σημειωματαριο κηπων

Ιουνίου 26, 2015

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : για τόν βύρωνα λεοντάρη (περιοδικό «σημειωσεις», τεύχος 80, αφιέρωμα)

 

 

 

 

(άσεμνη) εισαγωγή σαν (σεμνότατη) προσωπική σημείωση :
όταν είσαι (οχι)οικειοθελώς και (ναι)ενσυνειδήτως αόρατη κι ανύπαρκτη για τή χώρα (όπου μοίρα κακιασμένη σ’ έρριξε για να σού κανει μόνο αντίδωρο τή γλώσσα τή μόνη που αγαπάς) η χώρα η δικιά σου τότε ελευθερώνεται ξεκαρφιτσώνεται απ’ τό χαρτί τού χάρτη και φεύγει στα αχαρτογράφητα νερά τής αδιανόητης χαράς και τής ελευθερίας – κι η χώρα σου τότε χαιρετά και χαίρεται τούς δέκα (τό πολύ) κατοίκους της – αυτό λέγεται βέβαια τότε (και είναι) υπερπληθυσμός –

μέσα σ’ αυτό τό καράβι τών αόρατων, στα πελάγη τά ορατά τών ελαχίστων, γνώρισα τότε κι εγώ ένα μεσημέρι (ελάχιστη και μικρότερη και δεν εννοώ ηλικιακά, θα ήταν άσχετο και αστείο) στη γέφυρα που λουζόταν σ’ ένα φως (σαν αθηναϊκό σαν ξεχασμένο) τόν βύρωνα λεοντάρη που ήξερα, ήξερα μέσ’ από τήν ιδρυτική ομάδα τού περιοδικού (ιδρυτική με κείνον και τόν γεράσιμο λυκιαρδόπουλο, τόν αντρέα κίτσο–μυλωνά τόν μάριο μαρκίδη τόν στέφανο ροζάνη) αλλ’ ήταν, αυτό τό υποψιαζόμουν ήδη, όχι και τόσο ιδρυτές ούτε κι ομάδα, και ούτε καν τόσο ή ποιητές ή και φιλόσοφοι, όσο φίλοι : αυτό κυριαρχούσε, στην κανονική ζωή, και αυτό τότε κι από τότε, στη γέφυρα και τά καταστρώματα για πολλές μέρες μέσ’ στην απόλυτη μοναξιά τού ταξιδιού τής χαράς είχα και τή χαρά και είδα

λεπτομέρειες θα ειπωθούνε (άπειρες) άλλη φορά, τό μόνο που ήθελα να επισημάνω τώρα είναι η απερίσκεπτη γενναιοδωρία και η άφοβη ευγένεια : ευγένεια που ερχότανε από μια στάση ζωής και λόγου (που λέει, επειδή μιλάει) ατίθασση αντισυμβατική και γι’ αυτό απέραντα επιεικής : πόσο να τόν ευχαριστήσω, αυτόν τόν μεγάλο άνθρωπο, ούτε μπορώ ούτε και μπόρεσα (όχι, ποτέ για τά μεγάλα του, τήν ποίηση ή τή σκέψη του σ’ εκείνα τά πεζά) αλλά για τά μικρά του επιεική και χαμηλόφωνα «μού άρεσε αυτό κι αυτό, ήταν καλά αυτά και θέλω κι άλλα» γιατί αυτή η χώρα η δικιά μου έτσι ταξίδευε και πάντοτε θα ταξιδεύει, (σαν) παρηγορημένη απ’ τήν ευγνωμοσύνη.

τό αφιέρωμα στον βύρωνα λεοντάρη (τού περιοδικού «σημειώσεις» τεύχος 80, που μόλις κυκλοφόρησε) αρχίζει λοιπόν και τελειώνει με κείμενο – πεζό στην αρχή και ποιητικό στο τέλος – τού γεράσιμου λυκιαρδόπουλου : αυτά θα παραθέσω σήμερα (άλλοτε θα ακολουθήσουν άλλα) :

 

 

 

Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας
και μάς τύλιγαν
ωσότου κέκλινεν η ημέρα
κι εκεί ανάμεσα σε Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ’ έπνιξαν τά δάκρυα
και χωρίσαμε
διέστην απ’ αυτών
ο δρόμος μου έστριβε για τό Amager. *

Βύρων Λεοντάρης, «Εν γη αλμυρά»

 

Ανήμερα τής Μεταμόρφωσης τού Σωτήρα τού 2014 ο Βύρων Λεοντάρης διέστη αφ’ ημών παίρνοντας τόν δικό του δρόμο για τό Amager. Γι’ αυτό και τό παρόν τεύχος τών Σημειώσεων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας φτωχός «οβολός» κι ένα ελάχιστο αντιχάρισμα στον άνθρωπο που καταστατικά, καθοριστικά, συστατικά και συνθετικά για πάνω από 40 χρόνια λάμπρυνε ανεξίτηλα τίς σελίδες αυτού τού περιοδικού με τόν κριτικό του στοχασμό και τήν ποιητική του πράξη.

Κάποια ερανίσματα από τό αρχείο του, ένα κείμενο τού Γιάννη Δάλλα και ένα τού Βασίλη Λαμπρόπουλου, και εφτά ποιήματα για τόν Βύρωνα είναι τά ταπεινά μας κτερίσματα και η φτωχική μας φερνή. Μαζί με αυτά, κάποιες παλαιότερες κριτικές που επιλέχθηκαν όχι αξιολογικά (υπάρχουν αρκετά άλλα σημαντικά κριτικά κείμενα, ανάμεσα στα – μάλλον – όχι και πολλά που γράφτηκαν για τό έργο του) αλλά, απλώς, υπακούοντας στην «οικονομία» τού τεύχους και στην προσπάθεια να καλυφθεί κατά τό δυνατόν όλο τό εύρος τής, έτσι κι αλλιώς λιτής και «οικονομικής», παραγωγής του.

«Λόγια που λένε αλλά δε μιλούν», γράφει ο ίδιος στο Έως… Αν αυτό ισχύει για τούς ανθρώπους που θα πρέπει να παλέψουν πολύ για να ομιλούν (να εννοούν και να συνομιλούν) αυτό που λένε, λέγοντας αυτό που πιστεύουν και πιστεύοντας αυτό που λένε, σίγουρα ισχύει πολύ περισσότερο (και κατά κυριολεξία) για τά περιοδικά, μιας και αυτά έχουν γραφή και όχι φωνή.

Αν, λοιπόν, αυτή η σελίδα μπορούσε να πάρει «ανθρώπινη λαλίτσα» για να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο που με τήν παρουσία του «ομόρφυνε τή μοίρα» ετούτου τού περιοδικού, δεν θα ήταν άλλη από τήν (εδώ παραφρασμένη) φωνή ενός συναδέλφου τού Βύρωνα, ποιητή τού 13ου αιώνα, τού Γεωργίου Ακροπολίτου :

…ει και τά σπλάχνα τιτρώσκομαι
και καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορώσα
αλλά τήν σήν ποίησιν δεξαμένη μεγαλύνω…

Μέρες τού Μάη τού 2015, ενώ τό ανοιξιάτικο αγέρι και τό (πάντα παρόν) αίσθημα τής απουσίας θροΐζουν τίς λυπημένες σελίδες…

 

 

 

*
(σημείωση σημειωματάριου : για τό νόημα τής (μάλλον άγνωστης στον μέσο αναγνώστη) λέξης «Amager» βρίσκω χρήσιμο να παραθέσω τίς σχετικές αναφορές τού γιάννη δάλλα (στο δοκίμιο του για τόν λεοντάρη που βρίσκεται εν συνεχεία στο παρόν τεύχος τού περιοδικού) : ο δάλλας λοιπόν μιλώντας για τή σχέση τού λεοντάρη με τόν δανό φιλόσοφο σαίρεν κίρκεγκωρ λέει (σταχυολογώ) :
«Πιστεύω πως ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ υπήρξε ο φιλόσοφος τής ύπαρξης που ακούγεται πρώτη φορά ως σταθερά στη (…) συλλογή Εν γη αλμυρά (…) με τήν πρώτη ενότητά της να τιτλοφορείται “Amager” (τό όνομα ενός νησιού χοιροβοσκών και μικρομάγαζων ενός πορθμού κοντά στην Κοπεγχάγη) (…) (“Amager, Σύβοτα… Ουτοπίες σωτηρίες χαμοί ακρογιάλια δίχως θάλασσα”) (…) Ακολουθεί μια δειγματοληψία συγγενών απόψεων τού φιλοσόφου, όχι μόνον οι σχετικές με τή θυσία τού Αβραάμ ή τήν πορεία προς τό Amager που ασφαλώς θα είχε υπόψη του ο ποιητής…»
προσωπικά να προσθέσω ότι μ’ αρέσει πολύ αυτή η εσώτατη αλλά και οργανικότατη σχέση τού ύστερου λεοντάρη με τόν κίρκεγκωρ…)
(και μια διόρθωση τελευταία (σαν απντέϊτ…) ύστερα από πολύ ευγενική διευκρίνιση τού περιοδικού (και μέ χαροποιεί όσο και μέ τιμάει τό πως οι «σημειώσεις» διαβάζουνε με κατανόηση τό «σημειωματάριο») : τό κείμενο, τό «πεζό στην αρχή», που τό έθιμο τό ’χει, ως «ανυπόγραφο» στις «σημειώσεις» πάντα, να (υπο)γράφεται από τόν γεράσιμο λυκιαρδόπουλο, τή φορά αυτή γράφτηκε με τήν ενεργό συνεργασία τού φιλόλογου βασίλη αλεξίου, που επιμελήθηκε και τή δημοσίευση σ’ αυτό τό τεύχος τών, τόσο διαφωτιστικών, τόσο χρήσιμων, κειμένων από τό αρχείο τού ποιητή.)

 

 

 

 

 

 

 

τό θαύμα

μνήμη Βύρωνα Λεοντάρη

 

 

«Μην τόν πιστεύετε» μάς είπαν
«δεν είναι άγιος είναι μάγος»

Όμως εμείς
θαλασσοβάτες κάποτε
σφογγίσαμε με πίστη τά δάκρυα τής λαμαρίνας
τή σκουριά πολεμήσαμε με τόν άνεμο
με τόν άνεμο παλεύοντας
για μιαν ένδειξη θαύματος

(κι αν κλάψαμε κάποτε
ήταν μόνο στον ύπνο μας)

Δείξαμε στο τέλος τά ρέστα μας :
μια θαλασσόβρεχτη συντροφικότητα
– τό δικό μας θαύμα

κι ας μην αγιάσαμε ποτέ

 

  

 

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

 

 

 

 

 

 

Αύγουστος 12, 2014

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

 

 

 

 

η ασθένεια προς θάνατον επελαύνει μονίμως ακάθεκτη όπως φαίνεται, πάνω και γύρω μας, και μέ αναγκάζει να διακόψω τήν επ’ ολίγον αδιάκοπη παράθεση λόγων τού συνοφρυωμένου προτεστάντη δανού, για να θυμηθούμε (και πάλι επ’ ολίγον) έναν άλλον αυστηρό, αλλά γλυκύτατο, άθεο (ελληνικότατης, αυτή τή φορά, καταγωγής) : ο θάνατος τού βύρωνα λεοντάρη πλήττει ερωμένες κι εραστές και τής ποίησης και τής νόησης (στις κριτικότερες και λαμπρότερες στιγμές τους) σ’ αυτόν τόν φτωχό και μουντό τόπο

ελάχιστη απότιση μνήμης λοιπόν, αποσπάσματα από τό δοκιμιακό του έργο, που θα τά ξεκινήσω αλλοιώνοντας ελαφρώς τή σειρά με τήν οποία τά κείμενα αυτά εκδόθηκαν, ξεκινώντας δηλαδή με ένα σημαδιακό (κατά τή γνώμη μου) κείμενο τού ’75 τό οποίο δεν βαδίζει απλώς χειροπιασμένο με τήν πικρή σατιρική διάθεση τού κίρκεγκωρ στα κείμενά του εναντίον τών συγχρόνων του «κριτικών», αλλά παρακολουθεί και περιγράφει (και συνοδοιπορεί, θα ’λεγε κανείς, περίφημα, με) τόν γενικότερο εξευτελισμό τής ελληνικής «πνευματικής» ζωής στις δικές μας, αυτοκρατορικής αθλιότητας και ξηρότητας, ημέρες :

 

 

 

 

τό πνευματικό imperium

 

Η πραγματικότητα μισεί αυτούς που δεν τήν αποδέχονται ως αναγκαιότητα και ιστορία. Η πνευματική αγορά σέ εκδικείται όταν τήν αγνοείς. Απρόκλητα και αυθαίρετα σέ ταξινομεί μέσα της, σέ ανθολογεί, σέ μελοποιεί, σέ μεταφράζει, σέ συζητεί, σέ βιογραφεί, σέ νεκροτομεί και σέ καταβροχθίζει στα κανιβαλικά συμπόσια τών λειτουργιών και εκδηλώσεών της. Βλέπεις τήν υπογραφή σου σε διακηρύξεις που δεν υπέγραψες και δεν βλέπεις τ’ όνομά σου κάτω από δικά σου κείμενα, σού αποδίδουν ιδέες που δεν πρεσβεύεις και σού αρνούνται τίς δικές σου, φέρεσαι απών εκεί που είσαι παρών και αντίστροφα από βαθμοφόρους τού πνεύματος. Όλη αυτή η παραμόρφωση, γιατί η αγορά και ο στρατώνας τού πνεύματος θέλουν να εκβιάσουν τή συμμετοχή σου στην περιοχή τους για τή νομιμοποίηση και συντήρηση τών θεσμών και τών μηχανισμών τους.

Ενώ είναι γνωστές οι θέσεις ορισμένων ποιητών πάνω στο θέμα «Πολυτεχνείο», κατά τής επαίσχυντης παραποίησης μιας γνήσιας επαναστατικής πράξης που «κρατικοποιείται» και καταντάει «εθνική επέτειος», εμφανίζεται στις προθήκες τών βιβλιοπωλείων και κυκλοφορεί ένα πολυτελέστατο – και πανάκριβο – λεύκωμα σαν καταστόλιστος δίσκος γραφείου κηδειών, όπου καταχωρούνται στίχοι (άσχετοι φυσικά προς οποιαδήποτε θεματογραφία τού «πολυτεχνείου»)  κ α ι  αυτών τών ποιητών, με τά ονόματά τους, χωρίς καμμιά προηγούμενη άδειά τους και χωρίς καν να ερωτηθούν, έτσι που δημιουργείται η εντύπωση ότι μετέχουν κι αυτοί (σε κραυγαλέα αντίθεση προς τίς θέσεις τους), σ’ αυτή τήν επίσημη τελετή που διαστρέφει τήν ουσία τής εξέγερσης στο αντίθετό της.

Τό θέμα, φυσικά, δεν έχει σημασία από τήν άποψη τών εντυπώσεων αλλά ως έκφραση τού πνευματικού imperium. Οι υπεύθυνοι τής έκδοσης τού λευκώματος ξέρουν πολύ καλά ότι ορισμένοι ποιητές και ορισμένα έργα, απ’ όπου σταχυολόγησαν στίχους, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με παρόμοια καμώματα. Λειτούργησαν όμως και ενήργησαν αναγκαστικά, και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προθέσεις, κάτω από τή νομοτέλεια τής περιοχής τους.

Παρόμοιες εκδόσεις εντάσσονται στα πλαίσια τής διαμάχης μεταξύ ελαφράς φιλολογίας (επιθεώρηση, λαϊκός περιοδικός τύπος) και τής «σοβαρής τέχνης» (ποιητές τής καριέρας, σεναριογράφοι, θεατρογράφοι, λιμπρετίστες κ.λπ.) για τή διανομή τών κερδών τής – νομιμοποιημένης πια απ’ όλους – καπηλείας τού Πολυτεχνείου. Είδαμε με πόση μανία και πανικό οι εκπρόσωποι τής σοβαρής τέχνης αντέδρασαν κατά τής δραστήριας επιθεωρησιακής εκμετάλλευσης, αιφνιδιασμένοι γιατί αυτοί δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να διαθέσουν στην αγορά τά (προχρονολογημένα συνήθως στις περιπτώσεις αυτές…) έργα τους.

Αυτό όμως που περισσότερο ενδιαφέρει, είναι ότι τό λεύκωμα αποτελεί μιαν ακόμη προκλητική επίδειξη ισχύος τών εκπροσώπων τής κρατούσας σήμερα  ποίησης  απέναντι  στην  αυθεντική  ποίηση,  έναν  αληθινό    π ν ε υ μ α τ ι κ ό    ι μ π ε ρ ι α λ ι σ μ ό. Γιατί σήμερα κρατούσα ποίηση δεν είναι πια η ποίηση τού Α ή Β ποιητή, αλλά η στιχουργία τών σοβαροφανών πολιτικών τραγουδιών και τά λιμπρέτα αντιστασιακών ορατορίων «προοδευτικών» ημιμουσουργών και ημιμουσικών. Η στιχουργία που, διαπράττοντας τίς πιο φρικαλέες παραποιήσεις, απομιμήσεις, λεηλασίες, διασκευές και κάθε είδους ανόσιες επιμειξίες σε βάρος ξένων   α υ θ ε ν τ ι κ ώ ν   ποιητικών κειμένων, και αλλοιώνοντας κι αυτή τή συχνά ποιητική ψυχή τών στιχοποιών, προσφέρει μια «ποίηση» εύπεπτη, κατάλληλη για μαζική κατανάλωση. Χρησιμοποιώντας ένα τοτεμικό βυζαντινο–αντιστασιακό λεξιλόγιο συναντά τήν ντρεσαρισμένη δεκτικότητα και ερεθίζει τήν ευνουχισμένη επαναστατικότητα ενός φιλότεχνου και κηδειόφιλου κοινού. Είμαστε στην εποχή που τό επαναστατικό κίνημα εκφυλίζεται σε «πολιτιστικό». Η   μ ε λ ο π ο ί η σ η   τ ή ς   ι δ ε ο λ ο γ ί α ς   προσδίδει σ’ αυτήν έναν εμβατηριακό (δηλαδή ακόμη πιο   υ π ο δ ο υ λ ω τ ι κ ό   για τίς μάζες) χαρακτήρα και αποτελεί επιστροφή στην πρωτόγονη αντίληψη για τήν επιτάχυνση τής πορείας τής ιστορίας με ρυθμικά παλαμάκια… Αυτή η στιχουργία, ακολουθώντας τόν δρόμο που άνοιξε η ελαφροσοβαρή μουσική, έχει εξασφαλίσει απόλυτη αυθαιρεσία απέναντι σε κάθε τί τό αυθεντικό και κατοχυρώνει όλο και ασφαλέστερα τά οικονομικά της οφέλη. Ξέρει πως τά αυθεντικά έργα δεν έχουν καμμιά προστασία – εκτός από τήν προστασία τού… να είναι άγνωστα… Τό τέρας που ονομάζεται «πνευματική ιδιοκτησία» (ιδιοκτησία και «πνευματική» γίνεται ; ) ελλοχεύει και θρέφεται μόνο στα γραφεία καλλιτεχνικών οργανισμών, εκδοτών, εταιρειών δίσκων και ταινιών κ.λπ. Τό έργο τέχνης δεν προστατεύεται παρά μόνο αφού γίνει εμπόρευμα, όπως δεν προστατεύεται και η προσωπικότητα τού καλλιτέχνη αλλά μόνο τό προσωπείο του. Αντίθετα, προστατεύεται και πολύ αποτελεσματικά μάλιστα, η κάθε εμπορικά επιτυχημένη παραποίηση αυθεντικών έργων, καθώς και ο παραχαράκτης τους από τυχόν άλλους επίδοξους σφετεριστές. Η συμφωνία αριθ. 40 τού Μότσαρτ δεν προστατεύεται, προστατεύεται όμως τό «χασάπικο 40».

Από τήν αυθεντικότητα ώς τόν κοινωνικό του μύθο ο καλλιτέχνης χάνει κάθε αυτοπροσδιορισμό. Χάνει συνήθως και τή μόνη ευκαιρία του, να στρέψει πίσω και να γίνει στήλη άλατος. Τά κριτήρια τού ετεροπροσδιορισμού του ήταν ανέκαθεν μπάσταρδα, κι όσοι τά χρησιμοποιούν είναι ακριβώς αυτοί που λιγότερο πιστεύουν σ’ αυτά. Γιατί βέβαια, ο Σαρτρ δεν είναι η άρνηση τού νόμπελ, ούτε ο Μπέκετ η αποδοχή του. Ο Σολωμός δεν είναι η δίκη του με τή μάνα του, ούτε ο Σεφέρης κι ο Νερούντα η διπλωματική τους ιδιότητα, ούτε ο Θεοδωράκης οι πολιτικές του δηλώσεις. Ο καλλιτέχνης δεν είναι όλα αυτά. Είναι   π α ρ’   ό λ α   α υ τ ά.  Αν εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται παρόμοια κριτήρια για τόν καλλιτέχνη (κριτήρια κοινωνικής, ερωτικής, πολιτικής συμπεριφοράς κ.λπ.) είναι για να εξασφαλίζεται η συνεχής κοινωνική επιτήρησή του, ο «κοινωνικός έλεγχος» και η παντοτινή υποδικία του. Και, βέβαια, σε περίπτωση δίκης, αυτή κερδίζεται πάντοτε από τήν πολιτεία, τήν εκκλησία και τό κόμμα.

«Αγώνας για μια χαμένη υπόθεση…» χαρακτηρίζεται η εκδοχή να υπάρχει κανείς έξω από τίς θεσμοποιημένες λειτουργίες τής πνευματικής πραγματικότητας και γενικά έξω από τήν «περιοχή τού πνεύματος» που είναι τό πνεύμα οργανωμένο σε imperium. Μετά από αιώνες ανθρώπινης δουλείας έχουμε κάπως καταλάβει τή σημασία τής θρησκευτικής εξουσίας και τής πολιτικής εξουσίας,  δεν  έχουμε  όμως  ακόμη  συλλάβει τή  φρίκη  τής  π ν ε υ μ α τ ι  κ ή ς   ε ξ ο υ σ ί α ς,  παρόλο που θα ’πρεπε να μάς είχαν υποψιάσει καθιερωμένοι πια όροι που χρόνια τώρα φιδοσέρνονται ανάμεσά μας, όπως π.χ. «πνευματική   η γ ε σ ί α», «χώρος τού πνεύματος και τής τέχνης» κ.λπ.

Αυτή η «χαμένη υπόθεση» είναι πολύ παλιά, όσο και η περιπέτεια τού ανθρώπου. Δεν μιλώ για λογαριασμό άλλων, συλλογίζομαι όμως πόσοι και πόσοι άνθρωποι, αρνούμενοι αυτόν τόν θεσμικό χώρο (στρατώνα – αγορά) τού πνεύματος και τής τέχνης, αμφισβητώντας κάθε αυθεντία και προπαντός τήν αυθεντία τού εαυτού τους, χωρίς να επιβάλλει ο ένας στον άλλον τά κριτήριά του, χωρίς επιταγές πίστεως, συνομιλούν και συζητούν τήν έγνοια τους για μιαν άλλη εκδοχή τής ανθρώπινης ουσίας στη διερεύνηση τής σχέσης ελευθερίας και τέχνης. Είναι φυσικό οι άνθρωποι αυτοί να μην κατέχουν θέσεις στο πνευματικό imperium και να μην είναι «εισηγμένοι» στο χρηματιστήριο τών πνευματικών αξιών. Αυτό ακριβώς είναι όμως που δεν ανέχεται η αγορά τού πνεύματος.

«Κάποιος επιτέλους πρέπει να μιλήσει για τόν ποιητή Ρ… Χρόνια κυκλοφορεί ανάμεσά μας προσφέροντας πολύτιμες καταθέσεις, τεκμήρια αδιάσειστα τής πολύπλευρης ευαισθησίας του… κ.λπ κ.λπ.». Έτσι ακριβώς αρχίζει μια κριτική σε σύγχρονο περιοδικό. Πρόκειται για   τ υ π ι κ ή   κριτική αντιμετώπιση ποιητή εκτός αγοράς. Δεν χρειάζεται καμμιά υπογράμμιση για να διακρίνει κανείς τό τυπικό λεκτικό («κυκλοφορεί»… «πολύτιμες καταθέσεις»…) τής κρατούσας πνευματικής νοοτροπίας, που όχι μόνο αποδέχεται τήν πνευματική αγορά ως   α γ ο ρ ά   αλλά και θεωρεί αυτονόητο και αναγκαίο τόν χαρακτήρα της αυτόν. Πρέπει λοιπόν να γίνεται λόγος για τόν Α ή Β ποιητή. Και γιατί «πρέπει» ; Πρέπει, διότι : οι ποιητές είναι οι αναγκαστικοί καταθέτες τού ψυχικού αργυρίου τους. Δεν έχουν δικαίωμα στη σιωπή ή τή μοναξιά – άλλωστε θα τούς καταβληθούν οι τόκοι τους… Τό αντίθετο θα διατάρασσε τήν ομαλή λειτουργία τού συστήματος. Πρέπει, διότι : στο σύστημα αξιών είναι απαραίτητη η αξιολόγηση. Υπάρχει ανάγκη για «μεγάλους» και «μικρούς» ποιητές, για «εθνικούς ποιητές» ή για maudits. Κι ακόμη, πρέπει διότι : ο πολιτισμός μας «θέλει να ζήσει και θα ζήσει» και η τέχνη να βαδίσει τά μεγάλα ιστορικά πεπρωμένα της…

Δεν αμφισβητώ σε κανέναν τό δικαίωμα να μιλάει για τούς άλλους. Όποιος όμως μιλάει ενταγμένος στο πνευματικό imperium δεν μπορεί να αποφύγει ούτε τήν παραποίηση τών άλλων ούτε τήν παραποίηση τού εαυτού του. Γιατί προσπαθεί να επεκτείνει σε άλλους τή νομοτέλεια τής δικής του περιοχής. Τό αποτέλεσμα θα είναι πάντα να καταλήξει σ’ ένα λιβανωτό κανόνων πίστεως, σε συνθηματολογία για μιαν ολοκληρωτική και αυτάρεσκη υποταγή και πρόσδεση τής ουσίας τού ανθρώπου στην αναγκαιότητα, υποταγή που υποτίθεται (σύμφωνα με κομψούς διαλεκτικούς κομφορμισμούς) ότι άγει στην κατάλυσή της.

Αλλά επιτέλους πια: Δ ε ν   υ π ά ρ χ ε ι   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α   π ο υ   ν α   κ α τ α λ ύ ε ι   τ ή ν   α ν α γ κ α ι ό τ η τ α.

Είναι θλιβερό να μιλάει κανείς για έγνοιες που τού είναι ξένες. Καιρός να μιλήσουμε για ό,τι έχει απομείνει δικό μας, μοναξιές στο πέλαγος, χωρίς επικοινωνία με παράκτιους σταθμούς, χωρίς να παίρνουμε απ’ αυτούς τό στίγμα μας, χωρίς αναφορές στην «πνευματική επικράτεια».

Θα προβληθεί σίγουρα η αντίρρηση πως, είτε τό θέλει κανείς είτε όχι, η όποια στάση του «σε τελευταία ανάλυση» δεν είναι κι αυτή παρά συμμετοχή δηλαδή ένταξη στο πνευματικό imperium. Είναι πασίγνωστη αυτή η στοργική παρατήρηση. Αλλά   δ ε ν   ενδιαφέρει η «τελευταία ανάλυση». Αν αδειάσει ο άνθρωπος απ’ τίς αντινομίες του, τή μοναξιά του και τόν καημό τής ελευθερίας, δεν απομένει παρά ένα σκιάχτρο. Η «τελευταία ανάλυση» είναι δόγμα τής ανελευθερίας, ολοκληρωτισμός, είναι πυρηνική σχάση, θάλαμος αερίων, απόλυτη απανθρωπία. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα της αντινομίας, να υπάρχουμε και να μην υπάρχουμε. Ενδιαφέρει τό δικαίωμα να μη μετατρέψουμε τό προσωπικό μας χάος σε τάξη, αναγνωρίζοντας τό ίδιο δικαίωμα σ’ όλους τούς ανθρώπους – και αυτό δεν είναι ίσως και τόσο μάταιο…

 

πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 5 (1975)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

{ θα συνεχιστεί }

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: