σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 8, 2014

ματωμένα βιβλία, υποκριτικές κατά συρροή

 

  

 

  

   είμαι κατά τών φόνων κι είμαι κατά τής βίας : κι είμαι κατά τής υποκρισίας εκείνων που τούς αρέσουν τά παραπάνω φτάνει να επωφελούνται οι ίδιοι απ’ αυτά, αλλά όταν επωφελούνται κι οι εχθροί τους διαμαρτύρονται : διαμαρτύρονται δηλαδή ότι οι εχθροί τους είναι ανήθικοι και μάλιστα και τρομοκράτες : εμένα μέ τρομοκρατούν όλ’ αυτά – και μάλιστα τό παιχνίδι ειδικά με τίς λέξεις μέ τρομοκρατεί κατεξοχήν

   τό παιχνίδι με τίς λέξεις είναι κατεξοχήν τρομοκρατικό γιατί πάει να μέ τουμπάρει ότι είναι ακίνδυνο, ενώ είναι δολοφονικό γιατί καταδικάζει και αθωώνει : αυτό καταδικάζει και αθωώνει : ως βασικό στοιχείο τού παιχνιδιού με τή βία και τούς φόνους έχουμε δηλαδή πάντα τίς λέξεις : δεν καταδικάζουμε κανέναν αν δεν τόν περιτυλίξουμε πρώτα με τίς κατάλληλες λέξεις : τό ίδιο πράγμα άλλοτε είναι φόνος κι άλλοτε δεν είναι δηλαδή : εμείς οι ίδιοι, καθόλα λογικοί, άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε εργατικό δίκαιο – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε καπιταλισμό – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε πατριαρχία ή οικογένεια, θρησκεία ή χριστιανισμό ή δωδεκάθεο – : όταν τό κοριτσάκι και η γυναίκα ξεφορτωθούν τό νεογέννητο που δεν θέλησαν ποτέ να γεννήσουν είναι μήδειες φόνισσες και τέρατα – όταν ο μαλάκας εγκαταλείπει ένα κοριτσάκι έγκυο και τό σκάει είναι άντρας και φοράει παντελόνια : όταν ο άλλος μαλάκας σκοτώνει μωρά στον πόλεμο δεν είναι ούτε τέρας ούτε φονιάς ούτε μήδειος (ναι), είναι πατριώτης στην χειρότερη περίπτωση, και στην καλύτερη «χαζός που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τόν πήρανε στρατιώτη τόν κακομοίρη» : όταν ο πάτερ φαμίλιας διδάξει στον γιο του ότι είναι καλό πράγμα η πατρίδα και ο στρατός που τήν περιφρουρεί, αυτό λέγεται πατρική συμβουλή (και οικογενειακός προσανατολισμός) – όταν ο ναυτικός σκοτώσει τήν πουτάνα στο λιμάνι (ή τή γυναίκα του και τήν κόρη του στο σπίτι : επειδή τόν απατήσανε ή γαμηθήκανε γενικώς) αυτό λέγεται η απελπισία κι η αμορφωσιά τής φτώχειας η κοινή λογική τής κοινωνίας ή ο βρασμός ψυχής τών αντρών : εγκλήματα τιμής είν’ αυτά : κι όταν ο εφοπλιστής αυγατίζει τήν περιουσία του φουντάροντας καράβια αύτανδρα (ή απλώς βάζοντας τούς ναυτικούς να δουλεύουν σα σκλάβοι για πάρτη του) αυτό λέγεται επιχειρηματικότητα και απλώς καπιταλισμός : όταν ο βιομήχανος έχει σκλάβους που αυγατίζουν τήν περιουσία του, και κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα (γιατί είναι και αγνώμων στους ανθρώπους που τόν τρέφουν και δεν φροντίζει να πληρώσει κάτι παραπάνω για τήν ασφάλειά τους), αυτό λέγεται απλώς καπιταλισμός : που είναι τό μόνο λογικό σύστημα και έχει τήν τάση να καταπίνει αμάσητες και τίς κρίσεις του – και όταν ο εφοπλιστής σκοτώνει τή γυναίκα του στις κλωτσιές αυτό λέγεται επίσης ότι ο τύπος αυτός είναι λιγάκι νευρικός άνθρωπος

   εμένα λοιπόν μέ τρομοκρατεί ο διάχυτος φόνος η διάχυτη βία ο διάχυτος πόλεμος – και η διάχυτη κοινή λογική που τά θεωρεί όλ’ αυτά φυσικά, φτάνει να μη στραφεί κανένα μπιστόλι ή μαχαίρι κατά λάθος ή εξεπίτηδες εναντίον της : και εμένα μ’ αρέσει επίσης πολύ η ιστορία : μ’ αρέσει να τά βλέπω όλα δηλαδή κατά καιρούς (όταν έχω καιρό) από μακριά, σαν να γίνανε όλα πριν από δυο χιλιάδες χρόνια :

   είμαι λοιπόν μια αρειανή δηλαδή που κοιτάει τόν πλανήτη από μακριά : τά βράδια κάνει ένα ταχύτατο ζάπινγκ σε ό,τι παίζουνε αυτά τά κουτιά με τά οποία αποκοιμίζονται (όλη μέρα, όλη τους τή ζωή) οι σκλάβοι (ο πλανήτης αυτός έχει 99% σκλάβους – μυστήρια πράγματα υπάρχουν στους γαλαξίες : ) λοιπόν αποκοιμίζονται με αίματα, αίματα συνεχώς και παντού : αίματα για να μην τούς ενοχλούν τά αίματα : αίματα για να θεωρούν κανονικά τά αίματα τά δικά τους τής γειτόνισας και τού γείτονα : αίματα για να θεωρήσουν κανονικά τά αίματα που θα δουν μετά για δυο ώρες στις ειδήσεις : και έτσι λοιπόν αποκοιμίζονται με φόνους : φόνους για να νομίζουν ότι ο φόνος γίνεται με τό μαχαίρι και να μην καταλάβουν ότι έχουν οι ίδιοι δολοφονηθεί από ιδέες κι από λέξεις (και από τήν ηθική και από τή μεταφυσική και από τήν ανάγκη) : αίματα για να νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αναίμακτοι : αίματα με τίς λέξεις για να νομίζουν ότι οι λέξεις είναι αναίμακτες κι αθώες και άσπιλες : αίματα με βιβλία για να μη διαβάσουν ποτέ βιβλία που θα τούς δείξουν τά αίματα που κάποτε προσπάθησαν να τούς ελευθερώσουν : και αίματα με τό μυαλό για να μη βάλουν ποτέ τό μυαλό τους να δουλέψει, και αίματα με τά μάτια για να μη δουν ποτέ, και ποτέ να μη νιώσουν

   κάνω λοιπόν συχνά ζάπινγκ στην ιστορία αυτών τών σκλάβων : όλα κόκκινα και βαμμένα με αίμα – σε σπάνια (πολύ μικρά, λιλιπούτεια) διαστήματα βλέπω και κάτι άλλα χρώματα, κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ξεκούραστες από ανθρώπους που είχαν προς στιγμήν και κάτι άλλο στο μυαλουδάκι τους (αυτός ο πλανήτης έχει μικρό μυαλό), κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ή και χρυσαφιές ξεκούραστες (που μού θυμίζουν για λίγο τόν δικό μου πλανήτη) λάμψεις γαλήνιες γαλαζωπές και χρώματα που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς, τό χρώμα γύρω είναι αλλιώτικο (μού ξεκουράζει τά μάτια) (αυτός ο πλανήτης λέγεται γαλάζιος, κι ακόμα δεν έχουνε καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – ούτε τίς φλέβες στο χέρι τους δεν έχουν καταφέρει να κοιτάξουν οι δύστυχοι – δεν έχουν καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – κι ας είναι κάτι επιστήμονες (έτσι τούς λένε, μολονότι κι αυτοί σκλάβοι είναι) που τούς τσαμπουνάνε ότι τό χρώμα που βγάζει ζέστη είναι τό μπλε, κι όχι τό κόκκινο όπως νομίζουνε – ο πλανήτης είναι μπλε, τό αίμα όταν είναι ζωντανό (μέσα τους, και ζεστό) είναι μπλε – κοκκινίζει όταν παγώσει και νεκρωθεί (και βγει απέξω και πλημμυρίσει και χυθεί) – όλοι έχουν γαλάζιο αίμα οι βλάκες και δεν τό ξέρουνε : απλώς είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν τούς χύνεται γιατί δεν τούς αγγίζει κανείς (κι έτσι μένει πάντα γαλάζιο μέχρι να πεθάνουνε και να πάνε στην κόλαση (η κόλαση είναι γεμάτη πρίγκηπες, κόλαση λένε αυτοί τό μέρος που εμείς λέμε σκουπιδιάρικο και καίμε τά σκουπίδια για να μη μολύνουν και τόν υπόλοιπο κόσμο)) : οι άλλοι λοιπόν φτύνουν αίμα όλη μέρα, και τό αίμα τους είναι τριγύρω παντού κι έχουν συνηθίσει να τό βλέπουν νεκρό παγωμένο και κόκκινο)

   καμιά φορά βλέπω και μερικούς που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς – καμιά φορά, λίγες φορές, ξεσήκωσαν κι άλλους – λέω, νά που υπάρχουν κι έξυπνοι σκλάβοι – κι ύστερα τούς βλέπω να πνίγονται κι αυτοί στα κόκκινα : κι έτσι ξαναρχίζει τό κόκκινο και τό αίμα πάλι τρέχει και μέ πνίγει, και τό συχαίνομαι αυτό τό πράμα : αυτό τό χρώμα μού θυμίζει εκείνους τούς πλανήτες τούς παγωμένους : παγωνιά και πόνος που δεν υποφέρεται : αλλά και πυρές φωτιές φλόγες εξίσου άφλογες και παγωμένες : τό ζάπινγκ να σού πω τήν αλήθεια είναι αφόρητο, μ’ ενοχλεί εξαιρετικά, κι ύστερα μ’ ενοχλεί κι η κοροϊδία σα συνδυάζει χρώματα με ήχους (περίεργη σχέση έχουνε με τίς λέξεις αυτοί οι άνθρωποι, άπαξ κι οι λέξεις λένε κάτι κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει τίς σκεπάζουν με μαύρο) (άλλο χρώμα κι αυτό πολύ διαδεδομένο πολύ εκεί ανάμεσα) : είναι λίγες, πολύ λίγες οι διαμαρτυρίες σ’ αυτόν τόν πλανήτη και με λέξεις και με τρεξίματα και με σκουντουφλιές και με γροθιές (και με δρεπάνια καμιά φορά (κάτι αγρότες εκεί σ’ αυτό που τό λένε προϊστορία – κάτι λέξεις που βρίσκουν – πάντα να συνδυάζουν τίς λέξεις με τίς αμαρτίες τους)) (εξεγέρσεις τίς λένε κανονικά (ή επανάσταση) αλλά δεν τίς αγαπάνε τίς λέξεις και τίς φοβώνται, κουκουλώνονται με τήν κουβέρτα τους μόλις τίς πεις να τά βλέπουνε όλα μαύρα) αίμα λοιπόν, πολύ αίμα : εναντίον τού ελάχιστου αίματος που ζητούσαν οι ξυπόλητοι να χυθεί για να φύγουν οι πρίγκηπες, να γίνουνε πρίγκηπες όλοι : αυτοί τού ενενηνταεννιά (τοίς εκατό) που θέλαν να ζήσουνε γαλάζια και γαλήνια, και κυρίως εκείνα τά αξιολύπητα τού άλλου γένους, τού φύλου, πώς τά λέγανε – αυτά δεν χύσαν μόνο αίμα χύσαν και φωτιά, τά πνίξανε τά εξαφανίσανε, τά αλλάξανε, τά κάψανε – και τώρα κάνουν ότι δεν τά ξέρουν, τούς αφιερώνουν μια μέρα

   γενικά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα όλοι : μόνο οι πρίγκηπες καταλαβαίνουν τό συμφέρον τους σ’ αυτό τό χαζό μέρος

   ύστερα μ’ αρέσει να μπαίνω στο αυτί μιανής που όλο γράφει και που δεν καταλαβαίνει κανείς τί λέει γιατί λέει διάφορα παλαβά : αυτό τό είδος υπάρχει από παλιά και λέγεται παλαβοί : μπαίνω στ’ αυτί της και τήν ακούω, δηλαδή ακούω τί σκέφτεται που βγαίνει μετά από τ’ αυτί της και, επειδή είναι παλαβή, μπαίνει μετά και στο στόμα της και τά λέει και δυνατά : εχτές μού είπε (δηλαδή δεν τά είπε σ’ εμένα, αλλά τήν άκουσα και τήν έγραψα από μέσα μου κι έπειτα πήγα στον πλανήτη μας και τά ’βαλα να τήν ακούσει κι ένας από τούς φίλους μου (κι ένας απ’ τούς εικοσιπέντε εραστές μου) που αυτός ξέρει τή γλώσσα της (αυτός ξέρει τή γλώσσα γιατί ασχολείται ειδικά με τίς ξένες γλώσσες, τών πλανητών εκείνων που είναι αδύναμοι κι έχουνε γλώσσες εύκολες, και τίς γράφουν και με πολύ πρωτόγονο τρόπο σαν άγριοι πάνω σε κάτι βαριές πλάκες χαρτιά – κι έχουνε κάτι γλώσσες που μόλις διαβάσεις τήν πρώτη λέξη καταλαβαίνεις μετά τή συνέχεια) : λοιπόν αυτή έβριζε, αρχικά έβριζε μόνο, κι έλεγε ότι όταν όλα ήταν ζόρικα κανείς δεν έκανε τέτοια, και μόνο ένας που πήγε να δολοφονήσει τόν αρχιδολοφόνο, τού χύσαν τό αίμα του ρυάκι, αλλά αυτοί τώρα δολοφονούνε εκ τού ασφαλούς γιατί δεν πρόκειται να περάσουν βασανιστήρια, και μια γυναίκα που πέρασε βασανιστήρια τής είπε ότι τότε που τήν βασάνιζαν οι δολοφόνοι αν είχε μπιστόλι θα τούς δολοφονούσε η ίδια, αλλά μετά δεν είχε νόημα, και ήταν σα να πυροβολείς μόνο πτώματα – λοιπόν είναι χαζοί κι έχουν και χαζό όνομα (λέει) διότι σφετερίζονται τή δράση άλλων που έγινε όταν τά πράγματα ήταν ζόρικα και κινδύνευε ο κόσμος με βασανιστήρια, ενώ αυτοί δεν κινδυνέψαν με βασανιστήρια και τό ξέρουνε και δεν λέγεται έτσι αυτό «εικοσιεφτά οκτώβρη», μπαίνει άρθρο ανάμεσα και λέγεται «εικοσιεφτά τού οκτώβρη» η ζωντανή μας γλώσσα εμάς (λέει) γουστάρει τά άρθρα, γουστάρει πολύ τά άρθρα, τά λέει και τά ξαναλέει, κι εκεί έλεγε συνέχεια κάτι τέτοια, αλλά αυτοί μιμήθηκαν από τήν αρχή τά νεκρά τά πεθαμένα και τή γλώσσα τών κομμάτων που ήταν νεκρά και πεθαμένα, και που θέλαν δήθεν να δείξουν ότι μιλάνε δήθεν τή γλώσσα τή ζωντανή χωρίς να μπορούν να τή φανταστούνε κιόλας ποτέ και μεταφράζοντας μόνο από μια γλώσσα νεκρή και πεθαμένη, διότι όταν μιλάς τή γλώσσα σου ζωντανή βάζεις και άρθρο ανάμεσα – όμως από τήν άλλη δεν μπορεί (λέει) και να υποφέρει και τήν υποκρισία τής ιστορίας (μού λέει) (τούς λέει εκεινών δηλαδή, εμένα δεν μέ ξέρει, ούτε μ’ έχει δει ποτέ η κακομοίρα – ούτε και θα μέ δει – είμαστε για τόν χαζό πλανήτη αόρατοι – ) δεν μπορώ να υποφέρω λοιπόν και τήν υποκρισία τής ιστορίας λέει και εκνευρίζομαι γιατί αυτοί σκοτώσαν είκοσι ανθρώπους και θα περάσουν όλη τους τή ζωή στη φυλακή ενώ οι άλλοι που σκοτώνουνε χιλιάδες κάθε μέρα (γιατί όποιος δουλεύει σκλάβος τους στα εργοστάσιά τους, στην οικογένειά τους, στην πατρίδα τους, στα στρατά τους, στα σκατά τους, είναι κάθε ξημέρωμα κι απ’ τήν αρχή ξανά νεκρός) ενώ αυτοί ζούνε και βασιλεύουν και θα ζουν όσο ζήσουν αθώοι και ελεύθεροι και με πισίνες – και να σκοτώνουνε και τίς γυναίκες τους στο ξύλο λέει άμα λάχει και τούς τή δώσει να πούμε, ή ξυπνήσουνε στραβά ή δεν τούς σηκώνεται να πούμε, και μετά οι κληρονόμοι τους πάλι τά ίδια –  και θα πάει έτσι συνέχεια στους αιώνες τών αιώνων αμήν

   γιατί ο μεγαλύτερος φόνος δεν είναι η κατάργηση τού σώματος αλλά η κατάργηση τής θέλησής του, και πάνω απ’ όλα η κατάργηση τού χρόνου, γιατί ενώ η κατάργηση τού σώματος τελειώνει σε δύο λεπτά, η κατάργηση τής θέλησης κρατάει μια ζωή, και η κατάργηση τού χρόνου γίνεται για να επαυξηθεί ο χρόνος τού άλλου που νομίζει ότι είναι εξυπνότερος επειδή έχει τά λεφτά, γι’ αυτό μη μού μιλάτε εμένα για φόνους, ζείτε σ’ ένα σύστημα φονικών, όπου ο φόνος τού δολοφόνου είναι και ο μόνος που τιμωρείται : τώρα, αν υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν ότι σκοτώνοντας τούς δολοφόνους κάτι κάνουνε, αυτοί είναι αφελείς και σίγουρα αμόρφωτοι, και τό πληρώνουνε πάντα, γιατί ποτέ οι φόνοι δεν ήταν τρόπος να καταργηθούν οι φόνοι, και σε άλλες μεριές τού γαλαξία αυτό τό μάθημα θα τό μαθαίναν αμέσως και τουλάχιστον δεν θα χρειάζονταν σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό καταλάβουν : γιατί σε άλλες μεριές τού γαλαξία τό εμπέδωσαν, ότι ο μόνος τρόπος για να καταργηθούν οι φόνοι είναι να καταργηθεί τό μυαλό τού δολοφόνου, κι αυτό τό μυαλό δεν καταργείται παρά μόνο με θέληση και με χρόνο, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζονται και σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό θελήσεις – και να ’χεις τόν χρόνο για να τό καταλάβεις

  

 

 

 

lewis hine (λεπτομέρεια από φωτογραφία)

 

 

 

 

  

Ιανουαρίου 19, 2014

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : οι νεάντερταλ τών κολλεγίων

.

.

 

 

«“Με οδηγό τόν Ξένιο Ζεύ” θα αντιμετωπίσει τό μεταναστευτικό ο Μιλτιάδης
Βαρβιτσιώτης, όπως ακριβώς δήλωσε σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή…»

(Εφημερίδα τών Συντακτών 5/9/13)

 

   Έτσι ακριβώς : «τόν Ξένιο Ζεύ». Δεν πρόκειται για τή γνωστή αγραμματοσύνη τών «εγέρθητων» – σ’ αυτήν τουλάχιστον θα μπορούσε ίσως κανείς και να ανακαλύψει κάποιο ίχνος ενοχής κακού μαθητή. Εδώ πρόκειται για κάτι άλλο που χαρακτηρίζει όχι τόσο τή γλωσσική βαναυσότητα τών νυχτερινών μπράβων αλλά τή συμπεριφορά τών ημερινών κυρίων τους. Πρόκειται, ακριβέστερα, όχι για γλωσσική άγνοια αλλά για τήν αφροντισιά, για τήν αλαζονεία τής άγνοιας που βλέπουμε συχνά στην εγγράμματη εκείνη τάξη τών πολύξερων ανευθυνοϋπεύθυνων που μπορεί να φτάνουν και πρωθυπουργοί άμα λάχει. Δεν πρόκειται λοιπόν για τή φτωχή, τή λαϊκή, τή μπανάλ αγραμματοσύνη, αλλά για τήν προγραμματισμένη αγραμματοσύνη τών κολλεγίων που καταρτίζουν «στελέχη» και «διαχειριστές» για να πάρουν στα χέρια τους αυτή τήν τρελή μηχανή που τραβάει στον γκρεμό – τή γλώσσα θα κοιτάξουμε τώρα ;

   Τί είναι λοιπόν η γλώσσα γι’ αυτούς που μάς κυβερνάνε ; Ό,τι είναι και ο τόπος. Κοιτάχτε τους στα κανάλια : Ξερόλες τού δεξιού και τού «αριστερού» εκσυγχρονισμού, χάσκηδες τής «προόδου» και τής «ανάπτυξης», αστέρες τής Εσπερίας και ατσίδες τής Ανατολής, «ευρωπαϊστές» και ελληναράδες τού όλου Πασόκ : όλοι τους άφησαν τά σημάδια τους – και στη γλώσσα και στον τόπο.

   Τρισβάρβαρα τά ελληνικά των, οι άθλιοι.

 

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78, δεκέμβριος 2013

.

.

 

 

 

στην φαρμακερή και καθαρά, ως συνήθως στις «σημειώσεις», δοκιμιακή γραφή – μια μικρή προσπάθεια «τεχνικής» ερμηνείας ως υποσημείωση από μένα και τούς «κήπους» : μού κάνει δηλαδή μονίμως εντύπωση ότι, ως προς τήν (γλωσσική μας) αρχαιότητα, η διαιώνιση τής μυθικής της «συνέχειας» βασίζεται πάνω σε όντως μύθους μιας καθαρεύουσας που είναι – χωρίς να τό θέλει – απολύτως διάφανη ως προς τό εγγενές της ψέμα : τά λάθη δηλαδή (κυρίως ακριβώς τών «μορφωμένων» τών κολλεγίων μας) επιμόνως δείχνουν πως τά μυαλά, ό,τι αρχαιοπρεπή και να θελήσουν να αναπαραστήσουν, τά δημοτικά και τά ζωντανά θα ’χουν ασυνειδήτως μες στο κεφάλι και μπροστά στα μάτια τους – μόνο που (στην περίπτωση τού «ελληνικού γλωσσικού» (που ποτέ δεν λύθηκε όπως φαίνεται επαρκώς)) – με θυμό και από τήν ανάποδη : τά διπλά θέματα τής αρχαίας γλώσσας δεν λειτουργούνε δηλαδή, γιατί δεν υπάρχουνε, στη δημοτική – άρα ο τύπος «τού Διός» παραπέμπει στον βάρβαρο «τού Δία», δηλαδή στην τρισκατάρατη ζωντανή ( : τήν οποία οφείλουν να εξοβελίσουν με μια καραμπινάτη αγραμματοσύνη οι υπουργοί μας έστω και κατασκευάζοντας – τρισβάρβαροι οι άθλιοι – τόν ανύπαρκτο κείνον τύπο «τόν Ζεύ»)

 

 

.

φωτογραφίες

.

.

.

.

 

 

 

 

 

Ιουνίου 12, 2013

τσοπανάκοι

.

.

 

 

   ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να χτυπάει τόν ήδη πεσμένο (ή τόν αδύναμο που ξέρεις ότι με ένα χτύπημα θα πέσει) – δεν υπάρχει ρατσισμός που να αντιτίθεται σε παντοδύναμο : μια τέτοια κίνηση θα λεγόταν απλώς αντίσταση, γιατί ενέχει ακριβώς κίνδυνο γι’ αυτόν που τήν κάνει : ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να είναι πάντα εκ τού ασφαλούς : είτε απευθύνεται στις γυναίκες, φτωχές και πλούσιες, είτε στις μαύρες και τούς μαύρους, είτε στις εβραίες και τούς εβραίους, είτε στις μετανάστριες και τούς πρόσφυγες : τό βασικό χαρακτηριστικό τού ρατσισμού είναι η δειλία – η «λεβεντιά» έχει μια ενσωματωμένη περηφάνια να μην καταδέχεται (και να μην έχει και καιρό για) τά εύκολα –

   «η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τόν οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω» : η γνωστή άποψη τού στήβεν δαίδαλου για μένα μεταφραζόταν (διαπίστωσα κάποτε, ομολογώ με δυσαρέσκεια) (από μέσα μου) ως : «η χώρα αυτή, τήν οποία ξέρω καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη, είναι ένας εφιάλτης απ’ τόν οποίο δεν ξυπνάω με τίποτα»

   δεν περίμενα ποτέ ας πούμε ότι θα νιώσω αλληλεγγύη και θα σκεφτώ να υπερασπιστώ ποτέ μια τηλεόραση, κι ακόμα κι ένα ραδιόφωνο – και τό κυριότερο που μέ εκνεύρισε σ’ αυτή τήν ιστορία δεν είναι τόσο που δεν μπορώ ν’ ακούσω τώρα τρίτο πρόγραμμα ας πούμε (που κι αυτό τά χάλια του είχε όλο και περισσότερο) αλλά τό ότι αναγκαζόμαστε (μιλάω και για λογαριασμό άλλων τώρα, τό ξέρω καλά) να κάνουμε διαρκώς αυτόν τόν συμβιβασμό, αυτήν τήν έκπτωση, να γινόμαστε όλο και πιο ταπεινωτικά ρεαλιστές : «χάλια είναι κι αυτοί, αλλά ήταν καλύτεροι από τά χάλια τών άλλων» – αλλά κυρίως μέ θυμώνει, γιατί μέ προσγειώνει μονίμως στην ιστορία, αυτή η επίγνωση τού πόσο η ελληνική δεξιά είναι ασύγκριτη και απλησίαστη σε σχέση με τίς δεξιές τών άλλων : φυσικά γιατί οι άλλοι μέσα στην τρέχουσα αλαζονεία τους δεν ξέρουν καν τί σημαίνει να κυβερνάνε σε μια χώρα μετά από έναν άδοξο εμφύλιο εκείνοι που λύσσαξαν ενάντια στην αντίσταση ενός ολόκληρου φτωχού κόσμου, να κυβερνάνε εδώ (και να κάνουν και τίς δικτατορίες τους όταν τούς παίρνει – όπως τώρα τά χρυσά αβγά τού συστήματος ετοιμάζονται και για τή δικιά τους) να κυβερνάνε εδώ σχεδόν αδιαλείπτως εκείνοι που στον άλλο κόσμο τούς ξυρίσανε γουλί και τούς περάσαν κι από δίκες και τούς είπαν και «συνεργάτες» – εδώ τούς είπαμε «νικητές» και τούς τρώμε έκτοτε στη μάπα – τί να εξηγήσεις στον έξω κόσμο για τό γεγονός πως η ιστορία εδώ δεν είναι καν εφιάλτης, είναι απλώς μονιμότητα;

 

   μ’ ενοχλεί λοιπόν αυτή η κουτοπονηριά με τήν οποία βρίσκομαι διαρκώς αντιμέτωπη όταν κοιτάω τά πολιτικά αυτής τής χώρας : τόσον καιρό δεν μπόρεσε ο χοροπηδηχτός τσιφλικομπέμπης τής μεσσηνίας ν’ αγγίξει τούς δημόσιους υπάλληλους γιατί αυτή είναι η πελατεία του (κι αυτουνού και τού δεύτερου κυβερνώντος ασφαλώς (οι τρίτοι προς τό παρόν ως προς αυτά έχουν μια ασυλία – σχετική))  (θεωρητικά μιλώντας δεν εύχομαι να χάσει τή δουλειά του άνθρωπος κι ας θεωρώ τή δουλειά όχι δικαίωμα αλλά κατάντια και εφιάλτη) : τούς έχουν διορίσει, ξέρουνε ότι είναι ψηφοφόροι τους, αυτοί δεν έχουν κανενός είδους ανθρωπιστική αναστολή, βλέπουν χρόνια ανθρώπους να χάνουν τίς δουλειές τους και σφυρίζουν στην κυριολεξία κλέφτικα : μ’ ενόχλησε όμως η κουτοπονηριά να απολύσουν από τό δημόσιο τούς μόνους που εκ τών πραγμάτων ήταν υποχρεωμένοι να είναι και λίγο δημιουργικοί, και να μην είναι και τόσο απόλυτα δούλοι

   και στη συνέχεια μ’ ενόχλησαν οι πληττόμενοι, ή οι υποστηρικτές τών πληττόμενων (δεν πρόκειται να βάλω εδώ συνδέσμους, τά διάβασα και τ’ άκουσα, κι αποτελούν εξάλλου ως εκφράσεις τό μόνιμο μουσικό χαλί σ’ αυτή τή χώρα : ) λένε λοιπόν (περίπου όλοι : και οι αριστεροί (αυτοί μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο)) : «γίναμε ουγκάντα», ή, ακόμα χειρότερα, «ούτε στην ουγκάντα δεν τά κάνουν αυτά» γιατί η αφρική είναι δεδομένο ότι βρίσκεται από κάτω – και δεν λένε ας πούμε «γίναμε κίνα» – που θα ’ταν και κυριολεκτικά σωστότερο : διότι βλέπεις η κίνα αναδύεται όλο και δυνατότερη, μες στη φριχτή της δικτατορία (ενώ η ουγκάντα είχε μια, και τήν ξεπέρασε – όπως κι εμείς άλλωστε είχαμε και μια και δυο και τρεις και τίς, ας πούμε, ξεπεράσαμε) και τό κυριότερο είναι ότι απ’ αυτήν τήν άνοδο προσδοκάμε και οικονομικά οφέλη (ένα σωρό τσοπανάκηδες έχω μάθει ότι στην κρήτη τή λεβεντομάνα ή τήν πελοπόννησο τήν χωροφυλακοτρόφο πουλάνε τά λάδια τους (προσπαθούνε) στην κίνα : μεγάλη αγορά – δεν σού πάει να πεις «καταντήσαμε σαν και δαύτους») – πάντως υπάρχει και μια υπόγεια παρηγοριά όταν λες «καταντήσαμε σαν» διότι εξάγεται ως αυτονόητο πως «ό,τι και να λέμε μπορεί να είμαστε σαν, αλλά, γι’ αυτό ακριβώς κιόλας, δεν είμαστε και ακριβώς» – τονίζουμε υπόγεια λοιπόν τό ότι «δεν είμαστε» ακριβώς επειδή υπέργεια έχουμε τήν αξιολύπητη «αυτογνωσία» να παραδεχόμαστε ότι μοιάζουμε : ρητορικό σχήμα είν’ αυτό, λέμε λοιπόν και καμιά υπερβολή και ψιλοαυτομαστιγωνόμαστε για να ψιλοανέλθουμε ψιλοβιαίως : είναι αυτές οι φτηνές ηδονές που ’λεγε κι ο φρόϋντ – ίδια με κείνην τής αυτόματης ανακούφισης που διαπίστωσε σκληρά ότι νιώθουν όλοι (προφανώς μελετώντας ως συνήθως τόν εαυτό του) παρακολουθώντας μια κηδεία (διότι ο νεκρός είναι προς τό παρόν άλλος)

.

.

.

.

(με τήν ουγκάντα άλλωστε εγώ – θέλω να λέω ότι – έχω και προηγούμενα : αλλά
περί αυτού στο αμεσότερο μέλλον)

.

.

.

Απρίλιος 27, 2013

τό εθνικόν και η αλήθεια τού ερωτικού : σχόλιο πάνω στην αμφιφυλοφιλία τού σολωμού και μία μονίμως παρεξηγούμενη πρόταση*

 

.

.

 

 

κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι

 

   για τήν ερωτική ζωή τού σολωμού δεν ξέρουμε τίποτα (όπως και για όλων τών γυναικών – κυρίως – αλλά και  τών αντρών στις περασμένες εποχές). Άλλωστε ο σολωμός ήτανε τό μπάσταρδο μιας υπηρέτριας και φαντάζομαι ότι πολλές φορές σκέφτηκε με τρόμο πώς γλύτωσε παρά τρίχα τό να μην γίνει ποτέ κόμης και να μείνει για πάντα ένας λούμπεν (σαν τόν κάλβο ας πούμε – με τόν οποίο ενδεικτικά δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις) κι επιπλέον μπάσταρδος – συνεπώς είχε παραπάνω λόγους (περισσότερους απ’ ό,τι οι σύγχρονοί του δηλαδή) να κρατάει καλά προστατευμένη τήν ερωτική του ζωή… (ενδόμυχα μπορεί και να φοβότανε μην είχε κληρονομήσει και τήν επιθετική ασυδοσία τού κόμητα μπαμπά του)

   ό,τι συνάγουμε λοιπόν βγαίνει κυρίως από τό έργο του, και στο έργο του είναι αμφιφυλόφιλος (θα λέγαμε σήμερα) – δεν νομίζω ότι υπήρχε ο όρος τότε, αλλά και η ίδια η πρακτική πρέπει να ήταν εντελώς μυστική και παράνομη – έχει γράψει πάντως εξαίρετα ερωτικά προς γυναικεία πρόσωπα (ας ξεχάσουμε για δυο λεπτά τή γυναίκα τής ζάκυθος που μπορεί να είναι και μάσκα για αντρικό πρότυπο) και οι στίχοι τού κρητικού, για κείνη τή «φεγγαροντυμένη» που

«έτρεμε τό δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της»
και
«εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και τήν αχτινοβόλησαν και δεν τήν εσκεπάσαν·
κι από τό πέλαο, που πατεί χωρίς να τό σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη…»

είναι από τις ερωτικότερες (καθότι και εσωτερικότερες) σίγουρα περιγραφές γυναικών στη γλώσσα μας – από τήν άλλη ο πόρφυρας είναι ένα ποίημα με ξεκάθαρο ερωτισμό γραμμένο όμως για έναν άντρα – κάποιον άγγλο ως γνωστόν που κατασπαράχτηκε στην θάλασσα από καρχαρία (πόρφυρας ήταν η λέξη η επτανησιακή για τό θηρίο ίσως) (και τό ποίημα δεν περιγράφει ανθρωπιστική θλίψη για τό ατύχημα, είναι σαφές)

   τό θέμα θα ’μενε εδώ, αν ο «πόρφυρας» δεν είναι ακριβώς τό ποίημα που προκάλεσε μια έκρηξη νεύρων τού σολωμού (που ήταν και μάλλον διάσημος για τά νεύρα του) και η οποία έγινε έτσι η αιτία για κείνη τή φράση του, που αφού αρχικά αποσιωπήθηκε (και όταν ήμουν εγώ στο σχολείο αποσιωπούνταν ακόμη επισήμως) έγινε ύστερα σιγά–σιγά διάσημη, μεταφερόμενη και μεθερμηνευόμενη, αλλά αποσιωπούμενη και πάλι καθώς κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση ν’ αντέξει τά αρχικά της συμφραζόμενα

η ιστορία έχει (λοιπόν) (περίπου) σε διαδοχικές εκτελέσεις ως εξής (στη φαντασιόπληκτη μεταγραφή συμφραζομένων τή δικιά μου) :

ένας φίλος του τού παρατηρεί :

«ερωτικό ποίημα, χρυσέ μου, τώρα; τό έθνος περιμένει από σένα και πάλι κάτι εθνικόν»

και ο διονύσιος τού απαντά ως καθόλου ιερομόναχος :

«τό έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν και τόν έρωτα»
ή :
«αν τού αρέσει η τέχνη μου και τήν περιμένει, τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη μου είναι εθνική ακόμα κι αν ασχολείται με τά βίτσια μου»
ή :
«να πάει στο διάλο και τό έθνος κι ο γρύλος του : και η πουστιά μου εθνική υπόθεση είναι»
ή :
«τό έθνος να μάθει να κάνει όχι μόνο πόλεμο αλλά και έρωτα»
ή, πιο περιδιαγραμμάτου :
«τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη όταν λέει αλήθεια, όταν είναι δηλαδή μεγάλη τέχνη, είναι γενικώς υπόθεσή του, ασχέτως ηθικότητας ή ανηθικότητας τού περιεχομένου της, ασχέτως εξοικείωσης ή φρικίασης τών εθνικοφρόνων με τίς ιδέες της και αφού είμαι στενεμένος να ξαναπώ τά πράγματα σού λέω να μάθει τό έθνος να ζει υγιεινά, ειδαλλιώς δεν τό βλέπω καλά, κι ας πάνε να τού σηκώσουν τή γλώσσα.»

αυτά για τόν διάλογο, όπως (σεμνότερα, κατά τή μεταφορά τού σεμνότατου πολυλά) μάς παραδίδεται :
«τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό»
«τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»

 

νά και ολόκληρος ο πόρφυρας :

«Kοντά ’ναι τό χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου τό κλαδί για τού γιαλού τήν πέτρα
κι εκεί γρικά τής θάλασσας και τ’ ουρανού τά κάλλη
κι εκεί τραβά τόν ήχο του μ’ όλα τά μάγια πόχει.
Γλυκά ’δεσε τή θάλασσα και τήν ερμιά τού βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ’βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τά μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι τό θαύμα τής φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν τό ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
Ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ’μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά τής μάνας μου, με φούχτα γη τής γης μου !».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τόν αγκάλιασες και τού κρυφομιλούσες
και τού σφιχτόδεσες τό νου μ’ όλα τά μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης. 

Aλλ’ απαντούν τά μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ’ναι τό σπαθί, μακριά ’ναι τό τουφέκι !
Kοντά ’ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης τού πελάγου·
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τές δύναμές του,
τής φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τόν εγλυκόσφιγγε και τού γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
τήν τέχνη τού κολυμπιστή και τήν ορμή τής μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του. 

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα.

 

με τήν ευκαιρία τής ανάρτησης, νά και μερικές επιπλέον παρατηρήσεις (σκόρπιες τώρα όπως μού ’ρχονται, στο μέλλον μπορεί να έχω κι άλλες) :

απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης

τονίζω εδώ να προσεχτεί η σολωμική βαρύτητα τής λέξης ξένος (έτσι αυτονόητα και ήπια, και σε γειτονία με τή λέξη καλός (για τή λ. καλός στον σολωμό θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρος τόμος – θυμίζω τή φύση που βρίσκει ως στιγμιαία περιγραφή και αποκορύφωμα (στους ελεύθερους) τήν καλή και τή γλυκειά της ώρα –))

άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα

τονίζω να προσεχτεί ότι κλάψα ονομάζει ο σολωμός εδώ (ψυχρά) τό ποίημα του, και χωρίς ίχνος αυτοέπαινου (προφανώς διότι ξέρει και τήν παρεξήγηση που θα επακολουθήσει) ονομάζει εν συνεχεία δυνατόν τόν εαυτό του…

τονίζω επίσης ότι ο όμορφος νεαρός άγγλος που κατασπαράχτηκε από τόν καρχαρία μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητός ως απομεινάρι μεγαλείου, αλλά ερημιάς γιατί ; τό μεγαλείο είναι η ομορφιά του που χάθηκε αλλά η ερημιά ποια είναι ; (η ερημιά έχει αναφερθεί μια φορά παραπάνω ας θυμηθούμε, σε σχέση με τόν απόμακρο βράχο)

εγώ πιστεύω ότι ο σολωμός με τή λέξη ερμιά περιγράφει τόν εαυτό του σε στενότατη σχέση με τό αντικείμενο τής περιγραφής : όχι για τήν γενική ερμιά που μπορεί να είχε η ζωή του τήν εποχή εκείνη, αλλά για τήν ειδική ερμιά που είχε η επιθυμία του

έτσι αυτή η λέξη ερμιά για μένα είναι μια απ’ τίς λαμπρότερες και αστραφτερότερες στιγμές λειτουργικής (και δη μονολεκτικής) ταύτισης που έχουμε (από καλλιτέχνη) τού εαυτού του με τό έργο του

η σκηνή μάλιστα που βλέπω όταν ακούω αυτό τό «απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς… άμε και δέξου» είναι η εξής : ένας μαυροντυμένος με μακρύ παλτό στέκεται με τά χέρια στην τσέπη και τό κεφάλι χαμηλωμένο προς τήν άμμο και βλέπει μπροστά του, ή φαντάζεται, τό κατασπαραγμένο σώμα ενός όμορφου άντρα – μιας ομορφιάς – : και αυτό που βλέπει μπροστά του συγχρόνως τού φαίνεται ότι είναι τό δικό του κομματιασμένο σώμα, δηλαδή κοιτάζεται με απορία θαυμασμό και τρόμο μες στον καθρέφτη.

.

.

νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης 

για αυτήν τήν πρόταση ο σολωμός έχει κάνει άπειρες δοκιμές – που σώζονται στα χειρόγραφα – ως όμορφος κόσμος ηθικός κλπ κλπ – μπορεί νά ’χει ενδιαφέρον να δει κανείς τίς μεταβολές και τίς μεταπτώσεις

 .

.

.

.

*

(για όλο αυτό είχα γράψει προ καιρού (με αφορμή τά θυμωμένα, ανυπόμονα, απελπισμένα, ιδιο(αυτο)κριτικά σκατά τού σολωμού στα χειρόγραφά του) και σε υποσημείωση (αλλά δυστυχώς οι υποσημειώσεις υπάρχει μια τάση να θεωρούνται δευτερεύον υλικό, μολονότι στα δικά μου τουλάχιστον (παντός είδους τέλους καιρού σκοπού) γραφτά για τίς σημειώσεις τίς υποσημειώσεις (και τίς παρενθέσεις) (διαπίστωσα καθοδόν και προ καιρού ότι) κρατάω μάλλον τά σημαντικότερα –) είχα γράψει λοιπόν εδώ σε υποσημείωση μια πρώτη παρατήρηση και διευκρίνιση για τήν βιαίως διάσημη αυτή φράση η οποία είθισται να παπαγαλίζεται (μεθερμηνευόμενη, κάθε φορά για διάφορους λόγους) χωρίς όμως ποτέ να έρχεται στην επιφάνεια ο έντονος ερωτισμός της – ή μάλλον η υπεράσπιση από μέρους της τού έρωτα :  βρίσκω λοιπόν χρήσιμο τώρα να επαναδιατυπωθεί, και τήν έκανα έτσι εν συντομία κυρίως θέμα, με τόν σκοπό να προσεχτεί ιδιαίτερα η προκλητική ιδιαιτερότητά της, η επίμονη νεωτερικότητά της, ο ελευθεριάζων μοντερνισμός της και ο βίαιος αντιπουριτανισμός της)
(έλεγα :
«επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού (και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της) ότι ο πόρφυραςτηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών – πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός»
και :
«δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές – ο άλλος είναι ο καβάφης …»)

τό απόσπασμα τής διήγησης (στο κεφάλαιο «εθνική η αλήθεια») από τόν αλέξη πολίτη :

«Όταν, γύρω στο 1850, ο Σολωμός έγραφε τόν «Πορφυρά», ένας φίλος του «τού επαρατήρησε», μάς λέει ο Πολυλάς, «ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε, ξέρουμε, ευθύς [και ξερά, προσθέτω εγώ] ο Σολωμός. Ξέρουμε όμως και με τί απογοήτευση δέχθηκε τό κοινό όχι μόνον τόν «Πορφυρά», αλλά όλα τά Ευρισκόμενα τού ποιητή.»

 .

.

.

ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει

.

.

.

 

 

 

Μαρτίου 18, 2013

μεσολόγγι και ενδοαλβανικά : αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν

.

.

  

.

.

   Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν, μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι; – Μηδέ σε γάμο ρίχνονται μηδέ σε χαροκόπι : η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με ’γγόνια : Ωραία ήτανε λοιπόν τά πράγματα : διότι αρβανίτισσες ή ξε-αρβανίτισσες (γιατί και η λασκαρίνα και η τζαβέλαινα ήταν κι αλλόφυλες κι αλλόγλωσσες και δεν μπορεί να σβήσει αυτό από τή βιογραφία τους με τίποτε) πήγαιναν πάντως με τήν ιδέα τους ότι είμαστε ελεύθερες : οι ιδέες δεν ανήκουν στις γλώσσες βλέπετε : ή μάλλον (για να τό πούμε σύμφωνα με τόν αμερικανό) οι ιδέες οι βασικές είναι ενσωματωμένες σε όλες τίς γλώσσες : Από πάνω απ’ τή βάση αυτή δηλαδή  χτίζονται ύστερα τά οικοδομήματα τά πολλά και διάφορα : και επικοινωνούμε μ’ αυτά και μ’ αυτά κάνοντας τότε τούς μικρούς πήδους τής καλής μας προαίρεσης : (όπως πήδαγαν από πάνω από τό τειχαλάκι στο μεσολόγγι οι αρβανίτες οι απέναντι : ) Διότι έτσι γίνονται οι επικοινωνίες : Μ’ αρέσει πολύ η ιστορία αυτή με τό τειχαλάκι :

   Είναι πολύ γνωστό, για ν’ αρχίσουμε δηλαδή από τήν αρχή, ότι ήταν τόσο πολλοί οι αρβανίτες που πολεμούσαν μαζί με τούς έλληνες εναντίον τούρκων και κοτζαμπάσηδων ώστε πολλές φορές λέγεται ότι τά παραγγέλματα στα μπουλούκια τους οι κλέφτες (κι οι αρματωλοί κι οι οπλαρχηγοί και όλοι) τά δίνανε στ’ αρβανίτικα – είναι επίσης γνωστό ότι όλοι οι έλληνες ξέραν τότε αρβανίτικα για να μπορούν να συνεννοούνται μ’ ένα μεγάλο μέρος που μιλάγαν έτσι σ’ αυτόν τόν στρατό : δεν ήταν ακριβώς δηλαδή ξένη γλώσσα. Μού είχε φανεί λοιπόν ιδιαίτερα χαριτωμένο ένα επεισόδιο που αναφέρεται στα σχετικά με τήν άλωση τού μεσολογγιού χρονικά :

   Οι τούρκοι είχαν κι αυτοί στα στρατά τους αρβανίτες, μωαμεθανούς όμως αυτούς, τούς λεγόμενους τουρκαλβανούς : να προσέξουμε βέβαια εδώ τή διαβάθμιση τών δύο λέξεων – πόσο δηλαδή η λέξη αρβανίτες [που πηγαίνει βέβαια, είναι εύκολο να τό δείτε αυτό, σε μια συμφωνία σχεδόν απόλυτα κανονική και με τό μωραΐτες τό συντοπίτες και άλλα πολλά] σαν να χαϊδεύει λεκτικά (και μάλιστα στο κεφάλι) μόνο εκείνους που πολεμάν μαζί με τούς έλληνες : όσοι βρίσκονται απέναντι δεν παίρνουν αυτό τό, ασήμαντο θα ’λεγε κανείς εκ πρώτης όψεως, χαϊδευτικό : είναι τουρκαλβανοί δεν έγιναν όμως ποτέ τουρκαρβανίτες. (Βέβαια, δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί, τήν μεγάλη αξία τών χρονικών, όλα τά χρονικά τά σχετικά με τήν πολιορκία τού μεσολογγιού είναι υπέροχα : ήταν τυχεροί όταν είχαν να φάνε ψωμί με σκόρδο : φτάσαν να τρώνε ποντίκια, αλλά και τούς νεκρούς τους τέλος). Τά βράδυα λοιπόν που κοιμόντουσαν στα διαλείμματα τής μάχης κάτω από τό τειχαλάκι αυτό (τό οποίο προστάτεψε ολόκληρη πόλη ένα τόσο μεγάλο διάστημα – και μάζεψε και ακτιβιστές απ’ όλον τόν κόσμο, ποιητές και ζωγράφους και μουσικούς, που ήρθαν να μπουν εκειμέσα για να σκοτωθούν εν πολλοίς – σήμερα η πόλη αυτή πού λέγεται επισήμως ιερή στην ελλάδα είναι μια πολύ όμορφη πόλη με μια λιμνοθάλασσα κι έχει ένα πολύ ειρηνικό και πολιτισμένο κλίμα, όπου μπορεί να τριγυρίσει κανείς στις επάλξεις εκείνου τού μικρού τείχους και να δει και τά αγάλματα και τίς ταφόπλακες που γίναν για όλους εκείνους τούς ξένους που αφήσανε τήν ειρηνική σουηδία τους και τήν δανία τους τήν αγγλία τήν γερμανία και τήν φιλανδία τους για νά ’ρθουν να πεθάνουν εκεί) τά βράδυα λοιπόν που οι πολεμιστές κοιμόντουσαν τυλιγμένοι στην πατατούκα τους κάτω από τό ασήμαντο αυτό τειχαλάκι, όσο μπορούσαν στα διαλείμματα τής μάχης, γινόταν κάτι που τό βρήκα πολύ χαριτωμένο (από γλωσσικής απόψεως) : (απ’ τήν άλλη μεριά εννοείται ότι κοιμόντουσαν εξίσου κουρασμένοι και οι τούρκοι και οι τουρκαλβανοί). (Τί γοητευτικός ύπνος που τόν χώριζε ένα τοιχαλάκι, σαν να ’ταν στο ίδιο σπίτι όλοι και κοιμόντουσαν μόνο σε διαφορετικά ας πούμε δωμάτια, κι είχαν διαφορές μεταξύ τους, όπως πάντα οι οικογένειες, και μισούσαν ο ένας τόν άλλον, και μες στον ύπνο τους βλέπανε εφιάλτες, και παραμιλούσαν βριζόμενοι – και ξυπνούσαν καμία φορά ο ένας τόν άλλον, καθώς η φωνή απ’ τό όνειρο τού ενός ξύπναγε καμία φορά απ’ τά όνειρά του τόν άλλον) : συνέβαινε λοιπόν τό εξής, που αναφέρεται ως γεγονός, και που έκανε τούς έλληνες να διασκεδάζουν ιδιαίτερα : τό βράδυ μες στην ησυχία τής νύχτας οι αλβανοί απ’ τή μεριά τού μεσολογγιού προκαλούσαν βρίζοντας και ειρωνευόμενοι τούς αλβανούς απ’ τή μεριά τών τούρκων : ήταν δε τόσο αποτελεσματική η γλώσσα τους τό χιούμορ τους και η πειθώ τους, ώστε πολλές φορές μες στη διάρκεια τής νύχτας ακουγόντουσαν οι βροντεροί γδούποι απ’ τά κορμιά που τσαντισμένα και φιλοτιμημένα σκαρφαλώνανε τό τειχαλάκι απ’ τήν μεριά τών τούρκων και πέφτανε προς τήν μεριά τήν ελληνική μες στην πόλη που πολιορκούσαν πιο πριν, και γινόντουσαν έτσι από πολιορκητές μελλοθάνατοι : Μέ γοήτευε πάντοτε αυτή η ρητορική τών κλεισμένων αλβανών μες στην πόλη : κι εξάλλου είναι γοητευτική αυτή η ιστορία και ως προς τό ότι οι τουρκαλβανοί, ακόμα κι αν δεν πείθονταν, πιάναν τήν κουβέντα με τούς αρβανίτες τής μέσα μεριάς, και αλληλοβριζόντουσαν : τί γοητευτικοί καυγάδες μέσα σε μια οικογένεια, και τά δωμάτιά της

 

                                       μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι

   ένας έλληνας ποιητής, ξέροντας τίς ιστορίες με τ’ αρβανίτικα κεφάλια (θεωρούνται πολύ πεισματάρηδες οι αλβανοί στην ελλάδα) και βέβαια έχει τή σημασία του τό ότι ακριβώς ήταν αρβανίτικα τά κεφάλια που εντούτοις μεταστρέφονταν μέσα στη νύχτα (και πηδάγανε τό τειχαλάκι), ξέροντας λοιπόν ένας τελείως σουρεαλιστής κιόλας (που θα μπορούσε δηλαδή άνετα να αυθαιρετεί πηδώντας από δω κι από κει) αυτά που γινόντουσαν με τά αρβανίτικα κεφάλια και τίς φωνές τους και τόν ορυμαγδό μες στη νύχτα έγραψε ένα ποίημα στο οποίο συνδυάζονταν διάφοροι άνθρωποι που πολεμήσανε από δω κι από κει (τού άρεσε πολύ και ο μπρετόν και ο ρεμπώ μαλλαρμέ αυτουνού) και εκεί αναφέρει κάποια στιγμή τό πρόσταγμα «πυρ» στ’ αρβανίτικα εξηγώντας ότι σήμαινε απλώς:

                                  βρας, αλβανιστί φωτιά

   θέλοντας έτσι, ακόμα δηλαδή κι ένας ρομαντικός άνθρωπος όπως είναι κατά κανόνα οι ποιητές να επιβεβαιώσει κι αυτός ότι πολλές φορές οι οπλαρχηγοί τά πολεμικά τους συνθήματα τά φώναζαν κατευθείαν στ’ αρβανίτικα – γιατί τόσοι πολλοί ήταν οι αρβανίτες δηλαδή στα μπουλούκια τους – και οι έλληνες απ’ τήν άλλη μεριά ξέραν τή γλώσσα : όταν μιλάς ελληνικά (έχω εγώ τήν εντύπωση) μαθαίνεις πολύ εύκολα και τίς άλλες γλώσσες : νομίζω ότι είναι ακριβώς τό ίδιο όπως όταν μιλάς αφρικάνικα : πρέπει να έχει να κάνει με τό άπλωμα τών φωνηέντων και τήν ηπιότητα τών συμφώνων που απλώνεται εν γένει στους ήχους σου όταν μιλάς

Οκτώβριος 28, 2012

κάκτοι στους δρόμους # 4 : άλμα εις μίσος

.
.
.
.
.
.
.
.

   πρόχειρες θέσεις για τήν απονομιμοποίησηάλμα εις μίσος 1

«…Είναι επίσης ανόητο έως ύποπτο να ισχυρίζεται κανείς ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ δεν είναι οι φασίστες. Το ότι οι περισσότεροι πιθανώς να μην διαθέτουν το εννοιολογικό οπλοστάσιο να αυτοπροσδιοριστούν ως τέτοιοι, το μόνο που επιβεβαιώνει είναι το ειλικρινές της έκφρασής τους. Συγχρόνως, αυτό σημαίνει ότι δεν γίνεται να απωθηθούν ή να μεταπειστούν με ιδεολογικούς όρους, και αυτό τους κάνει ακόμη πιο επικίνδυνους.

Είναι εκείνοι που μετράνε χαμένες ψήφους (που δεν κωλύονται να μαζέψουν ψήφους από όπου και αν προέρχονται) που υποστηρίζουν ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ είναι ‘δημοκρατικοί’ πολίτες που βρίσκονται σε σύγχυση. Πρόκειται περί δημοκρατικών πολιτών που ασκούν το δημοκρατικό τους δικαίωμα να είναι φασίστες.

Η ΧΑ δίνει φωνή στον φασίστα δίπλα μας χωρίς να τον διορθώνει, χωρίς να ισχυρίζεται ότι “είμαι η καλύτερη εκδοχή σου, αυτός που μπορεί να σε εκφράσει όπως εσύ δεν ξέρεις να εκφραστείς”. Η ΧΑ λέει “είμαι ένα φοβικό κτήνος, σεξιστής, ρατσιστής και φασίστας, γιατί είσαι ένα φοβικό κτήνος, σεξιστής, ρατσιστής και φασίστας. Έχω πάντα δίκιο, γιατί έχεις πάντα δίκιο. Τρέμω τους ανθρώπους γιατί δεν νιώθω τίποτα κάτω από τα πλαστικά μου μπράτσα και θα λέω και θα κάνω ό,τι θέλω για να λες και να κάνεις ό,τι θες. Δεν έχω πρόσωπο και δεν έχω όνομα, και θα εκφράζω τη σεξουαλική μου καταπίεση και τη συναισθηματική μου ανεπάρκεια υποταγμένος και θα σαστίζω με την ελευθερία των άλλων και θα λυσσάω να τους καθυποτάξω κι αυτούς”…»

   «πρόχειρες θέσεις για τήν απονομιμοποίηση τής χ.α.» : από τό βλογ beim nächsten mal wird alles besser (ο τίτλος εξηγείται επαρκώς εντός τού βλογ) η πρόσφατη ανάρτηση : διαβάστε την ολόκληρη

.

.

.

.

.

    τό γενναίο κλάμα και οι δημοκράτες : άλμα εις μίσος 2

     η μία (και υπουλότερη) μορφή μισογυνισμού είναι τό υπογείως αυτονόητο πως κάθε τι τό καθαρά γυναικείο ως έκφραση, αποτελεί γελοία ακριβώς έκφραση ως ζωή : διότι ο μισογυνισμός υπάρχει κυρίως εκεί (στις κοινωνίες εκείνες) που τόν αρνούνται μετ’ επιτάσεως : στις «υπανάπτυκτες» κοινωνίες που λένε : «αφού δεν λέω εγώ ότι τίς μισώ, δεν τίς μισώ (κι ας λες εσύ ό,τι θέλεις) » : γιατί οι υπανάπτυκτες κοινωνίες ακριβώς είναι που απωθούν τήν ίδια τήν έννοια τής απώθησης – και είναι πιο ειλικρινείς σ’ αυτό από τίς κοινωνίες τού «πρώτου κόσμου», για να είμαστε δίκαιοι : αφού τούτες δω ισχυρίζονται ότι έχουν ακούσει κιόλας κάτι δηλαδή για τήν ψυχανάλυση, ότι αποδέχονται δηλαδή δήθεν και τήν πραγματικότητα τού ασυνείδητου – άσχετα από τό αν, ώσπου να τήν αποδεχτούν, φροντίζουν πρώτα να τήν ισοπεδώσουν – με τά όπλα ακριβώς τής «προόδου» τής «ανάπτυξης» και τής βλακείας τού «πολιτικά ορθού»

   και η δήθεν ξερή αντικειμενικότητα, ο θετικισμός μ’ άλλα λόγια που επελαύνει, ή βιαίως ή βραδέως, πάντως σ’ ολόκληρον πια τόν πλανήτη, είναι μια μορφή βαρβαρότητας ύπουλη ακριβώς γιατί απωθεί και υποβιβάζει επιστημονικά (να πούμε) αυτό που δεν λέγεται (με τή γλώσσα τών λέξεων) : ενώ δεν λέγεται διότι ακριβώς δεν υπάρχουν λέξεις – και χώρος – γι’ αυτά : δεν πρέπει δηλαδή να υπάρξουν – νά λοιπόν η άλλη όψη τής ζωής και τού θάνατου : είναι αυτό για τό οποίο δεν μπορείς να μιλήσεις – και συνεπώς καλύτερα να βγάζεις περί αυτού τόν σκασμό (όπως είπε κι ο περιώνυμος βιτκενστάϊν) (ο αντόρνο μεν τόν τακτοποίησε, αλλά κι αυτό επίσης ωραιότατα απωθείται)

   οι γυναίκες μπορούν να κλαίνε λοιπόν και είναι εξαυτού αδύναμες – οι άντρες δεν μπορούν να κλαίνε και είναι εξαυτού έτοιμα και παντοδύναμα θύματα τού χρυσού ξημερώματος – κάθε φορά που θα πλησιάζει όλο και περισσότερο να (μάς) ξημερώσει

   η ρόζα λούξεμπουργκ (μού έλεγαν αμήχανοι κάποτε κάποιοι  ινστρούχτορες) έκλαιγε : τί διάολο Ρόζα, έχουμε τόσα πράγματα σημαντικά να κάνουμε, ξεκόλλα ( : εκείνη τή δολοφόνησαν με ολόκληρο τό σώμα της και τά δάκρυα, οι άλλοι ας επιζούν ενδόξως αδάκρυτοι)

   γελοίο βέβαια να σκέφτομαι τή ρόζα με αφορμή τά δάκρυα τής κυρίας κανέλλη και μάλιστα στην τηλεόραση – ασφαλώς : γελοίο και ύβρις, αλλά δεν είν’ αυτό τό θέμα μας :

   θέλω να πω ότι δεν διαφωνώ σε όσους διέβλεψαν (μαζί με μια ενσωματωμένη πονηριά κομματικής φύσεως) μια όχι και τόσο συναισθηματικής όσο ακριβώς πολιτικής φύσεως έκρηξη σε αυτά τά δάκρυα : αλλά αυτό ακριβώς είναι και ο λόγος για τόν οποίο τά θεωρώ γενναία : η κυρία κανέλλη, από τίς ελάχιστες γυναίκες τής βουλής στις οποίες αξίζει εντέλει ο τίτλος τής βουλεύτριας (και όχι τής βουλευτίνας ( : βουλευτίνα είναι αυτή η οποία παίρνει τό αξίωμα μέσω μπαμπά συζύγου θείου ξαδέλφου κλπ – πολλές τέτοιες έχουμε, και εσχάτως βέβαια έσκασε μύτη και η αξιολύπητα χυδαία κυρία ζαχαρούλια ή πώς αλλιώς τή λένε, που αν δεν είχε παντρευτεί τόν φασίστα δεν θα τήν ήξερε ούτε η θυρωρού της)), και μολονότι η κυρία κανέλλη (που ξεκίνησε από τούς δεξιούς και κατέληξε στους σταλινικούς και διαπράττοντας αυτό τό βήμα σημειωτόν μετατράπηκε καθοδόν και σε φερέφωνο τού νεοκαθαρευουσιανισμού, μέσω κυρίου μπαμπινιώτη) δηλώνει παγίως ενδιαφερόμενη και για τά γλωσσικά, ποτέ δεν διεκδίκησε (κι αυτή, όπως και καμιά άλλη γυναίκα τής βουλής μας) αυτόν τόν αξιοπρεπή επιτέλους γλωσσικά ορισμό για τήν ίδια της τήν επαγγελματική οντότητα – είναι παρ’ όλ’ αυτά για μένα βουλεύτρια τώρα πια, εξαιτίας και τής βίας τήν οποία αρνήθηκε να δεχτεί ως προς μια άλλη γυναίκα, και τής βίας τήν οποία δέχτηκε εν συνεχεία η ίδια ως τιμωρία για τήν αλληλεγγύη της, και τής βίας τού να δει προχτές τή βία αυτή να θεωρείται (από αριστερούς) έδαφος πρόσφορο για πλάκα.

   αυτά λοιπόν ακριβώς – τά δάκρυα και ο θυμός – ήταν η μόνη πολιτική πράξη άξια τού ονόματος απ’ τή μεριά τής κυρίας κανέλλη, που μάς κάνει κι εμάς ακριβώς να παραβλέψουμε προς στιγμήν τή νηπιακή της θωράκιση σε «πολιτική» θεωρία – η οποία και προδόθηκε ειρωνικά και ανηλεώς από τήν τελευταία άστοχη «τιράντα» της περί «κλοπής» ( : η οποία «είναι ίδια, είτε κλέψεις ένα καρβέλι σαν τόν γιάννη αγιάννη, είτε κλέψεις ένα εκατομμύριο…») : άστοχη και αμήχανη προδοσία που εκφράστηκε σε συνάρτηση με τί ακριβώς ; μά, τή διάθεσή της ασφαλέστατα να παρακάμψει τή γυναικεία πλευρά τής αντίδρασής της, αποδίδοντάς την απλώς στην ιδιότητα «άνθρωπος» (δεν τό είπε έτσι) : τό ασυνείδητο τής κυρίας κανέλλη μιλάει καθαρεύουσα και είναι δεξιάς αποκλίσεως, τό μόνο που τήν σώζει είναι ακριβώς τό ότι παραμένει πεισματικά γυναικείο

   από τά λίγα που είδα να γράφονται μού άρεσε αυτό, από τόν άρη δημοκίδη, και ακόμα πιο καίριο βρήκα (καθότι και ελληνοπρεπέστερο) αυτό στο πορτατίφ

   αντιθέτως ένα σωρό άντρες, που πρόσκεινται κιόλας ελαφρώς ή βαρέως στον πολιτικό χώρο τής εν γένει αριστεράς, δεν βρήκαν ν’ αναφερθούν παρά δήθεν αντικειμενικά, ενίοτε αυτοεπαινετικά, εντέλει μικρόψυχα (παραβλέπω τά αυτονόητα υβριστικά) και γενικώς μάλλον βεβιασμένα και ξυνισμένα (και μάλλον κομματικοειδώς παίρνοντας αφορμή για σπέκουλα κατά τής πολιτικής τού συγκεκριμένου καναλιού) (χωρίς έτερη αξιολόγηση βάζω μερικά εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ) – τή μεγαλύτερη δε εντύπωση μού έκανε ομολογώ η εντός σωρού μεζέδων αναφορά ανθρώπου που προχτές κιόλας ασχολήθηκε με μια ασήμαντη περίπτωση «γυναικείας έκρηξης» διά τόσο μακρών – και μάλιστα μολονότι ο νίκος σαραντάκος είναι συνήθως προσεχτικός, παράβλεψε εντελώς εδώ μια αξιοπρόσεχτη γλωσσική στιγμή τής κυρίας κανέλλη, όταν μέσα στον γενικό θυμό και τά δάκρυα σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο για να διορθώσει τήν άστοχη και άγλωσση (ως συνήθως στην τηλεόραση) παρουσιάστρια και να μετατρέψει τήν «ανέχεια» τής συνομιλήτριάς της σε «ανοχή» : για μένα ήτανε, πρέπει να πω, πράγματι, η μόνη απολαυστική στιγμή αυτής τής λογικής έκρηξης

   διότι όταν τό άλμα εις μίσος επιχειρείται ανοιχτά πια και από τούς (οποιουσδήποτε) αριστερούς (τού τηλεοπτικού και συντελεσμένου κώλου έστω) δεν θα μάς μείνουν λογικά για τό μέλλον άλλες ευκαιρίες για απόλαυση πέρα από τό γενικό χρυσό ξημέρωμα τής κάλπικης λίρας

.
.
.
.
.
.
  
.

   η αποικία τών τιμωρημένων (αιδοίων) ( : άλμα εις μίσος 3 )

   σύντομη είδηση χωρίς άλλα λόγια : pussy riot to gulag

   τελικά, όπως είχε προαπειληθεί (τό ανάφερα ως επαπειλούμενη πιθανότητα εδώ) : εκτοπίζονται : (θα μπορούν λέει να βλέπουν πιο άνετα εκεί και τά παιδιά τους : θα πάνε εξορία και τά παιδιά δηλαδή)

   στην περίπτωση τών σταλινοθρεμμένων ολιγαρχών τής κακόμοιρης ρωσίας δεν τίθεται καν θέμα τώρα μόνο μισογυνισμού – αυτοί έχουν αποδείξει ότι τακτοποιούν άντρες και γυναίκες αδιακρίτως, κάνουν ό,τι δηλαδή (θα θελήσουν να) κάνουν και οι χρυσοφόροι μήδοι όταν με τή βοήθεια τών επόμενων τετρακοσίων χιλιάδων ελληναράδων, βρουν τήν πόρτα και τή γλώσσα μας ανοιχτή, για να μάς κάτσουν ακόμα πιο αποφασιστικά και εξημερωτικά στο σβέρκο

.

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 6, 2012

κάκτοι στους δρόμους…

.

.

.

   …και που σκοντάφτω πάνω τους από καιρό :

.

.

   πέρα από τήν ποιητική λιτότητα τής δίκαιης διαπίστωσης, θέλω να τονίσω ότι τό ατονικό πάντως κυριαρχεί στους δρόμους – ίσως είναι και θέμα βιασύνης βέβαια (πάντως σύνθημα σε πολυτονικό δεν νομίζω να ’χω δει ποτέ) : αυτό που μ’ ενδιαφέρει όμως εδώ κυρίως είναι ότι τελικά μπήκε ένας τόνος – και, νομίζω καθόλου τυχαία, σε μια λέξη που αισθάνεται κανείς ότι ήθελε ο γραφιτάς νοηματικά να τονίσει : λοιπόν θα γίνει ο τόνος στο μέλλον μόνο συμβολικό σημάδι έμφασης; (όπως έχω ξαναπεί στις περισσότερες λέξεις, και κυρίως στις πολυσύλλαβες, όντως δεν μάς χρειάζεται καθόλου τόνος – διότι ξέρουμε καλά και πού τονίζονται και τό νόημά τους – : εκεί που ο τόνος είναι απαραίτητος είναι στις μονοσύλλαβες (και λίγες άλλες) που γράφονται ίδια, αλλά έχουν (τονισμό και) νόημα διαφορετικό : θέα/θεά, άλλα/αλλά, η και ή, τού είπα και πες του, ως και ώς, αυτός που περπατάει/αυτός πού στα κομμάτια πάει; κλπ κλπ)

.

.

.

   η στάση τού αλμπέρτο κασίγιας που προστάτεψε κόσμο στη μαδρίτη μ’ έκανε να ζηλέψω (που δεν έχω δει όλα αυτά τά χρόνια τής αγανάκτησης παρόμοια σκηνή επικίνδυνης αλληλεγγύης στην πόλη μου) : περισσότερο όμως θαύμασα και ζήλεψα τήν επάνοδο εκείνου τού κόσμου τήν επομένη : κάνω λοιπόν μια προσπάθεια να εκλογικέψω τή διαφορά ήθους στις διαδηλώσεις από εδώ ώς εκεί ως εξής : για τήν πρώτη μέρα θα ’λεγα ότι, όπως φαίνεται, οι άνθρωποι που ο εστιάτορας (ή διευθυντής, ή σερβιτόρος, και λοιπά αδιάφορα) προστατεύει, δεν τού τά έχουνε σπάσει, δεν τού τά σπάνε, και δεν τόν κλέβουνε όση ώρα είναι μέσα στο μαγαζί του, τήν ώρα δηλαδή που εκείνος ρισκάρει και τή ζωή του ακόμα απλώνοντας χέρια και φωνές και έρωτα συνολικά προς τόν κόσμο για να προστατέψει έναν κόσμο ( : μέσα στο μαγαζί βλέπω είναι κύριοι κυρίες και κουκουλοφόροι – δεν νομίζω ότι κανείς απ’ αυτούς στο μεταξύ τόν περιφρονεί ως αστό μικροαστό ή εχθρό που κινείται από κάποιου είδους υστεροβουλία – μόνο στη φιλοσοφημένη αυτή χώρα κάποιοι ντόπιοι υπερεπαναστάτες διατύπωσαν τήν άποψη ότι τό κάνει για να διαφημίσει τό μαγαζί του (και αυτό ακριβώς είναι και η ουσία τού προβλήματος)) – επομένως : για τή δεύτερη μέρα έχω να πω ότι η επάνοδος με σκοπό να τόν ευχαριστήσουν (και τόν ευχαριστούν αδιακρίτως όπως βλέπουμε, κύριοι κυρίες και κουκουλοφόροι) υποδηλώνει μια ενεργή ακόμα ζωή ενός πολιτισμού που προέρχεται πιθανώς και από τήν παράδοση ενός κινήματος αναρχικού και ενός εμφύλιου, που εκδραματίστηκαν (στην κυριολεξία) προστατεύοντας ενισχύοντας και πατώντας πάνω στην ιδέα μιας κοινωνίας που επιζητεί τραγικά τήν ισότητα – και όχι ενός εμφύλιου βεβιασμένου που ξεκίνησε πατώντας πάνω στα άθλια παιχνίδια διεθνών αθλίων και ως παράπλευρη απώλεια είχε (πέρα από τήν εξαφάνιση μέσω θανάτου βασανιστηρίων και εξοριών μιας ολόκληρης γενιάς που δικαιούμαι να πιστεύω ότι ήταν καλύτεροι όταν ξεκίναγαν απ’ ό,τι όταν κατέληγαν) να μάς στρογγυλοκαθίσουν στο σβέρκο λογικές αλληλοδιαδοχικής χουντικής χυδαιότητας, δοσιλογισμού και κομμουνιστοφαγίας – και ήθη μ’ άλλα λόγια ενγένει που διατρέχουν τραγικά έως σήμερα τήν κοινωνία και τό θυμικό μας και τό ασυνείδητό μας – σταθεροποιώντας έτσι και ανάγοντας σε ιδεολογικό κανόνα ένα διαρκές ξεκαθάρισμα άθλιων και μη, οικονομικών και μη, ψυχολογικών και μη, λογαριασμών : όμως η ψυχολογία είναι ακριβώς κληρονομική με τήν έννοια ότι διαμορφώνεται κυρίως καθοδόν : έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω και τήν καμαρωτά αναρχική, επί τής ουσίας εαυτούλικη επαρχιώτικη και αήθη συμπεριφορά ντόπιου συλληφθέντος (απαξιώ να αναφέρω περισσότερα) που μετά τήν πανστρατιά για τήν απελευθέρωσή του εξερχόμενος τής φυλακής αρνήθηκε να αρθρώσει έστω μια λέξη ευχαριστίας προς όσους τόν υποστήριξαν διότι (είχε έτοιμη και τήν αναρχοειδή αρλούμπα) : «δικό τους θέμα, δεν έχω λόγο εγώ να τούς ευχαριστήσω, τό έκαναν επειδή τό ήθελαν» : με τέτοια ακριβώς μυαλά, διαχυμένα αυτάρεσκα υπό μορφήν ιδεολογίας, είναι που στην πόλη αυτή δεν υπάρχει πρώτη μέρα, δεν υπάρχει και δεύτερη.

.

.

   φώκνερ : αυτή κύριε είναι η παραίτησή μου

   από τόν πολύ ωραίο και χρήσιμο τόπο «letters of note» βρήκα τό εξής τού φώκνερ :

.

.

   (εφόσον ζω στο καπιταλιστικό σύστημα, τό περιμένω η ζωή μου να επηρεάζεται από τά βίτσια τών λεφτάδων. Αλλά να μέ πάρει και να μέ σηκώσει αν θελήσω ποτέ να σταθώ και σούζα σ’ ό,τι γουστάρει ο κάθε περιπλανώμενος σκερβελές που ’χει τά δυο σέντσια που τού χρειάζονται για ν’ αγοράσει γραμματόσημο.

   αυτή, κύριε, είναι η παραίτησή μου.)

   διαβάστε τίς λεπτομέρειες τής ιστορίας εδώ – εγώ σημειώνω απλώς πως τό ’24 ο φώκνερ ήταν 26 χρονών και δεν είχε εκδώσει ακόμα τίποτα – κι απ’ ό,τι ξέρω εκδόθηκε μεν η «βουή και τό πάθος» τό ’29, και τό «καθώς ψυχορραγώ» (που τό ’γραψε μερικές συνεχόμενες νύχτες κατά τίς οποίες δούλευε νυχτοφύλακας σε κάποια φυτεία – ενώ δεν έχουμε ιδέα τί άλλα προβλήματα είχε εκεί) τό ’30 : επομένως δεν έχω κι εγώ ιδέα ποιο βιβλίο έγραφε ή σκεφτότανε από τό ’21 ώς τό ’24 που δούλεψε στο ανωτέρω πανεπιστημιακό ταχυδρομείο, όταν και συνέβη τό παραπάνω ωραίο περιστατικό, και γράφτηκε τό ωραιότατο αυτό γράμμα

.

.

.

   δεσποινίς μπουλανζέ

   τέλος για σήμερα (έχω σκοπό να κάνω κι άλλες τέτοιες αναρτήσεις με σκόρπιους κάκτους στον δρόμο – όπως είχα άλλωστε υποσχεθεί και στον δύτη) δείτε αυτήν τήν ταινία τού bruno monsaingeon (αν έχετε καιρό ολόκληρη – ειδάλλως προτείνω από τό 23΄27΄΄ και μετά οπωσδήποτε –) για μια μεγάλη, πολύ μεγάλη δασκάλα μουσικής – που έφτιαξε ολόκληρη σχολή και βοήθησε συνθέτες σολίστες και μαέστρους να βρουν τόν καλύτερο εαυτό τους, τή mademoiselle nadia boulanger (τήν ταινία τή βρήκα εδώ)

.

.

.

.

.

.

τά χέρια τής δεσποινίδας μπουλανζέ, 90 ή 19 χρονών | επάνω : photo by lewis hine : hyman alpert, newsboy, 1909 / από εδώ | τό γκράφιτι από δω | φωτογραφία william faulkner, 1940 από εδώ

.

.

.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: