σημειωματαριο κηπων

2 Ιουλίου 2013

η ζωή στην πόλη (και η διαφορά)

.

.

.

.

   // τό ιδανικό τής μεταξύ τών υποκειμένων διαφάνειας αρνείται τή διαφορά ή τή βασική ασυμμετρία τών υποκειμένων. Όπως ο χέγκελ αρχικά αποκάλυψε και η ανάλυση τού σαρτρ εμβάθυνε, τά άτομα υπερβαίνουν τό ένα τό άλλο επειδή η υποκειμενικότητα είναι αρνητικότητα. // Τά άλλα άτομα ποτέ δεν αντιλαμβάνονται τόν κόσμο από τή δική μου οπτική, και προκειμένου να βεβαιώσω τήν αντικειμενική σύλληψη τού άλλου για τό σώμα μου, τίς πράξεις και τά λόγια μου, αναμετρώμαι διαρκώς με μια εμπειρία τού εαυτού μου διαφορετική από αυτή που έχω εγώ

   αυτή η αμοιβαία διυποκειμενική υπέρβαση, βεβαίως, καθιστά δυνατό τό μοίρασμα μεταξύ μας, γεγονός που ο σαρτρ πρόσεξε λιγότερο από τόν χέγκελ. Ωστόσο, τό μοίρασμα  δεν συνιστά ποτέ απόλυτα αμοιβαία κατανόηση και ανταποδοτικότητα. Και πέραν τούτου, τό μοίρασμα είναι εύθραυστο. Τήν επόμενη στιγμή ο άλλος μπορεί να εκλάβει τά λόγια μου με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι εννοούσα ή να επιφέρει στις πράξεις μου συνέπειες που δεν επιδίωκα. Η ίδια διαφορά που καθιστά εφικτό τό μοίρασμα μεταξύ μας, καθιστά επίσης τήν παρανόηση, τήν απόρριψη, τήν απόσυρση και τή σύγκρουση διαρκώς δυνατές συνθήκες τής κοινωνικής ύπαρξης

   // δεν γνωρίζω πάντα τί εννοώ, τί χρειάζομαι, τί θέλω, τί επιθυμώ, επειδή οι σημασίες, οι ανάγκες και οι επιθυμίες δεν αναδύονται από μια πηγή κάποιου διαφανούς εγώ. Συχνά εκφράζω τήν επιθυμία μου με μια χειρονομία ή με τόν τόνο τής φωνής, χωρίς να τό επιδιώκω με αυτό τόν τρόπο. Η συνείδηση, η ομιλία, η εκφραστικότητα είναι δυνατές μόνο αν τό υποκείμενο υπερβαίνει τόν εαυτό του και έτσι είναι αναγκαστικά ανίκανο να τόν κατανοήσει. Όλα τά υποκείμενα έχουν πολλαπλές επιθυμίες, οι οποίες δεν έχουν συνοχή· επιθέτουν στα αντικείμενα στρώσεις νοημάτων χωρίς να έχουν πάντα επίγνωση τής κάθε στρώσης ή τών μεταξύ τους διασυνδέσεων. Συνεπώς, κάθε ατομικό υποκείμενο είναι ένα παιχνίδι τής διαφοράς που δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως

   // τό ιδανικό τής κοινότητας εκφράζει μια επιθυμία για κοινωνική ακεραιότητα, συμμετρία, ασφάλεια και σταθερή ταυτότητα, η οποία αντικειμενοποιείται επειδή επιβεβαιώνεται από τούς άλλους με σαφή τρόπο. Είναι ένα κατανοητό όνειρο, αλλά εντούτοις όνειρο, και θα υποστηρίξω πως πρόκειται για ένα όνειρο με σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις

.

.

   υπονοώ ότι τό ιδανικό τής κοινότητας επικυρώνει και ενισχύει τόν φόβο και τήν αποστροφή που εκδηλώνουν κάποιες κοινωνικές ομάδες προς τούς άλλους

   // οι τάσεις αποκλεισμού, που προκύπτουν από τή θετική αποτίμηση τής κοινότητας, δεν περιορίζονται στους μισαλλόδοξους και στους συντηρητικούς. Πολλές ριζοσπαστικές πολιτικές οργανώσεις θεμελιώνονται στην επιθυμία για κοινότητα. Πολύ συχνά άνθρωποι σε ομάδες, που εργάζονται για τήν κοινωνική αλλαγή, εκλαμβάνουν τήν αμοιβαία φιλία ως στόχο τής ομάδας, και έτσι αυτοκατακρίνονται ως ανεπαρκής ομάδα εφόσον δεν επιτυγχάνουν αυτή τήν αίσθηση τής κοινότητας. Συχνά, μια τέτοια επιθυμία για κοινότητα διοχετεύει τήν ενέργεια μακριά από τούς πολιτικούς στόχους τής ομάδας και, επιπλέον, παράγει μιαν ατμόσφαιρα κλίκας, η οποία περιορίζει τίς ομάδες σε μικρό μέγεθος και απομακρύνει πιθανά μέλη

   // οι εκκλήσεις για κοινότητα είναι συνήθως αντί–αστεακές. Μεγάλο μέρος τής κοινωνιολογικής βιβλιογραφίας προσδιορίζει τή σύγχρονη ιστορία ως μια μετατόπιση από τή διαχειρίσιμη και ασφαλή gemeinschaft, νοσταλγικά ανασυγκροτημένη ως ένας κόσμος χαμένης αυθεντικότητας, προς τήν επικίνδυνη γραφειοκρατικοποιημένη gesellschaft. Πολλοί άλλοι ακολουθούν τόν ρουσσώ στην εξιδανίκευση τής αρχαίας πόλεως και τού κατοίκου τής μεσαιωνικής ελβετικής bürger, ελεεινολογώντας τό εμπόριο, τήν αταξία και τόν ανεξέλεγκτο μαζικό χαρακτήρα τής μοντέρνας πόλης. Καθ’ όλη τή διάρκεια τής μοντέρνας περιόδου, η πόλη έχει κατηγορηθεί συχνά για τό ότι ενσαρκώνει τήν ανηθικότητα, τήν πλαστότητα, τήν αταξία και τόν κίνδυνο – ως τόπος τών προδοτικών συνωμοσιών, τού παράνομου σεξ, τού εγκλήματος, τής παρέκκλισης και τής αρρώστιας. Η τυπική αναπαράσταση τής μοντέρνας πόλης εκφράζει όλες τίς απαξίες τίς οποίες θα εξάλειφε η επανασυγκρότηση τής κοινότητας

   ωστόσο, η αστεακότητα αποτελεί τόν ορίζοντα τής μοντέρνας συνθήκης, για να μην αναφερθούμε στη μεταμοντέρνα

.

.

   με τήν «αστεακή ζωή» εννοώ μια μορφή κοινωνικών σχέσεων τήν οποία ορίζω ως τή συνύπαρξη με ξένους

   // στο ιδανικό τής αστεακής ζωής η ελευθερία οδηγεί στην ομαδική διαφοροποίηση, στο σχηματισμό ομάδων συγγένειας, αλλά αυτή η κοινωνική και χωρική διαφοροποίηση τών ομάδων δεν ενέχει αποκλεισμό. Τό αστεακό ιδεώδες εκφράζει τή διαφορά ως μια παράλληλη ιδιαιτερότητα, η οποία δεν ανάγεται ούτε στην ταυτότητα ούτε στην πλήρη ετερότητα. Σε αυτό τό ιδανικό οι ομάδες δεν βρίσκονται σε σχέσεις συμπερίληψης και αποκλεισμού, αλλά επικαλύπτονται και αναμειγνύονται χωρίς να ομογενοποιούνται. Αν και η αστεακή ζωή, όπως τή βιώνουμε σήμερα, χαρακτηρίζεται από πολλά σύνορα και αποκλεισμούς, η πραγματική μας αστεακή εμπειρία προσφέρει ακόμα νύξεις σχετικά με τό τί είδους διαφοροποίηση χωρίς αποκλεισμό μπορεί να υπάρξει

   // η αστεακή ζωή επίσης αποδίδει στη διαφορά μια υπόσταση ερωτική, με τήν ευρεία έννοια τής έλξης για τόν άλλο, τής ευχαρίστησης τήν οποία προκαλεί η διέγερση που νιώθει κανείς όταν απομακρύνεται από τήν ασφαλή ρουτίνα, για να αναμετρηθεί με τό πρωτόγνωρο, τό παράξενο και τό εκπληκτικό. Η ερωτική διάσταση τής πόλης υπήρξε πάντα μια διάσταση τής τρομακτικότητάς της, καθώς υπάρχει η πιθανότητα κάποιος να χάσει τήν ταυτότητά του και να καταρρεύσει. Αλλά αντλούμε, επίσης, ευχαρίστηση με τό να είμαστε ανοιχτοί και να τρέφουμε τό ενδιαφέρον μας για ανθρώπους που τούς θεωρούμε διαφορετικούς //

   εδώ, η ερωτική έλξη είναι τό ακριβώς αντίθετο από τήν κοινότητα. Στο ιδανικό τής κοινότητας οι άνθρωποι αισθάνονται ότι επιβεβαιώνονται επειδή αυτοί με τούς οποίους μοιράζονται εμπειρίες, αντιλήψεις και στόχους τούς αναγνωρίζουν και αναγνωρίζονται από αυτούς· ο καθένας βλέπει τόν εαυτό του να αντανακλάται στους άλλους. Ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο είδος ευχαρίστησης στη συνάντηση με μια υποκειμενικότητα, με ένα σύνολο νοημάτων διαφορετικό και ανοίκειο. Αντλεί κανείς ευχαρίστηση αποστασιοποιούμενος από τόν εαυτό του για να κατανοήσει ότι υπάρχουν άλλα νοήματα, πρακτικές κι αντιλήψεις στην πόλη και ότι μέσω τής αλληλεπίδρασης με τούς άλλους θα μπορούσε να μάθει ή να βιώσει κάτι περισσότερο και διαφορετικό

   ο ερωτισμός τής πόλης προέρχεται επίσης από τήν αισθητική τής υλικής της υπόστασης : τά λαμπερά και χρωματιστά φώτα, τή μεγαλοπρέπεια τών κτιρίων της, τήν παράθεση τής αρχιτεκτονικής τών διαφορετικών χρόνων, ρυθμών και προθέσεων. Ο χώρος τής πόλης προσφέρει απολαύσεις και εκπλήξεις. Σεργιανίζεις στο τετράγωνο ή σε μερικά τετράγωνα και συναντάς μια διαφορετική διάθεση χώρου, ένα νέο παιχνίδι όψης και ήχου, και μια νέα διαδραστική κίνηση. Τό ερωτικό νόημα τής πόλης αναδύεται από τήν κοινωνική αφθονία και τήν αφθονία τών χώρων. Ένας τόπος πολλών τόπων, η πόλη επικαλύπτεται με τόσα πολλά στρώματα και σχέσεις που είναι ακατανόητη. Δεν μπορεί κανείς να τήν «κατακτήσει», δεν μπορεί κανείς να νιώσει σαν να τά ’χει δει όλα, σαν να μην υπάρχει τίποτα καινούργιο και ενδιαφέρον προς εξερεύνηση, κανένας καινούργιος και ενδιαφέρων άνθρωπος να συναντήσει

   στη δημόσια ζωή οι διαφορές παραμένουν αναφομοίωτες // τό δημόσιο είναι ετερογενές, πλουραλιστικό και παιγνιώδες //

 

αποσπάσματα από τό δοκίμιο τής iris marion young «η ζωή στην πόλη και η διαφορά», μεταφρασμένο από τόν δημήτρη λάλλα, δημοσιευμένο στο τεύχος 77 τού περιοδικού «σημειώσεις» που κυκλοφορεί

.

.

.

.

.

.

.

 

9 Ιουνίου 2013

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : στον μονόδρομο – προς τά πού ;

.

.

.

   Εδώ που έχουμε φτάσει δεν υπάρχει ελπίδα, παρεκτός κι αν τολμήσουμε ν’ απελπιστούμε στ’ αλήθεια : να τό πάρουμε απόφαση πως βρισκόμαστε πράγματι σε μονόδρομο· αρκεί μόνο να οπλίσουμε τή ματιά μας με περισσότερη λογική, δηλαδή με περισσότερο θάρρος, ώστε να δούμε πως δεν πρόκειται για τόν περιβόητο «μονόδρομο» τής υποταγής στη μοίρα, στην ακόρεστη τυφλή και κουφή βούληση τών «αγορών», αλλά για τόν όντως  μ ο ν ό δ ρ ο μ ο  μιας ζωτικά αναγκαίας – πρωτίστως εσωτερικής – αναστροφής.

   Ειδάλλως είμαστε χαμένοι από χέρι. Συνεχίζοντας να καταπίνουμε τό δόλωμα τής «ελπίδας» έρπουμε προς τό μοιραίο, ψυχρά υπολογισμένο και πολιτικά «κοστολογημένο», τέλος μας. Κάθε κατάφασή μας (εκβιασμένη, κουρασμένη, υπνωτισμένη) προς αυτή τήν τζούφια ελπίδα προακυρώνει κάθε μελλοντικό ενδεχόμενο επαν–όρθωσης, ήτοι ανατροπής τής καθεστηκυίας αταξίας, ανομίας και αδικίας. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι απλώς ο δίκην φυσικής καταστροφής θάνατος τής «οικονομίας» αλλά ένα έγκλημα εν ψυχρώ εναντίον μας – στο οποίο εκβιαζόμαστε να συμμετάσχουμε με τή δέουσα «πολιτική υπευθυνότητα».

   Εκεί έχουμε φτάσει· και εκεί θα βαλτώσουμε για πάντα (ή όσο μπορεί να κρατήσει αυτό τό «πάντα»), εάν δεν υπάρξει η ατομική και συλλογική εκείνη υπέρβαση που μόνο μια άξια τού ονόματός της αριστερά θα μπορούσε να εμπνεύσει. Υπάρχει αυτή η αριστερά ;

   Στο σημείο αυτό ας μάς επιτραπεί να «μιζεριάσουμε», ήγουν να κρίνουμε «εξ όνυχος τόν λέοντα» επιμένοντας σε κάποιες όχι και τόσο τυχαίες και όχι μόνο «συμβολικής» αξίας «λεπτομέρειες». Πώς ανέχεται, λ.χ., η αριστερά τής «ρήξης και τής ανατροπής» κορυφαία στελέχη της να συναγελάζονται σε κοσμικές και «πνευματικές» εκδηλώσεις με τό άνθος τής εθνικής μας γκλαμουριάς «τιμώντας» «πατριαρχικές» φιγούρες τού κατεστημένου ή να συνομιλούν σε «γεύματα εργασίας» με τούς ολιγάρχες τών διαπλεκομένων συμφερόντων ;

   Και τά πράγματα γίνονται πιο απογοητευτικά όταν στα – φίλια πλην όμως δικαίως αυστηρά – ερωτήματα που διατυπώνονται σχετικά ακούγονται απαντήσεις σαν αυτή που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας : «Μή φοβάστε, η συναναστροφή μας με τόν διάβολο δεν θα μάς διαβολίσει» (ή κάπως έτσι).

   Απάντηση διόλου καθησυχαστική βέβαια, καθώς μέσα στην άνετη συγκαταβατικότητά της διαφαίνεται η μετάβαση τού παλαιολιθικού κομματοκρατικού λόγου από τό σκυθρωπό ήθος τής θεωρητικής «καθαρότητας» τού ΚΚΕ στον ελευθεριάζοντα παραγοντισμό και τή χαριτολογούσα τακτική τών δημοσίων σχέσεων τής μεταμοντέρνας αριστεράς – αλλά ο σκληρός δογματικός πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος : «τό κόμμα  ξ έ ρ ε ι  καλύτερα από σένα».

 

   Ωστόσο η σοβαρότητα τής κατάστασης που τή ζούνε στο πετσί τους αυτοί που «δεν ξέρουν», οι «από κάτω», δεν τά σηκώνει πλέον αυτά και απαιτεί τό ξερίζωμα και τό σάρωμα κάθε παρόμοιας νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Αλλιώς έχουμε πάλι μια από τά ίδια : αμνηστεύουμε γι’ άλλη μια φορά τόν χειρότερό μας εαυτό κρύβοντας τά ξερά μέσα στα χλωρά, κλείνουμε τό μάτι στον αντίπαλο ξεπλένοντας τό μεγάλο του έγκλημα μέσα στις δικές μας μεγάλες ή μικρές αδυναμίες, γελοιογραφούμε τή σοβαρότητα ως σοβαροφάνεια και – κατ’ αντιστροφή – βαφτίζουμε τήν αρχαία λαμογιά νεωτεριστικό πνεύμα και τήν μπαγαποντιά τού αξιακού σχετικισμού πολιτική ευστροφία.

   Έτσι συνεχίζουμε να βράζουμε στο ζουμί μας, ήτοι στην αμφίθυμη νεοελληνική «δυσφορία» που εκφυλίζεται είτε σε νοσταλγία τής παραδείσιας πασοκικής «καλοπέρασης» είτε σε προσδοκία τής νεοδημοκρατικής «ανάπτυξης» τών τρωκτικών συμφερόντων που ροκανίζουν τήν Ελλάδα.

   Απ’ αυτή τήν ισόπαλη αμφιθυμία, απ’ αυτό τόν ισοψηφούντα «δικομματισμό» απορρέει η έσχατη μορφή πνευματικής έκπτωσης, ο υπαρκτός εκείνος μηδενισμός που δεν εκφράζεται μόνο στον «εθνολαϊκισμό» τών «ηλιθίων» μαζών αλλά και στην προϊούσα αποκολοκύνθωση τής πολιτικής ελίτ, η οποία από τή μία μεριά περιφέρει ως άλλη μπερλίνα ένα αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο ορθοπολιτικού μιντιακού «αντιρατσισμού» (αμφιβόλου μάλιστα χρησιμότητας καθώς οι ρατσιστές ξεσαλώνουν καθημερινά, ουδόλως ενοχλούμενοι από τούς ήδη υπάρχοντες, επαρκώς αυστηρούς αλλά σκανδαλωδώς υπνώττοντες, σχετικούς νόμους), από τήν άλλη μεριά, η ίδια αυτή ελίτ, κανακεύει τούς νεοναζιστές πλέκοντάς τους ένα προστατευτικό κουκούλι υποκριτικής θεσμολαγνείας : «Τί να κάνουμε ; Τούς έχει ψηφίσει ένα εκατομμύριο Έλληνες ! ».

   Σ’ αυτούς τούς ντροπαλούς εραστές τού πολιτικού τραμπουκισμού, σ’ αυτούς τούς ακραιφνείς «δημοκράτες» που ψηφίζουν προθυμότατα νόμους που ποινικοποιούν τόν ρατσιστικό  λ ό γ ο  αλλά εμφανίζονται μάλλον απρόθυμοι να καταστείλουν τήν καθημερινή ρατσιστική  π ρ α κ τ ι κ ή  θα θέλαμε να επαναλάβουμε ότι εάν όντως οι κανόνες τής δημοκρατίας επιτρέπουν να μπαίνουν στο «ναό» της οι μαχαιροβγάλτες, τότε αυτή η «δημοκρατία» είναι καταδικασμένη – και είναι άξια τής μοίρας της.

 

από τό περιοδικό «σημειώσεις» που κυκλοφορεί : τεύχος 77, ιούνιος 2013

.

.

.

.

27 Απριλίου 2013

τό εθνικόν και η αλήθεια τού ερωτικού : σχόλιο πάνω στην αμφιφυλοφιλία τού σολωμού και μία μονίμως παρεξηγούμενη πρόταση*

 

.

.

 

 

κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι

 

   για τήν ερωτική ζωή τού σολωμού δεν ξέρουμε τίποτα (όπως και για όλων τών γυναικών – κυρίως – αλλά και  τών αντρών στις περασμένες εποχές). Άλλωστε ο σολωμός ήτανε τό μπάσταρδο μιας υπηρέτριας και φαντάζομαι ότι πολλές φορές σκέφτηκε με τρόμο πώς γλύτωσε παρά τρίχα τό να μην γίνει ποτέ κόμης και να μείνει για πάντα ένας λούμπεν (σαν τόν κάλβο ας πούμε – με τόν οποίο ενδεικτικά δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις) κι επιπλέον μπάσταρδος – συνεπώς είχε παραπάνω λόγους (περισσότερους απ’ ό,τι οι σύγχρονοί του δηλαδή) να κρατάει καλά προστατευμένη τήν ερωτική του ζωή… (ενδόμυχα μπορεί και να φοβότανε μην είχε κληρονομήσει και τήν επιθετική ασυδοσία τού κόμητα μπαμπά του)

   ό,τι συνάγουμε λοιπόν βγαίνει κυρίως από τό έργο του, και στο έργο του είναι αμφιφυλόφιλος (θα λέγαμε σήμερα) – δεν νομίζω ότι υπήρχε ο όρος τότε, αλλά και η ίδια η πρακτική πρέπει να ήταν εντελώς μυστική και παράνομη – έχει γράψει πάντως εξαίρετα ερωτικά προς γυναικεία πρόσωπα (ας ξεχάσουμε για δυο λεπτά τή γυναίκα τής ζάκυθος που μπορεί να είναι και μάσκα για αντρικό πρότυπο) και οι στίχοι τού κρητικού, για κείνη τή «φεγγαροντυμένη» που

«έτρεμε τό δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της»
και
«εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και τήν αχτινοβόλησαν και δεν τήν εσκεπάσαν·
κι από τό πέλαο, που πατεί χωρίς να τό σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη…»

είναι από τις ερωτικότερες (καθότι και εσωτερικότερες) σίγουρα περιγραφές γυναικών στη γλώσσα μας – από τήν άλλη ο πόρφυρας είναι ένα ποίημα με ξεκάθαρο ερωτισμό γραμμένο όμως για έναν άντρα – κάποιον άγγλο ως γνωστόν που κατασπαράχτηκε στην θάλασσα από καρχαρία (πόρφυρας ήταν η λέξη η επτανησιακή για τό θηρίο ίσως) (και τό ποίημα δεν περιγράφει ανθρωπιστική θλίψη για τό ατύχημα, είναι σαφές)

   τό θέμα θα ’μενε εδώ, αν ο «πόρφυρας» δεν είναι ακριβώς τό ποίημα που προκάλεσε μια έκρηξη νεύρων τού σολωμού (που ήταν και μάλλον διάσημος για τά νεύρα του) και η οποία έγινε έτσι η αιτία για κείνη τή φράση του, που αφού αρχικά αποσιωπήθηκε (και όταν ήμουν εγώ στο σχολείο αποσιωπούνταν ακόμη επισήμως) έγινε ύστερα σιγά–σιγά διάσημη, μεταφερόμενη και μεθερμηνευόμενη, αλλά αποσιωπούμενη και πάλι καθώς κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση ν’ αντέξει τά αρχικά της συμφραζόμενα

η ιστορία έχει (λοιπόν) (περίπου) σε διαδοχικές εκτελέσεις ως εξής (στη φαντασιόπληκτη μεταγραφή συμφραζομένων τή δικιά μου) :

ένας φίλος του τού παρατηρεί :

«ερωτικό ποίημα, χρυσέ μου, τώρα; τό έθνος περιμένει από σένα και πάλι κάτι εθνικόν»

και ο διονύσιος τού απαντά ως καθόλου ιερομόναχος :

«τό έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν και τόν έρωτα»
ή :
«αν τού αρέσει η τέχνη μου και τήν περιμένει, τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη μου είναι εθνική ακόμα κι αν ασχολείται με τά βίτσια μου»
ή :
«να πάει στο διάλο και τό έθνος κι ο γρύλος του : και η πουστιά μου εθνική υπόθεση είναι»
ή :
«τό έθνος να μάθει να κάνει όχι μόνο πόλεμο αλλά και έρωτα»
ή, πιο περιδιαγραμμάτου :
«τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη όταν λέει αλήθεια, όταν είναι δηλαδή μεγάλη τέχνη, είναι γενικώς υπόθεσή του, ασχέτως ηθικότητας ή ανηθικότητας τού περιεχομένου της, ασχέτως εξοικείωσης ή φρικίασης τών εθνικοφρόνων με τίς ιδέες της και αφού είμαι στενεμένος να ξαναπώ τά πράγματα σού λέω να μάθει τό έθνος να ζει υγιεινά, ειδαλλιώς δεν τό βλέπω καλά, κι ας πάνε να τού σηκώσουν τή γλώσσα.»

αυτά για τόν διάλογο, όπως (σεμνότερα, κατά τή μεταφορά τού σεμνότατου πολυλά) μάς παραδίδεται :
«τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό»
«τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»

 

νά και ολόκληρος ο πόρφυρας :

«Kοντά ’ναι τό χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου τό κλαδί για τού γιαλού τήν πέτρα
κι εκεί γρικά τής θάλασσας και τ’ ουρανού τά κάλλη
κι εκεί τραβά τόν ήχο του μ’ όλα τά μάγια πόχει.
Γλυκά ’δεσε τή θάλασσα και τήν ερμιά τού βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ’βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τά μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι τό θαύμα τής φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν τό ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
Ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ’μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά τής μάνας μου, με φούχτα γη τής γης μου !».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τόν αγκάλιασες και τού κρυφομιλούσες
και τού σφιχτόδεσες τό νου μ’ όλα τά μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης. 

Aλλ’ απαντούν τά μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ’ναι τό σπαθί, μακριά ’ναι τό τουφέκι !
Kοντά ’ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης τού πελάγου·
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τές δύναμές του,
τής φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τόν εγλυκόσφιγγε και τού γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
τήν τέχνη τού κολυμπιστή και τήν ορμή τής μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του. 

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα.

 

με τήν ευκαιρία τής ανάρτησης, νά και μερικές επιπλέον παρατηρήσεις (σκόρπιες τώρα όπως μού ’ρχονται, στο μέλλον μπορεί να έχω κι άλλες) :

απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης

τονίζω εδώ να προσεχτεί η σολωμική βαρύτητα τής λέξης ξένος (έτσι αυτονόητα και ήπια, και σε γειτονία με τή λέξη καλός (για τή λ. καλός στον σολωμό θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρος τόμος – θυμίζω τή φύση που βρίσκει ως στιγμιαία περιγραφή και αποκορύφωμα (στους ελεύθερους) τήν καλή και τή γλυκειά της ώρα –))

άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα

τονίζω να προσεχτεί ότι κλάψα ονομάζει ο σολωμός εδώ (ψυχρά) τό ποίημα του, και χωρίς ίχνος αυτοέπαινου (προφανώς διότι ξέρει και τήν παρεξήγηση που θα επακολουθήσει) ονομάζει εν συνεχεία δυνατόν τόν εαυτό του…

τονίζω επίσης ότι ο όμορφος νεαρός άγγλος που κατασπαράχτηκε από τόν καρχαρία μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητός ως απομεινάρι μεγαλείου, αλλά ερημιάς γιατί ; τό μεγαλείο είναι η ομορφιά του που χάθηκε αλλά η ερημιά ποια είναι ; (η ερημιά έχει αναφερθεί μια φορά παραπάνω ας θυμηθούμε, σε σχέση με τόν απόμακρο βράχο)

εγώ πιστεύω ότι ο σολωμός με τή λέξη ερμιά περιγράφει τόν εαυτό του σε στενότατη σχέση με τό αντικείμενο τής περιγραφής : όχι για τήν γενική ερμιά που μπορεί να είχε η ζωή του τήν εποχή εκείνη, αλλά για τήν ειδική ερμιά που είχε η επιθυμία του

έτσι αυτή η λέξη ερμιά για μένα είναι μια απ’ τίς λαμπρότερες και αστραφτερότερες στιγμές λειτουργικής (και δη μονολεκτικής) ταύτισης που έχουμε (από καλλιτέχνη) τού εαυτού του με τό έργο του

η σκηνή μάλιστα που βλέπω όταν ακούω αυτό τό «απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς… άμε και δέξου» είναι η εξής : ένας μαυροντυμένος με μακρύ παλτό στέκεται με τά χέρια στην τσέπη και τό κεφάλι χαμηλωμένο προς τήν άμμο και βλέπει μπροστά του, ή φαντάζεται, τό κατασπαραγμένο σώμα ενός όμορφου άντρα – μιας ομορφιάς – : και αυτό που βλέπει μπροστά του συγχρόνως τού φαίνεται ότι είναι τό δικό του κομματιασμένο σώμα, δηλαδή κοιτάζεται με απορία θαυμασμό και τρόμο μες στον καθρέφτη.

.

.

νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης 

για αυτήν τήν πρόταση ο σολωμός έχει κάνει άπειρες δοκιμές – που σώζονται στα χειρόγραφα – ως όμορφος κόσμος ηθικός κλπ κλπ – μπορεί νά ’χει ενδιαφέρον να δει κανείς τίς μεταβολές και τίς μεταπτώσεις

 .

.

.

.

*

(για όλο αυτό είχα γράψει προ καιρού (με αφορμή τά θυμωμένα, ανυπόμονα, απελπισμένα, ιδιο(αυτο)κριτικά σκατά τού σολωμού στα χειρόγραφά του) και σε υποσημείωση (αλλά δυστυχώς οι υποσημειώσεις υπάρχει μια τάση να θεωρούνται δευτερεύον υλικό, μολονότι στα δικά μου τουλάχιστον (παντός είδους τέλους καιρού σκοπού) γραφτά για τίς σημειώσεις τίς υποσημειώσεις (και τίς παρενθέσεις) (διαπίστωσα καθοδόν και προ καιρού ότι) κρατάω μάλλον τά σημαντικότερα –) είχα γράψει λοιπόν εδώ σε υποσημείωση μια πρώτη παρατήρηση και διευκρίνιση για τήν βιαίως διάσημη αυτή φράση η οποία είθισται να παπαγαλίζεται (μεθερμηνευόμενη, κάθε φορά για διάφορους λόγους) χωρίς όμως ποτέ να έρχεται στην επιφάνεια ο έντονος ερωτισμός της – ή μάλλον η υπεράσπιση από μέρους της τού έρωτα :  βρίσκω λοιπόν χρήσιμο τώρα να επαναδιατυπωθεί, και τήν έκανα έτσι εν συντομία κυρίως θέμα, με τόν σκοπό να προσεχτεί ιδιαίτερα η προκλητική ιδιαιτερότητά της, η επίμονη νεωτερικότητά της, ο ελευθεριάζων μοντερνισμός της και ο βίαιος αντιπουριτανισμός της)
(έλεγα :
«επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού (και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της) ότι ο πόρφυραςτηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών – πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός»
και :
«δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές – ο άλλος είναι ο καβάφης …»)

τό απόσπασμα τής διήγησης (στο κεφάλαιο «εθνική η αλήθεια») από τόν αλέξη πολίτη :

«Όταν, γύρω στο 1850, ο Σολωμός έγραφε τόν «Πορφυρά», ένας φίλος του «τού επαρατήρησε», μάς λέει ο Πολυλάς, «ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε, ξέρουμε, ευθύς [και ξερά, προσθέτω εγώ] ο Σολωμός. Ξέρουμε όμως και με τί απογοήτευση δέχθηκε τό κοινό όχι μόνον τόν «Πορφυρά», αλλά όλα τά Ευρισκόμενα τού ποιητή.»

 .

.

.

ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει

.

.

.

 

 

 

12 Φεβρουαρίου 2013

περιοδικό «σημειώσεις» #61 : ανδρέα κίτσου – μυλωνά / γραφτά

.

    

.

Εγώ    Έγραψα όλα τά βιβλία που είχα διαβάσει
Έγινα   /  μανιτάρι  /   Τί έγινε
Δεν υπήρξε μια κίνηση χωρίς στίχο ή άλλη έκφραση
Μόνο τά βιβλία που έχω διαβάσει υπάρχουν
Όλα τά άλλα δεν είναι βιβλία
Ας στέλνουν σινιάλο που βυθιζόμαστε
Μέσα στην αγάπη μας  βοήθα Παναγιά  όλα τά ποιήματα όλων τους
Πια τώρα   όλα   έγιναν όλα
Ποιο είναι τό πρώτο ποίημα πού κρύβεται
Τό πρώτο ποίημα και η δόξα   κανένα πρώτο πρώτο ποίημα 

                                                                                  (δεκέμβριος 1980)

.

.

   συνεχίζοντας τό αφιέρωμα στο αφιερωματικό τεύχος τών «σημειώσεων» για τόν ανδρέα κίτσο – μυλωνά, βάζω σήμερα ψήγματα από κείμενα τού ίδιου τού αντρέα που παρατέθηκαν εκεί : οι δυο αυτές αναρτήσεις δεν υποκαθιστούν φυσικά σε καμία περίπτωση τό ίδιο τό τεύχος – είναι απλώς κάτι σαν ελάχιστη συζήτηση και ανάμνηση που ανακαλεί τήν τίμια μορφή η οποία εννιά χρόνια τώρα εξακολουθεί να μάς λείπει – και βέβαια τά κείμενα είναι αποσπασματικά όχι μόνο διότι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τό ίδιο τό τεύχος αλλά και διότι τό ίδιο τό τεύχος είναι σχετικά ογκώδες

   όμως η ανθολόγηση που κάνω σήμερα θα είναι αποσπασματική και για έναν άλλον εσωτερικότερο λόγο : παραθέτω τά κομμάτια τών γραφτών του που μού θυμίζουν τήν ίδια τήν ιδιοσυγκρασία τού αντρέα ως ομιλητή, ιδιοσυγκρασία γεμάτη πρωτοτυπία και πείσμα πέρα από τήν γλαφυρή τόλμη (για παράδειγμα, οι στίχοι «Εγώ έγραψα όλα τά βιβλία που είχα διαβάσει | Μόνο τά βιβλία που έχω διαβάσει υπάρχουν | Όλα τά άλλα δεν είναι βιβλία» είναι οι καταλληλότεροι για να φέρουν ζωντανό τόν αντρέα μπροστά μας, κάπως σαν αινιγματικό και μαζί πεισματάρη να μιλάει γερμένος στην συνηθισμένη του πολυθρόνα παραδοξολογώντας ενίοτε ειρωνικά και δογματίζοντας ενίοτε με κέφι…)

.

.

   τό αφιερωματικό τεύχος τών «σημειώσεων» έχει δύο μέρη (για να αναφερθώ και λίγο αναλυτικότερα στα περιεχόμενά του) : τό πρώτο είναι κείμενα για τόν αντρέα από φίλους ή γνωστούς (και απ’ αυτό τό μέρος παράθεσα αποσπάσματα στην προηγούμενη ανάρτηση) και στο δεύτερο (με τόν τίτλο «ανδρέας θ. κίτσος–μυλωνάς κείμενα : α΄ δοκίμια / β΄ ποιήματα») περιλαμβάνονται 14 ποιήματα δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, χρονολογημένα ή μη (τά χρονολογημένα καλύπτουν τήν περίοδο 1980 – 2004), και πεζά (κριτικά) κείμενα με ημερομηνίες (δημοσίευσης) 1971, 1976, 1977, 1978, 1981, 1982, 1983 και 1984. Απ’ αυτά :
   τά περισσότερα είναι δημοσιευμένα σε (αρκετά πρώιμα) τεύχη τού περιοδικού «σημειώσεις» (τεύχος 8, μάϊος ’76 : «τό σώμα τού ποιητή (γράμμα)» / τ. 10, δεκέμβριος ’76 : «στίχοι μιας ποιητικής» (σημ. μπλογκ : κείμενο για τόν βύρωνα λεοντάρη) / τ. 11, ιούνιος ’77 : «εισαγωγικές παράγραφοι στον ‘προσκυνητή’» (σ. μπλ.: σολωμός, βάρναλης) / και τ. 22, νοέμβριος ’83 : «περίληψις προηγουμένων» (σ. μπλ.: καβάφης))
   δύο είναι δημοσιευμένα στα «πρακτικά συμποσίου ποίησης» («η πολιτική συνάντηση κριτικής και ποίησης», δεύτερο συμπόσιο ιούλιος 1982 / «θεωρήσεις τού δημοτικού τραγουδιού», τέταρτο συμπόσιο ιούλιος 1984)
   ένα δημοσιευμένο στην εφημερίδα «καθημερινή» («η λέξη χωρίς τό πράγμα (η κριτική δύναμη τής ελληνικής γλώσσας)» 26 ιανουαρίου 1981)
   ένα δημοσιευμένο στον τόμο «φώτα ολόφωτα / ένα αφιέρωμα στον παπαδιαμάντη και τόν κόσμο του», ΕΛΙΑ 1981 («παράγραφοι» / και έλαβεν εκάτερος τό ίδιον εαυτού πράγμα)
   ένα δημοσιευμένο στο περιοδικό «χάρτης» τεύχος 1 ιούλιος 1982 («παράγραφοι / νίκος φωκάς : ο μύθος τής καθέτου»)
   ένα γραμμένο τό 1978 αδημοσίευτο («παράγραφοι / “κατά τό πρόσωπο ανέμου” τού στ. ροζάνη»)
   και ένα στον τόμο «προτάσεις, μελέτες για τήν ποίηση» μάιος 1971 («παράγραφοι»)

.

.

   να προσθέσω κάτι ακόμα στα αρχικά που είπα, και μετά θα σάς παραδώσω στα αποσπάσματα : ο αντρέας, ως (εξαιρετικός να τό πω κι αυτό) νομικός, πιστεύω ότι είχε απόλυτη επίγνωση τής παραδοξότητας (ακόμα και από άποψη δικαιωμάτων να πούμε) που ενείχε η πρόταση «εγώ έχω γράψει τά βιβλία που μ’ αρέσουν» : (νομίζω ότι τόν θυμάμαι να τό λέει, με τό γνωστό του φιλοσοφικής απόχρωσης πείσμα, ασχέτως δηλαδή τού παραπάνω ποιήματος…) Παρόλ’ αυτά δεν ήτανε επικαλούμενος κάποια ποιητική άδεια που τό έλεγε – ο αντρέας, όπως και ολόκληρη η παρέα αυτή, η αποτελούμενη κατά βάθος και κατά βάση από ποιητές, αντιπαθούσε και αντιπαθεί τήν ποιητικότητα, και στα λόγια και στα έργα : νομίζω επειδή δεν διεκδικεί επιείκεια αλλά αυστηρότητα και κριτική διάθεση και για τόν εαυτό της και επομένως και για τούς άλλους – και η ποιητικότητα, ως γνωστόν, προσβλέπει σε κάποια συναισθηματική, μέσω μιας δεσμευτικής αναφοράς στην αισθητική, συγκατάθεση : όχι, η πρόταση τού αντρέα δεν ήτανε τόσο αισθητικής όσο φιλοσοφικής θα ’λεγα διάθεσης : άλλωστε η ομάδα τών «σημειώσεων», έχοντας εκδόσει (σε χρόνο για τά ελληνικά πράγματα άκρως ανύποπτο) μέσω τού «έρασμου» τόν μαξ χορκχάιμερ και τούς άλλους τής σχολής τής φραγκφούρτης, ήξερε πολύ καλά να εκτιμήσει κείνη τήν απόφανση τού ιδρυτή τής κριτικής θεωρίας (αν τό θυμάμαι καλά τώρα…) : «στην παρούσα φάση αλλοτρίωσης τού ατόμου από τήν κυριαρχία, τό πείσμα μπορεί να αποκτήσει μια δυνάμει πρωτογενή φιλοσοφική διάσταση» : τό να θεωρείς πεισματικά δικό σου λοιπόν τό έργο τέχνης που θεωρείς άξιο λόγου είναι η άλλη πλευρά τής εξαφάνισης τής μεταμοντερνικής ισοπέδωσης – και είναι η υπεράσπιση τής τέχνης στην δυναμικότερη μορφή της : τό να «συμμετέχεις στην κατασκευή τού έργου» είναι δηλαδή επίσης η άλλη όψη τού να είσαι επαρκής αναγνώστης (ή «αρκετός» που θα έλεγε και ο σολωμός), είναι η ίδια η προϋπόθεση εντέλει για να καταλάβεις τό έργο : τό να τό ολοκληρώνεις – υπό καθεστώς πραγματικής ιδιοκτησίας… Εξάλλου ο αντρέας δεν επιδείκνυε ποτέ ευαισθησία, επιδείκνυε (με όλη τήν αυτοειρωνεία που είχε τήν ικανότητα επίσης να επιδεικνύει) πρακτικότητα – και μέσω τής προσήλωσής του στα πρακτικά γινόταν και κάτι άλλο, αν ήθελες ή μπορούσες ή είχες τήν ευκαιρία να τό δεις : Μια φορά, επί παραδείγματι, βγαίνοντας από τό γραφείο του με τόν στέφανο τασσόπουλο (συγγραφέα, καβαφιστή, και φίλο του, ο οποίος και μού είπε αργότερα τήν ιστορία) περπατούσε στη σόλωνος μιλώντας, ως συνήθως, ενώ γύρω ήταν πολύς κόσμος και ο αντρέας φαινόταν απασχολημένος αποκλειστικά με τή συζήτηση – παρόλ’ αυτά σε μια στιγμή είπε, εξίσου σοβαρά σαν να συνέχιζε τό προηγούμενο θέμα «αυτό τό κοριτσάκι έχει χαθεί» και συμπλήρωσε : «αυτό τό κοριτσάκι τώρα θα κλάψει». Και έδειξε στον φίλο του ένα μικρό παιδί που στεκόταν στον τοίχο μιας πολυκατοικίας ακίνητο – εκείνος όμως δεν είδε τότε αυτό που ο αντρέας έβλεπε : δεν έχει τίποτα, κάποιον περιμένει, τού είπε – «όχι, όχι, θα κλάψει, τώρα θα κλάψει» επέμενε ο αντρέας – «πάμε να τού μιλήσουμε, τό κοριτσάκι θέλει να κλάψει, γιατί έχει χαθεί» : και έτσι πήγαν να τού μιλήσουν : με τό που τό ρώτησαν αν τού συμβαίνει τίποτα και κάθεται έτσι μόνο του στην άκρη τού δρόμου, τό κοριτσάκι όντως έβαλε τά κλάματα. (Η συνέχεια τής ιστορίας είναι πρακτικά λογική – η υπόθεση τής μικρής απασχόλησε για όλο τό υπόλοιπο μεσημέρι τούς δυο τους, μέχρι να βρεθεί, μέσω τής αστυνομίας, η ανησυχούσα και τρελαμένη μήτηρ. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι [αυτό που, όπως μού είπε, άφησε κατάπληκτο και τόν συνομιλητή του όσο και αν τόν γνώριζε : ] η ετοιμότητα τού αντρέα, παρόλα τά σοβαρά εκείνη τήν ώρα ας πούμε φιλοσοφικά και λοιπά συζητητικά του ενδιαφέροντα, να συμμετάσχει αυτονόητα στην περιβάλλουσα ζωή τού πεζοδρομίου γύρω του, και να ’ναι σε θέση μάλιστα να μπει στον ψυχισμό ενός μικρού παιδιού με τέτοια διαισθητική ορθότητα.)

   Γι’ αυτόν, και για πολλούς άλλους τέτοιους λόγους, είναι που πιστεύω ότι τό «εγώ έχω γράψει όλα τά βιβλία που μ’ αρέσουν» (αυτό εννοούσε δηλαδή λέγοντας «που έχω διαβάσει» : ο αντρέας δεν (κατα)δεχόταν ως γνωστόν να διαβάσει ( : να θεωρεί δηλαδή ότι διάβασε) βιβλίο αν δεν τό θεωρούσε εκ τών προτέρων άξιο «να τού αρέσει») μπορεί και πρέπει να διαβαστεί σαν ομολογία όχι απλώς αισθητικής εκτίμησης αλλά (πάνω απ’ όλα) υπόγειας ψυχολογικής συμπάθειας (ταλαιπωρημένης ταύτισης) με τόν δημιουργό τού εκάστοτε (αγαπημένου) έργου.

   θα μπορούσα να προσθέσω εδώ και άλλα, από τήν δική μου ας πούμε γνωριμία με τόν κύκλο τών σημειώσεων, εμπλοκή που χρωστάω καταρχάς (να τό πω κι αυτό) στην μαρία μυλωνά και τήν αδηφάγο φιλαναγνωσία της (η οποία έχω τήν υποψία ότι αποτελούσε ένα είδος αναγνωστικής ασφάλειας και εισόδου στα βιβλία που θα τού άρεσαν, για τόν ίδιο τόν αντρέα), και πάνω απ’ όλα γι’ αυτό (που αρχικά μέ εξέπληξε και ύστερα μέ στήριξε) δηλαδή τή γενναιοδωρία (πρωτοφανή κιόλας, δεδομένης τής μικροψυχίας τού σχετικού χώρου εν ελλάδι), τήν καλλιτεχνική ακριβώς δηλαδή γενναιοδωρία τόσο τού αντρέα όσο και τού όλου κύκλου μέσα στον οποίο σαν να ’ταν φιλοσοφικό αισθητικό και ψυχικό του καταφύγιο κινούνταν, και τόν οποίο (κύκλο) θα υπερασπιζόταν είχες τή εντύπωση, αν ποτέ χρειαζόταν, είτε με τό γνωστό μειλίχιο ύφος του είτε με τό άλλο τό στεντόρειο, αλλά πάντως με τό γνωστό του πείσμα, και με τήν ίδια εντέλει ταλαιπωρημένη ταύτιση με τήν οποία θεωρούσε δικά του όλα τά βιβλία που είχε διαβάσει

   (αλλά όχι σήμερα, ούτε εδώ : όπως δεν πρόκειται να πω τίποτ’ άλλο σήμερα και για τόν στέφανο τασσόπουλο που διάλεξε κι αυτός να φύγει έναν επίσης φλεβάρη, φέτος).

.

   σάς παραδίνω τώρα στα αποσπάσματα :

.

.

   Στην αποκαταστημένη πλέον μεταπολεμική τέχνη η γραφή ήταν κομματική εξομολόγηση, καθώς τό ποιητικό γεγονός ήταν συνδεδεμένο με τήν κομματική εκδοχή τών πραγμάτων που κάλυπτε και τούς ισχυρισμούς τής ατομικής οπτικής. Από τίς ενδογενείς αντιφάσεις τής κομματικότητας προέκυψε η ποιητική τής διάψευσης, ένας σταλινικός ναρκισσισμός /…/ Η σύγχρονη κομματική εκδοχή για τήν κοινωνική προοπτική τής γραφής βρήκε τήν έκφρασή της στη συγκρατημένη αισθητικοποίηση τών λαθών /…/ Η κομματικά δοσμένη άφεση αμαρτιών είναι η υπεριστορικότητα τής ανθρώπινης ευθύνης. Και η Τέχνη δεν ήταν ποτέ περισσότερο από σήμερα τέχνη τού κόμματος. Τό άλλο είναι πολιτικά στραγγαλισμένο έστω κι αν μέσα από ένα αισθητικό κρύψιμο δικαιώνεται στην περιθωριακή του επιβίωση. /…/

   Στο σημείο αυτό λειτουργεί και η ποιητική τού Βύρωνος [Λεοντάρη] καθώς συνδέει απολύτως τήν ατομική συνείδηση με τήν κοινωνική της πρόφαση που εξανάγκασε τό έργο του σ’ ένα μεταξύ που δεν αξιώνει τήν αισθητικοποίηση τού ατομικού, ακριβώς διότι διευρύνει τούς προκαθορισμούς τού κοινωνικού είναι μέσα από τήν αδιαμφισβήτητη ηθική του, που δεν νοείται σαν κομματικό κακό αλλά σαν διαύγεια και αγρύπνια τής σκέψης. Στο σημείο αυτό έρχεται και η έξοχη διαπίστωση τού Λυκιαρδόπουλου : «Οι ανεύθυνοι θύτες δεν αθωώνονται, η αθωότητα είναι τό έγκλημά τους», που αφενός διαπερνά τήν ογκώδη ιστοριογραφία τών τύψεων και εξάλλου προκαλεί μια διεύρυνση τού προβληματισμού για τή στράτευση τής τέχνης. /…/

   Οι νέες μορφές έκφρασης, η είσοδος τού μοντέρνου στην τέχνη τού κόμματος ήταν μετάθεση τής προβληματικής τής αριστεράς στην αισθητική. /…/

   Η ποίηση τού Βύρωνος συμβάλλει στο να διακρίνουμε σήμερα τήν εναντίωση τής κακής ιστορίας με τήν ωραία περιγραφή της. /…/

Τρομάζουμε όχι γι’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε
αλλά γι’ αυτό που δεν υπήρξαμε 

   /…/ Η μαρξιστική σκέψη δεν μπόρεσε να κατακτήσει ένα δικό της ύφος : η άνεση τής γραφής της παραπέμπει στην αδιέξοδη αυτή κατάληξη, που συνιστά τόν πυρήνα όλων τών κριτικών τού μαρξισμού μέσα από τίς διάφορες αναθεωρήσεις του. Ύφος εδημιούργησαν οι αναιρέσεις τού μαρξισμού, που ήταν και η ουσιωδέστερη έκφρασή του καθώς αρνούνταν να δουν στον μαρξισμό ένα λαϊκιστικό μοντέλο για τήν προσιτότητα τής κατανόησης και τής χώνευσης τών μαζών. Στον λαϊκισμό αυτόν περνάνε αμέσως μορφές τέχνης που συνιστούν μια ψευδή επαναστατικότητα τής έκφρασης. Ο ποιητής έχει να κάνει δρόμους προς τά πίσω για να κερδίσει τό έργο του από τήν απειλή και τή βία τής ομαδοποίησης /…/ Εννοούμε πως η επιστροφή είναι βασανισμός, όχι ανάπαυση. Επιστροφή στην πρώτη ουσία μιας ποιητικής πράξης καθώς η επανάσταση, που δεν δικαιώνει τό πένθος παραδοχής τών αντικειμενικών συνθηκών. Η ήττα, σαν νόμιμη συγκεφαλαίωση τού πνεύματος μιας εποχής είναι η αγωνία να μη χαθεί τό κέντρο, η μυστική ακολουθία τών αξιών και τό πέρασμά τους στο παρόν.

Στη δεύτερη διάστασή του με τήν ποίηση
και σε καμιά νεότητά του πια…

   Επιστροφή – η βαθύτερη ταπείνωση τού ποιητή και η ανεπιτήδευτη ερημιά του, ερήμην τής χημικής συντήρησης τών ιδεών. Απ’ τήν ορθοστασία στην ψυχοστασία.

Στίχοι μιας Ποιητικής (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 10, Δεκέμβριος 1976)

 

 

 

 

 

   Η προβληματική για τήν έκλειψη τού Λόγου θέτεται όχι άμεσα απ’ τήν κοινωνική πραγματικότητα, αλλά από τήν ποίηση. Και οι φιλοσοφίες που επισήμαναν είτε υπονόησαν τό τέλος τού Λόγου, μέσα από τήν ποίηση ξεκίνησαν ή άντλησαν επιχειρήματα. Αυτή η συγκέντρωση επιχειρημάτων παρουσιάζεται σαν μία θεωρία που ασκείται και δοκιμάζει τήν αντοχή της πάνω στις πνευματικές δραστηριότητες τού ανθρώπου. Στο βαθμό που εμφανίζεται επιστημονικοποιημένη δεν θα μάς απασχολήσει. /…/

   Χωρίς τή δυνατότητα μυθολογικής κάλυψης τού παρόντος, χωρίς να μπορεί να υπάρξει παρά σαν ιδεολογική έκφραση – η ποίηση οχυρώνεται στις τελευταίες λέξεις, τίς μη εκμεταλλεύσιμες συντάξεις, στις λέξεις που μπορούν ακόμα και αρνούνται. Από τό Λόγο στο είδος και από τό είδος στο προϊόν–πράγμα.

Παράγραφοι («Προτάσεις», Μελέτες για τήν Ποίηση, Μάϊος 1971)

 

 

 

 

 

   Τήν ώρα που ήμασταν στη γιορτή ήταν βαθειά η ερήμωση για μια γιορτήν αλλού. Βέβαια οι ποιητές τής γενιάς μου έχουν σπασμένο γυαλί χωμένο στο σώμα. /…/ Νόμιζα πως προσπάθησα να ήξερα ακόμα μια φορά τή μνήμη μέσα σ’ αυτά κοιτάζοντας προς μιαν απέναντι παραλία τού ίδιου. Και τό σώμα ήταν χωρίς κανένα σολωμισμό, από μιαν επιβίωση φτιαγμένη από τά αναγνώσματα τού Χαλανδρίου /…/

   Η μόνη ελευθερία που είχε ο ποιητής ήταν στην μεταφυσική του – χωρίς λέξεις στίχους και ρυθμούς, σε ένωση με αυτό που ήθελε να μιμηθεί και που και αυτό είναι μίμημα. Τό μελλοντικό ταξίδι είναι σ’ έναν κόσμο παρελθόντος. Τό ποίημα που παίρνει η εξουσία έχει χάσει τή βαθύτερη γνωσιολογική ποιότητα, τήν ουσία που απευθύνεται σε ένα μη ομαδικό τρόπο κατανόησης. /…/ Η ποίηση είναι τό τελευταίο εγώ, τυφλό και αμετάδοτο καθώς καμμιά αγοραπωλησία δεν πραγματοποιείται με αυτήν. /…/ Ο ποιητής ανθολογείται και τό ποίημα και η συνειδησιακή άνοιξη ξαναγυρίζει χαρτόμαζα στη βιομηχανική αναπαραγωγή τής ποίησης. /…/ Η ποίηση ακόμη σαν μάρμαρο τού χρόνου είναι ανάμεσα στις ανάσες τών ανθρώπων. Άκυρη σε μιαν άκυρη εποχή.

Τό Σώμα τού Ποιητή (Γράμμα) (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 8, Μάϊος 1976)

 

 

 

 

   Φοβισμένοι τής γραφής : Ας θεωρήσουμε τόν σολωμισμό σαν τήν αποφασισμένη αναφορικότητα σ’ ένα εθνικό Απόλυτο. Βέβαια σε κάθε γενεά κάποιος – αποφασίζουν – μάς εκφράζει. Ο Σολωμός κηδεύει αυτές τίς αποφάσεις.

   Γενεά – άπραγη ζωή. Στην ιδεολογία τής γενεάς προσθέτεται η πίκρα τού περάσματος στα γράμματα, όχι σε έργα, η παυμένη νιότη. Η κατάταξη τών γενεών, προσδιορίζει και επιβεβαιώνει τήν καταπίεση που μετατρέπει τήν ορμή και τό πάθος σε κατάσταση. Η ηλικία οριζόμενη σαν γενεά ορίζεται μέσα από τήν εξαφάνισή της σε κάποια σελίδα τής ιστορίας (τής λογοτεχνίας ή όποιου άλλου Δημαρά).

   Ο Σολωμός σαν εθνική τύψη αποδεικνύει τό κατασκεύασμα που είμαστε, τήν επανάσταση που δεν κάναμε, τή ζητούμενη γλώσσα – δύο αιώνες απολογούμαστε γι’ αυτά. Η πρόσφατη ιστοριογραφία καταλήγει σε γενική θεωρία τών τύψεων. /…/

   Μια εφηβεία που αρνείται τήν ωρίμανση : τά κείμενά μας εννοούν πως η σχηματοποίηση τών ιδεών σαν ακύρωση τού σκέπτεσθαι μέσα στην κοινή συνεννόηση τών σκεπτομένων προετοιμάζει τόν ολοκληρωτισμό. /…/

   Μέσα από ποια κρυπτική ζήτηση καταλήγει κανείς στη γλώσσα του ; Η ζήτηση τού φύλου (Γλώσσα τού Χαίλντερλιν, τού Σολωμού). Και η ιδεολογική τύψη γίνεται επιστημονική έρευνα. Η σύγχρονη ελληνική γραφή είναι τό νταηλίκι τών κοινότοπων ιδεών. Αναζητείται ένα κέντρο για να επενδυθεί με ιδέες. Τά πράγματα ανήκουν στην απόφαση γι’ αυτά και ο γραφέας βρίσκει τό άλλο διά τού άλλου γραφέα. Κλειστά όλα μπροστά στο βίωμα και όπου αυτό οδηγεί. /…/

Εισαγωγικές Παράγραφοι στον «Προσκυνητή» (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 11, Ιούνιος 1977)

 

 

 

 

   Τό ποίημα «Κατά τό πρόσωπο ανέμου» δίνεται σαν αλληλεγγύη μιας (μη ομιλούσας) ελληνικής γλώσσας, αλλά γραφομένης προς μιαν (ομιλούσα) ξένη γλώσσα αλλά μη γραφομένη. Η σημασιοδότηση ενός αρχετυπικού κέντρου είναι αδύνατη. Και τό κέντρο ανύπαρκτο.

   Η πολλαπλότητα τών σημασιών καραδοκεί τό συμπέρασμα – όταν αυτό είναι ξένο – δηλαδή όταν ο Ιωσήφ θα κρατήσει Ιησού νεκρό. Μην ομιλούμε για πρόβλημα μεταγλώττισης ξένων όρων. Ιδού :

   Δος μοι τούτον τόν ξένον, όν ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον· δος μοι τούτον τόν ξένον, όν ξενίζομαι βλέπων τού θανάτου τό ξένον· δος μοι τούτον τόν ξένον, όστις οίδε ξενίζειν τούς πτωχούς και τούς ξένους· δος μοι τούτον τόν ξένον, όν Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω· δος μοι τούτον τόν ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ός ως ξένος ουκ έχει τήν κεφαλήν πού κλίνη· δος μοι τούτον τόν ξένον…

   Παράγεται γραμματική άφυλη. /…/

   Οι λέξεις όμως είναι ιδιοκτησία όσων παιδεύονται για τό νόημά των. /…/

   Να λησμονήσω γράφοντας τό ξένον τού κόσμου.

Παράγραφοι («Κατά τό πρόσωπο ανέμου» τού Στέφανου Ροζάνη) (αδημοσίευτο, 12/10/78)

 

 

 

 

   Κάθε φιλοσοφία τής γλώσσας και κάθε θεωρία για τή γλώσσα παραδίδεται από τή γλώσσα, έστω και αν αυτή υπόκειται σαν αντικείμενο, έστω κι αν υπερβαίνει τίς θεωρήσεις της με τή διάρκειά της. Τό Σαν μεταφυσικό κριτήριο αγγέλλεται από μια πλατωνικής καταγωγής πρόταση : «Αυτό που λέγουν οι λέξεις δεν λέγεται με λέξεις». Η γλώσσα που μιλήσαμε και αγαπήσαμε είναι ένα «ποτέ πια», αλλά αυτό που αγαπήσαμε στη χαμένη πια γλώσσα είναι ένα «όχι ακόμα» που σύρει σε έλεγχο όλη τή διάρκεια τού ανθρώπου. Ενώπια σε αυτό τό Σαν μεταφυσικό κριτήριο ίσταται κάθε γλώσσα και μάλιστα όταν τό αγνοεί ή τό παραγνωρίζει. Τούτο πάλι, δένεται μοιραία με τίς νέες λέξεις και σημασίες που τίς οικειώνεται στην εσχατολογική προοπτική τής γλώσσας, στην οποία συνανήκει. Δεν γράφεται η ιστορία δίχως εσχατολογία και γλώσσα δίχως ιστορία. /…/

   Σήμερα ο αναρχισμός παρουσιάζεται να παίρνει επάνω του τήν ευθύνη τού μηδενός και τήν ελπίδα τής εσχατολογικής δικαιώσεως για τίς αποτυχίες τής ενσαρκωμένης στην επαναστατική πράξη ανθρώπινης μοίρας. Αυτοκρίνεται και κρίνει τήν ιστορική του προοπτική ανοιγόμενος σε μια μεθοδολογία που απορρίπτει τό θετικιστικό ή αναλυτικό πρότυπο για να πραγματοποιήσει τό αισθητικό ξαναδιάβασμα όλων τών μεσαιωνικών θεολογικών προτάσεων που κάνουν τήν επανάσταση μεταφορά στη γη τής κινήσεως τών άστρων. /…/

Η Λέξη Χωρίς τό Πράγμα / η κριτική δύναμη τής ελληνικής γλώσσας (εφημερίδα «Καθημερινή», 26 Ιανουαρίου 1981)

 

 

 

 

   Αν θελήσουμε να οριοθετήσουμε τόν Παπαδιαμάντη, θα υπακούσουμε αναγκαστικά στη σολωμικής καταγωγής θεωρία και ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κυριαρχεί μια σολωμική αισθητική πάγια (που πλησιάζει τό κλασικό) που κρίνει. Τά ρήγματα σ’ αυτήν από έργα ως τού Κάλβου, τού Καρυωτάκη και τού Καβάφη άνοιξαν περισσότερο τήν οπτική της. Μοιραία και ο Παπαδιαμάντης προσδέθηκε σ’ αυτήν τήν αισθητική, εξαιτίας τής απουσίας θεμελίου. Οι αισθητικές μορφές όμως που κινούνται και κανοναρχούν στο έργο του δεν υποβάλλουν Σολωμό. Όσο κι αν προσδιορίζεται από στοιχεία τής εποχής του, φεύγει για να παραμείνει στην αγωνία τής ενότητας, τήν περιοχή τών Παπαρρηγοπούλου και Ζαμπελίου με έμφαση στο καθαρά ελληνικό στοιχείο. Τό λεχθέν «ελευθερία και γλώσσα» δεν τόν αφορά. Εισερχόμενος με τήν περισσότερη αμεσότητα στη λογοτεχνία, παραπέμπει σε μια υπερβατική ενότητα τού εγκοσμίου. Η ενότητα αποτελεί τό θεμέλιο και τήν ιστορική του προοπτική. Η κοινότης στην οποία μεγάλωσε, συνιστά τήν ενσάρκωση τής ενότητας. Τό βλέμμα εκείνο ήταν η τελευταία συγκεντρωμένη ακτίς τής ψυχής του. Η Κακιούσα τή νύχτα τής Ανάστασης διαγράφει συγκρίσεις που προϋποθέτουν έναν κοινό τόπο θεωρίας. Τά πράγματα εξελίσσονται, πλέκονται, συνθέτουν Ανάσταση. Σταύρωση και Ανάσταση στον Παπαδιαμάντη δεν φαίνονται, αυτά δεν είναι για τή λογοτεχνία. Η γοητεία τής πλοκής αντιτάσσεται στη στατικότητα και τήν παραμονή τού Παπαδιαμάντη στη θεία λειτουργία του, από τήν οποία απουσιάζει τό δράμα και τό μυστικό, είναι όμως πρόσφορη στο πανηγύρι. /…/

   Ο ελληνικός αναρχισμός προκύπτει από τή συνάντηση με τή γλώσσα σε όλη τήν ιστορική της διαδρομή και δημιουργεί απ’ αυτήν τή ζητητική βίωση έναν τόπο, μια μέθοδο μέσα απ’ τήν οποία θα μπορούσε η λογοτεχνία μας να αυθυπερβαθεί και να βγει σε ορίζοντα. Σήμερα πάντως ο Παπαδιαμάντης, ο Κάλβος, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης κάνουν να μη σημαίνει η θεωρία και η ιστορία τής ελληνικής λογοτεχνίας. Ο θάνατος τής Φραγκογιαννούς και τής Ακριβούλας αφήνει μιαν αναρχική εικόνα τού κόσμου. Η πλοκή και τό κακό ταυτίζονται. Και η μοναδικότητα τού Παπαδιαμάντη συνίσταται στο να είναι γλώσσα, αφού έτσι μπορούμε να ονομάσουμε ό,τι δεν μπορούμε να εκφράσουμε. Αναπτύσσεται εντός μας με τόν χρόνο που αναπτυσσόμεθα. Κάθε διάβασμά του πλεονεκτεί γιατί χρονίως μάς ξανακερδίζει καταφάσκοντας τό παρόν τής ανάπτυξης για να επιστρέψει σε ό,τι ήταν : γλώσσα. Κάθε ανάγνωσή του, αν έχει προηγηθεί μάλιστα λατρευτική παιδική ηλικία, τόν ανασύρει από τόν προσωπικό κόσμο τού αναγνώστη και εκεί τόν αφήνει πάλι. /…/

   ο Παπαδιαμάντης είναι τρόπος ριζικός.

   Αν ο Παπαδιαμάντης είναι γλώσσα («ο Παπαδιαμάντης είναι φυσικό φαινόμενο», Τ. Άγρας) τό πλέον ανήκει στη συγκρισιμότητα τών μοναδικοτήτων τής λογοτεχνίας μας και στη δυστυχία τους ν’ ακούν τό θρόισμα τού πνεύματος στην σύγκρουση με τήν αμαρτία. Στη λευκότητα τού Κύτους τό άσπρο χρώμα αίρεται. Δεν είναι απαραίτητο, αφού δεν έχουμε θεμέλιο, να λιποψυχούμε με τή μεγάλη λογοτεχνία ή ν’ αντιπαραθέτουμε σ’ αυτήν τόν Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης υπερέβη ένα τέτοιο πρόβλημα. /…/

   Η θεωρία τής ενότητος περιρρέει τό έργο του χωρίς να γίνεται ιδεολογία. Η παράλληλη ανάγνωση τής εισαγωγικής περιγραφής στη Μαυρομαντηλού με Τό μοιρολόι τής φώκιας θα μάς φέρει στις τελευταίες σελίδες τής Φόνισσας. Στο τέλος η Φραγκογιαννού συναντάται με τήν αρχή της (τό πράγμα και τό γράμμα). Τό μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης αποτελεί τήν τοπική τού Παπαδιαμάντη. /…/

…εβούτα, ανέδυεν, εκρύπτετο, εφαίνετο, σχεδόν
           δεν εκινείτο επαισθητώς, ούτε επτοείτο…

   Ο Παπαδιαμάντης επανέρχεται άμωμος μετά από κάθε κρίση τής γραφής σαν ο μακάριος άγριος που σαρκάζει κι ευλογεί. Όλες οι ταξινομήσεις τού Παπαδιαμάντη έγιναν ακολουθώντας τήν παλιά ανέφελη γραμμή τού να βρεθεί μια θέση περίπου εκτός λογοτεχνίας, στα πλαίσια τής ιδιοτροπίας που επέβαλε η μίμηση ξένων έργων, ενώ η κρίση τού πεζού λόγου ζητούσε να λυθεί με τήν περισσότερη μεταφυσική. Ο Παπαδιαμάντης ξεφεύγει ως τό μαυροφόρον θαλασσοπούλι. /…/

   Βρίσκουμε τόν Παπαδιαμάντη μόνο του, γιατί θέλουμε να ξεχάσουμε τή λογοτεχνία μας και ξέρουμε ότι η αγιότης του προέκυψε από τήν απόκοσμη υπεράσπιση τού εγκοσμίου, είναι γλώσσα… εις τό πνεύμα του τό υποβρύχιον τού ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις… Ξέρει να πιεί, ξέρει να ψάλει κι ακούγεται η κένωση τής φλάσκας στον ουρανίσκο του εν Διονύσω και Χριστώ. /…/ : ο διχασμός τού 1821 και η ψευδής ζωή μας. Ο Παπαδιαμάντης περισσότερο από όποιον άλλο εβίωσε τό θείο ποτήριον : Θεία λειτουργία και πανηγύρι, η τραγωδία γίνεται τραγούδι. Αν ο Παπαδιαμάντης – κι οπωσδήποτε όχι αυτός μόνον – μετά τόσα χρόνια αποτελεί   τ ρ ό π ο,  τότε η ανάγνωση τής ελληνικής γραμματείας αναιρεί τή συγκοπή και αποκαθιστά τά πράγματα για ένα νέο ξεκίνημα. Ο τρόπος του είναι τού πιστού εραστού που περιμένει να τελειώσουν οι άλλοι ερασταί, για να συναντηθεί με τήν αγαπημένη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις τήν χιόνα.

Παράγραφοι / και έλαβεν εκάτερος τό ίδιον εαυτού πράγμα (από τόν τόμο Φώτα Ολόφωτα, Ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και τόν Κόσμο του, ΕΛΙΑ, 1981)

 

 

 

 

   /…/ θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η κριτική τής ποίησης δεν μπορεί να παίξει ευρύτερο και σημαντικότερο ρόλο απ’ όσο η ίδια η ποίηση. Ότι ο αναγνώστης τού ποιήματος είναι ο επαρκής αναγνώστης που θα παρακολουθήσει και τήν κριτική. Δεν ξέρω αν πρέπει να προχωρήσουμε και στη θέση ότι κάθε εποχή είχε τήν ποίηση και τήν κριτική που τής ταίριαζε, θέση που υπακούει απολύτως στην εγελομαρξιστική αισθητική, /…/ Αναμφισβήτητα τό ποίημα με τή βοήθεια ή δίχως τής κριτικής παίρνει κάποτε τό δρόμο προς τά Σούσα, αλλά στα χέρια τής εξουσίας έχει χάσει τή βαθύτερη γνωσιολογική και γλωσσική ποιότητα, τήν ουσία που απευθύνεται σ’ ένα μη ομαδικό τρόπο κατανόησης. Η ποίηση μπορεί να αμύνεται όσο οι λέξεις της αρνούνται. Η δυνατότητα τής κριτικής να παρακολουθήσει τή μέσα στη γλώσσα γλώσσα, τήν ποίηση και τόν ποιητή στη σχέση του με τό έργο του, προσκρούει στη μεσολαβητική δραστηριότητα αυτής τής ίδιας. /…/

Η Πολιτική Συνάντηση Κριτικής και Ποίησης (πρακτικά δεύτερου συμποσίου ποίησης, σ. 181, Ιούλιος 1982)

 

 

 

 

   Και μετά τήν [εφετεινή] επέτειο και σε προσεχείς τό 1993, τό 2003 έφηβοι τούς δικούς του στίχους αλλιώς θα λένε ενώ η βιβλιογραφία θα παρακολουθεί τή δεξιότεχνη κριτικογραφία αναπαραγόμενη από τήν προκατάληψη τού ίδιου τού έργου : οποιοδήποτε κείμενο για τόν Κ.Π.Κ[αβάφη] απαντά στη δική του προκατάληψη με τίς τύψεις που αυτή δημιουργεί και κάνουν να βλέπεις παντού τόκο, όχι τή σχέση τού κεφαλαίου με τήν Τράπεζα τού μέλλοντος, τούς τρόπους παραγωγής του, και ίστανται εμπόδια σε κάθε προσέγγιση, έστω και αν επαυξάνουν τήν πρώτη ύλη. /…/

   Η ποίηση τού Κ.Π.Κ. κατάντησε· έγινε ανάγνωση ενώ ήθελε αντιγραφή, τήν ερωτικότερη στιγμή σ’ ένα ποίημα, ως περιέχοντος και περιεχομένου και αβίαστη αποστήθιση /…/ Η παγκόσμια αγορά, που αντικατέστησε τό Μέγα Πανελλήνιον, και στην οποία κυκλοφορεί (τώρα πια) άνετα τό έργο του, εξαφάνισε τόν τόνο τού έργου που συνείρε τήν αντιγραφή και τό λεύκωμα στην εμπράγματη, βιωματική και ομιλιακή, χρήση του. Τό ζεύγος κρυμμένα – ελεύθερα, παρά τή θέληση τού Κ.Π.Κ. για άπλωση και πελατεία, είναι μέσα στην προκατάληψή του να κρατηθεί εντεύθεν τού μηνύματος. Παριστάμεθα μάρτυρες, στα πάθη τής ποίησής του, στη δίωξη που υφίσταται από τήν ανάγνωση και τήν ερμηνεία και τούς ποικίλους τρόπους κυκλοφορίας τού προσώπου του. /…/

   Η βιβλιογραφική συσσώρευση ας μην κάνει να πιστεύουμε ότι παραμένει ζωντανός ή ανάμεσά μας. Κείμενα και σχόλια επισωρεύονται επί άλλων και όλα υπερασπίζονται τή διάρκεια ενός διαλόγου, που από τήν έναρξή του μέχρι τίς μέρες μας φαίνονταν να γίνεται αυτός η πρώτη ύλη. Απεκλήθη καβαφολογία, σε αντίθεση προς τίς ελάχιστες σελίδες που στη διαδρομή τού καβαφικού έργου μπορούν να σταθούν αυθεντικές και χωρίς φόβο στην ειρωνεία που τό ίδιο τό έργο υποβάλλει. Σ’ αυτούς που κρατούν ζωντανό τόν ποιητή και αυτές [οι σελίδες] και όσα ο ποιητής σχόλια παρέδωσε δεν χρειάζονται. /…/ Τά κείμενα αυτά, προσπαθώντας να  καλύψουν σχολικά και γραμματικά και κάποτε ταξικής ποιότητας αδιέξοδα, στην καλύτερη περίπτωση μοιραία καταλήγουν να συμπληρώσουν κάποιες από τίς αναγκαίες σημειώσεις, σ’ ένα ποίημα, ανακαλύπτοντας μιαν άλλη, αντί τής παραδομένης, φράση τού Φιλόστρατου ή τού Παπαρρηγόπουλου. /…/

   Τό έργο τού Κ.Π.Κ. συντελείται ως περίληψις προηγουμένων. /…/

   Ξεκίνησε λόγιος αλλά έφθασε ποιητής, διαφορίζοντας τή  γέννηση από τή γένεση, τή σάρκα από τήν ενσάρκωση. Γένεση και ενσάρκωση δεν απορρέουν από τήν ολότητα  Πάθος / Γλώσσα / Ιστορία. Αποτελεί περίληψη προηγουμένων  χωρίς συνέχεια.

Περίληψις Προηγουμένων (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 22, Νοέμβριος 1983)

 

 

 

 

   Τό δημοτικό τραγούδι, ως (ενδεχομένως) ανώνυμη ποίηση, όχι ως τραγούδι, από τήν ώρα που εμφανίζεται στη συστηματικότερή του και πλέον (εκδοτικά) επιστημονική μορφή, συγκινείται με τήν (ενδεχομένως) προσωπική ποίηση και δυναμική παρουσία τού Διονυσίου Σολωμού /…/ και κινεί (αυτό – και όχι ο Σολωμός) Ποίηση και Κριτική σε μια παράλληλη, δηλούμενη ή υπόδηλη για τόν Σολωμό ανάγνωση και ανασκόπηση. Ως εκ τούτου οι θεωρήσεις τού δημοτικού τραγουδιού από τόν Ζαμπέλιο και τόν Αποστολάκη επιλέγονται για τόν αυτοκριτικό τους προσδιορισμό, που έκαναν, ανεξάρτητα από τίς απηχήσεις, είτε τό δημοτικό τραγούδι είτε τόν Σολωμό, κάποτε και τό δημοτικό τραγούδι μαζί με τόν Σολωμό, αφετηριακά γεγονότα τής ποιήσεώς μας /…/

   Η σημασία τήν οποία ο Ζαμπέλιος απέδωσε εις τό Ρήμα (Βυζαντιναί Μελέται, «Γλώσσης Περιπέτειαι», σελ. 668) προκύπτει από τήν εξονυχιστική αναζήτηση ενός μουσικού γλωσσικού ρυθμού, ο οποίος όσο και αν παραπέμπει στην αρχαία μετρική, δεν παύει να είναι δημιούργημα τού ελληνικού Μεσαίωνος. Η θεωρία του για τήν προσωδία και ιδιαίτερα για τή «δύσπνοια τής προσωδίας» και τήν εξαφάνισή της, που θα τής άξιζε ιδιαίτερη ανάπτυξη, και η πρώτη εξήγηση τού πολιτικού στίχου, σε αντιδιαστολή με τά μιμήματα τής αρχαιότητος από τή μεριά τών λογίων, αποτελούν τίς προϋποθέσεις τής θεωρίας του για τό δημοτικό τραγούδι. Γενική αρχή διέπουσα τή θεώρηση τού Ζαμπελίου είναι «όπου λαός, εκεί και ποίησις». Ο Ζαμπέλιος είναι λόγιος τού εσωτερικού : η γέννηση και διαμονή του στην Επτάνησο και η καλλιέργεια τής γλωσσολογίας, ο ιδιότροπος εγελιανισμός του τόν βοηθούν να περάσει και σε θεωρητική υπεράσπιση τής Δημοτικής Λυρικής. Τέτοια που δεν έκαναν οι περισσότεροι λόγιοι – αν και σ’ αυτούς διαπιστώνουμε ένα διχασμό. Τό ΣΤ΄ κεφάλαιο τών Σκέψεων είναι από τά σημαντικότερα δοκίμια για τό δημοτικό τραγούδι και τό ΙΑ΄ είναι ένα σπουδαίο μνημείο λόγου. Στις Σκέψεις θα συζητηθεί για πρώτη φορά τό εκδοτικό πρόβλημα τών σολωμικών καταλοίπων και θα εντοπισθεί η  περίοδος Κερκύρας σαν εποχή τού δράματος και τής Καταστροφής. Η ειρωνεία του για τόν Σολωμό μέσω Πολυλά θυμίζει Αποστολάκη κρίνοντα Παλαμά. /…/

   Οι περιπέτειες τής γλώσσας («Γλώσσης Περιπέτειαι») έχουν τελειώσει με τήν Αναγέννηση, έστω και αν «είμεθα Έλληνες ελέω διπλωματίας». Η μακριά πορεία τού Ζαμπελίου μέσα στο παρελθόν τής ελληνικής συρρικνώνεται σ’ έναν αισθητικό κανόνα. Ό,τι υπάρχει γύρω μας σε ποίηση είναι τά δημοτικά τραγούδια, ιδίως τά άσματα τών κλεφτών. /…/ Ό,τι επιζεί από τόν Σολωμό θα συνεκδίδεται  με τά δημοτικά τραγούδια, ό,τι δεν θα συνεκδίδεται, συνδέεται με τά αδιέξοδα τής γραμματείας μας. Δεν πρόκειται περί λάθους, όπως τόν κατέκριναν ότι διέπραξε, πρόκειται περί τής εφαρμογής τών απόψεών του. Στο «Κλίμα» Ζαμπελίου ανήκουν οπωσδήποτε ο Παπαδιαμάντης και ο Κ. Π. Καβάφης.

   Ο Αποστολάκης φθάνει στο δημοτικό τραγούδι μετά και διά τού Σολωμού και παραμένει μέχρι θανάτου πιστός στο ζεύγμα δημοτικό τραγούδι και Σολωμός. Ενώ με τόν Σολωμό επιχειρεί να συγκροτήσει ένα εθνικό απόλυτο, ένα εθνικό Υπέροχο, επιστρέφει στην εξέταση τού δημοτικού τραγουδιού σαν στην παιδική ηλικία, αφού η προσωπική του ερμηνευτική, όση δεν ανήκει στην παράξενη σύνθεση τών Καρλάυλ–Πόε–Καντ, διαμορφώνεται από τόν παιδικό τρόμο. Η θεωρία του για τή λέξη : «Ακόμη θυμούμαι τόν τρόμο, που είχε πάρει η παιδική ψυχή από τό στόμα τής μάνας στη λέξη κατάρα /…/ και με τή λέξη Χάρος».

   Αν θεματίζεται τό δημοτικό  τραγούδι πλάι στον Σολωμό είναι διότι συζεί με τόν Σολωμό, αλλ’ όχι ως τραγούδι. Ο Αποστολάκης, τής καλής γενιάς τού Νικολάου Πολίτη, από τόν παιδικό τρόμο περνά στην τρομοκρατία. Δεν είδε πουθενά τό τραγούδι και είδε τή γλώσσα σαν μορφή. Είναι ο πλέον απομόναχος δημοτικιστής (και σε ό,τι αφορά τό κλέφτικο τραγούδι η εργασία του παραμένει μεγαλοφυής) και θα έφτανε να καταργήσει τή γραφή, διότι αυτή δεν είναι η αλήθεια. Τό προφορικό είναι άχρονο, είναι υπέροχο, είναι απόλυτο, είναι η παιδική μας ηλικία. Τό γνήσιο είναι η προφορικότητα, η ιδέα δεν εγκλείεται στα γράμματα. Η τρομοκρατία προκύπτει από τή λατρεία τής προφορικότητας και ασκείται εγγράφως, διά τής γραφής και διά τού νόμου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε τό λόγιο τής αφηγήσεως και τό δημοτικό τών διαλόγων στους πρώτους μας πεζογράφους. Ο Σολωμός, έτσι, θα γίνει τό πράγμα τής λέξης. Κανείς δεν κινδυνεύει από τόν Σολωμό στο πεδίο τής Ζωής, ο κίνδυνος και η τρομοκρατία τού Σολωμού ασκείται με τούς όρους τού απολύτου τής ποιήσεως. Ο Σολωμός γίνεται ενσάρκωση και προφορικότητας και γραφής, η μόνη ενσάρκωση. /…/

   Τό ζεύγος δημοτικό τραγούδι – Σολωμός σχηματίζεται συγχρόνως με τό ’21. Πόσο έζησε, αν επιζεί, είναι πρόταση προς συζήτηση. Αν βέβαια μιλήσουν και πουν και οι ποιητές. /…/ Και σε μια αναφορά στο ημερολόγιό του ο Σεφέρης (8 Μαΐου 1945) δηλώνει τήν αποστροφή του σε μια κατασκευασμένη εθνική γιορτή, όμοιος με τόν Γέροντα τού Βλαχογιάννη : «Τό μόνο που μέ συγκίνησε, ήταν ένας τυφλός, παίζοντας στη φυσαρμόνικά του τόν Ύμνο καθώς προχωρούσε σέρνοντας τά πόδια του».

   Ο Βλαχογιάννης έγραφε για τήν Έξοδο, που τό δημοτικό τραγούδι τή ζωντάνευε και ο Σεφέρης έγραφε για τόν Ύμνο λίγους μήνες μετά που άνοιγε ορίζοντα για τελευταία φορά τό δημοτικό τραγούδι. Και εννοώ τό ΕΑΜ.

Θεωρήσεις τού Δημοτικού Τραγουδιού (πρακτικά τέταρτου συμποσίου ποίησης, τ. 69 επ., Ιούλιος 1984)

.

.

.

Η σάρκα είναι γενική στα ξένα ποιήματα
Με πόθο έφευγ’ άφηνα τό σώμα και η αγνότης
Επιστρέφει ως τίμημα τής σάρκας
Όταν έχουμε ποθήσει γενικά
Τό σώμα μου είναι τό ποίημά μου
Επιστρέφω σε άλλα σαρκώματα τού νου 

Ας κοιμούντ’ ευτυχισμένα όσα αγαπήσαμε.

                                             (αχρονολόγητο)

.

.

.

   «ας κοιμούνται ευτυχισμένα όσα αγαπήσαμε» λοιπόν ; ας τελειώσει έτσι τό αφιέρωμα στο τεύχος 61 τού περιοδικού σημειώσεις, μια ανάρτηση ως μνήμη πένθους μέσα σ’ ένα πένθος παρόν (αλλά γι’ αυτό, σε επόμενο – μόλις μπορέσω) 

.

.

.

.

.

.

 

2 Φεβρουαρίου 2013

περιοδικό «σημειώσεις» / «δείγμα γραφής» : για τόν ανδρέα κίτσο – μυλωνά

.

.

.

Όμως υπήρχε εύροια και οδός άνω κάτω
νομίζω ότι δεν ήταν η αγάπη αλλά πληγή τής νεότητας 

η άλλη κηδεία είναι δική μου
                        η άλλη κηδεία
να ηχώ να ζωγραφίζω τό παρελθόν 

                             (τό τελευταίο ποίημα, ιανουάριος 2004)

.

.

.

   ο ανδρέας κίτσος – μυλωνάς (αρβανίτικο όνομα και παρανόμι που με τήν κατάβαση τών παππούδων από σούλι σε μεσολόγγι διαγράφοντας τίς συνήθεις μεταβάσεις σταθεροποιήθηκαν και τά δύο μαζί σε επώνυμο (ο αντρέας μάς διηγόταν τήν ιστορία ένα βράδυ καπνίζοντας τό μοναδικό πούρο τής ημέρας, που οι γιατροί δεν τού είχαν επιτρέψει, τήν ώρα που  η μαρία δίπλα του κοιτούσε μνησίκακα νόμιζα τόν καπνό σαν να άκουγε στην ανάβασή του προς ταβάνι τήν άρρωστη καρδιά να αγκομαχάει αρβανίτικα, τουτέστιν πεισματωμένα)) ο αντρέας λοιπόν πάνε 9 χρόνια τώρα από εκείνον τόν φλεβάρη που στριμώχτηκε πεισματωμένα κι αυτός χαμογελώντας χωμένος όρθιος σε ένα στασίδι μέσα στον κόσμο που πλημμύριζε τήν εκκλησία και τό προαύλιο για να παρακολουθήσει τήν κηδεία του, όπως ήχησε ή ζωγράφισε τό παρελθόν στο τελευταίο ανωτέρω ποίημα – ένα μήνα δηλαδή πριν τό τέλος. Σήμερα εννιά χρόνια μετά είπα να κάνει και τό σημειωματάριο κήπων μια μικρή αναφορά στην έκδοση εκείνη που έγινε έναν χρόνο μετά – από τούς φίλους του και τούς ομόκεντρούς του κύκλους τού «έρασμου» και τών «σημειώσεων» – έργο ζωής και έγνοια ζωής για τόν αντρέα και για όλους τους –

.

.

.

.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
«Δείγμα Γραφής»

.

   Τό παρόν αφιέρωμα στον Ανδρέα Μυλωνά θα φανεί ίσως, σε όσους τόν γνώρισαν από κοντά, κάπως φτωχό σε σχέση προς τόν άνθρωπο. Αυτό, γενικά, είναι φυσικό – όταν φεύγει κάποιος, χάνεται πρώτα–πρώτα «τό πιο τίμιο, η μορφή του» –, αλλά για τόν «Ανδρέα» ισχύει ακόμη οδυνηρότερα. Όμως, ένα φιλολογικό αφιέρωμα έχει πλέον άλλο χρέος να εκπληρώσει : οφείλει να αναφέρεται πέρ’ από τό πρόσωπο, στο έργο – τό δημόσιο δάκρυ τών φίλων δεν λέει τίποτα στους άλλους ούτε περί τού έργου ούτε περί τού προσώπου.

   «Ένας σολωμικός μετά τόν Βάρναλη». Ο αυθόρμητος χαρακτηρισμός τών Σημειώσεων για τόν Ανδρέα Μυλωνά κινδυνεύει να μείνει ξεκρέμαστος χωρίς τή γνώση τών κειμένων εκείνων τού Α.Μ. τά οποία φανερώνουν τήν ένσαρκη σχέση του με τήν ποίηση και τή φιλοσοφία. /…/

   Έχοντας απόλυτη επίγνωση τής ιδιαίτερης δυσκολίας που ενέχει η προσπάθεια να μετρήσει κανείς με τά προσφερόμενα μέτρα ένα έργο τό οποίο υπερασπίζεται, μέσ’ από τή γραφή τό «άγραφον» και τήν προφορικότητα, περιοριζόμαστε σ’ αυτή τήν κατ’ ανάγκην δειγματοληπτική παρουσίαση, η οποία ωστόσο πιστεύω πως ιχνογραφεί κάτι από τήν εικόνα ενός άκρως ευαίσθητου, δοτικά στοχαστικού και συμβιωτικού περιπατητή ανάμεσα σε κείμενα και ανθρώπους.

   Προϊόντα αυτής τής στοχαστικής περιδιάβασης στον κήπο τής νεοελληνικής γραμματείας, υπήρξαν οι ελλειπτικές αλλά σπερματικές «παράγραφοί» του πάνω στα επιμόνως επανερχόμενα θέματά του. Ποίηση, γλώσσα, κριτική υπήρξαν τά εκτεταμένα πεδία τών περιπάτων του, όταν η σκέψη του επισκεπτόταν, με τήν άνεση και τήν ιδιοφυΐα τής αγάπης τούς κεντρικούς ήρωες τής δοκιμιακής του αφήγησης (τόν Σολωμό, τόν Βάρναλη, τόν Καβάφη, τόν Παπαδιαμάντη) αλλά και όλα εκείνα τά συγκαιρινά του κείμενα που ευτύχησαν να τόν έχουν αναγνώστη.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος «Δείγμα Γραφής» (Κείμενα τού Ανδρέα Κίτσου – Μυλωνά)

.

.

.

Στέφανος Ροζάνης
«Τά “σολωμικά” τού Ανδρέα Κίτσου – Μυλωνά»

.

   Τό 1980, ο Ανδρέας Κίτσος – Μυλωνάς εκδίδει στο «Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο» πέντε κείμενα για τόν Διονύσιο Σολωμό με τόν γενικό τίτλο Σολωμός – Προλεγόμενα κριτικά : Στάη – Πολυλά – Ζαμπελίου. Η έκδοση αυτή, η οποία δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι έχει έναν αυστηρά φιλολογικό χαρακτήρα, δικαιολογείται από τόν Μυλωνά με τήν επισήμανση ότι «αυτά τά κείμενα έχουν λησμονηθεί. Από εποχή σε εποχή, αναφορές και επανεκδόσεις τά θυμίζουν· εδώ επανεκδίδονται μαζί» /…/ γιατί αυτά τά κείμενα και όχι άλλα, λησμονημένα επίσης, που διόλου δεν στερούνται σημασίας ; /…/ Ο Ανδρέας Κίτσος – Μυλωνάς, έγραψαν οι Σημειώσεις (τεύχος 59), υπήρξε «ένας σολωμικός μετά τόν Βάρναλη». Και εδώ θα πρέπει να σταθούμε επιχειρώντας να αναδείξουμε όχι μόνο τήν εκδοτική πρόθεση, αλλά και τήν αγωνιακή σπουδή τής έκδοσης και τό είδος και τόν τρόπο τής επιλογής τών κειμένων.

   Ένας σολωμικός, λοιπόν, μετά τόν Βάρναλη, ο οποίος ωστόσο επείγεται να γυρίσει πίσω από τόν Βάρναλη, ερμηνεύοντας τόν Βάρναλη, αλλά προπάντων αναμοχλεύοντας έναν λόγο κριτικό, ο οποίος είναι εις θέσιν να προλογήσει πράγματι τίς σολωμικές σπουδές, να τίς ανανεώσει και να τίς προσανατολίσει προς μια ερμηνευτική διάνοιξη, κατά τρόπον ώστε οι σολωμικές σπουδές να ξεφύγουν από τόν ασφυκτικό εναγκαλισμό τού φιλολογικού ορθολογισμού και να δομηθούν ως πράγματι ερμηνευτικά σχήματα και προθέσεις, αναδεικνύοντας πυρήνες τών σολωμικών σπαραγμάτων που η «αρχαιολογική» σκαπάνη τών φιλολογικών στρεβλώσεων και αγκυλώσεων δεν θα μπορούσε ποτέ να φέρει στην επιφάνεια.

   Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά με τήν επιστροφή σε μια συναστρία κειμένων, τά οποία ήδη από τήν εποχή τής πρώτης τους εμφάνισης είχαν προτείνει ερμηνευτικούς διαύλους που εν δυνάμει καθοδηγούσαν τόν ερμηνευτικό και κριτικό λόγο για τόν Σολωμό και τήν αποσπασματικότητά του προς περιοχές ευρύτερες και σημασιοδοτούσαν τή (ματαιωμένη δυστυχώς) έναρξη τού ερμηνευτικού διαλόγου.

   Κατά συνέπεια, η ερμηνευτική δυναμική αυτών τών κειμένων είχε λησμονηθεί και όχι τά ίδια τά κείμενα που η φιλολογική έρευνα εγνώριζε αλλά είχε φροντίσει να τά καταστήσει εν πολλοίς ανενεργά. Έχω τήν πεποίθηση ότι αυτό ακριβώς εννοούσε ο Μυλωνάς με τήν προλογική του επισήμανση /…/

   Με αυτόν τόν τρόπο, ο Μυλωνάς επιχειρούσε να αποδώσει δικαιοσύνη όχι τόσο στα ίδια τά κείμενα, αλλά πρωτίστως στο εν δυνάμει τών κειμένων και στην κρισιμότητά τους προκειμένου να εγκαινιασθεί ένας άλλος λόγος, μια άλλη θέαση και μια άλλη προοπτική. Τό γεγονός μάλιστα ότι μέσα στη συναστρία τών κειμένων δεν βρήκε θέση ούτε ο Βάρναλης ούτε ο Λορεντζάτος διόλου δεν σημαίνει ότι τά κείμενά τους, ή μέρος τών κειμένων τους, δεν αποτελούν πράγματι τήν εγκαινιαστική πράξη τού ερμηνευτικού λόγου για τά σολωμικά σπαράγματα. Σημαίνει όμως κάτι ουσιώδες : ότι θα πρέπει να μάθουμε να διαβάζουμε τόν Βάρναλη και τόν Λορεντζάτο με τή θεμελιώδη προϋπόθεση τού Στάη, τού Πολυλά, και τού Ζαμπέλιου. Διαφορετικά, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τόν Βάρναλη και τόν Λορεντζάτο και τό χειρότερο υπάρχει κίνδυνος ο ύστερος μόχθος τού Βάρναλη και τού Λορεντζάτου να διαστραφεί υπέρ τής φιλολογικής ορθοδοξίας και τού φιλολογικού ορθολογισμού. /…/

Στέφανος Ροζάνης «Τά “σολωμικά” τού Ανδρέα Κίτσου – Μυλωνά»

.

.

.

Χριστόφορος Δ. Αργυρόπουλος
«Η Λάμψη τής Ελευθερίας»

.

                                                                                                                             Ένας χρόνος χωρίς τόν Ανδρέα. Χωρίς ;

   Οι συνομιλίες με τόν Ανδρέα παραμένουν ανοιχτές. Τό στοχαστικό του πνεύμα απέστεργε τά τελειωτικά νοήματα, γιατί «στα απόλυτα ερωτήματα δεν υπάρχουν απαντήσεις» όπως λέει ο Γεράσιμος. Ο Ανδρέας φεύγοντας άφησε ανοιχτό τό παράθυρο ενός διαλόγου που συνεχίζεται, τήν ελπίδα τών αυριανών αναζητήσεων. Η απόπειρα που ακολουθεί ας νοηθεί σαν ατελής εισφορά σε μια ατέλειωτη συζήτηση. Παρεμβάλλεται βεβαίως ο στεναγμός. Όμως η επικοινωνία με τόν Ανδρέα ήταν πάντοτε και δοκιμασία. /…/

   Είναι, λοιπόν, «επίκαιρο» να επαναφέρουμε στο κέντρο τού διαλόγου όχι απραγματικά και ασαφή κατηγορήματα, αλλά τήν ίδια τήν ανάγκη ν’ αντισταθούμε στην επελαύνουσα βαρβαρότητα. Να κερδίσουμε τούς ανοιχτούς ορίζοντες που είχαν χαθεί πίσω από τήν παραπλανητική σκηνογραφία τού μέλλοντος. Η παράσταση τελείται πια χωρίς προσωπεία. Ώστε ν’ αποτραπούν μελλοντικοί τραγικοί αιφνιδιασμοί.

   Όταν όλα είχαν ξαφνικά είχαν αρχίσει ξαφνικά τελειώσει
πολύ ξαφνικά τελειώσει όταν
                                            (Ποίημα Ανδρέα Θ. Κίτσου – Μυλωνά).

Χριστόφορος Δ. Αργυρόπουλος «Η Λάμψη τής Ελευθερίας»

.

.

.

Γιώργος Βαμβαλής
«Τό Χρονικό μιας Γνωριμίας»

. 

   Αρκετά συχνά μέ φέρνει ο δρόμος και περνάω έξω από τό καφενείο στη Χαριλάου Τρικούπη, χαμηλά προς τήν Ακαδημίας, όπου συνήθιζε να πίνει τόν καφέ του ο Ανδρέας, τίς λίγες φορές τά τελευταία χρόνια που τού επέτρεπε η υγεία του να κατεβαίνει από τή Φιλοθέη στο κέντρο τής πόλης. Ρίχνω μια ματιά μέσα και δεν τόν βλέπω. Συνεχίζω τό δρόμο μου, διότι δεν έχει πια νόημα για μένα να πιω καφέ στο ίδιο μέρος χωρίς τόν Ανδρέα. Χωρίς τόν Ανδρέα και χωρίς τήν πρωινή συζήτηση με τόν Ανδρέα.

   Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που έφυγε ο Ανδρέας και διακόπηκε ξαφνικά η συζήτηση που είχαν πολλοί, ανάμεσά τους και εγώ, μαζί του. Στο κλεινόν άστυ, στο κέντρο του, και μόνο σε μια μικρή ακτίνα γύρω από τό γραφείο του στην οδό Σόλωνος 89, συναντούσες τόν Ανδρέα σε διάφορα σημεία να συζητάει πάντα με κάποιον ή με κάποιους. /…/

   Μετά τό τέλος τής θητείας μας η γνωριμία μας θα είχε πάρει και αυτή τέλος, όπως τόσες άλλες στρατιωτικές γνωριμίες, αν ο Ανδρέας χρόνια αργότερα δεν ξανάπιανε να ενώσει τό κομμένο νήμα /…/ αλλά τόν Ανδρέα δεν τόν γνώριζα ακόμη καλά. Ειδικά σε αυτό τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τής προσωπικότητάς του. Μόνο αυτός, με οιονεί στρατολογική ιχνηλασία θα ετίθετο στα ίχνη ενός αναστρατεύσιμου στην πνευματική τώρα υπηρεσία. Ενός χρόνια απόντος, που τώρα επέστρεφε από τό εξωτερικό, για να στρατευθεί σε ευγενέστερους αγώνες. Η χούντα ήταν χρονικά στη μέση της. /…/ Στην πρώτη μας συνάντηση μού μίλησε με ενθουσιασμό για ένα φιλοσοφικό περιοδικό που ετοίμαζε ο Θανάσης Κιτσόπουλος, στον οποίο μέ πήγε αμέσως. Ήταν τό ρηξικέλευθο για τήν ελληνική πραγματικότητα περιοδικό Δευκαλίων. /…/

   Άρχισα τίς δικές μου εκδόσεις Επίκουρος με πρώτα βιβλία τούς Αφορισμούς τού Κάφκα και τή Βλάβη τού Ντύρενματ. Ο Ανδρέας μέ ρωτούσε κάθε λίγο και λιγάκι για τήν τύχη τών βιβλίων στην αγορά, και όταν τού έλεγα ότι η Βλάβη δεν πηγαίνει καθόλου καλά, στενοχωριόταν αφάνταστα. Τόν πείραζε που τό κοινό δεν μπορούσε να καταλάβει τό βαθύτερο νόημα τής νουβέλας, τό ασυνείδητο αίσθημα ενοχής, ένα πράγμα βέβαια που ο Ανδρέας γνώριζε και ως νομικός. /…/

   Τά χρόνια περνούσαν. Τό γραφείο τού Ανδρέα στη Σόλωνος ήταν τώρα από δικηγορικό γραφείο στέκι διανοούμενων, αλλά με μια ειδοποιό διαφορά από διάφορα άλλα τέτοια στέκια που υπήρχαν και υπάρχουν ίσως και σήμερα. Ο Ανδρέας ανήκε στον ιδρυτικό και εσώτατο πυρήνα τών εκδόσεων Έρασμος και τού περιοδικού Σημειώσεις, όπου γύρω από αυτά συναθροίσθηκε η συνεπέστερη στις αρχές της, συμπαγέστερη και μακροβιότερη πνευματική ομάδα στη χώρα μας. Τό μικρό σε αριθμό κοινό, αφανές και αυτό όπως η ίδια η ομάδα μέσα στην ελληνική μπανανία, αίρεται σε προνομιούχο περιθώριο διαβάζοντας τά κείμενα που εκδίδει η ομάδα σε τακτά–άτακτα διαστήματα. Μόνο κείμενα τού Ανδρέα δεν έχει διαβάσει. Γιατί ο Ανδρέας ελάχιστα έγραφε. Μά γιατί δεν έγραφε ; θα ρωτήσει κανείς. Είχα αναρωτηθεί και εγώ παλιά, να έχει ένα τέτοιο μέσο δημοσίευσης και να μην τού κάνει χρήση. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι η λειτουργία τού Ανδρέα ήταν άλλη. Ο Ανδρέας συζητούσε. /…/ Από τούς λίγους εναπομείναντες «προφορικούς» διανοούμενους, από εκείνους που η γραφή τούς στενεύει, τούς ξεβολεύει να αφεθούν στην ελεύθερη ροή τού προφορικού λόγου και τής απρόσκοπτης ανατροφοδοτικής συζήτησης. Ο Ανδρέας έλεγε ένα και εννοούσε πολλά, κι αν ο συζητητής ήταν αντάξιος, άκουγε ένα και εννοούσε πολλά. Διάβαζε ή άκουγε κάτι νέο και καλό και τήν άλλη τό είχε μεταδώσει σε άλλους εκατό. /…/

   Τό «μη γράφειν» θα ήταν μάλλον ένας τρόπος που αν τόν ακολουθούσαν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτε, θα απάλλασσαν τόν κόσμο από τήν τυραννία τού κενού γραπτού λόγου τους. Η πλημμυρίδα τών εκδόσεων τά τελευταία χρόνια είναι εν πολλοίς υπεύθυνη για τήν αδυναμία τών αναγνωστών να ξεχωρίζουν τήν ήρα από τό στάρι. Χρωστώ στον Ανδρέα τήν υπόδειξη ορισμένων άρθρων που αυτός ανέσυρε από τήν πλημμυρίδα και τά διέσωσε από τό καταπλάκωμα τού όγκου τών πολλών άχρηστων. Ήταν σαν χρυσοθήρας που στο κόσκινό του μάζευε μετά από προσεκτικό κοσκίνισμα τά λίγα ψήγματα χρυσού που απέμεναν.

   Και οι σύντροφοί του στις Σημειώσεις ήταν πάντοτε και είναι ολιγογράφοι. Εν γνώσει τους ίσως, ότι όταν γράφεις για λίγους, γράφεις λίγα. /…/ έτσι θα τόν θυμάμαι πάντα, να μιλάει με τή σιγανή φωνή του, τό μειλίχιο ύφος του και τό αδιόρατα μόνιμο μειδίαμά του.

Γιώργος Βαμβαλής «Τό Χρονικό μιας Γνωριμίας»

.

.

.

Βασίλης Λαμπρόπουλος
«Τό Φιλοσοφείν μετά τό Θάνατο τής Φιλοσοφίας»

.

   Για να αντιληφθούμε τή μοναδικότητα τού Ανδρέα Μυλωνά πρέπει πρώτα να τόν τοποθετήσουμε στα πλαίσια τής ελληνόγλωσσης φιλοσοφίας τής περιόδου 1964–2004. Στα χρόνια αυτά, η φιλοσοφία στην Ελλάδα κυριαρχείται από τρεις τάσεις : μια μαρξιστική, μια υπαρξιστική και μια θεολογική. Όλες τους είναι βαθιά συντηρητικές κι έτσι οι απόψεις τους συχνά συγκλίνουν (π.χ. σε θέματα εθνικής ταυτότητας) ενώ οι αντιπαραθέσεις σπανίζουν. Στα φιλοσοφικά τμήματα, βιβλία και συνέδρια, οι ειδικοί συζητούν σε ήπιους τόνους μετριοπαθείς θέσεις για τή σύμπνοια τής κοινωνίας, τήν αγωνία τού ανθρώπου, τήν απειλή τής τεχνολογίας, τίς ηθικές αξίες, τίς προϋποθέσεις τής ελευθερίας και τό όντως ον. Η δικτατορία έρχεται και παρέρχεται, δικαιώματα καταπατώνται και κατακτώνται, πάντως ο στοχασμός δεν περνά κρίση.

   Μέσα σε αυτό τό κλίμα αυτάρκειας, όπου η φιλοσοφία αισθάνεται πως εξακολουθεί να εκπληροί ικανοποιητικά τήν κλασική αποστολή της, παρουσιάζεται ένας μοναχικός στοχαστής που τόν απασχολεί κάτι εντελώς διαφορετικό. Ορμώμενος από τήν πεποίθηση ότι η κρίση τής αριστεράς είναι κρίση (και) φιλοσοφική, ο Μυλωνάς διερευνά τή δυνατότητα μιας αριστερής σκέψης που να είναι αριστερή. Τί θα συνιστούσε στον ύστερο εικοστό αιώνα μιαν αριστερή φιλοσοφία ; /…/

   Είναι προφανές πως, από τήν άποψη τής ιστορίας τής φιλοσοφίας, τό έργο τού Μυλωνά, συμμετέχει στη μεγάλη κίνηση τής αρνητικής διαλεκτικής που προέκυψε σε πολλές δυτικές χώρες κατά τή δεκαετία 1965–1975 ως ύστατος αποχαιρετισμός στη μεταφυσική. /…/ Η χρησιμότητα τής αρνητικής διαλεκτικής, έγκειται στο ότι κρατεί επίκαιρη τήν ηθική ακεραιότητα τής ατελέσφορης αδιαλλαξίας, τήν πολιτική αναγκαιότητα τής απόλυτης άρνησης – τό πρόταγμα, με άλλα λόγια, τής κριτικής λίγο πριν και μετά τό 1790 με τά ερωτήματά του αλλά δίχως καμιά από τίς μοιραίες απαντήσεις του.

   Αφού η διαλεκτική αυτή έχει πλήρη επίγνωση τής απολεσθείσης ολότητος, είναι υποχρεωμένη για λόγους στοιχειώδους συνέπειας να αντισταθεί στη μεταφυσική χωρίς να επιδιώξει μια άλλη ολότητα, χωρίς καν να συγκροτήσει όλον. Όπως πρώτοι τό διαισθάνθηκαν οι πρώιμοι Γερμανοί Ρομαντικοί, οφείλει να παραμείνει αποσπασματική. Ο Μυλωνάς υιοθετεί εξαρχής και απαράβατα αυτή τή στάση, και γι’ αυτό δεν κάνει φιλοσοφία, όπως τόσοι γύρω του : καλλιεργεί τόν φιλοσοφικό στοχασμό. Και μάλιστα, τόν πάει στα όριά του : τόν κάνει σύρριζα αποσπασματικό ώστε να τόν προφυλάξει από βεβαιότητες. Τά κείμενά του δεν προσφέρουν φιλοσοφία – διαπράττουν στοχασμό. Ο Μυλωνάς είναι ο μόνος Νεοέλληνας στοχαστής στο έργο τού οποίου ιδέες και λόγος, έννοιες και γλώσσα, επιχείρημα και έκφραση δεν διακρίνονται. Η ίδια η γραφή του φιλοσοφεί /…/

   Τά κείμενα τού Μυλωνά ενσωματώνουν τά αδιέξοδα τής φιλοσοφικής σκέψης, κι έτσι εκφράζουν με πρωτοφανή ένταση τί διακυβεύτηκε στα ελληνικά κατά τήν περίοδο τής πιο παραγωγικής περιόδου του. /…/ ο Μυλωνάς διαβάζεται εξαιρετικά δύσκολα διότι διαψεύδει κάθε προσδοκία θεματοποίησης, εκκωδίκευσης και έκβασης. /…/ στην Ελλάδα, όπου η φιλοσοφική γραφή δεν πέρασε ουδεμία κρίση (και η λογοτεχνική μόνο κάποιες μεμονωμένες και περιθωριακές) ο Μυλωνάς δεν βοηθήθηκε από μια παράδοση ικανή να αμφισβητήσει εκ τών ένδον συστήματα γλώσσας και γραφής. Ούτε βέβαια τού πρόσφερε τό περιβάλλον αντίστοιχες μουσικές ή εικαστικές προκλήσεις. Οι Έλληνες φιλόσοφοι που τόν απασχόλησαν ζούσαν αλλού – ο Καστοριάδης κι ο Παπαϊωάννου στη Γαλλία, ο Γεωργιάδης κι ο Κονδύλης στη Γερμανία, ο Βλαστός και ο Νεχαμάς στην Αμερική. Όσο για ποιητές, βρήκε τόν δικό του Χαίλντερλιν στον Σολωμό και κατά τά άλλα περιορίστηκε στους άξιους και παθιασμένους φίλους τής λεγόμενης δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς οι οποίοι μπορούσαν να συμπορευτούν θαυμάσια χάρη στις δικές τους στιχουργικές και δοκιμιακές καινοτομίες.

   Τά κείμενα τού Ανδρέα Μυλωνά θα εξακολουθήσουν να συνεπαίρνουν όσους προβληματίζονται για τό τέλος τής μεταφυσικής, τόν κερματισμό τής ενότητας, τά αδιέξοδα τής διαλεκτικής, τήν τραγική αριστερά, τήν ποιητική μέθεξη, τήν αξιοπρέπεια τής άρνησης και τό μέλλον τού φιλοσοφικού στοχασμού. Και από αυτούς θα απαιτούν να αναγνωσθούν με τήν αρμόζουσα ασέβεια και αντιρρητικότητα.

Βασίλης Λαμπρόπουλος «τό Φιλοσοφείν μετά τό Θάνατο τής Φιλοσοφίας»

.

.

     (συνεχίζεται)

.

.

.

πηγή φωτογραφίας από τόν «κονδυλοφόρο» (διαβάστε και τό κείμενο)

.

.

.

.

27 Δεκεμβρίου 2012

jonathan swift / «να ζήσουμε όλες τίς ημέρες»

.

   τό στωικό σόφισμα, περί ικανοποιήσεως τών αναγκών μας διά τού περιορισμού τών επιθυμιών μας, μοιάζει σαν να πρέπει να κόψουμε τά πόδια μας τή φορά που θα χρειαστούμε παπούτσια

   εάν κάποιος κατέγραφε τίς απόψεις του για τόν έρωτα, τήν πολιτική, τή θρησκεία, τή μάθηση κτλ., αρχίζοντας από τή νεότητά του αδιάκοπα μέχρι τά γηρατειά, τί απίθανο συνονθύλευμα από αντιφάσεις και ασυνέπειες θα εμφανιζόταν στο τέλος!

   η αξία τών διαφόρων γεγονότων τής Ιστορίας μειώνεται πάρα πολύ από τήν απόσταση τού χρόνου που παρεμβάλλεται, αν και κάποια δευτερεύοντα περιστατικά είναι ιδιαιτέρως σπουδαία· απαιτείται όμως αυξημένη ευθυκρισία , από τούς συγγραφείς, για να τά διακρίνουν

   όταν μια πραγματική μεγαλοφυΐα εμφανίζεται στον κόσμο, μπορείτε να τήν αναγνωρίσετε από αυτό τό σημάδι : όλοι οι ανόητοι συνασπίζονται εναντίον της

   είναι ανόητο να τιμωρείς τούς δειλούς με ατίμωση, γιατί αν τήν υπολόγιζαν δεν θα ήταν δειλοί· η τιμωρία που τούς ταιριάζει είναι ο θάνατος, γιατί αυτόν φοβούνται πιο πολύ

   άμα κάποιος προσέξει στους δρόμους γύρω του, πιστεύω ότι θα ανακαλύψει τίς πιο εύθυμες φυσιογνωμίες στις άμαξες μέσα, που ακολουθούν μια κηδεία

   η φιλοδοξία, συχνά, κάνει τούς ανθρώπους να προσφέρουν τίς πιο χαμερπείς υπηρεσίες· έτσι, η αναρρίχηση πραγματοποιείται με τήν ίδια ακριβώς στάση όπως η έρπυση 

   τό να είναι κανείς ματαιόδοξος είναι δείγμα ταπεινότητας παρά υπερηφάνειας. Οι ματαιόδοξοι άνθρωποι ευχαριστιούνται να λένε για τίς τιμές που τούς έγιναν, τίς σπουδαίες παρέες που έκαναν, και τά άλλα παρόμοια, με τά οποία είναι σαν να παραδέχονται ότι οι διακρίσεις αυτές υπερέβαιναν τήν αξία τους, και ότι οι γνωστοί τους δεν θα τό πίστευαν, αν οι ίδιοι δεν τούς τό έλεγαν. Αντιθέτως, ένας άνθρωπος πραγματικά υπερήφανος θεωρεί και τίς μεγαλύτερες ακόμη τιμές κατώτερες τών αρετών του, και δεν καταδέχεται να κομπάσει. Για τόν λόγο αυτόν παραδίδω, σαν αξίωμα, τό εξής : αυτός που τού αρέσει να είναι υπερήφανος πρέπει διαρκώς να αποκρύβει τή ματαιοδοξία του

   εάν τά βιβλία και οι νόμοι συνεχίσουν να αυξάνονται στον ρυθμό που τό κάνουν τά τελευταία πενήντα χρόνια, ανησυχώ, κάπως, για τίς μέλλουσες γενεές : με ποιον τρόπο, δηλαδή, κάποιος θα μπορέσει να μορφωθεί, ή να γίνει δικηγόρος

   όταν κάποιος μέ κάνει να κρατάω τίς αποστάσεις μου, τό παρήγορο είναι ότι και αυτός κρατάει ταυτόχρονα τίς δικές του 

   μάς λένε ότι η θρησκεία δεν θα πρέπει να γελοιοποιείται· και έχουν δίκιο, αν και, βεβαίως, η διαφθορά στους κόλπους της θα πρέπει· γιατί, αφού διδασκόμεθα από τό παμπάλαιο ρητό ότι η θρησκεία είναι τό καλύτερο από όλα τά πράγματα στον κόσμο, κατά τρόπον ανάλογο, η διαφθορά της πρέπει να είναι τό χειρότερο

   ο αναγνώστης που επιθυμεί να κατανοήσει απόλυτα τίς σκέψεις κάποιου συγγραφέα δεν μπορεί να ακολουθήσει καλύτερη μέθοδο από τό να βάλει τόν εαυτό του στις περιστάσεις και τίς συνθήκες τής ζωής που βρέθηκε ο συγγραφέας, καθ’ ον χρόνο απέρρεε από τήν πέννα του κάθε σπουδαίο εδάφιο· αυτό θα προκαλέσει μια ισότιμη και ακριβή ανταπόκριση ιδεών, μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα

   ο φόρος στο χαρτί δεν θα ελαττώσει καθόλου τόν αριθμό τών «γραφιάδων» που μάς ενοχλούν καθημερινά

   τίποτε άλλο δεν συμβαίνει τόσο συχνά όσο τό να συμπεραίνουν οι σχολιαστές μιαν ερμηνεία τήν οποία ο συγγραφέας δεν υπενόησε ποτέ

   ελάχιστοι άνθρωποι, για να πούμε τήν αλήθεια, ζουν στο παρόν, αν και παίρνουν τά μέτρα τους για να ζήσουν και αυτοί κάποτε στο μέλλον

   η ταβέρνα είναι ένας τόπος όπου η τρέλα πουλιέται με τό μπουκάλι

   κανένας δεν είναι τόσο τυφλός όσο αυτός που δεν θέλει να βλέπει

   μού έδειξε τόν κατάλογο τών εδεσμάτων του για να μέ δελεάσει να δειπνήσω μαζί του. Πουφ! τού είπα εγώ· δεν μέ ενδιαφέρει ο κατάλογος τών φαγητών σας, αλλά ο κατάλογος τών προσκεκλημένων σας

   η Σοφία είναι μια αλεπού, η οποία, μετά από μεγάλο κυνήγι, θα σάς ξεπληρώσει, στο τέλος, τούς μόχθους τού ξετρυπώματος. Είναι ένα τυρί, τό οποίο όσο πιο πλούσιο περιεχόμενο έχει τόσο πιο παχύ, άσχημο και τραχύ είναι τό περίβλημά του· και για τήν εκτίμηση τής γεύσης του, τά σκουλήκια είναι οι πιο καλοί κριτές. Είναι ένα φλασκί με «posset», όπου όσο πιο βαθιά κατεβαίνεις τόσο πιο γλυκό θα τό βρίσκεις. Η Σοφία είναι μια κότα, τής οποίας πρέπει να εκτιμήσουμε τό κακάρισμα, διότι θα συνοδευθεί από ένα αυγό. Τελικά, όμως, είναι και ένα καρύδι, τό οποίο, αν δεν τό διαλέξεις σωστά, μπορεί να σού κοστίσει κάποιο δόντι, και να σέ ανταμείψει με σκουλήκια μονάχα

   μισούσα πάντα όλα τα έθνη, τά επαγγέλματα και τίς κοινότητες, και όλη η αγάπη μου είναι στραμμένη σε συγκεκριμένα άτομα. Για παράδειγμα, μισώ τή φυλή τών Νομικών, αλλά αγαπώ τόν Συνήγορο ή τόν Δικαστή, σαν μονάδα. Τό ίδιο νιώθω με τούς Ιατρούς, τούς Στρατιώτες, τούς Σκώτους, και πάει λέγοντας· αλλά, κυρίως, μισώ και απεχθάνομαι αυτό τό ζώο που λέγεται Άνθρωπος, αν και αγαπάω ειλικρινά τόν Γιάννη, τόν Πέτρο, τόν Θωμά και τούς υπολοίπους

   μισώ οτιδήποτε έχει τίτλο, εκτός από τά βιβλία μου· αλλά, ακόμη και σε αυτά, όσο συντομότερος είναι ο τίτλος τόσο τό καλύτερο

   μια μεγάλη βιβλιοθήκη μέ κάνει πάντα μελαγχολικό, αφού ο άριστος συγγραφέας στριμώχνεται εκεί και δεν διακρίνεται, όπως ένας σπουδαίος επίσημος στον συνωστισμό μιας στέψης

   στον τομέα τού σύγχρονου πνεύματος όλα τά τυπωμένα σκουπίδια εξωραΐζονται με αναρίθμητες παύλες και αποσιωπητικά

   μού αρέσουν οι καλές έντιμες γνωριμίες· μού αρέσει να είμαι ο χειρότερος τής παρέας

   θεωρώ ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ολότελα δυστυχισμένος, εκτός και αν καταδικαστεί να ζήσει στην Ιρλανδία

   ήταν πολύ τολμηρό πρόσωπο αυτός που έφαγε πρώτος στρείδια

   είθε να ζήσεις όλες τίς ημέρες τής ζωής σου

   η κυβέρνηση εκείνη που δεν στηρίζεται στη συναίνεση τών κυβερνομένων είναι ο απόλυτος προσδιορισμός τής δουλείας

   είμαι τής γνώμης ότι είναι προτιμότερο για μία γλώσσα να μην είναι απολύτως τέλεια για να έχει τή δυνατότητα  να αλλάζει διαρκώς

   είμαι, κατά τρόπο αξιοθαύμαστο, εξοικειωμένος με τήν απόλαυση που μού παρέχουν οι ευγενέστατοι αναγνώστες μου, αν και έχω συχνά, με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, παρατηρήσει ότι μία μύγα, που ελκύθηκε από ένα δοχείο με μέλι, θα καθίσει και θα τελειώσει, πάραυτα, ορεξάτη τό γεύμα της με ένα περίττωμα

   ο ορθός λόγος είναι ένας πολύ ελαφρός ιππέας, γι’ αυτό και αποτινάσσεται πολύ εύκολα

   νομίζεις ότι γεννήθηκα σε δάσος για να φοβάμαι τίς κουκουβάγιες ;

   η ισχύς παραμένει αδικαίωτη, εκτός και αν χρησιμοποιηθεί προς υπεράσπιση τών αθώων

jonathan swift : 1667 – 1745

.

.

.

  

.

.

τά παραπάνω αποσπάσματα είναι (σε δική μου ταξινόμηση) από τό : τζόναθαν σουΐφτ «επιλογή από τό έργο του» / σε μετάφραση δημοσθένη κορδοπάτη / εκδόσεις «στιγμή», 2004 | μολονότι και η προηγούμενη έκδοση περιέχει μια εκτενή βιογραφία από τόν μεταφραστή, είδα τώρα ότι κυκλοφορεί και αυτοτελώς μια βιογραφία τού σουΐφτ, πάλι από τόν δημοσθένη κορδοπάτη, στις εκδόσεις «μελάνι», 2010 |

.

.

.

έφτιαξα τήν ανάρτηση αυτή για πρωτοχρονιάτικη τών κήπων μια που σκοπεύω να λείψω για λίγο,
και
εύχομαι να μάς παν όλα φέτος όσο καλύτερα γίνεται,
και
να ζήσουμε κι εμείς, μαζί με τόν ανωτέρω ανήλεο είρωνα παπά, όλες τίς ημέρες τής ζωής μας

.

.

.

.

.

.

.

8 Δεκεμβρίου 2012

g. k. chesterton : χριστούγεννα

Filed under: βιβλία,διαβάσματα,δοκίμιο — χαρη @ 10:35 μμ
Tags:

.

.

.

   Δεν υπάρχει πλέον επικίνδυνη ή απεχθής συνήθεια από τό να γιορτάζει κανείς πρόωρα τά Χριστούγεννα, όπως συμβαίνει μ’ εμένα σε τούτο τό άρθρο. Η ίδια η ουσία μιας χρονιάρας μέρας έγκειται στο ότι μάς επιβάλλεται ξαφνικά και με λαμπρότητα, κι ενώ τή μια στιγμή δεν είναι γιορτή, τήν επομένη είναι. Μέχρι μια κάποια ώρα υποφέρεις από μονοτονία και θλίψη· διότι είναι μόνον Τετάρτη. Μα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η καρδιά σου σκιρτά κι η ψυχή με τό σώμα σου χορεύουν αντάμα ως εραστές· διότι, εν ριπή οφθαλμού, έχει φτάσει η Πέμπτη. Θεωρώ δεδομένο (φυσικά) πως ανήκεις στους οπαδούς τού Θωρ και πως, άπαξ τής εβδομάδος, τιμάς τήν αφιερωμένη σ’ αυτόν ημέρα, πιθανώς με ανθρωποθυσία. Εάν από τήν άλλη μεριά συγκαταλέγεσαι μεταξύ τών σύγχρονων Εγγλέζων χριστιανών, χαιρετίζεις (φυσικά) τήν έλευση τής Κυριακής τών Εγγλέζων με τήν ίδια έκρηξη χαράς. Πάντως υποστηρίζω πως όποια ημέρα κι αν είναι για σένα εορταστική ή συμβολική, έχει σημασία η μεσολάβηση κάποιου ξεκάθαρου διαχωριστικού ορίου ανάμεσα σ’ αυτή και στη χρονική περίοδο που προηγείται. Άλλωστε, ήταν μέσα στο πνεύμα τών παλαιών σοφών εθίμων τών σχετικών με τά Χριστούγεννα κανείς να μην αγγίζει ούτε να βλέπει ούτε να μαθαίνει ούτε να μιλά για οτιδήποτε σχετικό, πριν τόν ερχομό τής ημέρας τών Χριστουγέννων. Στα παιδιά, λόγου χάρη, τά δώρα δεν προσφέρονταν ποτέ προτού φτάσει η καθορισμένη ώρα. Τά δώρα παρέμεναν συσκευασμένα σε καφετί περιτύλιγμα και καμιά φορά από μέσα ξεπρόβαλλε τυχαία τό χέρι καμιάς κούκλας ή τό πόδι κανενός γαϊδάρου. Μακάρι αυτή η γενική αρχή να εφαρμοζόταν ομοίως στις σύγχρονες χριστουγεννιάτικες τελετές και εκδόσεις. Θα έπρεπε, μάλιστα, τούτη η αντίληψη να γίνει σεβαστή ιδιαιτέρως από εκείνα που αποκαλούνται χριστουγεννιάτικα τεύχη τών περιοδικών. Οι εκδότες τού περιοδικού τύπου παραδίδουν στην κυκλοφορία τά εορταστικά τεύχη τόσο νωρίς, ώστε υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες ο αναγνώστης να θρηνολογεί ακόμα τή γαλοπούλα τής περασμένης χρονιάς, παρά να συλλογίζεται με τή δέουσα σοβαρότητα τήν αναμενόμενη γαλοπούλα. Τά χριστουγεννιάτικα τεύχη θα έπρεπε να συσκευάζονται σε καφετί περιτύλιγμα και να φυλάγονται για τή μέρα τής γιορτής. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως, θα πρότεινα να συσκευάζονται οι εκδότες σε καφετί περιτύλιγμα. Τώρα, κατά πόσον θα επιτρεπόταν να εξέχει τό χέρι ή τό πόδι ενός εκδότη, τό αφήνω στην εκλογή τού καθενός.

   Βέβαια, όλη αυτή η τήρηση μυστικότητας περί τά Χριστούγεννα δεν είναι παρά για λόγους συναισθηματικούς και εθιμοτυπικούς· αν δε σού αρέσουν οι συναισθηματισμοί και οι εθιμοτυπίες, μην τά γιορτάζεις καθόλου. Δεν πρόκειται να τιμωρηθείς γι’ αυτό· εξάλλου, εφόσον δεν βρισκόμαστε πλέον υπό τήν κυριαρχία τών άκαμπτων Πουριτανών που μάς εξασφάλισαν πολιτική και θρησκευτική ελευθερία, δεν πρόκειται να τιμωρηθείς, αν, πάλι, τά γιορτάσεις. Εντούτοις δεν καταλαβαίνω πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς να πάρει μέρος σε τελετή αν όχι με τελετουργικό τρόπο. Εάν ένα πράγμα υφίσταται μόνο και μόνο για να γίνεται με χάρη, τότε, ή κάνε το με χάρη ή μην τό κάνεις καθόλου. Εάν η ουσία μιας τελετής έγκειται στο γεγονός ότι τελείται με επισημότητα, γιόρτασέ τη με επισημότητα, αλλιώς μην τή γιορτάζεις καθόλου. Δεν έχει νόημα να τό κάνεις με κρύα καρδιά· αυτό μάλλον ανελευθερία φανερώνει. Μπορώ να κατανοήσω τόν άντρα που βγάζει τό καπέλο του σε μία κυρία, σύμφωνα με τό τυπικό σύμβολο. Μπορώ να τόν κατανοήσω, λέγω· για τήν ακρίβεια, μού είναι λίαν οικείος. Μπορώ επίσης να κατανοήσω τόν άντρα που αρνείται να βγάλει τό καπέλο του σε μια κυρία, όπως οι παλιοί Κουάκεροι, επειδή θεωρεί τά σύμβολα δεισιδαιμονία. Ωστόσο, ποια θα ήταν η έννοια να εκδηλώνει κανείς μια αυθαίρετη μορφή ευγένειας η οποία δεν θα ήταν μορφή ευγένειας; Σεβόμαστε τόν κύριο που βγάζει τό καπέλο στην κυρία· σεβόμαστε τόν αδιάλλακτο που δεν βγάζει τό καπέλο στην κυρία. Όμως τί θα σκεφτόμαστε για κείνον που έμεινε με τά χέρια στις τσέπες ζητώντας από τήν κυρία να τού βγάλει τό καπέλο, επειδή ο ίδιος ένιωθε κουρασμένος;

   Εδώ έχουμε συνδυασμό αναίδειας και δεισιδαιμονίας· κι αυτός ο παράξενος συνδυασμός έχει κατακλύσει τόν σημερινό κόσμο. Δεν υπάρχει πιο εντυπωσιακή ένδειξη τής απέραντης πνευματικής ένδειας τών νεοτεριστικών τάσεων από αυτή τή γενική διάθεση να διατηρηθούν οι παλιές φόρμες, αλλά να διατηρηθούν ανεπίσημα και χαλαρά. Γιατί να υιοθετήσεις μια ευγενική μορφή συμπεριφοράς αφαιρώντας της κάθε ευγένεια; Γιατί να διαιωνίσεις κάτι που εύκολα θα απέρριπτες ως δεισιδαιμονία, επαναλαμβάνοντάς το ανελλιπώς υπό μορφή αγγαρείας; Υπήρξαν άφθονα δείγματα τέτοιου στενόμυαλου συμβιβασμού. Μήπως δεν αλήθευε, φέρ’ ειπείν, ότι κάποιος παλαβός Αμερικάνος τίς προάλλες προσπαθούσε να αγοράσει τό αβαείο τού Γκλάστονμπέρι και να τό μεταφέρει στην Αμερική πέτρα προς πέτρα; Αυτά τά πράγματα δεν είναι μόνο παράλογα, αλλά και ανόητα. Δεν βρίσκω καν για ποιο λόγο θα έπρεπε ένας κενόδοξος Αμερικάνος κεφαλαιούχος να επισκεφθεί για προσκύνημα τό αβαείο τού Γκλάστονμπέρι. Αν όμως σκοπεύει να απονείμει τιμές στο αβαείο τού Γκλάστονμπέρι, τότε οφείλει να απονείμει τιμές στο Γκλάστονμπέρι. Εάν κινήθηκε από λόγους συναισθηματικούς, γιατί να καταστρέψει τό μέρος; Εάν δεν ήταν από λόγους συναισθηματικούς, γιατί να επισκεφθεί τό μέρος; Αποκαλώντας μια τέτοια ενέργεια βανδαλισμό, δίνουμε λίαν ανεπαρκή και άδικο χαρακτηρισμό. Οι Βάνδαλοι ήταν πολύ συνετός λαός. Δεν πίστευαν στη θρησκεία, κατά συνέπεια τήν πρόσβαλαν· δεν βρήκαν καμιά χρησιμότητα σε ορισμένα οικοδομήματα, κατά συνέπεια τά γκρέμισαν. Ωστόσο δε φάνηκαν τόσο ανόητοι ώστε να ανακόψουν τήν προέλασή τους κουβαλώντας τά συντρίμμια τών κτιρίων που οι ίδιοι κατεδάφισαν. Εκείνοι ήταν τουλάχιστον ανώτεροι τού σύγχρονου αμερικάνικου τρόπου σκέψης. Δεν βεβήλωσαν τίς πέτρες με τή δικαιολογία ότι τίς θεωρούσαν ιερές.

   Αγνοώ κατά πόσον ένα ζώο που θανατώθηκε τά Χριστούγεννα πέρασε καλύτερα ή χειρότερα απ’ ό,τι θα περνούσε αν έλειπαν τά Χριστούγεννα ή τά χριστουγεννιάτικα δείπνα. Γνωρίζω, όμως, πως η αγωνιζόμενη και πάσχουσα αδελφότητα στην οποία ανήκω και χρωστώ τά πάντα, τό Ανθρώπινο Είδος, θα περνούσε πολύ χειρότερα αν έλειπαν συνήθειες σαν τά Χριστούγεννα ή τό χριστουγεννιάτικο δείπνο. Για τό κατά πόσον τό γαλόπουλο που πρόσφερε ο Σκρουτζ στον Μπομπ Κράτσιτ έτυχε λαμπρότερης ή θλιβερότερης πορείας στη ζωή από άλλες ολιγότερο ελκυστικές γαλοπούλες, δεν είμαι σε θέση ούτε καν να μαντέψω τήν απάντηση. Ωστόσο, ότι ο Σκρουτζ έγινε πιο καλός δίνοντας τή γαλοπούλα και ο Κράτσιτ πιο ευτυχής αποκτώντας την, τό ξέρω, όπως ξέρω ότι έχω δύο πόδια. Τί σημαίνουν ζωή και θάνατος για μια γαλοπούλα, αυτό δεν μέ αφορά· όμως μέ αφορά η ψυχή τού Σκρουτζ, τό σώμα τού Κράτσιτ. Τίποτα δε θα μέ καταφέρει να διώξω τή χαρά από τά σπίτια τού κόσμου, να χαλάσω τά γλέντια του, ν’ αποκρούσω τίς προσφορές και τίς αγαθοεργίες τών ανθρώπων στο όνομα κάποιας υποθετικής γνώσης που η Φύση μάς απέκρυψε. Όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, είμαστε πάνω στο ίδιο καράβι, σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Οφείλουμε ο ένας στον άλλο τρομερή και τραγική πίστη. Εάν πιάσουμε καρχαρίες για τή διατροφή μας, ας τούς σκοτώσουμε όσο γίνεται πιο ανώδυνα· ας αφήσουμε ελεύθερο όποιον θέλει να αγαπά τούς καρχαρίες, να περιβάλλει με στοργή τούς καρχαρίες, να τούς δένει κορδέλες στο λαιμό, να τούς ταΐζει ζάχαρη και να τούς μαθαίνει χορό. Παρ’ όλ’ αυτά, εάν ποτέ κάποιος αποφαινόταν πως η ζωή ενός καρχαρία πρέπει να θεωρείται ισάξια τής ζωής ενός ναύτη ή πως πρέπει να επιτρέπεται στον δύστυχο καρχαρία να καταβροχθίζει κανένα νέγρικο πόδι από καιρού εις καιρόν, τότε τόν άνθρωπο αυτό θα τόν περνούσα από ναυτοδικείο – ως προδότη τού σκάφους.

   Δεν υπάρχει πιο ουσιώδης και πιο θεμελιώδης ηθική αναγκαιότητα από τήν εξής : οι μεμονωμένες περιπτώσεις, εφόσον αναγνωρίζονται, θα πρέπει να γίνονται δεκτές ως εξαιρέσεις. Εξ αυτού προκύπτει, θαρρώ, πως μολονότι μπορεί να κάνουμε φρικτά πράγματα κάτω από φρικτές συνθήκες, οφείλουμε πρώτα να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι βρισκόμαστε πράγματι κάτω από τέτοιες συνθήκες. Έτσι λοιπόν, άπαντες οι σώφρονες ηθικολόγοι παραδέχονται ότι επιτρέπεται να λέει κανείς και κανένα ψέμα μια στο τόσο· ουδείς σώφρων ηθικολόγος, εντούτοις, θα ενέκρινε τήν ενθάρρυνση ενός παιδιού στο να μάθει να ψεύδεται, για τήν περίπτωση που ενδεχομένως κάποτε χρειαστεί να πει κάποιο δικαιολογημένο ψέμα. Έτσι, λοιπόν, συχνά οι κανόνες τής ηθικής τάξης συγχωρούν τόν πυροβολισμό εναντίον τού κλέφτη ή τού διαρρήκτη. Όμως δεν θα δικαιολογούσαν εκείνον που θα πήγαινε στο χωριό τήν ώρα τού κατηχητικού και θα πυροβολούσε τά αγοράκια που θα έδειχναν ότι μεγαλώνοντας μπορεί και να εξελίσσονταν σε διαρρήκτες. Πιθανόν να προκύψει ανάγκη· μα πρώτα θα πρέπει να παρουσιαστεί. Μού φαίνεται ολοκάθαρο πως αν ξεπεράσεις αυτό τό όριο, θα πέσεις σε βάραθρο.

   Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι θα φάω άφθονη γαλοπούλα αυτά τά Χριστούγεννα· ουδόλως ευσταθεί (καθώς υποστηρίζουν οι χορτοφάγοι) ότι θα τό κάνω χωρίς να έχω συνείδηση τού τί πράττω ή επειδή εσκεμμένα πράττω ό,τι είναι κακό ή ότι η ενέργειά μου συνοδεύεται από αισθήματα είτε ντροπής είτε αμφιβολίας είτε ενοχής. Κατά μίαν έννοια, έχω πλήρη επίγνωση τής πράξης μου· κατά μίαν άλλη έννοια, έχω πλήρη επίγνωση τής άγνοιας όσον αφορά τίς πράξεις μου. Ο Σκρουτζ, οι Κράτσιτς κι εγώ, όπως ανέφερα, είμαστε όλοι επιβάτες τής ίδιας βάρκας· η γαλοπούλα κι εγώ, στην καλύτερη περίπτωση, είμαστε καράβια που διασταυρώνονται μέσα στη νύχτα, ανταλλάσσοντας χαιρετισμό καθώς τό ένα προσπερνά τό άλλο. Τής εύχομαι κάθε καλό· στην ουσία, ωστόσο, είναι σχεδόν αδύνατο να διαπιστώσω κατά πόσον τής συμπεριφέρομαι με ωραίο τρόπο. Μπορώ να αποφύγω, και αποφεύγω με φρίκη κάθε ιδιότυπη και αφύσικη επινόηση που αποβλέπει στο βασανισμό της, τό να μπήγω καρφίτσες στο πετσί της για λόγους ψυχαγωγικούς ή να τήν πετσοκόβω με μαχαίρι για λόγους ερευνητικούς. Κατά πόσον, όμως, θρέφοντάς την λίγο λίγο και σφάζοντάς την διαμιάς για τίς ανάγκες τών αδερφών μου, ωραιοποίησα στα σοβαροφανή της μάτια τήν αλλόκοτη και ξεχωριστή της μοίρα, κατά πόσον τήν κατέστησα δούλο ή μάρτυρα στα μάτια τού Θεού ή τήν έθεσα μεταξύ τών εκλεκτών που αγαπούν οι θεοί και που πεθαίνουν νέοι – αυτό ξεφεύγει τών διανοητικών μου ικανοτήτων πολύ περισσότερο κι από τούς πλέον στρυφνούς γρίφους τού μυστικισμού ή τής θεολογίας. Η γαλοπούλα είναι πιο απόκρυφη και μεγαλειώδης απ’ όλους τούς αγγέλους και τούς αρχαγγέλους. Ώς τώρα, εφόσον ο Θεός μάς έχει μερικώς αποκαλύψει έναν κόσμο αγγελικό, μάς έχει μερικώς εξηγήσει τί σημαίνει άγγελος. Παρ’ όλ’ αυτά, ουδέποτε μάς εξήγησε τί σημαίνει γαλοπούλα. Κι αν πας και παρατηρήσεις ένα ζωντανό γαλόπουλο επί μια–δυο ώρες, στο τέλος θα ανακαλύψεις  πως, αντί να λυθεί, τό αίνιγμα μάλλον βάθυνε. –

.

   με τά αποσπάσματα αυτά από τό λιλιπούτειο βιβλιαράκι «χριστούγεννα» τού g. k. chesterton (εκδόσεις «άγρα» 1986, στην πολύ ωραία μετάφραση τής παλμύρας ισμυρίδου) εύχομαι σ’ όλον τόν κόσμο να μπορέσει να φάει γαλοπούλα φέτος 

   για τό τολμηρό χιούμορ τού τσέστερτον, τίς ιδιόμορφες απόψεις του, τήν παραδοξολόγα κριτική του, και τίς «αστυνομικές» του νουβέλες, μπορεί και να τά ξαναπούμε – αλλά τού χρόνου ! –

.

.

.

.

τό πρωτότυπο : «christmas» στον τόμο δοκιμίων τού g. k. chesterton «all things considered», λονδίνο 1915 | ολόκληρο τό πρωτότυπο τό διαβάζετε και εδώ |

.

.

.

.

.

.

 

 

 

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: