σημειωματαριο κηπων

τόνοι: μονότονα και άτονα::μικρά γλωσσικά::

.

.

.

.

nobilior est vulgaris
η λαϊκή η γλώσσα είν` ευγενέστερη

dante alighieri, de vulgari eloquentia (η εκφραστικότητα τής λαϊκής γλώσσας)
(περίπου 13oo)

.

.

.

 

   (όσοι μέ διαβάζουν κάπως προσεκτικά, θα έχουν προσέξει ότι : )

 

   στο μονοτονικό που ακολουθώ βάζω τόνους σ’ όλα τά μονοσύλλαβα που τονίζονται, για να τά διακρίνω αμέσως από τά όμοιά τους άτονα

   (ασχέτως τού πόσο ευφυείς είμαστε δηλαδή για να καταλαβαίνουμε τή διαφορά στο νόημα δήθεν με τήν πρώτη)

   διότι εγώ πιστεύω ότι ένα γραπτό κείμενο δεν είναι για να μάς βάζει αινίγματα, παραπάνω από αυτά που θα ήθελε τό ίδιο, και σε άλλο (πάντως) επίπεδο

   και εγώ φαίνεται ότι δεν είμαι εν πάση περιπτώσει και τόσο ευφυής αφού έχω βαρεθεί να γυρνάω πάμπολλες φορές πίσω για να καταλάβω σε ποιον ανήκει τί – κυρίως στις γενικές βέβαια γίνεται τό μπέρδεμα – διότι : έχουμε καταλήξει να μη βάζουμε τόνους σε κανένα μονοσύλλαβο, ακόμα κι αν υπάρχει εμφανής ανάγκη

   έχω παραδείγματα πάμπολλα αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζονται : αν θέλουμε να καθιερώσουμε τό ατονικό δεν θα ’χα αντιρρήσεις άλλες εκτός από μία, κι αυτό επειδή προσωπικά είμαι οπαδός τού ατονικού από πολύ μικρή (και εξακολουθώ να γράφω ατονικά τά κείμενά μου στην πρώτη τους γραφή, αυτήν που απευθύνεται αποκλειστικά σε μένα που μέ ξέρω, ή σε πολύ φίλους που μέ ξέρουν επίσης) : ξέρω λοιπόν πολύ καλά όλες τίς λεπτομέρειες τών προβλημάτων που δημιουργούνται τότε, κι η κυριότερη ιδιομορφία αφορά τό γεγονός ότι στα ελληνικά έχουμε πολλές λέξεις που γράφονται όμοια ή ακούγονται όμοια και μόνο ο τόνος [ή η διαφορετική ορθογραφία (στην εναρκτήρια ανάρτηση ας πούμε τού παλιού μου μπλογκ ο τίτλος ήταν ενδεικτικός για τίς διαφορές στο νόημα ανάμεσα στους ίδιους ήχους : τό τείχη και τό τοίχοι και τό τύχη)] τίς ξεχωρίζει : ακόμα κι αν γράφουμε λοιπόν ατονικά, σε κάποιες λέξεις θα χρειαστεί οπωσδήποτε να βάλουμε τόνο – επιπλέον παραδείγματα : από τό θέα στο θεά, από τό άλλα στο αλλά, από τό κάλος στο καλός (και, αν είμαστε ανορθόγραφοι και στο κάλλος), αλλά και από τό άρθρο η στη διάζευξη ή

   θα μπορούσε λοιπόν να μού πει κανείς ότι μπορούμε άνετα να χρησιμοποιούμε τό ατονικό και να ’χουμε τούς τόνους για αυτές μόνο τίς περιπτώσεις

   ασφαλώς, αλλά τό ζήτημα είναι ότι δεν χρησιμοποιούμε τό ατονικό : χρησιμοποιούμε ένα μονοτονικό που εμένα μού φαίνεται, όλο και περισσότερο πια, ασυνεπές και πρόχειρο και τσαπατσούλικο (συν τό ότι βγαίνουν αποπάνω και οι πολυτονιστές εδώ, σχεδόν δικαίως, εφόσον με τό πολυτονικό υπάρχει μεγαλύτερη διαύγεια και καθαρότητα σ’ αυτόν τόν τομέα, πράγμα που εμένα μέ ενοχλεί αφάνταστα)

   διότι εμείς είναι τότε σαν διακηρυγμένα να μην σεβόμαστε τό ίδιο τό φαινόμενο τής γλώσσας ή να ’μαστε ιδιαίτερα αφελείς και να μην καταλαβαίνουμε ούτε κι εμείς οι ίδιοι τίς παρεξηγήσεις που μπορεί να γίνουν, ή : – ακόμα χειρότερα – ότι εμάς τότε πια δεν μάς πειράζει : ε, αυτά εμένα λοιπόν μέ πειράζουν, και πάνω απ’ όλα μέ πειράζει η αντίληψη ότι δεν βάζουμε τούς τόνους στα μονοσύλλαβα γιατί είναι ένας παραπάνω κόπος : μα τότε να μην τούς βάζουμε πουθενά, παραπάνω κόπος είναι και στα υπόλοιπα, κι αν δεν χρειάζεται ο τόνος στο «ο πατέρας μού είπε» για να τό διακρίνουμε από τό «ο πατέρας μου τό ’πε – κι όχι η μάνα μου» τότε σίγουρα δεν χρειάζεται – και πολύ περισσότερο μάλιστα – στο «ο πατέρας», αυτό έλειπε, να μην ξέρουμε πού τονίζεται μια πολυσύλλαβη λέξη – που δεν έχει μάλιστα και όμοιά της άτονη. Με λίγα λόγια, με τό υπάρχον (και κακώς εξηγημένο και κάκιστα κατανοημένο) και παγίως πλέον εγκαθιδρυμένο μονοτονικό, μόνο εκεί που όντως χρειάζονται οι τόνοι δεν τούς βάζουμε

   θα μού πείτε τί χρειαζόμαστε τόν τόνο στο (ένα από τά δύο) «τόν» ή στο (ένα από τά δύο) «τί» (ανάμεσα στο φέρ’ τον, παραδείγματος χάρη, και στο φέρε τόν πίνακα – ή στο κάτι τι και στο τί είπε; – ) : στοιχειώδης γλωσσική συνέπεια είναι όντως τίς περισσότερες φορές : μπορεί να γίνει παρεξήγηση αλλά δεν γίνεται συχνά. (Στο «μπορεί» και στο «παρεξήγηση» δεν γίνεται πάντως καθόλου.) Συνεπώς μπορεί να φαίνομαι επιφανειακά σχολαστική, αλλά κατά βάθος δεν είμαι : γιατί για μένα η γλώσσα είναι ένα λογικό φαινόμενο και μόνο ως λογικό μάς βοηθάει απεριόριστα – και αυτή είναι και η χρησιμότητα και η μεγαλοσύνη του – να εκφραζόμαστε παράλογα όταν τό επιλέξουμε – : και τότε βέβαια διεκδικούμε τό δικαίωμα να είναι η επιλογή μας κάτι άλλο (altra cosa δηλαδή, που θα ’λεγε και ο σολωμός) και όχι βιασύνη, βαρεμάρα, ή τσαπατσουλιά

   έτσι κι εγώ διεκδικώ τό δικαίωμα να χρησιμοποιώ (και εδώ και στα βιβλία μου) ένα μονοτονικό που μπορεί να τονίζει μεν μονοτόνως τίς (ας πούμε άπειρες) δυνατότητες τής μονοτονίας μου και τών εμμονών μου – αλλά να μη μέ κάνει ακατάληπτη με μοναδικό σκοπό να φαίνομαι σκοτεινή εκεί που καθόλου δεν είμαι –

 

.

.

 

υποτάξου πρώτα στη γλώσσαν τού λαού, και αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την
 σολωμός
(πριν από 2 αιώνες)

.

.

.

Blog στο WordPress.com.