σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 1, 2015

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος / κριτικά γραπτά, άγρυπνη διαλεκτική, και ο διάλογος με τον παναγιώτη κονδύλη (από φώτη τερζάκη 2.)

 

 

 

 

(σαν συνέχεια από τό προηγούμενο) απομονώνω σήμερα, από τό δοκίμιο τού φώτη τερζάκη «ανάμεσα στην εξέγερση και τή φυγή» που περιλαμβάνεται στο τεύχος 20 τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο, κάποιες προτάσεις του που αφορούν κυρίως τήν κριτική οξυδέρκεια και ασυμβίβαστη οξύτητα τού ποιητή δοκιμιογράφου και φιλόσοφου που ενσαρκώνει από μια άποψη τήν καρδιά και τό μυαλό τού «έρασμου» και τών «σημειώσεων»

τό περιοδικό κυκλοφορεί, μπορείτε να διαβάσετε τό άρθρο με τήν ησυχία σας ολόκληρο στο χαρτί

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου (διευκρινίζω – προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αν και όσες μέ διαβάζουν δεν μέ παρεξηγούνε, καθότι μέ ξέρουνε ! – ότι ο τονισμός δεν σημαίνει πως θεωρώ τις φράσεις αυτές «σπουδαιότερες» από τις άλλες (ό,τι δημοσιεύω εννοείται ότι το θεωρώ σπουδαίο)) απλώς επιθυμώ κάποια πράγματα να διακρίνονται (και να απομνημονεύονται) ευκολότερα)

 

 

[ ] Με τα κριτικά του γραπτά ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος είναι αυτός που κυρίως θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα τού περιοδικού Σημειώσεις (που συσπειρώνεται πλέον γύρω του για να διασχίσει, σαν κιβωτός, τα σκοτεινά νερά τής Μεταπολίτευσης).

Σαν ποιητής από ιδιοσυγκρασία, παρουσίαζε ανέκαθεν μια οξύτατη αυτοσυνειδησία τής ιδιαίτερης ιστορίας του. Δεν γνώριζε μόνο καλά τη νεοελληνική λογοτεχνία, με την αβίαστη οικειότητα τής οικογενειακής κληρονομιάς, αλλά είχε επιπλέον μια μοναδική ικανότητα να διεισδύει στις κρίσιμες συνάψεις ανάμεσα στις ιδέες και τις αισθητικές μορφές. Παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση τής πάλης τών ιδεών (που ήταν ασφαλώς ο καθρέφτης τής ταξικής πάλης) μέσα στην ποιητική παραγωγή τού εικοστού αιώνα – στην ελληνική γλώσσα, πρωτίστως, αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία… Και πάντα, στο βάθος, οι σημασίες που έφερνε έτσι στην επιφάνεια είχαν κάτι το ειδικό και βαρυσήμαντο να πουν για τη φύση τής ίδιας τής τέχνης. Στο «Ειδώλου είδωλον (Αναφορές, 1979) [ ] θα κάνει την πρώτη απομυθοποιητική, ιστορικά επικεντρωμένη, αποτίμηση τής λεγόμενης γενιάς τού ’30, ως εξής : «Στον θεσμοποιημένο ελληνοκεντρισμό τής εποχής, η οποία μετέθεσε το φορτίο τής εθνικής μειονεξίας από τους ώμους τών εθνικών λογίων στους ώμους ενός δημοτικιστή δικτάτορα, ο Σεφέρης θα αντιτάξει βέβαια τη δική του απάντηση – ‟δική τουˮ ωστόσο, δηλαδή διαφορετική, μόνο ως προς το περίβλημά της. Η λανθάνουσα ταυτότητα τόσο τού “ελληνικού νεοελληνισμού” τού Σεφέρη όσο και τής “ελληνικότητας” τού Τσάτσου με την κρατούσα ελληνοκεντρική ιδεολογία φανερώνεται στις μετέπειτα φιλολογικές πολιτικές τύχες και τών δύο εκδοχών. Οι καιροί τού πολέμου, καιροί υλικής και πνευματικής επιστράτευσης, απαιτούσαν την έκφραση μιας ηθικής τής τέχνης, μιαν έκφρασή της που να υπερβαίνει τη χυδαιότητα τού επερχόμενου στρατωνισμού τού πνεύματος [ στο σημείο αυτό παραθέτει μιαν ανατριχιαστική εμφυλιοπολεμική δήλωση με τις υπογραφές τών Βενέζη, Δημαρά, Κανελλόπουλου, Καραγάτση, Μυριβήλη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Σαχίνη, Τερζάκη, Τσάτσου, Π. Χάρη, Θεοτοκά· και συνεχίζει : ] Η έκφραση αυτή βρέθηκε στην ευτυχή συνάντηση τού αφηρημένου ιδεαλισμού τού φιλοσόφου (και πολιτικού) με τον αισθητικό (και πολιτικό) εμπειρισμό τού ποιητή και διπλωμάτη. Το αποτέλεσμα στην ποίηση ήταν η μεταπολεμική επιβίωση (και η αποκορύφωση) τού μεσοπολεμικού ιδεολογήματος τής “ελληνικότητας” στον σεφερικό μακρυγιαννισμό, δηλαδή στην ηθικιστική εκείνη αισθητική τού “θέλω να μιλήσω απλά”» (σελ. 10–11).

Εδώ, βέβαια, υπό κρίσιν είναι περισσότερο η ποιητική ιδεολογία και λιγότερο η ίδια η ποίηση. Επιδοκιμάζει, αποσυμπλέκοντάς τες προσεκτικά από την ιδεολογική τους επικάλυψη, κάποιες τραγικές ποιότητες τής γραφής τού Σεφέρη (μιαν αντήχηση τής οποίας μπορεί να διαγνώσει κάποιος και στη δική του ποίηση) σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη ρητορική «αγαλλίαση» τού λεγόμενου ελληνικού σουρεαλισμού. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις πηγές τού τελευταίου, θα φτάσει στην πρώτη μεγάλη ποιητική διχοτομία (υφολογική και ιδεολογική) τού εικοστού αιώνα : Σικελιανός και Βάρναλης. [ ]

Στο επόμενο δοκιμιακό του έργο, Η «Ρωμιοσύνη» στον Παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική τού νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (1983), επεκτείνει τη διάσταση τής ιδεολογικής κριτικής που είδαμε ήδη εν δράσει [ ], ως προσέγγιση διακριτή αλλά συμπλεκόμενη στενά με την καθαυτό ποιητική κριτική, στη συμπτωματολογία ενός λαϊκιστικού λόγου που έχει τις πηγές του τουλάχιστον στα τέλη τού δέκατου ένατου αιώνα, αλλά στις ημέρες που γράφονται τα κείμενα – με την έφοδο τού ΠΑΣΟΚ προ τών πυλών – αποκτά διευρυμένες λειτουργίες και νέα δραστικότητα : ως ιδεολογικό τσιμέντο, για να το πούμε έτσι, τού «ιστορικού συμβιβασμού» δεξιάς και αριστεράς. Ωστόσο, χαρακτηριστικό τής οξύτατης ευαισθησίας και τής άγρυπνης διαλεκτικής αίσθησης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου είναι ότι, μέσα στην επόμενη εικοσαετία, με την αλλαγή τών πολιτικών προτεραιοτήτων και τη συνακόλουθη μετάλλαξη τής δημόσιας ρητορικής, βλέπει καθαρά ότι ένας νέος «αντι–λαϊκισμός» που αναδύεται (συνώνυμος τού τεχνοκρατικού εκσυγχρονισμού και τού νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊσμού) καλείται να παίξει τον ίδιο χειραγωγικό ρόλο με τον προηγηθέντα, και υστερόβουλα απαξιωμένο πλέον, λαϊκισμό. Στο εισαγωγικό σημείωμα που γράφει για την επανέκδοση τού 2004, σημειώνει : «Πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε να διαλέξει κανείς ανάμεσα στον “μακρυγιαννισμό” και στον “λακανισμό” ; Ανάμεσα στον απολιθωμένο “εθνοκομμουνισμό” και την αβάσταχτη ελαφρότητα τού “εκσυγχρονισμού” ; […] Σήμερα που τα σύνορα τών κρατών κατεδαφίζονται όχι από τους “αδελφωμένους λαούς” αλλά από τις πολυεθνικές συμμορίες, ποιον άλλον σκοπό θα μπορούσε τάχα να έχει μια κριτική εναντίον τού μαζικού εθνολαϊκιστικού φολκλόρ αν όχι την κατάδειξη εκείνων ακριβώς τών χαρακτηριστικών του που το καθιστούν μιαν ακόμη θυγατρική τής παγκόσμιας αυτοκρατορίας τού κιτς ; » (σελ. 11).

[ ]

Εν κατακλείδι, η κριτική τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου (και σε κυμαινόμενους βαθμούς τών συνοδοιπόρων του στο εκδοτικό εγχείρημα) λάμπει σαν μετέωρο στη νύχτα τής ελληνικής κριτικογραφίας, αυτής που μονοπωλεί την επαγγελματική σκηνή και τα μέσα δημοσιότητας στις ημέρες μας, σε αντιστρόφως ανάλογο βαθμό με τη διανοητική της φτώχεια. Και είναι αυτή ακριβώς η «κριτική» τών συγκροτημάτων τού τύπου και τών πανεπιστημίων που, σε άρρητη συναίνεση και κάτω από την προσποίηση μιας αμέριστης εκτίμησης, καλύπτει αυτό το έργο και αυτή τη συλλογική κατάθεση, εξ επιλογής άλλωστε αντιδημοφιλή, με ένα ένοχο πέπλο σιωπής

 

 

Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση τού Γ. Λυκιαρδόπουλου στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για τη μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις, μαζί με μια σπάνια διόραση τών λεπτών αποχρώσεων ανάμεσα στις άκαμπτες διλημματικές διαζεύξεις. Είναι αυτό που λέμε διαλεκτική αίσθηση, στην καλύτερη μορφή της· αυτό είναι που κάνει τη σκέψη του, τις φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του οι οποίες αστράφτουν μέσ’ από τη συζήτηση ακόμη και τού πιο ταπεινού υλικού, να συγγενεύει αβίαστα με τη σκέψη τού Αντόρνο, τού Λούκατς ή και τού ίδιου τού Μαρξ, τού ίδιου τού Χέγκελ, όπως και από άλλες απόψεις με τού Κίρκεγκωρ – περισσότερο απ’ όσο το ότι ο ίδιος έχει συχνά μεταφράσει, σχολιάσει ή εκδώσει έργα τους…

Οι φιλοσοφικές κορυφώσεις τής σκέψης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου γίνονται εμφανείς προπαντός σε έναν φορτισμένο διάλογο που έγινε από τις σελίδες τών Σημειώσεων (τ. 13–14, 16, 17 και 19) μεταξύ 1977 και 1979, ανάμεσα στον ίδιον και στον λίγο νεότερό του Παναγιώτη Κονδύλη (που πλαισιώνεται από δύο ακόμα κείμενα, τού Μάριου Μαρκίδη και τού Στέφανου Ροζάνη). Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για μία «αόρατη» συμμετοχή, αυτήν τού Αντώνη Λαυραντώνη : όχι μόνο επειδή το εναρκτήριο λάκτισμα τής όλης συζήτησης, μια κριτική τού Μ. Μαρκίδη στον Erich Fromm, δημοσιεύθηκε υπό μορφήν επιστολής στον Α. Λαυραντώνη, αλλά και για τον λόγο ότι πολλές από τις απόψεις που ο Π. Κονδύλης εκφράζει εκεί απηχούν την πρώιμη και διαμορφωτική επιρροή που δέχθηκε από αυτόν τον ανέκαθεν διαφωνούντα συνομιλητή τού Άγι Στίνα (τον οποίον άλλωστε – σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες – προσπάθησε επίμονα να εμπλέξει στη συζήτηση). Βέβαιον είναι άλλωστε ότι ο Κονδύλης επιθυμούσε μια συνέχεια και κλιμάκωση τής αντιπαράθεσης, πράγμα που για διάφορους λόγους δεν έγινε.

Η συζήτηση αυτή είχε ένα προανάκρουσμα : την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανόλη Λαμπρίδη στο τεύχος 10 τού περιοδικού Μαρτυρίες (Νοέμβριος 1964) πάνω στο ζήτημα τών ιδεολογιών, όπου το επίδικο ήταν στην πραγματικότητα η «επαναστατική ιδεολογία». Στο κείμενό του που επιγράφεται ακριβώς «Η “επαναστατική ιδεολογία” και οι περιπέτειές της» ο Α. Λαυραντώνης επιχειρεί μια δριμεία κριτική σε κάθε σύστημα ιδεών που «θέτει ως σκοπό και υπαγορεύει μια κοινωνική δράση ικανή να οδηγήσει στην καθολική ανθρώπινη απελευθέρωση» : η καμπάνα χτυπάει βεβαίως για τον μαρξισμό, που οι εξελίξεις του μοιάζουν να δικαιολογούν την καχυποψία τού Α. Λαυραντώνη απέναντι στη «μυστικοποίηση τών απελευθερωτικών αιτημάτων τού πραγματικού κινήματος και τη μετατροπή τους σε “επαναστατική ιδεολογία” », τής οποίας τα πουριτανικά και αυταρχικά γνωρίσματα σκιαγραφεί άλλωστε με οξύτητα. Σημειωτέον ότι ο Α. Λαυραντώνης δεν αρνείται – ακόμα – τη νομιμότητα τών ίδιων αυτών αιτημάτων, τον προαιώνιο πόθο τού ανθρώπου για επιστροφή στον χαμένο παράδεισο τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αδελφοσύνης και τής λύτρωσης από την προπατορική κατάρα να κερδίζει το ψωμί του εν τω ιδρώτι τού προσώπου του· καταγγέλλει μόνο τη μετατροπή τους σε ιδεολογία που καθ’ οδόν λησμονεί τον σκοπό και αποθεώνει τα μέσα, νομιμοποιώντας νέους κυριάρχους : όμως ο υπεριστορικός και οιονεί μεταφυσικός, εσκεμμένα διατυπωμένος σε θρησκευτική γλώσσα, χαρακτήρας τών αιτημάτων αυτών αποκλείει σχεδόν εκ προοιμίου τη δυνατότητα να συμβεί αλλιώς. Και αυτή τη δυνατότητα είναι που θέλει να υπερασπιστεί ο Μανόλης Λαμπρίδης.

[ ]

Η συζήτηση τού 1977–79 μοιάζει να προεκτείνει την παραπάνω διασταύρωση θέσεων, ως όξυνση μιας αντιπαράθεσης που σοβούσε καιρό στον συγκεκριμένο πνευματικό κύκλο. Ξεκινάει λοιπόν με το προαναφερθέν κείμενο τού Μάριου Μαρκίδη όπου ψέγεται ο ρηχός και ψευτο–αισιόδοξος ανθρωπισμός τού Erich Fromm, τονίζοντας τη μη εξαλείψιμη τραγικότητα και οδύνη που είναι η πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη· υποβάλλεται μάλιστα μια υπεριστορική διάσταση τού δράματος, ως εάν επρόκειτο για ριζική οντολογική συνθήκη και ανυπέρβατη μοίρα. Αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό μια χορδή τού σαρδώνειου πεσιμισμού που ήδη συμμερίζονταν Λαυραντώνης και Κονδύλης, την κοινή τους καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, θα προκαλέσει μια εκτενή παρέμβαση τού Π. Κονδύλη με τίτλο «Η παλιά και η νέα θεότητα». Άξονας τού επιχειρήματός του είναι η κατ’ ουσίαν εξίσωση τού μαρξισμού (τής «επαναστατικής ιδεολογίας») με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει· γενικότερα, η ταύτιση κάθε ριζικού οράματος ιστορικής λύτρωσης με μεταφυσική η οποία, κατά την οπτική τού Κονδύλη, παραγνωρίζει τους ανυπέρβατους περιορισμούς τής ανθρώπινης «φύσης». Η απάντηση του Λυκιαρδόπουλου (απηχώντας εν πολλοίς θέσεις που αυτός συμμεριζόταν αντίστοιχα με τον Μανόλη Λαμπρίδη), προκαλεί δεύτερη επίθεση τού Κονδύλη με τίτλο «Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές τών οραμάτων», στην οποία ο Λυκιαρδόπουλος ανταπαντά με το σημείωμα «Ούτε ο Θεός ούτε ο Χέγκελ». Δύο τεύχη αργότερα εμφανίζεται το κείμενο τού Στέφανου Ροζάνη «Μη επιστημονικό υστερόγραφο περί ιδεολογίας» το οποίο, κάπως πιο φιλολογικό και χωρίς να προσθέτει επιχειρηματολογικώς στα προηγηθέντα, παρότι δεν αναφέρεται ονομαστικά γράφτηκε εμφανώς για ν’ αποτελέσει επίλογο στην όλη συζήτηση.

[ ]

Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος, από την πλευρά του, οδηγώντας σέ αξιοθαύμαστες κορυφώσεις ένα κριτικό ύφος που αφομοιώνει όχι μόνο τη μεταμαρξιστική παράδοση μιας «διαλεκτικής τού συγκεκριμένου» αλλά και όλη τη δύναμη τών κιρκεγκωριανών φωτοσκιάσεων, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο τής επαναστατικής επιθυμίας, τού οράματος τής απελευθέρωσης, σε οποιοδήποτε καταπιεστικό «δια ταύτα» τής επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Η «ταυτότητα τής εννοιολογικής δομής» (μεταξύ δύο αντίπαλων θεωριών, κατά τον Κονδύλη) είναι ένα ισοπεδωτικό λογικό στρατήγημα που συγκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα φανερώνει. Διαβασμένη προσεκτικά, η κριτική τού Λυκιαρδόπουλου μοιάζει να εμπερικλείει την αγόρευση τού Π. Κονδύλη σε έναν ατέρμονα κινητικό και ουσιωδώς ανοιχτό στοχασμό, δείχνοντας αναμφίλογα τη συγγένειά της με την ίδια την αστική ιδεολογία τού «εσαεί αμετάτρεπτου» τής παρούσας ιστορικής πραγματικότητας. Διότι στο κάτω κάτω, λέει, «εκείνο που αμφισβητούμε είναι το ότι κάθε νοηματοδότηση τής ζωής ανήκει στην ιδεολογική παρακαταθήκη τής εξουσίας. Αν δεχόμαστε αυτή τη θέση τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως όχι μόνο κάθε “νοηματοδότηση” τής ζωής αλλά και κάθε της ερμηνεία (επιστημονική, φιλοσοφική, μυθική ή ποιητική), κάθε κοσμοθεώρηση (είτε “θετική” είτε “μηδενιστική”), κάθε ιδέα, κάθε σκέψη, και για την ακρίβεια η ίδια η σκέψη, “ανήκει στην εξουσία”. Από την πλευρά μας θα ’μασταν έτοιμοι να δεχτούμε κάτι τέτοιο μαζί με τη συναφή άποψη πως ό,τι διασώθηκε από τον πνευματικό πολιτισμό, ό,τι υπάρχει “γραμμένο” και “παραδομένο” ανήκει στην εξουσία· μόνο που τότε θα έπρεπε να ξαναδούμε τί εννοούμε με τη λέξη “εξουσία”, γιατί σ’ αυτήν εδώ την περίπτωση η έννοιά της διευρύνεται τόσο ώστε να κλείνει μέσα της και τη “ζωή” και την “ιστορία” και την “πραγματικότητα”, οπότε βέβαια ό,τι “πραγματοποιείται” τής ανήκει, αφού ό,τι υπάρχει (ή ό,τι ζει) ανήκει στη ζωή έστω κι αν τής εναντιώνεται […] Σε “τελική” – πάντα – ανάλυση πίσω από όλη την ανθρώπινη δραστηριότητα, πίσω από τον έρωτα και τον πόλεμο, πίσω από τα μνημεία και τα δάκρυα που πετρώνουν σε τέχνη παραμένει πάντα σαν γενικό συμπέρασμα το απλό γεγονός πως ο άνθρωπος ζει και πεθαίνει […] Όμως τό ζήτημα είναι πώς ζει και πώς πεθαίνει ο καθένας – κι αυτό δεν μας το λέει κανένα συμπέρασμα, γιατί τα συμπεράσματα δεν μαρτυρούν τα επιμέρους πάθη αλλά αποφαίνονται “εν γένει” […] Ούτε για τους μεν ούτε για τους δε έχει σημασία αν υπάρχει παράδεισος ή αν η αταξική κοινωνία είν’ ένα άπιαστο όραμα. Γιατί δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ο παράδεισος για να υπάρχει το όραμά του – αρκεί που υπάρχει η κόλαση : το “Εκείθεν” τών επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’ από τα σπλάχνα τού “Εντεύθεν”» (σελ. 62–3). [ ]

 

………

 

Για να γυρίσουμε πάλι στην πολιτική ανάλυση, που είναι η πρώτη και η τελευταία λέξη αυτών τών δοκιμίων, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος [ ] θα κάνει μια αλάθητη διάγνωση : «Ο δυισμός τού φασισμού έγκειται στο ότι είναι και δεν είναι μια επανάσταση […] Δεν είναι η τρέλα αλλά η αποδοτικότερη χρησιμοποίηση τής τρέλας από την πολιτική· δεν είναι η εξέγερση αλλά ο μύθος και η επίκληση τής εξέγερσης […] Απ’ αυτή την άποψη ο φασισμός δεν είναι καθόλου η “άρνηση” τού πολιτισμού μας αλλά ίσα ίσα η ουσία του. Δεν είναι το παρελθόν αλλά το μέλλον» (σελ. 68, υπογράμμιση δική μου). Αυτή η διφυής, απατηλή όψη τού φασισμού εξηγεί από τη μία πλευρά τη σαγήνευση μιας ρομαντικά εξεγερμένης διανόησης (σκεφτόμαστε πάλι εδώ τον Έζρα Πάουντ, αλλά και τον Σελίν, και τον Γιούκιο Μίσιμα και άλλους) που το νόημα τού έργου της μόνο μια εξίσου παραπλανημένη ανάγνωση μπορεί να τού χαρίσει (τού φασισμού)· από την άλλη πλευρά – και αυτό είναι απείρως σημαντικότερο – δείχνει εκείνο που ο φασισμός έχει κατ’ ουσίαν κοινό με τις σύγχρονες «φιλελεύθερες δημοκρατίες» τής Δύσης. Έχοντας απόλυτη επίγνωση αυτού, αποφασισμένος μάλιστα να το θυμίζει με κάθε τίμημα, ο Γ. Λυκιαρδόπουλος κλείνει το βιβλίο του με ένα συγκινητικό κείμενο που επιγράφεται «Οι τελευταίοι» – μια ελεγειακή αναφορά στους «τρομοκράτες» τής Δυτικής Γερμανίας, την ομάδα Μπαάντερ–Μάινχοφ : «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα Ή εγώ ή τα τανκς κυβερνάει ήδη με τα τανκς […] Όσο τώρα για τον ισχυρισμό ότι πράξεις όπως αυτές τής ομάδας Μπαάντερ–Μάινχοφ δίνουν αφορμή για αντιδημοκρατικές λύσεις, απλώς αντιστρέφει το πρόβλημα. Διότι η πολιτική αυτοδικία δεν αποτελεί την αιτία αλλά το σύμπτωμα τού κακού […] Και το ερώτημα είναι : από πού βγαίνουν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες ; Από ποια σκοτάδια απελπισίας πέφτουν αυτοί οι πυροβολισμοί στην καρδιά τού άτρωτου Λεβιάθαν που συντρίβει έναν έναν τούς μάταιους αντάρτες ; […] Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι μαυρισμένες ψυχές που καμιά εκκλησία, κανένα κόμμα δεν τις θέλει και καμιά ποίηση δεν τις χωράει ; “Αναρχικοί” και “τρομοκράτες”, κομμάτια μοναξιάς που σφαδάζουν μέσα σε σιδερένια δάχτυλα και σκοτώνουν εν αμύνη – μόνο που η άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμία άμυνα δεν νόμιμη εναντίον τού κράτους» (σελ. 94–95). Για ν’ αναφωνήσει εντέλει : «Όσο το Κράτος είναι υποχρεωμένο να σκοτώνει, σημαίνει πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι».

 

 

 

 

 

 

 

Νοέμβριος 26, 2015

φώτης τερζάκης / για τόν «έρασμο», τίς «σημειώσεις», και τή «σχολή τής φραγκφούρτης»

 

 

 

 

αναδημοσιεύω σήμερα αποσπάσματα από τό κείμενο τού φώτη τερζάκη «ένα παράδειγμα : τό περιοδικό σημειώσεις στην ελλάδα» που γράφτηκε για τό περιοδικό «πλανόδιον» τό 1996 και αναδημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο

καθότι έχουμε να κάνουμε με μια θαυμάσια εισαγωγή (τήν πρώτη και μόνη απ’ όσο ξέρω ώς τώρα) για τήν ιστορία και τό ιστορικό αυτής τής πολύτιμης παρέας από ποιητές και φιλόσοφους, που έδρασαν σιωπηλά και επίμονα για χρόνια γνωρίζοντάς μας τή σκέψη τών άλλων σιωπηλών και επίμονων, τής κριτικής θεωρίας, τήν οποία και μάς παρέδωσαν – με διορατική επιμονή και γενναιοδωρία – στα ελληνικά πρώτοι, και για χρόνια μόνοι, από τίς εκδόσεις «έρασμος» τό από κάθε άποψη γενναίο και από κάθε άποψη αγαπημένο παρακλάδι τού περιοδικού «σημειώσεις»

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου)

 

 

[ ] Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι η χαμηλόφωνη επανάσταση για την οποία θέλουμε να μιλήσουμε εδώ, εκ μέρους μιας ομάδας ανθρώπων από την οποία αργότερα αναδύθηκε ο κύκλος τού περιοδικού Σημειώσεις, ξέσπασε μέσα στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κατά τη δεκαετία τού ’50 κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης. Όμως για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτού τού φαινομένου πρέπει να πάμε πιο πίσω, προκειμένου να ανιχνεύσουμε τις γνήσια πολιτικές του ρίζες. Από την ίδρυση τού ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος (1918) υπήρξαν στο εσωτερικό του μικρές ομάδες δυναμικής αριστερής αντιπολίτευσης, αρχικά σε θέματα που αφορούσαν τον εθνικισμό και τον πόλεμο, κι εν συνεχεία σε θέματα εσωτερικής οργάνωσης και δημοκρατικής δομής. Οι κυριότερες τέτοιες τάσεις, που επρόκειτο ν’ αναπτυχθούν από τη δεκαετία τού ’20 και μετά, ήταν οι Τροτσκιστές (με σημαντικότερη ηγετική φυσιογνωμία τον Παντελή Πουλιόπουλο) που έμελλε να εκκαθαριστούν οι μισοί από τούς Γερμανούς στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι υπόλοιποι από τούς σταλινικούς εκτελεστές τής Ο.Π.Λ.Α., οι Αρχειομαρξιστές, οι οποίοι αφού θα γνώριζαν και αυτοί προηγουμένως άγριες εκ τών ένδον διώξεις θα έδιναν στον εμφύλιο την υποστήριξή τους στον Εθνικό Στρατό, και η μικρή ομάδα γύρω από τον διεθνιστή αγωνιστή Άγι Στίνα (ψευδώνυμο τού Σπύρου Πρίφτη) η οποία θα έγραφε μία από τις σημαντικότερες, και τις πιο συγκινητικές σελίδες στην ιστορία τού ελληνικού εργατικού κινήματος : τροτσκιστής αρχικά, έδωσε αγώνα ενάντια στις εθνικιστικές τάσεις τής κομμουνιστικής ηγεσίας, εργάστηκε εναντίον κάθε εθνικού πολέμου δημιουργώντας επιτροπές συνειδητοποίησης Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πράγμα που θα έκανε και πάλι στην κατοχή ανάμεσα στους Γερμανούς και Ιταλούς στρατιώτες, και ταυτόχρονα αγωνίστηκε σκληρά εναντίον τής σταλινοποίησης τού κόμματος που άρχισε σταδιακά μετά το Συνέδριο τού 1924· εκδιωγμένος από το κόμμα μετά το 1931, και ανάμεσα στους εκτελεστές τού Ζαχαριάδη και τους βασανιστές τού Μεταξά, θα συνεχίσει να συσπειρώνει γύρω του μια χούφτα έντιμων αγωνιστών αφοσιωμένων στη διεθνή επανάσταση κάτω από τη σημαία τής Τετάρτης Διεθνούς, για να συνειδητοποιήσει γύρω στα χρόνια τού πολέμου ότι και οι πραγματικές του αποκλίσεις από τον Τροτσκισμό ήταν μεγάλες· απομονωμένος αλλά απτόητος, έχοντας επανειλημμένα δραπετεύσει από φυλακές και διαφύγει σίγουρες εκτελέσεις, θα συνεχίσει να κρίνει την καταστροφική πολιτική τού κομμουνιστικού κόμματος και να διαπαιδαγωγεί νεαρούς επαναστάτες και διανοούμενους. Είναι γνωστό πόσο ισχυρή ήταν η πνευματική του επιρροή σε ανθρώπους που αργότερα επρόκειτο να διαμορφώσουν εξέχουσα θεωρητική φυσιογνωμία, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Υπάρχει μια αόρατη γενεαλογική γραμμή που συνδέει τον κύκλο τού περιοδικού Σημειώσεις (που τυπικά θα συγκροτηθεί μετά τη μεταπολίτευση τού 1974) με πρόσωπα όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Παναγιώτης Κονδύλης (παρόλες τις πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις που ακολούθησε η σκέψη τους), και αυτή η γραμμή φτάνει μέχρι τον Ά. Στίνα. Ανάμεσα στους νέους που σύχναζαν στον κύκλο τού Στίνα, και που συχνά συνέβαλλαν στη διαμόρφωση τών πολιτικών του θέσεων, ήταν ο Κ. Καστοριάδης, ο Αντώνης Λαυραντώνης και ο Μανώλης Λαμπρίδης (ψευδώνυμο τού Μανώλη Λεοντάρη, που ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός τού ποιητή και από τον ιδρυτικό κύκλο τών Σημειώσεων Βύρωνα Λεοντάρη). Ο Καστοριάδης, μετά τη μετανάστευσή του στη Γαλλία, ακολούθησε τη γνωστή σταδιοδρομία τού φιλοσόφου και θεωρητικού τής αυτονομίας επεξεργαζόμενος μέσ’ από τις σελίδες τού Socialisme ou Barbarie ιδέες που αποτελούσαν κοινή κληρονομιά τής ομάδας την οποία συζητάμε· ο Α. Λαυραντώνης, ένα πνεύμα ζοφερό αλλά οξύτατο και βαθιά διαλεκτικό, παρόλο που ποτέ δεν έγραψε (εκτός από μια περίφημη αλληλογραφία του με τον Καστοριάδη στα χρόνια τής δικτατορίας που δυστυχώς χάθηκε), άσκησε μια σωκρατική επιρροή στους κύκλους του και απευθείας μαθητής του μπορεί να θεωρηθεί ο Π. Κονδύλης, τού οποίου η φιλοσοφικά επεξεργασμένη κυνική (στα ίχνη τού Hobbs) θεωρία τής ισχύος, όπως και ο λεπτός σαρκασμός τού ύφους του, φέρουν τη σφραγίδα τού ζοφερού πεσιμισμού τού Α. Λαυραντώνη· ο Μανώλης Λαμπρίδης, τέλος, συνεργάτης τού τροτσκιστικού Μαρξιστικού Δελτίου στα χρόνια τού ’50 (μαζί με Βερούχη, Χατζημιχελάκη, κ.ά.), ήταν εκείνος ο οποίος ξεκίνησε την αισθητική αντιπαράθεση με τον σταλινισμό τής «επίσημης» αριστερής κριτικογραφίας μέσ’ από τις σελίδες τής Επιθεώρησης Τέχνης την ίδια εποχή. Ήταν ο πρώτος που, από μια ριζοσπαστική αριστερή σκοπιά, θα υποδεχόταν τον σουρρεαλισμό και ορισμένες τάσεις τής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας ως επαναστατικά (με την πολιτική έννοια τού όρου) φαινόμενα, που θα έδειχνε τη σημασία τών ποιητών τής λεγόμενης παρακμής, όπως ο Καρυωτάκης και η γενιά τού ’20, και που θα εκδήλωνε γενικά μια μεγάλη ευαισθησία στην εκτίμηση τών σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Γύρω από τον Μανώλη Λαμπρίδη και κάτω από την αδιαμφισβήτητη πνευματική του επιρροή διαμορφώνεται ένας κύκλος νεωτέρων, οι οποίοι είναι ακριβώς οι άνθρωποι που από το 1973 θα πλαισιώσουν το περιοδικό Σημειώσεις.

Μεγαλύτερος από αυτούς, και κατά κάποιον τρόπο ποιητικό και ηθικό ίνδαλμα μερικών από τούς νεώτερους, ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ένα πρώιμο ποιητικό ταλέντο και ταυτόχρονα οξύτατος κριτικός νους που συνδύαζε – συνδυάζει ακόμη – μιαν αυθεντική λαϊκή ευαισθησία μ’ ένα στοιχείο υψηλού διανοητικού ελιτισμού. Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος εμφανίζεται ήδη στα τέλη τής δεκαετίας τού ’50 δημοσιεύοντας στη Νέα Εστία, την Εφημερίδα τών Ποιητών, την Επιθεώρηση Τέχνης και το Μαρξιστικό Δελτίο. Ειδικά η Επιθεώρηση Τέχνης και οι εκεί πολεμικές θα γίνουν αφορμή να συσταθεί – με την έννοια μιας διανοητικής συγγένειας – αυτή η παρέα. Στο 7º τεύχος (1955) ο Μ. Λαμπρίδης δημοσιεύει ένα ριζοσπαστικό άρθρο με τίτλο «Ιl gran rifiuto», και υπότιτλο «Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης και η παρακμή» το οποίο, ως πρόκληση στον σταλινισμό τής Επιθεώρησης Τέχνης, ξεσήκωσε οργισμένες αντιδράσεις εκ μέρους τών Τ. Βουρνά και Μ. Μ. Παπαϊωάννου, και αργότερα τού Μ. Αυγέρη, τροφοδοτώντας μια υψηλόφωνη συζήτηση που κράτησε για αρκετά τεύχη. Στο 29º τεύχος (1957) στη συζήτηση μπαίνει ο Μανόλης Αναγνωστάκης με το άρθρο του «Προβλήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού» υπερασπίζοντας τις θέσεις τού Μ. Λαμπρίδη. Το 1963 ξεσπάει μια δεύτερη συζήτηση τής οποίας το έναυσμα θα δώσει ο μικρότερος αδελφός τού Μ. Λαμπρίδη, ο Βύρων Λεοντάρης, ο σημαντικότερος ίσως ποιητής τής δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και ένας εξέχων κληρονόμος τού καρυωτακισμού, με το περίφημο άρθρο του «Η ποίηση τής ήττας». Ο Τ. Βουρνάς θα επιτεθεί στο γνωστό ύφος δίνοντας αφορμή στον Β. Λεοντάρη για μια δευτερολογία, ενώ η συζήτηση θα προκαλέσει την παρέμβαση τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με το άρθρο «Η ποίηση τής ήττας, σύγχρονη αντιστασιακή ποίηση». Το σήμα είχε δοθεί, ένας πνευματικός κύκλος είχε γεννηθεί : το 1961 οι αδελφοί Λεοντάρη, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος μαζί με δύο νεώτερους ποιητές που θα γίνουν αναπόσπαστα μέλη τής ομάδας, τον Στέφανο Ροζάνη που θα αναπτύξει σημαντικό φιλολογικο–κριτικό έργο στη σκιά τού Ρομαντισμού και τον ψυχίατρο Μάριο Μαρκίδη, και ο Ν. Παντής εκδίδουν ένα περιοδικό συλλογικής έκφρασης που φιλοδοξούσε να είναι ο αριστερός αντίποδας τής Επιθεώρησης Τέχνης, τις ιστορικές Μαρτυρίες (λίγο αργότερα ο Μ. Αναγνωστάκης θα εκδώσει και αυτός στη Θεσσαλονίκη την Κριτική, στην οποία αρθρογραφούν σποραδικά τα περισσότερα από τα μέλη τού κύκλου τών Μαρτυριών). Μετά το ιδεολογικό άνοιγμα που κάνει το 1965 η Επιθεώρηση Τέχνης (χάρη στην πρωτοβουλία τών Κουλουφάκου – Ραυτόπουλου) η παρέα επανέρχεται στους κόλπους της αναστέλλοντας προς στιγμήν την έκδοση τών Μαρτυριών. Αυτές θα επανεκδοθούν βγάζοντας δύο τεύχη μεταξύ 1966 και 1967 ως Μαρτυρίες Β΄, για να σταματήσουν οριστικά με το πραξικόπημα και την απριλιανή δικτατορία. Περίπου ένα χρόνο πριν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έχει μπαρκάρει στο εμπορικό ναυτικό (σα ναύτης, και αργότερα ασυρματιστής) απ’ όπου θα επιστρέψει μόνο το 1975, υπό δραματικές συνθήκες, για ν’ αναλάβει την έκδοση τού περιοδικού Σημειώσεις και τη συνδεδεμένη με τον κύκλο τού περιοδικού εκδοτική «Έρασμος».

Παρά το χάσμα που επέβαλε η δικτατορία, υπήρξαν ορισμένες παράνομες εκδοτικές δραστηριότητες, καθώς και η (νόμιμη) έκδοση ενός τεύχους με τίτλο Προτάσεις, που πρέπει να θεωρηθεί ακριβώς ως προάγγελος τών Σημειώσεων. Όταν πάντως το 1973, πριν ακόμα τη μεταπολίτευση, καταργήθηκε ο νόμος περί λογοκρισίας, η ομάδα ανασυγκροτείται και αποφασίζει την έκδοση ενός καινούργιου περιοδικού : πρόκειται αυτή τη φορά για τις Σημειώσεις, και την ομάδα αποτελούν οι Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βύρων Λεοντάρης, Στέφανος Ροζάνης, Μάριος Μαρκίδης, Ανδρέας Μυλωνάς και Ρένα Κοσσέρη. Παρόλο που οι δύο τελευταίοι θα πάψουν να εμφανίζονται με κείμενά τους στις σελίδες τού περιοδικού λίγο αργότερα, ενώ δύο ποιητές, ο Τάσος Πορφύρης και ο Μάρκος Μέσκος θα εμφανίζονται σποραδικά με ποιήματά τους, ο αρχικός πυρήνας παραμένει αρραγής σε μιαν αξιοθαύμαστη εκδοτική προσπάθεια, με πενιχρά έως ανύπαρκτα μέσα, με τις πλάτες περιφρονητικά στραμμένες στη δημοσιότητα και με μια αισθητική και θεωρητική ποιότητα που δεν συγκρίνεται με κανενός απολύτως συγχρόνου τους εντύπου, η οποία συνεχίζεται απρόσκοπτα μέχρι σήμερα έχοντας εκδόσει 45 μικρά τεύχη, από τα οποία τα 17 πρώτα είναι εδώ και χρόνια εκτός αγοράς.

 

 

Όλα αυτά τα λέμε για να μπορέσει να φανεί καθαρά η ιστορία αυτού τού πνευματικού κύκλου την οποία φαίνεται ότι ακόμα και οι (λιγοστοί) σημερινοί αναγνώστες τους αγνοούν, αλλά και για να τεκμηριώσουμε την αναλογία που θέλουμε να υποδείξουμε μ’ ένα στοιχείο που μάς φαίνεται τρομερά ουσιώδες : τη συγκεκριμένη πολιτική ρίζα και την πολυεπίπεδη προσωπική στράτευση τής σκέψης αυτής και αυτών τών ανθρώπων. Γιατί και η Σχολή της Φρανκφούρτης, για την οποία μιλάμε σήμερα συχνά με λόγια τών οποίων το βάρος δεν έχουμε ζυγίσει, δεν ήταν ακαδημία. Παρότι πανεπιστημιακοί καθηγητές, οι πρωτεργάτες της ενεπλάκησαν στην περιπέτεια τής δημιουργίας της ακριβώς για να δραπετεύσουν από τα στεγανά ενός ημι–φεουδαρχικού γερμανικού ακαδημαϊκού κατεστημένου – και γνωρίζουμε πώς μέχρι σήμερα οι πανεπιστημιακοί θεσμοί παραμένουν εχθρικοί απέναντι στο είδος τής σύνθετης και γεμάτης φαντασία έρευνας τής οποίας υπόδειγμα μπορούμε να θεωρήσουμε εκείνη που διεξήγαγε το ιστορικό Ινστιτούτο τής Φρανκφούρτης. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό : η Σχολή τής Φρανκφούρτης προπάντων γεννήθηκε, επωάστηκε, γαλουχήθηκε μέσα στη μεγάλη παράδοση τού ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, και βλέπει κανείς με ποιους τρόπους η προϊστορία της υπήρξε κρίσιμα συνδεδεμένη με τις εκδιπλώσεις τού εργατικού κινήματος και τού επαναστατικού Μαρξισμού τών χρόνων τού μεσοπολέμου. Και ακόμη πιο πέρα, η σκέψη αυτή στάθηκε για τούς πρωτεργάτες της μια τρομερή αφιέρωση ζωής, πληρωμένη – όπως καθένας γνωρίζει σήμερα – με αληθινό αίμα. Το αίμα και η αγωνία δεν μπορεί να μετρηθεί παρά μόνο με αίμα και αγωνία, πράγματα ολότελα ξένα για τούς σημερινούς ακαδημαϊκούς που επιζητούν να κάνουν δημόσιες σχέσεις ως διαχειριστές τών ιδεών της – [ ] Όμως το πνεύμα, και προπάντων το είδος τού πνεύματος για το οποίο μιλάμε εδώ, βρίσκεται αλλού.

Η συγγένεια τού κύκλου τών Σημειώσεων με το ρεύμα τών ιδεών που εκπροσώπησε η Σχολή τής Φρανκφούρτης έχει βέβαια μία προφανή πλευρά : το ότι ένα μέρος τού έργου τής τελευταίας έχει μεταφραστεί, εκδοθεί, σχολιαστεί και ενσωματωθεί κριτικά μέσ’ από γραπτά και δημοσιεύσεις τού περιοδικού και τών εκδόσεων «Έρασμος» – και δεν γνωρίζω άλλο νεοελληνικό εκδοτικό ή πνευματικό φορέα που να έχει κάνει τίποτε ανάλογο σε έκταση και σε βάθος. Όμως η ουσιώδης συγγένεια βρίσκεται ακόμη πιο βαθιά, και αφορά μια επιλογή υπαρξιακή και κοσμοθεωρητική, αισθητικούς τρόπους και συναφείς θέσεις από τις οποίες κανείς στοχάζεται και μιλά. Θα αναφέρω δύο μόνο τέτοια στοιχεία, για να κλείσω μ’ αυτόν τον τρόπο αυτή τη μικρή αναφορά.

Ο κύκλος τών Σημειώσεων, όπως κι εκείνη η ομάδα τών Γερμανοεβραίων φυγάδων, έχει τις ρίζες του μέσα σ’ ένα επαναστατικό όραμα απολύτρωσης που στα νεανικά τους χρόνια μπόρεσε για μια στιγμή να ενσαρκωθεί από την πολιτική αριστερά, όμως ανδρώθηκε, ωρίμασε μέσα στην οδυνηρή επίγνωση μιας ήττας : είδαν τις πολυτιμότερες ελπίδες τους να συντρίβονται από μια ιστορική εκδίπλωση που οδηγούσε αντί στην απελευθέρωση σε μιαν αύξουσα βαρβαρότητα, είδαν τούς πολιτικούς τους εχθρούς και φίλους να βρίσκονται σαρκαστικά στο ίδιο εντέλει στρατόπεδο, και από αυτή τη θέση έκαναν τη σκέψη το έσχατο όπλο τής απελπισίας που χτυπάει απεγνωσμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, δίχως κανένα έρεισμα ισχύος, δίχως την αναμονή αρωγής ή δικαίωσης από πουθενά, και – το τραγικότερο – δίχως ελπίδα.

Μέσα από μια τέτοια θέση, από την άλλη μεριά, ούτε στιγμή δεν αρνήθηκαν τις πολιτικές προϋποθέσεις τής ίδιας τους τής απελπισίας, αλλά παρέμειναν πάντα στρατευμένοι μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο : αρνούμενοι (κατά τρόπο εντυπωσιακά όμοιο μ’ εκείνον τού Χορκχάιμερ ή τού Αντόρνο) όλες τις αναπόφευκτες εξουσίες που συνεπάγεται η άμεση πολιτική δράση, αναδιπλώθηκαν – ή μήπως βρίσκονταν εξαρχής εκεί ; – στην αισθητική σφαίρα τής έκφρασης υποδεικνύοντας διαρκώς, με την ίδια τους τη γραφή, την απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο, αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία τού πολιτικού αγώνα, αν βέβαια εκείνο που διακυβεύεται σ’ έναν τέτοιο αγώνα είναι η ανθρώπινη ελευθερία και η ανθρώπινη ευτυχία. Εδώ λοιπόν (όπως και στα όψιμα κυρίως γραπτά τού Αντόρνο) βρίσκουν το αρχιμήδειο σημείο τους ένας ορισμένος ασκητισμός, ως πεισματική άρνηση τής συμμετοχής στην πολυτελή εκπόρνευση που ενορχηστρώνουν τα μαζικά μέσα, κι ένας ανυποχώρητος αισθησιασμός τής ζωής και τής αληθινής χαράς, μέσ’ από τούς δρόμους τής νοσταλγίας ως επίκληση σ’ εκείνο που έχει πια εξαφανιστεί, και σ’ εκείνο που θα μπορούσε ακόμη και τώρα να υπάρξει. Λιγότερο φιλόσοφοι αλλά περισσότερο ποιητές από τούς στοχαστές τής Φρανκφούρτης, πιο εσωστρεφείς και χαμηλόφωνοι αλλά δίνοντας μια ισοσθενή λειτουργία σε όλες τις πλευρές τής πνευματικής τους έκφρασης, ο κύκλος τού περιοδικού Σημειώσεις μοιάζει να ενσαρκώνει εκείνο που οι πρωτεργάτες τής Σχολής τής Φρανκφούρτης πίστευαν για τούς εαυτούς τους : τούς τελευταίους ανθρώπους, τούς τελευταίους στοχαστές και δημιουργούς που ταυτόχρονα συνιστούν ολοκληρωμένες πνευματικές περιπτώσεις, αληθινούς θεματοφύλακες μιας εικόνας τού ανθρώπου που βουλιάζει στο τέλμα ενός κόσμου αιχμάλωτου τών πιο εφιαλτικών του ονείρων.

 

 

 

 

 

 

Αύγουστος 12, 2014

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

 

 

 

 

η ασθένεια προς θάνατον επελαύνει μονίμως ακάθεκτη όπως φαίνεται, πάνω και γύρω μας, και μέ αναγκάζει να διακόψω τήν επ’ ολίγον αδιάκοπη παράθεση λόγων τού συνοφρυωμένου προτεστάντη δανού, για να θυμηθούμε (και πάλι επ’ ολίγον) έναν άλλον αυστηρό, αλλά γλυκύτατο, άθεο (ελληνικότατης, αυτή τή φορά, καταγωγής) : ο θάνατος τού βύρωνα λεοντάρη πλήττει ερωμένες κι εραστές και τής ποίησης και τής νόησης (στις κριτικότερες και λαμπρότερες στιγμές τους) σ’ αυτόν τόν φτωχό και μουντό τόπο

ελάχιστη απότιση μνήμης λοιπόν, αποσπάσματα από τό δοκιμιακό του έργο, που θα τά ξεκινήσω αλλοιώνοντας ελαφρώς τή σειρά με τήν οποία τά κείμενα αυτά εκδόθηκαν, ξεκινώντας δηλαδή με ένα σημαδιακό (κατά τή γνώμη μου) κείμενο τού ’75 τό οποίο δεν βαδίζει απλώς χειροπιασμένο με τήν πικρή σατιρική διάθεση τού κίρκεγκωρ στα κείμενά του εναντίον τών συγχρόνων του «κριτικών», αλλά παρακολουθεί και περιγράφει (και συνοδοιπορεί, θα ’λεγε κανείς, περίφημα, με) τόν γενικότερο εξευτελισμό τής ελληνικής «πνευματικής» ζωής στις δικές μας, αυτοκρατορικής αθλιότητας και ξηρότητας, ημέρες :

 

 

 

 

τό πνευματικό imperium

 

Η πραγματικότητα μισεί αυτούς που δεν τήν αποδέχονται ως αναγκαιότητα και ιστορία. Η πνευματική αγορά σέ εκδικείται όταν τήν αγνοείς. Απρόκλητα και αυθαίρετα σέ ταξινομεί μέσα της, σέ ανθολογεί, σέ μελοποιεί, σέ μεταφράζει, σέ συζητεί, σέ βιογραφεί, σέ νεκροτομεί και σέ καταβροχθίζει στα κανιβαλικά συμπόσια τών λειτουργιών και εκδηλώσεών της. Βλέπεις τήν υπογραφή σου σε διακηρύξεις που δεν υπέγραψες και δεν βλέπεις τ’ όνομά σου κάτω από δικά σου κείμενα, σού αποδίδουν ιδέες που δεν πρεσβεύεις και σού αρνούνται τίς δικές σου, φέρεσαι απών εκεί που είσαι παρών και αντίστροφα από βαθμοφόρους τού πνεύματος. Όλη αυτή η παραμόρφωση, γιατί η αγορά και ο στρατώνας τού πνεύματος θέλουν να εκβιάσουν τή συμμετοχή σου στην περιοχή τους για τή νομιμοποίηση και συντήρηση τών θεσμών και τών μηχανισμών τους.

Ενώ είναι γνωστές οι θέσεις ορισμένων ποιητών πάνω στο θέμα «Πολυτεχνείο», κατά τής επαίσχυντης παραποίησης μιας γνήσιας επαναστατικής πράξης που «κρατικοποιείται» και καταντάει «εθνική επέτειος», εμφανίζεται στις προθήκες τών βιβλιοπωλείων και κυκλοφορεί ένα πολυτελέστατο – και πανάκριβο – λεύκωμα σαν καταστόλιστος δίσκος γραφείου κηδειών, όπου καταχωρούνται στίχοι (άσχετοι φυσικά προς οποιαδήποτε θεματογραφία τού «πολυτεχνείου»)  κ α ι  αυτών τών ποιητών, με τά ονόματά τους, χωρίς καμμιά προηγούμενη άδειά τους και χωρίς καν να ερωτηθούν, έτσι που δημιουργείται η εντύπωση ότι μετέχουν κι αυτοί (σε κραυγαλέα αντίθεση προς τίς θέσεις τους), σ’ αυτή τήν επίσημη τελετή που διαστρέφει τήν ουσία τής εξέγερσης στο αντίθετό της.

Τό θέμα, φυσικά, δεν έχει σημασία από τήν άποψη τών εντυπώσεων αλλά ως έκφραση τού πνευματικού imperium. Οι υπεύθυνοι τής έκδοσης τού λευκώματος ξέρουν πολύ καλά ότι ορισμένοι ποιητές και ορισμένα έργα, απ’ όπου σταχυολόγησαν στίχους, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με παρόμοια καμώματα. Λειτούργησαν όμως και ενήργησαν αναγκαστικά, και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προθέσεις, κάτω από τή νομοτέλεια τής περιοχής τους.

Παρόμοιες εκδόσεις εντάσσονται στα πλαίσια τής διαμάχης μεταξύ ελαφράς φιλολογίας (επιθεώρηση, λαϊκός περιοδικός τύπος) και τής «σοβαρής τέχνης» (ποιητές τής καριέρας, σεναριογράφοι, θεατρογράφοι, λιμπρετίστες κ.λπ.) για τή διανομή τών κερδών τής – νομιμοποιημένης πια απ’ όλους – καπηλείας τού Πολυτεχνείου. Είδαμε με πόση μανία και πανικό οι εκπρόσωποι τής σοβαρής τέχνης αντέδρασαν κατά τής δραστήριας επιθεωρησιακής εκμετάλλευσης, αιφνιδιασμένοι γιατί αυτοί δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να διαθέσουν στην αγορά τά (προχρονολογημένα συνήθως στις περιπτώσεις αυτές…) έργα τους.

Αυτό όμως που περισσότερο ενδιαφέρει, είναι ότι τό λεύκωμα αποτελεί μιαν ακόμη προκλητική επίδειξη ισχύος τών εκπροσώπων τής κρατούσας σήμερα  ποίησης  απέναντι  στην  αυθεντική  ποίηση,  έναν  αληθινό    π ν ε υ μ α τ ι κ ό    ι μ π ε ρ ι α λ ι σ μ ό. Γιατί σήμερα κρατούσα ποίηση δεν είναι πια η ποίηση τού Α ή Β ποιητή, αλλά η στιχουργία τών σοβαροφανών πολιτικών τραγουδιών και τά λιμπρέτα αντιστασιακών ορατορίων «προοδευτικών» ημιμουσουργών και ημιμουσικών. Η στιχουργία που, διαπράττοντας τίς πιο φρικαλέες παραποιήσεις, απομιμήσεις, λεηλασίες, διασκευές και κάθε είδους ανόσιες επιμειξίες σε βάρος ξένων   α υ θ ε ν τ ι κ ώ ν   ποιητικών κειμένων, και αλλοιώνοντας κι αυτή τή συχνά ποιητική ψυχή τών στιχοποιών, προσφέρει μια «ποίηση» εύπεπτη, κατάλληλη για μαζική κατανάλωση. Χρησιμοποιώντας ένα τοτεμικό βυζαντινο–αντιστασιακό λεξιλόγιο συναντά τήν ντρεσαρισμένη δεκτικότητα και ερεθίζει τήν ευνουχισμένη επαναστατικότητα ενός φιλότεχνου και κηδειόφιλου κοινού. Είμαστε στην εποχή που τό επαναστατικό κίνημα εκφυλίζεται σε «πολιτιστικό». Η   μ ε λ ο π ο ί η σ η   τ ή ς   ι δ ε ο λ ο γ ί α ς   προσδίδει σ’ αυτήν έναν εμβατηριακό (δηλαδή ακόμη πιο   υ π ο δ ο υ λ ω τ ι κ ό   για τίς μάζες) χαρακτήρα και αποτελεί επιστροφή στην πρωτόγονη αντίληψη για τήν επιτάχυνση τής πορείας τής ιστορίας με ρυθμικά παλαμάκια… Αυτή η στιχουργία, ακολουθώντας τόν δρόμο που άνοιξε η ελαφροσοβαρή μουσική, έχει εξασφαλίσει απόλυτη αυθαιρεσία απέναντι σε κάθε τί τό αυθεντικό και κατοχυρώνει όλο και ασφαλέστερα τά οικονομικά της οφέλη. Ξέρει πως τά αυθεντικά έργα δεν έχουν καμμιά προστασία – εκτός από τήν προστασία τού… να είναι άγνωστα… Τό τέρας που ονομάζεται «πνευματική ιδιοκτησία» (ιδιοκτησία και «πνευματική» γίνεται ; ) ελλοχεύει και θρέφεται μόνο στα γραφεία καλλιτεχνικών οργανισμών, εκδοτών, εταιρειών δίσκων και ταινιών κ.λπ. Τό έργο τέχνης δεν προστατεύεται παρά μόνο αφού γίνει εμπόρευμα, όπως δεν προστατεύεται και η προσωπικότητα τού καλλιτέχνη αλλά μόνο τό προσωπείο του. Αντίθετα, προστατεύεται και πολύ αποτελεσματικά μάλιστα, η κάθε εμπορικά επιτυχημένη παραποίηση αυθεντικών έργων, καθώς και ο παραχαράκτης τους από τυχόν άλλους επίδοξους σφετεριστές. Η συμφωνία αριθ. 40 τού Μότσαρτ δεν προστατεύεται, προστατεύεται όμως τό «χασάπικο 40».

Από τήν αυθεντικότητα ώς τόν κοινωνικό του μύθο ο καλλιτέχνης χάνει κάθε αυτοπροσδιορισμό. Χάνει συνήθως και τή μόνη ευκαιρία του, να στρέψει πίσω και να γίνει στήλη άλατος. Τά κριτήρια τού ετεροπροσδιορισμού του ήταν ανέκαθεν μπάσταρδα, κι όσοι τά χρησιμοποιούν είναι ακριβώς αυτοί που λιγότερο πιστεύουν σ’ αυτά. Γιατί βέβαια, ο Σαρτρ δεν είναι η άρνηση τού νόμπελ, ούτε ο Μπέκετ η αποδοχή του. Ο Σολωμός δεν είναι η δίκη του με τή μάνα του, ούτε ο Σεφέρης κι ο Νερούντα η διπλωματική τους ιδιότητα, ούτε ο Θεοδωράκης οι πολιτικές του δηλώσεις. Ο καλλιτέχνης δεν είναι όλα αυτά. Είναι   π α ρ’   ό λ α   α υ τ ά.  Αν εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται παρόμοια κριτήρια για τόν καλλιτέχνη (κριτήρια κοινωνικής, ερωτικής, πολιτικής συμπεριφοράς κ.λπ.) είναι για να εξασφαλίζεται η συνεχής κοινωνική επιτήρησή του, ο «κοινωνικός έλεγχος» και η παντοτινή υποδικία του. Και, βέβαια, σε περίπτωση δίκης, αυτή κερδίζεται πάντοτε από τήν πολιτεία, τήν εκκλησία και τό κόμμα.

«Αγώνας για μια χαμένη υπόθεση…» χαρακτηρίζεται η εκδοχή να υπάρχει κανείς έξω από τίς θεσμοποιημένες λειτουργίες τής πνευματικής πραγματικότητας και γενικά έξω από τήν «περιοχή τού πνεύματος» που είναι τό πνεύμα οργανωμένο σε imperium. Μετά από αιώνες ανθρώπινης δουλείας έχουμε κάπως καταλάβει τή σημασία τής θρησκευτικής εξουσίας και τής πολιτικής εξουσίας,  δεν  έχουμε  όμως  ακόμη  συλλάβει τή  φρίκη  τής  π ν ε υ μ α τ ι  κ ή ς   ε ξ ο υ σ ί α ς,  παρόλο που θα ’πρεπε να μάς είχαν υποψιάσει καθιερωμένοι πια όροι που χρόνια τώρα φιδοσέρνονται ανάμεσά μας, όπως π.χ. «πνευματική   η γ ε σ ί α», «χώρος τού πνεύματος και τής τέχνης» κ.λπ.

Αυτή η «χαμένη υπόθεση» είναι πολύ παλιά, όσο και η περιπέτεια τού ανθρώπου. Δεν μιλώ για λογαριασμό άλλων, συλλογίζομαι όμως πόσοι και πόσοι άνθρωποι, αρνούμενοι αυτόν τόν θεσμικό χώρο (στρατώνα – αγορά) τού πνεύματος και τής τέχνης, αμφισβητώντας κάθε αυθεντία και προπαντός τήν αυθεντία τού εαυτού τους, χωρίς να επιβάλλει ο ένας στον άλλον τά κριτήριά του, χωρίς επιταγές πίστεως, συνομιλούν και συζητούν τήν έγνοια τους για μιαν άλλη εκδοχή τής ανθρώπινης ουσίας στη διερεύνηση τής σχέσης ελευθερίας και τέχνης. Είναι φυσικό οι άνθρωποι αυτοί να μην κατέχουν θέσεις στο πνευματικό imperium και να μην είναι «εισηγμένοι» στο χρηματιστήριο τών πνευματικών αξιών. Αυτό ακριβώς είναι όμως που δεν ανέχεται η αγορά τού πνεύματος.

«Κάποιος επιτέλους πρέπει να μιλήσει για τόν ποιητή Ρ… Χρόνια κυκλοφορεί ανάμεσά μας προσφέροντας πολύτιμες καταθέσεις, τεκμήρια αδιάσειστα τής πολύπλευρης ευαισθησίας του… κ.λπ κ.λπ.». Έτσι ακριβώς αρχίζει μια κριτική σε σύγχρονο περιοδικό. Πρόκειται για   τ υ π ι κ ή   κριτική αντιμετώπιση ποιητή εκτός αγοράς. Δεν χρειάζεται καμμιά υπογράμμιση για να διακρίνει κανείς τό τυπικό λεκτικό («κυκλοφορεί»… «πολύτιμες καταθέσεις»…) τής κρατούσας πνευματικής νοοτροπίας, που όχι μόνο αποδέχεται τήν πνευματική αγορά ως   α γ ο ρ ά   αλλά και θεωρεί αυτονόητο και αναγκαίο τόν χαρακτήρα της αυτόν. Πρέπει λοιπόν να γίνεται λόγος για τόν Α ή Β ποιητή. Και γιατί «πρέπει» ; Πρέπει, διότι : οι ποιητές είναι οι αναγκαστικοί καταθέτες τού ψυχικού αργυρίου τους. Δεν έχουν δικαίωμα στη σιωπή ή τή μοναξιά – άλλωστε θα τούς καταβληθούν οι τόκοι τους… Τό αντίθετο θα διατάρασσε τήν ομαλή λειτουργία τού συστήματος. Πρέπει, διότι : στο σύστημα αξιών είναι απαραίτητη η αξιολόγηση. Υπάρχει ανάγκη για «μεγάλους» και «μικρούς» ποιητές, για «εθνικούς ποιητές» ή για maudits. Κι ακόμη, πρέπει διότι : ο πολιτισμός μας «θέλει να ζήσει και θα ζήσει» και η τέχνη να βαδίσει τά μεγάλα ιστορικά πεπρωμένα της…

Δεν αμφισβητώ σε κανέναν τό δικαίωμα να μιλάει για τούς άλλους. Όποιος όμως μιλάει ενταγμένος στο πνευματικό imperium δεν μπορεί να αποφύγει ούτε τήν παραποίηση τών άλλων ούτε τήν παραποίηση τού εαυτού του. Γιατί προσπαθεί να επεκτείνει σε άλλους τή νομοτέλεια τής δικής του περιοχής. Τό αποτέλεσμα θα είναι πάντα να καταλήξει σ’ ένα λιβανωτό κανόνων πίστεως, σε συνθηματολογία για μιαν ολοκληρωτική και αυτάρεσκη υποταγή και πρόσδεση τής ουσίας τού ανθρώπου στην αναγκαιότητα, υποταγή που υποτίθεται (σύμφωνα με κομψούς διαλεκτικούς κομφορμισμούς) ότι άγει στην κατάλυσή της.

Αλλά επιτέλους πια: Δ ε ν   υ π ά ρ χ ε ι   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α   π ο υ   ν α   κ α τ α λ ύ ε ι   τ ή ν   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α.

Είναι θλιβερό να μιλάει κανείς για έγνοιες που τού είναι ξένες. Καιρός να μιλήσουμε για ό,τι έχει απομείνει δικό μας, μοναξιές στο πέλαγος, χωρίς επικοινωνία με παράκτιους σταθμούς, χωρίς να παίρνουμε απ’ αυτούς τό στίγμα μας, χωρίς αναφορές στην «πνευματική επικράτεια».

Θα προβληθεί σίγουρα η αντίρρηση πως, είτε τό θέλει κανείς είτε όχι, η όποια στάση του «σε τελευταία ανάλυση» δεν είναι κι αυτή παρά συμμετοχή δηλαδή ένταξη στο πνευματικό imperium. Είναι πασίγνωστη αυτή η στοργική παρατήρηση. Αλλά   δ ε ν   ενδιαφέρει η «τελευταία ανάλυση». Αν αδειάσει ο άνθρωπος απ’ τίς αντινομίες του, τή μοναξιά του και τόν καημό τής ελευθερίας, δεν απομένει παρά ένα σκιάχτρο. Η «τελευταία ανάλυση» είναι δόγμα τής ανελευθερίας, ολοκληρωτισμός, είναι πυρηνική σχάση, θάλαμος αερίων, απόλυτη απανθρωπία. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα της αντινομίας, να υπάρχουμε και να μην υπάρχουμε. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα να μη μετατρέψουμε τό προσωπικό μας χάος σε τάξη, αναγνωρίζοντας τό ίδιο δικαίωμα σ’ όλους τούς ανθρώπους – και αυτό δεν είναι ίσως και τόσο μάταιο…

 

πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 5 (1975)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

{ θα συνεχιστεί }

 

 

Ιανουαρίου 19, 2014

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : οι νεάντερταλ τών κολλεγίων

.

.

 

 

«“Με οδηγό τόν Ξένιο Ζεύ” θα αντιμετωπίσει τό μεταναστευτικό ο Μιλτιάδης
Βαρβιτσιώτης, όπως ακριβώς δήλωσε σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή…»

(Εφημερίδα τών Συντακτών 5/9/13)

 

   Έτσι ακριβώς : «τόν Ξένιο Ζεύ». Δεν πρόκειται για τή γνωστή αγραμματοσύνη τών «εγέρθητων» – σ’ αυτήν τουλάχιστον θα μπορούσε ίσως κανείς και να ανακαλύψει κάποιο ίχνος ενοχής κακού μαθητή. Εδώ πρόκειται για κάτι άλλο που χαρακτηρίζει όχι τόσο τή γλωσσική βαναυσότητα τών νυχτερινών μπράβων αλλά τή συμπεριφορά τών ημερινών κυρίων τους. Πρόκειται, ακριβέστερα, όχι για γλωσσική άγνοια αλλά για τήν αφροντισιά, για τήν αλαζονεία τής άγνοιας που βλέπουμε συχνά στην εγγράμματη εκείνη τάξη τών πολύξερων ανευθυνοϋπεύθυνων που μπορεί να φτάνουν και πρωθυπουργοί άμα λάχει. Δεν πρόκειται λοιπόν για τή φτωχή, τή λαϊκή, τή μπανάλ αγραμματοσύνη, αλλά για τήν προγραμματισμένη αγραμματοσύνη τών κολλεγίων που καταρτίζουν «στελέχη» και «διαχειριστές» για να πάρουν στα χέρια τους αυτή τήν τρελή μηχανή που τραβάει στον γκρεμό – τή γλώσσα θα κοιτάξουμε τώρα ;

   Τί είναι λοιπόν η γλώσσα γι’ αυτούς που μάς κυβερνάνε ; Ό,τι είναι και ο τόπος. Κοιτάχτε τους στα κανάλια : Ξερόλες τού δεξιού και τού «αριστερού» εκσυγχρονισμού, χάσκηδες τής «προόδου» και τής «ανάπτυξης», αστέρες τής Εσπερίας και ατσίδες τής Ανατολής, «ευρωπαϊστές» και ελληναράδες τού όλου Πασόκ : όλοι τους άφησαν τά σημάδια τους – και στη γλώσσα και στον τόπο.

   Τρισβάρβαρα τά ελληνικά των, οι άθλιοι.

 

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78, δεκέμβριος 2013

.

.

 

 

 

στην φαρμακερή και καθαρά, ως συνήθως στις «σημειώσεις», δοκιμιακή γραφή – μια μικρή προσπάθεια «τεχνικής» ερμηνείας ως υποσημείωση από μένα και τούς «κήπους» : μού κάνει δηλαδή μονίμως εντύπωση ότι, ως προς τήν (γλωσσική μας) αρχαιότητα, η διαιώνιση τής μυθικής της «συνέχειας» βασίζεται πάνω σε όντως μύθους μιας καθαρεύουσας που είναι – χωρίς να τό θέλει – απολύτως διάφανη ως προς τό εγγενές της ψέμα : τά λάθη δηλαδή (κυρίως ακριβώς τών «μορφωμένων» τών κολλεγίων μας) επιμόνως δείχνουν πως τά μυαλά, ό,τι αρχαιοπρεπή και να θελήσουν να αναπαραστήσουν, τά δημοτικά και τά ζωντανά θα ’χουν ασυνειδήτως μες στο κεφάλι και μπροστά στα μάτια τους – μόνο που (στην περίπτωση τού «ελληνικού γλωσσικού» (που ποτέ δεν λύθηκε όπως φαίνεται επαρκώς)) – με θυμό και από τήν ανάποδη : τά διπλά θέματα τής αρχαίας γλώσσας δεν λειτουργούνε δηλαδή, γιατί δεν υπάρχουνε, στη δημοτική – άρα ο τύπος «τού Διός» παραπέμπει στον βάρβαρο «τού Δία», δηλαδή στην τρισκατάρατη ζωντανή ( : τήν οποία οφείλουν να εξοβελίσουν με μια καραμπινάτη αγραμματοσύνη οι υπουργοί μας έστω και κατασκευάζοντας – τρισβάρβαροι οι άθλιοι – τόν ανύπαρκτο κείνον τύπο «τόν Ζεύ»)

 

 

.

φωτογραφίες

.

.

.

.

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 21, 2013

στέφανος τασσόπουλος : «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα»

 

 

   συνεχίζω σήμερα τίς αναδημοσιεύσεις από τό τεύχος 78 τού περιοδικού «σημειώσεις» ανεβάζοντας μερικά κομμάτια από τήν «εισαγωγή» τής μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου για τόν καβάφη (κι έτσι ας πούμε ότι η προηγούμενη ανάρτηση με τό δικό μου προκαταρκτικό κείμενο μπορεί να χρησιμέψει ως εισαγωγή τής εισαγωγής – αυτός ήταν άλλωστε και ο σκοπός της – (να πω με τήν ευκαιρία ότι πρόκειται για κείμενο παλιότερο αρχικά, που τό ’χα γράψει και τό ’χα δώσει στον στέφανο να τό διαβάσει για να καταλάβω κι εγώ απ’ τίς αντιδράσεις του αν είχα καταλάβει καλά τήν εκδοτική πρακτική τού καβάφη όπως τήν εκθέτει στη δουλειά του – μετά θάνατον (εγώ δεν τό είχα κρατήσει) τό βρήκα στα χαρτιά του φυλαγμένο (βλέπεις, είπαμε, εκτός από φίλοι, και σύντροφοι, και ομότεχνοι, είμαστε και παντρεμένοι) έτσι όταν τέθηκε τό θέμα τής προδημοσίευσης στις «σημειώσεις» κρίθηκε (από τόν γεράσιμο λυκιαρδόπουλο αυτό ήταν, πάντα είναι, τό βασικό) ότι θα ήταν χρήσιμη σαν προκαταρκτικό κείμενο – με κάποιες προσθήκες και αλλαγές που θα έκανα σύμφωνα με τήν μετά θάνατον πια συνθήκη))

    δεν θα σάς βάλω φυσικά ολόκληρη τήν προδημοσίευση, μπορείτε να τή διαβάσετε από τίς «σημειώσεις», εξάλλου και τό κείμενο είναι μεγάλο και τό περιοδικό κυκλοφορεί ακόμα

   θεωρώ πάντως σκόπιμο να βάλω εδώ, στην αρχή, τό νόημα μιας διευκρινιστικής σημείωσης που ο στέφανος προόριζε για τό τέλος, καθώς αναφέρεται στη χρήση διαφορετικών τυπογραφικών στοιχείων μέσα στο κείμενό του (αυτό, στο τεύχος τού περιοδικού ακυρώθηκε για τεχνικούς λόγους) είναι όμως κάτι που και εδώ μπορεί να μπερδέψει, γιατί δεν συνηθίζεται στους κήπους : πολύ περισσότερο καθώς ο στέφανος δεν χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου «εισαγωγικά» – τά μεν λοιπόν παραθέματα από λεγόμενα ή γραφτά τού καβάφη είναι με στοιχεία πλάγια, τά παραθέματα από αρχαίους συγγραφείς (στα τμήματα που αναδημοσιεύω μάλλον δεν υπάρχουν) με μικρότερα στοιχεία, και τά παραθέματα από νεότερους συγγραφείς με διαφορετικά στοιχεία

   επίσης βρίσκω σκόπιμο να βάλω εδώ στην αρχή μια δικιά μου σημείωση, ας πούμε τήν [α], για (κυρίως συνεπτυγμένες απ’ τίς σημειώσεις τού στέφανου) πληροφορίες πάνω στην αρχή τού κειμένου, όπου τά παραθέματα είναι πολλά (για να μην τρέχετε στο τέλος τής ανάρτησης κάθε τόσο) – έτσι, καταρχάς : τήν περίφημη φωτογραφία τού νοσοκομείου πάνω στην οποία όπως θα δείτε ο σ. τ. χτίζει τή θαυμάσια εισαγωγή του, δεν τή βρήκα πουθενά στο διαδίκτυο και δεν μπόρεσα να τήν ανεβάσω εδώ από τό περιοδικό «επιθεώρηση τέχνης», όπου σύμφωνα με τή σημείωσή του ο στέφανος τήν είχε δει (επιφυλάσσομαι) / στη συνέχεια : τά κείμενα τά σχετικά με τίς τελευταίες ώρες τού καβάφη στο νοσοκομείο, είναι (γενικά και επανερχόμενα) από : επιστολή τού παπουτσάκη στον βρισιμιτζάκη, από ανέκδοτες σημειώσεις τής ρίκας σεγκοπούλου, και από ένα κείμενο τού απ. λεοντή τό 1933 στο περιοδικό «ταχυδρόμος» / η πληροφορία σχετικά με τό «δέμα» τών ποιημάτων στο νοσοκομείο δόθηκε σε ομιλία τού χ. α. νομικού, στο μνημόσυνο «50 μέρες μετά» / τά υπόλοιπα παραθέματα σχετικά με τίς τελευταίες ώρες τού καβάφη είναι πάλι από γράμμα τού παπουτσάκη στον βρισιμιτζάκη, και από τήν ανηψιά τού καβάφη ελένη coletti σε συνέντευξή της τό 1964 / τό σχετικό με τήν άρνηση τού καβάφη να δεχτεί τήν εγχείριση (και τό ότι «ήξερε τί σήμαινε») τό έχουμε από τή ρίκα σεγκοπούλου, όπως ειπώθηκε σε διάλεξή της τού 1956 / και τό ότι ο καβάφης «παρακολουθούσε τήν ασθένεια» τό έχουμε από τήν ανηψιά του

   αλλά και στο τέλος τού κειμένου όπως θα δείτε απόφυγα τίς λεπτομερείς σημειώσεις (άλλωστε και στις «σημειώσεις» τίς έδωσα συγκεκομμένες, και εκεί ήταν πιο βολικές γιατί μπορούσαν να παρατεθούν υποσέλιδα μέσα στο κείμενο) και έτσι θα βρείτε λίγες μόνο στο τέλος τού υπέρδιπλου αυτού σεντονιού, και κυρίως αυτές που αφορούν όχι τόσο βιβλιογραφικά στοιχεία όσο κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων

 

 

εισαγωγή

1

   Υπάρχει μια φωτογραφία στην Αλεξάνδρεια στο νοσοκομείο τής ελληνικής κοινότητας στο μικρό δωμάτιο όπου πέθανε ο Καβάφης, τραβηγμένη λίγες ώρες μετά.

   Από δεξιά προς τ’ αριστερά όπως τήν κοιτάζουμε και από τό πρώτο επίπεδο προς τό βάθος της, βλέπουμε μια πολυθρόνα, ένα μικρό τραπέζι, τό κρεβάτι, πάνω του ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι, και μία μικρή βαλίτσα πάνω σε μια καρέκλαα :

   (1) μια πολυθρόνα, αυτήν που καθόταν ο Καβάφης ώς τίς τελευταίες στιγμές του γιατί στο κρεβάτι δεν ήθελε να πλαγιάσει παρά λίγες ώρες πριν ξεψυχήσεια. Λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει ζήτησε να γράψει μα δε μπόρεσε. Και τότε γύρισε σε μένα τά μάτια του και με χαρακτηριστική χειρονομία ρώτησε προς τί τά δάκρυα, και πιάνοντας τό κεφάλι του, τήν καρδιά του πώς χτυπούσε ακόμη και έγνεψε πως ήταν καλά. Ζητούσε να μάς καθησυχάσει και όταν πια μερικές ώρες τού έμεινανα, και εχαμογέλα στους παρακολουθούντας τήν επιθανάτιο αγωνία, έθετε τήν παλάμη στην καρδιά για να εξακριβώση τούς παλμούς της, τό χέρι στο μέτωπο, για να βεβαιωθεί για τήν εγκεφαλική λειτουργία, και διεβεβαίωνε με χειρονομίες και χαμόγελο τούς άλλους, ότι ακόμα όλα πήγαιναν καλά, έως ότου έκλεισε τέλος τά μάτια για να μην τά ανοίξη πια στο φως τής ημέραςα. Αυτά από τρεις ανθρώπους κοντινούς στον Καβάφη, γραμμένα μετά δεκαπέντε μέρες, μετά ένα χρόνο και τήν επομένη τού θανάτου του. Λίγες ώρες πριν ο ιερεύς τού Νοσοκομείου απεφάσισε να τού υποδείξει δειλά τήν ανάγκη τής μεταλήψεως. Εκοινώνησε με κατάνυξιν, αλλά με απόλυτον ψυχραιμίαν, κατόπιν ύψωσε και τά δύο χέρια, και με τό βλέμμα άνω εφάνη ότι προσηύχετοα και Ο ιερεύς τού έψαλε τά σχετικά και μετά τού έδωσε τή θεία μετάδοσι. Τότε ο Καβάφης εσήκωσε τά χέρια του ψηλά όσο μπορούσε ικανοποιημένοςα , λένε ο τρίτος και ο πρώτος από τούς τρεις παραπάνω παρόντες, τήν επομένη τού θανάτου του και μετά δεκαπέντε μέρες. Ο τρίτος, η Ρίκα Σεγκοπούλου σύζυγος τού κληρονόμου του, συγκάτοικος και άτυπη γραμματέας τού Καβάφη πρωτοαναφέρει τή μετάληψη εικοσιτρία χρόνια μετά, και μέχρι τότε ο ιερέας τού νοσοκομείου έχει φτάσει να γίνει ο ίδιος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αυτοπροσώπως. Κανένας πατριάρχης δεν ήρθε αλλά, και να είχε έρθει, ο τρόπος που θα αντιμετωπίσουμε τόν Καβάφη δεν αλλάζει.

   (2) ένα μικρό τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι σαν κομοδίνο, πάνω του κάποια μπουκάλια με φάρμακα. Τίς τελευταίες ημέρες τής ζωής του, κουρασμένος, άφωνος, βλέποντας μπροστά του τή σκιά τού θανάτου στο κάτασπρο καμαράκι τού Νοσοκομείου μέσα, ανάμεσα από τά μπουκαλάκια τά γιατρικά, τίς πετσέτες και τά χίλια δυο πράγματα από τά οποία πρόσμενε ανακούφιση αν όχι σωτηρία, ήταν και τό δέμα τών ποιημάτων του κλεισμένο μ’ εκείνες τίς μικρές πρόκες που συγκρατούσαν τά φύλλα, κοντά του, περικλείοντας τό άφθαρτο μέρος τής ζωής και τής σκέψης του, θυμάται ένας από τούς επισκέπτες του, στο φιλολογικό μνημόσυνο που έγινε πενήντα μέρες μετάα , και αρκετοί άλλοι αναφέρουν αργότερα ότι είχε μαζί του τά ποιήματά του. Τώρα, πάνω στο μικρό τραπέζι στη φωτογραφία δεν φαίνεται συλλογή ποιημάτων του.

   Μπροστά σ’ αυτό τό τραπεζάκι ή καθισμένος στην πολυθρόνα ή έστω ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με τούς πόνους τής αρρώστειας να τόν βασανίζουν, άρχισε να λέγεται και να πιστεύεται αργότερα ότι ο Καβάφης δούλευε μέχρι τήν τελευταία στιγμή τά ποιήματά του, και μάλιστα ότι έγραψε ή τελείωσε εκεί τό ποίημα Εις τά περίχωρα τής Αντιοχείας. Κανένα ποίημα δεν έγραψε εκεί ούτε δούλεψε, και τό Εις τά περίχωρα τής Αντιοχείας δεν είναι τό τελευταίο ποίημα που έγραψε.

   Τό να ξέρουμε ποιο είναι τό τελευταίο ποίημα που έγραψε ή που προσπάθησε να γράψει ο Καβάφης έχει κάποια σημασία, όμως είτε αν δούλευε μέχρι τήν τελευταία στιγμή στο νοσοκομείο είτε αν τούς τελευταίους μήνες δεν έκανε τίποτα δεν πρέπει να έχει για μάς σήμερα καμιά σημασία.

   (3) τό κρεβάτι, στρωμένο, έχουν σηκώσει τόν νεκρό. Πάνω στο κρεβάτι τό μπλοκάκι που επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει, όταν δεν ήταν αρκετό να συνεννοηθεί με νοήματα, ο Καβάφης σημείωνε κάποια φράση και τήν έδειχνε στον συνομιλητή του.

   Απ’ αυτά τά σημειώματα τής αφωνίας του δεν πρέπει να υπάρχουν πολλά γιατί ο Καβάφης συνεννοείται γραπτώς (έχει πάντοτε πρόχειρα carnets) αλλά κι αυτό λίγο, γιατί κάθε κίνησις τόν κουράζει και τόν πιάνει ενοχλητικώτατο λαχάνιασμαα. Γράφει πού και πού μερικές λέξεις ή μού χτυπά χαϊδευτικά τό μπράτσοα. Ναι! Έγραφε χαρτάκια, διότι δεν μπορούσε να μιλήσει, ένεκεν τής τρομεράς αυτής ασθενείας, και τά έδινε εις τούς επισκέπτας. Όταν ήθελε να πει κάτι. Και κατόπιν τά ξανάπαιρνε και τά έσχιζεα, έχει σωθεί όμως αυτό τό τελευταίο μπλοκάκι που βλέπουμε να βρίσκεται πάνω στο κρεβάτι στη φωτογραφία, και μερικά σημειώματα από τήν τελευταία φορά που ήρθε στην Αθήνα, άρρωστος, με καρκίνο τού λάρυγγος, για να γυρίσει μετά στην Αλεξάνδρεια και να πεθάνει.

   Εκτός από λίγα, τά σημειώματα αυτά δεν έχουν δημοσιευτεί. Έτσι, προλαβαίνω να πω ότι δεν θα πρέπει να τούς δοθεί μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτήν που μπορεί να έχουν, μήπως τυχόν κανένας παρατηρήσει ότι τό τελευταίο σημείωμα σ’ αυτό τό μπλοκάκι είναι τά τελευταία λόγια ενός μεγάλου ανδρός και ποιος ξέρει τί σημασία θα μπορούσε να αποδοθεί σ’ αυτό, ό,τι κι αν έγραφε. Π.χ. τί φοβερή σημασία θα μπορούσε ν’ αποδοθεί σ’ ένα σημείωμα που ρωτάει : Qu’ est qu’ il y a ? αν ήταν τό τελευταίο, με τόν Καβάφη ν’ αντικρύζει τόν θάνατο, ή σ’ ένα άλλο γραμμένο κάτω απ’ αυτό που λέει : όλα τά λουλούδια – όλα τά χρώματα, που μπορεί να γινόταν χαρακτηρισμός τού έργου του και οδηγός για προσέγγισή του. (Εδώ για λόγους συναισθηματικούς θα αναφέρω ένα ακόμη σημείωμα όπου ο Καβάφης γράφει : Για ¼ τής ώρας να μείνω μόνος, παρακαλώ). Πάντως για τά σημειώματα αυτά δεν θα μπορούσε να δημιουργηθούν τέτοιου είδους παρερμηνείες, γιατί δεν είναι γραμμένα στην Αλεξάνδρεια αλλά στο νοσοκομείο στην Αθήνα.

   Υπάρχει όμως ένα που μπορεί να είναι σημαντικό : Λυπούμαι ότι τήν υπέγραψα τήν επιστολή, πράγμα έξω τής συνηθείας, τότε που ο Καβάφης αρνήθηκε να υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης λάρυγγα και υπέγραψε μία επιστολή για να απαλλάξει τόν γιατρό του από τίς ευθύνες και δεν είναι δυνατό βέβαια ο Καβάφης με τήν τόση του ευρυμάθεια και κρίσι να μην ήξερε τί εσήμαινε αυτή του η άρνησηα.

   Από τότε, οκτώ ακριβώς μήνες πριν τόν θάνατό του, ο Καβάφης συγκεκριμένα και καθορισμένα ήξερε ότι θα πεθάνει και επέμενε να ξέρει και τήν παραμικρή λεπτομέρειαα. Ήξερε και τήν ώρα. Διότι τό έγραφε : «Τόσες μέρες». Παρακολουθούσε αυτή τήν τρομερά ασθένειαα. Έτσι, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε μια κάποια ιδιαίτερη σημασία σε κάθε πράξη του και ενέργεια μετά από τότε. Πάντως δεν φαίνεται να προέβη σε κανενός είδους διευθέτηση τών χαρτιών του που βρέθηκαν σε υποδειγματική τάξη, τάξη που πρέπει να είχε διαμορφωθεί πριν δέκα περίπου χρόνια. Ίσως η σημαντικότερη πράξη του να είναι τό ότι δεν έκανε τίποτε, και συνέχισε με τόν ίδιο τρόπο όσο τού έμεναν κάποιες δυνάμεις.

   Εκτός από τό μπλοκάκι δεν υπάρχει τίποτε άλλο πάνω στο κρεβάτι, τά ποιήματά του, που τά πήρε μαζί του πηγαίνοντας στο νοσοκομείο για να ξεχάσει έστω για λίγο τόν θάνατο, δεν είναι εκεί, αν δεν τά πήρε κάποιος από τούς επισκέπτες θα πρέπει να είναι στο βαλιτσάκι, τό τελευταίο πράγμα που βλέπουμε στη φωτογραφία. Μέσα σ’ αυτό τό βαλιτσάκι, αν τά ποιήματά του είναι εκεί, «δεν υπάρχει θάνατος».

   Τό έργο δεν είναι μάταιο αν παραμερίσωμε τό άτομο και προσέξουμε τόν άνθρωπο. Εδώ δεν υπάρχει θάνατος ή τουλάχιστον βέβαιος θάνατος : οι συνέπειες είναι ίσως απέραντες· εδώ δεν υπάρχει συντομία ζωής, αλλά διάρκειά της απέραντη, είχε γράψει ο Καβάφης τότε που πρέπει να άρχιζε να υποψιάζεται ή να ξέρει ότι προχωρούσε προς ένα είδος αθανασίας μέσα στο παράλογο που ζει ένας δημιουργός που ξέρει ότι με τό έργο του μπορεί να νικήσει τόν θάνατο ενώ ξέρει ότι θα πεθάνει. Αυτά πριν τριάντα χρόνια, τότε που ήξερε με τόν τρόπο που όλοι μας τό ξέρουμε αυτό ότι θα πεθάνει, και όχι όπως όταν αρνήθηκε να υποβληθεί σε επέμβαση και έγραψε και υπέγραψε τήν επιστολή για να απαλλάξει τόν γιατρό του και σημείωσε Λυπούμαι ότι τήν υπέγραψα τήν επιστολή, πράγμα έξω τής συνηθείας.

   «Πράγμα έξω τής συνηθείας».

   Πράγμα έξω τής συνηθείας είναι τό έργο του, και ο άνθρωπος που πραγματοποίησε ένα τέτοιο έργο, ο Καβάφης που πηγαίνοντας στο νοσοκομείο πήρε μαζί τά ποιήματά του, τίς συλλογές του, τό όλον σώμα τών ποιημάτων, για να τό αντιτάξει στον θάνατο, να τόν ξορκίσει ή έστω να τόν ξεχάσει για λίγο.

   (…)

   Μερικά πράγματα είναι αυτονόητα και φαίνεται να είναι άνευ λόγου η παράθεσή τους, όταν όμως ασχολούμαστε με τό έργο τού Καβάφη βλέπουμε ότι δεν είναι πάντοτε αυτονόητα :

   – Δεν μπορείς να προχωρήσεις σε μία επί μέρους μελέτη χωρίς συνολική εποπτεία και βαθύτερη γνώση τού όλου έργου και τών πληροφοριών που υπάρχουν γι’ αυτό. Η οποιαδήποτε εργασία παραμένει ελλιπής και ανολοκλήρωτη μέχρι να ολοκληρωθεί η εργασία για τό σύνολο. Έτσι και η εργασία αυτή δεν μπορεί παρά να γίνεται παράλληλα με άλλες σχετικές με τό έργο τού Καβάφη, τμήματα μιας συνολικής και ανέφικτης ίσως μελέτης, και παράλληλα με τήν προσπάθεια να γνωρίσω τό έργο του. Πάντως τά όποια κενά στη γνώση (σχεδόν όλων τών αδημοσίευτων ώς τώρα) στοιχείων για τόν Καβάφη, και τής βιβλιογραφίας του, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εκπλήξεις, που δεν θα ήταν στο κάτω–κάτω δυσάρεστες, αφού θα συνεισέφεραν στην πληρέστερη αντιμετώπιση τού ζητήματος που επιχειρώ να διερευνήσω, επειδή αυτό ενδιαφέρει και όχι η διεκδίκηση κάποιας πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας ή μοναδικότητας. Μια τέτοια εργασία δεν πραγματοποιείται με λυρικές εξάρσεις, ούτε γίνεται για να μιλήσεις για τό έργο σου ή για τόν εαυτό σου. Ας μην ξεχνάμε όταν ασχολούμαστε με τόν Καβάφη ότι η μοναδικότητα και η πρωτοτυπία και η πρωτοπορία ανήκουν σ’ αυτόν αποκλειστικά.

   – Όπως και για κάθε σημαντικό συγγραφέα άλλωστε, η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει και να στηρίζεται στο δημοσιευμένο και εγκεκριμένο από τόν ίδιον έργο, και με αυτό να ασχολείται πρωταρχικά.

   Και τό παραμικρό σημείωμα τού Καβάφη, όσο ασήμαντο και να φαίνεται, μάς είναι χρήσιμο και πολύτιμο όμως η δημοσιοποίηση όλο και μεγαλύτερου μέρους τού αρχείου του τείνει κάποιες φορές να μάς οδηγήσει στο να ασχολούμαστε ισότιμα, αν όχι και πρωταρχικά, με δευτερεύουσας σημασίας τμήματα ή να προχωρούμε σε μελέτες όπου τα συμπεράσματα βγαίνουν από τή χρήση (ως τμημάτων ενός ενιαίου συνόλου) τού κάθε ανέκδοτου, αποκηρυγμένου, τυχαία διασωθέντος κειμένου τού Καβάφη από τά είκοσι ώς τά εβδομήντα του χρόνια.

   Όλα, τά κάθε είδους οπωσδήποτε χρήσιμα για τή μελέτη τού καβαφικού έργου αυτά κείμενα, δεν μπορεί να εκλαμβάνονται σαν να βρίσκονται σε ένα επίπεδο εκτός χρόνου όπου μια σκέψη, μια πράξη, μια ενέργεια, ένας στίχος, μία σημείωση έχει τήν ίδια καθοριστική και δεσμευτική σημασία αδιάφορα από τό αν γίνεται τό 1883 ή τό ’93 ή τό 1903 ή τό ’13 ή τό ’23 ή τό ’33, και μάλιστα όταν ακόμη δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς τό καθορισμένο από τόν ίδιον τελικά έργο του.

   Στο έργο αυτό δεν θα έπρεπε να υπάρχουν διαχωρισμοί όπως τομές, τάφροι, περίοδοι κλπ. Οι διαχωρισμοί αυτοί, όταν δεν γίνονται για διευκόλυνση τής μελέτης, γίνονται από παρανόηση ή μεγαλοποίηση ενός δευτερεύοντος στοιχείου, συνήθως για υποστήριξη κάποιας προαποφασισμένης θέσης μας. Ειδικά προκειμένου για τόν Καβάφη, παρότι τά στοιχεία που έχουμε για τή δραστηριότητά του εκτείνονται σε μία ολόκληρη πεντηκονταετία, υπάρχει συνέχεια και συνέπεια από τήν αρχή. Σπέρματα επόμενων περιόδων βρίσκονται σε προηγούμενες.

   – Τά ποιήματα τού Καβάφη, περισσότερο από κάθε άλλου ίσως ποιητή, και όχι Έλληνα μόνον, είναι αυθύπαρκτα, αυτόνομα, ολοκληρωμένα, λειτουργούν από μόνα τους, και πολύ συχνά μάλιστα οι ποιητικές αυτές μονάδες παίρνουν τίς διαστάσεις συνολικού έργου. Όταν μιλούμε για τήν αναζήτηση από τόν Καβάφη τού όλου σώματος τών ποιημάτων που έμενε ανολοκλήρωτο και προσπαθούσε να τό ολοκληρώσει, εννοούμε ένα όλον σώμα που αποτελείται από αυτόνομα ποιήματα. Η προσπάθεια ολοκλήρωσης ενός όλου σώματος γίνεται μετά και πέρα από αυτό, και ακριβώς αυτή είναι η αξία της.

   Δεν είναι άσχετο να πούμε εδώ ότι συχνά αντιμετωπίζουμε τόν Καβάφη με κάποια μικροψυχία, που δεν οφείλεται σε ανεπάρκειές μας πάντα. Έτσι, προκειμένου για έναν ποιητή που πραγματοποίησε μια τόσο λαμπρή πορεία, τονίζεται υπερβολικά ότι τό ξεκίνημά του ήταν καθυστερημένο και, τουλάχιστον, όχι αντάξιό της. Όμως δεν πρέπει να μάς διαφεύγει ότι ο Καβάφης έχει να ξεφύγει από τά δεσμά τής καθαρεύουσας χωρίς να πέσει στην παγίδα τής δημοτικής, ότι έχει να παλέψει για να καταργήσει και να ελευθερωθεί από τήν ομοιοκαταληξία και τό μέτρο με τή χρήση και κατάχρησή τους, και τό κυριότερο ότι είναι ο πρώτος ποιητής μας που μπόρεσε ή τόλμησε να γράψει στη γλώσσα ακριβώς που ο ίδιος μιλούσε. Όσο για τήν απόσταση που λέγεται πολύ συχνά ότι υπάρχει ανάμεσα στα πρωτοκαβαφικά και στα καβαφικά ποιήματα θα πρέπει να αντιληφθούμε πως αυτό δεν οφείλεται στο ότι ο Καβάφης στην αφετηρία του βρίσκεται πίσω από τήν ποίηση που γραφόταν τότε αλλά στο ότι προχώρησε και έφτασε πολύ μακριά από κει που ξεκίνησε.

   Πολλοί, και συνήθως, ύστερα από τόν κάποιον δρόμο που έχουν να διανύσουν για να κατακτήσουν τά εκφραστικά τους μέσα και να διαμορφώσουν τό ποιητικό τους πρόσωπο σταματάνε κι από κει και πέρα δεν κάνουν τίποτε άλλο από τό να συνεχίζουν, μέχρι ν’ αρχίσει η κάμψη τους, να επαναλαμβάνουν και να επεκτείνουν στο χρόνο και σε έκταση ένα έργο που ουσιαστικά έχει τελειώσει ενώ ο Καβάφης εξελίσσεται συνεχώς. Γεννιέται, και ζει περισσότερο από τό μισό τής ζωής του στον δέκατο ένατο αιώνα αλλά έχει να γίνει ο μεγαλύτερος ποιητής ίσως τού εικοστού, και από ποιητής μιας ελληνικής παροικίας να γίνει όχι μόνον πανελλήνιος αλλά παγκόσμιος ποιητής. Και τό κυριότερο, θα πρέπει να μη μάς διαφεύγει ότι ο Καβάφης είναι ένας ποιητής που ξεκινάει ψάχνοντας και προσπαθώντας να βρει τόν δρόμο του σ’ έναν κόσμο όπου δεν έχει υπάρξει ακόμη ο ποιητής Καβάφης.

   – Πρέπει να είναι για όλους μας όχι απλώς κατανοητό αλλά αυτονόητο ότι τίς όποιες (τίς σημαντικότερες έστω) καβαφικές μελέτες τίς χρειάζονται λιγότερο ή καθόλου ο Καβάφης και τά ποιήματά του, που έχουν όμως τήν τύχη και τήν ατυχία να έχει υπάρξει τόση ενασχόληση μ’ αυτά και σχολιασμός τους, και περισσότερο εμείς που όχι λίγες φορές φτάνουμε να συγχέουμε αυτόν τόν σχολιασμό με τό έργο και να τόν εκλαμβάνουμε ως πρώτη ύλη1.

   Προσπάθεια απαλλαγής από τούτη τήν πρώτη ύλη, με όλο τόν κίνδυνο να συγκαταλεχθεί τελικά και η ίδια σ’ αυτήν, καταλαμβάνει μεγάλο μέρος τής εργασίας μου αυτής που μετεωρίζεται ανάμεσα στον σχολαστικισμό και στην παραγνώριση τών δεσμών που μπορεί να δημιουργούνται από τήν προσήλωση σε κάποια φιλολογική ορθοδοξία, και ανάμεσα στην ανάγκη να μπορέσει να απευθυνθεί και να γίνει κατανοητή από περισσότερους και να μην περιορισθεί στους λίγους εκείνους που ασχολούνται ειδικά και συστηματικά με τό έργο τού Καβάφη. Έχω τήν αίσθηση ότι ανάμεσα σ’ αυτά τά δύο κάπου χάνομαι και κάπου συλλαμβάνω τόν εαυτό μου να υποδύεται ένα ρόλο που δεν τού πάει, εκτός τού ότι δεν διαθέτει πάντα και τή σκευή για να τόν υποδυθεί.

   Τέλος, πράγμα που συμβαίνει συχνά σε διάφορες καβαφικές μελέτες, και η εργασία αυτή μικρή σχέση έχει με τήν ποίηση και τήν αισθητική συγκίνηση που προκαλείται από τά ποιήματα τού Καβάφη, και δεν χρειάζεται σε όποιον μπορεί να επικοινωνεί μ’ αυτά, να συγκινείται απ’ αυτά και να έρχεται σε επαφή με τόν Καβάφη όχι μέσω διάφορων καβαφικών προσεγγίσεων και από αυτές επηρεασμένος. Τελικά όμως ίσως σ’ αυτόν να απευθύνεται και να είναι χρήσιμη.

   Τά παραθέματα από άλλους συγγραφείς μπορεί να φανεί ότι καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση. Όμως από τή μια ένα μέρος τής δουλειάς μου δεν θα είχε λόγο υπάρξεως αν δεν είχαν γραφτεί τόσα και τόσα για τόν Καβάφη, κι από τήν άλλη, όταν βρίσκω να λέγεται κάτι παραπλήσιο με κάτι που λέω, προτιμώ να τό παραθέτω. Πολύ λίγο μ’ ενδιαφέρει να βρεθεί ότι στην εργασία μου περιλαμβάνονται και πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί, αντίθετα μάλιστα θα προτιμούσα να βρεθεί τελικά ότι όλα όσα περιλαμβάνονται σ’ αυτήν προέρχονται εν γνώσει και εν αγνοία μου από άλλους αφού έτσι θα μπορούσε να γίνουν ευκολότερα αποδεκτά, πράγμα όχι εύκολο πάντα γιατί συχνά αναπτύσσεται μια ιδιοκτησιακή σχέση προς τόν Καβάφη και αντιμετωπίζονται άλλοι ως καταπατητές.

   Όταν εκφράζεται μια διαφορετική άποψη αυτό δεν σημαίνει αναγκαία και προσωπική αντιπαλότητα. Και λυπούμαι γιατί οι διαφορετικές απόψεις μπορεί να δημιουργούνται απέναντι σε ανθρώπους που έχουν εργαστεί και προσφέρει. Υπάρχει όμως και μία αγεληδόν αποδοχή κατεστημένων απόψεων και αναπαραγωγή παρανοήσεων που δεν γίνεται να αγνοηθεί. Προσπαθώ να είμαι κόσμιος αλλά η εργασία μου δεν μπορεί να περιορισθεί στο να είναι απλώς ένα βιβλίο καλής συμπεριφοράς.

   Προσπαθώ να δείξω και όχι να συμπεράνω, να παραθέτω δηλαδή τίς παρατηρήσεις που προκύπτουν από μια προσεχτική προσέγγιση τών ποιημάτων τού Καβάφη. Τά συμπεράσματα θα έρθουν όταν η εργασία αυτή ολοκληρωθεί, και δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι μόνο δικά μου. Σκοπός τής μελέτης είναι να προσπαθήσει να βρει έναν τρόπο για να οδηγηθούμε σ’ αυτά, όπως περισσότερο από έναν αιώνα πριν μάς έχει ήδη πει ο ίδιος ο Καβάφης2:

   Εκτιμώ περισσότερον τάς παρατηρήσεις παρά τά συμπεράσματα. Οι νόες παρατηρούσι μετ’ ακριβείας και ασφαλείας· όταν δε μας εκθέσωσι τά υπέρ και τά κατά ενός ζητήματος δυνάμεθα ημείς να ποιήσωμεν τό συμπέρασμα. Διατί όχι αυτοί ; θα μέ ερωτήσωσιν. Απλώς διότι δεν έχω πολλήν πεποίθησιν περί τής απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος

   (…)

.

   2

   Στα κατάλοιπα τού Καβάφη βρίσκεται, γραμμένο με τό χέρι του και διπλωμένο μαζί με τό αυτόγραφο σχέδιο μιας επιστολής του προς τόν Λαπαθιώτη, τό ακόλουθο σημείωμα3:

   Πώς μπορώ να πω για τό μέλλον ;
   Μπορεί να θέλω να κάμω μια διαίρεσιν συγκειμένην από μόνον ιστορικά, αίφνης.
   Στέκοντας όπου τό όλον σώμα τών ποιημάτων δεν χωρίζεται εις Συλλογές Ιδιαίτερες, με κάθε νέον ποίημα, η κατάταξις η σωστή, η κατά θέματα, θα άλλαζε.

   Στο σχέδιο τής επιστολής, χρονολογημένης 20 Σεπτ./3 Οκτ. 1922, με τό παλιό και τό νέο ημερολόγιο, ο Καβάφης έγραφε :

   Στην Συλλογή 1908–1914 η ταξινόμησις έγινεν έτσι που να βρίσκονται μαζύ ποιήματα θεμάτων οπωσούν συναφών. Στην άλλην, εις τήν οποίαν από καιρού εις καιρόν εγένονταν προσθήκες, η κατάταξις είναι μόνον κατά τό πότε εδημοσιεύθησαν τά ποιήματα και η σειρά κατά τήν οποίαν εφάνηκαν εν εκάστω έτει δεικνύεται υπό τού πίνακος τών περιεχομένων.

   Επίσης και σε μια επιστολή του, τής 26ης Δεκεμβρίου 1927, προς τόν Τέλλο Άγρα, ο Καβάφης αναφέρει4:

   Ο πίναξ περιεχομένων που έχει η συλλογή δεν είναι καμωμένος χρονολογικώς, αλλά σύμφωνα με τά θέματα.

   Αυτές οι ευκαιριακές αλλά κατηγορηματικές αναφορές στα πιο πάνω αυτόγραφα κείμενα, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τήν εκδοτική πράξη και πρακτική τού Καβάφη και παρουσιάστηκαν από τόν Σαββίδη στις «Καβαφικές Εκδόσεις», θα ήταν αρκετές από μόνες τους για να θεωρήσει κανείς δεδομένη τήν ύπαρξη μιας κάποιας διαίρεσης τών ποιημάτων κατά θέματα και να προχωρήσει σε αναζήτηση και εξέτασή της.

   Από τόν Μάιο τού 1927 υπάρχει όχι μόνο διαβεβαίωση γι’ αυτή τή διαίρεση, τήν ταξινόμησι έτσι που να βρίσκονται μαζύ ποιήματα θεμάτων οπωσούν συναφών, αλλά και διακήρυξη και περιγραφή της με τρία ανυπόγραφα σημειώματα στην «Αλεξανδρινή Τέχνη», στο περιοδικό δηλαδή που εκδιδόταν με χρήματα τού Καβάφη και υπό τήν εποπτεία του, (και πιστεύεται ότι τά διάφορα ανυπόγραφα σημειώματα σχετικά με τό έργο του που δημοσιεύονταν σ’ αυτό υπαγορεύονταν απ’ τόν ίδιον5).

   Έχουν προηγηθεί σχετικές αναφορές, που κι αυτές πιστεύεται ότι έγιναν υπό τήν καθοδήγηση τού Καβάφη, τό 1917 από τόν Βρισιμιτζάκη και τό 1918 από τόν Μοδινό και τόν Σεγκόπουλο.

   (…)

   Ο Τέλλος Άγρας είναι αυτός που πλησίασε τόν καιρό που ζούσε ο Καβάφης τό ζήτημα τής διαίρεσης τών ποιημάτων σοβαρότερα και ουσιαστικότερα από κάθε άλλον, ακολουθώντας διαισθητικά έναν δρόμο δικό του.

   Μέχρι τόν θάνατο τού Καβάφη, παρά τίς πολλές αναφορές στη θεματική κατάταξη και παρότι δεν αμφισβητήθηκε συστηματικά η ύπαρξή της, κανείς άλλος δεν φαίνεται να ενδιαφέρθηκε να τήν αναζητήσει ή ν’ ασχοληθεί μαζί της. Τήν αποδέχονται απλώς ως αυτονόητη, αφού οι πληροφορίες γι’ αυτήν προέρχονται από τόν Καβάφη, ή τήν αρνούνται επικαλούμενοι τήν ενότητα τού έργου του ή, τέλος, τήν αγνοούν.

   Σε αντίθεση με τήν αδιαφορία, τήν αγνόηση ή και τήν άρνηση γι’ αυτήν τήν, ας πούμε, κάθετη κατάταξη τών ποιημάτων σε τρεις περιοχές, μεγάλο υπήρξε τό ενδιαφέρον και πολλή η ενασχόληση με τήν οριζόντια κατάταξή τους βάσει τού συσχετισμού τους σε επιμέρους ομάδες, σειρές, ενότητες και κύκλους, κατάταξη που είναι πιο εύκολη και αρκετά δελεαστική με τήν απροσδιοριστία που περιέχει και τήν ελευθερία που προσφέρει, και στο κάτω–κάτω που δεν αποκλείεται από τήν πρώτη. Ο Καβάφης μάλιστα φαίνεται όχι μόνο να ενδιαφέρεται για τήν οριζόντια κατάταξη αλλά και να τήν ενθαρρύνει τουλάχιστον, ενώ δείχνει να διστάζει ή να αδιαφορεί στο να καθορίσει ποια είναι η κάθετη.

   Αυτή η αμφισβήτηση τής διαίρεσης σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες, που όπως είπαμε άρχισε από τότε που ζούσε ο Καβάφης ακόμη, συνεχίστηκε μετά τόν θάνατό του και κερδίζοντας διαρκώς έδαφος επικράτησε οριστικά. Έτσι η κάθετη κατάταξη τών ποιημάτων παρέμεινε ουσιαστικά ανεξέταστη τελικά.

   Περιέργως, ως κυριότερο επιχείρημα προβάλλεται, σε συνδυασμό με τό ότι τό έργο τού Καβάφη παρουσιάζει ενότητα, τό ότι δεν υπάρχει ανάγκη να ασχολούμαστε μ’ αυτήν επειδή είναι χρήσιμη για τή μελέτη ή τήν κατανόηση τού καβαφικού έργου απλώς και τίποτε περισσότερο.

   Από τήν άλλη μεριά η ενασχόληση με τήν οριζόντια κατάταξη, βοηθούντος ή συνεργούντος και τού Καβάφη που ίσως τήν εύρισκε ασφαλέστερη και πιο άμεσα αποδοτική, πήρε μεγάλη έκταση και έφτασε να κυριαρχήσει, δίνοντας συχνά πολύ καλά αποτελέσματα αλλά και τή δυνατότητα να προχωρούμε σε ασήμαντους, αν όχι κάποιες φορές και σε ανόητους, συσχετισμούς.

   Μετά τόν θάνατο τού Καβάφη, ουσιαστικά ο μόνος που ασχολήθηκε με τήν κάθετη κατάταξη τών ποιημάτων είναι ο Περίδης, τό 1948. Καταλήγει στη γενική, και ορθή, διαπίστωση : Η ταξινόμηση τών ποιημάτων δεν έχει μόνον ενδιαφέρον περιεργείας ή φιλολογικό. Η συγκέντρωση κατά ομοειδή σύνολα μάς επιτρέπει να μελετήσωμε και αισθανθούμε βαθύτερα τά ποιήματα, καθώς και να συλλάβωμε ένα γενικότερο όραμα τής δημιουργίας τού ποιητή, μια άλλη διαπίστωσή του όμως τόν οδηγεί σε προσωπικές ερμηνείες και στις αναπόφευκτες παρερμηνείες για τό περιεχόμενο τής κάθε περιοχής : Ο ίδιος ο Καβάφης διαιρούσε τά ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες ή περιοχές. Δεν επεχείρησε όμως και να τά ταξινομήσει. Πάντως, πλησίασε αρκετά τό ζήτημα τής διαίρεσης τών ποιημάτων ως προς τήν κάθετη κατάταξή τους σε τρεις περιοχές. Η ευστοχία του φαίνεται αν συγκρίνουμε τήν πρότασή του με άλλες, π.χ. με τήν πρόταση τού Παπανούτσου που ανέλαβε να τόν διορθώσει, πιστεύοντας ότι ο Καβάφης είναι πάνω από όλα διδακτικός ποιητής.

   Εδώ κάπου τά πάντα σταματάνε, στο εξής η διαίρεση μπορεί να αναφέρεται αλλά δεν εξετάζεται πλέον.

   Η κρατούσα αντίληψη, ας πούμε, επισφραγίζεται από τόν Δημαρά : Η διαίρεση αυτή είναι βολική για τήν έρευνα αλλά μόνον για τήν έρευνα. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πέρα από διαιρέσεις και κατατάξεις, πρέπει να υπάρχει μία ουσιαστική ενότητα, που μόνο εκείνη θα δώσει τήν ερμηνεία τής τέχνης του και τής αισθητικής του.

   Τό πόσο βολική είναι για τήν έρευνα η διαίρεση αυτή σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες, ελπίζω, θα φαίνεται όλο και πιο πολύ καθώς προχωρά η εργασία αυτή, και πολύ εναργέστερα.

   Αυτό, τό ότι η διαίρεση αυτή είναι βολική για τήν έρευνα, δεν αποκλείεται να απηχεί και τήν από τόν Αλιθέρση αποδιδόμενη στον Καβάφη πληροφορία6: Εξ άλλου ο ίδιος έλεγε για τήν ταξιθέτηση τούτη πως είναι συμβατική διάκρισις προς ευκολωτέραν κατανόησιν. Με κάθε επιφύλαξη για τό κατά πόσο ο Αλιθέρσης μεταφέρει πιστά τά λόγια τού Καβάφη, οπωσδήποτε αυτή η συμβατική διάκρισις διευκολύνει τήν κατανόηση αλλά προϋποθέτει τό να γίνεται η ίδια κατανοητή, αφού από τόν Καβάφη ναι μεν διακηρύχθηκε η ύπαρξή της, όμως δεν καθορίστηκε κι όλας.

   Και δημιουργείται η απορία : Για ποιο λόγο άραγε ενώ αναγνωρίζεται η χρησιμότητά της δεν επιχειρήθηκε και η διερεύνησή της ; και για ποιο λόγο, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι στο έργο τού Καβάφη όλα γίνονται σύμφωνα με προσεκτικότατη ποιητική οικονομία, να μην επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε αυτή τήν κατάταξη και ταξινόμηση τών ποιημάτων σε περιοχές ή κατηγορίες θεμάτων και τή διαίρεση τή συγκειμένην από μόνον ιστορικά, και τίς άλλες δύο περιοχές βέβαια.

   Υπάρχει και μία εξαίρεση, από τόν Λορεντζάτο7: Με τίς περιοχές αυτές ή κατηγορίες θεμάτων, πιθανότατα υπαγορευμένες από τόν ίδιο, μπορεί ο αναγνώστης άνετα να κυκλοφορήσει μέσα στο καβαφικό έργο, χωρίς τή βοήθεια άλλων κριτικών απόψεων … Τό σχεδιάγραμμα – πάλι έκφραση δική του – είναι απλό, καθαρό, δεν αφήνει υπόλοιπα. Όλα τά καβαφικά ποιήματα τρέχουν αβίαστα να μπουν σε μια από τίς τρεις περιοχές ή κατηγορίες θεμάτων, που φρόντισε να κατασκευάσει για τά δημιουργήματά του ο δημιουργός τους. … Η υποδιαίρεση που κάνει είναι καίρια. Και αυθεντική. Η κριτικότερη από όλες. Είναι αυτό που λέμε σωστή. Προσωπικά τή βρίσκω απαραίτητη για τήν κοινή χρήση. … Και μόνο με τό μικρό κείμενο αυτό, χωρίς άλλες κριτικές παρεμβάσεις, μπορεί να προχωρήσει κανένας στη μελέτη τού καβαφικού έργου. Τόσο βρίσκω τήν κατάταξη αυτή να κάνει ένα σώμα με τά ποιήματα ή να γίνεται απαραίτητο βοήθημα για τήν κριτική σκέψη. … Τώρα που με τήν παρέμβαση τού καιρού … οι χρονολογίες θα μοιάζουν ολοένα και περισσότερο αδιάφορες, μια έκδοση με τήν κατάταξη αυτή θα ήταν επιθυμητή, αφού θα ήταν καβαφική.

   Τέλος, στο εισαγωγικό σημείωμα τού Σαββίδη στην έκδοση τών ποιημάτων και στις Καβαφικές Εκδόσεις μπορώ να πω ότι βρίσκω μια κατά κάποιο τρόπο προτροπή για τήν εργασία μου : τά παλαιότερά του ποιήματα τά βιβλιοδετούσε σε τεύχη, όπου η σειρά δεν ήταν πια χρονολογική, αλλά θεματική – δηλαδή τέτοια που να δείχνει καθαρότερα τόν ειρμό τής ποιητικής δημιουργίας του – , και αυτά τά τεύχη έστελνε σε όποιον άγνωστο τού έγραφε να τού ζητήσει τά ποιήματά του. Έτσι, στα τελευταία χρόνια τής ζωής του, ο Καβάφης εμοίραζε δύο τέτοια τεύχη : τού 1905–1915 και τού 1916–1918, που περιείχαν όλα τά ποιήματα όσα είχε δημοσιέψει στα δεκατέσσερα εκείνα χρόνια. Αν είχε ζήσει περισσότερο, δεν αποκλείεται να είχε ενοποιήσει τά δύο αυτά τεύχη· και πιθανότατα θα τά είχε επαυξήσει με ποιήματα δημοσιευμένα παλιότερα από τό 1905 και μεταγενέστερα από τό 1918 – όπως είχε κάνει στις διαδοχικές εκδόσεις τών προηγουμένων τευχών : 1909–1911, 1908–1914, 1907–1915. Όμως, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια θα ήταν η κατάταξη τών ποιημάτων στο υποθετικό αυτό ενιαίο τεύχος, και πολύ λιγότερο ποια θα έπρεπε να είναι σ’ έναν τόμο που θα συγκέντρωνε με θεματική σειρά και τά 154 ποιήματα, και : τά συνθέτει σε μια πολύ λεπτότερη αλληλουχία θεματική. Ποια είναι ετούτη η αλληλουχία,  μονάχα μια ειδική μελέτη – που βγαίνει από τά όρια τής σημερινής – θα μπορούσε να ανιχνεύσει8.

   Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια θα ήταν η κατάταξη τών ποιημάτων, θα μπορούσαμε όμως να προσπαθήσουμε να βρούμε στο μέτρο τού δυνατού ποια θα ήταν αυτή, αφού η θεματική σειρά είναι τέτοια που να δείχνει καθαρότερα τόν ειρμό τής ποιητικής δημιουργίας του.

   Σ’ αυτή τήν κατά κάποιο τρόπο εισαγωγή σκοπός μου δεν είναι να κάνω ιστορική αναδρομή αλλά να θέσω τό ζήτημα τής διαίρεσης τών ποιημάτων, θα πρέπει όμως τώρα εδώ στην αρχή να επισημανθεί ότι η αναζήτηση τής ενότητας τού έργου του ως συνόλου μέσω κάποιας θεματικής κατάταξης τόν απασχολεί από πολύ νωρίς όπως ξέρουμε από τούς «θεματικούς» καταλόγους όπου καταχωρούσε τά ποιήματά του σε «θεματικά κεφάλαια», και μάλιστα διαφαίνεται, τουλάχιστον εγώ βλέπω, ότι κάποια φορά ο Καβάφης συγκέντρωσε τά χειρόγραφα τών τελειωμένων τότε ποιημάτων του και τά σελιδαρίθμησε ακολουθώντας τήν κατάταξή τους σύμφωνα μ’ αυτά τά πρώιμα θεματικά κεφάλαια. (Υπάρχει και μία ακόμη πρωιμότερη, όπως φαίνεται από ένα χειρόγραφο όπου τά δύο ποιήματα που βρίσκονται σ’ αυτό συνδέονται μεταξύ τους με συνεχή στιχαρίθμηση. Εκτός από τό ενδιαφέρον που παρουσιάζει τό ότι μια τέτοια συνεχή στιχαρίθμηση ανεξάρτητων ποιημάτων, για να ενταχθούν έτσι σε ένα ενιαίο σύνολο, θα τή συναντήσουμε μισό αιώνα αργότερα στην «Έρημη χώρα» τού κατά τόν Σεφέρη παράλληλου Έλιοτ, και αδιάφορα αν, ανάλογα με τίς διαμορφωμένες απέναντι στον Καβάφη διαθέσεις μας, αποδώσουμε αυτή τή συνεχή στιχαρίθμηση, σε νεανική έπαρση ή σε επίγνωση από τότε τής μοναδικότητάς του, μπορούμε να οδηγηθούμε στο ότι η αναζήτηση τής ενότητας τού ποιητικού του έργου ως συνόλου, έστω και με αυτή τήν επιφανειακή και τεχνητή σύνδεση, τόν απασχολεί από πολύ νωρίς).

   Τά διάφορα παραθέματα από τίς σχετικές με τή διαίρεση τών ποιημάτων αναφορές χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως αφορμή και όχι για τήν όποια αποδεικτική τους αξία. Τίς αποδείξεις θα τίς αναζητήσουμε στο ίδιο τό έργο τού Καβάφη, με οδηγό εκείνο τό σημείωμά του που είδαμε στην αρχή, για τό οποίο δεν ξέρουμε τελικά αν τό ενσωμάτωσε στην επιστολή προς τόν Λαπαθιώτη, ούτε αν τήν ολοκλήρωσε ούτε αν τήν έστειλε ποτέ. Αφού όμως κράτησε τό σχέδιό της και τό σημείωμα στα χαρτιά του, είναι κατά κάποιο τρόπο σαν να έγραψε ένα γράμμα για μάς και να μάς τό έστειλε. Ας ακολουθήσουμε τή λογική του, δηλαδή ας αφήσουμε τόν Καβάφη να μάς οδηγήσει.

   Από τότε που γράφτηκε αυτό τό σημείωμα, μεσολαβούν περισσότερο από δέκα χρόνια ώς τόν θάνατο τού Καβάφη. Δηλαδή έχουμε στη διάθεσή μας τώρα ένα μέλλον για τό οποίο μπορούμε να πούμε ότι έγινε παρόν9.

   Όταν ο Καβάφης σχεδιάζει τήν επιστολή προς τόν Λαπαθιώτη και γράφει τό σημείωμα έχει ήδη εκδώσει πέντε συλλογές, δύο θεματικές, (αυτές στις οποίες η ταξινόμησις έγινεν έτσι που να βρίσκονται μαζύ ποιήματα θεμάτων οπωσούν συναφών), και τρεις χρονολογικές (αυτές στις οποίες η κατάταξις είναι μόνον κατά τό πότε εδημοσιεύθησαν τά ποιήματα)10. Το έργο του τότε, τό όλον σώμα τών ποιημάτων, αποτελείται συνολικά από 86 ποιήματα, τά 26 θεματικά καταταγμένα και τά 60 στη χρονολογική τους σειρά.

   Τό μέλλον που έχει γίνει τώρα παρόν είναι άλλες πέντε συλλογές, τρεις θεματικές και δύο ακόμη χρονολογικές, με 137 συνολικά ποιήματα από τά οποία τά 68 στις θεματικές συλλογές και τά 69 στις χρονολογικές.

   Έκτοτε δηλαδή έχει υπάρξει και τό έχουμε στη διάθεσή μας τώρα ένα αρκετά μεγάλο μέλλον που μπορούμε να τό εξετάσουμε ως παρόν, και ίσως τώρα μπορούμε να αντιληφθούμε κάπως τί έχει πει για τό μέλλον ο Καβάφης.

   (…)

.

.

.

.

.

σημειώσεις :

1Αντρέας Μυλωνάς «κείμενα και σχόλια επισωρεύονται επί άλλων και όλα υπερασπίζονται τή διάρκεια ενός διαλόγου που από τήν έναρξή του μέχρι τίς μέρες μας φαίνεται να γίνεται αυτός η πρώτη ύλη»

2 Καβάφης Πεζά, «Ο Σακεσπήρος περί τής ζωής» 1891. Σε αγκύλες ό,τι έχω παραλείψει στην αρχή : «Εκτιμώ περισσότερον τάς παρατηρήσεις [τών μεγάλων ανδρών] παρά τά συμπεράσματά [των]. Οι [μεγαλοφυείς] νόες παρατηρούσι μετ’ ακριβείας και ασφαλείας»

3 Σαββίδης Εκδόσεις

4 Επιστολή Καβάφη προς Τέλλο Άγρα, 1927 (Σαββίδης Εκδόσεις)

5 Σαββίδης, Ποιήματα Α΄, Εκδόσεις, Καβαφικά Α΄. Επίσης : «Η Αλεξανδρινή Τέχνη είναι ένα περιοδικό πολύ φιλικόν εις εμέ, αλλά η διεύθυνσίς του είναι ολοτελώς εις χείρας τής Ρίκας Σεγκοπούλου και αποταθήτε παρακαλώ εις αυτήν για ό,τι βρίσκετε χρήζον αλλαγής ή συζητήσεως» (Καβάφης, Βαϊάνος, επιστολή 31η)

6 Τήν πληροφορία αυτήν ο Αλιθέρσης τή δίνει παραθέτοντας πρώτα τή δική του άποψη, παρεμβάλλοντάς την και συνδέοντάς την με τά λεχθέντα από τόν Καβάφη : Δε θα χωρίσω τά ποιήματά του σε ιστορικά, φιλοσοφικά κ’ ηδονιστικά. Ο Καβάφης είναι πάντα υποκειμενικός κι αναλλοίωτα ηδονιστής. Εξ άλλου ο ίδιος έλεγε για τήν ταξιθέτηση τούτη, που ο ίδιος τήν είχε βρη, για ν’ αποκρύπτει τήν ερωτική διάθεσή του, έλεγε πως είναι «συμβατική διάκρισις προς ευκολωτέραν κατανόησιν»

7 Λορεντζάτος, σ. 19–28. Στη συνέχεια, όμως, αλλού και πολύ μακριά καταλήγει

8 Καβάφης Τά Ποιήματα Α΄, και Σαββίδης Εκδόσεις

9 Τό μέλλον που έγινε παρόν μάς φέρνει κοντά στον Σολωμό, που κι αυτός δεν παύει να προσπαθεί να εξελίσσεται ώς τό τέλος. Μετά τή μελέτη τής Τσαντσάνογλου («Μία λανθάνουσα ποιητική σύνθεση τού Σολωμού», Ερμής 1982) μπορούμε να σκεφτούμε και μια άλλου είδους σχέση μεταξύ Σολωμού και Καβάφη, αυτή τής αναζήτησης μιας συνθετικής ενότητας τού έργου τους.

10 Οι ονομασίες «χρονολογικές» και «θεματικές» συλλογές, που τόσο συχνά θα αναφέρονται στη συνέχεια, οφείλονται στον Σαββίδη.

.

.

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78 δεκέμβριος 2013

.

.

.

.

.

.

Δεκέμβριος 12, 2013

τό όλον σώμα : μικρά προκαταρκτικά

.

 

 

 

   τό περιοδικό «σημειώσεις» συμμετέχει υποθέτω με τόν τρόπο του αντίστροφα, με όλη του δηλαδή τήν απαραίτητη και δέουσα ειρωνεία και απέχθεια προς εορτασμούς και εορταστικές – πλην κενές νοήματος – δήθεν σεβαστικές προς τήν τέχνη – απολύτως αδιάφορες για τά βάσανα τού καλλιτέχνη εν ζωή – επετείους, στην φετινή διπλή επέτειο για τήν γέννηση και τόν θάνατο τού καβάφη προδημοσιεύοντας στο τεύχος του που μόλις κυκλοφόρησε ένα εκτενές απόσπασμα από τήν «εισαγωγή» μιας εξαιρετικής πλην ανέκδοτης μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου : τά παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση από τό ίδιο τεύχος τής δικιάς μου προκαταρκτικής εισαγωγής :

 

   Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τόν Καβάφη, «Τό Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται τού ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης : όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον : σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία τού Στέφανου Τασσόπουλου – και τά παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (τό οποίο είχα τήν τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τόν ίδιο τόν συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα τών είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τόν Τασσόπουλο μέχρι τόν (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τόν Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).

   Σίγουρα οι λόγοι για τούς οποίους ο Καβάφης λειτούργησε εκδοτικά με τόν τρόπο που λειτούργησε θα μπορούσαν να εξεταστούν και από τήν άποψη τών ψυχολογικών και τών κοινωνικών παραγόντων που επέδρασαν πάνω του και με βάση τούς οποίους (ακόμα και από τήν ανάποδη) έζησε ο άνθρωπος Καβάφης – αλλά αυτό θα ήταν μια τελείως άλλη εργασία. Για τή δουλειά που έκανε ο Σ. Τ. πιστεύω ότι αρκεί ως αφετηρία να έχει κανείς μπροστά στα μάτια του μια (γενική, πάντως) καλλιτεχνική αντινομία : όσο μεγαλύτερος είναι ένας δημιουργός τόσο περισσότερο με αυτά που κάνει πατάει αρχικά (και τελικά ; ) στο κενό – και συνεπώς, όσο κι αν ο ίδιος θεωρεί τόν εαυτό του και τό έργο του φυσικό μέρος τού κόσμου, πρέπει να συλλάβει έστω με κόπο και να παραδεχτεί έστω καθ’ οδόν ότι ο κόσμος μετατοπίζεται με τήν κατασκευή από μέρους του αυτού τού έργου – με άλλα λόγια (όπως είναι μια μεταφορά που άρεσε ιδιαίτερα στον Τασσόπουλο) εμείς σήμερα από απόσταση μπορούμε βέβαια να καταλάβουμε ότι ο κόσμος δεν είναι ίδιος πριν τήν ύπαρξη τού Αισχύλου και μετά, χωρίς να υπάρχει η Εκάβη τού Ευριπίδη και όταν η Εκάβη τού Ευριπίδη είναι γεγονός, όταν στο θέατρο δεν υπάρχει κανένας Σαίξπηρ και μετά όταν όλος ο κόσμος ξέρει τόν Άμλετ, όμως αυτή η μικρή διαφορά από τό πριν στο μετά για τόν ίδιον τόν καλλιτέχνη μπορεί να σημαίνει χρόνια ολόκληρα ουσιαστικής μοναξιάς γεμάτης αμφιβολίες, φόβους, σβησίματα, γραψίματα, δισταγμό και τόλμη, και τελικά (σαν ένα είδος αναγκαστικής πλέον αυτοάμυνας) και μια μορφή επιθετικής αλαζονείας : από τόν Καβάφη, χάρη στα ανέκδοτα που διασώζονται σε σχετική πληθώρα από μαρτυρίες συγχρόνων του, έχουμε ένα εμφανές τουλάχιστον παράδειγμα μιας τέτοιας (άλλωστε και συγκινητικής, για τήν κρυμμένη ένταση και αμφιβολία που υπονοεί) στιγμής όταν, δίνοντας ένα ποίημα του σε κάποιον φίλο ή γνωστό τού λέει, μάλλον καθόλου μεταξύ σοβαρού και αστείου «Πάρε καημένε αυτό τό αριστούργημα που μού καίει τά χέρια» ( : κάπως έτσι αν τό θυμάμαι και καλά).

   Η δουλειά αυτή τού Τασσόπουλου υπογείως εμπεριέχει πάντως και μια (γοητευτική) κατά κάποιον τρόπο αντίφαση, γιατί ξεκινώντας από φιλολογικά και σχολαστικά δεδομένα και μένοντας πάντα σταθερά προσηλωμένη στα γεγονότα, τά κείμενα, και τίς αποδείξεις που αυτά παρέχουν, οδηγείται τελικά σε μια αποτίμηση συνολικής (και σημαντικότατης) αισθητικής σημασίας.

   Γιατί ο Καβάφης, με τόν τρόπο που τακτοποίησε τά ποιήματά του κατά θέματα, αποσπώντας τα από τήν απλή χρονολογική παράθεση με τήν οποία είχαν κατά καιρούς δημοσιευτεί, κάτι θέλησε να πει (και κάτι είπε) για τήν σημασία που είχε τό έργο του συνολικά για τόν ίδιο πέρα από τήν έννοια, τό περιεχόμενο και τήν αισθητική αξία τού κάθε ποιήματος χωριστά. Αλλά (πια) καταλαβαίνουμε ότι και ο ίδιος ο δημιουργός (ενίοτε) τά συλλαμβάνει και τά εκτιμά αυτά τά πράγματα καθ’ οδόν – και αυτό τό καθ’ οδόν είναι που, στην περίπτωση τού ποιητή Καβάφη, εμφανίζεται με ιδιαίτερη ενάργεια καθώς ο Στέφανος Τασσόπουλος ερευνά τήν εκδοτική του πρακτική.

   Ας επαναλάβω προκαταρκτικά πράγματα γνωστά : Ο Καβάφης είναι ένας ποιητής ο οποίος ποτέ στη ζωή του δεν είχε (δεν βρήκε ; δεν επιζήτησε ; ) εκδότη : Πλήρωνε ο ίδιος για τά ποιήματά του κάθε φορά που τά εξέδιδε. Είχε όμως μια δυνατότητα (που τού τήν πρόσφερε ο χώρος και η εποχή, και που τήν εκμεταλλεύτηκε πλήρως) : Μπορούσε να δημοσιεύει τά ποιήματά του σε περιοδικά, πριν αρχίσει να τά δένει στις ιδιόμορφες συλλογές του (αλλά και μετά : ποτέ όσο ζούσε δεν σταμάτησε να δημοσιεύει σε περιοδικά, ακόμα και όταν παράλληλα έφτιαχνε τίς συλλογές που σχημάτιζε ο ίδιος, και αυτές τίς συλλογές δεν τίς πούλησε – ας τό θυμόμαστε κι αυτό – ποτέ : δεν έβγαλε δηλαδή ποτέ λεφτά απ’ τήν ποίηση ο Καβάφης, αντίθετα, πλήρωνε για να εκδίδει τά ποιήματά του : και τά ποιήματα αυτά τά χάριζε σε όσους θεωρούσε άξιους – ή χρήσιμους για τήν προώθηση τού έργου του – όντας αναγκασμένος να τό σκεφτεί και αυτό.)

   Αυτά είναι λοιπόν γνωστά στους ειδικούς και οι ειδικοί στα καβαφικά τά θεωρούν και αυτονόητα ακόμα κι αν δεν ερευνήθηκαν ποτέ όσο θα ’πρεπε – αφήνοντάς τα επομένως στην άκρη θα επιχειρήσω να συνοψίσω τό με τί ασχολείται η μελέτη, αλλά και, τό σημαντικότερο : τούς λόγους για τούς οποίους η ενασχόληση αυτή είναι (ή γίνεται καθ’ οδόν) απαραίτητη για τήν κατανόηση τού συνολικού Καβάφη. Πιστεύω μάλιστα – και ας μού συγχωρεθεί αυτή η απόλυτη ας πούμε πεποίθηση η οποία οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι διάβασα επανειλημμένως παρακολουθώντας  τό έργο να γίνεται και να κρατάει τόν Τασσόπουλο δέσμιον ουσιαστικά ώς τόν θάνατό του – ότι μέσα από τήν έκθεση τού τρόπου με τόν οποίο ο Καβάφης θέλησε να ταξινομήσει τό έργο του και να τό επεκτείνει και να τό ορίσει θεματικά, προκύπτει ένας εν μέρει άγνωστος, και εν μέρει ακόμα πιο γοητευτικός Καβάφης.

   Δεν ξέρουμε από ποια ηλικία ακριβώς ο Καβάφης άρχισε να γράφει ποιήματα και πόσα πέταξε ή έσκισε στο μεταξύ, ξέρουμε όμως ότι τό πρώτο ποίημα (που διατηρήθηκε στο αρχείο του) γράφτηκε (πιθανώς) τό 1884 ( = Καβάφης 21 χρονών) και ότι τό 1886 δημοσίεψε για πρώτη φορά (σε περιοδικό). Από τό 1890 όμως και μετά, αναθεωρεί ο ίδιος τή δουλειά του, και, κάποια στιγμή, μέσα απ’ αυτή τή διαδικασία αναδεικνύεται ο Καβάφης που ξέρουμε σήμερα. Ανήκει στην περιοχή τής αυστηρά αισθητικής ανάλυσης η αποτίμηση αυτών τών «πρωτόλειών» του ποιημάτων, είναι όμως σαφές ότι αυτήν τήν ανάλυση τήν έκανε, πριν από μάς, ο ίδιος : Αποφασίζει δηλαδή τό 1904 (κι αυτή είναι μια ιστορική στιγμή για τή ζωή του και τήν ποίησή του) αποφασίζει να κάνει ένα ξεκαθάρισμα, μια πρώτη αισθητική αποτίμηση, και μια πρώτη εκδοτική κίνηση, και να παρουσιάσει σε βιβλίο ορισμένα, από αυτά που είχε δημοσιέψει ώς τότε, σε μια συλλογή : Αυτήν τή στιγμή συναινεί στην κλασική και παραδεδεγμένη πρακτική όλων τών ποιητών τού κόσμου : Μαζεύει λοιπόν (από τά 44 ποιήματα που είχε δημοσιέψει ώς τότε σε περιοδικά) δεκατρία – κι αυτή είναι η πρώτη του αισθητική κρίση για τήν ποίησή του – τούς προτάσσει ένα που δεν είχε ακόμα εκδόσει, τίς «Επιθυμίες», τά τοποθετεί σε μία σειρά που δεν έχει γενικά καμία σχέση με τίς χρονολογίες ούτε τής συγγραφής, ούτε τής δημοσίευσής τους, αλλά είναι μία σειρά που προς τό παρόν δεν μπορούμε να τήν χαρακτηρίσουμε αλλιώς παρά μόνο ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής του προτίμησης, (βέβαια, κάποιος παρατηρητικός εδώ θα προσέξει τήν πρόταξη ενός ποιήματος που λέγεται Επιθυμίες1 στην πρώτη εκδοτική πράξη που κάνει ποτέ στη ζωή του ο Καβάφης, καθώς και μια εν σπέρματι λογική που θα δούμε αργότερα να αναπτύσσεται σε θεματική κατάταξη τών ποιημάτων) και τά δίνει σε έναν τυπογράφο, ο οποίος τού τά τυπώνει σε ένα τεύχος κανονικό, με τήν κλασική αρίθμηση σελίδων που έχουν όλα τά βιβλία και τόν γενικό τίτλο «Ποιήματα 1904». Η συλλογή αυτή με τά 14 ποιήματα εκδίδεται ουσιαστικά τό 1905. Ο Καβάφης χαρίζει τή συλλογή σε όσους νομίζει ότι πρέπει. Επειδή όμως συνεχίζει να γράφει, γρήγορα διαπιστώνει ότι η συλλογή αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική πια τής δουλειάς του, και ειδοποιεί τούς φίλους του ότι σκοπεύει να βγάλει και μια δεύτερη συλλογή πιο ενημερωμένη σύντομα. Τό «σύντομα» κράτησε 5 χρόνια, και η δεύτερη αυτή συλλογή εκδίδεται τότε με τόν τίτλο «Ποιήματα 1910» και περιλαμβάνει : τά 14 ποιήματα που είχε εκδόσει στην προηγούμενη συλλογή (που με αυτόν τόν τρόπο ουσιαστικά παύει να έχει νόημα, και αχρηστεύεται) χωρίς να τούς αλλάξει ούτε τή σειρά με τήν οποία τά είχε εκδόσει τότε, και όσα ποιήματα είχε ήδη δημοσιέψει στο μεταξύ (ώς τό 1909) σε περιοδικά, που ήτανε όλα κι όλα 7, αλλά τά τοποθετεί και αυτά όχι με χρονολογική σειρά συγγραφής ή δημοσίευσης αλλά με τή σειρά μιας δικής του πάλι λογικής και προτίμησης. Μολονότι τά ποιήματα που περιέχονται λοιπόν είναι ώς τό 1909, βάζει τώρα στον τίτλο όπως βλέπουμε τό 1910 κι αυτό γιατί έχει μάθει πια ότι τά εκδοτικά ζητήματα έχουνε τόν δικό τους χρόνο και αργούνε, δηλαδή έχει αποκτήσει ήδη πλέον τήν πείρα τού ποιητή που εκδίδει τό έργο του και ξέρει κατά κάποιον τρόπο και τά μυστικά αυτής τής δουλειάς : Έτσι, ξεκινώντας τήν έκδοση τών μέχρι τό 1909 ποιημάτων του, υπολογίζει ότι η συλλογή θα εκδοθεί τό 1910, και υπολογίζει σωστά.

   Έχουμε ένα οριακό σημείο ώς εδώ, που τό βλέπουμε εκ τών υστέρων ολοκάθαρα : Αυτές οι δυο μικρές συλλογές δηλαδή (που ο ίδιος ο Καβάφης τίς ονόμασε «τεύχη», και έτσι τίς λέμε πλέον κι εμείς), είναι η μοναδική φορά στη ζωή του που ο Καβάφης λειτούργησε με τήν κλασική εκδοτική πρακτική : Έκτοτε, εγκαταλείπει αυτήν τή μέθοδο, και εγκαθιδρύει τή δική του, μοναδική και ανεπανάληπτη (απ’ όσο ξέρουμε) μέθοδο εκδόσεως έργου, που συνίσταται στο εξής :

   Για κάθε ποίημα που δημοσιεύει (μετά τό 1910) σε περιοδικό, ζητάει και παίρνει ανάτυπα ή τό τυπώνει ο ίδιος σε έναν τυπογράφο, σε ένα μονόφυλλο ή δίφυλλο, ανάλογα με τό μέγεθος τού ποιήματος. Αυτή η μέθοδός του από δω και πέρα είναι κατά κάποιον τρόπο και τό κεντρικό αντικείμενο έρευνας στο «Όλον Σώμα», και οι συνέπειες αυτής τής πρακτικής είναι ουσιαστικά αυτές οι οποίες προκάλεσαν τόν Τασσόπουλο να αναζητήσει τή σημασία τους για τήν ερμηνεία τού συνολικού καβαφικού έργου :

   Παρακολουθώντας λοιπόν τόν τρόπο με τόν οποίο ο Καβάφης από τή στιγμή εκείνη και μετά «εκδίδει», μπορούμε να δούμε κατ’ αρχάς ότι ακολουθούν δύο εμφανείς τομές στην εκδοτική του πρακτική : Η πρώτη μεγάλη αλλαγή γίνεται με τήν αμέσως επόμενη συλλογή τήν οποία ονομάζει «Ποιήματα 1910 – 1912», βάζοντας δηλαδή για πρώτη φορά δύο ημερομηνίες στον τίτλο, αλλά τή φορά αυτή η «συλλογή» διαφέρει και σε δύο άλλα πράγματα : Αφ’ ενός μεν αποτελείται πλέον – όπως και όλες οι συλλογές του θα αποτελούνται από δω και μπρος – από αυτά τά μονόφυλλα (ή τά δίφυλλα) που τυπώνει ο ίδιος και τά «δένει» μόνος του σε εντελώς χειροποίητες πλέον συλλογές τίς οποίες μοιράζει σε κάθε ενδιαφερόμενο, φίλο, ή θαυμαστή τού έργου του, αλλά υπάρχει και μια επιπλέον ουσιαστική διαφορά στον τρόπο με τόν οποίο παρουσιάζει τά ποιήματά του τώρα : τά τοποθετεί με τήν σειρά τήν χρονολογική με τήν οποία δημοσιεύτηκαν ώς τότε στα διάφορα περιοδικά. Και συνεχίζει να κάνει τέτοιες συλλογές ώς τό 1918 όπου συναντάμε τήν επόμενη μεγάλη αλλαγή, τήν τρίτη ουσιαστικά τομή με τήν οποία ολοκληρώνεται και παίρνει τήν πλήρη της μορφή η εκδοτική του πρακτική :

   Τό 1918 δηλαδή ανακαλύπτει ότι θέλει να κάνει και κάτι άλλο, κάτι για τό οποίο δεν θα δώσει ο ίδιος ποτέ σαφή εξήγηση, είναι όμως τό νευραλγικότερο σημείο τής εκδοτικής του πράξης – και αυτό από τό οποίο πηγάζουν αδιόρατες αρχικά αισθητικές συνέπειες στην ποίησή του : Κάνει δηλαδή, ταυτόχρονα με τήν καινούργια χρονολογική του έκδοση (τά «Ποιήματα 1912 – 1918»), και μία παράπλευρη έκδοση ποιημάτων τήν οποία ονομάζει «Ποιήματα 1909 – 1911» και η οποία θα περιέχει όλα τά ποιήματα που έχουν εκδοθεί ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες, μόνο που τώρα πλέον τά ποιήματα αυτά θα παρατεθούν σε μία κατάταξη που παρακολουθεί κατά κάποιον τρόπο τό περιεχόμενο τών ποιημάτων. Από τήν οριακή αυτή στιγμή και μετά, η εκδοτική πλέον πρακτική τού Καβάφη θα παραμείνει η ίδια ώς τό τέλος τής ζωής του, κάθε φορά θα εκδίδει δηλαδή δύο ταυτόχρονα συλλογές, μία θεματική (τής οποίας τά ποιήματα θα τά αποσπά από ήδη εκδοθείσες χρονολογικές – μ’ έναν ρυθμό ιδιόμορφο, που επαρκώς θα απασχολήσει τό βιβλίο –) και μία χρονολογική στην οποία θα συνεχίζει τήν παράθεση τών καινούργιων ποιημάτων του μαζί με τά παλιά. Αυτή η λογική και η πρακτική αποτελεί ουσιαστικά και τό επίκεντρο τού προβληματισμού στη μελέτη τού Σ. Τ., μια που από τήν πρώτη στιγμή αυτής τής πράξης τού Καβάφη αναδύεται αυτό που μπορεί να ονομαστεί (και κατά καιρούς πράγματι ονομάστηκε, έστω και χωρίς να ερευνηθούν οι επιπλέον συνέπειές του) «θεματική κατάταξη» :

   Τά ποιήματα σ’ αυτές τίς «θεματικές συλλογές» μπαίνουν σε μία σειρά ανάλογα με αυτό που ο ίδιος ο Καβάφης θεωρεί «θεματική» τους διαφοροποίηση (και που δεν είναι αναγκαστικά η διαφοροποίηση που θα διαλέγαμε εμείς ή που θα θεωρούσαμε εμείς αυτονόητη – και ο Τασσόπουλος τό θέτει αυτό από τήν αρχή, γιατί είναι κεντρικό σημείο τού προβλήματος). Έτσι δημιουργούνται από τόν ίδιο τόν ποιητή οι τρεις θεματικές περιοχές τής ποίησής του που κατά καιρούς πήραν διάφορα ονόματα – ας πούμε φιλοσοφικά, ιστορικά και ερωτικά, και τά οποία ο ίδιος καθοδήγησε μάλλον επίμονα τούς σχολιαστές τού έργου του να τά ονομάσουν «τά τής σκέψεως», «τά ιστορικά», και «τά αισθητικά» : Από τή στιγμή που γίνεται αυτή η – ανεπαίσθητη και ακατανόητη ίσως αρχικά – διαφοροποίηση στην εκδοτική του πρακτική, έχουμε στα χέρια μας μια ένδειξη για τό νόημα και τή δυναμική τής ποίησής του όπως τήν αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Και είναι κρίσιμη η ανάλυση αυτής τής πρακτικής, όχι μόνο για τήν «τυπική» σημασία που θα είχε τό να ξέρουμε τί θεωρούσε ο ίδιος π.χ. ότι ανήκει στα ερωτικά του (κάτι που εικονογραφείται ας πούμε περίφημα από τό ότι τό «Ιωνικόν», που θα μπορούσε κανείς αβίαστα να θεωρήσει ότι ανήκει στα τής σκέψεως ή τά φιλοσοφικά2 , κατατάσσεται από τόν ίδιον ανενδοίαστα και μονίμως στα ερωτικά) αλλά και γιατί αυτές οι μετατοπίσεις και οι ταξινομήσεις μάς δίνουν ακριβώς τό πιο έγκυρο – τό μόνο έγκυρο – κλειδί για να δούμε από μέσα τήν ίδια τήν αντίληψη τού Καβάφη για τό νόημα και τών λέξεων και τών ποιημάτων και τής συνολικής αισθητικής ματιάς και άποψης τού ίδιου – άποψη που, ειρωνικά, και αινιγματικά – όπως τό συνηθίζει – υποβάλλει σε όποιον είναι σε θέση να νιώσει τήν υποβολή, άποψη που μιλάει εντέλει για τήν ίδια τήν ποίηση, και «προστίθεται» στις λέξεις πλέον τής ποίησής του, αποτελεί δηλαδή πια, η θέση στην οποία κατατάσσει τό ποίημα, μέρος τού ποιήματος.

   Τό γεγονός ότι προχωράει αργά αυτή η διαδικασία, δείχνει ακριβώς πόσο επίπονη και νευραλγική ήταν αρχικά η ανακάλυψη – ή η απόφαση – αυτή για τόν ίδιον : Έτσι ενώ οι «χρονολογικές» συλλογές, που θα εκδίδει, εμπλουτίζονται αβίαστα πλέον από κάθε καινούργιο, δημοσιευμένο, ποίημα, η κατασκευή τής κάθε θεματικής συλλογής (που η καθεμία, με τή σειρά της, θα ολοκληρώνει κατά κάποιον τρόπο τήν συνολική εικόνα τού έργου του (για τόν ίδιο) ώς τή στιγμή που τήν παρουσιάζει) προχωράει αργά, σαν τόν κάβουρα, και με βήματα που μάς φαίνονται παράλογα έτσι που γυρίζουνε μπρος και πίσω : Τό «Όλον Σώμα» ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά στο α΄ του μέρος με τήν περιγραφή και ανάλυση αυτού τού διστακτικού βαδίσματος.

   Περιληπτικά εδώ η διαδικασία : Για να φτιάξει τίς θεματικές του συλλογές ο Καβάφης  ξεκινάει με βάση τό τεύχος τού 1910 και σ’ αυτήν τήν ενότητα ποιημάτων προσθέτει ποιήματα που (χρονολογικά) ανήκουν στον έναν χρόνο πιο πριν και στους δύο χρόνους μετά, ή (αργότερα) στον έναν (ακόμα) χρόνο πιο πριν και στους τρεις (τώρα) χρόνους μετά : Είναι εμφανές δηλαδή ότι ευκολότερα εντάσσει, θεματικά, ποιήματα που ανήκουν στο «μέλλον» απ’ ό,τι στο «παρελθόν» τής ποίησής του, πράγμα που υποβάλλει κατά τόν Τασσόπουλο τήν ιδέα πως όσο έγραφε ο Καβάφης βρισκόταν όλο και πιο εύκολα, άνετα και αποφασιστικά, μέσα στο πνεύμα τήν νοοτροπία και τό ήθος ενός έργου, που πλέον τόν κάλυπτε και τόν εξέφραζε με μια γενικότερη έννοια και όχι μόνο σαν μεμονωμένο ποίημα, πράγμα που δεν συνέβη ακριβώς στην αρχή, όταν ακόμα έψαχνε ίσως πάρα πολύ, όχι τόσο τό τί θέλει ακριβώς να πει (αλλά ακόμα κι αυτό), κυρίως όμως τό με ποιον τρόπο ακριβώς θα τό ολοκληρώσει σε ένα όλον, τό οποίο θα αποτελεί ουσιαστικά τήν τρίτη – και τή σημαντικότερη ίσως – μορφή τού έργου του : Τήν χρονολογική και τήν θεματική του διάσταση μαζί, δεμένες αναπόσπαστα.

   Αυτό τό όλον σύμφωνα με τόν Τασσόπουλο είναι η κρυμμένη και απόλυτη έγνοια τελικά τού Καβάφη, και αυτό μάς δείχνει πάνω απ’ όλα η ιδιομορφία αυτή τής εκδοτικής του πρακτικής : Για χάρη αυτού τού όλου θα φτάσει στο σημείο να οργανώσει, να προγραμματίσει, ή και να γράψει ποιήματα, να αλλάξει τίτλους, να αλλάξει ημερομηνίες τίτλων, τοπωνύμια τίτλων, ακόμα και οργανικότερα στοιχεία στο μέσο ενός ποιήματος, στις λέξεις ή τό ήθος ενός ήρωα, για να ταιριάσει τό ποίημα έτσι στην περιοχή ακριβώς που θέλει τελικά να τό τοποθετήσει : Κι όταν κανείς αρχίσει να τό υποψιάζεται, να τό συναισθάνεται και να τό βλέπει αυτό, όταν κανείς παρακολουθήσει αυτό τό όλον δηλαδή να αναδύεται μέσα από τήν εκδοτική πράξη τού Καβάφη, βρίσκεται μπροστά σε μια αλήθεια αν όχι τελείως αναπάντεχη (γιατί ο Καβάφης μάς προειδοποιεί εν σπέρματι για όλα ίσως από τήν αρχή όσο κι αν αυτό γίνεται σχεδόν αδιόρατα) όμως σημαντική, συνταρακτική σχεδόν για τίς αισθητικές της διαστάσεις και συνέπειες :

   Νά λοιπόν ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής ενός αιώνα που θέλησε να χτίσει έναν κόσμο και μάς άφηνε να νομίζουμε ότι περιγράφει τά ήδη χτισμένα. Δεν είναι ίσως τυχαίο, τό ότι, τό ποίημα, που τώρα βλέπουμε ότι μάς προειδοποιεί γι’ αυτό, είναι σαφές ότι δεν τό εξέδωσε ποτέ : Τροφοδότησε όμως, ίσως αυτό, τά πάντα, μένοντας παρ’ όλ’ αυτά τό ίδιο, ειρωνικά, στα ανέκδοτα : Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα πρώιμο ποίημα, και ίσως δεν τού βρήκε ακριβώς (ώς τήν ώρα που θα πέθαινε και όλα θα σταματούσαν αναγκαστικά) τό χρονικό σημείο που θα έπρεπε, μέσα στην θεματική κατάταξη, να τό εντάξει : Ή θεώρησε ότι οφείλει να μείνει, σαν διατύπωση, μόνο δικό του, για να προκύψει μετά αβίαστα, ως διαπίστωση, από εμάς :

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
(…)
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
(…) 3

   Τό τί υψώθηκε στη θέση τών ερειπίων, ανήκει στην αισθητική τής ποίησης τού Καβάφη – μια πλατύτερη, άλλου είδους εργασία (που ο Τασσόπουλος, ώς τή στιγμή που πέθανε, και μολονότι είχε πειστεί (μετά από κάποιες προσπάθειες φίλων σχετικών με τόν χώρο και τό θέμα – τό ζήτημα περιλαμβάνει και διασκεδαστικά ου μην αλλά και διδακτικά (περί εκδοτικής ζωής μας) ανέκδοτα –) ότι τό έργο του δεν θα εκδοθεί ποτέ όσο ζούσε, πίστευε ότι μπορεί να εύρισκε τή δύναμη και τόν χρόνο για να επιχειρήσει αργότερα). Τό πώς όμως χτίστηκε η αισθητική αυτή και επιβεβαιώθηκε για τόν ίδιον τόν Καβάφη και μπήκε σε εφαρμογή σαν σχέδιο πλέον συστηματικά, αυτό είναι που στο «Όλον Σώμα» ο Τασσόπουλος θέλησε να δείξει αναλυτικά (για να μπορέσει νομίζω να καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος, μέσα σ’ όλα τά χρόνια κατά τά οποία συμβίωσε αποκλειστικά με τό βιβλίο αυτό (έχοντας αναστείλει τό γράψιμο μυθιστορημάτων που περιμένανε σε σχεδιάσματα, ως συνέχεια (κυρίως) τού «Ηλιακού Ωρολόγιου» (που εκδόθηκε τό 1988) αν και ολοκλήρωσε στο διάστημα τής συγγραφής τού «Καβάφη» ένα θεατρικό βασισμένο σε μια νουβέλα τού Ντοστογέφσκυ, που κι αυτό είχε σχεδιαστεί απ’ ό,τι θυμάμαι χρόνια νωρίτερα (και έμεινε κι αυτό στα ανέκδοτα)) να καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος τό «Όλον Σώμα» τής ποίησης τού Αλεξανδρινού).

   Είναι, κατά τή γνώμη μου (και όχι μόνο τή δικιά μου : ήδη τό βιβλίο έχει κάνει, στη χειρόγραφη/εκτυπωμένη μορφή του (πέρα από τήν προδημοσίευση τμήματος τής Εισαγωγής στον «Επίλογο 2003»), ένα πρώτο ταξίδι σε καβαφικούς φιλολογικούς χώρους στην Ελλάδα και τό εξωτερικό, και έχει ήδη ασκήσει, σ’ αυτή τή μορφή, ακόμα και μια πρώτη, έχω τήν εντύπωση, σιωπηρή επίδραση) είναι λοιπόν μια καβαφική μελέτη που πιστεύω ότι θα αποτελέσει βασικό και θεμελιώδες βοήθημα για κάθε καβαφική έρευνα στο μέλλον.

   Σχολαστικότερες λεπτομέρειες, τελειώνοντας : τό βιβλίο αποτελείται ουσιαστικά από τρία μέρη :

   τίς Εισαγωγές ( : «από τόν Καβάφη σε ποιον Καβάφη» και «εισαγωγή στο ζήτημα») όπου τίθενται αρχικές και βασικές σκέψεις γύρω από τή ζωή και τόν θάνατο τού Αλεξανδρινού – προσωπικά θεωρώ στο σημείο αυτό λαμπρή τήν ανάλυση τών τάφων που έπρεπε να δει ως παιδί αναγκαστικά ο Καβάφης εξαιτίας τών πρώιμων θανάτων στην οικογένεια, και τή σύνδεσή τους με τούς μετέπειτα «Τάφους» και τά «Επιτύμβια» τής ποίησής του,

   τίς Περιοχές τής Ποίησης ( : «η κατάταξις η σωστή, η κατά θέματα» και άλλα τέτοια κεφάλαια που έχουν ως τίτλους φράσεις τού ίδιου τού Καβάφη αναστοχαζόμενου τή δομή τού υλικού του (κυρίως στη σωζόμενη αλληλογραφία του)) όπου εκτίθεται η μέθοδος τού Καβάφη όπως αποκαλύπτεται κατά τή λεπτομερή και σχολαστική μελέτη τών καβαφικών εκδόσεων και τής καβαφικής πρακτικής που απορρέει από αυτές ( : αυτονόητη συνέχιση (κατά παραδοχή βεβαίως τού ίδιου τού Τασσόπουλου) τών «Καβαφικών Εκδόσεων» τού Γ. Π. Σαββίδη, η οποία συνέχιση δείχνει και τί μπορεί να κάνει η γενναία γονιμότητα στον τομέα ακόμα και ενός φαινομενικά σκληρού σχολαστικισμού) έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε να αναδύεται σταδιακά η μορφή τό σχήμα και τό νόημα μιας συνολικής καβαφικής ποιητικής ιστορικής σύνθεσης, και

   τά Σχόλια ( : «σχόλια σε δύο αιώνες»), που είναι και τό πιο ξεκούραστο ίσως αναγνωστικά μέρος τού βιβλίου : Μέσα από τόν σχολιασμό (εξαντλητικόν, έχω τήν εντύπωση, αν και δεν είναι εκεί τό πρόβλημα) τών ιστορικών γεγονότων που αφορούν τό κάθε ποίημα, δεν εξηγείται μόνο η θέση τού κάθε ποιήματος (όπως τό τοποθετεί δηλαδή ο Καβάφης στην θεματική του έκδοση τών ποιημάτων) δεν καταδεικνύεται μόνο ότι αυτή η θέση είναι ακριβώς η χρονολογική συνέχεια τής ιστορικής στιγμής τού προηγούμενου, και η προετοιμασία για τήν ιστορική στιγμή τού επόμενου, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, και αφάνταστα ίσως πιο γοητευτικό : Μέσα από τήν διερεύνηση όλων τών παραμέτρων, συμβόλων, προσώπων, γεγονότων και προσωπικών στιγμών που διασχίζουν τήν υπόθεση τού κάθε «ιστορικού» ποιήματος τού Καβάφη, αναδεικνύεται πολλές φορές με χιούμορ και ειρωνεία όχι μόνο μια πλευρά τής ιστορίας μας εξαιρετικά γοητευτική και άγνωστη στο πλατύ κοινό (ας όψεται η επίσημη παιδεία μας) μια ιστορία τών ιστοριών, τών χειρογράφων τών μελετών και τών προτύπων, τά οποία είχε στη διάθεσή του ο Καβάφης ως πρώτο υλικό (πολλές φορές ειρωνικά συντομεύοντας ή σκληρά συμπυκνώνοντας τούς αρχαίους συγγραφείς), αλλά αναδεικνύεται επίσης αυτόνομα και η κρυμμένη ιστορία τών ίδιων αυτών «πηγών» με τίς αντιφάσεις, τίς αδυναμίες, τίς συμβατικότητες, τίς ποιητικές της άδειες, και τή γοητεία της. Τέλος τά σχόλια λειτουργούνε και σ’ ένα τρίτο επίπεδο σαν αυτόνομο ιστορικό ανάγνωσμα όπου, με αφορμή τά ποιήματα τού Καβάφη, μπορεί να ζήσει κανείς κομμάτια τής ιστορίας μας σχεδόν ξεχασμένα, παραμελημένα ή λογοκριμένα, όπως οι λεπτομέρειες τών τσακωμών τών διαδόχων τού Μ. Αλεξάνδρου, οι αλλεπάλληλες οικογενειακές περιπέτειες επιμειξίες και αιμομειξίες τών Πτολεμαίων, ώς τήν αστραπιαία κατά διαστήματα ανάδυση μιας εκτυφλωτικά (και καβαφικά) γοητευτικής και άγνωστης ζωής και δράσης ενός ήρωα, που μάς σκλαβώνει μ’ αυτήν τήν μυρωδιά προυστικής καθημερινότητας που αναδίνει.

   Στο όλο έργο διαχέεται τελικά μια ευεργετική αυθεντικότητα σύλληψης και μορφής και, να μού επιτραπεί επίσης να πω, και ήθους, γιατί η επιστημονική του λιτότητα και αυστηρότητα συμβαδίζουν με μια ελλειπτικότητα και μια οικονομία ποιητικών καθαρά καταβολών, πράγμα που κάνει τό «Όλον Σώμα» να γοητεύει και σαν κείμενο πέρα από τήν ειδική φιλολογική του αξία τήν οποία υπογείως υποβοηθά και ενισχύει τό γεγονός πως ο Σ. Τ., με τήν απόλυτη αυστηρότητα που τόν χαρακτήριζε σε όλα του τά επαγγελματικά, δεν επικαλέστηκε ποτέ τό δικό του ποιητικό παρελθόν στην ενασχόλησή του με τόν Καβάφη.

   Πιστεύω πως (όταν εάν και όποτε πλέον, μετά θάνατον, εκδοθεί (πικρή μοίρα πολλών συγγραφέων στη χώρα μας να ξέρουν ότι μια τέτοια πρόταση ίσως ειπωθεί κάποτε και για κείνους)) θα αποδειχθεί ένα βιβλίο συντροφικό για όσους αγαπούν τόν Καβάφη, αλλά και ένα βιβλίο εργαλείο χρήσιμο στους ειδικούς, για τούς οποίους μπορεί να λειτουργήσει σαν αρχή και ξεκίνημα προς άλλες μελέτες στο μέλλον όπως (με ανοίκεια για τήν ελληνική πραγματικότητα μετριοπάθεια) ισχυρίζεται ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του :

   Τό βιβλίο αυτό, (που δεν κατέχει καμιά εξ ύψους αλήθεια για τόν Καβάφη αλλά θέλει να συμβάλλει, αν όχι στην αναζήτηση και ανεύρεσή της, στην καλύτερη κατανόηση τού ποια μπορεί να είναι η αλήθεια αυτή) (…) αποτελεί μέρος τής εργασίας που χρειάζεται να προηγηθεί για να γίνει μια συνολική μελέτη για τόν Καβάφη και τό έργο του. Έτσι, θα πρέπει να ιδωθεί σαν ένα μέρος από τετράδια εργασίας που είναι χρήσιμα για τή δουλειά που θέλω να κάνω, χρήσιμα και για τή δουλειά όποιου άλλου. Παρά τήν έκτασή του και παρότι είναι γραμμένο με τρόπο συχνά ελλειπτικό, έφτασε να καλύψει σε κάποιο βαθμό μόνο τήν ιστορική περιοχή τών ποιημάτων και να σχολιάσει ένα μικρό μέρος μόνο από τά ποιήματα αυτά. (…) η εργασία αυτή δεν μπορεί παρά να γίνεται παράλληλα με άλλες σχετικές με τό έργο τού Καβάφη, τμήματα μιας συνολικής και ανέφικτης ίσως μελέτης, και παράλληλα με τήν προσπάθεια να γνωρίσω τό έργο του. Πάντως τά όποια κενά στη γνώση (σχεδόν όλων τών αδημοσίευτων ώς τώρα) στοιχείων για τόν Καβάφη, και τής βιβλιογραφίας του, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εκπλήξεις, που δεν θα ήταν στο κάτω κάτω δυσάρεστες, αφού θα συνεισέφεραν στην πληρέστερη αντιμετώπιση  τού ζητήματος που επιχειρώ να διερευνήσω, επειδή αυτό ενδιαφέρει και όχι η διεκδίκηση κάποιας πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας ή μοναδικότητας. Μια τέτοια εργασία δεν πραγματοποιείται με λυρικές εξάρσεις, ούτε γίνεται για να μιλήσεις για τό έργο σου ή για τόν εαυτό σου. Ας μην ξεχνάμε όταν ασχολούμαστε με τόν Καβάφη ότι η μοναδικότητα και η πρωτοτυπία και η πρωτοπορία ανήκουν σ’ αυτόν αποκλειστικά.
   (…)
   θα  επιχειρήσω να διερευνήσω τά σχετικά με τήν κατάταξη τών ποιημάτων τού Καβάφη σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες και θα προσπαθήσω να τά ταξινομήσω, να τά τοποθετήσω δηλαδή στη θεματική τους αλληλουχία, όπου τά ποιήματα πέρα από τή λειτουργία τους ως αυτόνομων ποιητικών μονάδων αποκτούν και άλλες διαστάσεις ή μάλλον, σωστότερα, όπου αποκαλύπτονται και άλλες διαστάσεις τους όταν τά παρακολουθήσει κανείς με μια σειρά παραπλήσια με τή σειρά που ο Καβάφης ήθελε να έχουν. Αυτή τή βούλησή του επιχειρώ να εντοπίσω, να ανιχνεύσω και να πλησιάσω, έχοντας γνώση και συναίσθηση για τό ότι είναι ανέφικτο να τό πετύχω αυτό. Μού αρκεί να μην απομακρυνθώ από τόν δρόμο που δείχνει ο ίδιος και να δοθεί ίσως σε άλλους αφορμή να προχωρήσουν περισσότερο.
   (…)

    Και καθώς τώρα ο χρόνος (τής έρευνας και τής μελέτης, αλλά και τής ζωής εν γένει) τού Στέφανου Τασσόπουλου δεν θα προχωρήσει άλλο, μπορώ νομίζω να προσθέσω και όχι μόνο για λόγους συναισθηματικούς, τελειώνοντας τήν ελάχιστη αυτή αναφορά μου στο έργο του, και τήν τελευταία παράγραφο τού όλου βιβλίου :

   Η εργασία βρίσκεται στην αρχή της ακόμη όμως ώς εδώ που έφτασε έχουν τεθεί οι βασικοί της παράμετροι, αυτές που είναι αναγκαίες για να προχωρήσει – όχι απαραίτητα από μένα. Η απουσία συστήματος και μεθόδου, που μπορεί να φανεί ότι υπάρχει σ’ αυτήν, οφείλεται περισσότερο στην προσπάθεια για τόν σχηματισμό κάποιας μεθόδου. Με τήν έκταση που παίρνει και τίς απαιτήσεις που δημιουργεί αρχίζει ίσως να ξεπερνάει τίς δυνατότητες ενός ανθρώπου, τουλάχιστον τίς δικές μου. Πάντως είμαι σε θέση να τήν συνεχίσω για πολύ, και για τίς δύο πρώτες περιοχές με αρκετή βεβαιότητα.

.

.

.

1  «Επιθυμίες» : Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν / και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό, / με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά – / έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν / χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά / τής ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

2 «Ιωνικόν» : Γιατί τά σπάσαμε τ’ αγάλματά των, / γιατί τούς διώξαμεν απ’ τούς ναούς των, / διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί. / Ω γη τής Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, / σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη. / Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο / τήν ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ τήν ζωή των· / και κάποτ’ αιθερία εφηβική μορφή, / αόριστη, με διάβα γρήγορο, / επάνω από τούς λόφους σου περνά.

3 «Δυνάμωσις» : Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει / να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή. / Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει, / αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει / και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη / και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει. / Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί. / Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι· / τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί. / Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

 

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78 δεκέμβριος 2013

.

                                

.

.

.

 

 

Αύγουστος 24, 2013

ανδρέα κίτσου–μυλωνά, angelus novus

  

 

 

   τό σύντομο κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τόν αντρέα κίτσο–μυλωνά (ψευδώνυμα, όπως καμιά φορά τό συνήθιζε) για να προλογίσει τό δοκίμιο τού βάλτερ μπένγιαμιν «φραντς κάφκα» που έχει ως υπότιτλο «για τή δεκάτη επέτειο τού θανάτου του» (και συνεπώς ο μπένγιαμιν τό έγραψε τό 1934) και τό οποίο ελληνικά εκδόθηκε από τόν «έρασμο» (πριν από τριαντατόσα χρόνια) σε μετάφραση τού στέφανου ροζάνη

   σε δυο σελίδες μέσα, μακριά από τήν κατά κόρον ντόπια τάση για μεγαλοστομίες και εξιδανίκευση αυτού που έχει (πια) καθιερωθεί, όσο και επιβεβαιώνοντας τή λιτή τάση τού έρασμου για μια τίμια φιλοσοφική διαφώτιση ενός ελάχιστου ντόπιου κοινού, ο μυλωνάς μιλάει για έναν φιλόσοφο που ξέρω ότι αγάπησε πολύ, αλλά χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα από τά περιρρέοντα περί αυτού στερεότυπα, και καμιά (κατά φλωμπέρ τόν οποίον επίσης πολύ ηγάπησε) προκατασκευασμένη ιδέα εκσφενδονίζοντας με άνεση όλη τήν τόλμη και τήν πρωτοτυπία τής σκέψης του, περιφρονώντας φοβισμένες καλύψεις πίσω από φιλοσοφικές αποσκευές (τίς οποίες διέθετε) και ξετυλίγοντας ήρεμα οργανική σχέση με τήν κριτική θεωρία : κατά τή γνώμη μου, θα αρκούσε για να δικαιωθεί τό μικρό αυτό δοκίμιο και μόνο η φράση του «εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού.»

   πρόκειται για κείμενο τού 1980, που ο α. κ.–μ. υπόγραψε ως χ. α.

   η πρώτη εκείνη έκδοση τού «έρασμου» walter benjamin φραντς κάφκα έγινε τό 1980 (η 2η, που κυκλοφορεί ώς σήμερα, τό 2004)

.

.

  

Angelus Novus (Walter Benjamin)

   Προσωπικότητα προσηλωμένη νοσταλγικά σε μια παλιά εποχή, ο Μπένγιαμιν, προβαίνει σε συνεργασία με τήν Κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης, που διαρκεί μέχρι τόν θάνατό του, παρ’ όλες τίς διαφωνίες και κατά καιρούς ρήξεις καθώς και τίς εκατέρωθεν προσπάθειες συνάντησης σ’ ένα σταθερό σημείο· η σχέση τού Μπένγιαμιν με τό θέαμα καθιστά έντονη τή διαφοροποίησή του στους κόλπους τής Σχολής, αν θεωρηθεί ότι η Φιλοσοφία τής σύγχρονης μουσικής και τό Δοκίμιο για τόν Βάγκνερ, τού Αντόρνο – έργα τόσο σημαντικά, ώστε ένα ολόκληρο κεφάλαιο τού μυθιστορήματος Δόκτωρ Φάουστους τού Τόμας Μαν να γραφεί με βάση ένα κεφάλαιο τού πρώτου από τά δυο βιβλία, μια νέα Αισθητική να αρθρωθεί και η φιλοσοφία τής μουσικής να περάσει στην κριτική περίοδό της – συνιστούν τίς αισθητικές αρχές τής Σχολής. Θεολογική φύση, που δεν θέλησε ποτέ να λησμονήσει τήν εβραϊκή θρησκευτικότητα τής καταγωγής του και τήν παράδοση τών μεγάλων κειμένων ενός λαού στου οποίου, μαζί με τούς άλλους Εβραίους διανοητές τής εποχής του, τήν περιπέτεια ήταν ψυχικά και πνευματικά παρών, θα βιώσει τήν αγωνία του σε πολύπλευρες αισθητικές αναζητήσεις. Περισσότερο όμως ανήκει στη θεωρία τού θεάματος και τήν α–τοπία του, στις εκφράσεις μιας νοσταλγίας για ενότητα. Έτσι παρά τήν άξια και πλήθουσα κριτικότητά του παραμένει ένας προμαρξιστικός κριτικός : προμαρξιστικό είναι τό διάβασμά του τού Κορς και τού Λούκατς που άσκησαν, μετά τά εβραϊκά κείμενα, τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη τών κριτικών και οδοιπορικών. Στον θρίαμβο τής υποκειμενικότητας, τόν οποίο ζούσε στη Γερμανία, αντέτασσε τήν αντεστραμμένη αλήθεια τής εικόνας και τό άλογο ως τή βαθύτερη έκφραση τού έλλογου. Η αγάπη του στον Μπωντλαίρ και η αφοσίωσή του στον Μπρεχτ (τού οποίου τή σκέψη η Σχολή θεωρούσε χονδροειδή, και τόν ίδιο τυπικό σταλινικό) πρέπει να κριθούν μέσα από τήν προσπάθεια τού Μπένγιαμιν να οργανώσει μια θεωρία για τό στυλ, που τό αντιμετώπιζε σαν χαρακτηριστικό στοιχείο, δηλωτικό τής έκπτωσης τής τέχνης στην αστική κοινωνία. Εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού : έτσι ο κριτικός τού στυλ τής αστικής κοινωνίας θα ξαναδώσει στη γλώσσα τήν κριτική δύναμη να μακραίνει από τήν εκβαρβάρωσή της. Μπορούμε εδώ να υποδείξουμε τή συστηματικότερη αναζήτηση τής σκέψης του, παραπέμποντας στο διάσημο δοκίμιο Τό έργο τέχνης στην εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του, εκδ. Κάλβος, μετ. Δ. Κούρτοβικ, στις «θέσεις» του και στο άτυχο βιβλίο του για τό γερμανικό δράμα. Όλη του η πορεία άνιση, με παρεκβάσεις και αστάθεια και διαρκή αναζήτηση προτύπων, αποδίδεται σε θαυμάσιες σελίδες οξύνοιας και κριτικής ευαισθησίας, στις οποίες η απουσία φιλοσοφικότητας καλύπτεται από μιαν εβραϊκής μορφής σύλληψη τής καθολικότητας προς χάριν τής οποίας πέρασε στον σουρρεαλισμό για να βρει μαζί του τό γκαζ, τή δαγκεροτυπία, τό πανόραμα και τήν Αλίκη – τά «αρχέτυπα φθαρτότητας» (Μπλοχ). Για τόν Μπένγιαμιν και τήν κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης προτείνουμε τό σπουδαίο βιβλίο The Dialectical Imagination τού Μάρτιν Τζαίη. Τήν έκδοση τού συνόλου τών δοκιμίων τού Μπένγιαμιν επιμελήθηκαν στις εκδόσεις Ζούρκαμπ ο Σόλεμ και ο Αντόρνο.

                                                                                                          Χ.Α.

.

.

.

     

 

κλικ στις φωτογραφίες τών βιβλίων για διάβασμα

άλλα για τον α. κ.–μ. εδώ και εδώ

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: