σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 2, 2013

περιοδικό «σημειώσεις» / «δείγμα γραφής» : για τόν ανδρέα κίτσο – μυλωνά

.

.

.

Όμως υπήρχε εύροια και οδός άνω κάτω
νομίζω ότι δεν ήταν η αγάπη αλλά πληγή τής νεότητας 

η άλλη κηδεία είναι δική μου
                        η άλλη κηδεία
να ηχώ να ζωγραφίζω τό παρελθόν 

                             (τό τελευταίο ποίημα, ιανουάριος 2004)

.

.

.

   ο ανδρέας κίτσος – μυλωνάς (αρβανίτικο όνομα και παρανόμι που με τήν κατάβαση τών παππούδων από σούλι σε μεσολόγγι διαγράφοντας τίς συνήθεις μεταβάσεις σταθεροποιήθηκαν και τά δύο μαζί σε επώνυμο (ο αντρέας μάς διηγόταν τήν ιστορία ένα βράδυ καπνίζοντας τό μοναδικό πούρο τής ημέρας, που οι γιατροί δεν τού είχαν επιτρέψει, τήν ώρα που  η μαρία δίπλα του κοιτούσε μνησίκακα νόμιζα τόν καπνό σαν να άκουγε στην ανάβασή του προς ταβάνι τήν άρρωστη καρδιά να αγκομαχάει αρβανίτικα, τουτέστιν πεισματωμένα)) ο αντρέας λοιπόν πάνε 9 χρόνια τώρα από εκείνον τόν φλεβάρη που στριμώχτηκε πεισματωμένα κι αυτός χαμογελώντας χωμένος όρθιος σε ένα στασίδι μέσα στον κόσμο που πλημμύριζε τήν εκκλησία και τό προαύλιο για να παρακολουθήσει τήν κηδεία του, όπως ήχησε ή ζωγράφισε τό παρελθόν στο τελευταίο ανωτέρω ποίημα – ένα μήνα δηλαδή πριν τό τέλος. Σήμερα εννιά χρόνια μετά είπα να κάνει και τό σημειωματάριο κήπων μια μικρή αναφορά στην έκδοση εκείνη που έγινε έναν χρόνο μετά – από τούς φίλους του και τούς ομόκεντρούς του κύκλους τού «έρασμου» και τών «σημειώσεων» – έργο ζωής και έγνοια ζωής για τόν αντρέα και για όλους τους –

.

.

.

.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
«Δείγμα Γραφής»

.

   Τό παρόν αφιέρωμα στον Ανδρέα Μυλωνά θα φανεί ίσως, σε όσους τόν γνώρισαν από κοντά, κάπως φτωχό σε σχέση προς τόν άνθρωπο. Αυτό, γενικά, είναι φυσικό – όταν φεύγει κάποιος, χάνεται πρώτα–πρώτα «τό πιο τίμιο, η μορφή του» –, αλλά για τόν «Ανδρέα» ισχύει ακόμη οδυνηρότερα. Όμως, ένα φιλολογικό αφιέρωμα έχει πλέον άλλο χρέος να εκπληρώσει : οφείλει να αναφέρεται πέρ’ από τό πρόσωπο, στο έργο – τό δημόσιο δάκρυ τών φίλων δεν λέει τίποτα στους άλλους ούτε περί τού έργου ούτε περί τού προσώπου.

   «Ένας σολωμικός μετά τόν Βάρναλη». Ο αυθόρμητος χαρακτηρισμός τών Σημειώσεων για τόν Ανδρέα Μυλωνά κινδυνεύει να μείνει ξεκρέμαστος χωρίς τή γνώση τών κειμένων εκείνων τού Α.Μ. τά οποία φανερώνουν τήν ένσαρκη σχέση του με τήν ποίηση και τή φιλοσοφία. /…/

   Έχοντας απόλυτη επίγνωση τής ιδιαίτερης δυσκολίας που ενέχει η προσπάθεια να μετρήσει κανείς με τά προσφερόμενα μέτρα ένα έργο τό οποίο υπερασπίζεται, μέσ’ από τή γραφή τό «άγραφον» και τήν προφορικότητα, περιοριζόμαστε σ’ αυτή τήν κατ’ ανάγκην δειγματοληπτική παρουσίαση, η οποία ωστόσο πιστεύω πως ιχνογραφεί κάτι από τήν εικόνα ενός άκρως ευαίσθητου, δοτικά στοχαστικού και συμβιωτικού περιπατητή ανάμεσα σε κείμενα και ανθρώπους.

   Προϊόντα αυτής τής στοχαστικής περιδιάβασης στον κήπο τής νεοελληνικής γραμματείας, υπήρξαν οι ελλειπτικές αλλά σπερματικές «παράγραφοί» του πάνω στα επιμόνως επανερχόμενα θέματά του. Ποίηση, γλώσσα, κριτική υπήρξαν τά εκτεταμένα πεδία τών περιπάτων του, όταν η σκέψη του επισκεπτόταν, με τήν άνεση και τήν ιδιοφυΐα τής αγάπης τούς κεντρικούς ήρωες τής δοκιμιακής του αφήγησης (τόν Σολωμό, τόν Βάρναλη, τόν Καβάφη, τόν Παπαδιαμάντη) αλλά και όλα εκείνα τά συγκαιρινά του κείμενα που ευτύχησαν να τόν έχουν αναγνώστη.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος «Δείγμα Γραφής» (Κείμενα τού Ανδρέα Κίτσου – Μυλωνά)

.

.

.

Στέφανος Ροζάνης
«Τά “σολωμικά” τού Ανδρέα Κίτσου – Μυλωνά»

.

   Τό 1980, ο Ανδρέας Κίτσος – Μυλωνάς εκδίδει στο «Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο» πέντε κείμενα για τόν Διονύσιο Σολωμό με τόν γενικό τίτλο Σολωμός – Προλεγόμενα κριτικά : Στάη – Πολυλά – Ζαμπελίου. Η έκδοση αυτή, η οποία δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι έχει έναν αυστηρά φιλολογικό χαρακτήρα, δικαιολογείται από τόν Μυλωνά με τήν επισήμανση ότι «αυτά τά κείμενα έχουν λησμονηθεί. Από εποχή σε εποχή, αναφορές και επανεκδόσεις τά θυμίζουν· εδώ επανεκδίδονται μαζί» /…/ γιατί αυτά τά κείμενα και όχι άλλα, λησμονημένα επίσης, που διόλου δεν στερούνται σημασίας ; /…/ Ο Ανδρέας Κίτσος – Μυλωνάς, έγραψαν οι Σημειώσεις (τεύχος 59), υπήρξε «ένας σολωμικός μετά τόν Βάρναλη». Και εδώ θα πρέπει να σταθούμε επιχειρώντας να αναδείξουμε όχι μόνο τήν εκδοτική πρόθεση, αλλά και τήν αγωνιακή σπουδή τής έκδοσης και τό είδος και τόν τρόπο τής επιλογής τών κειμένων.

   Ένας σολωμικός, λοιπόν, μετά τόν Βάρναλη, ο οποίος ωστόσο επείγεται να γυρίσει πίσω από τόν Βάρναλη, ερμηνεύοντας τόν Βάρναλη, αλλά προπάντων αναμοχλεύοντας έναν λόγο κριτικό, ο οποίος είναι εις θέσιν να προλογήσει πράγματι τίς σολωμικές σπουδές, να τίς ανανεώσει και να τίς προσανατολίσει προς μια ερμηνευτική διάνοιξη, κατά τρόπον ώστε οι σολωμικές σπουδές να ξεφύγουν από τόν ασφυκτικό εναγκαλισμό τού φιλολογικού ορθολογισμού και να δομηθούν ως πράγματι ερμηνευτικά σχήματα και προθέσεις, αναδεικνύοντας πυρήνες τών σολωμικών σπαραγμάτων που η «αρχαιολογική» σκαπάνη τών φιλολογικών στρεβλώσεων και αγκυλώσεων δεν θα μπορούσε ποτέ να φέρει στην επιφάνεια.

   Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά με τήν επιστροφή σε μια συναστρία κειμένων, τά οποία ήδη από τήν εποχή τής πρώτης τους εμφάνισης είχαν προτείνει ερμηνευτικούς διαύλους που εν δυνάμει καθοδηγούσαν τόν ερμηνευτικό και κριτικό λόγο για τόν Σολωμό και τήν αποσπασματικότητά του προς περιοχές ευρύτερες και σημασιοδοτούσαν τή (ματαιωμένη δυστυχώς) έναρξη τού ερμηνευτικού διαλόγου.

   Κατά συνέπεια, η ερμηνευτική δυναμική αυτών τών κειμένων είχε λησμονηθεί και όχι τά ίδια τά κείμενα που η φιλολογική έρευνα εγνώριζε αλλά είχε φροντίσει να τά καταστήσει εν πολλοίς ανενεργά. Έχω τήν πεποίθηση ότι αυτό ακριβώς εννοούσε ο Μυλωνάς με τήν προλογική του επισήμανση /…/

   Με αυτόν τόν τρόπο, ο Μυλωνάς επιχειρούσε να αποδώσει δικαιοσύνη όχι τόσο στα ίδια τά κείμενα, αλλά πρωτίστως στο εν δυνάμει τών κειμένων και στην κρισιμότητά τους προκειμένου να εγκαινιασθεί ένας άλλος λόγος, μια άλλη θέαση και μια άλλη προοπτική. Τό γεγονός μάλιστα ότι μέσα στη συναστρία τών κειμένων δεν βρήκε θέση ούτε ο Βάρναλης ούτε ο Λορεντζάτος διόλου δεν σημαίνει ότι τά κείμενά τους, ή μέρος τών κειμένων τους, δεν αποτελούν πράγματι τήν εγκαινιαστική πράξη τού ερμηνευτικού λόγου για τά σολωμικά σπαράγματα. Σημαίνει όμως κάτι ουσιώδες : ότι θα πρέπει να μάθουμε να διαβάζουμε τόν Βάρναλη και τόν Λορεντζάτο με τή θεμελιώδη προϋπόθεση τού Στάη, τού Πολυλά, και τού Ζαμπέλιου. Διαφορετικά, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τόν Βάρναλη και τόν Λορεντζάτο και τό χειρότερο υπάρχει κίνδυνος ο ύστερος μόχθος τού Βάρναλη και τού Λορεντζάτου να διαστραφεί υπέρ τής φιλολογικής ορθοδοξίας και τού φιλολογικού ορθολογισμού. /…/

Στέφανος Ροζάνης «Τά “σολωμικά” τού Ανδρέα Κίτσου – Μυλωνά»

.

.

.

Χριστόφορος Δ. Αργυρόπουλος
«Η Λάμψη τής Ελευθερίας»

.

                                                                                                                             Ένας χρόνος χωρίς τόν Ανδρέα. Χωρίς ;

   Οι συνομιλίες με τόν Ανδρέα παραμένουν ανοιχτές. Τό στοχαστικό του πνεύμα απέστεργε τά τελειωτικά νοήματα, γιατί «στα απόλυτα ερωτήματα δεν υπάρχουν απαντήσεις» όπως λέει ο Γεράσιμος. Ο Ανδρέας φεύγοντας άφησε ανοιχτό τό παράθυρο ενός διαλόγου που συνεχίζεται, τήν ελπίδα τών αυριανών αναζητήσεων. Η απόπειρα που ακολουθεί ας νοηθεί σαν ατελής εισφορά σε μια ατέλειωτη συζήτηση. Παρεμβάλλεται βεβαίως ο στεναγμός. Όμως η επικοινωνία με τόν Ανδρέα ήταν πάντοτε και δοκιμασία. /…/

   Είναι, λοιπόν, «επίκαιρο» να επαναφέρουμε στο κέντρο τού διαλόγου όχι απραγματικά και ασαφή κατηγορήματα, αλλά τήν ίδια τήν ανάγκη ν’ αντισταθούμε στην επελαύνουσα βαρβαρότητα. Να κερδίσουμε τούς ανοιχτούς ορίζοντες που είχαν χαθεί πίσω από τήν παραπλανητική σκηνογραφία τού μέλλοντος. Η παράσταση τελείται πια χωρίς προσωπεία. Ώστε ν’ αποτραπούν μελλοντικοί τραγικοί αιφνιδιασμοί.

   Όταν όλα είχαν ξαφνικά είχαν αρχίσει ξαφνικά τελειώσει
πολύ ξαφνικά τελειώσει όταν
                                            (Ποίημα Ανδρέα Θ. Κίτσου – Μυλωνά).

Χριστόφορος Δ. Αργυρόπουλος «Η Λάμψη τής Ελευθερίας»

.

.

.

Γιώργος Βαμβαλής
«Τό Χρονικό μιας Γνωριμίας»

. 

   Αρκετά συχνά μέ φέρνει ο δρόμος και περνάω έξω από τό καφενείο στη Χαριλάου Τρικούπη, χαμηλά προς τήν Ακαδημίας, όπου συνήθιζε να πίνει τόν καφέ του ο Ανδρέας, τίς λίγες φορές τά τελευταία χρόνια που τού επέτρεπε η υγεία του να κατεβαίνει από τή Φιλοθέη στο κέντρο τής πόλης. Ρίχνω μια ματιά μέσα και δεν τόν βλέπω. Συνεχίζω τό δρόμο μου, διότι δεν έχει πια νόημα για μένα να πιω καφέ στο ίδιο μέρος χωρίς τόν Ανδρέα. Χωρίς τόν Ανδρέα και χωρίς τήν πρωινή συζήτηση με τόν Ανδρέα.

   Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που έφυγε ο Ανδρέας και διακόπηκε ξαφνικά η συζήτηση που είχαν πολλοί, ανάμεσά τους και εγώ, μαζί του. Στο κλεινόν άστυ, στο κέντρο του, και μόνο σε μια μικρή ακτίνα γύρω από τό γραφείο του στην οδό Σόλωνος 89, συναντούσες τόν Ανδρέα σε διάφορα σημεία να συζητάει πάντα με κάποιον ή με κάποιους. /…/

   Μετά τό τέλος τής θητείας μας η γνωριμία μας θα είχε πάρει και αυτή τέλος, όπως τόσες άλλες στρατιωτικές γνωριμίες, αν ο Ανδρέας χρόνια αργότερα δεν ξανάπιανε να ενώσει τό κομμένο νήμα /…/ αλλά τόν Ανδρέα δεν τόν γνώριζα ακόμη καλά. Ειδικά σε αυτό τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τής προσωπικότητάς του. Μόνο αυτός, με οιονεί στρατολογική ιχνηλασία θα ετίθετο στα ίχνη ενός αναστρατεύσιμου στην πνευματική τώρα υπηρεσία. Ενός χρόνια απόντος, που τώρα επέστρεφε από τό εξωτερικό, για να στρατευθεί σε ευγενέστερους αγώνες. Η χούντα ήταν χρονικά στη μέση της. /…/ Στην πρώτη μας συνάντηση μού μίλησε με ενθουσιασμό για ένα φιλοσοφικό περιοδικό που ετοίμαζε ο Θανάσης Κιτσόπουλος, στον οποίο μέ πήγε αμέσως. Ήταν τό ρηξικέλευθο για τήν ελληνική πραγματικότητα περιοδικό Δευκαλίων. /…/

   Άρχισα τίς δικές μου εκδόσεις Επίκουρος με πρώτα βιβλία τούς Αφορισμούς τού Κάφκα και τή Βλάβη τού Ντύρενματ. Ο Ανδρέας μέ ρωτούσε κάθε λίγο και λιγάκι για τήν τύχη τών βιβλίων στην αγορά, και όταν τού έλεγα ότι η Βλάβη δεν πηγαίνει καθόλου καλά, στενοχωριόταν αφάνταστα. Τόν πείραζε που τό κοινό δεν μπορούσε να καταλάβει τό βαθύτερο νόημα τής νουβέλας, τό ασυνείδητο αίσθημα ενοχής, ένα πράγμα βέβαια που ο Ανδρέας γνώριζε και ως νομικός. /…/

   Τά χρόνια περνούσαν. Τό γραφείο τού Ανδρέα στη Σόλωνος ήταν τώρα από δικηγορικό γραφείο στέκι διανοούμενων, αλλά με μια ειδοποιό διαφορά από διάφορα άλλα τέτοια στέκια που υπήρχαν και υπάρχουν ίσως και σήμερα. Ο Ανδρέας ανήκε στον ιδρυτικό και εσώτατο πυρήνα τών εκδόσεων Έρασμος και τού περιοδικού Σημειώσεις, όπου γύρω από αυτά συναθροίσθηκε η συνεπέστερη στις αρχές της, συμπαγέστερη και μακροβιότερη πνευματική ομάδα στη χώρα μας. Τό μικρό σε αριθμό κοινό, αφανές και αυτό όπως η ίδια η ομάδα μέσα στην ελληνική μπανανία, αίρεται σε προνομιούχο περιθώριο διαβάζοντας τά κείμενα που εκδίδει η ομάδα σε τακτά–άτακτα διαστήματα. Μόνο κείμενα τού Ανδρέα δεν έχει διαβάσει. Γιατί ο Ανδρέας ελάχιστα έγραφε. Μά γιατί δεν έγραφε ; θα ρωτήσει κανείς. Είχα αναρωτηθεί και εγώ παλιά, να έχει ένα τέτοιο μέσο δημοσίευσης και να μην τού κάνει χρήση. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι η λειτουργία τού Ανδρέα ήταν άλλη. Ο Ανδρέας συζητούσε. /…/ Από τούς λίγους εναπομείναντες «προφορικούς» διανοούμενους, από εκείνους που η γραφή τούς στενεύει, τούς ξεβολεύει να αφεθούν στην ελεύθερη ροή τού προφορικού λόγου και τής απρόσκοπτης ανατροφοδοτικής συζήτησης. Ο Ανδρέας έλεγε ένα και εννοούσε πολλά, κι αν ο συζητητής ήταν αντάξιος, άκουγε ένα και εννοούσε πολλά. Διάβαζε ή άκουγε κάτι νέο και καλό και τήν άλλη τό είχε μεταδώσει σε άλλους εκατό. /…/

   Τό «μη γράφειν» θα ήταν μάλλον ένας τρόπος που αν τόν ακολουθούσαν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτε, θα απάλλασσαν τόν κόσμο από τήν τυραννία τού κενού γραπτού λόγου τους. Η πλημμυρίδα τών εκδόσεων τά τελευταία χρόνια είναι εν πολλοίς υπεύθυνη για τήν αδυναμία τών αναγνωστών να ξεχωρίζουν τήν ήρα από τό στάρι. Χρωστώ στον Ανδρέα τήν υπόδειξη ορισμένων άρθρων που αυτός ανέσυρε από τήν πλημμυρίδα και τά διέσωσε από τό καταπλάκωμα τού όγκου τών πολλών άχρηστων. Ήταν σαν χρυσοθήρας που στο κόσκινό του μάζευε μετά από προσεκτικό κοσκίνισμα τά λίγα ψήγματα χρυσού που απέμεναν.

   Και οι σύντροφοί του στις Σημειώσεις ήταν πάντοτε και είναι ολιγογράφοι. Εν γνώσει τους ίσως, ότι όταν γράφεις για λίγους, γράφεις λίγα. /…/ έτσι θα τόν θυμάμαι πάντα, να μιλάει με τή σιγανή φωνή του, τό μειλίχιο ύφος του και τό αδιόρατα μόνιμο μειδίαμά του.

Γιώργος Βαμβαλής «Τό Χρονικό μιας Γνωριμίας»

.

.

.

Βασίλης Λαμπρόπουλος
«Τό Φιλοσοφείν μετά τό Θάνατο τής Φιλοσοφίας»

.

   Για να αντιληφθούμε τή μοναδικότητα τού Ανδρέα Μυλωνά πρέπει πρώτα να τόν τοποθετήσουμε στα πλαίσια τής ελληνόγλωσσης φιλοσοφίας τής περιόδου 1964–2004. Στα χρόνια αυτά, η φιλοσοφία στην Ελλάδα κυριαρχείται από τρεις τάσεις : μια μαρξιστική, μια υπαρξιστική και μια θεολογική. Όλες τους είναι βαθιά συντηρητικές κι έτσι οι απόψεις τους συχνά συγκλίνουν (π.χ. σε θέματα εθνικής ταυτότητας) ενώ οι αντιπαραθέσεις σπανίζουν. Στα φιλοσοφικά τμήματα, βιβλία και συνέδρια, οι ειδικοί συζητούν σε ήπιους τόνους μετριοπαθείς θέσεις για τή σύμπνοια τής κοινωνίας, τήν αγωνία τού ανθρώπου, τήν απειλή τής τεχνολογίας, τίς ηθικές αξίες, τίς προϋποθέσεις τής ελευθερίας και τό όντως ον. Η δικτατορία έρχεται και παρέρχεται, δικαιώματα καταπατώνται και κατακτώνται, πάντως ο στοχασμός δεν περνά κρίση.

   Μέσα σε αυτό τό κλίμα αυτάρκειας, όπου η φιλοσοφία αισθάνεται πως εξακολουθεί να εκπληροί ικανοποιητικά τήν κλασική αποστολή της, παρουσιάζεται ένας μοναχικός στοχαστής που τόν απασχολεί κάτι εντελώς διαφορετικό. Ορμώμενος από τήν πεποίθηση ότι η κρίση τής αριστεράς είναι κρίση (και) φιλοσοφική, ο Μυλωνάς διερευνά τή δυνατότητα μιας αριστερής σκέψης που να είναι αριστερή. Τί θα συνιστούσε στον ύστερο εικοστό αιώνα μιαν αριστερή φιλοσοφία ; /…/

   Είναι προφανές πως, από τήν άποψη τής ιστορίας τής φιλοσοφίας, τό έργο τού Μυλωνά, συμμετέχει στη μεγάλη κίνηση τής αρνητικής διαλεκτικής που προέκυψε σε πολλές δυτικές χώρες κατά τή δεκαετία 1965–1975 ως ύστατος αποχαιρετισμός στη μεταφυσική. /…/ Η χρησιμότητα τής αρνητικής διαλεκτικής, έγκειται στο ότι κρατεί επίκαιρη τήν ηθική ακεραιότητα τής ατελέσφορης αδιαλλαξίας, τήν πολιτική αναγκαιότητα τής απόλυτης άρνησης – τό πρόταγμα, με άλλα λόγια, τής κριτικής λίγο πριν και μετά τό 1790 με τά ερωτήματά του αλλά δίχως καμιά από τίς μοιραίες απαντήσεις του.

   Αφού η διαλεκτική αυτή έχει πλήρη επίγνωση τής απολεσθείσης ολότητος, είναι υποχρεωμένη για λόγους στοιχειώδους συνέπειας να αντισταθεί στη μεταφυσική χωρίς να επιδιώξει μια άλλη ολότητα, χωρίς καν να συγκροτήσει όλον. Όπως πρώτοι τό διαισθάνθηκαν οι πρώιμοι Γερμανοί Ρομαντικοί, οφείλει να παραμείνει αποσπασματική. Ο Μυλωνάς υιοθετεί εξαρχής και απαράβατα αυτή τή στάση, και γι’ αυτό δεν κάνει φιλοσοφία, όπως τόσοι γύρω του : καλλιεργεί τόν φιλοσοφικό στοχασμό. Και μάλιστα, τόν πάει στα όριά του : τόν κάνει σύρριζα αποσπασματικό ώστε να τόν προφυλάξει από βεβαιότητες. Τά κείμενά του δεν προσφέρουν φιλοσοφία – διαπράττουν στοχασμό. Ο Μυλωνάς είναι ο μόνος Νεοέλληνας στοχαστής στο έργο τού οποίου ιδέες και λόγος, έννοιες και γλώσσα, επιχείρημα και έκφραση δεν διακρίνονται. Η ίδια η γραφή του φιλοσοφεί /…/

   Τά κείμενα τού Μυλωνά ενσωματώνουν τά αδιέξοδα τής φιλοσοφικής σκέψης, κι έτσι εκφράζουν με πρωτοφανή ένταση τί διακυβεύτηκε στα ελληνικά κατά τήν περίοδο τής πιο παραγωγικής περιόδου του. /…/ ο Μυλωνάς διαβάζεται εξαιρετικά δύσκολα διότι διαψεύδει κάθε προσδοκία θεματοποίησης, εκκωδίκευσης και έκβασης. /…/ στην Ελλάδα, όπου η φιλοσοφική γραφή δεν πέρασε ουδεμία κρίση (και η λογοτεχνική μόνο κάποιες μεμονωμένες και περιθωριακές) ο Μυλωνάς δεν βοηθήθηκε από μια παράδοση ικανή να αμφισβητήσει εκ τών ένδον συστήματα γλώσσας και γραφής. Ούτε βέβαια τού πρόσφερε τό περιβάλλον αντίστοιχες μουσικές ή εικαστικές προκλήσεις. Οι Έλληνες φιλόσοφοι που τόν απασχόλησαν ζούσαν αλλού – ο Καστοριάδης κι ο Παπαϊωάννου στη Γαλλία, ο Γεωργιάδης κι ο Κονδύλης στη Γερμανία, ο Βλαστός και ο Νεχαμάς στην Αμερική. Όσο για ποιητές, βρήκε τόν δικό του Χαίλντερλιν στον Σολωμό και κατά τά άλλα περιορίστηκε στους άξιους και παθιασμένους φίλους τής λεγόμενης δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς οι οποίοι μπορούσαν να συμπορευτούν θαυμάσια χάρη στις δικές τους στιχουργικές και δοκιμιακές καινοτομίες.

   Τά κείμενα τού Ανδρέα Μυλωνά θα εξακολουθήσουν να συνεπαίρνουν όσους προβληματίζονται για τό τέλος τής μεταφυσικής, τόν κερματισμό τής ενότητας, τά αδιέξοδα τής διαλεκτικής, τήν τραγική αριστερά, τήν ποιητική μέθεξη, τήν αξιοπρέπεια τής άρνησης και τό μέλλον τού φιλοσοφικού στοχασμού. Και από αυτούς θα απαιτούν να αναγνωσθούν με τήν αρμόζουσα ασέβεια και αντιρρητικότητα.

Βασίλης Λαμπρόπουλος «τό Φιλοσοφείν μετά τό Θάνατο τής Φιλοσοφίας»

.

.

     (συνεχίζεται)

.

.

.

πηγή φωτογραφίας από τόν «κονδυλοφόρο» (διαβάστε και τό κείμενο)

.

.

.

.

Advertisements

5 Σχόλια »

  1. ανέβασα, όπως καταλάβατε κι απ’ τα παρακάτω σχόλια, βιαστικά αυτό το ποστ ( : το είχα έτοιμο και περίμενα να μπει ο φλεβάρης – ο φλεβάρης μπήκε και με φόρα – και τώρα θα χρειαστεί να περιμένετε (όσοι περιμένετε για τέτοιου είδους κείμενα) λίγο παραπάνω για τη συνέχεια, που ήταν προγραμματισμένη να έχει γραφτά τού ίδιου τού Α.Μ. αλλά δεν είναι έτοιμη ακόμα) : και κάτι ακόμα : δεν θέλω με τίποτα να κάνω άλλη τέτοια ανάρτηση για άλλον και ποτέ…

    Σχόλιο από χαρη — Φεβρουαρίου 2, 2013 @ 4:05 μμ | Απάντηση

    • δεν θέλω με τίποτα να κάνω άλλη τέτοια ανάρτηση για άλλον και ποτέ…

      Δακτυλογράφηση με τις ώρες;

      Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Φεβρουαρίου 3, 2013 @ 6:12 μμ | Απάντηση

  2. Καλή δύναμη Χάρη.

    Σχόλιο από coerdia — Φεβρουαρίου 3, 2013 @ 4:55 μμ | Απάντηση

  3. […] (και απ’ αυτό τό μέρος παράθεσα αποσπάσματα στην προηγούμενη ανάρτηση) και στο δεύτερο (με τόν τίτλο «ανδρέας θ. […]

    Πίνγκμπακ από περιοδικό «σημειώσεις» #61 : ανδρέα κίτσου – μυλωνά / γραφτά « σημειωματαριο κηπων — Φεβρουαρίου 12, 2013 @ 4:51 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: