σημειωματαριο κηπων

Οκτωβρίου 14, 2011

φρόϋντ, μιχαήλ άγγελος, και παλαβά λεωφορεία

   

.

.

  

«νομίζω ότι είναι εν γένει καλό να σκέφτεται κανείς ενίοτε ότι οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονειρεύονται ήδη προτού υπάρξει ψυχανάλυση»
sigmund freud

.

.

   δεν κρατάω ημερολόγια, και, πολύ περισσότερο, ακόμα κι αν κράταγα δεν θα τά δημοσίευα : αν πρόκειται να πεις τά σώψυχά σου, τότε τά σώψυχά σου δεν είναι για μπλογκάρισμα (πιστεύω) – γιατί η ιδέα τής δημοσίευσης θα οδηγήσει σε αυτολογοκρισίες – είναι κάτι σαν τήν διαστημική φαντασία τής σκέψης για τήν οποία είχα γράψει αλλού : (αυτό που καθιστά τή σκέψη δυνατή, είναι τό ότι ξέρεις πως οι άλλοι δεν τήν ξέρουν) : (κατά σύμπτωση ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο που πήρα μαζί μου στις διακοπές περιέχει μια σκέψη που βρίσκεται πολύ κοντά σ’ εκείνη τή λογική : «αυτό που δίνει μια ελευθερία στη σκέψη είναι τό ότι είναι μυστική» (ή κάπως έτσι : δεν ψάχνω να τό ξαναβρώ εκνευρισμένη διότι σίγουρα δεν διατυπώθηκε ύστερα από τήν ανάγνωση τού δικού μου.))

   οι «κήποι» λοιπόν δεν έχουνε γίνει γι’ αυτά, κι αν κάποιος θελήσει να βρει δικές μου ημερολογιακές σημειώσεις θα πρέπει να ψάξει για υπενθυμίσεις προς εαυτήν πάνω στα χειρόγραφα τών βιβλίων μου – υπενθυμίσεις που όμως, ούτως ή άλλως, γίνονται κατανοητές μόνο από μένα και θα μπέρδευαν πολύ έναν μελλοντικό μελετητή (διότι δεν μπορώ φυσικά να αποκλείσω ότι ένας τέτοιος μαζοχιστής θα εμφανιστεί και στην περίπτωση τή δικιά μου όταν αυτού τού είδους τό βίτσιο είναι κανόνας στην περίπτωση κάθε μετά θάνατον έρευνας ακόμα και τού πιο ασήμαντου έργου – θα ’μουν επομένως υπεραισιόδοξη και μόνο αν μού περνούσε απ’ τό μυαλό να αποκλείσω τήν ιδέα και τού θανάτου και τού μελετητή : προς τό παρόν μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως –)

   υπάρχει όμως μιας μορφής υπεράσπιση τών ημερολογίων, γραμμένη από τόν θαυμάσιο συγγραφέα τού «γατόπαρδου», τόν τζιουζέπε ντι λαμπεντούζα : είναι απ’ αυτές τίς σκέψεις, τίς πολύ πρωτότυπες, και τίς αποκλειστικά δικές του, που στην αρχή (τόσο πρωτότυπη είναι, που) σού φαίνεται βλακώδης : «οι άνθρωποι  θα ’πρεπε να ’ναι σχεδόν υποχρεωτικό να κρατάν ημερολόγια όλοι – σε όλον τόν κόσμο – ο κόσμος έτσι θα γινόταν καλύτερος πολύ συντομότερα» ( : η διατύπωση πάλι κατά προσέγγιση). Είναι μια τολμηρή και γενναία σκέψη, που ταυτίζει, πιστεύω κάθε ατομική γραφή με τή (συζητήσιμη) λογική τής (δήθεν αντικειμενικής) ιστορίας : ημερολόγια, συνθήματα, γραφές στους δρόμους και γράφιτι : όλα εμφανίζουν τό πρόσωπο τών ατόμων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και αλληλεπιδρούν με τούς συγχρόνους τους : επιπλέον καταρρίπτονται κι ένα σωρό ταμπού και ενοχοποιητικά μυστικά που οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι μόνο δικά τους : αν μπορούσε η ανθρωπότητα σε μια δεδομένη ώρα (δηλαδή μεταφράζω τή σκέψη τού λαμπεντούζα) να διαβάσει τά ημερολόγια τής ανθρωπότητας που ’χει ήδη πεθάνει, τό σοκ τού πόσο συνηθισμένη και μονότονη είναι ώς τώρα, θα τήν έκανε πιστεύω να ξεκουνηθεί και να κάνει μερικά πιο γρήγορα βήματα…

   είναι καιρός όμως τώρα που ’χω διαπιστώσει ότι αυτόν ακριβώς τόν ρόλο παίζει τό μπλογκάρισμα – μια μορφή ημερολογιακών δημοσιεύσεων και κοινοποιήσεων που ο λαμπεντούζα δεν μπορούσε να ’χε προβλέψει – και που, πέρα απ’ τήν στενοχώρια που ενίοτε προσωπικά μού προκαλεί καθώς εγκαθιδρύει μια δημοφιλή σχολή ωραίου γραψίματος η οποία τό μόνο που καταφέρνει είναι να μού κόβει τήν όρεξη και μερικές φορές και τά πόδια – πέρα όμως απ’ αυτό, αυτού τού είδους τό μπλογκάρισμα είναι όπως και να τό κάνουμε μια μορφή αυτού που ονειρεύτηκε ο λαμπεντούζα : και πιστεύω ότι ο ίδιος θα χαιρόταν μάλλον πολύ – όσο δεν εκνευριζόταν ως αμετανόητος εστέτ και αριστοκράτης, από μια δόση  ευκολίας στα ψέματα που διευκολύνει και προϋποθέτει αυτή η τάση κοινοκτημοσύνης και κοινοποίησης τής εσωτερικής ζωής εν απολύτω θερμώ

   λιγότερο εστέτ – και αριστοκρατική – από τόν λαμπεντούζα εγώ, βλέπω μόνο τά καλά αυτής τής μπλογκαριστικής σχολής – και τήν παρακολουθώ μάλλον μετά μανίας. Και επειδή τό χούϊ πεθαίνει τελευταίο, μού ’χει τύχει να πω από μέσα μου (κατά τό «γενναίοι γάλλοι, λίγο ακόμα και θα γίνετε πραγματικά δημοκράτες» τού μαρκήσιου : ) γενναίε μπλόγκερ, λίγο ακόμα και θα έλεγες πραγματικά τήν αλήθεια –

   αλλά δεν πειράζει : κι η διάθεση, πολλές φορές, είναι αρκετά ενδεικτική (κι ώς εδώ καλά…)

   ( : έπειτα, κατά τόν φρόϋντ, τό ψέμα που θα πεις γίνεται με λίγο ψάξιμο καθαρός και λαμπερός καθρέφτης τής αλήθειας σου)

   κι εξάλλου μην είμαστε πάντα τόσο αυστηροί – τό ψέμα μερικές φορές μπορεί να σημαίνει ότι θα θέλαμε μόνο να ονειρευόμαστε

.

 

.

   τούτων δοθέντων, ας πω κι εγώ με όσο λιγότερα ψέματα μπορώ τά ημερολογιακά μου :

   πήρα μαζί μου στη θάλασσα που πήγα, τό «περί μαγείας» τού τζιορντάνο μπρούνο που μεταφράστηκε μόλις (μπρούνο δεν έχει άλλον στα ελληνικά : ώς τώρα ολόκληρον τόν έχω βρει στα γερμανικά μόνο)

   ένα σοφτ–γκαίη–πορνό τού όσκαρ ουάϊλντ ή τών συν αυτώ, τό «τέλενυ» – ασήμαντο ως κείμενο – αξίζει μόνο για τήν εισαγωγή στην οποία περιλαμβάνεται η ιστορία τού χειρογράφου (δεν νομίζω – κι εγώ όπως κι ο επιμελητής – ότι τό έγραψε από τήν αρχή ώς τό τέλος ο ουάϊλντ – ίσως επενέβη μόνο στα σημεία που γίνεται και καλύτερο, με τά μικρά αφηγηματικά του κολπάκια)

   από φρόϋντ (αυτό κι αν είναι χούϊ καλοκαιρινό…) τό τέλος μιας αυταπάτης στην δίγλωσση έκδοση τής printa σε μετάφραση τού (και ποιητή, αλλά τώρα όπως μαθαίνω διδάσκοντος στο πανεπιστήμιο θράκης) δημήτρη νταβέα (πρόκειται κατά τήν ταπεινή μου γνώμη για ένα νευραλγικότατο κείμενο γιατί βλέπουμε εδώ ουσιαστικά ολοζώντανη τήν ώρα που ο θείος ζίγκι διστάζει μπροστά στα ίδια του τά συμπεράσματα (χρειαζόταν προφανώς ένας μαρκούζε για να τόν επαναφέρει στον ανατρεπτικό εαυτό του))

   μερικά άλλα ψιλά ψυχαναλυτικά, για ενημέρωση περί τά ελληνικά τοιαύτα

   και ένα πολύ παλιό ψυχαναλυτικό που είναι όμως μαζί (και κυρίως…) σοβαρή λογοτεχνία από τίς λίγες : τόν λεντς τού γκέοργκ μπύχνερ (στις εκδόσεις άγρα – έχει εκδοθεί περιέργως (για τά ελληνικά πράγματα) πάντως αυτό τό βιβλίο σε πολλούς εκδότες (εδώ, εδώ, και εδώ) : η έκδοση τής «άγρας» είναι όμως σίγουρα η πληρέστερη (δεν έχω ελέγξει όλες τίς μεταφράσεις, εννοείται, αλλά στην έκδοση που πήρα μαζί μου υπάρχουν πλήθος άλλα σχετικά κείμενα και πληροφορίες, καθώς και εργοβιογραφία κλπ (ως συνήθως στην πολύ καλή εκδοτική πρακτική τής  άγρας) (πρόκειται για ένα βιβλίο που τό ’χω αρχίσει άπειρες φορές και τό άφηνα πάντα στη μέση – ούτε τώρα τό τέλειωσα (ξέρω, χρήζει σχετικών αναλύσεων αυτό –)

   και ένα εγκώμιο από τά λίγα : τήν σαρλότα κορνταί τού ονφραί (αλλά για τήν τυραννοκτόνο τού ζαν–πωλ μαρά θα πρέπει να γράψω κάποτε κι εγώ περισσότερα, καθότι μού άνοιξε και η όρεξη)

   τό μοναδικό ξενόγλωσσο που πήρα μαζί μου ήταν μια μετάφραση στα αγγλικά (όλων τών) ποιημάτων και (επιλογής από τήν) (απολαυστική) αλληλογραφία τού μιχαήλ άγγελου : Ήξερα απλώς, από παλιά, ότι είχε γράψει σονέτα, και δη ομοφυλόφιλα ( : αυτό τό τελευταίο διαψεύστηκε ελαφρώς : ερωτευόταν σαν τόν (κατοπινότερό του κατά 50 χρόνια) σαίξπηρ και άντρες και γυναίκες) (μεταξύ μας νομίζω ότι αυτό κάνουν οι περισσότεροι – άλλο αν δεν θέλουμε να τό παραδεχτούμε –)

   και για να γίνει ένας τέλειος κύκλος, μια φράση από τήν «ερμηνεία τών ονείρων» τού φρόϋντ (εκ τών υστέρων, τεύχος 22) : «είναι σαν να κρυφακούει κανείς μια συνομιλία που διεξάγεται σε απόσταση ή χαμηλόφωνα» ήρθε αιφνίδια ως κεραυνός να προστεθεί στον μιχαήλ άγγελο και σ’ ένα του ποίημα :

.

.

επίγραμμα (χρονολογία : 1545 ή 1546)

μ’ αρέσει ο ύπνος μου, περί πολλού τόν έχω, και τό ότι είμαι πέτρινος
όσο αντέχει ο πόνος κι η ντροπή μου.
Τύχη τό λέω τό ότι δεν μπορώ να δω ούτε ν’ ακούσω·
λοιπόν, μή μέ ξυπνάτε, και μιλάτε σιγανά

(βλ. όμως και εδώ)

.

. 

   γι’ αυτό τό τελευταίο βιβλίο θα ’θελα να πω και μερικά ακόμα :

   η αλληλογραφία του είναι πολύτιμη – και ενίοτε ξεθεωτική – πλήρης πόνου και κεφιού ( : ο τοσκανός, αν δεν έγραφε σε φίλους του αστεία έγραφε σε (πάπες μαικήνες ή) συγγενείς του, κατά κανόνα θυμωμένα)
   τά ποιήματα (σονέτα και μαδριγάλια στην πλειοψηφία τους) μ’ έκαναν επιπλέον να θέλω να δοκιμάσω μεταφράσεις τους έτσι απ’ τ’ αγγλικά, πρόχειρα :

.

.

μαδριγάλι (νο. 8 )

Πώς γίνεται και δεν ανήκω πια σε μένα;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος μού ’κλεψε τόν εαυτό μου
ποιος είν’ στον εαυτό μου πιο κοντά
ή κάνει περισσότερα με μένα απ’ ό,τι εγώ;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος είν’ αυτός που μέσα στην καρδιά μου περπατά
και δεν μ’ αγγίζει διόλου;
Τί είν’ αυτό, ω έρωτα
τό πράγμα που απ’ τά μάτια ερημώνει τήν καρδιά
τήν κατοικεί και γέμισε τό κάθε κομματάκι;
Που αν εκραγεί;

.

.

σονέτο στον τομάζο καβαλιέρι (1532) (νο. 58)

Τό ξέρεις πως τό ξέρω, Κύριέ μου, ότι τό ξέρεις
πως ήρθα για να σέ χαρώ από πιο κοντά·
τό ξέρεις πως τό ξέρω ότι τό ξέρεις πως εγώ είμαι,
κι έτσι γιατί να αναβάλλουμε άλλο πια;

Αν η ελπίδα που μού έδωσες λέει τήν αλήθεια,
κι αλήθεια αν λέει ο καλός σου πόθος που μέ τύλιξε,
ας πέσει αυτός ο τοίχος που ’ν’ ανάμεσά μας
η μυστική η θλίψη είναι δυο φορές βαριά

Κι αν αγαπώ σε σένα μόνο, Κύριέ μου,
αυτό που εσύ σε σένα πιο πολύ αγαπάς
μή μού θυμώσεις – αγαπιώνται δύο πνεύματα

Αυτό που στ’ όμορφό σου πρόσωπο έμαθα κι ονειρεύτηκα
κάθε μυαλό ανθρώπου θα τό έπιανε άσχημα,
είναι για να πεθαίνει αυτός που θέλει να τό δει καλά.

.

.

σονέτο (νο. 85)

Θέλω να θέλω, Κύριε, ό,τι δεν θέλω,
κι ανάμεσα από τήν καρδιά κι απ’ τή φωτιά ένα πέπλο πάγου
νερό γεμίζει τή φωτιά και ψεύτη βγάζει τό γραφτό,
αφού η πένα μου κι η στάση μου δεν δένουν

Σέ αγαπάω με τή γλώσσα μου κι ύστερα κλαίω,
ο έρωτάς μου δεν αγγίζει τήν καρδιά, δεν είν’ σε θέση,
να βρει πού βρίσκεται τής χάριτος η πύλη ώστε να μπει,
και να πετάξει τήν ανήλεη περηφάνια απ’ τήν καρδιά μου

Τό πέπλο ξέσκισε εσύ και σπάσε αυτόν τόν τοίχο, Κύριέ μου,
που η σκληράδα του κρατάει ψυχρόν τόν ήλιο
διώχνει τό φως σου· σβήστηκε από τή γη

στείλε τήν ίδια αχτίνα φως στην ομορφιά που αγάπησες
για να μπορέσω να τήν έχω και εγώ, και να καώ,
και η καρδιά μου να μπορέσει να σέ νιώσει άφοβα

.

     

. 

   αυτός λοιπόν ο κατά γενικήν ομολογίαν ασκητικός (και μάλλον άσχημος άνθρωπος – δεν άφηνε ακριβώς γι’ αυτό και να τόν ζωγραφίσουν : είχε κατά τή γνώμη του μεγάλα αυτιά, και τού είχε σπάσει και τή μύτη ένας συμμαθητής του στο σχολείο) που δεν έτρωγε καλά, δεν πλενόταν πολύ, και κοιμόταν συχνά με τά ρούχα του (και με τίς μπότες του ακόμα πάνω στο κρεβάτι, όπως κουτσομπολεύανε οι γύρω) βγάζει στο γράψιμό του, αν τό δούμε αλλιώς, περισσότερο πάθος απ’ όσο έβαλε ποτέ στην κυρίως τέχνη του : κι ακόμα περισσότερο ζωντανεύει η ταλαιπωρημένη του ιδιοσυγκρασία με τήν αλληλογραφία του : γιατί, για τά σονέτα, (και τά άλλα ποιήματα) δεν πρέπει να παρασυρθούμε απ’ τήν απόσταση τού χρόνου που τά κάνει όλα εξωτικά, περίεργα, «ρομαντικά» : η αποστολή ποιημάτων συνηθιζόταν εκείνη τήν εποχή (και από τόν μεσαίωνα ακόμα) ούτως ή άλλως, και μπορούσε να ’ναι, εκτός από τήν ανακοίνωση ερώτων, κι ένα είδος ευχαριστίας για δώρο ή ακόμα και για γεύμα – οι άνθρωποι επικοινωνούσαν ξαποστέλνοντας δηλαδή ο ένας στον άλλον ραβασάκια παντός είδους (κι από τήν ιστορία τής ελοΐζας και τού αβελάρδου έχουμε και τό εκπληκτικό απόσπασμα «γράφε μου ό,τι θέλεις, λατινικά οι υπηρέτες δεν ξέρουν…») κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτού τού είδους η καθημερινή επαφή ήταν από μια άποψη τά sms και τά ημαίηλ τής εποχής – και με κώδικα μάλιστα : Στα σύντομα ειδικότερα σημειώματα που συνόδευαν τήν αποστολή ποιημάτων, η ειρωνία και τό χιούμορ τού μιχαήλ άγγελου πολλές φορές δίνουν ρεσιτάλ – ειδικά στην περίπτωση τών 48 επιτάφιων τετράστιχων ( + 1 σονέτο, + 1 μαδριγάλι) που έγραψε μετά τά επίμονα (και κατ’ εξακολούθηση δώρα και) αιτήματα τού luigi del riccio για τόν θάνατο τού ανηψιού του cecchino bracci (1544) : (οι ειδικοί λένε μάλιστα ότι τά αντιμετώπισε περισσότερο σαν ποιητικές ασκήσεις και στοίχημα με τόν εαυτό του) έχουμε πάντως σε κάθε νέα αποστολή κι ένα καινούργιο σημείωμα – και δεν μπορεί να ’ναι τυχαίο τό πως, απ’ όλα τά σημειώματα που συνοδεύουν ποιήματα, αυτά είναι τά πιο αστεία : (σε άλλη περίπτωση ας πούμε σημειώματος κάτω από σονέτο έχουμε μια σοβαρότερη διευκρίνιση : «μάστρο Ντονάτο, μού ζητάς πράγμα που δεν έχω» – ή : «μάστρο Τζόρτζιο, σού στέλω δυο σονέτα, και μολονότι είναι χαζοδουλειά, στα στέλνω για να δεις τί σκέφτομαι και πού γυρνάει τό μυαλό μου, κι όταν θα γίνεις κι εσύ ογδονταενός χρονού όπως κι εγώ, θα μέ πιστέψεις…»)

   στην αποστολή επιταφίων κυριαρχούνε πάντως γαστρονομικές εξηγήσεις : (και εδώ, όπως και αλλού, επαληθεύεται έτσι και η μαρτυρία συγχρόνων του ότι ο μιχαήλ άγγελος ήταν ευσυγκίνητος με τά δώρα : ενθουσιαζόταν και φιλοτιμούνταν πολύ αν τού χαρίζαν οτιδήποτε – και ο ρίτσιο τόν είχε φορτώσει όπως φαίνεται πέστροφες)

   λίγα παραδείγματα :

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 155 με τό σημείωμα :
   «αυτό είναι για τήν πέστροφα· τό σονέτο που σού ’λεγα θα ’ναι για τό πιπέρι που κοστίζει λιγότερο, αλλά δεν μπορώ να γράψω. Σέ χαιρετώ.»

   κι είχε σημειώσει πάνω στο μαδριγάλι 154 :
   «να τό γυαλίσω τό πρωί»

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 165 («στον έρωτα») με τό υστερόγραφο :
   «για τή χτεσινοβραδινή πάπια» 

   στο 167 σημειώνει «πρόκειται περί σάτιρας, και σέ χαιρετώ» και στο 170 «αυτό τό βάζω όχι σα σάτιρα αλλά σαν όνειρο» (και τά δύο μαδριγάλια στέλνονται στον ρίτσιο και μιλάν για γυναίκες)

   (από τά επιτάφια για τόν τσεκίνο μπράτσι) : στο 188 γράφει στον ρίτσιο : «αν δεν θέλεις να σού στείλω άλλα, μη μού στέλνεις κι εσύ άλλα» (προφανώς εννοεί δώρα, πέστροφες ή μανιτάρια)

   για τό 192 γράφει στον ίδιο : «αυτό δεν ήθελα να στο στείλω γιατί είναι λίαν αδέξιο, αλλά μπροστά σε πέστροφες και τρούφες και θεοί πείθονται. Τά χαιρετίσματά μου»

   στον ίδιο, για τό επιτάφιο 196 : «για τά αλμυρά μανιτάρια, μια που δεν θα ’χεις τίποτ’ άλλο»

   για τό 199 : «αυτά τά λέει η πέστροφα, όχι εγώ· αν δεν σ’ αρέσουν τό λοιπόν οι στίχοι, μην τίς ξαναμαρινάρεις άλλη φορά χωρίς πιπέρι»

   για τό 205 : «για τή χελώνα· για τό ψάρι θα μιλήσει ο Ουρμπίνο αφού τό καταβροχθίσει»

   για τό 212 εξηγεί (επί τού θέματος) : «Ο τάφος μιλάει σ’ όποιον διαβάσει τίς γραμμές αυτές. Χαζοπράματα, αλλά αφού θέλεις να σού φτιάξω χίλια, θα ’χουμε αναγκαστικά όλων τών ειδών»

   όπως και να ’χει, ο μιχαήλ άγγελος φαίνεται απ’ τά ίδια του τά ποιήματα ότι δούλευε με τήν ίδια προσοχή και τά μάρμαρα και τά χρώματα και τά γραφτά του – και σώζονται σε κάποιες περιπτώσεις αλλεπάλληλες εκδοχές και βασανισμοί στίχων (έχουμε και τήν περίπτωση ενός σονέτου που αρχικά τό ’γραψε για μια (άγνωστή μας) γυναίκα και σε μια μεταγενέστερη εκδοχή τό έστειλε (μάλλον) στον τομάζο καβαλιέρι) : η τελειομανία πάντως τού τεχνίτη βγαίνει ολοκάθαρη και στον τρόπο με τόν οποίο δουλεύει τήν ποίησή του : και προσωπικά τό βρήκα και συγκινητικό τό ότι χρησιμοποιεί τήν έκφραση «θα τό πατινάρω αύριο τό πρωί» ή «θα τό γυαλίσω αργότερα» για τά  ποιήματα, χρησιμοποιώντας ακριβώς δηλαδή μια  έκφραση από τήν γλυπτική : αλλά τό γεγονός πως θεωρούσε τήν ενασχόληση με οποιαδήποτε τέχνη μέρος τής ίδιας διαδικασίας, βγαίνει ανάγλυφα θα ’λεγε κανείς και από τή συνήθειά του να σημειώνει τίς πρώτες γραφές ποιημάτων στο ίδιο χαρτί που έχει ζωγραφίσει προσχέδια ενός πίνακα ή ενός γλυπτού

.

 

.

   στην καθεαυτό αλληλογραφία του πάντως, τά πράγματα σοβαρεύουν με άλλο τρόπο και γίνονται μάλλον μουντά – υπήρξε ένας ανηψιός ειδικά που πολύ φαίνεται να τόν κούρασε (χωρίς να έχω περισσότερες πληροφορίες αυτή τή στιγμή, κάτι μού θυμίζει αυτό και από τή ζωή ενός άλλου νευρικού, τού μπετόβεν) : έτσι, με τά γράμματά του, μού ήρθε κατακούτελα ένας τοσκανός πολύ πιο καθημερινός και πλήρης – ενδιαφέρων έως σπαρακτικός στα διάφορα βάσανα που πέρασε (με συγγενείς, μαικήνες, μέδικους, βατικανά, πάπες, πολιτικά αδιέξοδα) (και σ’ αυτό έμοιασε θέλοντας και μη, και με τόν δάντη – τόν οποίο θαύμαζε, σεβόταν, φοβόταν, ήθελε να τού μοιάσει, κτλ) :

 

   απ’ τά γράμματα θα βάλω σαφώς λιγότερα δείγματα :

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1533)

   Άρχισα να γράφω στην ευγενεία σου, απερίσκεπτα πολύ, κι υπόθεσα ότι εγώ πρώτος έπρεπε να κάνω κίνηση, λες κι έπρεπε να τήν κάνω σαν χρωστώντας απάντηση σ’ ένα δικό σου· κι ύστερα αργότερα κατάλαβα τό λάθος μου πολύ περισσότερο, όταν δοκίμασα και μύρισα και διάβασα τό δικό σου, που ’χες κείνη τήν ευγένεια· και μένα μού φαίνεται ότι απέχεις τόσο απ’ τό μόλις τώρα να γεννήθηκες, όπως μού τό λες στο δικό σου, παρά πως ήσουνα στον κόσμο χίλιες φορές πριν από τώρα, και γω λέω για τόν εαυτό μου πως είμαι αγέννητος ή αλλιώς γεννήθηκα νεκρός, και θα τό φώναζα έτσι που να σκάσει κι ο ουρανός κι η γη, αν δεν ήτανε μονάχα που σε σένα είδα και πίστεψα που η ευγενεία σου δέχτηκε τόσο πρόθυμα να πάρει μερικά από τά έργα μου, κι αυτό μ’ έκανε εμένα και πιο πολύ θάμαξα παρά αναγάλλιασα. Κι αν είν’ αλήθεια αληθινό αυτό που λες, ότι νιώθεις από μέσα όπως μού γράφεις απέξω, κρίνοντας τά έργα μου, αν κατά τύχη κάποιο απ’ αυτά όπως πολύ επιθυμώ σού άρεσε, εγώ αυτό τό έργο θα τό πω όχι τόσο καλό όσο τυχερό. Μη σέ κουράζω δεν θα γράψω άλλο. Πολλά πράγματα που θα ’χα να σού πω μένουν στην άκρη τού φτερού αλλά ο φίλος μας ο Πιεραντόνιο, που τόν ξέρω πως μπορεί και θέλει να συμπληρώσει ό,τι δεν μπορώ, θα στο τελειώσει στα προφορικά.

   Επιτρεπτό είναι να πει σ’ αυτόν που θα τό πάρει τούτο δω όλα όσα ο άλλος τού δίνει μα από λεπτότητα δεν τό κάνει δωμέσα.

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 1533)

   Αγαπημένε μου κύριε : Αν δεν είχα πιστέψει ότι σέ είχα πείσει για τήν τεράστια, τί λέω, τήν αμέτρητη αγάπη που σού έχω, δεν θα τό ’βρισκα περίεργο ούτε θα απορούσα που δείχνεις τόση υποψία στα όσα στέλνεις κι υποψιάζεσαι επειδή δεν σού ’γραψα μην και σέ ξέχασα. Αλλά τί λέω ούτε καινούργιο είναι ούτε να ξαφνιάζομαι, αφού και όλα τά υπόλοιπα μού παν ανάποδα, να πάει κι αυτό ανασούμπαλα, γιατί αυτό που η ευγενεία σου μού λέει, τό ίδιο θα ’πρεπε εγώ να σού τό πω· ίσως όμως να τό κάνεις για να μέ τσιγκλίσεις ή για ν’ ανάψεις νέα και μεγαλύτερη φωτιά, αν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη· μα ό,τι και να λες εσύ, εγώ ένα ξέρω πως θα ξεχάσω τ’ όνομά σου τήν ίδια ώρα και στιγμή που θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω· και μπα πιο εύκολα θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω, που τρέφει μόνο σώμα με τή δυστυχία, παρά τό όνομά σου, που τρέφει σώμα και ψυχή, και τά γεμίζει και τά δυο με τέτοια γλύκα, που δεν καταλαβαίνω πια ούτε πόνο ούτε φοβάμαι θάνατο όσο η μνήμη μου μέ κάνει τ’ όνομά σου να θυμάμαι. Σκέψου μονάχα αν τά μάτια μου είχαν κι αυτά μερίδιο, σε τί κατάσταση θα ήμουνα.

.

   (ΣΤΟΝ ΑΝΗΨΙΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΑΡΝΤΟ· ΡΩΜΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1544)

   Λιονάρντο : ήμουνα άρρωστος, και συ, όπως σέ πρότρεψε ο μάστρο Τζιοβάν Φραντσέσκο, ήρθες για να μέ αποτελειώσεις και να δεις αν σού αφήνω τίποτα. Δεν είναι αρκετά δικά μου στη Φλωρεντία να σού φτάνουν; Μην τό αρνιέσαι σαν τόν πατέρα σου είσαι, που μέ πέταξε έξω απ’ τό σπίτι μου στη Φλωρεντία. Μάθε ότι έχω κάνει διαθήκη με τρόπο τέτοιο που απ’ αυτά που έχω στη Ρώμη να μην λογαριάζεις πλέον τίποτα. Και άντε στην ευχή και μην ξαναφανείς μπροστά μου, και μη μού ξαναγράψεις, και να κάνεις όπως ο παπάς.

Μικελάντζελο

.

.

.

 

.

   τέλος, ως επιστέγασμα τής παρούσας σινδόνης, και μερικά ημερολογιακότερα όλων :

   δεν θα πω σε ποιο νησί ήμουν, όπως τό απόφυγα και πέρυσι : Φέτος οι λόγοι είναι επιπλέον σαφέστεροι : θα μπορούσα βέβαια να προσθέσω με τήν ευκαιρία και τή δικιά μου πραγματεία στις ήδη υπάρχουσες περί «ανάλυσης τής κρίσης», τό ζητάει κι η εποχή, και δεν θα ’θελα σε καμία περίπτωση να θεωρήσει κάποιος πως τό γεγονός ότι απόφυγα τό θέμα, όλον αυτόν τόν καιρό, σημαίνει ότι τό θέμα δεν μέ ενδιαφέρει (συμβαίνει τό εντελώς αντίθετο)

   δεν πρόκειται όμως – θα πω λίγα μόνο :

   πήγα λοιπόν σ’ ένα μικρό νησί, και τό βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι οικονομική κρίση για ένα μέρος τής ελληνικής επικράτειας δεν υφίσταται (πράγμα που θα μπορούσε από μιαν άλλη οπτική να οδηγήσει στη διαπίστωση πως εκεί ακριβώς βλέπει κανείς διάφανα μερικούς εσωτερικούς τουλάχιστον λόγους που διευκόλυναν χειραγώγησαν ή επέκτειναν τήν ολική κρίση)
   (δεν θα πω για τό τοπίο, που ήταν υπέροχο – αλλά για τό τοπίο δεν ευθύνονται οι κάτοικοι, και η συμμετοχή τού τοπίου στην κρίση είναι πολύ συζητήσιμη)
   πάντως πρώτη φορά, τουλάχιστον εγώ, έπεσα πάνω σε μια κοινότητα, με τέτοια σύμπνοια συσπειρωμένη γύρω από τήν εκδοχή τής (πρώην) ελληνικής ευφορίας πως ο καθένας πρέπει να κουβαλάει όπου πάει μαζί του και τό αυτοκίνητο – τό οποίο εννοείται ότι πρέπει να έχει – : πόσα δεν δικαιολογεί όμως (και δεν επεξηγεί) αυτό για τήν περίοδο τού έξαλλου νεοπλουτισμού που προηγήθηκε (κι απ’ τήν οποία μάλλον δεν θέλουμε να συνέλθουμε – φοβάμαι ότι τά μικροαστικά στρώματα που ορύονται ότι η χούντα δεν έπεσε τό ’73 (όσοι τούς είδαμε, στο σύνταγμα, μάλλον βεβαιωθήκαμε ότι τό ’73 ήταν ευτυχείς και σώοι και αβλαβείς) δεν εκνευρίζονται παρά για τό ότι αυτός ο νεοπλουτισμός τούς κόπηκε, και όχι για τό ότι ήτανε ψεύτικος ή βλαβερός – εξαιρούνται παντός λιβέλου οι υπάλληλες τού ιδιωτικού τομέα, (έχω υπάρξει τοιαύτη και ξέρω), αλλά αυτές μάλλον δεν ήταν φέτος για διακοπές σε νησί)
   γνώρισα πάντως και εξαιρετικούς ανθρώπους (νομίζω ότι έκανα και φίλους) ( : ένα από τά χαρακτηριστικά τού νησιού είναι ότι έχει φήμη πως τό επισκέπτονται διάφοροι δύστυχοι μονομανείς (με τήν καλύτερη έννοια τού όρου) : δεν διαψεύστηκα και σε όλα –)

.

   τό νησάκι πάντως είναι τελείως κάθετο από άποψη τοπογραφίας : και για να πας απ’ τό δωμάτιό σου στη θάλασσα πρέπει ν’ ανεβοκατέβης τό παλαμήδι ας πούμε καμιά εικοσαριά φορές. Υπάρχει (υπήρχε) βέβαια λεωφορείο, αυτό ήταν όμως επίσης πρόβλημα – για όσους πέφτουν κατά κανόνα σε ύπνο βαθύ (και δεν μιλάω ψυχαναλυτικά τώρα) η διαδικασία τού ξυπνήματος έχει μερικές πολύ στρυφνές απαιτήσεις : που σημαίνει ότι δεν χωράει εύκολα λεωφορείο στη ζωή σου πρωινιάτικα (τό «πρωινιάτικα» είναι σχήμα λόγου : ποτέ πριν τό μεσημέρι.) Προτιμώ να πηγαίνω στη θάλασσα με τά πόδια, και να ’ναι, ει δυνατόν, η θάλασσα και στα πόδια μου. Αυτό ήταν σίγουρα τό μεγάλο πλην τού νησιού.
   υπήρχαν βέβαια τά (αρκετά) δρομολόγια τού λεωφορείου αλλά αυτό, εκτός από τό ότι σέ ανάγκαζε να γίνεις μέρος θέλοντας και μη μιας χαρωπής αγέλης με τό που άνοιγες τά μάτια σου, σέ υποχρέωνε επιπλέον να έχεις στο μυαλό σου διαρκώς και τήν ώρα – πράγμα απαράδεκτο για μένα στις διακοπές τουλάχιστον. Επιπλέον, έπρεπε να ακούς, πριν καλά–καλά ξυπνήσεις, τίς μουσικές επιλογές τού λεωφορειούχου και τήν χαρωπή ελληνοπρεπή περιαυτολογία του : ήδη η επαφή με τή θάλασσα και τίς ωραίες αμμουδιές είχε υποστεί δηλαδή σοβαρότατο πλήγμα. Αλλά δεν έφταιγε τό νησί γι’ αυτό (εσύ τό διάλεξες) και στο κάτω–κάτω η κοινότητα σού ’δινε τήν εντύπωση ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να βολέψει τίς παράλογες καλοκαιρινές ανάγκες σου –

.

   κάθε νησί έχει τούς φθόνους και τίς αντιζηλίες του : τό συγκεκριμένο τά ’χει βάλει με τό μεγάλο διπλανό που «έχει σαιζόν πέντε μήνες» (ενώ τό μικρούλι αυτό φουλάρει τόν αύγουστο, και αυτό είναι όλο : κατά τίς αφηγήσεις κατοίκων). (Δεν ήξερα γιατί δεν φουλάρει και τούς άλλους μήνες – για μένα τό νησί ήταν πανέμορφο : η θέα απ’ τό δωμάτιό μου ήταν από τίς ωραιότερες (μόνο μια φορά είχα δει ωραιότερη άποψη τού αιγαίου αλλά εκεί μόνο αφού ανέβαινες στο κάστρο, όχι από τό δωμάτιο ή τή βεράντα σου – εδώ είχα τή δυνατότητα να δουλεύω με υπέροχη διάθεση λοιπόν τίς τελευταίες (πάντα ελπίζω!) διορθώσεις τού βιβλίου μου, μαζί με τόν καφέ μου κάθε πρωί, και ήμουνα σχεδόν ευτυχισμένη, ναι για λίγες μέρες) : προλάβαμε λοιπόν να κάνουμε μερικά σεπτεμβριάτικα μπάνια μεταφερόμενοι έτσι όπως είπαμε αγεληδόν ώσπου ύστερα ξαφνικά ένα βράδυ, και χωρίς περαιτέρω διαδικασίες, ο λεωφορειούχος δήλωσε ότι τά δρομολόγια ουσιαστικά σταματούσαν : θα γινόταν δηλαδή μόνο ένα τό πρωί κι ένα τό απόγευμα, ελλείψει αρκετής και σεβαστής αγέλης. (Έτσι εξηγούνται και τά περί φουλαρίσματος ή μη, σκέφτηκα) : Τό πρώτο σοκ τό διαδέχτηκε μια προσπάθεια εκ μέρους μου ως συνήθως αφελών εκλογικεύσεων ( : αλλά ήταν μάταιο, ο παλιός γνώριμος άρχων τής ελληνικής κοινωνίας αναδύθηκε περίλαμπρος) : Στην βλακώδη μου παρατήρηση «καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους δίπλα, με τούς πέντε μήνες; Μόλις κόβεται λίγο ο κόσμος μάς κόβετε και τή θάλασσα; Και τί λογική είν’ αυτή, να πετάτε στη θάλασσα αυτούς που θέλουν να σάς επεκτείνουν τή σαιζόν;» Έπεα πτερόεντα, και μπαινάκης και βγαινάκης : η λογική του, τετράγωνη λογική εκσυγχρονισμένου οικονομολόγου βαλκανιομάγκα : «Και τί θα κάνω εγώ, θα δουλεύει τό λεωφορείο, με τόση βενζίνη, για τό ενάμιση ευρώ πού κάνεις εσύ;» Λαμπρά. Δηλώνουμε αποχώρηση και τό βράδυ στο μπαρ τό συζητάμε με έλληνες και ξένους, φανατικούς οπαδούς τής ξερολιθιάς :

   Έπρεπε να φέρετε τ’ αυτοκίνητο (αυτοί είχαν φέρει)

   Θα έρχομαι να σέ κατεβάζω εγώ

   Δεν είσαι καλά που θ’ ανεβοκατεβαίνεις για χάρη μου

   Καλά κατέβαινε τό μεσημέρι με τά πόδια και τό βράδυ θα σ’ ανεβάζω

   Μού ’φυγε τό κέφι, έπειτα εσείς φεύγετε σε λίγο, δεν θέλω να μείνω κι εγώ άλλο, άκου «τό ενάμιση ευρώ που κάνω εγώ» : η κοινότητα όμως τί λέει;

   Ποια κοινότητα, δεν υπάρχει κοινότητα : η μαγκιά τού καθενός εδώ είναι η οικογένειά του και τά σπίτια που νοικιάζει

   Άλλωστε δεν ανήκει στην κοινότητα τό λεωφορείο. Κανείς δεν ξέρει πού ανήκει τό λεωφορείο. Είναι ιδιωτική επιχείρηση. Ο λεωφορειούχος – προσθέτει ο παντογνώστης μπάρμαν – είναι ουσιαστικά στον αέρα κι εντελώς παράνομος

   Έχεις προσέξει τά εισιτήρια που κόβει; Έχεις δει να έχουνε θεώρηση από τήν εφορία; Δεν έχουν. Σκέτο κωλόχαρτο.

   (δυστυχώς από τόν θυμό μου είχα πετάξει και τό τελευταίο εισιτήριο)

   Καλά, οι υπόλοιποι δεν έχουν τήν αίσθηση ότι πρέπει να κρατήσουν τόν κόσμο που έρχεται σεπτέμβρη μήνα να τούς μεγαλώσει τή σαιζόν;

   Ποιοι υπόλοιποι; Αυτοί έχουν τά κατσίκια τους και τίς είκοσι μέρες τού αυγούστου – τούς φτάνουν και τούς περισσεύουν. Τίμιοι και ολιγαρκείς.

   Καλά, δήμος δεν υπάρχει;

   Έλα μωρέ, αστειεύεσαι; Δε μού λες, εσένα θα σού δώσουν απόδειξη για τό δωμάτιο;

   Μού ’πε ότι έκλεισε ο λογιστής του τόν αύγουστο

   Τά βλέπεις; Ένας άλλος που τούς έκανε φασαρία ακόμα στα δικαστήρια θα τρέχει

   Καλά δεν έχουν αίσθηση κοινού συμφέροντος όλοι μαζί εδωχάμω;

   Να σού φέρω ένα καινούργιο ποτό να συνέλθεις;

.

   τήν άλλη μέρα λοιπόν ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση : η σκοτεινή τρύπα που χρησιμεύει για πρακτορείο εξυπηρετείται από ένα βαρύ μουτρωμένο αντίγραφο πρωινάδικου : η αναχώρηση από νησί όμως ως γνωστόν δεν είναι κι εύκολη υπόθεση : πρέπει να βρεις τό κατάλληλο πλοίο (έχω σκυλοπνιγεί από τούς σκυλοπνίχτες τών εφοπλιστών, για τούς οποίους επίσης δεν υπάρχει κρίση) και πρέπει να βρεις τίς κατάλληλες ώρες, και επιπλέον εγώ προσέχω και τόν καιρό : «Να ξανάρθουμε αύριο;» «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα, κλείνουμε : από αύριο μόνο στο λιμάνι και μία ώρα πριν φύγει τό καράβι»
   : θα κάνουμε τρία χιλιόμετρα να συνεννοηθούμε, και τρία χιλιόμετρα να ξανανέβουμε, κι ύστερα τρία να ξανακατέβουμε
   ξαναπετάω τό αγαπημένο μου επιχείρημα : Καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους διπλανούς με τούς πέντε μήνες σαιζόν; Με κοιτάει φτύνοντας πρωινιάτικες γοητείες : «Δεν μάς ενδιαφέρουν καθόλου οι διπλανοί, εμείς είμαστε φίσκα τόν αύγουστο, και μάς φτάνει». (Κατά μυστήριο τρόπο) βάζω στοίχημα με τόν εαυτό μου ότι είναι η γυναίκα τού λεωφορειούχου – κάποιος θα τής σφύριξε τή χτεσινή συζήτηση στο μπαρ και φτύνει τό φτωχό μου σαρκίο τού ενός ευρού με όλη της τή δύναμη
   αναγκαστική παραμονή μερικών ημερών ακόμη – συνηθισμένα πράγματα αυτά στα νησιά : από τά περήφανα μη αγελαία μου πλέον τρία χιλιόμετρα προς τή θάλασσα έχω βγάλει και κάτι φουσκάλες, στα πόδια μου με τά οποία όπως φαίνεται εξίσου γράφω όσο και με τά χέρια, αλλά ούτε αυτό μέ πειράζει : η φουσκάλα τής κρίσης λάμπει σα φλογοβόλο πάνω από τό κεφάλι μου. Οι άλλοι έχουν αναχωρήσει, και κάποιος μού τηλεφωνεί από τό περσινό νησί τί γίνομαι (έχω κι ενοχές που τούς άφησα κι ήρθα εδώ) : εκεί φυσικά ανοιχτά όλα μέχρι τέλος και σεπτεμβρίου και  οκτωβρίου
   στο τέλος αναχωρώ και εγώ : Συμπαθής εστιατόρισσα μού ανακοινώνει ότι τά δρομολόγια τού λεωφορείου ξανάρχισαν – μια μέρα πριν φύγω. – Πώς αυτό; – Ε, είδε ότι έχει ακόμα λίγο κόσμο, ήρθαν και μερικοί καινούργιοι.

.
   να τούς χαιρόμαστε όλοι μαζί λοιπόν τούς τουριστικοφάγους συγκατοίκους μας τής άτεγκτης κρίσης και τούς εκτιμημένους εκ νέου εαυτούς μας τού ενάμιση ευρού

.

   και δεν μ’ ενδιαφέρει φυσικά να βρουν τιμωρία από μένα που μού χάλασαν τίς διακοπές μου – για τόν ίδιο λόγο, και εξαιτίας ενός παλαιόθεν ακραίου φυσικού πολιτικοασαφούς συμπλέγματος δεν θα κάνω τίποτα για τήν παράνομη κατάσταση τού λεωφορείου : θα τούς τακτοποιήσουν όμως άλλα πράγματα, είμαι σίγουρη, ή τουλάχιστον τό ελπίζω : αργά ή γρήγορα  δηλαδή θα τήν βρούνε τήν τιμωρία τους οι κατσικοαστοί – κι ίσως μάλιστα κάποια στιγμή να τούς αγγίξει και κάποιου άλλου είδους κρίση που να μετατρέψει τό ευρώ τού καθενός σε σκληρότερο νόμισμα


   (γιατί, πώς να τό κάνουμε, δεν διάλεξα εγώ ν’ ασχοληθώ με τόν τουρισμό, αυτοί ασχολούνται – και πρέπει κάποια στιγμή να μάθουν να κάνουν καλά τή δουλειά τους όλοι σ’ αυτή τήν χώρα όπου η αυθαιρεσία και τό αποφασίζομεν και διατάσσομεν όπου μάς παίρνει, θεωρείται προϊόν ονομασίας προέλευσης : στο κάτω–κάτω αν είχανε τά κότσια ας εξακολουθούσανε να χτίζουνε τίς κατοικιές τους, και να βόσκουνε τίς κατσίκες τους, και να τό παίζουνε στην πρωινιάτικη συμβία τους (όσο θα τούς παίρνει κι εκεί)  μαχαλόμαγκες : αλλά αφού δεν τούς πέφτουν κι άσχημα τά λεφτά ημών τών κουτόφραγκων πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουνε ως έλληνες ότι όσο και να απομυζούν υπεραξία από τό τοπίο, οι ίδιοι δεν δημιουργούνε ούτε παράγουνε πια τίποτα : υπηρεσίες προσφέρουνε, και τά συμπλέγματα τών υπανάπτυκτων που θέλουν να ’ναι σερβιτόροι με νοοτροπία μεγαλέξαντρου θα πάνε αργά ή γρήγορα νομοτελειακά περίπατο, πάει τελείωσε τό λοφίο αυτό έχει σαπίσει).

   αυτά τά λίγα ημερολογιακά κι από μένα και με τά λιγότερα ψέματα

   ας έχουμε έναν βαρύ ασήκωτο και δημιουργικό χειμώνα

.

.

.

                

.

 

.

.

.

Ιουνίου 18, 2011

michel de montaigne: περί βίας ή περί ρατσισμού, περί αγριότητας και πολιτισμού (και ένα καινούργιο βιβλίο)

 

      

.
.

   όταν ο μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω–κάτω χρόνια : η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε μάλιστα όταν ο ίδιος ήταν στην ωριμότητά του, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων : κατά σύμπτωση (;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά «δοκίμια» (αν δεν τό ξέρετε, είναι δικιά του η λέξη – και τό είδος…)

   ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο–θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη : οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν – για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια – μια απειλή πάνω απ’ τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα

   ο μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592 : οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν τζορντάνο μπρούνο – αυτό δεν τό έζησε ο μονταίνιος αλλά ούτως ή άλλως (πρέπει να) τό φοβόταν και για τόν εαυτό του συνέχεια : τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά, κι έτσι έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του – απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του : αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια – άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του : ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες φαίνεται διαβάζουν πολύ γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν ιουλιανό – τόν γνωστό μας αποστάτη – αλλά και γιατί εξέφρασε μια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι’ αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση : τό βιβλίο του πήγε δηλαδή πολύ καλά από εμπορική άποψη – τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη)

   τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών απαγορευμένων μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640 : μιλάμε για τήν περίφημη αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε «αναγέννηση» (με τόσο καμάρι) επειδή σ’ αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ’ όλα (πρέπει να) μάς ενδιαφέρει

   υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει και τή χυδαιότητα και τή φρίκη : Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι – πάντοτε – οι άλλοι : όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε – αν τόν ξεπεράσουμε – μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε : ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που ψυχορραγούσες οικτρά : όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης : και τά λοιπά

   βέβαια η βία προϋπήρξε τής αναγέννησης (και ξέρουμε ότι συνεχίζεται και μετά απ’ αυτήν), θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας – τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός – τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω : Αυτό λοιπόν με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας – φιλόσοφοι – συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία – και ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της – είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού : η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία (κάπου, δεν θυμάμαι πού) τό έθεσε ο χορκχάϊμερ δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους «άγριους» : κατά σύμπτωση λοιπόν, μια από τίς ωραιότερες – και πρωιμότερες – υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα και τόν κανιβαλισμό – τόν οποίο όμως, συγκρίνοντας, τόν θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του : τό δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικό :

   είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς

   και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τής (πολιτισμένης) βίας, τών βασανιστηρίων, και εντέλει τού (πολιτισμένου) ρατσισμού :

 

michel de montaigne : essais [michel eyquem
όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα :]
για
τούς καννίβαλους

.

 

.

   φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ’ τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ’ όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα

   γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα – όμως τά σχολιάζουν : και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία : δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν – και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν

   λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ’ αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ’ αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του : πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /…/

   κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /…/ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /…/ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς

   αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ’ αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ’ τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ’ τούς δικούς μας : διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /…/

.

     

.

   δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες : όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /…/ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς

   όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /…/ Υπάρχει κάποιος απ’ τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ’ όλους μαζί /…/ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα : τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο

   ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους : αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα : τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους

   αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ’ όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ’ τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /…/ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /…/ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ’ αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /…/

   δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ’ τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ’ ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ’ τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ’ τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει

   μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ’ όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα

   η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ’ τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή : δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του – «si succiderit, de genu pugnat» *– όποιος, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ’ ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη : σκοτώνεται, δεν νικιέται.

   Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

   Γι’ αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν’ αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών

.

  

.

   έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο : ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ’ αυτόν : γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί : δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ’ αυτά η ουσία απ’ τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα ’ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /…/ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς – διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /…/

   κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής : «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που ’χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που ’θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου : κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ’ όλα τ’ άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε–δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση : ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ’ αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

   Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /…/ κι ότι απ’ τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους – που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει – τρεις απ’ αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο : απάντησαν τρία πράγματα απ’ τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ’ άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ’ τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει – και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να ’ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ’ όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια – και ότι τό ’βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

   Μίλησα μ’ έναν απ’ αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ’ είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /…/ )

   όλα αυτά δεν είναι άσχημα : αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε.

 michel de montaigne : essais
(εκδόσεις κάλβος 1979, μετάφραση εισαγωγή και σημειώσεις : θανάση νάκα)

.

* από τόν σενέκα : «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο σενέκας – εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα – κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά : αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του, ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ’ αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο). (Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο (που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά») – που κι αυτή η φράση – για τόν σολωμό ή τόν κάλβο και τόν καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε – είναι απελπιστικά άστοχη : αυτοί ξέραν ελληνικά, τού σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ’ αυτήν πρωτομίλησε, και τού κάλβου και τού καβάφη επίσης : ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους : απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν – αντίστροφα απ’ ό,τι στον μονταίνιο – σε μία ξένη γλώσσα (τώρα, πόσο φτωχομεγαλοαστικό κομφορμισμό (για τόν σεφέρη λέω) πρέπει να έχεις, για να μετατρέψεις τή γλώσσα τών σπουδών σου σε μητρική σου γλώσσα είναι άλλη συζήτηση).)

(απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση τού «άλλου» σημειωματάριου (τών τεχνών) : «γιατί η βία είναι μία αηδία»)

.

   

.

δεν θέλω να επαναλάβω εδώ ολόκληρο εκείνο τό παλιότερο ποστ που επικεντρωνόταν στην αντίθεση τού μονταίνιου προς κάθε είδος βίας : προτιμώ ν’ αφήσω τώρα τό κείμενό του μόνο, θα λειτουργήσει ίσως καλύτερα… όμως μού ήρθε μια ιδέα που δεν τήν είχα όταν απόσπασα για πρώτη φορά τό δοκίμιο αυτό για λογαριασμό τού «σημειωματάριου τεχνών» : σήμερα είδα λοιπόν (και διορθώστε με αν είδα υπερβολικά…) ότι πρόκειται ουσιαστικά όχι μόνο για έναν λίβελο κατά τής βίας, αλλά και εναντίον κάθε είδους, υπόγειου ύπουλου και λογικά δικαιολογημένου δήθεν ρατσισμού…

ο τρόπος με τόν οποίο βλέπει δηλαδή ο μονταίνιος τούς «άγριους» (ακόμα κι αν τότε, με τίς γνώσεις τής εποχής, ήταν υποχρεωμένος να τούς θεωρήσει κανίβαλους (αυτό εξάλλου επιτείνει νομίζω ακόμα περισσότερο τήν αντιρατσιστική οπτική του)) ο τρόπος λοιπόν αυτός μπορεί να γινόταν «κοινός τόπος» (αν και όχι και τόσο κοινός) αλλά πάντως θα περνούσαν οπωσδήποτε πρώτα κάτι αιώνες – για να μην πω ότι και σήμερα ακόμη θα θεωρούνταν από μεγάλα τμήματα (διεθνών πληθυσμών) τού πλανήτη, αιρετικός περίεργος εξωπραγματικός, και πιθανώς υπερβολικά ακραίος…

τελικά ήταν όντως μοναδικός αυτός ο υπέροχος ανθρώπινος άνθρωπος – ένας άνθρωπος στου οποίου τό άγαλμα στρέφονται (χαριτωμένα ίσως, δεισιδαιμονικά ίσως, αλλά και δικαίως νομίζω) επί αιώνες οι φοιτητές (λέει) τής σορβόνης πριν τίς εξετάσεις τους : και μέχρι σήμερα τού πιάνουν τού χαϊδεύουν και τού τρίβουν για γούρι τό δεξί του πόδι πριν πάνε να γράψουν : σε σημείο (λέει η ενδιαφέρουσα βιογραφία που εκδόθηκε πρόσφατα και τής οποίας τά στοιχεία βρήκα στο (πολύ καλό) βλογ 3quarksdaily) σε σημείο λοιπόν με τούς αιώνες τό πόδι να φθαρεί, να λιώσει και να χρειαστεί να τό αντικαταστήσουν!

αυτά έχει και η δόξα τών αγαλμάτων

.

 

.

   δράττομαι τής ευκαιρίας να συστήσω τώρα σ’ όσους διαβάζουν και αγγλικά (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά) τό βιβλίο αυτό τής σάρας μπαίηκγουελ, που βγήκε πέρσι, «πώς να ζει κανείς – ή μια βιογραφία τού μονταίνιου με μια ερώτηση και είκοσι απόπειρες προς απάντηση»

εδώ και τό βλογ τής ίδιας τής sarah bakewell για τό βιβλίο της αυτό (αγγλικός τίτλος : «How to Live : Or A Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer»)

τό οποίο (βλογ) τελειώνει με τήν εξής (δικιά της) περιγραφή τού βιβλίου :

“…τό «πώς να ζει κανείς» είναι μια ανορθόδοξη βιογραφία αυτού τού γοητευτικού, αυτού τού χαριτωμένου ανθρώπου : αν λέει τήν ιστορία τής ζωής του, τή λέει απαριθμώντας τά ερωτήματα που έβαζε και τίς απαντήσεις που προσπαθούσε να βρει – ανιχνεύοντας επίσης βήμα–βήμα τήν περίεργη ανατροφή του (ως παιδί ήταν υποχρεωμένος να μιλάει λατινικά), τή νεανική του καριέρα, τίς ερωτικές του περιπέτειες, τά ταξίδια του, και τίς φιλίες του – τόσο με τόν ποιητή και λόγιο étienne de la boétie όσο και με τήν υιοθετημένη του «κόρη» marie de gournay. Και παράλληλα είναι η ιστορία τών απειράριθμων αναγνωστών του, που εύρισκαν ανά τούς αιώνες στον μονταίνιο μιαν ανεξάντλητη πηγή πιθανών απαντήσεων για τό ερώτημα που απασχολούσε τόσο εκείνους όσο απασχολεί κι εμάς σήμερα – «πώς να ζει κανείς»”

.

.

για τό ίδιο βιβλίο : από τήν γκάρντιαν

κι εδώ κριτική στους new york times : conversation across centuries with the father of all bloggers

στα ελληνικά υπάρχει όπως βλέπω ακόμα η πρώτη έκδοση στη μετάφραση τού θανάση νάκα και κυκλοφορεί τώρα και τό πλήρες σώμα τών δοκιμίων, 3 τόμοι, σε μετάφραση τού φίλιππου δρακονταειδή

φωτογραφικές αναπαραγωγές από σελίδες τών πρώτων εκδόσεων τών essais βλέπετε εδώ και εδώ και εδώ

.

.

.

.

  

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Απριλίου 19, 2010

νύχτες / πολλά τά δεινά

 

 γιάννης ξενάκης 1967 tommaso campanella 1607

 

  

με τήν εγκαθίδρυση τής δικτατορίας στην ελλάδα ο γιάννης ξενάκης γράφει και (7 απριλίου τού 1968, σε κάτι λιγότερο από έναν χρόνο) παρουσιάζει στο παρίσι τίς «νύχτες» (nuits) – ενώ στις 26 οκτωβρίου τού ίδιου χρόνου (σ’ ένα ολοήμερο φεστιβάλ αφιερωμένο στο έργο του) ξαναπαίζει στο μουσείο μοντέρνας τέχνης τού παρισιού τίς νύχτες μαζί με τό  «πολλά τά δεινά» που είχε γράψει τό ’62 πάνω σε στίχους τού σοφοκλή από ένα χορικό τής «αντιγόνης»

όταν ήρθε στην ελλάδα τόν νοέμβριο τού 1974 μίλησε γι’ αυτές τίς νύχτες, και έβαλε σε μαγνητοταινία ν’ ακουστούν και τά δύο έργα εξηγώντας ότι δεν είχε μπορέσει να φανταστεί τά λόγια τού σοφοκλή να λέγονται παρά μόνο από παιδιά. Παιδί ήταν κι ο ίδιος άλλωστε όταν σε κείνη τή μάχη στα χαρακώματα τής πατησίων στη διάρκεια τού εμφύλιου έχασε από μια αγγλική οβίδα τό ένα του μάτι και τό μισό του πρόσωπο καθώς και μια αγαπημένη φίλη, τή Μάχη, που σκοτώθηκε (μαζί με άλλους συμφοιτητές του στην ίδια μάχη) και από τά ίδια συμμαχικά όπλα λίγο πιο πίσω – : ξέρουμε ότι στην εξορία ονόμασε τήν κόρη του επίσης Μάχη : και ξέρουμε επίσης ότι φυλακίστηκε αρχικά στην ελλάδα και μετά καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά είχε προλάβει να τό σκάσει με τή βοήθεια τού πατέρα του : σκόπευε να χρησιμοποιήσει τό παρίσι σαν ενδιάμεσο σταθμό για να καταλήξει στην αμερική αλλά τελικά έμεινε στο παρίσι : δεν δέχτηκε ποτέ να κάνει πλαστική εγχείρηση στο πρόσωπο για να καλύψει τήν πληγή από τόν ελληνικό εμφύλιο και τό ένα του μάτι ήταν απλώς γυάλινο.

ήρθε στην ελλάδα αμέσως μετά τίς πρώτες εκλογές, τότε που έγινε ένας ειδικός νόμος για ελάχιστους – ένδοξους – πολιτικούς πρόσφυγες, οι άλλοι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν ακόμα καθώς σε βάρος τών περισσότερων εκκρεμούσαν και καταδίκες σε θάνατο. Μίλησε στη λυρική σκηνή ένα βράδι, σε μια αίθουσα πήχτρα στον κόσμο όπου έγινε  ένας κυριολεκτικός χαμός. Βγήκε σε μια άδεια σκηνή όπου υπήρχε μόνο ένα χαμηλό γραφειάκι και ένας μαυροπίνακας με μια λευκή οθόνη για προβολές πιο πίσω, βγήκε διστακτικά μ’ ένα πάκο βιβλία στο χέρι, έκατσε, ταχτοποίησε τά βιβλία στο τραπέζι κι άρχισε να μιλάει : για τόν επίκουρο, τήν τύχη, τήν απόκλιση, τά μαθηματικά, τήν αρχιτεκτονική, τίς πιθανότητες τή μουσική, έδειξε σλάϊντς, έπαιξε μαγνητοταινίες, απάντησε σε ερωτήσεις, έγραψε εξισώσεις στον πίνακα και προβλήματα που τού υπαγόρεψαν κάποια παιδιά, παρακολούθησε με αλληλεγγύη τούς προβληματισμούς όσων τόν ρωτούσανε μαθηματικά, εξήγησε τόν λε κορμπυζιέ και τή συνεργασία τους, έπαιξε με τά χέρια τούμπανο στο τραπέζι για να δείξει τίς πιθανότητες τών ρυθμών, ο κόσμος ήταν σκαρφαλωμένος μέχρι και στα κάγκελα τής γαλαρίας, όρθιοι παντού μέχρι επάνω κι έξω απ’ τήν πόρτα, η ατμόσφαιρα έκαιγε

όσοι τόν είδαν επιμένουν επίσης μέχρι σήμερα (με τρυφερότητα) πως κάτω από τό στενό του παντελόνι εκείνη τή μέρα ήτανε καυλωμένος

  

 

1 γιάννης ξενάκης / νύχτες   :   iannis xenakis / nuits

  

 

musique iannis xenakis (new london chamber choir dirigé par james wood) / peintures angela biancofiore / production euromedia, montpellier 2008 / montage matiah eckhard 

 

 

 

2 tommaso campanella : η ανάκριση / giovan domenico campanella καλαβρία 5 σεπτεμβρίου 1568 – παρίσι 21 μαΐου 1639

 

η άγρια αυτάρκεια τής εξουσίας σε όλη της τή δόξα οδήγησε τήν ιερά εξέταση σε μεθοδικούς δρόμους σχεδόν σχολαστικής – και σχεδόν αξιοθαύμαστης – ειλικρίνειας – που θα ‘ταν ωφέλιμοι (για τήν διαλεκτική τής ιστορικής γνώσης) αν δεν ήταν στην κυριολεξία πληρωμένοι με ανθρώπινο πόνο, αίμα και ουρλιαχτά / αντιγράφω από κείμενο λατινικό, ευσυνείδητου γραφιά – ιερωμένου – πρακτικογράφου, που μεταφράστηκε στα γαλλικά από γυναίκα (η οποία αν δεν ζούσε στον αιώνα μας θα ‘χε καεί κι αυτή σαν μάγισσα, μάρτυς μου η ιστορία που μάς στοιχειώνει…) / τά «πρακτικά» τής παρακολούθησης τών φυλακισμένων εκτός θαλάμου βασανιστηρίων και εντός κελλιών τά οφείλουμε στην ακόμα πιο θλιβερά μεθοδική προθυμία δύο συγκρατούμενων που παρακολουθούν και καταγράφουν για λογαρισμό τών ιερών δεσμοφυλάκων τίς μυστικές συζητήσεις τών μοναχών φυλακισμένων – τίς νύχτες – από τά δύο διαφορετικά τους κελλιά : δεν θα σάς δώσω τό κείμενο ολόκληρο, στο τέλος σάς παραθέτω τήν πηγή – αντιγράφω μόνο εκείνες τίς λίγες κουβέντες που φωτίζουν συγκινητικά (κατά τή γνώμη μου) τήν όλη δεινή φρίκη : 

 

1      στο κελί

 

– αδελφέ Τομάζο αδελφέ Τομάζο…

– καλησπέρα καλησπέρα

– πώς τά πας ; κάνε κουράγιο αύριο έχουμε ταχυδρομείο

– Πέτρο κανόνισε ν’ ανοίξουν τήν πόρτα, να κοιμόμαστε μαζί… Χαρά, ε ;

– Απ’ τό στόμα σου και στου θεού τ’ αυτί! Να ‘χα δέκα δουκάτα να δώσω στους φύλακες, και σε σένα δέκα φιλιά τήν ώρα… Έχω σκορπίσει τά σονέτα σου σ’ όλη τή νάπολη, τά ξέρω όλα απ’ έξω, και θέλω να διαβάσω δικά σου κι άλλα…

– θα δώσω στον ταχυδρόμο αντίγραφα…

– πρώτα σε μένα και για τόν αδελφό μου να δώσεις και μετά τά υπόλοιπα στους άλλους

– ξεκουράσου τώρα… καληνύχτα

…………

– έγραψες πολύ σήμερα ;

– ναι, πολύ.

…………

– ακούω κάποιον

– θεός φυλάξοι, μίλα λατινικά, είν’ αγράμματοι, δεν ξέρουν…

– δεν θά ‘ρχονταν χωρίς φως…

– βλέπεις φως Πέτρο ;

– όχι τίποτα…

– εγώ βλέπω φως… άντε για ύπνο.

– άντε για ύπνο. 

 

2      η ανάκριση

         (18 ιουλίου 1600)

  

– πονάω πάρα πολύ

τού λένε ότι θα τόν βασανίσουν περισσότερο

– όχι άλλο, τί θέλετε από μένα, πέθανα

τόν ρωτούν γιατί δεν απαντάει

– δεν μπορώ… αχ… αχ… μαλάκες, πονάω παντού, κατεβάστε με…

τού ανακοινώνουν ότι θα δοκιμάσουν καινούργιο βασανιστήριο, τήν κρεμάλα

– ναι ναι δοκιμάστε πάει μέ ξεθεώσανε αδελφέ μου

τόν ρωτούν γιατί δεν μιλάει

– δεν αντέχω άλλο… κατουράω

κατουράει. Στη συνέχεια σωπαίνει. Έπειτα λέει :

– τά κάνω πάνω μου

μετά σωπαίνει, τού λένε να μιλήσει

– δεν μπορώ

τού λένε να ζητήσει έλεος από τούς Κυρίους Δικαστές

– αφήστε με να χέσω… πεθαίνω, για τ’ όνομα τού Θεού

…………

τόν ρωτούν πώς λέγεται ο επίτροπος τού Ιεροδικείου που τόν συνέλαβε

– άσε με να κοιμηθώ αδελφέ Θωμά

τόν ρωτούν ποιος είναι ο αδελφός Θωμάς

– εγώ είμαι ο αδελφός Θωμάς

τόν κατεβάζουν, τόν ξαναπάνε φυλακή

 

         (4 και 5  ιουνίου 1601 παρουσία και δύο επισκόπων)
 

τού ανακοινώνουν ότι θα τόν μεταχειριστούν βάναυσα αν συνεχίσει να παριστάνει τόν τρελό. Εκείνος απαντά :

– δέκα άσπρα άλογα…

και λέει κι άλλα πολλά ασυνάρτητα. Τόν δένουν στη στρέβλη

– σφιχτά δέστε με, έτσι, μέ τσακίζετε, αχ Θε μου

τού λένε να έρθει στα λογικά του

– δεν σάς έκανα τίποτα, αφήστε με, είμαι άγιος, sanctus sum, miserere, αχ Θε μου, πέθανα, πέθανα, πώς μού σφίγγουν τά χέρια, δεν έκανα τίποτα, ακούστε με

και συνεχίζει να κραυγάζει λέγοντας συνέχεια

– αααχ

και υποφέρει τό βασανιστήριό του λέγοντας

– αχ, ο στρατός που θα μέ βοηθούσε πού είναι, ελάτε, πεθαίνω, βοήθεια, χέζω

τού λένε να μην παριστάνει τόν τρελό

– αφήστε με, μη μέ σκοτώνετε, θα σάς δώσω δεκαπέντε λίρες, δεν έκανα τίποτα

τού λένε να μην κάνει τόν τρελό. Και καθώς τού έδεναν τά πόδια έλεγε

– αχ μέ σκοτώνουν

και καθώς άκουγε τά βούκινα τών καραβιών στο λιμάνι είπε

– σαλπίστε σαλπίστε μέ σκότωσαν

τού είπαν να μην προσποιείται, και αυτός έμεινε σιωπηλός, με τό κεφάλι γερμένο στο στήθος, για μια ώρα. Τότε τού πρότειναν να τόν  κατεβάσουν αν δεχόταν να μιλήσει, αλλά εκείνος είπε μόνο

– όχι, κατουράω

και θέλησε να κατεβεί, και τόν κατέβασαν, και είπε

– θέλω να χέσω

και τόν οδήγησαν στον απόπατο. Και στη συνέχεια ανακρίθηκε πάλι …

…………

τόν διατάζουν ν’ απαντήσει και να μην αποκοιμηθεί. Εκείνος είπε

– να καθίσω… να καθίσω… τό κάθισμα… βούλωσ’ το, σκάσε

τόν ρωτάνε πού γεννήθηκε και πώς λέγεται, κι εκείνος λέει

– βοήθεια

και σωπαίνει. Τού λένε να σταματήσει να κάνει τόν τρελό κι εκείνος σωπαίνει. Και χαμηλώνει τό κεφάλι και λέει

– αλίμονο αλίμονο

και όταν περασε η πρώτη ώρα τής νύχτας τόν ξαναρώτησαν πού γεννήθηκε και πόσων χρονών είναι κι εκείνος είπε

– μη, είμαι αδελφός σας

και σωπαίνει. Και τού λένε να μην κάνει τόν τρελό κι εκείνος λέει

– διψάω

και τού δίνουν να πιει , κι εκείνος ουρλιάζει

…………

και δεν είπε τίποτ’ άλλο όλη τήν υπόλοιπη νύχτα αλλά συνέχισε να υποφέρει με τά κεριά αναμμένα. Και ήρθε τό ξημέρωμα και άνοιξαν τά παράθυρα και έσβησαν τά κεριά. Κι εκείνος εξακολουθούσε να σωπαίνει. Και τού είπαν να μην κάνει τόν τρελό κι εκείνος είπε

– πεθαίνω πεθαίνω

…………

και είπαν οι Κύριοι Δικαστές να διακοπεί τό βασανιστήριο και να τόν βάλουν να καθίσει, και αυτό έγινε, και καθίζοντας είπε πως ήθελε να κατουρήσει και τόν οδήγησαν στο αποχωρητήριο… Και ήρθε η τρίτη ώρα και ήθελαν να τόν ξαναβάλουν στη στρέβλη κι εκείνος είπε

– όχι, περιμένετε αδελφοί μου

και τόν ανέβασαν πάνω στη στρέβλη κι από τότε δεν ξαναμίλησε, κι έμεινε εκεί υποφέροντας ήρεμος και σιωπηλός. Κι έπειτα ζήτησε να τού ανασηκώσουν λίγο τά πόδια του που τόν πονούσανε πάρα πολύ, κι αυτοί τά ανασήκωσαν. Κι έμεινε ήρεμος. Και οι Κύριοι Δικαστές τόν ρώτησαν αν ήθελε να κοιμηθεί κι εκείνος είπε

– ναι

και τού λένε πως αν μιλήσει θα τόν αφήσουν να κοιμηθεί, κι εκείνος δεν λέει τίποτα

…………

και τού επέτρεψαν να κατεβεί  για να φάει και να πιει και να πάει στο μέρος, κι αυτό πήρε μια ώρα, και τόν ξανάβαλαν στη στρέβλη κι εκείνος είπε

– τί θέλετε από μένα ;

και φαινόταν σαν να μην ένιωθε πια πόνο, και δεν έλεγε τίποτα

…………

και τού ανακοίνωσαν πως θα ξανάρχιζαν τό βασανιστήριο, κι εκείνος είπε

– αφήστε με

και τόν ρωτούν γιατί νοιάζεται τόσο πολύ για τό σώμα του, κι εκείνος απαντά

– η ψυχή είναι αθάνατη

κι όλη τήν ώρα επαναλάμβανε

– πεθαίνω πεθαίνω

και διέταξαν να τού ξαναβάλουν τά ρούχα του και να τόν πάνε στο κελί του, και τό βασανιστήριο είχε κρατήσει τριανταέξη ώρες

…………

 

3      στον διάδρομο 

 

και ένας δεσμοφύλακας επιφορτισμένος να παραδώσει τόν κρατούμενο στους δεσμοφύλακες τού κάστρου, τή στιγμή που διέσχιζαν τήν βασιλική αίθουσα τόν άκουσε να λέει

– για τόσο μαλάκα μέ είχανε να μιλήσω ;

 

 

:: che si pensavano che io era coglione, che voleva parlare? ::

απόσπασμα από τό κεφάλαιο πρακτικά τής δίκης τού καμπανέλλα 1597–1601 τού βιβλίου τής μαργαρίτας γιουρσενάρ : «χρόνος, αυτός ο μεγάλος τεχνίτης» / le temps, ce grand sculpteur / για τό οποίο έχω γράψει και εδώ / μετάφραση στα γαλλικά τής ίδιας τής γιουρσενάρ από τό λατινικό πρωτότυπο (διασωθέν)  κείμενο τού καλόγερου που κατέγραφε κατά τή διάρκεια τών βασανιστηρίων, και τού καταδότη που παρακολουθούσε τόν καμπανέλα στη φυλακή / «η σμίλη τού χρόνου» εκδόσεις χατζηνικολή – μετάφραση νίκου δομαζάκη /

 

 

      

 

 

ο τζιοβάνι ντομένικο καμπανέλλα (που από τή στιγμή που έγινε καλόγερος και μετά πήρε τό όνομα θωμάς) είναι ιταλός ποιητής, φιλόσοφος και αστρολόγος τής αναγέννησης, με καταγωγή από τήν καλαβρία τής νότιας ιταλίας / πιάστηκε φυλακίστηκε και βασανίστηκε ως αιρετικός (για τό συγγραφικό του έργο και τήν ποιητική του σκέψη) και πέρασε 5 φορές από δίκη : τήν τελευταία φορά έμεινε στη φυλακή 27 χρόνια και τότε έγραψε τά σημαντικότερα βιβλία του / τό πιο διάσημο, τήν «πόλη τού ήλιου» τό έγραφε από τό 1602 ώς τό 1623 – και τόν  «θρίαμβο τού αθεϊσμού» που άρχισε να τόν γράφει τό 1605 τόν τέλειωσε τό 1607 / ο καμπανέλλα κατάφερε να γλιτώσει τελικά τήν πυρά κάνοντας κυρίως τόν τρελό και χωρίς να αποκηρύξει τό έργο του / ενώ ο – εξίσου πεισματάρης και ασυμβίβαστος (άλλος αιρετικός καλόγερος) – σημερινός μας τζορντάνο μπρούνο (από τή νότια ιταλία κι αυτός) οδηγήθηκε, ύστερα από 7 χρόνων φυλακίσεις δίκες και πολύ χειρότερα βασανιστήρια, επειδή δεν δέχτηκε να ανακαλέσει τίποτα, ζωντανός στην πυρά.

για τόν μπρούνο ο καμπανέλλα δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα, καθώς περνούσαν περίπου ταυτόχρονα τά βασανιστήριά τους, για τόν γαλιλαίο όμως που πιάστηκε αργότερα όταν ο καμπανέλλα είχε (με τή μεσολάβηση ενός πάπα που ήταν φίλος του) απελευθερωθεί, προσφέρθηκε να τόν υπερασπιστεί – και έγραψε κι ένα έργο κιόλας, τήν «απολογία για τόν γαλιλαίο» (γράφτηκε τό 1616 και δημοσιεύτηκε τό 1622) : η πλάκα είναι ότι ο γαλιλαίος καθώς ήταν έντρομος και έτοιμος να υποχωρήσει, δεν δέχτηκε καθόλου καλά τήν αυθόρμητη υπεράσπιση τού καμπανέλλα, που φοβήθηκε ότι θα τόν βλάψει γιατί ο καμπανέλλα ήταν αμετανόητος σεσημασμένος… (ξέρουμε ότι ο γαλιλαίος, που ανακρίθηκε 4 φορές (η τελευταία ήταν τό 1633 – οπότε και αποκήρυξε ύστερα από τά βασανιστήρια και τήν απειλή τής πυράς με ένα ταπεινωτικό και υποχρεωτικό κείμενο τίς αρχές του)  γλίτωσε τελικά τό κάψιμο και η ποινή που τού επιβλήθηκε ήταν κατ’ οίκον περιορισμός) 

ο giordano bruno (που τό βαφτιστικό του όνομα πριν γίνει καλόγερος ήτανε filippo) είχε γεννηθεί τό 1548 – αλλά γι’ αυτόν τόν εκπληκτικά μοντέρνο φιλόσοφο (που τό πλήρωσε πολύ ακριβά αυτό (ιδιαίτερα) τό εκπληκτικά) έχω τή φιλοδοξία να κάνω ειδική ανάρτηση κάποτε, μολονότι δεν μού είναι και εύκολο… (προς τό παρόν υπάρχει ένα λινκ εδωμέσα που παραπέμπει σε μια βιογραφία του – δεν τήν έχω διαβάσει ολόκληρη, αλλά νομίζω ότι καλή είναι…) (τό βιβλίο (είναι στα αγγλικά) βρίσκεται σε pdf αν κάνετε κλικ στη φωτογραφία κάτω–κάτω, τελευταία στη στήλη δεξιά) / εν πάση περιπτώσει για τά ελάχιστα που μπορεί να ενδιαφέρουν στο παρόν ποστ, ας πω μόνο ότι ο μπρούνο συνελήφθη – ύστερα από προδοσία ενός μαθητή του – στη βενετία τό 1592 (στις 22 μαΐου), και μεταφέρθηκε σε κάτεργο στη ρώμη τό ’93 : οι αλλεπάλληλες δίκες του κρατήσανε 7 χρόνια, και καθώς δεν δέχτηκε να ανακαλέσει τίς καινοφανείς και «αιρετικές» θεωρίες του – κυρίως για «τόν άπειρο αριθμό κόσμων», αφού τού φορτώσανε και ό,τι άλλο μπορούσανε περί ανήθικης ζωής και λοιπά (ήταν τό πιο εύκολο αυτό τότε – αλλά μήπως και σήμερα δεν είναι ; ) τόν οδήγησαν ζωντανό στην πυρά, συμβολικά όπως θέλανε οι παπάδες με τήν είσοδο τού καινούργιου ( 17ου ) αιώνα… / τόν κάψανε στις 17 φεβρουαρίου τού 1600 στην κεντρική πλατεία τής ρώμης τήν campo de’ fiori και η στάχτη του σκορπίστηκε στον τίβερη / περιέργως δεν έχουν σωθεί τά πρακτικά τής δίκης του, όπως σώθηκαν αυτά τού καμπανέλλα που μετέφρασε η γιουρσενάρ : μάλλον όμως φρόντισε η ιερά εξέταση να τά εξαφανίσει γιατί η εκτέλεση τού μπρούνο αποτελούσε σκάνδαλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως και να τό κάνουμε – ο μπρούνο ήταν διάσημος φιλόσοφος και είχε μαθητές σε όλη τήν ευρώπη – δεν επρόκειτο για τό κάψιμο ενός οποιουδήποτε ανίσχυρου ανθρωπάκου με μια κατηγορία μαγείας… / άλλωστε ο μπρούνο υπήρξε όπως φαίνεται και όπως μπορούμε και λογικά να υποθέσουμε, εκτός από ασυμβίβαστος και ιδιαίτερα καυστικός στις απαντήσεις του προς τούς ιεροεξεταστές… / σώζεται (από τήν ιδιωτική αλληλογραφία κάποιου gaspar schopp of breslau) ένα επεισόδιο παραδείγματος χάριν από τήν δίκη του, όταν άκουσε τήν καταδίκη : πως σήκωσε δηλαδή απειλητικά τό χέρι του προς τούς δικαστές του και είπε «και ίσως εσείς να φοβάστε περισσότερο τώρα που μού απαγγέλνετε αυτή τήν καταδίκη, απ’ όσο εγώ που τήν ακούω» : «maiori forsan cum timore sententiam in me fertis quam ego accipiam» /  τό 1940 ανακαλύφτηκε μια περίληψη τών πρακτικών τής δίκης του, που μακάρι κάποτε να εκδοθούν.

έτσι λοιπόν η αναγέννηση δεν έχει χάσει τό σφρίγος της μέχρι σήμερα / και τό σημερινό ποστ ας εκληφθεί μόνο ως (μικρό) αφιέρωμα στις μεθόδους κάθε εξουσίας ανά τούς αιώνες σ’ αυτόν τόν πλανήτη / με τήν ευκαιρία τής μεθαυριανής επετείου : και ας αποτελέσει μια μικρή υπόμνηση για τίς διώξεις και τά βασανιστήρια που έχει υποστεί κάθε ασυμβίβαστος και δημιουργικός πολίτης φιλόσοφος ή καλλιτέχνης που διαφώνησε σ’ οποιουσδήποτε καιρούς μ’ αυτόν τόν πολιτισμό

αφιερώνεται επίσης στην, εν ζωή πάνω απ’ όλα, μνήμη όλων εκείνων, γυναικών και αντρών, που καθώς τίς σέρναν αιμόφυρτες οι βασανιστές τους έξω από τό καμαράκι στην  «ταράτσα» τής μπουμπουλίνας μονολόγησαν κάποια στιγμή από μέσα τους, σαν τόν ιταλό εκείνο καλόγερο : για μαλάκα μέ είχανε να μιλήσω ; …

 

 

 

 3 σαν σήμερα μεθαύριο ή χτες

 

 

 

 

 

 

4 πολλά τά δεινά : σοφοκλής / ξενάκης / παιδική φωνή φοβερά υπάρχουν διάφορα, αλλά από τόν άνθρωπο δεν νομίζω πως υπάρχει τίποτα πιο φοβερό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.