σημειωματαριο κηπων

21 Νοεμβρίου 2009

κράτημα από αέρα

 

 

Ω
πέστα μου όλα
για τήν Άννα Λίβια. Τά θέλω
όλα να τ’ ακούσω για τήν Άννα Λίβια. Μπα
τήν ξέρεις κι εσύ τήν Άννα Λίβια ; Μα τί λες τώρα,
όλοι τήν ξέρουμε τήν Άννα Λίβια, πέστα μου όλα.
Τώρα πέστα. Θα πεθάνεις αν τ’ ακούσεις.
(Φίνεγκαν)

 

          Να σού πω ένα πράγμα, ήμουνα ευτυχισμένη για μια μέρα. Είδα για μέρες ένα όνειρο κι ύστερα είδα και για μέρες εφιάλτη. Πρώτα η ευτυχία ύστερα η δυστυχία : πρώτα ο παράδεισος μετά η κόλαση : first you feel, then you fall που λέει κι ο φίνεγκαν.  /…/  Πρέπει να τά δέχομαι δηλαδή (και με ευχαρίστηση) όπως εκείνη η κοπέλα στο καράβι που είχε σταθεί (σ’ ένα σημείο τής διαδρομής με αέρηδες) κόντρα στον άνεμο κι είχε αφήσει τόν άνεμο να τήν χτυπάει, πόδια ανοιχτά, χέρια απλωμένα πλάϊ (τό κεφάλι γυρισμένο ψηλά, στον αέρα ή τόν ήλιο) κι είχε αφήσει τόν αέρα να τήν χτυπάει και μ’ αυτόν τόν τρόπο να τήν στηρίζει : τήν κοίταξα πολύ τότε, δεν έπεσε ούτε στιγμή : μία στιγμή που ο αέρας δυνάμωσε (παραπλέαμε ένα νησί απ’ τήν πίσω του μεριά που ’ταν όλο βράχοι) (α, αυτή η διαδρομή μέσα στο αιγαίο, πόσο απαραίτητη μού ήτανε πάντοτε, πιο πολύ απ’ τόν τελικό προορισμό, μ’ όλες της τίς εκπλήξεις : τήν πρώτη φορά τά νησιά ξεφυτρώνανε σαν φιλικά χέρια, συμπληγάδες, σειρήνες–) (ύστερα, θυμάμαι πολλές φορές κοιμόμουνα μες στον υπνόσακκο γιατί τό κατάστρωμα ήτανε γεμάτο κι ο ήλιος πολύς, κι είχα βρει μια άκρη πλάϊ–πλάϊ στο κάγκελο, ψηλά, πάνω ψηλά απ’ τό νερό, και χωνόμουνα όλη μέσα για να γλιτώσω τόν ήλιο, και κάποια στιγμή έλεγα – χωρίς φαινομενικά ιδιαίτερο λόγο – ένα νησί μού ψιθυρίζει τώρα, μάλλον εκείνο τό τριγωνικό μικρό βραχάκι θα είναι, και πέταγα από πάνω τήν κουκούλα, έβγαζα τό κεφάλι έξω, και τό έβλεπα : να περνάει εκείνη τήν ώρα ακριβώς σαν πλέοντας δίπλα μου, απέναντι : ) Αυτήν τήν επαφή με τούς βράχους, τήν έχεις, σού μιλάνε όπως και άλλα πράγματα μερικές φορές : Κατάλαβα αρκετά για τήν φυσική, περισσότερα κι από τό σχολείο, όταν είδα αυτήν τήν κοπέλα να χρησιμοποιεί τόν άνεμο για στήριγμα : Με τόν ίδιο τρόπο που εγώ έβγαζα τό κεφάλι μου από τόν σάκκο (και τό καράβι ήτανε φίσκα, αλλά σιωπηλό, όλοι είχανε αποχαυνωθεί από τόν ήλιο – ακούγονταν μόνο μικρά τιτιβίσματα ψιθύρων καμμένων λες μέσα στο φως, και πιο δυνατά μού μίλησε εμένα ο βράχος πριν από ένα λεπτό είν’ αλήθεια) σ’ εκείνη τήν περίπτωση όμως τότε με τήν κοπέλα αυτή, τό κατάστρωμα ήταν σχεδόν τώρα άδειο, καθόμαστε στα παγκάκια ελάχιστοι και χαζεύαμε κοιτώντας τόν ήλιο ψηλά, και ξαφνικά αυτή η καυτή ανάσα άρχισε να ηχεί και να δυναμώνει, με τόν τρόπο που ζωγράφιζαν τούς ανέμους παλιά : έγινε ένα στρογγυλό καραφλό πρόσωπο αυτή η φλεγόμενη μάζα εκεί ψηλά, φούσκωσε τά μάγουλά του ο ήλιος κι άρχισε να μάς φυσάει όλους του τούς ανέμους μαζί : αρχίσαμε σιγά-σιγά ν’ ανοίγουμε τούς σάκκους μας όλοι και να βγάζουμε κάνα πουλόβερ παραπάνω : κι όλο δυνάμωνε, άρχισε να μάς παίρνει τά μαλλιά, αρχίσαμε να ψάχνουμε να τά μαζεύουμε με κορδέλες μαντήλια για να μπορούμε να βλέπουμε παρ’ όλ’ αυτά : Πάντως κανείς μας σχεδόν δεν κουνήθηκε (ούτε άλλαξε θέση) και συνεχίσαμε να έχουμε τά κεφάλια στραμμένα προς τόν κύριο, ψηλά, επιζητώντας να καούμε και να θαμπωθούμε κι άλλο, αλλά ο αέρας μάς βίτσιζε και μάς έδερνε – μαζί με αλάτι : πονούσε ο πούστης : και τότε αυτή η κοπέλα έκανε αυτό : σηκώθηκε όρθια (περπάτησε με δυσκολία, γιατί αν περπατούσες – ώσπου ν’ ακινητοποιηθείς – ήσουν εντελώς στο έλεός του – τό κόλπο δεν ίσχυε, τίποτα δεν σέ στήριζε τότε) και πήγε, παλεύοντας απαλά μαζί του, και στάθηκε εκεί, στο πιο εκτεθειμένο ακριβώς μέρος : σ’ εκείνο τό σημείο που ’ταν σαν διάδρομος, και που δεν τό προστάτευε κανένα κτίσμα τού καραβιού : ούτε τά τζάμια ούτε τά μέταλα, ούτε τό κουβούκλιο τού μπαρ : στάθηκε ίσια εκτεθειμένη στο σημείο αυτό τού κενού (παραπατώντας λίγο πήγε, και φοβόταν κανείς ότι μπορεί και να ’πεφτε) κι ύστερα ξαφνικά, σαν να ’ξερε ακριβώς τή θέση που θέλει να βρει, στάθηκε στο κενό και γαντζώθηκε πάνω σ’ αυτή τή δύναμη : στερέωσε τά πόδια της καλά, ανοίγοντάς τα όσο μπορούσε περισσότερο, άνοιξε τά χέρια της, ελαφρά απομακρύνοντάς τα απ’ τά πόδια, με τίς παλάμες της ανοιχτές προς τόν άνεμο, και σήκωσε τό κεφάλι ψηλά (όπως κάνουμε όταν έχουμε απέναντι ένα πρόσωπο με τό οποίο μιλάμε και φιλιόμαστε αδιακρίτως) : και μ’ αυτή τή στάση στερεώθηκε πάνω στον άνεμο, και λικνιζότανε μαζί του (με ηδονή, είχε κάτι τέτοιο, αυτό τό ελαφρώς μπρος–πίσω που έκανε, όπως συσπάται η θάλασσα, ή κι εμείς στην πράξη τού έρωτα πάνω) γαντζώθηκε πάνω του, πήγαινε ανεπαίσθητα με τά γούστα του, μπρος–πίσω, τά πόδια ακίνητα αλλά όλη η άλλη παλλόμενη, και δεν έπεφτε : τήν κοιτάζαμε όλοι όσοι καθόμαστε στα παγκάκια νομίζω : εγώ τήν κοίταζα πάντως : ένα σκυλί γαύγισε, και μόνο όταν ο άνεμος έπεσε γύρισε πάλι στη θέση της –

          Λοιπόν ναι αν δεν λικνιστείς έτσι μαζί με τήν κόλαση παραμύθι δεν γίνεται και πρέπει να τά φάω όλα στα μούτρα για να μπορέσω να σταθώ κανονικά – τό ξέρω : δεν ωφελεί να κάνεις κόλπα με τούς ανέμους : (και τό πιο φοβερό είναι η ανηλεότητα κι η μονιμότητα – που τήν υποψιάζεσαι (–στην αρχή–) κι ύστερα πια (σχεδόν) τήν ξέρεις : it happened once, it can happen again, που λέει κι ο φίνεγκαν) – τό ξέρω.  [ Όμως με τόν ίδιο τρόπο δεν θα ξανασυμβεί τό ορκίζομαι : δεν θα ξανασυμβεί στον ίδιο τόπο : έφυγα : έχω ήδη φύγει : δεν έχω καμιά σχέση πια εγώ με εδώ : πατριδικά τους όλα, να τά χαίρονται. ]

 

είν’ ο Φοίνιγας χρυσή μου. Και η
φλόγα του είν’ εδώ
άννα λίβια πλουραμπέλ
  
κάθε απόγευμα στου φωτός τήν ώρα
οπωσδήποτε και μέχρι νεοτέρας διατα–
γής στο Μαγαζί τού Φοινίποδα. (Μπαρ
και λοιπά πάντα ανοιχτά, τό Κλάμπ
τών Εφαιτών στα κάτω διαπτώματα)
φίνεγκαν 
 
 
απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
 copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, and translations from james joyce’s finnegans wake : all rights reserved
 
 

 

 

                  

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: