σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 3, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / δ, τελευταίο

 

.

.

τά προηγούμενα : α, β, γ 

.

  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά. 

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών. 

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι. 

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ. 

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά. 

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά. 

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τά ’βγαζε, που τά ’ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

   αρχίζουνε λοιπόν οι τρεις στροφές, με τούς τρεις στίχους καθεμία : Η πρώτη αράδα τού πρώτου τρίστιχου Καμμιά βδομάδα, ενίοτε πιο πολύ, είναι σχεδόν κακά διατυπωμένη γιατί εννοεί περίπου «ενίοτε μια φορά τή βδομάδα ή και περισσότερο» λειτουργεί όμως αυτή η ανεμελιά ως προς τήν ακρίβεια τής έκφρασης σχεδόν ανακουφιστικά, σαν μία κάθαρση απ’ τό άγχος και τήν αγωνία τών πιο πάνω για τά χρήματα : εδώ στο θέμα τού ελεύθερου τού χρόνου μπορούμε να ’μαστε απρόσεχτοι λοιπόν, αντίθετα με τήν τεταμένη προσοχή που θέλει ο βιοπορισμός και τό παιχνίδι, όσο κι αν διάλεγε κουτούς. (Στην δεύτερη αράδα αυτού τού τρίστιχου τό ξενύχτι λέγεται σαφώς φριχτό, κι έτσι ξαναθυμόμαστε αυτή τήν ένταση). Αλλά στον τελευταίο στίχο αυτού τού τρίστιχου αρχίζει να εισάγεται για τά καλά η ξεκούραση η χαλάρωση και να προετοιμάζεται η εισαγωγή άλλης κατάστασης – μία περιγραφή ομορφιάς : δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι κι ύστερα μία λέξη για τήν ποίηση τού Καβάφη πολύ φορτισμένη : τό πρωί. Δεν είναι νομίζω τίποτα περίεργο να πει κανείς ότι γι’ αυτόν που διάβασε όλον τόν Καβάφη κι έφτασε τώρα ώς εδώ, παραπέμπει ίσια στην σύντομη ηρεμία τής θάλασσας τού πρωιού αυτή η λέξη.

   Όμως παρ’ όλο τό φως που αρχίζει να εισάγεται, τό επόμενο τρίστιχο είναι με αναπάντεχο τρόπο εκπληκτικά σκοτεινό πάλι – σαν ένα χτύπημα : Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό : Τό χάλι τρομερό ξανά κοινότυπη και καθημερινή κουβέντα : Κάνει σαν να μάς προετοιμάζει για εξετάσεις στις πιο καθημερινές κουβέντες αυτό τό ποίημα : σαν να αρνείται πια εντελώς κάθε εξωραϊσμό, κάθε καλλωπισμό και ωραιοπάθεια, όσο κι αν όλ’ αυτά όντως ελάχιστα υπάρχουν και ώς εδώ σε όλο τό έργο του : Τά λόγια όμως αυτά συνεπώς ζούσε απ’ τά χαρτιάδεν έκανε, δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόννέον με γράμματ’ αρκετά – από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί – όσο κι αν διάλεγε κουτούς είναι πεζές εκφράσεις αλλεπάλληλες που σαν να προετοιμάζουνε ακόμα πιο πεζές ν’ ακολουθήσουν : Τά ρούχα του είχανε ένα χάλι τρομερό λοιπόν, και κει, με βάση αυτά τά ρούχα θα στηθεί τό πιο απίστευτο εύρημα : Οι επόμενοι δύο στίχοι αυτού τού τρίστιχου θα ασχοληθούνε ακριβώς μ’ αυτήν τή φορεσιά, αλλά πιο ήπια : δεν θα ξαναειπωθεί η λέξη χάλι, τό πρόβλημα ελαττώνεται, μικραίνει, συρρικνώνεται στο ότι φορούσε πάντοτε τήν ίδια φορεσιά που ήταν και ξεθωριασμένη. Τό τρίτο τρίστιχο λοιπόν εκεί που μάς προετοιμάζουν όλα για να χαλαρώσουμε ακόμα περισσότερο, τινάζεται επάνω μ’ ένα επιφώνημα στην πρώτη του αράδα κιόλας, που τό ακολουθούνε επικλήσεις χρονικές : τί αφόρητη ένταση ξαφνικά μ’ αυτό τό Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ : Η λέξη καλοκαίρι εδώ είναι καινούργια : φυσικά έχουμε πληροφορηθεί ότι έκανε μπάνιο (και κολύμβι) τό πρωί – αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι λέξεις τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ είναι σαν επιφώνημα νέο πάνω στο προηγούμενο επιφώνημα : Σαν να εισάγεται μία έκρηξη που ακολουθεί, και σε αυτό δεν διαψευδόμαστε : έρχεται η φράση από τό είδωμά σας καλαισθητικά που είναι εξίσου ασαφής ή σαν θολή όπως εκείνο τό καμμιά βδομάδα και θέλει βέβαια να πει : για λόγους καλαισθησίας σάς βλέπω τώρα που σάς θυμάμαι χωρίς αυτά τά ρούχα. Όμως και βέβαια ο Καβάφης ξέρει πολύ καλά τί κάνει όταν εισάγει εδωπέρα μία σύνταξη που είναι σχεδόν ξενόγλωσση, ή ξένη, γιατί με αυτό τό έλειψε (η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά) έρχεται η πρώτη από τίς τρεις αστραπές τού τέλους που θα διασχίσουν τό ποίημα σαν βέλη και θα τό κολλήσουν στον τοίχο ενός άλλου χρόνου.

   Ο χρόνος τού έλειψε με λίγα λόγια, είναι εξίσου αδικαιολόγητος όπως κι εκείνος τού εφύλαξε που ακολουθεί (στην τελευταία – έβδομη – στροφή τού ποιήματος, που ξαναέχουμε πάλι εφτά στίχους) : Κατ’ αρχάς, η πρώτη αράδα αυτού τού εφτάστιχου αρχίζει με μια επανάληψη (προειδοποιητικά λειτουργεί σχεδόν η επανάληψη στην ποίηση τού Καβάφη – επανάληψη σημαίνει συνήθως ένταση τού ρυθμού, που κάτι άλλο θέλει στο μέλλον να δείξει – μια νέα διάσταση, μια νέα εκδοχή) αρχίζει λοιπόν με μια επανάληψη τής λέξης είδωμα : είχαμε : απ’ τό είδωμά σας έλειψε στην προηγούμενη στροφή, κι εδώ αρχίζουμε με : Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε. Αυτοί οι δύο στιγμιαίοι χρόνοι είναι ανεξήγητοι κι ασύντακτοι σχεδόν : τό αντίθετο (όποιος διαβάζει αυτό τό ποίημα σκέφτεται ότι) θα ’πρεπε ας πούμε να συμβαίνει : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τόν νου μου), ξεχνάω, σβήνω τήν ξεθωριασμένη φορεσιά» θα ’λεγε κάποιος λογικός άνθρωπος, κι ύστερα : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τή φαντασία μου) κρατάω μες στο μυαλό μου μόνο τήν εικόνα του όπως ήτανε γυμνός : όταν έβγαζε δηλαδή και πέταγε από πάνω του αυτά τ’ ανάξια ρούχα τό ξεθωριασμένο τό κουστούμι και τά μπαλωμένα εσώρρουχα» κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα. Και επανερχόμαστε λοιπόν στον ποιητή και μένουμε από δω και πέρα σε αυτόν ώς τό τέλος : Ο θαυμασμός του για τήν ομορφιά αυτού τού αγοριού είναι σαν μία τελεία και παύλα : ένα θαύμα. Και εκ παραλλήλου με τήν – κάπως γυναικεία αυτή έκφραση – η φωνή του για μία αδιόρατη στιγμή σαν να λεπταίνει και να γίνεται πιο ανασφαλής κι αυτή : Ύστερα πάλι, αυτή η φωνή ενδυναμώνεται ξανά με τή συνηθισμένη της τήν τόλμη : Ακολουθούμε και εμείς λοιπόν, εκείνη τή γεμάτη ανακούφιση και τρυφερότητα και πείρα τώρα από τό παρελθόν περιγραφή τού αγοριού : Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του / τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο / από τήν γύμνια τού πρωιού (και νά εδώ τό βέλος που μάς εκτοξεύει στην άλλη θάλασσα με τά λαμπρά μαβιά, τήν κίτρινη όχθη, όλα / ωραία και μεγάλα φωτισμένα) και στην παραλία.

   Αλλά δεν είναι μόνο του αυτό τό βέλος : Είναι τρία βέλη μαζί αυτά που περιμένουνε να μάς υποδεχτούν τελειώνοντας τό ποίημα και – κάτι που ο Καβάφης ίσως ενοχλείται όταν τό σκέφτεται – τελειώνοντας και όλα τά καβαφικά ποιήματα μαζί που θα εκδόσει ποτέ στη ζωή του : Γιατί μόνο λάθος δεν είναι βέβαια εκείνο τό έλειψε και εκείνο τό εφύλαξε : Αυτός ο χρόνος που είναι παρελθών αντί παρών, και στιγμιαίος (φαινομενικά) αντί να έχει τήν αναμενόμενη διάρκεια, όχι μόνο λάθος δεν είναι, αλλά και στεφανώνει διασχίζοντας ολόκληρη τήν ιστορία τής καβαφικής αφήγησης, σημαδεύοντάς την με τρόπο ήπιο και εκρηκτικό μαζί : Ασφαλώς, ο στιγμιαίος χρόνος ενός αόριστου (είτε έλειψε είτε φύλαξε) είναι σίγουρα χρόνος που θα περίμενε κανείς στο ποίημα λογικά να είναι αντίθετα και παρόντος και με διάρκεια, μια που δεν μιλάει εδώ ο Καβάφης για ένα πράγμα παρελθόν που θυμάται, αλλά για τήν ίδια τή στιγμή τώρα που γράφει : Κάνοντας όμως τή στιγμή τής έμπνευσής του παρελθόν δραματοποιεί στη διάλεκτό του, τήν ίδια τήν στιγμή τής δημιουργίας και με αυτόν τόν τρόπο τή βαθαίνει : Γιατί μέσα στη λογική τής καβαφικής έκφρασης γινόμενο κάτι παρελθόν μετατρέπεται ακριβώς σε αιώνιο. Και ήταν η στιγμή ίσως τώρα ακριβώς να μάς πει πως ξέρει, ότι αυτό που κάνει εκείνος είναι τό μόνο πραγματικά παρόν ή διαρκές.

μέρες θαυμάτων

   Μού προξένησε μία αμηχανία η συγκινητική στην ευσυνειδησία της, νεανική του αν θυμάμαι καλά (πεζογραφικά εκφρασμένη, κι ίσως γι’ αυτό ακόμα περισσότερο εις εαυτόν) απορία του, για τό αν μπορεί να υπάρξει όντως ποίηση χωρίς γυναίκα, όταν ήρθα σε επαφή μαζί της για πρώτη φορά.

   Είναι μια έξοχη στιγμή αυτή, κι ένα καλό μάθημα για τήν ιστορία τής αισθητικής : Μάς δείχνει τόσο πολλά, και για τόν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη – τόν ίδιο τόν καλλιτέχνη – όσο και για τόν ίδιο τόν καθρέφτη αυτόν (τήν τέχνη του δηλαδή). Ο ίδιος όμως ο προβληματισμός είναι τήν ίδια στιγμή κι ένας καθρέφτης δεύτερος, στον οποίο αντικατοπτρίζεται τό πρόβλημα τής αισθητικής, από μία περίεργη γωνία ειδωμένο : Ή είναι ένας φακός με μεγάλο πλάτος και βάθος ταυτόχρονα : Μάς δείχνει τήν ίδια τήν αντιφατικότητα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας : Μπροστά του στέκεται ένας άνθρωπος γεμάτος τόλμη και δειλία μαζί : Είναι αποφασισμένος να κάνει ένα έργο εξαιρετικής γενναιότητας, και όχι μόνο για τήν εποχή του, ένα έργο που θα γκρεμίσει κάθε γελοιότητα  και αιδώ, κι όμως ο ίδιος άνθρωπος θα βασανίζεται – στο ίδιο τό πεδίο τής έκφρασης – από τίς πιο συμβατικές δειλίες : (για να τό πει κανείς αλλιώς, τό ίδιο τό έργο του θα επιζητά, για τήν ίδια του τήν ολοκλήρωση, να διατυπώνεται η συμβατικότητα τού άλλου σαν να ’ναι και δική του : ανώμαλη, άνομη, και τά λοιπά). Δεν θα μπορούσε να έχει τήν έντασή της η σκέψη του ίσως αν δεν χρησιμοποιούσε τό λεξιλόγιο τών εχθρών της : Έτσι θα μπορούσε κανείς να πει ακόμα και ότι αυτή η συμβατικότητα είναι ευφυές καλλιτεχνικό εύρημα.  Όμως δεν είναι : Η ανεπανάληπτη ποιότητα τού Καβάφη ως ποιητή έγκειται στο ότι είναι – όπως κάθε ανεπανάληπτος άλλωστε ποιητής – απολύτως ειλικρινής : Ο Καβάφης βασανίστηκε πράγματι και χαρακτηρίστηκε όντως ως άνθρωπος από αυτήν τήν εν μέρει συμβατικότητα τής σκέψης του – που τόν έκανε να έχει απόλυτη επίγνωση δηλαδή τού πόσο φοβερά ανοίκεια και προκλητική ήταν η στάση τής ζωής του, η ηθική του, για τούς άλλους : Επιτίθεται σε μια ηθική που από μια άποψη τή νιώθει να τόν πνίγει, δηλαδή να τόν κατακυριεύει – ακριβώς ως εχθρός : δεν αρκεί απλώς να τήν ξέρει καλά για να τήν εκφράσει, πρέπει να ’ναι και θύμα της : Έτσι μπροστά σ’ αυτόν τόν καθρέφτη βλέπει τόν εαυτό του πλήρως και καθόλου : Γι’ αυτό και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρχει ποίηση χωρίς γυναίκα : Γιατί από μιαν άποψη κοιτάει μόνο μπροστά στον καθρέφτη και δεν βλέπει αυτόν που στέκεται πίσω του : Τού είναι αδύνατο να διαπιστώσει τήν ύπαρξη μιας ποίησης που κατασκευάζεται από γυναίκα, και συνεπώς έχει ως αντικείμενό της τόν άντρα. Τό ίδιο αντικείμενο επιθυμίας δηλαδή μ’ αυτόν. Αυτή είναι η σχέση του, ίσως, με τίς γυναίκες : ανοίκεια και άγνωστη σχέση – ή σχέση οικεία και αντεστραμμένη.

αυτή ήταν η 4η συνέχεια (και τό τέλος) από κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003

.

.

.

σημειώσεις 

1   ξαναδημοσίεψα τό ποίημα ολόκληρο σ’ αυτήν (και στην προηγούμενη) ανάρτηση για λόγους διευκόλυνσης τής κομματιαστής (τώρα) ανάγνωσης

2   τόνισα (στην πρώτη ανάρτηση) τό θέμα τής σειράς με τήν οποία εκδόθηκαν τά (τελευταία) ποιήματα, γιατί υπήρχε για χρόνια μια μυθολογία ότι τό ποίημα «εις τά περίχωρα τής αντιοχείας», με τό οποίο δήθεν ο καβάφης παίρνοντας τό μέρος τών χριστιανών κορόϊδευε τόν ιουλιανό («τό ουσιώδες είναι που έσκασε»), ήταν τό «τελευταίο ποίημα που ο καβάφης έγραψε πριν πεθάνει». Δεν ξέρει όμως κανείς τί να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτήν τήν ποιητική (κυρίως προερχόμενη από τούς περί τήν γενιά τού ’30 εκδότες ποιητές και κριτικούς) παραχάραξη : γιατί τό μεν ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, ο δε καβάφης έδωσε για έκδοση στον τυπογράφο του, λίγο πριν πάει στην αθήνα για τήν εγχείριση τού καρκίνου τό 1932, πρώτα τό «στα 200 π. Χ.» (αυτό που τελειώνει με τό περίφημο «για λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα») και αμέσως μετά (και ενώ είχε έτοιμα και τά «περίχωρα τής αντιόχειας» και, επίσης, μερικά ακόμα) παρέδωσε στον τυπογράφο τελευταίο (άραγε τό ήξερε; τό υποψιαζόταν; ποιος ξέρει…) τό καθαρά ερωτικό «μέρες τού 1908»
   τά «περίχωρα τής αντιόχειας» θα έπρεπε δηλαδή κανονικά να συμπεριλαμβάνονται, από όσους εκδίδουν ποιήματα τού καβάφη, όχι στα «επίσημα» (ή «δημοσιευμένα») αλλά στα «ανέκδοτα» (ή σε κάποιο «παράρτημα», αυτό δηλαδή ακριβώς που έκανε ο γ. π. σαββίδης λίγο πριν πεθάνει, διορθώνοντας ακριβώς (σιωπηρά) ο ίδιος τίς εκδόσεις του τών έργων τού καβάφη, χωρίς να εξηγήσει όμως τόν λόγο τής αλλαγής)
   θα μπορούσε, από τήν άλλη, κανείς να γράψει και πραγματεία ολόκληρη για τό πώς, και αν, η «περσόνα» που χρησιμοποιεί ο καβάφης ως «πρώτο πρόσωπο» (πληθυντικού κιόλας) στα «περίχωρα τής αντιόχειας» ταυτίζεται με τό πρόσωπο τού ποιητή ως προς τήν εχθρική αντιμετώπιση τού ιουλιανού, ή αντιθέτως η ειρωνεία (τού α΄ πληθυντικού κιόλας) δεν αποτελεί ουσιαστικά μια θλιμμένη, και ειρωνική μαζί, υπεράσπιση ενός αυτοκράτορα πεισματάρη και καταδικασμένου να ηττηθεί (στην υπεράσπιση αυτών ακριβώς – ή περίπου – τών πραγμάτων που αγάπησε και υπερασπίστηκε ο ίδιος ο καβάφης στην ποίησή του) – πάντως τό ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, περί τό 1930 ( : όταν ο καβάφης γύρισε στην αλεξάνδρεια από τήν εγχείριση, μέχρι τό 1933 που πέθανε δεν ξανάγραψε τίποτ’ άλλο, ασχολήθηκε με τό αρχείο του, μόνο, και τό τακτοποίησε)

3   last but not least πρέπει να πω εδώ ότι τίς πληροφορίες για τά εκδοτικά ήθη τού καβάφη τίς παίρνω από τήν (εξαιρετική, και όχι μόνο για μένα αλλά για όλους όσους τήν έχουν διαβάσει ολόκληρη – και μερικοί αγγλόφωνοι καβαφιστές ανάμεσά τους) εκτενή καβαφική μελέτη τού φίλου μου ποιητή (αυτού που έκανε και τό αφιέρωμα) «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα» (ακόμα ανέκδοτη)

4   τό άλλο κείμενο τού κοινού φίλου πεζογράφου για τό ίδιο ποίημα, που δημοσιεύτηκε στον «επίλογο», είχε τόν τίτλο «και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά»
   δυστυχώς δεν είχε κρατηθεί η μεταγραφή στα κομπιούτερ τών αρχικών κειμένων, και έτσι ήμουν υποχρεωμένη να κάνω τή βαρετή χειρωνακτική δουλειά και να αντιγράψω (σίγουρα όμως χωρίς συντομεύσεις!) όλο τό κείμενό μου από τό χαρτί

5   η ανάρτηση τής παλιάς αυτής δουλειάς (θυμίζω ότι) έγινε με αφορμή τήν επέτειο τής γέννησης τού καβάφη (που συμπίπτει, με διαφορά 70 χρόνων, και με τήν επέτειο τού θανάτου του) και τό λέω γιατί τό πράγμα έχει πια προχωρήσει πολύ (και έχει γίνει και πολύ ογκώδες, άσε που δεν ξέρω και πότε θα τό τελειώσω)

.

 

.

.

.

.

.

Advertisements

15 Σχόλια »

  1. η […] απορία του, για τό αν μπορεί να υπάρξει όντως ποίηση χωρίς γυναίκα,

    Είχε θέσει τέτοιαν απορία ο Καβάφης; Θυμάσαι μήπως πού;

    Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 4, 2012 @ 12:52 μμ | Απάντηση

  2. Οι «Μέρες του 1908» δεν μ’ αρέσουν και τόσο, διότι ο νέος παραείναι βασανισμένος για «άψογα ωραίος· ένα θαύμα». Δεν τον είχε ασχημίσει το «φρικτό ξενύχτι»; Κι έπειτα, αν είναι τόσο όμορφος όσο τον θέλει το ποίημα, δεν θα ενδιαφερόταν λίγο παραπάνω για την εξωτερική του εμφάνιση;

    Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 4, 2012 @ 12:57 μμ | Απάντηση

  3. Δεν θα μπορούσε να έχει τήν έντασή της η σκέψη του ίσως αν δεν χρησιμοποιούσε τό λεξιλόγιο τών εχθρών της

    Μια παρεξήγηση που ευδοκιμεί στην Αμερική είναι ότι ο Καβάφης έγραψε ποίηση για (δηλαδή: απευθυνόμενη σε) ομοφυλόφιλους, για να καταναλωθεί απ’ την gay community. Κι όμως, τα «ηδονικά» του ποιήματα απευθύνονται μάλλον στην κοινή γνώμη που περιφρονούσε, ενοχοποιούσε και περιθωριοποιούσε τους ομοφυλόφυλους. Αν η «τρεχάμενη ηθική» δεν ήταν έτσι όπως ήταν, ο Καβάφης δεν κατατρυχόταν απ’ την ενοχή, θα είχε γράψει εντελώς διαφορετικά «ηδονικά» ποιήματα. Μάλλον για «κοινωνική» ποίηση πρόκειται, παρά για «ηδονική».

    Παρεξηγημένα, αυτή τη φορά απ’ την ανάποδη, είναι και τα «Τείχη», ένα άλλο «κοινωνικό» ποίημα. Εννοώ ότι οι αναγνώστες δεν ερμηνεύουν την περιγραφόμενη αποξένωση ως άμεση συνέπεια της ομοφυλοφιλίας του ποιητή, αλλά τη βλέπουν γενικά ως σύμπτωμα της εποχής μας, του σύγχρονου πολιτισμού, του εξευτελισμού της επικοινωνίας κτλ. Αναρωτιέμαι μήπως και «Τα Παράθυρα» ήταν μια (αποτυχημένη) προσπάθεια περιγραφής της αλλοτρίωσης στην οποίαν οδηγούσε η συγκεκριμένη ερωτική ροπή.

    Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 4, 2012 @ 1:17 μμ | Απάντηση

  4. υπήρχε για χρόνια μια μυθολογία ότι τό ποίημα «εις τά περίχωρα τής αντιοχείας» […] ήταν τό «τελευταίο ποίημα που ο καβάφης έγραψε πριν πεθάνει».

    Αυτό ξέρω κι εγώ. Πουθενά δεν έχω διαβάσει κάτι άλλο, π.χ.:

    La poesia, l’ultima scritta da K., apparve, ma senza fondamento, incompiuta, o meglio non limata dal poeta, già gravementa malato

    Λογικά το ποίημα μπήκε στον κανόνα επειδή θα συμπεριλήφθηκε στην έκδοση της Αλεξάνδρειας του 1935. Θες να πεις ότι ο Καβάφης δεν το είχε θεωρήσει τελειωμένο; Αλλά γράφεις ότι το είχε «έτοιμο».

    Ποιά άλλα ποιήματα είχε ο Καβάφης «έτοιμα», αλλά δεν παρέδωσε στον τυπογράφο;

    Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 4, 2012 @ 1:31 μμ | Απάντηση

  5. «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα» (ακόμα ανέκδοτη)

    Αυτήν την απορία την έχω εδώ και πολύν καιρό: και γιατί δεν δημοσιεύει την μελέτη στο Διαδίκτυο, που είναι τζάμπα; Οι πιθανές απαντήσεις που έχω σκεφτεί είναι:

    1) Το χαρτί είναι πιο επίσημο. Άλλο το Διαδίκτυο, άλλο το βιβλίο, που μπορείς να το κρατήσεις στο χέρι σου, να το μυρίσεις, να το χαρίσεις, να το βάλεις στην τσάντα σου κτλ. Η έκδοση σε βιβλίο είναι μια μορφή αναγνώρισης της αξίας της μελέτης, διότι για ν’ αναλαμβάνει ο εκδότης το επιχειρηματικό ρίσκο, δεν μπορεί, κάτι θ’ αξίζει η μελέτη. Άσε που το να σου κάνουν την ανάρτηση retweet δεν συγκρίνεται με το να βλέπεις το βιβλίο σου στην προθήκη του βιβλιοπωλείου.

    2) Το Διαδίκτυο δεν αποφέρει κέρδη. Αν η μελέτη εκδοθεί σε βιβλίο, θ’ αποτελέσει ίσως μια μη ευκαταφρόνητη πηγή εισοδήματος.

    3) Οι διαδικτυακές εκδόσεις είναι ερασιτεχνικές. Τέτοια κείμενα όμως έχουν ανάγκη επιμέλειας, δηλαδή επαγγελματικού εκδοτικού οίκου. (Το πρώτο βιβλίο του Βέλτσου (κάτι διηγήματα;) αυτός που το επιμελήθηκε σχεδόν το ξανάγραψε. Αν ο Βέλτσος είχε απλώς αναρτήσει τα κείμενά του κάπου στο Διαδίκτυο, δεν θα είχε ωφεληθεί απ’ την επιμέλεια).

    Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 4, 2012 @ 1:44 μμ | Απάντηση

    • απάντηση σε όλα:

      1 ημερολογιακό σχόλιο νομίζω (πολύ νεανικό, μάλλον σίγουρα (αν το ξαναβρώ, θα επανέλθω))

      2 προβλήματα μεταφυσικά! 😀

      3 δες κι αυτό
      για τα «τείχη» η γνώμη μου εδώ

      4 ακριβώς, αυτό λέω κι εγώ! (ο ποντάνι δεν θυμάμαι τι λέει, αλλά δεν μού κάνει εντύπωση να έχει υποκύψει στον μύθο)
      μπήκε στον «κανόνα» ακριβώς μετα τη συνολική έκδοση τών ποιημάτων του που κάνανε (μετά θάνατον) οι κληρονόμοι του (= ρίκα σεγκοπούλου που επιμελήθηκε) (σ. μπλ. αλλά και άλλων: πολύ κακή έκδοση – κυρίως αισθητικά (φορτωμένη))
      ο καβάφης πολλά θεωρούσε τελειωμένα αλλά δεν πρόλαβε να τα συμπεριλάβει/εκδόσει (με τον τρόπο στον οποίο είχε καταλήξει τελικά να γίνονται οι «εκδόσεις» του) Για τα παραπέρα πρέπει να σέ παραπέμψω στον τασσόπουλο

      5 τού τό ‘χω πει κι εγώ (έτσι κι αλλιώς θέμα κλεψιτυπίας τώρα πια δεν υφίσταται γιατί τό ‘χουν διαβάσει πολλοί) αλλά προς το παρόν δεν τον έχω πείσει
      είναι αλήθεια ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικά μεγάλο, με πλήθος σημειώσεις, η εκτυπωση θα είναι ούτως ή άλλως άθλος
      επειδή τον ξέρω καλά ξέρω ότι δεν τον απασχολούν τα συγκεκριμενα προβλήματα (και λεφτά δεν περιμένει να βγάλει – το’χει αποδείξει) – απλώς είναι ένας μεγάλος άνθρωπος που δεν εμπιστεύεται (=δεν ξέρει) τα ιντερνετικά –

      υγ: χωράει εδώ πολύ ωραία μια ανάρτηση για τα εκδοτικά «μας» ήθη αλλά δεν «αντέχω» τώρα – ισως μια άλλη φορά! υπάρχουν ανέκδοτα λέμε, να πέφτεις ξερός 🙄

      Σχόλιο από χαρη — Ιουλίου 4, 2012 @ 6:07 μμ | Απάντηση

      • Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: η απορία που έχω από παλιά δεν αφορά ειδικά τη συγκεκριμένη μελέτη του συγκεκριμένου συγγραφέα. Είναι μια επαναλαμβανόμενη απορία. Η απάντηση ενός Έλληνα της Αλβανίας που είχε μεταφράσει τον κανόνα του Καβάφη στ’ Αλβανικά ήταν η νούμερο δύο (€). Η απάντηση του Γεράσιμου Κακλαμάνη ήταν η νούμερο τρία: έγραφε σε γραφομηχανή, όχι σε υπολογιστή, τα φύλλα ήταν γεμάτα χειρόγραφες διορθώσεις, υπήρχαν διάφορες επεξεργασίες του ίδιου κειμένου, οπότε χρειαζόταν δακτυλογράφος κι επιμελητής.

        Σκέφτηκα και μια τέταρτη απάντηση:

        4. Ο εκδοτικός οίκος ξέρει πώς να προωθήσει ένα βιβλίο. Στο Διαδίκτυο πώς γίνεται η προώθηση;

        Θα μπορούσες ίσως να δείξεις στον φίλο σου τους ιστοτόπους άλλων ελλήνων συγγραφέων, π.χ. του Νίκου Δήμου (αν δεν το έχεις ήδη κάνει). Δυστυχώς στην Ελλάδα η λογο-τεχνία συνήθως δεν τα πάει καλά με την τεχνο-λογία.

        Μια ανάρτηση για τα εκδοτικά μας ήθη θα ήταν όντως πολύ ενδιαφέρουσα!

        Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 4, 2012 @ 9:51 μμ | Απάντηση

        • δεν υπάρχει θέμα παρεξήγησης 🙂
          δεν εμπίπτει, απλώς, στις κατηγορίες τών συγγραφέων που αναφέρεις ο συγκεκριμμένος άνθρωπος
          (καταρχάς προέρχεται από μια γενιά που έβγαλε τα βιβλία της στο χαρτί – και αυτός και οι φίλοι του – Ευελπιστώ να τον πείσω να ανεβάσει πάντως στους αιθέρες κάποια στιγμή έστω ένα δείγμα)

          (τα διαδικτυακά εκδοτικά δεν τα ξέρω πάντως ούτε κι εγώ, μολονότι έχω παρακολουθήσει κάποια πράγματα – και στην αρχή είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα εκδόσω όλα τα επόμενα βιβλία μου έτσι – φαίνεται όμως πως τελικά είμαι δεμένη κι εγώ με το χαρτί – 😯 )

          ξέρω ότι σέ τρώει η ιδέα να μάθεις ανέκδοτα 😆 αλλά εμένα καθόλου δεν μέ τρώει να τα ξαναθυμηθώ!
          (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ το κλισέ : προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν είναι όλοι τους χάλια (δεν τούς ξέρω άλλωστε όλους!) αλλά όσοι είναι, είναι πολύ!)

          Σχόλιο από χαρη — Ιουλίου 5, 2012 @ 1:31 μμ | Απάντηση

          • Δεν θέλω μόνο να μάθω ανέκδοτα· μια εκ των έσω ματιά στα εκδοτικά θα ήταν πολύτιμη.

            Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Ιουλίου 5, 2012 @ 5:11 μμ | Απάντηση

  6. Καλημέρα Χάρη! Σήμερα ολοκλήρωσα αυτήν την ανάλυσή σου και μπορώ να πω μου ξύπνησε πολλές σκέψεις
    Μια από αυτές είναι η σχέση του ποιητή με τους παρελθόντες χρόνους και η εξιδανίκευσή τους
    Αυτό είναι κάτι που απασχολεί όλους, ομοφυλόφιλους ή μη, με τη διαφορά πως ο Καβάφης προχωρά ακόμη βαθύτερα με την επιτυχημένη …ενορχήστρωση των ποιημάτων του και την αύξηση ή τη μείωση του συναισθήματος, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες εκφράσεις-περιγραφές
    Κάποιες φορές, διαβάζοντάς τον, έχω την αίσθηση πως βλέπω ασπρόμαυρη, ξεθωριασμένη, γεμάτη ερωτηματικά όμως, φωτογραφία. Οικογενειακή ή τοπίου με ανθρώπους που εκτελούν εργασίες
    Με ταλανίζει ο χρόνος, όπως δείχνει και για τον ίδιο και τολμώ μια υπόθεση, με όλο το θράσος της μη ειδίκευσής μου με την λογοτεχνία. Μήπως στα πρόσωπα των ηρώων του -τόσο όμορφα, άφθαρτα, μυστηριώδη- τοποθετεί τον εαυτό του, όταν εκείνος βρισκόταν σε εκείνες τις ηλικίες;
    Χρόνοι που έφυγαν παίρνοντας μαζί τους την ευρωστία, νεανικότητα, ομορφιά
    Όπως κι αν είναι, σίγουρα έχει επιτύχει, έναν από τους στόχους – εξαιρετικά δύσκολους – της Τέχνης
    Το έργο του δεν κλείνει, δεν προσφέρει λύσεις, μας αφήνει με μιαν αέναη αναζήτηση και σκέψη που ξεπερνά το εξωτερικό μας κέλυφος και προχωρά στο βάθος σε αυτοανάλυση.
    Μέσα στην ποίησή του, αναγνώρισα, πολλές φορές, τον έρωτα που νοιώθει ο δημιουργός για το αντικείμενο του πόθου του, όποιο κι αν είναι αυτό. Έναν έρωτα που μοιάζει, να έχει σκοπό και στόχο, να αναπτύσσεται ακριβώς για να διευκολύνει την δημιουργία, σχεδόν αποκλειστικά!
    Σε ευχαριστώ για αυτά τα συγκεκριμένα άρθρα και καλημερίζω.

    Υ.Σ. Γλύπτης και όχι ζωγράφος και εδώ http://olaxidyo-x2.blogspot.gr/2012/05/blog-post_22.html θα βρείς ένα μικρό αφιέρωμα στη δουλειά μου από ένα φίλο.

    Σχόλιο από vromikesskepsis — Ιουλίου 6, 2012 @ 10:42 πμ | Απάντηση

    • γεια σου Οδυσσέα που έφυγες,επομένως, τρέχοντας! (αυτό δεν είναι βρώμικη σκέψη 🙂 )

      μού αρέσουν οι ανωτέρω σκέψεις σου (ειδικά για τόν «έναν έρωτα που μοιάζει…» κλπ) αλλά ακόμα πιο πολύ μού αρέσουν τα έργα σου!

      (φαντάζομαι ότι οι μουσικές που βάζεις στο μπλογκ σου οφείλονται στο ότι θες ν’ ακούς μουσική όταν δουλεύεις; (αν είναι έτσι, σέ καταλαβαίνω…))

      ευχαριστίες ανταποδίδονται (είπαμε – και να παν όλα καλά (ξαναείπαμε) 😀

      μόνο που είσαι μακριά για νά έρθω στην έκθεση 😦

      Σχόλιο από χαρη — Ιουλίου 6, 2012 @ 4:32 μμ | Απάντηση

  7. εγώ πάλι σκέφτηκα πως η περιγραφή του νέου με το φθαρμένο ένδυμα, είναι και μια αλληγορία των χειρογράφων του Καβάφη.
    έτσι που η γυμνή του ποίηση ήταν όμορφη, μα γραμμένη σε χαρτιά καθόλου φροντισμένα..
    ευχαριστούμε και πάλι για τα κείμενά σου Χάρη
    χχχ

    Σχόλιο από xtina12 — Ιουλίου 6, 2012 @ 9:34 μμ | Απάντηση

    • χριστίνα αρχίζει και μ’ αρέσει πολύ αυτή η σύναξη από ερμηνείες τού καβάφη εκ μέρους τών αναγνωστ/ρι/ών τού βλογ!
      λέω να περιμενω λίγο ακόμα και να τα κάνω ξεχωριστό ποστ, τι λες; 😀

      edit να περάσουν κι οι ζέστες 😳

      Σχόλιο από χαρη — Ιουλίου 6, 2012 @ 9:46 μμ | Απάντηση

  8. αν καταφέρεις να ξαναβάλεις το κοτσάνι μου στο δέντρο, θα σου βγάλω το καπέλο! 😀
    καλημέρα χάρη μου

    στο πρωινό φως
    ο στίχος
    ανελέητος

    Σχόλιο από xtina12 — Ιουλίου 7, 2012 @ 8:20 πμ | Απάντηση

    • θα προσπαθήσω 🙂 αλλά καπέλο με τέτοια ζέστη; 😀

      καλησπέρα καλησπέρα

      Σχόλιο από χαρη — Ιουλίου 7, 2012 @ 5:47 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: