σημειωματαριο κηπων

30 Οκτωβρίου 2009

κοινό δύο δρόμων

 

 

josef kudelka, πράγα 1968      πράγα 1968
πράγα αύγουστος 1968, φωτογραφία αριστερά © josef koudelka – magnum / έκθεση στο katzen arts center /
 

     

     μάς είπε η Ελένη

   / … / κάποιοι μάς αγαπούσαν όμως κιόλας – βέβαια – τό ξέραμε ή σχεδόν τό νιώθαμε, κι όταν τό βλέπαμε καλύτερα αυτό μάς γέμιζε κι εμάς με κάτι κι ίσως θα ’λεγε κανείς τότε μάς στήριζε (όμως επιθυμούσαν οπωσδήποτε να ’μαστε λίγο πιο μακριά απ’ τόν κώλο τους εννοείται) και η πρώτη, για να σάς πω, ένδειξη που ’χαμε τότε καταρχάς, ήταν εκείνη η γριά γυναίκα, με ένα μαντήλι στα κατάμαυρα, όπως η φόνισσα ίσως κάπως έτσι να ήταν δηλαδή η όψη της [μόνο από γυναίκες γίνονταν, να τό πω τώρα πια, αυτό] [στο επισήμως λέω, όταν δηλαδή εξυπονοούσε κάποιον κίνδυνο τό πράγμα διότι στο ιδιωτικό και στο κρυφό κι οι άντρες γίνονταν μέσα στο σπίτι τους λαλίστατοι], που ξέφυγε από τούς μαυροφόρους κει στη σόλωνος, και στήθηκε έτσι στο κενό από κάτω μας, μάς κοίταξε, και [καθώς τούς σκονίζαμε από τό παράθυρο με τά πως τά ’σκιαζε ταρά-ρα και τά πλάκωνε τα-ρά και πως συμπαράσταση επιτέλους πολυένδοξε λαέ] [κι όλοι είχαν κάνει πίσω με τόν τρόπο τους και ρίχνανε κλεφτές ματιές μόνο απόμακρες, χωρίς να θέλουν όμως και να πλησιάσουν] μια γριούλα μόνο (και τώρα σκέφτομαι ίσως και να μην ήταν και τόσο μεγάλη πια στην ηλικία – τά ρούχα κάνουν τόν παπά) πέρασε ανάμεσά τους, έσπρωξε, τούς ξέφυγε, και στήθηκε εκεί στο κενό ανάμεσα σ’  εμάς κι αυτούς κάτω από τή νομική και (ενώ όλοι τήν κοιτάζανε κατάπληκτοι) (κανείς δεν τόλμησε για λίγο ούτε καν να τήν αγγίξει) αυτή στήθηκε, σαν κόντρα σ’ όλους τούς ανέμους (και σαν να κρατήθηκε απ’ τόν άνεμο) με τά δυο πόδια ανοιχτά σήκωσε μάλιστα τά χέρια λίγο, και μάς κοίταξε με τά δυο χέρια της ψηλά έτσι ολάνοιχτα στήθηκε και κοιτούσε προς τό μέρος μας :

   Για μήνες και βδομάδες ήτανε αυτή ο μόνος δηλαδή λαός που υφίστατο : (φυσικά τήν πήραν οι ασφαλίτες παραπέρα γρήγορα : τήν σύρανε, δεν φώναξε, μάς κοίταζε μονάχα : ή ίσως και να μάς έλεγε κάτι, και δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε : μάς κοίταζε ώσπου τήν εξαφάνισαν – ίσως να είχε τό παιδί της εξορία, ή τό βασάνιζαν). Πάντως για μήνες ήταν όλος ο λαός μας μόνο αυτή.  

   Μετά, πληθύνανε λιγάκι, και δειλά, σχεδόν ανάκουστα : κι αν ακουστήκανε, πάλι γυναίκες ήταν, όπως σού ’πα, πάλι : Έγινε σε μία πορεία τότε αυτό, τόσο μικρή, που δεν ήταν ούτε καν δηλαδή διαδήλωση, και που ξεκίνησε από τήν άλλη τή σχολή, εκείνη με τόν κήπο : (φλερτάραμε με τήν ιδέα από καιρό αυτής τής άλλης τής σχολής που υποτίθεται ότι καθώς είχε και κήπο (ήταν στη μέση μιας λεωφόρου μάλιστα) εκεί μπορούσαν να μάς βλέπουν περισσότεροι λοιπόν : ) λοιπόν, δεν ξέρω πώς και ακριβώς γιατί (αλλά έτσι ξαφνικά γινόντουσαν πολλά) ήτανε μεσημέρι, και μετά από κάποια ελαφριά ψιλοσυγκέντρωση, αποφασίζουμε να φύγουμε εν χορώ, έτσι από κάποιο πείσμα αυτοσχέδιο, και κατεβαίνουμε τήν πατησίων μπαίνοντας στης ασφάλτου τό διάζωμα : δεν είμαστε πολλοί, καμιά πενηνταριά οι περισσότεροι : βρέθηκα μάλιστα εγώ τότε μεταξύ αγνώστων να σού πω, και δεν τά ήξερα εκείνα τά παιδιά, γύρω μου ήτανε άγνωστα αγόρια, αλλά τήν εποχή εκείνη τά αγόρια ήτανε ζεστά, α, τί ζεστά : α, πόσο σάς λυπάμαι  που δεν γνωρίσατε εκείνα τά ζεστά αγόρια τότε : μπορούσε κάλλιστα να σ’ αγκαλιάσει ένα παιδί και να σού πει  Τί έχεις συνάδελφε, ή : Συνάδελφε μήπως χρειάζεσαι εσύ τίποτα – κι εσύ πάλι να τόν αγκάλιαζες έτσι απλά, σαν να ’σαστε ίδιο φύλο. Έτσι βαδίζαμε όλοι μαζί κοιτώντας γύρω με περιέργεια και φόβο – ταυτοχρόνως πάλι, μοναχά μπροστά : Λοιπόν, ο λαός είχε πληθύνει τή φορά αυτή : εννοώ ότι ακούστηκε διά τής απολύτου του σιωπής : ήταν η ώρα δηλαδή που η λεωφόρος είχε κίνηση – λίγο-πολύ ήταν η ώρα που σχολάγαν όλοι : εμείς δεν δώσαμε καμία σημασία στ’ αυτοκίνητα, πρώτη φορά έτσι κατεβήκαμε ίσως στον δρόμο μ’ ένα κέφι αιφνίδιο, φεύγοντας από τή σχολή απλώς, και πιθανώς επειδή τά αυτοκίνητα βρήκανε πιο πίσω κόκκινο, έτσι εμείς βρήκαμε τότε τό οδόστρωμα άδειο : παρασυρθήκαμε λοιπόν και σαν να είμαστε πολλοί, φωνάζαμε διάφορα, τό αγαπημένο μου κυρίως δηλαδή, που ήτανε τό ελλάς ελλήνων φυλακισμένων φυσικά, στο ’χω πει εκεί στη θάλασσα αυτό, αλλά και όλων τών υπόλοιπων νομίζω,  αλλά φωνάζαμε κι εκείνο τό δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή δέσποινα και μπρος, που, όπως αργότερα έμαθα είχε προϋπάρξει και ως δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή μάνα σου και μπρος για τόν μπούλη τόν ήδη εξαφανισμένο βασιλιά μας : και ξάφνου διαπιστώνουμε (ναι, πιστεύω όλοι τό διαπιστώσαμε, και ότι όλους μάς ανύψωσε και μάς ενδυνάμωσε τότε αυτό) ότι ο λαός δηλαδή έχει πληθύνει όντως από πίσω μας : και διαδηλώνει μάλιστα τήν παρουσία του διά τής απολύτου του σιωπής : τό κυριότερο, υπομονής : κοιτώντας μ’ άλλα λόγια προς τά πίσω δηλαδή κατά διαστήματα – διότι πάντα μάς ενδιέφερε να δούμε εάν και πότε θα κατέβαιναν οι μαυροφόροι με τά γκλομπ, κι είμαστε τόσο λίγοι ώστε απ’ τήν αρχή ή τή μέση τής πορείας μπορούσαμε θαυμάσια να βλέπουμε πέρα ώς τό τέλος της, ώς πίσω, τό κενό – κοιτώντας όλοι πίσω εναλλάξ λοιπόν κάποια στιγμή, διαπιστώνουμε (τί, δήθεν σκληρή και κυνική, αλλά στην ουσία λυωμένη από ευτυχία, χαρά ήταν αυτή – φυσικά δεν τήν δείξαμε αλλιώς παρά φωνάζοντας μονίμως) (και λίγο δυνατότερα, ίσως και λίγο πιο γενναία, και πιο άφοβα) να αντικρίζουμε τώρα από πίσω δηλαδή όχι πια κενό, αλλά τά αυτοκίνητα όλα να μάς ακολουθούνε στη σειρά : μικρά μεγάλα ιδιωτικά ταξί λεωφορεία ακολουθούνε σιωπηλά κι υπομονετικά από πίσω μας μαρσάροντας και ελαφρώς σαν σε παρέλαση βήμα σημειωτόν : ούτε ένα κλάξον δεν ακούστηκε, ούτε ένας βιαστικός πια δεν υπήρχε : τό νιώθαμε πως είχαμε ένα μαξιλάρι τώρα πίσω μας, που θ’ άντεχε – α, πόσο θ’ άντεχε : δεν φάνηκε ούτε ένας μαυροφόρος : πρόσωπα ακίνητα μάς κοίταζαν μες απ’ τά τζάμια – χαμογέλαγαν ; Τούς νιώθαμε που κάτι αισθάνονταν κειπέρα και αυτοί.

/ από τό μαύρο σύννεφο κι από τήν μαύρη πίσσα / 
/ κατά τό κάστρο τό μικρό πάλι κοιτά, και σφίγγει /
  

   Και ξάφνου, από ψηλά κι από δεξιά κατέβηκε ένας θόρυβος αλλόκοτος : Ήτανε ένας ήχος σαν παιδιάστικος λιγνός σαν να χτυπάνε καμπανάκια σαν να ηχούνε τρίγωνα χριστουγεννιάτικα, σαν να χτυπάν τά χέρια τους παιδάκια : κοιτάμε πάνω μας ψηλά, από τίς πολυκατοικίες τίς παλιές, στα ρετιρέ και στα μπαλκόνια είχανε βγει γυναίκες μες από τά σπίτια : γυναίκες με τά ρούχα τής δουλειάς τά καθημερινά και άβαφες και αχτένιστες πετάχτηκαν όλες μαζί έξω στα μπαλκόνια κοιτούσαν προς τά κάτω, μάς μιλούσαν, και μάς φώναζαν, μάς χτύπαγαν τά χέρια, ναι χειροκροτούσαν και φωνάζαν μπράβο όπως στο θέατρο : κοιτάξαμε ψηλά και στρέψαμε τά χέρια μας τότε σ’ αυτές για λίγο : φωνάξαμε ξανά, και ξανά πάλι φωνάξαμε, και αυτές ξελαρυγγιάστηκαν, χτυπάγανε τά χέρια και κοντέψανε να πέσουν από τό μπαλκόνι τους τόσο που σκύβανε, και φώναζαν με τίς λεπτές τους τίς φωνές μπράβο παιδιά μπράβο παιδιά πώς τό θυμάμαι αυτό, τί αστείο που είναι, γυναίκες ήταν ο λαός μας τελικά, πριν διαλυθούμε δηλαδή εντελώς – κάποια στιγμή που είπαμε Αρκετά, μάς είδαν, μην πάμε τώρα παραπέρα, σπάστε πριν έρθουν και μάς πιάσουνε όλους μαζί, – πώς τήν κρατήσαμε εκείνη τή λεπτή όμως φωνή, ό,τι χαζό κι αν έλεγε, όσο και αν δεν είχε να πει τίποτα άλλο από μπράβο λες και ήτανε στο θέατρο, πολλές φωνές λεπτές μέσα στ’ αυτιά σου : διαλυθήκαμε προς κάθε είδους κατεύθυνση τρέχοντας ξαφνικά και τ’ αυτοκίνητα άρχισαν και αυτά μετά να τρέχουν.

   Είμαι σίγουρη, ότι αυτοί που ’τανε τότε μέσα σε κείνα τ’ αυτοκίνητα όπως κι αργότερα όταν έγινε η κατάληψη στον ίδιο δρόμο και πήξαν όλοι σε συνθήματα – πολλοί απ’ αυτούς τό πούλησαν αυτό που κάνανε δεν έχω αμφιβολία καμιά : ήξερα όμως κιόλας ότι, κι ένα πλήθος άλλοι, δεν πουλήσαν τίποτα : τά πρώτα χρόνια – /…/ – τά πράγματα ήταν, μού φαινόντουσαν, πιο καθαρά : όσοι πουλούσαν οτιδήποτε  ήτανε καταγέλαστοι, κι ήταν εκείνοι που θελήσανε να κάνουνε καριέρα : οι άλλοι, που δεν πούλησαν ήταν εκείνοι που ’τανε απλώς κανονικοί : η λέξη αυτή είχε ένα άλφα νόημα τότε. Σιγά-σιγά όμως τά πράγματα μεταλλαχτήκανε τόσο αδιόρατα και ύπουλα, που, ενώ στην αρχική περίοδο εάν μιλούσες ενώ δεν είχες ξεπουλήσει, κάπως τελοσπάντων σέ άκουγαν – δεν έχει σημασία με ποιο τρόπο δηλαδή και πώς – τό πράγμα έφτασε σ’ ένα σημείο τώρα όπου, αν δεν μίλησες είναι καλύτερα πλέον να μη μιλάς : ούτε και μία φορά καν δηλαδή τόν χρόνο : από εκεί προέρχεται αν τό κατάλαβες, και ο θυμός τού /…/ ότι δεν έχει νόημα τώρα τίποτα να λέει και να πει : /…/ εσύ μπορεί να τούς περιφρονείς αλλά αυτοί θα κατακυριεύσουνε τήν γη και θα σέ φάνε ζωντανό : αθάνατε έγελε : νά η ποσότητα που γίνεται ποιότητα
   / … /

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, all rights reserved

 

 

1    2 stefan tyszko, πράγα 1968  3 πράγα 21 αυγούστου 1968  4 αθήνα 1967
1 rené magritte : hegel, 1958 / 1968 εισβολή στην τσεχοσλοβακία,  φωτογραφίες 2 : stefan tyszko, 3 : άγνωστου / 4 : 1967 αθήνα, άγνωστου 

 

 

 

Advertisements

8 Σχόλια »

  1. Χάρη, μπορώ μόνο να υποβάλλω τα σέβη μου !!!

    Σχόλιο από renata — 30 Οκτωβρίου 2009 @ 9:38 μμ | Απάντηση

  2. Γεια σου Ρενάτα ! σ’ ευχαριστώ.

    Σχόλιο από χαρη — 30 Οκτωβρίου 2009 @ 10:34 μμ | Απάντηση

  3. απιστευτα πληθωρικη αυτη η γραφη με παρασερνει ακομα και οταν πολυ καλα ξερεις ειδικα εσυ οτι σε οτι δε γνωριζω
    δεν προσπαθω και ιδιαιτερα να μαθω

    με παρασερνεις ομως τοσο που θελω συνεχεια να ρωταω σαν μικρο μαγεμενο παιδι….

    -ΚΑΙ ΜΕΤΑ??????????????

    Σχόλιο από Talisker — 30 Οκτωβρίου 2009 @ 11:02 μμ | Απάντηση

  4. Τάλις μου δέχομαι όλα τα εύσημα τού κόσμου κυρίως για τό ότι πρόλαβα πριν φύγω (ξέρεις εσύ)
    Άμα τή επιστροφή όμως μπορεί να’χει συνέχεια το παραμύθι –

    τούτο δω ήταν πιο πολύ φόρος τιμής στον Παναγιώτη, τού προηγούμενου ποστ –

    Σ’ ευχαριστώ και σε φιλώ

    Σχόλιο από χαρη — 30 Οκτωβρίου 2009 @ 11:42 μμ | Απάντηση

  5. «Να η ποσότητα που γίνεται ποιότητα» λοιπόν. Στην εποχή που προφήτευσε ο Καστοριάδης.. «Η άνοδος της ασημαντότητας». Μήπως τώρα που δεν μιλούν όσοι θα ‘πρεπε, δεν το νιώθουμε πιο πνιγηρό το σκότος της Ασημαντότητας; Αλλά τότε… Τότε…

    Έμεινα στην περιγραφή των ήχων εκείνων των χειροκροτημάτων, έτσι όπως ακούστηκαν τις πρώτες στιγμές…

    Τα φιλιά μου έχεις!

    Σχόλιο από aikaterinitempeli — 7 Νοεμβρίου 2009 @ 4:55 μμ | Απάντηση

  6. Έτσι είναι, Κατερίνα. Η φίλη που μού τά αφηγήθηκε, σ’ αυτόν τόν ήχο έχει μείνει επίσης…Φαίνεται ότι κάποιοι ήχοι έχουν μεγάλη αντοχή στον χρόνο!
    Σ’ ευχαριστώ που περνάς, φιλιά κι από μένα!

    Σχόλιο από χαρη — 7 Νοεμβρίου 2009 @ 6:09 μμ | Απάντηση

  7. Οι ήχοι του κειμένου σου είναι πιο δυνατοί από τους ήχους της φωνασκιζουσας πόλης (τα χριστουγεννιάτικα τριγωνα κάλυψαν τη φασαρία της αθηνάς που κάθομαι για καφέ). Όμορφο! Στην υγεία σου χάρη μου!

    Σχόλιο από silentcrossing — 12 Νοεμβρίου 2009 @ 11:15 πμ | Απάντηση

  8. Γεια σου Σιωπηλέ!(σ’ ευχαριστώ)
    Στην αθηνάς ε; είναι ωραία από κει, μ’ αρέσει και μένα…

    Σχόλιο από χαρη — 12 Νοεμβρίου 2009 @ 4:42 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: