σημειωματαριο κηπων

Ιουνίου 15, 2013

ο Ιούλιος

.

.

.

 

στη μέση τού ιούνιου ένας ιούλιος, αναδημοσίευση από τό
e–περιοδικό
στάχτες, φωτογραφία «σκιές αγνώστων» από
τόν στράτο φουντούλη / αγριμολόγο

.

.

   πήγε στην ουγκάντα και μετά έγινε και κει μια χούντα, πολλές φορές αναρωτιόμουνα αν επέζησε. Είχε τέτοια όρεξη για ζωή, ήθελε να τά μάθει όλα, να τά δει όλα, μια φορά μού ’στειλε μια κάρτα χωρίς να τήν υπογράψει και στην αρχή ήταν ένα αίνιγμα αυτή η κάρτα πιο πολύ κατάλαβα ότι προέρχεται από αυτόν από τόν γραφικό του χαρακτήρα, αλλά ήταν τόσο συμπαθητικό που δεν τήν υπόγραψε, δεν είχε ίχνος αλαζονείας αυτό, ήταν αυθόρμητο και ρυθμικό, έδειχνε συναισθήματα, και τά συναισθήματα σ’ ανθρώπους τόσο ζωντανούς δεν έχουνε ποτέ ονόματα : έχουνε ρυθμό περπάτημα, αγκάλιασμα και τό πολύ–πολύ μία πρόταση : dear Bethy, αυτήν τήν στιγμή ευρίσκομαι εις τήν Βιέννη τής Αυστηρίας αυτό ήταν όλο, αλλά με τόν τρόπο που τήν είχε απλώσει πάνω στην κάρτα αυτήν τήν πρόταση ήταν μια αποθέωση, ένας χορός : είχε κάτι τό κωμικό αυτή η απότομη ανακοίνωση τού πού βρίσκεται αυτή τή στιγμή, αλλά από τήν άλλη μεριά ήταν μαζί με τόν πιο γήινο και ειλικρινή τρόπο ρυθμικό σαν παιδικό όπως μόνο τά παιδιά έχουν θαυμασμό και έρωτα για τή στιγμή αυτήν που έχουν μπροστά τους τώρα μόνο

   όταν ήμουνα μικρή βλεπόμαστε συχνότερα, ερχόταν τότε στο εξοχικό που έμενα με τή μητέρα μου, και ήτανε συνδεδεμένος επίμονα έτσι με καλοκαιρινά πρωινά και με πανάλαφρα ξυπνήματα :

   άκουγα τή σιδερένια καγκελόπορτα τού κήπου να τρίζει, τό δωμάτιό μου ήτανε προς αυτή τή μεριά τήν έξω, και γνώριζα σχεδόν τό τρίξιμό της, έλεγα Αυτός πρέπει ναν’ ο Ιούλιος. (Είχε εξελληνίσει τ’ όνομά του, τί συμπαθείς άνθρωποι, πόσο προσπαθούσαν να ζήσουν όσο πιο ειρηνικά γίνεται). Μού ’χε δείξει τήν ταυτότητά του, στ’ αγγλικά τ’ όνομά του μεταφραζόταν σε κάτι σαν Τζουλ, κι από κει τό ’χε μεταφράσει στο ελληνικό πάλι Ιούλιος, αλλά δεν θυμάμαι τό πραγματικό του όνομα δηλαδή τής αφρικής πώς ήτανε, απ’ τό οποίο έγινε δύο φορές μεταφρασμένο κατά προσέγγιση. Αυτή η προσέγγιση είναι συνήθως αυθαίρετη. Τό αφρικάνικό του όνομα ήταν πάντως ήρεμο και άγνωστο. Άκουγα λοιπόν τήν καγκελόπορτα να τρίζει μ’ έναν αφρικάνικο μεγαλόπρεπο και μαζί συνεσταλμένο τρόπο, (σαν γκογκ και σαν καμπανάκι μαζί από τό ορατόριο τών χριστουγέννων) κι αμέσως μετά τά βήματά του και τά βήματα τής μάνας μου να βγαίνει στην μπροστινή βεράντα κι αμέσως μετά ακολουθούσαν εκείνα τά Καλώς τον, μπα, νά ο Ιούλιος, τί κάνεις Ιούλιε, πέρασε μέσα (πόσο ήμουν ευγνώμων στη ζωή τότε γι’ αυτές τίς καλοσυνάτες της μέρες) και θα άκουγα στη συνέχεια ταυτόχρονα τόν πήδο του στην μπροστινή βεράντα, απαξιούσε να πάει στην πόρτα και θα πήδαγε πάντα από τήν βεράντα σαν να ’ταν αυτό τό αποκορύφωμα τού μεγάλου του παιδιάστικου σοβαρού αφρικάνικου πρωινού και ταυτόχρονα με τά βήματά του και τίς δήθεν φοβισμένες φωνές τής μάνας μου (τό διασκέδαζε η χρονολουλού) Μή βρε παιδί μου θα σπάσεις κάνα πόδι τί κάνεις εκεί πώς πηδάς έτσι, ερχόταν για πρώτη φορά τότε κι η φωνή του, μ’ αυτόν τόν πήδο και τήν προσγείωσή του επιτέλους χαρούμενα στην βεράντα θα ερχόταν τότε για πρώτη φορά και η τολμηρή και συνεσταλμένη φωνή, Μέσα είναι η γρηά; Αυτό τό γρηά ήταν φοβερά συμπαθητικό κι ας ήταν αστείο, κι ήταν και φοβερά συγκινητικό, γιατί επέμενε να μιλάει στην αφρικάνική του διάλεκτο μ’ αυτό τό γρηά, και συγχρόνως δεν ήταν μόνο τό ότι τού θύμιζε τήν αφρική όταν τό ’λεγε, ένωνε κι εμένα με αυτήν τήν αφρική, και κατ’ αυτόν τόν τρόπο μέ έχριζε με κάποιον τίτλο πριγκηπικό ή αυτοκρατορικό, μέ στεφάνωνε με δόξες ανείπωτες και ανίδεες μέχρι τότε, μέ τιμούσε (αυτό ήταν κάτι που τό καταλαβαίναμε και οι δυο μας, αν και είχε προσέξει να τό εξηγήσει μ’ αυτήν τήν αλαζονεία του σε όλους) (δηλαδή και στη μάνα μου) ότι στην πατρίδα του τό γρηά είναι τό πιο ένδοξο και τιμημένο δηλαδή χαϊδευτικό που υπάρχει, τό λένε δηλαδή μόνο στον άνθρωπο που αξίζει και που αγαπάνε πάνω από κάθε τί άλλο, και τό ότι στην πατρίδα του τό λένε στα μικρά κορίτσια πολύ πιο πολύ, είναι η πιο χαϊδευτική κουβέντα για τά μικρά κορίτσια να τά πούνε γρηά. Έτσι, αυτό τό ξεκαθάρισε για να μήν υπάρχει απορία και μετά συνέχισε να τό λέει. Η μάνα μου φρόντιζε να τόν καθησυχάζει τότε, δήθεν με συγκατάβαση, λέγοντας Μέσα είναι, μέσα είναι, κοιμάται, και τότε, καθώς εγώ ετοιμαζόμουνα και ντυνόμουνα μέσα βιαστικά σιχτιρίζοντάς τον ελαφρώς γιατί μού χάλαγε και λίγο τό χουζούρι, ύψωνε τότε αυτός για πρώτη φορά τή φωνή, ήσυχος και ανακουφισμένος επιτέλους, γιατί όλα είχαν πάει επιτέλους τελείως καλά, και καμιά δυσάρεστη έκπληξη δεν τόν περίμενε στην εξόρμησή του : Κοιμάται; (με ένα μεγάλο θαυμαστικό.) Ακόμα; (Δύο θαυμαστικά.) Να τήν ξυπνήσεις (η έλλειψη πληθυντικού ήταν κατανοητή μόνο σ’ αυτόν. Η μάνα μου δεν θα τήν ανεχόταν δηλαδή σε άλλον και δεν είμαι σίγουρη ότι δεν μπορούσε να πει τόν πληθυντικό, αλλά δεν πρέπει να πήγαινε στους ρυθμούς τής ευγένειας που ένιωθε : κατά πάσα πιθανότητα στην αφρική ένας τέτοιος πληθυντικός πρέπει να είναι όντως γελοίος, και τιμούσε τήν μάνα μου μιλώντας της ειλικρινά αφρικάνικα, γιατί στο πανεπιστήμιο ήξερε να μιλάει λιμοκοντορίστικα στους καθηγητές, κι αυτό τό ξέρω καλά, αλλά συγχρόνως η μέρα που ερχόταν στην θάλασσα να μάς βρει ήταν και τόσο ευχάριστη, που δεν ήθελε να τή χαλάσει με κακές μεταφράσεις). Να τήν ξυπνήσεις λοιπόν. Δεν μπορεί να κοιμάται ακόμα, ακόμα κοιμάται η γρηά; (με μια μικρή ερώτηση και πολλά μαζί θαυμαστικά) τήν ίδια στιγμή που άκουγα τό σώμα του να βυθίζεται στη σεζλόνγκ. Να πέφτει μ’ έναν ρυθμικό βαρύ φιλικό κι απροσποίητο γδούπο. Κι όταν εμφανιζόμουνα αγουροξυπνημένη, και ήθελα να κάνω πρώτα καφέ πάντα εγώ έλαμπε τό πρόσωπό του, τί ωραίο να τό θυμάμαι, τήν ώρα που μού ’λεγε Νά η γρηά τί κάνεις γρηά ακόμα κοιμάσαι; Γελούσε ολόκληρος. Τί ωραίο που τό θυμάμαι.

   έφτιαχνα λοιπόν καφέδες κι ύστερα τούς πήγαινα στη βεράντα όπου καθόμαστε και τά λέγαμε. Θυμάμαι ότι κοιτούσε τή θάλασσα γερμένος πίσω σαν να ’ταν κάτι εντελώς οικείο, (να σημειώσω ότι ήταν όμορφος) αφημένος μέσα της, κι ότι μιλούσε πολύ συχνά, πάρα πολύ συχνά για τήν αφρική. Έτσι έχω μάθει διάφορες λεπτομέρειες. Επίσης άλλες φορές σώπαινε, και τότε κινιόταν μόνο πάνω στην καρέκλα ρυθμικά και μαζί αδιόρατα, ή μού διηγόταν τά λόγια και μού τραγουδούσε τά τραγούδια που λέγαν όταν ήταν παιδιά. Έτσι ξέρω διάφορες ας πούμε λεπτομέρειες. Αυτό που θυμάται κανείς όταν έχει ακούσει αφρικανούς να μιλάνε, είναι ότι στις αναμνήσεις τους πρωταγωνιστούν πάνω απ’ όλα γυναίκες : έτσι ξέρω και βλέπω διάφορες εικόνες, τά τραγούδια ας πούμε που λεν οι γυναίκες όταν λυώνουν τήν μπανάνα σε έναν κύκλο για να τήν ψήσουν, όταν φυλάνε τά μικρά παιδιά έξω απ’ τίς καλύβες και τραγουδάνε, και άλλα πολλά. Έχεις τήν αίσθηση ότι γι’ αυτά τά υπέροχα μαύρα σώματα, η γειτνίαση με τό σώμα τής μάνας τους ήτανε κάτι σαν μέρος τού χώματος, μαύρου, κόκκινου, ή τού κόκκινου ουρανού : και μπλε μαζί : Ενωμένα κουβάρι τά μαύρα τρυφερά μπαλάκια, με τά χεράκια όλο ν’ αγκαλιάζουνε και να ζητάνε, με τά δαχτυλάκια όλο να ψάχνουνε τρώνε γλείφουνε κυλώντας δώθε κείθε ανεξάρτητα και κολλημένα σαν εξάρτημα που ’χουν πάνω τους εκείνες θεόρατες θεόσοφες θεόμαυρες γήινες θεές, αυτές με τό γουδί και τήν μπανάνα τήν καλύβα και τό τραγούδι

σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
κένια – γιουγκάντα – τανζανιά
σίσι τουασά ιδιανέ

   και οι άντρες; πού ήτανε; Α, αυτοί, (έκανε μία κίνηση με τό χέρι σαν να πετάει κάτι – άχρηστο σχεδόν – πίσω του) αυτοί φεύγουνε πρωί–πρωί να πάνε δουλειά.

 

   τώρα στην γειτονιά που μένω υπάρχουνε πολλοί μαύροι με όλες τίς ηλικίες από γυναίκες μέχρι παιδιά : Είναι ντυμένοι με τά πολύχρωμα και έχουν κάτι μεγάλα άσπρα (ή κόκκινα) παλιά αυτοκίνητα : Τό καλοκαίρι μαζεύονται στο πάρκο σε παρέες στα παγκάκια και όρθιοι γιατί δεν έχουνε σπίτι δροσιά : Μια μέρα καθόμαστε μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα παγκάκι και είπαμε κάποια στιγμή κάτι για τό πόσο χαρούμενοι είναι ενώ λυπούνται και σκέφτονται κατά βάθος πάντα τήν αφρική, γιατί ποιός μπορεί να μην σκέφτεται πάντα τήν αφρική και μάλιστα σε μια χώρα ξένη που έχει πάρκα λίγα και μίζερα; μίλησα σιγά (όπως μιλάγαν και αυτοί) (χωρίς να μάς κοιτάζουν εφόσον είναι ευγενικοί και περήφανοι) αλλά όμως καταλάβαμε αμέσως ότι μόλις ακούσανε τή λέξη αφρική αυτοί (παιδιάστικα σαν τόν Ιούλιο) σώπασαν όλοι μαζί : ακριβώς με τόν ίδιο γδούπο που ένιωθε κι αυτός μερικές φορές (αλλά με τέτοια αίσθηση τού ρυθμού έπρεπε να τό περιμένω ότι θα είχανε φοβερό αυτί) και με τήν ίδια εκείνη άνεση (που δεν ήταν ούτε θάρρος ακριβώς ούτε φόβος αλλά μόνο αξιοπρέπεια) σώπασαν και μάς κοίταξαν φευγαλέα και αυτοί επίσης μόλις άκουσαν τή λέξη αφρική : Έπρεπε να τό καταλάβω ότι με τέτοια ικανότητα ήχων θα είχανε και φοβερό αυτί. Μού φαίνεται μάλιστα ότι μερικοί έχουνε κουβαλήσει και τίς γιαγιάδες τους εδωπέρα : σαν να μην μπορούν παρά να θέλουν ακόμα και σ’ έναν ξένο τόπο να βλέπουν μπροστά τους τό τραγούδι με τήν καλύβα : Είναι σκληρό όμως γι’ αυτές.

   λοιπόν, τί σημαίνουν για τίς γυναίκες τά τραγούδια και τί σημαίνει ειδικά να τά τραγουδάνε όταν είναι μεγάλης μάλιστα ηλικίας, θεόρατες θεόσοφες και όμως παιδιά μέσα σ’ ένα (ατέλειωτο) καλοκαίρι; Πρέπει τώρα να γυρίσω δηλαδή σ’ αυτό που ήθελα να πω στην αρχή

 

απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα (βιογραφίες αγνώστων)

.

.

άλλα στο περιοδικό στάχτες :
«ο πιτσιρικάς στην κομμούνα» τεύχος 25 / 2009,
«βιογραφίες αγνώστων / κινέζοι»
τεύχος 23 / 2009

.

.

.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: