξεχωρίζει νομίζω ευκρινώς η λέξη σκατά : (λέξη που ο σολωμός τήν χρησιμοποίησε κάμποσες φορές για να περιγράψει κομμάτια τής δουλειάς του (μαζί με άλλες σημειώσεις (πολλές φορές και στα ιταλικά) που βρίσκουμε στα αυτόγραφα έργα του))

.

.

 

   δυστυχώς δεν μπορώ αυτόν τόν καιρό να σκανάρω η ίδια από αυτόν τόν τόμο – που τόν απόκτησα πάμφθηνα πριν κάμποσα χρόνια βγάζοντάς τον απ’ τή σκόνη τής αποθήκης κάποιου βιβλιοπωλείου στη σόλωνος : (ήταν τόσο ανέλπιστα μεγάλη και η τύχη και η χαρά μου, που πήρα τότε τούς δυο τεράστιους δερματόδετους τόμους* όχι μια αλλά τρεις φορές : για δώρο και στον εαυτό μου, και σ’ έναν φίλο ποιητή, και στον πατέρα μου – εξαιτίας τού οποίου άλλωστε μεγάλωσα με τήν εικόνα τού σολωμού μες στα μούτρα : έχω ακόμα πάντα μπροστά μου έτσι αυτόν τόν βλοσυρό κύριο φίλο τού μπαμπά που έβλεπα από μικρή (ντυμένον στα μαύρα και με τό μικρό χεράκι του κάτασπρο πάνω στο στήθος) – όπως θυμάμαι εξάλλου και τούς στίχους από τόν «κρητικό» με τούς οποίους μέ κανάκευε (και έχω βάλει γι’ αυτό και μια μικρή αυτοβιογραφική παρεμβολή (καταλλήλως μεταλλαγμένη για τίς ανάγκες τού μυθιστορήματος) στην «έκθεση βαθυτυπίας» : τέλος οι αναμνήσεις) :  κι ήμουνα λοιπόν σίγουρα κωμωδία όπως περπάταγα μ’ αυτό τό βάρος). Έτσι σήμερα παίρνω για εδώ ό,τι βρίσκω από τό χάος τού web (και ευτυχώς βρίσκονται πάντως αρκετά πράγματα) 

   ας πω επιπλέον ότι αυτή η φοβερή δουλειά για τήν έκδοση τών αυτόγραφων τού σολωμού (όπως είπα είναι 2 τόμοι, ο πρώτος με φωτοτυπημένο όλο τό αρχείο και ο δεύτερος με τήν τυπογραφική του μεταγραφή) έγινε στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964 από τόν (χαλκέντερο πρέπει να υποθέσουμε) καθηγητή λίνο πολίτη

   σήμερα εκείνη η (πολύ μεγάλου σχήματος, και πανέμορφη) έκδοση δεν υπάρχει πια : βλέπω ότι έχει γίνει ανατύπωσή της από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας, αλλά απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει «σπάσει» σε πολλούς, μικρότερους, τόμους.

* λίνου πολίτη «διονυσίου σολωμού αυτόγραφα έργα, τόμ. α’ : φωτοτυπίες, τόμ. β’ : τυπογραφική μεταγραφή» / επιμέλεια – σημειώσεις : λίνος πολίτης / αριστοτέλειο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 1964 /

.

.

.

μια ιδέα για τά αυτόγραφα τού σολωμού, όπως υπάρχουν εκδομένα σήμερα, εδώ και εδώ

ένας γοητευτικός πάντως κατάλογος χειρογράφων τού σολωμού on line βρίσκεται εδώ

τά χαρακτικά τού david hockney (Illustrations for Fourteen Poems from C P Cavafy / 1966–1967) εδώ

η επίσημη σελίδα τού hockney

και τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού

.

.

.

.

.

     

5 Ιουλίου 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

22 Απριλίου 2011

καζιμίρ μαλέβιτς, εγκώμιο στην τεμπελιά

 

.. 

    

 

   τό βιβλίο για τό οποίο γράφω σήμερα (μολονότι εγώ τώρα μόλις τό διάβασα) έχει εκδοθεί εδώ και καιρό

   και έχει γραφτεί ακόμα πιο παλιά : είναι κείμενο τού 1921, ο καζιμίρ μαλέβιτς πρέπει δηλαδή να τό έγραψε τήν εποχή που δίδασκε στη σχολή καλών τεχνών τού vitebsk, αυτήν που οργάνωσε ο ίδιος τό 1918 μαζί με τόν marc chagall (η σχολή έζησε πολύ λίγα χρόνια)

   μετά τόν θάνατο τού λένιν ο οποίος είχε τήν ευφυία (ή τήν πολιτικότητα) κάποια πράγματα να τά ανέχεται ακόμα κι αν δεν τά καταλάβαινε (απολύτως ή καθόλου) και με τήν άνοδο τού στάλιν τό φαινόμενο τής ρωσικής πρωτοπορίας έκανε μια πλήρη, και τραγική θα έλεγα, στροφή περί τόν εαυτό του περνώντας πλέον κανονικά στην παρανομία : δεν είχε καμία σχέση με τόν σοσιαλιστικό ρεαλισμό που θα επιβαλλότανε στο μέλλον ολοσχερώς, και διά φυλακής και διά  ροπάλου… : τά  περισσότερα μέλη τού εκπληκτικού αυτού κινήματος που είχε γεννηθεί σ’ εκείνα τά φοβερά γόνιμα και επαναστατικά χρόνια πριν τήν επανάσταση, (και δεν συμπεριλάμβανε μόνο ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μουσικούς και ποιητές – προς τιμήν τού μαγιακόφσκυ θα υπάρξει μόνο ένα βιντεάκι παρακάτω) άρχισαν να κρύβονται λοιπόν, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να βασανίζονται – έχουμε και έναν θάνατο πάνω στα βασανιστήρια [παρένθεση : δεν έχω σκοπό να γράψω σήμερα γενικά για τή ρώσικη πρωτοπορία, κι ας είναι ένα θέμα που αγαπάω πάρα πολύ (είπαμε : για τόν μαγιακόφσκυ μόνο θα κάνω μια εξαίρεση (συγχωρούμαι) και θα βάλω και μερικούς πίνακες άλλων, εν είδει πινακοθήκης) : παρ’ όλ’ αυτά και επειδή δεν θέλω ν’ αφήνω τά πράγματα να αιωρούνται μισοειπωμένα προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ζωγράφος ακριβώς ήταν αυτός που πέθανε πάνω στα βασανιστήρια (ή «στην ανάκριση» όπως είναι η πολιτικώς ορθή (και αντικειμενική δήθεν) έκφραση…) – έτσι όπως είχα ακούσει τήν ιστορία από τήν άννα καφέτση κατά τήν ξενάγησή της στην έκθεση εκείνη (τό ’96 στην εθνική «μας» πινακοθήκη (που με κάτι τέτοιες, ελάχιστες, εκθέσεις γινόταν κάποτε πραγματικά «μας»)) αλλά δεν τά κατάφερα : ψάχνοντας λοιπόν στη βίκι μήπως βγάλω άκρη από τά βιογραφικά τών μελών τού κινήματος ψάρεψα δύο «σχετικούς» θανάτους : τόν aleksandr drevin τόν συνέλαβε η μυστική αστυνομία τού στάλιν στις 17 ιανουαρίου τού 1938 και τόν εκτέλεσε στις 26 φεβρουαρίου / ο gustav klutsis συνελήφθη (επίσης!) στις 17 ιανουαρίου 1938 και πέθανε έξη βδομάδες μετά (ας προσθέσω ότι ο κλούτσις είναι ο περίφημος εφευρέτης τού φωτομοντάζ – οι αφίσες του επηρέασαν μετά και άλλους τού κινήματος και είναι ώς σήμερα πολύ γνωστές – έχει κάνει προπαγανδιστικά φωτομοντάζ με τόν λένιν και τόν στάλιν και ήταν ιδιαίτερα πιστός στο κόμμα τού οποίου ήταν και μέλος…) : τώρα ξέρουμε ότι πέθανε πάνω στα βασανιστήρια – ή εκτελέστηκε – διαλέγουμε όποια λέξη μάς αρέσει – στις φυλακές τού butovo κοντά στη μόσχα, λίγο μετά τή σύλληψή του – πάντως η γυναίκα του, η ζωγράφος και μαθήτριά του valentina kulagina αγωνιούσε για μήνες και χρόνια για τήν τύχη του, και τελικά πέθανε τό 1987 πιστεύοντας τήν επίσημη εκδοχή ότι ο κλούτσις «έπαθε καρδιακή προσβολή» στη φυλακή τό 1944]

 

       

 

   σημ.: για όποιον θέλει περισσότερες πληροφορίες για τήν (ζωγραφική) ρωσική πρωτοπορία συστήνω ανεπιφύλακτα (εδώ σε pdf) τή συνέντευξη τής άννας καφέτση (που οργάνωσε και τήν πρώτη έκθεση που έγινε στην αθήνα, από τόν δεκέμβριο τού 1995 ώς τόν απρίλιο τού 1996)

 

        

.

   αποσπάσματα από τό κείμενο λοιπόν «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου» τού καζιμίρ μαλέβιτς :

   …η δουλειά πρέπει να θεωρείται καταραμένη, όπως διδάσκουν οι θρύλοι για τόν Παράδεισο, ενώ η τεμπελιά πρέπει ν’ αποτελεί τόν ουσιώδη στόχο τού ανθρώπου. Μα συμβαίνει τό εκ διαμέτρου αντίθετο. Αυτήν ακριβώς τήν αντιστροφή θέσεων θα ήθελα να εξηγήσω…

   …θαρρώ πως ο άνθρωπος έχει κάνει κάτι παράξενο με τίς αλήθειες· τίς έχει αντιμετωπίσει όπως ο μάγειρας, που έχει στη διάθεσή του πολλά δοχεία με διαφορετικά τρόφιμα μέσα. Βέβαια, τό κάθε δοχείο είχε αρχικά τό καπάκι του με μία ταμπέλα, αλλά ο μάγειρας, από αφηρημάδα, έκλεισε τά κουτιά μπερδεύοντας τά καπάκια και τώρα είναι αδύνατον να μαντέψει τί έχει μέσα τό κάθε δοχείο. Τό ίδιο ακριβώς έχει γίνει και με τίς αλήθειες : πολλά ρητά, πολλές αλήθειες έχουν ένα καπάκι με μια ταμπέλα και όλοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν θαυμάσια τί υπάρχει κάτω από τό καπάκι. Τό ένα καπάκι γράφει επάνω : «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Σκεπάσανε μ’ αυτό στα κουτουρού μια κατσαρόλα και πιστεύουν, μέχρι σήμερα, ότι μέσα έχει ατιμία και κακία…

   …στο φιλόπονο κοινοκτημονικό σύστημα, όλοι στέκουν αντιμέτωποι με τόν θάνατο, όλοι έχουν μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό : να βρουν μια σανίδα σωτηρίας στην εργασία, στην παραγωγική εργασία, αλλιώς η τιμωρία τους θα είναι να πεθάνουν τής πείνας. Ένα τέτοιο σοσιαλιστικό εργασιακό σύστημα αποσκοπεί, ασύνειδα βέβαια, να ζέψει στη δουλειά ολόκληρη τήν ανθρωπότητα προκειμένου ν’ αυξήσει τήν παραγωγή, να εγγυηθεί τήν ασφάλεια, να ενδυναμώσει τήν ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσει τό «Είναι» της με τήν παραγωγική της ικανότητα. Ασφαλώς, τό σύστημα αυτό, που δεν νοιάζεται για τό άτομο αλλά για ολόκληρη τήν ανθρωπότητα, είναι αναμφισβήτητα δίκαιο. Τό ίδιο, όμως, είναι και τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Προσφέρει τό ίδιο δικαίωμα στην δουλειά, τήν ίδιαν ελευθερία τής δουλειάς, τής συσσώρευσης χρήματος στις τράπεζες ως εγγύηση τής «τεμπελιάς» στο μέλλον και, κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι ίσα ίσα τό χρήμα είναι τό μαγικό σύμβολο, επειδή θα φέρει τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς, που στην πραγματικότητα  όλοι τήν ονειρεύονται.
   Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης τού χρήματος. Τό χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα θα έχεις, τόσο περισσότερο θα χαρείς τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς…

   …τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει διαμορφώσει, με όλα τά καλά ή κακά μέσα, μια κοινωνική τάξη κεφαλαιοκρατών που έχει εξασφαλίσει τήν ευδαιμονία της μέσα στην τεμπελιά. Αλλά καθώς αυτό που εξασφαλίζει τήν τεμπελιά είναι η εργασία, τό κεφαλαιοκρατικό σχέδιο οργάνωσης τής εργασίας έχει κατασκευάσει τό σύστημά του με τόν ακόλουθο τρόπο, που δεν επιτρέπει σ’ όλους τούς ανθρώπους να έχουν ισοτιμία στην χρήση τής τεμπελιάς : απολαμβάνουν τήν τεμπελιά μόνον όσοι έχουν εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο. Έτσι, μια κοινωνική τάξη, η τάξη τών κεφαλαιοκρατών, απελευθερώνεται από τήν εργασία από τήν οποία οφείλει ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα…

   …κατασκευάζει κάποιος μια μηχανή. Ο κεφαλαιοκράτης τήν χρησιμοποιεί προς όφελός του· οι κεφαλαιοκράτες κατόρθωσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τούς εργάτες και ν’ αυξήσουν τό κεφάλαιό τους στερώντας από τούς εργάτες τόν χαμηλότερο μισθό, τό χρήμα που θα λάμβαναν σαν τίτλο τεμπελιάς. Πολλοί τέτοιοι τίτλοι έμειναν στα χέρια τού επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθηκε ν’ αρκεστεί στις μέρες τών γιορτών για να κατορθώσει να ξεκουραστεί σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες χαίρονταν απεριόριστα τήν τεμπελιά…

   …η σοσιαλιστική ανθρωπότητα θα φορτώσει τούς κάλους και τόν ιδρώτα της στα μπράτσα τών μηχανών και θα εξασφαλίσει στις μηχανές εργασία απεριόριστη, εργασία που δεν θα τούς αφήνει στιγμή ανάπαυσης. Στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά».
   Ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά. Από τήν άλλη μεριά, η τεμπελιά αποτελεί τό κυριότερο κίνητρο για τήν δουλειά, γιατί μόνο με τήν δουλειά μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει τήν τεμπελιά, αφού είναι προφανές ότι ο άνθρωπος, με τήν δουλειά, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο υπό τήν επήρεια μιας κατάρας, ενώ προηγουμένως ζούσε μονίμως σε κατάσταση τεμπελιάς. Ίσως να υπήρξε πράγματι κάποτε μια τέτοια κατάσταση στην ανθρώπινη κοινότητα και ίσως ο θρύλος τού Παραδείσου και τής δημιουργίας  τού ανθρώπου και τής εκδίωξής του απ’ τόν Παράδεισο να είναι μια θολή ανάμνηση μιας κατάστασης τού παρελθόντος, εκτός αν πρόκειται για τήν εικόνα μιας μέλλουσας πραγματικότητας, στην οποία θα φτάσει ο άνθρωπος μέσα από τήν κατάρα τής εργασίας…

   …σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι πια μοναχός του : τόν συντροφεύει η μηχανή· αύριο, θα μείνει μόνον η μηχανή, ή κάτι άλλο, που θα επέχει θέση μηχανής. Τότε, θα υπάρχει πια μόνο μια και μοναδική ανθρωπότητα, καθισμένη στον θρόνο τής προεγκαθιδρυμένης της σοφίας, χωρίς αρχηγούς, χωρίς ηγεμόνες και χωρίς δημιουργούς τελειότητας· όλ’ αυτά θα είναι μέσα της· κι έτσι, θα χειραφετηθεί από τήν εργασία, θα φτάσει στην ειρήνη, στην αιώνια ανάπαυση τής τεμπελιάς και θα μπει μες στην εικόνα τής Θεότητας. Έτσι δικαιολογείται ο θρύλος τού Θεού ως τελειότητα τής «Τεμπελιάς»…

   …τό παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι δεν σπεύδουν με μεγάλες δρασκελιές προς αυτήν τήν υπέρτατη (supreme) ανθρώπινη σκέψη, αλλά εμμένουν στην κατάρα και στην ζέση τους ν’ απομακρύνονται απ’ τήν τεμπελιά, να εμποδίζουν όλες της τίς εκδηλώσεις, να τίς εμποδίζουν, αν χρειαστεί, ακόμα και με τήν πείνα και τόν θάνατο. Τέτοιο είναι τό σύστημα τής πάλης εναντίον τής τεμπελιάς και συγχρόνως τό σύστημα αυτό χρησιμοποιεί όλα τά μέσα, που οδηγούν στην τεμπελιά. Βέβαια, η προσπέλαση σε οποιαδήποτε ευδαιμονία οφείλει να περιβάλλεται από πολυάριθμες απαγορεύσεις, που χωρίς αυτές η ευδαιμονία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θάνατο, τό ίδιο πράγμα δε, συμβαίνει και με τήν τεμπελιά : είναι όνειρο και είναι θάνατος…

   …κάθε αλήθεια φέρει μέσα της τήν εργασία ως μέσον για να κατακτήσουμε τήν τεμπελιά· αυτό δεν τό καταλαβαίνουν καθαρά ούτε ο λαός ούτε τό κράτος, γι’ αυτό και κάθε εδραιωμένη αλήθεια επιδιώκει πάντοτε να καταστρέψει τήν καινούριαν αλήθεια. Αυτή, όμως, δύσκολα ξεριζώνεται, γιατί είναι δύσκολο να τσακώσουμε μια σταγόνα νερό μέσα σ’ ολόκληρη τήν θάλασσα. Αν η θάλασσα ολόκληρη ήταν αυτή η καινούρια ιδέα, ή αν ο λαός ανακάλυπτε τήν αλήθεια μεμιάς, θα ήταν απλό ν’ αποκαλύψει τήν ιδέα αυτήν και να τήν καταστρέψει. Αλλά αφού μια ιδέα είναι πάντοτε μια σταγόνα νερό, είναι δύσκολο, είναι αδύνατον να τήν τσακώσουμε. Όλη η ιστορία είναι μάρτυρας τού παράξενου αυτού φαινομένου, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, οι κυβερνήσεις δεν τό επισημαίνουν ποτέ…

η μετάφραση είναι τού βασίλη τομανά, από τό βιβλίο «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου / σουπρεματισμός (με είκοσι έργα τού ζωγράφου)» © εκδόσεις νησίδες, 1997

   

 

   αν κάποιος ρώσος ενθουσιαζόταν ικανοποιημένα κι αυτάρεσκα με τό κείμενο τού μαλέβιτς, αυτός πιστεύω ότι θα ήταν σίγουρα ο ντοστογιέφσκυ
   ξέρω ότι θα ’βρισκε σ’ αυτό τό σχεδόν παραληρηματικό, αλλά και λογικότατο ταυτόχρονα, κείμενο τήν προσωπικότητα κάποιων δικών του επαναστατών, καταραμένων, δαιμονισμένων : όλη τή φιλοδοξία για φιλοσοφία και πάλι φιλοσοφία, τραβηγμένη ώς τά άκρα μιας αρχικής ιδέας
   όμως πιστεύω ότι ο μαλέβιτς (που, όπως έμαθα από τό βιβλίο, τή λέξη σουπρεματισμός τήν έφτιαξε από τή μητρική του γλώσσα τά πολωνικά (τό supreme επομένως, που δεν υπάρχει στα ρώσικα, έχει μια ευθαρσώς μεταφυσική χροιά ως αναφερόμενο σε κάτι, αορίστως αλλά και τόσο οριστικά, «υπέρτατο»)
) όταν γράφει τό δοκίμιό του, ιδέα δεν έχει πόσο ένα τέτοιο μπλέξιμο ρεαλισμού και μεταφυσικής στο οποίο με τόσο κέφι και καλλιτεχνική άνεση χοροπηδάει, θα τούς κόστιζε (όλων) πολύ ακριβά (ύστερα από τήν επέλαση τής άτεγκτης θεολογίας τού επερχόμενου πατερούλη) συνεπώς, σαφώς και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει
   λίγο αργότερα, στον βωμό τής σοσιαλιστικής εργασίας, που γι’ αυτόν δεν έχει άλλον σκοπό από τήν μεταγενέστερη (γενική) αργία, η «δουλειά» τού καλλιτέχνη θα ξανάμπαινε τελειωτικά στις κατακόμβες απ’ τίς οποίες μόλις είχε βγει στα χρόνια τής προεπαναστατικής κοσμογονίας
   από τήν άλλη, ο μαλέβιτς υποστηρίζει ειλικρινά τόν σοσιαλισμό τήν ώρα που ταυτόχρονα εξυμνεί τό «υπέρτατο» και τήν ιδέα ενός περίεργου θεού που ενυπάρχει στον ίδιον και στη τέχνη του
   δεν είναι λοιπόν η εργασία ένα μέσον μόνο για τήν τεμπελιά (καταπληκτική και η σύλληψη και η επεξεργασία αυτής τής ιδέας) αλλά και η τεμπελιά είναι εντέλει ένα μέσον : απόφαση και απόφανση ενός καλλιτέχνη καταδικασμένου να δουλεύει σκληρά, μόνο, και πάνω απ’ όλα, σαν καλλιτέχνης – στους πιο επικίνδυνους καιρούς για μια τέτοια «δουλειά» όπως αποδείχτηκε

 

  

.

   σημείωση α : σίγουρα μπορεί να προκαλέσει διασκεδαστικές συγκρίσεις, σκέψεις, και φιλοσοφίες επί φιλοσοφιών, η αντιπαραβολή τών δύο κειμένων για τήν τεμπελιά : αυτού εδώ και τού άλλου, τού γνωστότερου (και που ο μαλέβιτς μπορεί λογικότατα να τό είχε υπόψη του) που έγραψε στη φυλακή σχεδόν πενήντα χρόνια πιο πριν, τό 1883, ο γαμπρός τού μαρξ, ο πωλ λαφάργκ (και τό οποίο στα ελληνικά έχει εκδοθεί επίσης και από τίς «νησίδες») : και για να μην πάω πολύ μακριά σκέφτομαι μόνο βιαστικά αυτή τή στιγμή τούς τίτλους – ο τίτλος ενός (καλού) βιβλίου για μένα είναι η (μόνη) δυνατή του περίληψη – ο γάλλος λοιπόν τοποθετείται απ’ τήν αρχή (επιθετικά) στον χώρο τής κοινωνίας θεωρώντας τήν τεμπελιά «δικαίωμα» τήν ώρα που ο ρώσος μπαίνει σ’ ένα σχεδόν ακατανόητο (αλλά εξίσου επικίνδυνο) βάθος μιλώντας για τήν ίδια του τήν «αλήθεια ως ανθρώπου»
   και – ό,τι διακρίνει εντέλει τόν καλλιτέχνη από τόν παθιασμένο ακτιβιστή – και χαρίζει στη «μελέτη» αυτή περισσότερη ζωή απ’ ό,τι θα ’χε και η πιο παθιασμένη πολιτική μπροσούρα – είναι πιστεύω οι στιγμές που ο καλλιτέχνης ακριβώς ξεχνάει κάθε «λογική» και συμπεριφέρεται στη φιλοσοφία (και τή σκέψη του) ως εάν ήταν ζωγραφικός (του) πίνακας : συμπεριφέρεται δηλαδή στη «ζωή» ως εάν δεν υπήρχε η «πραγματικότητα», και ως εάν κάθε πλάσμα (και πράγμα) έχει εντέλει δικαιωματικά τίς ίδιες ανάγκες και τούς ίδιους πόνους που έχει τό (πλάσμα ή) πράγμα «άνθρωπος» : «στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά» : ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά.»

   σημείωση β : ο γιώργος κωστάκης, ο «μεγάλος Κωστάκης» όπως είναι έξω κυρίως γνωστός, ο συλλέκτης που με τήν επιμονή του, τό καλλιτεχνικό του αισθητήριο, αλλά και με τή γενναιότητά του, έσωσε τά έργα τής ρώσικης πρωτοπορίας από τήν εξαφάνιση, συλλέγοντας κι αγοράζοντάς τα από τούς ζωγράφους (τήν εποχή που οι ίδιοι όχι μόνο κρύβονταν αλλά και κατάστρεφαν (οι ίδιοι) πολλές φορές τά έργα τους τρομαγμένοι απ’ τό κυνηγητό ή καταπτοημένοι από τή γενική απαξίωση) είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις και στα ελληνικά (όπου μιλούσε και για τόν μαλέβιτς) αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμιά – μάλλον η ελληνική τηλεόραση τίς έσβησε ως μειωμένου ενδιαφέροντος (εν πάση περιπτώσει ας πω εδώ σύντομα τά εξής : τή συλλογή του, κουτσουρεμένη, αγόρασε εντέλει τό ελληνικό κράτος μετά από πλήθος περιπετειώδεις μιζέριες, σήμερα δε βρίσκεται στη θεσσαλονίκη – από τήν άλλη, οι ανανήψαντες ρώσοι ανακαλύψαντες εντέλει κι αυτοί τόν εαυτό τους αξίωσαν να κρατήσουν (μεγάλο) αριθμό έργων ως φόρο (τό τμήμα αυτό τής συλλογής βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη τρετιακόφ)
   κάποια έργα επίσης τής συλλογής βρίσκονται και σε άλλες χώρες που αγόρασαν πριν αγοράσει η ελλάδα αλεπού ως γνωστόν στα παζάρια (η οποία είχε εκφράσει και τήν ελπίδα κάποτε ότι ο κωστάκης θα τής τά χάριζε…) Τόν θυμάμαι με τή γυναίκα του όταν είχαν μετακομίσει εδώ, κι είχαν αγοράσει ένα σπιτάκι κάπου προς τόν υμηττό αν θυμάμαι : κοιτούσαν, στη βεράντα τους γερμένοι, τόν όγκο τού απέναντι βουνού που σαν να τούς πλάκωνε καθώς όλη τους η στάση έδειχνε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει κατά κανόνα να κοιτάνε μεγέθη στέπας)

   σημείωση γ : ας σημειώσω τέλος κάτι ακόμα : δεν ξέρω πόσο έχει γίνει συνείδηση, αλλά με τόν σουπρεματισμό του ο μαλέβιτς, και ιδιαίτερα με τό έξοχο «άσπρο πάνω σε άσπρο», προβλέπει και προεξοφλεί από τή μια τό «τέλος» τής πρωτοπορίας κι από τήν άλλη τόν επιπλέον χρόνο που η πρωτοπορία αυτή θα κερδίσει στην αμερική μ’ έναν ζωγράφο τού «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» πια ( : τά ονόματα, αν έχουν καμιά σημασία, διαρκώς αλλάζουνε) που πολύ θαυμάζω και ο οποίος δούλεψε για χρόνια πάνω σ’ αυτό τό «τέλος» πριν επεξεργαστεί τό δικό του προσωπικό τέλος και αυτοκτονήσει τό 1970, τόν μάρκ ρόθκο : η απόλυτη «σιωπή» τής βαθειά επεξεργασμένης «μονοχρωμίας» αυτού τού (άλλου) ρώσου που έζησε και πέθανε αλλού, φέρνει στ’ αυτιά μας μια περιπετειώδη σιωπή τής σύγχρονης τέχνης πάντως που τήν ακούμε ακόμα

 

 

μεταφορά τής έκθεσης από τή μονή λαζαριστών τής θεσσαλονίκης στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης στην αθήνα (2008)

 

 

«l’ avant–garde russe» : η «συλλογή κωστάκη» στο παρίσι

 

 

«part of a larger documentary film about architecture and russian avant–garde art»

 

 

τό τρέϊλερ ενός ιταλικού φιλμ «για τόν επαναστάτη μαλέβιτς»

 

 

ο ποιητής τής παρέας : για τόν μαγιακόφσκυ

 

 

ο μαγιακόφσκυ σκηνοθετεί και παίζει (1918)

 

 

σύνδεσμοι : 

wiki για τόν μαλέβιτς (αγγλικά)
ρωσική σελίδα για τά κυριότερα πρόσωπα τής ρωσικής πρωτοπορίας
qwiki πινακοθήκη με σύντομα βιογραφικά για τή ρώσικη πρωτοπορία
wiki (αγγλικά) για τόν συλλέκτη γιώργο κωστάκη
wiki (
ελληνικά) για τόν γιώργο κωστάκη
για τή συλλογή κωστάκη στη θεσσαλονίκη
συνέντευξη τής μαρίας τσαντσάνογλου (διευθύντριας τού κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης) για τή συλλογή κωστάκη
τά βιβλία (και τά δύο «περί τεμπελιάς», και τού μαλέβιτς και τού πωλ λαφάργκ) τά έχουν εκδόσει οι «νησίδες», εδώ ο κατάλογος
wiki για τόν paul lafargue
τό «δικαίωμα στην τεμπελιά» τού πωλ λαφάργκ διαβάζεται στα αγγλικά
  εδώ ή εδώ

 

 

  

 

 

 

 

 

        

             

                 

                                        

      

           

 

 

 

 

         

7 Απριλίου 2011

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : διανοούμενοι είστε και φαίνεστε

  

       

  

   τό σημερινό από τά κείμενα άλλων που παραθέτω είναι παλιότερο – όμως μολονότι άλλα επίσης αφορούσε τότε που γράφτηκε, μού φαίνεται ότι στον πυρήνα του αφορά μονίμως μια σταθερή και ιθαγενή νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφτεί επίσης μέσα από τή ρήση τού μαρξ για τόν άνθρωπο ως αστό – ότι δηλαδή «ο άνθρωπος αυτός είναι μια ζωντανή αντίφαση»… ξέρω, είναι βαρετό να επαναλαμβάνουμε τά γνωστά, αλλά τό πρόβλημα ανακυκλώνεται μονίμως, και μονίμως έτσι (κάποιους (λίγους)) προκαλεί : γιατί αυτός που ζει (και ανασαίνει) μέσω τής τσέπης του η οποία έχει αναχθεί στον πυρήνα τής συνείδησής του, και η οποία έχει υποκαταστήσει με τόν τρόπο αυτό και τό (αν υπήρξε ποτέ) πρόσωπό του, είναι ο ίδιος που θα σπρώξει τούς απογόνους του να σπουδάσουν γιατροί ή δικηγόροι και μετά να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά για να σπουδάσουν κι αυτά κάτι κερδοφόρο αντίστοιχο
   και είναι αυτός που ενώ θα κοροϊδεύει μονίμως τόν γρουσούζη γείτονα που έχει τή λόξα να γράφει ποιήματα και τήν παλαβή γειτόνισσα που έχει τήν εξίσου ακατανόητη λόξα να μπογιατίζει τελάρα, θα διαθέτει, επίσης μονίμως, τήν ψυχολογική άνεση να πετάει τήν κορώνα όπου και όταν (τού) χρειαστεί, περί «τών φώτων τού πολιτισμού» που εκπορεύτηκαν από κάποιους παλιότερους εδώ, οι οποίοι είχαν ακριβώς τή λόξα να γράφουν ποιήματα και να μπογιατίζουν τοίχους – : όπως είναι ο ίδιος που θα διακηρύξει, όπου δει, με αυταρέσκεια ότι δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τόν χρόνο (ή διαβάζει (θα μάς κάνει και τή χάρη) ένα) ( : πράγμα βέβαια χειρότερο καθώς αυτό τόν ανεβάζει αυτομάτως κι ένα σκαλί παραπάνω στο πάνθεο τής συλλογικής ενότητας τών ηλιθίων διαβασμένων)
   κι ακόμα είν’ ο ίδιος που θα περιμένει απ’ τούς «διανοούμενους» κάθε φορά να είναι ό,τι αυτός εκλαμβάνει ως διανόηση μέσω τού ανέντυπου γυαλιού ή τών έντυπων εφημερίδων που παρακολουθεί – και δεν τού έκανε ποτέ παράσιτα η υποψία καν ότι αν υπάρχει αυτού τού είδους τό ζώο, σήμερα είναι (όπως και ήταν πάντοτε) χωμένο στο σπίτι του με τή γρουσούζικη μονήρη ακατανόητη και άκερδη μονομανία τού συγγραφέα τού ζωγράφου ή τού μουσικού που δεν έχει εκδότη μάνατζερ ατζέντη και γκαλερίστα – καθώς κι αυτοί (εκδότες μάνατζερ και γκαλερίστες) υπάγονται στην ίδια  κατηγορία μ’ αυτόν, και τό πρόσωπό τους έχει γίνει κι εκείνων η τσέπη τους
   περίεργο ζώο όντως ο αστός μας : «ξέρει» ότι ο κόσμος αποτελείται μόνο από αυτόν και τούς ομοίους του – κι όμως, πόσο εύκολα πιστεύει ότι και οι ανόμοιοι μπορούν επίσης να επιζήσουν στον κόσμο του : φτάνει να βγάζουν τόν σκασμό και να μιλάνε μόνο όταν θα τούς χρειαστεί ο ίδιος
   τελικά έχει και κάτι τό ορθώς και θεμελιωδώς μεταφυσικό η σκέψη τού αστού μας…

 

 

 

   τό παρακάτω κείμενο τού γεράσιμου λυκιαρδόπουλου γράφτηκε τό 2002 και βρίσκεται στο βιβλίο του «ο Κάντιος και τά Βαλκάνια» :

   Πάνε κι έρχονται τά λύματα τής «πληροφόρησης» κατά τούς ανέμους τών προγραμμάτων και κατά τίς ανάγκες τών προγραμματιστών. Όσο για τίς πραγματικές ανάγκες, σκάβουν αλλού τά λαγούμια τους μεταθέτοντας τίς εκρήξεις τους στο μέλλον. Άλλοι θα πληρώσουν τίς φανφάρες τής εθνικής οπερέτας, άλλες κλάσεις θα κληθούν να αιμοδοτήσουν αυτά τά υπό μεγέθυνση μικρόβια οράματα.

   Πάνε κι έρχονται τά λύματα. Η αμηχανία τών πωλητών «ειδήσεων» ανακυκλώνει τά «γεγονότα» και τά «θέματα» στην αγορά, ανακατεύει απ’ τήν αρχή τά χαρτιά τής τράπουλας σε μια προσπάθεια να ξαναζωντανέψει τό παιχνίδι – αλλά τά ψάρια είναι λιγότερα απ’ τά δολώματα στα κανάλια. Ο ανταγωνισμός εξαγριώνει τούς ψαράδες και τούς μετατρέπει σε κυνηγούς κεφαλών. Τό παιχνίδι χοντραίνει σε πόλεμο κι ο πόλεμος σε θέαμα. Σκανδαλοτρόφοι και σκανδαλοθρεμμένοι ανατέλλουν κάθε βράδυ στα «παράθυρα» τής ενημέρωσής μας απ’ όπου ωρύεται κερδαλέος και ξετσίπωτος ο λόγος τού Τίποτα. Και μέσ’ απ’ αυτόν τόν παρδαλό ορυμαγδό εκτοξεύεται και τό εμβριθές ερώτημα : «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;»

   Τό ερώτημα, έτσι όπως τίθεται συνήθως, δεν είναι απλώς κούφιο, υποκριτικό, λαϊκιστικό και εισαγγελικό. Είναι προπάντων ψεύτικο, αφού δεν είναι δα και λίγοι οι διανοούμενοι που παίζουν τό παιχνίδι τού δημοκρατικού διαλόγου με τούς ενημερωτές τού λαού – οπότε θα μπορούσε ίσως κανείς να πει στους ερωτώντες : «Μή φτύνετε κόντρα στον άνεμο! Γιατί εσείς είστε οι διανοούμενοι».

© 2002 γεράσιμος λυκιαρδόπουλος «ο κάντιος και τά βαλκάνια / ασκήσεις λογικής» εκδόσεις ύψιλον/βραχέα

  

 

 

 

24 Μαρτίου 2011

walter benjamin για τό χασίς

 

        

 

δεν είναι επετειακό τό κείμενο, σήμερα τέλειωσε και σήμερα ανεβαίνει
όποιος θέλει κακόμοιρα αφιερώματα στην κακόμοιρη οδύσσεια τών άλλων ελληνικών ας πάει στο περσινό

 

   η σχέση τών μελών τής κριτικής θεωρίας μεταξύ τους θα αποτελούσε από μόνη της θαυμάσιο και ογκώδες μυθιστόρημα : και η σχέση τού μπένγιαμιν με τούς υπόλοιπους τής παρέας, άλλο ένα : η σχέση ανάμεσά τους είναι με τόν πιο χαρακτηριστικό τρόπο διαλεκτική, πλήρως και παραδειγματικά : και σχεδόν μπορεί να εικονιστεί όχι ως διαφορετικές πλευρές νομίσματος (μια μεταφορά τής οποίας τήν σχέση με τή διαλεκτική αρνήθηκε εξαρχής και εγκαίρως ο χέγκελ) αλλά ως σφαίρα, ως διαστημικό σώμα σχεδόν, όπου ο χώρος ο χρόνος και η διάσταση τού έρωτα υπάρχουν εξίσου σε κάθε της σημείο όσο και στην άϋλη περιβάλλουσα αύρα της – σφαιρική ίσως κι αυτή επίσης – με τήν προϋπόθεση ότι η σφαίρα ως σχήμα δεν είναι παρά μια αμήχανη εικονοποιΐα σύμπαντος

   αν είναι λοιπόν απολύτως ξεκάθαρο ότι ούτε η «σχολή τής φραγκφούρτης» δεν επρόκειτο να υπάρξει ως σχολή, ούτε η κριτική θεωρία θα είχε καν αυτό τό όνομα, χωρίς τόν χορκχάϊμερ, άλλο τόσο είναι σίγουρο – και ο ίδιος ο χορκχάϊμερ θα ήταν ο πρώτος που θα τό δεχόταν ευμενώς – ότι και η σχολή και η θεωρία δεν θα μπορούσαν να σταθούν αν ήταν ολομόναχος : ο χορκχάϊμερ υπάρχει εξίσου μέσα από τήν επίδραση που άσκησε στον αντόρνο, ο αντόρνο εξίσου μέσα από τά όσα πρόσθεσε στον χορκχάϊμερ, ο μαρκούζε εξίσου μέσα από όσα (ύστερα από τήν εμπειρία (του) τής επανάστασηςκαι) μέσω τής ασυμβίβαστα πολύπλοκης ιδιοσυγκρασίας του πρόσθεσε στον εαυτό του και στους άλλους : είναι όμως πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτούμε τόν αντόρνο ειδικά χωρίς τόν μπένγιαμιν –

   φανατικοί τής «απελευθέρωσης από τήν κυριαρχία» – πιστεύω τόν μόνο φανατισμό που επέτρεψαν στον εαυτό τους – τά μέλη τής σχολής τής φραγκφούρτης προστατεύοντας σταθερά τήν προσωπική τους ζωή από τά μάτια τού «κοινού τους» πραγματοποιούσαν στο επίπεδο τής ιδιωτικότητας τήν ίδια απέχθεια προς τή μαζική κουλτούρα και τίς εύκολες λύσεις που αποδείκνυαν έμπρακτα στον χώρο τής θεωρίας όταν αρνούνταν να γίνουν εύκολα κατανοητοί. Εκείνος που εξέδωσε τά περισσότερο «προσωπικά» εν πάση περιπτώσει γραφτά όσο ζούσε ήταν ο αντόρνο, κι ήταν ακριβώς αυτός που είχε τήν στενότερη διανοητική επαφή με τόν μπένγιαμιν, ο οποίος μολονότι ανεχώρησε νωρίτατα αυτοκτονώντας στα πυρηναία ήταν εκείνος που είχε προλάβει να γράψει και να εκδόσει ανενδοίαστα, σχεδόν καθαρή, λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα μπορεί να πει κανείς ότι όσο ο μπένγιαμιν οφείλει τήν αποφασιστική αποκάλυψη τού μαρξισμού για τή ζωή του σε μια γυναίκα, τιθασσεύοντας έτσι τίς μεταφυσικές του αλματώδεις διαθέσεις, άλλο τόσο ο αντόρνο βρήκε σ’ αυτή τήν ακομπλεξάριστη διπλή υπόσταση τού μπένγιαμιν τόν δρόμο που θα τόν έκανε να αποδεχτεί χωρίς ενοχές τήν (παιδιόθεν) ροπή του προς τήν τέχνη, ύστερα από τήν καταιγιστική εμπειρία τού απελευθερωμένου κριτικού μαρξισμού τόν οποίο απέπνεε, σχεδόν μονόχνωτα, ο χορκχάϊμερ

   τώρα πια έχουμε, μετά τόν εορτασμό τό 2004 στη γερμανία (κυρίως βέβαια) τών 100 χρόνων απ’ τή γέννησή του, όπου εκδόθηκαν άφθονα βιβλία σχετικά με τόν adorno (είτε περί αυτού είτε δικά του), ένα γοητευτικό του κείμενο για τά παιδικά του χρόνια (τίς καλοκαιρινές οικογενειακές διακοπές στο amorbach / Kindheit in Amorbach) που αν δεν μεταφραστεί σύντομα ίσως μεταφράσω εγώ για εδώ κάποια κομμάτια του, σήμερα όμως έχω στα χέρια μου ήδη μεταφρασμένο ένα άλλο γοητευτικό κείμενο – τού μπένγιαμιν αυτό – απ’ τό οποίο μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα : πειράματα κυρίως με τό χασίς αλλά και άλλα. Έχει γίνει η σκέψη ότι τέτοιες εμπειρίες είχαν όλοι τους κάποια στιγμή (ή κατά περιόδους), ο μπένγιαμιν όμως όπως φαίνεται ασχολήθηκε σχολαστικά : τίς μελέτησε και τίς κατέγραψε

   πρόκειται για ένα βιβλίο συντριπτικής ειλικρίνειας και συχνά συντριβής : ένα μυαλό που μελετάει τά όριά του με προυστική λεπτολογία και παράλληλα με συχνά σχεδόν αγγλοσαξονικό κέφι

   για τίς υπόλοιπες πληροφορίες σάς παραπέμπω στο ίδιο τό βιβλίο : κυκλοφόρησε πριν δυο μήνες από τίς εκδόσεις «πλέθρον / μαρτυρίες» 
   η μετάφραση είναι τού θεόδωρου λουπασάκη
 

 

   οι άνθρωποι που τώρα μόλις – ή μήπως ήταν πριν δυο ώρες; – μέ είχαν παρασύρει ολόκληρο στη μαγεία τους ήταν σαν να είχαν σβηστεί με σφουγγάρι. «Από αιώνα σε αιώνα τά πράγματα γίνονται όλο και πιο ξένα», σκέφτηκα

   άρχιζε τώρα και τό παιχνίδι που θα βαστούσε για πολύ, αυτό τού να εμφανίζεται με κάθε καινούργιο πρόσωπο μπροστά μου ένας γνωστός μου· συχνά γνώριζα τ’ όνομά του, συχνά πάλι όχι· η αυταπάτη εξαφανιζόταν όπως εξαφανίζονται οι αυταπάτες στα όνειρα, δηλαδή όχι ντροπαλά και συμβιβαστικά αλλά φιλικά και χαρμόσυνα

   κοίταξα τόν κατάλογο, τί άλλα είχε κοντά σ’ αυτό τό πιάτο, σκόπευα να τά παραγγέλνω τό ένα μετά τό άλλο, έπειτα έπεφτε τό μάτι μου σ’ αυτό που βρισκόταν παραπάνω, και παραπάνω, μέχρι που ο κατάλογος τέλειωσε. Κι αυτό όχι μόνο από βουλιμία αλλά κι από μια έκδηλη ευγένεια για τά φαγητά που δεν ήθελα να τά προσβάλω αποκρούοντάς τα

   προχωρούμε, ανακαλύπτουμε όμως προχωρώντας όχι μόνο τούς δαίδαλους τού λαβύρινθου όπου νικήσαμε τόν εαυτό μας αλλά δοκιμάζουμε αυτή τήν ευτυχία τής ανακάλυψης κυρίως στο φόντο εκείνης τής άλλης ρυθμικής μακαριότητας που συνίσταται στο ξετύλιγμα ενός κουβαριού. Μια τέτοια σιγουριά για τό έντεχνα τυλιγμένο κουβάρι που ξετυλίγουμε – μήπως αυτό δεν είναι η ευτυχία κάθε παραγωγικότητας, τουλάχιστον τής πεζογραφικής; Και υπό τήν επήρεια τού χασίς είμαστε δοσμένοι στην απόλαυση, όντα τής πεζογραφίας στο αποκορύφωμα τής δύναμής τους

   δεν υπήρχαν όμως μόνο γνωστοί. Εδώ, στη φάση όπου είχα βυθιστεί βαθιά στο μεθύσι, γλίστρησαν μπροστά μου δύο φιγούρες – μικροαστοί, αλήτες, πού να ξέρω – «ο Δάντης κι ο Πετράρχης»

   οι ντόπιοι εκεί σα να μη μού μιλούσαν ξαφνικά αρκετά καλά γαλλικά. Είχαν μείνει στο επίπεδο διαλέκτου. Τό φαινόμενο τής αλλοτρίωσης που ίσως υπήρχε εδώ και που ο Κράους διατύπωσε όμορφα λέγοντας : «Όσο πιο κοντά κοιτάς μια λέξη, τόσο πιο μακρινή σού φαίνεται», μοιάζει να εκτείνεται και σε οπτικό επίπεδο. Όπως και να ’χει, ανάμεσα στις παρατηρήσεις μου βρίσκω τήν εκπληκτική σημείωση : «Πώς αντέχουν τά πράγματα στα βλέμματα;»

   κοιτάζοντας τά κρόσσια που κυματίζαν στον άνεμο δοκίμασα μια τέτοια ερωτική ευτυχία που πείστηκα ότι τό χασίς έκανε τή δουλειά του. Και όταν θυμάμαι αυτή τήν κατάσταση, θέλω να πιστεύω ότι τό χασίς ξέρει να πείθει τή φύση να μάς επιτρέπει τό σκόρπισμα τής ίδιας μας τής ύπαρξης – αυτό τό οποίο γνωρίζει ο έρωτας αλλά λιγότερο εγωιστικά απ’ αυτόν
   όπως δηλαδή τόν καιρό που αγαπάμε η ύπαρξή μας γλιστράει από τή φύση έτσι όπως γλιστράνε τά χρυσά νομίσματα από τά δάχτυλα που δεν μπορούν πια να τά κρατήσουν και τ’ αφήνουν να τούς πέσουν, για ν’ αγοράσουν με τόν τρόπο αυτόν κάτι καινούργιο : έτσι ακριβώς μάς ρίχνει τώρα εμάς μέσα στην ύπαρξη με τά χέρια της ορθάνοιχτα – χωρίς να μπορεί να ελπίζει τίποτα, ούτε να περιμένει

…………………………………………..

   ποιητικές προφάνειες σε φθογγολογικό επίπεδο : κάποια στιγμή διατυπώνω τόν ισχυρισμό ότι απαντώντας σε μια ερώτηση θα είχα ακριβώς χρησιμοποιήσει τή φράση μεγάλη διάρκεια μόνο αν θα είχα (για να τό πω έτσι) τήν αντίληψη μεγάλης διάρκειας στους φθόγγους και τών δύο λέξεων. Έχω τήν αίσθηση ότι αυτό είναι ποιητική προφάνεια
   αλληλουχία· διάκριση : με τό γέλιο έχεις τήν αίσθηση ότι φυτρώνουν στους ώμους φτερά. Γέλιο και φτερούγισμα συγγενικά … Είναι σαν να χορεύει ο νους στις μύτες τών ποδιών
   σού προκαλεί κατάπληξη πόσο μακροπερίοδος είναι ο λόγος σου. Και τούτο, μαζί με οριζόντια έκταση και (βέβαια) με γέλια

   ο θερμοθάλαμος τής σόμπας γίνεται γάτα

   με δυσφορία και βαρυθυμία παρακολουθώ τίς σκέψεις τών άλλων

   μού φάνηκε όσο δεν λέγεται αφόρητο να κουβεντιάζω για πράγματα πρακτικά, τό μέλλον, τά δεδομένα, τήν πολιτική. Είσαι δέσμιος τής διανοητικής σφαίρας, όπως καθηλώνονται κάποτε αυτοί που έχουν έμμονη ιδέα με τή σεξουαλική : η διανοητική σφαίρα σέ απομυζά

   δυσπιστία απέναντι στο φαγητό

   μια ορισμένη και πολύ τονισμένη συναισθηματική πτώση είναι ότι διαπιστώνεις σε πολλές περιπτώσεις : «δεν είναι δυνατόν να έχεις στα σοβαρά αυτή τήν εμφάνιση»

……………………………………………… 

   αρχίζεις γενικά να παίζεις με χώρους. Η αίσθηση τού προσανατολισμού παραπλανάται

   ο χώρος μεταμφιέζεται μπροστά μας, βάζει πάνω του, σαν να ’ναι ένα κατσαρό πράγμα, τίς φορεσιές τών ψυχικών διαθέσεων

   τά πράγματα είναι μόνο μαριονέτες

   δεν θέλεις να ξεκόψεις απ’ αυτή τήν κόλαση

   η ελπίδα ως προσκεφάλι σου τώρα μόνο αρχίζει να λειτουργεί
   η πρώτη μέθη μού γνώρισε τήν αστάθεια τής αμφιβολίας· η αμφιβολία βρισκόταν, ως δημιουργική απουσία διαφοράς, σ’ εμένα τόν ίδιο. Τό δεύτερο όμως πείραμα έκανε τά πράγματα να μοιάζουν αμφίβολα
   εγχείρηση στα δόντια. Αξιοπρόσεκτη μετάθεση μνήμης. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να ελευθερωθώ από τήν ιδέα ότι τό σημείο τής εγχείρησης βρισκόταν αριστερά 

   η εγγύτητα τού θανάτου διατυπώθηκε για μένα χθες στην πρόταση : Ο θάνατος βρίσκεται ανάμεσα σ’ εμένα και στη μέθη μου
   η εικόνα τής δέσμευσης στον εαυτό μου : κάποια πνευματικά πράγματα «γίνονται από μόνα τους λέξεις», όπως κατά τά άλλα κάνουν, ας πούμε, κάποιοι έντονοι πονόδοντοι κ.λπ. Όλα τά αισθήματα, και προπαντός τά πνευματικά, έχουν μια ακόμη πιο έντονη κλίση και παρασύρουν στο κρεβάτι τους τά λόγια

   ο Μπλοχ ήθελε να αγγίξει τό γόνατό μου. Τό άγγιγμα τό αισθάνομαι ήδη προτού γίνει, τό νιώθω ως εξαιρετικά δυσάρεστη προσβολή τής αύρας μου. Για να τό καταλάβει κανείς αυτό πρέπει να συνυπολογίσει ότι όλες οι κινήσεις μοιάζουν να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και να είναι περισσότερο σχεδιασμένες, και ότι ήδη ως τέτοιες τίς αντιλαμβάνεται κανείς με δυσαρέσκεια
   επίπτωση : ίσως μια κάποια εξασθένηση τής βούλησης. Τό ψυχαναγκαστικό όμως αίσθημα παίρνει τό πάνω χέρι όταν σβήνει η επίδραση. Έχει άραγε να κάνει με τό χασίς, τό γεγονός ότι τήν τελευταία φορά (παρά τή συνηθισμένη κατάθλιψη) η γραφή μου κινούνταν ανοδικά, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί να γίνεται;

   ο συμπότης δεν έχει καλά–καλά ανοίξει τό στόμα του και η απογοήτευσή μας δεν έχει όρια. Τά λόγια του ούτε καν συγκρίνονται με ό,τι θα τού εμπιστευόμασταν με τόση προθυμία χίλιες φορές αν είχε κρατήσει τό στόμα του κλειστό. Μάς απογοητεύει επώδυνα με τό να ξεγλιστράει απ’ ό,τι μεγαλύτερο υπάρχει για να ελκύσει όλα τά μάτια στον κόσμο : από εμάς τούς ίδιους
   όσον αφορά όμως εμάς, όταν εμείς οι ίδιοι ξεγλιστράμε και πηδάμε από τό αντικείμενο τής συζήτησης, τό αίσθημα που αντιστοιχεί στη ρήξη τής επαφής, επί φυσικού επιπέδου, έχει κάπως τήν εξής όψη : αυτό για τό οποίο ακριβώς σκοπεύουμε να μιλήσουμε, αυτό και μάς βάζει συνεχώς σε πειρασμό· ό,τι η πρόθεσή μας φαντάζεται, σ’ αυτό ανοίγουμε ερωτικά τά χέρια. Όμως, δεν τό ’χουμε καλά–καλά αγγίξει και μάς απογοητεύει σωματικά. Τό αντικείμενο τής προσοχής μας μαραίνεται έξαφνα με τό άγγιγμα τής γλώσσας

   κάποιος έβαλε στο χέρι μου, κατά τη σατανική φάση, ένα βιβλίο τού Κάφκα : Παρατήρηση. Διάβασα τόν τίτλο. Τότε, όμως, αμέσως αυτό τό βιβλίο έγινε για μένα ό,τι γίνεται ένα βιβλίο που κρατά ένας ποιητής για τόν πιθανόν ελαφρώς ακαδημαϊκό γλύπτη που έχει αναλάβει να φτιάξει τόν αδριάντα αυτού τού ποιητή. Εντάχθηκε αμέσως στην πλαστική δομή τού προσώπου μου, και έτσι μού υποτάχθηκε κατά τρόπο κτηνώδη και απόλυτο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να τό κάνει η πιο δυσμενής κριτική
   τά πράγματα όμως εξελίσσονταν και διαφορετικά : σα να μέ κυνηγούσε δηλαδή τό πνεύμα τού Κάφκα και τή στιγμή που μέ άγγιζε να γινόμουν πέτρα, όπως η Δάφνη που τό άγγιγμα τού Απόλλωνα τή μεταμόρφωσε σε δέντρο

…………………………………………..

   σε σχέση με τό προηγούμενο, τό σημερινό μεθύσι αντιδρά όπως ο Καλβίνος απέναντι στον Σαίξπηρ. Είναι ένα μεθύσι καλβινιστών

   εξατμίζομαι από τή γη. Βαθμίδα ενδιάμεση. Ακτίνες νηφαλιότητας

   χθόνιος. Μάς είδα να περνάμε κάτω από μία σκάλα για να πάρουμε, κατά κάποιον τρόπο, τή θέση μας κάτω από τή γη

   έντονο αίσθημα συνέχειας, που μέ κάνει εξαιρετικά ευτυχή : αυτές οι ακτές εκεί κάτω με τόν Άρνο να τίς διαρρέει. Είναι τό ίδιο νερό, μόνο που εδώ λέγεται Σπρέε

…………………………………………..

   γίνεσαι τόσο ευαίσθητος : φοβάσαι μην τυχόν σού κάνει κακό μια σκιά που πέφτει στο χαρτί. Η ναυτία εξαφανίζεται. Διαβάζεις τίς γραμμένες φράσεις στα ουρητήρια. Δεν θα μού έκανε εντύπωση αν κάποιος απ’ όλους αυτούς μέ πλησίαζε. Μια όμως που δεν τό  κάνουν, δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Έχει όμως πολύ θόρυβο για μένα εκεί

…………………………………………….

   ακόμη περισσότερο μπορούμε λοιπόν να τονίσουμε αυτό που τόσο στις δηλώσεις τής Γκ. όσο και στη μνήμη μου έχει μείνει ως πυρήνας αυτού τού πειράματος. Πρόκειται για τά όσα ανέφερα σε σχέση με τήν ουσία τής αύρας. Όλα όσα είπα είχαν μια πολεμική αιχμή κατά τών θεοσοφιστών, η απειρία και η ασοφία τών οποίων μού ήταν στο έπακρο απωθητικές, και αντιδιέστειλα από τρεις απόψεις – μολονότι βέβαια όχι σχηματικά – τή γνήσια αύρα προς τίς συμβατικές τετριμμένες αντιλήψεις τών θεοσοφιστών. Πρώτον, η αύρα εμφανίζεται σε όλα τά πράγματα. Όχι σε ορισμένα μόνο, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι. Δεύτερον, η αύρα αλλάζει εξ ολοκλήρου και εκ βάθρων με τήν κάθε κίνηση που κάνει τό πράγμα τό οποίο περιβάλλει. Τρίτον : με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι η γνήσια αύρα είναι αυτή η τόσο ωραία πνευματιστική ακτινοβόλος μαγεία που φαντάζονται και περιγράφουν τά χυδαία μυστικιστικά βιβλία. Τό χαρακτηριστικό τής γνήσιας αύρας είναι μάλλον τό κόσμημα, ένας κύκλος σαν μενταγιόν που μέσα του βρίσκεται χυμένο τό πράγμα ή τό ον, σαν να βρίσκεται μέσα σε θήκη. Ίσως τίποτα δεν δίνει μια τόσο σωστή ιδέα για τή γνήσια αύρα όσο οι πίνακες τού ύστερου Βαν Γκογκ, όπου σε όλα τά πράγματα – αυτή τήν περιγραφή θα μπορούσες να κάνεις για τούς πίνακες – η αύρα έχει ζωγραφιστεί μαζί τους

   ακόμη πιο αξιοπρόσεχτο είναι, ίσως, ένα κατοπινό φαινόμενο που αναδύθηκε μπροστά μου ακούγοντας τή φωνή τής Γκ. Ήταν η ώρα που είχε πάρει μορφίνη κι εγώ, χωρίς να ξέρω τό παραμικρό για τή δράση αυτού τού ναρκωτικού, εκτός ίσως από τά βιβλία, τής περιέγραψα διεξοδικά και όπως έπρεπε τήν κατάστασή της στηριζόμενος – σύμφωνα με τά όσα ισχυριζόμουν – στον έντονο τόνο τής φωνής της. Κατά τά άλλα, αυτή η στροφή – η παρέκκλιση τού Ε. [egon wissing] και τής Γκ. [gert wissing] στη μορφίνη – ήταν για μένα, κατά μία έννοια, τό τέλος τού πειράματος, όπως και να ’χει όμως και μια αποκορύφωσή του. Τό τέλος, επειδή με τήν τεράστια ευαισθησία που προκαλεί τό χασίς κάθε έλλειψη κατανόησης απειλεί να φέρει τήν οδύνη. Όπως πράγματι υπέφερα εγώ που «οι δρόμοι μας θα είχαν χωρίσει». Αυτή ήταν, δηλαδή, η διατύπωσή μου

   δυο λόγια για τά χαρακτηριστικά τής ζώνης τών εικόνων. Ένα παράδειγμα : όταν μιλάμε σε κάποιον κι εκείνη τήν ώρα τόν βλέπουμε να καπνίζει ένα τσιγάρο, να περιφέρεται στο δωμάτιο κ.λπ., δεν απορούμε που, παρ’ όλη τήν προσπάθεια που καταβάλλουμε μιλώντας του, έχουμε ακόμη τήν ικανότητα να παρακολουθούμε τίς κινήσεις του. Όμως, εντελώς διαφορετικά θα είχε τό πράγμα αν οι εικόνες που σχηματίζονται μπροστά μας τήν ώρα που μιλάμε σε έναν τρίτο προέρχονταν από εμάς τούς ίδιους. Αυτό φυσικά αποκλείεται κατά τήν τρέχουσα συνειδησιακή κατάσταση. Αντίθετα, τέτοιες εικόνες προκύπτουν υποθετικά ή και διαρκώς, παραμένουν όμως τότε ασυνείδητες. Τά πράγματα όμως είναι διαφορετικά στη μέθη τού χασίς. Μπορεί τότε, όπως ακριβώς απέδειξε αυτό τό βράδυ, να υπάρξει μια θυελλώδης παραγωγή εικόνας, ανεξάρτητα από κάθε άλλη σταθεροποίηση και κάθε άλλον προσανατολισμό τής παρατηρητικότητάς μας. Ενώ οι εικόνες που αναδύονται ελεύθερα, και τίς οποίες με κανέναν τρόπο δεν προσέχουμε, μένουν συνήθως ασυνείδητες, υπό τήν επήρεια τού χασίς οι εικόνες προφανώς δεν χρειάζονται ούτε τό ελάχιστο τής προσοχής μας για να παρουσιαστούν μπροστά μας. Μπορεί πάντως η παραγωγή εικόνων να φέρει στο φως πράγματα τόσο έκτακτα και με τέτοια ταχύτητα ώστε, καθαρά λόγω τής ομορφιάς και τής αλλόκοτης υφής αυτών τών εικόνων, να μην μπορούμε να κάνουμε άλλο από τό να τίς παρατηρούμε
   κάθε λέξη που άκουγα από τόν Ε. – όπως τή διατυπώνω τώρα με μια κάποια ετοιμότητα που έχω να αναπαράγω διατυπώσεις τού ίδιου τού χασίς σε κατάσταση διαύγειας – μέ έστελνε λοιπόν σ’ ένα μακρύ ταξίδι. Για τίς ίδιες τίς εικόνες λίγα πια μπορώ να πω. Ήταν τέτοια η τεράστια ταχύτητα με τήν οποία εμφανίζονταν, σε μικρά πάντως, σχετικά, μεγέθη, και εξαφανίζονταν … τείχη, για παράδειγμα, ή θόλοι ή κάποια φυτά

   ένα ανήκουστο κύμα γέλιου ξέσπασε ανάμεσα στους άλλους, όταν μίλησα για τήν «παρακμή τής ζαχαροπλαστικής τέχνης»

…………………………………………..

   κατάθλιψη από τό χασίς, που πάει βαθιά χωρίς να βρίσκει πάτο. Αισθάνομαι σφόδρα ερωτευμένος με τήν Γκ. Παρατημένος έξω από κάθε μέτρο στην πολυθρόνα μου· υποφέρω που είναι μόνη της με τόν Ε. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο τή ζήλευε, απειλούσε συνεχώς ότι θα πηδήσει απ’ τό παράθυρο αν τόν εγκαταλείψει. Δεν τόν άφησε όμως. Σίγουρα υπάρχουν ήδη οι στέρεες βάσεις τής θλίψης μου

   η λύπη μου είναι τέτοια που πρέπει, για να μπορώ να ζω, να αρέσω συνεχώς

   ανεμόμυλοι που γονατίζουν από ένα παιδικό βιβλίο

   οι εικόνες θέλουν μόνο να ρέουν, δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα

   η ανάμνηση είναι ένα λουτρό

   ειπώθηκε τότε : «Τό να καρφώνεις σχέδια στον άνεμο είναι μία αθλητικώς σωστή εκδήλωση»

   αργότερα : «Θα ’θελα να γράψω κάτι που να βγαίνει απ’ τά πράγματα, όπως τό κρασί απ’ τά σταφύλια»

 

 

 

περί τής αυτοκτονίας

 

 

περιδιάβαση προς τόν τάφο του στα πυρηναία (επάνω στην πλάκα έχει γραφτεί
η φράση του (από τίς «θέσεις για τήν έννοια τής ιστορίας»,
VII )) : «δεν υπάρχει
κανένα στοιχείο τού πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και στοιχείο τής βαρβαρότητας»

es ist niemals ein Dokument der Kultur, ohne zugleich ein solches
der Barberei zu sein (Geschichtsphilosophische Thesen)

 

 

 

φιλμάκια για τό δοκίμιο τού μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή
τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του»

 

 

 

 

 

 

 

 

σύνδεσμοι

ολόκληρο τό «πρωτόκολλο» (στα αγγλικά) για τά πειράματα με χασίς όπιο και μεσκαλίνη που έκαναν (1927 – 1934) ο μπένγιαμιν και οι φίλοι του, μεταξύ τών οποίων ήταν και ο άλλος γερμανός φιλόσοφος ernst bloch 
μια σελίδα για τόν μπένγιαμιν
διεθνής εταιρεία μπένγιαμιν
ο μπένγιαμιν στη wiki ελληνικά, και αγγλικά
βιβλία τού μπένγιαμιν μεταφρασμένα στα ελληνικά
μία μελέτη περί τού βιβλίου στα αγγλικά («Hashish in Berlin : an Introduction to Walter Benjamin’s Uncompleted Work On Hashish») 
για τό βιβλίο επίσης ανάρτηση εδώ

 

 

 

τμήμα τού προλόγου από τήν αγγλική έκδοση τού βιβλίου :

 

  

  

 

  

 

 

 

23 Φεβρουαρίου 2011

one–dimensional man vs anna akhmatova

.

       

  

   συνεχίζω από εκεί που είχαμε μείνει πριν μεσολαβήσει η επέτειος τού μπρούνο
   βέβαια στους κήπους ασχολούμαι μόνο με πρόσωπα και κείμενα που αγαπώ αλλά σήμερα, κατ’ εξαίρεσιν (και συνεχίζοντας τήν προ–τελευταία παρένθεση), θα ασχοληθώ λίγο ακόμα με τόν σλάβοϊ ζίζεκ
   τότε πιάστηκα από τό αστείο ενός ανέκδοτου, θα πιαστώ σήμερα από τή «λεπτομέρεια» δυο «φιλοσοφημένων σημειολογικά» παραδειγμάτων :

   σε μια διάλεξή του προς τούς ανθρώπους λοιπόν τής γκουγκλ  ο ζίζεκ έκανε μια σημειολογική παρατήρηση (με τήν αυτοπεποίθηση ανθρώπου που ρίχνει κανονιές εκεί που ένας άλλος θα ντρεπόταν να αναφέρει αυτές τίς παρατηρήσεις ακόμα και ως φτέρνισμα) ( : πάντως δεν είχαν ακριβώς και τήν ανταπόκριση που θα ήθελε οι παρατηρήσεις του – εξ αυτού όπως φαίνεται και στο βίντεο (στο τέλος του, μετά από μια ώρα, 1. 09΄. 16΄΄), ο εκφωνητής τους, αφού πάγωσε λίγο, επιδόθηκε μετά νέας μανίας στο ξύσιμο τής μύτης του και στις χειρονομίες νευρόσπαστου τίς οποίες ίσως πιστεύει ότι εκλαμβάνουν όλοι ως αμεσότητα – εγώ πάντως τίς εκλαμβάνω ως δείγμα ταραγμένης ψυχολογίας, και μ’ εκνευρίζει να τίς βλέπω κιόλας (όπως απ’ τήν άλλη μ’ ευχαριστεί να βλέπω, σε κάποιες φωτεινές περιπτώσεις, ανθρώπους να λένε μισογύνικα ρατσιστικά «αστεία» και να παγώνουν μόλις συνειδητοποιούν ότι τό ακροατήριό τους αποτελείται, κατά λάθος, από χειραφετημένες γυναίκες (και άντρες…)) Εξάλλου (εμένα) προσωπικά, από πάντα, οι άντρες που κουνάγανε πάρα πολύ τά χέρια τους ασχολούμενοι διαρκώς με τό σώμα τους όταν μιλάγανε, ξύνοντας ας πούμε κάθε τόσο τ’ απαυτά τους ή τή μύτη τους, μού δίνανε τήν εντύπωση ότι θέλουν  να κυριαρχήσουν καταβάθος στο σύμπαν και ντρέπονται να τό πουν (Αντίθετα, μ’ αρέσουν πολύ οι ήρεμοι άνθρωποι, αλλά δεν έχει και πολλή σημασία τί μ’ αρέσει εμένα τώρα)

   επί τού θέματος λοιπόν : ο ζίζεκ διατύπωσε, με τήν ευκαιρία μιας ερώτησης από τό ακροατήριο, δύο βαθυστόχαστες κατά τή γνώμη του σημειολογικές διαζεύξεις, που κατά τή γνώμη του πάλι (αν και κρυμμένες πίσω από ένα άλλοθι εν παρόδω σημειολογικής μαεστρίας) τσάκιζαν τά κόκαλα τής δημοφιλούς, αφελούς, και μονοσήμαντης σύγκρισης σταλινισμού και φασισμού ( : αδυνατώ να καταλάβω εν πάση περιπτώσει γιατί τόσο πολλοί κολλάνε τόσο, τελευταία, σ’ αυτή τή σύγκριση – γιατί τούς ενοχλεί δηλαδή η ίδια η δυνατότητα συγκρίσεων; – και ακόμα δεν έχει μπει στο παιχνίδι για τά καλά ο σταλινισμός που κάθισε με τήν ίδια εγκληματική αθωότητα στο σβέρκο τών κινέζων – έχουμε μέλλον δηλαδή συγκρίσεων και διαζεύξεων – και ενοχλήσεων).

   Οι (σεμνές) σημασιολογικές παρατηρήσεις τού ζίζεκ σπάνε πάντως κατά τή γνώμη μου πραγματικά κόκαλα – με τήν μονοδιάστατη αφέλεια και τήν αντιδιαλεκτική τους μονολιθικότητα – που θα γίνονταν κατανοητές πιθανόν, από μένα τουλάχιστον, μόνο στη ρητορική πρώην κνίτη περιπτερά ή ταξιτζή : Τίς χαρακτήρισε «μικρές λεπτομέρειες, που τού αρέσουν ως διαφορές – και που (προφανώς) έχουν τή σημασία τους» (επί τής «σημασίας» πάντως δεν επεκτάθηκε, αν και τήν «επέκταση» τής «σημειολογικής» παρατήρησης περιμένει ένα φιλοσοφημένο κοινό κυρίως)

   ποιες είναι οι μικρές λεπτομέρειες τίς οποίες ξεχνάνε όσοι συγκρίνουν τόν σταλινισμό με τόν ναζισμό;

   1 : ο χαιρετισμός τού χίτλερ και τό χειροκρότημα τού στάλιν :

   στις τεράστιες ναζιστικές συγκεντρώσεις βλέπουμε τό πλήθος να χαιρετάει ναζιστικά, και τόν χίτλερ άκαμπτο να κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση αποδοχής : στη μόσχα όταν τό πλήθος χαιρετάει τόν στάλιν, και όλο τό κόμμα, αυτοί οι δεύτεροι τό χειροκροτούν : αυτή η λεπτομέρεια αρέσει στον ζίζεκ, και τήν θεωρεί παρήγορο δείγμα τής διαφοράς νοοτροπίας, ως προς τήν αντιμετώπιση τών «μαζών», από τόν χίτλερ στον στάλιν.

   τώρα, είναι παραβίαση πλήθους ανοιχτών πορτών να επισημάνει κανείς τί πλήθος λεπτομέρειες αγνοούνται ή παραμερίζονται εδώ : ενώ τονίζεται η «ακαμψία» τού σώματος τού χίτλερ, παραβλέπεται καταρχήν μεγαλοπρεπώς η εξίσου ακαμψία τού σώματος τού στάλιν ακόμα και «χειροκροτούντος». Όπως εξίσου παραβλέπεται τό ψυχρά πειθαρχημένο, έως καρικατούρας, περπάτημα και τών δύο παρελάσεων – ένα περπάτημα που (μια που έχουμε να κάνουμε και με ψυχαναλυτή) θα ’πρεπε να πούμε ειρήσθω εν παρόδω ότι εξαφανίζει τή φυσικότητα τού ανθρώπινου σώματος μέσα από τήν επιδεικτική απανθρωπιά τής υποταγής του στην ιδέα τής (ιδεολογικής) στρατιωτικής (και κομματικής) πειθαρχίας : αυτό όμως που πάνω απ’ όλα φαίνεται να τού διαφεύγει τού φιλόσοφου (και ψυχαναλυτή) είναι ένα παράπλευρο γεγονός, κατά τό οποίο μεταλλάσσεται και γελοιοποιείται η ίδια η πράξη τού χειροκροτήματος : ό,τι ξεκίνησε κάποτε δηλαδή αρχικά, και καθιερώθηκε μέσ’ απ’ τούς αιώνες, ως αυθόρμητη ένδειξη αγάπης τού κοινού μιας θεατρικής παράστασης προς τούς υποκριτές της : Στην πραγματικότητα (όπως έχω πει μιλώντας για άλλα) τό χειροκρότημα είναι μια πράξη τέλους «γεμάτη αλήθεια», συμπληρωματική τής αρχικής πράξης τού «ψέματος» ενός έργου τέχνης – η στιγμή κατά τήν οποία τό κοινό γίνεται κι αυτό καλλιτέχνης, υποκριτής ή συγγραφέας, και μιλάει επιτέλους κι αυτό, μιλάει δείχνοντας ενθουσιασμό, θέρμη ή αγάπη. Ό,τι λοιπόν στη ρωσία ξεκίνησε προφανώς ως (περιττή, και ελαφρώς υποκριτική) επιστροφή αυτής τής θέρμης από τούς υποκριτές στο κοινό τους – και έτσι καθιερώθηκε τό χειροκρότημα κατά τή διάρκεια τών υποκλίσεων τών ηθοποιών, απ’ τήν σκηνή προς τήν πλατεία τώρα ως απάντηση, (μια τελετουργία επιδεικτικής διακήρυξης κάποιας ισότητας στο δόγμα τού «όλοι εργάτες είμαστε» : «μάς επιβραβεύετε για τήν καλλιτεχνική μας πράξη, κι εμείς σάς συγχαίρουμε για τή ζωή σας και τό γούστο σας, που σάς έφεραν ώς εδώ») καταλήγει, όταν εφαρμόζεται στις κομματικές εκδηλώσεις και παρελάσεις, σε παγωμένη κίνηση μαριονετών που μόνο η θέρμη τής λείπει, αν μη τί άλλο : με αυτό τό προηγούμενο πιθανώς καθιερώθηκε σιγά–σιγά στη σοβιετική ένωση και εκείνος ο παγωμένος τύπος χειροκροτήματος που θυμίζει τό ρυθμικό και πειθαρχημένο χτύπημα τής μπότας καθώς παρελαύνει ενώπιον τού κόμματος ακόμα και όταν τό κοινό ακούει τόν σβιατοσλάβ ρίχτερ να παίζει μια σονάτα για πιάνο τού μότσαρτ. Ο καθεστωτικός σφετερισμός τού χειροκροτήματος απογύμνωσε τελειωτικά μια κίνηση θέρμης από τή θέρμη της, μεταβάλλοντάς την σε επιταγή στρατοπέδου – μιας απ’ τίς πολλές, αλλά ίσως όχι η πιο ανώδυνη μετάλλαξη ακριβώς επειδή φαίνεται δευτερεύουσα –

 

   2 : τά γενέθλια τού στάλιν :

   όταν ερχόταν η μέρα τών γενεθλίων τού στάλιν, οι εξόριστοι φυλακισμένοι κρατούμενοι, στα διάφορα σοβιετικά γκουλάγκ, μαζεύονταν και τού γράφανε ένα γράμμα ευχετήριο για τά γενέθλιά του, τό οποίο μετά τό στρατόπεδο φρόντιζε να τού αποστείλει. Παρατήρηση τού ζίζεκ : Φαντάζεστε τού εβραίους και άλλους κρατούμενους στα διάφορα άουσβιτς να διανοούνται να στείλουν ευχετήριο για τά γενέθλια τού χίτλερ; είναι από μόνο του αδιανόητο. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια και διαφορά αρέσει επίσης στον ζίζεκ.

   παράξενο, για έναν ψυχαναλυτή αρχικά, τό με τί ανατριχιαστική αθωότητα ή άγνοια πηδάει πάνω από τίς ψυχολογικές παραμέτρους μιας τέτοιας «πρωτοβουλίας» : Και αισθάνομαι άσχημα, αισθάνομαι (πολύ) άβολα, γιατί τό να ρίξεις μερικές ψιλές στ’ αυτιά ενός σταλινικού που διάβασε λίγο και μορφώθηκε, πρέπει να ’ναι πέραν τών φιλοδοξιών κάθε ανθρώπου με σώας τας φρένας – και επίσης τό ν’ ασχολούμαι να συζητάω τέτοια, προσωπικά είναι πέραν τής αντοχής τού στομάχου μου : Τό βρίσκω όμως αδιανόητο τέτοιες «φιλοσοφημένες» κουτοπονηριές να μπορούν να περνάνε ως μοντέρνες σήμερα φιλοσοφίες : Ας πω μόνο τά απολύτως απαραίτητα, κι ας αφήσω τά (τεράστια) υπόλοιπα να τά πει κάποιος άλλος, που έχει ούτως ή άλλως απαντήσει από χρόνια – από τά «τρομερά χρόνια» – με τή συνολικότητα τής ποίησής της : τού έργου, τής σκέψης της, και τής συντριβής τής ζωής της –

   εγώ λοιπόν τό βλέπω ανάποδα όλο αυτό : και βλέπω τά αντίθετά του : βλέπω δυστυχώς ότι στον ναζισμό δηλαδή υπάρχει μια ειλικρίνεια, διαυγής όσο και τό κρύσταλλο τής απανθρωπιάς του, που ακριβώς επειδή απουσιάζει εντελώς από τή σταλινική τρομοκρατία, τήν κάνει ακόμα πιο απάνθρωπη, τήν κάνει από (φυσιολογικά) μισητή έως (δυσοίωνα) ανίκητη : και πράγματι : η αναγκαστική επίδειξη αγάπης προς τόν δολοφόνο σου είναι ένας μακιαβελισμός τόν οποίο ο χίτλερ ούτε σκέφτηκε ούτε τόλμησε και ούτε μπορούσε να ενεργοποιήσει : και τό ότι δεν μπορούσε δεν είναι τό πιο ασήμαντο : Τό ότι ο άλλος μπορούσε δηλαδή, δεν είναι καν τό πιο σημαντικό : διότι ο άλλος και μπορούσε και ήθελε και τόλμησε να αναγκάσει τά θύματά του σ’ αυτό τό ύστατο ψέμα  προς τόν ίδιο τους τόν εαυτό : Η θηριωδία αυτής τής απαίτησης (για ευχές γενεθλίων από ανθρώπους εξαιτίας σου μελλοθάνατους) είναι μάλιστα που κάνει, τώρα που τό σκέφτομαι, τήν θηριωδία τών σοβιετικών στρατοπέδων ακόμα πιο θανατερή : δεν τούς καις στα κρεματόρια, τούς αφαιρείς τόν αέρα λίγο–λίγο καίγοντάς τους όχι μόνο τήν ψυχή, ούτε μόνο τό σώμα, τούς καις τήν ίδια τή ζωντανή τους, προς τό παρόν, ζωή, όση έχει απομείνει, κατά τήν οποία θα μπορούσαν τουλάχιστον να διατηρούν τήν καταχωνιασμένη ανθρώπινη ελευθερία πεθαίνοντας να σέ μισούν : Κι αν ο ζίζεκ οχυρώνει τήν «ψυχαναλυτική» του ανεμελιά πίσω από τήν «βεβαιότητα» ότι κανείς επίσημα από τήν διοίκηση τών στρατοπέδων δεν ανάγκαζε τούς κρατούμενους να στείλουν ένα τέτοιο γράμμα, αλλά ότι μια τέτοια κίνηση μπορούσε να είναι «ψυχολογικά» λογική στα γκουλάγκ, ενώ δεν μπορούσε να γίνει «ψυχολογικά κατανοητή» στα άουσβιτς, θα ’πρεπε μάλλον να παραιτηθεί από τίς «έδρες» του και να ξαναπροσγειωθεί σε τίποτα θρανία : Δεν είναι δουλειά τού φιλόσοφου να είναι τόσο αθώος, και σίγουρα δεν είναι ίδιον τού ψυχαναλυτή να μην ξέρει κολύμπι : Αλλά ακόμα και στην αμμουδιά αν κάθεσαι (τόν βυθό τόν) βλέπεις καλύτερα…

   υγ 1 : από «ψυχολογική» άποψη εμένα πάντως αυτό μού λέει ότι ένας άνθρωπος που μπορεί να βλέπει τέτοιες «λεπτομέρειες» με τέτοιον τρόπο, είναι (ψυχολογικά) έτοιμος να γίνει δεσμοφύλακας : ας ευχηθούμε κάποιοι από μάς  να μην τόν βρούμε, σε κανένα λαμπρό μέλλον, μπροστά μας…

   υγ 2 : δεν είναι βέβαια πρόσφατο, ούτε πρωτότυπο πια, τό συμπέρασμα – τό υιοθετώ όμως ξανά εκ νέου, κάθε φορά που τό θυμάμαι εξαιτίας κάτι τέτοιων «φιλοσόφων» και (κυρίως…) «ψυχαναλυτών» : αν η σοβιετία ενσάρκωσε πράγματι και πραγματοποίησε, ακόμα και θεωρητικά, ένα έγκλημα, αυτό δεν ήταν μόνο εις βάρος τής ζωής όσων είχαν τήν ατυχία να ζήσουν (ή να πεθάνουν) εντός τών συνόρων της ( : άλλωστε φρόντισε η ίδια, ορισμένους καταζητούμενους από τόν χίτλερ να τού τούς στείλει πακέτο, ως δώρο κι αυτό «γενεθλίων» όπως ξέρουμε) : όμως τό μεγαλύτερο έγκλημα από μια άποψη (άκρως ψυχαναλυτική σ’ αυτήν τήν περίπτωση) ήταν εις βάρος τών ονείρων – εκείνων που εντός και εκτός συνόρων της τήν ονειρεύτηκαν…

 

   άχρηστη σημείωση : 

   τό αστείο είναι ότι οι επισήμως σταλινικοί θεωρούν τούς τύπους σαν τόν ζίζεκ επικίνδυνους εχθρούς, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί γενικώς δεν καταλαβαίνουν και πολλά – και η παραμικρή αναφορά στη σύνδεση μαρξισμού με ψυχανάλυση τούς προκαλεί σύγκρυο – πράγμα που συμβαίνει (εκτός από τήν ολομέλεια τών «ορθόδοξων σταλινικών») και στην πλειοψηφία τών «ορθόδοξων ψυχαναλυτών» : ο ζίζεκ είναι αρκετά ευφυής ώστε να ξέρει πάντως ότι δεν πρέπει να απευθύνεται σ’ αυτούς : έχει επίγνωση ότι αυτοί είναι καμένο χαρτί για όλο τό μέλλον – κι αυτός (έχει τή φιλοδοξία να) ποντάρει σε κάποιου είδους μέλλον, πατώντας πάνω στα ερείπια ενός συγκεκριμένου παρελθόντος από τή μια, και στην εξέγερση που βλέπει να ’ρχεται από τήν άλλη
    (αυτό τό είδος τού ανθρώπου έχει βέβαια ένα ειδικό θάρρος, να μπορεί να φέρνει στο επίπεδό του τά πράγματα αλλοιώνοντάς τα ανεπαίσθητα (υπάρχει μια ειδική λέξη γι’ αυτό αλλά καθώς δεν είμαι ειδική στη φιλοσοφία μού διαφεύγει) ώστε να παίρνει απ’ αυτά ό,τι οι τεντωμένες κεραίες του τού λένε ότι θα έχει πέραση στη συγκεκριμένη περίοδο κατά τήν οποία ο ίδιος φτιάχνει μια καριέρα. Τό κοινό του βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, και έχει πολύ περισσότερες διαστάσεις, νομίζω : στη διάλεξη που έδωσε εδώ ο ίδιος μπορεί να μην πήγα, είδα όμως τά βίντεο και τίς φωτογραφίες και ομολογώ ότι αισθάνθηκα διχασμένη : αισθάνομαι δηλαδή ότι υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στην παράσταση τού ίδιου και στο κοινό τής παράστασής του : δεν πρόκειται για τό ίδιο έργο προφανώς : Κι αυτή η διαστολή έχει σίγουρα μια διάσταση θλιμμένη αλλά, από τήν άλλη μπορεί, και ελπιδοφόρα : σε άλλα πράγματα ποντάρει ο υποκριτής και σε άλλα η πλατεία που βλέπει (και χειροκροτεί) τό έργο : κι έτσι εγώ βρίσκομαι στην ίδια θέση όπως όταν βλέπω ανθρώπους να κάνουν ουρά για ν’ αγοράσουν μια λογοτεχνία που προσωπικά σιχαίνομαι και η οποία όμως προς τό παρόν αποτελεί τή μοναδική τους σχέση με τήν τέχνη, επομένως μπορεί ν’ αποτελέσει και τήν είσοδό τους σ’ αυτήν, μια που μπορεί να βρουν κάποτε και τά μεγάλα έργα αφού τούς αρέσει τό διάβασμα)

 

 

 

  άννα πασών τών ρωσιών

 

   και μια που μιλάμε για μεγάλα έργα, ας πούμε μερικά και για τήν άννα αχμάτοβα : σε καμία περίπτωση βέβαια η ανάρτηση δεν είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν, θέλω απλώς να κάνω μια αντίστιξη τού έργου (και τής ζωής της, είναι πολύ δεμένα αυτά τά δύο στη δικιά της περίπτωση) με τόν κρυφοσταλινισμό που επιπλέει ή και ξανασηκώνει κεφάλι τίς μέρες μας, τώρα που η φρίκη τού καπιταλισμού γίνεται επίσης ασήκωτη
   θα παραθέσω λοιπόν μερικούς στίχους από τό «ρέκβιεμ»
   (δεν έχω καιρό να τό μεταφράσω όλο ή μάλλον να ξαναδουλέψω μια μετάφραση που είχα κάνει παλιά και που τή βρίσκω τώρα παιδιάστικη (σχεδόν παιδί τήν έκανα άλλωστε…) – άλλη φορά, και σε ανάρτηση αφιερωμένη στην ίδια εντελώς, ίσως επανέλθω)

   τό ρέκβιεμ είναι μια σύνθεση που αποτελείται από τά εξής ποιήματα :

   αντί προλόγου
   αφιέρωση
εισαγωγή
1
2
3
4
5
6
7  απόφαση καταδίκης
8  στον θάνατο
9
10  σταύρωση
επίλογος ( Ι – ΙΙ )

   (τό τελευταίο κομμάτι τού επίλογου ακούγεται μελοποιημένο, στο 4ο βίντεο τής σειράς, στο τέλος)

 

   τό συνθετικό ποίημα ρέκβιεμ γράφτηκε για τόν γιο της lev gumilyov που τόν συνέλαβαν στα 1934 χωρίς ποτέ να ξεκαθαριστεί και εντελώς (συνηθισμένο αυτό τότε) ποια ήταν η κατηγορία. Έμεινε σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως τόν περισσότερο καιρό, με ένα διάλειμμα κατά τό οποίο κλήθηκε να πολεμήσει, γύρισε σπίτι του τό ’45, τό ’49 συνελήφθη πάλι, και έμεινε σε στρατόπεδο μέχρι τό 1956 που απελευθερώθηκε τελικά
   ο λεβ ήταν γιος της από τόν πρώτο της άντρα, τόν ποιητή νικολάϊ γκουμιλιόφ τόν οποίο τό καθεστώς είχε ήδη εκτελέσει τόν αύγουστο τού 1921 (η αχμάτοβα τόν είχε παντρευτεί τό ’10 και τό ’18 είχαν ήδη χωρίσει) : εκτελέστηκε με βάση μια υποτιθέμενη συνωμοσία διανοουμένων εργατών χωρικών και λοιπά, φαινόμενο (οι κατηγορίες) επίσης συνηθισμένο τότε
   δεν ήταν ίσως αυτό που η ίδια θεώρησε ως τή μεγαλύτερη ταπείνωση τής ζωής της τό ότι έγραψε ποίημα στον στάλιν για να σώσει τή ζωή τού γιου της
   τόν αύγουστο τού 1946 έπεσε επίσημα σε δυσμένεια με πρωτοβουλία τού ζντάνοβ ο οποίος διακήρυξε πως «αυτές οι θολούρες μοναξιάς κι απελπισίας δεν έχουν καμία σχέση με τή σοβιετική λογοτεχνία, και χαρακτηρίζουν όλο της τό έργο»
   τά ποιήματά της ήταν απαγορευμένα και έζησαν κυριολεκτικά στην αφάνεια για τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής της – δεν τολμούσε όχι φυσικά να τά εκδόσει (αυτό είχε αποκλειστεί), όχι να τά κυκλοφορήσει ως χειρόγραφα, αλλά ούτε καν και να τά γράψει – από τόν φόβο μην κάνει κακό στη ζωή τού γιου της : τά μάθαινε απέξω και τα ’λεγε στους φίλους της που τά μάθαιναν απέξω και τά ’λεγαν στους φίλους τους που τά μάθαιναν απέξω… (αν έχετε διαβάσει τό φαρενάϊτ 451 τού μπράντμπερυ… κάπως έτσι)
   έπρεπε να πεθάνει ο στάλιν και να αρχίσει η σχετική αποσταλινοποίηση για να ξαναεκδοθεί στη ρωσία η ποίηση τής αχμάτοβα (τής οποίας τό όνομα, παρεμπιπτόντως, είναι ψευδώνυμο – για περισσότερα βιογραφικά της εδώ)
   η άννα αχμάτοβα στα νιάτα της ήταν πανέμορφη και είχε υπάρξει κατά τό ταξίδι της στη γαλλία (τό 1910 και ’11) φίλη τού μοντιλιάνι, με τόν οποίο είχε μια τρικυμιώδη σχέση για ένα διάστημα και ο οποίος τήν έχει ζωγραφίσει
   παντρεύτηκε τρεις φορές (ο δεύτερος άντρας της πέθανε επίσης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης)
   η μεγαλύτερη, και πιο αγαπημένη (μαζί με τήν μαρίνα τσβετάγιεβα, η οποία και τής έδωσε τό όνομα «άννα πασών τών ρωσιών») ποιήτρια τής ρωσίας πέθανε τόν μάρτιο τού 1966
   τό «ρέκβιεμ» που άρχισε να γράφεται τό 1935 και τέλειωσε τό ’40, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη δύση, στο μόναχο, τό 1963 «χωρίς γνώση και άδεια τής συγγραφέως»

  
      «τό παρίσι στη γκρίζα ομίχλη
      ο μοντιλιάνι ίσως ξανά
      αδιόρατος μ’ ακολουθεί
      έχει τή θλιβερή αρετή
      ώς και τά όνειρά μου να ανακατώνει
      και να μού κουβαλάει δυστυχίες»
(από τό «ποίημα χωρίς ήρωα»)

requiem 1935 – 1940

όχι, κάτω απ’ τόν θόλο όχι άλλου ουρανού
κι όχι σ’ άλλων φτερών τήν προστασία,
με τόν δικό μου τόν λαό ήμουνα εγώ,
κι ήμουν εκεί που έζησε τήν τιμωρία
                                                          1961

  

   αντί προλόγου

   τά τρομερά χρόνια τής γιεζοφτσίνα πέρασα μήνες δεκαεφτά να στέκομαι στις μακριές ουρές τής φυλακής τού λένινγκραντ
μια μέρα ένας μέ αναγνώρισε
ύστερα μια γυναίκα με ένα στόμα μελανό από τό κρύο, κάποια που στέκονταν πίσω μου ακριβώς, και φυσικά δεν μ’ είχε ξανακούσει
βγήκε από κείνη κει τήν ύπνωση που μέσα κολυμπάγαμε όλοι μας, και μού ψιθύρισε
(όλοι ψιθυριστά μιλάγαμε εκειπέρα) :
«κι αυτό; μπορείς να τό περιγράψεις;»
κι είπα «μπορώ!»
τότε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο χάραξε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε τό πρόσωπό της.

                                                                                                                 1 απριλίου 1957, λένινγκραντ

            γιεζοφτσίνα : η μυστική αστυνομία τού στάλιν από τόν επικεφαλής της γιεζόφ

εισαγωγή

ήτανε μέρες που μονάχα οι νεκροί
χαμογελούσανε γαλήνια χωρίς φόβο,
τό λένινγκραντ ταλαντευότανε σαν εκκρεμές
στις φυλακές του πλάϊ αχρηστευμένο
μέρες που απ’ τά βασανιστήρια τρελαμένο
πέρναγε τών κατάδικων τό σύνταγμα
και παίρναγαν τά τραίνα κι όλο μούγκριζαν
έναν σκοπό αποχαιρετισμού σακατεμένο
αστέρια θάνατου μάς επιθεωρούσαν
η αθώα ρωσσία πόναγε κουλουριασμένη
κάτω από τόν τροχό τής κλούβας,
κάτω από μία μπότα ματωμένη

3

όχι, αυτό δεν είμαι εγώ – άλλος πονάει
δεν θα τό άντεχα – μαύρα παραπετάσματα
ας τό σκεπάσουν ό,τι έγινε,
κι ας πάρουν μακριά τό φως τού δρόμου…
Νύχτα.

5

μήνες δεκαεφτά πέρασα ουρλιάζοντας
φωνάζοντάς σου να γυρίσεις σπίτι,
αγκάλιασα τού δήμιου τά γόνατα
Είσαι ο γιος μου και ο τρόμος.
Όλα μπερδεύτηκαν για πάντα
και τώρα δεν μπορώ να ξεχωρίσω
ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο τό κτήνος
και πότε η εκτέλεση θα ’ρθεί.
Έχουνε μείνει άνθη μες στη σκόνη,
τό τρίξιμο ενός θυμιατού, τά ίχνη
βημάτων από ένα μέρος προς κανένα.
Ένα πελώριο αστέρι
ίσια στα μάτια μέ κοιτάζει
και μ’ απειλεί με γρήγορη καταστροφή.

                                                                    1939

8
στον θάνατο

θα έρθεις οπωσδήποτε – γιατί όχι τώρα;
σέ περιμένω – μού είναι δύσκολο πολύ.
Έκλεισα φώτα, άνοιξα πόρτες
για να ’ρθείς – απλός κι ωραίος τόσο.
Πάρε ό,τι σχήμα θέλεις
ξεχύσου αέριο δηλητηρίου
ή έλα σερνάμενος σαν κλέφτης,
κόλλησέ με τύφο
Έλα με μια κατηγορία που θα βρεις,
φτιάξε την μόνος σου
τήν πιο κοινή που να μέ πιάσει αηδία,
να δω τήν μπλε στολή τού αστυφύλακα
πίσω απ’ τό πρόσωπο τού θυρωρού άσπρο απ’ τόν τρόμο.
Καθόλου δε μέ νοιάζει τώρα
Ο ποταμός στη σιβηρία κυλάει
Τό πολικό αστέρι λάμπει
Και η γαλάζια λάμψη τών αγαπημένων μου ματιών
κρύβεται πίσω απ’ τόν τρόμο τόν πιο τελευταίο.

                                                     19 αυγούστου 1939

επίλογος

Ι

βρήκα πώς γίνεται τά πρόσωπα να μαραθούν
και πώς ο τρόμος ξεφυτρώνει απ’ τά βλέφαρα
και πώς η οδύνη γράφεται στα μάγουλα
σκληρές σελίδες σε γραφή ακατάληπτη,
Και πώς μαλλιά και μαύρα και ξανθά
γίνονται ασημένια σε μια νύχτα,
και πώς χαμόγελα πεθαίνουνε στα χείλια τής υποταγής
κι ο φόβος παίζει τρέμοντας πάνω στα γέλια στέγνας κι ανυδρίας.
Και δεν τό κάνω για εμένα μόνο όταν προσεύχομαι
αλλά για όλους όσους στήθηκαν στο δρόμο αυτό μαζί μου,
στο άσπλαχνο κρύο και στην κάψα μέσα τού καλοκαιριού,
κάτω από τό τυφλό και κόκκινο εκείνο τείχος

ΙΙ

η ώρα τής μνήμης σέρνεται ξανά κοντά,
σάς βλέπω σάς αισθάνομαι και σάς ακούω.

Εσάς που δύσκολα βαδίζατε προς τό παράθυρο
εσάς που δεν πατάτε άλλο πια σ’ αυτό τό χώμα

εκείνη που είπε σείοντας τό όμορφο κεφάλι της
«κάθε φορά που φτάνω εδώ γυρίζω σπίτι».

Και πώς θα ήθελα να πω όλα τά ονόματα
μά πήραν τόν κατάλογο και δεν θυμάμαι

ύφανα για όλους ένα πέπλο σάβανο
απ’ τίς κουβέντες που άκουγα να λένε.

Και τούς θυμάμαι όλους, πάντοτε, παντού,
και δεν θα τούς ξεχάσω ό,τι κι αν γίνει.

Κι αν μου φιμώσουνε ξανά τό στόμα που ούρλιαξε
για εκατομμύρια άλλους μέχρι τώρα

θέλω κι αυτοί τό ίδιο να μέ θυμηθούν
αν θα γιορτάσουνε τή μέρα που ’χω φύγει.

Γιατί αν ποτέ σκεφτούνε να υψώσουνε
μνημείο για τή μνήμη μου σ’ αυτή τή χώρα,

θα συμφωνήσω ήσυχα, με έναν όρο όμως μοναχά :
να μην τό χτίσουν στο γενέθλιό μου χώμα :

κι όχι μνημείο δικό μου πλάϊ στη θάλασσα
κι ο τελευταίος μου δεσμός με θάλασσα έχει σπάσει

ούτε στον κήπο με τά άγια τά δέντρα του,
όπου μια σκιά απαρηγόρητη μέ ψάχνει :

αλλά εδώ, εδώ που στήθηκα τριακόσιες ώρες και περίμενα
και δεν εδέησαν τήν πόρτα να μ’ ανοίξουν.

Γιατί ακόμα και τόν ελεήμονα τόν θάνατο αντικρύζοντας
τρέμω μην τύχει και ξεχάσω πώς ηχούσε η κλούβα

μην τύχει και ξεχάσω τό πώς μούγκριζε η μισητή η πύλη κλείνοντας
και πώς η γριά γυναίκα αλυχτούσε ζώο πληγωμένο μπρος της.

Κι ας τρέχουνε τά χιόνια λυώνοντας σα δάκρυα
από τ’ ακίνητα και μπρούτζινα τά βλέφαρά μου,

κι ας κρώζουνε τής φυλακής τά περιστέρια στην απόσταση
και τά καράβια να κυλάνε αργά στον Νέβα

                                                                                                    μάρτιος 1940

 

© για τήν μετάφραση «σημειωματάριο κήπων»
έκανα τή μετάφραση από τήν αγγλική έκδοση «anna akhmatova, selected poems / translated with an introduction by richard mckane and an essay by andrei sinyavsky / penguin modern european poets»
 
 

 

 

ωραία σελίδα αμερικανού ποιητή ρώσικης καταγωγής που μεταφράζει ποιήματά της παραθέτοντας και τό πρωτότυπο

βιογραφία της μεταφρασμένη στα ελληνικά

διάβασέ με : άλλες πληροφορίες και εργογραφία στα ελληνικά

κι εδώ ένα ενδιαφέρον κείμενο τής σόνιας ιλίνσκαγια τό ’98 όταν (ξανα)εκδόθηκε η μετάφραση τού «ρέκβιεμ» από τόν άρη αλεξάνδρου : αναφέρει ότι η ίδια είχε πρωτοδιαβάσει τό ποίημα στη ρωσία σε σαμιζντάτ, και κάνει και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τά μεταφραστικά προβλήματα τής αχμάτοβα

η σελίδα τής γερμανικής ταινίας a film about anna akhmatova

η σελίδα τής amazon με τά βιβλία της στα αγγλικά

εκδόσεις τού «ρέκβιεμ» στα ελληνικά :

η μετάφραση τού άρη αλεξάνδρου εδώ και εδώ

ένα ποίημα από τή μετάφραση αλεξάνδρου

μετάφραση δημήτρη β. τριανταφυλλίδη επίσης σε δίγλωσση έκδοση

update 24 φεβρουαρίου 8.28΄βράδι : στο μεταξύ έχουν «φαγωθεί» τρία βίδεα και δεν ξέρω από ποιον (προσπαθώ βέβαια να τά (ξανα)ανεβάσω αλλά δεν μού γίνεται τό χατήρι)
συγνώμη, θα επανέλθω και οψόμεθα (δεν φαντάζομαι να φταίει η λιβύη…) 
στο μεταξύ τά βλέπετε από εδώ : απόσπασμα μελοποίησης από τόν ούγγρο συνθέτη györgy kurtág (songs to poems by anna akhmatova, op. 41 – #4 ) εδώ : η ίδια η άννα αχμάτοβα (σε μεγάλη ηλικία) απαγγέλει και εδώ : μελοποιημένo από τήν ρωσίδα συνθέτρια zlata razdolina τό ρέκβιεμ (επίλογος, τέλος)

  

2o update 9 μαρτίου ξημερώματα (σχετικά με τό βιντεοπρόβλημα) : όπως είδατε όλα επανήλθαν – μετά από διαβουλεύσεις με τό support team τής wordpress διαφωτίστηκα (και τό λέω για όποιον τυχαίνει να ‘ναι εξίσου άσχετος στα τεχνικά με εμένα) : τά βίδεα για να ανέλθουν κανονικά πρέπει να μην έχουν υποστεί hyperlink κατά τό κοινώς λεγόμενον – περισσότερες λεπτομέρειες, όποιος είναι εξίσου άσχετος με μένα, μέ ρωτάει αύριο – διότι τώρα είναι ξημερώματα και μάλλον πάω για ύπνο

 

2 Φεβρουαρίου 2011

susan sontag : παράταιρο τέλος

.

 

ή : μικρή παράγραφος για τή μεγάλη τέχνη :

  

οι ρομαντικοί θεωρούσαν τή μεγάλη τέχνη ως ένα είδος ηρωισμού, ως μία ρήξη ή μια υπέρβαση. Ακολουθώντας τά βήματά τους, οι μύστες τού μοντερνισμού ζητούσαν από κάθε αριστούργημα ν’ αποτελεί μιαν ακραία περίπτωση – να είναι τελειωτικό ή προφητικό, ή και τά δύο. Ο βάλτερ μπένγιαμιν διατύπωσε μια χαρακτηριστική μοντερνιστική κρίση όταν παρατήρησε (γράφοντας για τόν προυστ) : «κάθε σπουδαίο έργο τής λογοτεχνίας ιδρύει ή καταλύει ένα είδος». Όσο πολλούς προδρόμους κι αν έχει, τό πραγματικά σπουδαίο έργο πρέπει να φανεί ότι έρχεται σε ρήξη με ένα παλαιό καθεστώς και ότι όντως αποτελεί μια καταστρεπτική αν και ωφέλιμη ενέργεια. Ένα τέτοιο έργο επεκτείνει τό πεδίο τής τέχνης, αλλά συγχρόνως περιπλέκει και επιβαρύνει τό εγχείρημα τής τέχνης εισάγοντας νέα αυτοσυνείδητα κριτήρια. Διεγείρει και συγχρόνως παραλύει τή φαντασία.

τελευταία, η δίψα για τό πραγματικά σπουδαίο έργο έχει χάσει κάτι από τήν έντασή της. // Ο μοντερνισμός που θεωρήθηκε ως ένα επίτευγμα πραγματοποιημένο διαμέσου τών μεγαλεπήβολων εκείνων στόχων που έθεσαν οι Ρομαντικοί για τήν τέχνη (ως σοφία / ως σωτηρία / ως πολιτιστική ανατροπή ή επανάσταση) έχει υπερκερασθεί από μιαν αυθάδη παραλλαγή του η οποία κατέστησε δυνατόν για τή μοντερνιστική αίσθηση τών πραγμάτων να διαχυθεί σε μιαν απέραντη κλίμακα. Στερημένος τήν ηρωική αύρα του, τίς δυνατότητές του να ισχυρίζεται πως αποτελεί μια εναντιωτική αισθαντικότητα, ο μοντερνισμός αποδείχτηκε απολύτως συμβατός με τό ήθος μιας ανεπτυγμένης καταναλωτικής κοινωνίας. Τέχνη ονομάζουμε σήμερα μια τεράστια ποικιλία ικανοποιήσεων – τόν απεριόριστο πολλαπλασιασμό, και τήν απεριόριστη υποτίμηση, τής ίδιας τής ικανοποίησης. Όπου ανθίζουν τόσο πολλοί πειρασμοί, η δημιουργία ενός αριστουργήματος μοιάζει ανδραγάθημα οπισθοδρομικό, μια απλοϊκή μορφή ικανοποίησης. Τό Μεγάλο Έργο ανέκαθεν μη πειστικό (όσο μη πειστική θα ήταν μια δικαιολόγηση τής μεγαλομανίας), αποτελεί τώρα κάτι πραγματικά παράταιρο. Προϋποθέτει ικανοποιήσεις οι οποίες είναι σπουδαίες, σοβαρές και περιοριστικές. Ισχυρίζεται ότι η τέχνη πρέπει να είναι ειλικρινής και όχι απλώς ενδιαφέρουσα· να αποτελεί αναγκαιότητα και όχι απλώς πειραματισμό. Κάνει τά άλλα έργα να φαίνονται ασήμαντα, αψηφά τόν εύκολο εκλεκτικισμό τού σύγχρονου γούστου. Ωθεί τούς θαυμαστές του σε κατάσταση κρίσης.

 

: οι εισαγωγικές προτάσεις από τό δοκίμιο τής σούζαν σόνταγκ «ο χίτλερ τού ζύμπερμπεργκ» [susan sontag : «syberberg’s hitler», περιοδικό the new york review of books, τεύχος 21 δεκεμβρίου 1980]
μετάφραση γεράσιμου λυκιαρδόπουλου
στην ελλάδα κυκλοφορεί από τίς εκδόσεις «ύψιλον» με τόν τίτλο  «η γοητεία τού φασισμού (δύο δοκίμια)» : © 2010 ύψιλον/βιβλία
τά βιβλία τής susan sontag στ’ αγγλικά, και εδώ όσα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά

  

 

  

.

  

 

 

 

.

 

 

.  

 

« Προηγούμενη σελίδα

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: