σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 15, 2017

κλήρωση και αριστεία / μεγαλοαστοί και λούμπεν / τά κτήρια

 

 

 

η κλήρωση

 

τό δημοτικό τό έβγαλα σ’ ένα πρότυπο σχολείο όπου υποτίθεται ότι μπαίναμε με κλήρωση – δηλαδή υπήρχε η γενική αόριστη (και αορίστως καμαρωτή) φήμη ότι τά παιδιά εκεί έμπαιναν με αδιάβλητες διαδικασίες, ότι υπήρχε «ισότητα ευκαιριών», και κλήρωση, διότι αυτός ήταν όρος που είχε θέσει αυστηρότατα στο καταστατικό να πούμε τού σχολείου, ο ιδρυτής του ή ο δωρητής του, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η «δημοκρατικότητα» και η εκπροσώπηση «όλων τών τάξεων» : πάντως αυτό που εγώ ξέρω, και που νομίζω ότι τό ξέραμε ήδη υπογείως κι από τήν πρώτη τάξη κιόλας όλα τά παιδιά, ήταν ότι όλα αυτά ήτανε ψέμματα, κι ότι βεβαίως υπήρχαν «ανώτεροι» και «κατώτεροι» (δεν χρειαζόντουσαν και πολλά : η διαφορά στην έκφραση τής δασκάλας ή τού (σπουδαίου) διευθυντή όταν θα ανακοίνωναν τά ονόματά μας (για να γνωριστούμε ας πούμε μεταξύ μας) εκείνα τά χαμόγελα (ή τά μη–χαμόγελα) στην αναφορά κάποιων ονομάτων, μάς μίλησαν υπογείως και υποδορίως από τήν αρχή :  για να μην πω ότι υπήρξαν και μικρές διευκρινιστικές δήθεν αθωότητες τού στυλ «τόν γιάννη παιδιά ο μπαμπάς του είπε ότι θέλει να τόν φωνάζουμε γιάγκο») κι όλ’ αυτά αρκούσαν για να δημιουργήσουν από τήν πρώτη μέρα τής πρώτης τάξης τήν (ενοχλητική) βεβαιότητα (εκείνη τήν εποχή νομίζω ότι ήταν ενοχλητική πολλές φορές και για τόν άμεσα ενδιαφερόμενο – κι αυτό τό λέω βέβαια προς τιμήν τού άμεσα ενδιαφερομένου τότε (αν και δεν νομίζω ότι θα κράτησε για πολλά περαιτέρω χρόνια, ή περαιτέρω σχολεία η ενόχλησή του)) ότι κάποιοι ήταν λοιπόν «σεβαστότερης» καταγωγής από άλλους – και ότι ασφαλώς υπήρχε τρόπος να μετατραπεί σε τύπο νεκρό και σε κοροϊδία η κλήρωση – με τόν τρόπο που είχε ενγένει η ελλάδα τής καραμανλικής οκταετίας να κρατάει τά προσχήματα τής δημοκρατικότητας όπου ήταν υποχρεωμένη, και να εξυπηρετεί τά συμφέροντα επί μονίμου επίσης βάσεως εκείνων που έπρεπε : θέλω να πω ότι ήταν τέτοια η εκπροσώπηση τών τάξων στην τάξη μας που έγινε άναρθρα σαφές, και πολύ γρήγορα, ότι τίποτα δεν ήτανε τυχαίο κι ότι όλα είχαν υπολογιστεί με τό σταγονόμετρο (τά παιδιά ασφαλώς μυρίζονται τίς ανισότητες και τίς διαφορές ταχύτατα – και τίς εκμεταλλεύονται χωρίς αναστολές και με σκληρότητα κιόλας άμα παραστεί, που λέει ο λόγος, ανάγκη)

πάντως αυτά όλα δεν σημάνανε ουσιαστικά για μάς τίποτα σπουδαίο : είμαστε λίγα παιδιά στην τάξη (ήταν ένας από τούς (πάμπολλους άλλωστε) λόγους που οι γονείς καμάρωναν που μάς είχαν στείλει εκεί) (μιλάμε για μια εποχή που τά δημόσια σχολεία είχαν σε κάθε τάξη 70, και εκατό, και εκατονείκοσι, παιδιά) και οι φιλίες και οι προτιμήσεις μεταξύ μας ανιχνεύτηκαν μάλλον γρήγορα, υπογείως ατίθασσα, και αυτομάτως αυθόρμητα : με κείνο τό αλάνθαστο εν πολλοίς ένστικτο που διαθέτουμε ως ζωάκια στην αρχή τής ζωής μας οι περισσότερες – κι ας είχαν προσπαθήσει οι δάσκαλοι να μάς βάλουν στα θρανία έτσι που να ταιριάζουν οι καταγωγές μας – πάντως η ταξική που θα λέγαμε σήμερα διαστρωμάτωση τής τάξης ήταν (με μαθηματικούς όρους) περίπου αυτή (κι ας φαίνομαι να μην έχω σχέση με τήν πρακτική αριθμητική (ποτέ δεν είχα))  : κάπου τό ένα τρίτο «μεγαλοαστοί» (κατά τό κοινώς λεγόμενον αριστοκράτες) ( : πολιτικοί, βιομήχανοι, μεγαλοεπιχειρηματίες), τά δύο τρίτα περίπου μεσοαστοί ή «μεσαίοι» (λοιποί επαγγελματίες «ανώτεροι» και «κατώτεροι»), και τό ένα τρίτο «φτωχοί» (λούμπεν θα μπορούσαμε, με λίγη υπερβολή ή ελευθερία, να πούμε)

 

 

η αριστεία (α΄)

 

πάντως όλ’ αυτά δεν μάς ένοιαζαν : βασικά δεν δίναμε δεκαράκι κατά τό κοινώς λεγόμενον : πλέαμε έντρομοι και ασφαλείς προς τήν «κοινωνία» αναγκαστικά όπως τό μυριζόμαστε ότι έπρεπε, αλλά επιχειρούσαμε με σχετική αλαζονεία να διατηρήσουμε τήν ενότητά μας σαν σύνολο : είμαστε συμπαγείς, ακόμα και με τούς δασκάλους, και περισσότερο αντίπαλοί μας κατά περιόδους ήταν οι «σπουδαστές» : μεταξύ μας δεν υπήρχε κανενός είδους ανταγωνισμός : ουδέποτε ασχολήθηκε κανείς με τό ποιός θα ’ναι ο καλύτερος – δεν υπήρξε καμμιά έννοια ποτέ «καλύτερου» ή «χειρότερου» μέσα στην τάξη : η έννοια τής «αριστείας» ή τής «σημαιοφορίας» ήταν ανύπαρκτη – δεν θυμάμαι ποτέ να πήραμε μέρος σε παρέλαση – ούτε να τέθηκε ποτέ θέμα ποιος είναι ο «πρώτος» μαθητής στην τάξη – είμαστε όλοι εξίσου καλοί ή κακοί αναλόγως τών συνθηκών, καταλαβαίναμε ή δεν καταλαβαίναμε εξίσου τά εύκολα ή τά δύσκολα – δεν θυμάμαι ποτέ κανέναν καλόν ή καλύτερον, δεν θυμάμαι ποτέ να κοροϊδεύτηκε κάποιος ως χαζός, οι φιλίες οι έχθρες και οι διαφορές διαμορφώνονταν στο ατελείωτο παιχνίδι στα διθυραμβικά διαλείμματα στα ατέλειωτα γήπεδα – και στο θέατρο : εκεί ζηλέψαμε κάποιες που δείξαν ταλέντο – αναντίρρητα αυτήν τήν ικανότητα δεν τήν είχαμε όλες –

λοιπόν είμαστε όλοι τό ίδιο, είμαστε όλοι ένα, και δεν είχαμε καμιά αντιπαλότητα, καμιά ζήλεια και καμιά άμιλλα, κανέναν βλακώδη ανταγωνισμό για τό ποιος θα ’ναι καλύτερος ας πούμε μεταξύ μας – είμαστε τόσο βλάκες, όσο οι κανονικοί άνθρωποι που στριμώχνονται διά τής βίας να γίνουν κανονικοί άνθρωποι – θεωρούσαμε κρυφά τούς εαυτούς μας βέβαια ανώτερους που πηγαίναμε σ’ αυτό τό σχολείο, και είχαμε και τούς σπουδαστές – δεν μπορούσαμε να θεωρήσουμε ίσα κι όμοια δηλαδή τ’ άλλα παιδιά που δεν είχανε ζήσει ποτέ τους με σπουδαστές, που δεν είχανε θέατρο και δεν είχαν ατέλειωτες πάνω και κάτω αυλές, και γυμναστήριο και μονόζυγα και πισίνα – αλλά αυτό ήταν μέρος τής αντικειμενικής πραγματικότητας : η αντικειμενική πραγματικότητα μάς είχε ευνοήσει, με κλήρωση ή χωρίς κλήρωση – δεν μάς ενδιέφερε

πάντως τά περισσότερα ταλέντα και οι δημιουργικότητες, οι εμπνεύσεις και οι πρωτιές στα παιχνίδια (όλ’ αυτά δηλαδή που είχανε σημασία), βγαίναν από τούς «μεσαίους» : οι γόνοι τής αριστοκρατίας ήταν στην τάξη σχετικά ανύπαρκτοι, μερικοί μάλιστα με εμφανή προβλήματα δειλίας και φόβου – ένας συμμαθητής ας πούμε που θα τόν είχαμε και πολιτικό ολκής αργότερα ήταν παντελώς αόρατος και αφανής μέσα στην τάξη ολόκληρα τά έξη τότε χρόνια (συμπτωματικά πολύ αργότερα θα μάθαινα ότι οι γονείς του τού είχανε και δάσκαλο για να τού κάνει φροντιστήριο – και τό λέω, όχι γιατί είναι πραγματικά απίστευτο να χρειαζόταν οποιοδήποτε παιδί φροντιστήριο στην πρώτη τάξη και σε όλο τό δημοτικό ενγένει, αλλά για να δείξω τήν υστερία τής μεγαλοαστικής οικογένειας (τό παιδί δεν ήταν χαζό και δεν τό χρειαζόταν τό φροντιστήριο, και μάλλον κακό τού έκανε), επίσης όμως και για να πω ακόμα ότι ούτε αυτός δεν ζήτησε ποτέ κανενός είδους πρωτεία, δεν διεκδίκησε ποτέ καμιά «αριστεία» : εξάλλου, είπαμε, αυτό ακριβώς δεν τό διεκδίκησε ποτέ και κανείς) : πάντως όμως πρέπει να ομολογήσω ότι διασκέδαζα αργότερα ακούγοντας τούς εθνικοπατριωτικούς του δεκάρικους, ως ανθρώπου ενήλικα και πολιτικού, δεκάρικους που αποτελούσαν περίπου, στο πνεύμα και στο γράμμα, επί λέξει και πιστά αντίγραφα τής παραμικρής κορώνας που μάς είχε βγάλει ο δάσκαλος στην πέμπτη, αυτός που μάς έκανε ιστορία – : λοιπόν, τόσα σχολεία πήγε στη συνέχεια, και στο εξωτερικό μάλιστα, και όταν έβαζε τά καλά του παπαγάλιζε τίς άθλιες κοινοτυπίες τής πέμπτης μας τού δημοτικού – αυτό δείχνει όμως μάλλον ότι όλα τά παιδιά έχουν καλή μνήμη – και τούς εντυπώνονται εφιαλτικά, αν δεν τά πολεμήσουν, όλα τά παιδικά πράματα

από τήν άλλη μεριά, από τούς φτωχούς και τούς λούμπεν λίγοι επίσης ξεχώριζαν : κάποιοι μόνο σαν πολύ ζωηροί στα διαλείμματα – και κάποιοι ιδιαίτερα στην ευγένεια (όσο μεγαλώναμε κι ανεβαίναμε τίς τάξεις) : ναι μάλλον τά πιο αθόρυβα κι ευγενικά παιδιά προέρχονταν από τούς «μεσαίους» και τούς «λούμπεν» : από αυτούς όμως, ειδικά τούς πρώτους, προέρχονταν και οι ελάχιστοι επιθετικοί – ούτε οι αριστοκράτες ούτε οι λούμπεν έδειξαν ποτέ επιθετικότητα – στο στρώμα τών «μεσαίων» συνέβαιναν στην πραγματικότητα όλα, τά ενδιαφέροντα ή τά αποτρόπαια –

 

 

η αριστεία (β΄)

 

είχαμε λοιπόν μια αόριστη εντύπωση ότι είμαστε «ανώτεροι» όλοι σαν σύνολο, όχι ο καθένας ξεχωριστά : είμαστε «ανώτεροι» απέναντι στους σπουδαστές κυρίως, αλλά και απέναντι σε άλλα τμήματα τού σχολείου : επειδή τό σχολείο ήταν φτιαγμένο κυρίως για να σπουδάσουν οι δάσκαλοι είχε και κάποιες τάξεις, σκόρπιες μέσα στους αχανείς (αχανείς μάς φάνηκαν στην αρχή) χώρους του που λεγόντουσαν «μονοτάξια» : αυτές οι τάξεις ήταν για να σπουδάζουν και να μαθαίνουν τίς συνθήκες που θα συναντούσαν μετά πιθανόν στα χωριά : δηλαδή σε μία τάξη βρίσκονταν στριμωγμένα παιδιά όλων τών ηλικιών : πώς θα γινότανε άραγε τό μάθημα εκεί μέσα ; Νομίζω ότι όλες τά λυπόμαστε αυτά τά παιδιά που τούς έπεφτε η μοίρα, ή η κλήρωση, να πάνε στο μονοτάξιο – και κάπου μέσα μας πιστεύω ότι πιστεύαμε ότι κι αυτό ρυθμίστηκε από τήν αρχή ώστε εμείς να τό γλυτώσουμε (δεν πρέπει να ’τανε τελείως λάθος  αυτή η πεποίθηση – τώρα που τό σκέφτομαι τά παιδιά τών μονοτάξιων φαινόντουσαν να είναι πιο φτωχά) – κι επίσης τώρα εκ τών υστέρων σκέφτομαι ότι πολλοί σπουδαστές θα παρακαλάγανε να τούς βάλουν να κάνουνε «διδασκαλία» εκειπέρα, γιατί στα χωριά τους τέτοια σχολεία μάλλον θα ’χαν τελειώσει κι αυτοί, και θα ξέραν τό κλίμα – πάντως εμείς τά παιδιά αυτά τά λυπόμαστε

υπήρχαν βέβαια και σπουδαστές που φαινόντουσαν ότι είναι τής πόλης, αλλά μερικοί φαινόντουσαν πολύ «χωριάτες», είχανε και προφορά : αυτοί τής πόλης βέβαια ήταν οι αγαπημένοι μας, και παρακολουθούσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και τά ερωτικά τους – μια φορά που μια όμορφη τά ’φτιαξε μ’ έναν όμορφο, είχαμε χαρεί όλοι, τό νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία και τούς πήραμε αμέσως υπό τήν προστασία μας – τούς στέλναμε στα διαλείμματα τά πιο υποστηρικτικά και ενθαρρυντικά μας βλέμματα – αν τύχαινε δε να παρακολουθήσουν μάθημα στην τάξη μας – ή ο ένας απ’ τούς δύο ή, ακόμα πιο θαυμάσιο, και οι δύο μαζί – αυτό ήτανε μεγάλη γιορτή για μάς (τό μόνο που μέ ενοχλούσε ήταν που διέκρινα στο ύφος τους και μια ελαφριά συγκατάβαση – σχεδόν ειρωνεία – όταν τούς δείχναμε πόσο εγκρίναμε τόν έρωτά τους  – και θυμάμαι ότι σκεφτόμουνα απορημένη και ελαφρώς θυμωμένη «καλά, ποιοί νομίζουν ότι είναι, έχουν τό δικαίωμα να χαμογελάνε έτσι ; » (αυτό, για να δείξω ότι η ταξική συνείδηση είναι λίαν πρώιμη, και αδυσωπήτως ανήλεη))

οι χωριάτες λοιπόν είχανε όντως και προφορά : η κοροϊδία έπεφτε πολύ σκληρή, δεν είχαμε καμιά αλληλεγγύη μαζί τους – ούτε οι ανώτεροι ούτε οι λούμπεν : γελάγαμε σχεδόν φανερά και μέσα στην τάξη, τήν ώρα που μάς έκαναν τή «διδασκαλία» τους, ενώ ξέραμε όλοι, τό καταλαβαίναμε τό βλέπαμε αλλά και τό πληροφορούμαστε από τά μεταξύ τους λόγια ότι ήταν η μεγάλη τους δοκιμασία και είχανε πολύ τρακ τή μέρα που  έπρεπε να κάνουνε «διδασκαλία» : όταν απλώς παρακολουθούσαν τό μάθημα, καθισμένοι στους πάγκους που τριγύριζαν όλη τήν τάξη γύρω–γύρω ήτανε αντιθέτως πολύ ήσυχοι – και τόσο καλοδιάθετοι, που αν τούς μιλούσαμε κρυφά ή τούς χαμογελούσαμε, μάς αντιγύριζαν ενίοτε τό χαμόγελο : Μια φορά ένας έπρεπε να μάς διδάξει από τό αναγνωστικό τό μάθημα με τίτλο «Ετοιμασίες για τόν Χειμώνα» : Ξεκίνησε λέγοντας δυνατά και επίσημα : Ετοιμασιές για τούν Χειμουώνα και ακόμα μέ πιάνει σύγκρυο όταν θυμάμαι πώς προσπάθησε να κρύψει τόν πανικό στο βλέμμα του μόλις άκουσε μερικά πνιχτά γέλια : γελάσαμε με τήν καρδιά μας όμως, και φανερά, όλοι μετά στο διάλειμμα και τόν μιμηθήκαμε όλες με τή σειρά μας : τό αστείο έγινε γνωστό και στην οικογένεια (και υποθέτω σ’ όλες τίς οικογένειες) και οι κοροϊδίες για τήν προφορά του έπεφταν για πολύ καιρό σαν γέλιο ακατάσχετο μέσα στο σπίτι από όλους τούς μεγάλους. Μια φορά όμως ένας έκανε τήν καλύτερη διδασκαλία, λέγαμε, που υπήρξε : πρέπει να ’τανε ο καλύτερος αυτός στη δικιά του τήν τάξη, γιατί τόν προλόγισε αυστηρά ο διευθυντής πριν αρχίσει τό μάθημα και μάς ανακοίνωσε ότι αυτή θα ήταν η γενική πρόβα τής διδασκαλίας του, για να κάνει τήν κανονική του, πάλι σε μάς, όταν θα ’ρχότανε ο ανώτερος επιθεωρητής σε λίγες μέρες. Κολακευτήκαμε που διάλεξαν τήν τάξη μας για τή διδακαλία–πρότυπο και παρακολουθήσαμε από τήν αρχή ως τύποι και υπογραμμοί : αλλά δεν χρειάστηκαν πολλά, γιατί σε λίγο μάς είχε συνεπάρει όλους : έπαιξε θέατρο ο τύπος : αλλά τά πίστευε κιόλας :

τό μάθημα που είχε διαλέξει ήτανε τά θρησκευτικά : κάποιο θαύμα – νομίζω αυτό με τό «άρον τόν κράββατόν σου και περιπάτει» : μάς έθεσε φιλοσοφικά ζητήματα, δονούνταν ολόκληρος, δεν μάς διηγόταν απλώς τήν υπόθεση, μάς έβαζε και ερωτήσεις ανάμεσα, κινούνταν μπρος–πίσω και πάνω–κάτω στον χώρο του και στο επίπεδό μας, δεν ανέβηκε ούτε στιγμή στην έδρα, διάλεξε να μιλήσει στον λαό και στο επίπεδο τό δικό του αυτός να κατέβη, και σχεδόν μάς κοίταζε έναν–έναν από κοντά, και μάς άπλωνε αγωνιωδώς τά χέρια, και μάς ρωτούσε, «και πώς έγινε τότε αυτό ; » «και πώς μπορούσε να γίνει τότε αυτό ; » : διάφορα τέτοια : είχαμε υπνωτιστεί : δεν ήταν κάνας ψηλός : χρόνια αργότερα όταν μεγάλωσα και απόκτησα τούς αριστερούς μου φίλους βρήκα αυτό τό πρόσωπο, αυτόν τόν σωματότυπο, αυτόν τόν τύπο ομιλίας, κι αυτή τήν ταλαντούχα θέρμη φανατισμένης φιλικότητας σε κάποιον που δεν είχε ιδέα – κι αν τού έλεγα με ποιον θυμάμαι ότι μοιάζει θα θύμωνε – κι όμως μόνο στην αριστερά τόν ξαναβρήκα αυτόν τόν τύπο –

κρίμα όμως που όταν ήρθε ο επιθεωρητής που τόν περιμέναμε τόσο ανυπόμονα για να ξανακάνουμε τό ωραίο μάθημα, αυτοί τόν πήγανε σε άλλη τάξη : ακούσαμε τό νέο από τόν δάσκαλο σαν βρεγμένοι και ζεματισμένοι γάτοι : έκριναν, είπαν, ότι τό μάθημα αν γινότανε δεύτερη φορά στην ίδια τάξη δεν θα είχε τόν αυθορμητισμό, και συνεπώς και τήν επιτυχία, τής πρώτης φοράς : δεν είχαν ιδέα (διότι μάς είχαν υποτιμήσει) ότι εμείς μπορούσαμε να υποκριθούμε περίφημα και τόν αυθορμητισμό τής πρώτης  φοράς – έτσι λοιπόν κι εμείς δεν ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε ποιοι ήτανε οι τυχεροί τή δεύτερη φορά – διότι εμείς θα μπορούσαμε θαυμάσια να ’μαστε και πάλι αυθόρμητοι, είμαι σίγουρη μάλιστα ότι αν χρειαζότανε θα παίζαμε σαν κανονικοί ηθοποιοί τούς αυθόρμητους – τόσο ταλέντο είχαμε

 

 

η φήμη

 

αυτός ο δάσκαλος που είχαμε όμως στην πέμπτη μάς έκανε ιστορία, και ήτανε φόβος και τρόμος, και παράλληλα ένα τέρας μορφώσεως όπως ψιθυρίζανε γύρω πολλοί : η αλήθεια είναι ότι είχε προηγηθεί η φήμη, με τή γυμνή έννοια τού τρόμου, όταν αφήσαμε για πάντα μια ωραία χρονιά τήν τρίτη μας τάξη, τίς ωραίες γυναίκες δασκάλες, και τήν περίφημη πάνω αυλή : θα κατεβαίναμε λοιπόν τώρα στην κόλαση τής κάτω αυλής, εκεί όπου τριγυρίζανε όλοι οι μεγάλοι, τά σοβαρά, τά αγέλαστα, και οι σπουδαστές – η φήμη δε ήτανε ότι τώρα που είχαμε πια μεγαλώσει θα ’χαμε άντρες δασκάλους, καμμία γυναίκα ποτέ, και επιπλέον ότι δέρναν οι δάσκαλοι : αυτή η φήμη κυκλοφορούσε βουτηγμένη σε μια ασαφή και γυμνή κυριολεξία : τώρα όμως από τήν απόσταση που τό βλέπω ξέρω ότι όλο αυτό ήταν μία φήμη που θέλησε να μάς προετοιμάσει από την αρχή (έχοντας όμως γενικέψει άστοχα) για τό μεσαίο μόνο κομμάτι τής τελευταίας μας τριετίας σ’ αυτό τό κτήριο : γιατί ούτε στην τετάρτη έδειρε ποτέ κανέναν εκείνος ο (κάπως άχρωμος) δάσκαλος, ούτε στην έκτη ο επίφοβος μεν, αλλά και ειρηνικός όπως αποδείχτηκε (μεγάλος) διευθυντής μας : όλη κι όλη λοιπόν η φήμη αφορούσε τό μεσαίο κομμάτι αυτού τού κομματιού – που προκάλεσε όμως, όπως και να τό κάνεις, μια ταραχή και ένα σοκ ασήκωτο, διότι μολονότι ο προηγούμενος και λίγο άχρωμος δάσκαλος δεν έδειρε ποτέ κανέναν, τό ξύλο που έπεσε στην επόμενη τάξη μαζεμένο και έξαλλο, δεν μάς άφησε εν συνεχεία να χαρούμε καν τόν θριαμβευτικό μας προβιβασμό στο τελευταίο πια κομμάτι τής ολοκληρωτικής εξαετίας – δηλαδή τό απολύτως πολιτισμένο (όπως θα αποδεικνυόταν) κλίμα τής έκτης : που όμως, επειδή είχε προηγηθεί ο εφιάλτης τής πέμπτης, κανείς (νιώθαμε – απαισιοδοξώντας σαν μεγάλοι άνθρωποι πια) δεν μάς εγγυώταν ότι θα ήταν μονίμως κι αυτό πολιτισμένο, και δεν θα ανατρεπόταν μια μέρα απροειδοποίητα και αδικαιολόγητα, και δεν θα ’πεφτε ξαφνικά μια μέρα ξύλο κι εδώ :

αυτός λοιπόν ο τραγικός ήρωας τού τρόμου, που μάς έκανε ξαφνικά ιστορία και έδερνε, ήταν όπως είχαμε μάθει (από κουτσομπολιά τών δασκάλων μεταξύ τους – τά αρπάζαμε όλα στον αέρα) ένας πάμπλουτος άνθρωπος, που δεν είχε καμία ανάγκη να δουλεύει, που τά πουκάμισά του κάναν, λέγαν οι μεγάλοι, όσο ένας μισθός του και ήταν και τέρας μορφώσεως : μάς έκανε τήν ιστορία ολόκληρη, από τόν θεμιστοκλή τόν μιλτιάδη και τόν αριστείδη στό πάταξον μεν άκουσον δε, στο πας μη έλλην βάρβαρος, στο εικοσιένα τόν κολοκοτρώνη και τόν ιωάννη μεταξά που είπε τό όχι (αυτό ήταν η αγαπημένη του ατάκα, ο ιωάννης μεταξάς που είπε τό όχι πρέπει να μάς έγινε κάτι σαν υπνοπαιδεία) πέρασα χρόνια και μεγάλωσα πολύ μέχρι να κουνήσω τό κεφάλι μου και να καταλάβω τί ήταν αυτή η πρόταση που μού είχε κολλήσει σα μέρος τής φύσεως και, με κόπο πολύ να τήν αποχωριστώ – έδερνε δε, πιάνοντας με τίς τεράστιες χερούκλες του, και τραβώντας ολόκληρο τό κεφάλι τού αγοριού (μόνο αγόρια έδερνε) πάντα προς τήν ίδια δίφυλλη πόρτα (είχαμε δύο πόρτες στην τάξη – απ’ τήν άλλη μπαίναν οι σπουδαστές) έριχνε λοιπόν με υπεράνθρωπη δύναμη τό κεφάλι τού αγοριού (σαν να ’ταν κάτι τελείως ξεχωριστό απ’ τό σώμα του) προς τήν δίφυλλη πόρτα τής τάξης απ’ τήν οποία μπαίναμε εμείς, (οι πόρτες ήταν από ξύλο σκούρο λουστραρισμένο και απορούσα, πώς δεν άνοιγαν τά κεφάλια τους, αφού τό ύψος από τό οποίο τά έσουρνε και τά χτυπούσε συμφωνούσε με τό χώρισμα ακριβώς από τά νταμάκια τά σκαλιστά, τά οποία έτσι μού φαινόντουσαν ότι γινόντουσαν και μαχαίρια) φωνάζοντάς του δε, μονίμως από τήν πρώτη στιγμή που θα τόν άρπαζε και μετά θα τόν έσουρνε κεφαλοστουμπηδόν μπροστά μας μέχρι να τόν κοπανήσει επιτέλους σα σκουπίδι στα ξύλα τής πόρτας, μονίμως και μονότονα τό ίδιο ακατανόητο «χάσου να βρέξει»

ήταν ένα ανείπωτο μαρτύριο αυτός ο τρόμος και τό ότι εμείς (χωρίς να έχει ποτέ αυτό ξεκαθαριστεί επισήμως) δεν κινδυνεύαμε, δεν μάς παρηγορούσε παρά ελάχιστα : τά αγόρια, απ’ ό,τι θυμάμαι, σούρνονταν και κοπανιώνταν στην πόρτα μ’ ένα είδος ήρεμης μοιρολατρίας χωρίς να φωνάζουν ή να κλαίνε, αλλά οι γκριμάτσες τους και μόνο (όσες μπορούσαμε να διακρίνουμε κάτω απ’ τίς τεράστιες χερούκλες του) τά κλειστά μάτια και τό ανοιχτό στόμα, τά δόντια που εκτίθενταν γεμάτα πόνο, και τά χέρια που καμιά φορά αν τά κατάφερναν προσπαθούσαν να προστατέψουν τό πίσω μέρος τού κεφαλιού από τά κοφτερά νταμάκια (λίγο–πολύ όλα τ’ αγόρια πρέπει να ’χαν περάσει απ’ αυτό τό βασανιστήριο, και συνεπώς όλα ξέρανε τί πρέπει να προστατέψουν) ήταν ένα θέαμα που σού ’κοβε τήν ανάσα, ακόμα κι αν αυτό τό «χάσου να βρέξει» τίς πρώτες φορές νομίζω μάς προκάλεσε ξαφνικό ομαδικό γέλιο – και στα δυο φύλα : έπειτα τό ότι «εμείς δεν κινδυνεύαμε» έκρυβε κι ένα είδος περιφρόνησης για μάς, που δεν μπορούσαμε να τό αγνοήσουμε : σαν να μην είμαστε εμείς κανονικά και πλήρη μέλη τής τάξης : τό μάθημα τό ’κανε προς όλες, μιλούσε και εξηγούσε προς όλες, αλλά ο θυμός του, όταν έκανε λάθος ένα αγόρι, είχε κάτι υπόγεια και έντονα προσβλητικό ως προς τό ότι μάς άφηνε εμάς εκτός : δεν ήταν ακριβώς ιπποτισμός, δεν ήταν φόβος ότι εμείς είμαστε αδύναμες και θα πεθαίναμε αν μάς έκανε τά ίδια, ήτανε μια ανείπωτη και ανέκφραστη υπόγεια υπόδειξη ότι ο κόσμος του δεν μάς περιελάμβανε ακριβώς, ότι εμείς δεν είμαστε άξιες να τού προκαλέσουμε τέτοιον θυμό, όσα κι αν, τή μέρα εκείνη, επίσης κι εμείς δεν είχαμε θυμηθεί παπαγαλίσει και μάθει

πάντως τό ότι είχαμε ασυλία από τό ξύλο μάς εκτροχίαζε και ελαφρώς, και είμαστε σε θέση εμείς να τόν κοροϊδεύουμε ενώ τ’ αγόρια τόν κοιτάζαν μάλλον μονίμως μουτρωμένα και δεν τόν είχαν καμία διάθεση : έτσι μια φορά που ήρθε φορώντας ένα καινούργιο πουκάμισο που ήταν διάφανο, από πολύ λεπτό μεταξωτό ή καλό νάϋλον τέλος πάντων (αυτά τά περίφημα πουκάμισά του που κάναν όσο ένας μισθός του, όπως είχε πει μια δασκάλα σε μιαν άλλη) τά κορίτσια που καθόντουσαν στο πρώτο θρανίο και είχαν τήν ευκαιρία να τά δουν όλα καλύτερα, χάζεψαν όπως φαίνεται κακαρίζοντας απ’ τά γέλια μεταξύ τους όλην τήν ώρα τίς ρώγες τού στήθους να διαγράφονται καφετιές ολοκάθαρα κι ύστερα στο διάλειμμα γύρισαν προς τά πίσω, προς όλην τήν τάξη, και τραβώντας τίς ποδιές τους στο ύψος τού στήθους με δυο λεπτεπίλεπτα δαχτυλάκια διευκρίνισαν κοροϊδευτικά προς εμάς τίς υπόλοιπες : «τά μεμέ τού κυρίου»

εν πάση περιπτώσει αυτό τό τέρας μάς είχε μάθει διάφορα πράγματα που, ενώ με τή συνοδεία τού ξύλου μάς είχαν εντυπωθεί ως εξίσου απεχθή αλλά και φυσιολογικά, πολύ αργότερα, και κατά διαστήματα αρκετές φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου θα διαπίστωνα πως ήταν άγνωστα σε πολλούς, συχνά αριστερούς, νέους φανατικούς για γράμματα, και σχετικά μορφωμένους : θυμάμαι τώρα ας πούμε μία φορά για παράδειγμα, κάποιον γνωστόν που ενδιαφερόμενος ξαφνικά για τή γλωσσολογία νόμισε ότι ανακάλυψε κάτι σπουδαίο διαβάζοντας σ’ ένα σύγγραμμα ότι τό λατινικό αλφάβητο είναι στην πραγματικότητα ελληνικό, και προέρχεται από μια αποικία τών χαλκιδέων : ε, καλά, τού είπα κι εγώ απρόσεχτη, τής ερέτριας είναι, αυτά τά μαθαίναμε στο δημοτικό : μέ κοίταξε σηκώνοντας τά φρύδια του με υποτίμηση και σχεδόν θυμό και είπε «όχι, στο δημοτικό όχι» – τί να τού πεις τώρα, τό ’χουνε οι αριστεροί αυτό τό χούι (αλλά και όλοι οι άντρες γενικότερα) (αυτά τά ’χω μάθει μεγαλώνοντας) τή μια να διαπνέονται από μια αμετακούνητη αυτοπεποίθηση όταν μιλάν με γυναίκες, και τήν άλλη να μη θέλουν γενικά να μάθουν τίποτα αν δεν προέρχεται από άντρα και δη τού κόμματος που συμπαθούν – ή που έχει μια αμετακούνητη και αξιοσέβαστη φήμη

τό χαριτωμένο είναι, και μπορώ να τό πω νομίζω εδώ τώρα που ταιριάζει, ότι ο φίλος αυτός είναι ακριβώς εκείνος που, με τόν σωματότυπο, τά ρητορικά χαρίσματα, και τό διαφωτιστικό του ενγένει πάθος μού θύμισε αμέσως σχεδόν μόλις τόν γνώρισα κείνον τόν σπουδαστή τής θρησκευτικής διδασκαλίας (με τό «τί νομίζετε ότι έγινε μετά λοιπόν παιδιά ; » και «γιατί έγινε αυτό λοιπόν παιδιά ; » και τά λοιπά εκφραστικά χούγια τού ταλαντούχου προσηλυτιστή)

 

 

κτήριο – τά κτήρια

 

εξωτερικά τό σχολείο μας ήταν ωραίο – λοιπόν επειδή μέ πιάνανε κάτι πρωθύστερες νοσταλγίες όταν ήμουν παιδί (οι μεθύστερες ήταν αντιπαθητικές, δεν μέ πιάναν ποτέ : ως προς τίς πρωθύστερες όμως ας πούμε, θυμάμαι μια φορά στην έκτη, που μπήκα ενώ ήτανε διάλειμμα (κάτι είχαμε ξεχάσει στο παιχνίδι, ίσως μια μπάλα, δεν θυμάμαι πια κι έτρεξα πάνω να τήν πάρω) (τά γήπεδα ήταν χαμηλότερα, ήταν οι πιο κάτω αυλές κι από τίς πιο κάτω αυλές) τρέχοντας λοιπόν τότε προς τήν τάξη άνοιξα τήν πόρτα (με τά νταμάκια) κι ετοιμάστηκα να στρίψω προς τό θρανίο μου (που ήταν πάντα αρκετά πίσω (αλλά ποτέ τελευταίο, προτιμούσα τό τρίτο από τό τέλος – από πίσω μου είχα μονίμως λοιπόν κάποιους λούμπεν – μια χαζή που μού κόλλαγε ενώ έλεγε ότι έχει ο μπαμπάς της ρολλς–ρόϋς, και μ’ είχε ρωτήσει μάλιστα μια φορά στο σχόλασμα δεικτικά «δεν ξέρεις τί είναι ρολλς–ρόϋς ; ») αλλά κυρίως έναν περίεργο, εξόχως ευγενικόν, που μέ ρώταγε ακουμπώντας τό κεφάλι του στον λαιμό μου και μες στα μαλλιά μου για να μάθει δήθεν κάτι στη διάρκεια τού μαθήματος (αυτός κάποια φορά πάλι μου ’χε πει με πραγματική απορία : «δεν ξέρεις τί είναι βουλκανιζατέρ ; » καθώς ανακοίνωνε ότι αυτή τή δουλειά έκανε ο πατέρας του) (αργότερα τήν ίδια χρονιά που έγινε στα αγόρια μόδα να μάς κουβαλάν τίς τσάντες μόλις ερχόμαστε τό πρωί ( : να περιμένουν απάνω στις φαρδιές σκάλες που οδηγούσαν προς τήν κάτω αυλή – και μόλις έβλεπαν αυτή που ήθελαν, να καβαλάνε τά πλαϊνά μαρμάρινα τής σκάλας και κάνοντας έτσι μια γρήγορη τσουλήθρα να ’ρχονται και να στέκονται δίπλα μας ρωτώντας, δήθεν υποταγμένα και εμφανώς ιπποτικά, «θέλεις να σού πάρω την τσάντα ; » (μού φαίνεται τώρα αδιανόητο που δεν σκεφτήκαμε ποτέ καμιά μας να πει «όχι», παίρναν λοιπόν τήν τσάντα κι ανεβαίνανε από τίς σκάλες τώρα, πιο γρήγορα προσπαθούσαν από εμάς, προς τήν τάξη) (όταν τέλειωνε κάθε φορά τό έθιμο αισθανόμαστε κάπως  χαμένες αλλά δεν τό ομολογούσαμε φυσικά, ούτε τούς κοροϊδεύαμε ιδιαίτερα – εμείς δεν κάναμε έθιμα με κείνους αλλά κάναμε έθιμα μεταξύ μας, είχαμε συλλογές ας πούμε, και τό είδος τής συλλογής, αν θα ’τανε ηθοποιοί ή σημαίες ή χαρτοπετσέτες ή σκουμπιντού πάλι οριζότανε ξαφνικά, αορίστως από κάπου, κι ακολουθούσαμε όλες – μέχρι ν’ αλλάξει πάλι η μόδα – αυτές οι μόδες ήτανε ξαφνικές λοιπόν και δεν προειδοποιούμαστε : απλώς μια ωραία ημέρα κάναν όλοι τό ίδιο, οτιδήποτε ίδιο ξαφνικά, στην αρχή απορούσαμε, μετά τό απολαμβάναμε, και τό  ίδιο ξαφνικά μια ωραία ημέρα τό έθιμο εξαφανιζότανε – στη διάρκεια αυτού τού εθίμου τότε, εγώ έβλεπα αυτόν με τό βουλκανιζατέρ να μέ περιμένει κάθε μέρα πάνω–πάνω και καθώς ήταν και λίγο στρουμπουλός, είχε πλάκα όπως έκανε μετά τήν τσουλήθρα του κι ελαφρώς ιδρωμένος ρωτούσε κοιτώντας με καλά–καλά (είχε πολύ ωραία κατάμαυρα μάτια πρέπει να πω)  «να σού πάρω τήν τσάντα ; » τόν συμπαθούσα ιδιαίτερα αν και ήμουν ερωτευμένη με άλλον, που ήταν ερωτευμένος με άλλην (μία από τά πρώτα θρανία))) όταν ξαφνικά λοιπόν σταμάτησα και κοίταξα τά θρανία σαν κεραυνόπληκτη : η άφωνη έρημη τάξη έβγαζε μια μουσική στους ήχους τής οποίας ανεβοκατέβαιναν κάτι τελείες σκόνης και ηχούσε ένας ήλιος που έμενε έξω από τά δεν θυμάμαι πόσα παράθυρα με τίς κουρτίνες στριμωγμένες στο πλάϊ κι ολάνοιχτες : και πάνω κει στα θρανία ήτανε αφημένα πεταμένα παρατημένα, σχεδόν με μια φροντίδα ζωγράφου (και παρτιτούρα συγχρόνως μουσικού) πολύχρωμα ρούχα μπουφάν τετράδια ανοιχτά, μολύβια χρώματα πλαστελίνες και θυμάμαι τήν κεραυνοπληξία που ένιωσα και είπα μέσα μου κάτι σαν «αυτός είναι ο τελευταίος μου χρόνος εδώ, αυτό δεν θα τό ξαναδώ» – και αυτό είναι τό πρωθύστερο που σού έλεγα : αυτό λοιπόν ακριβώς μού συνέβη μια μέρα ξανά εξαιτίας τού ότι τό σχολείο μας ήτανε όμορφο : τί όμορφες που είναι οι άσπρες κολώνες με τούς κόκκινους τοίχους πιο πίσω, είπα μια μέρα καθώς τό είδα από απέναντι να πλησιάζει όπως περπατούσα τό πρωί φορτωμένη με τήν τσάντα για να μπω μέσα, και είχε ησυχία ο δρόμος με τά δέντρα, αυτοκίνητο δεν περνούσε, και τό είδα ξαφνικά για πρώτη φορά από μακριά σαν κτήριο

 

 

 

 

και τό λέω αυτό τώρα (ενώ ίσως δεν ταιριάζει ιδιαίτερα, ή δεν ταιριάζει και καθόλου τώρα αυτό που τό λέω) γιατί, με τήν αφορμή τού κυρίου τής πέμπτης που σού είπα, και τού ξύλου που σού περιέγραψα πως τρώγανε τά παιδιά, είχα σκεφτεί πιο πριν (λίγο πιο πάνω) ότι υπήρχανε κι άλλα παιδιά στη γειτονιά πάντως (και για τά οποία ήτανε σα να μη νοιάζεται ποτέ κανείς) και τά οποία πιθανώς να τρώγανε τό ίδιο ή και περισσότερο ξύλο και – δεν ξέρω γιατί τήν είχα αυτή τήν εικόνα κατασκευάσει, από τότε δηλαδή, ότι σε κείνα τά παιδιά ούτε τά κορίτσια δεν θα γλυτώναν τό ξύλο – αυτό τό σκεφτόμουνα με σιγουριά μολονότι δεν ξέρω γιατί

ήταν μάλιστα πολύ κοντά μας αυτά τά παιδιά – δίπλα δηλαδή σχεδόν στο νεοκλασικό συγκρότημα τό δικό μας, υπήρχε, στην ίδια ακριβώς γειτονιά, δυο δρόμους παρακάτω, ένα κανονικό δημόσιο δημοτικό : ήτανε στριμωγμένο ανάμεσα σε κάτι παλιόσπιτα και αυλές που θυμίζανε φτώχεια άλλων εποχών, και που θα γκρεμίζονταν όλα γρήγορα για να γίνουν πολυκατοικίες : και έστεκε στενό στριμωγμένο κι ανύπαρκτο, χωρίς τίποτα να φαίνεται (αυτό ειδικά) να τό απειλεί με  γκρέμισμα : όλοι επίσης φαινόντουσαν να τό θεωρούνε κανονικό σχολείο, και είχε για όνομα έναν αριθμό, ήτανε τό δεκατοπέμπτο : τριγύρω όλα τά σπίτια τής περιοχής (άλλα χαμόσπιτα κι άλλα νεοκλασικά) γκρεμιζόντουσαν για να γίνουν πολυκατοικίες, κι άλλες πολυκατοικίες είχαν ήδη χτιστεί (εκεί κοντά ήταν κι η δικιά μας γι’ αυτό και μπορούσα να τό βλέπω με τήν άνεσή μου αυτό τό δημοτικό) (από τό μπαλκόνι όταν δεν είχαμε μαθήματα, δηλαδή τό απόγευμα – γιατί αυτό τό σχολείο είχε φασαρία  μαθήματα και παιδιά, και πρωί και απόγευμα) : ήτανε πήχτρα στα παιδιά :

τώρα που τό σκέφτομαι, ήτανε φυσιολογική κατάσταση για τόν δρόμο μας η ύπαρξη τού στριμωγμένου και σχεδόν αφανούς σχολείου αυτού, που μπορεί να μη φαινότανε (φαινότανε μόνο η πόρτα του, μια στενή πόρτα μονίμως ανοιγμένη, και μέσα από τήν πόρτα έβλεπες (αν κρυφοκοίταζες) έναν στενό διάδρομο : αυλή δεν υπήρχε (τά παιδιά βγαίναν στον δρόμο μας για διάλειμμα) και αριστερά αυτού τού διάδρομου ήταν τό κτήριο με τίς υποτιθέμενες τάξεις), μπορεί λοιπόν τό σχολείο να ’ταν σχεδόν ανύπαρκτο και να μην φαινότανε, αλλά ακουγότανε σίγουρα : μαζί με όλους τούς άλλους θορύβους που φτιάχναν τήν αέναη μουσική τού δρόμου μας, τά τούβλα, τά σφυριά, τά μπετά, τίς φωνές τών εργατών τίς κοροϊδίες τους, και τά κατά διαστήματα  στεντόρεια (πάντα λαϊκά και πάντα άγνωστα) τραγούδια τους πάνω στις σκαλωσιές (όλος αυτός ο διαρκής και μόνιμος θόρυβος τών πολυκατοικιών που υψώνονταν αφού είχε προηγηθεί ο άλλος θόρυβος από τά νεοκλασικά που γκρεμίζονταν (ένας θόρυβος λίγο διαφορετικός τότε, κυρίως θόρυβος μπουλντόζας και σφυριών, τραγούδια καθόλου, άλλωστε ο θόρυβος τής μπουλντόζας δεν τά επέτρεπε – και η μόνη μουσική ήταν ένας θρηνητικός και δειλός και διστακτικός επικήδειος από μέσα μου, για τά πανέμοφα σπίτια, τίς πανέμορφες βεράντες, τίς πανέμορφες κολώνες που γκρεμιζόντουσαν)) τόσο αυτονόητοι οι θόρυβοι από τήν αρχή (όταν αργότερα εξαφανίστηκαν (άργησα να καταλάβω ότι όλα είχαν γκρεμιστεί, και δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πια να χτιστεί) μού φάνηκε σαν κάτι πολύ ανώμαλο στην αρχή αυτή η σιωπή, ήταν πραγματικά σαν ησυχία νεκροταφείου, σα σιωπή μετά από κηδεία, τέλος πάντων) και ερχόταν λοιπόν να συμπληρώσει τή χορωδία σαν μετρονόμος τό κουδούνισμα, κάθε μια ώρα, τού σχολείου για τά διαλείμματα (και αμέσως σχεδόν ακολουθούσε θορυβωδώς η θριαμβευτική επέλαση τών παιδιών προς τόν δρόμο και τό κυνηγητό τους τά ουρλιαχτά τους και τό παιχνίδι τους)

και, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν άγριο και αχόρταγο τό παιχνίδι τών παιδιών, στον δρόμο που χρησίμευε για αυλή τους, αλλά οριοθετούνταν νοητά σε μια γεωγραφία που τή σέβονταν (δεν ξέρω γιατί) και δεν τήν παραβίαζαν ποτέ : σα να ’χαν ένα βιολογικό αίσθημα γεωμετρίας από τή γέννησή τους αυτά τά παιδιά, ή σα να υπήρχαν χαραγμένες γραμμές κάτω στον δρόμο που λειτουργούσαν στο μυαλό τους σαν πανύψηλα και σεβάσμια τείχη, η υποτιθέμενη αυλή τους δεν ξεπέρναγε ποτέ κατά κανόνα αυτό τό ελάχιστο πλάτος τού ίδιου τους τού σχολείου : ποτέ δεν απλώθηκαν σ’ όλον τόν δρόμο δηλαδή : παίζανε φωνάζανε τρέχανε και κυνηγιόντουσαν στο μικρό ορθογώνιο έξω στον δρόμο που αντιστοιχούσε ακριβώς στο πλάτος τής αξιολύπητης πρόσοψης τού στενού τους σχολείου :

 

 

επομένως δεν παίζανε όλα : γιατί τό σχολείο είχε άπειρα παιδιά και η απόδειξη είναι ότι όταν σχολάγανε ο δρόμος πλημμύριζε : ποιος ξέρει, ίσως κληρώνανε μεταξύ τους βάρδιες παιχνιδιού και ξεσαλώματος εκ περιτροπής για τά διαλείμματα – και τότε ίσως τά υπόλοιπα παιδιά να μέναν να κυνηγιώνται μέσα στις τάξεις ή τόν στενό διάδρομο που αποτελούσε τόν μόνο «εξωτερικό χώρο» τού σχολείου, όπως βλέπαμε όσες κρυφοκοιτάζαμε

πάντως ήταν φυσιολογικά παιδιά, και καλά παιδιά, και τό ξερω γιατί είχα κάνει μια φίλη από κει : δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε αλλά μάς ένωσε μάλλον τό πάθος μας τότε για τίς συλλογές που είχαμε (οι μόδες και τά έθιμα που έλεγα κάπου παραπάνω πιο πριν, ήτανε διασχολικά και πανανθρώπινα όπως αποδείχτηκε φαινόμενα, δεν αφορούσαν μόνο τή δικιά μας τήν τάξη) μάλιστα νομίζω ότι μ’ αυτό τό κοριτσάκι γνωριστήκαμε πάνω στην εποχή τής συλλογής τών χαρτοπετσετών : Θυμάμαι που συναντηθήκαμε μια μέρα στον δρόμο και μού έφερε τό δικό της άλμπουμ και έφερα κι εγώ τό δικό μου, και πήγαμε μετά στο σχολείο μου στην αυλή με τίς κούνιες και τά κοιτάξαμε με τήν ησυχία μας, ανταλλάξαμε και μερικές χαρτοπετσέτες (είχα κάποιες που πολύ τίς καμάρωνα (κάτι νομίζω αγγλικές), κι είχε κι αυτή μερικές σπάνιες (κάτι νομίζω ισπανικές)) και ύστερα κάναμε κούνια για αρκετή ώρα θυμάμαι, μιλώντας και λέγοντας τά βάσανά μας

στο σχολείο τό δικό μου τό απόγευμα που ήταν έρημο αν έμπαινε κανένα παιδί να κάνει κούνια, ή να παίξει στις πιο κάτω αυλές μπάλα, δεν τό ενοχλούσε κανείς : υπήρχε φύλακας, αλλά ήταν σαν αόρατος, ήταν ευγενικός και δεν τού έδινε κανείς σημασία, δεν μάς είχε ενοχλήσει ποτέ, ούτε όταν πήγαινα με φίλους μου αγόρια από τήν πολυκατοικία να παίξουμε ποδόσφαιρο στις κάτω αυλές μάς ενόχλησε κανένας – Ήταν ένα ήρεμο και γλυκό και πολύ έξυπνο κοριτσάκι, από τίς καλύτερες φίλες που είχα, και μάς θυμάμαι να κάνουμε κούνια στην πάνω αυλή μερικά ήρεμα απογεύματα ενώ ο ήλιος έπεφτε στα τσιμέντα και τά πλακάκια, και ηχούσε τό τρίξιμο τής κούνιας από τά μέταλλα και οι ήσυχες κουβέντες, και τά σιγανά γέλια

 

 

ο όρκος (αριστεία γ΄)

 

κάπου εκεί, προς τή μέση τής έκτης τάξης έγινε πάντως κάτι ασήμαντο και αστείο, που άλλαξε ελαφρώς και τήν από χρόνια εξασφαλισμένη μας ρουτίνα και ησυχία, και γι’ αυτό τό παρακολουθήσαμε λίγο στην αρχή ως αξιοπερίεργο, διασκεδάζοντας κάπως – και μετά βαρεθήκαμε να τό παρακολουθούμε (νομίζω ότι συμφωνήσαμε όλοι σύντομα πως παραήταν ηλίθιο) : ήρθανε δυο καινούργιοι μαθητές δηλαδή να γραφτούνε στη μέση τού χρόνου (τά περί κλήρωσης επομένως πήγαιναν τώρα εμφανώς περίπατο) και ο διευθυντής μας μάς τούς σύστησε λίγο επίσημα και πολύ φιλικά, παιδιά θα έχετε και δύο καινούργιους συμμαθητές από δω και μπρος, είναι ο τάδε και η τάδε – δεν νομίζω ότι τό είπε ο ίδιος ότι τά νέα αυτά φρούτα (που μας κοιτάζανε ελαφρώς με χαμογελαστό και καταδεχτικό ύφος (θυμίζαν εντελώς τούς σπουδαστές)) ήρθανε από τήν επαρχία, αλλά δεν χρειαζότανε γιατί έγινε σαφές πολύ γρήγορα : δεν είναι ότι είχανε ακριβώς προφορά (αν και είχανε και λίγη προφορίτσα – ο ένας ας πούμε λαρισαίϊκη κι ο άλλος καρδιτσιώτικη (κατά προσέγγιση τά λέω τώρα)) αλλά όλα πάνω τους μύριζαν επαρχία, κυρίως τό ότι εμφανώς δείχναν ότι νόμιζαν ότι πρέπει να είναι πρώτοι – Ο διευθυντής τούς κάθισε αμέσως και επισήμως στην πρώτη σειρά δεξιά, και τούς δύο μαζί, τούς είχε πάρει υπό τήν εύνοιά του (ήταν σαφές πώς κάποια μεγάλα μέσα είχαν πέσει για νά ’ρθουν δυο επαρχιώτες από τά χωριά τους (και χωριστά, δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, φάνηκε αμέσως αυτό) στη μέση τού χρόνου, προφανώς για να τελειώσουν ένα «καλό σχολείο» : σιγά τά αίματα : εμείς βέβαια δεν είχαμε ιδέα τότε από αυτά, τούς αντιμετωπίσαμε απλώς σαν αξιοπερίεργα και διασκεδαστικά νούμερα (είχαμε κάθε δικαίωμα γιατί αυτοί νομίζανε ότι εδώ που ήρθανε θα γινόντουσαν τίποτα αγώνες για πρωτεία, και ποιος θα βγει πρώτος και διάφορα τέτοια χαζά) (που όμως γίνονταν ίσως στην επαρχία)) –

μοιάζανε με τούς σπουδαστές, αλλά δεν μοιάζανε μεταξύ τους – αυτός ήτανε παχουλός και είχε φάτσα σα μωρό και σα γουρουνάκι μαζί, κι αυτή ήταν ψηλή κι αδύνατη με οστεώδες πρόσωπο και κάτι λαϊκότροπο και παλιομοδίτικο μαζί στην έκφραση – δεν ήτανε πάντως κακά παιδιά, ήτανε μάλιστα επιδεικτικά ευγενικοί με μάς τούς υπόλοιπους αλλά ρίχτηκαν σ’ έναν αγώνα για τό ποιος θα ’ναι πρώτος πράγμα που πήρε τή μορφή μιας διαρκούς κι ακατανόητης μονομαχίας μεταξύ τους, όπου η μόνη της ανάσα ήταν ίσως όταν κατάλαβαν πως η υπόλοιπη τάξη δεν τούς ακολουθούσε, αδιαφορούσε, και θα τούς άφηνε εντελώς ανενόχλητους : (φαντάζομαι ότι κατάληξαν από μέσα τους πως τά παιδιά τής αθήνας είναι κάπως χαζά και καθυστερημένα) : αυτό ακριβώς ήταν και τό επαρχιώτικο στοιχείο στη συμπεριφορά τους, τό ότι δεν κατάλαβαν ούτε στιγμή, ούτε για ένα τέταρτο, πού βρίσκονται – είχαν αυτό τό είδος τυφλότητας προς τό, οποιοδήποτε, περιβάλλον – και προσήλωσης προς τό, οτιδήποτε, θεωρούσαν καθωσπρέπει και σημαντικό, που χαρακτηρίζει μερικούς πολύ βλάκες ανθρώπους : αγωνίζονταν λοιπόν μεταξύ τους ποιος θα βγει πρώτος στα μαθήματα και τό πετυχαίνανε να είναι και οι δύο πολύ καλοί, και να παπαγαλίζουνε τόν κύριό μας άριστα, αλλά τό γιατί έπρεπε αυτό να γίνεται, ήταν και παρέμεινε για μάς τούς υπόλοιπους ένα μυστήριο : ήταν δηλαδή αξιοπερίεργοι όπως κάτι ζουζούνια που πετάνε ξαφνικά στο δωμάτιο έχοντας στήσει έναν καυγά – τό ότι μάχονται μεταξύ τους είναι σίγουρο, τό καταλαβαίνεις απ’ τίς κινήσεις τους, και πολλές φορές κι απ’ τούς ανεπαίσθητους θορύβους που κάνουν τά φτερά και τά ποδαράκια τους όπως παλεύουν – αλλά ακριβώς επειδή είναι έντομα, δεν μπορείς να έχεις ιδέα περί τού τίνος καυγαδίζουν –

(αυτό γίνεται καμιά φορά κι άμα γαμιώνται, αλλά τότε εκεί υπάρχει διαφορά, και στους ήχους, και στις κινήσεις τών ποδιών, για όποιον έχει παρακολουθήσει τά έντομα)

κάτι γινόταν λοιπόν που δεν τό καταλαβαίναμε – λόγια δεν λέγονταν αλλά σαν να σκοτωνόντουσαν κάποιοι εκειπέρα μπροστά μας χωρίς λόγια

πάντως ήτανε καλά παιδιά – παρέες και φιλίες δεν μπορώ να πω ότι έκαναν, αλλά όταν σε κάνα διάλειμμα γύριζαν πίσω και μιλούσαν σ’ εμάς τούς υπόλοιπους ήταν ευγενικοί – ο χοντρούλης πολύ χαμογελαστός, και η ξερακιανή μ’ ένα κάπως επιθετικό και ντόμπρο υποτίθεται ύφος : αλλά τό πόσο δεν θα τά κατάφερνε ποτέ να γίνει μέρος τής τάξης μας τό έδειξε ακριβώς με τήν πιο χαριτωμένη ας πούμε, και ένδοξη και γενναία της πρωτοβουλία και στιγμή : είχαμε πάει μια εκδρομή κι είμαστε μέσα στο πούλμαν – και ξαφνικά σηκώθηκε μπροστά–μπροστά να μάς τραγουδήσει – και τό ίδιο τό ότι σηκώθηκε να μάς τραγουδήσει, αλλά και τό είδος τού τραγουδιού που διάλεξε να πει, όλα φωνάζανε από μακρυά πως νόμιζε ότι είμαστε πια ένα, και πώς είχε ενσωματωθεί απολύτως : έτσι έβαλε τά χέρια στη μέση (κι άλλοτε τά σήκωνε και προς τ’ αριστερά ή δεξιά) στήθηκε μπροστά σε όλους εκεί, στον στενό διάδρομο τού πούλμαν και καθώς αυτό έπαιρνε τίς στροφές του, αυτή μάς απέδειξε με πολύ κέφι ότι δεν είχε ιδέα πού βρίσκεται (και ούτε θα αποκτούσε ποτέ)

γιατί εμείς, τά τραγούδια που λέγαμε ήτανε πάντα μοντέρνα, όπως εκείνο τό

μαρίνα μαρίνα μαρίνα / τι βόλιο πουπρέστο σποζά /
ο μια μπέλ’ αμόρε κλπ, κλπ, / ο νο νο νο νο νο /

και τά λαϊκά τά ’χαμε μόνο για να γελάμε – όπως όταν μια φορά που περπατάγαμε με τή φίλη μου στο δρόμο προς τή βασιλίσσης σοφίας για να πάμε σπίτι της (σε κείνο τό υπέροχο κτήριο τό ροζ – υπάρχει ακόμα – είχε θυμάμαι ακόμα και στους ατέλειωτους μακριούς του διαδρόμους ένα σκούρο παρκέ) (και η οποία, μιαν άλλη μέρα, βλέποντας εκείνην τήν πολύ όμορφη (και γλυκιά) κυρία στον δρόμο (τήν καμαρώναμε συχνά γιατί έμοιαζε και με μια ηθοποιό) ανακοίνωσε εντέλει αποφθεγματικά ότι «αυτή είναι η γλύκα τού κολωνακιού» (διότι τέτοια ήταν τά ελληνικά και τά λαϊκά που ξέραμε εμείς, και μού άρεσε πάρα πολύ αυτή η πρόταση (και η γενική βέβαια) ώστε τήν επαναλάβαινα κι εγώ όσο μπορούσα, όταν είχα καμιά ευκαιρία – πάντα μακριά απ’ τή μάνα μου) και αισθανόμουνα ότι έχουμε μια επιπλέον αλληλεγγύη με τή φίλη μου, τών οποίων και οι δύο μαμάδες, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν γλύκες, αλλά μάλλον ψηλομύτες ξυνές)) λοιπόν καθώς πηγαίναμε προς τό σπίτι της στάθηκε στη μέση τού πεζοδρομίου, για να μού δείξει πώς είναι μερικά λαϊκά, και κουνώντας τά χέρια πάνω απ’ τό κεφάλι άρχισε να τραγουδάει πολύ ωραία «σήκω χόρεψε κουκλί μου, να σέ δω να σέ χαρώ, τσιφτετέλι τούρκικο» και μού φάνηκε πολύ αστείο (κυρίως βέβαια η λέξη κουκλί) και έπεσα κάτω απ’ τά γέλια (που λέει ο λόγος) και πάντως κάναμε πολλή φασαρία εκεί πάνω στο πεζοδρόμιο και οι δύο φωνάζοντας : άκου κουκλί : αλλά και η λέξη τσιφτετέλι ήτανε πολύ αστεία, και εντελώς καινούργια

λοιπόν αυτή σηκώθηκε κεφάτη, και νομίζοντας ότι μάς έχει μάθει, όλες και όλους, και ότι έχει ενσωματωθεί απολύτως, βάζοντας τά χέρια στη μέση τραγούδησε εκείνο τό « η μάνα ο πατέρας κι ο αδελφός μου / λένε πως έχασα τό νου μου και τό φως μου / λένε πως είμαι μια τρελλή / αφού αρνήθηκα πολύ / να παντρευτώ έναν γεράκο παραλή »

και που είχε τό πολύ γνωστό (θα νόμιζε φαντάζομαι (αλλά οπωσδήποτε και ρυθμικό)) ρεφραίν :

μα εγώ αγαπώ έναν τύπο
έναν τύπο καταπληκτικό
που ’χει βρει τής καρδιάς μου τόν κτύπο
έναν τύπο παιδί λαϊκό

έναν τύπο με λίγους παράδες
που γι’ αυτό δε μέ νοιάζει σταλιά
έναν τύπο με λίγες κουβέντες
μα με γλύκα πολλή στα φιλιά / λαλαλαλαλαλαλα

και σήκωνε και τά χέρια απ’ τή μέση κι έκανε στον αέρα διάφορα σχέδια, όπως κάναν φαντάζομαι ότι φανταζότανε οι διάφοροι τραγουδιστές

διασκεδάσαμε πολύ κι όταν τέλειωσε, αφού μάς πέρασε λίγο η έκπληξη και η αμηχανία και η σχετική παγωμάρα που πρέπει να έπιασε στην αρχή εκεί τά πρώτα καθίσματα, νομίζω ότι μερικές χειροκροτήσαμε κιόλας μαζί με τά γέλια – άλλωστε εκδρομή είμαστε – Όμως από τά πίσω καθίσματα ξαφνικά, που ήταν κυρίως αγόρια (μεσαία και λούμπεν, και σίγουρα τά πιο επιθετικά) ακούστηκε ένας που σαν να ανέλαβε να σώσει τήν τιμή τής τάξης – κι έτσι από τό βάθος και τή σκοτεινιά τού πούλμαν αναδύθηκε μια φωνή :

– άντε από δω μωρή χαζή

σιωπή επακολούθησε (σιωπή δίσημη : απ’ τή μια νιώσαμε πλήρεις που κάποιος έσωσε τήν τιμή τής τάξης, κι απ’ τήν άλλη τό βρισίδι προς τήν ξένη ήταν σίγουρα ένα έμμεσο βρισίδι και προς εμάς, τά κορίτσια γενικά) κι έτσι κάτσαμε λίγο στη σιωπή και ύστερα στραφήκαμε ο καθένας με τήν παρέα του στα δικά του, και κοιτάζαμε απ’ τό παράθυρο τά τοπία και τό ξεχάσαμε Αλλ’ αυτή όπως φαίνεται, όχι : κι έτσι σε λίγο ξανασηκώθηκε στη μέση τού διαδρόμου και φώναξε τήν πληρωμένη (και γεμάτη αξιοπρέπεια) απάντηση :

– ευχαριστώ πολύ γιάγκο

(αλλά δεν απαντούσαν έτσι στον γιάγκο : η απάντηση στο «άντε από δω μωρή χαζή» ήτανε ένα, εξίσου άγριο, «άντε από δω μωρέ χαζέ», κι όχι «γιάγκο, σ’ ευχαριστώ πολύ» : αυτό, μολονότι τό θαυμάσαμε με τό στόμα (κρυφά) ανοιχτό, μάς επανέφερε στην τάξη γιατί απόδειξε ότι αυτή δεν ανήκε, ό,τι και να ’κανε, στην τάξη μας)

γενικά λοιπόν, οτιδήποτε γινότανε μ’ αυτούς τούς δύο απόδειχνε ότι δεν καταλαβαίνανε τίποτα (ο γουρουνίτσος ήταν σοφά πιο απόμακρος και προσεκτικός) – και τήν ώρα που στα γράφω τώρα αυτά (πράγμα που αποδεικνύει ότι τό γράψιμο ενισχύει τή μνήμη) (ενώ από μια άλλη άποψη τή σβήνει κιόλας, γιατί είναι γεγονός ότι τήν ώρα που γράφεις κάτι, αυτό σα να  εξαφανίζεται) θυμήθηκα ότι ήτανε και οι δύο παιδιά στρατιωτικών : ναι, μάλιστα, έτσι εξηγείται και τό δυνατό μέσο για νά ’ρθουνε καρφωτοί μεσοχρονίς στο σχολείο (τί κλήρωση και ξε–κλήρωση και αρχίδια καλαβρέζικα (βέβαια είχαμε κι άλλα παιδιά στρατιωτικών αλλά μένανε στην αθήνα – ήτανε όλα κατά σύμπτωση αντιπαθητικά, αλλά μένανε στην αθήνα – αυτά τά δύο πρέπει να ’χανε γυρίσει με τά στρατιωτικά έθιμα όλες τίς επαρχίες))

 

 

μετά τό δημοτικό δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, παρά μόνο εγώ θα ξανάβρισκα τόν γουρουνίτσο (από πολύ μακριά εννοείται, κι από τό τέλος μιας ξύλινης αίθουσας) μία μοναδική μέρα στο πανεπιστήμιο (και κάτω από τίς πιο γελοίες συνθήκες) : τή μέρα δηλαδή τής ορκωμοσίας τών πρωτοετών

στην οποία πήγαμε με τή φίλη μου – και ποιος ξέρει δηλαδή γιατί πήγαμε σε κείνη τήν ορκωμοσία τών πρωτοετών ; κατά πάσα πιθανότητα επειδή είμαστε πρωτοετείς – τό πανεπιστήμιο ήτανε πεθαμένο –

πήγαμε λοιπόν από περιέργεια με τήν κολλητή μου από τό λύκειο (που η χούντα τό ξανάκανε γυμνάσιο, ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί) και καθώς είχαμε μπει με τίς 5 πρώτες θα παίρναμε μία υποτροφία – πράγμα πολύ ωραίο καθώς μάς βόλευε για να φύγουμε απ’ τό σπίτι μας και να πιάσουμε δικό μας : είμαστε λοιπόν ευτυχείς και πιστεύω ότι τήν ορκωμοσία θα μπορούσαμε να τή γλυτώσουμε αλλά πήγαμε : τό πανεπιστήμιο ήτανε πεθαμένο

η αίθουσα ήτανε πήχτρα και τριγυριζότανε από αυτά τά καφετιά λουστραρισμένα ξύλα που συχαίνομαι : δεν ξέραμε φυσικά κανέναν και χωθήκαμε πίσω πίσω πίσω, στο τέλος τής τεράστιας αίθουσας έτσι που να ’χουμε πλήρη εποπτεία τού τί βλακείες θα γίνονταν : μπροστά μπροστά φυσικά δεν βλέπαμε, θα υπήρχε κάποιο έδρανο, θα ’ταν μαζεμένοι μάλλον τίποτα καθηγητές : για αρκετή ώρα έβγαινε από κει μια αναστάτωση πάντως, κι ο γνωστός θόρυβος από έντομα που κάνουν μεταξύ τους τελετές ακατανόητες : κι ύστερα μια καταγέλαστα αυστηρή φωνή ακούστηκε να προλογίζει και να μάς ενημερώνει ότι από τούς νεοεισελθόντες αυτός που ’χε μπει πρώτος στη νομική, θα διάβαζε τόν όρκο, και οι υπόλοιποι έπρεπε να σηκώσουν τό ένα χέρι με τρία δάχτυλα ενωμένα, για να ορκιστούνε μαζί του : κι αμέσως μετά ακούστηκε μια αγέλαστη φωνή να διαβάζει ένα αλαμπουρνέζικο κείμενο εις άπταιστον αρχαϊκήν : μεγάλο μέρος από τό πλήθος, οι μπροστά–μπροστά τά βλήτα, είδαμε να σηκώνουν τά χέρια τους ενώ για πολλή ώρα τό αρχαΐζον κείμενο συνεχιζόταν στομφώδες και ακατανόητο : επειδή κρατούσε πολλή ώρα άρχισαν να διαχέονται στην αίθουσα ενοχλημένοι ψίθυροι, που στο τέλος, όταν έφτασαν σε μάς, δεν ήταν πια ενοχλημένοι αλλά ξεκαρδισμένοι : ένα γενικό υπόγειο φτύσιμο σα φίδι διέσχισε τήν αίθουσα κι έφτασε ώς πίσω : δεν τό διαβάζει, έλεγαν, τό λέει απέξω : «καλέ, τό βούρλο δεν τό διαβάζει, ο σπασίκλας τό λέει απέξω» : για όλες τό νέο μπορεί να ήταν ξεκαρδιστικό και απίστευτο, αλλά όχι για μένα : ήδη μού είχε χτυπήσει ένα ανατριχιαστικό σφυρί στο κεφάλι, διότι τό όνομα και η φωνή ήταν απείρως γνωστά – δεν είπα τίποτα γιατί δοκίμαζα κείνη τή φρίκη τού να βρίσκομαι απροειδοποίητα σε δύο χώρους, και σε δύο χρόνους, ταυτοχρόνως : βέβαια τό όνομα δεν μπόρεσα να τό θυμηθώ αμέσως, αλλά η φωνή του μού θύμισε τόν γουρουνίτσο να παπαγαλίζει καμαρωτά κάθε μέρα σ’ εκείνη τήν έκτη τάξη, και λίγο μετά επανήλθε και τό όνομα : κι όσο συνέχιζε η φωνή, τόσο επανερχόταν και τό όνομα : ήταν η μέρα τής δόξης του αυτή, κοίτα να δεις: μία ζωή αριστεύων για τήν παπαγαλία του, δεν θα τήν επεδείκνυε και στη μοναδική περίπτωση που καθόλου δεν τή ζητούσαν ;

δεν τόν ξανάκουσα ποτέ : όταν τό πανεπιστήμιο ζωντάνεψε κι έγινε όμορφο με όλους εκείνους τούς κινδύνους και τήν ελευθερία τού κόσμου, αυτός (και οι άλλοι σπασίκλες από τό λύκειο) (που ’χε ξαναγίνει γυμνάσιο) θα εξαφανιζόντουσαν μυστηριωδώς, θα ’λεγες αν δεν ήξερες, από προσώπου γης : αλλά δεν υπήρχε κανένα μυστήριο : ο κίνδυνος σε κάνει δημιουργικό και θέλει να μιλάς με τά δικά σου λόγια, ούτε υπάρχει παπαγαλία στα σπουδαία, ούτε στη ζητάει κανείς.

 

 

 

φωτογραφίες henri cartier–bresson

 

 

 

φωτογραφίες : vitaliano bassetti και robert doisneau

 

 

 

 

 

 

Φεβρουαρίου 11, 2017

germaine greer : η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων (ή : ο φεμινισμός τήν εποχή τής ερωτικής του γενναιότητας)

 

 

 

πριν από (λίγον) καιρό κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει δραστικά μέσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι (μ’ όλη τήν ανοχή και τήν κατανόηση που έδειχνα πάντοτε για τούς άντρες) είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει αφάνταστα η αφάνταστη δημοφιλία τού τραγουδιού «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραία»

άρχισα όλο και περισσότερο να σκέφτομαι πόσο ρηχή και επιπόλαιη στιχουργική θα καταλογιζόταν σε μία γυναικα αν απευθυνόταν ποιητικά σ’ έναν άντρα λέγοντάς του «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραίος» : ναι, ρηχή και επιπόλαιη

και θυμήθηκα παράλληλα τότε τίς πληγωμένες φωνές μιας αντροπαρέας γύρω μου, ένα καλοκαίρι στο αγαπημένο μας νησί, όταν στην ερώτησή τους μήπως πρόσεχα στους άντρες και τήν εμφάνιση είπα «βεβαίως» : είχα προσθέσει κιόλας θυμάμαι ότι οι άντρες για να μ’ αρέσουν πρέπει να ’χουνε ωραία πόδια : πραγματικά πληγωμένοι εξανέστησαν, και χωρίς καθόλου αμφιβολίες μέ κατηγόρησαν τότε για μεροληψία και σχεδόν ρατσισμό : απέκλεια εκ τών προτέρων κάποιους – πιθανόν στραβοκάνηδες –

ναι, η αλήθεια ήταν σκληρή : βρισκόμουν πια πολύ μακριά από τήν εποχή, που ο κόσμος γλύκαινε αφάνταστα αθώα, αν κάποιος εραστής μού ψιθύριζε ότι ήμουνα όμορφη

μια φίλη μού είπε τις προάλλες : «δεν θέλω κανέναν (πια) ρόλο γυναίκας : να ’ναι τό μαλλί μου έτσι, και τό κορμί μου έτσι, και να ’μαι μυστηριώδης κι εξωτική – θέλω να ’μαι αυτή που είμαι, και στενοχωριέμαι που ξέρω πως, άμα τό εξηγήσω αυτό, θα πληγωθεί ο άλλος»

δέχτηκα (πια) τήν αρχή και δεν μπορώ (πια) με τίποτα να δεχτώ το τέλος : πώς γίνεται αλήθεια εκείνοι που όλοι τους τή ζωή διεκδικούν (και δικαίως) να τούς δεχόμαστε ολόκληρους, να πληγώνονται και να τό δείχνουν (α, με όλους τούς τρόπους) όταν αυτό τό διεκδικήσουν κι οι απέναντι άλλοι ;

οι άντρες που μιμούνται τίς γυναίκες, και που θέλουν να γίνουνε σαν κι αυτές, μιμούνται πάντοτε τήν εξωτερική τους εμφάνιση : ιδέα δεν έχουνε τί δράματα παίζονται ανά τούς αιώνες από μέσα, και αποβλέπουν σ’ ένα μερίδιο απ’ τήν ομορφιά αυτή, χωρίς να ’χουν ιδέα πόσο έχει πληρωθεί, ακριβοπληρωθεί, κοστίσει – και τί έχει σκοτώσει : όχι γιατί είναι δύσκολο να αποκτηθεί – αλλά γιατί πατάει ακριβώς πάνω στο θάψιμο και τόν θάνατο κάθε τι άλλου – ενός κόσμου επιθυμιών και ευφυίας εσωτερικής, που δεν πρέπει, όχι απλώς να εκδηλωθεί απελευθερωμένα, δημιουργικά και ερωτικά – δεν πρέπει καν να υπάρξει –

δεν διάβασα ποτέ μου φεμινιστικά κείμενα, πίστευα πως κάποια πράγματα είν’ αυτονόητα, και πήγαινα, όπως είπε και κάποιος αγωνιστής τού ’21, για τό άλλο φύλο, «με τήν ιδέα μου πως είμαστ’ ελεύθερες» – Όταν βγήκε τό βιβλίο τής ζερμαίν γκρηρ τή δεκαετία τού ’70, αντιμετώπισα με συγκατάβαση τόν ενθουσιασμό που είχαν κάτι αγγλίδες φίλες μου για τή «γυναίκα ευνούχο» (δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά)

στην πορεία ο χρόνος πήζει και χοντραίνει : διαπιστώνεις πως όταν σέ λένε όμορφη, δεν είσαι καν εσύ – ούτε ολόκληρη ούτε καν μισή : Και οι ιδέες τριγύρω αλλάζουν : ό,τι κάποτε ήταν απελευθέρωση κι έρωτας, γίνεται καθωσπρεπισμός και ισότητα μισθών : και πρέπει να μείνουμε, ορθοπολιτικές πουριτανές κι ακίνητες, εκεί

εδώ στους «κήπους» λοιπόν (και στην πρώτη ανάρτηση τού καινούργιου χρόνου) αντί όπως λέει η αυστραλέζα, να θυμώσουμε πάλι ξανά, ας θυμηθούμε μόνο μερικά λεγόμενά της – δεν κάνει κακό

κι αν κάποτε η φωνή της μού φαινόταν απλώς αυτονόητη, σήμερα (τόσο που έχω αλλάξει) μού φαίνεται ιδιαίτερα δυνατή, και χρήσιμη, κι απαραίτητη, και όμορφη – και λοιπόν ναι, τήν αγαπώ πια, όχι μόνο γιατ’ είν’ ωραία, αλλά τήν αγαπώ γιατί είν’ αυτή

 

 

 

«Η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι όλες εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«τό να εξαναγκαστείς να παίξεις τόν ρόλο τής γυναίκας σε σεξουαλική συνεύρεση είναι η πιο βαθειά ταπείνωση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος – χειρότερή της είναι μόνο η περίπτωση κατά τήν οποία τό θύμα ανακαλύπτει με τρόμο ότι τό απολαμβάνει.»

«να περπατάει ελεύθερη πάνω στη γη, αυτό τό δικαίωμα τό ’χει η γυναίκα από γεννησιμιού.»

«ο αγώνας της πρέπει να ’ναι ηδονικός : και να προχωρήσει πιο πέρα από τήν απαίτηση για “ίσο μισθό σε ίση εργασία”, γιατί ο σκοπός μας είναι να ανατρέψουμε τίς ίδιες τίς συνθήκες τής εργασίας.»

«ν’ απελευθερωθούμε απ’ τήν ντροπή και τήν ενοχή και τούς απέραντους αυτοπεριορισμούς.»

«και να μην καταλαβαίνουμε τή φράση “ισότητα ευκαιριών”, γιατί οι ίδιες οι ευκαιρίες πρέπει ν’ αλλάξουν.»

«η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων.»

«είσαι νέος μόνο μια φορά, αλλά μπορείς να είσαι ανώριμος για πάντα.»

«μένει πάντα ενδιαφέρων ο εραστής που ’ναι ελεύθερος να φύγει.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«αν νομίζεις ότι είσαι χειραφετημένη, δοκίμασε και λίγο τό αίμα τής περιόδου σου, βάλτο στο στόμα – αν σ’ αηδιάζει η ιδέα έχεις πολύ δρόμο ακόμα να κάνεις μωρό μου.»

 

 

«εντάξει όλοι συμφωνούνε ότι τά κοριτσάκια πρέπει να γυμνάζονται διαφορετικά από τ’ αγοράκια, αλλά κανείς δε λέει να παραδεχτεί πόσο αυτό τό “διαφορετικό” ορίζεται από τήν πεποίθηση ότι τά κοριτσάκια δεν πρέπει να ’ναι ίδια στην όψη με τ’ αγοράκια.»

«τό “δεν έχουμε λεφτά για πάνω από δύο παιδιά” είναι ένα επιχείρημα αξιολύπητο, αλλά πολύ πιο αποδεκτό στην κοινωνία από τό “δεν θέλουμε παιδιά”.»

«λένε ότι επειδή εγώ δεν πιστεύω πως, κάνοντας μια εγχείρηση ένας άντρας μπορεί να γίνει γυναίκα, δεν πρέπει να μού επιτρέπεται να μιλάω πουθενά.»

«απλώς εγώ δεν πιστεύω ότι μια εγχείρηση κάνει τόν άντρα γυναίκα. Νομίζω ότι είναι μια απολύτως επιτρεπτή άποψη. Θέλω να πω ότι ένας μη–άντρας δεν είναι αναγκαστικά γυναίκα. Δεν ξέρουμε ποια είναι πραγματικά η γυναίκα, και προσωπικά νομίζω ότι πάρα πολλές γυναίκες παριστάνουν απλώς τίς γυναίκες, φοράνε απλώς ένα γυναικείο προσωπείο, μιμούνται αυτό που θεωρούν γυναικείο : διότι η γνώση που έχουμε για τό ποιες είμαστε δεν είναι αυθεντική. Συνεπώς δεν εκπλήττομαι όταν βλέπω ότι οι άντρες είναι καλύτεροι στο να παριστάνουν τίς γυναίκες, από τίς ίδιες τίς γυναίκες. Δεν εκπλήττομαι αλλά δεν θάλεγα και ότι μ’ ενθουσιάζει.»

«μπορεί να μην έχω καλό χαμόγελο καλά δόντια ωραία βυζιά, πόδια μακριά, τουρλωτό κωλαράκι, φωνή σεξουαλική – μπορεί να μην ξέρω να εκμεταλλεύομαι τούς άντρες για να αυξήσω τήν τιμή μου στην αγορά, αλλά μπορεί και να τή σιχάθηκα κιόλας όλη αυτή τή μασκαράτα. Μπορεί και να σιχάθηκα να παίζω τήν αιώνια νιότη, να προδίνω τό μυαλό μου και τή θέλησή μου και τό φύλο μου. Να σιχάθηκα να βλέπω τόν κόσμο μέσ’ από ψεύτικες βλεφαρίδες που θολοβλέπουν τή ζωή μέσ’ από τρίχες αγορασμένες. Να σιχάθηκα να πηγαίνω θέατρο και σινεμά αν και εφόσον μού τό προτείνει ο άλλος, και να μην έχω γνώμη δικιά μου για τό τί είδα, ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Γιατί βαρέθηκα να είμαι τραβεστί. Γιατί αρνούμαι να φοράω τό θηλυκό μου προσωπείο – γυναίκα είμαι, δεν είμαι ευνούχος.»

«οι πικροί καυγάδες τού διαζυγίου είναι άγνωστοι εκεί που τά άτομα δεν έχουν καταντήσει σιαμαίοι.»

«ο εραστής που ’ρχεται στο κρεβάτι σου επειδή τό θέλει, είναι πολύ πιθανότερο να κοιμηθεί με τά χέρια του τριγύρω σου όλη νύχτα, απ’ ό,τι εκείνος που απλώς δεν έχει άλλο σπίτι.»

«κάνουν τό λάθος να πιστεύουν, ακόμα και φεμινίστριες, ότι η σεξουαλικότητα είναι ο εχθρός τού θηλυκού ανθρώπου που θέλει ν’ αναπτύξει τήν προσωπικότητά του – κι αυτή είναι ίσως η πιο λάθος και παραπλανητική πλευρά κάποιων αμερικάνικων φεμινιστικών οργανώσεων : δεν ήταν η επιμονή της στο σεξ που αποδυνάμωσε τήν επιθυμία τής αμερικανίδας φοιτήτριας να τά πάει καλά στις σπουδές της, αλλά η επιμονή της ακριβώς στο να υιοθετήσει έναν παθητικό ρόλο στο σεξ.»

«στον επόμενο γύρο, ο χίτλερ θα είναι μηχανή.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«η μοναξιά ποτέ δεν είναι σκληρότερη απ’ όταν τή νιώθεις με κάποιον που ’χει πάψει να μιλάει. Η νοικοκυρά που βλέπει τήν πλάτη τής εφημερίδας στο τραπέζι αντί για τό πρόσωπο τού άντρα της κάθε πρωί, και τόν αφουγκράζεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι να κοιμάται, δοκιμάζει μια μοναξιά απείρως εντονότερη από κείνη τής γεροντοκόρης στο νοικιασμένο της δωματιάκι.»

«κάνουμε έρωτα σε όργανα κι όχι σ’ ανθρώπους – κι αφού δεν πήραμε χαμπάρι ότι ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι πιο αληθινοί και πιο πολύ οι εαυτοί τους, και πιο πολύ παρόντες, απ’ ό,τι όταν κάνουν έρωτα, μείναμε κι εμείς ακοινώνητοι, απομονωμένοι, πιο μόνοι από ποτέ.»

 

 

«όταν χρησιμοποιούμε τά καλλυντικά για να ομορφαίνουμε δεν πρόκειται για κάνα άκρον άωτον τού ψεύδους ή τού μη αυθεντικού : όμως η γυναίκα που δεν τολμάει να βγει έξω χωρίς τίς ψεύτικες βλεφαρίδες της έχει σοβαρό ψυχικό πρόβλημα.»

«η απαλλαγή απ’ τή σκλαβιά εξαφανίζει και τή χίμαιρα τής ασφάλειας. Ο κόσμος δεν αλλάζει απ’ τή μια μέρα στην άλλη, κι η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«αν τά πάει μια χαρά κι έχει και φιλοδοξίες, βγαίνει τό συμπέρασμα ότι απότυχε να ικανοποιηθεί ως κανονική γυναίκα – φτάνουν ακόμα να υπονοήσουν και ορμονικές διαταραχές ή σεξουαλική διαστροφή.»

«πολύ αργότερα, και μόνο τότε, μετά από έναν βαθύ και ικανοποιητικό οργασμό, συνειδητοποίησα ξαφνικά τό πραγματικό νόημα εκείνου τού παραμυθιού με τήν κοιμωμένη, και τό ποια ήταν η φύση τού μαγικού φιλιού που τήν ξύπνησε, περί ού ο λόγος στο παραμύθι.»

«οι άντρες είναι ο εχθρός κατά τόν ίδιο περίπου τρόπο που ένα τρελαμένο αγόρι με στολή ήταν ο εχθρός για ένα άλλο αγόρι που τού έμοιαζε σχεδόν σε όλα και μόνο στη στολή διαφέρανε. Πιθανή λύση : να δοκιμάσουμε να ξεφορτωθούμε τίς στολές.»

«στο λαϊκό φαντασιακό οι πολλές τρίχες προσδίδουν κυριολεκτικά τρίχωμα γούνας, επομένως ένδειξη φύσεως κτηνώδους, και συνεπώς υπόμνηση σεξουαλικότητας επιθετικής. Οι άντρες καλλιεργούν αυτήν τήν αντίληψη, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που ενθαρρύνονται από μικροί να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά και επιθετικά ένστικτα – οι γυναίκες από μικρές ενθαρρύνονται να τά απωθούν και να τά καταπιέζουν, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που καταπιέζουν και τίς άλλες εκφάνσεις τής δυναμικότητας τής ρώμης και τής σεξουαλικότητάς τους, με λίγα λόγια τή λίμπιντό τους.»

«τό σουτιέν είναι γελοία εφεύρεση. Αλλά αν γίνει κανόνας τό να μην πρέπει να φοράμε σουτιέν, θα ’χουμε μια καινούργια μορφή καταπίεσης.»

«ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν η ισότητα, θα ’ταν πολύ φτωχό υποκατάστατο για τήν απελευθέρωση – αυτή η ψευτοϊσότητα είναι κίνδυνος διπλός για τίς γυναίκες. Η ρητορική τής ισότητας χρησιμοποιείται στο όνομα μιας πολιτικής ορθότητας για να σκεπάσει τό σφυροκόπημα που υφίστανται οι γυναίκες από παντού. Όταν έγραψα τή «γυναίκα ευνούχο» τά κορίτσια δεν χαραζόντουσαν με ξυραφάκια και δεν πεθαίνανε τής πείνας για να αδυνατίσουν. Οι γυναίκες χωρίς λαλιά υφίστανται από κάθε πλευρά και άποψη μια ατέλειωτη σκληρότητα και πόνους και οδύνες μέσα σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα που δημιουργεί εκατομμύρια χαμένους για κάθε χούφτα νικητών και κερδισμένων. Καιρός να θυμώσουμε πάλι ξανά.»

 

 

 

 

ένα ελληνικό αφιέρωμα

ένα αμερικάνικο άρθρο

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 10, 2014

νίκος ρωμανός : ένα παιδί μέτρησε (τίς αντοχές μας)

 

 

 

μεταφέρω κι εδώ τό σχόλιό μου απ’ τό φέϊσμπουκ (φατσόμπουκο, ή διαολοφατσόμπουκο, πάντως όχι «βιβλίο») στο οποίο εισήλθα εσχάτως (οι λόγοι άλλοτε, διότι δεν είναι τής παρούσης : σήμερα είναι μέρα χαράς)

 

 

 

συντομο για την χαρα

επειδη νικησε ο Νικος Ρωμανος, νικησε πρωτος απ’ ολους αυτος, και μετα οι ανθρωποι που τού συμπαραστάθηκαν – σε ολον τον κοσμο –

δεν θελω να ειμαι μιζερη αυτη την ωρα (τής αμετρίαστης και ασυμβίβαστης) χαράς, αλλά πραγματικα δεν μπορω να σταματησω να σκεφτομαι : πώς, και μετα απο ποσον καιρο, θα ξεπερασει τις ζημιές που εχουν προκληθει στον οργανισμο του απ’ αυτην την πεισματικη (αμετρίαστη και ασυμβιβαστη) γενναιοτητα

αυτος που δεν θελησε ποτέ (και το αποδειξε) να κανει κακο σε αλλον ανθρωπο, ειναι τωρα ζωντανο παραδειγμα τού πώς η κυρίαρχη εξουσια (που λεει κι ο μαρκουζε παρακατω) δεν φοβαται το κακο που μπορει να κανει, παρα μονο αν δει οτι στρέφεται και εναντιον της

να ’ναι καλα παντα τού ευχομαι

και μην ξεχναμε οτι ειναι, και το φωναζει, και το φωναξε σε ολους τούς τονους, αναρχικος – μην πανε να τον οικειοποιηθουνε τα κομματα που αναγκάστηκαν να τού συμπερασταθουν : τού συμπαραστάθηκαν γιατι εδειξε μια ανυποχωρητα γενναια επιμονή στις αρχες του – κατι που κοστιζει οσο τιποτα, και που λειπει οσο τιποτα, σημερα ειδικοτερα, απ’ αυτην την χωρα ειδικοτατα.

 

 

 

 

 

 

Απρίλιος 1, 2014

καθρέφτης στο νερό : μια σημείωση για τόν νάρκισσο

 

 

 

με αφορμή ένα περασμένο σχόλιο (δηλαδή μια υπόσχεση στη ρενάτα) θα εκθέσω εδώ μερικές γενικές περιρρέουσες αντιπαθείς νεφελώδεις και εντελώς προσωπικές απόψεις για ένα θέμα τής ψυχανάλυσης που μέ απασχολεί από παλιά (πολύ παλιά) και παρόλ’ αυτά δεν βρήκα ποτέ τόν χρόνο να τό θίξω εδωπέρα (κάποιες νύξεις του υπάρχουν μόνο στην λολίτα) :

να πω αρχικά (και πάλι) ότι διαφωνώ οριζοντίως καθέτως πλαγίως βουστροφηδόν και περιδιαγραμμάτου για ορισμένες ορολογίες που ο φρόϋντ εισήγαγε στην ψυχανάλυση από τήν ελληνική αρχαιότητα, και οι οποίες στη συνέχεια πήραν τή θέση κλισέ – κακοχωνεμένων κιόλας [ εν παρενθέσει : πιστεύω πως όλο αυτό οφείλεται στο ότι ο φρόϋντ δεν ήξερε καλά τήν ελληνική γραμματολογία, άλλωστε δεν διάβαζε ελληνικά και μάλλον δεν διάβαζε ούτε λατινικά, οι γνώσεις του ήταν μέσω τών γερμανικών – πράγμα πολύ επικίνδυνο, καθώς δεν μπόρεσε έτσι να ξεπεράσει (από μια άποψη δεν μπόρεσε και να υποπτευθεί) τήν εξιδανικευτική, ρωμαϊκής καταγωγής, ευρέως δυτικοευρωπαϊκή, οπτική τού μετέπειτα μονοθεϊστικού και χριστιανικού κόσμου (ημών συμπεριλαμβανομένων) για τά ελληνικά πράγματα τής αρχαιότητας – οπτική δηλαδή η οποία πολύ μικρή σχέση έχει με τά ελληνικά πράγματα τής κλασικής (και τής προκλασικής) αρχαιότητας – (αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ φαρδειά και πλατειά, συζήτηση) ] :

ας ξεκινήσω λοιπόν (εισαγωγικά, δεν είν’ αυτό τό θέμα μου) με τό πιο εύκολο, τόν οιδίποδα : επειδή τό «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» όντας ένας από τούς δύο βασικούς πυλώνες τής σκέψης του (τού φρόϋντ) (ο άλλος είναι ο ερωτισμός τών παιδιών) έχει καθιερωθεί σαν τό κατεξοχήν αντρικό σύμπλεγμα : έτσι όμως συσκοτίζεται τό γεγονός πως, αν πρόκειται να βρούμε οπωσδήποτε κάποιο σύμπλεγμα με βάση τή σκέψη τού σοφοκλή, θα ’πρεπε μάλλον να προσανατολιστούμε προς ένα σύμπλεγμα καθαρά γυναικείο και να τό ονομάσουμε συνεπώς και ιοκάστειο, διότι ο οιδίποδας ο κακομοίρης δεν έχει ιδέα (σ’ όλη τή διάρκεια τής τραγωδίας) για τό τί κάνει, και ούτε επεδίωξε ποτέ να γαμήσει τή μάνα του : αντιθέτως, η ιοκάστη ξέρει πολύ καλά, από μια στιγμή και μετά τουλάχιστον, τί γίνεται και τί κάνει – και κατά πάσα πιθανότητα κιόλας τήν έχει καταβρεί, και τής αρέσει : αυτό που φοβάται είναι μόνο η αποκάλυψη, γιατί ξέρει ότι δεν θα τό αντέξει (ούτε και θα τό συχωρέσει) ο γιος της αλλά και όλοι οι άλλοι : εξού και (όποιος διαβάσει τόν οιδίποδα τύραννο τό βλέπει σαφώς) προσπαθεί να αποτρέψει τή λύση τού αινίγματος, με διάφορες δήθεν άγνοιες κολπάκια και τρικλοποδιές – και κάποια στιγμή προβλέποντας τί μπορεί να συμβεί αν η διαδικασία διαλεύκανσης τού εγκλήματος βαδίσει κανονικά προς τή λύση και τό τέλος, λέει στο γιο της : Καλά, μην κάνεις έτσι, και ποιο αγόρι δεν ονειρεύτηκε κάποια στιγμή ότι πηδάει τή μάνα του… (για τήν ακρίβεια σὺ δ᾽ εἰς τὰ μητρὸς μὴ φοβοῦ νυμφεύματα : πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν μητρὶ ξυνηυνάσθησαν)

 

ο φρόϋντ παιδί

 

αυτά εισαγωγικά : ας πάμε στο ακόμα πιο αντιπαθητικό τώρα θέμα, τόν νάρκισσο :

όταν πρωτομελέτησα τή μυθολογία, πριν από αρκετά χρόνια, κυρίως μέσω τού όμηρου και τού απολλόδωρου, τά ’χασα με τό πόσο οργανωμένη είναι : αυτό οφείλεται, έχω καταλήξει, στο ποσό τού χρόνου που τή στηρίζει ώσπου να παγιωθεί ( : γραφές επί γραφών, παραδόσεις επί παραδόσεων (θυμίζουν όλ’ αυτά τίς διαδικασίες τών δημοτικών τραγουδιών, κι ακόμα και τών ομηρικών επών), και τελικά κάποιος συμπιλητής που έφτασε ώς εμάς με τό κύρος μιας αυθεντίας, συζητήσιμης : οφείλουμε συνεπώς να βρούμε ποιος μπορεί να ήταν ο πυρήνας τού προβλήματος (γιατί ασφαλώς η μυθολογία, με μια μορφή πρωτογενούς και ακατέργαστης (δηλαδή αυθεντικής και αυθόρμητης) φιλοσοφικής διάθεσης, προβλήματα λύνει)) : βυθιζόμενη εκειμέσα, αισθάνεσαι λοιπόν σα να μην υπάρχει τίποτα τυχαίο, τίποτα δευτερεύον, όλα σα να έχουν μια τόσο εξωφρενικά ξεκάθαρη σημασία που λες και πρόκειται για μαθηματικές εξισώσεις : όταν κοιτάμε τόν νάρκισσο, λέω λοιπόν τώρα, ότι πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί :

τί μάς μένει δηλαδή σήμερα απ’ αυτό τό μυστήριο παιδί που βυθίζεται ερωτευμένο στην εικόνα του (και εδώ, στο ερωτευμένο, πιστεύω ότι πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία) – πέρα από τίς μυθολογικές παραλλαγές (πολλές απ’ αυτές πολύ μεταγενέστερες, έως και ρωμαϊκές) τής ιστορίας του ; ο νάρκισσος παρασύρεται κοιτάζοντας τόν εαυτό του σ’ ένα αντικαθρέφτισμα μες στο νερό : (είναι εντέλει ερωτευμένος, ή δεν είναι – και με ποιον ; θα πω τά δικά μου αφού πρώτα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τό «έρως και πολιτισμός» τού μαρκούζε, μια που εκείνος έδωσε τή διαυγέστερη και γενναιότερη ερμηνεία σε ό,τι μπορούμε άνετα να θεωρήσουμε (εφεξής) ανατρεπτικότητα τής ιστορίας, τής φύσης, και τής λογικής τού νάρκισσου (παίρνω από τό όγδοο κεφάλαιο στο eros and civilization «the images of orpheus and narcissus» (στοιχεία για τήν ελληνική μετάφραση στο τέλος*)) :

«οι κατηγορίες με τίς οποίες η φιλοσοφία αντιλήφθηκε τήν ανθρώπινη ύπαρξη έχουν διατηρήσει τή σύνδεση μεταξύ λόγου και καταπίεσης : οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τής αισθητικότητας, τής ηδονής, τής ορμής, έχει τή χροιά ότι είναι ανταγωνιστικό προς τόν λόγο – ότι είναι κάτι που πρέπει να υποταχθεί, να περιορισθεί. Η καθημερινή γλώσσα έχει διατηρήσει αυτήν τήν αξιολόγηση : Οι λέξεις που ισχύουν γι’ αυτή τή σφαίρα έχουν τόν ήχο τού κηρύγματος ή τής αισχρολογίας /…/ η δυσφήμηση τής αρχής τής ηδονής απόδειξε τήν ακατανίκητή της δύναμη· η αντίθεση σ’ αυτή τή δυσφήμηση γίνεται εύκολα αντικείμενο γελοιοποίησης… /…/ Όταν ο φρόϋντ υπογράμμισε τό θεμελιακό γεγονός ότι η φαντασία διατηρεί μιαν αλήθεια που είναι ασυμβίβαστη με τόν λόγο, ακολουθούσε μια μακρόχρονη ιστορική παράδοση. Η φαντασία είναι γνωστική εφόσον συντηρεί τήν αλήθεια τής Μεγάλης Άρνησης /…/ Στην περιοχή τής φαντασίας, οι παράλογες εικόνες τής ελευθερίας γίνονται έλλογες και τό «κατώτερο βάθος» τής ικανοποίησης τών ενστίκτων παίρνει μια νέα αξιοπρέπεια /…/ Ο ορφέας και ο νάρκισσος (σαν τόν διόνυσο με τόν οποίο συγγενεύουν) /…/ δεν έγιναν οι ήρωες τού δυτικού κόσμου : Η δικιά τους εικόνα είναι η εικόνα τής χαράς και τής πλήρωσης· η φωνή τους είναι εκείνη που δεν διατάζει αλλά τραγουδάει· η χειρονομία τους είναι εκείνη που προσφέρει και δέχεται /…/ Ο νάρκισσος /…/ ονειρεύεται [ paul valéry : narcisse rêve au paradis /…/ ] Οι εικόνες τού ορφέα και τού νάρκισσου /…/ υπενθυμίζουν τήν εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι στη φύση του να υποταχθεί και να ελεγχθεί αλλά να απελευθερωθεί /…/ τά πράγματα τής φύσης γίνονται ελεύθερα να είναι ό,τι είναι. Αλλά για να είναι ό,τι είναι   ε ξ α ρ τ ώ ν τ α ι   από τήν ερωτική στάση : Δέχονται τό   τ έ λ ο ς   τους μόνο μέσα σ’ αυτή. /…/ Στη θράκη [ο νάρκισσος] βρίσκεται σε στενή σχέση με τόν διόνυσο /…/ Ζει σύμφωνα μ’ έναν έρωτα δικό του, και δεν αγαπά τόν εαυτό του μόνο /…/

Ίσως τώρα μπορούμε να βρούμε κάποια υποστήριξη για τήν ερμηνεία μας στην έννοια τού π ρ ω τ ο γ ε ν ο ύ ς   ν α ρ κ ι σ σ ι σ μ ο ύ   τού φρόϋντ /…/ η ανακάλυψή του σήμαινε περισσότερα από τήν προσθήκη ακόμα μιας φάσης στην ανάπτυξη τής λίμπιντο· μαζί της εμφανίστηκε τό αρχέτυπο μιας άλλης υπαρξιακής σχέσης προς τήν   π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός είναι περισσότερο από αυτοερωτισμός· αγκαλιάζει τό ‟περιβάλλονˮ, ανακατεύοντας τό ναρκισσιστικό εγώ με τόν αντικειμενικό κόσμο. /…/ ‟Αρχικά τό εγώ περιέχει τά πάντα /…/ Τό αίσθημα τού εγώ, τού οποίου έχουμε επίγνωση τώρα, είναι έτσι μόνο ένα συνεσταλμένο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου αισθήματος – ενός αισθήματος που   α γ κ ά λ ι α ζ ε   τ ό   σ ύ μ π α ν /…/ˮ [ : φρόϋντ ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας ] Ο φρόϋντ περιγράφει τό ‟ιδεατό περιεχόμενοˮ τού επιζώντος πρωτογενούς αισθήματος τού εγώ σαν ‟απεριόριστη προέκταση και ενότητα με τό σύμπανˮ (ωκεάνειο συναίσθημα). Και διατυπώνει τή γνώμη πως τό ωκεάνειο συναίσθημα επιζητά να επαναφέρει τόν ‟απεριόριστο ναρκισσισμόˮ. Τό χτυπητό παράδοξο ότι ο ναρκισσισμός, που συνήθως γίνεται αντιληπτός σαν εγωιστικό αποτράβηγμα από τήν πραγματικότητα, εδώ συνδέεται με τήν ενότητα προς τό σύμπαν, αποκαλύπτει τό νέο βάθος τής αντίληψης : Πέρα από κάθε ανώριμο αυτοερωτισμό, ο ναρκισσισμός σημαίνει μια θεμελιακή συγγένεια με τήν πραγματικότητα εκείνη η οποία μπορεί να παραγάγει μιαν ολοκληρωτική υπαρξιακή τάξη 20. Μ’ άλλα λόγια, ο ναρκισσισμός μπορεί να περιέχει τό σπέρμα μιας διαφορετικής αρχής τής πραγματικότητας : /…/ μετασχηματίζοντας αυτόν τόν κόσμο σε ένα νέο τρόπο τού είναι.

Οι ορφικές – ναρκισσιστικές εικόνες είναι εκείνες τής Μεγάλης Άρνησης /…/

Η κλασική παράδοση συνδέει τόν Ορφέα με τήν εισαγωγή τής ομοφυλοφιλίας. Σαν τόν Νάρκισσο, απορρίπτει τόν κανονικό Έρωτα, όχι για ένα ασκητικό ιδεώδες, αλλά για έναν πιο πλήρη Έρωτα. Σαν τόν Νάρκισσο, διαμαρτύρεται ενάντια στην απωθητική τάξη τού διαιωνιστικού σεξουαλισμού. Ο Ορφικός και Ναρκισσιστικός Έρωτας είναι μέχρι τό τέλος η άρνηση αυτής τής τάξης – η Μεγάλη Άρνηση. /…/ Η ζωή τού Νάρκισσου είναι η ζωή τής   ο μ ο ρ φ ι ά ς   κι η ύπαρξή του είναι   ο ν ε ι ρ ο π ό λ η μ α. /…/»

 

 

και μια από τίς σημειώσεις που ο μαρκούζε παραθέτει σ’ αυτό τό κεφάλαιο : «20 στο σύγγραμά του ‟η καθυστέρηση τής εποχής τής μηχανήςˮ ο hanns sachs έκανε μιαν ενδιαφέρουσα προσπάθεια να αποδείξει ότι ο ναρκισσισμός ήταν ένα ουσιώδες μέρος τής αρχής τής πραγματικότητας μέσα στον ελληνικό πολιτισμό. Εξέτασε τό πρόβλημα τού γιατί οι έλληνες δεν ανάπτυξαν μια μηχανική τεχνολογία, παρόλο που είχαν τήν τεχνική ικανότητα και τίς γνώσεις που χρειάζονταν. Οι συνηθισμένες οικονομολογικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις δεν τόν ικανοποιούσαν. Αντί γι’ αυτές, εξέφρασε τή γνώμη ότι τό ναρκισσιστικό στοιχείο που επικρατούσε στον ελληνικό πολιτισμό ήταν εκείνο που εμπόδιζε τήν τεχνολογική πρόοδο. Η λιμπιντική κάθεξη τού σώματος ήταν τόσο δυνατή, που αντιμαχόταν τή μηχανοποίηση και τήν αυτοματοποίηση. (1933)»

 

 

 

επανέρχομαι στα δικά μου, αν και θα μπορούσα να σταματήσω εδώ : προσωπικά, πίσω από τήν ύστερη (υπόγεια) αντιπάθεια τού φρόϋντ (στη χειρότερή της τότε μορφή, τή μορφή μιας συγκατάβασης) για τόν νάρκισσο βλέπω κλισέ και πουριτανισμούς τού ώριμου άντρα τής πατριαρχίας : καταρχάς στην πατριαρχία ο καθρέφτης θεωρείται ιδιαίτερα γυναικείο σύνεργο – συνεπώς ο νάρκισσος (αν και αγόρι) θαυμάζοντας τό πρόσωπό του πρέπει να έχει (όντως έχει) γυναικεία χαρακτηριστικά (αυτό που λέει ο μαρκούζε για τή σχέση τού νάρκισσου με τόν διόνυσο δεν πρέπει να τό ξεπεράσουμε στα πεταχτά : ο διόνυσος είναι κι εκείνος ένας θεός αμφίσημος, με προβληματική ταυτότητα – άντρας και γυναίκα μαζί : άντρας τυπικά, γυναίκα ουσιαστικά – αλλά γι’ αυτό χρειάζεται ολόκληρη, άλλη, ανάρτηση) (υπαινικτικά και ελάχιστα για τίς «βάκχες» έχω γράψει εδώ)

έτσι ο φρόϋντ απόδωσε εντέλει στον νάρκισσο χαρακτηριστικά που έβλεπε να έχουν αυτοί που θα λέγαμε σήμερα ωραιοπαθείς και εγωμανείς προσωπικότητες, και μ’ αυτήν τήν έννοια χρησιμοποιείται σήμερα σαν κλισέ ο ναρκισσισμός. Δεν ξέρω πόσο καταβάθος φοβήθηκε και δίστασε να επιμείνει εντέλει στο ότι ο παιδικός ερωτισμός ο οποίος στα δικά του (τού φρόϋντ) τά νιάτα αποτέλεσε τή ραχοκοκκαλιά τής θεωρίας του, σχετιζόταν απόλυτα με κείνον τόν αρχικό, αρχαίο, νάρκισσο – και όχι με τήν εικόνα τού δύστυχου που έβλεπε καθημερινά να σπαράζει στο ντιβάνι του, με μια πληγωμένη, αδιέξοδη εγωμανία. Ότι ο παιδικός ερωτισμός σχετιζόταν δηλαδή με τόν έφηβο νάρκισσο ο οποίος διατηρούσε με πείσμα άφθαρτη τήν αίσθηση (που ο ίδιος ο φρόϋντ τήν είχε ονομάσει παλιά ωκεάνεια) τού να κολυμπάει στο σύμπαν σε μια αποθέωση πανερωτισμού : ακολούθησε μ’ άλλα λόγια ο γερασμένος φρόϋντ που γινόταν όλο και περισσότερο από (τολμηρό) παιδί, διστακτικός (και ρεαλιστής) άντρας

 

sigmund freud εισαγωγή στον ναρκισσισμό

 

όμως αλλοίμονο αν συρρικνώσουμε τό θάμβος τού μυθικού νάρκισσου στην αξιολύπητη (μισή, ούτε καν μονή) διάσταση τού ωραιοπαθή που ασχολείται πληκτικά με έναν (ευνουχισμένο, πραγμοποιημένο, διασυρμένο στις δημόσιες σχέσεις) εαυτό (με στόχο τήν αναγνώρισή του ως πετυχημένου από μια διασυρμένη πραγμοποιημένη ευνουχισμένη κοινωνία) : και που είναι ευτυχής μόνο όταν κοιτάζει τή φάτσα του στο τζάμι τού καθρέφτη ή θαυμάζει τή φωτογραφία του στον τοίχο τού φέϊσμπουκ : ο άνθρωπος αυτός δεν έχει έρωτα για τίποτα – ούτε καν για τόν εαυτό του – γιατί δεν έχει εαυτό : ένα άδειο κουτί έχει, με μια κοινωνικά αποδεκτή ταμπέλα, που τό περιφέρει επιδιώκοντας να εκμαιεύσει μ’ αυτό τό άλλοθι τά ελάχιστα υποκατάστατα ηδονής που τού απομένουν : ασκώντας μ’ άλλα λόγια εξουσία όπου μπορεί – συνηθέστερα και ευκολώτερα στον στενό κοινωνικό του περίγυρο και τούς οικείους του, ή αν είναι τυχερός και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο – και τότε δυστυχούμε εμείς που τούς τρώμε στη μάπα σαν πετυχημένους πολιτικούς ή πετυχημένους πνευματικούς ανθρώπους. Τό είδος αυτό (κοινότατο και συνηθέστατο, ρενάτα,) έχει πολλά κοινά με τόν φασίστα (άσχετα από τό ποιο κόμμα υποστηρίζει) : γιατί, αυτός ο άνθρωπος, εξίσου όπως και ο φασίστας, έχει τήν εντύπωση ότι κινδυνεύει από παντού, ότι όλοι τού επιτίθενται, ότι είναι μονίμως αμυνόμενος, κι ότι έχει μονίμως δίκαιο : πρόκειται για τήν ψυχολογική πανούκλα που συνήθως θέλει διακαώς να κυβερνήσει, αν δεν κυβέρνησε, να γίνει γνωστός αν δεν έγινε, να κάνει λεφτά αν δεν έκανε

και μην κάνουμε τό λάθος να τόν μπερδέψουμε με τόν απλό εγωιστή : γιατί κι ο εγωισμός είναι πιο ενεργητικός δημιουργικός και απαιτητικός απ’ ό,τι ζητάει αυτή η μόνιμη καταβύθιση στην αλλοτροίωση : ο εγωιστής θέλει ακόμα και κλέβοντας να μαθαίνει, γιατί έτσι μεγαλώνει τόν εαυτό του – ο εγωμανής δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι κάτι δεν τό ξέρει γιατί όλα όσα δεν ξέρει τού φαίνονται επικίνδυνα καθώς τόν αντιμάχονται, κάθε τι ξένο τού είναι εκ τών προτέρων εχθρικό καθώς ολόκληρος ο κόσμος τού είναι ξένος : δεν αγαπάει κανέναν κόσμο όπως δεν αγαπάει και τήν ομορφιά, όπως δεν αγαπάει τελικά ούτε τόν εαυτό του : γιατί δεν είναι σε θέση ν’ αγαπήσει απλώς τίποτα (εξαυτού δεν έχει φαντασία και στον έρωτα, είναι πληκτικός στο κρεβάτι όσα ακροβατικά, μιμούμενος τίς ταινίες τής τηλεόρασης, και να κάνει, κι ας πηγαίνει στα ραντεβού του, όπως λέει κι ο μαρκούζε, φορώντας τό αποσμητικό τής μόδας) : για τόν υστερικό αυτού τού είδους η μόνη κατάσταση άξια λόγου που υπάρχει είναι η οποιαδήποτε μορφή άσκησης εξουσίας – είπαμε, δεν διαθέτει φαντασία μνήμη ή κρίση ώστε να ξεχωρίζει τά μεγέθη : τό μόνο λοιπόν που επιζητά είναι να ξεχνάει, μέσω τής μόνιμης ενασχόλησης με τόν εαυτό του, ότι δεν έχει εαυτό : φυσική συνέπεια είναι να μισεί θανάσιμα (δεν μπορεί ούτε να τό κρύψει) οποιονδήποτε υποψιαστεί ότι έχει αυτοεξαιρεθεί απ’ τόν ευνουχισμό αυτής τής ωριμότητας, (τού ρεαλισμού και τής επιτυχίας) : ας μη γελιόμαστε, ο ωραιοπαθής άνθρωπος τόν μισεί τόν νάρκισσο, καθόλου δεν τού μοιάζει

 

από τήν άλλη μεριά, τό παιδί αυτό (πολλές φορές μέ προβλημάτισε, και έτσι προσπάθησα να τό ανακαλέσω) τί ακριβώς κάνει όταν περιεργάζεται τήν εικόνα του στον καθρέφτη ; λοιπόν για να μιλήσω εντελώς πρακτικά, πιστεύω ότι προσπαθεί να δει αυτό που βλέπει πάνω του ο κόσμος, και κυρίως αυτό που θα ερωτευτεί σ’ εκείνο, εκείνος, ο αχανής και άγνωστος, με τόν οποίο τό παιδί είναι ήδη ερωτευμένο : μέσω τής αντανάκλασης, και τού καθρέφτη, και τού νερού, μπαίνει στη θέση εκείνου που θα τόν δει, ονειρεύεται εκείνον που θα τόν ονειρευτεί, φαντάζεται με λίγα λόγια τόν ίδιο τόν έρωτα, είναι γεμάτο με λίγα λόγια από τήν αναπόληση εκείνου τού έρωτα προς τό σύμπαν : και μ’ αυτήν τήν έννοια παραβλέπει περιστασιακά υποκείμενα (και αντικείμενα) επιθυμίας : γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο νάρκισσος είναι μόνο παιδί (όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παιδί, σχεδόν μωρό, είναι και ο ίδιος ο έρωτας) και μπορεί να φαντάζεται ή να ονειρεύεται τόν έρωτα παντοδύναμον, δεν έχει μάθει ακόμα : η παντοδυναμία τής επιθυμίας του αντανακλάται στην εικόνα που βλέπει στο νερό και η εικόνα τού επιστρέφει τόν έρωτα τόν οποίο ακτινοβολεί ο ίδιος : ο νάρκισσος είναι ο έρωτας στην καθαρή του μορφή γιατί βυθίζεται αθώα στην αναπόληση ενός έρωτα συνολικού, μιας αυθεντικής κι αυθόρμητης παιχνιδιάρικης παιδικής παρτούζας – εξού και δεν τού χρειάζονται τά μεμονωμένα άτομα που τόν πολιορκούν με διάθεση αποκλειστικότητας (η αποκλειστικότητα κι ο ασκητισμός ως βασική ηθική τού πολιτισμού – στον οποίο ο νάρκισσος δεν θέλει (κι από μια άποψη δεν μπορεί κιόλας) να ανήκει)

και έτσι, βυθισμένος στην ελευθερία, φαντάζεται τό αντικείμενο τής ερωτικής του επιθυμίας με τόν πιο ενεργητικό και ευρηματικό τρόπο, γίνεται δηλαδή ο ίδιος εκείνος ο άλλος που τόν κοιτάει στο μέλλον : ο νάρκισσος βλέπει τόν εαυτό του ακριβώς σαν αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, επειδή είναι τό υποκείμενο αυτής τής αρχικής, τής πρώιμης, και τής ατέλειωτης

και η στιγμή τού καθρεφτίσματος είναι και η στιγμή που τό υποκείμενο ακριβώς χάνεται : περιδιαβάζοντας τόν εαυτό του και τόν άλλον μαζί, και καθώς γίνεται ο ίδιος ένας άλλος (νάτος πάλι ο πιτσιρίκος και ο έφηβος τής σαρλβίλ) είναι, αυτό τό παιδί, ο πιο αναρχικός ερωτευμένος γιατί είναι ερωτευμένος πέραν εαυτού : αυτή τήν ανατρεπτική εποχή τής παιδικής αναζήτησης ο έρωτας λειτουργεί στ’ αλήθεια, εξαφανίζοντας δηλαδή τίς διακρίσεις τών σωμάτων

απ’ αυτήν όμως τήν άποψη, και απ’ αυτή ακριβώς τήν ηλικία, τό παιδί (και ο νάρκισσος) είναι ορκισμένοι εχθροί τής πατριαρχίας, και είναι και για τήν ίδια τήν πατριαρχία ξένο σώμα κι επίφοβο (και γι’ αυτό δεν πρέπει να επιζήσει) : η λογική τών ιεραρχήσεων που στερεώνει τά θεμέλια τής εξουσίας θέλει τόν έρωτα διαδικασία μεταξύ σαφώς διαχωρισμένων φύλων και εαυτών : δεν πρέπει λοιπόν να επιζήσει – στη λογική τής κυριαρχίας ο άνθρωπος πρέπει να ωριμάσει να ξεχάσει και να σβήσει αυτό τό παιδί από τήν ιστορία του (η μετέπειτα μυθολογία που θα επικρατήσει για τήν αθωότητα και τήν αγνότητα τών παιδιών είναι τό κυρίαρχο όπλο σ’ αυτόν τόν ανελέητο πόλεμο μνήμης, που εξαφανίζει εκείνη τή συμπαντική ολότητα από τό προσκήνιο : τά όπλα εναντίον τού νάρκισσου θα είναι και απλούστερα και ευκολότερα) :

θα τόν συκοφαντήσουν απλώς ως ανίκανο, καταργώντας τά στοιχεία τών δύο εαυτών που ο νάρκισσος χαίρεται – και τού θεατή και τού θεώμενου : όμως ο νάρκισσος θα επιμείνει στη φαντασία – όσων επιμένουν : θα εξακολουθεί να βλέπει τόν εαυτό του στο υγρό στοιχείο που θα τού επιστρέφει τήν αιώνια επιθυμία του – και θα πνίγεται μέσα σ’ αυτά τά νερά : ο ωραιοπαθής θα αρκεστεί στον καθρέφτη τού λακάν, ένα σκέτο τζάμι : αυτός δεν πεθαίνει ποτέ, δηλαδή δεν τελειώνει : τό υγρό στοιχείο έχει εξατμιστεί, ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να χύσει : έξαλλος, γιατί τό σκέτο τζάμι δεν επιστρέφει παρά μόνο απουσία, φτάνει τότε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς : θα σάς σκοτώσω όλους, λέει, κι αυτό είναι τό μόνο που απομένει όταν ο έρωτας δεν είναι πια εκεί : έτσι γεννιέται ο πολιτισμός μας

 

 

     

 

 

   * για τήν ελληνική μετάφραση τού μαρκούζε χρησιμοποίησα τήν έκδοση : herbert marcuse «έρως και πολιτισμός», μετάφραση ιορδάνη αρζόγλου, «κάλβος» 1970

 

  πηγή φωτογραφίας

 

 

 

 

 

 

Μαρτίου 8, 2014

ματωμένα βιβλία, υποκριτικές κατά συρροή

 

  

 

  

   είμαι κατά τών φόνων κι είμαι κατά τής βίας : κι είμαι κατά τής υποκρισίας εκείνων που τούς αρέσουν τά παραπάνω φτάνει να επωφελούνται οι ίδιοι απ’ αυτά, αλλά όταν επωφελούνται κι οι εχθροί τους διαμαρτύρονται : διαμαρτύρονται δηλαδή ότι οι εχθροί τους είναι ανήθικοι και μάλιστα και τρομοκράτες : εμένα μέ τρομοκρατούν όλ’ αυτά – και μάλιστα τό παιχνίδι ειδικά με τίς λέξεις μέ τρομοκρατεί κατεξοχήν

   τό παιχνίδι με τίς λέξεις είναι κατεξοχήν τρομοκρατικό γιατί πάει να μέ τουμπάρει ότι είναι ακίνδυνο, ενώ είναι δολοφονικό γιατί καταδικάζει και αθωώνει : αυτό καταδικάζει και αθωώνει : ως βασικό στοιχείο τού παιχνιδιού με τή βία και τούς φόνους έχουμε δηλαδή πάντα τίς λέξεις : δεν καταδικάζουμε κανέναν αν δεν τόν περιτυλίξουμε πρώτα με τίς κατάλληλες λέξεις : τό ίδιο πράγμα άλλοτε είναι φόνος κι άλλοτε δεν είναι δηλαδή : εμείς οι ίδιοι, καθόλα λογικοί, άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε εργατικό δίκαιο – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε καπιταλισμό – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε πατριαρχία ή οικογένεια, θρησκεία ή χριστιανισμό ή δωδεκάθεο – : όταν τό κοριτσάκι και η γυναίκα ξεφορτωθούν τό νεογέννητο που δεν θέλησαν ποτέ να γεννήσουν είναι μήδειες φόνισσες και τέρατα – όταν ο μαλάκας εγκαταλείπει ένα κοριτσάκι έγκυο και τό σκάει είναι άντρας και φοράει παντελόνια : όταν ο άλλος μαλάκας σκοτώνει μωρά στον πόλεμο δεν είναι ούτε τέρας ούτε φονιάς ούτε μήδειος (ναι), είναι πατριώτης στην χειρότερη περίπτωση, και στην καλύτερη «χαζός που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τόν πήρανε στρατιώτη τόν κακομοίρη» : όταν ο πάτερ φαμίλιας διδάξει στον γιο του ότι είναι καλό πράγμα η πατρίδα και ο στρατός που τήν περιφρουρεί, αυτό λέγεται πατρική συμβουλή (και οικογενειακός προσανατολισμός) – όταν ο ναυτικός σκοτώσει τήν πουτάνα στο λιμάνι (ή τή γυναίκα του και τήν κόρη του στο σπίτι : επειδή τόν απατήσανε ή γαμηθήκανε γενικώς) αυτό λέγεται η απελπισία κι η αμορφωσιά τής φτώχειας η κοινή λογική τής κοινωνίας ή ο βρασμός ψυχής τών αντρών : εγκλήματα τιμής είν’ αυτά : κι όταν ο εφοπλιστής αυγατίζει τήν περιουσία του φουντάροντας καράβια αύτανδρα (ή απλώς βάζοντας τούς ναυτικούς να δουλεύουν σα σκλάβοι για πάρτη του) αυτό λέγεται επιχειρηματικότητα και απλώς καπιταλισμός : όταν ο βιομήχανος έχει σκλάβους που αυγατίζουν τήν περιουσία του, και κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα (γιατί είναι και αγνώμων στους ανθρώπους που τόν τρέφουν και δεν φροντίζει να πληρώσει κάτι παραπάνω για τήν ασφάλειά τους), αυτό λέγεται απλώς καπιταλισμός : που είναι τό μόνο λογικό σύστημα και έχει τήν τάση να καταπίνει αμάσητες και τίς κρίσεις του – και όταν ο εφοπλιστής σκοτώνει τή γυναίκα του στις κλωτσιές αυτό λέγεται επίσης ότι ο τύπος αυτός είναι λιγάκι νευρικός άνθρωπος

   εμένα λοιπόν μέ τρομοκρατεί ο διάχυτος φόνος η διάχυτη βία ο διάχυτος πόλεμος – και η διάχυτη κοινή λογική που τά θεωρεί όλ’ αυτά φυσικά, φτάνει να μη στραφεί κανένα μπιστόλι ή μαχαίρι κατά λάθος ή εξεπίτηδες εναντίον της : και εμένα μ’ αρέσει επίσης πολύ η ιστορία : μ’ αρέσει να τά βλέπω όλα δηλαδή κατά καιρούς (όταν έχω καιρό) από μακριά, σαν να γίνανε όλα πριν από δυο χιλιάδες χρόνια :

   είμαι λοιπόν μια αρειανή δηλαδή που κοιτάει τόν πλανήτη από μακριά : τά βράδια κάνει ένα ταχύτατο ζάπινγκ σε ό,τι παίζουνε αυτά τά κουτιά με τά οποία αποκοιμίζονται (όλη μέρα, όλη τους τή ζωή) οι σκλάβοι (ο πλανήτης αυτός έχει 99% σκλάβους – μυστήρια πράγματα υπάρχουν στους γαλαξίες : ) λοιπόν αποκοιμίζονται με αίματα, αίματα συνεχώς και παντού : αίματα για να μην τούς ενοχλούν τά αίματα : αίματα για να θεωρούν κανονικά τά αίματα τά δικά τους τής γειτόνισας και τού γείτονα : αίματα για να θεωρήσουν κανονικά τά αίματα που θα δουν μετά για δυο ώρες στις ειδήσεις : και έτσι λοιπόν αποκοιμίζονται με φόνους : φόνους για να νομίζουν ότι ο φόνος γίνεται με τό μαχαίρι και να μην καταλάβουν ότι έχουν οι ίδιοι δολοφονηθεί από ιδέες κι από λέξεις (και από τήν ηθική και από τή μεταφυσική και από τήν ανάγκη) : αίματα για να νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αναίμακτοι : αίματα με τίς λέξεις για να νομίζουν ότι οι λέξεις είναι αναίμακτες κι αθώες και άσπιλες : αίματα με βιβλία για να μη διαβάσουν ποτέ βιβλία που θα τούς δείξουν τά αίματα που κάποτε προσπάθησαν να τούς ελευθερώσουν : και αίματα με τό μυαλό για να μη βάλουν ποτέ τό μυαλό τους να δουλέψει, και αίματα με τά μάτια για να μη δουν ποτέ, και ποτέ να μη νιώσουν

   κάνω λοιπόν συχνά ζάπινγκ στην ιστορία αυτών τών σκλάβων : όλα κόκκινα και βαμμένα με αίμα – σε σπάνια (πολύ μικρά, λιλιπούτεια) διαστήματα βλέπω και κάτι άλλα χρώματα, κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ξεκούραστες από ανθρώπους που είχαν προς στιγμήν και κάτι άλλο στο μυαλουδάκι τους (αυτός ο πλανήτης έχει μικρό μυαλό), κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ή και χρυσαφιές ξεκούραστες (που μού θυμίζουν για λίγο τόν δικό μου πλανήτη) λάμψεις γαλήνιες γαλαζωπές και χρώματα που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς, τό χρώμα γύρω είναι αλλιώτικο (μού ξεκουράζει τά μάτια) (αυτός ο πλανήτης λέγεται γαλάζιος, κι ακόμα δεν έχουνε καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – ούτε τίς φλέβες στο χέρι τους δεν έχουν καταφέρει να κοιτάξουν οι δύστυχοι – δεν έχουν καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – κι ας είναι κάτι επιστήμονες (έτσι τούς λένε, μολονότι κι αυτοί σκλάβοι είναι) που τούς τσαμπουνάνε ότι τό χρώμα που βγάζει ζέστη είναι τό μπλε, κι όχι τό κόκκινο όπως νομίζουνε – ο πλανήτης είναι μπλε, τό αίμα όταν είναι ζωντανό (μέσα τους, και ζεστό) είναι μπλε – κοκκινίζει όταν παγώσει και νεκρωθεί (και βγει απέξω και πλημμυρίσει και χυθεί) – όλοι έχουν γαλάζιο αίμα οι βλάκες και δεν τό ξέρουνε : απλώς είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν τούς χύνεται γιατί δεν τούς αγγίζει κανείς (κι έτσι μένει πάντα γαλάζιο μέχρι να πεθάνουνε και να πάνε στην κόλαση (η κόλαση είναι γεμάτη πρίγκηπες, κόλαση λένε αυτοί τό μέρος που εμείς λέμε σκουπιδιάρικο και καίμε τά σκουπίδια για να μη μολύνουν και τόν υπόλοιπο κόσμο)) : οι άλλοι λοιπόν φτύνουν αίμα όλη μέρα, και τό αίμα τους είναι τριγύρω παντού κι έχουν συνηθίσει να τό βλέπουν νεκρό παγωμένο και κόκκινο)

   καμιά φορά βλέπω και μερικούς που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς – καμιά φορά, λίγες φορές, ξεσήκωσαν κι άλλους – λέω, νά που υπάρχουν κι έξυπνοι σκλάβοι – κι ύστερα τούς βλέπω να πνίγονται κι αυτοί στα κόκκινα : κι έτσι ξαναρχίζει τό κόκκινο και τό αίμα πάλι τρέχει και μέ πνίγει, και τό συχαίνομαι αυτό τό πράμα : αυτό τό χρώμα μού θυμίζει εκείνους τούς πλανήτες τούς παγωμένους : παγωνιά και πόνος που δεν υποφέρεται : αλλά και πυρές φωτιές φλόγες εξίσου άφλογες και παγωμένες : τό ζάπινγκ να σού πω τήν αλήθεια είναι αφόρητο, μ’ ενοχλεί εξαιρετικά, κι ύστερα μ’ ενοχλεί κι η κοροϊδία σα συνδυάζει χρώματα με ήχους (περίεργη σχέση έχουνε με τίς λέξεις αυτοί οι άνθρωποι, άπαξ κι οι λέξεις λένε κάτι κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει τίς σκεπάζουν με μαύρο) (άλλο χρώμα κι αυτό πολύ διαδεδομένο πολύ εκεί ανάμεσα) : είναι λίγες, πολύ λίγες οι διαμαρτυρίες σ’ αυτόν τόν πλανήτη και με λέξεις και με τρεξίματα και με σκουντουφλιές και με γροθιές (και με δρεπάνια καμιά φορά (κάτι αγρότες εκεί σ’ αυτό που τό λένε προϊστορία – κάτι λέξεις που βρίσκουν – πάντα να συνδυάζουν τίς λέξεις με τίς αμαρτίες τους)) (εξεγέρσεις τίς λένε κανονικά (ή επανάσταση) αλλά δεν τίς αγαπάνε τίς λέξεις και τίς φοβώνται, κουκουλώνονται με τήν κουβέρτα τους μόλις τίς πεις να τά βλέπουνε όλα μαύρα) αίμα λοιπόν, πολύ αίμα : εναντίον τού ελάχιστου αίματος που ζητούσαν οι ξυπόλητοι να χυθεί για να φύγουν οι πρίγκηπες, να γίνουνε πρίγκηπες όλοι : αυτοί τού ενενηνταεννιά (τοίς εκατό) που θέλαν να ζήσουνε γαλάζια και γαλήνια, και κυρίως εκείνα τά αξιολύπητα τού άλλου γένους, τού φύλου, πώς τά λέγανε – αυτά δεν χύσαν μόνο αίμα χύσαν και φωτιά, τά πνίξανε τά εξαφανίσανε, τά αλλάξανε, τά κάψανε – και τώρα κάνουν ότι δεν τά ξέρουν, τούς αφιερώνουν μια μέρα

   γενικά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα όλοι : μόνο οι πρίγκηπες καταλαβαίνουν τό συμφέρον τους σ’ αυτό τό χαζό μέρος

   ύστερα μ’ αρέσει να μπαίνω στο αυτί μιανής που όλο γράφει και που δεν καταλαβαίνει κανείς τί λέει γιατί λέει διάφορα παλαβά : αυτό τό είδος υπάρχει από παλιά και λέγεται παλαβοί : μπαίνω στ’ αυτί της και τήν ακούω, δηλαδή ακούω τί σκέφτεται που βγαίνει μετά από τ’ αυτί της και, επειδή είναι παλαβή, μπαίνει μετά και στο στόμα της και τά λέει και δυνατά : εχτές μού είπε (δηλαδή δεν τά είπε σ’ εμένα, αλλά τήν άκουσα και τήν έγραψα από μέσα μου κι έπειτα πήγα στον πλανήτη μας και τά ’βαλα να τήν ακούσει κι ένας από τούς φίλους μου (κι ένας απ’ τούς εικοσιπέντε εραστές μου) που αυτός ξέρει τή γλώσσα της (αυτός ξέρει τή γλώσσα γιατί ασχολείται ειδικά με τίς ξένες γλώσσες, τών πλανητών εκείνων που είναι αδύναμοι κι έχουνε γλώσσες εύκολες, και τίς γράφουν και με πολύ πρωτόγονο τρόπο σαν άγριοι πάνω σε κάτι βαριές πλάκες χαρτιά – κι έχουνε κάτι γλώσσες που μόλις διαβάσεις τήν πρώτη λέξη καταλαβαίνεις μετά τή συνέχεια) : λοιπόν αυτή έβριζε, αρχικά έβριζε μόνο, κι έλεγε ότι όταν όλα ήταν ζόρικα κανείς δεν έκανε τέτοια, και μόνο ένας που πήγε να δολοφονήσει τόν αρχιδολοφόνο, τού χύσαν τό αίμα του ρυάκι, αλλά αυτοί τώρα δολοφονούνε εκ τού ασφαλούς γιατί δεν πρόκειται να περάσουν βασανιστήρια, και μια γυναίκα που πέρασε βασανιστήρια τής είπε ότι τότε που τήν βασάνιζαν οι δολοφόνοι αν είχε μπιστόλι θα τούς δολοφονούσε η ίδια, αλλά μετά δεν είχε νόημα, και ήταν σα να πυροβολείς μόνο πτώματα – λοιπόν είναι χαζοί κι έχουν και χαζό όνομα (λέει) διότι σφετερίζονται τή δράση άλλων που έγινε όταν τά πράγματα ήταν ζόρικα και κινδύνευε ο κόσμος με βασανιστήρια, ενώ αυτοί δεν κινδυνέψαν με βασανιστήρια και τό ξέρουνε και δεν λέγεται έτσι αυτό «εικοσιεφτά οκτώβρη», μπαίνει άρθρο ανάμεσα και λέγεται «εικοσιεφτά τού οκτώβρη» η ζωντανή μας γλώσσα εμάς (λέει) γουστάρει τά άρθρα, γουστάρει πολύ τά άρθρα, τά λέει και τά ξαναλέει, κι εκεί έλεγε συνέχεια κάτι τέτοια, αλλά αυτοί μιμήθηκαν από τήν αρχή τά νεκρά τά πεθαμένα και τή γλώσσα τών κομμάτων που ήταν νεκρά και πεθαμένα, και που θέλαν δήθεν να δείξουν ότι μιλάνε δήθεν τή γλώσσα τή ζωντανή χωρίς να μπορούν να τή φανταστούνε κιόλας ποτέ και μεταφράζοντας μόνο από μια γλώσσα νεκρή και πεθαμένη, διότι όταν μιλάς τή γλώσσα σου ζωντανή βάζεις και άρθρο ανάμεσα – όμως από τήν άλλη δεν μπορεί (λέει) και να υποφέρει και τήν υποκρισία τής ιστορίας (μού λέει) (τούς λέει εκεινών δηλαδή, εμένα δεν μέ ξέρει, ούτε μ’ έχει δει ποτέ η κακομοίρα – ούτε και θα μέ δει – είμαστε για τόν χαζό πλανήτη αόρατοι – ) δεν μπορώ να υποφέρω λοιπόν και τήν υποκρισία τής ιστορίας λέει και εκνευρίζομαι γιατί αυτοί σκοτώσαν είκοσι ανθρώπους και θα περάσουν όλη τους τή ζωή στη φυλακή ενώ οι άλλοι που σκοτώνουνε χιλιάδες κάθε μέρα (γιατί όποιος δουλεύει σκλάβος τους στα εργοστάσιά τους, στην οικογένειά τους, στην πατρίδα τους, στα στρατά τους, στα σκατά τους, είναι κάθε ξημέρωμα κι απ’ τήν αρχή ξανά νεκρός) ενώ αυτοί ζούνε και βασιλεύουν και θα ζουν όσο ζήσουν αθώοι και ελεύθεροι και με πισίνες – και να σκοτώνουνε και τίς γυναίκες τους στο ξύλο λέει άμα λάχει και τούς τή δώσει να πούμε, ή ξυπνήσουνε στραβά ή δεν τούς σηκώνεται να πούμε, και μετά οι κληρονόμοι τους πάλι τά ίδια –  και θα πάει έτσι συνέχεια στους αιώνες τών αιώνων αμήν

   γιατί ο μεγαλύτερος φόνος δεν είναι η κατάργηση τού σώματος αλλά η κατάργηση τής θέλησής του, και πάνω απ’ όλα η κατάργηση τού χρόνου, γιατί ενώ η κατάργηση τού σώματος τελειώνει σε δύο λεπτά, η κατάργηση τής θέλησης κρατάει μια ζωή, και η κατάργηση τού χρόνου γίνεται για να επαυξηθεί ο χρόνος τού άλλου που νομίζει ότι είναι εξυπνότερος επειδή έχει τά λεφτά, γι’ αυτό μη μού μιλάτε εμένα για φόνους, ζείτε σ’ ένα σύστημα φονικών, όπου ο φόνος τού δολοφόνου είναι και ο μόνος που τιμωρείται : τώρα, αν υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν ότι σκοτώνοντας τούς δολοφόνους κάτι κάνουνε, αυτοί είναι αφελείς και σίγουρα αμόρφωτοι, και τό πληρώνουνε πάντα, γιατί ποτέ οι φόνοι δεν ήταν τρόπος να καταργηθούν οι φόνοι, και σε άλλες μεριές τού γαλαξία αυτό τό μάθημα θα τό μαθαίναν αμέσως και τουλάχιστον δεν θα χρειάζονταν σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό καταλάβουν : γιατί σε άλλες μεριές τού γαλαξία τό εμπέδωσαν, ότι ο μόνος τρόπος για να καταργηθούν οι φόνοι είναι να καταργηθεί τό μυαλό τού δολοφόνου, κι αυτό τό μυαλό δεν καταργείται παρά μόνο με θέληση και με χρόνο, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζονται και σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό θελήσεις – και να ’χεις τόν χρόνο για να τό καταλάβεις

  

 

 

 

lewis hine (λεπτομέρεια από φωτογραφία)

 

 

 

 

  

Απρίλιος 20, 2013

μικρό μουσικό αφιέρωμα σε όσους σκότωσε η τελευταία ελληνική δικτατορία

.

.

.

.

.

shostakovich, symphony #11, opus 103, adagio in memoriam

.

.

britten, russian funeral for brass and percussion

.

.

μπρίττεν ρωσικό πένθιμο εμβατήριο

.

.

ρώσικο δημοτικό
вы жертвою пали you fell victims, funeral march with lyrics

.

.

επέσατε θύματα ελληνική παραλλαγή

.

.

2η ελληνική παραλλαγή

.

.

3η ελληνική παραλλαγή

.

.

8ο λύκειο καλλιθέας 1992

.

.

γ΄ γενικό λύκειο αρκαλοχωρίου 2012

.

.

ελληνική παραλλαγή για πιάνο, πρόβα

.

.

.

.

.

οι φωτογραφίες τού κολάζ : ο βασανιστής θεοφιλογιαννάκος από τό εδώλιο τού κατηγορουμένου απειλεί θύματά του που καταθέτουν εναντίον του στις δίκες τής μεταπολίτευσης / ο δικτάτορας παπαδόπουλος / οι σημερινοί οπαδοί του στην βουλή

.

.

.

.

.

 

 

Νοέμβριος 16, 2012

ποσότητες και ποιότητες : η πρώτη διαδήλωση { ξανά }

.
.
.
.
  
.

αναπαράγω (προσαρμόζοντας) παλιότερο ποστ (που είχε μέσα του και πολλά άλλα τότε και) που θέλω σήμερα να υπάρχει μόνο του – διότι έχει και μια εκ νέου επικαιρότητα αιφνιδίως – τώρα που συζητούνται γενικώς και διάφορες πραγματικότητες και αριθμοί, ιδεών, πραγμάτων, θανάτων

.

   τρεις μήνες μετά τήν εγκαθίδρυση τής δικτατορίας, τόν αύγουστο τού ’67 κι ενώ δεν είχαν ακόμα στεγνώσει τά αίματα από τίς δολοφονίες στον ιππόδρομο, και ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει οι εξορίες οι συλλήψεις και τά βασανιστήρια, δεκαπέντε άνθρωποι αποφάσισαν να κάνουν μια διαδήλωση, τήν πρώτη διαδήλωση κατά τής χούντας, στην οδό ερμού

   βέβαια η μεθοδική αποδομητική αρλουμπολογία τών χρόνων τής μεταπολίτευσης έχει κατορθώσει ώστε, από καιρό, ό,τι έγινε γενικώς κάποτε από λίγους ωφελώντας τούς πολλούς να καταδικάζεται πλέον ως συζητήσιμο ιδιοτελές ανώφελο ει μη και α/νόητο («σιγά τή διαδήλωση τών δέκα ατόμων» ειπώθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή σχετικά – αυτή ήταν και η αφορμή που είχε πυροδοτήσει τήν αρχική μου ανάρτηση) (δεν φταίνε βέβαια κι αυτοί : ποτέ δεν αμφέβαλλε κανένας έχων σώας τάς φρένας άνθρωπος ότι (όπως έλεγε κι ένα πανώ, εντελώς αριστερίστικο, στην πορεία για τήν πρώτη επέτειο τού πολυτεχνείου) : «δεν έγινε ο νοέμβρης για τόν καραμανλή» – και (για να πολυλογήσω λίγο ακόμα) καμιά κατάληψη δεν έγινε, και καμιά διαδήλωση ελαχίστων αναρχοκομμουνιστών δεν έγινε τότε για τά μούτρα αυτών που τώρα μετράνε με τό υποδεκάμετρο απ’ τούς θώκους τής τηλεδημοσιολογίας ή από τά ναζιστικά τους σπήλαια, τί έγινε ή τί δεν έγινε, και γιατί : ανάπηρη ήτανε η δημοκρατία τής μεταπολίτευσης από τήν αρχή της – άλλο αν αυτή έχουμε μ’ αυτήν βαδίζουμε και μ’ αυτήν (προσπαθούμε τώρα να) επιζήσουμε –  

   αναπαράγω τήν ιστορία, όπως μού τήν είχαν πει κάποια παιδιά που είχαν πάρει μέρος σ’ εκείνη τήν διαδήλωση, τώρα από μνήμης κι όπως τή θυμάμαι :

   (θα ξέρετε βέβαια ότι βασικός κανόνας μιας ομαδικής εκδήλωσης σε συνθήκες παρανομίας είναι να έρχονται όλοι από διαφορετικά μέρη και τήν ορισμένη μόνο ώρα να συναντιώνται – έτσι ώστε να σχηματιστεί εντελώς αιφνίδια η διαδήλωση, να κρατήσει όσο περίπου έχει προγραμματιστεί (μιλάμε για μερικά λεπτά, πολλές φορές και δευτερόλεπτα μόνο) κι ύστερα να διαλυθούν όλοι στα εξ ων συνετέθησαν, άλλος από δω κι άλλος από κει τρέχοντας –

   η ερμού είχε επιλεγεί ως δρόμος εμπορικός πολυσύχναστος και η ώρα θα ήταν τότε που κλείναν τά μαγαζιά, για να υπάρχει περισσότερος κόσμος στον δρόμο. Επικεφαλής τού όλου πράγματος ήταν ο εργάτης τότε και μετέπειτα σκηνοθέτης σωτήρης αναστασιάδης. Ήταν όλοι αγόρια αλλά θα υπήρχε και μια κοπέλα μπερδεμένη με τόν κόσμο στο πεζοδρόμιο να μαγνητοφωνεί τούς ήχους – αργότερα είχε προγραμματιστεί η κασέτα να σταλεί στο εξωτερικό – κάποιο λάθος έγινε στην παράνομη μεταφορά της κι η μαγνητοταινία χάθηκε, δεν υπάρχει σήμερα – ούτε ποτέ στο εξωτερικό πήγε)

   η βασική σκέψη λοιπόν ήτανε, όταν συναντηθούν, και μπουν στη μέση τού δρόμου, και πριν ακόμα αρχίσουν να φωνάζουνε, να σταθούν αραιά, πολύ αραιά μεταξύ τους, έτσι ώστε να φαίνονται κάπως πιο πολλοί. (Δεκαπέντε είχανε συνεννοηθεί να πάνε, έντεκα πήγανε.) Αυτό είναι τό σημείο που μ’ αρέσει κιόλας πιο πολύ από τήν όλη αφήγηση – τό έχω ακούσει από τρεις διαφορετικές μεριές :

   «Ενώ είχαμε πει να σταθούμε αραιά για να φαινόμαστε πολλοί, μόλις ξεκινήσαμε τά «κάτω η δικτατορία» και τά «δημοκρατία δημοκρατία» κολλήσαμε ο ένας πάνω στον άλλον γίναμε ένα πράγμα, κολλήσαμε τίς πλάτες μας τά χέρια μας τά κεφάλια μας, γίναμε ένας μπόγος ζαρωθήκαμε φωνάζαμε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, είχαμε γίνει ένα πράγμα και προχωράγαμε έτσι όλοι κολλημένοι σα σιαμαίοι, ούτε σχέδια ούτε τίποτα δεν πιάσανε»

   γελάνε τώρα όταν τό λένε. Γελάνε όλοι όταν τό θυμούνται πώς κόλλησαν ο ένας πάνω στον άλλον. Πήγαν όλα τά σχέδια στράφι. Μια τελεία στη μέση τού δρόμου έγιναν

   ποιές ήταν οι αντιδράσεις τού κόσμου ; τί έγραψε τό κασετόφωνο ;

   «Δεν βλέπαμε εμείς τίποτα. Ακούσαμε κάνα–δυο αντρικές φωνές όμως που ψιθυρίσανε δίπλα κάτι σαν «μπράβο παιδιά μπράβο ρε μάγκες μπράβο λεβέντες» πολύ χαμηλόφωνα στο πλάϊ μας, κι η κοπέλα μάς είπε αργότερα απ’ τό πεζοδρόμιο ότι άκουσε κι αυτή μερικούς ανθρώπους που ψιθύρισαν τέτοια – και μερικές φωνές (γυναικείες αυτές) έκπληξης : κοίτα κοίτα κοίτα. Αλλά διαλυθήκαμε πολύ γρήγορα. Είχαμε ορίσει ο καθένας προς ποιον παράδρομο τής ερμού θα τρέξει. Εν τούτοις βρέθηκε και κάποιος καθεστωτικός ανάμεσά τους εκείνη τήν ώρα στην ερμού και όρμησε κι έπιασε έναν από μάς και τόν έριξε κάτω στο πεζοδρόμιο τήν ώρα που διαλυόμαστε. Γύρισε πίσω ο γιάννης που τό πήρε χαμπάρι, έπαιξε ξύλο με τόν χαφιέ, ελευθέρωσε τόν κώστα και τρέξαν μετά κι αυτοί κι εξαφανίστηκαν, τρέξαμε όλοι, δεν έπιασαν κανέναν μας τότε. Μόνο αυτός που είχε οριστεί να πάρει τήν ταινία από τήν κοπέλα να τήν στείλει έξω, τήν έχασε, κάτι έγινε, και δεν τήν έστειλε – χάθηκε η κασέτα»

.
.
.

   ο σωτήρης αναστασιάδης ήταν ένας γλυκός λεπτός ψηλός, πολύ όμορφος άντρας μ’ ένα αναρχοσκουφί στο κεφάλι, σκηνοθέτης κυρίως σε ντοκυμαντέρ, που προσωπικά τόν γνώρισα πολύ λίγο, προς τό τέλος, και μού είχε υποσχεθεί με κείνο τό γεμάτο κατανόηση χαμόγελό του να μέ βοηθήσει σ’ ένα ντοκυμαντέρ που ήθελα να κάνω. Είχα τή φιλοδοξία να τούς ξαναφέρω όλους στην ερμού κάποια στιγμή να περπατήσουνε μιλώντας για άσχετα πράγματα σ’ εκείνο τό σημείο, μεγάλοι τώρα, και λίγοι μόνο τώρα όντως πια, αυτοί η μια φορά κι έναν καιρό τεράστια διαδήλωση

   η γυναίκα του κι η κόρη του πέρασαν και μια περιπέτεια καφκικής εμπνεύσεως μετά τόν θάνατό του όταν μπήκε η – δημοκρατική τώρα – ασφάλεια σπίτι του να τόν (ξανα)συλλάβει – μετά θάνατον –. Ο κώστας αγαπίου στην δίκη τού έλα δεν χρησιμοποίησε ούτε μια φορά τήν αντιδικτατορική του δράση ως άλλοθι για τήν αντιμεταπολιτευτική. Τήν σκέψη του αυτή οφείλουμε να τήν σεβαστούμε όσο κι αν συμφωνούμε ή δεν συμφωνούμε με τίς άλλες σκέψεις του. Οι άλλοι, όσοι και όσο επέζησαν, είναι καλά. Η ταινία δεν θα γίνει ποτέ. Ο σωτήρης βρίσκεται στο πρώτο.

.
.
.
.
.

περισσότερα για τή διαδήλωση εκείνη γενικά, και για τόν σωτήρη αναστασιάδη ειδικότερα, διαβάζετε εδώ και (μαζί με άλλα γοητευτικά) εδώ | εδώ για τόν κώστα αγαπίου τόν παρ’ ολίγον τότε συλληφθέντα | πηγές φωτογραφιών : εδώ και εδώ | η άλλη ανάρτηση

.
.
.
.
.
.
Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: