σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 29, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / α

.

.

.

     

.

.

   αν ο απρίλης είν’ ο μήνας ο σκληρός κατά τόμας στέρνς έλιοτ, βρίσκει πάντως μάλλον τήν καλή και τή γλυκειά του ώρα όταν έρχεται στη δικιά μας ποίηση : έτσι στις 8 απριλίου είχαμε τήν επέτειο τής γέννησης τού σολωμού και σήμερα είναι η αντίστοιχη τού καβάφη (αν και στην περίπτωσή του η ημερομηνία συμπίπτει και με δεύτερη επέτειο, γιατί ο καβάφης πέθανε κιόλας 29 απριλίου – πέθανε δηλαδή τή μέρα τών γενεθλίων του)

   συνεχίζω λοιπόν σήμερα τά ποιητικά (για τόν καβάφη άλλα είναι εδώ : 1, 2, 3) αναδημοσιεύοντας ένα άρθρο μου από τόν επίλογο 2003 *, επειδή όμως τό κείμενο είναι μεγάλο θα χρειαστεί να τό κόψω μάλλον σε (πολλά) κομμάτια

.

.

.

.

* τό 2003 ήταν η επέτειος τών 70 χρόνων από τόν θάνατο τού κ. π. καβάφη και στη 12η ετήσια έκδοση τού επίλογου – που τή χρονιά εκείνη άλλαξε ιδιοκτησία και τά πράγματα ήταν και ελαφρώς αλλά και βαρέως κουλουβάχατα – ανέλαβε να σώσει τήν τιμή τών όπλων ένας φίλος μου, συνεργάτης τής έκδοσης από τήν αρχή της, ο οποίος και αποφάσισε και βάλθηκε μετά μανίας να οργανώσει ένα αφιέρωμα στα πολύ στενά χρονικά πλαίσια που είχε, και σχεδόν εκ τών ενόντων. Τό αφιέρωμα έγινε πάντως κατά τή γνώμη μου καλό – οι σελίδες τού τόμου προσφέρονταν κιόλας γιατί είναι μεγάλου σχήματος και μπήκαν και μερικές σπάνιες φωτογραφίες – όπως ένα σημείωμα αφωνίας τού καβάφη (που από τήν εγχείρηση για τόν καρκίνο τού λάρυγγα δεν μπορούσε ως γνωστόν τόν τελευταίο καιρό πριν πεθάνει να μιλήσει) στο οποίο διαβάζουμε : «για ¼  τής ώρας να μείνω μόνος παρακαλώ» –. Ο φίλος μου αυτός (που είναι και ποιητής) και που ήταν ο οργανωτής τού αφιερώματος, παρακάλεσε εμένα κι άλλον έναν άλλο φίλο του (που είμαστε πεζογράφοι…) να γράψουμε κάτι για τό ίδιο ποίημα τού καβάφη, τό μέρες τού 1908 : γιατί αυτό ήταν τό τελευταίο ποίημα που έδωσε ο καβάφης στον τυπογράφο του για έκδοση όσο ζούσε

ήταν δηλαδή μια πολύ ωραία ιδέα – εμένα πολύ μού άρεσε : δύο διαφορετικές οπτικές για τό ίδιο πράγμα : και, μολονότι γνωριζόμαστε μεταξύ μας δεν είχαμε ιδέα ο ένας τί έγραψε ο άλλος – τά διαβάσαμε όταν τυπώθηκαν

δεν ήξερα αν υπάρχει διαθέσιμος εκείνος ο τόμος πια (έχουν περάσει και αρκετά χρόνια) για όποιον θα ενδιαφερότανε δηλαδή να τόν βρει, αλλά ψάχνοντας τώρα με τήν ευκαιρία στο γουγλ τόν βρήκα – άρα δεν έγινε ακόμα συλλεκτικό και σπάνιο απόκτημα…

αρκετά όμως είπα – παραθέτω τό κείμενό μου – να προσθέσω μόνο ότι εκείνη η εκτός προγράμματος υποχρέωση που ανέλαβα τότε να γράψω για τόν καβάφη μ’ έκανε κι εμένα να μπω ξανά, και τόσο αιφνίδια, στο κλίμα ώστε άρχισα αμέσως μετά ένα δοκίμιο για όλα τά ερωτικά ποιήματα τού καβάφη – με τόν ίδιο τίτλο που έχει κι η ανάρτηση : «μέρες θαυμάτων» – δεν τό ’χω ακόμα ούτε τελείως τελειώσει ούτε τελείως εκδόσει…

να προσθέσω επίσης ότι τό τελευταίο ποίημα που αποφάσισε να δημοσιέψει ο καβάφης πριν πεθάνει (τό «μέρες τού 1908» – αποσύροντας από τό τυπογραφείο τήν τελευταία στιγμή τό «εις τά περίχωρα τής αντιόχειας») **, ανήκει όπως θα δείτε στα καθαρά ερωτικά του, τά «απροκάλυπτα» : για τόν καβάφη που ήταν απολύτως μελετημένος και στην παραμικρή του κίνηση σχετικά με τήν εκδοτική του πρακτική, και που ίσως διαισθάνθηκε ότι εκείνη θα ήταν η τελευταία εκδοτική του πράξη, αυτό έχει, πιστεύω, τήν πολύ ειδική σημασία του

   πρώτα όμως τό ίδιο τό ποίημα :

 

.

.

  

.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ.

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

.

.

ολόγυμνος·
άψογα ωραίος· ένα θαύμα.

 

   Η σχέση τού Καβάφη με τίς γυναίκες δεν περιορίζεται στις όποιες σχέσεις του με τήν μητέρα του, όσο κι αν αυτό ηχεί, από τήν άποψη τής καβαφικής ακριβώς οπτικής, σαν περίπου παράλογο.

   Γίνεται ίσως πιο λογικό, αν τό συγκεκριμενοποιήσει κανείς ως σχέση τής σκέψης τού Καβάφη με τήν γυναικεία σκέψη, και τής επιθυμίας του με τήν γυναικεία επιθυμία ; Είναι οπωσδήποτε πειρασμός να προσπαθήσει να τό αναπτύξει κανείς αυτό, πολύ περισσότερο αν πρέπει να τό κάνει και εν συντομία : ας ξεκινήσω πάντως απ’ τό ότι τό να είσαι γυναίκα προϋποθέτει πάνω απ’ όλα μια βαθιά θαμμένη αίσθηση και επίγνωση ενός ειδικού τύπου σιωπής : τίποτ’ απ’ όσα σού συμβαίνουν από τότε που είσαι παιδί δεν έχουν δικές τους λέξεις, για τήν ακρίβεια δεν πρέπει να ’χουν δικές τους λέξεις : έτσι όμως οι γυναίκες καταλαβαίνουν πολύ καλά από νωρίς τό νόημα τής ποίησης, τής πιο αμφίσημης χρήσης τών λέξεων, κι εντέλει αυτής τής ίδιας τής παρανομίας, μολονότι δεν ξέρουν, δεν μπορούν, και δεν τολμούν να μιλάν για όλ’ αυτά συχνά, μια που ακόμα και η αναγνώριση τού γεγονότος είναι μπορεί να πει κανείς παράνομη.

   Μού άρεσε πάντα ν’ ακούω μεγάλες γυναίκες να μιλάν με στίχους τού Καβάφη ανάμεσα στα λόγια τους, είχε μιαν αίσθηση τόλμης τό ύφος εκείνο, τόλμη μοναχική και κάπως σαν απεγνωσμένη απ’ τήν απόρριψη αυτή αστείας αιδούς και τήν επίγνωση σκάνδαλου ολέθριου. Ύστερα, όταν μεγαλώναμε κι αρχίζαμε ν’ ανακαλύπτουμε για λογαριασμό μας τά έργα τέχνης και τό έργο του, ο Καβάφης έγινε αυτονόητα και ξαφνικά δικός μας, κι ο κόσμος του καινούργιος και γενναίος μεγάλος και (με τήν παράνομη πάλι εκείνη και στοχαστική προσαρμογή) δικός μας αυτονόητα πάλι.

.

μέρες ενός θαύματος

   Όταν μού ζητήθηκε να γράψω κάτι γι’ αυτό τό ποίημα τού Καβάφη, τό τελευταίο που τύπωσε πριν πεθάνει, έκανα μια γρήγορη αναδρομή σε όλα τά ποιήματα μέσα στα οποία μιλάει λίγο ή πολύ για απαγορευμένες κρυφές σχέσεις, άνομες ηδονές που ζουν μονάχα νύχτα, τίς ανώμαλες έξεις μακρυά απ’ τήν τρεχάμενη ηθική τού επιτετραμμένου, τήν νοσηρή στιγματισμένη ηδονή και τήν άγονη αγάπη τήν αποδοκιμασμένη, πέρα απ’ τήν τών περί ηθικής λαλούντων αστεία αιδώ, τήν καθαρή ηδονή, τό ολέθριο σκάνδαλο τών τιμίων οικογενειών που μήτες τούς θέλουν πια, και τά λοιπά.

   Είχα καιρό να τόν διαβάσω όλον τόν Καβάφη μαζί έτσι σαν μυθιστόρημα και μού ’κανε εντύπωση ότι από μερικές απόψεις είναι όντως σαν μυθιστόρημα τό έργο του : Έχει πολύ περισσότερη ψυχολογική ένταση για να μην πω και υπόθεση, απ’ ό,τι συνήθως θεωρείται φυσικό για τήν ποίηση. Μπορεί κανείς να πει δηλαδή ότι όσο περισσότερο μέτρο και ρυθμό έχει, και ακόμα και ομοιοκαταληξία, όσο πιο άψογα ποιητικό είναι δηλαδή αυτό τό έργο (από τό πιο μεμονωμένο ποίημα ώς τό σύνολο), τόσο πιο πολύ νιώθεις να έχει μια ισχυρότατη υποδόρια πεζογραφική διάθεση : μερικές φορές μού φαίνεται σαν να αποφάσισε να είναι ποιητής σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για τούς λόγους τής λιτότητας και τής οικονομίας ή τής αστραπιαίας σχεδόν αμφισημίας που τού εξασφαλίζει η σύντομη φόρμα, αλλά ότι παράλληλα ακριβώς με αυτά, τό ήθος και οι τάσεις του παραμένουν ειρωνικά (αυτήν τήν ειρωνεία τήν διαθέτει άλλωστε σε αλλεπάλληλες βαθμίδες τό έργο του) πεζογραφικές.

   Μερικές φορές πάντως δίνει τήν εντύπωση ότι ένα από τά ισχυρότερα στοιχεία στο έργο του είναι αυτή η διάθεση να ισορροπεί ανάμεσα στα είδη χωρίς να γίνονται προσπάθειες οι εντάσεις να αποσοβηθούν ή να καλυφθούν, διάθεση εκπληκτικής αποτελεσματικότητας ακριβώς επειδή τό σύνολο τού έργου του ασχολείται ουσιαστικά και σ’ ένα μόνιμα βαθύτερο επίπεδο με τήν ίδια τήν αισθητική, μάλιστα όχι μόνο με τό φαινόμενο τής δημιουργίας αλλά και τών ίδιων τών πηγών της.

   Θα ’ναι βέβαια σχεδόν κοινοτυπία να μιλήσει κανείς για τήν δραστική έννοια τού χρόνου, τήν οργανική, στην ποίησή του : Αν μιλούσα ας πούμε για τό Επέστρεφε, θα ήμουν υποχρεωμένη να πω για τήν ουσιώδη δράση τής προστακτικής που – με τόν τύπο τής δημοτικής που επιλέγεται (και όντας έτσι μορφικά ταυτόσημη με τόν παρατατικό που είναι χρόνος όχι μόνο παρελθόντος αλλά και διάρκειας) – εγκαθιστά μπροστά στα μάτια μας κεραυνοβόλα τήν ένωση τού παρελθόντος και τού μέλλοντος μες στο παρόν (πράγμα που θα απασχολούσε αργότερα τόν Έλιοτ) και που εικονογραφεί παραδειγματικά και ολόκληρη τήν αισθητική άποψη που κρύβεται στην ποίησή του.

 .

οι μέρες

   Τά ερωτικά ποιήματα τού Καβάφη διαδραματίζονται όμως και στον ίδιο χώρο θα μπορούσε να πει κανείς : είναι πάντοτε ένα καπηλειό, μία ταβέρνα κι ένα μαγαζί, ένα καφενείο και μία κάμαρη πτωχική και πρόστυχη, ένα λαϊκό και ταπεινό κρεβάτι, με περιβάλλοντα χώρο μια συνοικία απόκεντρη κι ένα δρόμο παληό, σοκάκια, φθηνά κέντρα και γραφεία σε φτωχικές παρόδους, μαγαζί μικρό και παληομάγαζο ενός σιδερά, και μαύρο καφενείο και καφενεία τής σειράς του λαϊκά. Με τήν περιγραφή τών χώρων όμως ο χρόνος έτσι εμφανίζεται σαν ενσωματωμένος μέσα τους : είναι σχεδόν πάντοτε παρελθόν και πάντα καλοκαίρι, πάντοτε φως και κάποτε αναφέρεται ο μήνας Ιούλιος ή τού Αυγούστου εκείνη η βραδυά, ή ο ήλιος τού απογεύματος που έφθανε ώς τά μισά. Υπάρχει μια επιμονή στον ήλιο και τό φως, ακόμα κι όταν αναφέρεται σκοτάδι, και μια αδυναμία στις λέξεις που σημαίνουν φωτεινός, λαμπρός : Η νύχτα είναι φωτισμένη, οι επιθυμίες γυαλίζουν, τής ηδονής η νύχτα έχει ως διάζευξη ένα πρωί της φεγγερό, κι οι περί ηθικής λαλούντες μόνο φορούν εκείνα τά φαιά. Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος.

(συνεχίζεται)
(δημοσιεύτηκε στην
ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

  

.

.

 ** οι υπόλοιπες σημειώσεις/αστερίσκοι
θα ακολουθήσουν στο τέλος τού άρθρου, ύστερα δηλαδή από όλες τίς αναρτήσεις που θα ασχοληθούν με τό θέμα

.

.

.

.

.

.

Advertisements

8 Σχόλια »

  1. Εξαιρετικό! Και (εγώ τουλάχιστον που είχα αμελήσει να διαβάσω το αφιέρωμα όταν κυκλοφόρησε 😳 ) περιμένω τη συνέχεια με ανυπομονησία.

    «μερικές φορές μού φαίνεται σαν να αποφάσισε να είναι ποιητής σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για τούς λόγους τής λιτότητας και τής οικονομίας ή τής αστραπιαίας σχεδόν αμφισημίας που τού εξασφαλίζει η σύντομη φόρμα». Κι εμένα (ίσως βέβαια να αφαιρούσα το «αποκλειστικά και μόνο», αλλά κι εσύ βάζεις αυτό το «σχεδόν», οπότε ερχόμαστε στα ίδια 🙂 )! Συνολικά η συγκεκριμένη παράγραφος του κειμένου σου μου φαίνεται να συμπυκνώνει μερικές από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις για το καβαφικό έργο που έχω διαβάσει ποτέ.

    Σχόλιο από rogerios — Απρίλιος 29, 2012 @ 12:57 πμ | Απάντηση

    • σ’ ευχαριστώ τόσο πολύ Ρογήρε, για τον καλό σου λόγο 😳
      (και ξέρεις πόσο μετράει ο λόγος σου σ’ αυτό εδώ το βλογ!)

      Σχόλιο από χαρη — Απρίλιος 29, 2012 @ 4:40 μμ | Απάντηση

  2. Τί θέλεις να πεις με το «τό να είσαι γυναίκα προϋποθέτει πάνω απ’ όλα μια βαθιά θαμμένη αίσθηση και επίγνωση ενός ειδικού τύπου σιωπής : τίποτ’ απ’ όσα σού συμβαίνουν από τότε που είσαι παιδί δεν έχουν δικές τους λέξεις, για τήν ακρίβεια δεν πρέπει να ’χουν δικές τους λέξεις»;

    Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Μαΐου 1, 2012 @ 12:44 πμ | Απάντηση

    • φαντάζομαι ότι μία / ένας που γράφει την πρόταση ως εξής :

      «τό να είσαι παιδί προϋποθέτει πάνω απ’ όλα μια βαθιά θαμμένη αίσθηση και επίγνωση ενός ειδικού τύπου σιωπής : τίποτ’ απ’ όσα σού συμβαίνουν δεν έχουν δικές τους λέξεις, για τήν ακρίβεια δεν πρέπει να ’χουν δικές τους λέξεις»

      δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες στο να τον καταλάβουν, πέρα απ’ το ότι μπορεί να τον θεωρήσουν δύσκολη ή στρυφνό γραφιά, (ή κάπως προυστικό ίσως), σύμφωνοι;

      τό πρόβλημα (ενμέρει λοιπόν) είναι ακριβώς αυτό : ότι όταν (τολμούμε να (κυρίως εν ελλάδι, αλλά όχι μόνο)) εξειδικεύσουμε το φύλο προς το γυναικείο, συντελείται, γενικώς αορίστως και οριστικώς, ξάφνιασμα μπουρδούκλωμα παρεξήγηση ηλεκτρισμός, ή και εκνευρισμός ακόμα – και αυτό επιβεβαιώνει συνοπτικά δύο πράγματα : 1. ότι πρέπει να γράψεις γι’ αυτό περισσότερα, και 2. ότι ήδη η σιωπή αυτή ισχύει κατά πολύ, ακόμα

      τούτων δοθέντων Λύκε (και σ’ ευχαριστώ για την ερώτηση, γιατί είναι όντως λίγο δογματική η αρχή τού κειμένου μου, αλλά δεν γινόταν – όταν και όπως γράφτηκε – αλλιώς) μπορώ να επιχειρήσω τώρα μόνο μια πολύ σύντομη εξήγηση ( = τα «περισσότερα» θα απαιτούσαν χωριστή ανάρτηση…) : η οικογένεια (ή η πατριαρχία) ποτίζει εντελώς εκβιαστικά, ανάλγητα, και βίαια (με την ιδεολογία της) το παιδί από νωρίς : ο κόσμος (ο «φανερός», «αρθρωμένος», «νόμιμος» κόσμος) είναι ο αντρικός βίαιος ανερωτικός ανάλγητος ρεαλιστικός κόσμος – και πιστεύω (κι εγώ, μαζί με την ενγένει ψυχανάλυση) ότι όχι μόνο τα κορίτσια αλλά και τ’ αγόρια διαμαρτύρονται (σε μία, πρώτη, φάση, έστω, τής ζωής τους) γι’ αυτό, πριν συμβιβαστούν τελικά με το «υπερεγώ» / δλδ τον πατέρα / για να μπορέσουν να επιζήσουν στον κόσμο που βρέθηκαν (και τον οποίο με κάθε τρόπο θέλουν πάντως, έστω και με εκπτώσεις, να απολαύσουν) (ή νομίζουν ότι θα μπορέσουν) – έτσι συνήθως (και κοριτσια και αγόρια) συμβιβάζονται και συμφιλιώνονται μ’ αυτόν τον πετσοκομμένο και ευνουχισμένο κόσμο : τις στιγμές που θυμάται κανείς τον εαυτό του ολόκληρο, είναι ή καλλιτέχνης (συνήθως αποτυχημένη) ή (πετυχημένος) εγκληματίας ή (θλιβερή) αποσυνάγωγος

      περισσότερα μια άλλη φορά, και καλύτερη ώρα!

      α, και καλό μήνα 🙂

      έμαθα τα πλάγια και τα κοπανάω, όπως βλέπεις

      Σχόλιο από χαρη — Μαΐου 1, 2012 @ 2:16 πμ | Απάντηση

      • Καλό μήνα κι από μένα, ορθίως ή πλαγίως 🙂

        Αν καταλαβαίνω καλά, λες ότι ο φασισμός της γλώσσας επιβάλλει την πατριαρχική θεώρηση των πραγμάτων και τη φίμωση κάθε άλλης θεώρησης, π.χ. της γυναικείας. Για να γλυτώσει κανείς απ’ τους περιορισμούς, καταφεύγει σε πολύσημους κώδικες, όπως είναι τα υπονοούμενα και η γλώσσα της ποίησης.

        Σχόλιο από Ein Steppenwolf — Μαΐου 1, 2012 @ 9:17 μμ | Απάντηση

  3. καλοειπωμένο, αν και ισχύει επίσης κτγμ και αντεστραμμένο : «η πατριαρχική θεώρηση επιβάλλει τον φασισμό τής γλώσσας, κοκ»)

    (κτγμ επίσης στους κώδικες καταφεύγουμε όσο δεν είναι ακόμα κώδικες, όσο μπορούμε δλδ να φανταζόμαστε τον κόσμο (τα πράγματα και το σώμα μας) χωρίς τον περιορισμό τής γλώσσας)

    υγ: τι μήνας θα ‘ναι κι αυτός! 😳 🙂

    Σχόλιο από χαρη — Μαΐου 1, 2012 @ 11:36 μμ | Απάντηση

  4. ο ηδονισμός του, σκοπός ζωής και πίστη προς αυτή, πηγηή και δικαίωση ποιητική, σχημάτισε την ψυχή, το πνεύμα, το σώμα, τη στάση εκείνη της αδιαφορίας προς αυτά για τα οποία κοπιάζουν οι άνθρωποι, που αυτός τον διέθετα σε ρεμβασμούς που του υπαγόρευαν στοχασμούς που στη δική μου τουλάχιστον την ψυχή βρίσκει απήχηση γιατί εκφράζει με οξύτητα αιώνια πράγματα…

    συμπτωματικά είχα αφήσει στην άκρη για δεκαπέντε μέρες ένα ανάγνωσμά μου για χάρη του αλεξανδρινού…

    Σχόλιο από katabran — Μαΐου 24, 2012 @ 7:57 μμ | Απάντηση

    • ο καβάφης είθισται να μάς παίζει τέτοια παιχνίδια!
      πάντα χαίρομαι να σέ βλέπω (να σέ διαβάζω 🙂 )

      Σχόλιο από χαρη — Μαΐου 25, 2012 @ 5:32 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: