σημειωματαριο κηπων

8 Απριλίου 2020

ελοΐζα, μίλενα, αυταρχικοί εραστές και αγαπημένες εγγράμματες

 

 

 

 

 

(ή αλλιως : η σωτηρια του ερωτα)

 

μερες εγκλεισμου σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως

δεν εχω ομως σκοπο να μετατραπω και σε ανθρωπο σχολαστικο : αυτo που θελω να πω συνοψιζεται κυριως σε μια  προταση : ουτε ιχνος πολιτισμου (στον συγκεκριμμενο πλανητη) χωρις μαλακια

αλλά ας το παρω απο την αρχη : εν αρχη ην ο καφκα, που τον γνωρισα σχετικα νωρις – στα ελληνικα αρχικα, κι υστερα (αρκετα νωρις παλι) βρηκα τα «γραμματα στη μιλενα» στις εκδοσεις φισερ – κι ηταν ο γοητευτικοτερος καφκα αυτος (για τα γουστα μου) γιατι ητανε ενας ανθρωπος (παρα πολυ, φαινοτανε ακουγοτανε γραφοτανε) ερωτευμενος

αλλά ας το παρουμε κι αυτο απ’ την αρχη : ποτέ δεν επαψα να εχω μια ενοχή διαβαζοντας αυτα τα γραμματα – γιατι δεν γραφτηκαν για να τα διαβασω

αυταρχισμος του «πολιτισμου» μας πρωτος : γραφουμε τη θεληση του άλλου στα απαυτα μας – ειδικα αν ο αλλος πιστευουμε οτι εχει κανει κατι σημαντικο στη ζωη του

αυταρχισμος δευτερος – ο σημαντικοτερος, γιατι εχει πιο μακροπροθεσμες συνεπειες – και τον ξεχναμε ακομα προθυμοτερα : εχουμε τα γραμματα του καφκα γιατι η μιλενα τα εσωσε – δεν εχουμε τα γραμματα της μιλενας γιατι ο καφκα δεν τα εσωσε

μιλωντας για διασωσεις και σωσίματα θα πεταχτω αναγκαστικα και στην ελοΐζα – μολονοτι αυτην την γνωρισα πολυ αργοτερα – αλλά πρωτα παμε στις διασωσεις, και τους ζοφερους θανατους των δύο συγχρονων μας : ομως, πόσο ζοφερες  ειναι, εκει, και οι διαφορές :

εκεινος δεν κλειστηκε ποτέ σε στρατοπεδο συγκεντρωσης – πεθανε (ευτυχως) απο την αρρωστεια του – και τα χαρτια του μειναν αθικτα, και ασφαλη, στο σπιτι του – συνεπως οταν παραγγειλε στον φιλο του να τα καψει, εκεινος ειχε ολη την ανεση ή τη δυνατοτητα να τα διατηρησει (κι αυτο εκανε, για το καλο μας (εκανε και κατι μικρολογοκρισιες που βγηκαν προσφατα, αλλά γι’ αυτο θα πουμε – επειδη ειναι γενικοτερο φαινομενο κι αυτο πολιτισμου και πουριτανισμου και αυταρχισμου – σε αλλη αναρτηση : εκει που θα ψαξουμε τις ομοφυλοφιλες διαθεσεις του καφκα (θυμαμαι τωρα ας πουμε αυτο, κατα προσεγγιση) : «δυο αγορια στην παραλια ξαπλωμενα πανω στην αμμο : τα περνας μόνο με τη γλωσσα»)

το θεμα εδω ομως που μας ενδιαφερει ειναι οτι στα χαρτια του καφκα τα αντιστοιχα γραμματα της μιλενας δεν βρέθηκαν – αρα ο ιδιος ο καφκα τα ειχε καψει, ή πεταξει, οσο ζουσε και ηταν καλα στην υγεία του / για το οτι φροντιζε παντως σχολαστικα για τα παντα που τον ενδιεφεραν δεν εχουμε καμμια αμφιβολια, γιατι (πολυ μετα τον χωρισμο τους) εστειλε στη μιλενα ολα τα ημερολογια του (να τα φυλαξει κι αυτα…)

εκεινη δεν ηταν αρρωστη – και δεν ηταν ουτε και εβραια – ενω ειχε την τυχη που κανονικα θα περιμενε εκεινον : εζησε στο στρατοπεδο (αν και πεθανε απο «αλλη» αρρωστεια εκει – δεν προλαβανε να την εξαερωσουνε – εχουμε μαλιστα τη ζωη της ως εγκλειστη, απο την μαργκαρετε μπούμπερ νόϋμαν που επεζησε, και τα εγραψε)

συνεπως μπορουμε μετα βεβαιοτητος να πουμε οτι η μιλενα αφησε τα χαρτια της ταχτοποιημενα στο σπιτι της : και μεσα σ’ αυτα ηταν τα γραμματα που της ειχε στειλει (επι δυο χρονια περιπου, τοσο κρατησε αυτο) ο καφκα (περιττο να πουμε οτι σώθηκαν ολα και (ευτυχως) και τα ημερολογια)

επομενως σ’ αυτην χρωσταμε την αλληλογραφια τους – που την εχουμε ομως φυσικα μισή – διοτι ο καφκα καταστρεψε τα δικα της γραμματα, ειπαμε, δυστυχως και κριμα (αυτο ομως βασικα αφορουσε γενικως, και τελικως και αρχικως μόνο τον ιδιο, εμεις δεν παιζαμε σ’ αυτο το παιχνιδι, ουτε μας ηξερε ουτε τον ενδιαφεραμε – ουτε και ειχε φανταστει οτι μπορει να ενδιαφερομαστε : η πραξη της καταστροφης ητανε ενας αυταρχισμος, και μια σκληροτητα ή μια βοηθεια, του ιδιου προς τον εαυτο του, ενας τροπος να λυσει ενα προβλημα που τον βασανιζε, και αποφασισε να το ξεχασει)

αν η μιλενα ηταν – και πόσο, και, κυριως πώς – ερωτευμενη δεν το ξερουμε, εχουμε μόνο τις απαντησεις του καφκα στις περιγραφες της, και εχουμε και τις ελαχιστες φρασεις της οπως τις ξαναγραφει ο ιδιος σε μερικα γραμματα, κυριως για να παραπονεθει οτι τον παρεξηγει ή – σπανιοτερα – για να θαυμασει καποια της διατυπωση – συνηθως γραμμενη στα τσέχικα : τοτε της απανταει κι αυτος στα τσεχικα

αυτη η επιστροφη της μιλενας στη μητρικη τους γλωσσα εχει, παρεμπιπτοντως, κατι το ειρωνικα ξενο μεσα στην αλληλογραφια, κατι που ειναι ομως απο απλα χρησιμο εως οντως συγκινητικο, και κυριως κατι που εικονογραφει με μια ξαφνικη πολυχρωμια τη σχεση τους : τα τσεχικα ειναι μια ταυτοτητα την οποία ο καφκα απωθει και την οποία η ιδια αναμφισβητητα οχι απλως υποστηριζει αλλά και πολυ αγαπαει : αλλωστε γνωριστηκανε καθως εκεινη αποφασισε να μεταφρασει εργο του στα τσεχικα (οταν καπου βρηκε δημοσιευμενο το διηγημα ‘ο θερμαστης’) / αυτη ηταν και η πρωτη μεταφραση εργου του καφκα σε οποιαδηποτε ξενη γλωσσα /

θυμαμαι ας πουμε τωρα μια μεταγραφη που του στελνει της λεξης επιθυμια, λαχταρα («sehnsucht») στη μητρικη τους, εκδοχη που εκεινος επαναλαμβανει και ειναι καπως σαν «τούχα», λεξη που εμένα μού πηγαινει περισσοτερο προς την «καυλα» – χωρις να εχω ιδεα απο τσέχικα, παντως*

την τριπλη αυτη παντως σχεση του καφκα με την πατριδα του και τη γλωσσα του (και τον εβραϊσμο του) σε σχεση με τα γερμανικα την περιγραφει επαρκεστατα ο ελιας κανεττι**

απ’ αυτον μαθαινουμε (αν θελουμε να το δουμε, ο κανεττι δεν το τονιζει ιδιαιτερα) οτι το κατεξοχην θυμα του καφκα ηταν οχι η μίλενα αλλά αναμφισβητητα η φελίτσε : η οποία ουτε ερωτευμενη ηταν αρχικα ουτε τιποτα, ο καφκα κατι ειδε οταν την γνωρισε και αποφασισε να φτιαξει αυτην την ιστορια (η σχεση τους κρατησε μια πενταετια και περιελαβε και δυο αρραβωνες – και φυσικα και μια «δικη», οπως την  περιεγραψε δημιουργικοτατα ο κανεττι)

η αυταρχικοτητα αυτου του υπερευαισθητου (παιδιου ενος αυταρχικοτατου πατερα) αναδεικνυεται λοιπον ευκολοτερα μεσα ακριβως απο τη σχεση του με την πρωτη του αγαπημενη – στη σχεση με τη μιλενα δυσκολευομαστε να τη δουμε, οχι ομως οτι δεν τη βλεπουμε και καθολου – υπαρχουν εξαρσεις, κυριως οταν θεωρει οτι παρεξηγειται, οπου μεσα απο την θερμή ερωτευμενη μορφη τού περιπου εφηβου ξεπροβαλλει ξεδιαντροπα ο μπαμπας του (θυμαμαι τωρα εκεινα τα «μη μου γραφεις αλλο» και «σταματα να γραφεις» που ισορροπουν ειρωνικα αμηχανα και περιπου τραγικα με τα «το γραμμα σου η ευτυχια» και τα «δεν κοιμηθηκα, αντι να κοιμηθω σε διαβαζα»)

ισως βεβαια ο καφκα, οταν εφτασε να γνωρισει τη μεταφραστρια του, να ειχε παρει καποια μαθηματα στο μεταξυ – ή ισως η νοοτροπια της μιλενας (ανηκε σε κυκλους φεμινιστριων και ηταν σαφως, περα απο διαβασμενος, και χειραφετημενος ανθρωπος) να μην του αφηνε πολλα τετοια περιθωρια για (εντελει πολυ χοντρες) χοντραδες : ισως γι’ αυτο εξαλλου την ερωτευτηκε τοσο πολυ, κι ισως γι’ αυτο εξαλλου δεν την κερδισε κιολας ποτέ (ειναι χαρακτηριστικο για να μην πω και θλιβερο, οτι η κατεξοχην αιτια συγκρουσεων μεταξυ τους, το γεγονος δηλαδη οτι εκεινη δεν θελει να παρει διαζυγο απο τον αντρα της, λυνεται ως δια μαγειας δυο χρονια μολις μετα το τελος της αλληλογραφιας τους, τοτε που η μιλενα και χωριζει τον αντρα της, και παντρευεται εναν αλλον)

(παρενθετικα : ουτε της φελιτσε «σωθηκε» κανενα γραμμα – ο καφκα τα καταστρεψε κι αυτα – τα δικα του ομως παλι (πανω απο 500), οπως και η μιλενα ετσι και η φελιτσε θα τα εσωζε : θα τα ’παιρνε μαζι της στην αμερικη οπου θα καταφευγανε με τον, μετεπειτα και εκείνης, αντρα (ηταν, αμφοτεροι αυτοι, εβραιοι), και εκει, στη νεα υορκη, οταν βρεθηκε σε οικονομικη αναγκη θα τα πουλουσε σ’ εναν αμερικανο εκδοτη (αναμφισβητητα και παλι για το καλο μας)

(παρενθεση δευτερη : συμφωνα με τον κανεττι, μετα τη δίκη που υπεστη απο τους συγγενεις τής φελιτσε (και η οποία δίκη τον οδηγησε τελικα στη διαλυση του πρωτου αρραβωνα (θα επακολουθουσε ομως πολυ συντομα ο δευτερος)) ο καφκα σ’ ενα μηνα μεσα, αρχισε τη συγγραφη της δικής του «δίκης» : το παραθυρο που ανοιγει ξαφνικα εδω, οδηγει σαρδονια σε μια ολοκαθαρη θεα του λαβυρινθου απο την ανω–κατω ζωη στην ανω–ανω τεχνη)

(παρενθεση τριτη, και τελευταια : ο πιο εκτεθειμενος και λιγοτερο αυταρχικος (ή, απο μια αλλη αποψη, ο περισσοτερο (αν και καλυτερα κρυμμενος) αυταρχικος) καφκα, παντως, βρισκεται στο «γραμμα στον πατερα» : αυτο κι αν γραφτηκε για να μην το διαβασω – δεν γραφτηκε για να το διαβασει καν ο «πατερας» – οσο κι αν αυτο δεν ειναι και εντελως αληθεια : το «γραμμα στον πατερα» ανηκει σε κεινα τα γραφτα οπου διακρινεις στην ιδια την αρχη του τα λοξοδρομισματα τού απολυτως συνειδητού εργου τεχνης : γραφεται για συγκεκριμενο προσωπο το οποίο την ιδια στιγμη σβηνεται και καταργειται, καθως την ιδια παλι στιγμη βλεπεις να ορθωνει το αναστημα του μπροστα στον γραφοντα ο παγιος – και μοναδικος του – αναγνωστης : ο εαυτος του / και φυσικα ενω το γραμμα αυτο ο καφκα δεν το ’στειλε ποτέ, ουτε το πεταξε ουτε και το εκαψε ουτε και το εξαφανισε, παρα το κρατησε σχολαστικα στα χαρτια του).

(και μια εξομολογηση : και καθε φορά που διαβαζω αυτον τον μονολογο του καφκα μεσα απο τη μιση σωζομενη αλληλογραφια με τη μιλενα, και κοιταω και τα κειμενα της μιλενας που εκεινη δημοσιεψε οσο ζουσε, πρωτον μεν συνειδητοποιω καλυτερα πόσο εντελως ανομοιοι ειναι οι ανθρωποι, δευτερον πόσο δυσκολα ειναι τα πραγματα οταν αυτες οι ανομοιοτητες αποφασισουν να αλληλοερωτευτουν, τριτον δε (και το πιο ενδιαφερον για μενα) ειναι οτι – συμφωνωντας με την μιλενα – και βλεποντας την ολοζωντανη μπροστα μου, και συνδεοντας την ακριβως με αλλες γυναικες που εχω δει ολοζωντανες μπροστα μου, και εχοντας ακουσει την, πρακτικη και φεμινιστικη και λογικη φωνη της, να βγαινει με τους ιδιους περιπου ηχους απο τα δικα τους στοματα / συμπασχοντας δηλαδη απολυτως με την μιλενα / – διαπιστωνω οτι υφισταμαι ξαφνικα μια μεταλλαξη : χανω ξαφνικα το φυλο μου, και γινομαι εκεινος ανευ ορων : παραβλεπω τις σπαραχτικες του χοντραδες και πιανω την καρδια μου καθως τον βλεπω να καθεται στο τραπεζι του και να ετοιμαζεται να βαλει τα χερια του πανω σε αγραφα χαρτια.)

 

 

 

 

αν ομως μιλαμε για σωσιματα κειμενων, οφειλουμε να θυμηθουμε, πρωθυστερα ελαφρως ισως, αλλά πρωτα και κυριως την ελοΐζα – και σ’ αυτην επομενως να παμε τωρα καθυστερημενα, κανοντας μια επιστροφη περιπου χιλια χρονια πισω : η ελοΐζα λοιπον – και, στην περιπτωση αυτη, παρεμπιπτοντως μόνο ο αβελαρδος – : «παρεμπιπτοντως» οχι γιατι δεν εχει, και αυτος, σημασια, αλλά γιατι χωρις την ελοΐζα δεν θα τον ειχαμε ουτε αυτον ολοκληρον (θα ειχαμε μονο ο,τι θα ηθελε αυτος να μεινει απο την ιστορια – θα ειχαμε δηλαδη μια οχι απλως φτωχη αλλά και φτηνη και ευκολη εκδοχη της ιστοριας – της «δυστυχισμενης του ιστοριας», οπως επεδιωξε να την συντηρησει στον αιωνα ο ιδιος ως historia calamitatum)

θα ’ταν δηλαδη ενα κειμενο που εγραψε ενας αντρας στα 54 του χρονια (αυτο δεν θα πειραζε), ευρισκομενος ομως αλοιμονο πολυ μακρια πλεον απο τον ερωτα – στον οποίο θα απαντουσε θυμωμενα αλλά και απολυτως λογικα, εκεινη – και αυτη θα ηταν η ερωτικη «ιστορια» που για (πολλους) αιωνες θα ειχαμε μόνο, απο τους δύο :

τα οχτω δηλαδη γραμματα που ανταλλαξανε μεταξυ τους (πεντε εκεινού, τρια εκεινής), οταν ηταν πια χωρισμενοι, και ειχαν κλειστει και οι δυο ο καθενας στο μοναστηρι του (να υπενθυμισω οτι η ελοΐζα καμμια διαθεση δεν ειχε να καταληξει εκει, της το επεβαλε εκεινος – οπως της ειχε επιβαλει και τον καταστρεπτικο οπως αποδειχτηκε, και για τους δυο τους, γαμο) αυτα τα οχτω γραμματα θα ηταν για αιωνες το μοναδικο στοιχειο που θα ειχαμε απο την ιστορια τους

και θα ηταν μια ιστορια που θα την χρωματιζε το ανοικονομητο, και αλαζονικο, κειμενο εκείνου («ημουνα τοσο σπουδαιος τοσο νεος και τοσο ωραιος που ειχα οποιαν ηθελα, δεν τιθενταν θεμα να μ’ απορριψει καμμια»)

και δευτερευοντως μόνο η θυμωμενη και κατα διαλειμματα απαντηση εκεινής

η οποία εκλαιγε και θρηνουσε με σπαραχτικους λυγμους (εικονα που παραδιδει ευθαρσως ο ιδιος ο αβελαρδος) κατα την τελετη που χειροτονηθηκε καλογρια, καθως σηκωνε ψηλα το ευαγγελιο

αυτη που  δεχτηκε αυτη τη φυλακη μόνο και μόνο για να τον ευχαριστησει : φανταζομαι οτι φανταζοταν πως ηταν η τελευταια πραξη ευχαριστησης που μπορουσε να του προσφερει – κι ας ειχε κανει ολα τα λαθη εκεινος και κανενα λαθος αυτη

κι αυτη που του ειχε πει, εγκαιρως, «προτιμω να ειμαι πουτανα παρα παντρεμμενη / η σκροφα σου παρα η συζυγος σου»

και φυσικα εκεινη που στο πρωτο της γραμμα θα τον ρωτουσε, καθολου σαν καλογρια : «Ενα πραγμα πες μου. Αν μπορεις. Γιατι απο τοτε που μπηκαμε κι οι δυο στα μοναστηρια, που ηταν μια δικια σου αποφαση, με αγνοησες και με ξεχασες τοσο, που να μη μου δινεις ουτε μια μικρη βοηθεια μιλωντας λιγο μαζι μου οταν ερχοσουν εδω, ουτε την παρηγορια ενος γραμματος οταν δεν ερχοσουν ; »

(το αν μπορεις δειχνει βεβαια πόσο θυμωμενη ητανε, και πόσο συγγραφαρα ητανε : δεν τη φυλακιζεις ετσι μια ελοΐζα, κι υστερα να μην της κανεις ουτε μια επισκεψη στη φυλακη, οταν πας και επισκεπτεσαι τον δεσμοφυλακα ευχαριστως : εκεινη φυσικα και δεν ειχε καμμια δουλεια να κλειστει εκει μεσα, ειχε τον γιο της να φροντισει – κι ομως το ’κανε, για να του δωσει μια τελευταια ικανοποιηση, οτι αποκλειομενος αυτος απ’ τον ερωτα, αυτη δεν θα ’βλεπε αλλους : Αν μπορεις, λοιπον, απαντησε της.)

και φυσικα ηταν εντελει αυτη που θα τού εγραφε το ανειπωτο : «στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια βλεπω με τη φαντασια μου τον ερωτα που καναμε τοτε στην εκκλησία.»

προσωπικα, αν μου επιτρεπετε, δεν ξερω ανα τους αιωνες, μεγαλυτερη – και γενναιοτερη – ομολογια πραγματικα ερωτικης μαλακιας απο αυτην.

 

 

 

«κι ετσι τα κανω ολα στα ιδια μερη μαζι σου, κι ουτε στον υπνο μου δεν τα γλιτωνω» (και στην καθωσπρεπει γλωσσα των επιστημονων αυτο λεγεται αυτοερωτισμος (σελ. 67))

 

 

η ελοΐζα ειναι λοιπον σαφες οτι ειχε μυαλο και θαρρος, και δεν ητανε επουδενι η υποταγμενη μικρη ερωτευμενη, οπως θελησαν μεσαιωνες και αναγεννηση να την σταθεροποιησουν σαν εικονα – απο το πρωτο της γραμμα ηδη τού το θυμισε : «προτιμουσα εγω τον ερωτα απο τον γαμο, την ελευθερια απο τα δεσμα»

(το θαρρος εκείνου βεβαια το συζηταμε, αν υποτεθει οτι ειναι θαρρος να επιζεις μετα απο μια τετοια τιμωρια – κι αν ειναι θαρρος να τα σβηνεις ολα για να επιζησεις : «δεν ενιωσε ερωτα γι’ αυτην ποτέ, ο,τι υπηρχε μεταξυ τους ηταν μόνο λαγνεία», ειχε την ετοιμοτητα συνεπως αργοτερα να διακηρυξει – αλλά μια αποστροφη προς καθε τι σωματικο συνοδευει σιγουρα και ώς τα σημερα τους παντες : αυτος ο αυταρχισμος και η συνοδευτικη εκ των υστερων περιφρονηση προς τον ερωτα, επιζει ακομα και σ’ οσους δεν εχουν παρει χαμπαρι δηλαδη οτι κατι τούς εχει αποκοπει και, πιθανως, τούς λειπει)

(και μη μου πει κανεις οτι ειχε υποστει τετοιο πληγμα ο αβελαρδος, που δικαιολογουνταν να επιδειξει τωρα αυταρχισμο και κακους εως την απολυτη γαϊδουριά, τροπους – γιατι τους ειχε κι απο πριν : μερικες φορές πηδηχτηκανε ενω εκεινη δεν ηθελε ή δεν μπορουσε – ισως γιατι ειχε περιοδο (καποιες απο τις παρεξηγησεις τους την εποχη των ραβασακιων, προερχοντουσαν μπορει (το υποστηριζουν και οι ερευνητες) απ’ αυτο) : και ενας φιλοσοφος της τοσο αδιαπραγματευτης λογικης (υποστηριζω εγω, που δεν ξερω παρα μόνο τη δική μου ζωη) μπορουσε να βαλει τη φιλοσοφια υποτιθεται πανω απ’ τ’ αρχιδια του / αλλά ας φυγουμε απ’ αυτην την εποχη της δυστυχιας : παμε λοιπον στα ραβασακια.

 

 

 

 

 

η σωτηρια του ερωτα

 

τριακοσια χρονια μετα τη μεσαιωνικη ιστορια τού 1100, εχοντας μπει δηλαδη για τα καλα στην αναγεννηση, ενας καλογερος συγγραφει εγχειριδιο επιστολικης τεχνης (συνηθιζονταν τοτε αυτα : πώς ξεκινας ενα γραμμα, πώς χαιρετας, πώς αποχαιρετας, κλπ) / ο ανωτερω λοιπον μοναχος johannes de vepria, κατα τις ερευνες του το 1471 στο μοναστηρι τού clairvaux, πεφτει πανω σ’ ενα χειρογραφο οπου παρατιθεται ο, μαλλον ερωτικος, διαλογος δυο ατομων – και αρχιζει να αντιγραφει τις προσφωνησεις και τους χαιρετισμους τους για το δικο του βιβλιαρακι – ωσπου στην πορεια γινεται κατι καταπληκτικο : ο μοναχος μας παρασυρεται απο το περιεχομενο της αλληλογραφιας κι αρχιζει να αντιγραφει μεγαλυτερα αποσπασματα – εχει ηδη πειστει οτι προκειται για εραστες κι ετσι, μετα απο καθε γραμμα βαζει σε παρενθεση το φυλο τού γραφοντος : (mulier) αν το γραμμα ειναι της γυναικας, και (vir) αν αντιγραφει απο γραμμα τού αντρα : ουτε ονοματα υπαρχουν, ουτε ιχνος προσπαθειας ανευρεσης των προσωπων πισω απο τα γραμματα, και πολλες φορες ο βέπρια δεν διακρινει καλα πού τελειωνει το ενα γραμμα και πού αρχιζει το άλλο : σημαδι οτι αντιγραφει απο ενα χειρογραφο που τα εχει ολα τροπον τινα κολλημενα και συνεχομενα (αλλωστε ενας φανατικος για γραμματα μοναχός ητανε, με οχι ευκαταφρονητες παντως φιλολογικες φιλοδοξιες – οι ειδικοι θαυμαζουν τη σχολαστικοτητα του)

ο βέπρια, που αντεγραψε συνολικα 113 αποσπασματα, επιγραφει τελικα το ολο κεφαλαιο τού βιβλιου του «απο τα γραμματα δυο εραστων» (‘ex epistolis duorum amantium’)

(η ανακαλυψη της historia calamitatum ειχε γινει νωριτερα, σχεδον στην εκπνοη του μεσαιωνα οπως τον ξερουμε, εκατο χρονια μολις μετα τη συγγραφη της και απο τους δύο, και ειχε χρησιμοποιηθει σαν υλικο για διαφορους μεσαιωνικους ερωτικους μυθους επη και κυκλους – απο κει μάς ειχε μεινει το ονομα των δύο – αλλά μάς ειχε μεινει και μια μισή, πώς να το κανουμε, αντιληψη γι’ αυτην την ιστορια : το βαρος ειχε πεσει στις δυστυχιες του αβελαρδου, και η ελοΐζα ειχε μεινει σχεδον αφελης, περιπου αχρωμη, μαλλον απεχθης, και ασφαλως παρεξηγουμενη – (δεν ηταν, μεταξυ μας, και πραγματα αυτα που εγραφε, εκει στα τρια της (αρκετα εκτενη) γραμματα («μας βλεπω να πηδιομαστε μεσα στην εκκλησία» και «προτιμουσα να ’μαι η πουτανα σου», καθολου ωραια, ουτε κατανοητα πραγματα αυτα, ουτε για τον μεσαιωνα ουτε για την αναγεννηση – ουτε και για σημερα θα ’λεγα αν μου επιτρεπετε))

τα ραβασακια ομως (που οδήγησαν σ’ εκεινα τα 113 αποσπασματα) ηταν μια εντελως αλλη ιστορια – κι αυτη η ιστορια εχει και πλακα και ενδιαφερον – γιατι δειχνει πολυ ζωντανα πώς ζωντανευουνε οι νεκροι : και απο ποση τυχη αποτελειται η περιωνυμη αντικειμενικοτητα της ιστοριας

πριν παμε ομως στην ανακαλυψη των ραβασακιων (που εγινε σχετικα στα χρονια μας) και στα (οσα απ’ αυτα) μας εσωσε ο βεπρια (και μεχρι σημερα δεν εχουμε άλλα), θελω να πω κατι :

αυτο που εκανε η ελοΐζα, καθως αντεγραφε και κρατουσε (για την ιδια – να μην το ξεχναμε ποτέ αυτο) τα ραβασακια, ειναι κατι που μόνο ενας ανθρωπος που εχει υπαρξει ερωτευμενος μπορει πιθανως να το καταλαβει – ομως, απο την αλλη, ενας που δεν εχει υπαρξει ερωτευμενος δεν μας ενδιαφερει κιολας στην παρουσα περιπτωση : μ’ αυτη την εννοια, τονιζω οτι αυτο που καταβαθος εκανε η ελοΐζα δεν ηταν παρα μια επιδειξη του ιδιου της του ερωτα προς τα λογια του ερωτα, και μια διακηρυξη της αποψης οτι τα λογια στον ερωτα ταυτιζονται μαζι του και ειναι πανω του κολλημενα : γι’ αυτο και δεν ηθελε, ή δεν μπορουσε, να τα αποχωριστει : τα αντεγραφε λοιπον για να της μεινουν : για την ιδια τα ηθελε, σταθερα και αναλλοιωτα)

κι ακομα κι οταν – χρονια μετα, και απ’ ολες τις φρικες μετα, θυμωσε (τοσο πολυ) με τον αβελαρδο, δεν τα εσβησε τα γραμματα του : η ελοΐζα δεν τα εσκισε και δεν τα πεταξε απο το αρχειο της, αυτο το χαρτι που εκρυβε μεσα στο βιβλιο στο μοναστηρι : οχι, η ελοΐζα κρατησε και τη φωνη της και τη φωνη του.

 

 

 

παντως η ανακαλυψη της καθημερινης αλληλογραφιας τους στα χρονια των ερωτων (αυτα τα ραβασακια δηλαδη που πηγαινοερχονταν με διαφορους υπηρετες, γραμμενα πανω σε πινακιδες απο κερι – κατι σαν τις πλακες με την κιμωλια που γνωρισαμε καποιοι παιδια (κι οπου αυτος που το ’παιρνε το διαβαζε κι υστερα το εσβηνε – και εγραφε πανω εκει το δικο του) – (και των οποίων το μυστικο για τη σωτηρια ηταν τοσο απλο, οσο η (ακουραστη ; ) διαθεση της ελοΐζας να τα αντιγραφει σ’ ενα χαρτακι) (τον μεσαιωνα οι ανθρωποι επικοινωνουσαν ετσι, ξαποστελνοντας ο ενας στον αλλον σημειωματα – στα λατινικα παντα, γιατι αυτη ηταν η γλωσσα των εγγραμμάτων – διοτι δεν υπηρχαν τηλεφωνα, ουτε κινητα ουτε ακινητα (απο την ελοΐζα εχουμε καποια στιγμη και την επιπλεον ενθαρρυνση στον αβελαρδο : «ο,τι θελεις γραφε μου, οι υπηρετες δεν ξερουν λατινικα»)), ηταν, στην πιο κυριολεκτικη κυριολεξια που μπορω να σκεφτω, μυθιστορηματικη :

στα 1980 ο κυριος constant j. mews φιλολογος νεοζηλανδος που μελετουσε τη θεολογια και τη λογικη του αβελαρδου στο παρισι και την οξφορδη, επεσε πανω σε μια λατινικη διατριβη που ειχε περασει απαρατηρητη και η οποία περιειχε τα γραμματα δυο ερωτευμενων : ηταν μια σχολαστικη εκδοση του χειρογραφου του βεπρια που ειχε γινει καμμια δεκαετια πιο πριν

(διοτι το χειρογραφο του βεπρια, με τα ραβασακια, ειχε μεινει κι αυτο αγνωστο και αφανες ολους αυτους τους αιωνες και η μόνη καλη του τυχη ηταν οτι κατα τη διαρκεια της γαλλικης επαναστασης μεταφερθηκε μαζι με καμμια χιλιαδα άλλα χειρογραφα απο το μοναστηρι του κλαιρβώ στην πολη τρουά – και ετσι σωθηκε)

καμμια δεκαετια λοιπον πιο πριν : δηλαδη καπου γυρω στα 1970 ενας γερμανος φοιτητης ο ewald könsgen ετοιμαζοταν για τη διδακτορικη του διατριβη και κατα προταση του επιβλεποντα καθηγητη του, μεσαιωνολογου και λατινιστή dieter schaller, αποφασισε να καταπιαστει με την εκδοση του λατινικου κειμενου των ερωτικων επιστολων που ειχε διασωσει ο βεπρια

η διατριβη εκδοθηκε το 1974 και ο κένσγκεν παρουσιασε τα γραμματα των δυο εραστων με ενα (ενδιαφερον οπωσδηποτε) ερωτηματικο στον υποτιτλο : «γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας ; »

αλλά το αφησε εκει : φιλολογος ητανε και αυτο που τον ενδιεφερε ητανε να παρουσιασει αψογα ενα λατινικο κειμενο – οι ερωτησεις μπορουσαν να απαντηθουν πιθανως απο αλλους –

κατι που θελησε ομως να τονισει ητανε πως (σαν καλος λατινιστης, ειχε δει και ειχε πειστει για το οτι) οι δύο ανταλλασσοντες αυτες τις επιστολες ητανε διαφορετικα προσωπα : ουτε τα λατινικα τους ουτε το υφος τους ηταν το ιδιο – αρα δεν επροκειτο για «ρητορικο γυμνασμα» καποιου μεσαιωνικου σχολαστικου, απ’ αυτα που πολυ συνηθιζοντουσαν τοτε, αλλά επροκειτο σαφως για γραφτα δυο διαφορετικων ανθρωπων με διαφορετικη ψυχοσυνθεση – και το αφησε, ειπαμε, εκει

και εκει ειναι που μπηκε ο νεοζηλανδος (που στην πραγματικοτητα ητανε αγγλος) constant mews, στη σκηνη :

ο ανθρωπος γοητευτηκε απο τα ραβασακια, και το περιγραφει λιτα, ως ψυχρος λατινιστης : «τη στιγμη που συναντησα το κειμενο, και τα λογια του και τις ιδεες του, ενιωσα μια ανατριχιλα στη ραχοκοκκαλια μου».

και ετσι λοιπον το 1999 εκδιδονται «τα χαμενα ερωτικα γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας», απο τον mews, χωρις ερωτηματικο πλεον στον τιτλο

και για να ολοκληρωθει το μυθιστορημα να πω οτι λιγα χρονια αργοτερα (το 2003) εκδιδεται το βιβλιο του james burge «ελοΐζα και αβελαρδος» (ετσι, μ’ αυτη τη σειρα) απ’ οπου εμαθα για τα ραβασακια (χαρη σε ενα αρθρο στο χρησιμοτατο nyrb που μ’ εκανε να ξεκινησω να το παραγγειλω τρεχοντας – τρεχοντας, και μην ξεροντας τιποτ’ αλλο για την ιστορια, παρα μόνο οτι επρεπε να τρεξω)

και επειδη κοντευω πλεον και να πεισω με τοση σχολαστικη πολυλογια τον εαυτο μου οτι ειμαι και φιλολογος, ας κλεισω αυτην τη βολτα ανα τους αιωνες με μια βοηθεια απο την ιδια την ελοΐζα, βοηθεια δηλαδη εναντιον οσων αμφισβήτησαν την σιγουρια του mews οτι οι δυο τους, με τον αβελαρδο, αντι να συζητανε μόνο φιλοσοφια, και να γραφουνε μουσικη, γραφανε και μετα μανιας ο ενας στον αλλον :

και εκλεινε το πρωτο γραμμα της στον αβελαρδο, εκεινο το θυμωμενο, την πρωτη της απαντηση στην ιστορια της δυστυχιας του, με μια αναφορα ακριβως σε κεινα τα ραβασακια που ανταλλαξανε εν αφθονια την εποχη των ερωτων τους :

 

«με επνιγες σε ατελειωτα γραμματα … αντιο, μοναδικε μου.»
«crebris me epistolis visitabas … vale, unice.»

 

 

 

«στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια μάς βλεπω που πηδιομαστε τοτε στην εκκλησία» ειπε αυτη, και εδω εχουμε την ιδια περιγραφη απο  εκεινον – προστιθεμενης μιας εκφραστικης λεπτομερειας για την γωνιά στην τραπεζαρια του μοναστηριου, και προστιθεμενης και της ηθικολογιας πλεον εκείνου «θυμασαι πόσο χυδαια συμπεριφερθηκαμε» – λιγο παρακατω η πολυ δυσαρεστη (για μενα εννοω) υπομνηση εκ μερους του για την ενιοτε χρηση, ή απειλη χρησης, βιας εναντιον της (δεν ξερω αν η ελοΐζα δεν το αναφερει αυτο απο μεγαλοθυμια, ή επειδη πραγματικα το θεωρησε δευτερευον – ή, απαντωντας στην δική του historia, εδω τουλαχιστον τον λυπηθηκε) (σελ. 347)

 

 

 

αλλά πρεπει να κατέβη κανείς πολυ πιο κατω (σαν του ιουλιου βερν το ταξιδι στο κεντρο της γης ειναι αυτο ή σαν το χωνι της κολασης του δαντη – διακοσια χρονια μετα απ’ αυτην θα γραψει αυτος) για να δει εστω και απο μακρια την αρχικη εικονα τού πραγματος : δεν παμε προς τα πισω, δεν υπαρχει μπρος και πισω (ποτέ τών ποτών), παμε προς τα κατω μόνο : εχει εναν κοπο και μια δυσκολια αυτη η μεταβαση, που καταληγει σε μια ακκιδα και μια στιγμη οι οποίες αχνοφεγγουν σαν κοκκινες και κιτρινες ταυτοχρονως – ειναι ισως το δωματιο της : δεν μπορω να δω ακριβως τι κανει, σηκωνεται ισως απο το κρεβατι και καθεται σ’ ενα απο αυτα τα περιεργα τραπεζια που εχουνε τοτε,  σαν ορθια, σαν υπολογιστες, και πιανω την καρδια μου για μια στιγμη καθως τη βλεπω να πιανει ενα αγραφο χαρτι για να γραψει – δεν υπαρχει ιχνος αβελαρδου εκει, παρα μόνο στη δικη της καρδια μεσα και τη δικη της σκεψη πανω : εγω αυτο που προσπαθω να καταλαβω ειναι πώς ακριβως το κανει :

υπαρχουν δυο πιθανοτητες : η πρωτη ειναι οτι γραφει στο χαρτι αυτο που θελει να πει, κι επειτα, γελωντας λιγο ισως, το αντιγραφει πανω στην κερινη πινακιδα : η αλλη ειναι οτι το γραφει πιο αυθορμητα κατευθειαν στην πινακιδα κι απο κει το αντιγραφει μετα στο χαρτι για να το κρατησει / φωναζει τον υπηρετη και το στελνει / ο υπηρετης ερχεται μετα απο ωρα και της ξαναφερνει πισω την πινακιδα – εχει τωρα γραμμενο πανω της το ραβασακι εκεινού ενω το δικο της εχει σβησει / δεν ξερω αν ειναι στο κρεβατι οταν περιμενει ή τριγυρναει στο δωματιο : παιρνει την πινακιδα, την ανοιγει, διαβαζει : πιανει την καρδια της πιανει και το μουνι της πιανει και τον εαυτο της ολοκληρο, και πιανει κι ενα χαρτι : παει στο γραφειο και αντιγραφει στο αρχειο–χαρτι προσεχτικα το καινουργιο μηνυμα εκείνου : το αρχειο ειναι σαν εκεινα τα αρχαια ρολλα, μακραινει, κι ολο μακραινει, κι ειναι αυτο που θα βρει, αντιγραμμενο ισως απο εναν αλλον πιο πριν, τριακοσια χρονια μετα, ο βεπρια :  τυλιγμενο σφιχτα και κρυμμενο στη ραχη μαλλον, ενος άλλου, θρησκευτικου ισως βιβλιου στο μοναστηρι : πόσες αντιγραφες λοιπον στο χαρτι

και δεν εχει γραψει πουθενα το ονομα της, ουτε το ονομα εκεινου, δεν τα φυλαξε αυτα τα πολυτιμα και δεν εκανε τοσο κοπο ουτε για μενα ουτε για σενα, μην κολακευομαστε : τα εκανε ολα γι’ αυτην – κι οταν πηγαινει στη βιβλιοθηκη τού μοναστηριου (τα χρωματα εχουν αλλαξει, τωρα ειναι καφεπρασινα) κλεινει ολες τις πορτες προσεκτικα, βγαζει το ρολλο και διαβαζει : ξερει πολυ καλα τι διαβαζει, δεν χρειαζεται να βαλει ουτε τιτλους ουτε συγγραφεις : και φυσικα δεν κοιταει καθολου προς το μερος μου, δεν την ενδιαφερω : διαβαζει αλλά δεν ξαναγραφει τιποτα : μόνο οταν εκεινος της στελνει την ιστορια του, νιωθει εναν απιστευτο θυμο και ξαναπιανει παλι ενα χαρτι : και, Απαντησε μου, του λεει – αν μπορεις / το αν μπορεις το εγραψε συνειδητα, ειναι απιστευτα καλη συγγραφεας και ξερει τι λεει : δεν αμφισβητησε ποτέ τη δυναμη του, ουτε οταν εμεινε χωρις αρχιδια, τωρα μόνο μετα απ’ αυτην την πλημμυρα ψεμματων τον βλεπει στο βαθος ενος άλλου χωνιού, χιλιομετρα κατω απ’ αυτην, πολυ μικρον : τωρα ειναι μονη της δηλαδη πραγματικα μοναχη

και θα ζησει ετσι καμποσα χρονια ακομα, πολλα μετα τον θανατο εκεινού.

 

 

 

 

μερες εγκλεισμου λοιπον σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως :

οπως τα κανονικα γραμματα των αιωνων που πέρασαν : που ξεχναμε πώς ηταν : δεκα χρονια γραψιματων στον αερα του ιντερνετ και νομιζουμε οτι εξαφανισαν απο τη μνημη μας κατι χιλιαδες χρονια γραψιματος που θεωρουσαν αυτονοητη τη διαμεσολαβηση του μολυβιου και του χαρτιου, του ταχυδρομου, των ταχυδρομειων, του ποστ–ρεσταντ, του χρονου, της αναμονης, της χαρας, της απελπισιας, της κέρινης πινακιδας, του χρονου, και τελικα και των κακόμοιρων των υπηρετών

γιατι σημερα κανείς δεν μπορει ουτε να σωσει ουτε να εξαφανισει τιποτα : δεν χρειαζεται, αλλά και δεν γινεται : ειναι ολα σωσμενα ειτε το θελεις ειτε οχι – και προς τις δύο κατευθυνσεις

(μετα θανατον εμαθα απο πρωτο χερι οτι ενα φιλικο μου προσωπο που εζησε σε εποχες κατα τις οποίες η αλληλογραφια θεωρουνταν (μεταξυ των εγγραμματων ταξεων τουλαχιστον) ενα γεγονος φυσικο, ειχε διατηρησει στο αρχειο του οχι μόνο τα γραμματα που ειχε παρει αλλά και τις δικες του απαντησεις στο προχειρο : καταπληκτικη – και πολυ χρησιμη για τους ιστορικους του μελλοντος – μεθοδος (που, οπως και να το κανουμε, εμπεριεχει μερη απο τη λογικη, ισως και τη διαθεση, της ελοΐζας) μεθοδος που σημερα θα ηταν σωτηρια (για μας) αν ανηκε και στις συνηθειες της μιλενας)

γιατι σημερα μόνο μια καταστροφη ολικη των αρχειων των σερβερ, και πώς διάολο τα λενε αυτα τα τεχνικα, και των κτιριων των σερβερ, και του πλανητη ολοκληρου – και οχι απο εναν ιο, θα χρειαζοταν κατι παραπανω – μπορει να εξαφανιζε τις τροπον τινα αυτες αλληλογραφιες στους στριμωγμενους διαδρομους του ινμποξ – και παλι οχι, αν καποια ελοΐζα, σχολαστικη και επίμονη, και πιθανως ερωτευμενη με την ιδια της τη ζωη (οπως εκεινη χιλια χρονια πριν) τα εχει διασωσει στον δικο της σκληρο δισκο

αυτο το ευκαμπτο χαρτακι, πολυ σκληρη μνημη αυτη, αυτη η χαρτινη,

αυτη η άλλου ειδους μνημη.

 

 

 

 

σημειωσεις :

*σημειωση για τα τσεχικα που αναφερω : σ’ εκεινο το γραμμα ο καφκα της γραφει : «Ich werde also die Frage “strach – touha” (“Angst – Sehnsucht”) beantworten»
(σελιδα 80 τού pdf)

**καφκα / ελιας κανεττι «η άλλη δίκη»

τα γραμματα του καφκα στη μιλενα

ενα γραμμα της μιλενας (κατι σαν ψυχαναλυση του καφκα : για τον μαξ μπροντ)

καφκα ημερολογια (λογοκριμενη, αρχικη εκδοση μαξ μπροντ)

το βιβλιο του james burge

το βιβλιο του constant mews

αβελαρδος, ιστορια

στοιχεια για την απαντηση της ελοΐζας στην historia του αβελαρδου

για τον γιο τους τον αστρολαβο την ταυτοτητα του, την εκκλησιαστικη και πολιτικη του καριερα

πινακιδες με κερι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1 Σεπτεμβρίου 2019

το σπηλαιο της αναισθησιας

 

 

 

 

η απεχθεια μου για τον πλατωνα βασιζεται σε παρα πολλα πραγματα, αλλά στο παραμυθακι του της σπηλιας συμπυκωνονται ισως τα περισσοτερα απ’ αυτα – ομως πριν συνεχισω για εναν ανθρωπο που δεν μ’ αρεσει και που δεν αγαπω (αρκετα πρωτοφανες θα ελεγα αυτο για τους εδω κηπους) θα ’θελα να ξεκαθαρισω οτι δεν (θα) ειναι αυτο ενα κειμενο για τον πλατωνα, διοτι τοτε θα ’πρεπε να το κανω και λιγο μεγαλυτερο – ειναι απλως ενα κειμενο που ξεκινησε απο μια σκεψη του βιτκενσταϊν. που ετυχε να διαβασω προσφατα και που μού θυμισε την «σπηλια» τού π., καθως επισης (μού θυμισε) και το πόσο αντιπαθω εξισου και τον κυριο β.

 

επισης, πριν συνεχισω θα πρεπει να ομολογησω οτι οταν απεχθανομαι πολυ εναν ανθρωπο, μού ειναι αδυνατο να τον διαβασω πραγματικα : ετσι, παρ’ολο που πηρα οταν πρωτομπηκα στο πανεπιστημιο να τον διεξελθω (και μαλιστα απο μεταφραση ειχα να διαβασω μόνο τον συκουτρη (τον ειχα ηδη απο την πατρογονικη βιβλιοθηκη για να πω την αληθεια αυτον) (τα άλλα τ’ αγορασα μόνη μου απο την «οξφοδη» που δεν εχει μεταφραση : ηταν ομως ακομα προσφατο το σχολείο, και η περιρρεουσα αποψη, φροντιστων καθηγητων και ημων των ιδίων, οτι ο πλατωνας δηλαδη ητανε ευκολος (σε αντιθεση π.χ. με τον θουκυδιδη) : και συνεπως θα ειμαστε τυχερες  αν μας επεφτε αγνωστο θεμα απ’ αυτον στις εξετασεις για τις σχολες

 

(η αληθεια ειναι (για να κουτσομπολεψω και λιγο) οτι απ’ αυτον μάς επεσε, εγραψα επομενως μαλλον καλα αφου πηρα ετσι και τα ουρανοκατεβατα λεφτα της υποτροφιας – (μόνο εκθεση δεν μπορεσα να γραψω καλα, ειχα εξαλλου και μια λόξα να μη θελω να γραφω καλα, δεν μπορουσα αλλωστε κιολας να γραφω καλα – επομενως λογικα εχασα την πρωτη θεση, αλλά δεν ειχε σημασια, οι δεκα πρωτοι παιρναν ολοι τα (ουρανοκατεβατα ή οχι – καποιοι δηλαδη ξεραν οπως εμαθα αργοτερα οτι υπηρχαν) : τα λεφτα της υποτροφιας τα πηραμε λοιπον ολες ετσι κι αλλιως) και κλεινει εδω το κουτσομπολιο))

 

θα πω λοιπον μερικα αυθαιρετα δικά μου (αυθαιρετα διοτι δεν προκειται ουτε να βαλω σημειωσεις απο πού τα πηρα, ουτε να κατσω να τα εξηγησω ιδιαιτερα – τα λεω για μενα και για οποιαν αλλη πιθανον (θα) θελει να διασκεδασει – και ουτε προκειται να ξαναπαρω τα βιβλια τωρα για να κατσω να επαληθευσω τις διατυπωσεις : τα λεω οπως τα θυμαμαι απο τοτε που τα διαβασα για πρωτη και, κατα κανονα, για τελευταια φορά)

 

 

 

 

 

Ο πλατωνας λοιπον, για να  ξεκινησω ετσι χοντρικως και χονδροειδως, ειναι (κι ας μην ομολογειται γενικως, εγω το ξερω και το λεω – κι ας με πιστεψουν οσες θελουν – και οσες μπορουν) ειναι και αποτελει το κεντρο της ανδροκρατιας, το κεντρο και την κορυφη της πατριαρχιας του μισογυνισμου και της θεωρητικης και φιλοσοφικης (και εμπρακτης τελικα, μια που «και η σκεψη πραξη ειναι» που ’πε κι ενας αγαπημενος γερμανος) της θεωρητικης και φιλοσοφικης λοιπον καταδίκης του ερωτα : και απ’ αυτην ακριβως την αποψη πιστευω οτι ο πλατωνας προετοιμασε θαυμασια τον χριστιανισμο – εχουν επομενως δικιο οσοι καταφευγουν στο ιδεολογημα του «ελληνοχριστιανικου» αποτετοιου – διοτι δεν προκειται ακριβως για ιδεολογημα, ειναι η ζοφερη πραγματικοτητα, για την ελλαδα και τις υπολοιπες χωρες του πλανητη, τουλαχιστον τις δυτικες

 

επειδη ομως ειναι και πολυ καλος συγγραφεας – για να πουμε την αληθεια ειναι ενα θαυμα στην πεζογραφια ο κυριος, απο μια συγκεκριμμενη αποψη – και πιθανως το υποψιαζεται και επομενως το χρησιμοποιει με οση χαιρεκακια διαθετει – και διαθετει μπολικη – επιχειρει επομενως και τολμαει να τ’ αγγιξει ολα με ανεση, και, αν μπορει (ελπιζει οτι μπορει – και  η ιστορια εδειξε οτι μπορει) να τα καταδικασει ολα, τα σχετικα με το σωμα μας, τελειωτικα –

 

το μπορεσε καταρχας διοτι ητανε, ειπαμε, ευφυης στην πεζογραφια (οχι στους τυπικους διαλογους του ( : εκει εξευτελιζει εντελως την ιδια την εννοια της διαλεκτικης – οπως ειχε ηδη προσεξει το μικρο (και ενιοτε εντελως ανευ χιουμορ) κοριτσακι που ημουνα καποτε – μια φορα το ειπα μαλιστα στην ταξη μας στη δασκαλα μας του γυμνασιου (καναμε αν θυμαμαι τον «πρωταγορα») : «ο σωκρατης κυρια, αυτος ειναι ομως που φερεται σα σοφιστης, αυτος μπερδευει, παραπλανα και εξευτελιζει τον διαλογο» (παραβλεπω εδω, και προσπερναω με επιεικεια, τη χειριστη γνωμη που μας ειχανε φυτεψει για τους σοφιστες – δεν μπορουμε να τα προβλεψουμε και ολα –) και εισεπραξα ενα «κατσε κατω σταθατου, δεν ξερεις τι λες», ακολουθουμενο απο βροντερους γελωτες – σκασιλα μου βεβαια ελαφρως, για να μην πω οτι γελασα επισης με τον εξωφρενων θυμο της και τις κοκκινιλες της, αστειοι ανθρωποι ενιοτε αυτοι οι εντελως αδιαβαστοι και αμορφωτοι, και ανεραστοι και ασωματοι (θα επανελθουμε στο ασωματο γι’ αυτο το βαζω), καθηγητες))

 

 

 

 

 

 

το συμποσιο ομως ειναι ενα κατεξοχην μυθιστορηματικο εργο, κι ας ποζαρει για διαλογος (ειναι κι αυτο ενα απο τα ευφυη πεζογραφικα του κολπακια) και δεν υπαρχει ιχνος εκει απο τους συνηθισμενους εξευτελιστικους τής εννοιας τού διαλόγου διαλόγους (εξευτελιστικους εντελως : «ετσι δεν ειναι ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος, «ετσι ειναι βεβαιως» να απανταει ο παντα αφελης μαθητης / «μηπως εχεις αντιρρηση ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος «προς θεου οχι» να λεει ο παντα αφελης μαθητης / κλπ, κλπ) : εδω αντιθετα εχουμε αλλεπαλληλες αφηγησεις, παραλληλες και διασταυρούμενες, μεσα σ’ εναν κυκλο φιλων, λιγο–πολυ ισότιμων και ομότιμων και εντελως ανέντιμων στην αντρολαγνεία τους, και μεσα σ’ εναν ενιαιο χωρο οπου ολοι καθονται και τρων και πινουν και συμβαινουν και απροσδοκητα να πουμε, οπως η εισοδος του μεθυσμενου αλκιβιαδη και η ερωτικη του εξομολογηση προς τον σωκρατη (δυο περιβοητοι μισογυνηδες που θριαμβευουν ετσι, ο καθεις με τον τροπο του) – και ακομα και η μοναδικη εισοδος της μόνης γυναικας στην παρεα γινεται μεσω αφηγησης του αφηγούμενου – δεν υπαρχει πραγματικη γυναικα πουθενα – αλλά και η ιδια η διοτιμα δεν ειναι καν γυναικα, ειναι δηλαδη η γυναικα οπως την θελουνε οι αιωνες που ηδη εχουν ερθει κι οι αιωνες που θά’ρθουνε, «ιερεια», ορκισμενη στη θρησκεια αυτων των αντρων, οπως τη θελει η θρησκεια αυτων των αντρων – και ηδη το «ιερο» ειναι το υπουλοτερο οργανο του μισογυνισμου της αντροκρατιας : η «διοτιμα» (μεσω της αφηγησης δηλαδη του σωκρατη) οχι μόνο δεν την αρνειται αλλά την επεκτεινει και την εμπλουτιζει –

 

αλλά αρκετα για το συμποσιο – αυτο θελει αλλη αναρτηση : για την πεζογραφικη του αξια ομως μπορω να πω (με το χερι στην καρδια, και το μουνι) οτι το εργο ειναι (θα μπορουσε να πει κανείς) η αρχη και η μεση και το τελος της πεζογραφιας ανα τους αιωνες (που ηρθαν και θά’ρχονταν), ασχετως εννοω του περιεχομενου – περιεχει δηλαδη τα παντα ως κειμενο, και το μοντερνο, και το μεταμοντερνο, και ο,τι αλλο θες – : απο αποψη πεζογραφικη δηλαδη το «συμποσιο» ειναι η συνοψη του μυθιστορηματος εν κινησει : ποιος θα μπορουσε να προβλεψει καλυτερα τη διαπραγματευση του 1ου ή του 3ου προσωπου στην αφηγηση, τους ελιγμους της αφηγησης της ιδιας  ; Ενας συνανταει εναν, τυχαια στον δρομο, και του ζηταει να του αφηγηθει κατι που του ειπε ενας αλλος, τυχαια στον δρομο, κι αυτος του λεει πως ο,τι (νομιζει οτι) ξερει ειναι απολυτως ανακριβες διοτι αυτος που ειχε παρευρεθει στο γεγονος και τού το αφηγηθηκε, του αφηγηθηκε προ χρονων πολλων πραγματα που ειχανε γινει προ χρονων πολλων – και παντως εντελει τού λεει τι εγινε σε κεινο το παρτυ, με το νι και με το σιγμα : σοβαρες ενστασεις επομενως για τη μνημη του – αλλά και για την πιστοτητα της μεταφορας (απο το 1ο στο 2ο στο 3ο προσωπο) μπορουν να εγερθουν – αλλά : Ποιος ειναι εντελει ο αφηγητης εδω ;

και επιπλεον, ο χρονος που μεσολαβει απο το γεγονος στην αφηγηση και την αναμνηση (και την αναβιωση του) τι ρολο παιζει σε οσα (υποτιθεται οτι) ειπώθηκαν ;

Ευρηματα με λιγα λογια εξοχωτατα.

 

(ιδου σταδιον δοξης λαμπρον λοιπον και για τον κυριο βιτκενσταϊν, που θελει να εξηγησει τη γλωσσα με τα μαθηματικα – απωθωντας εμφανως την «ψυχολογια» οπως τη λεει – και ξερει αυτος γιατι (εχει τη σπηλια του))

 

 

 

 

 

το ζητημα ειναι οτι ο πλατωνας δεν αρκειται (καθολου μα καθολου) να θριαμβευει στην πεζογραφια, και να διαπραγματευεται ετσι, με το μαλακο (με το πολυ μαλακο) τα θεματα που πρεπει να σκοτωσει, και πανω απ’ ολα τον ερωτα (βαζοντας μαλιστα να τον «υπερασπιζεται» (δηλαδη να τον καταδικαζει) ακριβως μια γυναικα – συνηθισμενες κουτοπονηριες των αντρων – ειπαμε, ο πλατωνας τούς εμπεριεχει ολους τους μισογυνηδες και του παρελθοντος και του μελλοντος – γι’ αυτο τον διασωσανε οι καλογέροι – που καψανε ολους τους αλλους

 

(σκεφτομαι καμια φορα τι θα ειχε γινει αν ειχε (για καποιους μυστηριους λογους) αντιστραφει τελειως η κατασταση και οι καλογέροι σωζανε ολο το εργο του επικουρου (ηταν και ο πολυγραφοτερος αλλωστε ολων) και απο τον πλατωνα ειχαμε μόνο ο,τι εχουμε σημερα απο τον επικουρο : δηλαδη δυο γραμματακια και μια διαθηκη – καθως και μερικες παρεξηγησεις – ή εμμετρες ερμηνειες – οπαδων και θαυμαστων – αλλά δεν εχει νοημα να ονειρευομαι.))

 

ομως για το «συμποσιο» δεν θα πω άλλα εδω – εχω να πω πολλα αλλά χρειαζομαι περισσοτερο χωρο (και φυσικα θα ’θελα κι αλλο χρονο) : αρκει ομως σημερα να πουμε οτι βαζοντας μια γυναικα να εκφρασει τις πλατωνικες αποψεις για τον ερωτα, ο κυριος πλατων καταφερνει το μνημειωδες – να πεισει ολους τους αντρες (και, κανονικοτατα, και τις γυναικες) οτι καλα κανει ο ερωτας και εχει ευνουχιστει απο μόνος του, εχοντας διαγραψει καθε ατιθασσο στοιχείο του, στοιχείο που θα θυμοταν δηλαδη ακομα την προηγηθεισα βακχεία – δηλαδη τον ερωτα στην πραγματικα γυναικεια και αντι–κοινωνικη του διασταση

 

 

 

 

Εκει λοιπον που ειναι λιγοτερο προστατευμενος (δεν ενδιαφερεται καν ο ιδιος να προστατευτει δηλαδη) ο πλατωνας ειναι στα «καθαρα» πολιτικα του – ενα απ’ τα πρωτα αποσπασματα που μ’ εκαναν να τον σιχαθω πραγματικα ηταν εκεινο το «οι δουλοι να ’ναι απο διαφορετικες χωρες για να μη μιλουν την ιδια γλωσσα» (αλλο σταδιο δοξης λαμπρον και για τον κυριο βιτκενσταϊν βεβαια εδω, να μας πει οτι ουτως ή αλλως κανενας δεν μιλαει την ιδια γλωσσα με κανεναν – κι αν δεν τον βολευε στην παρουσα συζητηση αυτο, να το αναθεωρουσε παρευθυς, και με ευστροφία, ως την ιδια γλωσσα εχουμ’ ολοι μας (αναθεωρουσε κι ευκολα ο τυπος))

 

ομως ολ’ αυτα τα γραφω πανω απ’ ολα για να καταληξω στην πιο κουτοπονηρη (και εγκληματικη, θα μπορουσε να πει κανείς – αλλά κυριως στην πιο πανανθρωπινως (και ακριτως) θαυμαζόμενη, παρεξηγουμενη και αποβλακωτικη) αλληγορια του, αυτην της σπηλιας

 

και τη θυμηθηκα διοτι επεσε στα χερια μου προχτες ενα αποσπασμα του κυριου βιτκενσταϊν που ειναι λες βγαλμενο απο τα μαθηματα του κυριου πλατωνα ακριβως : και ειδικα απο το μαθημα τού σπηλαίου : (το βρηκα στα αγγλικα και συνεπως στα αγγλικα το παραθετω, δεν νομιζω ομως στα γερμανικα να ’λεγε τα αντιθετα) :

 

«It is possible to imagine a case in which I could find out that I had two hands. Normally, however, I cannot do so. «But all you need is to hold them up before your eyes!»—If I am now in doubt whether I have two hands, I need not believe my eyes either. (I might just as well ask a friend.)» ( * )

(τα πλαγια ειναι δικα του)

 

Το πιστευω λοιπον απολυτα, οτι του ηταν αδυνατο, σε τελευταια αναλυση και οχι απλως λογικο επιχειρημα, να φανταστει πως εχει δυο χερια : ακομα κι αν τα σηκωσει δηλαδη και τα φερει μπροστα στα ματια του, δεν υπαρχει κανενας λογος που να τον πειθει οτι και τα ματια του τελικα δεν ψευδονται :

 

καθοτι ο κυριος βιτκενσταϊν ειναι ο ιδιος ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα χωρις να ντρεπεται καθολου – φτιαχνει ολοκληρη φιλοσοφια με τα οσα ενα, κατ’ αυτον τον τροπο στερημενο απο ολες του τις αισθησεις, υποκειμενο θα ελεγε : θα ελεγα για την ακριβεια οτι ειναι ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα «με σαρκα και οστα», αν δεν ηταν αυτο ακριβως αντιφατικο μαζι και οξυμωρο για να μην πω και γελοίο : οι ανθρωποι της σπηλιας του πλατωνα (αλλά, εντελει, ολοι οι «ανθρωποι» του πλατωνα) δεν εχουν ακριβως ουτε σαρκα ουτε οστα :

 

 

 

 

ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα ειναι ο ενγενει ανθρωπος του πλατωνα και εκτος σπηλιας – αυτον υποστηριζει αυτον γουσταρει για τους αιωνες που θά’ρθουνε,  και αυτον θελει ( : και αυτος ηρθε οντως για τους αιωνες που ηρθανε) : τον παραθετει βεβαια σαν στοιχείο μιας αλληγορίας, για να καλυψει την υπερβολη, αλλά η αλληγορία ειναι και η επιθυμια του : ανθρωποι χωρις σωμα χωρις αισθησεις και χωρις ερωτα – συνεπως ανθρωποι στους οποίους το σωμα τους δεν μιλαει – και δεν εχει τιποτα να αποδειξει

 

ειναι πεποιθηση (ευτυχως, οχι μόνο δική) μου οτι αυτα τα οποία προβαλλει καποιος στην πραγματικοτητα, ως πραγματικοτητες, ειναι κομματια απο τον εαυτο του

 

και σαν ανθρωπος που ηρεμα αυτονοητα, και χαρουμενα, επικοινωνουσε με το σωμα του απο παιδι, ξερω οτι θα ηταν αδυνατο να με πεισει καποιος οτι ειμαι σκια – κι οτι το ιδιο ειναι και οι απεναντι : ακομα κι αν οι απεναντι δηλαδη ηταν, ή φαινονταν σα σκιες, εγω θα ηξερα οτι δεν ημουνα – γιατι θα ημουνα εκεινο το πραγμα («πραγμα» πριν τις λεξεις) που καυλωνε και ηθελε να παιζει και να ερωτευεται – αρα δεν μιλαει για μενα ο κυριος πλατωνας

 

εξαλλου ολοκληρη αυτη η πλατωνικη σκηνοθεσια μεσα στη σπηλια δεν θα αλλαζε καθολου αν αντι για ανθρωπους στα τοιχωματα της, ο φιλοσοφος μας, ειχε σταυρωσει ακινητα σιωπηλα και μεταλλικα ρομποτ – διοτι ειναι αποψη και επιθυμια του ιδιου οτι οι ανθρωποι δεν εξεγειρονται δεν διαμαρτυρονται και δεν αντιδρουν με λιγα λογια, κατα κανενα τροπο στο αλυσοδεσιμο τους

 

κι αν εκλαμβανουν τη ζωη συμφωνα με αυτο που βλεπουν απεναντι – και οχι συμφωνα μ’ αυτο που αισθανονται (αληθεια τι αισθανονται ; αισθανονται τιποτα ; τι λενε ; μιλανε με κανεναν ; – ή δεν εχουν καν ακομα τη γλωσσα ; ή την ειχαν και τη χασανε ; και απο ποια ηλικια αλυσοδεθηκανε ; ητανε ποτέ δηλαδη προηγουμενως ελευθεροι ; κι αν αλυσοδεθηκανε απο νεογεννητοι, πώς μεγαλωσανε, και ποιος τους ταΐζει ; ή δεν χρειαζονται καν φαΐ ; ή δεν χεζουνε καν, και δεν κατουρανε ; ) το ζητημα ειναι οτι για χαρη τους ο φιλοσοφος μας δεν περιγραφει παντως το ανθρωπινο ειδος, αλλά αυτο που θα ηθελε να ισχυσει – και αυτο που εντελει οντως κατισχυσε : τους ανθρωπους ως αναισθητα και ανεραστα και αμιλητα μελη μιας κοινωνιας ενος θεαματος καποιων σκιων

 

 

 

 

γι’ αυτο και ειναι ουσιαστικα εντελως δευτερευον το παιχνιδι που παραθετει (πολυ εξυπνο ομως οντως, και πολυ σατανικο – και πολυ χαιρεκακο) με το φως και το σκοταδι : αν βγαιναν εξω θα τυφλώνονταν, αν ξαναμπαιναν μεσα δεν θα βλεπαν τιποτα : αυτα ειναι ακριβως τα παιχνιδακια του κυριου πλατωνα και οι, ιδιοφυεις ομολογουμενως, αντιπερισπασμοι του – γιατι αυτο το οποίο θελει να τονισει ειναι αυτο το οποίο ακριβως διεξερχεται επιτροχαδην, χωρις να το τονιζει καθολου (διοτι αυτο το οποίο τονιζεις αποκταει ξαφνικα μια σημασια, και γινεται ο αντιπαλος, και ως αντιπαλος εχει ηδη κερδισει το παιχνιδι, εστω και κατα το ημισυ : ομως ο πλατωνας δεν θελει, προς θεου, ποτέ, να υπαρξει αυτος ο αντιπαλος – μην τυχον αλλωστε και βρει και τη φωνη του ξαφνικα) : αυτο το οποίο διεξερχεται λοιπον επιτροχαδην, και δεν επιθυμει να το τονισει διολου, ειναι να επιζησουν αυτοι οι ανθρωποι, που δεν αισθανονται τιποτα – γιατι ετσι πρεπει να ειναι οι ανθρωποι

 

αδιαμαρτυρητοι απεναντι και στο φως και στο σκοταδι, τυφλοι και σιωπηλοι και υπακουοι – καποια στιγμη βεβαια που πηγε να κανει τον μαγκα στην ενεργο πολιτικη με κατι τετοιες αποψεις, κόντεψαν να τον φανε λαχανο και το ’βαλε στα ποδια κι εβγαλε και τον σκασμο –

 

αλλά ας ξαναφτιαξουμε λιγο, ετσι για πλακα, τη σκηνοθεσια της σπηλιας βαζοντας αλυσοδεμενους στους τοιχους της οχι ανθρωπους, αλλά άλλα ζωα : (στο τελος παραθετω εναν συνδεσμο για να διαβασετε αν θελετε ολο το αποσπασμα στο πρωτοτυπο και στη μεταφραση του σκουτερόπουλου) : ας δουμε λοιπον την πλατωνικη «πραγματικοτητα» των αισθησεων και των ψευδαισθησεων με «αλλου ειδους ζωα» : διανοειστε να ειχαν αλυσοδεθει δηλαδη γατες στο σπηλαιο ; αχαχα : και να καθοντουσαν ακινητες και σιωπηλες και να κοιτάζαν φιλοσοφικα τις σκιες απεναντι ;

 

βεβαια το γελιο θα μας βγει ξυνο, διοτι οντως η πλατωνικη ζωολογια επισκιασε για αιωνες τα παντα : και για αιωνες μαθαμε οτι δεν ειμαστε ζωα, και συνεπως δεν εχουμε αδιαπραγματευτες επιθυμιες –

 

ετσι ακριβως κι ο κυριος βιτκενσταϊν σ’ ενα άλλο του αποσπασμα, καπου αλλού, λεει κατι φαινομενικα λογικο : οτι ακομα και αν μιλουσε ενα λιονταρι δε θα το καταλαβαιναμε – κι εγω σου λεω ομως οτι το καταλαβαινουμε ηδη περιφημα, οσο ακριβως μάς καταλαβαινει κι αυτο – εξαλλου καπου αλλού τον βρηκα να συμφωνει, αντιφασκοντας περηφανα (και σιωπηλα βεβαια) : «(A child has much to learn before it can pretend). A dog cannot be a hypocrite, but neither can he be sincere( ** )

(τα πλαγια δικα μου)

 

ειναι με λιγα λογια επειδη ειμαστε ζωα, μεχρι να παψει αυτη η εκφραση να ειναι υβρις, που μπορουμε ακομα και να αντιφασκουμε, και να αναθεωρουμε, αλλά σε καμμία περιπτωση να μη μιλαμε καθολου.

 

 

 

 

 

 

τελειωνοντας λοιπον αυτα τα ανοργανωτα και σκορπια αλλά ακρως ειλικρινη (ειπαμε, με το χερι στην καρδια και το αιδοιο – για να το θεσω τωρα πιο καθωσπρεπει), ας κλεισω με μερικες συναφεις αλλά πολυ αρχικες, και γι’ αυτο πολυ αφελεις πιθανον αποριες μου : μού εκανε δηλαδη εντυπωση απ’ την πρωτη στιγμη που το διαβασα, πώς σε αυτο το στησιμο της σκηνοθεσιας μες στη σπηλια, ενας φιλοσοφος που εχει κλιση ιδιαιτερη στους διαλογους των ανθρωπων δεν σκεφτηκε οτι θα μπορουσαν καποια στιγμη οι βασανισμενοι ν’ αρχισουν μεταξυ τους να μιλανε – ή εστω να μουγκριζουν – με προβληματισε δηλαδη οτι ο πλατωνας μολονοτι τούς ειχε ακινητους δεν τούς ειχε βαλει φιμωτρο και δεν τούς ειχε  κλεισει το στομα : κι ομως αυτοι δεν μιλαγανε – οχι μόνο για να παραπονεθουν ή να κλαψουν ή να ουρλιαξουν, αλλά για να ανταλλαξουν εντελει αποψεις περι τού πώς βλεπει ο καθενας (ή η καθεμια : υπηρχαν αραγε και γυναικες ; δεν μας το διευκρινιζει αυτο ο κυριος) πώς και τί βλεπει ο καθενας στις σκιες εκει απεναντι, και τί διαφορές διακρινει

 

και επισης, με αποβλακωσε, η πληρης αποσιωπηση, και αγνοηση της δυνατοτητας, ακομα κι αυτοι οι ευνουχισμενοι ανθρωποι να μη βλεπανε τις ιδιες σκιες ολοι να περνουν απεξω : πρωτον, διοτι η θεση τους θα ’ταν διαφορετικη μεσα στη σπηλια, και δευτερον γιατι θα ειχαν άλλα πραγματα ο καθενας μεσα του για να προβαλλουνε πανω στις σκιες – κανενας ανθρωπος βλεπετε δεν μπορει να ευνουχισει κανεναν ανθρωπο απολυτως : ενα κομματι της προσωπικοτητας του, των αισθηματων του και των αναγκων του, παντα θα μεινει – κι αν κρινουμε απο τον ιδιον τον κυριο πλατωνα αυτο που μπορει να μεινει μπορει να ειναι και ιδιαιτερα επιθετικο : ο μόνος πετυχημενος ευνουχισμος ειν’ ο θανατος : και ο θεωρητικος της απολυτης εξουσιας, ηθελε, παρ’ ολ’ αυτα, τους ανθρωπους του ζωντανους – δεν θα του αρκουσε να κυριαρχησει σε σκιες πεθαμενες.

 

 

 

 

 

(*) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 114 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 221*

(**) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 118 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 229*

οι «φιλοσοφικες ερευνες» του βιτκενσταϊν σε μια ελληνικη μεταφραση

το «συμποσιο» στη μεταφραση του Ιωάννη Συκουτρή

το αποσπασμα για τη σπηλια στη μεταφραση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

15 Ιανουαρίου 2018

αποκολοκύνθωσις, ή κολοκύθια με τή ρίγανη

 

 

 

 

καθόμουνα σ’ ένα καφενείο που στο μπαρ του βάζει ωραία μουσική κυρίως πριν αρχίσει η φασαρία τό βράδυ, και πίνοντας έναν καφέ στα ενδιάμεσα κάτι τρεξιμάτων διάβαζα τό τελευταίο τεύχος τού new york review of books που είχε ένα άρθρο για τόν σενέκα, και πάνω κει μού ήρθαν κάτι σκέψεις, και λέω να τίς ανακοινώσω

εγώ δεν χωνεύω τούς στωικούς, διότι δεν μ’ αρέσει η φιλοσοφία τους, και εκνευρίζομαι που συνηθίζουν να τούς αναφέρουν μαζί με τούς επικούρειους (εξαφανίζοντας με τόν τρόπο αυτόν, υπούλως, τόν επίκουρο – πράγμα συνηθισμένο, και όχι μόνο στα ελληνικά (προσφάτως κάτι έβλεπα κάπου για τόν λουκρήτιο (κάποια αγγλική μετάφραση ίσως, δεν θυμάμαι) και δεν πήρε τό μάτι μου ούτε μία γραμμή για τόν επίκουρο – ενώ ο συμπαθέστατος ρωμαίος απλώς μετέφερε – όπως είναι βέβαια γνωστό – (μετέφερε εντέχνως και πολύ ωραία) στα λατινικά τή φιλοσοφία τού δασκάλου του))

εν πάση περιπτώσει στα διάφορα συμπιλήματα φιλοσοφίας ή τά εγκυκλοπαιδικά τοιαύτα, αν κοιτάξεις τά κεφάλαια, όλα σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναφέρουν τόν κλάδο «στωικοί και επικούρειοι» (και μ’ αυτήν τή σειρά) και βάζοντάς τους και τούς δύο μαζί στα περιεχόμενα (χωριστά δηλαδή από τούς «προσωκρατικούς» και χωριστά κι από τά (θεωρούμενα) θηρία, τόν πλάτωνα και τόν αριστοτέλη – τούς οποίους επίσης δεν τούς χωνεύω (τόν πρώτο μάλιστα καθόλου))

θα μού πεις, τί μάς ενδιαφέρουν εμάς (εσένα δηλαδή) αυτά : δεν λέω ότι ενδιαφέρουν κανέναν, τή γνώμη μου λέω

και τή λέω τή γνώμη μου με αφορμή τόν σενέκα για τόν οποίον είπαμε διάβαζα στο καφενείο, διότι απ’ όλους τούς στωικούς αυτός είναι ο μόνος που συμπαθώ

να σημειώσω ότι δεν τόν συμπαθώ για τίς φιλοσοφικές του πραγματείες, αλλά για τό θέατρό του, δηλαδή τίς αντιγραμμένες απ’ τά ελληνικά τραγωδίες του

τίς οποίες, επίσης όπως και τίς διατριβές του, δεν τίς έχω βεβαίως μελετήσει, όμως τό θέατρό του μ’ αρέσει περισσότερο από τίς διατριβές του για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο

(εδώ πρέπει να πω, μέσα σε παρένθεση, πως έχω τήν (αμετακίνητη πλέον, μετά από χρόνια πολλά στριφογυρίσματος) άποψη ότι σαν άνθρωποι τού δυτικού πολιτισμού, έχουμε αποκλειστικά σχέση με τούς ρωμαίους και όχι με τούς έλληνες : και τό ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη ευρώπη (και τήν αμερική) : η αρχαϊκή ελλάδα δηλαδή και ο εξαυτής «κλασικός» πολιτισμός δομήθηκε πάνω σε καταστάσεις που μάς είναι πλέον εντελώς άγνωστες – ψήγματά του ανασκάπτουμε μόνο, διαβάζοντας κάποια κείμενα ή βλέποντας κάποια γλυπτά και λοιπά έργα τέχνης – γι’ αυτό και μερικές μορφές αυτής ακριβώς τής τέχνης μάς είναι περίπου ακατανόητες (οι «βάκχες» π.χ., ή ακόμα και η «μήδεια» ή η «φαίδρα» – δεν είναι σύμπτωση ότι μιλάω για έργα τού ευριπίδη κυρίως : άλλωστε αυτός είναι που παρεξηγήθηκε κατεξοχήν, μέχρι ακόμα και στην προσωπική του ζωή)

για να μην πω τίποτα τώρα για τά κυκλαδικά ειδώλια, και τό τί αρλούμπες λέγονται γι’ αυτά, και τό παρατραβήξω και χάσουμε τόν ειρμό

αλλά ακόμα κι ο όμηρος θέλω να πω, μάς είναι εν πολλοίς ακατανόητος – και είναι προς τιμήν τού πλάτωνα που εκείνος τόν κατάλαβε τόσο καλά, ώστε να τόν αντιπαθήσει σφόδρα (παρέα με τήν αντιπάθειά του για τίς τραγωδίες – ιδιαίτερα φαντάζομαι τού ευριπίδη)

όμως αυτά, για να τά κάνω λιανά θα πρέπει να γράψω ένα βιβλίο που δεν τό ’χω γράψει ακόμα, και συνεπώς δεν περιμένω να είμαι ιδιαίτερα πειστική – τό μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να πω εντελώς περιληπτικά πως η αρχαϊκή εποχή, όντας βεβαίως η εποχή τής θριαμβευτικής νίκης τών φοβισμένων και εκδικητικών αντρών επί τών λυσσασμένων και μαινάδων γυναικών, είναι ακόμα πολύ κοντά εντούτοις σ’ αυτόν τόν γυναικείο ερωτισμό, αυτόν ακριβώς που η καταστολή του (μόνο) έχει φτάσει ώς εμάς – με κυριότερο (και ενδοξότερο) έργο της (τής καταστολής) ακριβώς τήν τραγωδία : μην ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά ξεκίνησαν με τήν εφεύρεση ενός νέου θεού που προσπάθησε να συμβιβάσει τά ασυμβίβαστα : ήταν άντρας που γεννήθηκε από άντρα και όμως ντυνόταν χτενιζόταν και συμπεριφερόταν σα γυναίκα, τίς γυναίκες υπερασπιζόταν καθώς οι βάκχες κι οι μαινάδες ήταν οι υπερασπιστές του (τουτέστιν εικόνες γυναικών από τήν προ πατριαρχίας εποχή) και ο διόνυσος λειτούργησε αποτελεσματικά έτσι, σαν αποενοχοποιητικό άλλοθι, ώστε να μετατρέψει τήν καταστολή τού γυναικείου ερωτισμού στο ενδοξότερο επίτευγμα τής πατριαρχίας που ενέσκηψε, βλοσυρή και εκδικητική : τή δημιουργία τής τραγωδίας

έτσι η φάση τής γυναικείας ελευθερίας που προηγήθηκε, κάτι αιώνες και ίσως και χιλιετίες πριν, είναι ζωντανή και παρούσα στην αρχαϊκή ελλάδα, ακριβώς μέσω τής λυσσασμένης άρνησής της – και αυτό είναι που δεν υπάρχει στη ρώμη : οι ρωμαίοι δεν έχουν δηλαδή τέτοια προβλήματα (ή τουλάχιστον δεν τά έχουν μ’ αυτήν τήν ένταση, που τά είχε ο ελλαδικός χώρος) : ανήκουν εξαρχής στην πατριαρχία, ο πουριτανισμός τους είναι διάχυτος σε όλην τους τήν κοινωνία, γι’ αυτό και οι γυναίκες κέρδισαν εκεί μεγαλύτερες θέσεις κι ελευθερίες – δεν θεωρούνταν πια σχεδόν καθόλου επικίνδυνες : κλείνει η παρένθεση)

εμείς λοιπόν είμαστε άνθρωποι τής ρώμης : και αυτό που μ’ αρέσει στον σενέκα είναι ότι τό πράμα αυτό αναδεικνύεται στις τραγωδίες του περίφημα : ο σενέκας παίρνει ένα κείμενο γεμάτο ειρωνικές αμφισημίες όπως τή μήδεια τού ευριπίδη, π.χ., και τό μετατρέπει σε θρίλερ και σε γκραν–γκινιόλ και σε γουέστερν : εκθέτει τά αίματα, εκθέτει τίς σφαγές, εκθέτει τό μίσος – όλα επί σκηνής – δεν έχει ενοχές, δεν καταλαβαίνει καν γιατί πρέπει να κρύψει οτιδήποτε – δεν καταλαβαίνει καν, θα έλεγε ένας κλασικός αθηναίος, περί τίνος ομιλεί :

κι έτσι ο σενέκας είναι, με λίγα λόγια, απολύτως σημερινός, μ’ ένα τρόπο (για μάς ακριβώς σήμερα) απλό και κατανοητό

 

 

 

 

και τώρα εγώ προσπαθώ να θυμηθώ γιατί έγραψα τά παραπάνω και απορώ : επειδή τά ’γραψα για να μιλήσω για μια μόνο λέξη, τήν αποκολοκύνθωση – και μιλώντας για τήν αποκολοκύνθωση να υποστηρίξω ότι, ενώ  μάς είναι αδύνατο, τόσο εμάς όσο και τών άλλων δυτικών (και περισπούδαστων ελληνιστών μάλιστα), να καταλάβουμε όλοι μαζί τούς αρχαϊκούς, έχουμε μερικές φορές εμείς (ακόμα κι αν δεν είμαστε ούτε ελληνιστές, ούτε καν φιλόλογοι) κάτι περίεργα αβαντάζ στον ελλαδικό χώρο, λόγω γλώσσας :

τό άρθρο που διάβαζα για τή ζωή και τά έργα τού σενέκα που μεταφράστηκαν, (για πρώτη φορά όλα, όπως έμαθα, στην αγγλοσαξονική – κι όταν λέμε «όλα» εννοούμε και τά  φιλοσοφικά και τά θεατρικά του μαζί, διότι επί έτη πολλά τά θεατρικά του τά θεωρούσαν κατώτερα και ανάξια τής φιλοσοφίας του, και πολύ τά περιγελούσαν) (στην νεοελληνική δεν νομίζω να έχουμε φτάσει καν σ’ αυτό τό σημείο) ήταν συμπαθέστατο και πολύ κατατοπιστικό

(παρένθεση δεύτερη : για τή ζωή τού σενέκα, και ιδιαίτερα τά παιδικά του χρόνια και τά χρόνια τής εφηβείας του και τών σπουδών του, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα – ενώ αντίθετα έχουμε πληροφορίες για τήν καριέρα του δίπλα στον κλαύδιο και στον νέρωνα (που τότε μάλιστα έκανε και τά πολλά λεφτά – ο σενέκας) : καθώς όμως ήταν συνηθισμένο στους ρωμαίους τών ανώτερων τάξεων (ο σενέκας προερχόταν από ευγενή ρωμαίον τής ισπανίας, και ευγενή ισπανίδα (ήταν δηλαδή κατά μεγάλο μέρος ισπανός) (είχε μάλιστα γεννηθεί στην κόρδοβα (τί περίεργο)) και στη ρώμη πήγε (τόν κουβάλησε, όπως είπε, η θεία του στα χέρια της) όταν ήταν πέντε χρονών – όπως λοιπόν ήταν συνηθισμένο στους καθωσπρέπει μορφωμένους ρωμαίους, να μαθαίνουν ελληνικά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κι αυτός είχε μάθει – πολύ περισσότερο για να διαβάσει και τίς τραγωδίες τους, και να κάνει πάνω κει τίς παραλλαγές του

η σχέση του με τούς αυτοκράτορες, που τού έτυχαν στη ζωή του, είχε σκαμπανεβάσματα – ο κλαύδιος παραλίγο να τόν δολοφονήσει – εξαιτίας τού μίσους που τού είχε (τού σενέκα) η γυναίκα του, τού κλαύδιου (η μεσσαλίνα) – τού έσωσε όμως (ο κλαύδιος) τή ζωή, απλώς εξορίζοντάς τον : από τήν άλλη, τόν όρισε δάσκαλο τού νέρωνα (μάλλον δηλαδή η δεύτερη γυναίκα του (τού κλαύδιου) η αγριππίνα, τό ’κανε αυτό, αλλά δεν πειράζει – μαθαίνουμε και τή δύναμη που μπορούσαν να έχουν οι αυτοκρατόρισσες στη ρώμη…) πράγμα που έκανε τόν σενέκα παντοδύναμο όταν ο νέρων ανέλαβε τά καθήκοντά του – κι όμως αυτό δεν εμπόδισε τόν νέρωνα όντως και αποτελεσματικά πλέον να τόν δολοφονήσει ( : στα ρωμαϊκά αυτό μεταφράζεται «να τόν αναγκάσει να αυτοκτονήσει»)

ο κακομοίρης ο σενέκας ήταν ένας διχασμένος άνθρωπος (και ποιος δεν είναι – αλλά αυτός παραήτανε) : με τόν θάνατο τού κλαύδιου ανέλαβε να γράψει τό (παραδοσιακά απαραίτητο) κείμενο τής «αποθέωσής» του, και τό ’γραψε – μάς παραδίδεται όμως και μία σάτιρα πάνω στο ίδιο θέμα, η οποία καθόλου δεν έχω καταλάβει αν ήτανε τό ίδιο τό κείμενο τής «αποθέωσης» ή ένα παράλληλο απόκρυφο κείμενο που με τό όνομα «αποκολοκύνθωση» έκανε σκόνη μετά θάνατον τόν καημένο τόν κλαύδιο – (εδώ να θυμηθούμε κι έναν άλλον που έγραψε εκ παραλλήλου με τά «επίσημά» του, και κάτι «απόκρυφα» –  βυζαντινόν, και κάτι αιώνες αργότερα, αυτόν) – κλείνει η παρένθεση)

όπως και να ’χει όμως τό πράγμα, κι ό,τι ελληνικά κι αν έμαθε ο σενέκας, τό γεγονός είναι ότι έφτιαξε σίγουρα μια ελληνική λέξη – υπόθεσε δηλαδή (υποθέτω) τήν ελληνική εκδοχή – διότι τήν χρησιμοποίησε στο έργο του εκλατινισμένη ως αποκολοκύνθωση : τουτέστιν apocolocyntosis

και λέω έφτιαξε μια λέξη γιατί μολονότι η λέξη είναι ωραιότατη στα ελληνικά (και η μεταγραφή της πολύ κωμική, έτσι που είναι σχεδόν ακαταλαβίστικη στα λατινικά) δεν βρήκα πουθενά κάποιο στοιχείο ότι η λέξη υπήρχε πριν τή φτιάξει ο σενέκας : έφτιαξε λοιπόν μια λέξη, τήν αποκολοκύνθωση, για να κοροϊδέψει έναν αυτοκράτορα (από τόν οποίο είχε δει και κάνα καλό, βρίζοντάς τον έτσι πάνω στη στιγμή που πέθανε, ενώ κολάκευε συγχρόνως από τήν άλλη έναν άλλον αυτοκράτορα από τόν οποίο θα ’βρισκε και τόν θάνατο (αυτό βέβαια όμως δεν τό ’ξερε ακόμα))

εγώ, βέβαια τώρα, δεν είμαι φιλόλογος, αλλά μού φαίνεται ότι πρόκειται για μια ωραιότατη ελληνική λέξη – όμως τή μεγάλη της  αποτελεσματικότητα τήν έχει ακριβώς ως, δήθεν, λέξη μεταφρασμένη : καθότι αποκτάει έτσι μια ειρωνική μεγαλοπρέπεια, κι αυτό είν’ ένα κόλπο που μοιάζει λίγο με τά δικά μας όταν μιλάμε με πασίγνωστες αγγλικές εκφράσεις γράφοντάς τες στα ελληνικά, και με τήν προφορά τού αγράμματου

 

 

 

ο λόγος όμως για τόν οποίο ξεκίνησα να γράφω αυτό τό ποστ είναι μια παράγραφος, στη μέση τού ωραίου άρθρου τού nyrb για τόν σενέκα : «τό περίεργο πάντως», λέει στο άρθρο («a stoic in nero’s court»)  ο συγγραφέας του (james romm), «είναι πως πουθενά εν πάση περιπτώσει μέσα στο έργο δεν αναφέρονται κολοκύθια»

και καθώς η «αποκολοκύνθωσις» μεταφράζεται αμερικανιστί «pumpkinification» οι αμερικανοί ελληνιστές διερωτώνται μ’ άλλα λόγια «πού στο  διάολο είναι τά pumpkins μέσα στο κείμενο – τουτέστιν διερωτώνται «τί διάολο νόημα έχει ο τίτλος τού έργου» (και, συμπερασματικά : «τί διάολο νόημα έχει τό ίδιο τό έργο» : «–the title is an enigma» λέει σοβαροφανέστατα ο καημένος ο αμερικανός, «since the work contains no mention of pumpkins –» (καταλαβαίνω ότι περίμενε να δει κάποια αναφορά στις κολοκύθες τής αμερικανικής αποκριάς)

επομένως, τί να τούς πεις τώρα ; να πεις στους  αμερικανούς και άλλους ειδικούς περί τήν αρχαιότητα, να πα’ να μάθουνε νέα ελληνικά ;

και όμως, κάτι τέτοιο πρέπει τελικά να τούς πεις :

διότι (και εδώ ας κάνω κι εγώ τή δικιά μου παράβαση) : η ιστορία αυτή γράφτηκε σήμερα δηλαδή, μόνο και μόνο για να δηλώσει πως όσοι ασχολούνται με τ’ αρχαία ελληνικά πρέπει να ξέρουν και νέα : κι ότι καμία νεκρή γλώσσα δεν σού λύνει όλα τά αινίγματα που η λογοτεχνία της θέτει, αν δεν μελετήσεις με σεβασμό και τή ζωντανή συνέχειά της στο, οποιοδήποτε, παρόν της – και μάλιστα κατά προτίμηση ανάμεσα σε αγροίκους και αμόρφωτους ομιλητές – ή απλώς παιδιά  : κατά μυστήριο δηλαδή τρόπο, τόσο οι αρχαίοι αθηναίοι όσο και οι αρχαίοι λατίνοι (μάς λέει, σοβαρότατα, ο σενέκας ότι θα) καταλαβαίνανε κάτι που ισχύει και σήμερα στους δρόμους τής αθήνας – ενώ στους βρετανούς και τούς γαλάτες πρέπει να τό κάνεις λιανά, και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα σέ πιστέψουν : τά κολοκύθια με τή ρίγανη δηλαδή.

 

 

 

 

 

φωτογραφία : anthony friedkin

λεξικό : liddell–‎scott

κυκλαδικό

 

 

 

 

 

 

7 Ιουλίου 2015

arbuthnot περί τής πολιτικής ψευδολογίας

 

 

 

 

 

(ξανα)βρήκα στη βιβλιοθήκη μου εσχάτως ένα βιβλιαράκι που έχει βγει από τίς εκδόσεις «άγρα» και, επειδή φαίνεται ο τίτλος του είναι περί ψεμάτων, έχει (για αγαστή συνάγω συμφωνία και σύμπνοια με τό απολαυστικότατο περιεχόμενό του) στον τίτλο του επίσης ένα ψέμα – κι έτσι, ενώ στο εξώφυλλο βάζει τό όνομα τού (γνωστού μας) τζόναθαν σουΐφτ, στον τίτλο τής μέσα σελίδας, και ακόμα περισσότερο στον πρόλογο, γίνεται σαφές πως τό βιβλίο έχει γραφτεί από τόν τζων άρμπουθνοτ : θα ήταν όμως σίγουρα (και ασυνήθιστα, για τά εδώ) γενναίο, ένα βιβλίο που θα επιγραφότανε «κείμενο τού (άγνωστού μας) άρμπουθνοτ που αποδόθηκε κάποτε κατά λάθος στον (γνωστότερό μας) κύριο σουΐφτ – ο οποίος ήταν απλώς φίλος του»

βάζω λοιπόν εδώ σήμερα αποσπάσματα από τό σημαντικότατο και χρησιμότατο αυτό βιβλίο (και πηγαίνετε να τό πάρετε αν δεν τό ’χετε – κι αν υπάρχει ακόμα – εκδόθηκε τό ’95). Η μετάφραση είναι τής αλόης σιδέρη (η οποία έχει γράψει και ποίηση (και η οποία είχε κάποτε μια εκπομπή για βιβλία στο (κρατικό) ραδιόφωνο (δεν θυμάμαι ποιο απ’ όλα) και επειδή μέ είχε καλέσει να μιλήσουμε για δικό μου βιβλίο είχα τήν τύχη να τή γνωρίσω : πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος και διανοούμενη (πέθανε δυστυχώς πολύ νωρίς πριν από μερικά χρόνια)))

 

 

john arbuthnot «η Τέχνη τής Πολιτικής Ψευδολογίας» ≈ 1712

 

η τέχνη αυτή είναι προορισμένη να αποκτήσει μεγάλη υπόληψη κατά τούς προσεχείς αιώνες [ ]

στο τρίτο κεφάλαιο [ ο συγγραφέας ] πραγματεύεται τή νομιμότητα τής πολιτικής ψευδολογίας και καταδεικνύει ότι είναι θεμιτή και επιτρεπτή [ ]

καταδεικνύει ότι ο λαός έχει δικαίωμα να προσδοκά από τούς συνανθρώπους του τήν αλήθεια προκειμένου για ιδιωτικές υποθέσεις· ότι επίσης καθένας έχει δικαίωμα στην εν οίκω αλήθεια, δηλαδή καθένας είναι εύλογο να απαιτεί τήν αλήθεια από τά μέλη τής οικογένειάς του, ώστε να μην εξαπατάται από τή γυναίκα του, από τά παιδιά του ή και από τούς υπηρέτες του· απεναντίας, ο λαός δεν έχει κανένα δικαίωμα στην πολιτική αλήθεια [ ]

τά παιδιά δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε [ ]

επικρίνει ύστερα τό σύνηθες λάθος εκείνων που δεν γνωρίζουν παρά ένα μόνο είδος ψεύδους, τό συκοφαντικό ή δυσφημιστικό, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν τρία είδη : τό συκοφαντικό, τό προσθετικό και τό διαβιβαστικό. [ ] Για τά τρία αυτά είδη δίνει διάφορα παραδείγματα, αλλά κυρίως για τό τελευταίο. Πόσα και πόσα ευεργετήματα, λέει, δεν απέφερε τό διαβιβαστικό ψέμα οσάκις χρειάστηκε, για τό κοινό καλό [ ]

η σωτηρία, η αποκατάσταση και η καταστροφή τής δημοκρατίας μπορούν επίσης να αποδοθούν σε πρόσωπα που δεν έχουν λάβει καθόλου μέρος και δεν έχουν συμβάλει σ` αυτά με κανέναν τρόπο [ ]

ο συγγραφέας παροτρύνει όλους τούς έντιμους επαγγελματίες να ασκηθούν στη μεγάλη αυτή τέχνη, δηλαδή στην τέχνη τού διαβιβαστικού ψεύδους διότι (τά πράγματα μιλούν από μόνα τους και δεν απαιτείται καμιά απόδειξη) [ ] δεν είναι δύσκολο να προεξοφληθεί η ευπιστία τής πλειονότητας τών ανθρώπων [ ]

ένας πολιτικός ψευδολόγος που ξέρει έστω και στοιχειωδώς τή δουλειά του [ ] δεν θα παρουσιάσει τό ίδιο πρόσωπο να επιδιώκει συγχρόνως τή διαρκή επιστράτευση και τήν ελευθερία τού λαού· ούτε έναν άθεο να υποστηρίζει τά συμφέροντα τής εκκλησίας [ ] Αλλά αν είναι απολύτως αναγκαίο να αποδώσουμε σε κάποιον πρόσθετες αρετές για να τόν τιμήσουμε με αξία που δεν έχει, ο συγγραφέας μάς συνιστά να μην τού τίς αποδίδουμε σε υπερβολικό βαθμό [ ] και αν μιλάτε για έναν άνθρωπο τού οποίου τό προσωπικό θάρρος αμφισβητείται, τότε μόνο θα γίνει κάπως πιστευτό τό ψέμα σας, αν δεν τόν εμφανίσετε ως κεραυνοβόλο πολεμιστή που εξολοθρεύει και καταδιώκει ολόκληρες ίλες ιππικού· δώστε του μόνο τήν αξία ενός καβγατζή που κάνει φασαρία στις παρέες και πετάει ένα μπουκάλι στο κεφάλι τού αντιπάλου του [ ]

τούς ίδιους κανόνες ορίζει ο συγγραφέας και για τήν τέχνη τής συκοφαντίας ή δυσφημιστικό ψέμα : συνιστά να μην επινοούνται πράγματα εκ διαμέτρου αντίθετα προς τίς ιδιότητες τών προσώπων που πρόκειται να συκοφαντηθούν. Έτσι μέσα στους σοφούς κανόνες τής Ψευδολογίας [ ] δεν θα πείτε για έναν υπουργό ειλικρινή και μεγαλόψυχο, τού οποίου η ευθύτητα είναι γνωστή, ότι έχει συμμετάσχει σε μια συνωμοσία για να προδώσει τήν πατρίδα του· αλλά μπορείτε να ισχυριστείτε, κι αυτό με επιφύλαξη, ότι είχε κάποια ύποπτη σχέση με μια κυρία [ ]

δεν πρέπει ποτέ να επιμένεις πεισματικά σε ένα και τό αυτό ψέμα. Και για κείνα που περιέχουν υποσχέσεις ή προγνώσεις, [ ] δεν θα ήταν φρόνιμο να κάνει κανείς βραχυπρόθεσμες προφητείες· αυτό υπάρχει κίνδυνος να τόν εκθέσει· [ ] οι κομήτες, οι φάλαινες και οι δράκοι πρέπει να έχουν ένα μέγεθος λογικό και μετρημένο· ως προς τίς θεομηνίες, τίς λαίλαπες, τίς θύελλες και τούς σεισμούς πρέπει πάντα να λένε ότι προβλέπεται να συμβούν σε κάποια περιοχή που απέχει από τό μέρος όπου βρίσκονται τουλάχιστον μιας μέρας δρόμο με τ` άλογο [ ]

τό να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός· όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν τσιμπάει ο κοκοβιός [ ]

τό κόμμα που θέλει να αποκαταστήσει τό κύρος και τήν αξιοπιστία του πρέπει, επί τρεις μήνες, να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτε που να μην είναι αληθινό και πραγματικό· είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει τό δικαίωμα να πλασάρει ψέματα τούς επόμενους έξη μήνες [ ]

προς τό τέλος τού κεφαλαίου [ ο συγγραφέας ] κατακρίνει τήν παραφροσύνη και τή μωρία τών κομμάτων που κρατούν κοντά τους και χρησιμοποιούν για τό πλασάρισμα τού ψεύδους ανθρώπους χυδαίους και μικρόμυαλους, όπως είναι η πλειονότητα τών σημερινών δημοσιογράφων (ειδησεογράφων και σχολιαστών), οι οποίοι δεν έχουν άλλο προσόν από τήν έντονη κλίση προς τό επάγγελμά τους [ ]

τό όγδοο κεφάλαιο περιλαμβάνει ένα σχέδιο για να ενωθούν σε ενιαίο σώμα πολλές μικρές εταιρείες ψευδολόγων [ ]

η εταιρεία αυτή πρέπει να συγκροτηθεί από τούς αρχηγούς κάθε κόμματος [ ] κανένα ψέμα δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί χωρίς τήν έγκρισή τους [ ]

η εταιρεία πρέπει να συμπεριλάβει και ιδιοφυΐες με μεγάλη πείρα από αυτές που αφθονούν στην πόλη και ειδικά στα καφενεία· για παράδειγμα, περιηγητές, κουτσομπόληδες και καλοθελητές, κυνηγούς αλεπούδων, μεσίτες, προξενητές, απόμαχους ναυτικούς τού εμπορικού ή τού πολεμικού στόλου [ ]

στους προθαλάμους τών Μελών τής εν λόγω Εταιρείας πρέπει πάντα να υπάρχουν κάποια πρόσωπα που διαθέτουν μεγάλα αποθέματα ευπιστίας, ακούνε οτιδήποτε λέγεται και τό χάβουν αμέσως [ ] ο Συγγραφέας πιστεύει ότι μπορεί κανείς να βρει επαρκή αριθμό από αυτούς σε όλα τά μέρη στα περίχωρα τού Χρηματιστηρίου [ ]

βασικός κανόνας τής εταιρείας θα είναι να επινοεί ένα ψέμα τήν ημέρα, καμιά φορά και δύο· και κατά τήν εκλογή τών ψευδολογιών, πρέπει να λαμβάνεται υπ` όψιν τί καιρό κάνει και σε ποια εποχή τού χρόνου πλασάρονται : φήμες φοβερές ή ψέματα τρομακτικά και φρικιαστικά κάνουν θαύματα και είναι άκρως αποτελεσματικά κατά τούς μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο, αλλά δεν κάνουν τόσο καλό και δεν είναι τόσο δραστικά κατά τόν Μάϊο και τόν Ιούνιο, εκτός αν φυσάνε τότε ανατολικοί άνεμοι [ ]

η εταιρεία πρέπει να απασχολεί [ ] από έναν γενικό ανταποκριτή σε κάθε πόλη όπου υπάρχει αγορά για να επιβλέπει τήν κυκλοφορία τών ψευδολογιών. Οσάκις διαπιστώνεται ότι κάποιο από τά μέλη τής Εταιρείας κοκκινίζει, τά χάνει ή υστερεί με οποιοδήποτε τρόπο τή στιγμή που χρειάζεται να πλασάρει ένα ψέμα, πρέπει να τόν αποκλείει και να τόν κηρύσσει ανίκανο [ ]

εκτός από τά ψέματα που πλασάρονται ανοιχτά και δημόσια, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να διαδίδονται στα μουγκά και με μικρό θόρυβο· [ ]

ένα δοκιμαστικό ψέμα είναι κάτι σαν πρώτη γόμωση που τοποθετείται δοκιμαστικά μέσα σε ένα κανόνι· είναι ένα ψέμα που εξαπολύεται μια ορισμένη στιγμή για να καταμετρηθεί η ευπιστία εκείνων στους οποίους πλασάρεται [ ]

ο συγγραφέας συνιστά στους αρχηγούς τών κομμάτων να μην παραπιστεύουν οι ίδιοι τά ψέματά τους· [ ]

ο συγγραφέας προσθέτει ένα Καλαντάρι ψευδολογιών για όλο τό χρόνο, όπου σημειώνει αυτές που συμφέρουν ανάλογα με τήν εποχή και με τό μήνα [ ]

ως προς τήν ταχύτητα με τήν οποία κυκλοφορούν τά ψέματα, ο Συγγραφέας λέει ότι είναι σχεδόν απίστευτη· δίνει πολλά παραδείγματα ψευδολογιών που έχουν τρέξει πιο γρήγορα και έχουν διανύσει μεγαλύτερες αποστάσεις από όσες θα μπορούσε να διανύσει ένας άνθρωπος με ταχυδρομική άμαξα. Τά ψέματα που επινοούνται για να εκφοβίσουν και να αποθαρρύνουν κυκλοφορούν και διαδίδονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διανύουν πάνω από δέκα μίλια τήν ώρα· [ ]

όσο για τήν αντοχή τών ψευδολογιών, λέει ότι πρέπει να διακρίνεται σε διάφορα είδη και ότι υπάρχουν ψέματα όλων τών ειδών : ωριαία, ημερήσια, ετήσια και αιώνια· ότι υπάρχουν πολιτικά ψεύδη που, όπως τά έντομα, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται με διαφορετική μορφή· [ ]

όλοι οι μεγάλοι άνδρες μας έχουν καθένας τίς δικές του επινοητικές ικανότητες [ ]

τά ψέματα τών υποσχέσεων που δίνουν τά σπουδαία πρόσωπα, οι πλούσιοι και ισχυροί, οι Άρχοντες, αυτοί που στέκονται ψηλά, αναγνωρίζονται από τούς τρόπους αυτών που τά πλασάρουν : ακουμπούν τό χέρι τους στον ώμο σου, σέ φιλάνε, σέ αγκαλιάζουν, χαμογελούν, διπλώνονται στα δυο για να σέ χαιρετήσουν· [ ]

τό πιο κατάλληλο και τό πιο αποτελεσματικό μέσο για να καταρρίψεις ένα ψέμα είναι να τό αντικρούσεις μ` ένα άλλο ψέμα.
[ ]

 

 

copyright λοιπόν για όλον τόν κόσμο και όλες τίς εποχές John Arbuthnot (1667 – 1735) αδελφικός φίλος τού Alexander Pope και τού Johnathan Swift, πρωτεργάτης και ιδρυτής τού Scriblerus Club, μοναδικός νομέας και δικαιούχος τού ανήλεου πνεύματός του για τό οποίο δεν έδινε δεκάρα, ενώ αντιθέτως προτιμούσε να κάνει τά χειρόγραφα τών γραπτών του σαΐτες για να παίζει με τά παιδιά του.

 

 

 

τό πρωτότυπο κείμενο

 

 

(πρόκειται όπως καταλάβατε για αναδημοσίευση παλιάς μου ανάρτησης από τό παλιό βλογ : είχε τότε και μια εισαγωγή (ως γνωστόν τό συνηθίζω) τήν οποία θεωρώ όμως περιττό να αναδημοσιεύσω – γι’ αυτό και βάζω μόνο τόν επίλογό (της)) : Μέ ενοχλούν τά ψέμματα που δεν περνάν με τίποτα καταβάθος για αλήθεια – ούτε καν γι’ αυτόν που τά λέει, πολύ περισσότερο γι’ αυτόν που τ’ ακούει και μάλιστα πείθεται – αλλά διαμορφώνουν παρ’ όλ’ αυτά ένα πραγματικό στρώμα αληθινής ζωής, ανίκητο και αδιατάρακτο, πάνω στο οποίο οποιαδήποτε συζήτηση περί αλήθειας ή ψέμματος φαντάζει, όχι απλώς γελοία, αλλά στην κυριολεξία εκτός θέματος : μ’ άλλα λόγια μέ ενοχλεί τό νικηφόρο αυτό ψέμμα που καμαρώνει πάνω στην ιδιωτική, τήν πολιτική, τήν κομματική και τή δημόσιά μας ζωή.

Μέ ενοχλεί με άλλα λόγια η καλύτερή μας και η πιο διαδεδομένη μας ηθική.

 

 

 

 

 

18 Ιουνίου 2011

michel de montaigne: περί βίας ή περί ρατσισμού, περί αγριότητας και πολιτισμού (και ένα καινούργιο βιβλίο)

 

      

.
.

   όταν ο μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω–κάτω χρόνια : η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε μάλιστα όταν ο ίδιος ήταν στην ωριμότητά του, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων : κατά σύμπτωση (;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά «δοκίμια» (αν δεν τό ξέρετε, είναι δικιά του η λέξη – και τό είδος…)

   ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο–θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη : οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν – για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια – μια απειλή πάνω απ’ τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα

   ο μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592 : οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν τζορντάνο μπρούνο – αυτό δεν τό έζησε ο μονταίνιος αλλά ούτως ή άλλως (πρέπει να) τό φοβόταν και για τόν εαυτό του συνέχεια : τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά, κι έτσι έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του – απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του : αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια – άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του : ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες φαίνεται διαβάζουν πολύ γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν ιουλιανό – τόν γνωστό μας αποστάτη – αλλά και γιατί εξέφρασε μια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι’ αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση : τό βιβλίο του πήγε δηλαδή πολύ καλά από εμπορική άποψη – τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη)

   τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών απαγορευμένων μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640 : μιλάμε για τήν περίφημη αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε «αναγέννηση» (με τόσο καμάρι) επειδή σ’ αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ’ όλα (πρέπει να) μάς ενδιαφέρει

   υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει και τή χυδαιότητα και τή φρίκη : Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι – πάντοτε – οι άλλοι : όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε – αν τόν ξεπεράσουμε – μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε : ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που ψυχορραγούσες οικτρά : όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης : και τά λοιπά

   βέβαια η βία προϋπήρξε τής αναγέννησης (και ξέρουμε ότι συνεχίζεται και μετά απ’ αυτήν), θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας – τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός – τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω : Αυτό λοιπόν με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας – φιλόσοφοι – συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία – και ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της – είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού : η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία (κάπου, δεν θυμάμαι πού) τό έθεσε ο χορκχάϊμερ δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους «άγριους» : κατά σύμπτωση λοιπόν, μια από τίς ωραιότερες – και πρωιμότερες – υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα και τόν κανιβαλισμό – τόν οποίο όμως, συγκρίνοντας, τόν θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του : τό δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικό :

   είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς

   και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τής (πολιτισμένης) βίας, τών βασανιστηρίων, και εντέλει τού (πολιτισμένου) ρατσισμού :

 

michel de montaigne : essais [michel eyquem
όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα :]
για
τούς καννίβαλους

.

 

.

   φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ’ τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ’ όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα

   γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα – όμως τά σχολιάζουν : και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία : δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν – και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν

   λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ’ αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ’ αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του : πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /…/

   κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /…/ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /…/ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς

   αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ’ αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ’ τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ’ τούς δικούς μας : διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /…/

.

     

.

   δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες : όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /…/ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς

   όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /…/ Υπάρχει κάποιος απ’ τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ’ όλους μαζί /…/ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα : τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο

   ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους : αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα : τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους

   αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ’ όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ’ τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /…/ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /…/ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ’ αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /…/

   δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ’ τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ’ ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ’ τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ’ τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει

   μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ’ όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα

   η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ’ τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή : δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του – «si succiderit, de genu pugnat» *– όποιος, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ’ ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη : σκοτώνεται, δεν νικιέται.

   Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

   Γι’ αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν’ αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών

.

  

.

   έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο : ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ’ αυτόν : γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί : δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ’ αυτά η ουσία απ’ τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα ’ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /…/ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς – διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /…/

   κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής : «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που ’χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που ’θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου : κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ’ όλα τ’ άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε–δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση : ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ’ αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

   Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /…/ κι ότι απ’ τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους – που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει – τρεις απ’ αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο : απάντησαν τρία πράγματα απ’ τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ’ άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ’ τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει – και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να ’ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ’ όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια – και ότι τό ’βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

   Μίλησα μ’ έναν απ’ αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ’ είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /…/ )

   όλα αυτά δεν είναι άσχημα : αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε.

 michel de montaigne : essais
(εκδόσεις κάλβος 1979, μετάφραση εισαγωγή και σημειώσεις : θανάση νάκα)

.

* από τόν σενέκα : «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο σενέκας – εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα – κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά : αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του, ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ’ αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο). (Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο (που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά») – που κι αυτή η φράση – για τόν σολωμό ή τόν κάλβο και τόν καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε – είναι απελπιστικά άστοχη : αυτοί ξέραν ελληνικά, τού σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ’ αυτήν πρωτομίλησε, και τού κάλβου και τού καβάφη επίσης : ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους : απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν – αντίστροφα απ’ ό,τι στον μονταίνιο – σε μία ξένη γλώσσα (τώρα, πόσο φτωχομεγαλοαστικό κομφορμισμό (για τόν σεφέρη λέω) πρέπει να έχεις, για να μετατρέψεις τή γλώσσα τών σπουδών σου σε μητρική σου γλώσσα είναι άλλη συζήτηση).)

(απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση τού «άλλου» σημειωματάριου (τών τεχνών) : «γιατί η βία είναι μία αηδία»)

.

   

.

δεν θέλω να επαναλάβω εδώ ολόκληρο εκείνο τό παλιότερο ποστ που επικεντρωνόταν στην αντίθεση τού μονταίνιου προς κάθε είδος βίας : προτιμώ ν’ αφήσω τώρα τό κείμενό του μόνο, θα λειτουργήσει ίσως καλύτερα… όμως μού ήρθε μια ιδέα που δεν τήν είχα όταν απόσπασα για πρώτη φορά τό δοκίμιο αυτό για λογαριασμό τού «σημειωματάριου τεχνών» : σήμερα είδα λοιπόν (και διορθώστε με αν είδα υπερβολικά…) ότι πρόκειται ουσιαστικά όχι μόνο για έναν λίβελο κατά τής βίας, αλλά και εναντίον κάθε είδους, υπόγειου ύπουλου και λογικά δικαιολογημένου δήθεν ρατσισμού…

ο τρόπος με τόν οποίο βλέπει δηλαδή ο μονταίνιος τούς «άγριους» (ακόμα κι αν τότε, με τίς γνώσεις τής εποχής, ήταν υποχρεωμένος να τούς θεωρήσει κανίβαλους (αυτό εξάλλου επιτείνει νομίζω ακόμα περισσότερο τήν αντιρατσιστική οπτική του)) ο τρόπος λοιπόν αυτός μπορεί να γινόταν «κοινός τόπος» (αν και όχι και τόσο κοινός) αλλά πάντως θα περνούσαν οπωσδήποτε πρώτα κάτι αιώνες – για να μην πω ότι και σήμερα ακόμη θα θεωρούνταν από μεγάλα τμήματα (διεθνών πληθυσμών) τού πλανήτη, αιρετικός περίεργος εξωπραγματικός, και πιθανώς υπερβολικά ακραίος…

τελικά ήταν όντως μοναδικός αυτός ο υπέροχος ανθρώπινος άνθρωπος – ένας άνθρωπος στου οποίου τό άγαλμα στρέφονται (χαριτωμένα ίσως, δεισιδαιμονικά ίσως, αλλά και δικαίως νομίζω) επί αιώνες οι φοιτητές (λέει) τής σορβόνης πριν τίς εξετάσεις τους : και μέχρι σήμερα τού πιάνουν τού χαϊδεύουν και τού τρίβουν για γούρι τό δεξί του πόδι πριν πάνε να γράψουν : σε σημείο (λέει η ενδιαφέρουσα βιογραφία που εκδόθηκε πρόσφατα και τής οποίας τά στοιχεία βρήκα στο (πολύ καλό) βλογ 3quarksdaily) σε σημείο λοιπόν με τούς αιώνες τό πόδι να φθαρεί, να λιώσει και να χρειαστεί να τό αντικαταστήσουν!

αυτά έχει και η δόξα τών αγαλμάτων

.

 

.

   δράττομαι τής ευκαιρίας να συστήσω τώρα σ’ όσους διαβάζουν και αγγλικά (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά) τό βιβλίο αυτό τής σάρας μπαίηκγουελ, που βγήκε πέρσι, «πώς να ζει κανείς – ή μια βιογραφία τού μονταίνιου με μια ερώτηση και είκοσι απόπειρες προς απάντηση»

εδώ και τό βλογ τής ίδιας τής sarah bakewell για τό βιβλίο της αυτό (αγγλικός τίτλος : «How to Live : Or A Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer»)

τό οποίο (βλογ) τελειώνει με τήν εξής (δικιά της) περιγραφή τού βιβλίου :

«…τό «πώς να ζει κανείς» είναι μια ανορθόδοξη βιογραφία αυτού τού γοητευτικού, αυτού τού χαριτωμένου ανθρώπου : αν λέει τήν ιστορία τής ζωής του, τή λέει απαριθμώντας τά ερωτήματα που έβαζε και τίς απαντήσεις που προσπαθούσε να βρει – ανιχνεύοντας επίσης βήμα–βήμα τήν περίεργη ανατροφή του (ως παιδί ήταν υποχρεωμένος να μιλάει λατινικά), τή νεανική του καριέρα, τίς ερωτικές του περιπέτειες, τά ταξίδια του, και τίς φιλίες του – τόσο με τόν ποιητή και λόγιο étienne de la boétie όσο και με τήν υιοθετημένη του «κόρη» marie de gournay. Και παράλληλα είναι η ιστορία τών απειράριθμων αναγνωστών του, που εύρισκαν ανά τούς αιώνες στον μονταίνιο μιαν ανεξάντλητη πηγή πιθανών απαντήσεων για τό ερώτημα που απασχολούσε τόσο εκείνους όσο απασχολεί κι εμάς σήμερα – «πώς να ζει κανείς»»

.

.

για τό ίδιο βιβλίο : από τήν γκάρντιαν

κι εδώ κριτική στους new york times : conversation across centuries with the father of all bloggers

στα ελληνικά υπάρχει όπως βλέπω ακόμα η πρώτη έκδοση στη μετάφραση τού θανάση νάκα και κυκλοφορεί τώρα και τό πλήρες σώμα τών δοκιμίων, 3 τόμοι, σε μετάφραση τού φίλιππου δρακονταειδή

φωτογραφικές αναπαραγωγές από σελίδες τών πρώτων εκδόσεων τών essais βλέπετε εδώ και εδώ και εδώ

.

.

.

.

  

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: