σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 25, 2010

πορτοκάλια και κινέζικο δέντρο (χριστουγεννιάτικες προσαρμογές)

 

     

   κι έτσι ήρθαν να μείνουν στην πολυκατοικία μας αυτοί οι κινέζοι, κι εμείς βάλαμε στα παιχνίδια μας και τήν αναμπέλ 

   δεν ξέρω καθόλου πώς συνεννοηθήκαμε ότι θα συνεννοούμαστε στην αρχή, δεν θυμάμαι κιόλας τήν πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, πιθανώς στα τρεχάματα και στα παιχνίδια στις σκάλες να κόλλησε κι αυτή με τό θάρρος της κι ας ήταν πιο κοντή από πολλούς από μάς, και προφανώς μίλαγε τά γαλλικά της νομίζοντας ότι αυτή είναι η μόνη γλώσσα που όλοι καταλαβαίνουν εκτός από τά κινέζικα

   ήταν αυτονόητη όμως η πιο οικουμενική γλώσσα τών ουρλιαχτών και τών χειρονομιών, και με τήν αναμπέλ και με όλους μας, ενώ ο χένσελ απείχε με περιφρόνηση από κάθε προσπάθεια να συνεννοηθεί μαζί της και μού έλεγε Πες της αυτό, ή Τί λέει αυτή – και τήν κοιτούσε σκεφτικά με τό χέρι στο σαγόνι (για να τόν εντυπωσιάσω μάθαινα από τή μαμά μου διάφορες λέξεις πολύ γαλλικές και τίς έλεγα στην αναμπέλ και αυτός μέ κοίταζε)
πάντως για να πω τήν αλήθεια από τήν αρχή οι πρώτες πληροφορίες για τούς κινέζους πέσαν αλληλοδιαδόχως σαν βροχή από τήν daily και πιτσιλήσανε διάφορα πράγματα αλλοπρόσαλλα έτσι που μέ έκαναν να έχω φοβερή περιέργεια να δω και τό σπίτι τους : ίσως μάλιστα να τήν προσκαλέσαμε εμείς τήν αναμπέλ που ήτανε ανάμεσα στα μικρότερα παιδιά τής παρέας, ή έστω τά μεσαία, να μπει κι αυτή στο παιχνίδι με τήν σκέψη να αποκτήσουμε αν είμαστε τυχεροί τό προνόμιο να εισβάλουμε σε κάτι που η πολυλογία τής daily είχε μεταβάλει σε μυθικό – όχι βέβαια μόνο τό σπίτι τους αλλά και τούς τρόπους : Θα ήμουν σαφής αν έλεγα τό κινέζικο μυαλό τους : αλλά θα έπρεπε να περιγράψω τό ήσυχο και σιωπηλό απόμακρο άρωμα που κυριάρχησε πρώτα στον όροφο 

   παρ’ όλα όσα έλεγε η daily, και μερικές φορές και εξαιτίας ίσως αυτών, για μάς τό σπίτι αυτό που δεν τό βλέπαμε (και θα αισθανόμουνα σπουδαία που θα τό ’βλεπα εγώ μια φορά) (και στο τέλος θα τό παραέβλεπα) τό σπίτι αυτό και ο όροφος όμως ολόκληρος είχε αποκτήσει έναν αέρα ανείπωτου μέλλοντος 

   αυτοί οι κινέζοι ήταν πραγματικά τελείως διαφορετικοί απ’ τούς άλλους ήταν τελείως αλλόκοτοι, σαν να μιλούσαν (ή να σκεφτόντουσαν κιόλας) κινέζικα : και μολονότι θα ’πρεπε να ’ναι μικροκαμωμένοι, ήταν μεν σιωπηλοί αλλά είχαν κανονικά μεγέθη και τό κυριότερο : ζούσανε, απ’ ό,τι μαθαίναμε, σ’ ένα καθεστώς ελευθερίας απόλυτης συστηματικής : ελευθερία που σχολιαζότανε με τόση περιέργεια σαν να ήτανε απολύτως και δικαίως και νομίμως εξωπραγματική, φοβερή. Φυσικά ο πατέρας δούλευε στην πρεσβεία, ήταν σαφές αυτό και γι’ αυτό είχαν πιάσει σπίτι στο σπίτι μας, αλλά ο Αυδόπουλος μάς τό διευκρίνισε αμέσως και από τήν αρχή και με αυστηρότητα : Είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα, με τήν Κίνα τήν κομμουνιστική δεν έχουμε διπλωματικές σχέσεις, αλλά τό μόνο που καταφέρανε αυτές οι λέξεις ήτανε να κάνουν ακόμα πιο μυστήριο και τό εθνικιστικό και όλα τ’ άλλα

   κάθε μέρα η daily μάς προμήθευε με καινούργιες ειδήσεις για τό εσωτερικό τού σπιτιού και τή ζωή τους σ’ αυτό, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε μπει εκειμέσα ούτε μία φορά, χτυπώντας πάντα τήν πόρτα μπουκωμένη από σάλιο ευχαρίστησης και όρθια εκεί στο πλατύσκαλο τά ’λεγε στην μάνα μου που τήν άκουγε με τά χέρια βρεγμένα από τό φαΐ που ετοίμαζε ή και γεμάτα αλεύρι : Άρχιζε πάντα μ’ ένα Τά μάθατε για τούς Κινέζους ; Καλά, δεν τά μάθατε ; Και συνέχιζε με μεγάλες λεπτομέρειες από τό σπίτι τους που λες και είχε μπει η ίδια και μέσα. Αλλά τά νέα πάντα τής daily είχανε έναν τέτοιον αέρα φερεγγυότητας, που ήταν σαν θέσφατα : Μπορεί κανείς να κορόϊδευε τήν ίδια, που είχε πληροφοριοδότες παντού, και ήξερε τά πάντα, και ήτανε πρώτη φίλη με όλους τούς θυρωρούς και η έξοδός της για ψώνια ήτανε έξοδος για πληροφορίες κυρίως – μόνο τά ψώνια δηλαδή δεν τήν ενδιαφέρανε – (και όταν μάς έβγαζε η μάνα μου να πάμε στο πάρκο συναντούσαμε στον ερχομό και στον πηγαιμό τήν daily σε πλατύσκαλα και εισόδους να μιλάει με θυρωρούς ή με γείτονες – και στις πιο απόμακρες εννοώ γειτονιές : και δεν ένιωθε μάλιστα αμηχανία να μάς βλέπει – απλώς δεν μάς έδινε σημασία γιατί εκείνη τήν ώρα εργαζότανε), κανείς όμως δεν αμφισβητούσε τίς ειδήσεις της. Μπορούσε λοιπόν να ανακοινώσει τί έκανε στις 3 η ώρα τό βράδυ η κυρία στον πέμπτο απέναντι, που βγήκε να ποτίσει στη βεράντα της τελείως γυμνή, ή τί είπε η υπηρέτρια τού σπιτιού πέντε γωνίες στο τέρμα τού δρόμου πιο κάτω : και τά μόνα κουτσομπολιά που γινόντουσαν πίσω απ’ τήν δική της τήν πλάτη ήτανε για τό αν κοιμάται και καμία φορά, και πότε κοιμάται, αλλά οι ειδήσεις της όμως δεν διαψεύστηκαν πάντως ποτέ : ήταν σίγουρο πως ό,τι έλεγε ήτανε με σχεδόν υπερφυσικό τρόπο γεγονός, που θα επιβεβαιωνόταν περίτρανα κάποια μέρα αργότερα από όλους
   (κι αν κάτι φαινότανε ότι έπαιρνε άλλη στροφή από αυτήν που τά ίδια τά λόγια της είχανε πει ότι θα πάρει, ήταν αμέσως έτοιμη να εξηγήσει τήν καινούργια αυτή πορεία με καινούργιο κατακλυσμό ειδήσεων ακόμα πιο συνταρακτικό από τά πριν. Και τίποτα δεν φαινόταν να τήν φέρνει σε αμηχανία (ούτε κατά διάνοιαν δεν φαινόταν κάτι τέτοιο) : Αντιθέτως, όλα τής δίνανε καινούργια δύναμη και ευχαρίστηση)

   πάντως, σε σχέση με πολλούς άλλους στην πολυκατοικία εκείνη, αυτή ήταν ένας άνθρωπος μάλλον χαρούμενος και τό πρόσωπό της ήταν γελαστό, τά γαλάζια μάτια της γεμάτα επιστημονική περιέργεια. Ναι, αυτό ήτανε : τό ύφος της ήταν επιστημονικό και φιλέρευνο, και κατά έναν περίεργο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ύφος καλοσυνάτο αν και οξύ : σαν να μελετούσε τά ανθρώπινα από ένα έδρανο που από σύμπτωση ήταν τοποθετημένο πολύ χαμηλά χωρίς αυτή να τό θέλει ούτε να τό αξίζει αυτό, αλλά η τάση της επίμονα ήτανε να ανεβαίνει μ’ ένα αυτοσχέδιο ασανσέρ δικό της, επάνω, πιο πάνω απ’ τούς άλλους, κι ύστερα να τραβάει και τούς άλλους αυτούς στην ίδια επιφάνεια μαζί της : σχεδόν με καλοσύνη και φιλανθρωπία. Εγώ πάντως που είχα μεγάλη γνώση για γυναίκες από τήν αμερική διότι πίστευα ότι είχα πείρα από μικρή με αυτές, τήν είχα κατατάξει στην κατηγορία απλώς τών μυνχάουζεν

   είχε όμως – και αυτό πρέπει να τό πω αν και μέ διαψεύδει ίσως έστω και λίγο λέγοντάς το – και μια περίεργη αξιοπρέπεια η daily : μέσα από τήν οξεία γαλανομάτικη περιέργειά της σού έδινε (τώρα μπορώ να τό εκφράσω με λόγια, τότε απλώς είχα τήν αίσθηση ή τήν εντύπωση) τήν εικόνα ανθρώπου που ψοφάει απλώς για παρέα, και που δεν έχει άλλον τρόπο να τήν βρει παρά μόνο με αυτό τό σκληρά απεγνωσμένο και δομημένο επάγγελμα : τό να μιλάει συνέχεια για τούς άλλους, όχι μόνο στους άλλους, αλλά και στον εαυτό της τόν ίδιο : σίγουρα υπήρχε πολύ δυστυχία και ερημιά ίσως (τώρα λέω εγώ) στην χαρούμενη για όλους – και ενημερωτική για τούς πάντες – νεύρωση αυτή

   γιατί χαρούμενα θα ήτανε όλα τά νέα της πάντοτε όσο θλιβερό κι αν ήταν τό περιεχόμενό τους : αυτό τό «τά μάθατε;» με τό οποίο ξεκίναγε τήν καθημερινή της ρουτίνα ήτανε ο τρόπος να λέει ας πούμε «πάμε πάλι μια καινούργια μέρα με τούς φίλους μας» κι αμέσως ύστερα θα άρχιζε ο κατακλυσμός τών ειδήσεων που ήταν σχεδόν πασπαλισμένες με τήν φαντασία τού καλλιτέχνη, και που είχαν επίσης σχεδόν τή μυρωδιά τών ονείρων που ξέχασαν να τήν επισκεφτούν τό βράδυ : Και γι’ αυτό και τής επιστημονικής περιέργειας που θα τήν αντάμειβε : σαν τό κάθε τί που μετέφερε να αποσκοπούσε σε ένα «Τί κόσμος λοιπόν που υπάρχει! Τί τεράστιος ανεξάντλητος κόσμος! τί φιλάνθρωπος! Πόσο γεμίζει τή ζωή μου με εκπλήξεις!» Ναι, η daily ήτανε λίγο κι αυτή σαν παιδί

   τήν εποχή που ήρθαν να μείνουν λοιπόν στην πολυκατοικία μας οι γονείς και τ’ αδέλφια τής αναμπέλ, τήν απορρόφησαν για ένα μεγάλο διάστημα θα μπορούσα να πω αυτοί οι κινέζοι εντελώς, σαν να προσπαθούσε να πείσει τόν εαυτό της ότι δεν είναι ο άντρας της που μιλάει κινέζικα και δεν τόν καταλαβαίνει : αν προσπαθήσω να μιλήσω αντικειμενικά για κείνην τήν εποχή, δηλαδή να σκαλίσω τή μνήμη μου σκληρά για να μην κάνω κατασκευές και πω και γω λογοτεχνικά ας πούμε ψέματα ως συνήθως στην λογοτεχνία, μού φαίνεται ότι τότε η daily αφιέρωνε τό ογδόντα ή τό ενενήντα ή και τό εκατό καμιά φορά τοις εκατό τών νέων της αποκλειστικά στους Κινέζους – και στο τί γίνεται μέσα σε κείνο τό σπίτι

   εμείς είχαμε αρχίσει ήδη να έχουμε τίς πρώτες επαφές μας και να παίζουμε με τήν αναμπέλ, ή η αναμπέλ να ’χει κάνει ήδη τήν πρώτη αποφασιστική και γενναία επαφή της μαζί μας, ώστε να μπει στα παιχνίδια ακάθεκτη : κι έτσι θα ’φτανε λοιπόν όπου να ’ναι η μέρα η άγρια, και ο ανήλεος ο καιρός που θα τήν έπιανα τήν κυρία ντιάνα (ή νταϊάν γιατί έτσι ήταν τό κανονικό όνομά της – έτσι δηλαδή τήν φώναζε με επισημότητα ο άντρας της) να μην ξέρει απλώς τί τής γίνεται και να λέει και ψέματα και ιστορίες δικές της. Για να πω τήν αλήθεια, ίσως να ’τανε και από τίς μοναδικές περιπτώσεις που πιάστηκε να λέει και ψέματα :

   αν και τό ενδιαφέρον ίσως είναι ότι δεν τό διέψευσα εγώ τόσο έντονα όσο η πολυδιαφημισμένη αγάπη μου για τήν αλήθεια, τώρα που τό σκέφτομαι, θα απαιτούσε – ίσως να είπα μόνο κάτι τήν ώρα τού φαγητού – αλλά πάντως τό ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι (τήν πρώτη φορά που μπήκα σπίτι τους) αυτό μ’ απασχόλησε (κι όλες τίς άλλες φορές όμως επίσης) και κοιτούσα λοιπόν πάντα με τρόπο, μήπως δω κάτω απ’ τούς καναπέδες ή τά κρεβάτια τίς φλούδες απ’ τά πορτοκάλια που η daily έλεγε ότι τά πετάνε όταν τά ξεφλουδίζουνε για να τά φάνε γιατί είναι τσαπατσούληδες και βρώμικοι, και τό σπίτι βρωμάει

   και τό ακόμα πιο ενδιαφέρον ήτανε ότι δεν εννοούσα να πειστώ τόσο εύκολα ότι αυτή η γυναίκα έλεγε ψέματα – κι έτσι έρριχνα ματιές κάτω απ’ τούς καναπέδες σαν να μέ είχε υπνωτίσει ή σαν να βρισκόμουνα στην κατάσταση – τό θυμόμουνα αυτό – που κάνεις κάτι ενώ ξέρεις ότι είναι ηλιθιότητα και βλακεία, και μάλιστα και πολλή ντροπή. Και συγχρόνως θυμάμαι ότι τίς ώρες που η Αναμπέλ μάς έφερνε σπίτι της και εγώ κοιτούσα κλεφτά κάτω από τούς καναπέδες στο πάτωμα απορούσα απ’ τή μια για τό πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να λέει τέτοια ψέματα, κι απ’ τήν άλλη για τό πώς γίνεται εγώ να μην μπορώ να τό πάρω απόφαση ότι έχω πέσει θύμα ενός ανθρώπου που λέει ψέματα και να επιμένω παρ’ όλ’ αυτά να διελευκάνω, μήπως τυχόν και, παρ’ όλα αυτά, λέει εντούτοις και κάποια αλήθεια, ναι, είναι φοβερό : περίμενα ότι κάποια στιγμή θα βρω καμιά φλούδα. (Ίσως τό πιο υπνωτιστικό στην νταίηλυ να ήταν τό χαρούμενο ύφος της τήν ώρα που έλεγε ό,τι έλεγε)

   και η ντροπή ήτανε γενική και ποτέ δεν αισθάνθηκα άνετα όταν τούς έβλεπα σπίτι τους (όλους) (δηλαδή τήν μάνα τίς αδελφές και τόν εκτόρ, γιατί τόν πατέρα σπανίως τόν βλέπαμε) και κάπως περίεργα αισθανόμουνα ενώ έκανα τήν άνετη, μπροστά σ’ αυτούς τούς ανθρώπους που ήτανε τόσο ήρεμοι που σαν να ήταν από άλλον πλανήτη και μυρίζαν αμερικάνικα και τό κυριότερο : τόσο όμορφοι : Και επίσης ψηλοί : πολύ ψηλοί : Ήταν πολύ περίεργο αυτό : ο πιο κοντός ήταν δηλαδή ο πατέρας. «Είναι επειδή είναι από τήν εθνικιστική Κίνα, γι’ αυτό» έλεγε ο Αυδόπουλος. «Στην άλλη Κίνα δεν είναι έτσι.»

   μιλούσαν πάντα χαμογελώντας, ναι, σαν ο τελικός τόνος κάθε πρότασής τους να ήταν ένα ερώτημα που επανερχόταν απλώς από θεωρητική περιέργεια : Η γλώσσα αυτή ήτανε λοιπόν τόσο αναπάντεχα διαφορετική που σαν να ήτανε οικεία (και τελείως άσχετη με κείνα τά τσιν-τσον-τσιν) : ακουγόντουσαν ήχοι με βάθος και πλάτος, τά φωνήεντα είχαν μια σχέση σχεδόν γεωμετρίας μ’ εκείνα τά θαμπά σύμφωνα που σαν να αναδύονταν από μια βαθύτερη θάλασσα : ναι αν τότε ήξερα αυτά που ξέρω μετά, θα μπορούσα τότε να πω ότι η γλώσσα τους θύμιζε τό ήθος τού θουκυδίδη : απέπνεε μια διαρκή εγρήγορση και μια ενσωματωμένη διάθεση κριτικής σαν να μιλούσαν σχεδόν πάντα μ’ ένα είδος αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην σοβαρότητα και τήν επιείκεια – κι ο μόνος που δεν είχε καμία διάθεση για χαμόγελα ήταν αυτός ο εκτόρ

   η δικιά του η γλώσσα όταν μιλούσε στις αδελφές του, σαν να είχε περισσότερα σύμφωνα από τών άλλων, αν και σκεπασμένα με τόνους νερού

   όμως η γλώσσα αυτών τών ανθρώπων ήταν σαν να φιλτραριζόταν συνέχεια από τήν ιδέα ενός τοπίου κι ενός κόσμου που περνούσε τίς εντάσεις ανάμεσα στα φωνήεντα και τά σύμφωνα από ένα κόσκινο υδάτινο, και δεν μπορούσα να καταλάβω αλλιώς τήν αποτελεσματικότητά του παρά μόνο σαν θαμπή σκληρότητα, ή και σκληρή θαμπάδα – περιείχαν νοήματα που δεν τά καταλάβαινα οι μεταξύ τους κουβέντες

   μολονότι ήταν τόσο μοντέρνες με τίς στενές κοντές φούστες και τίς πετσέτες έτσι τυλιγμένες στο κεφάλι τους μετά τό μπάνιο, είχα εγώ διαρκώς τήν εντύπωση όταν τίς άκουγα να μιλάνε μεταξύ τους και με τόν αδελφό τους, ότι δεν θα μπορούσα να καταλάβω ποτέ αυτά που λέγανε. Η μητέρα κι ο πατέρας (αλλά τούς είχα ακούσει σπανίως να μιλάνε) σαν να επιβεβαίωναν λίγο περισσότερο τήν προκατάληψη για τόν οξύ ήχο που περιέχουν τά σύμφωνα τής γλώσσας αυτής

   τήν αναμπέλ απ’ τήν άλλη μεριά έχω τήν εντύπωση ότι δεν θυμάμαι να τήν άκουσα ποτέ να μιλάει κινέζικα, κι αυτό είναι περίεργο, αλλά μού φαίνεται ότι όταν ήμουνα μπροστά μιλούσε στη μαμά και στις αδελφές της σαν μ’ ένα θυμωμένο τελεσίγραφο σχεδόν συνεχώς γαλλικά, σαν σχεδόν να τά απαιτούσε, αλλ’ αυτό πρέπει να ’ναι μάλλον μια ιδέα ή μια αφαίρεση, και μια προκατάληψη ίσως δικιά μου

   τό πρώτο πράγμα που είδα λοιπόν στο σπίτι όταν μπήκα ήταν οι πάπυροι : οι πάπυροι με τά μαύρα χοντρά γράμματα που ήταν σαν αρχιτεκτονικά σχέδια πολλών μικρών σπιτιών και είχανε δίπλα τίς λεπτές αυτές θαμπές ζωγραφιές (σαν όνειρα που περιγράφει κανείς με λεπτό πινελάκι και νερωμένο θαμπό χρώμα, μόνο και μόνο σαν σημείωση δηλαδή τών ονείρων) στους τοίχους όλους τριγύρω – οι πάπυροι απλωμένοι προσεκτικά μ’ αυτό τό ζεστό θαμπό χαρτί και τίποτ’ άλλο από πάνω, σ’ ένα ύψος τόσο πολύ χαμηλό που να μπορώ να τό φτάνω, και με μια ομοιογένεια στη διάταξη και μια τέτοια γαλήνη στη σειρά, που τό σπίτι όλο σαν να είχε χαμηλώσει και σα να μην ήτανε εκεί που ήτανε

   ήταν μεγάλη στιγμή δηλαδή για μένα όταν η αναμπέλ μέ έμπασε μέσα στο σπίτι : και πέρα από τίς εικόνες τών κοριτσιών με τίς πετσέτες στο κεφάλι και τά μπουρνούζια ή τήν εικόνα τού εκτόρ να γλιστράει σ’ έναν διάδρομο αδιάφορος, και πέρα κι από τήν θαμπή ανάμνηση τής λέξης βουδιστές που κάπου κυριαρχούσε πιο πριν στο κεφάλι μου και δεν θυμάμαι από ποιον ειδικά, ειπωμένη από τόν πατέρα μου ίσως ή μπορεί και τήν νταίηλυ, τή λέξη αυτή βουδιστές και για όλους τους, αυτό που σκέπασε τήν ατμόσφαιρα μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μου και πριν ακόμα η πόρτα κλείσει πίσω μου για τά καλά, ήταν (μαζί με τήν περίεργη λεπτή και ζεστή μυρωδιά που δεν μπορούσα να τήν εξηγήσω, και που μύριζε απλώς σαν απογείωση και σαν ταξίδι – και σαν να κινούμαστε ανάλαφρα υψωνόμενοι διαρκώς, ενώ όλα παρέμεναν φαινομενικά στον ίδιο τόπο), αυτό που πάνω απ’ όλα λοιπόν κυριάρχησε ήταν μια αρχιτεκτονική ανατροπή ολόκληρου τού σπιτιού που οφειλόταν απλώς και μόνο στον τρόπο που απλωνόντουσαν τά γράμματά τους κι η γλώσσα τους εκεί πάνω στους τοίχους : γιατί δεν είχανε φέρει μαστόρους, ούτε είχανε γκρεμίσει τοίχους ούτε είχανε χαμηλώσει ταβάνια πριν μπούνε να μείνουνε στο σπίτι αυτό, και όμως : δεν είχε καμία σχέση τό σχήμα του με τά υπόλοιπα. Και θα ’πρεπε να ξαναπάω πολλές φορές για ν’ αρχίσω να προσέχω (κι όχι μόνο να κοιτάω τά γράμματα στους τοίχους ή, ξεφορτωνόμενη για μερικά λεπτά τήν Αναμπέλ, ή τήν ώρα που εκείνη, έχοντας στρώσει τό τραπέζι με τίς ψάθες κάτω απ’ τά πιάτα εκδηλώνοντας ένα τελετουργικό κέφι, θα μού μάθαινε να τρώω με τά βασανιστικά ξυλαράκια που σαν να σέ κοροϊδεύουνε διαρκώς, και σαν να ’ταν φτιαγμένα για να τήν κάνουνε να είναι αυτή πιο μεγάλη συνεχώς από μένα και σ’ αυτό ακόμα –) να ξεκλέβω λίγο χρόνο (ή να έχω σε τελευταία ανάλυση όλον τόν χρόνο που ήθελα), για να προσέξω (πέρα από τά γράμματα και τή γλώσσα και τήν ιστορία που ιδέα δεν είχα τί έλεγε, έτσι όπως ήταν απλωμένη στους τοίχους), να προσέξω τότε εκείνες τίς πηγές φωτός τά φανάρια : με τά μαύρα γράμματα πάνω τους και τίς έντονες ζωγραφιές σκορπισμένα σε γωνίες τριγύρω : έτσι κάθε φορά που παρακολουθούσα τή διάταξη τών γραμμάτων στους τοίχους και τίς ζωγραφιές γύρω–γύρω, γινότανε κάθε φορά ένα μικρό καινούργιο άνοιγμα, και μια διασαφήνιση κι ένα ξεμπλέξιμο τής ίδιας εικόνας και τού ίδιου νοήματος που παρέμενε σιωπηλό – ώστε να ’βρισκα, είτε μες απ’ τό στρώσιμο τού τραπεζιού με τίς τετράγωνες ψάθες που η αναμπέλ χοροπηδώντας μού προετοίμαζε, είτε μες απ’ τίς ομιλίες τών αδελφών μεταξύ τους πιο πέρα, ή ακόμα και τήν αδιόρατη αυτή μικρή κάμψη τού κεφαλιού (και σχεδόν και τών ώμων) τής μαμάς τήν ώρα που θα μάς άνοιγε τήν πόρτα (ή ακόμα και τό βλέμμα τού εκτόρ που μάς έβλεπε αγορίστικα χωρίς να μάς βλέπει (αν τύχαινε να μπει ή να βγει ή να πάει στον διάδρομο πέρα)) μπορούσα πάνω απ’ όλα ξεκλέβοντας χρόνο να ανακαλύπτω πράγματα μέσα στο σπίτι που κάναν τά ευρωπαϊκά έπιπλα που ήταν τοποθετημένα με προσοχή (σαν κάτι που δεν σού ανήκει ακριβώς και συνεπώς δεν μπορείς να παίξεις μαζί του) να μειώνονται και να συρρικνώνονται ακριβώς σε αυτό: σε αδιάφορα κι αναγκαστικά παιχνίδια που έπρεπε να τοποθετηθούν με τάξη για να καλύψουν τούς νόμους τού γενικού παιχνιδιού : τού ταξιδιού που θα κάνανε από χώρα σε χώρα κι από χρόνο σε χρόνο : έπιπλα που δεν μπορούσαν να κουβαλάνε μαζί τους και θα αγοράζανε κάθε φορά από κει που βρισκόντουσαν : ενώ τριγύρω και πάνω, στους τοίχους και στον αέρα τόν ίδιο, θα κυκλοφορούσε η αίσθηση και η μυρωδιά τών μικρών πραγμάτων που μπορούσαν να τυλίγονται και που μπορούσαν να τά παίρνουν μαζί τους και αυτό θα ήταν η γλώσσα τους και τά σχέδια τών ονείρων τους και τά ξυλαράκια που τρώγαν : Έτσι που αργότερα κατάλαβα (ναι, όταν είχαν πια φύγει) ότι ο τρόπος με τόν οποίο έπρεπε να διπλώνω τά δάχτυλα για να πιάνω (σχεδόν με τίς αρθρώσεις, ή μόνο τούς κόμπους) εκείνα τά ξύλα, δεν ήταν μία κίνηση τών δαχτύλων απλώς, γιατί απαιτούσε μια ολόκληρη διαφορετική στάση όχι μόνο καθίσματος αλλά και κυλίσματος και βαδίσματος και αναπνοής (όπως τότε που βγάζεις προς τά έξω τούς ήχους αυτούς που εικονίζονται με σκληρό μαύρο στους πάπυρους πάνω, σαν συνεχώς ανθισμένοι ή τσαλαπατημένοι ιβίσκοι ή σαν σπίτια μ’ ανοιχτές τίς πόρτες για να μπαινοβγαίνεις)

   αλλά κανείς δεν ήξερε φυσικά ότι όλα τελειώνανε τότε εκειπέρα κοντά. Αντιθέτως, όλα κυλούσαν ήσυχα, και τά χριστούγεννα η νταίηλυ θα έδενε και θα έλυνε με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο. (Αλλά η πρώτη που θα τό ’βλεπε θα ήμουν εγώ, γιατί μόνο εγώ μπορούσα να μπαίνω στο σπίτι τής αναμπέλ τόσο συχνά και συνέχεια)

   πάντως τίποτα δεν άλλαξε, από τήν ζωή μας στο σπίτι : στα σπίτια μας :

   δεν άλλαξε τίποτα. Η ζωή συνεχίστηκε ίδια, η αναμπέλ ήθελε να μέ μαθαίνει να τρώω με τά ξυλαράκια, αφού θα μού ’στρωνε πρώτα αυτή τό τραπέζι, κι εγώ δεν θα ήξερα ότι για να χρησιμοποιήσω τά δάχτυλα μου μ’ αυτόν τόν τρόπο θα έπρεπε να σταθώ πρώτα με τόν τρόπο αυτόν και ν’ αναπνέω με τόν τρόπο αυτόν, κι όλα κύλησαν ήσυχα, και ύστερα ήρθανε τά χριστούγεννα

   δεν είχα δηλαδή προλάβει να δω εγώ τίποτα γιατί όλα έγιναν σε μια μέρα που δεν είχαμε πάει να παίξουμε σπίτι της αλλά παίζαμε έξω στην κάτω αυλή κι η daily πρόλαβε έτσι να πάρει αυτή τήν πρωτιά όπως τό ’θελε, και να ανακοινώσει στη μητέρα μου, με τό στόμα γεμάτο σάλιο χτυπώντας τό κουδούνι θριαμβευτικά ένα μεσημέρι φαντάζομαι : Τά μάθατε, καλά δεν τά μάθατε εσείς με τούς κινέζους, έχουνε φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο

   τό περίεργο μ’ αυτήν τήν γυναίκα είναι ότι παρ’ όλο που ήξερε πολύ καλά (γιατί τά ’ξερε βέβαια όλα) ότι υπήρχαμε κι εμείς εκεί δίπλα της που μπαίναμε μέσα στο σπίτι αυτό κάθε μέρα, κι ότι επομένως κάτι παιδιά μπορεί να ξέραν τά πάντα και θα μπορούσαν να τήν ενημερώνουν και να τής δίνουν και λεπτομέρειες, δεν ρώτησε ποτέ της, ούτε εμένα, ούτε κανέναν άλλον από εμάς ας πούμε για τίποτα : λες και τό πιο σημαντικό γι’ αυτήν ήταν να προλαβαίνει τά νέα και να τά λέει στους άλλους πρώτη αυτή, όταν οι άλλοι δεν τά ξέραν ας πούμε ακόμα (να καταπίνει δηλαδή ολόκληρη τή δικιά τους τήν έκπληξη, κι αυτό δηλαδή τής έδινε μεγαλύτερη απόλαυση από τήν ίδια τή δικιά της – τήν υποτιθέμενη – απόλαυση – όταν τά μάθαινε – αν ένιωθε ποτέ η ίδια τέτοιο πράγμα για τίποτα) κι όχι να τά μαθαίνει η ίδια ακριβώς. Κι έτσι δεν ρώτησε καν, αν πήγαν τά παιδιά σας χτες σπίτι τους, κι αν είδαν τό δέντρο, ούτε καν αισθανόταν τόν φόβο μήπως και τή διαψεύσουμε τελικά, αλλά ανάγγελνε πάντοτε θριαμβευτική και περήφανη – και – στην περίπτωση αυτή – και με κάπως κατεβασμένη φωνή σαν να έλεγε ένα αξιοσέβαστο πολύ μυστικό : Καλέ τό ξέρετε ότι οι Κινέζοι έχουνε κάνει χριστουγεννιάτικο δέντρο; – ναι μού τό ’πε η καθαρίστρια τού διπλανού τους – και μεγάλο ε; κανονικό και μεγάλο, ολόκληρο δέντρο σάς λέω

   ήταν τόση μ’ άλλα λόγια η ταραχή της που πρώτη φορά ομολόγησε και τόν πληροφοριοδότη της δηλαδή. Και τίς κουβέντες της διαδεχόταν σιωπή από όλες αυτές τίς μεριές. Φαίνεται ότι τούς έκανε εξαιρετική εντύπωση όλων αυτό τό πράγμα, και σαν να τό θεώρησαν δύσκολο να τό αντιμετωπίσει κανείς, να τό πει δηλαδή, και να βρει τίς κατάλληλες λέξεις. Εγώ πάντως τό είδα πολύ σύντομα, ίσως τό επόμενο κιόλας απόγευμα που μέ ξαναπήγε στο σπίτι της η αναμπέλ : κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ούτε κι αυτή, αλλά περάσαμε από μπροστά του για να πάμε στο μέσα σαλόνι, γιατί τό είχαν μπροστά στο μικρό σαλονάκι στην πρώτη γωνία όπως έμπαινες, έτσι που να τό βλέπουμε όλοι και από τήν πόρτα αμέσως

   είχε κάτι περίεργο τό δέντρο αυτό όμως, τό χάζεψα εγώ πολύ αδιόρατα τόσο που να μην τήν φέρω σε δύσκολη θέση, και κείνη χαμογέλασε και τό προσπέρασε με περηφάνεια χοροπηδώντας λίγο, σαν προς τιμήν μου. Ήταν ένα μεγάλο γιορτινό και επίσημο δέντρο (ήτανε, ναι, ακόμα και χαρούμενο) τιμητικά στολισμένο με μπαλάκια που αστράφτανε από φυσικό έλατο σκούρο πράσινο και ψηλό, δεν είχε χιόνι, ήταν ολοπράσινο, και στεκόταν και καμάρωνε εκεί στη γωνία : σα να ’χε γύρω του μια ατμόσφαιρα που τού έλεγε ότι είναι μοναχικό εκειπέρα αλλά πάντως καμάρωνε, και η μητέρα και οι αδελφές ήταν γεμάτες – κάτι στο περπάτημά τους, στα λακκάκια στα μάγουλα – από ελαφριά και αδιόρατη επισημότητα που θέλανε να δείξουν ότι τήν μοιράζονται μαζί μας τίς μέρες αυτές και τό σπίτι άστραφτε (ως συνήθως) αλλά αυτό δεν τούς έφτανε, νομίζανε ότι έπρεπε να έχει και κάτι παραπάνω τίς μέρες αυτές σαν έναν σεβασμό σιωπηλό και γεμάτο σιωπηλούς ήχους όπως νομίζανε ότι έπρεπε να είναι όλα τά πράγματα, γιατί οι σιγανοί ήχοι (που σχεδόν να μοιάζουνε εντελώς με σιωπή) ήταν τό πιο αξιοσέβαστο όπως φαινόταν γι’ αυτούς, τό πιο αξιοσέβαστο που μπορούσαν να έχουν τά πράγματα – μόνο η αναμπέλ δεν έδινε και πολλή σημασία και μέ έπαιρνε μέσα να παίξουμε με τά ξυλαράκια και τά άλλα παιχνίδια της (που δεν είχε δηλαδή και πολλά, μόνο αυτά που μπορούσανε να τής κουβαλάνε (να κουβαλάει στην κυριολεξία η ίδια) από μέρος σε μέρος έτσι όπως πηγαίνανε, μια που αυτή ήταν η δουλειά τού μπαμπά) (ή ίσως κι αυτά που τής αγόραζαν σε κάθε καινούργια χώρα που βρίσκονταν, που θα βρισκόντουσαν κάθε φορά μέσα σ’ αυτή τή ζωή αλλεπάλληλων μετακινήσεων, και πολλές φορές θα ’χε αναγκαστεί ν’ αφήσει πίσω της πολλά από τά παιχνίδια αυτά φεύγοντας) κι έτσι παίζαμε με τά δικά μου κυρίως – κι ίσως γι’ αυτό κιόλας τά πιο αγαπημένα της να είχαν να κάνουν με τραγούδι δηλαδή με γλώσσα που μεταφέρεται

   όμως αυτό είχε κάνει όντως μεγάλη εντύπωση. Σαν να τούς περιέβαλε ξαφνικά ένας φόβος σχεδόν από παντού κι ακουγόντουσαν διάφορα. – Πολιτισμένος λαός! αυτό ακουγότανε από παντού τώρα μάλλον για αυτούς : Ακόμα κι η Νταίηλυ είχε δείξει δέος μπροστά στην είδηση που έφερε. Κι ο Αυδόπουλος έμεινε έκπληκτος, όταν τό έμαθε και κυρίως θέλησε να δείξει τήν έκπληξή του στην Χρονολουλού για να τήν διδάξει καλούς τρόπους μ’ αυτήν, όπως ήθελε να κάνει συνέχεια πάντοτε, και σ’ εμάς φυσικά : Σήκωνε τό δάχτυλο συχνά όλες τίς μέρες αυτές στο τραπέζι όταν τρώγαμε (ή άλλη ώρα κι αλλού) και όλο έλεγε : – Αυτό είναι ένδειξη μεγάλου πολιτισμού. Είναι αρχαίος ο λαός που τό κάνει αυτό. Αλλά αυτοί είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα βλέπεις.

   από αλλού ακουγόντουσαν άλλα : Φοβήθηκαν ότι αν δεν κάνουνε δέντρο όπως εμείς θα μάς προσβάλουν, και λοιπά, κλπ.

   κι εμείς συνεχίζαμε τά παιχνίδια, χωρίς άλλα περίεργα ούτε ασυνήθιστα, και όλα κύλησαν ήσυχα για λίγο καιρό. Ώσπου μετά ξαφνικά, η νταίηλυ μίλησε πάλι πρώτη ξανά
– Φεύγουν τά μάθατε; Ο πατέρας πεθαίνει και είπαν ότι θέλει να πάει να πεθάνει στην Κίνα, προλαβαίνουνε–δεν προλαβαίνουνε να πάνε γρήγορα για να πεθάνει στην Κίνα

   δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε στην αρχή τό μήκος και τό πλάτος τών λέξεων απόλυτα αυτή τή φορά

   τίποτα δεν άλλαξε πάντως τή μέρα αυτή και τίς άλλες εκεί τότε κοντά, έτσι που αρχίσαμε όλοι φωναχτά τώρα πια να αμφιβάλλουμε πρόθυμα για τήν αξιοπιστία τής νταίηλυς. Δεν μπορώ πραγματικά να θυμηθώ στη ζωή μας τίποτα άλλο πέρα από μία θαμπάδα και μία ασάφεια μετά απ’ τά νέα αυτά. Περιμέναμε ένα σημάδι απ’ τήν συμπεριφορά τής αναμπέλ για να καταλάβουμε αλλά εκείνη δεν έδειξε τίποτα, κι ίσως μάλιστα να μην εμφανίστηκε ούτε καν η ίδια τίς δυο μέρες αυτές, μέχρι που, κοντούλα και μικροκαμωμένη, ψηλώνοντας συνέχεια όμως με σοβαρότητα, ψέλλισε με τά γαλλικά της, έδειξε με τά σχέδιά της, ότι θα φύγουν. Έντιμη εφημερίδα, θα μπορούσαμε σαν τόν σαίξπηρ να αναφωνήσουμε τότε όλοι μαζί και εμείς, δεν μάς κορόϊδεψες ούτε άλλοτε ούτε αυτή τή στιγμή

.
προσαρμοσμένο απόσπασμα από τό κεφάλαιο «κινέζοι» τού μυθιστορήματος «βιογραφίες αγνώστων» © χάρη σταθάτου
περαιτέρω αποσπάσματα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα στην ιστοσελίδα απολίτιστες τέχνες

 

,

Advertisements

4 Σχόλια »

  1. Τι όμορφο, αλλά και πόσο γλυκόπικρο! Κρίμα που λείπεις και δεν μπορώ να σε ευχαριστήσω για την απόλαυση που μου δίνεις κάθε φορά! Το ίδιο ισχύει και για τον Μαρκούζε, που τον διάβασα βέβαια, όχι όμως στα χιόνια όπως υποσχέθηκα, γιατί έτρεμαν τα χέρια μου 🙂

    Που είσαι Χάρη; Σε πεθύμησα!

    Σχόλιο από silentcrossing — Ιανουαρίου 16, 2011 @ 12:25 μμ | Απάντηση

    • μα τώρα πια τα’χουμε πει (πνίγομαι σε κάτι κουταλάκια τού καφέ silent αλλά υποθέτω με καταλαβαίνεις)

      σ’ ευχαριστώ πάντως 🙂

      Σχόλιο από χαρη — Φεβρουαρίου 13, 2011 @ 7:59 μμ | Απάντηση

  2. Yes, where are you, Hari?

    I am in Crete (Paleochora).

    I don’t have your telephone number with me.

    xyz

    D.

    Σχόλιο από OYTIΣ — Ιανουαρίου 17, 2011 @ 9:06 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: