σημειωματαριο κηπων

2 Δεκεμβρίου 2012

walter benjamin : ο αφηγητής

.

.

.

.

   «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», λέει τό παραμύθι. Τό παραμύθι, που ακόμη και σήμερα είναι ο πρώτος σύμβουλος τών παιδιών, γιατί κάποτε υπήρξε κι ο πρώτος τής ανθρωπότητας, συνεχίζει να ζει κρυφά στην αφήγηση. Ο πρώτος αληθινός αφηγητής είναι και παραμένει ο παραμυθάς. Εκεί όπου η κατάσταση ήταν δύσκολη, τό παραμύθι γνώριζε να συμβουλεύει, εκεί όπου η ανάγκη υπήρξε μεγάλη, τό παραμύθι ήξερε αμέσως να βοηθάει. Τό παραμύθι μάς γνωστοποιεί τά πιο πρώιμα μέτρα που πήρε η ανθρωπότητα για ν’ αποτινάξει τόν βραχνά που έβαλε ο μύθος στα στήθη της. Μάς δείχνει με τή μορφή τού χαζού, πώς η ανθρωπότητα «κάνει τή χαζή» απέναντι στον μύθο, μάς δείχνει με τή μορφή τού μικρού αδελφού, πώς μεγαλώνουν οι ευκαιρίες της εάν απομακρυνθεί από τόν μυθικό προϊστορικό χρόνο, μάς δείχνει στη μορφή αυτού που ξενιτεύεται για να μάθει τί είναι ο φόβος, ότι τά πράγματα που μπροστά τους νιώθουμε φόβο είναι διάφανα, μάς δείχνει στη μορφή τού ευφυούς ήρωα ότι τά ερωτήματα που θέτει ο μύθος είναι αφελή (όπως είναι τό ερώτημα τής σφίγγας), μάς δείχνει με τή μορφή τών ζώων που προστρέχουν για να βοηθήσουν τό παιδί τού παραμυθιού, ότι η φύση μπορεί να δεσμεύεται μεν από τόν μύθο αλλά μπορεί πολύ περισσότερο να επικεντρώνεται στον άνθρωπο. Τό πλέον φρόνιμο, έτσι δίδαξε τό παραμύθι πριν από αιώνες τήν ανθρωπότητα κι έτσι διδάσκει ακόμη και σήμερα τά παιδιά, τό πλέον φρόνιμο είναι ν’ αντιμετωπίσουμε τίς εξουσίες τού μυθικού κόσμου με δόλο και υπεροψία. (Έτσι πολώνει τό παραμύθι τό θάρρος· δηλαδή διαλεκτικά : σε δειλία (μ’ άλλα λόγια σε δόλο) και θράσος). Η απελευθερωτική μαγεία που διαθέτει τό παραμύθι δεν φέρνει τή φύση με μυθικό τρόπο στο παιχνίδι, αλλά είναι ο υπαινιγμός τής συνενοχής της με τόν απελευθερωμένο άνθρωπο. Αυτή τή συνενοχή τήν αισθάνεται ο ώριμος άνθρωπος μόνο κάποιες φορές, δηλαδή στην ευτυχία. Τό παιδί όμως έρχεται να τό προϋπαντήσει αρχικά στο παραμύθι και τό κάνει να νιώθει ευτυχισμένο.

.

.

.

//

   Όλο και πιο σπάνια συναντάμε ανθρώπους που μπορούν να διηγηθούν κάτι με τόν δέοντα τρόπο. Όλο και πιο συχνά απλώνεται αμηχανία στη παρέα όταν αρθρώνεται η επιθυμία για μια ιστορία. Είναι ως να αφαιρέθηκε από μάς μια δυνατότητα που μάς φαινόταν αναπαλλοτρίωτη, τό ασφαλέστερο τών ασφαλών. Δηλαδή η δυνατότητα ν’ ανταλλάσσουμε εμπειρίες.

   Μια αιτία αυτού τού φαινομένου είναι πρόδηλη : η τιμή τής εμπειρίας έπεσε. Και φαίνεται σαν να συνεχίζει να πέφτει απύθμενα. Κάθε βλέμμα στην εφημερίδα αποδεικνύει ότι η εμπειρία έφτασε σε μια νέα κρίση, ότι όχι μόνο η εικόνα τού εξωτερικού κόσμου αλλά κι η εικόνα τού ηθικού κόσμου υπέστησαν μέσα σε μια νύχτα αλλαγές, που κανείς ποτέ δεν θεώρησε δυνατές. Με τόν παγκόσμιο πόλεμο άρχισε να εκδηλώνεται μια διαδικασία που από τότε δεν σταμάτησε. Δεν πρόσεξε κανείς στο τέλος τού πολέμου ότι οι άνθρωποι έρχονταν βουβοί απ’ τό πεδίο τής μάχης ; Όχι πιο πλούσιοι – πιο φτωχοί σ’ ανακοινώσιμη εμπειρία. Ό,τι πλημμύρισε κατόπιν, δέκα χρόνια αργότερα, τόν ποταμό τών βιβλίων για τόν πόλεμο ήταν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εμπειρία που πηγαίνει από στόμα σε στόμα.

//

   Μια γενιά που ακόμη πήγαινε σχολείο με τή δημόσια άμαξα, στάθηκε κάτω από τόν ανοιχτό ουρανό, σ’ ένα τοπίο όπου τίποτα άλλο δεν παρέμεινε αμετάβλητο παρά τά σύννεφα, και κάτω απ’ αυτά σ’ ένα δυναμικό πεδίο καταστροφικών ρευμάτων κι εκρήξεων, τό μικρούλι, σαθρό ανθρώπινο σώμα.

//

   Τό πρωιμότερο δείγμα μιας εξελικτικής διαδικασίας, που στο πέρας της βρίσκεται η πτώση τής διήγησης, είναι η εμφάνιση τού μυθιστορήματος στην αρχή τών νέων χρόνων. Ό,τι χωρίζει τό μυθιστόρημα από τό διήγημα (και με μια ειδικότερη έννοια από τό έπος) είναι η ουσιαστική εξάρτησή του από τό βιβλίο. Η εξάπλωση τού μυθιστορήματος καθίσταται δυνατή μόνο με τήν επινόηση τής τέχνης τού τυπογράφου.

//

   Ο μυθιστοριογράφος έχει απομονωθεί. Η γενέθλια κάμαρα τού μυθιστορήματος είναι τό υποκείμενο στη μοναξιά του, τό οποίο δεν δύναται να εκφράσει παραδειγματικά τά σπουδαιότερα ενδιαφέροντά του, τό ίδιο είναι αμήχανο και δεν μπορεί να δώσει καμιά συμβουλή. Να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει να ωθείς στα άκρα τό ασύμμετρο στην έκθεση τής ανθρώπινης ζωής. Εν μέσω τής πληθώρας τής ζωής και μέσα από τήν έκθεση αυτής τής πληθώρας τό μυθιστόρημα αναγγέλλει τή βαθιά αμηχανία τού ζώντος. Τό πρώτο μεγάλο βιβλίο τού είδους, ο «Δον Κιχώτης», μάς διδάσκει κατευθείαν ότι τό ψυχικό μεγαλείο, η γενναιότητα, η ετοιμότητα για βοήθεια (στοιχεία ενός από τούς ευγενέστερους – αυτού ακριβώς τού Δον Κιχώτη) έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα δώσουν συμβουλή, κάθε ελπίδα ότι θα βρεις μέσα τους τήν ελάχιστη σπίθα σοφίας.

//

   Πρέπει κανείς να στοχαστεί τή μετατροπή τών επικών μορφών επιτελεσμένη με ρυθμούς οι οποίοι μπορούν ν’ αντιπαραβληθούν μ’ εκείνους τούς ρυθμούς τής μεταβολής που υπέστη η επιφάνεια τής γης στο πέρασμα τών χιλιετιών. Σπάνια μορφές ανθρώπινης ανακοίνωσης έχουν διαμορφωθεί τόσο αργά, έχουν χαθεί τόσο αργά. Τό μυθιστόρημα, που οι απαρχές του ανάγονται στην αρχαιότητα, χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια πριν να προσκρούσει, μέσα σε μια αναπτυσσόμενη αστική τάξη, στα στοιχεία εκείνα που υπήρξαν πρόσφορα για τήν άνθισή του.

//

   Ο Villemessant, ιδρυτής τής «Figaro», χαρακτήρισε τήν ουσία τής πληροφορίας σε μια διάσημη συνταγή : «Για τούς αναγνώστες μου», συνήθιζε να λέει, «είναι σημαντικότερη μια πυρκαγιά σε κάποια στέγη τού Quartier Latin από μια επανάσταση στη Μαδρίτη». Αυτό ξεκαθαρίζει μεμιάς ότι τώρα εισακούεται προθυμότατα, όχι πλέον η εμπειρική γνώση που έρχεται από μακριά, αλλά η πληροφορία που προμηθεύει ένα έρεισμα για τό εγγύτατο. Η εμπειρική γνώση που ερχόταν από τήν ξένη – είτε τή χωρική τών ξένων τόπων είτε τή χρονική τής παράδοσης – διέθετε μια αυθεντία που τής χορηγούσε κύρος κι εκεί ακόμη όπου αυτή δεν προσαγόταν στον έλεγχο. Η πληροφορία όμως αξιώνει τή γρήγορη και ακριβή επαληθευσιμότητα. Εδώ προέχει τ’ ότι η πληροφορία εμφανίζεται ως «καθ’ αυτή και δι’ εαυτή κατανοητή». Συχνά δεν είναι ακριβέστερη απ’ ό,τι υπήρξε η εμπειρική γνώση τών προηγούμενων αιώνων. Όμως ενώ αυτή η τελευταία αρεσκόταν να δανείζεται από τό θαύμα, είναι απαραίτητο στην πληροφορία να ηχεί εύλογα. Έτσι αυτή αποδεικνύεται ασυμβίβαστη με τό πνεύμα τής διήγησης. Αν η τέχνη τής διήγησης έχει γίνει σπάνια, τότε μετέχει αποφασιστικά σ’ αυτό τό γεγονός η διάδοση τής πληροφορίας.

   Κάθε πρωινό μάς πληροφορεί για τά νεότερα τής γήινης σφαίρας. Κι εντούτοις είμαστε φτωχοί σε θαυμαστές ιστορίες. Αυτό συμβαίνει επειδή κανένα γεγονός δεν φτάνει πλέον σε μάς, που να μην έχει αναμειχθεί ήδη με εξηγήσεις. Με άλλα λόγια : σχεδόν τίποτα πλέον απ’ ό,τι συμβαίνει δεν αποβαίνει σε όφελος τής διήγησης, σχεδόν όλα ωφελούν τήν πληροφορία. Στην πραγματικότητα η μισή τέχνη τής διήγησης συνίσταται στο να κρατά κανείς μια ιστορία ελεύθερη από εξηγήσεις, ενώ τήν αναπαράγει.

//

   Ο πρώτος αφηγητής τών Ελλήνων ήταν ο Ηρόδοτος. Στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τού τρίτου βιβλίου τών «Ιστοριών» του βρίσκεται μια ιστορία από τήν οποία μπορούμε να διδαχτούμε πολλά. Πραγματεύεται για τόν Ψαμμήνιτο. Όταν ο βασιλιάς τών Αιγυπτίων Ψαμμήνιτος ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τόν βασιλιά τών Περσών Καμβύση, επεδίωξε ο Καμβύσης να ταπεινώσει τόν αιχμάλωτο. Έδωσε διαταγή να τοποθετήσουν τόν Ψαμμήνιτο στο δρόμο που θα διέσχιζε η θριαμβευτική πομπή τών Περσών. Και στη συνέχεια τά διευθέτησε έτσι, ώστε ο αιχμάλωτος να δει τήν κόρη του να περνά ως θεραπαινίδα, που πήγαινε με τή στάμνα στο πηγάδι. Καθώς όλοι οι Αιγύπτιοι θρηνούσαν κι οδύρονταν γι’ αυτό τό θέαμα, στεκόταν μόνο ο Ψαμμήνιτος άφωνος κι ακίνητος, τά μάτια καρφωμένα στη γη· κι όταν αμέσως μετά είδε τόν γιο του που φερόταν στην πομπή για εκτέλεση, αυτός παρέμεινε όμοια ακίνητος. Όταν όμως κατόπιν αναγνώρισε στις γραμμές τών αιχμαλώτων έναν από τούς υπηρέτες του, ένα γέρο, εξαθλιωμένο άντρα, τότε χτυπούσε με τίς γροθιές τό κεφάλι του κι έδειχνε όλα τά σημάδια τής πιο βαθιάς θλίψης. Απ’ αυτή τήν ιστορία μπορεί να δει κανείς, πώς έχει τό πράγμα με τήν αληθινή διήγηση. Η αξία τής πληροφορίας δεν επιβιώνει πέρα απ’ τή στιγμή που αυτή υπήρξε νέα. Ζει μόνο σ’ αυτή τή στιγμή, είναι αναγκασμένη να τής παραδοθεί εντελώς και, χωρίς να χάνει χρόνο, ορίζεται μέσα σ’ αυτήν. Διαφορετικά η διήγηση : δεν σπαταλά τόν εαυτό της. Διατηρεί συγκεντρωμένη τή δύναμή της και μετά πολύ χρόνο είναι ακόμη ικανή γι’ ανάπτυξη. Έτσι επανήλθε ο Montaigne σ’ αυτόν τόν Αιγύπτιο βασιλιά κι αναρωτήθηκε : «Γιατί αυτός θρηνεί μόνο στη θέα τού υπηρέτη ; » Ο Montaigne απαντά : «Αφού ξεχείλιζε ήδη από θλίψη, χρειαζόταν μόνο η ελάχιστη επαύξηση και κατέρρευσαν τά προχώματά της». Αυτά για τόν Montaigne. Θα ήταν δυνατό όμως να πει επίσης κανείς : «Τόν βασιλιά δεν τόν συγκινεί η μοίρα τών βασιλοπαίδων, γιατί είναι η δική του». Ή : «στη σκηνή μάς συγκινούν πολλά που δεν μάς συγκινούν στη ζωή. Αυτός ο υπηρέτης είναι για τόν βασιλιά μόνο ένας ηθοποιός». Ή : «ο μεγάλος πόνος στοιβάζεται και ξεσπά μόνο με τή χαλάρωση. Η θέα αυτού τού υπηρέτη ήταν η χαλάρωση». Ο Ηρόδοτος δεν εξηγεί τίποτα. Η εξιστόρησή του είναι η πλέον ξερή. Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορία από τήν αρχαία Αίγυπτο είναι πάντα σε θέση να προκαλεί τόν θαυμασμό και τόν στοχασμό.

//

   Ο σημερινός άνθρωπος δεν επεξεργάζεται πλέον ό,τι δεν δύναται να συντομευθεί. Πράγματι κατόρθωσε να συντομεύσει και τήν ίδια τή διήγηση. Βιώσαμε τό γίγνεσθαι τού short story, που διαφεύγει από τήν προφορική παράδοση και δεν επιτρέπει πλέον εκείνη τήν αργή αλληλοεπικάλυψη λεπτών και διαφανών στρώσεων, που δίνει τήν πιο επιτυχημένη εικόνα τού τρόπου, με τόν οποίο έρχεται στο φως η τέλεια διήγηση από τή διαστρωμάτωση πολλαπλών μεταδιηγήσεων.

//

   Ο Valéry // [λέει] : «Είναι σχεδόν, σαν να συμπίπτει η φθορά τής σκέψης τής αιωνιότητας με τήν αυξανόμενη αποστροφή για μακρόχρονη εργασία». Η σκέψη τής αιωνιότητας είχε ανέκαθεν τή δυνατότερη πηγή της στον θάνατο. Όταν αυτή η σκέψη φθίνει, τότε συμπεραίνουμε ότι και τό πρόσωπο τού θανάτου έχει μεταλλαχτεί. Αποδεικνύεται ότι αυτή η μεταβολή είναι η ίδια που περιόρισε σε τέτοιο βαθμό τή δυνατότητα να ανακοινωθεί μια εμπειρία, ώστε η τέχνη τής διήγησης έφτασε στο τέλος της. Εδώ και αρκετούς αιώνες μπορούμε να παρακολουθήσουμε τίς απώλειες που υφίσταται στην κοινή συνείδηση η σκέψη τού θανάτου σε σχέση με τήν πανταχού της παρουσία και τήν εικονιστική της δύναμη. Η διαδικασία αυτή στα τελευταία στάδιά της επιταχύνεται. Και στη διάρκεια τού δέκατου ένατου αιώνα η αστική κοινωνία πραγμάτωσε με υγειονομικά και κοινωνικά, ιδιωτικά και δημόσια μέτρα ένα δευτερεύον αποτέλεσμα, που υπήρξε ίσως και ο υποσυνείδητος πρωταρχικός της σκοπός : να χορηγήσει στους ανθρώπους τή δυνατότητα να ξεφύγουν από τό θέαμα τών ετοιμοθάνατων. Τό να πεθαίνει κανείς ήταν κάποτε ένα δημόσιο γεγονός στη ζωή τού μεμονωμένου ατόμου και ύψιστα παραδειγματικό (σκέφτεται κανείς τίς εικόνες τού μεσαίωνα, όπου η επιθανάτια κλίνη έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν θρόνο, προς τόν οποίο κατευθύνεται συνωστιζόμενος ο λαός μέσα από τίς διάπλατα ανοιγμένες θύρες τού σπιτιού). Στη διάρκεια τών νέων χρόνων τό θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τόν αντιληπτικό κόσμο τών ζωντανών.

//

   Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει τουλάχιστον μια φορά κάποιος. (Ο μεσαίωνας αισθάνθηκε και χωρικά ό,τι επισημαίνει σαν χρονικό αίσθημα εκείνη η επιγραφή σ’ ένα ηλιακό ρολόι τής Ίμπιζας: Ultima multis). Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι τής αιωνιότητας μέσα σε χώρους που παρέμειναν καθαροί απ’ τόν θάνατο, και οι κληρονόμοι θα τούς στοιβάξουν, όταν θα φτάσει τό τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία. Είναι όμως αλήθεια ότι, όχι μόνο η γνώση ή η σοφία τού ανθρώπου αλλά πρώτιστα η βιωμένη ζωή του – κι αυτή είναι τό υλικό απ’ όπου γίνονται οι ιστορίες –, παίρνει μεταδόσιμη μορφή στον ετοιμοθάνατο. Όπως ακριβώς, όταν φεύγει η ζωή, τίθενται σε κίνηση μια σειρά από εικόνες στο εσωτερικό τού ανθρώπου – εικόνες διαμορφωμένες από τίς απόψεις τού δικού του προσώπου, και που ανάμεσά τους, χωρίς να τό συνειδητοποιεί, συνάντησε τόν ίδιο τόν εαυτό του –, έτσι πληρούται αίφνης τό ύφος και τό βλέμμα του από τό αλησμόνητο, και μεταδίδει σ’ όλα όσα τόν αφορούν, τήν αυθεντία εκείνη, που στον θάνατο κατέχει ακόμα κι εκείνος που υπήρξε ο πιο κακομοίρης για τούς ζωντανούς τριγύρω του. Στην πρωταρχή τού αντικειμένου τής διήγησης υπάρχει αυτή η αυθεντία.

//

   Ο ιστορικός υποχρεούται να εξηγήσει τά συμβάντα που πραγματεύεται με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο – σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ν’ αρκεστεί στο να τά δείξει απλώς σαν υποδειγματικά τμήματα τού κοσμικού γίγνεσθαι. Όμως αυτό ακριβώς κάνει ο χρονικογράφος, και ιδιαίτερα εμφαντικά τό κάνει ο χρονικογράφος στους κλασσικούς του εκπροσώπους : τούς χρονικογράφους τού μεσαίωνα – που υπήρξαν οι πρόδρομοι τών νεότερων ιστοριογράφων. Ενώ εκείνοι θεμελίωσαν τή διήγηση τής ιστορίας τους στο θεϊκό σχέδιο τής λύτρωσης, που ήταν κάτι ανεξερεύνητο, αποτίναξαν εκ τών προτέρων από πάνω τους τό φορτίο μιας εξήγησης που όφειλε ν’ αποδειχθεί. Στη θέση της έρχεται η ερμηνεία, που δεν έχει να κάνει με μια επακριβή αλυσιδωτή έκθεση καθορισμένων γεγονότων, αλλά με τόν τρόπο ένταξής τους στο μεγάλο κοσμικό γίγνεσθαι. Αν τό κοσμικό γίγνεσθαι εξαρτάται από τήν ιστορία τής λύτρωσης ή είναι φαινόμενο φυσικό, αυτό δεν συνιστά καμία διαφορά. Στον αφηγητή διατηρήθηκε ο χρονικογράφος με μια μεταλλαγμένη, τρόπον τινά εκκοσμικευμένη, μορφή.

//

   Τό «νόημα τής ζωής» είναι τό μέσο, γύρω απ’ τό οποίο κινείται τό μυθιστόρημα. Τό ερώτημα γι’ αυτό δεν είναι όμως τίποτα άλλο παρά η αρχική έκφραση τής αμηχανίας, με τήν οποία ο αναγνώστης τού μυθιστορήματος βλέπει τόν εαυτό του να έχει τοποθετηθεί μέσα σ’ αυτήν ακριβώς τή γραπτή ζωή. Εδώ «νόημα τής ζωής» – εκεί «ηθική τής ιστορίας» : μ’ αυτές τίς συνθηματικές λέξεις αντιπαρατάσσονται μυθιστόρημα και διήγημα τό ένα προς τό άλλο και απ’ αυτές τίς λέξεις μπορούμε να διαβάσουμε τόν τελείως διαφορετικό ιστορικό δείκτη τής κοινωνικής τάξης αυτών τών μορφών τέχνης. Αν τό πιο πρώιμο τέλειο υπόδειγμα μυθιστορήματος είναι ο «Δόν Κιχώτης», τότε είναι ίσως η «Αισθηματική αγωγή» τό υστερότατο.

//

   Στα τελευταία λόγια αυτού τού μυθιστορήματος κατακάθεται τό νόημα, που συνάντησε τήν αστική εποχή στις πράξεις της τήν περίοδο τής παρακμής της, σαν κατακάθι στο κύπελλο τής ζωής. Ο Φρεντερίκ κι ο Ντελωριέ, οι δυο φίλοι, θυμούνται τή φιλία τής νιότης τους. Κι εδώ υπάρχει μια μικρή ιστορία : πώς παρουσιάστηκαν κι οι δυο μια μέρα έντρομοι και στα κρυφά στον οίκο ανοχής τής πατρικής τους πόλης, δίχως να κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσφέρουν στην πάτρωνα μια ανθοδέσμη που είχαν μαζέψει από τόν κήπο τους. Γι’ αυτήν τήν ιστορία μιλούσαν ακόμη τρία χρόνια αργότερα. Και τώρα τή διηγήθηκαν διεξοδικά ο καθένας συμπληρώνοντας τίς αναμνήσεις τού άλλου. «Αυτό ήταν ίσως», είπε ο Φρεντερίκ όταν τελείωσαν, «ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». «Ναι, μπορεί να ’χεις δίκιο», είπε ο Ντελωριέ, «αυτό ήταν ίσως ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». Με τέτοιες αναμνήσεις βρίσκεται τό μυθιστόρημα στο τέλος, που με μια στενή έννοια προσιδιάζει σ’ αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη διήγηση. Πράγματι δεν υπάρχει καμιά διήγηση που η ερώτηση : Τι έγινε παρακάτω; θα έχανε τά δικαιώματά της. Απεναντίας, τό μυθιστόρημα δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα κάνει τό παραμικρό βήμα πέρα από εκείνο τό όριο, στο οποίο προσκαλεί τόν αναγνώστη να φέρει στη μνήμη του με τήν προαίσθηση τό νόημα τής ζωής γράφοντας κάτω απ’ τίς σελίδες ένα «Finis».

//

   Αυτό που έλκει τόν αναγνώστη στο μυθιστόρημα είναι η ελπίδα να ζεστάνει τήν παγωμένη ζωή του σ’ έναν θάνατο, για τόν οποίο διαβάζει.

.

   διαβάζετε ολόκληρο τό δοκίμιο στο περιοδικό «λεβιάθαν»

.

.

   κι ένα βιογραφικό σημείωμα τού βάλτερ μπένγιαμιν όπως τό ’γραψε σε κάποια φάση τής ζωής του ο ίδιος :

   Curriculum Vitae τού διδάκτορα Walter Benjamin

   Γεννήθηκα στις 15 Ιουλίου 1892 στο Βερολίνο, γιος τού εμπόρου Emil Benjamin. Παρακολούθησα τά μαθήματα ενός ουμανιστικού ανθρωπιστικού γυμνασίου απ’ όπου απεφοίτησα τό έτος 1912. Σπούδασα φιλοσοφία στα πανεπιστήμια τού Φράιμπουργκ στη Βάδη, τού Μονάχου και τού Βερολίνου, και παράλληλα γερμανική φιλολογία, λογοτεχνία και ψυχολογία. Τό έτος 1917 μέ οδήγησε στην Ελβετία, όπου συνέχισα τίς σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο τής Βέρνης.

 

 

   απόδοση στα ελληνικά ουρανίας νταρλαντάνη

.

.

.

.

.

τό σχέδιο στην κορυφή : απαγορευμένο πουλί, σκίτσο που ο μπένγιαμιν έκανε πειραματιζόμενος για ζωγραφική υπό τήν επήρεια μαριχουάνας (κάπου μεταξύ 1927 και 1934) από τό walter benjamin gesammelte schriften, τόμος 6, suhrkamp verlag 1985, σελ. 617 (από εδώ) | σχετικά διαβάζετε και παλιότερο ποστ εδώ | οι φωτογραφίες τών χειρογράφων είναι από εδώ εδώ και εδώ | κι εδώ διαβάζετε μια ποιητική παραλλαγή τού τμήματος τού κειμένου που περιέχει τή φράση ultima multis – the last day for many, από τόν στέφανο στεφανίδη

.

.

.

.

.

3 Ιουλίου 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / δ, τελευταίο

 

.

.

τά προηγούμενα : α, β, γ 

.

  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά. 

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών. 

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι. 

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ. 

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά. 

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά. 

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τά ’βγαζε, που τά ’ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

   αρχίζουνε λοιπόν οι τρεις στροφές, με τούς τρεις στίχους καθεμία : Η πρώτη αράδα τού πρώτου τρίστιχου Καμμιά βδομάδα, ενίοτε πιο πολύ, είναι σχεδόν κακά διατυπωμένη γιατί εννοεί περίπου «ενίοτε μια φορά τή βδομάδα ή και περισσότερο» λειτουργεί όμως αυτή η ανεμελιά ως προς τήν ακρίβεια τής έκφρασης σχεδόν ανακουφιστικά, σαν μία κάθαρση απ’ τό άγχος και τήν αγωνία τών πιο πάνω για τά χρήματα : εδώ στο θέμα τού ελεύθερου τού χρόνου μπορούμε να ’μαστε απρόσεχτοι λοιπόν, αντίθετα με τήν τεταμένη προσοχή που θέλει ο βιοπορισμός και τό παιχνίδι, όσο κι αν διάλεγε κουτούς. (Στην δεύτερη αράδα αυτού τού τρίστιχου τό ξενύχτι λέγεται σαφώς φριχτό, κι έτσι ξαναθυμόμαστε αυτή τήν ένταση). Αλλά στον τελευταίο στίχο αυτού τού τρίστιχου αρχίζει να εισάγεται για τά καλά η ξεκούραση η χαλάρωση και να προετοιμάζεται η εισαγωγή άλλης κατάστασης – μία περιγραφή ομορφιάς : δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι κι ύστερα μία λέξη για τήν ποίηση τού Καβάφη πολύ φορτισμένη : τό πρωί. Δεν είναι νομίζω τίποτα περίεργο να πει κανείς ότι γι’ αυτόν που διάβασε όλον τόν Καβάφη κι έφτασε τώρα ώς εδώ, παραπέμπει ίσια στην σύντομη ηρεμία τής θάλασσας τού πρωιού αυτή η λέξη.

   Όμως παρ’ όλο τό φως που αρχίζει να εισάγεται, τό επόμενο τρίστιχο είναι με αναπάντεχο τρόπο εκπληκτικά σκοτεινό πάλι – σαν ένα χτύπημα : Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό : Τό χάλι τρομερό ξανά κοινότυπη και καθημερινή κουβέντα : Κάνει σαν να μάς προετοιμάζει για εξετάσεις στις πιο καθημερινές κουβέντες αυτό τό ποίημα : σαν να αρνείται πια εντελώς κάθε εξωραϊσμό, κάθε καλλωπισμό και ωραιοπάθεια, όσο κι αν όλ’ αυτά όντως ελάχιστα υπάρχουν και ώς εδώ σε όλο τό έργο του : Τά λόγια όμως αυτά συνεπώς ζούσε απ’ τά χαρτιάδεν έκανε, δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόννέον με γράμματ’ αρκετά – από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί – όσο κι αν διάλεγε κουτούς είναι πεζές εκφράσεις αλλεπάλληλες που σαν να προετοιμάζουνε ακόμα πιο πεζές ν’ ακολουθήσουν : Τά ρούχα του είχανε ένα χάλι τρομερό λοιπόν, και κει, με βάση αυτά τά ρούχα θα στηθεί τό πιο απίστευτο εύρημα : Οι επόμενοι δύο στίχοι αυτού τού τρίστιχου θα ασχοληθούνε ακριβώς μ’ αυτήν τή φορεσιά, αλλά πιο ήπια : δεν θα ξαναειπωθεί η λέξη χάλι, τό πρόβλημα ελαττώνεται, μικραίνει, συρρικνώνεται στο ότι φορούσε πάντοτε τήν ίδια φορεσιά που ήταν και ξεθωριασμένη. Τό τρίτο τρίστιχο λοιπόν εκεί που μάς προετοιμάζουν όλα για να χαλαρώσουμε ακόμα περισσότερο, τινάζεται επάνω μ’ ένα επιφώνημα στην πρώτη του αράδα κιόλας, που τό ακολουθούνε επικλήσεις χρονικές : τί αφόρητη ένταση ξαφνικά μ’ αυτό τό Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ : Η λέξη καλοκαίρι εδώ είναι καινούργια : φυσικά έχουμε πληροφορηθεί ότι έκανε μπάνιο (και κολύμβι) τό πρωί – αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι λέξεις τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ είναι σαν επιφώνημα νέο πάνω στο προηγούμενο επιφώνημα : Σαν να εισάγεται μία έκρηξη που ακολουθεί, και σε αυτό δεν διαψευδόμαστε : έρχεται η φράση από τό είδωμά σας καλαισθητικά που είναι εξίσου ασαφής ή σαν θολή όπως εκείνο τό καμμιά βδομάδα και θέλει βέβαια να πει : για λόγους καλαισθησίας σάς βλέπω τώρα που σάς θυμάμαι χωρίς αυτά τά ρούχα. Όμως και βέβαια ο Καβάφης ξέρει πολύ καλά τί κάνει όταν εισάγει εδωπέρα μία σύνταξη που είναι σχεδόν ξενόγλωσση, ή ξένη, γιατί με αυτό τό έλειψε (η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά) έρχεται η πρώτη από τίς τρεις αστραπές τού τέλους που θα διασχίσουν τό ποίημα σαν βέλη και θα τό κολλήσουν στον τοίχο ενός άλλου χρόνου.

   Ο χρόνος τού έλειψε με λίγα λόγια, είναι εξίσου αδικαιολόγητος όπως κι εκείνος τού εφύλαξε που ακολουθεί (στην τελευταία – έβδομη – στροφή τού ποιήματος, που ξαναέχουμε πάλι εφτά στίχους) : Κατ’ αρχάς, η πρώτη αράδα αυτού τού εφτάστιχου αρχίζει με μια επανάληψη (προειδοποιητικά λειτουργεί σχεδόν η επανάληψη στην ποίηση τού Καβάφη – επανάληψη σημαίνει συνήθως ένταση τού ρυθμού, που κάτι άλλο θέλει στο μέλλον να δείξει – μια νέα διάσταση, μια νέα εκδοχή) αρχίζει λοιπόν με μια επανάληψη τής λέξης είδωμα : είχαμε : απ’ τό είδωμά σας έλειψε στην προηγούμενη στροφή, κι εδώ αρχίζουμε με : Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε. Αυτοί οι δύο στιγμιαίοι χρόνοι είναι ανεξήγητοι κι ασύντακτοι σχεδόν : τό αντίθετο (όποιος διαβάζει αυτό τό ποίημα σκέφτεται ότι) θα ’πρεπε ας πούμε να συμβαίνει : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τόν νου μου), ξεχνάω, σβήνω τήν ξεθωριασμένη φορεσιά» θα ’λεγε κάποιος λογικός άνθρωπος, κι ύστερα : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τή φαντασία μου) κρατάω μες στο μυαλό μου μόνο τήν εικόνα του όπως ήτανε γυμνός : όταν έβγαζε δηλαδή και πέταγε από πάνω του αυτά τ’ ανάξια ρούχα τό ξεθωριασμένο τό κουστούμι και τά μπαλωμένα εσώρρουχα» κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα. Και επανερχόμαστε λοιπόν στον ποιητή και μένουμε από δω και πέρα σε αυτόν ώς τό τέλος : Ο θαυμασμός του για τήν ομορφιά αυτού τού αγοριού είναι σαν μία τελεία και παύλα : ένα θαύμα. Και εκ παραλλήλου με τήν – κάπως γυναικεία αυτή έκφραση – η φωνή του για μία αδιόρατη στιγμή σαν να λεπταίνει και να γίνεται πιο ανασφαλής κι αυτή : Ύστερα πάλι, αυτή η φωνή ενδυναμώνεται ξανά με τή συνηθισμένη της τήν τόλμη : Ακολουθούμε και εμείς λοιπόν, εκείνη τή γεμάτη ανακούφιση και τρυφερότητα και πείρα τώρα από τό παρελθόν περιγραφή τού αγοριού : Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του / τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο / από τήν γύμνια τού πρωιού (και νά εδώ τό βέλος που μάς εκτοξεύει στην άλλη θάλασσα με τά λαμπρά μαβιά, τήν κίτρινη όχθη, όλα / ωραία και μεγάλα φωτισμένα) και στην παραλία.

   Αλλά δεν είναι μόνο του αυτό τό βέλος : Είναι τρία βέλη μαζί αυτά που περιμένουνε να μάς υποδεχτούν τελειώνοντας τό ποίημα και – κάτι που ο Καβάφης ίσως ενοχλείται όταν τό σκέφτεται – τελειώνοντας και όλα τά καβαφικά ποιήματα μαζί που θα εκδόσει ποτέ στη ζωή του : Γιατί μόνο λάθος δεν είναι βέβαια εκείνο τό έλειψε και εκείνο τό εφύλαξε : Αυτός ο χρόνος που είναι παρελθών αντί παρών, και στιγμιαίος (φαινομενικά) αντί να έχει τήν αναμενόμενη διάρκεια, όχι μόνο λάθος δεν είναι, αλλά και στεφανώνει διασχίζοντας ολόκληρη τήν ιστορία τής καβαφικής αφήγησης, σημαδεύοντάς την με τρόπο ήπιο και εκρηκτικό μαζί : Ασφαλώς, ο στιγμιαίος χρόνος ενός αόριστου (είτε έλειψε είτε φύλαξε) είναι σίγουρα χρόνος που θα περίμενε κανείς στο ποίημα λογικά να είναι αντίθετα και παρόντος και με διάρκεια, μια που δεν μιλάει εδώ ο Καβάφης για ένα πράγμα παρελθόν που θυμάται, αλλά για τήν ίδια τή στιγμή τώρα που γράφει : Κάνοντας όμως τή στιγμή τής έμπνευσής του παρελθόν δραματοποιεί στη διάλεκτό του, τήν ίδια τήν στιγμή τής δημιουργίας και με αυτόν τόν τρόπο τή βαθαίνει : Γιατί μέσα στη λογική τής καβαφικής έκφρασης γινόμενο κάτι παρελθόν μετατρέπεται ακριβώς σε αιώνιο. Και ήταν η στιγμή ίσως τώρα ακριβώς να μάς πει πως ξέρει, ότι αυτό που κάνει εκείνος είναι τό μόνο πραγματικά παρόν ή διαρκές.

μέρες θαυμάτων

   Μού προξένησε μία αμηχανία η συγκινητική στην ευσυνειδησία της, νεανική του αν θυμάμαι καλά (πεζογραφικά εκφρασμένη, κι ίσως γι’ αυτό ακόμα περισσότερο εις εαυτόν) απορία του, για τό αν μπορεί να υπάρξει όντως ποίηση χωρίς γυναίκα, όταν ήρθα σε επαφή μαζί της για πρώτη φορά.

   Είναι μια έξοχη στιγμή αυτή, κι ένα καλό μάθημα για τήν ιστορία τής αισθητικής : Μάς δείχνει τόσο πολλά, και για τόν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη – τόν ίδιο τόν καλλιτέχνη – όσο και για τόν ίδιο τόν καθρέφτη αυτόν (τήν τέχνη του δηλαδή). Ο ίδιος όμως ο προβληματισμός είναι τήν ίδια στιγμή κι ένας καθρέφτης δεύτερος, στον οποίο αντικατοπτρίζεται τό πρόβλημα τής αισθητικής, από μία περίεργη γωνία ειδωμένο : Ή είναι ένας φακός με μεγάλο πλάτος και βάθος ταυτόχρονα : Μάς δείχνει τήν ίδια τήν αντιφατικότητα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας : Μπροστά του στέκεται ένας άνθρωπος γεμάτος τόλμη και δειλία μαζί : Είναι αποφασισμένος να κάνει ένα έργο εξαιρετικής γενναιότητας, και όχι μόνο για τήν εποχή του, ένα έργο που θα γκρεμίσει κάθε γελοιότητα  και αιδώ, κι όμως ο ίδιος άνθρωπος θα βασανίζεται – στο ίδιο τό πεδίο τής έκφρασης – από τίς πιο συμβατικές δειλίες : (για να τό πει κανείς αλλιώς, τό ίδιο τό έργο του θα επιζητά, για τήν ίδια του τήν ολοκλήρωση, να διατυπώνεται η συμβατικότητα τού άλλου σαν να ’ναι και δική του : ανώμαλη, άνομη, και τά λοιπά). Δεν θα μπορούσε να έχει τήν έντασή της η σκέψη του ίσως αν δεν χρησιμοποιούσε τό λεξιλόγιο τών εχθρών της : Έτσι θα μπορούσε κανείς να πει ακόμα και ότι αυτή η συμβατικότητα είναι ευφυές καλλιτεχνικό εύρημα.  Όμως δεν είναι : Η ανεπανάληπτη ποιότητα τού Καβάφη ως ποιητή έγκειται στο ότι είναι – όπως κάθε ανεπανάληπτος άλλωστε ποιητής – απολύτως ειλικρινής : Ο Καβάφης βασανίστηκε πράγματι και χαρακτηρίστηκε όντως ως άνθρωπος από αυτήν τήν εν μέρει συμβατικότητα τής σκέψης του – που τόν έκανε να έχει απόλυτη επίγνωση δηλαδή τού πόσο φοβερά ανοίκεια και προκλητική ήταν η στάση τής ζωής του, η ηθική του, για τούς άλλους : Επιτίθεται σε μια ηθική που από μια άποψη τή νιώθει να τόν πνίγει, δηλαδή να τόν κατακυριεύει – ακριβώς ως εχθρός : δεν αρκεί απλώς να τήν ξέρει καλά για να τήν εκφράσει, πρέπει να ’ναι και θύμα της : Έτσι μπροστά σ’ αυτόν τόν καθρέφτη βλέπει τόν εαυτό του πλήρως και καθόλου : Γι’ αυτό και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρχει ποίηση χωρίς γυναίκα : Γιατί από μιαν άποψη κοιτάει μόνο μπροστά στον καθρέφτη και δεν βλέπει αυτόν που στέκεται πίσω του : Τού είναι αδύνατο να διαπιστώσει τήν ύπαρξη μιας ποίησης που κατασκευάζεται από γυναίκα, και συνεπώς έχει ως αντικείμενό της τόν άντρα. Τό ίδιο αντικείμενο επιθυμίας δηλαδή μ’ αυτόν. Αυτή είναι η σχέση του, ίσως, με τίς γυναίκες : ανοίκεια και άγνωστη σχέση – ή σχέση οικεία και αντεστραμμένη.

αυτή ήταν η 4η συνέχεια (και τό τέλος) από κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003

.

.

.

σημειώσεις 

1   ξαναδημοσίεψα τό ποίημα ολόκληρο σ’ αυτήν (και στην προηγούμενη) ανάρτηση για λόγους διευκόλυνσης τής κομματιαστής (τώρα) ανάγνωσης

2   τόνισα (στην πρώτη ανάρτηση) τό θέμα τής σειράς με τήν οποία εκδόθηκαν τά (τελευταία) ποιήματα, γιατί υπήρχε για χρόνια μια μυθολογία ότι τό ποίημα «εις τά περίχωρα τής αντιοχείας», με τό οποίο δήθεν ο καβάφης παίρνοντας τό μέρος τών χριστιανών κορόϊδευε τόν ιουλιανό («τό ουσιώδες είναι που έσκασε»), ήταν τό «τελευταίο ποίημα που ο καβάφης έγραψε πριν πεθάνει». Δεν ξέρει όμως κανείς τί να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτήν τήν ποιητική (κυρίως προερχόμενη από τούς περί τήν γενιά τού ’30 εκδότες ποιητές και κριτικούς) παραχάραξη : γιατί τό μεν ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, ο δε καβάφης έδωσε για έκδοση στον τυπογράφο του, λίγο πριν πάει στην αθήνα για τήν εγχείριση τού καρκίνου τό 1932, πρώτα τό «στα 200 π. Χ.» (αυτό που τελειώνει με τό περίφημο «για λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα») και αμέσως μετά (και ενώ είχε έτοιμα και τά «περίχωρα τής αντιόχειας» και, επίσης, μερικά ακόμα) παρέδωσε στον τυπογράφο τελευταίο (άραγε τό ήξερε; τό υποψιαζόταν; ποιος ξέρει…) τό καθαρά ερωτικό «μέρες τού 1908»
   τά «περίχωρα τής αντιόχειας» θα έπρεπε δηλαδή κανονικά να συμπεριλαμβάνονται, από όσους εκδίδουν ποιήματα τού καβάφη, όχι στα «επίσημα» (ή «δημοσιευμένα») αλλά στα «ανέκδοτα» (ή σε κάποιο «παράρτημα», αυτό δηλαδή ακριβώς που έκανε ο γ. π. σαββίδης λίγο πριν πεθάνει, διορθώνοντας ακριβώς (σιωπηρά) ο ίδιος τίς εκδόσεις του τών έργων τού καβάφη, χωρίς να εξηγήσει όμως τόν λόγο τής αλλαγής)
   θα μπορούσε, από τήν άλλη, κανείς να γράψει και πραγματεία ολόκληρη για τό πώς, και αν, η «περσόνα» που χρησιμοποιεί ο καβάφης ως «πρώτο πρόσωπο» (πληθυντικού κιόλας) στα «περίχωρα τής αντιόχειας» ταυτίζεται με τό πρόσωπο τού ποιητή ως προς τήν εχθρική αντιμετώπιση τού ιουλιανού, ή αντιθέτως η ειρωνεία (τού α΄ πληθυντικού κιόλας) δεν αποτελεί ουσιαστικά μια θλιμμένη, και ειρωνική μαζί, υπεράσπιση ενός αυτοκράτορα πεισματάρη και καταδικασμένου να ηττηθεί (στην υπεράσπιση αυτών ακριβώς – ή περίπου – τών πραγμάτων που αγάπησε και υπερασπίστηκε ο ίδιος ο καβάφης στην ποίησή του) – πάντως τό ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, περί τό 1930 ( : όταν ο καβάφης γύρισε στην αλεξάνδρεια από τήν εγχείριση, μέχρι τό 1933 που πέθανε δεν ξανάγραψε τίποτ’ άλλο, ασχολήθηκε με τό αρχείο του, μόνο, και τό τακτοποίησε)

3   last but not least πρέπει να πω εδώ ότι τίς πληροφορίες για τά εκδοτικά ήθη τού καβάφη τίς παίρνω από τήν (εξαιρετική, και όχι μόνο για μένα αλλά για όλους όσους τήν έχουν διαβάσει ολόκληρη – και μερικοί αγγλόφωνοι καβαφιστές ανάμεσά τους) εκτενή καβαφική μελέτη τού φίλου μου ποιητή (αυτού που έκανε και τό αφιέρωμα) «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα» (ακόμα ανέκδοτη)

4   τό άλλο κείμενο τού κοινού φίλου πεζογράφου για τό ίδιο ποίημα, που δημοσιεύτηκε στον «επίλογο», είχε τόν τίτλο «και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά»
   δυστυχώς δεν είχε κρατηθεί η μεταγραφή στα κομπιούτερ τών αρχικών κειμένων, και έτσι ήμουν υποχρεωμένη να κάνω τή βαρετή χειρωνακτική δουλειά και να αντιγράψω (σίγουρα όμως χωρίς συντομεύσεις!) όλο τό κείμενό μου από τό χαρτί

5   η ανάρτηση τής παλιάς αυτής δουλειάς (θυμίζω ότι) έγινε με αφορμή τήν επέτειο τής γέννησης τού καβάφη (που συμπίπτει, με διαφορά 70 χρόνων, και με τήν επέτειο τού θανάτου του) και τό λέω γιατί τό πράγμα έχει πια προχωρήσει πολύ (και έχει γίνει και πολύ ογκώδες, άσε που δεν ξέρω και πότε θα τό τελειώσω)

.

 

.

.

.

.

.

16 Ιουνίου 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / γ / & bloomsday

.

                     

 

 

 

  ας ψηφίσουμε λοιπόν αύριο ό,τι νομίζουμε ότι θα καλυτερέψει τή ζωή μας λίγο ή πολύ – βραχυπρόθεσμα – γιατί στον μεγάλο χρόνο εκείνο που κάνει τή ζωή στ’ αλήθεια ζωή είναι κάτι που δεν μπορεί να μάς τό φέρει πολιτικάντης άλλος πέραν τού έρωτα ή τής τέχνης : τής μεγάλης τέχνης, εκείνης που κομίζει όχι λόγια αλλά επιθυμίες κι αισθήσεις, κάτι μισοειδωμένα πρόσωπα ή γραμμές (αυτά είναι που έχουν περισσότερη διαρκέστερη και στερεότερη σχέση με τή ζωή μας βέβαια, και – αφού κάνω τήν απαραίτητη υπενθύμιση ότι σήμερα είναι μια μέρα επίσης ειδική για τόν τζαίημς τζόϋς, η λαμπρή και μακριά bloomsday, η αφιερωμένη δηλαδή στον πολυλογά κύριο μπλουμ τού οδυσσέα – να μην ξεχάσω επίσης να πω ότι ο τζόϋς ήθελε τό εξώφυλλο τού βιβλίου του γαλάζιο προς τιμήν τής (με όποια απόχρωση τέλος πάντων τή φανταζότανε) ελληνικής σημαίας) –ας ξαναγυρίσω τώρα σ’ ό,τι έχω αφήσει στη μέση λοιπόν, στον καβάφη :

.

τό προηγούμενο : η 2η συνέχεια

εκείνα τά κρυμμένα από τούς άλλους πράματα που σαν να είναι ένα ξανατύπωμα τής ζωής τού Καβάφη διπλό πάνω στην ταινία με τό ιστορικό της ας πούμε θέμα. Αυτή η μυθολογία (λίγα λεφτά, κάποια σελίνια, ρούχα φτωχά, κι ωραία σώματα) είναι λοιπόν, αν δει κανείς τώρα τό έργο του τελειωμένο, αυτή η μυθολογία είναι σαν να αποτελεί τή ραχοκοκκαλιά τού σύμπαντός του, τή ραχοκοκκαλιά τού ίδιου του τού ινδάλματος τής ιστορίας.

.

μέρες ανωνυμίας

.

   Στα ποιήματα τού παρόντος όμως, στα «καθαρά» ερωτικά τού Καβάφη, υπάρχουν ίσως ονόματα τόπων όχι όμως προσώπων. Όχι τόσο από μια διάθεση εχεμύθειας – υπάρχει πιθανώς και αυτό αλλά θα μπορούσε να υπερκεραστεί πιστεύω – όσο γιατί μ’ αυτή τήν ατμόσφαιρα αοριστίας που διαχέεται πάνω απ’ τά σώματα τής ηδονής, η ίδια η εποχή τού ποιητή κολλάει έτσι ολόκληρη πάνω στο δικό του σώμα σαν τμήμα τού οργανισμού του : είναι τό ίδιο, κατά κάποιον τρόπο επιδεικτικό, με τό ότι δεν χρειάζεται να αναφέρει και τ’ όνομα που έχει ο ίδιος.

   Ανώνυμο λοιπόν τό ωραίο φτωχό παιδί τού ποιήματος αυτού. Ανώνυμο αλλά όχι άγνωστο. Και εδώ που φτάσαμε, σχεδόν ούτε και η υπόθεσή του μάς είναι άγνωστη : Μάς τήν προετοιμάζουνε όλα τά προηγούμενα ποιήματα, και τούτο εδώ αποτελεί απλώς μια περίεργη σύνοψή τους και μάλιστα λίγο απομακρυσμένη : Ο ποιητής παίρνει ξεκάθαρα τή θέση τού θεατή ως προς τή μοίρα τού παιδιού : ούτε έχει ερωτική σχέση αυτός μαζί του, ούτε και περιγράφει ερωτική διάθεση κι επιθυμία και σχέση άλλου προς αυτόν : Όλοι μαζί όμως, παρόντες παρελθόντες υπαρκτοί κι ανώνυμοι, είναι σαν να ενώνονται μαζί στη θλίψη τους γι’ αυτή τήν άτυχη μοίρα τής ομορφιάς : όλοι μαζί έτσι κοιτώντας τον, θαυμάζοντάς τον, μελετώντας τον σαν να γίνονται ξάφνου ένας κι αυτοί, ομότυχοι κι ομώνυμοι : κανένας λόγος όντως δεν υπάρχει ονομάτων πλέον.

   Αν περιοριστεί κανείς στα ποιήματα που έχουν τή λέξη Μέρες και μία χρονολογία στον τίτλο τους, αρχίζοντας συμβολικά από τό πρώτο, από αυτό δηλαδή που έχει τήν παλαιότερη χρονολογία, μπορεί να πει κανείς πολύ σύντομα τώρα τά εξής : *

   Τό ποίημα Μέρες τού 1896 ξεκινάει με μια ειρωνικά ηθική διαπίστωση όπως είναι τό Εξευτελίσθη πλήρως, και για τά οικονομικά τού ήρωα μαθαίνουμε ότι έχασε τό λιγοστό του χρήμα κι εκέρδιζε τά έξοδά του από μεσολαβήσεις ντροπιασμένες – αλλά παρ’ όλ’ αυτά αξίζει παραπάνω / τής εμορφιάς του η μνήμη. // Μια άποψις άλλη υπάρχει / που αν ιδωθεί από αυτήν // φαντάζει, συμπαθής· / φαντάζει, απλό και γνήσιο // τού έρωτος παιδί, / κλπ. Τό ποίημα τό διατρέχει ένα ελαφρώς δασκαλίστικο ύφος ως προς τήν αξία τής αντισυμβατικής αξιοπρέπειας τού ήρωα, και (αυτό είναι τό απολύτως ειρωνικό) τό παρακολουθεί παράλληλα ένας εσωτερικός ρυθμός ο οποίος είναι σχεδόν χαρωπός : κάνοντας έτσι μια αντίστιξη με τή ζοφερή έναρξη τού «εξευτελίσθη πλήρως» για να βρεθεί σε μεγαλύτερη συμφωνία, όσο τό ποίημα προχωράει, με τήν εσωτερικότερη εκτίμηση τής ερωτικής ευτυχίας – και να ολοκληρώσει συγχρόνως στο τέλος τό «ηθικό» περιβάλλον τού εξευτελισμού απαξιώνοντάς το λακωνικότατα – με μια από τίς προτάσεις που έχουν γίνει σχεδόν παροιμιακές τού Καβάφη : «άνω απ’ τήν τιμή, // και τήν υπόληψί του / έθεσε ανεξετάστως // τής καθαρής σαρκός του / τήν καθαρή ηδονή. // Απ’ τήν υπόληψί του; / Μα η κοινωνία που ήταν // σεμνότυφη πολύ / συσχέτιζε κουτά»

   Στο Μέρες τού 1901 έχουμε από τήν αρχή μία προσωπική εκτίμηση αισθητικής και ηθικής μαζί υφής : Τούτο εις αυτόν υπήρχε τό ξεχωριστό : και η υπόθεση τού ποιήματος, αγνοώντας επιδεικτικά λεπτομέρειες και γεγονότα από τή ζωή τού ήρωα, κάνει έτσι και τόν τρόπο τής ζωής του αισθητό με τόν πιο ειρωνικό τρόπο – γιατί τά διαισθάνεται κανείς σχεδόν όλα, και με λεπτομέρειες, μέσ’ απ’ αυτήν τήν αισθητική καταρχάς θέαση : και έτσι η ζωή του γίνεται ώς και χρόνος παρών μέσα στο ποίημα λόγω ακριβώς τής καβαφικής δυνατότητας να συμπλέουν λέξεις χρονικές (πείραν, συνειθισμένη, ηλικίας, στιγμές, είκοσι εννιά του χρόνων, δοκιμασμένη, στιγμές, πρώτη φορά) με τίς καθαρά σωματικές (δηλαδή τίς, με τόν πιο καβαφικό τρόπο, υλικές) ( : έκλυσι, πείραν έρωτος, στάσεως, σάρκας σχεδόν άθικτης, εμορφιά, ηδονή, έφηβο, τό αγνό του σώμα), και χωρίς άλλη συνοδεία : η απλή αυτή (αλλά ουσιαστικά διπλή, γιατί αφορά τόσο τήν αισθητική εμφάνιση όσο και τήν ηθική διάσταση τού παρατηρούμενου) περιγραφή φορτίζει έτσι περισσότερο τήν υποβόσκουσα αισθηματική ένταση που έχει τό γεγονός γι’ αυτόν που παρατηρεί, μιλάει, και γράφει εντέλει τό ποίημα – και εξακτινώνεται με φοβερή αποτελεσματικότητα και σ’ εκείνον που τό διαβάζει – γιατί λειτουργεί, ακριβώς επειδή λείπουν γεγονότα και λεπτομέρειες, σαν μια σύνοψη όλων τών καβαφικών νέων : μπορεί να σκεφτεί δηλαδή κανείς ότι ο Καβάφης εδώ περιγράφει και τόν ίδιο τόν εαυτό του (μπορώ να πω τζοϋσικώ τω τρόπω ότι πρόκειται, αν τό παρατραβήξουμε, αλλά τό παρατραβάμε εντέλει νόμιμα, και για τό γενικό πορτραίτο τού (ερωτικού) ποιητή ως νέου)

   Στο Μέρες τού 1903 υπάρχει πάντως μια μικρή ανατροπή ως προς τό γενικό κλίμα τών ποιημάτων με τίτλο Μέρες, γιατί εδώ έχουμε ξαφνικά εκείνο τό γνωστό καβαφικό πρώτο πρόσωπο, τό χωρίς προσωπείο, είναι ένα ποίημα δηλαδή χωρίς περσόνα : μιλάει σε πρώτο πρόσωπο με άλλα λόγια ο ίδιος ο Καβάφης απροκάλυπτα, για τόν εαυτό του, και μάλιστα σε ένα καθαρά αισθησιακό ποίημα – πράγμα που τό έκανε πιο συχνά όσο περνούσαν τά χρόνια και είναι λογικό τό ότι δίστασε να τό κάνει στην αρχή. Τό ποίημα αυτό είναι πολύ γνωστό διότι έχει μελοποιηθεί κιόλας (να πω ότι προσωπικά είμαι εναντίον αυτού τού είδους τών μελοποιήσεων που υποβάλλουν μια καταστροφική για τήν (μεγάλη) ποίηση αντίληψη ότι η ποίηση αυτή χρειάζεται και μια επιπλέον μουσική πάνω από τήν ήδη υπάρχουσα δικιά της). Μια παρεμπίπτουσα παρατήρηση επίσης εδώ θα ήτανε ότι ο Καβάφης καταφέρνει μέσα από ένα τόσο εξόχως μουσικό κείμενο να συμπεριλάβει και μαζί να κάνει σκόνη όλη τήν (πριν και μετά) ψυχαναλυτική πολυλογία : Δεν τά ηύρα πια – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως, // που έτσι εύκολα παραίτησα· // και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα. //

   Οι Μέρες τού 1909, ’10, και ’11 μοιάζουνε με τίς Μέρες τού 1908 από τήν άποψη ότι ξεκινάνε όσο γίνεται πιο απομακρυσμένα και αντικειμενικά : Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με τόν χρόνο εδώ αρχικά, αλλά με τά οικονομικά : Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού (…) ήταν υιός : Και τά οικονομικά σ’ αυτό τό ποίημα υπερισχύουν, ενώ ο χρόνος υπεισέρχεται μ’ ένα πολύ πιο ενδιάμεσο, και συγχρόνως εκκωφαντικής πάλι έντασης τρόπο : ο ήρωας εργάζεται σε σιδερά, κι αν επιθυμήσει κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί, πουλάει τό σώμα του για πέντε τάλληρα. Ξαφνικά όμως εισβάλλει εδώ εκείνη η ένωση που λέγαμε, ιστορικών και ερωτικών ποιημάτων ταυτοχρόνως : Ο ομιλών γίνεται πάλι σαν αυτοβιογραφούμενος και προβάλλοντας διαυγέστατα απ’ τήν ανωνυμία τού παρόντος του αναρωτιέται Αν στους αρχαίους καιρούς είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή (…) που πήε χαμένος : δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά. Μέσα στις δύο κουβέντες (τής φθοράς από τή μια – εξαιτίας τής δουλειάς και τής λαϊκής κραιπάλης τής ταλαιπωρημένης – και τής τύχης που θα είχε αν ζούσε στους αρχαίους χρόνους από τήν άλλη) μέσα απ’ αυτήν τήν σχεδόν απτή εικονογράφηση τής συγχώνευσης τών χρόνων, και τής διάχυσης τού παρόντος στο παρελθόν, διάχυση που επιτελείται σχεδόν με ειρωνικό χαμόγελο (σαν να μάς λέει ο ομιλητής ότι δεν θα ’πρεπε ποτέ να αμφιβάλλουμε πως τά ερωτικά του ποιήματα είναι δεμένα αδιάρρηκτα με τήν ιστορική του πρόθεση) προκύπτει ξαφνικά ένας άπλετος φωτισμός όπως αν θα ’θελε κανείς να κάνει κάποιον από καιρό να ομολογήσει  κάτι, κι εκείνος σε μια στιγμή που δεν τό περιμένεις, ξαφνικά τό ξεφουρνίζει με φωνή ήσυχη και εξαφανίζεται. Προδίδεται υπαινικτικά μόνο μία υπόγεια συναίνεση τού Καβάφη ως προς τή νευραλγική σημασία τού ποιήματος από τό γεγονός ότι ο τίτλος του αναφέρεται σε τρία χρόνια συνεχή :  Σαν να μάς λέει ότι τόσο πολύ ακριβώς τήν σκέψη αυτή ατένισε. Εξάλλου τό κυρίως ποίημα που θα μάς απασχολήσει εδώ, τό Μέρες τού 1908, πήρε τόν τίτλο του (μετά από σκέψη : όταν πρωτογράφτηκε τό 1921 (11 χρόνια πριν ο Καβάφης να τό δημοσιέψει τό 1932) είχε τίτλο «Τό Καλοκαίρι τού 1895») τό Μέρες τού 1908 πήρε λοιπόν τόν τίτλο του τελικά, μετά από σκέψη, ακριβώς σε σχέση με αυτήν τήν τριετία 1909, ’10 και ’11: Και άραγε ειρωνικά τό έβαλε ο Καβάφης να προηγείται αφενός στον χρόνο, και να ’χει τήν ίδια αφετέρου αποστασιοποιημένη και σχεδόν ψυχρή θεώρηση χαμένης και χαραμισμένης ομορφιάς;

   Αλλά και στις Μέρες τού 1908 έχουμε από τήν αρχή τήν εντύπωση ότι ακολουθώντας λίγο–πολύ ένα κόλπο που πια τό έχουμε μάθει, αυτός ίσως να μιλάει (σε τρίτο πρόσωπο) πάλι για τόν εαυτό του, ενώ η εντύπωση αυτή θ’ αλλάξει γρήγορα και θα ανατραπεί : Όχι μόνο δεν θα είναι για τόν εαυτό του που θα λέει, ξεκινώντας τό ποίημα Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά αλλά θα χρησιμοποιήσει αργότερα τή λέξη θαύμα για να μάς περιγράψει τόν ήρωά του όπως εκείνος κρίνει ότι τού ταιριάζει : μια λέξη φορτισμένη από τή θρησκεία τών ηρώων στη νεότερη εποχή (πράγμα που τήν κάνει πιο βέβηλη στην ερωτική της φόρτιση) αλλά και μια λέξη – ειδικά όταν λέγεται με τό αόριστο άρθρο και έτσι κοφτά : ένα θαύμα – ιδιαίτερα καθημερινής, και σχεδόν γυναικείας χρήσης – απ’ αυτές που ο Καβάφης όταν τίς εισάγει, εξυπονοεί κουβέντες σχεδόν σαλονίστικες, κουτσομπολιού. (Ίσως είναι η επίδραση τής γλώσσας τής οικογένειας στα σημεία αυτά – και ο πατέρας έλειψε νωρίς – πρέπει να άκουγε και να τού εντυπωνόντουσαν πολύ καλά οι εκφράσεις τής μητέρας)

.

  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά. 

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ.

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τά ’βγαζε, που τά ’ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

μέρες τού 1908 : μέρες ενός θαύματος

.

   Όταν μετά τό βρέθηκε χωρίς δουλειά ακολουθεί : και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά, τό συνεπώς αυτό σημαίνει : «όπως έχουμε ήδη πει και ξέρουμε και από άλλες τέτοιες περιπτώσεις». Τό ότι αρνήθηκε τή θέση τών τριώ λιρών τόν μήνα που τού ’χε προσφερθεί σ’ ένα μικρό χαρτοπωλείο και τήν αρνήθηκε χωρίς κανένα δισταγμό σχεδόν δεν μάς εκπλήσσει πια καθόλου : Δεν μάς χρειάζονται ιδιαίτερες καν εξηγήσεις : Ένα απλό Δεν έκανε, δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν θα μάς αρκούσε – αλλά τό νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών μάς φέρνει αυτόματα ξανά κοντά σε όλους εκείνους τούς νέους τών γραμμάτων (έως ακόμα και τό παιδί τό φανατικό για γράμματα τών Νέων τής Σιδώνος) που βρίσκονται όλα πάλι γύρω σ’αυτή τήν ηλικία τήν σχεδόν ιδανική για τόν Καβάφη – από τά 24 ώς πριν τά 30 μάλλον. Η επόμενη στροφή μετά τίς δύο πρώτες (αυτές οι τρεις πρώτες στροφές έχουνε έναν ομαλά αυξανόμενο αριθμό στίχων πάντα μονού αριθμού – τρεις, πέντε και εφτά – κι ακολουθούν οι τρεις επόμενες που έχουνε όλες από τρεις αράδες πράγμα που δίνει έναν πιο κοφτό, σχεδόν γρήγορο ρυθμό στο ποίημα όταν θα περιγράφει τή διαδικασία τής ξεκούρασης τού μπάνιου τό πρωί, μια διαδικασία που θα μάς οδηγήσει στην εξύμνηση τής ομορφιάς και τήν περιγραφή τής νοσταλγίας τού ίδιου τού ομιλητή όταν τή σκέφτεται ή τή βλέπει) η τρίτη μεγάλη στροφή λοιπόν με τούς εφτά της στίχους είναι εκείνη που θα ασχοληθεί, σαν εξαντλητικά, με τά δυσάρεστα οικονομικά – που πάλι είναι σαν να βγαίνουν με καρμπόν από τά όμοια τών προηγηθέντων άλλων : κέρδιζε – δεν κέρδιζε, (…) χαρτιά, τάβλι (…) τί να βγάλει τό παιδί (…) στα καφενεία τά λαϊκά (…) έπαιζε έξυπνα ή διάλεγε κουτούς : Τά δανεικά δε αυτά ήσαν κι ήσαν : νά η πρώτη εισαγωγή έκφρασης γυναικείας, σπιτικής, και καθομιλουμένης σχεδόν ιδιωματικής : αυτά κι αν ήταν, που λέγαν οι γυναίκες στο δικό μου σπίτι όταν είμαστε εμείς παιδιά. Στο τέλος τών εφτά αράδων η πτώση του ολοκληρώνεται με μία, σαν παρομοίωση, πτώση χρηματική : κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

(συνεχίζεται)
(ήταν η 3η συνέχεια από κείμενο δημοσιευμένο στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

.

.

.

   * παρ’ όλο που υποσχέθηκα ότι θα βάλω τίς σημειώσεις μου στο τέλος τού συνολικού κειμένου οφείλω να επισημάνω ότι, σ’ αυτήν ακριβώς τή συνέχεια, συμπεριέλαβα ελάχιστες από τίς (αρκετές, εδώ ειδικά όπου περιγράφονται και άλλα ποιήματα τής κατηγορίας Μέρες) επιπλέον προτάσεις που υπήρχαν στο αρχικό κείμενο και που κόπηκαν στη δημοσίεψη – πράγμα που αναφέρθηκε και στην αρχή τού αφιερώματος στον «επίλογο» : λόγω τής μεγάλης έκτασης που πήρε η ανάλυσή μου –

.

.

.

.

.

.

.

.

13 Μαΐου 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / β

.

     

τό προηγούμενο : η 1η συνέχεια

   Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος.

   Η μνήμη που είναι ο κατεξοχήν κόσμος τού παρόντος σ’ αυτόν, είναι ο κόσμος μιας ηδονικής διαφάνειας, εκεί που πλέουν τά μαγευτικά απογεύματα, οι ορμές και η χαρά, δύναμη λόγος κι ομορφιά (πολύ αναπάντεχο καρφί αυτός ο «λόγος» εκεί ανάμεσα, για όποιον τόν διαβάζει αφηρημένος), αίσθησις και επιθυμία, λάγνη ορμή, μοιραία χαρά, ηδονή άνομη και έκνομη μέθη ερωτική, η πύρα τής νεότητος ώς που έλειψε τό φως, χαρά και μύρο τής ζωής του η μνήμη τών ωρών αυτού που αποστρέφεται κάθε απόλαυση ερώτων τής ρουτίνας – και κει σχεδιάζονταν τής ποίησής του η περιοχή : όταν ο έρως με τήν εξαισία του ισχύν κι η φυλαχθείσα ερωτική συγκίνησις (κι αν δεν θυμάται πού – ένα ξέχασμά του δεν σημαίνει) σ’ αυτή τή μία ένταση τήν μόνο ερωτική που δεν γνωρίζει η υγεία και μέσα στο μαγευτικό απόγευμα ενός πλοίου θα υπάρξει ακριβώς η αρχή αυτών που αύριο ή μεθαύριο ή με τά χρόνια θα γραφούν : οι στίχοι οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.

   Αυτή η αντεστραμμένη αίσθηση τού χρόνου δεν είναι απλώς αισθητική, είναι πράγματι και ηθική για τόν Καβάφη : μέσα στο ποίημα ο ίδιος βρίσκεται στο παρόν τού παρελθόντος του, γι’ αυτό κι οι στίχοι θα γραφούν (ενώ τό γεγονός τού ποιήματος δείχνει ότι ήδη γράφηκαν) και εδώ δεν ήταν η αρχή των, αλλά εκεί : Αλλά ο Καβάφης επιθυμεί πάντα να μείνει εδώ που είναι ακόμη ζωντανή η ηδονή. Έτσι λοιπόν, παρ’ όλη τή νοσταλγία και τή θλίψη ή τήν αίσθηση ανεπανόρθωτης απώλειας (που αγγίζει όχι μόνο πρόσωπα ή σώματα αλλά και τά πράγματα γύρω του), έχουμε να κάνουμε με μια θλίψη και μια νοσταλγία με τίς οποίες εξακοντίζονται ακριβώς οι εικόνες του μέσα στον χρόνο, ο οποίος όμως δεν είναι ποτέ χρόνος χειμώνα και ούτε φθινοπώρου καν : όλα σχεδόν τά φωτίζει ένας ήλιος μόνιμα, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στο κλίμα : και όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα κάτω από τόν αστερισμό τής ίδιας πάντα φτώχειας, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στον ρεαλισμό τής προσωπικής περίπτωσης : αυτή η οικονομική δυσπραγία και η στέρηση, που είναι τόσο διάχυτη στα ερωτικά του ποιήματα, εικονογραφεί όχι τόσο μια αδικία κοινωνική γενικού είδους, αλλά μια τιμωρία για τίς ερωτικές επιλογές τίς έκνομες – σαν να επιχειρείται η εικονογράφηση μιας παράλογης μεταφυσικής ζυγαριάς που θα ’λεγε (φροϋδικώ και μαρκουζικώ τω τρόπω) κανείς ότι δείχνει πως όσο περισσότερη ευτυχία και πλήρωσις ερωτική, τόσο λιγότερη κοινωνική επιτυχία και αποδοχή. Στα περισσότερα ερωτικά ποιήματα, σχεδόν όπως στα μυθιστορήματα τής Τζαίην Ώστιν (και νομίζω ότι τήν είχε διαβάσει και τού άρεσε) πληροφορούμαστε εισαγωγικά κιόλας – και, οπωσδήποτε αργότερα, καθ’ οδόν – για τήν μέχρις εδώ, ή και παρούσα (τόσο παρούσα, που να γίνεται μέρος τής δραματοποιημένης συγκίνησης) οικονομική κατάσταση τών ηρώων : Αν δεν είναι οι ήρωες ωραία παιδιά χαμένα στα σιδεράδικα, ή τά γραφεία από τήν φτώχεια τους, θα είναι παιδιά καλών (τιμίων) οικογενειών που, λόγω τού ξεπεσμού και τών ηθικών τους επιλογών, μήτες να τούς ξέρουν δεν θέλουν πια.

   Αυτό τό διάχυτο κλίμα μιας ζωής στο περιθώριο τής τίμιας κοινωνίας (που μοιάζει πολύ με αδιαμαρτύρητη και σχεδόν ανέμελη προσαρμογή τής επικούρειας επιταγής τού λάθε βιώσας) διαχέεται τόσο μέσα στον καβαφικό χώρο και τόν καβαφικό χρόνο που λες και ταξιδεύει συμπαγές και μες στην ιστορία. Υπάρχουν μερικά από τά λεγόμενα ποιήματα τής ιστορικής περιοχής που μολονότι δηλώνεται ρητά από τόν Καβάφη, ακόμα κι απ’ τόν τίτλο, ότι δεν αποτελούν ανάμνηση ζωής (έστω δηλαδή και κατασκευασμένη) αλλά περιγραφή ηρώων άσημων που τοποθετούνται (συνήθως με μια χρονολογία) σαν σφήνες μέσα στη σειρά τών γεγονότων που αφορούν τήν καθαυτό επίσημη ιστορία : (τήν παρακμή τού ελληνισμού, τούς βασιλείς που χάνουν, όσους γεννιούνται ήδη χαμένοι, διαμάχες και οικογενειακές και εθνικές, καταστροφές και ήττες και πολέμους) εντούτοις τά ποιήματα αυτά, με τούς άσημους ηδονικούς ήρωές τους, επιτελούν μια λειτουργία μέσα στο συνολικό σώμα τών ποιημάτων του εξαιρετικά νευραλγική γιατί συνδέουν τό παρελθόν με τό παρόν όχι ως απλό χρόνο, κενό κάθε άλλου περιεχομένου, αλλά ως χρόνο που είναι πλήρης αυτής τής ίδιας τής καβαφικής ηθικής, που ολοκληρώνεται σιγά–σιγά μέσα από τήν ανάγνωση μπροστά στα μάτια μας σε αισθητική, και μάς δίνουν τό πιο θαυμάσιο (μαγικό) κλειδί για να τόν καταλάβουμε ολόκληρο.

.

.

μέρες ονόματος

   Για μένα, ο Καβάφης πετυχαίνει τήν πιο ομαλή συγχώνευση τών πάντων σε ένα όλον αντιφατικό, γεμάτο εντάσεις φθοροποιές και δημιουργικές, και μ’ αυτή τήν έννοια δεν μπορεί να δει κανείς ούτε τά ερωτικά του ποιήματα ξεχωριστά, ούτε τά ιστορικά γιατί θα χάσει κάτι ουσιώδες που αυτός θέλησε να κομίσει στην τέχνη τελικά : η αισθητική του αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τό αινιγματικό αυτό (όσο και σαφές κάποιες φορές όπως μάς φαίνεται) σύνολο. Από αυτή τήν άποψη, αν έχει μια γοητεία η ιστορία τού ελληνισμού για τόν ίδιον τήν έχει γιατί πρόκειται για μια ιστορία που έχει ήδη παρακμάσει. Ο Καβάφης δεν υμνεί μέσω τής ιστορίας τή δύναμη αλλά τήν ήττα : Αν τόν γοητεύει η ιστορία τού ελληνισμού, είναι στη φάση τής φθοράς του, και εξαιτίας τής φθοράς του : Και συνοδεύει μόνιμα τή λύπη του η ενθύμηση μιας γλώσσας, μιας γλώσσας που ο ίδιος χρησιμοποιεί, όχι τόσο επειδή είναι ωραία αλλά επειδή ήταν μια γλώσσα που μπορούσε να γίνει από όλους κάποτε κατανοητή, κάτι που δεν ισχύει σήμερα για τή γλώσσα στην οποία γράφει τά ποιήματά του ο ίδιος. Ακόμα κι έτσι, δηλαδή, ουσιαστικά θλίβεται για μιαν απώλεια η οποία έχει άμεση επίπτωση στη δικιά του ζωή και πάνω του, σαν να αναλογίζεται πόσους χάνει με τήν παρακμή τής γλώσσας αυτής από τούς εραστές τής σκέψης του.

   Έτσι τό ίδωμα τής ιστορίας από μέρους του σαν να βάφεται, να κολυμπάει και να διαχέεται μες στα νερά τού διαυγούς ερωτισμού του, και χωρίς τήν απόχρωση αυτή μέσ’ από τήν οποία βλέπει τό παρελθόν η ιστορία δεν θα τόν ενδιέφερε ίσως καθόλου : Δεν μιλάει για άλλους ο Καβάφης μιλώντας για τήν ιστορία και δεν μιλάει για κάτι με τήν τρέχουσα έννοια αντικειμενικό, μολονότι είναι εξόχως αντικειμενικός και διαβασμένος στην περιγραφή τών ιστορικών γεγονότων – πράγμα που ’χει αποτελέσει θέμα άλλωστε συζήτησης για όλους περίπου τούς καβαφιστές : Όμως, όταν ο Καβάφης μιλάει για έναν πολιτισμό που παρήλθε, απολαμβάνει τή θλίψη ενός χαμού όπως αυτήν που έχει για τά σώματα που χάθηκαν απ’ τή ζωή του : Και η ίδια η ομορφιά (η αντικειμενική θα ’λεγε κανείς) τού πολιτισμού αυτού έχει σχέση με τό ότι ήταν ένας πολιτισμός που αγαπούσε τό σώμα τών ανθρώπων και είχε θεούς και για τόν έρωτα. Θα ’τανε δύσκολο να φανταστεί κανείς όλην τήν ιστορική περιοχή τού Καβάφη να τοποθετείται στην εποχή δηλαδή τού χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός διασώζεται στην ποίησή του επειδή αποτελεί χρονική στιγμή που προκαλεί επιπλέον πόνο, τήν ήττα ενός κόσμου τών αισθήσεων και τής καθαρής ηδονής, και τή στιγμή που αναφύεται ένας κόσμος οδυνηρά ξένος (μ’ αυτήν τήν έννοια ένας κόσμος κυριολεκτικής αλλοτρίωσης) : ο Μύρης είναι η πιο διαυγής διατύπωση αυτής τής στιγμής, και δεν είναι κατά τύχην τό πιο μακρύ και μυθιστορηματικό του ποίημα. Όμως γενικά αυτό που φαίνεται να τόν γοητεύει είναι η μοιραία φθορά που τήν παρακολουθεί με διάθεση ανατόμου μες στην ιστορία. Μ’ αυτή τήν έννοια, αν είναι επιεικής προς τό βυζάντιο, είναι επειδή κι αυτό έχει πλέον ηττηθεί και παρέλθει.

   Έτσι λοιπόν ανάμεσα στους επώνυμους ήρωες, υπάρχουν εκείνοι με τά κατασκευασμένα ονόματα, τά τόσο αιώνια και διάσημα πια. Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Εμονίδες και τούς Αιμιλιανούς Μονάη, τούς Κίμωνες Λεάρχου και τούς Τέμεθους, τόν Λάνη, τόν Μυρτία, τόν Έμη, τόν Ταμίδη, τόν Αμμόνη, τόν Ευρίωνα, τόν Ιασή, τόν Ιάσονα Κλεάνδρου και τόν Ερμοτέλη ή τόν Μαρύλο απλώνεται αυτή η ζωή από τότε, τόσο παλιά όπως και τώρα, με τά χαμαιτυπεία τά βδελυρά τά καπηλειά και τίς ταβέρνες, τίς συνοικίες τίς φτωχικές, τίς απατεωνιές και τά αναίσχυντα κρεβάτια όπου στην ευτελή κραιπάλη ο ήρωας διάγει ποταπώς και τό μόνο που τόν σώζει σαν ομορφιά διαρκής είναι που είχε δύο χρόνια δικό του τόν Ταμίδη, δικό του όχι για σπίτι ή για έπαυλη στον Νείλο : όλα εκείνα τά κρυμμένα από τούς άλλους πράματα που σαν να είναι ένα ξανατύπωμα τής ζωής τού Καβάφη διπλό πάνω στην ταινία με τό ιστορικό της ας πούμε θέμα. Αυτή η μυθολογία (λίγα λεφτά, κάποια σελίνια, ρούχα φτωχά, κι ωραία σώματα) είναι λοιπόν, αν δει κανείς τώρα τό έργο του τελειωμένο, αυτή η μυθολογία είναι σαν να αποτελεί τή ραχοκοκκαλιά τού σύμπαντός του, τή ραχοκοκκαλιά τού ίδιου του τού ινδάλματος τής ιστορίας.

.

(συνεχίζεται)
(ήταν η 2η συνέχεια από κείμενο δημοσιευμένο στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

.

.

.

.

.

.

29 Απριλίου 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / α

.

.

.

     

.

.

   αν ο απρίλης είν’ ο μήνας ο σκληρός κατά τόμας στέρνς έλιοτ, βρίσκει πάντως μάλλον τήν καλή και τή γλυκειά του ώρα όταν έρχεται στη δικιά μας ποίηση : έτσι στις 8 απριλίου είχαμε τήν επέτειο τής γέννησης τού σολωμού και σήμερα είναι η αντίστοιχη τού καβάφη (αν και στην περίπτωσή του η ημερομηνία συμπίπτει και με δεύτερη επέτειο, γιατί ο καβάφης πέθανε κιόλας 29 απριλίου – πέθανε δηλαδή τή μέρα τών γενεθλίων του)

   συνεχίζω λοιπόν σήμερα τά ποιητικά (για τόν καβάφη άλλα είναι εδώ : 1, 2, 3) αναδημοσιεύοντας ένα άρθρο μου από τόν επίλογο 2003 *, επειδή όμως τό κείμενο είναι μεγάλο θα χρειαστεί να τό κόψω μάλλον σε (πολλά) κομμάτια

.

.

.

.

* τό 2003 ήταν η επέτειος τών 70 χρόνων από τόν θάνατο τού κ. π. καβάφη και στη 12η ετήσια έκδοση τού επίλογου – που τή χρονιά εκείνη άλλαξε ιδιοκτησία και τά πράγματα ήταν και ελαφρώς αλλά και βαρέως κουλουβάχατα – ανέλαβε να σώσει τήν τιμή τών όπλων ένας φίλος μου, συνεργάτης τής έκδοσης από τήν αρχή της, ο οποίος και αποφάσισε και βάλθηκε μετά μανίας να οργανώσει ένα αφιέρωμα στα πολύ στενά χρονικά πλαίσια που είχε, και σχεδόν εκ τών ενόντων. Τό αφιέρωμα έγινε πάντως κατά τή γνώμη μου καλό – οι σελίδες τού τόμου προσφέρονταν κιόλας γιατί είναι μεγάλου σχήματος και μπήκαν και μερικές σπάνιες φωτογραφίες – όπως ένα σημείωμα αφωνίας τού καβάφη (που από τήν εγχείρηση για τόν καρκίνο τού λάρυγγα δεν μπορούσε ως γνωστόν τόν τελευταίο καιρό πριν πεθάνει να μιλήσει) στο οποίο διαβάζουμε : «για ¼  τής ώρας να μείνω μόνος παρακαλώ» –. Ο φίλος μου αυτός (που είναι και ποιητής) και που ήταν ο οργανωτής τού αφιερώματος, παρακάλεσε εμένα κι άλλον έναν άλλο φίλο του (που είμαστε πεζογράφοι…) να γράψουμε κάτι για τό ίδιο ποίημα τού καβάφη, τό μέρες τού 1908 : γιατί αυτό ήταν τό τελευταίο ποίημα που έδωσε ο καβάφης στον τυπογράφο του για έκδοση όσο ζούσε

ήταν δηλαδή μια πολύ ωραία ιδέα – εμένα πολύ μού άρεσε : δύο διαφορετικές οπτικές για τό ίδιο πράγμα : και, μολονότι γνωριζόμαστε μεταξύ μας δεν είχαμε ιδέα ο ένας τί έγραψε ο άλλος – τά διαβάσαμε όταν τυπώθηκαν

δεν ήξερα αν υπάρχει διαθέσιμος εκείνος ο τόμος πια (έχουν περάσει και αρκετά χρόνια) για όποιον θα ενδιαφερότανε δηλαδή να τόν βρει, αλλά ψάχνοντας τώρα με τήν ευκαιρία στο γουγλ τόν βρήκα – άρα δεν έγινε ακόμα συλλεκτικό και σπάνιο απόκτημα…

αρκετά όμως είπα – παραθέτω τό κείμενό μου – να προσθέσω μόνο ότι εκείνη η εκτός προγράμματος υποχρέωση που ανέλαβα τότε να γράψω για τόν καβάφη μ’ έκανε κι εμένα να μπω ξανά, και τόσο αιφνίδια, στο κλίμα ώστε άρχισα αμέσως μετά ένα δοκίμιο για όλα τά ερωτικά ποιήματα τού καβάφη – με τόν ίδιο τίτλο που έχει κι η ανάρτηση : «μέρες θαυμάτων» – δεν τό ’χω ακόμα ούτε τελείως τελειώσει ούτε τελείως εκδόσει…

να προσθέσω επίσης ότι τό τελευταίο ποίημα που αποφάσισε να δημοσιέψει ο καβάφης πριν πεθάνει (τό «μέρες τού 1908» – αποσύροντας από τό τυπογραφείο τήν τελευταία στιγμή τό «εις τά περίχωρα τής αντιόχειας») **, ανήκει όπως θα δείτε στα καθαρά ερωτικά του, τά «απροκάλυπτα» : για τόν καβάφη που ήταν απολύτως μελετημένος και στην παραμικρή του κίνηση σχετικά με τήν εκδοτική του πρακτική, και που ίσως διαισθάνθηκε ότι εκείνη θα ήταν η τελευταία εκδοτική του πράξη, αυτό έχει, πιστεύω, τήν πολύ ειδική σημασία του

   πρώτα όμως τό ίδιο τό ποίημα :

 

.

.

  

.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ.

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

.

.

ολόγυμνος·
άψογα ωραίος· ένα θαύμα.

 

   Η σχέση τού Καβάφη με τίς γυναίκες δεν περιορίζεται στις όποιες σχέσεις του με τήν μητέρα του, όσο κι αν αυτό ηχεί, από τήν άποψη τής καβαφικής ακριβώς οπτικής, σαν περίπου παράλογο.

   Γίνεται ίσως πιο λογικό, αν τό συγκεκριμενοποιήσει κανείς ως σχέση τής σκέψης τού Καβάφη με τήν γυναικεία σκέψη, και τής επιθυμίας του με τήν γυναικεία επιθυμία ; Είναι οπωσδήποτε πειρασμός να προσπαθήσει να τό αναπτύξει κανείς αυτό, πολύ περισσότερο αν πρέπει να τό κάνει και εν συντομία : ας ξεκινήσω πάντως απ’ τό ότι τό να είσαι γυναίκα προϋποθέτει πάνω απ’ όλα μια βαθιά θαμμένη αίσθηση και επίγνωση ενός ειδικού τύπου σιωπής : τίποτ’ απ’ όσα σού συμβαίνουν από τότε που είσαι παιδί δεν έχουν δικές τους λέξεις, για τήν ακρίβεια δεν πρέπει να ’χουν δικές τους λέξεις : έτσι όμως οι γυναίκες καταλαβαίνουν πολύ καλά από νωρίς τό νόημα τής ποίησης, τής πιο αμφίσημης χρήσης τών λέξεων, κι εντέλει αυτής τής ίδιας τής παρανομίας, μολονότι δεν ξέρουν, δεν μπορούν, και δεν τολμούν να μιλάν για όλ’ αυτά συχνά, μια που ακόμα και η αναγνώριση τού γεγονότος είναι μπορεί να πει κανείς παράνομη.

   Μού άρεσε πάντα ν’ ακούω μεγάλες γυναίκες να μιλάν με στίχους τού Καβάφη ανάμεσα στα λόγια τους, είχε μιαν αίσθηση τόλμης τό ύφος εκείνο, τόλμη μοναχική και κάπως σαν απεγνωσμένη απ’ τήν απόρριψη αυτή αστείας αιδούς και τήν επίγνωση σκάνδαλου ολέθριου. Ύστερα, όταν μεγαλώναμε κι αρχίζαμε ν’ ανακαλύπτουμε για λογαριασμό μας τά έργα τέχνης και τό έργο του, ο Καβάφης έγινε αυτονόητα και ξαφνικά δικός μας, κι ο κόσμος του καινούργιος και γενναίος μεγάλος και (με τήν παράνομη πάλι εκείνη και στοχαστική προσαρμογή) δικός μας αυτονόητα πάλι.

.

μέρες ενός θαύματος

   Όταν μού ζητήθηκε να γράψω κάτι γι’ αυτό τό ποίημα τού Καβάφη, τό τελευταίο που τύπωσε πριν πεθάνει, έκανα μια γρήγορη αναδρομή σε όλα τά ποιήματα μέσα στα οποία μιλάει λίγο ή πολύ για απαγορευμένες κρυφές σχέσεις, άνομες ηδονές που ζουν μονάχα νύχτα, τίς ανώμαλες έξεις μακρυά απ’ τήν τρεχάμενη ηθική τού επιτετραμμένου, τήν νοσηρή στιγματισμένη ηδονή και τήν άγονη αγάπη τήν αποδοκιμασμένη, πέρα απ’ τήν τών περί ηθικής λαλούντων αστεία αιδώ, τήν καθαρή ηδονή, τό ολέθριο σκάνδαλο τών τιμίων οικογενειών που μήτες τούς θέλουν πια, και τά λοιπά.

   Είχα καιρό να τόν διαβάσω όλον τόν Καβάφη μαζί έτσι σαν μυθιστόρημα και μού ’κανε εντύπωση ότι από μερικές απόψεις είναι όντως σαν μυθιστόρημα τό έργο του : Έχει πολύ περισσότερη ψυχολογική ένταση για να μην πω και υπόθεση, απ’ ό,τι συνήθως θεωρείται φυσικό για τήν ποίηση. Μπορεί κανείς να πει δηλαδή ότι όσο περισσότερο μέτρο και ρυθμό έχει, και ακόμα και ομοιοκαταληξία, όσο πιο άψογα ποιητικό είναι δηλαδή αυτό τό έργο (από τό πιο μεμονωμένο ποίημα ώς τό σύνολο), τόσο πιο πολύ νιώθεις να έχει μια ισχυρότατη υποδόρια πεζογραφική διάθεση : μερικές φορές μού φαίνεται σαν να αποφάσισε να είναι ποιητής σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για τούς λόγους τής λιτότητας και τής οικονομίας ή τής αστραπιαίας σχεδόν αμφισημίας που τού εξασφαλίζει η σύντομη φόρμα, αλλά ότι παράλληλα ακριβώς με αυτά, τό ήθος και οι τάσεις του παραμένουν ειρωνικά (αυτήν τήν ειρωνεία τήν διαθέτει άλλωστε σε αλλεπάλληλες βαθμίδες τό έργο του) πεζογραφικές.

   Μερικές φορές πάντως δίνει τήν εντύπωση ότι ένα από τά ισχυρότερα στοιχεία στο έργο του είναι αυτή η διάθεση να ισορροπεί ανάμεσα στα είδη χωρίς να γίνονται προσπάθειες οι εντάσεις να αποσοβηθούν ή να καλυφθούν, διάθεση εκπληκτικής αποτελεσματικότητας ακριβώς επειδή τό σύνολο τού έργου του ασχολείται ουσιαστικά και σ’ ένα μόνιμα βαθύτερο επίπεδο με τήν ίδια τήν αισθητική, μάλιστα όχι μόνο με τό φαινόμενο τής δημιουργίας αλλά και τών ίδιων τών πηγών της.

   Θα ’ναι βέβαια σχεδόν κοινοτυπία να μιλήσει κανείς για τήν δραστική έννοια τού χρόνου, τήν οργανική, στην ποίησή του : Αν μιλούσα ας πούμε για τό Επέστρεφε, θα ήμουν υποχρεωμένη να πω για τήν ουσιώδη δράση τής προστακτικής που – με τόν τύπο τής δημοτικής που επιλέγεται (και όντας έτσι μορφικά ταυτόσημη με τόν παρατατικό που είναι χρόνος όχι μόνο παρελθόντος αλλά και διάρκειας) – εγκαθιστά μπροστά στα μάτια μας κεραυνοβόλα τήν ένωση τού παρελθόντος και τού μέλλοντος μες στο παρόν (πράγμα που θα απασχολούσε αργότερα τόν Έλιοτ) και που εικονογραφεί παραδειγματικά και ολόκληρη τήν αισθητική άποψη που κρύβεται στην ποίησή του.

 .

οι μέρες

   Τά ερωτικά ποιήματα τού Καβάφη διαδραματίζονται όμως και στον ίδιο χώρο θα μπορούσε να πει κανείς : είναι πάντοτε ένα καπηλειό, μία ταβέρνα κι ένα μαγαζί, ένα καφενείο και μία κάμαρη πτωχική και πρόστυχη, ένα λαϊκό και ταπεινό κρεβάτι, με περιβάλλοντα χώρο μια συνοικία απόκεντρη κι ένα δρόμο παληό, σοκάκια, φθηνά κέντρα και γραφεία σε φτωχικές παρόδους, μαγαζί μικρό και παληομάγαζο ενός σιδερά, και μαύρο καφενείο και καφενεία τής σειράς του λαϊκά. Με τήν περιγραφή τών χώρων όμως ο χρόνος έτσι εμφανίζεται σαν ενσωματωμένος μέσα τους : είναι σχεδόν πάντοτε παρελθόν και πάντα καλοκαίρι, πάντοτε φως και κάποτε αναφέρεται ο μήνας Ιούλιος ή τού Αυγούστου εκείνη η βραδυά, ή ο ήλιος τού απογεύματος που έφθανε ώς τά μισά. Υπάρχει μια επιμονή στον ήλιο και τό φως, ακόμα κι όταν αναφέρεται σκοτάδι, και μια αδυναμία στις λέξεις που σημαίνουν φωτεινός, λαμπρός : Η νύχτα είναι φωτισμένη, οι επιθυμίες γυαλίζουν, τής ηδονής η νύχτα έχει ως διάζευξη ένα πρωί της φεγγερό, κι οι περί ηθικής λαλούντες μόνο φορούν εκείνα τά φαιά. Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος.

(συνεχίζεται)
(δημοσιεύτηκε στην
ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

  

.

.

 ** οι υπόλοιπες σημειώσεις/αστερίσκοι
θα ακολουθήσουν στο τέλος τού άρθρου, ύστερα δηλαδή από όλες τίς αναρτήσεις που θα ασχοληθούν με τό θέμα

.

.

.

.

.

.

8 Απριλίου 2012

διονύσιου σολωμού αυτόγραφα έργα : αυτοκριτικές και βρωμόλογα

.
.
.     

.

.

   «τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί…» : όποιος έχει γενικά τά κότσια να δίνει εντολές, και μάλιστα σ’ ένα έθνος που ακόμα δεν έχει σταθεί καλά–καλά στα πόδια του, πρώτ’ απ’ όλα ένα πράγμα υπονοεί : ότι έχει μάθει (κάτι) ο ίδιος – Κι αυτό που εκλαμβάνεται (κατά κόρον σήμερα) ως εντολή τού σολωμού στον χώρο τής πολιτικής ή τής κοινωνίας, καλό θα ’ταν να θυμόμαστε ότι λέχθηκε για έναν άλλο χώρο* κι ότι ο ίδιος πριν δώσει οποιαδήποτε συμβουλή τήν είχε εφαρμόσει, και με πάθος (ακριβοπληρωμένο), σε μια άλλη πλατφόρμα και σχεδόν σε μια άλλη γλώσσα – που τό «έθνος» θ’ αργούσε πολύ να τή μάθει – αν τήν έμαθε ποτέ : τόν χώρο τής τέχνης, που εκείνος τόν ήξερε καλά, και που για χάρη του (για χάρη τής αλήθειας τών ποιημάτων του) ήταν που θεώρησε ότι τίποτα δεν έχει (δεν είχε δηλαδή) τελειώσει :

   συνεπώς η μανία τού σολωμού για αληθώς ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα πρέπει μάλλον να ειδωθεί σαν μια μανία για αλήθεια στον χώρο τής αισθητικής

   τά «βρωμόλογα» με τά οποία στολίζει τήν ίδια του τήν τέχνη, όταν βρίσκει ότι δεν είναι ακόμα αληθινή, δεν θα ’πρεπε ούτε να εκπλήσσουν, ούτε – πολύ περισσότερο – να κρύβονται. Γιατί, πολύ περισσότερο ακριβώς, από τό «τελειωμένο» έργο του όπως μάς παραδόθηκε ελέω πολυλά – μάλλον στην κυριολεξία με βιά – με κάποιας μορφής βία σίγουρα, έστω και από δικαιολογημένον έρωτα και θαυμασμό για τήν ατελείωτη τέχνη του – πολύ μεγαλύτερης αξίας μάθημα εθνικό είναι κατά τή γνώμη μου η εκτίμηση τής σκατολογικής του απέχθειας για ό,τι ο ίδιος θεωρούσε αναληθές στην ποίηση και τή γλώσσα – τόν χώρο δηλαδή στον οποίον (μην έχοντας άλλο στο νου του πάρεξ γλώσσα και ελευθερία) οικειοθελώς περιχαρακώθηκε

   η δουλειά τού καθηγητή λίνου πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης να φωτοτυπήσει όλα του τά χειρόγραφα και συγχρόνως να τά μεταγράψει τυπογραφικά, είναι επίσης ένα μάθημα εθνικής αλήθειας γιατί πέρα από τήν καθαρή φιλολογική του αξία μάς παραδίνει κι έναν εθνικό ποιητή που γράφει ανορθόγραφα (ή με φωνητική γραφή, όπως θέλουμε τό λέμε) και, πάνω απ’ όλα, γράφοντας, σβήνει διορθώνει και φωνάζει : όξο όξο, όξω ούλα και : σκατά σκατά :

   τήν εποχή τής χαμογελαστής και ανέμελης θετικής σκέψης όπου η αθώα αυτοδιαφήμιση, η επιδεικτική αυτοεκτίμηση, τό επίμονο αυτοσερβίρισμα και τό γοητευτικό αυτοπλασάρισμα, αποτελούν και εθνικό και πανεθνικώς θαυμαζόμενο σπορ, τό μάθημα τής αυτοαμφισβήτησης τού σολωμού είναι πιστεύω ένα γερό χαστούκι στα μούτρα μας. Όσο περισσότερο τό θεωρήσουμε αληθινό, τόσο πιο χρήσιμοι μπορούμε να γίνουμε κι εμείς για τήν ίδια μας τή ζωή, ή γι’ αυτό που ο καθένας μας θεωρεί ως δικό του χώρο και έθνος

   είν’ αλήθεια ότι η ανάρτηση δεν θα γινότανε αν δεν είχε ριχτεί η ιδέα σ’ ένα σχόλιο. Και δεν θα γινότανε, γιατί αυτήν τήν εποχή διαθέσιμο ήτανε μόνο ένα καβουρδιστήρι κινητό, και μ’ αυτό τό σόνυ έρικσον έρριξον κι εγώ ό,τι μπορούσα καλύτερο στη σελίδα. Η ποιότητα τής φωτογράφισης, δηλαδή, θέλω να πω, είναι ασυζητητί σκατά. Αλλά δεν πειράζει, κάποτε ελπίζω θα επακολουθήσουν καλύτερες αποδόσεις τών χρωμάτων ( : οι σελίδες τών τετραδίων όπου έγραψε ο σολωμός μ’ άλλα λόγια είναι μπεζ–ροζ, και όχι πρασινωπές όπως βγήκαν εδώ)

   η ανάρτηση θέλησα λοιπόν πάση θυσία να είναι έτοιμη σήμερα, επέτειο 214η από τήν ημέρα που η αγγελική νίκλη (μανιάτικης καταγωγής), υπηρέτρια τού (κρητικής καταγωγής) κόντε νικόλαου σολωμού, αστράφτοντας φως και γνωρίζοντας ως νια τήν εαυτή της (και τή βιά εναντίον τού φύλου (και τής τάξης) της) γέννησε εξώγαμον τόν πρώτο της γιο, διονύσιο : τόν μεγάλωσε με τά λαϊκά μανιάτικα τραγούδια και νανουρίσματά της, και εννιά χρόνια τόν κράτησε κοντά της (θα ακολουθούσε και άλλος γιος στην παράνομη σχέση γέρου κόμη / υπηρέτρας, η οποία θα κρατούσε 11 χρόνια και θα νομιμοποιούνταν τήν παραμονή τού θανάτου τού κόμη) : αυτά τα εννιά χρόνια έζησε ο σολωμός λοιπόν τά ελληνικά τής μάνας του, μέχρι να τόν στείλουν, για άλλα εννιά πάλι χρόνια, στην ιταλία – καταπώς ήταν τό έθιμο στην αριστοκρατία τών επτανήσων – να μορφωθεί ως ιταλός και ως κόντες : και σ’ αυτά τά ελληνικά χρωστάμε πάνω απ’ όλα τελικά τό ότι ο σολωμός δεν έγινε ο ιταλός ποιητής που είχε τήν άνεση να γίνει : τό σχίσμα ανάμεσα στις δύο γλώσσες (και τίς δύο καταγωγές) ήταν όμως ισχυρότατο και κράτησε μια ζωή : ο σολωμός υπέγραφε πάντα ιταλικά (η κοινωνική θέση ως υπερεγώ, από τή μεριά τού πατέρα) και έγραψε ποιήματα εντέλει ελληνικά, πεισματικά ανορθόγραφα, διανύοντας ολομόναχος τόν χρόνο τριών τουλάχιστον ποιητικών γενιών ( : τό «πεισματικά» αφορά τίς διανοητικές του ικανότητες : διότι πιστεύω ακράδαντα ότι ο σολωμός μπορούσε να μάθει τήν ελληνική ορθογραφία, αν ήθελε, όπως (θέλησε και) έμαθε τήν ιταλική) : τό πεισματικά και ιδιόμορφα ανορθόγραφο ιδίωμα όμως που κράτησε στα ελληνικά του (και τό οποίο δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα «απλούστερης» φωνητικής γραφής αλλά έχει όλη τήν ελευθερία και τήν αυθαιρεσία παιδικού παιχνιδιού) ήταν, κατά τή γνώμη μου, η μοναδική σχέση που τόν ένωνε πλέον και με τήν ελευθερία τής  παιδικής ηλικίας και με τή μάνα του (που κάπως έτσι πρέπει να ήταν τά ελληνικά της όσο και ό,τι έγραψε) – ακριβώς ίσως, πολύ περισσότερο, επειδή ο ίδιος θεώρησε από ένα σημείο και μετά ότι τό αγαπημένο αυτό και ημιπαράνομο πρόσωπο τόν πρόδωσε : δεν μπορούμε συνεπώς να έχουμε μπροστά μας ολόκληρο τό πρόσωπο τού σολωμού, χωρίς τίς ανορθογραφίες του – ορθές, πάνω απ’ όλα για τήν ίδια τήν ψυχική του συγκρότηση – όπως μάς τό ’χει άλλωστε υπόγεια δηλώσει κι ο ίδιος :

«κάνε τήν είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, / καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε τό γάλα τής μητρός μου…» : κανε τιν ιχε εροτικα πιισι ο λογισμοσμου / καν τ’ ονυρο οταν μ’ εθρεφε το γαλα τις μιτροσμου.

.

.

.

.

   * όταν, γύρω στο 1850, ο σολωμός έγραφε τόν «πόρφυρα», ένας φίλος του, μάς λέει ο πολυλάς, «τού επαρατήρησε ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε ο σολωμός

   (η αναφορά αυτή τού καθηγητή αλέξη πολίτη βρίσκεται ιντερνετικά εδώ)

   επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού – και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της – ότι ο «πόρφυρας» τηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών, πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός…

   (δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές (ο άλλος είναι ο καβάφης : ανεξάρτητα και αυτός από τίς ερωτικές του προτιμήσεις αλλά ποτέ αγνοώντας τες…))

.

.

.

.

.

.

 

.

.

 

.

.

.

.

.

.

.

.

 

.

.

   υστερόγραφο στις φωτογραφίες :

   τώρα που ξανακοίταζα τούς τόμους για να βάλω εδώ τίς φωτογραφίες αυτές τών σελίδων, ανακάλυψα (αν δεν μού ξέφυγε και τίποτα, γιατί η δουλειά δεν έγινε και με όλο τόν χρόνο στη διάθεσή μου) ανακάλυψα λοιπόν ότι τή λέξη «σκατά» ο σολωμός τή χρησιμοποιεί ως κριτική τής δουλειάς του, και κατά κόρον, ουσιαστικά μόνο σ’ ένα πολύ πρώιμο χειρόγραφο και ποίημα, τήν ωδή «εις τόν θάνατον τού λορδ μπάϊρον» τού 1927

   τό ποίημα για τόν θάνατο τού λόρδου μπάϋρον είναι όμως όντως από τά πιο ασήμαντα, ποιητικά, κατασκευάσματα τού σολωμού – μαζί θα έλεγα με τόν «ύμνο στην ελευθερία» (πρωιμότερο, τού 1823) στον οποίο εξάλλου και μοιάζει μορφικά (και τού οποίου πάντως δεν υπάρχει χειρόγραφο – για να βλέπαμε τίς διορθώσεις και τίς εντολές που θα υπήρχαν σίγουρα και εκεί…)

   ο σολωμός φαίνεται εξόχως έξαλλος πάντως εδώ με τή δημιουργία του, και μάλιστα καθώς προχωράει τή διόρθωση : στην αρχή, όπως βλέπουμε στην (αμέσως παραπάνω) πρώτη σελίδα, φαίνεται πιο υπομονετικός με τά λάθη του : «όξω (λέει) φθάνει γι’ αυτό μια φράση μια λέξη» – αλλά φαίνεται να χάνει εντελώς τήν υπομονή του στη συνέχεια. Αν μού επιτρέπεται λοιπόν μια εντελώς προσωπική ερμηνεία, μπορεί να υπάρχει κι αυτός ο λόγος : τό κείμενο στο οποίο δουλεύει τίς διορθώσεις τού «μπάϊρον» τού έχει δοθεί ορθογραφημένο, καθώς τό αντέγραψε για χάρη του ο φίλος του (θείος του) λουδοβίκος στράνης – αυτό ίσως έκανε τόν σολωμό να τό δει ξαφνικά πολύ περισσότερο, και πολύ πιο απότομα, «ως ξένο» και πολύ πιο ξαφνικά «από μεγαλύτερη απόσταση» : τά ξένα γράμματα (και η ξένη, από πολλές απόψεις γι’ αυτόν, ορθογραφία) θα πρέπει να λειτούργησαν ίσως, για τόν εξόχως άλλωστε ευερέθιστο σολωμό, όπως (mutatis mutandis) λειτουργούσε για όλους τούς συγγραφείς αργότερα η δακτυλογράφηση τού κειμένου τους στη γραφομηχανή (και για μάς σήμερα στο λαπτόπ) – πράγματα που απομακρύνουν δηλαδή τελεσίδικα τόν οποιοδήποτε, ακόμα και τόν χειρότερο συγγραφέα, από τήν οικειότητα (και τή συγκατάβαση και τή δέσμευση) προς τό χειρόγραφο

   είναι όμως σίγουρα σαφές ότι ούτε στον «ύμνο» ούτε στην «ωδή» ο σολωμός είναι ακριβώς «ο σολωμός» (αυτός δηλαδή με τόν οποίο ασχολούμαστε και για τόν οποίον μιλάμε σήμερα, δυο αιώνες περίπου μετά τό γράψιμο τών μεγάλων ποιημάτων (τών σχεδιασμάτων του)) : όμως στα ποιήματα που διαμόρφωσαν όντως τό σολωμικό πρόσωπο δεν συναντάμε τόσο πολλά και φωναχτά όξω όξω όσο ακριβώς έχουμε αλλεπάλληλες τίς έμπρακτες αποδείξεις τών εξωπεταγμάτων και τών ξαναγραψιμάτων, πρακτική που μάς άφησε (μέσα ειδικά απ’ τήν έκδοση τού λίνου πολίτη) μια συγκινητική μορφή τής ζωής του και τής πάλης του με τίς συνεχείς γραφές, τούς στίχους, τίς ομοιοκαταληξίες, τήν αγωνία για μια λέξη και τόν γύρω της χώρο, που αλλάζει και ξανααλλάζει. Γι’ αυτό και στα έργα τής ωριμότητας, τόν «κρητικό», τή «γυναίκα» τούς «ελεύθερους» τόν «πόρφυρα», οι εντολές τού σολωμού προς εαυτόν είναι, πολύ πιο ήρεμες, αλλά και πολύ πιο βαριές ουσιαστικά : ξανακοίταξέ το, ξαναφτιάξτο, σκέψου το, μελέτησε καλά, με άλλα λόγια. Απ’ αυτήν ακριβώς τή μεριά, πιστεύω λοιπόν τώρα, μπορεί ειδωμένη η λέξη «σκατά» να είναι βαρύτερη και σημαντικότερη απ’ τήν απλή βωμολοχία που φαίνεται στην αρχή : γιατί δεν προσβάλλει τόσο τό ποίημα στο οποίο αναφέρεται, όσο προβάλλει στο μέλλον, και μέσα απ’ τήν βωμολοχούσα ακριβώς απέχθεια τού σολωμού για τό «παρόν» τών πρωτόλειών του, τόν πραγματικό και μελλοντικό σολωμό – αυτόν τής αδιάκοπης μάχης με τή γλώσσα του, και τήν αληθινή του ποίηση :

.

.

ο κρητικός :
ϗ απο το πελαο που πατι χορίς να το σουφρονι
κυπαρισενιο αναερα τ’ αναστιμα σικονι.
(κι από τό πέλαο που πατεί…: γραφές και ξαναγραφές)

.

.

ο πόρφυρας : ομορφος κοσμος υθικός…

.

.

ο πόρφυρας : μεγαλος κοσμος ιθικος…

.

.

σε πίσω σελίδα τών σχεδιασμάτων, λογαριασμοί

.

.

η γυναίκα τής ζάκυθος : μελετισε καλα τιν ομιλία…

.

.

τό κρίσιμο και συζητημένο (με αφετηρία τόν ζήσιμο λορεντζάτο) «chiudi nella tua anima la Grecia (o altra cosa…» (κλείσε μέσα στην καρδιά σου τήν ελλάδα – ή οτιδήποτε άλλο …) γραμμένο κυριολεκτικά στο περιθώριο τής σελίδας και ανάποδα

.

.

.

.

.

.

                                                       

.

η (μοναδική πραγματικά) έκδοση τών σολωμικών χειρογράφων Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα Έργα, τόμ. Α΄ : Φωτοτυπίες, τόμ. Β΄ : Τυπογραφική Μεταγραφή έγινε με τήν επιμέλεια τού καθηγητή Λίνου Πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964, και σήμερα είναι εξαντλημένη. (Από αυτήν τήν έκδοση έγινε η φωτογράφιση για τό παρόν ποστ – σχετικά είχα γράψει και εδώ απ’ όπου ξεκίνησε τό θέμα με τό σχόλιο τού steppenwolf, στον οποίον αφιερώνεται με ευχαριστίες για τό απροσδόκητο ξαναδιάβασμα στο οποίο μπήκα εξαιτίας του η σημερινή ανάρτηση). Τό έργο υπάρχει σήμερα (σε περισσότερους τόμους) στην έκδοση τού μορφωτικού ιδρύματος τής εθνικής τράπεζας

μουσείο σολωμού : έργα

.

.

.

.

.

14 Ιουλίου 2011

καβάφης, 5 : τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα (: ειρωνικές αυτογνωσίες)

 τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ εδώ και εδώ
.
.
.
.
.

Κάποτε σαν σκέπτομαι και αντιλαμβάνομαι δύσκολες έννοιες, και σχέσεις, και συνέπειες πραγμάτων και μέ πιάνει μια ιδέα που άλλοι δεν είναι εις θέσι να σκεφθούν και να νοιώσουν αυτά σαν και μένα· αυτό μέ κάμνει «uncomfortable». Γιατί αμέσως μέ περνά απ’ τόν νου· Τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα, και μήτε ν’ ακούομαι πασίγνωστα, μήτε ν’ ανταμείβομαι. Και τότε η ιδέα που ίσως απατώμαι, και βρίσκονται κι’ άλλοι πολλοί που σκέπτονται έτσι μεγάλα και ορθά μέ ανακουφίζει. Τί πράγμα λοιπόν που είναι τό Συμφέρον, ή η Επιθυμία τής Αμοιβής! Πιο μέ ανακουφίζει η ιδέα να είμαι ίσος με πολλούς· παρά να είμαι ανώτερος και να στερούμαι τής αμοιβής μου. 

3 ιανουαρίου 1907 (καβάφης 44 χρόνων)

.

.

.

σημείωση :

   ο καβάφης ήξερε οικονομικά – έπαιζε και στο χρηματιστήριο – τά λίγα που έβγαζε από τήν προσωπική του εργασία ως δημόσιου υπάλληλου (στην αγγλική εταιρεία ύδρευσης τής αλεξάνδρειας)
   δεν αντέχω εδώ τόν πειρασμό να επισημάνω ότι δεν ήτανε μόνιμος ανανέωνε δηλαδή τή σύμβασή του κάθε λίγο και λιγάκι, κι αυτό οικειοθελώς, διότι είχε αποποιηθεί από πολύ νέος τήν αγγλική του υπηκοότητα (τήν οποία είχαν δικαιωματικά όλοι οι καβάφηδες)
   μ’ αυτόν τόν τρόπο δεν πήρε και σύνταξη όταν έφυγε (πολύ ευχαριστημένος όμως που παράτησε αυτόν τόν εφιάλτη) αλλά γι’ αυτό πρέπει να κάνω μάλλον άλλη ανάρτηση
   (οι καβάφηδες ήταν πλούσιοι μεγαλέμποροι και μεταπράτες αλλά, μετά τόν θάνατο τού πατέρα, τά οικονομικά τής οικογένειας πήγαν κατά διαόλου
   σίγουρα, ο καβάφης, εκτός από τό ότι ήξερε αρκετά οικονομικά για να τά βγάλει πέρα (αξιοπρεπώς) στη ζωή του (και να χρηματοδοτεί και τίς εκδόσεις του), τά θεωρεί άξια και για ποιητικές μεταφορές – θυμάμαι τώρα τό «εγώ στην τράπεζα τού μέλλοντος επάνω πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω»)

 

   καλές διακοπές ιουλίου αυγούστου και σεπτεμβρίου – για όσους δεν έφυγαν ήδη – εγώ θα ’μαι και κοντά και μακριά αλλά μάλλον θ’ αργήσω να ξαναγράψω
   ο καβάφης είχε πει ότι αγαπούσε ιδιαίτερα τόν αύγουστο – εξάλλου ποιος δεν θυμάται και τήν αναφορά τού μήνα αυτού στο «μακρυά»; («εκείνη τού αυγούστου – αύγουστος ήταν; η βραδυά» –)

.

.

.

 

.

.

.

.

.

  

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: