σημειωματαριο κηπων

Ιουνίου 20, 2014

søren

 

 

 

 

όσο και αν, για να ’ναι κανείς σωστός θεωρητικά, θα ’πρεπε να πει ότι ο σαίρεν κίρκεγκωρ μόνο μέσα στην ολότητά του βρίσκεται (και έτσι θα εύρισκε τρόπο να συμφωνήσει και με τόν αντόρνο (που σίγουρα τόν είχε διαβάσει ολόκληρον, για να κάνει εκείνη τήν πρώτη φιλοσοφική του δουλειά, πάνω στον κίρκεγκωρ ακριβώς)) εγώ θα προτιμήσω να πω ότι επειδή ο κίρκεγκωρ νόμιζε ότι είναι χριστιανός, βρίσκεται στις καλύτερες (και λιγότερο πληκτικές του στιγμές – και τήν πλήξη τού τήν επιστρέφω ολόκληρη επειδή ο ίδιος έχει βρεθεί εξόχως και ρητορικώς και μάλιστα πολύ εφευρετικά απέναντί της) βρίσκεται στις καλύτερές του στιγμές όταν δεν είναι καθόλου χριστιανός – όταν δηλαδή είναι ο κίρκεγκωρ πριν γίνει χριστιανός, ή όταν είναι όσο λιγότερο χριστιανός γίνεται, ή εν πάση περιπτώσει όταν ξεχνάει τή μανία του να θέλει να είναι σώνει και καλά χριστιανός ενώ, για να λέμε μεταξύ μας και τήν αλήθεια, δεν υπήρξε και σπουδαίος χριστιανός ο άνθρωπος (δεν ήταν χριστιανός ο χριστιανός)

κάποτε είχα βουτήξει στην «ασθένεια προς θάνατον» για να τήν μεταφράσω όταν δεν υπήρχε καμιά δική του ασθένεια μεταφρασμένη ακόμα στα ελληνικά (ασφαλώς θα τόν μετέφραζα από μετάφραση – τόν είχα βρει στ’ αγγλικά στο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο τού ελευθερουδάκη (στην οδό νίκης τότε) στο οποίο μέ εισήγαγε (στην κυριολεξία δηλαδή μέ εισήγαγε) ο ενδιαφερόμενος για τά διαβάσματά μου τότε βασίλης διοσκουρίδης) τόν μετάφραζα κιόλας ταυτόχρονα με τήν «αλίκη στη χώρα τών θαυμάτων» που και αυτή δεν υπήρχε ακόμα στα εδώ, αλλά ήμουν (τό καταλάβαινα ήδη, με δυσφορία αλλά τό καταλάβαινα) και για τίς δύο πολύ κοντή (δεν είχα πιεί ακόμα από κείνο τό μπουκαλάκι να ψηλώσει δηλαδή ο λαιμός μου και να φτάνω τό τραπέζι) – επομένως δεν σκοπεύω να εμφανίσω τίποτα τώρα απ’ αυτά – εκτός ίσως καμιά φορά κανένα από τά τραγουδάκια τής αλίκης, γιατί εκείνα είχαν βγει καλά ίσως επειδή είμαστε πιο κοντά ηλικιακά και οι δυο μας. Καθώς τώρα λοιπόν πια υπάρχουν διάφορες μεταφράσεις θα παραθέσω εδώ σήμερα κομμάτια από τό «ημερολόγιό» του και από τό «είτε/είτε», και αργότερα αν θέλει ο θεός (του) από τήν «επανάληψη» – που είναι και τό πιο σπουδαίο του γραφτό κατά τή γνώμη μου – και τό έχουμε και στην εξαιρετική μετάφραση τής σοφίας σκοπετέα η οποία τόν μετέφρασε και από τή γλώσσα του (όλοι οι άλλοι τόν έχουν μεταφράσει από τά γαλλικά ή τά αγγλικά εκτός από μερικούς που κάνουν τήν πάπια και δεν λένε τίποτα περί αυτού ή περί γλώσσας). Και τώρα μόλις σκέφτηκα ότι είπα κιόλας ένα ψέμα, κι ότι τό πρώτο δικό του έργο που είχε μεταφραστεί (και από πολύ παλιά μάλιστα) (και από τά δανέζικα) ήταν τό «ημερολόγιο ενός διαφθορέα» στις εκδόσεις τού «γαλαξία» με ροζ κιόλας νομίζω εξώφυλλο – τά σημερινά αποσπάσματα τά βρήκα πρόσφατα από μια μάλλον θρησκευτικοκεντρική έκδοση, αλλά αυτό δεν έχει σημασία διαλέγω αυτά που μού αρέσουνε εμένα, μερικά από τό «είτε/είτε» και μερικά από τό ημερολόγιό του κυρίως είπαμε

(σε συνέχειες)

.
.

με τό ψευδώνυμο «θριαμβεύων ερημίτης», 1843, η πρώτη έκδοση τού «είτε/είτε»

.

από τό ημερολόγιο

για μένα ο κριτικός είναι τόσο απεχθής όσο ο παραγιός τού κουρέα που μέ κυνηγά με τή σαπουνάδα που χρησιμοποιεί για όλους, προσπαθώντας να τήν αλείψει στο πρόσωπό μου με τά βρώμικα δάχτυλά του.

πασχίζοντας να βγάλει νόημα από τό είτε–είτε, σχολίασε ότι περιέχει σκέψεις που δύσκολα θεωρούνται βαθυστόχαστες. Ο αξιότιμος διδάκτωρ heiberg και η κομπανία του έχουν τό μεγάλο προνόμιο να ξέρουν εκ τών προτέρων ότι αυτό που θα πουν είναι βαθυστόχαστο, καθότι σπάνια ακούς έστω και μία πρωτότυπη σκέψη από τό στόμα τους. Οι γνώσεις τους είναι δανεικές από τόν hegel. Κι αφού ο hegel είναι βαθυστόχαστος, είναι επόμενο να είναι βαθυστόχαστος και ο δόκτωρ heiberg. Με αυτό τό σκεπτικό, ο φοιτητής θεολογίας που μιλά για τή βίβλο είναι ο πιο βαθυστόχαστος απ’ όλους, μια και η βίβλος είναι τό πιο βαθύ σε νόημα βιβλίο.

τί αλλόκοτο για κάποιον που ζει μέσα στον κόσμο να έχει τήν αίσθηση τού αιώνιου.

για τήν αριστοκρατία τό πλήθος είναι χαμένη υπόθεση. Εξακολουθούν να ζουν στη σιγουριά τους, προσποιούμενοι ότι τό πλήθος δεν τούς αφορά. Δεν ασχολούνται με τούς ανθρώπους, να τούς κάνουν να χαρούν. Αυτό δείχνει υπεροψία και ασέβεια προς τόν άνθρωπο. Θέλω να τραβήξω τήν προσοχή τού πλήθους μακριά από αυτό που είναι ο χαμός του. Είτε με τό καλό είτε με τό ζόρι. Δεν υπονοώ ότι θα τούς χτυπήσω (τί κρίμα που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να χτυπήσει τό πλήθος). Θα τούς αναγκάσω να μέ χτυπήσουν εκείνοι. Αν μέ χτυπήσουν, ίσως μέ προσέξουν. Κι αν δεν μέ σκοτώσουν, σίγουρα θα μέ προσέξουν, και τότε θα έχω καταφέρει μια μεγάλη νίκη. Τό σχέδιό μου είναι απόλυτα διαλεκτικό. Θα τούς κάνω να πουν «αφού δεν ασχολείται κανείς με τόν δόκτορα κίρκεγκωρ, θα ασχοληθώ εγώ μαζί του ! » και – δήθεν αδιάφορα ή θέλοντας να ξέρω ότι αδιαφορούν – θα ασχοληθούν μαζί μου. Τό σχέδιό μου θα φέρει έξοχα αποτελέσματα, αρκεί να τό εφαρμόσω. Οι άνθρωποι θα μέ πάρουν στα σοβαρά κάνοντας ότι δεν μέ παίρνουν στα σοβαρά.

από μια άποψη, η αιτία τής δυστυχίας μου είναι τό φοβερό μυστικό τής μελαγχολίας, τό οποίο δεν θα μπορούσα να κρύψω αν δεν είχα τόν τρόπο μου. (Τί φοβερό κακό, θεέ μου, μού έκανε ο πατέρας μου με τή μελαγχολία του – ένας γέρος που ξεφόρτωνε όλη του τήν απελπισία σε ένα παιδί, χωρίς να αναφέρω καν τό πιο τρομερό. Παρ’ όλ’ αυτά, ήταν ο καλύτερος πατέρας.) Αλλά τότε δεν θα είχα γίνει αυτό που είμαι. Θα είχα τρελαθεί αν δεν έφευγα από τό σπίτι.

μερικές φορές βλέπω τόν εαυτό μου σαν καρικατούρα, μια σύντομη περίληψη αισθημάτων και σκέψεων, έναν μάλλον συμπαθητικό, ψηλόλιγνο άντρα που η φύση αναχαίτισε ξαφνικά τήν εξέλιξή του. Αυτό φαίνεται στα μέλη τού σώματός μου, στα δάχτυλα στο πρόσωπο κλπ. Παρομοίως κάθε λόγος μου αρχίζει με τέτοια υπόσχεση, ώστε κάποιος να προσδοκά κάτι βαρυσήμαντο, όμως τίποτα αξιόλογο δεν προκύπτει.

βλέπω πολλούς που χρησιμοποιούν τήν προβολή για να ξεχωρίσουν. Αν μπω κάπου όπου είναι μαζεμένη μια παρέα, ένας από αυτούς, θεωρώντας ότι εκπροσωπεί τήν ομήγυρη, μέ βλέπει και γελά προσβλητικά. Αλλά μόλις τού απευθύνω τόν λόγο, η συμπεριφορά του αλλάζει· γίνεται πειθήνιος και ευγενικός· μέ υπολογίζει. Όσο μέ αγνοεί, πιστεύει ότι μπορεί να γελά εις βάρος μου· μόλις τού δώσω σημασία κολακεύεται. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς όσα σού συμβαίνουν στη μικρή κοινότητα όπου ζεις.

κάποτε ο διακαής πόθος μου ήταν να γίνω αστυνομικός. Φάνταζε ιδανική απασχόληση για τό ανήσυχο, κοφτερό πνεύμα μου. Πίστευα πως ανάμεσα στους εγκληματίες υπήρχαν άντρες να συναγωνιστώ : άντρες πανούργοι, δραστήριοι, ιδιοφυείς. Καλύτερα που δεν έγινα, αφού οι περισσότερες αστυνομικές υποθέσεις έχουν να κάνουν με πλημμελήματα.

είναι φοβερός ο πόνος που νιώθω όταν ο στοχασμός μου σπαταλιέται στα παπούτσια τής αμεσότητας. Κανένας πόνος δεν μέ τρομάζει περισσότερο.

είναι παράξενο πόσο σκληρά μαθαίνω κάτι. Χώνομαι με αγωνία σε μια σκοτεινή σπηλιά δίχως να διακρίνω τίποτα. Ξαφνικά προβάλλει μπροστά μου ολοζώντανη μια ιδέα. Μέ χτυπά ελαφρά στον ώμο, μέ αγκαλιάζει και μέ συνεπαίρνει. Δεν μού φαίνεται ξένη· κάποτε θα τήν είχα αγκαλιάσει με τό αριστερό χέρι, τώρα τήν παίρνω με τό δεξί. Και εκεί που ένιωθα μικρός σαν ακρίδα, ζωηρεύω για τά καλά. Τήν ακολουθώ μέχρι τέλους. Δένομαι πάνω της, γίνομαι δέσμιός της. Κι όταν τελειώσω, αρχίζει πάλι η ίδια διαδικασία.

όλη η κοπεγχάγη μέ αντιμετωπίζει σαν έναν μισότρελο εκκεντρικό εγγλέζο, με τόν οποίο ας δούμε πώς μπορούμε να γελάσουμε όλοι μας, επώνυμοι κι ανώνυμοι. Η συγγραφική μου δραστηριότητα, τό εσωτερικό πάθος τής οποίας θα συγκινούσε και τίς πέτρες και που σε ορισμένα θέματα είναι άφθαστη, θεωρείται μια φτηνή απασχόληση, σαν τό ψάρεμα. Όσοι τήν αντιλαμβάνονται μέ ζηλεύουν σιωπηρά· οι υπόλοιποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Από τούς κριτικούς δεν έχω τήν παραμικρή υποστήριξη. Μέ αντιγράφουν, μέ διαβάλλουν σε ανόητες διαλέξεις και συγκεντρώσεις, δίχως καν να αναφέρουν τό όνομά μου. Τούς αρέσει να μέ θεωρούν παράλογο· θέλουν να δουν αν μπορούν να μέ τρελάνουν περισσότερο. Κρύβω τήν πραγματική μου εικόνα και τά σπάνια χαρίσματα που μού έχουν δοθεί. Ο άνθρωπος τού δρόμου μέ φθονεί. Χαίρεται να διαπομπεύει τίς αρετές μου. Και όλα εξαρτώνται από τή διάθεση ενός τέτοιου ανθρώπου. Μέ παρηγορεί που είμαι εσωστρεφής, γιατί έτσι δεν βλέπω, δεν ακούω τί γίνεται γύρω μου.

βρίσκω τή ζωή υπερβολικά κουραστική. Πόσο θλιβερά μαθαίνεις τούς ανθρώπους, τί λυπηρό αυτό που φαίνεται καλό εξ αποστάσεως να μέ απογοητεύει τόσο πολύ κάθε φορά !

θα ήθελα να γράψω μια μικρή ιστορία που ο κύριος χαρακτήρας της απέκτησε ένα ζευγάρι γυαλιά. Όσο θα μικραίνει τίς παραστάσεις ο ένας του φακός, τόσο θα τίς μεγεθύνει ο άλλος, για να βλέπει τά πάντα στη σχετικότητά τους.

αν δεν ήξερα πως είμαι γέννημα θρέμμα δανός, θα μέ δελέαζε να έλεγα πως είμαι ιρλανδός, για να ερμηνεύσω τίς αντιφάσεις μέσα μου. Εκείνο τό έθνος δεν έχει τήν καρδιά να βουτήξει τά παιδιά του εντελώς στο νερό όταν τά βαφτίζει. Θέλει να κρατήσουν και λίγο παγανισμό. Όταν τά βουτάνε, αφήνουν τό δεξί χέρι τους έξω από τό νερό, για να μπορεί αργότερα να κρατήσει τό σπαθί ή να αγκαλιάσει μια γυναίκα.

όλοι μας παίρνουμε εκδίκηση από τόν κόσμο. Η δική μου έγκειται στο να υποφέρω τήν απελπισία και τόν τρόμο, ενώ τό γέλιο μου διασκεδάζει τούς πάντες. Αν δω κάποιον να υποφέρει, τόν συνδράμω, τόν ανακουφίζω όσο καλύτερα μπορώ και τόν ακούω ήρεμα να μέ διαβεβαιώνει πως είμαι τυχερός. Αν καταφέρω να διατηρήσω αυτή τή σχέση μέχρι τή μέρα που θα πεθάνω, θα έχω πάρει τήν εκδίκησή μου από τόν κόσμο.

η παρηγοριά μου είναι ότι μετά τόν θάνατό μου κανείς δεν θα βρει στα γραπτά μου τήν παραμικρή πληροφορία γι’ αυτό που έδωσε νόημα στη ζωή μου και που, βαθιά κρυμμένο μέσα μου, εξηγεί τά πάντα και καθιστά αυτά που για τούς άλλους θεωρούνται λεπτομέρειες γεγονότα μεγίστης σημασίας και που, μόλις ανακαλύψω τή μυστική τους εξήγηση, τά θεωρώ ασήμαντα κι εγώ.

θα προκύψει με τή δική μου κατάρρευση. Μόνο όταν καταρρεύσω θα καταλάβουν ότι έπρεπε να είχαν ασχοληθεί μαζί μου, και τότε θα μέ παρεξηγήσουν άλλη μια φορά. Θα αναρωτηθούν γιατί τούς άφησα να πιστεύουν ότι ο μόνος κίνδυνος που είχα να αντιμετωπίσω ήταν η ανοησία τους.

άνθρωπος σημαίνει ισότητα, ανθρωπιά. Η ανισότητα είναι απανθρωπιά.

η αλήθεια είναι παγίδα. Δεν μπορείς να τήν πιάσεις· σέ πιάνει πρώτα αυτή. Δεν μπορείς να τήν αιχμαλωτίσεις αν δεν γίνεις πρώτα αιχμάλωτός της.

να είσαι χριστιανός και σε πλήρη συμμόρφωση με τό χριστιανικό κατεστημένο είναι σαν να κάνεις γυμναστική με ζουρλομανδύα.

θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τή ζωή ενός ανθρώπου με μια μεγάλη συνδιάλεξη όπου οι άλλοι αντιπροσωπεύουν διαφορετικά μέρη τού λόγου. Άραγε πόσοι είναι απλώς επίθετα, επιφωνήματα και επιρρήματα ; Πόσο λίγοι είναι ουσιαστικά και ενεργητικά ρήματα, πόσο πολλοί είναι σύνδεσμοι ; Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν τά ανώμαλα ρήματα σε γλώσσες που σχεδόν κάθε ρήμα είναι ανώμαλο.

η οριστική σκέφτεται κάτι σαν πραγματικό (ταυτίζει τό σκεπτόμενο με τό πραγματικό).
Η υποτακτική σαν νοητό.

η υποτακτική είναι η δραματική γραμμή που δρασκελίζει ο αφηγητής για να εκπροσωπήσει τά λεγόμενά του (ποιοτικά) παρουσιάζοντάς τα στο φως τής υποκειμενικότητάς του.

η ζωή μου είναι, δυστυχώς, πολύ υποτακτική. Θεέ μου, ας είχα και λίγη οριστική.

 

 

 

 

 

επάνω :

σαίρεν κίρκεγκωρ, επεξεργασμένο μέσω picasa τό πιο γνωστό του πορτραίτο (από ημιτελές σχεδίασμα που τού έκανε ο ξάδελφός του niels christian kierkegaard)

χειρόγραφο τού κίρκεγκωρ (1838) για ένα θεατρικό έργο που δεν δημοσίεψε ποτέ

.

.

          

η «ασθένεια προς θάνατον» στα αγγλικά (από κει θα τή μετέφραζα) // ο βασίλης διοσκουρίδης που μού χάρισε τό βιβλίο τού κίρκεγκωρ, όμως εδώ 15 χρόνια αργότερα (πολύ μεγάλος πια) (αργότερα μεγάλωσε περισσότερο) // «η επανάληψη» : η σημαντικότερη ώς σήμερα έκδοση στα ελληνικά τού κίρκεγκωρ : μετάφραση και σχόλια (ουσιαστικά μελέτη) τής σοφίας σκοπετέα // «τό ημερολόγιο ενός διαφθορέα» : τό πρώτο βιβλίο τού κίρκεγκωρ στα ελληνικά (μετάφραση δημήτρης μπέσκος, εκδόσεις γαλαξίας, 1964) και τό μόνο μαζί με τήν «επανάληψη» που έχει μεταφραστεί από τά δανέζικα

 

λίγα (σχολιαστικά) για τόν κίρκεγκωρ τού αντόρνο : 1, 2, 3

 

 

 

 

 

Μαρτίου 8, 2014

ματωμένα βιβλία, υποκριτικές κατά συρροή

 

  

 

  

   είμαι κατά τών φόνων κι είμαι κατά τής βίας : κι είμαι κατά τής υποκρισίας εκείνων που τούς αρέσουν τά παραπάνω φτάνει να επωφελούνται οι ίδιοι απ’ αυτά, αλλά όταν επωφελούνται κι οι εχθροί τους διαμαρτύρονται : διαμαρτύρονται δηλαδή ότι οι εχθροί τους είναι ανήθικοι και μάλιστα και τρομοκράτες : εμένα μέ τρομοκρατούν όλ’ αυτά – και μάλιστα τό παιχνίδι ειδικά με τίς λέξεις μέ τρομοκρατεί κατεξοχήν

   τό παιχνίδι με τίς λέξεις είναι κατεξοχήν τρομοκρατικό γιατί πάει να μέ τουμπάρει ότι είναι ακίνδυνο, ενώ είναι δολοφονικό γιατί καταδικάζει και αθωώνει : αυτό καταδικάζει και αθωώνει : ως βασικό στοιχείο τού παιχνιδιού με τή βία και τούς φόνους έχουμε δηλαδή πάντα τίς λέξεις : δεν καταδικάζουμε κανέναν αν δεν τόν περιτυλίξουμε πρώτα με τίς κατάλληλες λέξεις : τό ίδιο πράγμα άλλοτε είναι φόνος κι άλλοτε δεν είναι δηλαδή : εμείς οι ίδιοι, καθόλα λογικοί, άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε εργατικό δίκαιο – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε καπιταλισμό – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε πατριαρχία ή οικογένεια, θρησκεία ή χριστιανισμό ή δωδεκάθεο – : όταν τό κοριτσάκι και η γυναίκα ξεφορτωθούν τό νεογέννητο που δεν θέλησαν ποτέ να γεννήσουν είναι μήδειες φόνισσες και τέρατα – όταν ο μαλάκας εγκαταλείπει ένα κοριτσάκι έγκυο και τό σκάει είναι άντρας και φοράει παντελόνια : όταν ο άλλος μαλάκας σκοτώνει μωρά στον πόλεμο δεν είναι ούτε τέρας ούτε φονιάς ούτε μήδειος (ναι), είναι πατριώτης στην χειρότερη περίπτωση, και στην καλύτερη «χαζός που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τόν πήρανε στρατιώτη τόν κακομοίρη» : όταν ο πάτερ φαμίλιας διδάξει στον γιο του ότι είναι καλό πράγμα η πατρίδα και ο στρατός που τήν περιφρουρεί, αυτό λέγεται πατρική συμβουλή (και οικογενειακός προσανατολισμός) – όταν ο ναυτικός σκοτώσει τήν πουτάνα στο λιμάνι (ή τή γυναίκα του και τήν κόρη του στο σπίτι : επειδή τόν απατήσανε ή γαμηθήκανε γενικώς) αυτό λέγεται η απελπισία κι η αμορφωσιά τής φτώχειας η κοινή λογική τής κοινωνίας ή ο βρασμός ψυχής τών αντρών : εγκλήματα τιμής είν’ αυτά : κι όταν ο εφοπλιστής αυγατίζει τήν περιουσία του φουντάροντας καράβια αύτανδρα (ή απλώς βάζοντας τούς ναυτικούς να δουλεύουν σα σκλάβοι για πάρτη του) αυτό λέγεται επιχειρηματικότητα και απλώς καπιταλισμός : όταν ο βιομήχανος έχει σκλάβους που αυγατίζουν τήν περιουσία του, και κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα (γιατί είναι και αγνώμων στους ανθρώπους που τόν τρέφουν και δεν φροντίζει να πληρώσει κάτι παραπάνω για τήν ασφάλειά τους), αυτό λέγεται απλώς καπιταλισμός : που είναι τό μόνο λογικό σύστημα και έχει τήν τάση να καταπίνει αμάσητες και τίς κρίσεις του – και όταν ο εφοπλιστής σκοτώνει τή γυναίκα του στις κλωτσιές αυτό λέγεται επίσης ότι ο τύπος αυτός είναι λιγάκι νευρικός άνθρωπος

   εμένα λοιπόν μέ τρομοκρατεί ο διάχυτος φόνος η διάχυτη βία ο διάχυτος πόλεμος – και η διάχυτη κοινή λογική που τά θεωρεί όλ’ αυτά φυσικά, φτάνει να μη στραφεί κανένα μπιστόλι ή μαχαίρι κατά λάθος ή εξεπίτηδες εναντίον της : και εμένα μ’ αρέσει επίσης πολύ η ιστορία : μ’ αρέσει να τά βλέπω όλα δηλαδή κατά καιρούς (όταν έχω καιρό) από μακριά, σαν να γίνανε όλα πριν από δυο χιλιάδες χρόνια :

   είμαι λοιπόν μια αρειανή δηλαδή που κοιτάει τόν πλανήτη από μακριά : τά βράδια κάνει ένα ταχύτατο ζάπινγκ σε ό,τι παίζουνε αυτά τά κουτιά με τά οποία αποκοιμίζονται (όλη μέρα, όλη τους τή ζωή) οι σκλάβοι (ο πλανήτης αυτός έχει 99% σκλάβους – μυστήρια πράγματα υπάρχουν στους γαλαξίες : ) λοιπόν αποκοιμίζονται με αίματα, αίματα συνεχώς και παντού : αίματα για να μην τούς ενοχλούν τά αίματα : αίματα για να θεωρούν κανονικά τά αίματα τά δικά τους τής γειτόνισας και τού γείτονα : αίματα για να θεωρήσουν κανονικά τά αίματα που θα δουν μετά για δυο ώρες στις ειδήσεις : και έτσι λοιπόν αποκοιμίζονται με φόνους : φόνους για να νομίζουν ότι ο φόνος γίνεται με τό μαχαίρι και να μην καταλάβουν ότι έχουν οι ίδιοι δολοφονηθεί από ιδέες κι από λέξεις (και από τήν ηθική και από τή μεταφυσική και από τήν ανάγκη) : αίματα για να νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αναίμακτοι : αίματα με τίς λέξεις για να νομίζουν ότι οι λέξεις είναι αναίμακτες κι αθώες και άσπιλες : αίματα με βιβλία για να μη διαβάσουν ποτέ βιβλία που θα τούς δείξουν τά αίματα που κάποτε προσπάθησαν να τούς ελευθερώσουν : και αίματα με τό μυαλό για να μη βάλουν ποτέ τό μυαλό τους να δουλέψει, και αίματα με τά μάτια για να μη δουν ποτέ, και ποτέ να μη νιώσουν

   κάνω λοιπόν συχνά ζάπινγκ στην ιστορία αυτών τών σκλάβων : όλα κόκκινα και βαμμένα με αίμα – σε σπάνια (πολύ μικρά, λιλιπούτεια) διαστήματα βλέπω και κάτι άλλα χρώματα, κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ξεκούραστες από ανθρώπους που είχαν προς στιγμήν και κάτι άλλο στο μυαλουδάκι τους (αυτός ο πλανήτης έχει μικρό μυαλό), κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ή και χρυσαφιές ξεκούραστες (που μού θυμίζουν για λίγο τόν δικό μου πλανήτη) λάμψεις γαλήνιες γαλαζωπές και χρώματα που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς, τό χρώμα γύρω είναι αλλιώτικο (μού ξεκουράζει τά μάτια) (αυτός ο πλανήτης λέγεται γαλάζιος, κι ακόμα δεν έχουνε καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – ούτε τίς φλέβες στο χέρι τους δεν έχουν καταφέρει να κοιτάξουν οι δύστυχοι – δεν έχουν καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – κι ας είναι κάτι επιστήμονες (έτσι τούς λένε, μολονότι κι αυτοί σκλάβοι είναι) που τούς τσαμπουνάνε ότι τό χρώμα που βγάζει ζέστη είναι τό μπλε, κι όχι τό κόκκινο όπως νομίζουνε – ο πλανήτης είναι μπλε, τό αίμα όταν είναι ζωντανό (μέσα τους, και ζεστό) είναι μπλε – κοκκινίζει όταν παγώσει και νεκρωθεί (και βγει απέξω και πλημμυρίσει και χυθεί) – όλοι έχουν γαλάζιο αίμα οι βλάκες και δεν τό ξέρουνε : απλώς είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν τούς χύνεται γιατί δεν τούς αγγίζει κανείς (κι έτσι μένει πάντα γαλάζιο μέχρι να πεθάνουνε και να πάνε στην κόλαση (η κόλαση είναι γεμάτη πρίγκηπες, κόλαση λένε αυτοί τό μέρος που εμείς λέμε σκουπιδιάρικο και καίμε τά σκουπίδια για να μη μολύνουν και τόν υπόλοιπο κόσμο)) : οι άλλοι λοιπόν φτύνουν αίμα όλη μέρα, και τό αίμα τους είναι τριγύρω παντού κι έχουν συνηθίσει να τό βλέπουν νεκρό παγωμένο και κόκκινο)

   καμιά φορά βλέπω και μερικούς που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς – καμιά φορά, λίγες φορές, ξεσήκωσαν κι άλλους – λέω, νά που υπάρχουν κι έξυπνοι σκλάβοι – κι ύστερα τούς βλέπω να πνίγονται κι αυτοί στα κόκκινα : κι έτσι ξαναρχίζει τό κόκκινο και τό αίμα πάλι τρέχει και μέ πνίγει, και τό συχαίνομαι αυτό τό πράμα : αυτό τό χρώμα μού θυμίζει εκείνους τούς πλανήτες τούς παγωμένους : παγωνιά και πόνος που δεν υποφέρεται : αλλά και πυρές φωτιές φλόγες εξίσου άφλογες και παγωμένες : τό ζάπινγκ να σού πω τήν αλήθεια είναι αφόρητο, μ’ ενοχλεί εξαιρετικά, κι ύστερα μ’ ενοχλεί κι η κοροϊδία σα συνδυάζει χρώματα με ήχους (περίεργη σχέση έχουνε με τίς λέξεις αυτοί οι άνθρωποι, άπαξ κι οι λέξεις λένε κάτι κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει τίς σκεπάζουν με μαύρο) (άλλο χρώμα κι αυτό πολύ διαδεδομένο πολύ εκεί ανάμεσα) : είναι λίγες, πολύ λίγες οι διαμαρτυρίες σ’ αυτόν τόν πλανήτη και με λέξεις και με τρεξίματα και με σκουντουφλιές και με γροθιές (και με δρεπάνια καμιά φορά (κάτι αγρότες εκεί σ’ αυτό που τό λένε προϊστορία – κάτι λέξεις που βρίσκουν – πάντα να συνδυάζουν τίς λέξεις με τίς αμαρτίες τους)) (εξεγέρσεις τίς λένε κανονικά (ή επανάσταση) αλλά δεν τίς αγαπάνε τίς λέξεις και τίς φοβώνται, κουκουλώνονται με τήν κουβέρτα τους μόλις τίς πεις να τά βλέπουνε όλα μαύρα) αίμα λοιπόν, πολύ αίμα : εναντίον τού ελάχιστου αίματος που ζητούσαν οι ξυπόλητοι να χυθεί για να φύγουν οι πρίγκηπες, να γίνουνε πρίγκηπες όλοι : αυτοί τού ενενηνταεννιά (τοίς εκατό) που θέλαν να ζήσουνε γαλάζια και γαλήνια, και κυρίως εκείνα τά αξιολύπητα τού άλλου γένους, τού φύλου, πώς τά λέγανε – αυτά δεν χύσαν μόνο αίμα χύσαν και φωτιά, τά πνίξανε τά εξαφανίσανε, τά αλλάξανε, τά κάψανε – και τώρα κάνουν ότι δεν τά ξέρουν, τούς αφιερώνουν μια μέρα

   γενικά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα όλοι : μόνο οι πρίγκηπες καταλαβαίνουν τό συμφέρον τους σ’ αυτό τό χαζό μέρος

   ύστερα μ’ αρέσει να μπαίνω στο αυτί μιανής που όλο γράφει και που δεν καταλαβαίνει κανείς τί λέει γιατί λέει διάφορα παλαβά : αυτό τό είδος υπάρχει από παλιά και λέγεται παλαβοί : μπαίνω στ’ αυτί της και τήν ακούω, δηλαδή ακούω τί σκέφτεται που βγαίνει μετά από τ’ αυτί της και, επειδή είναι παλαβή, μπαίνει μετά και στο στόμα της και τά λέει και δυνατά : εχτές μού είπε (δηλαδή δεν τά είπε σ’ εμένα, αλλά τήν άκουσα και τήν έγραψα από μέσα μου κι έπειτα πήγα στον πλανήτη μας και τά ’βαλα να τήν ακούσει κι ένας από τούς φίλους μου (κι ένας απ’ τούς εικοσιπέντε εραστές μου) που αυτός ξέρει τή γλώσσα της (αυτός ξέρει τή γλώσσα γιατί ασχολείται ειδικά με τίς ξένες γλώσσες, τών πλανητών εκείνων που είναι αδύναμοι κι έχουνε γλώσσες εύκολες, και τίς γράφουν και με πολύ πρωτόγονο τρόπο σαν άγριοι πάνω σε κάτι βαριές πλάκες χαρτιά – κι έχουνε κάτι γλώσσες που μόλις διαβάσεις τήν πρώτη λέξη καταλαβαίνεις μετά τή συνέχεια) : λοιπόν αυτή έβριζε, αρχικά έβριζε μόνο, κι έλεγε ότι όταν όλα ήταν ζόρικα κανείς δεν έκανε τέτοια, και μόνο ένας που πήγε να δολοφονήσει τόν αρχιδολοφόνο, τού χύσαν τό αίμα του ρυάκι, αλλά αυτοί τώρα δολοφονούνε εκ τού ασφαλούς γιατί δεν πρόκειται να περάσουν βασανιστήρια, και μια γυναίκα που πέρασε βασανιστήρια τής είπε ότι τότε που τήν βασάνιζαν οι δολοφόνοι αν είχε μπιστόλι θα τούς δολοφονούσε η ίδια, αλλά μετά δεν είχε νόημα, και ήταν σα να πυροβολείς μόνο πτώματα – λοιπόν είναι χαζοί κι έχουν και χαζό όνομα (λέει) διότι σφετερίζονται τή δράση άλλων που έγινε όταν τά πράγματα ήταν ζόρικα και κινδύνευε ο κόσμος με βασανιστήρια, ενώ αυτοί δεν κινδυνέψαν με βασανιστήρια και τό ξέρουνε και δεν λέγεται έτσι αυτό «εικοσιεφτά οκτώβρη», μπαίνει άρθρο ανάμεσα και λέγεται «εικοσιεφτά τού οκτώβρη» η ζωντανή μας γλώσσα εμάς (λέει) γουστάρει τά άρθρα, γουστάρει πολύ τά άρθρα, τά λέει και τά ξαναλέει, κι εκεί έλεγε συνέχεια κάτι τέτοια, αλλά αυτοί μιμήθηκαν από τήν αρχή τά νεκρά τά πεθαμένα και τή γλώσσα τών κομμάτων που ήταν νεκρά και πεθαμένα, και που θέλαν δήθεν να δείξουν ότι μιλάνε δήθεν τή γλώσσα τή ζωντανή χωρίς να μπορούν να τή φανταστούνε κιόλας ποτέ και μεταφράζοντας μόνο από μια γλώσσα νεκρή και πεθαμένη, διότι όταν μιλάς τή γλώσσα σου ζωντανή βάζεις και άρθρο ανάμεσα – όμως από τήν άλλη δεν μπορεί (λέει) και να υποφέρει και τήν υποκρισία τής ιστορίας (μού λέει) (τούς λέει εκεινών δηλαδή, εμένα δεν μέ ξέρει, ούτε μ’ έχει δει ποτέ η κακομοίρα – ούτε και θα μέ δει – είμαστε για τόν χαζό πλανήτη αόρατοι – ) δεν μπορώ να υποφέρω λοιπόν και τήν υποκρισία τής ιστορίας λέει και εκνευρίζομαι γιατί αυτοί σκοτώσαν είκοσι ανθρώπους και θα περάσουν όλη τους τή ζωή στη φυλακή ενώ οι άλλοι που σκοτώνουνε χιλιάδες κάθε μέρα (γιατί όποιος δουλεύει σκλάβος τους στα εργοστάσιά τους, στην οικογένειά τους, στην πατρίδα τους, στα στρατά τους, στα σκατά τους, είναι κάθε ξημέρωμα κι απ’ τήν αρχή ξανά νεκρός) ενώ αυτοί ζούνε και βασιλεύουν και θα ζουν όσο ζήσουν αθώοι και ελεύθεροι και με πισίνες – και να σκοτώνουνε και τίς γυναίκες τους στο ξύλο λέει άμα λάχει και τούς τή δώσει να πούμε, ή ξυπνήσουνε στραβά ή δεν τούς σηκώνεται να πούμε, και μετά οι κληρονόμοι τους πάλι τά ίδια –  και θα πάει έτσι συνέχεια στους αιώνες τών αιώνων αμήν

   γιατί ο μεγαλύτερος φόνος δεν είναι η κατάργηση τού σώματος αλλά η κατάργηση τής θέλησής του, και πάνω απ’ όλα η κατάργηση τού χρόνου, γιατί ενώ η κατάργηση τού σώματος τελειώνει σε δύο λεπτά, η κατάργηση τής θέλησης κρατάει μια ζωή, και η κατάργηση τού χρόνου γίνεται για να επαυξηθεί ο χρόνος τού άλλου που νομίζει ότι είναι εξυπνότερος επειδή έχει τά λεφτά, γι’ αυτό μη μού μιλάτε εμένα για φόνους, ζείτε σ’ ένα σύστημα φονικών, όπου ο φόνος τού δολοφόνου είναι και ο μόνος που τιμωρείται : τώρα, αν υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν ότι σκοτώνοντας τούς δολοφόνους κάτι κάνουνε, αυτοί είναι αφελείς και σίγουρα αμόρφωτοι, και τό πληρώνουνε πάντα, γιατί ποτέ οι φόνοι δεν ήταν τρόπος να καταργηθούν οι φόνοι, και σε άλλες μεριές τού γαλαξία αυτό τό μάθημα θα τό μαθαίναν αμέσως και τουλάχιστον δεν θα χρειάζονταν σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό καταλάβουν : γιατί σε άλλες μεριές τού γαλαξία τό εμπέδωσαν, ότι ο μόνος τρόπος για να καταργηθούν οι φόνοι είναι να καταργηθεί τό μυαλό τού δολοφόνου, κι αυτό τό μυαλό δεν καταργείται παρά μόνο με θέληση και με χρόνο, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζονται και σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό θελήσεις – και να ’χεις τόν χρόνο για να τό καταλάβεις

  

 

 

 

lewis hine (λεπτομέρεια από φωτογραφία)

 

 

 

 

  

Φεβρουαρίου 9, 2014

σα βιβλίο που τιμή δεν έχει

.

.

 

 

   επειδή όταν απόλυσε ο εκδότης πετσόπουλος τής «άγρας» έναν υπάλληλό του έγινε χαμός, και επειδή στον χαμό συμμετείχε με τίς λίγες του δυνάμεις κι αυτό τό μπλογκ, θεωρώ υποχρέωσή μου να πω ότι (τώρα) δεν μπορώ να καταλάβω πώς πέρασε στο ντούκου ένα βίντεο που είδα τίς προάλλες (για τήν «ενιαία τιμή βιβλίου», μην πω καμιά κουβέντα) όπου ο εκδότης πατάκης ανετότατα ανακοίνωσε ότι από τούς 160 υπαλλήλους του έχει απολύσει τούς 60 – και δεν άνοιξε ρουθούνι. Όχι μόνο αυτό, αλλά σαν να μάς ζήτησε και τόν λόγο

   για τό βίντεο αυτό βέβαια, αλλά και για τό όλο θέμα τής «ενιαίας» τιμής βιβλίου θα μπορούσα να πω πολλά : Αλλά ακριβώς επειδή μέ ενοχλεί αφάνταστα η ιστορία, θα πω μόνο λίγα :

.

 

   δεν πιστεύω ότι είναι απλώς τό ότι η κρίση μάς έχει αποβλακώσει, και αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε δυο γαϊδουριών άχυρα : Στο ζήτημα τής έκφρασης (ή τής «τέχνης») και σε διεθνές επίπεδο, τό ζήτημα είναι μόνιμα και κακόβουλα και ηθελημένα περιπλεκόμενο : Ή, για να τό πούμε αλλιώς, τό φαινόμενο τής μαζικής κουλτούρας έχει γίνει τόσο αυτονόητα καθεστώς, ώστε η εμπορευματοποίηση τού προϊόντος έχει στην κυριολεξία αφανίσει από τήν επιφάνεια τής ζωής τό ίδιο τό προϊόν : στο διαδίκτυο, ο όρος «πνευματικά δικαιώματα» αφορά θρασύτατα μόνο εταιρείες, κανείς δεν ασχολείται με τό – οποιοδήποτε – δίκαιο τού καλλιτέχνη : βίντεα ανεβοκατεβαίνουν, σβήνουν και καταργούνται από τό γιουτούμπ επειδή έτσι γουστάρουν οι προαγωγοί τους – με τόν ίδιο τρόπο που οι εταιρείες πνευματικών δικαιωμάτων στην ελλάδα δεν αποδίδουν τίποτα στους καλλιτέχνες, ευλογάνε απλώς τά γένια τους. Στην περιοχή τού γραπτού λόγου – τού βιβλίου – τό μπουρδούκλωμα είναι ακόμα μεγαλύτερο – γιατί τά λεφτά  είναι, όχι περισσότερα, αλλά ακριβώς λιγότερα : οι συγγραφείς αισθάνονται ότι πρέπει να προσκυνάνε τόν εκδότη αν δεχτεί να επενδύσει στο έργο τους, τό να τούς κλέψει είναι σχεδόν τιμή. Γι’ αυτήν τήν τιμή δεν θα μιλήσει κανένας

   η τιμή θέλει περηφάνια και στη διαδικασία έκδοσης ενός βιβλίου η περηφάνια καταχωνιάζεται – οι εταιρείες συγγραφέων ασχολούνται με αρλούμπες : Αντί να προσπαθήσουν να κατοχυρώσουν τήν αξιοπρέπεια τών ανθρώπων που γράφουν, αναλώνονται σε τελετές, αλληλολιβανίσματα, διαπλοκές, τρικλοποδιές, διαδρομισμούς, σνομπισμούς, μεγαλοστομίες, μυθολογίες : τό πράγμα συσκοτίζεται από τό γεγονός ότι συγγραφείς θεωρούνται και αυτοί που «κρίνουν» αφ’ υψηλού τά βιβλία τών άλλων, και καθορίζουν τήν πορεία τους διαχειριζόμενοι τίς πωλήσεις από τίς στήλες κριτικής τών εφημερίδων, συγγραφείς θεωρούνται οι δημοσιογράφοι που ανεβοκατεβάζουν ονόματα, ευ–πωλήσεις και ξεπωλήσεις, συγγραφείς θεωρούνται ακόμα κι αυτοί που μεταπηδούν στον κλάδο τού εκδότη και φτιάχνουν τούς δικούς τους διαδρόμους (φιλικής) διαπλοκής : οι καυγάδες και οι «διαφορές» που φτάνουν στο «πλατύ» κοινό, τούς αναγνώστες, είναι τίς περισσότερες φορές ακίδες προσωπικών μικροσυμπλοκών, οι βασικές διαφορές υποβόσκουν υποφώσκοντας αφανείς, περιπεπλεγμένες, κι ανάκουστες : τά συμφέροντα βοούν στον χώρο τής προσωπικής συνείδησης τού καθενός, επί τής επιφανείας επικρατεί νηνεμία – ή ψευτοκαυγάδες που συσκοτίζουν απλώς τήν πραγματική πραγματικότητα :

   τό βίντεο που είδα, θα μπορούσε, για όποιον θα είχε λίγο εξασκηθεί να βλέπει, να είναι απολύτως αποκαλυπτικό, σε βαθμό τραγικό, αυτών που κανείς δεν σχεδίασε ν’ αποκαλύψει :

   τό πρόβλημα τής «ενιαίας τιμής» είναι παλιό, κι αποκρύπτει στην ουσία ένα μεγαλύτερο πρόβλημα ως προς τήν τιμή τού βιβλίου : τό ότι τά βιβλία στην ελλάδα είναι ακριβά δεν οφείλεται (μόνο) στο ότι τό «κοινό» είναι μικρό : οφείλεται στο ότι οι μεγαλοεκδότες θεωρούν τόν χώρο τσιφλίκι τους, είναι βασικά αμόρφωτοι, και αισχροκερδούν κατ’ έθιμο

   τά συμβόλαια που υπογράφουν οι συγγραφείς είναι αποικιοκρατικής εμπνεύσεως – καμιά εταιρεία συγγραφέων δεν ξέρω να έχει διαμαρτυρηθεί (ή να έχει προτείνει μια άλλη «φόρμα», εκτός από κείνη τού κυρίου πατάκη ακριβώς η οποία (τουλάχιστον μέχρι τό 2006 που έβγαλα εγώ τελευταία βιβλίο) κοπυπαστάρεται αντιγράφεται, και κυκλοφορώντας (ιδιαιτέρως αυτάρεσκα), πασάρεται από όλους τούς συναδέλφους συνεκδότες του ως αναγκαστικό συμβόλαιο με τά «ελληνικά πνευματικά» κάτεργα τού αξιολύπητου έργου τού καθενός) :

   τό κοινό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι δυνάμει – αυριανοί – συγγραφείς (και αυτό είναι μία πραγματικότητα που δεν υπάρχει για κανέναν) παραμένει θύμα τής έλλειψης παιδείας, τής αμορφωσιάς τών δασκάλων του, τής χαιρέκακης κακοήθειας τών διαφωτιστών του : στην περίπτωση που ένα παιδί σήμερα αγαπάει τόν γραπτό λόγο, τρεκλίζει ανάμεσα σε μεταρρυθμισμένους κομματικούς ινστρούχτορες, ανανεωμένες εφημερίδες και παμπάλαια τυπωμένα σκουπίδια : μπορεί να θέλει να συναντήσει τόν κλάϊστ αλλά θα σκουντήσει πάνω στην κυρία τριανταφύλλου (οχυρωμένη επί χρόνια πίσω από τόν κύριο πατάκη) και στην περίπτωση που θελήσει να βρει τόν παπαδιαμάντη θα σκουντήσει επιπλέον και πάνω στο γλωσσικό που θα τόν μπερδέψει ακόμα περισσότερο εξαιτίας τού ότι κάποιοι φωστήρες νέοι μας βάλθηκαν ή φιλοδόξησαν να τόν μεταφράσουν

   τά μεγάλα λόγια κρύβουν τήν ανήλεη μικρότητα τών έργων : πνευματικές ζωές, πολιτισμοί. Τό βίντεο ήταν απείρως διαφωτιστικό : η κυρία που συντόνιζε τή συζήτηση, πρώην «τής νομικής», πρώην τών σταλινικών, νυν τών καναλαρχών, ξελιγώθηκε σε υπερθετικές κοινοτυπίες (ναι, –τυπίες) : ο κύριος συγγραφέας που ακολούθησε, υπηρέτησε σεμνά τά συμφέροντα τού κυρίου εκδότη που επ–ακολούθησε (είπε κι ένα σωστό (αλλά που τό ξέρουμ’ όλοι) : ότι η εκπαίδευση στην ελλάδα κάνει τά παιδιά να σιχαίνονται τά βιβλία)

   ο κύριος εκδότης είπε θυμωμένος ότι, αν πουλήσουν φτηνότερα τά βιβλία του τά βιβλιοπωλεία, αυτός θ’ ανεβάσει τίς τιμές τους, και θα μάς κοροϊδέψει (είπε μετά και ότι απόλυσε τούς 60 ανθρώπους) : όλα πάντως για χάρη τού πολιτισμού

   επειδή στον πολιτισμό λοιπόν ανήκει και η ακρίβεια στην έκφραση θέλω να πω ότι τό θέμα τής ενιαίας τιμής βιβλίου είναι ψευδεπίγραφο : Ενιαία τιμή θα είχε νόημα να συζητήσουμε, αν μιλάγαμε για τόν καθορισμό τής τιμής από τή μεριά τού εκδότη πάνω στη βάση μιας ενιαία αποδεκτής δεοντολογίας (στοιχειώδεις κανόνες ηθικής (και σεβασμού τού αναγνώστη) σε τελευταία ανάλυση δηλαδή) : αν λογαριάζαμε ( : λογαριάζανε) τήν τελική τιμή τού προϊόντος με βάση τίς σελίδες, και τίς σελίδες με βάση τίς αράδες, και τίς αράδες με βάση τά στοιχεία – και τό μέγεθός τους – : Για να μη μπορεί μια έκθεση ιδεών 10 σελίδων να τυπώνεται με τεράστια στοιχεία και διπλάσια περιθώρια – αριστερά – δεξιά – και πάνω κάτω – και χοντρό χαρτί, για να φτάσει να γίνει ή να φαίνεται πως έγινε, 50 σελίδες και να πουληθεί σαν να ’ταν 100. Αυτή είναι μια λογική ενιαία τιμή βιβλίου

   τό αν θα πουλήσει φτηνότερα ο βιβλιοπώλης, θα μπορούσε να έρθει σαν πρόβλημα ύστερα – και όχι να προηγείται. Κι όταν ξεκίνησε τό πρόβλημα δεν υπήρχαν οι μεγάλες αλυσίδες. Υπήρχε μόνο η «πρωτοπορία» τού τρικεριώτη, πρώην συνεκδότη τού «κάλβου», μετέπειτα εκδότη τών «γραμμάτων», που πουλούσε όλα τά βιβλία με έκπτωση και έκανε χρυσές δουλειές (τί να κάνουμε δηλαδή ; φοιτήτριες και φοιτητές βρήκαν έναν τρόπο να διαβάζουν, πληρώνοντας από τό ελάχιστο χαρτζιλίκι τους (σε μια χώρα που δεν υπάρχει η πραγματικότητα τών βιβλιοθηκών ώστε να μπορούν να διαβάσουν και τσάμπα)), και επακολούθησε η «πολιτεία» : εναντίον αυτών ξεσηκώθηκαν οι άλλοι (μεγαλο)βιβλιοπώλες και οι (μεγαλο)εκδότες μαζί. Τώρα έχουν τή δικαιολογία ότι μπήκαν στη μέση τά μεγαλοσυμφέροντα τού «fnac» και τού «public». Εγώ αγοράζω τά βιβλία μου από τόν (μικρό) «ναυτίλο» και μού κάνει (μεγαλομικρή) έκπτωση. Κατεδαφίζουμε τόν πολιτισμό ; Να τόν κατεδαφίσουμε τόν άτιμο. Θα πάμε φυλακή ; Να πάμε, που ’χουμε και βιβλία χωρίς τιμή

   αλλά λίγο–πολύ έκπτωση κάνουν όλοι οι βιβλιοπώλες στους πελάτες τους – δεν είναι εκεί τό πρόβλημα. Τό πρόβλημα είναι ότι τά μεγάλα βιβλιοπωλεία πουλάνε τή βιτρίνα τους, πουλάνε και τά ράφια τους : Μού τό εξήγησε εκδότης – έμεινα με τό στόμα ανοιχτό αλλά μετά, φρονίμως ποιούσα, τό έκλεισα για τά καλά : Για να μπει βιβλίο (νεοεκδομένο) στην πρώτη γραμμή τού πάγκου, θα δοθεί από τόν εκδότη στον βιβλιοπώλη με επιπλέον έκπτωση : ο εκδότης αγοράζει τόν πάγκο, αγοράζει θέση στον πάγκο. (Ποντάρουν στο ότι τό κοινό σκοντάφτει στην πρώτη σειρά, και εκεί μένει. Κατά βάση μπορεί να μην ποντάρουν λάθος). Ο ίδιος ο εκδότης κανονίζει άλλωστε από τά βιβλία που εκδίδει ποια θα προωθήσει και ποια θα αφήσει στην τύχη τους – «αφήνω στην τύχη τους» σημαίνει «αδιαφορώ, σφυρίζω κλέφτικα, δεν τά διαφημίζω δεν τά προωθώ δεν τά ανακοινώνω καν, κι αν θέλει (ή μπορεί) ο συγγραφέας ας τρέξει αυτός να φιλήσει κατουρημένες ποδιές» : προαγωγοί καραμπινάτοι που ενισχύουν χωρίς να κάνουν τίποτα, ακριβώς, τήν ντόπια πιάτσα τής πουτανιάς. Η ενιαία τιμή βιβλίου τούς μάρανε

   μία γνωστή μου δούλευε σε μεγάλο βιβλιοπωλείο και άφησε τό καινούργιο μου βιβλίο για ένα χρόνο στη βιτρίνα τους. Έκανα καιρό να τά βρω με τόν εαυτό μου για τήν ευγνωμοσύνη που κατάλαβα ότι είχα νιώσει – εκείνη τό θεώρησε φυσικό. Ένας φίλος μου έβγαλε βιβλίο του στον πατάκη, και ο πατάκης δεν τό ’βαλε στη βιτρίνα του ούτε για μια μέρα – τό θεώρησε κι αυτός φυσικό. Από τό τυπογραφείο σχεδόν τό βιβλίο πήγε στις αποθήκες : πριν τόν πάει στις αποθήκες τόν κατέβασε όμως πρωί πρωί στου διαόλου τή μάνα να υπογράψει κάτι χιλιάδες αντίτυπα, γιατί αυτός είναι τίμιος και δεν θέλει να κατηγορηθεί ότι κυκλοφορεί κλεψίτυπα (δηλαδή ότι δεν δίνει στον συγγραφέα τά ποσοστά του). Κι ύστερα τό ’στειλε στις αποθήκες για να μην πουλήσει τίποτα. Αντί να μιλάνε για ενιαία τιμή, καλά θα κάνανε να μιλάνε για ενιαία οπτική – για τήν ενιαία τους αδιαφορία για οτιδήποτε έχει σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι κάνουν

 

   αυτή τήν εποχή διαβάζω τόν bolaño – ένα βιβλίο μεγάλης αξίας (θα γράψω γι’ αυτό) και τεραστίων διαστάσεων : 1100 σελίδων – βγήκε μετά τόν θάνατο τού συγγραφέα του : Σήμερα κάποιοι κληρονόμοι γίναν πλούσιοι απ’ αυτό, και κάποιοι εκδότες επίσης : η «άγρα» δεν ξέρω τί έκανε που τό έβγαλε, και πόσα πούλησε : Πάντως ξέρω ότι η «άγρα» βιβλίο 1000 σελίδων έλληνα συγγραφέα δεν θα βγάλει εύκολα : Κι αν βγάλει, για να κάνει απόσβεση θα πρέπει να επιστρατεύσει κριτικούς και δημοσιογράφους να τό λιβανίζουνε επί έναν χρόνο, μπας και πουλήσει τίποτα (κι αν είναι δύσκολο, σαν τό 2666 που διαβάζω τώρα, πολύ δύσκολο τό βλέπω να πουλήσει οτιδήποτε)

   εγώ όμως τώρα άλλα σκέφτομαι, και άλλα αναπολώ : Στο βιβλίο τού μπολάνιο περιγράφεται ένας εκδότης (γερμανός εκδότης απ’ τό αμβούργο). Περιγράφεται βέβαια κι ένας συγγραφέας, αλλά εμένα ο εκδότης μέ συνεπήρε πατόκορφα : Γιατί (χωρίς να τό ψάξω και να ξέρω λεπτομέρειες) ξέρω, είμαι σίγουρη, ότι εννοεί έναν εκδότη για τόν οποίο έχω γράψει κι εγώ (λιγότερα) σ’ ένα βιβλίο (ανέκδοτο) : τόν περίφημο rowohlt τών εκδόσεων rororo –

   έτσι μού ’ρχεται να βάλω ένα κομμάτι απ’ αυτά που έγραψα δηλαδή, αλλά όχι, είναι κάμποσα : μόνο μια πρόταση :

   «Ξέρω ότι δεν θα πουλήσει, αλλά πρέπει να τό εκδώσουμε μεις, γιατί αν δεν τό εκδώσουμε εμείς, δεν θα τό εκδώσει άλλος» (θυμούνται οι συνεργάτες του ότι) για τά δύσκολα βιβλία που έπεφτε με τά μούτρα να εκδώσει, τούς έλεγε.

   Ενιαία είναι η τιμή σ’ έναν ενιαίο τρόπο σκέψης – που έχει και τιμή σα βιβλίο που τιμή δεν έχει

 

 

 

υγ 1 : στα «επιπλέον» έξοδα τού ελληνικού βιβλίου, που δεν έχει τό ξένο, («ένα βιβλίο μεταφραζόμενο πάντοτε έχει λόγω τής ελληνικής γλώσσας, 20% περισσότερες σελίδες – άρα περισσότερα έξοδα βιβλιοδεσίας και τυπογράφου») ο κύριος πατάκης ξέχασε (η μη–γλώσσα πάντα τήν αλήθεια λέγει) ξέχασε λοιπόν να συμπεριλάβει τήν πληρωμή τού μεταφραστή

υγ 2 : όλοι μίλησαν για κανόνες «ενιαίας τιμής» στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ξέχασαν όμως να πούνε ότι (στην γερμανία ας πούμε που τήν ξέρω καλύτερα) δεν υπάρχει σχεδόν ούτε ένα μικρό ή μεγάλο βιβλιοπωλείο που να μην βγάζει όλον τόν χρόνο, έξω, καλάθια και πάγκους με πάμφθηνες προσφορές

υγ 3 : είναι ειρωνεία τουλάχιστον (προσωπικά τό εκλαμβάνω και σαν κάτι παραπάνω) ο συγγραφέας θεοδωρόπουλος, σχετιζόμενος παλαιόθεν με τίς εκδόσεις τής «εστίας», να υποστηρίζει σήμερα τή λογική τού εκδότη «πατάκη» με τό ατράνταχτο επιχείρημα ότι οι έλληνες εκδότες είναι οι μόνοι επιχειρηματίες που δεν υπήρξαν κρατικοδίαιτοι – όταν η μεν «εστία» στηρίχτηκε σε αγορές από τίς πανεπιστημιακές σχολές, δηλαδή τό ίδιο τό κράτος, για τά (πολύ) χοντρά της κέρδη, ο δε πατάκης στήριξε τήν εκδοτική του καριέρα στα εκπαιδευτικά βιβλία με τά οποία ξεκίνησε (όπως άλλωστε ξεκίνησαν και ο μεταίχμιος ή ο σαββάλας, αυτούς θυμάμαι τώρα) που τούς έφεραν τά πολλά λεφτά, για να γίνουν μετά και παράγοντες τής λογοτεχνίας – βιβλία τά οποία βασίζονταν ευλόγως στην αλληλεπίδραση με σχολές και σχολεία τού ίδιου αυτού κράτους, νομίζω
   προσπερνάω ευγενικά τίς κλωτσοπατινάδες και τούς διαγκωνισμούς (όχι διαγωνισμούς, αυτοί ποτέ) που έχει πάρει τ’ αυτί μου ότι λαμβάνουν χώρα ως προς τό ποιοι εκδότες (και ποια βιβλία) θα συμπεριληφθούν στις (όποιες και όπως) σχολικές βιβλιοθήκες διαθέτει η χώρα (σ’ εμάς, τήν απλή πλέμπα, φτάνουν απλώς κάτι βρυχηθμοί καμιά φορά, όταν κάνας φασίστας διαμαρτυρηθεί ότι συμπεριλήφθηκε (δηλαδή αγοράστηκε από τό κράτος) βιβλίο ανήθικου περιεχομένου)
   κατά τ’ άλλα κρατικοδίαιτους να μην τούς πούμε

υγ 4 : μια παρέμβαση από τό κοινό (τού βουλευτή κουρουπλή) που είπε ότι διαβάζει όσο μπορεί από τά ηχητικά βιβλία που δυστυχώς εκδίδονται στην ελλάδα με τό σταγονόμετρο (αλλά παλιότερα σε μια βιβλιοθήκη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά της, είχε στη διάθεσή του αρκετά βιβλία σε γραφή μπράϊγ (η γραφή για τυφλούς)) μέ συγκίνησε και μέ ταρακούνησε, γιατί μού θύμισε ότι θέλω πολύ να γράψω κάποτε γι’ αυτό τό θέμα : Δεν πιστεύω στα ακουστικά βιβλία : η φωνή και τό παίξιμο τού ηθοποιού που διαβάζει (όσο καλά κι αν κάνει τή δουλειά του, και τί θα πει αυτό, για να κάνει πολύ καλά αυτή τή δουλειά θα ’πρεπε να ’ναι τελείως ανέκφραστος) η ίδια η υποκριτική τού ηθοποιού δηλαδή, που διαλύει τήν κρίσιμη εκείνη σιωπή ανάμεσα στα μάτια και στο γραφτό, αποτελεί μια πρώτη (και πανίσχυρη) ερμηνεία ήδη τού κειμένου – μια αυθαίρετη μεσολάβηση μ’ άλλα λόγια που (αδιάφορο πόσο σωστή) – σπάει τήν αποκλειστική σχέση τού αναγνώστη με τίς άφωνες φωνές τού ίδιου τού έργου : τηρουμένων τών αναλογιών, τό ακουστικό βιβλίο είναι μια μορφή μεταφοράς τού βιβλίου στον κινηματογράφο – μεσολαβούν ανάλογες αυθαιρεσίες. Σε μια πολιτισμένη χώρα τά σπουδαιότερα (αν όχι όλα) τά κείμενα τής βασικής της τουλάχιστον γραμματολογίας θα έπρεπε αυτονόητα να υπάρχουν (δηλαδή να έχουν εκδοθεί και να συνεχίσουν να εκδίδονται) και σε γραφή για τυφλούς

   μια ανάλογη ανάρτηση θέλω να κάνω κάποτε για αυτό που αναρωτιέμαι πώς πραγματοποιείται άραγε (δημιουργείται δηλαδή, πρωτογενώς (όχι μεταφρασμένο)) σαν ποίηση στη γλώσσα τών κωφαλάλων

 

 

 

για τό θέμα επιπλέον στην «αυγή», και τήν «ελευθεροτυπία» (και μην ξεχνάτε : οι πενήντα αποχρώσεις τού γκρι, βιβλίο τού επιπέδου με τό οποίο μάς απειλεί ο κ. πατάκης ότι θα γεμίσει η αγορά αν καταργηθεί ο νόμος, είναι βιβλίο που εξέδωσε ο ίδιος ο κ. πατάκης πριν καταργηθεί ο νόμος)

η άποψη τού βαγγέλη τρικεριώτη

και για τή «θέση στη βιτρίνα»

 

 

 

 

  φωτογραφίες

.

.

.

.

.

Ιανουαρίου 27, 2014

νίκος κούρκουλος : για τόν enzo traverso και τίς ρίζες τής ναζιστικής βίας

.

.

 

 

   τόν νίκο κούρκουλο τόν γνώρισα ως μεταφραστή τού δάντη – πολύ καιρό πριν απογειωθούμε στους αιθέρες τού διαδικτύου – και τόν αγάπησα και τόν ευχαρίστησα νοερά για τό βιβλίο καταρχάς που διάλεξε να μεταφράσει : τή «νέα ζωή», τή γενναία νέα τολμηρή και πρωτοπόρα για τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική παράδοση vita nuova τού τοσκανού, που τήν ίδια εποχή περίπου τύχαινε να τή διαβάζω στην αγγλική της μετάφραση τού rossetti (καθότι ανίδεη από ιταλικά) : η μετάφραση (η τόσο καλή μετάφραση) στη γλώσσα μου, ήρθε σα δώρο : ήταν μάλιστα τό πρώτο βιβλίο τών «εκδόσεων τού 21ου» που διάβασα και χάρηκα ιδιαίτερα τήν τόλμη τού εκδότη (τό απόμακρο εκείνο 1996) να δεχτεί από έναν νέο, τότε, μεταφραστή ένα τόσο δύσκολο κείμενο – για μένα που δεν ήξερα τά προηγούμενα βιβλία τών εκδόσεων ήταν η καλύτερη δυνατή αρχή για έναν εκδοτικό οίκο δηλαδή, θέλω να πω –

   αυτό που εξέλαβα σαν καλό οιωνό πάντως, αποδείχτηκε στη συνέχεια και πρακτικά ακριβές, οι εκδόσεις (που είχαν ξεκινήσει νωρίτερα όπως αργότερα έμαθα, για τήν ακρίβεια τό ακόμα πιο μακρινό ’88) έχουν σήμερα εξελιχτεί σ’ έναν απ’ τούς σοβαρότερους εκδοτικούς οίκους που έχουμε, και ο νίκος είναι πια συστηματικός τους συνεργάτης και μεταφραστής. Μού επιτρέπεται να τόν λέω με τό μικρό του, γιατί, κάμποσα χρόνια μετά, μέσω τού διαδίκτυου δηλαδή τών (λίγων (και ωραίων)) βλογ στα οποία συχνάζαμε, γνωριστήκαμε και τόν θεωρώ φίλο μου (αυτό είμαι μονίμως περήφανη να τό διαπιστώνω…)

   ο νίκος είναι δηλαδή και διαδικτυακή περσόνα, αλλά τά κρατάει αυτά τά δύο ξεχωριστά, πράγμα που οφείλουμε να σεβόμαστε – άλλωστε όλοι λίγο–πολύ ως προς αυτό στο ίδιο καζάνι βράζουμε –

   πολλές φορές ώς σήμερα θέλησα να αναφερθώ στις εξαιρετικές του λοιπόν μεταφράσεις, αλλά όλο κάτι άλλο τό πήγαινε πίσω (νομίζω κυρίως γιατί μια δουλειά για κάποιες απ’ τίς μεταφράσεις τού νίκου θα είχε πολλή δουλειά) : Ο μεγαλύτερος πειρασμός μου μέχρι τώρα ήτανε πάντως να γράψω για τό μονταγιού (αφού άφηνα βέβαια τή μετάφραση τού δάντη στην άκρη, γιατί θα έπρεπε μάλλον, αν ήθελα να είμαι συνεπής με τό στυλ τών «κήπων», να τήν ανεβάσω ολόκληρη και σε συνέχειες). (Για τό «μονταγιού» κάτι έχω πει με αφορμή τόν giordano bruno και τήν εξαφάνιση τών πρακτικών τής δίκης του, αλλά σίγουρα πρέπει να επανέλθω, είναι ένα θαυμάσιο ιστορικό βιβλίο γραμμένο σα μυθιστόρημα που είμαστε τυχεροί να τό έχουμε και σε εξαιρετικά ελληνικά)

   σήμερα όμως, με αφορμή τήν παρουσίαση τής τελευταίας μετάφρασης τού νίκου κούρκουλου, θα κάνω κάτι άλλο :

   τόν κατάφερα με λίγα λόγια να μού δώσει τό κείμενο με τό οποίο παρουσίασε ο ίδιος τό βιβλίο τού έντσο τραβέρσο «οι ρίζες τής ναζιστικής βίας», πριν λίγες μέρες : και επειδή βρίσκω τό βιβλίο, πέρα από εξαιρετικό αυτό καθεαυτό, και εξαιρετικά χρήσιμο για τίς μέρες που περνάμε, ορίστε λοιπόν :

 

 

Σχετικά με τις ρίζες της ναζιστικής βίας
…ή μάλλον σχετικά με κάποιες πλευρές τους

 

 

   Ο Έντσο Τραβέρσο είναι ιστορικός με σημαντικό έργο, αλλά δε θέλω να σας αραδιάσω εδώ τα βιβλία του και τις ακαδημαϊκές δάφνες του (αυτά μπορείτε να τα διαβάσετε αλλού), προτιμώ να σας συστήσω ένα κείμενό του όπου παρουσιάζει, κατά κάποιο τρόπο, την προσωπική του εμπλοκή με το αντικείμενο των ιστορικών του ερευνών. Στην Εισαγωγή του στο βιβλίο Διά πυρός και σιδήρου, έχει αφιερώσει ολόκληρο το δεύτερο κομμάτι της, καμιά δεκαριά σελίδες, για να δηλώσει ανάμεσα σε ποιες μνήμες μεγάλωσε (της ιταλικής Αντίστασης) καθώς και την εφηβική και νεανική του στράτευση. Όλ’ αυτά για να πω ότι, σε τέτοιου είδους βιβλία, έχει σημασία και το ποιος μιλάει, και από ποια σκοπιά βλέπει τα πράγματα.

   Περνώντας στο βιβλίο τώρα, και για να ξεκινήσουμε απ’ τον τίτλο, ο στόχος του έργου αυτού δεν είναι να αναζητήσει τα «αίτια» του εθνικοσοσιαλισμού, αναζήτηση που οδηγεί αναπόφευκτα ίσως σε κάποια ντετερμινιστική προοπτική, αλλά μάλλον «ρίζες». Ο Μαρκ Μπλοκ μιλούσε για μια «έμμονη ιδέα γύρω από την προέλευση», που είναι μια ασθένεια των ιστορικών, όπως έλεγε, και συνέχιζε ο Μπλοκ (αυτός ο μεγάλος γάλλος ιστορικός, που παρεμπιπτόντως έπεσε θύμα του ναζισμού ο ίδιος – ντουφεκίστηκε το 1944 για τη συμμετοχή του στην Αντίσταση), συνέχιζε λοιπόν ζητώντας να μην ξεχνάμε ότι «ένα ιστορικό φαινόμενο δεν εξηγείται ποτέ πλήρως έξω από τη μελέτη της δικής του στιγμής». Ως προς την αναζήτηση των αιτίων, ας μείνουμε σ’ αυτό το σχόλιο.

   Οι «ρίζες», από την άλλη, είναι στοιχεία που γίνονται ουσιώδη συστατικά ενός ιστορικού φαινομένου μόνο αφού έχουν πρώτα συμπυκνωθεί και αποκρυσταλλωθεί εντός του. Ή όπως το είπε η Χάνα Άρεντ : «Το γεγονός φωτίζει το παρελθόν του, δεν θα μπορούσε όμως να συνάγεται από αυτό».

   Για παράδειγμα, μπορούμε να πούμε, με ανάλογο τρόπο και ακολουθώντας το συγγραφέα, ότι το Άουσβιτς είναι εκείνο που «επινόησε» τον αντισημιτισμό – καθώς ανάδειξε σαν μια συνεκτική, συσσωρευτική και γραμμική διαδικασία ένα σύνολο αγορεύσεων και πρακτικών που, πριν το ναζισμό, είχαν θεωρηθεί παράφωνες και ετερογενείς, και συχνά εντελώς αρχαϊκές, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Κι εμπνεύστηκε, ο Τραβέρσο, από την ανάλογη φράση του Ροζέ Σαρτιέ : «Η Γαλλική Επανάσταση είναι εκείνη που επινόησε το Διαφωτισμό».

   Το ζήτημα είναι λοιπόν να συλλάβουμε τα στοιχεία ενός πολιτισμιακού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το ναζιστικό καθεστώς, στοιχεία που το διαφωτίζουν και γίνονται, αναδρομικά, οι «ρίζες» του. Αυτό το πλαίσιο είναι βέβαια η Ευρώπη και ο δυτικός κόσμος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Ένα υπόβαθρο από πρακτικές, νοοτροπίες και ιδεολογίες, διάχυτες σ’ αυτό το περιβάλλον, ευνόησαν την εμφάνιση και την ανάπτυξη του ναζισμού, ή της ναζιστικής σύνθεσης όπως προτιμάει να τον ονομάζει ο Τραβέρσο.

   Κάπως γρήγορα και συνοπτικά, οι πολιτισμικές ρίζες του ναζισμού, κατά τον Τραβέρσο πάντα, εντοπίζονται στον μακρό 19ο αιώνα, δηλαδή στην εποχή που φτάνει ώς το 1914, αφενός σε μια σειρά θεσμούς (η φυλακή, ο στρατώνας, το εργοστάσιο) που διέπονται από ένα σύνολο νέων αρχών (πειθαρχία του χρόνου και των σωμάτων, εξορθολογισμός της διοίκησης, υποταγή στις μηχανές), αφετέρου στην κατάχτηση και αποικιοποίηση του εξωευρωπαϊκού χώρου, ιδιαίτερα της Αφρικής. Σε τούτα τα γεγονότα αντιστοιχεί, στο ιδεολογικό επίπεδο, η κατασκευή ρατσιστικών στερεότυπων που αντλούν κατά πολύ στοιχεία από τον επιστημονισμό του fin de siècle, του ύστερου 19ου αιώνα : ο «ταξικός ρατσισμός» θέτει σε όρους «φυλής» και μέσα από την έννοια της «έμφυτης εγκληματικότητας» το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή το πρόβλημα των εργαζόμενων τάξεων, ενώ κερδίζει έδαφος μια νέα ερμηνεία του πολιτισμού, βασισμένη πάνω στα μοντέλα του ευγονισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού, που συνδυάζεται με την ιμπεριαλιστική αγόρευση σχετικά με την «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», θεωρητική νομιμοποίηση των αποικιακών γενοκτονιών. Αναδύεται τέλος μια νέα εικόνα του Εβραίου – στηριγμένη κατά πολύ πάνω στη φιγούρα του διανοούμενου – που χρησιμοποιείται ως μεταφορά για μια υποτιθέμενη ασθένεια του κοινωνικού σώματος. Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που διαλύει τη μακαριότητα και τις ψευδαισθήσεις της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, πραγματοποιεί μια σύγκλιση όλων αυτών των επιπέδων μέσα σ’ ένα περιβάλλον ασύλληπτης έως τότε βίας. Με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, και μπροστά στην απτή απειλή των εργατικών επαναστάσεων, το σκηνικό που επέτρεψε τη ναζιστική σύνθεση έχει ήδη στηθεί.

   Θα μιλήσω λίγο παραπάνω για μερικά μόνο από αυτά τα στοιχεία, πολύ επιλεκτικά, προηγουμένως όμως να περάσω σ’ ένα συμπέρασμα. Όχι ακριβώς συμπέρασμα, είναι κάτι που εννοείται μάλλον από όσα είπαμε προηγουμένως για τις «ρίζες», χρειάζεται όμως να το υπογραμμίσουμε, επειδή το υπογραμμίζει επανειλημμένα κι ο συγγραφέας, για ν’ αποφύγει μια επικίνδυνη, αλλά διόλου απίθανη, παρανόηση :

   Όλα αυτά τα στοιχεία, είπαμε, βρίσκονταν στην καρδιά του δυτικού πολιτισμού και αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη του βιομηχανικού καπιταλισμού, κατά την εποχή του κλασικού φιλελευθερισμού. Ωστόσο, μπορεί μεν η βία και τα εγκλήματα του ναζισμού να ανήκουν στο κοινό κεφάλαιο της δυτικής κουλτούρας, μπορεί το Άουσβιτς να στάθηκε γέννημα του δυτικού πολιτισμού, όμως αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι το Άουσβιτς αποκαλύπτει κάποια βαθύτερη ουσία της Δύσης, αλλά μόνο ένα από τα πιθανά προϊόντα της. Δεν είναι η φυσιολογική της κατάληξη (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοια κατάληξη), αλλά μια από τις πιθανές παρεκκλίσεις της – μπορεί μάλιστα να ερμηνευτεί σαν παθολογική της εκδήλωση.

 .

  

.

   Αυτή η επιφύλαξη ή διευκρίνιση με βοηθάει να εξηγήσω ότι μπορεί εγώ, τώρα μόλις, να απάγγειλα τρέχοντας ή να τσουβάλιασα βιαστικά όλες αυτές τις «ρίζες», όμως όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι αδιαφοροποίητα – υπάρχουν ποικίλες αποχρώσεις και διαβαθμίσεις.

   Μερικές φορές, κάποιες «καλές προθέσεις» μπορεί να οδήγησαν σε λιγότερο καλά αποτελέσματα και ένα παράδειγμα που δίνει ο συγγραφέας είναι η εξέλιξη τών μηχανισμών θανάτωσης, ξεκινώντας από τη γκιλοτίνα. Είπα καλές προθέσεις, αλλά να διευκρινίσω ότι είναι σε εισαγωγικά, γιατί πρόκειται για ατελώς καλές προθέσεις – εν πάση περιπτώσει εννοώ πράγματα που στηρίζονται σε κάποια εύλογη, σε πρώτη ματιά, επιχειρηματολογία. Είναι πολύ γνωστό ότι η γκιλοτίνα είχε επινοηθεί σαν ανθρωπιστικό μέτρο – και ξέρουμε πράγματι από χίλιες αφηγήσεις κι απεικονίσεις την αγριότητα των εκτελέσεων του παλιού καθεστώτος, τα φριχτά και ατιμωτικά μαρτύρια των καταδικασμένων, καθώς και ότι όλο αυτό το πράγμα, η εκτέλεση των ανθρώπων συνέβαινε σε μια βάρβαρη δημόσια τελετή, με το λαουτζίκο να διασκεδάζει – μια κατάσταση που φέρνει στο νου αρχαίες ανθρωποθυσίες. Και να μη μιλήσουμε για τα καθαρώς τεχνικά ζητήματα : στα 1381, ένας αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι πέρασε ένα διόλου ευχάριστο μισάωρο στα χέρια ενός ατζαμή δήμιου, ώσπου να κατορθώσει επιτέλους ν’ αποχωριστεί το κεφάλι του – στην όγδοη προσπάθεια, διευκρινίζουν οι χρονικογράφοι.

   Η καινούργια συσκευή, η λαιμητόμος, απεναντίας, με τα λόγια τού Λαμαρτίνου, «είχε το πλεονέκτημα ότι δεν έβαζε να χυθεί το αίμα τού ανθρώπου από το χέρι και το χτύπημα, συχνά αδέξιο, ενός άλλου ανθρώπου, αλλά έβαζε να εκτελεστεί ο φόνος από ένα άψυχο εργαλείο, αναίσθητο όπως το ξύλο και αλάνθαστο όπως το σίδερο. Στο νεύμα του εκτελεστή, η λεπίδα έπεφτε από μόνη της […] και αποσπούσε το κεφάλι από τον κορμό με το βάρος της πτώσης της και την ταχύτητα της αστραπής. Καταργούσε τον πόνο και το χρόνο στην αίσθηση του θανάτου».

   Επιπλέον λίγο αργότερα, αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η εκτέλεση έχασε και το δημόσιο χαραχτήρα της και σταμάτησε να είναι δημόσια παράσταση. Θεωρήθηκε σωστό να συμβαίνει σε κλειστό χώρο και μακριά από τα βλέμματα – προσφέροντας έτσι κάποια στοιχειώδη αξιοπρέπεια στο μελλοθάνατο. Ναι μεν η δικαιοσύνη αποφάσιζε ότι πρέπει να πεθάνει, αλλά αυτό συνέβαινε σεμνά και πολιτισμένα – κι όχι σαν ένα θέαμα για τον όχλο.

   Ωραία και νηφάλια και πολύ ανθρωπιστικά όλ’ αυτά. Όμως, ένα πρόβλημα ήταν ότι η ίδια η ευκολία της διαδικασίας και η ίδια η έλλειψη φρίκης επέτρεπε, αφενός τεχνικά και αφετέρου συναισθηματικά, τον πολλαπλασιασμό της – μια σειριοποίηση του θανάτου, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι οι δήμιοι άρχισαν να νιώθουν καλύτερα. Π.χ. μια γαλλική εφημερίδα του 1840 παρουσίαζε με αυτά τα λόγια τον κ. Σανσόν, εκτελεστή επί Λουδοβίκου–Φιλίππου και εγγονό τού τελευταίου δήμιου τού Παλαιού Καθεστώτος (ήταν, κι αυτοί, δυναστεία…) : «Ο σημερινός εκτελεστής διαφέρει πολύ από τον πατέρα του : δεν έχει, όταν μιλάει για το επάγγελμά του και τις λεπτομέρειες που συνδέονται με αυτό, εκείνη την αμηχανία, εκείνη την ενόχληση, εκείνη τη δυσφορία που έδειχνε ο προκάτοχός του. Απόλυτα πεισμένος για την ωφελιμότητα του λειτουργήματός του και των υπηρεσιών που προσφέρει στην κοινωνία, δεν θεωρεί τον εαυτό του κάτι διαφορετικό από έναν κλητήρα που εκτελεί μια δικαστική απόφαση και μιλάει για τα καθήκοντά του με αξιοσημείωτη άνεση».

   Περνώντας από την πραγματικότητα στη λογοτεχνία, με αφορμή δηλαδή ένα γνωστό διήγημα του Κάφκα (Στη σωφρονιστική αποικία), ο Τραβέρσο σχολιάζει : «Αδιάφορος για την τύχη των καταδικασμένων και εντελώς υποταγμένος στη μηχανή του, ο στενοκέφαλος υπάλληλος που έχει τοποθετηθεί εκεί έχει γίνει απλός χειριστής, αντικαταστάσιμος σε οποιαδήποτε στιγμή. Η συσκευή είναι κείνη που σκοτώνει, αυτός περιορίζεται να την επιτηρεί. Η εκτέλεση είναι μια τεχνική επιχείρηση και ο υπηρέτης της μηχανής είναι υπεύθυνος μόνο για τη συντήρησή της : η θανάτωση συμβαίνει χωρίς υποκείμενο».

   Τέλος λοιπόν του θανάτου–θεάματος, της παράστασης που πραγματοποιείται από τον καλλιτέχνη–δήμιο, της μοναδικής και ιερής αναπαράστασης του τρόμου – και αρχή της εποχής των σύγχρονων σφαγών, όπου η έμμεση εκτέλεση, που ολοκληρώνεται τεχνικά, εξαφανίζει τη φρίκη της ορατής βίας και ανοίγει το δρόμο στον επ’ άπειρον πολλαπλασιασμό της (συντροφεμένο, μεταξύ άλλων, από την ηθική αποποίηση ευθυνών του εκτελεστή, που περιορίζεται στο ρόλο τού χειριστή). Οι θάλαμοι αερίων θα είναι η εφαρμογή αυτής της αρχής στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού.

   Παράλληλα με τις εξελίξεις στους τρόπους θανάτωσης των ανθρώπων την ίδια περίπου εποχή συμβαίνουν κάποιες αλλαγές και στους τρόπους θανάτωσης των ζώων. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, γίνεται λόγος για εξορθολογισμό των σφαγείων.

   «Εγκατεστημένα κάποτε στο κέντρο των πόλεων, είχαν τώρα απομακρυνθεί από εκεί (όπως και τα νεκροταφεία) σύμφωνα με τις προδιαγραφές μιας υγειονομικής πολιτικής που απέβλεπε στην εξυγίανση των αστικών κέντρων : […] Ήταν πολύ λιγότερο ορατά και, ταυτόχρονα, απογυμνώθηκαν από κάθε γιορταστική και θυσιαστική διάσταση που είχε ως τότε συνοδεύσει τις σφαγές των ζώων. Αποκαλυπτικό σύμπτωμα μιας νέας ευαισθησίας και μιας αυξανόμενης δυσανεξίας απέναντι σε εξωτερικές εκδηλώσεις της βίας, το σφαγείο μαρτυρά αυτή την ανθρωπολογική μετάλλαξη που ο Αλέν Κορμπέν τη χαραχτηρίζει πέρασμα από τις “διονυσιακές παρορμήσεις” του παραδοσιακού σφαγιασμού στις “παστεριωμένες σφαγές” της σύγχρονης εποχής. Αυτή η μεταφορά των σφαγείων μακριά από το κέντρο των πόλεων συνέπεσε με τον εξορθολογισμό τους – άρχισαν να λειτουργούν σαν πραγματικά εργοστάσια. Αυτό ισχύει […] ιδιαίτερα για τα νέα σφαγεία του Σικάγου, που γνώρισαν μέσα σε λίγες δεκαετίες μια εντυπωσιακή ανάπτυξη. Εκεί τα ζώα σκοτώνονταν τώρα σε αλυσίδα, σύμφωνα με αυστηρά εξορθολογισμένες μεθόδους : συγκέντρωση στους στάβλους, θανάτωση, αφαίρεση των σπλάχνων, επεξεργασία των απόβλητων. Η Νοελί Βιάλ συνέλαβε σωστά τα γνωρίσματα του βιομηχανικού σφαγείου : μαζικό και ανώνυμο, τεχνολογικό και, στο μέτρο του εφικτού, ανώδυνο, αθέατο και, ιδανικά, “ανύπαρκτο. Πρέπει να είναι σα να μην είναι”».

   Δεν θέλω εδώ να μιλήσω για την αναλογία ανάμεσα στα σφαγεία των ζώων και τα ναζιστικά στρατόπεδα, που ήταν κι αυτά αόρατα για πολλούς Γερμανούς (το έχουν κάνει άλλοι, όπως ο Ζίγκφριντ Κρακάουερ και ο Χένρι Φριντλέντερ), αλλά μόνο να πω ότι αυτή η «νέα ευαισθησία» και αυτή «η αυξανόμενη δυσανεξία απέναντι σε εξωτερικές εκδηλώσεις της βίας» οδήγησε τελικά σε περισσότερους θανάτους και σε περισσότερο αίμα.

 

  

 

   Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, πάλι, έγινε αγαπημένο θέμα λόγιων συζητήσεων η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», κάτι που είχε θεωρηθεί μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη της εποχής. Μπορούμε να το συνοψίσουμε σε μια παρατήρηση που κατέγραψε ο Δαρβίνος στα σημειωματάριά του : «παντού όπου εγκαθίσταται ο Ευρωπαίος, ο θάνατος μοιάζει να καταδιώκει τον ιθαγενή». Υπήρχε εδώ «ένας μυστηριώδης παράγοντας», που τελικά τον εξηγούσε ως εξής : «Όταν συναντιόνται δυο φυλές ανθρώπων, ενεργούν ακριβώς όπως δύο ζωικά είδη : μάχονται, τρώνε οι μεν τους δε, μεταδίδουν οι μεν στους δε ασθένειες, ως τη θανάσιμη πάλη, ώσπου εκείνη που διαθέτει τον καλύτερο φυσικό οργανισμό ή τα καλύτερα ένστικτα (δηλαδή, στους ανθρώπους, την ευφυΐα) να κατορθώσει να κερδίσει τη νίκη».

   Η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών» αποτέλεσε αντικείμενο μιας συνεδρίασης της Ανθρωπολογικής Εταιρείας του Λονδίνου, το 1864. Βλέπουμε εκεί ότι «ο ιμπεριαλισμός είχε θεωρητικοποιηθεί πάνω σε στέρεες επιστημονικές βάσεις, που συνοδεύονταν πάντα από μια γερή δόση βικτωριανής ηθικολογίας». Έτσι, αφού οι σοφοί διαπίστωναν ότι «η γοργή εξαφάνιση των ιθαγενών φυλών μπροστά στην προέλαση του πολιτισμού» σήμαινε ότι «το πεπρωμένο της Ευρώπης» ήταν να «ξανακατοικήσει τον πλανήτη», πρόσθεταν κάποιους προβληματισμούς όπως αυτόν εδώ, από τον Τόμας Μπέντισι : «Ορισμένοι φιλάνθρωποι, που δημιούργησαν ενώσεις για τη διαφύλαξη αυτών των φυλών, αποδίδουν την εξαφάνισή τους στις επιθέσεις, διά πυρός και σιδήρου, που δέχονται από τους εποίκους, και στις θανάσιμες ασθένειες που έφεραν αυτοί. Αυτό μπορεί να ισχύει σε κάποιο βαθμό, αλλά απλώς επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα ενός ισχυρότερου νόμου σύμφωνα με τον οποίο η κατώτερη φυλή πρέπει τελικά να καταβροχθιστεί από την ισχυρότερη». Ή, στο ίδιο πνεύμα, για τον Μπέντζαμιν Κιντ, ήταν εντελώς ανώφελο, για το λευκό άνθρωπο, να επιδεικνύει τις φιλανθρωπικές αρετές του και τη χριστιανική του ηθική, γιατί ήταν ανεξάρτητα από τη θέλησή του, χάρι σ’ ένα ανθρωπολογικό και ιστορικό νόμο, μοιραίο και ανελέητο, που προκαλούσε το τέλος των «αγρίων» λαών : «Εκεί που μια ανώτερη φυλή έρχεται σ’ επαφή και σε ανταγωνισμό με μια κατώτερη φυλή, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο», είτε επιτευχθεί «με τις τραχιές μεθόδους των καταχτητικών πολέμων» είτε με τις πιο ήπιες αλλά εξίσου αποτελεσματικές, «στις οποίες μας έχει συνηθίσει η επιστήμη».

   Βλέπουμε, θα έλεγα, μια σχέση αμοιβαίας επιβεβαίωσης ανάμεσα στον επιστημονισμό αυτού του είδους και στην αποικιοκρατία στην πράξη. Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία, από τις αρχές του 20ου αιώνα, που εικονογραφεί πολύ ωραία αυτή την κυκλική σχέση. Είναι από τη γερμανική ΝΔ Αφρική (τη σημερινή Ναμίμπια), όπου το 1904 σημειώθηκε η εξέγερση των Χερέρο – η καταστολή της οποίας πήρε το χαραχτήρα πραγματικής γενοκτονίας. Για να μην πολυλογούμε και να μη σταθούμε σε φρικιαστικές λεπτομέρειες, μέσα σ’ ένα χρόνο, ο πληθυσμός των Χερέρο μειώθηκε από 80.000 σε 20.000. Αυτή η φωτογραφία λοιπόν, για την οποία σας μίλησα, δείχνει γερμανούς στρατιώτες να συσκευάζουν ανθρώπινα κρανία σε ξύλινα κιβώτια. Τα κρανία στέλνονταν στη Γερμανία, σε διάφορα πανεπιστήμια και ιδρύματα, όπου οι επιστήμονες, γνωστές αυθεντίες της εποχής (όπως ο εθνολόγος Φέλιξ φον Λούσαν, οι ανθρωπολόγοι Βίλχελμ Βάλντεγιερ και Όιγκεν Φίσερ) τα μετρούσαν και τα ταξινομούσαν, διαπιστώνοντας ότι ανήκουν σε μια κατώτερη, παρακμασμένη, εκφυλισμένη και προς εξαφάνιση φυλή – δηλαδή επικύρωναν τη σφαγή που μόλις είχε συμβεί, ότι καλώς έγινε, μέσα στα πλαίσια των φυσικών νόμων.

   Πριν καν οι ναζί μεταφέρουν τη λογική τών αποικιακών πολέμων στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι νόμοι της Νυρεμβέργης, η φυλετική νομοθεσία δηλαδή, προκάλεσαν σοκ στην Ευρώπη του ’30, καθώς έθιγαν μια ομάδα πλήρως ενσωματωμένη στη γερμανική κοινωνία και κουλτούρα, αντίστοιχα μέτρα είχαν όμως ήδη θεωρηθεί από όλες τις αποικιακές δυνάμεις φυσικά και φυσιολογικά απέναντι στο μη ευρωπαϊκό κόσμο και εφαρμόζονταν στις αποικίες.

   Κι εδώ μπορούμε ίσως να προσθέσουμε ένα χαριτωμένο ανέκδοτο. Ο Χάινριχ Σνέε, που στάθηκε ο τελευταίος γερμανός κυβερνήτης στην Αφρική, δημιούργησε, ή μάλλον ανάδειξε (γιατί δεν ήταν δική του δημιουργία), έναν ενδιαφέροντα όρο, τον όρο Verkafferung, που μπορούμε να τον μεταφράσουμε «καφροποίηση». Σύμφωνα με τον ορισμό του ήταν «η υποβάθμιση του Ευρωπαίου στο πολιτισμικό επίπεδο τού ιθαγενούς». Στην πραγματικότητα ήταν μια ασθένεια, ή ένα είδος εκφυλισμού, που απειλούσε όλους τους Ευρωπαίους που ζούσαν για πολύ καιρό στην Αφρική. Οφειλόταν βέβαια γενικώς στις συνθήκες ζωής σ’ αυτούς τους αγριότοπους, στο τροπικό κλίμα κλπ, αλλά ειδικώς και πολύ συγκεκριμένα στη συχνή και καθημερινή επαφή με τους έγχρωμους πληθυσμούς. Για να μη μας αφήσει καμιά αμφιβολία ως προς το τι είχε στο νου του, ο Σνέε διευκρινίζει ότι το χειρότερο δυστυχώς ήταν οι σεξουαλικές σχέσεις με τους ντόπιους ή τις ντόπιες. Τα κυριότερα συμπτώματα αυτής της τροπικής ασθένειας ήταν, πρώτον, μια κάποια απώλεια ή μείωση της ευφυΐας και, δεύτερον, η πτώση της παραγωγικότητας. Για την αντιμετώπισή της πρότεινε διάφορα φάρμακα, π.χ. ανάγνωση ευρωπαϊκών βιβλίων και ακρόαση ευρωπαϊκής μουσικής, Kultur γενικώς, αλλά αυτά ήταν μπαλώματα – η πραγματική θεραπεία του φαινομένου ήταν η πρόληψη : ένα καθεστώς αυστηρού φυλετικού διαχωρισμού, στη γραμμή αυτού που ονομάστηκε, σε μια άλλη αφρικανική χώρα, απαρτχάιντ.

   Αυτού του είδους ο επιστημονισμός δεν έστρεφε το βλέμμα μόνο στις αποικίες, αλλά έβρισκε εφαρμογή και στη μητρόπολη. Προσπερνώντας τον ευγονισμό και τον κοινωνικό δαρβινισμό (επειδή είναι πολύ γνωστά θέματα και θα έχετε ακούσει ήδη πολλά) να σταθώ λίγο περισσότερο στην κατασκευή της εγκληματικότητας (και στο σχετικό ηθικό πανικό που αναστάτωνε τις μεσαίες τάξεις). Κατά τον Τσέζαρε Λομπρόζο, τον πατέρα της εγκληματολογικής ανθρωπολογίας, η εγκληματικότητα αποτελεί ένα είδος βιο–ιστορικού αναχρονισμού : ο εγκληματίας είναι ένα άτομο που η ψυχοφυσική ανάπτυξή του έχει ανακοπεί και στο οποίο, συνεπώς, οι παθολογικές τάσεις μπορούν εύκολα να ανιχνευτούν με μια επιμελή ανθρωπομετρική ανάλυση. Με άλλα λόγια, ο εγκληματίας ήταν βασικά ασθενής κι αυτή του η ασθένεια ήταν κληρονομική (αν κι εν δυνάμει μεταδοτική επειδή ο ίδιος διέκρινε κι άλλες κατηγορίες ανθρώπων επιρρεπών στο έγκλημα) και μπορούσε να αποκαλυφθεί μέσα από διάφορες σωματικές ανωμαλίες.

   Στο L’ uomo delinquente (1876), ο Λομπρόζο απαριθμούσε λεπτομερειακά τα μορφολογικά γνωρίσματα του «εκ γενετής εγκληματία» : μαλλιά σγουρά και μαύρα ασφαλώς, γαμψή μύτη, βαριά σαγόνια και προγναθισμός, μεγάλα και πεταχτά αυτιά, τεράστια ζυγωματικά, μικρά μάτια με συχνό στραβισμό κλπ, κλπ, και, φυσικά, φιλήδονα και σαρκώδη χείλη. Οι ιστορικοί των ιδεών εντόπισαν ότι αυτό το πορτρέτο προέρχεται, βασικά, από την τυποποιημένη εικόνα τού ιταλού ληστή τού Νότου – πάντως, αφού χρησίμεψε ενδιάμεσα στο στερεότυπο του μπολσεβίκου με το μαχαίρι στα δόντια, κατάληξε στην καρικατούρα του Εβραίου – που έγινε τόσο θλιβερά διάσημη στη ναζιστική εικονογραφία, και γενικότερα στον αντισημιτικό τύπο του μεσοπολέμου.

   Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Λομπρόζο ήταν εβραϊκής καταγωγής, αλλά μέσα στους κόλπους της πολύ αξιοσέβαστης και καλλιεργημένης εβραϊκής κοινότητας του Τορίνου, δεν πρέπει να πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό του η ιδέα για το πού θα μπορούσε να καταλήξει ή σε τι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το μοντέλο του.

   Πάντως, οπλισμένοι με αυτό το πορτρέτο, συν διάφορες κρανιομετρικές μετρήσεις κλπ, οι θεράποντες της εγκληματολογικής ανθρωπολογίας μπορούσαν να εντοπίσουν εύκολα τους εκ γενετής εγκληματίες, ακόμα κι αν δεν είχαν διαπράξει προς το παρόν κανένα έγκλημα (στην κυριολεξία, κατασκευή της εγκληματικότητας) και να λάβουν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα. Μια τέτοια ανακάλυψη μπορούσε να έχει ευρύτερη χρησιμότητα. Ο ίδιος ο Λομπρόζο ανάλυσε πενήντα φωτογραφίες κομμουνάρων και εντόπισε τον εγκληματικό τύπο σε αναλογία 12%. Αργότερα, μελέτησε φωτογραφίες στους φακέλους των αναρχικών που φυλάγονταν στην αστυνομική διεύθυνση του Παρισιού κι εκεί πέτυχε καλύτερο ποσοστό : το 31% ήταν γεννημένοι εγκληματίες.

   Έχει ενδιαφέρον να προσθέσουμε ότι ο Λομπρόζο δεν ήταν καθόλου αυτό που θα λέγαμε σήμερα «αντιδραστικός», αλλά ήταν ένας φωτισμένος λόγιος και κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που π.χ. σε σχέση με τις πολιτικές αναταραχές, έκανε διάκριση ανάμεσα στην επανάσταση («φυσιολογικό φαινόμενο», που απορρέει από κοινωνικές αντιφάσεις και αδικίες και επομένως είναι θεμιτή) και τις εξεγέρσεις («παθολογικό φαινόμενο», που συνδέεται με την εγκληματική εκτροπή). Φυσικά, κατέτασσε τη σύγχρονή του Παρισινή Κομμούνα στη δεύτερη περίπτωση : οφειλόταν στην κακόβουλη δράση των εκ γενετής εγκληματιών.

   Την ίδια εποχή ο Αρτύρ Μπορντιέ, καθηγητής της Ανθρωπολογικής Σχολής του Παρισιού, ασχολήθηκε με δολοφόνους που παρουσίαζαν, κατά τη γνώμη του, γνωρίσματα «τυπικά των προϊστορικών φυλών», που «είχαν εξαφανιστεί στις σύγχρονες φυλές», όμως «επανεμφανίζονταν μέσω ενός είδους αταβισμού». «Κάτω από αυτό το πρίσμα – εξηγούσε –, ο εγκληματίας είναι ένας αναχρονισμός, ένας άγριος σε πολιτισμένη χώρα, ένα είδος τέρατος και κάτι συγκρίσιμο με το ζώο που, έχοντας γεννηθεί από γονείς από καιρό εξημερωμένους, τιθασευμένους, συνηθισμένους στην εργασία, επανεμφανίζει ξαφνικά όλη την αδάμαστη αγριότητα των παλιών προγόνων του».

   Είτε έφταιγε ο αταβισμός είτε η μιγάδικη επιμειξία (μια άλλη βασική αιτία της επανεμφάνισης πρωτόγονων συμπεριφορών στον πολιτισμένο κόσμο, κατά τους επιστήμονες της εποχής), το αποτέλεσμα ήταν ότι οι κατώτερες τάξεις, ή επικίνδυνες τάξεις, ή εργαζόμενες τάξεις ταυτίζονταν με τους «αγρίους» του αποικιακού κόσμου – κι έτσι οι κοινωνικές συγκρούσεις του βιομηχανικού κόσμου μπορούσαν να τεθούν σε όρους «φυλής».

   Σε σχέση με αυτό, ένα άλλο μοτίβο, αγαπητό στην αρθρογραφία της εποχής, ήταν η, θα έλεγα, καταραμένη φιγούρα του ναυτικού – χοντροκομμένου και ξεριζωμένου, συχνά ύποπτου για κανιβαλισμό σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη (όλοι μπορούμε να σκεφτούμε καμιά δεκαριά μυθιστορήματα), που αποτελούσε ακριβώς μια άμεση σύνδεση, ένα ζωντανό δεσμό ανάμεσα στους αγρίους του εξωευρωπαϊκού κόσμου και τις πρωτόγονες φυλές του πολιτισμένου κόσμου, δηλαδή τους φτωχούς, αφού βρισκόταν σε διαρκή κίνηση ανάμεσα στα άθλια καταγώγια των ευρωπαϊκών λιμανιών και τις εξίσου άθλιες τρώγλες διάφορων ιθαγενών – όπου αναμειγνυόταν ελεύθερα (με όλες τις συνδηλώσεις του όρου) με τους μεν και τους δε.

 

  

.

   Ο Τραβέρσο σημειώνει ότι, ενώ ορισμένα «ίχνη» που άφησε πίσω της η χιτλερική αγόρευση έχουν αποτελέσει αντικείμενο βαθιών αναλύσεων της ιστοριογραφίας, κάποια άλλα, που αφορούν κυρίως τα «νοητικά εργαλεία» της, δεν έχουν τραβήξει ώς τώρα την αναγκαία προσοχή. Στηριγμένος σ’ αυτή την παρατήρηση, προτίμησα να μη σας μιλήσω για πράγματα που τα έχετε ίσως ακούσει πολλές φορές (δεν είπα π.χ. σχεδόν τίποτα για τα ίδια τα ναζιστικά στρατόπεδα ή για τον αντισημιτισμό), αλλά προτίμησα να ζουμάρω σε κάποιες λεπτομέρειες, λιγότερο αυτονόητες, του πίνακα που ξετυλίγεται σε τούτο το έργο.

   Κλείνοντας, όμως, να πάμε και λίγο πιο πέρα από όσα λέει το βιβλίο. Ξεκινώντας από μια παρατήρηση του Τραβέρσο, ότι μπορεί μέσα από την ανάλυση να εξημερώνουμε το παρελθόν και να καθησυχάζουμε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μας (εμείς δε θα κάναμε ποτέ τέτοια απαίσια πράγματα!), ωστόσο (λέει ο Έντσο) «Τίποτα δεν αποκλείει, […] άλλες συνθέσεις, το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές, να μπορέσουν να αποκρυσταλλωθούν στο μέλλον». Σε μια αναζήτηση (ή από κάποια ανησυχία) για ορισμένα από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμέψουν σε μια τέτοια απειλητική σύνθεση, θα ήθελα να μιλήσω λίγο για τις πιο πρόσφατες εξελίξεις του βιολογισμού (εννοώ : μετά την ακραία βιολογικοποίηση της πολιτικής που είχε επιχειρήσει ο ναζισμός).

   Θα έχετε προσέξει ότι διάφορες εκφράσεις που είχαμε με τη λέξη «αίμα» (π.χ. «τόχει, ή δεν τόχει, στο αίμα του») ακούγονται όλο και πιο συχνά εκσυγχρονισμένες : «Τόχει ή δεν τόχει στο DNA του». Αθώες κουβέντες ασφαλώς, επηρεασμένες από τα κλισέ της εποχής. Από την άλλη, κανείς δε θα μπορούσε να υποστηρίξει σήμερα ότι το αίμα κάποιου λαού έχει διαφορετική ποιότητα από το αίμα άλλων λαών – όχι, αν θέλει να παραμείνει ο λόγος του σε κάποιο επίπεδο που να μοιάζει επιστημονικό. Θα μπορούσε όμως να πει ακριβώς το ίδιο ανακατεύοντας γονίδια – δηλ. να κάνει μια πολιτική δήλωση δίνοντας την εντύπωση ότι μας μιλάει με την τελευταία λέξη της επιστήμης – και μάλιστα να περάσει έτσι αυτή την πολιτική δήλωση στο χώρο του αυτονόητου. Ο επιστημονισμός του 19ου αιώνα δε λειτούργησε πολύ διαφορετικά. Είναι αλήθεια ότι οι …ξέρετε ποιοι, δε φωνάζουν «DNA, Τιμή» – όχι, φωνάζουν «Αίμα, Τιμή», γιατί είναι εραστές του κλασικού και γιατί μεταφράζουν μόνο από τα γερμανικά της χρυσής εποχής, όμως ο πρώτος τυχών πρωθυπουργός μπορεί να δηλώνει ότι «ο ρατσισμός δεν είναι στο DNA μας», χωρίς να υποψιάζεται καν κάποια αντίφαση στους όρους της πρότασης που ξεστόμισε.

   Πριν λίγους μήνες μού έστειλαν μια αναγγελία για ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε, στην Αγγλία, στην παλιά Οξφόρδη μάλιστα, με τίτλο G is for Genes (το Γ είναι για τα Γονίδια). Εκεί θα μάθουμε, λέει, ότι η «λεξούλα από γ», το γονίδιο, παραμένει δυστυχώς ταμπού στο χώρο της εκπαίδευσης και αυτό είναι αντίθετο τόσο προς την επιστήμη όσο και προς τον κοινό νου. Όμως, η χρήση της γενετικής θα μπορούσε να προκαλέσει μια ριζική μεταρρύθμιση (μία ακόμα), στον τρόπο που λειτουργούν τα σχολεία. Τέρμα πια στην εξετασιομανία του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας (που έχει τόσες παρενέργειες)! Στο μέλλον θα γνωρίζουμε εξαρχής, με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, ότι τα παιδιά των εργατών πρέπει να γίνουν εργάτες και τα παιδιά της ελίτ πρέπει να σπουδάσουν στο εξωτερικό.

 

 

εισήγηση τού μεταφραστή νίκου κούρκουλου για τό βιβλίο τού έντσο τραβέρσο «οι
ρίζες τής ναζιστικής βίας / μια ευρωπαϊκή γενεαλογία», εκδόσεις τού 21ου

η παρουσίαση που συνεχίστηκε με συζήτηση ωραιότατη έγινε στο πατάρι τού βιβλιοπωλείου «αργία» στην καλλιθέα, στις 22 ιανουαρίου

 

 

 

.

.

«…τά μετρούσαν και τά ταξινομούσαν, διαπιστώνοντας ότι
ανήκουν σε μια
κατώτερη, παρακμασμένη, εκφυλισμένη και
προς εξαφάνιση φυλή – δηλαδή επικύρωναν τή σφαγή που
μόλις είχε συμβεί…» (
κλικ)

 

 

 

 

 

 

Ιανουαρίου 21, 2013

τό μαντήλι κόμπος ο φρόϋντ και ο τζορντάνο μπρούνο

.

 

.

   ένα από τά βιβλία που πήρα για τίς γιορτές ήταν δώρο για μένα και τό ίδιο τό γεγονός ότι εκδόθηκε : είναι η «τέχνη τής μνήμης» τής φράνσις γαίητς, μιας γυναίκας τήν οποία θαύμασα για τό βιβλίο της «ο τζορντάνο μπρούνο και η παράδοση τού ερμητισμού» που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί ακόμα. Τό βιβλίο για τό οποίο μιλάω σήμερα μεταφράστηκε ευτυχώς από τόν άρη μπερλή και βγήκε τό 2012 από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας σε μια καθόλα προσεκτική τυπογραφικά μεταφραστικά και αισθητικά έκδοση.

   θα πω λίγα σήμερα, καθώς δεν τό έχω τελειώσει ακόμα (στην πραγματικότητα τό έχω μόνο ξεφυλλίσει και έχω διαβάσει μερικά κομμάτια για τόν μπρούνο, αλλά κυρίως έχω χαζέψει τήν εικονογράφηση) : οι σκέψεις μου για τό θέμα τής «μνημοτεχνικής» προέρχονται λοιπόν κυρίως από τό άλλο βιβλίο τής γαίητς που είπα παραπάνω, και τώρα με τήν αφορμή αυτού τού δεύτερου συστηματοποιούνται περισσότερο, επομένως τό σημείωμα αυτό θα ’χει να κάνει βασικά με κάποια δικά μου ζητήματα σχετικά με θέματα μνήμης.

.

.

   υπάρχει ένας ογκόλιθος που ορθώνεται μπροστά μας σε σχέση με αυτή τή λέξη, κι αυτός ο ογκόλιθος είναι στην πραγματικότητα όχι βουνό και ύψωμα αλλά βάραθρο και χάσμα : για μάς σήμερα, που ζούμε μετά τήν ανακάλυψη τής ψυχανάλυσης, η λέξη «μνήμη» πρέπει να κάνει πολύ μεγάλο άλμα για να συναντήσει τό νόημα που είχε κατά τήν αναγέννηση, τόν μεσαίωνα, και τήν αρχαιότητα. Η γαίητς εντοπίζει τό χάσμα στην εφεύρεση τής τυπογραφίας, κι αυτό είναι σίγουρα ένα χάσμα που προηγήθηκε : Όμως ενώ η αλλαγή που ’φερε η τυπογραφία στο ζήτημα τής μνήμης (και σίγουρα η μεγαλύτερη ακόμα αλλαγή που έφερε στο θέμα τής μνήμης ο ηλεκτρονικός υπολογιστής) είναι πράγματα που διαρρηγνύουν τή σχέση μας σχεδόν ολοσχερώς με τή μνήμη, η ψυχανάλυση ξαναμπλοκάρει αυτή τή σχέση με τόν πιο αναπάντεχο τρόπο : όχι ποσοτικά πια, αλλά ποιοτικά και εσωτερικότερα : Γιατί, ενώ στην πραγματικότητα η «τέχνη τής μνήμης» στους παρελθόντες από τήν αρχαιότητα αιώνες αφορά τήν απομνημόνευση κειμένων – και πήρε φιλοσοφικές διαστάσεις αργότερα (ο μπρούνο αποτελεί τήν κορύφωση αυτής τής σύνδεσης – με τή φιλοσοφία δηλαδή), στην εποχή που ζούμε εμείς σήμερα η ιστορία τής μνήμης (φαίνεται να) σχετίζεται αποκλειστικά με άλλα πράγματα

   (τό περίεργο είναι ότι βρήκα μια αναφορά για τή μνήμη, σε σχέση με τήν παιδική ηλικία, σε κάποιον αρχαίο)

   θυμάμαι λοιπόν ότι ως παιδί διασκέδαζα αφάνταστα με τά πονηρά κόλπα τών γυναικών τού σπιτιού για να θυμούνται πράγματα – τόν κόμπο στο μαντήλι, ή τήν αλλαγή τής θέσης τής βέρας : και τό αποκορύφωμα ήταν τά τρανταχτά γέλια όλων στη θέα κάποιας γιαγιάς ή μαμάς ή θείας να πηγαινοέρχεται εκνευρισμένη πάνω–κάτω στο σπίτι, λύνοντας τό μαντήλι ή ψαύοντας τά δάχτυλα και μονολογώντας στενοχωρημένη : γιατί τόν έδεσα αυτόν τόν κόμπο τώρα, τί ήθελα να θυμηθώ;

   υπάρχει κάτι που τώρα μού φαίνεται σχεδόν τραγικό, αλλά τότε ήταν αστείο : τό γεγονός ότι για μάς τά παιδιά η δυσκολία τών μεγάλων (και η πρόβλεψή τους γι’ αυτή τή δυσκολία) να θυμηθούν πράγματα, φαινόταν αφύσικη – και σχεδόν κάτι σαν αρρώστια ή βίτσιο – αλλά αρρώστια ήταν η καταλληλότερη λέξη, σ’ αυτήν είχαμε πέσει μέσα –

   ή κάτι άλλο (που μάς ενώνει αναπάντεχα με τήν «μνημοτεχνική» και τόν μπρούνο) :  – Πού τό άφησα; έλεγε ένας βασανισμένος μεγάλος, κι ύστερα πήγαινε στο άλλο δωμάτιο : «Από δω ξεκίνησα» (εξηγούσε) : και όντως, μ’ αυτή τή βόλτα σε άλλους χώρους, ξαφνικά θυμόταν :

   χωρίς να τό ξέρουν (υποθέτω) χρησιμοποιούσαν όμως τήν «αρχιτεκτονική» μέθοδο μνημοτεχνικής, που λέει και τό βιβλίο : σύνδεση ιδεών, εικόνων και λέξεων με χώρους

   στην προσωπική μου ζωή τό θεώρησα μεγάλο κατόρθωμα, τό ότι κάποια στιγμή θυμήθηκα πως χρησιμοποιούσα κι εγώ ένα κόλπο : επειδή δεν τά πάω καλά με τούς αριθμούς, ανακάλυψα κάποια στιγμή ότι, όταν ήθελα να θυμηθώ πράγματα (πρόσωπα και γεγονότα) σχετικά με μια χρονολογία, είχα αυτόματα βοήθεια ανασύροντας από τό παρελθόν χώρους : τήν τάδε εποχή ήμουν εκεί, άρα για να ’μαι εκεί, δεν μπορούσε να ’χει συμβεί αυτό, αλλά αυτό. Δεν μπορεί να ’ταν αυτός παρών, γιατί αυτός δεν έχει μπει ποτέ σ’ αυτό τό σπίτι – άρα αυτό συνέβη όταν άλλαξα – άρα μετά τό χίλια εννιακόσια τόσο

   σε γενικές γραμμές, θυμήθηκα επιπλέον ότι, χρησιμοποιούσα τήν αρχιτεκτονική μέθοδο μνημοτεχνικής (έτσι ονομάστηκε δηλαδή από τόν κοϊντιλιανό όπως λέει τό βιβλίο) στις εξετάσεις τού σχολείου για να θυμάμαι ημερομηνίες στην ιστορία : Επειδή ουσιαστικά στο σχολείο δεν μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε ιστορικά (ούτε να σκεφτόμαστε και με κανέναν άλλο τρόπο…) δεν έχουμε τή δυνατότητα να συγκρίνουμε κριτικά τά πράγματα ώστε να ’χουμε μια λογική άποψη τών χρόνων και τών γεγονότων : οι ημερομηνίες έτσι είναι κενό γράμμα (κενοί αριθμοί), ακαταλαβίστικα ιερογλυφικά στην πραγματικότητα, που μάς βασανίζουν : Η αρχιτεκτονική μου μέθοδος είχε να κάνει με τήν αρχιτεκτονική τής σελίδας, και τίς φωτογραφίες (εικόνες γενικά) κάτω από τίς οποίες φιγουράριζαν νούμερα : συνέδεα τήν οπτική εικόνα ενός τετραψήφιου με εικαστικά ή νοηματικά στοιχεία τής εικονογράφησης, κι αυτά συγχρόνως με τή θέση τού τετραψήφιου στη σελίδα : σήμερα δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ αυτό τό βασανιστήριο, αλλά τότε απέδιδε…

.

.

   αλλά και στην ορθογραφία, η μέθοδός μου για τήν ανάκληση τής σωστής θέσης ενός γράμματος στη λέξη, είχε να κάνει περισσότερο με εικόνες, παρά με νοήματα – ή μάλλον με εικόνες που ανακαλούσαν ένα νόημα (π.χ. : «κυνηγός : τό πρώτο ύψιλον γιατί μοιάζει με τή σακκούλα που βάζει αυτός τό ζώο, και τό δεύτερο ήτα γιατί μοιάζει με τό σκυλί που τρέχει πίσω του» – «λιμός και λοιμός : τό πρώτο έχει ένα γράμμα λιγότερο αφού στην πείνα έχουμε λιγότερο φαΐ», κλπ, κλπ) (αλλά για να πούμε και κάτι που έχει αμεσότερη, αν και ίσως αστεία σχέση, με τήν ιστορία τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης, εγώ ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να ξεφύγω από τήν πρώτη εντύπωση που μού δημιούργησε η εβραϊκή καβάλα, ότι έχει σχέση και κατάγεται από τήν δική μας πόλη – Και μάλιστα επειδή αρχικά η καββάλα γραφόταν με δύο βήτα, για πολύ καιρό θυμήθηκα τώρα ότι μπερδευόμουνα μήπως έπρεπε να γράφω και τήν πόλη με δύο : αυτό προς επίρρωση τής άποψης ότι οι ήχοι είναι τό ισχυρότερο στοιχείο στη σκέψη μας, όταν θυμόμαστε λέξεις – Όχι όμως πως και η όραση και η όσφρηση και όλες οι άλλες αισθήσεις δεν έπαιζαν πάντα ρόλο) :

   ειδικά για τά βιβλία θυμάμαι κιόλας ότι τά θυμόμουνα πάντα να έχουν τό χρώμα και τά στοιχεία που είχανε όταν τά πρωτογνώρισα – όσα τά πρωτογνώρισα – στην τεράστια βιβλιοθήκη που βρισκόταν τριγύρω μου (σαν ριγέ πέπλο) όταν ήμουν παιδί (τεράστια φαινότανε τότε, μεγάλη ήτανε όμως) : έτσι η ερωφίλη θα ’ναι πάντα μονοδιάστατα άσπρη, ας πούμε, με μαύρα λεπτά γράμματα κι ο ερωτόκριτος διφορούμενα υπόλευκος με μαύρα χοντρά : και τά παιδικά βιβλία που βρήκα κρυμμένα στο ντουλάπι ενός άλλου σπιτιού ένα καλοκαίρι, θα ’χουν τό χρώμα που είχε τό ράφι σε κείνη τή γωνία, και τή μυρωδιά – τήν ξένη μυρωδιά – αυτής τής ντουλάπας : έτσι θα ’ναι πάντα τό Χωρίς Οικογένεια τού έκτορος μαλώ, συνδυασμένο μ’ ένα ντουλάπι. Η «αρχιτεκτονική» μνήμη σ’ αυτήν τήν περίπτωση είναι κάθετη – και γίνεται απλώς ένα οριζόντιο ταξίδι όταν συναντάει χρόνια αργότερα τή μνήμη τού προυστ απλωμένη σαν σειρά μπισκότων στο άσπρο τραπεζομάντηλο με δαντέλες : Η αρχιτεκτονική τής μνήμης για τήν μνήμη είναι κατεξοχήν η τέχνη τών βιβλίων –

   κι έτσι με τήν ψυχανάλυση η μνήμη παίρνει μια θέση αυτοκρατορική ως στοιχείο τής εσωτερικής ζωής, και έτσι οι συνέπειές της στην «εξωτερική» γίνονται φαντασμαγορικές στην κυριολεξία :

   ο φρόϋντ σύγκρινε τήν μέθοδό του με τήν αρχαιολογία (τήν οποία εξαυτού αγαπούσε) με τήν έννοια ότι και οι δύο έσκαβαν κατά στρώματα ανεβάζοντας στην επιφάνεια πράγματα χαμένα από καιρό ( – η διαφορά βέβαια είναι ότι στην αρχαιολογία τά «πράγματα» είναι σταθερά αναλλοίωτα και λίγο–πολύ αναγνωρίσιμα, έστω και αν ανασύρονται κομματιασμένα, ενώ στη μνήμη πολλές φορές δεν είμαστε σίγουροι για τό τί ακριβώς ανασύρουμε – ) Και υπάρχει και τό θέμα τής «απατηλής ανάμνησης» που είναι απλώς «ευσεβής πόθος» – και μία από τίς ενδοξότερες στιγμές στο μυαλό τού φρόϋντ ήταν όταν συνέλαβε τήν ιδέα ότι για τήν ψυχική συγκρότηση τού ατόμου ο ευσεβής πόθος μπορεί να είναι ακόμα σημαντικότερος από ένα «πραγματικό» γεγονός – ως πόθος δηλαδή ακριβώς

   η φράνσις γαίητς αναγνωρίζει τή σχέση τής μνημοτεχνικής με τή φαντασία (και τής φαντασίας με τήν τέχνη) πάνω απ’ όλα στις σελίδες που περιγράφει (και στα δύο βιβλία) τό ταξίδι τού μπρούνο στην αγγλία και τήν σύγκρουσή του με τούς πουριτανούς – προσωπικά τώρα για πρώτη φορά πρόσεξα ότι στην ελισαβετιανή αγγλία υπήρχε ένα θεωρητικό υπόστρωμα εικονομαχίας και απώθησης προς τήν τέχνη (από τήν πλευρά τής θρησκευτικής ηγεσίας και τών «φιλόσοφων» τής οξφορδιανής ορθοδοξίας). (Εδώ ξαφνικά βρήκα και έναν επιπλέον λόγο για τόν οποίο οι σύγχρονοί του διανοούμενοι περιφρονούσαν τόν σαίξπηρ, ως μη έχοντα πάει στο πανεπιστήμιο – αυτός ήταν ένας τρόπος για να τόν κατηγορούν χωρίς ενοχές για ευκολίες λαϊκότροπες και έλλειψη «φιλοσοφικού» βάθους – ουσιαστικά δηλαδή για έλλειψη ευσέβειας). Για τή σχέση τού μπρούνο με τήν τέχνη θα ’χαμε να πούμε πολλά γιατί τό θέμα είναι ανεξάντλητο γοητευτικό και αμφίσημο για να μην πω πολύπλευρο, αλλά προς τό παρόν μέ απασχολεί εδώ ότι η γαίητς κάνει μια διαπίστωση (ή ανακάλυψη ( : όποιος γνωριστεί με τά βιβλία της θα εξοικειωθεί με τήν επιστημονική της σεμνότητα – και μια μετριοπάθεια ως προς τήν πρωτοτυπία και τήν τόλμη τού – εξαιρετικού – της έργου)) : Όταν ο μπρούνο ήτανε στην αγγλία και έδωσε τίς διαλέξεις του στην οξφόρδη, είχε προστάτες κάτι ευγενείς που συνομιλούσαν, όπως αποδείχθηκε, και με τόν σαίξπηρ – ο οποίος τήν ίδια εποχή είχε ξεκινήσει ήδη τήν καριέρα του σαν ηθοποιός : η ίδια λοιπόν έχει βρει απηχήσεις τού «καθαυτό (λέει) λογοτεχνικού έργου» τού μπρούνο, τού Spaccio della bestia trionfante στο Loves Labours Lost ένα από τά πρώτα έργα τού σαίξπηρ. Τό ταξίδι τού μπρούνο στην αγγλία μπορεί να υπήρξε πηγή εκνευρισμού αλλά αποδείχτηκε ούτως ή άλλως δημιουργικότατο για τόν «οξύθυμο Νολάνο» που ήρθε μεν σε σύγκρουση με τόν πουριτανισμό τής κυρίαρχης (εκεί) προτεσταντικής ορθοδοξίας αλλά η εμμονή του με τήν φαντασία, τή μνήμη, και τόν έρωτα, άφησε όπως φαίνεται ένα βαθύ σημάδι στη σκέψη όσων νοιάζονταν για τό πώς δουλεύει σε σχέση με τήν ανθρώπινη μοίρα η καλλιτεχνική της μετάπλαση και μετατροπή. Και αυτό που εξάγει κανείς από τό βιβλίο εντέλει είναι ότι η εμμονή τού τζορντάνο με τή μνήμη είναι πάνω απ’ όλα εμμονή με τίς ερωτικές και δημιουργικές δυνάμεις τής φαντασίας

   η γαίητς χρησιμοποιεί μια διατύπωση που μού άρεσε πολύ : «στο Eroici furori τού Μπρούνο είμαστε κοντά με τίς ερωτικές μεταφορές που έχουν τή δύναμη να ανοίγουν “τίς μαύρες διαμαντένιες πόρτες” τής ψυχής» : ε, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο θα άρεσε αυτή η διατύπωση στον φρόϋντ : (με κάτι τέτοια) έχει κανείς τήν εντύπωση ότι η απόσταση από τόν Νολάνο ώς τόν Μοραβό είναι μια τρίχα, συν κάτι αιώνες

   η απόσταση από τήν μνήμη «τού Μάγου» ώς τήν ψυχαναλυτική μνήμη (τού άλλου μάγου) είναι όντως ελάχιστη – αν υπάρχει καν :

   έτσι επιβεβαιώνεται και η προσωπική μου εμμονή, ότι στην πραγματικότητα ο αναγεννησιακός μπρούνο αν αναδίνει επιμόνως κάποιο άρωμα δεν είναι τόσο αυτό τού «μάρτυρα τής επιστήμης» που επιμένει, όχι μόνο στο ηλιοκεντρικό κοπερνίκειο σύστημα, αλλά και τό εξακτινίζει στους αναρίθμητους κόσμους που δεν έχουν καν έναν ήλιο ως κέντρο – και που (σε αντίθεση με τόν γαλιλαίο) δεν ανακαλεί, βαδίζοντας (μικρόσωμος) προς τήν τεράστια πυρά – αλλά τό άρωμα πάνω απ’ όλα τού σκοτεινού ερμητικού ηδονιστή που βλέπει τή φύση να είναι θεός (θα ’μουν συνεπέστερη με τή δικιά του μυστικά ανατρεπτική γλώσσα αν έλεγα «θεά»)

   η απόσταση από τόν κατά τρεις αιώνες μεταγενέστερο γερμανοεβραίο που είδε τή φύση να είναι επίσης παντοδύναμη, και να μάς τιμωρεί με τούς πιο ύπουλους τρόπους για τήν απομάκρυνσή μας απ’ αυτήν, είναι όντως ελάχιστη : εντοπίζεται πάνω απ’ όλα στην έλλειψη πυράς (ο ίδιος ο φρόϋντ είχε πει : Καίνε τά βιβλία μου, είναι πρόοδος, κάποτε θα καίγαν εμένα τόν ίδιο) και μετατοπίζεται καθοδόν στην μετατροπή τού ερμητισμού σε φωτεινό λεξιλόγιο : Κατά τ’ άλλα η μνήμη συνεχίζει τίς διαδρομές και τίς καταβάσεις της εξίσου σκοτεινά μυστικά και ανατρεπτικά, όπως τότε –

   όταν τελειώσω τό βιβλίο μπορεί να πούμε περισσότερα –

.

.

μή δίνετε μεγάλη σημασία στην παραπάνω προσωπογραφία τού μπρούνο – έγινε εκατό χρόνια μετά τόν θάνατό του – όσο ζούσε μάλλον δεν τόν είχε ζωγραφίσει κανείς (ίσως να επεδίωξε ο ίδιος αυτού τού είδους τήν «ανωνυμία» λόγω τής επικινδυνότητας (τήν είχε υπόψη του, δεν ήταν αφελής) τού έργου του)

τό μόνο σίγουρο είναι ότι ενώ τήν καλογερική κάπα και τήν κουκούλα τήν έβγαλε, και μόνο κατά καιρούς τήν ξαναφόρεσε, δεν είχε τά μαλλιά του κομμένα κατά τόν καλογερικό τρόπο, τά διατηρούσε μακριά

.

…………………………………………………………………………………….

.

   είδα ότι η γαίητς κλείνει τό βιβλίο της με τήν επίδραση τής σκέψης και τής μεθόδου τού μπρούνο στη διαμόρφωση τού απειροστικού λογισμού (ο λάϊμπνιτς αναφέρει σε γράμματά του ότι τόν ήξερε και τόν είχε διαβάσει). Δεν μού κάνει όμως εντύπωση, γιατί ο μπρούνο στο θέμα τής επιστήμης επιβεβαιώνεται συνέχεια (η επιστήμη χρειάζεται και ζει με αποδείξεις, βλέπετε (και με άλλα τέτοια όργανα, «απτά», πέραν τού νου και τής φαντασίας)…) Δεν έχω λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι, επιστημονικά, θα ’χουμε συνέχεια και για τούς επόμενους αιώνες μαζί μας τόν μεγαλοφυή ναπολιτάνο που τόλμησε (με μόνο του όπλο και όργανο τή φιλοσοφία) να μιλήσει «περί τών άπειρων κόσμων» σε μια εποχή που αυτό επέσυρε (ως χειρότερη βαρύτερη και απανθρωπότερη απόδειξη περί τής ορθότητάς του) τήν θανατική ποινή – καθώς οι παπάδες που αποφάσισαν να κάψουν τόν (αμετανόητο) φιλόσοφο ζωντανό σε χαμηλή (όμως) φωτιά για να τιμωρηθεί όπως τού άξιζε – τόν μήνα που έρχεται είναι η (τόσο) θλιβερή επέτειος – ένα πράγμα έβλεπαν και για ένα κυρίως ενδιαφέρονταν : ότι μ’ αυτόν τόν τρόπο τό μαγικό χέρι τού τζορντάνο αφαιρούσε από τό σύστημά τους τό ακίνητο κέντρο του και τόν αυταρχικό θεό του, μέσα σ’ εκείνην τήν αποθέωση και τήν χλαπαταγή από κόσμους, σύμπαντα, και μεταβαλλόμενες μορφές μιας φύσης παντοδύναμης ανθρώπινης και εντέλει ηρωικά και θριαμβευτικά γήινης

   (μιας γης που καθώς ο μπρούνο επέμεινε κινείται διαρκώς σαν «τού κύκλου τά γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν» για να θυμηθούμε και τόν αναγεννησιακό μας ερωτόκριτο)

.

.

.

.

.

 

Δεκέμβριος 8, 2012

g. k. chesterton : χριστούγεννα

Filed under: βιβλία,διαβάσματα,δοκίμιο — χαρη @ 10:35 μμ
Tags:

.

.

.

   Δεν υπάρχει πλέον επικίνδυνη ή απεχθής συνήθεια από τό να γιορτάζει κανείς πρόωρα τά Χριστούγεννα, όπως συμβαίνει μ’ εμένα σε τούτο τό άρθρο. Η ίδια η ουσία μιας χρονιάρας μέρας έγκειται στο ότι μάς επιβάλλεται ξαφνικά και με λαμπρότητα, κι ενώ τή μια στιγμή δεν είναι γιορτή, τήν επομένη είναι. Μέχρι μια κάποια ώρα υποφέρεις από μονοτονία και θλίψη· διότι είναι μόνον Τετάρτη. Μα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η καρδιά σου σκιρτά κι η ψυχή με τό σώμα σου χορεύουν αντάμα ως εραστές· διότι, εν ριπή οφθαλμού, έχει φτάσει η Πέμπτη. Θεωρώ δεδομένο (φυσικά) πως ανήκεις στους οπαδούς τού Θωρ και πως, άπαξ τής εβδομάδος, τιμάς τήν αφιερωμένη σ’ αυτόν ημέρα, πιθανώς με ανθρωποθυσία. Εάν από τήν άλλη μεριά συγκαταλέγεσαι μεταξύ τών σύγχρονων Εγγλέζων χριστιανών, χαιρετίζεις (φυσικά) τήν έλευση τής Κυριακής τών Εγγλέζων με τήν ίδια έκρηξη χαράς. Πάντως υποστηρίζω πως όποια ημέρα κι αν είναι για σένα εορταστική ή συμβολική, έχει σημασία η μεσολάβηση κάποιου ξεκάθαρου διαχωριστικού ορίου ανάμεσα σ’ αυτή και στη χρονική περίοδο που προηγείται. Άλλωστε, ήταν μέσα στο πνεύμα τών παλαιών σοφών εθίμων τών σχετικών με τά Χριστούγεννα κανείς να μην αγγίζει ούτε να βλέπει ούτε να μαθαίνει ούτε να μιλά για οτιδήποτε σχετικό, πριν τόν ερχομό τής ημέρας τών Χριστουγέννων. Στα παιδιά, λόγου χάρη, τά δώρα δεν προσφέρονταν ποτέ προτού φτάσει η καθορισμένη ώρα. Τά δώρα παρέμεναν συσκευασμένα σε καφετί περιτύλιγμα και καμιά φορά από μέσα ξεπρόβαλλε τυχαία τό χέρι καμιάς κούκλας ή τό πόδι κανενός γαϊδάρου. Μακάρι αυτή η γενική αρχή να εφαρμοζόταν ομοίως στις σύγχρονες χριστουγεννιάτικες τελετές και εκδόσεις. Θα έπρεπε, μάλιστα, τούτη η αντίληψη να γίνει σεβαστή ιδιαιτέρως από εκείνα που αποκαλούνται χριστουγεννιάτικα τεύχη τών περιοδικών. Οι εκδότες τού περιοδικού τύπου παραδίδουν στην κυκλοφορία τά εορταστικά τεύχη τόσο νωρίς, ώστε υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες ο αναγνώστης να θρηνολογεί ακόμα τή γαλοπούλα τής περασμένης χρονιάς, παρά να συλλογίζεται με τή δέουσα σοβαρότητα τήν αναμενόμενη γαλοπούλα. Τά χριστουγεννιάτικα τεύχη θα έπρεπε να συσκευάζονται σε καφετί περιτύλιγμα και να φυλάγονται για τή μέρα τής γιορτής. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως, θα πρότεινα να συσκευάζονται οι εκδότες σε καφετί περιτύλιγμα. Τώρα, κατά πόσον θα επιτρεπόταν να εξέχει τό χέρι ή τό πόδι ενός εκδότη, τό αφήνω στην εκλογή τού καθενός.

   Βέβαια, όλη αυτή η τήρηση μυστικότητας περί τά Χριστούγεννα δεν είναι παρά για λόγους συναισθηματικούς και εθιμοτυπικούς· αν δε σού αρέσουν οι συναισθηματισμοί και οι εθιμοτυπίες, μην τά γιορτάζεις καθόλου. Δεν πρόκειται να τιμωρηθείς γι’ αυτό· εξάλλου, εφόσον δεν βρισκόμαστε πλέον υπό τήν κυριαρχία τών άκαμπτων Πουριτανών που μάς εξασφάλισαν πολιτική και θρησκευτική ελευθερία, δεν πρόκειται να τιμωρηθείς, αν, πάλι, τά γιορτάσεις. Εντούτοις δεν καταλαβαίνω πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς να πάρει μέρος σε τελετή αν όχι με τελετουργικό τρόπο. Εάν ένα πράγμα υφίσταται μόνο και μόνο για να γίνεται με χάρη, τότε, ή κάνε το με χάρη ή μην τό κάνεις καθόλου. Εάν η ουσία μιας τελετής έγκειται στο γεγονός ότι τελείται με επισημότητα, γιόρτασέ τη με επισημότητα, αλλιώς μην τή γιορτάζεις καθόλου. Δεν έχει νόημα να τό κάνεις με κρύα καρδιά· αυτό μάλλον ανελευθερία φανερώνει. Μπορώ να κατανοήσω τόν άντρα που βγάζει τό καπέλο του σε μία κυρία, σύμφωνα με τό τυπικό σύμβολο. Μπορώ να τόν κατανοήσω, λέγω· για τήν ακρίβεια, μού είναι λίαν οικείος. Μπορώ επίσης να κατανοήσω τόν άντρα που αρνείται να βγάλει τό καπέλο του σε μια κυρία, όπως οι παλιοί Κουάκεροι, επειδή θεωρεί τά σύμβολα δεισιδαιμονία. Ωστόσο, ποια θα ήταν η έννοια να εκδηλώνει κανείς μια αυθαίρετη μορφή ευγένειας η οποία δεν θα ήταν μορφή ευγένειας; Σεβόμαστε τόν κύριο που βγάζει τό καπέλο στην κυρία· σεβόμαστε τόν αδιάλλακτο που δεν βγάζει τό καπέλο στην κυρία. Όμως τί θα σκεφτόμαστε για κείνον που έμεινε με τά χέρια στις τσέπες ζητώντας από τήν κυρία να τού βγάλει τό καπέλο, επειδή ο ίδιος ένιωθε κουρασμένος;

   Εδώ έχουμε συνδυασμό αναίδειας και δεισιδαιμονίας· κι αυτός ο παράξενος συνδυασμός έχει κατακλύσει τόν σημερινό κόσμο. Δεν υπάρχει πιο εντυπωσιακή ένδειξη τής απέραντης πνευματικής ένδειας τών νεοτεριστικών τάσεων από αυτή τή γενική διάθεση να διατηρηθούν οι παλιές φόρμες, αλλά να διατηρηθούν ανεπίσημα και χαλαρά. Γιατί να υιοθετήσεις μια ευγενική μορφή συμπεριφοράς αφαιρώντας της κάθε ευγένεια; Γιατί να διαιωνίσεις κάτι που εύκολα θα απέρριπτες ως δεισιδαιμονία, επαναλαμβάνοντάς το ανελλιπώς υπό μορφή αγγαρείας; Υπήρξαν άφθονα δείγματα τέτοιου στενόμυαλου συμβιβασμού. Μήπως δεν αλήθευε, φέρ’ ειπείν, ότι κάποιος παλαβός Αμερικάνος τίς προάλλες προσπαθούσε να αγοράσει τό αβαείο τού Γκλάστονμπέρι και να τό μεταφέρει στην Αμερική πέτρα προς πέτρα; Αυτά τά πράγματα δεν είναι μόνο παράλογα, αλλά και ανόητα. Δεν βρίσκω καν για ποιο λόγο θα έπρεπε ένας κενόδοξος Αμερικάνος κεφαλαιούχος να επισκεφθεί για προσκύνημα τό αβαείο τού Γκλάστονμπέρι. Αν όμως σκοπεύει να απονείμει τιμές στο αβαείο τού Γκλάστονμπέρι, τότε οφείλει να απονείμει τιμές στο Γκλάστονμπέρι. Εάν κινήθηκε από λόγους συναισθηματικούς, γιατί να καταστρέψει τό μέρος; Εάν δεν ήταν από λόγους συναισθηματικούς, γιατί να επισκεφθεί τό μέρος; Αποκαλώντας μια τέτοια ενέργεια βανδαλισμό, δίνουμε λίαν ανεπαρκή και άδικο χαρακτηρισμό. Οι Βάνδαλοι ήταν πολύ συνετός λαός. Δεν πίστευαν στη θρησκεία, κατά συνέπεια τήν πρόσβαλαν· δεν βρήκαν καμιά χρησιμότητα σε ορισμένα οικοδομήματα, κατά συνέπεια τά γκρέμισαν. Ωστόσο δε φάνηκαν τόσο ανόητοι ώστε να ανακόψουν τήν προέλασή τους κουβαλώντας τά συντρίμμια τών κτιρίων που οι ίδιοι κατεδάφισαν. Εκείνοι ήταν τουλάχιστον ανώτεροι τού σύγχρονου αμερικάνικου τρόπου σκέψης. Δεν βεβήλωσαν τίς πέτρες με τή δικαιολογία ότι τίς θεωρούσαν ιερές.

   Αγνοώ κατά πόσον ένα ζώο που θανατώθηκε τά Χριστούγεννα πέρασε καλύτερα ή χειρότερα απ’ ό,τι θα περνούσε αν έλειπαν τά Χριστούγεννα ή τά χριστουγεννιάτικα δείπνα. Γνωρίζω, όμως, πως η αγωνιζόμενη και πάσχουσα αδελφότητα στην οποία ανήκω και χρωστώ τά πάντα, τό Ανθρώπινο Είδος, θα περνούσε πολύ χειρότερα αν έλειπαν συνήθειες σαν τά Χριστούγεννα ή τό χριστουγεννιάτικο δείπνο. Για τό κατά πόσον τό γαλόπουλο που πρόσφερε ο Σκρουτζ στον Μπομπ Κράτσιτ έτυχε λαμπρότερης ή θλιβερότερης πορείας στη ζωή από άλλες ολιγότερο ελκυστικές γαλοπούλες, δεν είμαι σε θέση ούτε καν να μαντέψω τήν απάντηση. Ωστόσο, ότι ο Σκρουτζ έγινε πιο καλός δίνοντας τή γαλοπούλα και ο Κράτσιτ πιο ευτυχής αποκτώντας την, τό ξέρω, όπως ξέρω ότι έχω δύο πόδια. Τί σημαίνουν ζωή και θάνατος για μια γαλοπούλα, αυτό δεν μέ αφορά· όμως μέ αφορά η ψυχή τού Σκρουτζ, τό σώμα τού Κράτσιτ. Τίποτα δε θα μέ καταφέρει να διώξω τή χαρά από τά σπίτια τού κόσμου, να χαλάσω τά γλέντια του, ν’ αποκρούσω τίς προσφορές και τίς αγαθοεργίες τών ανθρώπων στο όνομα κάποιας υποθετικής γνώσης που η Φύση μάς απέκρυψε. Όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, είμαστε πάνω στο ίδιο καράβι, σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Οφείλουμε ο ένας στον άλλο τρομερή και τραγική πίστη. Εάν πιάσουμε καρχαρίες για τή διατροφή μας, ας τούς σκοτώσουμε όσο γίνεται πιο ανώδυνα· ας αφήσουμε ελεύθερο όποιον θέλει να αγαπά τούς καρχαρίες, να περιβάλλει με στοργή τούς καρχαρίες, να τούς δένει κορδέλες στο λαιμό, να τούς ταΐζει ζάχαρη και να τούς μαθαίνει χορό. Παρ’ όλ’ αυτά, εάν ποτέ κάποιος αποφαινόταν πως η ζωή ενός καρχαρία πρέπει να θεωρείται ισάξια τής ζωής ενός ναύτη ή πως πρέπει να επιτρέπεται στον δύστυχο καρχαρία να καταβροχθίζει κανένα νέγρικο πόδι από καιρού εις καιρόν, τότε τόν άνθρωπο αυτό θα τόν περνούσα από ναυτοδικείο – ως προδότη τού σκάφους.

   Δεν υπάρχει πιο ουσιώδης και πιο θεμελιώδης ηθική αναγκαιότητα από τήν εξής : οι μεμονωμένες περιπτώσεις, εφόσον αναγνωρίζονται, θα πρέπει να γίνονται δεκτές ως εξαιρέσεις. Εξ αυτού προκύπτει, θαρρώ, πως μολονότι μπορεί να κάνουμε φρικτά πράγματα κάτω από φρικτές συνθήκες, οφείλουμε πρώτα να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι βρισκόμαστε πράγματι κάτω από τέτοιες συνθήκες. Έτσι λοιπόν, άπαντες οι σώφρονες ηθικολόγοι παραδέχονται ότι επιτρέπεται να λέει κανείς και κανένα ψέμα μια στο τόσο· ουδείς σώφρων ηθικολόγος, εντούτοις, θα ενέκρινε τήν ενθάρρυνση ενός παιδιού στο να μάθει να ψεύδεται, για τήν περίπτωση που ενδεχομένως κάποτε χρειαστεί να πει κάποιο δικαιολογημένο ψέμα. Έτσι, λοιπόν, συχνά οι κανόνες τής ηθικής τάξης συγχωρούν τόν πυροβολισμό εναντίον τού κλέφτη ή τού διαρρήκτη. Όμως δεν θα δικαιολογούσαν εκείνον που θα πήγαινε στο χωριό τήν ώρα τού κατηχητικού και θα πυροβολούσε τά αγοράκια που θα έδειχναν ότι μεγαλώνοντας μπορεί και να εξελίσσονταν σε διαρρήκτες. Πιθανόν να προκύψει ανάγκη· μα πρώτα θα πρέπει να παρουσιαστεί. Μού φαίνεται ολοκάθαρο πως αν ξεπεράσεις αυτό τό όριο, θα πέσεις σε βάραθρο.

   Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι θα φάω άφθονη γαλοπούλα αυτά τά Χριστούγεννα· ουδόλως ευσταθεί (καθώς υποστηρίζουν οι χορτοφάγοι) ότι θα τό κάνω χωρίς να έχω συνείδηση τού τί πράττω ή επειδή εσκεμμένα πράττω ό,τι είναι κακό ή ότι η ενέργειά μου συνοδεύεται από αισθήματα είτε ντροπής είτε αμφιβολίας είτε ενοχής. Κατά μίαν έννοια, έχω πλήρη επίγνωση τής πράξης μου· κατά μίαν άλλη έννοια, έχω πλήρη επίγνωση τής άγνοιας όσον αφορά τίς πράξεις μου. Ο Σκρουτζ, οι Κράτσιτς κι εγώ, όπως ανέφερα, είμαστε όλοι επιβάτες τής ίδιας βάρκας· η γαλοπούλα κι εγώ, στην καλύτερη περίπτωση, είμαστε καράβια που διασταυρώνονται μέσα στη νύχτα, ανταλλάσσοντας χαιρετισμό καθώς τό ένα προσπερνά τό άλλο. Τής εύχομαι κάθε καλό· στην ουσία, ωστόσο, είναι σχεδόν αδύνατο να διαπιστώσω κατά πόσον τής συμπεριφέρομαι με ωραίο τρόπο. Μπορώ να αποφύγω, και αποφεύγω με φρίκη κάθε ιδιότυπη και αφύσικη επινόηση που αποβλέπει στο βασανισμό της, τό να μπήγω καρφίτσες στο πετσί της για λόγους ψυχαγωγικούς ή να τήν πετσοκόβω με μαχαίρι για λόγους ερευνητικούς. Κατά πόσον, όμως, θρέφοντάς την λίγο λίγο και σφάζοντάς την διαμιάς για τίς ανάγκες τών αδερφών μου, ωραιοποίησα στα σοβαροφανή της μάτια τήν αλλόκοτη και ξεχωριστή της μοίρα, κατά πόσον τήν κατέστησα δούλο ή μάρτυρα στα μάτια τού Θεού ή τήν έθεσα μεταξύ τών εκλεκτών που αγαπούν οι θεοί και που πεθαίνουν νέοι – αυτό ξεφεύγει τών διανοητικών μου ικανοτήτων πολύ περισσότερο κι από τούς πλέον στρυφνούς γρίφους τού μυστικισμού ή τής θεολογίας. Η γαλοπούλα είναι πιο απόκρυφη και μεγαλειώδης απ’ όλους τούς αγγέλους και τούς αρχαγγέλους. Ώς τώρα, εφόσον ο Θεός μάς έχει μερικώς αποκαλύψει έναν κόσμο αγγελικό, μάς έχει μερικώς εξηγήσει τί σημαίνει άγγελος. Παρ’ όλ’ αυτά, ουδέποτε μάς εξήγησε τί σημαίνει γαλοπούλα. Κι αν πας και παρατηρήσεις ένα ζωντανό γαλόπουλο επί μια–δυο ώρες, στο τέλος θα ανακαλύψεις  πως, αντί να λυθεί, τό αίνιγμα μάλλον βάθυνε. –

.

   με τά αποσπάσματα αυτά από τό λιλιπούτειο βιβλιαράκι «χριστούγεννα» τού g. k. chesterton (εκδόσεις «άγρα» 1986, στην πολύ ωραία μετάφραση τής παλμύρας ισμυρίδου) εύχομαι σ’ όλον τόν κόσμο να μπορέσει να φάει γαλοπούλα φέτος 

   για τό τολμηρό χιούμορ τού τσέστερτον, τίς ιδιόμορφες απόψεις του, τήν παραδοξολόγα κριτική του, και τίς «αστυνομικές» του νουβέλες, μπορεί και να τά ξαναπούμε – αλλά τού χρόνου ! –

.

.

.

.

τό πρωτότυπο : «christmas» στον τόμο δοκιμίων τού g. k. chesterton «all things considered», λονδίνο 1915 | ολόκληρο τό πρωτότυπο τό διαβάζετε και εδώ |

.

.

.

.

.

.

 

 

 

Αύγουστος 13, 2012

η αφύπνιση τού κυρίου φίνεγκαν

.

.

.

.

   bullskit. bullskid. bullshowit. bullsayit. αυτό τό βιβλίο εγώ όταν τό λέω από μέσα μου (για να συνεννοηθώ με τήν εαυτή μου) τό λέω φιννεγκοαγρύπνια ή φιννεγκογκρίνια {και τά δύο ταυτόχρονα και να σκεπάζουνε τό ’να τ’ άλλο, συμφωνικώς, φωνηεντικώς και χιαστί} κι όταν τό λέω απέξω μου για να συνεννοηθώ με κάναν άλλον τό λέω «η αφύπνιση τού φίννεγκαν» (ή «η αγρύπνια τού φίννεγκαν», αδιακρίτως, και χωρίς πολλές–πολλές εξηγήσεις) αλλά μπορεί εξάλλου να είναι και «τό ξύπνημα τού φίννεγκαν», γιατί η λέξη που διάλεξε ο τζόϋς έχει όλες αυτές τίς σημασίες μαζί {και ίσως και άλλες πολλές, και ακριβώς για να υπάρχουν όλες αυτές οι σημασίες έβαλε ο άνθρωπος τή λέξη στον τίτλο}

   δεν πιστεύω ότι αυτό τό βιβλίο εξάλλου μεταφράζεται ((για να πω τήν αλήθεια η μετάφραση γενικά κατά τή γνώμη μου είναι ένα πράγμα μάλλον αδύνατο – μετάφραση έργων τέχνης δηλαδή εννοώ, τά επιστημονικά φυσικά μεταφράζονται) άσε που αν δοκιμάσεις να τήν κάνεις πρέπει πρώτα να κοιτάξεις να βεβαιωθείς ότι είσαι και καλός ηθοποιός – : πρέπει να μπεις δηλαδή στο πετσί τού άλλου όχι μόνο για όση ώρα γράφει, αλλά και ως κατάσταση διαρκείας – για όλη του τή ζωή εννοώ) πάντως καλά–καλά αυτό τό βιβλίο ούτε και διαβάζεται (εγώ τό διαβάζω κατά καιρούς μέσες–άκρες αλλά βαριέμαι να τό διαβάσω με τή σειρά – έχω πάντως τό θράσος να μεταφράζω τά κομμάτια του που μ’ αρέσουνε)

   πιστεύω όμως ότι ούτε και ο τζόϋς δεν τό διάβαζε καλά–καλά όταν τό ’γραφε – και μάλιστα επιπλέον πιστεύω ότι σκυλοβαριόταν όταν τό ’γραφε (όχι επειδή τού πήρε δεκάξι χρόνια να τελειώσει, αυτά συμβαίνουν στη λογοτεχνία (βλέπεις δεν είναι η τέχνη αυτό που έχει περάσει τά τελευταία χρόνια ως κανονική διαδικασία, χρηματιστηρίου δηλαδής, να γράφεις αρλούμπες να στις βγάζει ο εκδότης, να τίς πουλάτε, και να πάτε μετά και οι δυο στην τιμή και τήν υπόληψή σας) ο τζόϋς απλώς πιστεύω εγώ ότι δεν είχε πια καθόλου κέφι, και έτσι έφτιαξε ένα κέφι βεβιασμένο, κι ύστερα έπεισε και τόν εαυτό του ότι μαζεύοντας εξυπνάδες και καλαμπούρια δεξιά–αριστερά έκανε τή δουλειά του) διότι ως γνωστόν διήνυε μια απαίσια περίοδο στη ζωή του, όπου ήταν κουρασμένος μισότυφλος και μονίμως μεθυσμένος. Εξαυτού νομίζω πως μπορείς να δεις περίφημα και τά κομμάτια που γράφει όταν μισοκοιμάται (δηλαδή όταν μοντάρει τά καλαμπούρια που άλλοι τού μαζεύανε) και εν συνεχεία τά κομμάτια που γράφει όταν ξυπνάει τινάζεται απότομα και θυμάται τήν υπόθεση (θυμάται δηλαδή λίγον από κείνον τόν ερωτικό εαυτό – στό πορτραίτο τού καλλιτέχνη ως νέου, τό «cranly’s arm, his arm» ας πούμε, ή τό «έκανε μια κίνηση όπως τής μιλούσε σαν να πετούσε ρεβύθια πίσω απ’ τήν πλάτη του») – γι’ αυτό και μπορεί κανείς να πει περίφημα ότι ισχύει για τό finnegans wake ό,τι είχε πει ο σταντάλ ότι ίσχυε για τήν εισαγωγή τού don giovanni που ο μότσαρτ τήν έγραψε σε μια νύχτα ξαγρύπνιας {αγρύπνιας – τήν άλλη μέρα είχε πρεμιέρα η όπερα και δεν είχε γράψει τήν εισαγωγή ακόμα} τουτέστιν μισοκοιμισμένος : ότι ακούς μ’ άλλα λόγια θαυμάσια τά κομμάτια που έγραψε κοιμισμένος και ακούς μετά επίσης και τό πότε ήταν που ξυπνούσε απότομα και ξανάρχιζε, με λίγο παραπάνω κέφι τέλος πάντων –

.

.

   τώρα όμως είδα (και γι’ αυτό διακόπτω μετά τσαντίλας τήν καλοκαιρινή διακοπή) ότι σύντομα πρόκειται να έχουμε ενδομπουρδογλωσσικές ξιπασιές : «η αγρύπνια τών φίνεγκαν» σε μετάφραση τού κυρίου ελευθέριου ανευλαβή – δεν τήν έχω διαβάσει διότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα, αλλά γράφουν γι αυτήν πριν εκδοθεί, όπως συνηθίζεται στις εξαιρετικές περιπτώσεις –

   να πει κάποιος τού κυρίου μεταφραστή λοιπόν ότι στην αγγλική (δηλαδή τή (θέλοντας και μη, και κυρίως μή θέλοντας) γλώσσα τού τζόϋς) η γενική πληθυντικού δεν στερείται παντελώς αποστρόφου : τό απόστροφο μπαίνει απλώς όχι πριν τό σίγμα αλλά μετά τό σίγμα (ελληνιστί εντάξει τό ες) – συνεπώς αν επιθυμούσε διακαώς τόν πληθυντικό ο τζόϋς δεν θα αφαιρούσε καθολοκληρίαν τό απόστροφο αλλά θα ’γραφε finnegans’ wake

   ας αφήσουμε τό ότι, αν πάρουμε στα σοβαρά τήν ντε και καλά επιθυμία τού μεταφραστή να μάς πείσει ότι υπήρξε ντε και καλά επιθυμία τού τζόϋς να περιοριστούμε σε κείνη τή μπαλάντα (στην οποία στηρίζει τήν αυθαιρεσία τού πληθυντικού), τό βιβλίο θα ’πρεπε να λέγεται «μοιρολόϊ για τόν φίννεγκαν» και «φιννεγκοξαγρύπνια» ή «φιννεγκοανάσταση»

   τό ζήτημα είναι όμως βασικά απλό : ο τζόϋς δείχνει ειδικά σ’ αυτό τό έργο όλη του τήν περιφρόνηση για τή γλώσσα και τούς κανόνες της, και γι’ αυτό ακριβώς σβήνει παντελώς τό απόστροφο : όπως αν έγραφε στα ελληνικά θα υιοθετούσε (παντού ή ενμέρει) τό ατονικό να πούμε ή και τή φωνητική γραφή ή και τό λατινικό αλφάβητο : αφενός δηλαδή τσαντίζεται με τούς κανόνες (τής αγγλικής ως ιρλανδός – αν έγραφε στα ελληνικά θα τσαντιζόταν με τούς κανόνες τής ελληνικής, ως αντιέλλην που θα ένιωθε και υποέλλην) και τό ότι ως ιρλανδός απόκτησε μια καθυστερημένη μανία για τά ελληνικά δεν αλλάζει φυσικά τίποτα : τήν απόκτησε τήν εκτίμηση για μια γλώσσα που δεν ήταν η γλώσσα του – και τήν οποία επιπλέον αρνήθηκε πεισματικά να μάθει στο πανεπιστήμιο καθώς τού τό πρότεινε ο μπαμπάς του με τόν οποίο είχε κόντρα : κι ύστερα μετάνιωσε κι έτρεχε να μάθει κουτσοελληνικά από τούς διάφορους εμπόρους που συναντούσε : με τήν ίδια έννοια κουτσοέμαθε και τόν όμηρο, γι’ αυτό – όσο και να χτυπιώνται (κι αυτός και η περιχαρής παγκοσμίως κριτική του) σχέση μεγάλη με τήν οδύσσεια δεν έχει ο «οδυσσέας» – αν έλεγε τό βιβλίο «μπλουμ» θα ήταν πιο εντάξει δηλαδή – τόσο με τόν εαυτό του όσο και με τό βιβλίο : αλλά, βλέπεις, ήθελε σώνει και καλά έστω και καθυστερημένα να βρει μια σχέση με τά ελληνικά, και να καταργήσει δηλαδή κείνη τήν κόντρα με τόν μπαμπά του –. Τήν τσαντίλα του συνεπώς αυτή τή βγάζει ειδικά στον «φίννεγκαν», και μπορεί βέβαια να παίζει σε κάποιο επίπεδο και με τή δισημία ενικού–πληθυντικού, αλλά είναι άλλο αυτό και άλλο αυτό που κάνει ο ευλαβής κύριος με τόν τίτλο στα ελληνικά : μάλλον απλώς για να πάει κι αυτός κόντρα σε όσα έχω (εγώ) συνηθίσει

   : όπως ακριβώς δηλαδή έκανε και ο κύριος καψάσκης (άλλος ευσεβής μεταφραστής αυτός) που πήγε να κανονίσει τόν «οδυσσέα» και ονόμασε τόν στήβεν δαίδαλο (δηλαδή έτσι τόν ξέραμε εμείς, και από τήν (ανώνυμη (τί σεμνότητα!) αλλά και υπέροχη, πιθανώς κιόλας επειδή τή διάβασα τόσο μικρή) μετάφραση τού «πορτραίτου» στο «γαλαξία», και από όλες τίς μεταγενέστερες, αλλά κυρίως και επειδή εκεί πάει τ’ αυτί μας – έτσι να τ’ ακούμε και να τό λέμε εμείς τό stephen dedalus : δαίδαλος, και όχι άκου εκεί βλαχοχωριατιές «στήβεν ντένταλους»)

   : και επιπλέον αυτή είναι ακριβώς και μια άλλη απόδειξη για τήν ασεβέστατη διάθεση τού τζόϋς να πηδάει γλωσσικούς κανόνες (εδώ κατευθείαν σχεδόν στα ελληνικά : τά οποία – μεταγραφόμενα στην λατινική και λοιπή ενδοευρωπαϊκή παράδοση – έχουν τόν δαίδαλο ως daedalus) : αν ήθελε συνεπώς κάποιος έλλην μεταφραστής να μεταφράσει και σ’ αυτήν τήν περίπτωση πιστά αν και όχι αναγκαστικά ωραία τόν τζόϋς, θα ’γραφε τό όνομα τού στήβεν ως «δέδαλος»… Έτσι μόνο θα ήταν συνεπέστερος και με τόν τζόϋς και με τά ελληνικά του

.

 

.

   για να κάνω μια μικρή παρέκβαση (στερνικού τύπου) : στον στήβεν δαίδαλο βρίσκεται εξάλλου ουσιαστικά ολόκληρος ο τζόϋς, και όχι στον μπλουμ : κατά τήν καθόλου ταπεινή μου γνώμη δηλαδή (δεδομένου ότι τόν οδυσσέα τόν περιτριγυρίζω μέσες άκρες και τόν βαριέμαι επίσης – κι αν ο φώκνερ είπε στη γυναίκα του try again όταν τού ανακοίνωσε κείνη, σ’ ένα αεροπλάνο μέσα αν θυμάμαι καλά, ότι τό διάβασε τό βιβλίο αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, αυτός έχει μια δικαιολογία που δεν βαρέθηκε να τό διαβάσει : στο κάτω–κάτω ήταν γραμμένο στη γλώσσα του και ήταν ακόμα τό βιβλίο καινούργιο και δεν τού ’χε κάτσει ο μύθος στο κεφάλι και στο σβέρκο όπως σήμερα) αν έχει μια γοητεία λοιπόν για μένα ο «οδυσσέας», τήν έχει στην αρχή, εκεί που συνεχίζει τήν υποερωτική σχέση τού δαίδαλου με τόν κράνλυ – η οποία έχει ξεκινήσει όπως είπαμε από τό πορτραίτο – μετά όμως ο ιρλανδός μας μπλέκει με τή μανία του για τόν γηραιότερο (που θέλει σώνει και καλά να τόν κάνει και οδυσσέα, που δεν γίνεται με τίποτα : ο (αρχαίος) οδυσσέας έχει στο μυαλό του δηλαδή μοναχά τήν περιουσία του και τήν ιδιοκτησία του (αν δεν πείθω εγώ πείθει ο χορκχάϊμερ, μεγάλο στήριγμα) ο αρχαίος οδυσσέας είναι επομένως ξεκάθαρα, ως πρόγονος τού ένδοξου και σημερινού αστού εντελώς αντιερωτικός : δεν ψάχνει σαν τόν μπλουμ ούτε να βρει να διασκεδάσει να πιει ή να κάνει μπανιστήρι, ούτε τή γυναίκα του νοσταλγεί για τό κρεβάτι της – άσε που η γυναίκα τού μπλουμ και θα έχει τόν τελευταίο λόγο και θα είναι και ερωτική τού λόγου της : καμία σχέση δηλαδή με πηνελόπες (μάλλον θα ’λεγε κανείς ότι η μόλλυ έχει σχέση με τίς δούλες της – που λόγω τού ότι διατήρησαν τόν ερωτισμό τους όσον καιρό κράτησε η «οδύσσεια» τού αφεντικού τους, τό αφεντικό γυρίζοντας τούς έκοψε τό κεφάλι) : και κάτι που ξεφεύγει συνήθως από τούς «κριτικούς» είναι ότι η τελευταία πολυλογία τής μόλλυς με τά αλλεπάλληλα ναι παραπέμπει * στους, όπως τουλάχιστον καθιερώθηκαν απ’ τήν αντρική μυθολογία στα αγγλοσαξονικά, γυναικείους οργασμούς – και παρ’ όλ’ αυτά δεν τό ’χω ακούσει εγώ αλλιώς να ερμηνεύεται αυτό παρά μόνο ως τή (συμβατική και μισογύνικη) αντίληψη για τήν γυναίκα που «συγκατανεύει» διαρκώς και υπογείως, ακόμα και στις απιστίες της ηττημένη – ο τζόϋς είχε δηλαδή σε μεγαλύτερη υπόληψη τόν ερωτισμό τών γυναικών απ’ ό,τι οι «κριτικοί» του – εγώ έτσι πιστεύω, μολονότι τά διάφορα ναι στο κρεβάτι τών αγγλοσαξονισσών ποτέ δεν τά κατάλαβα – ο τζόϋς πάντως τό δένει επίσης επιδέξια (τί διάολο, σ’ αυτές τίς δεξιότητες ήταν ασύγκριτος) αυτό τό «ναι» τής μόλλυς και με τό ναι που λένε στην εκκλησία τά ζευγάρια, επίσης αγγλοσαξονικά : όπως δένει περίφημα και τήν ίδια τή bloomsday με τόν ερωτισμό τής μόλλυς, καθώς η μέρα δεν θα κρατούσε τόσο πολύ αν δεν ήταν αναγκασμένος ο μπλουμ να φύγει από τό σπίτι και να τό αφήσει στη γυναίκα του για να συναντηθεί εκεί, όπως τού ’χε ζητήσει απαιτήσει ή απειλήσει, με τόν εραστή της)

   μπλουμ λοιπόν είναι ο ήρωας, και καλά θα έκανε ο ιρλανδός μας να ονόμαζε τό βιβλίο του έτσι : θα ήταν πιο ειλικρινές κατά τή γνώμη μου. (Και επειδή ο χρόνος είναι όντως κριτής μέγιστος που όλα τά διορθώνει, ως bloomsday έχει μείνει στην κοινή συνείδηση η μέρα του, και όχι ως ulyssesday.) Εξάλλου τό να παραπέμψει ο ίδιος ο συγγραφέας από τόν τίτλο κιόλας στην (ομηρική) οδύσσεια τό βρίσκω και βιαστικό και κακόγουστο – νά κάτι που δεν θα τού συγχωρούνταν σε καμία περίπτωση ας πούμε αν έγραφε στα ελληνικά (καλά, τότε δεν θα τού συχωρούνταν απολύτως τίποτα!) Ας παράπεμπε τουλάχιστον σ’ έναν κοντινότερό του λογοτεχνικό μύθο, τόν beowulf να πούμε, ή τόν κύριο shandy – τού sterne που προανάφερα – ο οποίος είναι άλλωστε και ο πρόγονός του από κάθε άποψη (και τόν οποίο ακριβώς (στον φίννεγκαν) ίσως θέλοντας να ισορροπήσει αυτή τήν αδικία βιάζεται να τόν αναφέρει απ’ τήν αρχή–αρχή κιόλας) : Sir Tristram, violer damores : 3η σειρά απ’ τήν αρχή στην έκδοση faber που ’χω γω – αλλού μπορεί να ’ναι και στη 2η , ξέρω γω;

.

.

   όχι μόνο γιατί είναι κι οι δυο ιρλανδοί κι όχι μόνο γιατί τό καταλυτικό χιούμορ τού στερν πάνω και στα ήθη και στη γλώσσα αποτέλεσε βασικό στήριγμα έκτοτε για οποιονδήποτε (στον κόσμο) έκανε πεζογραφία, αλλά και για έναν πολύ πιο εσωτερικό λόγο : τήν ίδια τή λογική τής αφήγησης, η οποία με τόν στερν διαλύεται συστηματικά στα εξ ών συνετέθη, και συνιστά μια γνησιότερη πρωτοτυπότερη και προγενέστερη βέβαια τού τζόϋς τομή (τί τομή : τσεκουροπελέκωμα) στην ιστορία τής αφήγησης : άσε που ο στερν στον «τρίστραμ σάντυ» κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει ο τζόϋς : να παραπέμψει δηλαδή ακριβώς σ’ έναν αγγλοσαξονικό μύθο, όχι τόν μπέογουλφ μεν, τόν τριστάνο δε – αφενός, και αφετέρου να διαλύσει τή δομή τού «κλασικού» μυθιστορήματος όχι με βάση τόν χρόνο αλλά με βάση τή μνήμη και τά δικά της ψυχολογικά βίτσια, κάτι απείρως και πιο καίριο και πιο μοντέρνο και πιο δύσκολο κατά τή γνώμη μου : δηλαδή εντάξει, ωραίο τό να συμβαίνει ένα τεραστίων διαστάσεων μυθιστόρημα μέσα σε μια μόνο μέρα, αλλά εξαιρετικά ωραιότερο και πονηρότερο να διασπώνται όλα, και χρόνος και τόποι και επεισόδια, με μόνο μέτρο τά κέφια τού ομιλητή και τίς αναμνήσεις του κάθε φορά – τούς συνειρμούς του δηλαδή ανάλογα με τό συμφέρον του : υπάρχει νεωτερικότερη αντίληψη απ’ αυτήν, άμα τό δούμε έτσι; (μέχρι και ο προυστ προβλέπεται – αφαιρουμένου τού χιούμορ)

   ας αφήσουμε που υπάρχει προϊστορία και σ’ όλ’ αυτά, ασφαλώς : αν θέλουμε να ’μαστε ακριβείς και ακριβοδίκαιοι δηλαδή, η ληξιαρχική πράξη γέννησης τού νεωτερικού, τού βέβηλου, τού αγνοώντας τούς κανόνες, τού κάνοντας τούς κανόνες απ’ τήν αρχή, σαν να μην υπήρχε προηγουμένως τίποτα, στην πεζογραφία βρίσκεται στον δάντη, και μόνο στον δάντη : με τήν vita nova του, εκεί όπου όλα διασπώνται κι όπου τίποτα δεν ακολουθεί κανένα αφηγηματικό προηγούμενο πάρεξ μόνο τή μανία και τό πάθος και τή μνήμη, και ό,τι ακολουθεί τόν θάνατο που καταγράφει και συνιστά τήν αφήγηση, και ό,τι δεν είναι η υπόθεση τού έργου αλλά η παράθεση τών γραφτών που θα οδηγήσουν σ’ αυτήν, και η κριτική τους απ’ τόν ίδιο τόν durante, και οι ιστορίες τής κρίσης του και τών λιποθυμιών του, και τής ανάλυσής του τών διαρκών παραισθήσεων

   για να συνεχίσω όμως τή στερνική παρέκβαση με κάποια σχετική συνέπεια, τόν δάντη ακολουθεί ασφαλώς ο θερβάντες, τόν θερβάντες ακολουθεί ασφαλώς ο στερν, τούς πάντες ακολουθεί ασφαλέστατα ο σταντάλ – είχε δηλαδή πολλά σκαλοπάτια για να πατήσει πάνω τους ο κύριος τζόϋς : μόνο τόν όμηρο δεν είχε, γιατί, αν αυτός (αυτός; όποιος κι αν ήταν ο τελικός συμπιλητής τών ποιημάτων τέλος πάντων) έχει σίγουρα στην οδύσσεια απίστευτα αφηγηματικά κόλπα, τίποτ’ απ’ αυτά όμως δεν μιμείται ούτε ακολουθεί, ούτε προσπαθεί ν’ ακολουθήσει τέλος πάντων ο τζόϋς – ο τζόϋς δεν τήν ξέρει καλά τήν οδύσσεια : (γιατί είπαμε, δεν έμαθε τά ελληνικά εξαιτίας τού μπαμπά του) : και αυτό που ακολουθεί είναι μάλλον μια εντελώς επιφανειακή, μαζικής κουλτούρας αντίληψη περί τού οδυσσέα, ανακριβής και επιφανειακή – και ακόμα (όπως ξανάπα) και βιαστική και πρόχειρη (ούτε καν τόν αριθμό 24 δεν φρόντισε ν’ ακολουθήσει για τά κεφάλαια – κι αν ήθελε εδώ να πηδήξει τά ελληνικά αλφάβητα και ν’ ακολουθήσει τά πάτρια, ας τά ’κανε 26 (τόσες θα ’ταν οι ραψωδίες αν ο όμηρος έγραφε δηλαδή αγγλικά), τό 18 πάντως δείχνει απλώς βιασύνη και προχειρότητα)

   προσωπικά, επειδή ακριβώς τήν πρωτοπορία τήν έχω σε μεγάλη υπόληψη, σιχαίνομαι απόλυτα τήν ιδέα ότι μέσα στην πρακτική τού μοντερνισμού χωράνε όλα επειδή απλώς έτσι μάς κάθεται : δεν είναι δηλαδή η πεζογραφία, ούτε η τέχνη γενικά, χώρος αυθαιρεσιών – και η ελευθερία διαχωρίζεται από τήν αυθαιρεσία διά ροπάλου, αλλά ας μην μπλέξουμε τώρα με τό τί είναι και τί δεν είναι πεζογραφία – : ας πούμε απλώς ότι στην κατασκευή ενός έργου όλα χωράνε φτάνει να δικαιολογούνται, και με εσωτερικά, όχι εξωτερικά στοιχεία : ειδάλλως οδηγούμαστε στη σημερινή αρλούμπα, και όσοι ενδιαφερόμαστε (για τήν πρωτοπορία that is) βλέπουμε με πολλή λύπη πού έχει καταλήξει : και δυστυχώς γι’ αυτήν τήν κατάληξη ειδικά στην πεζογραφία δεν είναι ανεύθυνες οι βιασύνες και οι προχειρότητες τού ώριμου κουρασμένου και βαριεστημένου τζόϋς

   εδώ όμως υπεισέρχεται και η ανάγκη (μου) να τού αναγνωρίσω ένα ελαφρυντικό ως προς τήν ονομασία τού «οδυσσέα» με τήν εξής έννοια : αυτό για τό οποίο ο τζόϋς είναι υποχρεωτικό να εκτιμηθεί γενικά (και αυτό για τό οποίο ούτως ή άλλως έχει τήν ευγνωμοσύνη μας) είναι για τήν τόλμη του να προχωρήσει τά παραδείγματα τών προηγουμένων στα άκρα : δεν εφεύρε τίποτα, αλλά υπερθεμάτισε : και μέσα σ’ αυτό τό πλαίσιο (και μόνο) μπορεί να δικαιολογηθεί η επιλογή ενός ονόματος για τόν μπλουμ, και για ολόκληρη τή μέρα του, που να παραπέμπει στην ομηρική «οδύσσεια» : μόνο αν τό δούμε δηλαδή ως παιδιάστικο πείσμα και χτύπημα τού ποδιού κάτω, και κακιασμένη πρόκληση για τήν κατεδάφιση ενός κανόνα : δεν έχει σημασία πόσο κρατάει τό ταξίδι, μπορεί να κρατήσει κι ένα δευτερόλεπτο – στα πλαίσια μιας πεζογραφικής παράδοσης όπου η «αξία τού χρόνου» ήταν ακόμα αρκετά κλασική αυτό έχει τήν αξία του : (παραμένει τελείως εκτός θέματος, παρατραβηγμένη και άστοχη, η προσπάθεια να ταυτιστούν τά κεφάλαια τού βιβλίου με τά «κεφάλαια» τού έπους – είπαμε, ούτε στον αριθμό δεν έπεσε μέσα ο τζόϋς : ίσως ακριβώς επειδή δεν είχε σπουδάσει, ξανάπαμε, τόν όμηρο και νόμιζε ότι οι αριθμοί του είναι ασήμαντοι)

   πάντως για να ξαναγυρίσω στους προπάτορες πριν κλείσω τήν παρέκβαση, ακόμα και η πεζογραφία τού bruno (που ο τζόϋς ευτυχώς τόν ξέρει) είναι γεμάτη κατεδαφιστικό χιούμορ, εξοργιστικό ταλέντο, και εξαυτού προαναγγελλόμενο θάνατο : και επειδή ο μπρούνο έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου στα ελληνικά (προσωπικά τόν ξέρω από κάτι γερμανικές μεταφράσεις, και ό,τι ξέρω συνιστά σίγουρα αντικείμενο μελέτης μιας ζωής – που δεν θα τήν κάνω όμως εγώ) τό μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ενγένει φιλοσοφία τού μπρούνο, παρέα με τήν σπαζαρχίδικη ενσωματωμένη της ειρωνεία (θυμάμαι τώρα ας πούμε τήν αρχή από τό «περί τών άπειρων κόσμων» που είναι γραμμένο σε διάλογο και αρχίζει έτσι ξεκαρδιστικά : «– Και πώς ξέρετε κύριε ότι οι κόσμοι είναι άπειροι; – Και πώς ξέρετε κύριε ότι δεν είναι;») δικαιολογεί απόλυτα αυτό που είπε (και πάλι) ο χορκχάϊμερ (και ούτε που θυμάμαι πού) : ότι ο λόγος που οι παπικοί φέρθηκαν επιεικέστερα στον γαλιλαίο, ήταν όχι τόσο γιατί αυτός έκανε πίσω ενώ ο μπρούνο επέμεινε, όσο γιατί δεν τούς ενοχλούσαν τόσο τά σκέτα μαθηματικά τού γαλιλαίου, ενώ τούς χτύπησε εξοργιστικό καμπανάκι η φιλοσοφία τού μπρούνο πίσω από τήν αστρονομία του (στην οποία σημειωτέον προηγήθηκε κιόλας τού γαλιλαίου – και χωρίς όργανα). Για τόν ίδιο λόγο προφανώς ο γαλιλαίος εξακολουθεί να είναι, στην περιρρέουσα θετικιστική συνθήκη τής σήμερον, δημοφιλέστερος (και γνωστότερος) τού τζορντάνο

   αλλά και ο έτερος μεγαλοογκόλιθος θερβάντες ακολουθεί αυτήν τήν παράδοση μη–παράδοσης κοροϊδεύοντάς μας με τήν «κλασική» του δήθεν αφήγηση η οποία διασπάται διαρκώς με τήν επαναφορά τού ίδιου σε πρώτο πλάνο και τήν επαναφορά επίσης σε πρώτο πλάνο αποσπασμάτων από τήν «κλασική» τότε, όποια είχε στη διάθεσή του, λογοτεχνία

   ο σταντάλ από τήν άλλη δεν αρνήθηκε ποτέ ότι είχε πάνω απ’ όλα δάσκαλό του τόν δάντη – κυρίως στο «περί έρωτος» όπου διαλύει κάθε μορφή μυθιστορηματικής και αφηγηματικής σύμβασης μιλώντας διαρκώς για τά δικά του και εντέλει μόνο τά δικά του –. Και για να τελειώνω με τίς ιστορικές αναδρομές ας πω ότι προϋπάρχει πάντως, στο λογοτεχνικό μαξιλάρι που ’χει στην πλάτη του αναπαυτικά ο τζόϋς, η περίφημη τζαίην ώστιν και δεν πρέπει να τήν ξεχνάμε : αυτήν κυρίως δεν πρέπει επουδενί να τήν ξεχάσουμε, καθώς ήταν επίσης και αγγλόφωνη : όμως ειδικά η θεία τζαίην έχει και μια επιπλέον ιδιομορφία που οφείλεται καθαρά στην ανηλεώς και αμετακλήτως γυναικεία της φύση : κατάλαβε δηλαδή πολύ νωρίς τήν εχθρότητα τού γύρω της χώρου : και η ειρωνεία που επιπλέει και κατακλύζει τό έργο της είναι εγκαίρως τιθασσευμένη και επεξεργασμένη – ναι, όσο κι αν φαίνεται για όσους τήν ξέρουν παράλογο, η πρώιμη τζαίην, η τζαίην ώστιν παιδί ήταν συνταρακτικότερα, εμφανέστερα και εξωτερικότερα, επιθετική : και μολονότι διατήρησε τήν κατεδαφιστική της ειρωνεία στο ώριμο έργο της, έμαθε να αποκρύπτει τίς κριτικές της τουλάχιστον για τήν ίδια τή λογοτεχνία : αυτές τίς κριτικές που κάνουν κάποια απ’ τά γραφτά τής παιδικής της ηλικίας εκπληκτικά απολαυστικά και απολύτως μοντέρνα, ακόμα και με τίς πιο συμβατικές έννοιες τής νεωτερικότητας : ακριβώς δηλαδή επειδή από μικρή (και από τίς αντιδράσεις τών αντρών τής οικογένειας – και είχε καμπόσους γύρω της) διαπίστωσε ότι τό ενδοσυγγραφικό της χιούμορ θα δυσκόλευε τήν επιβίωση τήν αποδοχή και εντέλει τήν έκδοση τών βιβλίων της : έτσι μόνο πολλούς αιώνες μετά τόν θάνατό της μπορούμε να απολαύσουμε τό γεγονός πως από παιδί είχε ήδη προλάβει να ειρωνευτεί τίς αντιφάσεις τής μετέπειτα πρωτοπορίας (τού θέατρου πιχι τού παράλογου – που θα εμφανιζόταν κάτι εκατοντάδες χρόνια αργότερα – θυμάμαι τώρα ένα θεατρικό της έργο που τό έγραψε γύρω στα 12 όπου τραβάει τόν παραλογισμό στα άκρα αφήνοντας τό «θέμα» τού έργου εντελώς στο σκοτάδι, αφού τό θέμα αποτελείται από ένα μυστικό τό οποίο, ως μυστικό, τό ψιθυρίζει στο αυτί ο ένας υποκριτής τού άλλου και τό κοινό μένει εντέλει με τήν απορία) – όπως εξάλλου πρόλαβε στο πρώτο της «ώριμο» μυθιστόρημα να ειρωνευτεί τή μαζική κουλτούρα τής εποχής (τά «αστυνομικά» τά «γοτθικά» τά δημοφιλή έργα μυστηρίου) με αποτέλεσμα να υποστεί τήν κακοήθη πονηριά κεινού τού εκδότη, ο οποίος φρόντισε να αγοράσει τά δικαιώματα τού βιβλίου της για να τό πνίξει και να τό κρατήσει μετά θαμμένο στο συρτάρι του, καθότι εξέδιδε τού λόγου του ακριβώς τέτοια έργα ( : όταν η τζαίην πέθανε, ο μόνος αδελφός που τήν αγαπούσε ξαναγόρασε από τόν εκδότη αυτόνα τό northanger abbey για να τό εκδόσει ο ίδιος – στη μεταθανάτια έκδοση έργων της μαζί με τό persuasion)

.

.

   για τήν ιστορία και τή δικαιοσύνη τού πράγματος πάντως, εδώ τώρα που τελειώνει αισίως η στερνική αυτή παρέκβαση, να μην ξεχάσω να πω ότι ο τζόϋς τόν μπρούνο ειδικά δεν τόν ξέχασε ποτέ : είναι ο μόνος εκ τών καλλιτεχνών τουλάχιστον που τόν θυμότανε, και όχι μόνο τόν έχει αναφέρει αλλά και επανέρχεται σ’ αυτόν – και δεν πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στο ιησουίτικο σχολείο που τόν πήγανε και όπου θέλοντας και μη μπόρεσε να μισήσει εγκαίρως τήν εκκλησία – στο «πορτραίτο» μάς τά ’χει πει, και με τόν πιο έξοχο τρόπο – κλείνει η παρέκβαση

.

.

   ας επανέλθω λοιπόν εκεί που ξεκίνησα, τήν επερχόμενη έκδοση μιας μετάφρασης τού φίννεγκαν ως αγρύπνια ολόκληρης και σούμπιτης μιας οικογένειας με τή δικαιολογία κιόλας δήθεν ότι η (ιρλανδική that is) μπαλάντα που ασχολείται με τόν φίννεγκαν και τήν οποία ήξερε ας πούμε ο τζόϋς (και δεν πα’ κι η μπαλάντα ακόμα να ’χει τόν φίννεγκαν στον ενικό) μιλάει δήθεν για ένα ολόκληρο σόϊ : όμως στη συγκεκριμμένη μπαλάντα (που τώρα πήρα δλδ να τή διαβάσω) στην ξαγρύπνια για τόν φίννεγκαν, από συγγενείς παίρνει μέρος μονάχα η χήρα του, και οι υπόλοιποι είναι ένα λεφούσι φίλοι τού μεταστάντος ( : καλά, ή δεν ξέρουμε να διαβάζουμε ή νομίζουμε ότι οι άλλοι δεν ξέρουν; δυστυχώς δεν προέχει εδώ κατά τή γνώμη μου πάντως παρά μια τραγική αρλουμποβαλκανιοειδής επιθυμία να κάνουμε απλώς μια ψωροκωσταινοκαθυστερημένη επίδειξη γνώσεων κι όποιον πάρει ο χάρος (ή ο φίννεγκαν), μ’ άλλα λόγια δηλαδή τά συνήθη)

   και να πω βέβαια ότι αναγνωρίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ειρωνεία απ’ τό να γράφω πρώτη φορά εδώ ουσιαστικώς για τόν τζόϋς και να παίρνω αφορμή από μια μαλακία κι ένα απόστροφο

   δεν εισηγούμαι επουδενί βέβαια ότι δεν θα ’πρεπε να εκδοθεί η μετάφραση – θεός φυλάξοι : (εγώ που δεν βρίσκω άνθρωπο να μού εκδόσει τά ανέκδοτα δεν θα γκρίνιαζα ποτέ για άνθρωπο που βρίσκει άνθρωπο να τού εκδόσει τά ανέκδοτα) : άλλωστε μια μετάφραση τού φίννεγκαν θα προκαλούσε ούτως ή άλλως αντιρρήσεις (και συζητήσεις) και πιστεύω ότι μερικά έργα καλύτερα να τά ’χουμε στα ελληνικά έστω και με κατά λέξη σχολικές αποδόσεις : έχουμε άλλωστε μέλλον : μπορεί ο μέλλων επαρκέστερος μεταφραστής να μάθει τόν φίννεγκαν απ’ αυτή τή μετάφραση – και στην ενγένει μας απαιδευσία μπορείς να περιμένεις και τά χειρότερα, ακόμα και να μάθει ένα παιδί φανατικό για γράμματα τόν φίννεγκαν από τούτο τό ποστ –

   μέχρι να διαβάσω τή μετάφραση πάντως, αλλά και αφού τή διαβάσω πολύ φοβάμαι, οφείλω να πω ότι τό όνομα τού μεταφραστή είναι τό καλύτερο κομμάτι τής μετάφρασης – δηλαδή μόνο ως τζοϋσικό αστείο θα μπορούσε να τό πάρει κανείς – και πιστεύω ότι ο τζόϋς θα ’λεγε, ευθύς εξ αρχής, ότι η μετάφραση είναι ανελευθέρως εβλαβέστατη – αλλά αυτό με τό οποίο δεν θα καταδεχότανε να κάνει ούτε ένα αστείο θα ήτανε η καριέρα τού μεταφραστή στην τηλεόραση – όμως στη χώρα τής μαφίας τής κλίκας και τής μαλακίας αν ο μεταφραστής δεν είχε δημιουργήσει τίς γνωριμίες του δεν θα ’βρισκε και άνθρωπο να τού εκδόσει τή μετάφραση, όπερ και έδει δείξαι – για να μην πούμε και για ικαροδαίδαλους να τού επιδαψιλευσοδαιδαλογράψουν κριτική πριν ακόμα βγει τό βιβλίο

   όλ’ αυτά πέραν τού ότι δεν μού είναι ο άνθρωπος (ο ανεβλαβής) ιδιαιτέρως αντιπαθής –

   και για να τελειώσω όπως άρχισα, παραφράζοντας – τί ’ναι καλέ τούτο τό ποστ είπε η μάνα μου και τί λέει;bullshit είπα γω και πολύ χαρωπά : συνεχίζω τώρα τίς διακοπές μου

.

.

.

.

.

* παραπέμπει : όπως ας πούμε εδώ τό yes στα σοβαρά, κι εδώ στ’ αστεία

σχολαστικισμοί, διαβάσματα : για διαβάσματα στο πρωτότυπο : τζόϋς «finnegans wake» | η μπαλάντα «finnegan’s wake» | τζόϋς «ulysses» | λώρενς στερν «tristram shandy» | δάντης «vita nuova» | bruno «περί άπειρων κόσμων» | τζαίην ώστιν (juvenilia) «the mystery : an unfinished comedy»

επιλογή βιβλίων, βλογ, και άρθρων : δάντης «νέα ζωή» στα ελληνικά, μετάφραση νίκος κούρκουλος | «τά ελληνικά τού τζαίημς τζόϋς», μαντώ αραβαντινού | τζόϋς «τό πορτραίτο τού καλλιτέχνη», μετάφραση άρη μπερλή | μια μελέτη για τή «διαλεκτική τού διαφωτισμού» τών αντόρνο και χορκχάϊμερ : προς τή μέση τού κειμένου, για τόν (ομηρικό) οδυσσέα ένα βιβλίο για τά «λάθη τού τζόϋς» : joyces mistakes, problems of intention, irony, and interpretation | flashpoint, ένα βλογ με κατάλογο έργων για τόν φίννεγκαν | ένα άρθρο για τόν «οδυσσέα υπερτιμημένο» | stella steyn, έργα ζωγραφικής για τόν φίννεγκαν

περί τής επερχόμενης μετάφρασης : ιούνιος 2012, για τήν επερχόμενη μετάφραση, στο «ποιείν» | φεβρουάριος 2012, αναγγελία τής επερχόμενης μετάφρασης από τό «βήμα» | μάρτιος 2012, βλογ ίκαρου μπαμπασάκη, αποσπάσματα τής επερχόμενης μετάφρασης + επεξηγήσεις τίτλου μετά πλήθους φιλολογικών παρφερναλίων |

.

.

.

      

.

.

.

.

.

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: