σημειωματαριο κηπων

Ιουνίου 20, 2014

søren

 

 

 

 

όσο και αν, για να ’ναι κανείς σωστός θεωρητικά, θα ’πρεπε να πει ότι ο σαίρεν κίρκεγκωρ μόνο μέσα στην ολότητά του βρίσκεται (και έτσι θα εύρισκε τρόπο να συμφωνήσει και με τόν αντόρνο (που σίγουρα τόν είχε διαβάσει ολόκληρον, για να κάνει εκείνη τήν πρώτη φιλοσοφική του δουλειά, πάνω στον κίρκεγκωρ ακριβώς)) εγώ θα προτιμήσω να πω ότι επειδή ο κίρκεγκωρ νόμιζε ότι είναι χριστιανός, βρίσκεται στις καλύτερες (και λιγότερο πληκτικές του στιγμές – και τήν πλήξη τού τήν επιστρέφω ολόκληρη επειδή ο ίδιος έχει βρεθεί εξόχως και ρητορικώς και μάλιστα πολύ εφευρετικά απέναντί της) βρίσκεται στις καλύτερές του στιγμές όταν δεν είναι καθόλου χριστιανός – όταν δηλαδή είναι ο κίρκεγκωρ πριν γίνει χριστιανός, ή όταν είναι όσο λιγότερο χριστιανός γίνεται, ή εν πάση περιπτώσει όταν ξεχνάει τή μανία του να θέλει να είναι σώνει και καλά χριστιανός ενώ, για να λέμε μεταξύ μας και τήν αλήθεια, δεν υπήρξε και σπουδαίος χριστιανός ο άνθρωπος (δεν ήταν χριστιανός ο χριστιανός)

κάποτε είχα βουτήξει στην «ασθένεια προς θάνατον» για να τήν μεταφράσω όταν δεν υπήρχε καμιά δική του ασθένεια μεταφρασμένη ακόμα στα ελληνικά (ασφαλώς θα τόν μετέφραζα από μετάφραση – τόν είχα βρει στ’ αγγλικά στο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο τού ελευθερουδάκη (στην οδό νίκης τότε) στο οποίο μέ εισήγαγε (στην κυριολεξία δηλαδή μέ εισήγαγε) ο ενδιαφερόμενος για τά διαβάσματά μου τότε βασίλης διοσκουρίδης) τόν μετάφραζα κιόλας ταυτόχρονα με τήν «αλίκη στη χώρα τών θαυμάτων» που και αυτή δεν υπήρχε ακόμα στα εδώ, αλλά ήμουν (τό καταλάβαινα ήδη, με δυσφορία αλλά τό καταλάβαινα) και για τίς δύο πολύ κοντή (δεν είχα πιεί ακόμα από κείνο τό μπουκαλάκι να ψηλώσει δηλαδή ο λαιμός μου και να φτάνω τό τραπέζι) – επομένως δεν σκοπεύω να εμφανίσω τίποτα τώρα απ’ αυτά – εκτός ίσως καμιά φορά κανένα από τά τραγουδάκια τής αλίκης, γιατί εκείνα είχαν βγει καλά ίσως επειδή είμαστε πιο κοντά ηλικιακά και οι δυο μας. Καθώς τώρα λοιπόν πια υπάρχουν διάφορες μεταφράσεις θα παραθέσω εδώ σήμερα κομμάτια από τό «ημερολόγιό» του και από τό «είτε/είτε», και αργότερα αν θέλει ο θεός (του) από τήν «επανάληψη» – που είναι και τό πιο σπουδαίο του γραφτό κατά τή γνώμη μου – και τό έχουμε και στην εξαιρετική μετάφραση τής σοφίας σκοπετέα η οποία τόν μετέφρασε και από τή γλώσσα του (όλοι οι άλλοι τόν έχουν μεταφράσει από τά γαλλικά ή τά αγγλικά εκτός από μερικούς που κάνουν τήν πάπια και δεν λένε τίποτα περί αυτού ή περί γλώσσας). Και τώρα μόλις σκέφτηκα ότι είπα κιόλας ένα ψέμα, κι ότι τό πρώτο δικό του έργο που είχε μεταφραστεί (και από πολύ παλιά μάλιστα) (και από τά δανέζικα) ήταν τό «ημερολόγιο ενός διαφθορέα» στις εκδόσεις τού «γαλαξία» με ροζ κιόλας νομίζω εξώφυλλο – τά σημερινά αποσπάσματα τά βρήκα πρόσφατα από μια μάλλον θρησκευτικοκεντρική έκδοση, αλλά αυτό δεν έχει σημασία διαλέγω αυτά που μού αρέσουνε εμένα, μερικά από τό «είτε/είτε» και μερικά από τό ημερολόγιό του κυρίως είπαμε

(σε συνέχειες)

.
.

με τό ψευδώνυμο «θριαμβεύων ερημίτης», 1843, η πρώτη έκδοση τού «είτε/είτε»

.

από τό ημερολόγιο

για μένα ο κριτικός είναι τόσο απεχθής όσο ο παραγιός τού κουρέα που μέ κυνηγά με τή σαπουνάδα που χρησιμοποιεί για όλους, προσπαθώντας να τήν αλείψει στο πρόσωπό μου με τά βρώμικα δάχτυλά του.

πασχίζοντας να βγάλει νόημα από τό είτε–είτε, σχολίασε ότι περιέχει σκέψεις που δύσκολα θεωρούνται βαθυστόχαστες. Ο αξιότιμος διδάκτωρ heiberg και η κομπανία του έχουν τό μεγάλο προνόμιο να ξέρουν εκ τών προτέρων ότι αυτό που θα πουν είναι βαθυστόχαστο, καθότι σπάνια ακούς έστω και μία πρωτότυπη σκέψη από τό στόμα τους. Οι γνώσεις τους είναι δανεικές από τόν hegel. Κι αφού ο hegel είναι βαθυστόχαστος, είναι επόμενο να είναι βαθυστόχαστος και ο δόκτωρ heiberg. Με αυτό τό σκεπτικό, ο φοιτητής θεολογίας που μιλά για τή βίβλο είναι ο πιο βαθυστόχαστος απ’ όλους, μια και η βίβλος είναι τό πιο βαθύ σε νόημα βιβλίο.

τί αλλόκοτο για κάποιον που ζει μέσα στον κόσμο να έχει τήν αίσθηση τού αιώνιου.

για τήν αριστοκρατία τό πλήθος είναι χαμένη υπόθεση. Εξακολουθούν να ζουν στη σιγουριά τους, προσποιούμενοι ότι τό πλήθος δεν τούς αφορά. Δεν ασχολούνται με τούς ανθρώπους, να τούς κάνουν να χαρούν. Αυτό δείχνει υπεροψία και ασέβεια προς τόν άνθρωπο. Θέλω να τραβήξω τήν προσοχή τού πλήθους μακριά από αυτό που είναι ο χαμός του. Είτε με τό καλό είτε με τό ζόρι. Δεν υπονοώ ότι θα τούς χτυπήσω (τί κρίμα που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να χτυπήσει τό πλήθος). Θα τούς αναγκάσω να μέ χτυπήσουν εκείνοι. Αν μέ χτυπήσουν, ίσως μέ προσέξουν. Κι αν δεν μέ σκοτώσουν, σίγουρα θα μέ προσέξουν, και τότε θα έχω καταφέρει μια μεγάλη νίκη. Τό σχέδιό μου είναι απόλυτα διαλεκτικό. Θα τούς κάνω να πουν «αφού δεν ασχολείται κανείς με τόν δόκτορα κίρκεγκωρ, θα ασχοληθώ εγώ μαζί του ! » και – δήθεν αδιάφορα ή θέλοντας να ξέρω ότι αδιαφορούν – θα ασχοληθούν μαζί μου. Τό σχέδιό μου θα φέρει έξοχα αποτελέσματα, αρκεί να τό εφαρμόσω. Οι άνθρωποι θα μέ πάρουν στα σοβαρά κάνοντας ότι δεν μέ παίρνουν στα σοβαρά.

από μια άποψη, η αιτία τής δυστυχίας μου είναι τό φοβερό μυστικό τής μελαγχολίας, τό οποίο δεν θα μπορούσα να κρύψω αν δεν είχα τόν τρόπο μου. (Τί φοβερό κακό, θεέ μου, μού έκανε ο πατέρας μου με τή μελαγχολία του – ένας γέρος που ξεφόρτωνε όλη του τήν απελπισία σε ένα παιδί, χωρίς να αναφέρω καν τό πιο τρομερό. Παρ’ όλ’ αυτά, ήταν ο καλύτερος πατέρας.) Αλλά τότε δεν θα είχα γίνει αυτό που είμαι. Θα είχα τρελαθεί αν δεν έφευγα από τό σπίτι.

μερικές φορές βλέπω τόν εαυτό μου σαν καρικατούρα, μια σύντομη περίληψη αισθημάτων και σκέψεων, έναν μάλλον συμπαθητικό, ψηλόλιγνο άντρα που η φύση αναχαίτισε ξαφνικά τήν εξέλιξή του. Αυτό φαίνεται στα μέλη τού σώματός μου, στα δάχτυλα στο πρόσωπο κλπ. Παρομοίως κάθε λόγος μου αρχίζει με τέτοια υπόσχεση, ώστε κάποιος να προσδοκά κάτι βαρυσήμαντο, όμως τίποτα αξιόλογο δεν προκύπτει.

βλέπω πολλούς που χρησιμοποιούν τήν προβολή για να ξεχωρίσουν. Αν μπω κάπου όπου είναι μαζεμένη μια παρέα, ένας από αυτούς, θεωρώντας ότι εκπροσωπεί τήν ομήγυρη, μέ βλέπει και γελά προσβλητικά. Αλλά μόλις τού απευθύνω τόν λόγο, η συμπεριφορά του αλλάζει· γίνεται πειθήνιος και ευγενικός· μέ υπολογίζει. Όσο μέ αγνοεί, πιστεύει ότι μπορεί να γελά εις βάρος μου· μόλις τού δώσω σημασία κολακεύεται. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς όσα σού συμβαίνουν στη μικρή κοινότητα όπου ζεις.

κάποτε ο διακαής πόθος μου ήταν να γίνω αστυνομικός. Φάνταζε ιδανική απασχόληση για τό ανήσυχο, κοφτερό πνεύμα μου. Πίστευα πως ανάμεσα στους εγκληματίες υπήρχαν άντρες να συναγωνιστώ : άντρες πανούργοι, δραστήριοι, ιδιοφυείς. Καλύτερα που δεν έγινα, αφού οι περισσότερες αστυνομικές υποθέσεις έχουν να κάνουν με πλημμελήματα.

είναι φοβερός ο πόνος που νιώθω όταν ο στοχασμός μου σπαταλιέται στα παπούτσια τής αμεσότητας. Κανένας πόνος δεν μέ τρομάζει περισσότερο.

είναι παράξενο πόσο σκληρά μαθαίνω κάτι. Χώνομαι με αγωνία σε μια σκοτεινή σπηλιά δίχως να διακρίνω τίποτα. Ξαφνικά προβάλλει μπροστά μου ολοζώντανη μια ιδέα. Μέ χτυπά ελαφρά στον ώμο, μέ αγκαλιάζει και μέ συνεπαίρνει. Δεν μού φαίνεται ξένη· κάποτε θα τήν είχα αγκαλιάσει με τό αριστερό χέρι, τώρα τήν παίρνω με τό δεξί. Και εκεί που ένιωθα μικρός σαν ακρίδα, ζωηρεύω για τά καλά. Τήν ακολουθώ μέχρι τέλους. Δένομαι πάνω της, γίνομαι δέσμιός της. Κι όταν τελειώσω, αρχίζει πάλι η ίδια διαδικασία.

όλη η κοπεγχάγη μέ αντιμετωπίζει σαν έναν μισότρελο εκκεντρικό εγγλέζο, με τόν οποίο ας δούμε πώς μπορούμε να γελάσουμε όλοι μας, επώνυμοι κι ανώνυμοι. Η συγγραφική μου δραστηριότητα, τό εσωτερικό πάθος τής οποίας θα συγκινούσε και τίς πέτρες και που σε ορισμένα θέματα είναι άφθαστη, θεωρείται μια φτηνή απασχόληση, σαν τό ψάρεμα. Όσοι τήν αντιλαμβάνονται μέ ζηλεύουν σιωπηρά· οι υπόλοιποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Από τούς κριτικούς δεν έχω τήν παραμικρή υποστήριξη. Μέ αντιγράφουν, μέ διαβάλλουν σε ανόητες διαλέξεις και συγκεντρώσεις, δίχως καν να αναφέρουν τό όνομά μου. Τούς αρέσει να μέ θεωρούν παράλογο· θέλουν να δουν αν μπορούν να μέ τρελάνουν περισσότερο. Κρύβω τήν πραγματική μου εικόνα και τά σπάνια χαρίσματα που μού έχουν δοθεί. Ο άνθρωπος τού δρόμου μέ φθονεί. Χαίρεται να διαπομπεύει τίς αρετές μου. Και όλα εξαρτώνται από τή διάθεση ενός τέτοιου ανθρώπου. Μέ παρηγορεί που είμαι εσωστρεφής, γιατί έτσι δεν βλέπω, δεν ακούω τί γίνεται γύρω μου.

βρίσκω τή ζωή υπερβολικά κουραστική. Πόσο θλιβερά μαθαίνεις τούς ανθρώπους, τί λυπηρό αυτό που φαίνεται καλό εξ αποστάσεως να μέ απογοητεύει τόσο πολύ κάθε φορά !

θα ήθελα να γράψω μια μικρή ιστορία που ο κύριος χαρακτήρας της απέκτησε ένα ζευγάρι γυαλιά. Όσο θα μικραίνει τίς παραστάσεις ο ένας του φακός, τόσο θα τίς μεγεθύνει ο άλλος, για να βλέπει τά πάντα στη σχετικότητά τους.

αν δεν ήξερα πως είμαι γέννημα θρέμμα δανός, θα μέ δελέαζε να έλεγα πως είμαι ιρλανδός, για να ερμηνεύσω τίς αντιφάσεις μέσα μου. Εκείνο τό έθνος δεν έχει τήν καρδιά να βουτήξει τά παιδιά του εντελώς στο νερό όταν τά βαφτίζει. Θέλει να κρατήσουν και λίγο παγανισμό. Όταν τά βουτάνε, αφήνουν τό δεξί χέρι τους έξω από τό νερό, για να μπορεί αργότερα να κρατήσει τό σπαθί ή να αγκαλιάσει μια γυναίκα.

όλοι μας παίρνουμε εκδίκηση από τόν κόσμο. Η δική μου έγκειται στο να υποφέρω τήν απελπισία και τόν τρόμο, ενώ τό γέλιο μου διασκεδάζει τούς πάντες. Αν δω κάποιον να υποφέρει, τόν συνδράμω, τόν ανακουφίζω όσο καλύτερα μπορώ και τόν ακούω ήρεμα να μέ διαβεβαιώνει πως είμαι τυχερός. Αν καταφέρω να διατηρήσω αυτή τή σχέση μέχρι τή μέρα που θα πεθάνω, θα έχω πάρει τήν εκδίκησή μου από τόν κόσμο.

η παρηγοριά μου είναι ότι μετά τόν θάνατό μου κανείς δεν θα βρει στα γραπτά μου τήν παραμικρή πληροφορία γι’ αυτό που έδωσε νόημα στη ζωή μου και που, βαθιά κρυμμένο μέσα μου, εξηγεί τά πάντα και καθιστά αυτά που για τούς άλλους θεωρούνται λεπτομέρειες γεγονότα μεγίστης σημασίας και που, μόλις ανακαλύψω τή μυστική τους εξήγηση, τά θεωρώ ασήμαντα κι εγώ.

θα προκύψει με τή δική μου κατάρρευση. Μόνο όταν καταρρεύσω θα καταλάβουν ότι έπρεπε να είχαν ασχοληθεί μαζί μου, και τότε θα μέ παρεξηγήσουν άλλη μια φορά. Θα αναρωτηθούν γιατί τούς άφησα να πιστεύουν ότι ο μόνος κίνδυνος που είχα να αντιμετωπίσω ήταν η ανοησία τους.

άνθρωπος σημαίνει ισότητα, ανθρωπιά. Η ανισότητα είναι απανθρωπιά.

η αλήθεια είναι παγίδα. Δεν μπορείς να τήν πιάσεις· σέ πιάνει πρώτα αυτή. Δεν μπορείς να τήν αιχμαλωτίσεις αν δεν γίνεις πρώτα αιχμάλωτός της.

να είσαι χριστιανός και σε πλήρη συμμόρφωση με τό χριστιανικό κατεστημένο είναι σαν να κάνεις γυμναστική με ζουρλομανδύα.

θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τή ζωή ενός ανθρώπου με μια μεγάλη συνδιάλεξη όπου οι άλλοι αντιπροσωπεύουν διαφορετικά μέρη τού λόγου. Άραγε πόσοι είναι απλώς επίθετα, επιφωνήματα και επιρρήματα ; Πόσο λίγοι είναι ουσιαστικά και ενεργητικά ρήματα, πόσο πολλοί είναι σύνδεσμοι ; Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν τά ανώμαλα ρήματα σε γλώσσες που σχεδόν κάθε ρήμα είναι ανώμαλο.

η οριστική σκέφτεται κάτι σαν πραγματικό (ταυτίζει τό σκεπτόμενο με τό πραγματικό).
Η υποτακτική σαν νοητό.

η υποτακτική είναι η δραματική γραμμή που δρασκελίζει ο αφηγητής για να εκπροσωπήσει τά λεγόμενά του (ποιοτικά) παρουσιάζοντάς τα στο φως τής υποκειμενικότητάς του.

η ζωή μου είναι, δυστυχώς, πολύ υποτακτική. Θεέ μου, ας είχα και λίγη οριστική.

 

 

 

 

 

επάνω :

σαίρεν κίρκεγκωρ, επεξεργασμένο μέσω picasa τό πιο γνωστό του πορτραίτο (από ημιτελές σχεδίασμα που τού έκανε ο ξάδελφός του niels christian kierkegaard)

χειρόγραφο τού κίρκεγκωρ (1838) για ένα θεατρικό έργο που δεν δημοσίεψε ποτέ

.

.

          

η «ασθένεια προς θάνατον» στα αγγλικά (από κει θα τή μετέφραζα) // ο βασίλης διοσκουρίδης που μού χάρισε τό βιβλίο τού κίρκεγκωρ, όμως εδώ 15 χρόνια αργότερα (πολύ μεγάλος πια) (αργότερα μεγάλωσε περισσότερο) // «η επανάληψη» : η σημαντικότερη ώς σήμερα έκδοση στα ελληνικά τού κίρκεγκωρ : μετάφραση και σχόλια (ουσιαστικά μελέτη) τής σοφίας σκοπετέα // «τό ημερολόγιο ενός διαφθορέα» : τό πρώτο βιβλίο τού κίρκεγκωρ στα ελληνικά (μετάφραση δημήτρης μπέσκος, εκδόσεις γαλαξίας, 1964) και τό μόνο μαζί με τήν «επανάληψη» που έχει μεταφραστεί από τά δανέζικα

 

λίγα (σχολιαστικά) για τόν κίρκεγκωρ τού αντόρνο : 1, 2, 3

 

 

 

 

 

Advertisements

9 Σχόλια »

  1. Όμως τι εννοείς όταν λες ότι ο Κίρκεγκορ δεν ήταν χριστιανός; Αν εννοείς ότι απεχθανόταν το «χριστιανικό κατεστημένο», τότε ναι, από αυτήν την άποψη δεν ήταν. Όμως από πότε είναι οι εκκλησιαστικές και θεολογικές αυθεντίες που ορίζουν τον χριστιανισμό; Κι ο ίδιος ο Κίρκεγκορ θα απαντούσε ότι ζήτημα να υπάρχουν 10 – 20 (πραγματικοί) χριστιανοί σε όλη τη Δανία.

    Από την άλλη, έναν άνθρωπο με τέτοια φλογερή πίστη, πώς αλλιώς θα τον πεις αν δεν τον πεις χριστιανό;

    Σχόλιο από Elias — Ιουνίου 21, 2014 @ 10:39 πμ | Απάντηση

    • γεια σου Ηλία (είχα μια υποψία ότι θ’ ακούσω τις αντιρρήσεις σου, γιατί τα ‘χουμε ξαναπεί κάπως, στο δικό σου)

      αυτό που ήθελα να πω, και νομίζω (πρέπει να) φαίνεται κάπως από την εισαγωγή μου, είναι πως μολονότι ο ίδιος πίστευε ακράδαντα πως ήταν χριστιανός (και έτσι τά ‘βαζε μια ζωή και με το «χριστιανικό κατεστημένο» : ακριβώς επειδή πίστευε ότι ο ίδιος ήταν με τη «σωστή πλευρά τού χριστιανισμού»), το σύνολο της σκέψης του (το οποίο πρέπει να ομολογήσω ότι δεν το έχω μελετήσει ακόμα ολόκληρο όσο θα ήθελα) μάς πάει πολύ πιο πέρα από τη σκέψη ενός «απλού πιστού χριστιανού»
      στην πραγματικότητα δλδ νομίζω ότι στις πραγματικά ιδιοφυείς του και μοναδικές στιγμές (αυτές που τον κάνουν και «αυτό που είναι»- και που αν δεν υπήρχαν δεν θα συζητάγαμε καν σήμερα γι’ αυτόν – γιατί από «χριστιανούς θεολόγους» έχουμε ένα σωρό αλλά πόσοι απασχολούν τή φιλοσοφία σήμερα ; ) το σύνολο τής σκέψης του ανατρέπει ουσιαστικά τίς θρησκευτικές του εμμονές

      από την άλλη φυσικά αναγνωρίζω ότι το ζήτημα δεν λύνεται με δυό αράδες, ούτε είναι τόσο απλό – γιατί αν δεν είχε αυτήν την έντονη θρησκευτικότητα σαν εφαλτήριο στη σκέψη του (και τή ζωή του (και νομίζω ξέρεις καλά πως τη ζωή του κυρίως ρήμαξε με τη θρησκευτικότητά του)), πιθανώς να μην μπορούσε και να εκτοξευτεί σε κάποιες μοναδικές αποφάνσεις (πολλές απ’ αυτές στην «επανάληψη») που ουσιαστικά δεν ξεπερνούν απλώς την θρησκευτικότητά του αλλά την αρνούνται μεγαλοπρεπώς, κιόλας θα έλεγα

      Σχόλιο από χαρη — Ιουνίου 21, 2014 @ 4:44 μμ | Απάντηση

  2. Γεια σου, Χάρη. Συμφωνούμε σίγουρα ότι οι ιδέες του Κίρκεγκορ πήγαιναν πολύ πιο πέρα από αυτές του παροιμιώδους «απλού μέσου χριστιανού» (γι’ αυτό και έχει τόσο ενδιαφέρον, εξάλλου). Δεν ξέρω όμως αν, στις δυνατές στιγμές του, ξεπερνά ή αρνιέται τη θρησκευτικότητά του, δεν είναι η έκφραση που θα χρησιμοποιούσα εγώ… Ίσως όμως μπλέξουμε με ζητήματα, τι εννοούμε όταν λέμε θρησκευτικότητα.

    Η πρόκληση που σου θέτω είναι η τεράστια έμφαση που έδινε ο Σόρεν στην πίστη. Αυτό πώς το εξηγείς;

    Σχόλιο από Elias — Ιουνίου 24, 2014 @ 12:52 πμ | Απάντηση

    • Η απάντηση δύσκολη, Ηλία, και κυρίως πολύ δύσκολο να είναι σύντομη, αλλά θα προσπαθήσω!

      καταρχάς μ’ έκανες να μπω ξανά στην «επανάληψη» (πράγμα αφεαυτού του περιπετειώδες – αλλά δεν πειράζει, καλό μού έκανε – ξαναβρήκα άλλωστε διάφορα, χρήσιμα και για το μέλλον εδώ – ) για να επιβεβαιώσω μια διατύπωση που θυμόμουνα ας πούμε, τής Σκοπετέα, δλδ αυτήν : «Για τόν Κίρκεγκωρ ειπώθηκε, κατ’ αρχήν από τον ίδιο, πως στην πραγματικότητα είναι ποιητής (…) το δηλώνει με τήν έννοια ‟είμαι μ ο ν ά χ α ποιητήςˮ (σαν να ‘τανε μικρό πράγμα)), ‟δεν είμαι παραπάνωˮ, δηλαδή ‟δεν είμαι Χριστιανόςˮ, σαν να σήμαινε το να γίνεις Χριστιανός κανένα ιδιωτικό επίτευγμα. Και πάλι έχουμε μεταφορά, γιατί απ’ όσο ξέρω δεν έχει σωθεί (…) μήτε ένα απόσπασμα στίχου από τό χέρι τού Κ.»

      αλλά κι εγώ σε μια παλιά ανάρτηση είχα σημειώσει μια φράση τού Κίρκεγκωρ (εδιτ : που κι αυτήν στη Σκοπετέα την είχα βρει νομίζω) που μού άρεσε πολύ : «Εγώ, μετά συγχωρήσεως, είμαι τής πεζογραφίας»

      όμως ας αφήσουμε τη Σκοπετέα ήσυχη (αλήθεια, τί εκπληκτική δουλειά που έχει κάνει αυτή η γυναίκα) και ας (προσπαθήσω να) απαντήσω μόνο τού λόγου μου :

      θα ‘λεγα λοιπόν αρχικά ότι μια πρώτη απάντηση στο ερώτημά σου είναι «αν τον δούμε μέσα από τις αντιφάσεις του» (ένα πρώτο δείγμα έχει ήδη τό απόσπασμα παραπάνω, που μιλάει ο ίδιος για τίς αντιφάσεις του, σε σχέση με τόν παγανισμό (που θα ήθελε να έχει) των Ιρλανδών

      επίσης, «αν προσπαθήσουμε να τόν ψυχαναλύσουμε» ( : τό παιδί που ξεπερνάει τόν υπέρ-αυταρχικό πατέρα του, υπερβάλλοντας σε εσωτερικότητα) εδώ πρέπει (=μπορεί) να γίνει μια σύγκριση και με τόν Κάφκα, θα πρόσθετα δλδ ότι κτγμ και οι δύο αυτοί βρέθηκαν από τήν αρχή λόγω υπεραυταρχικών πατεράδων κλεισμένοι σε μια iron prison (δεν ξέρω αν είχες υπόψη σου και κάποιον, ή και τούς δύο απ’ αυτούς, όταν διάλεγες τό όνομα ! )

      και, τέλος, διαλέγοντας ίσως τή λύση που προτιμάω εγώ, θεωρώντας τον δλδ απλώς πάνω απ’ όλα εκπληκτικό συγγραφέα

      μ’ άλλα λόγια τού λόγου μου (θα μού πεις, δεν έχει ίσως σημασία – η μόνη μου παρηγοριά είναι ότι δεν είμαι μόνη σ’ αυτό -) δεν μπορώ να δώσω μεγάλη σημασία σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει πίστη του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τόν θεωρώ ψεύτη : δίνω όμως, απ’ την άλλη, μεγάλη σημασία στη αυτο-ειρωνεία του (και κανένας πραγματικός πιστός δεν ειρωνεύεται τόν εαυτό του)

      Και μ’ άλλα λόγια δεν απάντησα ίσως ακριβώς θα μού πεις, (ίσως έκανα τό σχέδιο μελλοντικής απάντησης όμως) (ίσως ;! )
      δεν ξέρω

      Σχόλιο από χαρη — Ιουνίου 24, 2014 @ 5:29 μμ | Απάντηση

  3. Ιιιιιιιιχχχχχχ!… Το «ας τον ψυχαναλύσουμε» όμως είναι χτύπημα κάτω απ’ τη μέση! Είναι η εύκολη λύση. Εγώ παίζω το παιχνίδι τίμια, δεν χτυπάω μπαμπέσικα! Το να μου πεις, για παράδειγμα, ας δούμε τι εννούσε ο Σόρεν μ’ αυτό που ονόμαζε «πίστη», τι περιεχόμενο του έδινε και τι είχε στο μυαλό του, το δέχομαι. Το «ας τον ψυχαναλύσουμε», όμως, είναι μονοπάτι πονηρό, που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη.

    Τι κερατάς που είμαι!

    Σχόλιο από Elias — Ιουνίου 24, 2014 @ 9:04 μμ | Απάντηση

    • ααααα με τόσα ιιιιιι ζαλίστηκα 🙂

      μα, όχι βρε παιδί μου – πώς το παίρνεις έτσι ! τόσες λύσεις έδωσα, πήδα την ψυχανάλυση και πήγαινε στις άλλες!!

      έπειτα : 1ον είπα «αν» τον ψυχαναλύσουμε
      2ον : για μένα (και για δωμέσα δλδ) η ψ.α. δεν είναι ο «κοινός» (εν ελλάδι να πούμε (αλλά ίσως και αλλού)) «τόπος» περί ψ.α (τουτέστιν είναι απλώς ανάλυση, δεν εξυπονοείται κανενός είδους «καταδίκη»)

      τον έβαλα και με τον κάφκα που τον αγαπάω (κι αυτόν) ! (αλήθεια σού χρωστάω τ’ ότι μ’ έκανες να σκεφτώ στα σοβαρά μια τέτοια σύγκριση)

      κι άμα εσύ «κερατάς» Ηλία, εγώ τότε ==> τι ; «πουτάνα» ;!
      αχ, μες στη ζωή δρόμοι ανοίγονται πολλοί 😛

      Σχόλιο από χαρη — Ιουνίου 24, 2014 @ 9:53 μμ | Απάντηση

  4. Δε βαριέσαι, συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα.

    Κάτι με Κίρκεγκορ και ψυχανάλυση: Τη δεκαετία του ’80, ο Gordon Marino, ακαδημαϊκός, βρήκε μια υποτροφία Fullbright να πάει ένα χρόνο στη Δανία, να μάθει τη γλώσσα και να μελετήσει τον Κίρκεγκορ στο πρωτότυπο. Παράλληλα συμμετείχε και στο αμερικάνικο αντιπολεμικό κίνημα (τότε ήταν η επέμβαση στη Νικαράγουα) και σκεφτόταν την άρνηση πληρωμής φόρων ως διαμαρτυρία. Αν όμως το έκανε πράξη και προχωρούσε σε άρνηση πληρωμής φόρων, πάει η υποτροφία Fullbright. Παράλληλα, μια φίλη του ψυχαναλύτρια τον ψυχανέλυσε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση πληρωμής φόρων ήταν, στην πραγματικότητα, υποσυνείδητος φόβος της επιτυχίας, τάσεις αυτοκαταστροφής, πιθανώς και αίσθηση μεγαλείου.

    Οπότε λοιπόν ο Gordon Marino τα βόλεψε μέσα του, δεν τόλμησε να ρισκάρει την άρνηση πληρωμής φόρων, πήρε την υποτροφία και πήγε στη Δανία. Προκειμένου να μελετήσει έναν συγγραφέα που έλεγε ακριβώς αυτό, ότι τα βολεύουμε μέσα μας προκειμένου να αποφύγουμε την πράξη και το ρίσκο. Και έγινε (ακαδημαϊκός) ειδικός επί του Κϊρκεγκορ, ο οποίος έλεγε, «Μην αναλύετε ακαδημαϊκά τις ιδέες μου, δεν είναι αυτό το νόημα! Πράξτε!»

    Είναι πολύ ειρωνικό.

    Σχόλιο από Elias — Ιουνίου 26, 2014 @ 8:58 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: