σημειωματαριο κηπων

Απριλίου 19, 2011

for eliza : too much smoke

    

 

   σήμερα σελίδες από μυθιστόρημα :

   όλα ξεκίνησαν εκείνο τό βράδυ επειδή η λίζα (ως γνωστόν αυτό τό χαϊδευτικό στην ελισάβετ τής τό ’χω δώσει εγώ) άναβε τό ’να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο (είχαμε βέβαια να ειδωθούμε καιρό και τό ’χα ελαφρώς ξεχάσει) : πολύ καπνίζεις, τής είπα, κάνε και λίγο κράτει : ξέρω ότι οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, αλλά η συγκεκριμένη μπορεί να σώσει και καμιά ζωή

   μην μιλάς σαν να ’σαι και γονιός μου γαμώτο, είπε εκείνη και στρογγυλοκάθισε. Εμένα εξάλλου μού ’χει σώσει τή ζωή τό τσιγάρο, τό ξέρεις αυτό; 

   υπερβολές, είπα, σαχλαμάρες

   ναι, είπε, εγώ μόνο μια σφαλιάρα έχω φάει στη ζωή μου, κι αυτό ακριβώς επειδή ήμουνα χαζή, και ηλίθια, και δεν ακολουθούσα τούς κανόνες, κάπνιζα επιπλέον πολύ

   μέ κοίταξε καλά–καλά, κι εγώ ως συνήθως στρογγυλοκάθισα (τρελαίνομαι ν’ ακούω ιστορίες και ειδικά τίς δικές της, και να τής τίς κλέβω κιόλας, ευσχήμως όμως και δημιουργικά εννοείται, είναι μέρος τής δουλειάς άλλωστε τά υλικά – αλλά κατά βάθος τήν κολακεύει αυτό και πιστεύω άλλωστε ότι γι’ αυτό θέλει τόσο πολύ και να μού μιλάει) : άντε λέγε, τής είπα.

   ε, είπε ευχαριστημένη κι έπιασε και τό ποτήρι της, έτσι είναι :

   όταν άρχισαν οι φασαρίες είπαμε ότι δεν πρέπει, όταν θα μάς παν μέσα, να καπνίσουμε για να μην δείξουμε ότι τό χρειαζόμαστε (δηλαδή τό κάπνισμα) τόσο πολύ : δηλαδή αυτό με τό τσιγάρο που σού λέω τώρα έχει μεν πολλή πλάκα, αλλά είναι και σοβαρό : μού ’χει σώσει εμένα τή ζωή τό τσιγάρο, τό πιστεύω απόλυτα αυτό που σού λέω : η ρέα βέβαια μού τό ’χε πει από τήν αρχή ότι μπορεί να μέ κρατάγανε μέσα για λίγο και να μην τρομάξω – λοιπόν μόνο μετά από καιρό και σκέψη πολλή κατάλαβα ότι τή γλίτωσα γιατί καταβάθος δεν μπόρεσα να μείνω χωρίς να καπνίσω ούτε στιγμή : πρέπει να μέ θεώρησαν επομένως εντελώς ακίνδυνη και άσχετη – γιατί βλέπεις κάπνισα αρειμανίως : βέβαια, ξέραμε ότι θα μάς αφήνανε να περιμένουμε ώρες, αυτό δεν μού ’κανε εντύπωση : δεν μπορώ να σού πω ακριβώς τώρα πώς μού φάνηκε εκείνη η καινούργια η ασφάλεια που δεν ήτανε η μπουμπουλίνας, και τί χρώμα και μυρωδιά και τί αίσθηση είχε γιατί θα χρειαζόμουνα τόμους σαν εκείνους τού προυστ, θα στο διηγηθώ όμως με πολύ λίγα λόγια γιατί ήταν από μια άποψη και εντελώς λιτό και ξεκάθαρο : εξάλλου αυτό τό άσπρο χαρτί κάτω απ’ τήν πόρτα που μάς είχανε στείλει, με όλη του τήν εξωτερική και απαίσια μυρωδιά – μάς φαινότανε, είμαι σίγουρη σε όλες μας, σαν φιλοφρόνηση, τό πιο άγριο πτυχίο που μάς είχανε δώσει ποτέ, τά πιο συνταρακτικά για όλους μας (και με κατεβασμένα τά μούτρα τών άλλων, γιατί όλες είμαστε καλών οικογενειών όπως καλά ξέρεις – ξέρω καλά, είπα) λοιπόν, είπε, συγχαρητήρια :

   βέβαια εγώ σκεφτόμουνα συνεχώς τίς συμβουλές που μού είχανε δώσει και τίς προειδοποιήσεις τους : δεν είχα σκοπό καταρχάς να διαφέρω – λοιπόν μέ αφήσανε να περιμένω όπως έπρεπε καμιά ώρα σε κείνον τόν διάδρομο που είχε έναν πάγκο μακρύ, και είμαι σίγουρη ότι είχα πάρει ύφος πολύ σκληρό, όπως συνήθιζα άλλωστε τότε, και χωρίς να τό καταλάβω άναψα ένα τσιγάρο σχεδόν αμέσως : ύστερα, μόλις τό κατάλαβα, έκανα μέσα μου τήν κατασκευή ότι πολύ καλά φερόμουνα διότι δεν ήθελα να φανεί αργότερα ότι μού λείπει : τό έκανα λοιπόν τό πραξικόπημα ενάντια στις διδαχές τους (εξάλλου τό χρειαζόμουνα : δεν υπήρχε λόγος να περάσω τά δύσκολα που θα ακολουθούσαν μετά, σκεφτόμουνα, έχοντας συγχρόνως και τήν επιθυμία αυτή να μέ δέρνει) : τό άναψα λοιπόν τό τσιγάρο ξεχνώντας αμέσως όλες τους τίς συμβουλές – και ούτε ίχνος ενοχής δεν είχα που τούς παράκουσα : ήμουν άλλωστε τελείως μόνη, δεν ακουγόταν τίποτα και είχα απλώς τήν υποψία ότι μπορεί και να μέ παρακολουθούνε από καμιά τρύπα στον τοίχο δεν ξέρω δηλαδή ακριβώς κιόλας τί είχα πάθει : νομίζω ότι ο οργανισμός εκκρίνει κάποιο ναρκωτικό σ’ αυτές τίς περιπτώσεις

   έβαλε ένας μέσα τό κεφάλι του μετά από ώρα, ένας λέρας απ’ αυτούς με τίς καμπάνες και τήν λερωμένη φάτσα και μέ κοίταξε κι ύστερα έφυγε : τόν κοίταξα κι εγώ καλά–καλά (εκείνη τήν ώρα κάπνιζα τό δεύτερο ή τό τρίτο τσιγάρο δεν θυμάμαι κιόλας ακριβώς τίς λεπτομέρειες – και τά πέταγα όλα τους κάτω – θυμάμαι πάντως ότι είχα σκεφτεί Δεν έχουν τασάκι και έχει γούστο να μού πουν ότι τούς λερώνω τό πάτωμα και να πιαστούν δήθεν ότι θυμώνουνε απ’ αυτό) όμως ένιωσα και μια σχετική απογοήτευση που δεν μέ κοιτάζανε από τίποτα μυστικά τζάμια – εξάλλου ήμουνα φυσικά τόσο ηλίθια που είχα τήν διάθεση να τού τό πω κιόλας δεικτικά «θα περιμένω κι άλλο ακόμα;» αλλά ευτυχώς κρατήθηκα : πιστεύω δηλαδή ότι κάνοντας τήν άνετη ξέχυνα μέσα μου τό ναρκωτικό μου για να μη μέ πιάσει ο φόβος

   πάντως διατηρούσα και τή διαύγεια να καταλάβω ότι ήτανε ελαφρώς χειροτεχνική η κατάσταση. Ή μήπως τή διατηρούσαν έτσι επίτηδες, ώστε να σού δημιουργήσουν μια οικειότητα, ότι τίποτα δεν είναι δήθεν περίεργο, και μετά ξαφνικά να στη σπάσουν, και τά περίεργα να σέ τσακίσουν μετά εντελώς; Μού έκανε πάντως εντύπωση που ήρθε ο ίδιος ακριβώς λέρας να μέ φωνάξει να πάω μέσα : μά, σκέφτηκα, δεν έχουνε άλλον υπάλληλο; σαν να ’ταν έρημο τό κτήριο φαινότανε : σχεδόν δεν μού μίλησε, μού φερόταν σαν να ’μαι κανένα σκυλί : τόν ακολούθησα και άνοιξε μια πόρτα (σαν από μόνη της, σαν να ’ταν από τήν σπηλιά τού αλή–μπαμπά) και μπήκα σ’ ένα δωμάτιο κανονικό και με φως αρκετό :

   βέβαια ήταν περίεργο να τό ονομάζεις κανονικό αυτό τό δωμάτιο, αλλά δεν θα μπορούσε να ’ναι και κανονικότερο : ακριβώς δημοσιοϋπαλληλικό σαν μιας εφορίας, ανάλογα δηλαδή με τά πράγματα που είχε μέσα. Και ήταν ένας χοντρός με πρόσωπο εξαιρετικά ασήμαντου, και δύσμορφου σχεδόν πίθηκου, αυτός που καθότανε πίσω από τό γραφείο : ήταν ο ασφαλίτης που είχαν ορίσει για μένα και ξέραμε τό όνομά του από τό χαρτάκι που  είχανε στείλει, τό είχαμε συζητήσει όλες δηλαδή μεταξύ μας ότι δεν ήταν από τούς πρώτους και από τούς καλύτερους (αυτό πρέπει να πω ότι ελαφρώς μέ πείραξε) είχε λοιπόν τ’ όνομά του γραμμένο σε ένα μαύρο ξύλο μπροστά : και μιλούσε στο τηλέφωνο πολύ δυνατά τήν ώρα που μπήκα, και κάποιος άλλος μέ έβαλε να καθίσω σε μία καρέκλα στο γραφείο μπροστά, και ήταν περίεργη η απόστασή της ήθελα να τήν κουνήσω αλλά δεν τόλμησα, είχε μια απόσταση από τό γραφείο και μια απόσταση από τόν τοίχο πιο πέρα και ήμουνα ξεκάρφωτη εντελώς εγώ εκειπέρα στη μέση : και τότε έκανα κάτι που δεν μπορώ να τό πιστέψω ούτε σήμερα ακόμα, κάθισα σταυροπόδι και άναψα τσιγάρο : αυτός συνέχιζε να φωνάζει έξαλλος στο τηλέφωνο κάτι είχε εναντίον τής κόρης του, και μού φάνηκε τελείως αντιεπαγγελματικό και πρόχειρο, τήν ώρα που ήταν να μέ ανακρίνει να έχει οικογενειακό τηλεφώνημα, κάτι έλεγε ίσως με τήν γυναίκα του, ή μιλούσε ίσως με κάποιον άλλον συγγενή, οπωσδήποτε όμως κατάλαβα ότι μιλούσε για τήν κόρη του και φώναζε με άγριο ύφος κοιτώντας με κιόλας, αλλά χωρίς να μέ χαιρετήσει που μπήκα, Θα πάρω τό μπιστόλι εγώ άμα η κόρη μου εμένα τολμήσει να μού κάνει τέτοια δεν τά ανέχομαι αυτά εγώ και θα τής τινάξω τά μυαλά στον αέρα, και εγώ τόν κοιτούσα και κάπνιζα και μέ κοιτούσε κι αυτός και κάποια στιγμή μάλιστα έσπρωξε μ’ έναν ήπιο τρόπο ένα τασάκι προς τό μέρος μου ίσια με τά δάχτυλά του προς τή μεριά μου, και στο τέλος έσβησα τό τσιγάρο και ύστερα τελείωσε και τό τηλεφώνημα (δεν θα άναβα άλλο τσιγάρο : στο λέω να ησυχάσεις) σταύρωσε λοιπόν τά χέρια του πάνω στο γραφείο και μέ κοίταξε ήρεμα και είπε Δεν μού λες τί είναι αυτά εδωπέρα που έχουμε Ελισάβετ; (ένα από τά γελοία που είχανε, και τό είχαμε συζητήσει κιόλας όλες, ότι θα σού μιλούσαν δηλαδή στον ενικό δήθεν ότι τά ξέραν όλα για σένα, αλλά με τό όνομα που έγραφε η ταυτότητα μόνο : δεν ξέραν τά παρατσούκλια οι ηλίθιοι)  σκύβοντας λοιπόν τότε λίγο προς τά πόδια του που δεν τά έβλεπα κιόλας, εμφάνισε σαν ταχυδακτυλουργός ένα χαρτονένιο πράγμα ξεθωριασμένου χρώματος κίτρινου ή ροζ από κάτω από τό γραφείο του ή πάνω από τά γόνατά του πολύ φτενό, πάρα πολύ λεπτό πράγματι : μού κόπηκε η ανάσα όταν σκέφτηκα με πολύ καμάρι ο φάκελος ο φάκελός μου έχω φάκελο που είναι μόνο δικός μου και γι’ αυτό είναι τόσο λεπτός – ένιωσα δηλαδή μια ευχαρίστηση που ήταν πολύ όμοια με περηφάνεια για τό γεγονός ότι δεν υπήρχε οικογενειακός φάκελος και ξεκινούσανε όλα από μένα (και οι άλλες όμως έτσι νιώθαμε οι περισσότερες), αλλά όταν τόν άνοιξε είχε κάμποσα χαρτιά μέσα, αυτό τό κατάλαβα, αλλά δεν έβλεπα από κει και καλά (προσπάθησα μού φαίνεται να δω κάπως καλύτερα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν εκείνο τό χαρτί δηλαδή ήταν δικό μου ή τό ’χε γράψει άλλος) αλλά αυτός τώρα φαινόταν πολύ θυμωμένος και ξεχωρίζοντας αυτό τό χαρτάκι από τά υπόλοιπα (τό είχε και πάνω–πάνω) μού είπε Τί είναι αυτά εδώ Ελισάβετ; – ήταν πολύ θυμωμένος και δεν καταλάβαινα τίποτα, ώσπου άρχισε να διαβάζει (είχε κι ένα ηλίθιο ύφος όπως οι δάσκαλοι που απαγγέλλουν στο δημοτικό) : Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών – ήταν τό ψήφισμά μας, θυμάμαι ότι ήμουν σε μεγάλη φόρμα και είχα πει τής ρέας άσε θα τό γράψω εγώ και κείνη συγκατένευσε και στο κάτω–κάτω θα τό ελέγχανε όλες μετά, εξάλλου ξέραμε, τό ύφος τών πραγμάτων που λέγαμε ήταν σαν ενιαίο, μιλάγαμε ο καθένας με τό ύφος του αλλά σαν να μιλάγαμε με τόν ίδιο μουσικό τόνο όλοι μαζί : κι έτσι είχα απομακρυνθεί θυμάμαι για λίγο μέσα στο πλήθος που σπρωχνότανε πάνω εκεί που ο ήλιος ήτανε τόσο ζεστός σ’ ένα πεζούλι να γράψω γιατί ήμουν σε φόρμα και μού ’χε έρθει αυτή η πρόταση Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών, και μού είχε φανεί πολύ ωραία αρχή (αλλά ήμουν και σίγουρη ότι όλοι θα τό αρχίζαμε έτσι) και – αυτό τό θυμάμαι καλά – ένιωσα κάποια στιγμή κάποιον να σκύβει από πάνω μου ενώ στριμωχνόντουσαν γύρω μου όλοι φωνάζοντας και γινόταν χαμός, κι ένιωσα έναν με προσοχή αδιάκριτη που μέ ενόχλησε, να σκύβει να δει ακριβώς τί θα γράψω και εκνευρίστηκα : (γιατί πάντα μ’ εκνευρίζει αυτό, δεν μπορώ να μέ κοιτάν όταν γράφω) (αλλά καμιά φορά δεν τό λέω όταν είμαι με φίλους) (όμως εκείνη τή φορά τό είπα γιατί μέ εκνεύρισε) και γύρισα λοιπόν και τόν είδα, ήταν ένα πρόσωπο άγνωστο απ’ αυτούς που δεν τούς ξέραμε και εγώ δεν τόν είχα ξαναδεί κι όχι μόνο κοίταζε με περιέργεια αλλά τό ύφος του δεν ήταν καν φιλικό, σαν να ήταν απλώς και μόνο περίεργος : και σταμάτησα και τού είπα Σέ παρακαλώ κάνε παραπέρα λιγάκι γιατί δεν μπορώ να γράφω άμα μέ κοιτάνε, και μέ κοίταξε μ’ ένα άχρωμο ύφος κι απομακρύνθηκε σα δυσαρεστημένος κιόλας : κι εκειπέρα σκέφτηκα «λοιπόν νά που μπορεί να ήταν χαφιές, νά που κάποιος εκειπάνω ήταν χαφιές, τό ψήφισμα αυτό ήτανε τής σχολής, πού τό ξέρουνε αυτοί ότι τό ’χα γράψει εγώ», και ήτανε μια σκέψη που μού έφερε μεγάλη αμηχανία, «είχαμε χαφιέδες λοιπόν στην ταράτσα» και ήταν, τό ήξερα ότι ήταν, απ’ αυτές τίς σκέψεις που όταν τίς έλεγα δυνατά στις άλλες σαν να ανέφερα κάτι περίεργο, όλες μαζί θα μού λέγανε γελώντας, Τί λες ρε επιτέλους, σοβαρά, τό κατάλαβες; αλλά εκείνη τήν ώρα τό σκεφτόμουνα μόνη μου με όλη τήν άνεση και μπορούσα να τό σκέφτομαι συνέχεια, και συγχρόνως δεν μπορούσα να καταλάβω καλά και τόν θυμό του αυτουνού : γιατί τό κείμενο δεν έλεγε και τίποτα περίεργο, αλλά σκεφτόμουνα Είχαμε ακόμα και στην ταράτσα χαφιέδες λοιπόν, και τά παρακολουθούσανε όλα, δεν τούς ξεφεύγει λοιπόν τίποτα
   όμως αυτός φαινότανε πολύ θυμωμένος και τό ’λεγε και τό ξανάλεγε, και τό διάβαζε απαγγέλλοντας : κι ύστερα ξαφνικά δεν κατάλαβα πώς, μες στο δωμάτιο ήταν κι άλλες φωνές και γύρισα, πρέπει να ’μουν κατάπληκτη, γιατί είδα ότι είχαν μπει απ’ τήν πόρτα πάρα πολλοί, κάτι περίεργο είχε συμβεί σ’ εκείνην τήν πόρτα και σ’ αυτό τό δωμάτιο κι ενώ δεν άκουσα θόρυβο ίσως ή δεν τήν είδα ν’ ανοίγει (αν και βέβαια κοιτούσα συνέχεια μπροστά προς αυτόν) εκείνη τή στιγμή γύρισα προς τήν πόρτα κι ήταν ένα μπουλούκι πάρα πολλοί εκεί, κι ήταν περίεργος ο τρόπος όπου στεκόντουσαν, ήτανε λίγο σαν σκηνογραφία μιας όπερας : λίγο σαν χορωδία ήτανε όλοι μαζί, γιατί ήταν μαζεμένοι τριγωνικά στο άνοιγμα τής πόρτας και άφηναν ένα τεράστιο κενό στο υπόλοιπο δωμάτιο, ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν, ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μάς, και μάς κοιτάζανε – και συγχρόνως είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν όλοι στριμωγμένοι εκεί πέρα : και τούς κοίταξα για λίγο, δεν ξέρω τί ύφος είχα αλλά τούς κοίταξα, κι ύστερα κοίταξα πάλι αυτόν, και τότε αυτός έκανε κάτι πολύ καταπληκτικό, κινήθηκε με φοβερή δηλαδή και σχεδόν αναπάντεχη ευελιξία για τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο και έκανε μια πιρουέτα γύρω από τό γραφείο του και προς τ’ αριστερά και πριν προλάβω καν να καταλάβω τί θα γίνει ή τί γίνεται, έδωσε μια στην καρέκλα του πίσω και όρμησε προς τό μέρος μου προς τά μπροστά, κι αφού πρώτα έστριψε κυκλικά, με μια φοβερή ταχύτητα για έναν τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο, τινάχτηκε από τή θέση του ήρθε στη θέση μου και μού έδωσε με τό δεξί του χέρι ένα χαστούκι (τώρα υποθέτω με βάση τήν εικόνα τής σκηνής αυτής ότι ήταν τό δεξί του τό χέρι, τότε δεν τό σκέφτηκα ή δεν τό κατάλαβα) αρκετά δυνατό για να μέ πετάξει κάτω από τήν καρέκλα (προς τά δεξιά, εκεί που ήτανε τό καλοριφέρ και επίσης πιο πίσω ήταν ένα τελείως σκοτεινό παράθυρο) και να πετάξει και τά γυαλιά μου κάτω με τήν ίδια κίνηση στο πάτωμα, σχεδόν κάτω από τό καλοριφέρ αυτά, και μού φάνηκε τόσο μικρό, αν και αναπάντεχο αυτό, και τόσο ελάχιστα αιτιολογημένος ο θυμός του (κι ακόμα δεν άντεχα να μην σκέφτομαι από μέσα μου ότι δεν ήτανε πραγματικά θυμωμένος κι ότι έπαιζε απλώς θέατρο) αλλά συγχρόνως όπως είχα πέσει πλαγίως προς τό καλοριφέρ κι έψαχνα να βρω τά γυαλιά μου κι έλπιζα ότι δεν θα μού απαγορέψουνε τώρα να τά φορέσω (τό να μη βλέπω καλά θα μ’ ενοχλούσε αφόρητα, ήθελα τουλάχιστον να ξέρω τί θα κάνανε όλοι και τί γίνεται), αλλά είχα κιόλας τήν αίσθηση ότι μπορεί όπως ήμουν πεσμένη να μού δώσει και μία κλωτσιά κι από πίσω, διότι ποιος ξέρει τί άλλο σκεφτόταν εκείνος ο άνθρωπος με τό ελάχιστο μυαλό που είχε μέσα στο γοριλίσιο κεφάλι του που από πίσω ήταν κομμένο σαν τού νεάντερταλ, αλλά όλ’ αυτά δεν ήταν καθόλου σημαντικά κι ας κάνω τόση ώρα να στα πω, τό σημαντικό ήταν άλλο : ότι με τήν ξαφνική του αυτή πιρουέτα κι επίδειξη ευλυγισίας και τό χαστούκι, μού ήρθε μια φοβερή επιθυμία να γελάσω : εκεί ακριβώς ήτανε που φοβήθηκα, και ευτυχώς που είχα πέσει κάτω και ήμουνα στραμμένη προς τόν τοίχο κι έψαχνα και για τά γυαλιά μου, για να μπορέσω να συνέλθω πρώτα λίγο  γιατί αν τυχόν (έλεγα από μέσα μου) σκάσω χαμόγελο θα πεθάνω τώρα εδωμέσα, ποιος ξέρει τί θα γίνει αν βάλω τά γέλια, και προτίμησα να σκέφτομαι ότι μπορεί να φάω καμία κλωτσιά στον πισινό για να φοβηθώ και να σοβαρέψω (όχι ότι δεν φοβόμουνα όλη τήν ώρα αυτή, αλλά να φοβηθώ έτσι που να μην μού ’ρχεται να γελάσω) : τότε ακριβώς μού ήρθε μια νέα διάθεση για γέλια καθώς σκέφτηκα ότι έτσι όπως ήταν ο κώλος μου γυρισμένος προς τό μέρος τους ήταν σαν έτοιμος σαν τουρλωμένος και έτοιμος για κλωτσιά : τότε ο τρόμος μέ συνέφερε καθώς σκέφτηκα ότι αν γελούσα αυτό θα ήταν τό τέλος μου, και σκέφτηκα εκειπάνω σκηνές θανάτου για να συνέλθω περισσότερο, και γύρισα όσο μπορούσα πιο ήρεμα και κάθισα ξανά στην καρέκλα και φόρεσα και τά γυαλιά μου κι ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη ότι θα μπορέσω να κρατηθώ και δεν θα σκάσω κανένα χαμόγελο έτσι που κοιταζόμαστε πάλι ήσυχα σαν τίς κουμπάρες ο καθένας στο κάθισμά του ύστερα απ’ αυτό τό σύντομο ιντερμέτζο τής δήθεν βίας, λες και δεν ήξερα ότι αυτό δεν ήτανε τίποτα

   κι αυτός είχε σταυρώσει πάλι τά χέρια του και μέ κοίταζε σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα, λες και τό ονειρεύτηκα : προσπάθησα τότε να μην σκεφτώ τήν εικόνα του να κάνει τόν ακροβάτη σε τσίρκο (αλλά αυτό ακριβώς σήμαινε ότι τήν είχα ήδη σκεφτεί κι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο) και σκέφτηκα θυμάμαι πολύ θυμωμένη «Τί θα γίνει λοιπόν νευρικό είν’ αυτό κατά βάθος, θα πεθάνω για μία βλακεία εδώ μέσα;» και δεν χρειάστηκε να πολεμήσω περισσότερο γιατί μέ έσωσε τότε, από κείνη τή στιγμή και μετά, αυτή η φασαρία που ξέσπασε από τ’ αριστερά : γιατί μόλις αυτός έκανε τήν πιρουέτα του ξαναγύρισε αμέσως και κάθισε (κι αυτό ήταν τό πιο αστείο) με σταυρωμένα πάλι τά χέρια και κοίταζε τήν καρέκλα μου ίσια μπροστά του ανέκφραστος, μέχρι να ξανακάτσω κι εγώ (και είναι βέβαια περίεργο πώς μπορεί πεσμένη να τόν είχα δει να ξαναγυρίζει στην καρέκλα του, αλλά έχω τήν εντύπωση ότι τόν είδα τήν ώρα που έψαχνα για τά γυαλιά μου συγχρόνως) και η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν λοιπόν ξανακάθισα : διότι τώρα μού φαινόντουσαν όλα πιο αστεία από κάθε άλλη φορά : και απ’ αυτή τή δύσκολη κατάσταση μέ έσωσε ακριβώς εκείνος ο οχετός που ξεχύθηκε (ή που είχε αρχίσει κιόλας να ξεχύνεται) από τ’ αριστερά: Μιλούσανε όλοι μαζί, και μιλούσανε θυμωμένα ενώ δεν κουνιόντουσαν καθόλου, σαν πειθαρχημένη χορωδία μιας όπερας : και συγχρόνως μού έδιναν τήν εντύπωση ότι εγώ ήμουν γι’ αυτούς τό θέαμα κι αυτοί ήτανε τό κοινό, και καθόντουσαν στην άκρη στριμωγμένοι σαν να ήταν φτωχοί θεατές που δεν είχαν εισιτήριο να παν στις καλές θέσεις : φτωχοί και όρθιοι αλλά πολύ θυμωμένοι, και με πολύ ήρεμο τρόπο μαζί θυμωμένοι : στο σημείο αυτό φοβήθηκα λοιπόν πολύ από δύο κυρίως εκφράσεις τους : (νά τί κάνει η συζήτηση : τό ξέρει αυτό ξέρεις και ο κλάϊστ, αλλά και ο φρόϋντ : μόλις πριν από δύο λεπτά θυμόμουνα μόνο τό ένα, και νόμιζα μάλιστα ότι μόνο αυτό μού ’χει μείνει ολόκληρο από όσα μού είπανε, και τώρα μού ήρθε και τό δεύτερο που ήταν πολύ σπουδαιότερο, αυτό δηλαδή κατά βάθος που ίσως εξαιτίας του να φοβήθηκα και πιο πολύ, έτσι που να πήγαν περίπατο οι πιρουέτες : )

   κατ’ αρχάς πρέπει να σού πω ότι ήτανε πολλοί τώρα, και τώρα ήταν εκεί μαζεμένοι και οι πιο μεγάλοι, γι’ αυτό ήμουνα σίγουρη : και μιλάγανε όλοι μαζί, αλλά ένας ξανθός που ήταν σε μια πιο πίσω σειρά, και ήταν και πολύ ψηλός και τό κεφάλι του έβγαινε από πάνω, τά ’χε μαζί μου πολύ πιο πολύ : ήτανε όμως τόσο ήρεμοι και ψυχροί που στην κυριολεξία πάγωσα, ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει ότι πλησιάζει η ώρα, και κάθε όρεξη για γέλιο μού είχε κοπεί : διότι οι περιγραφές τους ήτανε εντελώς επαγγελματικές και ψυχρές : κι όμως, μια από τίς σκέψεις που έκανα καθώς τούς κοίταγα έτσι κατάπληκτη (είμαι σίγουρη ότι τούς κοιτούσα κατάπληκτη, δεν μπορώ να τό ξέρω βέβαια, απλώς τό υποθέτω) μια λοιπόν από τίς πολλές σκέψεις που έκανα ανάμεσα στις άλλες σκέψεις (σχετικά με τόν πάγκο), ήταν και μια φοβερά περίεργη που πέρασε σαν αστραπή (και εξαφανίστηκε μαζί τήν ίδια στιγμή μάλλον) κι αυτή ήτανε Αυτός ο ξανθός είναι κατά βάθος ωραίος άντρας αλλά τό ύφος του τόν κάνει να ’ναι τόσο άσχημος τί θέλει εδωπέρα αυτός δεν μπορούσε να βρει άλλη δουλειά; και είναι περίεργο αλλά αυτός ακριβώς μέ απειλούσε με κάτι που μ’ ενοχλούσε πολύ, αν και δεν ήταν, άμα τό καλοσκεφτούμε, και πάρα πολύ σοβαρό : έλεγε δηλαδή κάθε τόσο αυτός Άσε μην έρθω τώρα εκεί μπροστά και τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια : είναι περίεργο αλλά αυτά τά απαίσια όντα είχανε μια αίσθηση μουσικής πάντως στη δομή αυτών πού ’λεγαν : πεταγόταν ο καθένας κι έλεγε τό μακρύ του και τό κοντό του κι οι φωνές τους βαραίναν και ψήλωναν (κάθε τόσο και κάποιος από τούς μπροστά, τούς κοντούς, (αλλά νομίζω ότι ήταν από τούς σημαντικότερους τότε αυτός) (ξέραμε τά πρόσωπα) γύρναγε προς τά πίσω, προς τήν πόρτα, και έλεγε Πήγαινε να δεις αν τελείωσαν οι άλλοι με εκείνον στον πάγκο για να τήν πάμε μέσα αυτήν, και ύστερα οι άλλοι προσθέταν τίς φωνές τους, ψιλές και χοντρές, και φωνάζανε πάλι όλοι μαζί διάφορα που δεν τά θυμάμαι αυτά, και τότε ερχόταν η ώρα του, τέλεια μετρημένη σαν από μετρονόμο, κι έλεγε πάλι ο ξανθός Να έρθω τώρα εκεί πέρα μπροστά να τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια (κι εδώ είναι δύο τά περίεργα αν θες να ξέρεις (δηλαδή εγώ τότε τά διαπίστωσα)), και τό ένα ήταν ότι μιλούσαν σε τρίτο πρόσωπο για μένα σαν να μην ήμουν εγώ εκεί, και τό δεύτερο ότι η απειλή αυτή με τά γυαλιά μέ τρόμαζε σχεδόν εξίσου με τόν πάγκο : τόν φοβόμουν αφάνταστα αυτόν τόν ψηλόν, τόν είχα ικανό για όλα έτσι με τέτοιο πρόσωπο να κάνει αυτή τή δουλειά) Κάποια στιγμή λοιπόν μού πέρασε απ’ τό μυαλό (σαν σίφουνας) ότι μού είχαν κοπεί τά γέλια κι ότι τούς κοίταζα πιθανώς σαν χαζή αλλά πραγματικά ήταν τό μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω αυτό : να τούς κοιτάω σα χαζή : ήτανε μια ασφάλεια έτσι, τουλάχιστον να ξέρω από πού θα μού έρθει, ποιος θα κινηθεί πρώτος, και τί ακριβώς θα κάνει ή θα πει : Είχα λιποθυμήσει από μέσα μου δηλαδή πιστεύω εντελώς, κατά κάποιον περίεργο τρόπο τό Δες αν τέλειωσε ο άλλος από μέσα με τόν πάγκο – πέρα από τό ότι τό θεωρούσα εντελώς σοβαρό και βέβαιο – μού ’φερνε με επιμονή και τήν εικόνα ενός συγκεκριμένου παιδιού που βασάνιζαν, ένα αγόρι από τή δικιά μου σχολή : δεν μπορώ καν να θυμηθώ αν είπαν τ’ όνομά του αλλά εγώ φανταζόμουνα αυτόν και μόνο αυτόν, και φανταζόμουνα βέβαια με λεπτομέρειες και τό δωμάτιο: καθαρό, ευάερο ευήλιο μ’ έναν πάγκο από άσπρο ξύλο σουηδικό καλολουστραρισμένον στη μέση : τό ότι δεν άκουγα φωνές ήταν ακόμα φριχτότερο : υπήρχε τόσο τέλεια μόνωση λοιπόν; επομένως δεν θ’ ακουγόμουνα ούτε εγώ. Δεν θ’ ακουγότανε τίποτα. Και εν τω μεταξύ η χορωδία συνέχιζε με τήν πλήρη της εκείνη δομή : Για δες αν τέλειωσε αυτός να τήν πάμε αυτήν, έλεγε ο ένας, μέ βρίζανε και μέ απειλούσανε με διάφορους τρόπους οι άλλοι, ο ένας ότι θα μέ χτυπήσει από δω, ο άλλος ότι θα μέ χτυπήσει από κει, και στο τέλος υψωνόταν σε κανονικά διαστήματα τέλεια εκείνη η λύσσα τού ξανθού τού ψηλού για τά γυαλιά : Θά ’ρθω τώρα να τής τά χώσω στα μάτια. Ώσπου να τήν πάμε πιο μέσα, έλεγε ο άλλος, για δες αν τέλειωσε με τόν πάγκο αυτός. Σέ διαβεβαιώ ότι δεν είχα λιποθυμήσει από μέσα μου άλλη φορά έτσι από φόβο –  αναγκασμένη να είμαι κιόλας καθιστή και ακίνητη : δεν ξέρω πώς ήμουνα όταν τούς κοιτούσα, αλλά θα πρέπει να ήμουν κατάπληκτη, πιθανόν και χλωμή και σίγουρα θα φαινόμουνα βλάκας : ένας βλάκας που ’χε ξεχάσει τελείως και τό τσιγάρο και όλα, και άκουγε απλώς σα βλάκας

   και μετά δεν ξέρω πώς έγινε, και ξαφνικά βγήκαν από τήν πόρτα και τό δωμάτιο άδειασε και νόμισα ότι ήρθε η ώρα μου, πώς και δεν λιποθύμισα; λοιπόν έχω πολύ απορήσει κατά τό παρελθόν πώς είχα τέτοια περιθώρια να μην πέσω ξερή : δεν είχα ο βλάκας τί άλλο να κάνω και κοίταζα τόν ασφαλίτη : πολλές φορές πρέπει να σού εξομολογηθώ ότι κατά τό παρελθόν, εκείνο τό σύντομο παρελθόν τών μερικών μηνών (που φαινόντουσαν αιώνες και σα να ’ταν η ζωή μας ολόκληρη) (και σα να μην είχε υπάρξει άλλη ζωή πριν απ’ αυτήν) όταν σκεφτόμαστε δηλαδή μεθόδους για άμυνα εγώ είχα καταλήξει (περιέργως δεν είχαν γελάσει τότε και τόσο, και οπωσδήποτε ήμουν ευγνώμων) είχα πει ότι θα λέω ποιήματα : τουλάχιστον όσο θα μπορούσα, δηλαδή στην αρχή : για ν’ αντέξω τούς έλεγα τόν τρόμο : κι εκείνη τήν ώρα λοιπόν κοιτώντας τόν ασφαλίτη σκεφτόμουνα ένα πράγμα, τί ποίημα τώρα να πω και δεν μού ’ρχότανε κανένα ποίημα ολόκληρο, μ’ όλες τίς δοκιμές που ’χα κάνει : παρά μόνο τό J’ est une autre τού ρεμπώ : κι ακόμα καλύτερο μόνο τό όνομα τού μικρού να φωνάζω : ή και άλλα ονόματα μού ’ρχόντουσαν, και ίσως μάλιστα όλα με τή σειρά τους : ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, και μού ’χε μπει η ιδέα ότι θα τούς ξαφνιάσω έτσι και ότι μπορεί και να φοβηθούνε και λίγο : αλλά όλ’ αυτά βέβαια από μέσα μου: είμαι σίγουρη ότι τόν κοίταζα απολύτως εγώ σιωπηλή, ούτε ένα στίχο δεν είπα, αλλά κάποια στιγμή αυτός είπε Πάρτην μέσα για φωτογραφίες (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) : δεν ξέρω γιατί, αλλά κατάλαβα ότι είχε τελειώσει : Δεν ήμουνα σίγουρη, αλλά ήμουν συγχρόνως και βέβαιη : αν έλεγε μόνο Πάρτην μέσα πιθανόν και να λιποθύμαγα, να μη μέ κρατούσαν τά πόδια μου. Μπορεί και να μη μέ βαστούσαν τά πόδια μου πράγματι, τό πιστεύω : αλλά μ’ αυτό που είπε (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) μού φάνηκε ότι όλα τελείωσαν και μού τήν είχαν χαρίσει αυτήν τήν φορά, αλλά δεν μπορούσα να είμαι και σίγουρη : ίσως να ήταν αυτή η σειρά

   εκείνο τό δωμάτιο ήταν λίγο διαφορετικό και ελαφρώς τεχνοκρατικό : είχε καλώδια ξύλα βάθρα και μηχανήματα κι ήταν κάτι μικρότεροι χαφιέδες εκεί μέσα που κάναν αυτήν τήν δουλειά : θυμάμαι καλά τόν προβολέα, τό άσπρο πανώ, τό πρόσωπό μου απέναντι, και τή σκέψη ότι με τό χαστούκι και τήν τούμπα τά μαλλιά μου θα πετάγαν δεξιά–αριστερά και ποιος ξέρει πώς θα ’βγαινα (ναι καλά κάνεις και γελάς, γελάω κι εγώ τώρα, αλλά τότε δεν γέλασα καθόλου, απόρησα για τό πώς να ’μουνα άραγε, πώς να ήτανε τά μαλλιά μου) έκανα μάλιστα θυμάμαι και μια πολύ σύντομη ανασκόπηση στο παρελθόν και μού πέρασε αστραπιαία από τό μυαλό τό πως όταν ήμουν μικρή μού λέγανε πάντα να γελάω στις φωτογραφίες : και υπήρχε αυτή η φήμη ότι δεν γέλαγα εγώ στις φωτογραφίες ποτέ ενώ εγώ ήμουνα σίγουρη πως ήμουν πάντα πολύ γελαστή, και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί επέμεναν τόσο πολύ να γελάω επιπλέον στις φωτογραφίες : πάντως εδώ πρόσεξα ότι κανείς δεν ασχολήθηκε με τό ύφος μου : ήρθε ένας μόνο και μέ έσπρωξε με τό χέρι του να γυρίσω δεξιά κι ύστερα αριστερά. Όταν μέ ξαναπήγανε μέσα για να μού δώσει τήν ταυτότητά μου πίσω ο ευλύγιστος (τό γραφείο τώρα ήταν έρημο και η πόρτα ανοιχτή) κατάλαβα ότι την είχα γλιτώσει μάλλον για τά καλά

   λοιπόν τί λες; δούλεψε απλούστατα σίγουρα αυτό με τό τσιγάρο – ήταν τόσο αντισυνωμοτική δηλαδή η συμπεριφορά μου που μάλλον μέ περάσαν για τελείως ηλίθια και άσχετη. Κατεβαίνοντας τήν σκάλα φοβόμουνα ακόμα, δίπλα μου ήταν τό ασανσέρ αλλά δεν μπήκα στο ασανσέρ (κι ούτε και ήξερα καν αν μπορούσε να μπει κανένας άλλος ποτέ στην αστυνομία σε ασανσέρ) βγήκα έξω κι η Μεσογείων μού φάνηκε ένα πολύ δροσερό μέρος γεμάτο ζωή : ένα αφάνταστο δώρο αυτός ο μουντός δρόμος : δεν περίμενε κανένας, καμιά μας δεν είχε δηλώσει επιθυμία να οργανώσουμε συνοδείες, οργανώναμε συνθήκες σκληραγώγησης καταλαβαίνεις, και επίσης κανένας δεν μίλησε και δεν διηγήθηκε ποτέ τήν ιστορία, πώς τήν πέρασε ο καθένας μας δηλαδή : και τό πιο ενδιαφέρον αν θες να ξέρεις είναι ότι ενώ απ’ τό σπίτι ξέρανε ότι αυτή ήταν η μέρα για τήν «υπόθεσή μου» ούτε ρώτησαν ούτε ενδιαφέρθηκαν : τό είχανε τότε οι μεγάλοι αυτό εκείνη τήν εποχή : όταν γινότανε θέμα για τούς κινδύνους που διατρέχουμε να μάς γυρνάνε περιφρονητικά τήν πλάτη : η στάση τους ήτανε ότι είμαστε παιδιά κι ότι κανείς δεν μάς λαμβάνει υπόψη του στα σοβαρά

   κατάλαβες λοιπόν, είπε : όταν δεν ακολουθείς τούς κανόνες σέ θεωρούνε ηλίθια, άσχετη και χαζή, κι έτσι γλιτώνεις μερικές φορές και τά χειρότερα : έτσι είναι

    ξέρω, τής είπα (μετά από λίγη σκέψη) εγώ τό ξέρω πολύ καλά αυτό – τό σκέφτηκα λίγο περισσότερο κι ύστερα πρόσθεσα : κι εγώ έτσι είμαι εξάλλου

   τί λες μού είπε, σοβαρά ; από πού κι ώς πού; εσύ δεν έχεις καμία σχέση, απλώς κλέβεις υλικά

   τί λες που δεν έχω, τής είπα : καταρχήν δίνω βιβλία, τά χαρίζω από δω κι από κει, κι αυτό είναι κάτι που δεν θα ’πρεπε, μού τό ’χει πει κι ο εκδότης μου και μ’ έχει προειδοποιήσει : να μην τό χαρίζεις, μού είχε πει από τήν αρχή που μού τό έβγαλε τό κωλοβιβλίο : γιατί πράγμα που χαρίζεται θεωρείται ή αυτό φτηνό ή εσύ χαζή κι ότι δεν ξέρεις τήν αξία του

   α, αυτό εννοείς, είπε (διέκρινα μια ειρωνεία) : διακρίνω μήπως μια ειρωνεία; τής είπα. Πιστεύεις ότι εσύ είσαι σε όλα ανώτερη κι ότι σού έχουν τύχει όλα τά ανώτερα δηλαδή; Δεν ξέρεις ότι οι συνθήκες αλλάζουν; Πρέπει να ξέρεις ότι άλλες είναι οι βλακείες σε καιρούς ειρήνης και άλλες σε καιρούς πολέμου

   τι άσχετη που είσαι βρε αδερφέ, μού είπε, δε σού μίλησα για κάνα πόλεμο, σιγά μην πήρα μέρος και στον δεύτερο παγκόσμιο : δικτατορία είχαμε : αλλά είναι και θέμα ηλικίας βέβαια, δεν καταλαβαίνετε τίποτα εσείς οι μικρότεροι

   μικρότερη είσαι και φαίνεσαι τής είπα και πήγα να φέρω καινούργιο μπουκάλι

   στρογγυλοκάθισε καλύτερα και μού φάνηκε πιο ευχαριστημένη τώρα : άσπρο είπε, όχι κόκκινο, ξέρεις ότι τό κόκκινο μέ πειράζει στο στομάχι (εκτός κι αν πιούμε από κείνο τό μπλάντυ μαίρη, πρόσθεσε (τήν  άκουσα από τήν κουζίνα) από τότε που τό μάθαμε έχω κολλήσει, δεν είναι και κακή ιδέα, τί λες;)

   αποφάσισε επιτέλους και μια φορά κι εσύ τί θέλεις, τής είπα κι είχα καταβάθος θυμώσει πολύ, χωρίς να ξέρω γιατί

(προσαρμοσμένο) απόσπασμα από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

Δεκεμβρίου 25, 2010

πορτοκάλια και κινέζικο δέντρο (χριστουγεννιάτικες προσαρμογές)

 

     

   κι έτσι ήρθαν να μείνουν στην πολυκατοικία μας αυτοί οι κινέζοι, κι εμείς βάλαμε στα παιχνίδια μας και τήν αναμπέλ 

   δεν ξέρω καθόλου πώς συνεννοηθήκαμε ότι θα συνεννοούμαστε στην αρχή, δεν θυμάμαι κιόλας τήν πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, πιθανώς στα τρεχάματα και στα παιχνίδια στις σκάλες να κόλλησε κι αυτή με τό θάρρος της κι ας ήταν πιο κοντή από πολλούς από μάς, και προφανώς μίλαγε τά γαλλικά της νομίζοντας ότι αυτή είναι η μόνη γλώσσα που όλοι καταλαβαίνουν εκτός από τά κινέζικα

   ήταν αυτονόητη όμως η πιο οικουμενική γλώσσα τών ουρλιαχτών και τών χειρονομιών, και με τήν αναμπέλ και με όλους μας, ενώ ο χένσελ απείχε με περιφρόνηση από κάθε προσπάθεια να συνεννοηθεί μαζί της και μού έλεγε Πες της αυτό, ή Τί λέει αυτή – και τήν κοιτούσε σκεφτικά με τό χέρι στο σαγόνι (για να τόν εντυπωσιάσω μάθαινα από τή μαμά μου διάφορες λέξεις πολύ γαλλικές και τίς έλεγα στην αναμπέλ και αυτός μέ κοίταζε)
   πάντως για να πω τήν αλήθεια από τήν αρχή οι πρώτες πληροφορίες για τούς κινέζους πέσαν αλληλοδιαδόχως σαν βροχή από τήν daily και πιτσιλήσανε διάφορα πράγματα αλλοπρόσαλλα έτσι που μέ έκαναν να έχω φοβερή περιέργεια να δω και τό σπίτι τους : ίσως μάλιστα να τήν προσκαλέσαμε εμείς τήν αναμπέλ που ήτανε ανάμεσα στα μικρότερα παιδιά τής παρέας, ή έστω τά μεσαία, να μπει κι αυτή στο παιχνίδι με τήν σκέψη να αποκτήσουμε αν είμαστε τυχεροί τό προνόμιο να εισβάλουμε σε κάτι που η πολυλογία τής daily είχε μεταβάλει σε μυθικό – όχι βέβαια μόνο τό σπίτι τους αλλά και τούς τρόπους : Θα ήμουν σαφής αν έλεγα τό κινέζικο μυαλό τους : αλλά θα έπρεπε να περιγράψω τό ήσυχο και σιωπηλό απόμακρο άρωμα που κυριάρχησε πρώτα στον όροφο 

   παρ’ όλα όσα έλεγε η daily, και μερικές φορές και εξαιτίας ίσως αυτών, για μάς τό σπίτι αυτό που δεν τό βλέπαμε (και θα αισθανόμουνα σπουδαία που θα τό ’βλεπα εγώ μια φορά) (και στο τέλος θα τό παραέβλεπα) τό σπίτι αυτό και ο όροφος όμως ολόκληρος είχε αποκτήσει έναν αέρα ανείπωτου μέλλοντος 

   αυτοί οι κινέζοι ήταν πραγματικά τελείως διαφορετικοί απ’ τούς άλλους ήταν τελείως αλλόκοτοι, σαν να μιλούσαν (ή να σκεφτόντουσαν κιόλας) κινέζικα : και μολονότι θα ’πρεπε να ’ναι μικροκαμωμένοι, ήταν μεν σιωπηλοί αλλά είχαν κανονικά μεγέθη και τό κυριότερο : ζούσανε, απ’ ό,τι μαθαίναμε, σ’ ένα καθεστώς ελευθερίας απόλυτης συστηματικής : ελευθερία που σχολιαζότανε με τόση περιέργεια σαν να ήτανε απολύτως και δικαίως και νομίμως εξωπραγματική, φοβερή. Φυσικά ο πατέρας δούλευε στην πρεσβεία, ήταν σαφές αυτό και γι’ αυτό είχαν πιάσει σπίτι στο σπίτι μας, αλλά ο Αυδόπουλος μάς τό διευκρίνισε αμέσως και από τήν αρχή και με αυστηρότητα : Είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα, με τήν Κίνα τήν κομμουνιστική δεν έχουμε διπλωματικές σχέσεις, αλλά τό μόνο που καταφέρανε αυτές οι λέξεις ήτανε να κάνουν ακόμα πιο μυστήριο και τό εθνικιστικό και όλα τ’ άλλα

   κάθε μέρα η daily μάς προμήθευε με καινούργιες ειδήσεις για τό εσωτερικό τού σπιτιού και τή ζωή τους σ’ αυτό, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε μπει εκειμέσα ούτε μία φορά, χτυπώντας πάντα τήν πόρτα μπουκωμένη από σάλιο ευχαρίστησης και όρθια εκεί στο πλατύσκαλο τά ’λεγε στην μάνα μου που τήν άκουγε με τά χέρια βρεγμένα από τό φαΐ που ετοίμαζε ή και γεμάτα αλεύρι : Άρχιζε πάντα μ’ ένα Τά μάθατε για τούς Κινέζους ; Καλά, δεν τά μάθατε ; Και συνέχιζε με μεγάλες λεπτομέρειες από τό σπίτι τους που λες και είχε μπει η ίδια και μέσα. Αλλά τά νέα πάντα τής daily είχανε έναν τέτοιον αέρα φερεγγυότητας, που ήταν σαν θέσφατα : Μπορεί κανείς να κορόϊδευε τήν ίδια, που είχε πληροφοριοδότες παντού, και ήξερε τά πάντα, και ήτανε πρώτη φίλη με όλους τούς θυρωρούς και η έξοδός της για ψώνια ήτανε έξοδος για πληροφορίες κυρίως – μόνο τά ψώνια δηλαδή δεν τήν ενδιαφέρανε – (και όταν μάς έβγαζε η μάνα μου να πάμε στο πάρκο συναντούσαμε στον ερχομό και στον πηγαιμό τήν daily σε πλατύσκαλα και εισόδους να μιλάει με θυρωρούς ή με γείτονες – και στις πιο απόμακρες εννοώ γειτονιές : και δεν ένιωθε μάλιστα αμηχανία να μάς βλέπει – απλώς δεν μάς έδινε σημασία γιατί εκείνη τήν ώρα εργαζότανε), κανείς όμως δεν αμφισβητούσε τίς ειδήσεις της. Μπορούσε λοιπόν να ανακοινώσει τί έκανε στις 3 η ώρα τό βράδυ η κυρία στον πέμπτο απέναντι, που βγήκε να ποτίσει στη βεράντα της τελείως γυμνή, ή τί είπε η υπηρέτρια τού σπιτιού πέντε γωνίες στο τέρμα τού δρόμου πιο κάτω : και τά μόνα κουτσομπολιά που γινόντουσαν πίσω απ’ τήν δική της τήν πλάτη ήτανε για τό αν κοιμάται και καμία φορά, και πότε κοιμάται, αλλά οι ειδήσεις της όμως δεν διαψεύστηκαν πάντως ποτέ : ήταν σίγουρο πως ό,τι έλεγε ήτανε με σχεδόν υπερφυσικό τρόπο γεγονός, που θα επιβεβαιωνόταν περίτρανα κάποια μέρα αργότερα από όλους
   (κι αν κάτι φαινότανε ότι έπαιρνε άλλη στροφή από αυτήν που τά ίδια τά λόγια της είχανε πει ότι θα πάρει, ήταν αμέσως έτοιμη να εξηγήσει τήν καινούργια αυτή πορεία με καινούργιο κατακλυσμό ειδήσεων ακόμα πιο συνταρακτικό από τά πριν. Και τίποτα δεν φαινόταν να τήν φέρνει σε αμηχανία (ούτε κατά διάνοιαν δεν φαινόταν κάτι τέτοιο) : Αντιθέτως, όλα τής δίνανε καινούργια δύναμη και ευχαρίστηση)

   πάντως, σε σχέση με πολλούς άλλους στην πολυκατοικία εκείνη, αυτή ήταν ένας άνθρωπος μάλλον χαρούμενος και τό πρόσωπό της ήταν γελαστό, τά γαλάζια μάτια της γεμάτα επιστημονική περιέργεια. Ναι, αυτό ήτανε : τό ύφος της ήταν επιστημονικό και φιλέρευνο, και κατά έναν περίεργο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ύφος καλοσυνάτο αν και οξύ : σαν να μελετούσε τά ανθρώπινα από ένα έδρανο που από σύμπτωση ήταν τοποθετημένο πολύ χαμηλά χωρίς αυτή να τό θέλει ούτε να τό αξίζει αυτό, αλλά η τάση της επίμονα ήτανε να ανεβαίνει μ’ ένα αυτοσχέδιο ασανσέρ δικό της, επάνω, πιο πάνω απ’ τούς άλλους, κι ύστερα να τραβάει και τούς άλλους αυτούς στην ίδια επιφάνεια μαζί της : σχεδόν με καλοσύνη και φιλανθρωπία. Εγώ πάντως που είχα μεγάλη γνώση για γυναίκες από τήν αμερική διότι πίστευα ότι είχα πείρα από μικρή με αυτές, τήν είχα κατατάξει στην κατηγορία απλώς τών μυνχάουζεν

   είχε όμως – και αυτό πρέπει να τό πω αν και μέ διαψεύδει ίσως έστω και λίγο λέγοντάς το – και μια περίεργη αξιοπρέπεια η daily : μέσα από τήν οξεία γαλανομάτικη περιέργειά της σού έδινε (τώρα μπορώ να τό εκφράσω με λόγια, τότε απλώς είχα τήν αίσθηση ή τήν εντύπωση) τήν εικόνα ανθρώπου που ψοφάει απλώς για παρέα, και που δεν έχει άλλον τρόπο να τήν βρει παρά μόνο με αυτό τό σκληρά απεγνωσμένο και δομημένο επάγγελμα : τό να μιλάει συνέχεια για τούς άλλους, όχι μόνο στους άλλους, αλλά και στον εαυτό της τόν ίδιο : σίγουρα υπήρχε πολύ δυστυχία και ερημιά ίσως (τώρα λέω εγώ) στην χαρούμενη για όλους – και ενημερωτική για τούς πάντες – νεύρωση αυτή

   γιατί χαρούμενα θα ήτανε όλα τά νέα της πάντοτε όσο θλιβερό κι αν ήταν τό περιεχόμενό τους : αυτό τό «τά μάθατε;» με τό οποίο ξεκίναγε τήν καθημερινή της ρουτίνα ήτανε ο τρόπος να λέει ας πούμε «πάμε πάλι μια καινούργια μέρα με τούς φίλους μας» κι αμέσως ύστερα θα άρχιζε ο κατακλυσμός τών ειδήσεων που ήταν σχεδόν πασπαλισμένες με τήν φαντασία τού καλλιτέχνη, και που είχαν επίσης σχεδόν τή μυρωδιά τών ονείρων που ξέχασαν να τήν επισκεφτούν τό βράδυ : Και γι’ αυτό και τής επιστημονικής περιέργειας που θα τήν αντάμειβε : σαν τό κάθε τί που μετέφερε να αποσκοπούσε σε ένα «Τί κόσμος λοιπόν που υπάρχει! Τί τεράστιος ανεξάντλητος κόσμος! τί φιλάνθρωπος! Πόσο γεμίζει τή ζωή μου με εκπλήξεις!» Ναι, η daily ήτανε λίγο κι αυτή σαν παιδί

   τήν εποχή που ήρθαν να μείνουν λοιπόν στην πολυκατοικία μας οι γονείς και τ’ αδέλφια τής αναμπέλ, τήν απορρόφησαν για ένα μεγάλο διάστημα θα μπορούσα να πω αυτοί οι κινέζοι εντελώς, σαν να προσπαθούσε να πείσει τόν εαυτό της ότι δεν είναι ο άντρας της που μιλάει κινέζικα και δεν τόν καταλαβαίνει : αν προσπαθήσω να μιλήσω αντικειμενικά για κείνην τήν εποχή, δηλαδή να σκαλίσω τή μνήμη μου σκληρά για να μην κάνω κατασκευές και πω και γω λογοτεχνικά ας πούμε ψέματα ως συνήθως στην λογοτεχνία, μού φαίνεται ότι τότε η daily αφιέρωνε τό ογδόντα ή τό ενενήντα ή και τό εκατό καμιά φορά τοις εκατό τών νέων της αποκλειστικά στους Κινέζους – και στο τί γίνεται μέσα σε κείνο τό σπίτι

   εμείς είχαμε αρχίσει ήδη να έχουμε τίς πρώτες επαφές μας και να παίζουμε με τήν αναμπέλ, ή η αναμπέλ να ’χει κάνει ήδη τήν πρώτη αποφασιστική και γενναία επαφή της μαζί μας, ώστε να μπει στα παιχνίδια ακάθεκτη : κι έτσι θα ’φτανε λοιπόν όπου να ’ναι η μέρα η άγρια, και ο ανήλεος ο καιρός που θα τήν έπιανα τήν κυρία ντιάνα (ή νταϊάν γιατί έτσι ήταν τό κανονικό όνομά της – έτσι δηλαδή τήν φώναζε με επισημότητα ο άντρας της) να μην ξέρει απλώς τί τής γίνεται και να λέει και ψέματα και ιστορίες δικές της. Για να πω τήν αλήθεια, ίσως να ’τανε και από τίς μοναδικές περιπτώσεις που πιάστηκε να λέει και ψέματα :

   αν και τό ενδιαφέρον ίσως είναι ότι δεν τό διέψευσα εγώ τόσο έντονα όσο η πολυδιαφημισμένη αγάπη μου για τήν αλήθεια, τώρα που τό σκέφτομαι, θα απαιτούσε – ίσως να είπα μόνο κάτι τήν ώρα τού φαγητού – αλλά πάντως τό ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι (τήν πρώτη φορά που μπήκα σπίτι τους) αυτό μ’ απασχόλησε (κι όλες τίς άλλες φορές όμως επίσης) και κοιτούσα λοιπόν πάντα με τρόπο, μήπως δω κάτω απ’ τούς καναπέδες ή τά κρεβάτια τίς φλούδες απ’ τά πορτοκάλια που η daily έλεγε ότι τά πετάνε όταν τά ξεφλουδίζουνε για να τά φάνε γιατί είναι τσαπατσούληδες και βρώμικοι, και τό σπίτι βρωμάει

   και τό ακόμα πιο ενδιαφέρον ήτανε ότι δεν εννοούσα να πειστώ τόσο εύκολα ότι αυτή η γυναίκα έλεγε ψέματα – κι έτσι έρριχνα ματιές κάτω απ’ τούς καναπέδες σαν να μέ είχε υπνωτίσει ή σαν να βρισκόμουνα στην κατάσταση – τό θυμόμουνα αυτό – που κάνεις κάτι ενώ ξέρεις ότι είναι ηλιθιότητα και βλακεία, και μάλιστα και πολλή ντροπή. Και συγχρόνως θυμάμαι ότι τίς ώρες που η Αναμπέλ μάς έφερνε σπίτι της και εγώ κοιτούσα κλεφτά κάτω από τούς καναπέδες στο πάτωμα απορούσα απ’ τή μια για τό πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να λέει τέτοια ψέματα, κι απ’ τήν άλλη για τό πώς γίνεται εγώ να μην μπορώ να τό πάρω απόφαση ότι έχω πέσει θύμα ενός ανθρώπου που λέει ψέματα και να επιμένω παρ’ όλ’ αυτά να διελευκάνω, μήπως τυχόν και, παρ’ όλα αυτά, λέει εντούτοις και κάποια αλήθεια, ναι, είναι φοβερό : περίμενα ότι κάποια στιγμή θα βρω καμιά φλούδα. (Ίσως τό πιο υπνωτιστικό στην νταίηλυ να ήταν τό χαρούμενο ύφος της τήν ώρα που έλεγε ό,τι έλεγε)

   και η ντροπή ήτανε γενική και ποτέ δεν αισθάνθηκα άνετα όταν τούς έβλεπα σπίτι τους (όλους) (δηλαδή τήν μάνα τίς αδελφές και τόν εκτόρ, γιατί τόν πατέρα σπανίως τόν βλέπαμε) και κάπως περίεργα αισθανόμουνα ενώ έκανα τήν άνετη, μπροστά σ’ αυτούς τούς ανθρώπους που ήτανε τόσο ήρεμοι που σαν να ήταν από άλλον πλανήτη και μυρίζαν αμερικάνικα και τό κυριότερο : τόσο όμορφοι : Και επίσης ψηλοί : πολύ ψηλοί : Ήταν πολύ περίεργο αυτό : ο πιο κοντός ήταν δηλαδή ο πατέρας. «Είναι επειδή είναι από τήν εθνικιστική Κίνα, γι’ αυτό» έλεγε ο Αυδόπουλος. «Στην άλλη Κίνα δεν είναι έτσι.»

   μιλούσαν πάντα χαμογελώντας, ναι, σαν ο τελικός τόνος κάθε πρότασής τους να ήταν ένα ερώτημα που επανερχόταν απλώς από θεωρητική περιέργεια : Η γλώσσα αυτή ήτανε λοιπόν τόσο αναπάντεχα διαφορετική που σαν να ήτανε οικεία (και τελείως άσχετη με κείνα τά τσιν-τσον-τσιν) : ακουγόντουσαν ήχοι με βάθος και πλάτος, τά φωνήεντα είχαν μια σχέση σχεδόν γεωμετρίας μ’ εκείνα τά θαμπά σύμφωνα που σαν να αναδύονταν από μια βαθύτερη θάλασσα : ναι αν τότε ήξερα αυτά που ξέρω μετά, θα μπορούσα τότε να πω ότι η γλώσσα τους θύμιζε τό ήθος τού θουκυδίδη : απέπνεε μια διαρκή εγρήγορση και μια ενσωματωμένη διάθεση κριτικής σαν να μιλούσαν σχεδόν πάντα μ’ ένα είδος αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην σοβαρότητα και τήν επιείκεια – κι ο μόνος που δεν είχε καμία διάθεση για χαμόγελα ήταν αυτός ο εκτόρ

   η δικιά του η γλώσσα όταν μιλούσε στις αδελφές του, σαν να είχε περισσότερα σύμφωνα από τών άλλων, αν και σκεπασμένα με τόνους νερού

   όμως η γλώσσα αυτών τών ανθρώπων ήταν σαν να φιλτραριζόταν συνέχεια από τήν ιδέα ενός τοπίου κι ενός κόσμου που περνούσε τίς εντάσεις ανάμεσα στα φωνήεντα και τά σύμφωνα από ένα κόσκινο υδάτινο, και δεν μπορούσα να καταλάβω αλλιώς τήν αποτελεσματικότητά του παρά μόνο σαν θαμπή σκληρότητα, ή και σκληρή θαμπάδα – περιείχαν νοήματα που δεν τά καταλάβαινα οι μεταξύ τους κουβέντες

   μολονότι ήταν τόσο μοντέρνες με τίς στενές κοντές φούστες και τίς πετσέτες έτσι τυλιγμένες στο κεφάλι τους μετά τό μπάνιο, είχα εγώ διαρκώς τήν εντύπωση όταν τίς άκουγα να μιλάνε μεταξύ τους και με τόν αδελφό τους, ότι δεν θα μπορούσα να καταλάβω ποτέ αυτά που λέγανε. Η μητέρα κι ο πατέρας (αλλά τούς είχα ακούσει σπανίως να μιλάνε) σαν να επιβεβαίωναν λίγο περισσότερο τήν προκατάληψη για τόν οξύ ήχο που περιέχουν τά σύμφωνα τής γλώσσας αυτής

   τήν αναμπέλ απ’ τήν άλλη μεριά έχω τήν εντύπωση ότι δεν θυμάμαι να τήν άκουσα ποτέ να μιλάει κινέζικα, κι αυτό είναι περίεργο, αλλά μού φαίνεται ότι όταν ήμουνα μπροστά μιλούσε στη μαμά και στις αδελφές της σαν μ’ ένα θυμωμένο τελεσίγραφο σχεδόν συνεχώς γαλλικά, σαν σχεδόν να τά απαιτούσε, αλλ’ αυτό πρέπει να ’ναι μάλλον μια ιδέα ή μια αφαίρεση, και μια προκατάληψη ίσως δικιά μου

   τό πρώτο πράγμα που είδα λοιπόν στο σπίτι όταν μπήκα ήταν οι πάπυροι : οι πάπυροι με τά μαύρα χοντρά γράμματα που ήταν σαν αρχιτεκτονικά σχέδια πολλών μικρών σπιτιών και είχανε δίπλα τίς λεπτές αυτές θαμπές ζωγραφιές (σαν όνειρα που περιγράφει κανείς με λεπτό πινελάκι και νερωμένο θαμπό χρώμα, μόνο και μόνο σαν σημείωση δηλαδή τών ονείρων) στους τοίχους όλους τριγύρω – οι πάπυροι απλωμένοι προσεκτικά μ’ αυτό τό ζεστό θαμπό χαρτί και τίποτ’ άλλο από πάνω, σ’ ένα ύψος τόσο πολύ χαμηλό που να μπορώ να τό φτάνω, και με μια ομοιογένεια στη διάταξη και μια τέτοια γαλήνη στη σειρά, που τό σπίτι όλο σαν να είχε χαμηλώσει και σα να μην ήτανε εκεί που ήτανε

   ήταν μεγάλη στιγμή δηλαδή για μένα όταν η αναμπέλ μέ έμπασε μέσα στο σπίτι : και πέρα από τίς εικόνες τών κοριτσιών με τίς πετσέτες στο κεφάλι και τά μπουρνούζια ή τήν εικόνα τού εκτόρ να γλιστράει σ’ έναν διάδρομο αδιάφορος, και πέρα κι από τήν θαμπή ανάμνηση τής λέξης βουδιστές που κάπου κυριαρχούσε πιο πριν στο κεφάλι μου και δεν θυμάμαι από ποιον ειδικά, ειπωμένη από τόν πατέρα μου ίσως ή μπορεί και τήν νταίηλυ, τή λέξη αυτή βουδιστές και για όλους τους, αυτό που σκέπασε τήν ατμόσφαιρα μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μου και πριν ακόμα η πόρτα κλείσει πίσω μου για τά καλά, ήταν (μαζί με τήν περίεργη λεπτή και ζεστή μυρωδιά που δεν μπορούσα να τήν εξηγήσω, και που μύριζε απλώς σαν απογείωση και σαν ταξίδι – και σαν να κινούμαστε ανάλαφρα υψωνόμενοι διαρκώς, ενώ όλα παρέμεναν φαινομενικά στον ίδιο τόπο), αυτό που πάνω απ’ όλα λοιπόν κυριάρχησε ήταν μια αρχιτεκτονική ανατροπή ολόκληρου τού σπιτιού που οφειλόταν απλώς και μόνο στον τρόπο που απλωνόντουσαν τά γράμματά τους κι η γλώσσα τους εκεί πάνω στους τοίχους : γιατί δεν είχανε φέρει μαστόρους, ούτε είχανε γκρεμίσει τοίχους ούτε είχανε χαμηλώσει ταβάνια πριν μπούνε να μείνουνε στο σπίτι αυτό, και όμως : δεν είχε καμία σχέση τό σχήμα του με τά υπόλοιπα. Και θα ’πρεπε να ξαναπάω πολλές φορές για ν’ αρχίσω να προσέχω (κι όχι μόνο να κοιτάω τά γράμματα στους τοίχους ή, ξεφορτωνόμενη για μερικά λεπτά τήν Αναμπέλ, ή τήν ώρα που εκείνη, έχοντας στρώσει τό τραπέζι με τίς ψάθες κάτω απ’ τά πιάτα εκδηλώνοντας ένα τελετουργικό κέφι, θα μού μάθαινε να τρώω με τά βασανιστικά ξυλαράκια που σαν να σέ κοροϊδεύουνε διαρκώς, και σαν να ’ταν φτιαγμένα για να τήν κάνουνε να είναι αυτή πιο μεγάλη συνεχώς από μένα και σ’ αυτό ακόμα –) να ξεκλέβω λίγο χρόνο (ή να έχω σε τελευταία ανάλυση όλον τόν χρόνο που ήθελα), για να προσέξω (πέρα από τά γράμματα και τή γλώσσα και τήν ιστορία που ιδέα δεν είχα τί έλεγε, έτσι όπως ήταν απλωμένη στους τοίχους), να προσέξω τότε εκείνες τίς πηγές φωτός τά φανάρια : με τά μαύρα γράμματα πάνω τους και τίς έντονες ζωγραφιές σκορπισμένα σε γωνίες τριγύρω : έτσι κάθε φορά που παρακολουθούσα τή διάταξη τών γραμμάτων στους τοίχους και τίς ζωγραφιές γύρω–γύρω, γινότανε κάθε φορά ένα μικρό καινούργιο άνοιγμα, και μια διασαφήνιση κι ένα ξεμπλέξιμο τής ίδιας εικόνας και τού ίδιου νοήματος που παρέμενε σιωπηλό – ώστε να ’βρισκα, είτε μες απ’ τό στρώσιμο τού τραπεζιού με τίς τετράγωνες ψάθες που η αναμπέλ χοροπηδώντας μού προετοίμαζε, είτε μες απ’ τίς ομιλίες τών αδελφών μεταξύ τους πιο πέρα, ή ακόμα και τήν αδιόρατη αυτή μικρή κάμψη τού κεφαλιού (και σχεδόν και τών ώμων) τής μαμάς τήν ώρα που θα μάς άνοιγε τήν πόρτα (ή ακόμα και τό βλέμμα τού εκτόρ που μάς έβλεπε αγορίστικα χωρίς να μάς βλέπει (αν τύχαινε να μπει ή να βγει ή να πάει στον διάδρομο πέρα)) μπορούσα πάνω απ’ όλα ξεκλέβοντας χρόνο να ανακαλύπτω πράγματα μέσα στο σπίτι που κάναν τά ευρωπαϊκά έπιπλα που ήταν τοποθετημένα με προσοχή (σαν κάτι που δεν σού ανήκει ακριβώς και συνεπώς δεν μπορείς να παίξεις μαζί του) να μειώνονται και να συρρικνώνονται ακριβώς σε αυτό: σε αδιάφορα κι αναγκαστικά παιχνίδια που έπρεπε να τοποθετηθούν με τάξη για να καλύψουν τούς νόμους τού γενικού παιχνιδιού : τού ταξιδιού που θα κάνανε από χώρα σε χώρα κι από χρόνο σε χρόνο : έπιπλα που δεν μπορούσαν να κουβαλάνε μαζί τους και θα αγοράζανε κάθε φορά από κει που βρισκόντουσαν : ενώ τριγύρω και πάνω, στους τοίχους και στον αέρα τόν ίδιο, θα κυκλοφορούσε η αίσθηση και η μυρωδιά τών μικρών πραγμάτων που μπορούσαν να τυλίγονται και που μπορούσαν να τά παίρνουν μαζί τους και αυτό θα ήταν η γλώσσα τους και τά σχέδια τών ονείρων τους και τά ξυλαράκια που τρώγαν : Έτσι που αργότερα κατάλαβα (ναι, όταν είχαν πια φύγει) ότι ο τρόπος με τόν οποίο έπρεπε να διπλώνω τά δάχτυλα για να πιάνω (σχεδόν με τίς αρθρώσεις, ή μόνο τούς κόμπους) εκείνα τά ξύλα, δεν ήταν μία κίνηση τών δαχτύλων απλώς, γιατί απαιτούσε μια ολόκληρη διαφορετική στάση όχι μόνο καθίσματος αλλά και κυλίσματος και βαδίσματος και αναπνοής (όπως τότε που βγάζεις προς τά έξω τούς ήχους αυτούς που εικονίζονται με σκληρό μαύρο στους πάπυρους πάνω, σαν συνεχώς ανθισμένοι ή τσαλαπατημένοι ιβίσκοι ή σαν σπίτια μ’ ανοιχτές τίς πόρτες για να μπαινοβγαίνεις)

   αλλά κανείς δεν ήξερε φυσικά ότι όλα τελειώνανε τότε εκειπέρα κοντά. Αντιθέτως, όλα κυλούσαν ήσυχα, και τά χριστούγεννα η νταίηλυ θα έδενε και θα έλυνε με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο. (Αλλά η πρώτη που θα τό ’βλεπε θα ήμουν εγώ, γιατί μόνο εγώ μπορούσα να μπαίνω στο σπίτι τής αναμπέλ τόσο συχνά και συνέχεια)

   πάντως τίποτα δεν άλλαξε, από τήν ζωή μας στο σπίτι : στα σπίτια μας :

   δεν άλλαξε τίποτα. Η ζωή συνεχίστηκε ίδια, η αναμπέλ ήθελε να μέ μαθαίνει να τρώω με τά ξυλαράκια, αφού θα μού ’στρωνε πρώτα αυτή τό τραπέζι, κι εγώ δεν θα ήξερα ότι για να χρησιμοποιήσω τά δάχτυλα μου μ’ αυτόν τόν τρόπο θα έπρεπε να σταθώ πρώτα με τόν τρόπο αυτόν και ν’ αναπνέω με τόν τρόπο αυτόν, κι όλα κύλησαν ήσυχα, και ύστερα ήρθανε τά χριστούγεννα

   δεν είχα δηλαδή προλάβει να δω εγώ τίποτα γιατί όλα έγιναν σε μια μέρα που δεν είχαμε πάει να παίξουμε σπίτι της αλλά παίζαμε έξω στην κάτω αυλή κι η daily πρόλαβε έτσι να πάρει αυτή τήν πρωτιά όπως τό ’θελε, και να ανακοινώσει στη μητέρα μου, με τό στόμα γεμάτο σάλιο χτυπώντας τό κουδούνι θριαμβευτικά ένα μεσημέρι φαντάζομαι : Τά μάθατε, καλά δεν τά μάθατε εσείς με τούς κινέζους, έχουνε φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο

   τό περίεργο μ’ αυτήν τήν γυναίκα είναι ότι παρ’ όλο που ήξερε πολύ καλά (γιατί τά ’ξερε βέβαια όλα) ότι υπήρχαμε κι εμείς εκεί δίπλα της που μπαίναμε μέσα στο σπίτι αυτό κάθε μέρα, κι ότι επομένως κάτι παιδιά μπορεί να ξέραν τά πάντα και θα μπορούσαν να τήν ενημερώνουν και να τής δίνουν και λεπτομέρειες, δεν ρώτησε ποτέ της, ούτε εμένα, ούτε κανέναν άλλον από εμάς ας πούμε για τίποτα : λες και τό πιο σημαντικό γι’ αυτήν ήταν να προλαβαίνει τά νέα και να τά λέει στους άλλους πρώτη αυτή, όταν οι άλλοι δεν τά ξέραν ας πούμε ακόμα (να καταπίνει δηλαδή ολόκληρη τή δικιά τους τήν έκπληξη, κι αυτό δηλαδή τής έδινε μεγαλύτερη απόλαυση από τήν ίδια τή δικιά της – τήν υποτιθέμενη – απόλαυση – όταν τά μάθαινε – αν ένιωθε ποτέ η ίδια τέτοιο πράγμα για τίποτα) κι όχι να τά μαθαίνει η ίδια ακριβώς. Κι έτσι δεν ρώτησε καν, αν πήγαν τά παιδιά σας χτες σπίτι τους, κι αν είδαν τό δέντρο, ούτε καν αισθανόταν τόν φόβο μήπως και τή διαψεύσουμε τελικά, αλλά ανάγγελνε πάντοτε θριαμβευτική και περήφανη – και – στην περίπτωση αυτή – και με κάπως κατεβασμένη φωνή σαν να έλεγε ένα αξιοσέβαστο πολύ μυστικό : Καλέ τό ξέρετε ότι οι Κινέζοι έχουνε κάνει χριστουγεννιάτικο δέντρο; – ναι μού τό ’πε η καθαρίστρια τού διπλανού τους – και μεγάλο ε; κανονικό και μεγάλο, ολόκληρο δέντρο σάς λέω

   ήταν τόση μ’ άλλα λόγια η ταραχή της που πρώτη φορά ομολόγησε και τόν πληροφοριοδότη της δηλαδή. Και τίς κουβέντες της διαδεχόταν σιωπή από όλες αυτές τίς μεριές. Φαίνεται ότι τούς έκανε εξαιρετική εντύπωση όλων αυτό τό πράγμα, και σαν να τό θεώρησαν δύσκολο να τό αντιμετωπίσει κανείς, να τό πει δηλαδή, και να βρει τίς κατάλληλες λέξεις. Εγώ πάντως τό είδα πολύ σύντομα, ίσως τό επόμενο κιόλας απόγευμα που μέ ξαναπήγε στο σπίτι της η αναμπέλ : κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ούτε κι αυτή, αλλά περάσαμε από μπροστά του για να πάμε στο μέσα σαλόνι, γιατί τό είχαν μπροστά στο μικρό σαλονάκι στην πρώτη γωνία όπως έμπαινες, έτσι που να τό βλέπουμε όλοι και από τήν πόρτα αμέσως

   είχε κάτι περίεργο τό δέντρο αυτό όμως, τό χάζεψα εγώ πολύ αδιόρατα τόσο που να μην τήν φέρω σε δύσκολη θέση, και κείνη χαμογέλασε και τό προσπέρασε με περηφάνεια χοροπηδώντας λίγο, σαν προς τιμήν μου. Ήταν ένα μεγάλο γιορτινό και επίσημο δέντρο (ήτανε, ναι, ακόμα και χαρούμενο) τιμητικά στολισμένο με μπαλάκια που αστράφτανε από φυσικό έλατο σκούρο πράσινο και ψηλό, δεν είχε χιόνι, ήταν ολοπράσινο, και στεκόταν και καμάρωνε εκεί στη γωνία : σα να ’χε γύρω του μια ατμόσφαιρα που τού έλεγε ότι είναι μοναχικό εκειπέρα αλλά πάντως καμάρωνε, και η μητέρα και οι αδελφές ήταν γεμάτες – κάτι στο περπάτημά τους, στα λακκάκια στα μάγουλα – από ελαφριά και αδιόρατη επισημότητα που θέλανε να δείξουν ότι τήν μοιράζονται μαζί μας τίς μέρες αυτές και τό σπίτι άστραφτε (ως συνήθως) αλλά αυτό δεν τούς έφτανε, νομίζανε ότι έπρεπε να έχει και κάτι παραπάνω τίς μέρες αυτές σαν έναν σεβασμό σιωπηλό και γεμάτο σιωπηλούς ήχους όπως νομίζανε ότι έπρεπε να είναι όλα τά πράγματα, γιατί οι σιγανοί ήχοι (που σχεδόν να μοιάζουνε εντελώς με σιωπή) ήταν τό πιο αξιοσέβαστο όπως φαινόταν γι’ αυτούς, τό πιο αξιοσέβαστο που μπορούσαν να έχουν τά πράγματα – μόνο η αναμπέλ δεν έδινε και πολλή σημασία και μέ έπαιρνε μέσα να παίξουμε με τά ξυλαράκια και τά άλλα παιχνίδια της (που δεν είχε δηλαδή και πολλά, μόνο αυτά που μπορούσανε να τής κουβαλάνε (να κουβαλάει στην κυριολεξία η ίδια) από μέρος σε μέρος έτσι όπως πηγαίνανε, μια που αυτή ήταν η δουλειά τού μπαμπά) (ή ίσως κι αυτά που τής αγόραζαν σε κάθε καινούργια χώρα που βρίσκονταν, που θα βρισκόντουσαν κάθε φορά μέσα σ’ αυτή τή ζωή αλλεπάλληλων μετακινήσεων, και πολλές φορές θα ’χε αναγκαστεί ν’ αφήσει πίσω της πολλά από τά παιχνίδια αυτά φεύγοντας) κι έτσι παίζαμε με τά δικά μου κυρίως – κι ίσως γι’ αυτό κιόλας τά πιο αγαπημένα της να είχαν να κάνουν με τραγούδι δηλαδή με γλώσσα που μεταφέρεται

   όμως αυτό είχε κάνει όντως μεγάλη εντύπωση. Σαν να τούς περιέβαλε ξαφνικά ένας φόβος σχεδόν από παντού κι ακουγόντουσαν διάφορα. – Πολιτισμένος λαός! αυτό ακουγότανε από παντού τώρα μάλλον για αυτούς : Ακόμα κι η Νταίηλυ είχε δείξει δέος μπροστά στην είδηση που έφερε. Κι ο Αυδόπουλος έμεινε έκπληκτος, όταν τό έμαθε και κυρίως θέλησε να δείξει τήν έκπληξή του στην Χρονολουλού για να τήν διδάξει καλούς τρόπους μ’ αυτήν, όπως ήθελε να κάνει συνέχεια πάντοτε, και σ’ εμάς φυσικά : Σήκωνε τό δάχτυλο συχνά όλες τίς μέρες αυτές στο τραπέζι όταν τρώγαμε (ή άλλη ώρα κι αλλού) και όλο έλεγε : – Αυτό είναι ένδειξη μεγάλου πολιτισμού. Είναι αρχαίος ο λαός που τό κάνει αυτό. Αλλά αυτοί είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα βλέπεις.

   από αλλού ακουγόντουσαν άλλα : Φοβήθηκαν ότι αν δεν κάνουνε δέντρο όπως εμείς θα μάς προσβάλουν, και λοιπά, κλπ.

   κι εμείς συνεχίζαμε τά παιχνίδια, χωρίς άλλα περίεργα ούτε ασυνήθιστα, και όλα κύλησαν ήσυχα για λίγο καιρό. Ώσπου μετά ξαφνικά, η νταίηλυ μίλησε πάλι πρώτη ξανά
   – Φεύγουν τά μάθατε; Ο πατέρας πεθαίνει και είπαν ότι θέλει να πάει να πεθάνει στην Κίνα, προλαβαίνουνε–δεν προλαβαίνουνε να πάνε γρήγορα για να πεθάνει στην Κίνα

   δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε στην αρχή τό μήκος και τό πλάτος τών λέξεων απόλυτα αυτή τή φορά

   τίποτα δεν άλλαξε πάντως τή μέρα αυτή και τίς άλλες εκεί τότε κοντά, έτσι που αρχίσαμε όλοι φωναχτά τώρα πια να αμφιβάλλουμε πρόθυμα για τήν αξιοπιστία τής νταίηλυς. Δεν μπορώ πραγματικά να θυμηθώ στη ζωή μας τίποτα άλλο πέρα από μία θαμπάδα και μία ασάφεια μετά απ’ τά νέα αυτά. Περιμέναμε ένα σημάδι απ’ τήν συμπεριφορά τής αναμπέλ για να καταλάβουμε αλλά εκείνη δεν έδειξε τίποτα, κι ίσως μάλιστα να μην εμφανίστηκε ούτε καν η ίδια τίς δυο μέρες αυτές, μέχρι που, κοντούλα και μικροκαμωμένη, ψηλώνοντας συνέχεια όμως με σοβαρότητα, ψέλλισε με τά γαλλικά της, έδειξε με τά σχέδιά της, ότι θα φύγουν. Έντιμη εφημερίδα, θα μπορούσαμε σαν τόν σαίξπηρ να αναφωνήσουμε τότε όλοι μαζί και εμείς, δεν μάς κορόϊδεψες ούτε άλλοτε ούτε αυτή τή στιγμή

.
προσαρμοσμένο απόσπασμα από τό κεφάλαιο «κινέζοι» τού μυθιστορήματος «βιογραφίες αγνώστων» © χάρη σταθάτου
περαιτέρω αποσπάσματα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα στην ιστοσελίδα απολίτιστες τέχνες

 

 

 

,

Δεκεμβρίου 4, 2010

εγκώμιον τού παράνομου έρωτα : από τόν ωραίο μεσαίωνα

διαβάστε κι αυτό    

 

 

                          

 

 

αναδημοσιεύω εδώ (από ένα (παλιό) γραφτό μου, συντομευμένο κάπως) τήν ιρλανδοαγγλική ιστορία τού έρωτα τής ιζόλδης και τού τριστάνου όπως τήν περιγράφει με τά αρχαία γερμανικά του ο γοδεφρείδος τού στρασβούργου περί τά 1200

τρίτη συνέχεια τού μαρκούζε είχα υποσχεθεί τό ξέρω για τό μετά τό προ–προηγούμενο (επεξηγηματικό) κείμενο αλλά

μεσολάβησε (στο προηγούμενο) ο μεσαιωνικού τύπου αποτρόπαιος θάνατος, και καθώς δεν μπορώ να βλέπω άλλο τήν αγχόνη κάθε που ανοίγω τό βλογ μου, και καθώς ο μαρκούζε αργεί ακόμα λέω να βάλω εδώ μια γνήσια μεσαιωνική αναίρεση :

  

   (…) δεν είναι μόνο οι σκηνές επάνω στο καράβι, αλλά και όλη η υπόλοιπη ιστορία : αρκεί όμως να σκεφτεί κανείς με τί υπέροχα αθώο τρόπο εκμεταλλεύεται ο γοδεφρείδος τή σύμβαση που διαφορετικά θα τόν καθήλωνε με τήν πουριτανική της αγκύλωση : μιλάω για τό αρχικό τό σχέδιο με τό οποίο ξεκινάει αυτός ο έρωτας, σχέδιο που στέλνει παραπέμπει και θυμίζει, ίσια θα ’λεγα, στη διαλεκτική τών σοφιστών : και είναι μάλιστα, λες και αυτός κάνει μια άμεση – και επί λέξει – αναφορά στην υπεράσπιση τού έρωτα εκ μέρους τού γοργία – (τόν οποίο κανείς δεν ξέρει αν τόν είχε καν διαβάσει) 

   τό αρχικό εύρημα λοιπόν είναι ότι οι δύο εραστές πρώτα αλληλομισούνται, και θα ερωτευτούν αργότερα, μονάχα με τή διαμεσολάβηση τού φίλτρου : τυχαία, θα ’λεγε κανείς ή μάλλον κατά λάθος : αυτό θα γίνει πάνω στο καράβι (σ’ ένα κινούμενο δηλαδή έδαφος που φεύγει και γλιστρά) με τό οποίο ταξιδεύει αυτή να πάει να παντρευτεί έναν άντρα που καθόλου δεν αγαπάει, ούτε τόν ξέρει καν, κοινό μοτίβο αιώνες τώρα στη ζωή τών γυναικών (και όχι απλώς στην τέχνη) : αυτός λοιπόν τήν συνοδεύει προστατευτικά, τό φίλτρο δε από τήν άλλη τό ετοίμασε μια φίλη της για να τό πιούνε ένα βράδυ με τόν άντρα της τόν μέλλοντα, να κάνει όλη τή ζωή τους πιο υποφερτή : στο έργο λοιπόν τό φίλτρο γίνεται ο ιμάντας που τό εκτοξεύει στην πιο ανηθικολόγα λογική, τήν πιο υπονομευτική θεώρηση : ο μεσαιωνικός μας δηλαδή εκμεταλλεύεται με απίστευτο ρεαλισμό και χιούμορ τό λάθος που γίνεται – να πιουν τό φίλτρο ο τριστάνος κι η ιζόλδη, μια μέρα που τό καράβι σταματάει σ’ ένα λιμάνι για ξεκούραση (κι όλο τό πλήρωμα έχει βγει στη στεριά για να διασκεδάσει ή και να ξεκουραστεί) – αυτοί οι δύο δε, μένουνε κατηφείς και άκεφοι επάνω στο κατάστρωμα, και πλήττουνε εκ παραλλήλου και οι δυο θανάσιμα μ’ αυτήν τήν επιπλέον αντιπάθεια που έχουν αναμεταξύ τους :

   έτσι, σε μια εντελώς ανθρώπινη προσπάθεια να ξεπεράσουνε τήν αθυμία τους αποφασίζουνε να πιουν κι αυτοί λιγάκι : λίγο κρασί να διασκεδάσουνε σαν άνθρωποι : όμως τό εύρημα αυτό παίρνει τή θέση μίας στέρεης πραγματικότητας, που ξεπερνάει τήν χριστιανική τήν ηθική και συναντάει τήν αρχαία αντίληψη εκείνη για τό δικαιωμένο όσο και ανεξήγητο ταυτόχρονα τού πάθους τού ερωτικού, – πράγμα που η αρχαία λογική τό τακτοποίησε θαυμάσια, αποδίδοντάς το στην παντοδυναμία ενός μικρού παιδιού – ενός θεού – ο οποίος βέβαια ως θεός είναι κι ανίκητος (και επομένως εάν τούς στοχεύσει αυτός δεν έχουνε καμιά ευθύνη εκείνοι πλέον για τό πάθος τους, κι αντίθετα, είναι και επιπλέον απόδειξη θρησκευτικής εντέλει ευσέβειας τό να υποκύψουνε κιόλας στη θέλησή του) – αυτή είναι ακριβώς η υπεράσπιση που κάνει ο γοργίας παίζοντας, όπως λέει και ο ίδιος και για δική του ευχαρίστηση, στο εγκώμιο που έγραψε για τήν ελένη – : και τό οποίο η νεογέννητη κι αθώα σκέψη τού μεσαίωνα, φορτωμένη από τά επιπλέον χριστιανικά που μεσολάβησαν, βρίσκει τόν τρόπο να τό μεταλλάξει και να τό μεταποιήσει και να τό τακτοποιήσει τώρα πια, αποδίδοντάς το σε μια νέου τύπου θεότητα, τήν μεσαιωνικά απολύτως δηλαδή αποδεκτή και ακριβώς ίσως γι’ αυτό επίφοβη μαγεία

   

   η πραγματικότητα λοιπόν αυτής τής ανεξήγητης δύναμης βαραίνει έκτοτε σαν τό πιο ατράνταχτο και οικουμενικό ας πούμε (και λογικό ας πούμε) γεγονός, επάνω στην υπόθεση, έτσι ώστε με τήν ελαφρά αυθαιρεσία τής καταγωγής της να αποκτάει μια τέτοια, λογική όμως, διαύγεια, ώστε να ταυτιστεί θαυμάσια με τήν προηγηθείσα αυθαιρεσία τής θέλησης ενός θεού και εκεί να μείνει

   όλο τό υπόλοιπο έργο δεν κουνιέται ρούπι, ούτε αμφισβητεί ποτέ αυτήν τήν αρχή. Αλλά με έναν εξαντλητικό και στέρεο ρεαλισμό, κι ένα αχόρταγο και αυτονόητο (κι ήρεμο) χιούμορ να περιγράφονται μετά όσα προέκυψαν : Ετούτα δε που προέκυψαν είναι σαφή και καθαρά : είναι, με λίγα λόγια, τό τί γίνεται όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι διαρκώς και επιμόνως, και μονίμως : Εάν μπορούσανε να παντρευτούν, η ιστορία βέβαια θα σταμάταγε, μα τό πολύ ανήθικο όμως τής υπόθεσης είναι ότι εκείνη είναι εκ τών προτέρων σίγουρο ότι θα παντρευτεί έναν άλλον : και όμως, αυτοί οι δύο δεν θα είναι εραστές από μακριά, ούτε και θα πονάν ματαίως (ή πλατωνικώς) ο ένας για τόν άλλον : θα είναι μονίμως και επιμόνως όντως εραστές, κι όλες τους οι ίντριγκες θα είναι αθώα και καθαρά και μόνιμα, προσανατολισμένες εκεί πάνω : πάνω στο πώς θα κοροϊδεύουν δηλαδή συνέχεια τούς άλλους, για να βρίσκονται όποτε μπορούν στο ίδιο κρεβάτι οι δυο μαζί

   

   ας τό ξεκαθαρίσουμε : αμφιβολίες και οδύνες υπάρχουνε συνέχεια στον κόσμο αυτό (τόν μεσαιωνικό…) αλλά όχι, ποτέ, για τό αν αυτό που κάνουνε είναι ή όχι δηλαδή σωστό : αυτό δεν τίθεται ποτέ ούτε αμφισβητείται : ο έρωτας είναι απολύτως νόμιμος, παράνομα είναι τά εμπόδια που τού τίθενται, κι αυτό είναι ένα πράγμα που διαχέεται με τέτοια βίαιη άνεση σε όλο τό βιβλίο ώστε τό μετατρέπει στο πιο έξαλλα ερωτογόνο κείμενο που θα μπορούσε να γραφτεί : και πέρα όμως απ’ αυτό, έχει και τέλειο χιούμορ : 

   δεν θα καθίσω τώρα εδώ να περιγράψω κείνην τήν καταπληκτική σκηνή που θυμίζει κωμωδία (έχουμε δει παλιά τέτοια σκηνή από τόν γούντι άλλεν) σκηνή που γίνεται στο δωμάτιο τού παντρεμμένου πλέον ζευγαριού : όταν ο τριστάνος κάνει δοκιμές πώς θα προσγειωθεί πηδώντας από μακριά επάνω στο κρεβάτι τής ιζόλδης ώστε να μην πατήσει τήν παγίδα που ’χει απλώσει ο άντρας της κάτω από τό κρεβάτι και τόν πιάσει : περιγραφές λεπτομερείς και ασταμάτητες τών πηδημάτων, τής αποτυχίας, και τά λοιπά

   ούτε θ’ ασχοληθώ με κείνην τήν εκπληκτική σκηνή που δίνει μια (πραγματικά ολοκληρωμένη) καλλιτεχνική διάσταση σ’ αυτόν τόν σύζυγο, όταν μετά από πολλές δοκιμασίες και παγίδες που τούς έχει στήσει, και από τίς οποίες αυτοί εξέρχονται (έστω και τελευταία στιγμή έστω και διά τής βίας) (με πλήθος πονηριές) (και τήν καλή τους τύχη – λες κι επιζεί ακόμα η αφροδίτη ως δύναμη μες στον μεσαίωνα) τά βγάζουν πέρα λοιπόν σ’ όλ’ αυτά και εξέρχονται αθώοι, κι όταν τόν έχει πείσει πια η ιζόλδη αυτόν τόν σύζυγο ότι δεν τρέχει τίποτα κι ότι μπορεί ακίνδυνα να τόν αφήσει τόν τριστάνο να ξαναμπεί στ’ ανάκτορο από τήν εξορία που τόν έστειλε 

   αυτός ο σύζυγος ξάφνου παρατηρώντας τους στο δείπνο διαπιστώνει (με πόσο πόνο ζήλεια και καϋμό) (γιατί είναι και ο ίδιος δηλαδή ερωτευμένος) (χωρίς να έχει πιεί φίλτρο αυτός) ότι καμιά φορά από μακριά όπως κάθονται ο ένας απ’ τόν άλλον στο μεσαιωνικό τραπέζι, σαν τό τραπέζι ενός μοναστηριού, κοιτάνε ο ένας τόν άλλον φευγαλέα με έναν τρόπο που τόν κάνει άνω-κάτω και τόν αναστάτωνε : είναι ερωτευμένοι καταλήγει αυτός τότε μέσα του, πάει τελείωσε, ό,τι κι αν λένε, ο τρόπος που κοιτιώνται είναι ομιλητικός απόλυτα, δεν παίρνει άλλη συζήτηση : τί κάνει λοιπόν τότε αυτός ο τόσο βάρβαρος και μεσαιωνικός δηλαδή άνθρωπος ;  απλούστατα σύμφωνα με τά ήθη τους που δυστυχώς ακόμα δεν τά έχουμε, κι είναι χαμένα, τούς παίρνει εκεί παράμερα κι ενώ αυτοί χλωμιάζουνε και κοκκινίζουνε αλληλοδιαδόχως (διότι δεν ξέρουνε τώρα τί τούς περιμένει πια, ένα σωρό ήδη αναγκαστικοί χωρισμοί έχουν προηγηθεί, περάσανε) αυτός τούς λέει: Ακούστε να σάς πω, τώρα επιτέλους τό κατάλαβα, πάει τέλειωσε : εσείς οι δυο είσαστε ερωτευμένοι μην τό αρνιέστε δεν θέλω άλλα ψέματα είσαστε ερωτευμένοι δηλαδή τελεία και παύλα : πρέπει να είσαστε μαζί αυτό είναι όλο. Αυτό που θέλετε λοιπόν, αυτό θα γίνει : Άντε πηγαίνετε στην ευχή και φύγετε από δω.

   και τούς διώχνει και τούς δυο πλέον μαζί, να φύγουν ανενόχλητοι από τό παλάτι. Και φεύγουνε πιασμένοι χέρι-χέρι ενώ αυτουνού σπαράζει η καρδιά του : άλλοι καιροί και άλλα ήθη δηλαδή

     

   …η φυγή τών πρωτόπλαστων ; (και ο διωγμός τους από έναν θεό που έχει μετατραπεί τώρα σε σύζυγο ; ) αλλά θα γίνουν όλα τώρα αντεστραμμένα : τώρα θα φύγουν απ’ τήν κόλαση και θα γυρίσουν στον παράδεισο : θα ζήσουνε μέσα στη φύση και στο δάσος μακριά από τά ψέματα, μες στην αλήθεια τήν πρωταρχική : και ξάφνου τήν φοβούνται τήν αλήθεια τήν πρωταρχική : (δεν βλέπουμε σκηνές πορνό εδώ, είναι ο σταντάλ που μάς μιλάει : ) παράδεισος ίσως να μην υπάρχει γιατί κάθε παράδεισος έχει σημαδευτεί από τήν κόλαση που ακολούθησε : 

   νά η ιστορία που είναι μόνιμα παρόν και μάς κολάζει διασκεδάζοντας : η ενοχή και η ντροπή τούς πιάνει και τούς ξετινάζει πλέον στα σημεία : τώρα που είναι εντελώς ελεύθεροι τό κάνουνε ίσως καλύτερα, αλλ’ όμως δεν κοιμούνται πια αγκαλιασμένοι : Είναι ανάμεσά τους ένα φοβερό σπαθί, τό βάζει εκείνος να κοιμούνται χώρια : (Μπορεί να είναι και η αντιπάθεια τού ανθρώπου που ’μαθε να κρύβεται – και να πιστεύει καταβάθος μοναχά στον φόνο – στον πολιτισμό αυτόν – μια αντιπάθεια για τήν απόλυτη ελευθερία {τής ζωής} που τότε τόν πλακώνει). Μπορεί να είναι, επιπλέον, και μια πρώτη νύξη για τήν αλλοτροίωση που ’χει πλακώσει εμάς αιώνες τώρα – και που όπως λέει και η ψυχανάλυση, τί φίλτρο και ξε-φίλτρο, η απαγόρευση είναι αυτή που σέ καυλώνει πιο πολύ. Μες στον παράδεισο λοιπόν, ανασυστήνουν τελετές μιας κόλασης, γιατί σ’ αυτήν συνήθισαν! τί θαύμα! Όμως, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα τέλος μεγαλοφυές, τό έργο δεν τελειώνει εκεί : Όχι, τό έργο είπαμε είναι σταντάλ, δεν θα μπορούσανε μακριά από τήν κοινωνία τών ανθρώπων : Ίσως εδώ ο μεσαιωνικός μας να είναι ο πιο ρεαλιστής απ’ όλους μας : κάτι τούς λείπει, λοιπόν, κι έτσι : κι έτσι γυρίζουν πίσω : τό έργο είπαμε δεν είναι ηθογραφία, είναι φρόϋντ στην καλύτερη του τή στιγμή, μαρκούζε τήν στιγμή του τήν συνηθισμένη

   

   και μήπως δεν είναι σταντάλ, εκείνη η καταπληκτική σκηνή, που ’χει προηγηθεί βεβαίως, όταν σε έναν απ’ τούς αναγκαστικούς τούς χωρισμούς τους που αυτός βρίσκεται εξόριστος σε ένα μακρινό παλάτι, και κάνει ανδραγαθήματα (ως συνήθως τότε αυτοί) και αποκτάει (επειδή τό θέλει, αντί για μια γυναίκα που τού πρόσφεραν) (βέβαια τό μεγάλο δίδαγμα τού γοδεφρείδου, να τό πούμε και αυτό, είναι ότι ο έρωτας μόνο όταν είναι αμοιβαίος έχει νόημα) αποκτάει τότε κείνος ως βραβείο κάτι που είναι δυνατόν να τόν παρηγορήσει έστω και λίγο από τόν πόνο του ;  Δεν θα πω τώρα εδώ όλο τό έργο φυσικά, μα τέλος πάντων πρόκειται για ένα μικρό, πολύ μικρό σκυλάκι, που έχει δεμένο στον λαιμό του μ’ ένα φιόγκο ένα κουδούνι μικροσκοπικό κρυστάλλινο, τό οποίο όταν ηχεί, είναι τόσο ωραίος ο ήχος του, ώστε για λίγο είσαι ευτυχισμένος. Και πράγματι, όταν τ’ ακούει ο τριστάνος, ξάφνου γίνεται τόσο καλά : αυτό στην κυριολεξία τόν εκπλήσσει, ναι, γίνεται για λίγο ευτυχής : δεν νιώθεται πια η πληγή. Κι όμως, τί κάνει ; Απλούστατα τό στέλνει σε αυτήν : για να ανακουφίσει εκείνης δηλαδή τόν (βέβαιο) πόνο : Κι αυτή τότε τί κάνει ; Παίρνει έκπληκτη τό δώρο του και γίνεται για λίγο και αυτή ευτυχισμένη (τό δικαιολογεί μάλιστα επιτούτου και στον άντρα της ότι είναι δώρο δήθεν από τήν μαμά) και γίνεται ευτυχισμένη τότε και αυτή όταν έχει μαζί της τό σκυλάκι, κι ακούει κείνο κει τό γυάλινο κουδούνι του. Τί κάνει τότε τελικά ; Τί σκέφτεται ; Τί άλλο να σκεφτεί : απλούστατα, ότι δεν πρέπει να ’ναι ευτυχισμένη από τόν τριστάνο μακριά : λύνει λοιπόν τό καμπανάκι από τόν λαιμό τού πετικρί και τό πατάει τό σπάει με τό παπουτσάκι της και τό κάνει χίλια κομμάτια στα πλακάκια

   αυτή είναι η μονογαμική η πίστη σε αυτόν τόν κώδικα : αυτή είν’ η προσήλωση τών εραστών με άλλα λόγια : διάθεση για πίστη υπάρχει, συνεχώς – όμως όχι εκεί που θα ’θελε η ηθική – πίστη στην απιστία όμως μόνο : γιατί ο σύζυγος από τήν άλλη παραμένει δίπλα, μακριά, τόσο μες στο μυαλό τους όσο και στην πράξη τους απατημένος, χωρίς καμιά αμφιβολία, όμως χωρίς καμιά ενοχή επίσης απ’ τήν άλλη, απ’ τή δική τους τή μεριά

     

   δεν πρόκειται να κάτσω τώρα να διηγηθώ και εκείνη τή θαυμάσια και έξοχη ιστορία τής δεύτερης ιζόλδης (με τίς απίστευτες ψυχαναλυτικο–σαιξπηρο–ντοστογιεφσκικές της προεκτάσεις) μια άλλη ιζόλδη που συνάντησε ο τριστάνος σε ένα άλλο παλάτι, όπου ήτανε ξανά φιλοξενούμενος, σε μία άλλη από τίς εξορίες που τόν στείλαν : μία γυναίκα που ’χει τ’ όνομα με λίγα λόγια τής αγαπημένης του – και η οποία, αντίθετα από τήν πανέμορφη ξανθιά του τήν ιζόλδη, έχει απλώς πολύ ωραία κάτασπρα χέρια, ολόλευκα : – ναι βέβαια, δεν πρόκειται να κάτσω να αφηγηθώ τίς καταπληκτικές του ενδοαμφισβητήσεις – που ξεκινάν από τή γλώσσα, με άλλα λόγια τό κοινό τό όνομα, και καταλήγουν σε διατυπώσεις ευρηματικές σαν αυτήν :

 

   «Αχ θε μου έλεος : πώς μέ τρελαίνει αυτό τό όνομα ! Αλλάζει και μπερδεύει τήν αλήθεια με τό ψέμα – μες στο μυαλό μου, και μπροστά στα μάτια μου. Η Ιζόλδη γελάει, τήν ακούν τ’ αυτιά μου, κι όμως ξέρω πού βρίσκεται η Ιζόλδη. Τά μάτια μου που βλέπουν τήν Ιζόλδη, δεν βλέπουν τήν Ιζόλδη. Η Ιζόλδη είναι μακριά μου και κοντά. Φοβάμαι, η Ιζόλδη μέ μαγεύει για δεύτερη φορά. [...] Απ’ τήν Ιζόλδη βγήκε η Ιζόλδη. Όταν κανείς τήν φωνάζει αυτήν τήν κοπέλα Ιζόλδη μού φαίνεται ότι ξαναβρήκα τήν Ιζόλδη. Μ’ αυτό ανακατώνομαι εντελώς. Τί περίεργο, να ξαναδώ τήν Ιζόλδη που τήν λαχταρούσα όλον τόν καιρό. Και τώρα βρίσκομαι λοιπόν στο ίδιο μέρος που ’ναι η Ιζόλδη, κι όμως δεν είμαι στην Ιζόλδη κοντά, όσο κι αν είμαι κοντά στην Ιζόλδη. Κάθε μέρα βλέπω τήν Ιζόλδη, κι όμως δεν τήν βλέπω. Αυτό είν’ τό βάσανό μου. Βρήκα τήν Ιζόλδη αλλά όχι τήν ξανθιά που μέ παιδεύει με τόν έρωτα. Αυτή είναι η Ιζόλδη που μ’ έκανε να τά σκεφτώ αυτά, (…) αλλά είναι η άλλη Ιζόλδη όχι η Ιζόλδη η ξανθιά. Πονάω που δεν τήν βλέπω. Όμως, ό,τι μπορώ να βλέπω, κι ό,τι έχει τ’ όνομά της, μ’ όλη μου τήν καρδιά εγώ θέλω να τό ζω : Συνέχεια θέλω να τό σκέφτομαι τό αγαπημένο όνομα που ’δωσε στη ζωή μου τήν χαρά και μ’ έκανε να ζήσω ευτυχισμένος»

 

   η δύναμη τών λέξεων (τής γλώσσας επομένως) διατρέχει τόσο αυτό τό κείμενο που έχει επισημανθεί ήδη από διάφορους. Αλλά εγώ θα πω ένα τώρα μόνο : κάτι που έχει τόσο χιούμορ και σέ σκλαβώνει τόσο – απ’ τήν αρχή κιόλας τής ιστορίας, αν κι είναι ένα κολπάκι με τίς λέξεις μόνο πάλι : και τό δημιουργεί η ίδια η ιζόλδη : Στην αρχή–αρχή ακόμα δηλαδή, όταν δεν αντέχει πια να κρύψει τόν έρωτα που πλέον αισθάνεται (κι ιδέα δεν έχει ότι θα βρει ανταπόκριση) – και έχει πολύ περίεργες προεκτάσεις η σκηνή αυτή : διότι εδωπέρα υπεισέρχεται και ένα αίνιγμα που είναι γλωσσικό. Όμως τό ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι κιόλας ότι στο μεσαιωνικό αυτό τό κείμενο θεωρείται και κανονικό να τού τά ρίξει πρώτη η γυναίκα ενός άντρα : Εφόσον δεν αντέχει δηλαδή άλλο η ιζόλδη αποφασίζει να ριχτεί επάνω στο καράβι στον τριστάνο αυτή : 

   βρίσκονται και οι δυο τους στο κατάστρωμα. Εκείνος υποτίθεται ότι είναι εκεί για να τήν προστατεύει, όμως μετά από τό φίλτρο επιδιώκουν και οι δυο συχνότερα να βρίσκονται μαζί (μα ιδέα δεν έχει ο καθένας από μόνος του ότι τό ίδιο δηλαδή συμβαίνει και στον άλλον : )  έχουνε τήν εντύπωση ότι υποφέρει ο καθένας μόνος του – έχουν αρχίσει όμως, λόγω φίλτρου, να μην μπορούν να δείξουν πια και τόση έχθρα, και μιλάνε τώρα μεταξύ τους φιλικά : ένα απόγευμα λοιπόν η ιζόλδη δεν αντέχει άλλο (ούτε κι αυτός αντέχει άλλο αλλά τό κρύβει μια χαρά) – λοιπόν εκείνη γέρνοντας καθώς δύει ο ήλιος πάνω στη θάλασσα και ακουμπώντας ξαφνικά τό ξανθό κεφάλι της στο στήθος του, τού λέει παίζοντας με τά ωραία γαλλικά (διότι σε πολλά σημεία τό βιβλίο παίζει με τά γαλλικά – κι αυτή η ακομπλεξάριστη αποδοχή από τήν αρχή – που υπάρχει και στο αγγλικό τών ιπποτών τής στρογγυλής τραπέζης – ότι η αφήγηση ακουμπάει σε ένα βιβλίο προηγούμενο (και μάλιστα ξενόγλωσσο) τό εμπλουτίζει και τό ενδυναμώνει απίστευτα (από άποψη και μοντερνιστική ακόμα) αυτό τό έργο) αποφασίζει επομένως τότε αυτή να τού μιλήσει όσο μπορεί πλαγίως, και με ένα καλαμπούρι που μπορεί να κάνει μοναχά στα γαλλικά  – Κύριε, τού λέει επομένως, υποφέρω.  – Από τί υποφέρετε πανέμορφη κυρία ; τής λέει αυτός (τώρα δεν μεταφράζω κατά λέξη όπως πριν, αλλά τά παραθέτω από μνήμης), και :  – Υποφέρω κύριε από λαμέρ, τού λέει αυτή. Περίεργο, σκέφτεται αυτός, τί είναι τούτο που λέει αυτή τώρα ; Σκέφτεται αμέσως ότι η λέξη έχει τρεις σημασίες – δηλαδή, πολλές : η μία είναι ο έρωτας, κι αυτήν τήν έννοια φυσικά τήν αποκλείει διότι δεν τολμάει καν να τήν σκεφτεί.  [ Εδώ έχουμε και μία μαρτυρία γλωσσολογική, απίστευτου ενδιαφέροντος, που θα τήν πούμε αν έχουμε και κέφι παρακάτω : ας πω μονάχα εδώ προκαταβολικά ότι ο έρωτας στα γαλλικά ήταν l’ ameur (κι αυτό είναι τό λαμέρ εδώ) κι amour ήταν η προφορά τής λέξης μόνο στα προβηγκιανά. Η προφορά αυτή επιβλήθηκε όμως αργότερα, σ’ ολόκληρη τή χώρα, κι έτσι επιβεβαιώνεται, ακόμα κι από μία μόνο λέξη, αυτό που λέει κι ο σταντάλ ότι όλα τά ερωτικά τους στη γαλλία τά κληρονόμησαν εντέλει σαν σημαδεμένα από κει – από τήν επαρχία που ’τανε σα στοιχειωμένη απ’ τήν ερωτική τήν ποίηση τών αράβων ].  Η δεύτερη κι η τρίτη λοιπόν έννοια που θα μπορούσε ο τριστάνος να υποθέσει ότι σημαίνει τό λαμέρ, είναι η λέξη πίκρα από τή μια κι από τήν άλλη βέβαια η θάλασσα : (l’ ameir, μάς λέει και μάς εξηγεί μέσα στο κείμενο ο συγγραφέας αναλυτικά (σημάδι ότι απευθύνεται σε μη–γαλλόφωνους κι ότι τό ξέρει) σημαίνει έρωτας, μα και l’ ameir σημαίνει πίκρα, και la meir σημαίνει βέβαια θάλασσα).  Σάς πείραξαν, λέει λοιπόν, ωραία μου Ιζόλδη, η θάλασσα κι η πίκρα της ; η θάλασσα και τούτος ο αέρας, μή σάς πίκραναν ; (ρωτάει εκείνος με ταχυκαρδίες) : σβήνοντας έτσι με ταχυκαρδίες τήν τρίτη – ή τήν πρώτη – εκδοχή τής λέξης, που δεν τολμάει καν να τήν σκεφτεί : Και αυτό κάνει βέβαια τήν ιζόλδη να απελπιστεί τελείως, κι ανυπόμονη πια τώρα να ταυτολογήσει (φαινομενικά) εφόσον στην ερώτησή του «υποφέρετε από λαμέρ ή από λαμέρ ; » εκείνη ν’ απαντήσει σαν ταπεινωμένη :  – Μα όχι κύριε, υποφέρω από λαμέρ. Όμως αφού έχει διώξει τίς δύο άλλες εκδοχές, γίνεται πλέον φανερό ότι μιλάει με τήν τρίτη – και η ταυτολογία εξαφανίζεται. Ούτε η θάλασσα τής προξενεί λαμέρ, ούτε προέρχεται οτιδήποτε από πίκρα. Τό μόνο πικρό πέλαγος μες στο οποίο πνίγεται είν’ ο έρωτας : έρωτας και μοναχικός κι ανομολόγητος : Κι αυτός μες στην χαρά και μες στο μπέρδεμα όλο αυτό, σκύβει τήν αγκαλιάζει και λιποθυμάνε δηλαδή ο ένας πάνω εκεί στον άλλον όπως θα ’λεγε αργότερα και ο ρεμπώ :  Κι εγώ υποφέρω από τό ίδιο πράγμα, λέει. Κι έτσι ξεκίνησαν τά πράγματα…

     

   υπάρχει όμως και μια άλλη εικόνα που μες στην ανακούφιση αυτής τής αναγνώρισης, γλυκά υπεισέρχεται, ξανάρχεται, στρογγυλοκάθεται για μια στιγμή, και κάνει τούτη εδώ τήν πρώτη τους ερωτική επαφή να ολοκληρώνεται μ’ έναν ακόμα πιο ειρωνικό ας πούμε τρόπο : διότι στην αρχή τού ταξιδιού, που ήταν και οι δυο ακόμη υγιείς και αδιάφοροι, και η ιζόλδη απλώς τόνε μισούσε, πολλές φορές προσπάθησε εκείνος να τήν παρηγορήσει για τό ότι πήγαινε να παντρευτεί έναν άντρα που δεν γνώριζε, και ούτε που αγαπούσε καν : και μολονότι ήταν ανηψιός της μακρινός (και ελαφρώς μικρότερος) πολλές φορές προσπάθησε να τήν παρηγορήσει όταν τήν εύρισκε να κλαίει αυτήν, κι έτσι τήν χάϊδευε, και τήν αγκάλιαζε, και τή λυπότανε ειλικρινά : τής χτύπαγε λοιπόν τήν πλάτη ώσπου μια μέρα, εκείνη ξέσπασε, με μια σχεδόν υστερική κακία, και τού είπε : «Πάρε τά χέρια σου επιτέλους από πάνω μου, πάψε να μέ αγγίζεις, μη μέ πλησιάζεις μη μέ ακουμπάς» και ο τριστάνος φυσικά λυπήθηκε πληγώθηκε κι απομακρύνθηκε αμέσως κι απλώς ρώτησε μονάχα όσο μπορούσε κόσμια κι αξιοπρεπώς :  – Γιατί Κυρία ; κι αυτή τού απάντησε έξω φρενών  – Γιατί μέ εκνευρίζεις σέ σιχαίνομαι. Κι αυτός :  – Γιατί ωραία μου Κυρία ;  Κι αυτή :  – Διότι σκότωσες τόν θείο μου. Και ο τριστάνος :  – Αλλά αυτό τό ξεκαθαρίσαμε, ότι έγινε από λάθος.  – Τό ίδιο κάνει, είπε αυτή, αν δεν ήσουνα εσύ, δεν θα ’χα βάσανα, κι αυτός απομακρύνθηκε βαρύθυμος και δεν μπορούσε βέβαια ξανά να πλησιάσει

 

   

 

   καλά θα κάνουμε λοιπόν να μάθουμε λιγάκι τόν μεσαίωνα, μήπως και καταλάβουμε καλύτερα και τά δικά μας… : ο πουριτανισμός που ήρθε αργότερα και που επιβλήθηκε κρατάει ακόμα και πολύ γερά, γι’ αυτό ακριβώς και η αρχαϊκή εκείνη νοοτροπία η μεσαιωνική μάς είναι ξένη εντελώς, και άγνωστη : ο έρωτας γίνεται στον μεσαίωνα με τιμωρία ίσως, αλλά δίχως ενοχή : αυτό που κατάφερε ο μετέπειτα χριστιανισμός είναι να τόν εμπλουτίσει και τώρα έχει και τιμωρία κι ενοχή. Κι όσο μειώνεται η τιμωρία, τόσο αυξάνει η ενοχή, νομίζω 

   μ’ αυτήν τήν έννοια ακριβώς καταλαβαίνουμε και τόν σταντάλ όταν μάς έλεγε ότι τό έργο του ήτανε μόνο για όσους δεν φοβόντουσαν να χάνουνε τόν χρόνο τους ερωτευόμενοι :  κάνοντας μ’ άλλα λόγια άχρηστα πράγματα :  αλλά αυτός δεν μπαίνει στον κανόνα, υπερασπίστηκε και τίς γυναίκες και τά κείμενα τού μεσαίωνα πολύ καλά. Και οπωσδήποτε απ’ αυτόν τό πρωτομάθαμε ότι η φράση «σκοτεινοί χρόνοι» για τόν μεσαίωνα δεν είναι βέβαια περιγραφή, ούτε καν μεταφορική, αλλά ένας μύθος. Εύσχημος πόθος μάλλον θα μπορούσε να ’λεγε κανείς, και ίσως μόνο έτσι γίνεται και αντικειμενική και η μεταφορά και η κυριολεξία του :  με άλλα λόγια, στην πραγματικότητα όλοι αυτοί που ονόμασαν τά πρώτα χίλια ευρωπαϊκά μας χρόνια έτσι, τότε που λίγο ή πολύ όλα ξεκινούσαν κι όλα γίνονταν για πρώτη δηλαδή φορά (κι ίσως και μερικά ήταν τόσο τολμηρά, που ακόμα και σήμερα επιπλέον να μάς φοβίζουνε) θέλαν απλώς να πουν ότι εκείνη η εποχή θα επιθυμούσανε να μείνει στο σκοτάδι διαπαντός – να μην τήν δούμε δηλαδή ποτέ για τήν ακρίβεια

   από μια άλλη άποψη μες στον μεσαίωνα βρισκόμαστε ακόμη σήμερα κι αυτή η ιστορία δεν έχει τελειώσει ούτε και θα τελειώσει πιθανόν στο άμεσο μέλλον δηλαδή, όσο μπορούμε τώρα να τήν δούμε

   μονάχα ίσως ένα πρώτο βήμα θα είναι τό ν’ αρχίσουμε να μελετάμε και να εκτιμάμε καλύτερα εκείνα εκεί τά χίλια πρώτα χρόνια τής αθώας και τής τρομαγμένης λάμψης τών πρώτων γλωσσών (…)

  

 

(από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων», έκτο κεφάλαιο, σημείωση β΄ : jenseits von Gut) copyright © 2οο3 hari stathatou, all rights reserved
προσαρμοσμένο απόσπασμα ανάρτησης από τό σημειωματάριο τεχνών

 

 

 

  

 

η εικόνα με τά μολύβια επάνω από εδώ, οι βικτωριανές κυρίες στην παραλία από εδώ     

 

Απριλίου 4, 2010

σεμνή & φιλοσοφική πραγματεία περί fucking ή μαλακίας

 

 

 

  < απόσπασμα από τό [ανέκδοτο] μυθιστόρημα βιογραφίες αγνώστων >

 

 

 μένα βέβαια μέ εκνεύριζε ανέκαθεν η σεμνοτυφία τών μεγάλων ως προς κάποιες λέξεις, αλλά τό πόσο δεν καταλάβαιναν τί ωραίο που είναι να βρίζουν ο ένας τόν άλλον τά αγόρια λέγοντάς τον μαλάκα ποτέ δεν τό κατάλαβα ακριβώς. Στους κήπους εδώ στο παρελθόν έγινε μια συζήτηση για άλλες βρισιές και υποσχέθηκα ότι θα μεταφέρω κι ένα κομμάτι δικού μου βιβλίου που ασχολείται με τή λέξη μαλάκας – ο psi–a μού σύστησε μάλιστα να τό βάλω τίς απόκριες, αλλά τόν φλεβάρη ήταν επίκαιρα άλλα θέματα – σκέφτομαι επομένως ότι τώρα, παραμονές καλοκαιριού – και με τόσο ωραίες μέρες – (εξάλλου αρκετά ασχολήθηκα με τήν επικαιρότητα κάποιων θρησκευτικών θεμάτων (και εδώ και εδώ) κι ας μην είναι ούτε οι επικαιρότητες ούτε τά θρησκευτικά τό φόρτε τών τεχνών – ούτε και τών κήπων) ταιριάζει λοιπόν ένα ηλιόλουστο και ξένοιαστο ποστ.

Διευκρινίζω απλώς για να μην υπάρξει έκπληξη που ξεκινάω βαρύγδουπα, ότι τό κεφάλαιο εκείνου τού βιβλίου είναι σχεδόν εξολοκλήρου αφιερωμένο στον νίτσε, συνεπώς – και επειδή δεν έχω τόν χρόνο ούτε είμαι σε φόρμα να περικόψω και να κάνω διορθώσεις τώρα – παραθέτω τό σχετικό τμήμα ολόκληρο :

(έχει προηγηθεί συζήτηση για τή «γέννηση τής τραγωδίας / από τό πνεύμα τής μουσικής», και για κάποια πράγματα που ο αφηγητής τού βιβλίου θεωρεί φιλοσοφικές αφηρημάδες ή αντιφάσεις)

(για όποιον επίσης είναι αρκετά μαζοχιστής ώστε να θέλει να διαβάσει όλο τό σχετικό κεφάλαιο τού βιβλίου, τού λέω ότι θα τό βρει στα περιεχόμενα υπό τόν τίτλο «σημείωση β’ / jenseits von gut»)

 

 

 

                    

 

 

   οιο είναι δηλαδή τό λάθος που κάνει ο νίτσε από τήν γέννηση τής τραγωδίας ήδη κιόλας ; Μα απλούστατα, τό ότι εκλαμβάνει τό αποτέλεσμα για αίτιο. Κι επίσης, με μια ασυγχώρητη προχειρότητα, γραπώνεται από μια έμπνευση και κολλάει σ’ αυτήν, χωρίς να σκεφτεί παραπέρα : Τού άρεσε η σκέψη ότι η τραγωδία έγινε από τήν μουσική : μοντέρνα σκέψη για τήν εποχή του – αλλά πόσο λίγη για τούς αιώνες που έρχονται : πόσο πολύ σκέψη φιλόλογου που θέλει να σοκάρει τούς άλλους φιλόλογους και πόσο πολύ σκέψη καλαμαρά – που μισεί τούς συναδέλφους του και τό συνάφι του πάνω απ’ όλα.

   Αλλά μην στενοχωριόμαστε : σ’ αυτήν τήν υστερική δισυποστασία τού νίτσε χρωστάμε τό έργο του ίσως ολόκληρο : ο άνθρωπος αυτός δεν μπόρεσε να δει δηλαδή τόν εαυτό του ολόκληρο ούτε μία φορά καθαρά – και καλά έκανε και τό φοβότανε, διότι όπως αποδείχτηκε δεν τό άντεχε. Γι’ αυτό και η εγκυρότητα και τό πανανθρώπινο τής σκέψης του βασίζεται στο ότι δεν είναι ακριβώς σκέψη αλλά και λίγο ποίηση, και κάτι γενικά λίγο πιο χαλαρό, που τού δίνει τή δυνατότητα να κρυφτεί και περισσότερο. <Ως προς τόν νίτσε νομίζω μερικές φορές ότι είναι πολύτιμος επειδή ήταν μ’ άλλα λόγια μόνος πολύ : Αν κατέβαινε ένας διαστημικός δηλαδή ξαφνικά και μάς μελετούσε (μελετούσε τίς προσπάθειές μας να αποδεσμευτούμε από τούς χαλκάδες με τούς οποίους τυλιχτήκαμε) πιστεύω ότι θα ’βρισκε μια πολύ σαφέστερη και καλύτερη έκφραση για όλο αυτό που εννοώ, και θα ’λεγε ίσως κάτι σαν : ο άνθρωπος αυτός προσπάθησε να γίνει τόσο ελεύθερος όσο κατά βάθος δεν άντεχε – και απ’ αυτήν τήν άποψη είναι μοναδική περίπτωση (για τήν ένταση με τήν οποία τό ήθελε αυτό που δεν ήθελε * ) και γι’ αυτό αναμφισβήτητα συμπαθής.

   Πόσο πιο συμπαθής όμως θα ήτανε αν μπορούσε να κοιτάξει τόν εαυτό του και κατάματα καμία φορά και να πει : Είσαι μαλάκας. Η ανικανότητα τού νίτσε να διαγνώσει ότι είναι μαλάκας αποτελεί δηλαδή από μια άποψη τό κέντρο τής τραγωδίας του.>

 

  

  

   Γιατί φυσικά και τόν πείραζε να τό διαγνώσει αυτό : φυσικά : όλους μάς πειράζει. Όμως η τραγωδία τού νίτσε είναι ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στις εποχές εκείνες που από τή μια δεν υπήρχε περίπτωση να τό διαγνώσουν αυτό (που δεν θεωρούνταν δηλαδή ακριβώς ελάττωμα αλλά μάλλον φυσική κατάσταση) και στις εποχές τίς σημερινές που τό διαπιστώνουμε ελεύθερα. Αντιδρούμε βέβαια τότε με διάφορους τρόπους – κι ένα οριακό σημείο για να καταλάβουμε πού χωρίζονται οι δύο εποχές γαμώτο είναι κατά τραγική σύμπτωση ο ίδιος ο νίτσε.

   Όταν τ’ αγόρια λοιπόν λένε μαλάκα τό ένα τό άλλο (μιλώντας ελληνικά) αυτού τού είδους τήν διάθεση είναι που εκφράζουνε : θέλουν οπωσδήποτε ν’ ανήκουνε στην νέα αυτή μετά νίτσε εποχή όπου βλέπουν τόν εαυτό τους καθαρά στον καθρέφτη – μαζί με μια παράλληλη βέβαια δυσφορία προς τά χάλια στα οποία τούς έχει ήδη οδηγήσει αυτή η ζωή : μόνο που αυτή η αυτογνωσία καλύπτεται πίσω από ένα νόημα ειρωνικό και υβριστικό διότι δεν τ’ αντέχει κανείς και όλα

   Υπάρχει όμως εδώ κάτι που έχει σχέση με τήν ίδια τήν αόρατη σχεδόν παρουσία (θα μπορούσε να πει κανείς) τής γλώσσας παντού : ως βρισιά δηλαδή τό μαλάκας νομίζω ότι πολύ άδικα λοιδωρείται, γιατί τό να είσαι μαλάκας είναι πραγματικά μια κατάσταση που αξίζει κάθε λύπηση οίκτο συμπόνια απέχθεια μίσος και χλευασμό, και συνεπώς δικαίως εκσφενδονίζεται τόσο μόνιμα : αντιθέτως βέβαια τό γαμώτο στα ελληνικά δεν αντιμετωπίζεται με τήν ίδια περιφρόνηση,  καθόλου μάλιστα – είναι γνωστό τοις πάσι ότι τό ρήμα γαμάω-γαμώ αποτελεί περήφανη έκφραση επίθεσης μίσους και βίας : έχει σαφώς δηλαδή τάσεις υπονοούμενα δηλώσεις και υποδηλώσεις παραδηλώσεις και συμπαραδηλώσεις επιθετικές βιαστικές σαδιστικές εκδικητικές εχθρικές και νικηφόρες – και αυτό είναι σαφές – οι κατά κανόνα άντρες σ’ αυτή τή ζωή, και σε όλες τίς χώρες, δεν μπορούν να είναι περήφανοι για τίποτα αν δεν τό ταυτίσουν προηγουμένως και δεν τό συνδυάσουν εκ τών υστέρων με καταστροφή πόνο πίκρα μάχη οδύνη και πόλεμο : – η χαρά είναι εξαφανισμένη – δεν θα τό μάθετε τώρα από μένα αυτό – έτσι λέμε η μια τήν άλλη και ο ένας τόν άλλον συνέχεια μαλάκα.

   Πάντως υπάρχει μια διαφορά από τό συνεχές fucking ως βρισιά μέχρι τό αδιάλειπτο μαλάκας ως βρισιά : ως βρισιά δηλαδή προτιμώ τό μαλάκας : δηλαδή τό μαλάκας τό προτιμώ ως βρισιά.

   Εξάλλου τό fucking αποτελεί βρισιά παγκοσμίως, τό μαλάκας όμως είναι αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα : και να μέ συγχωρείτε αλλά εγώ χαίρομαι πολύ γι’ αυτήν τήν διαφορά.

   Και είναι περίεργο εξάλλου που στο σημείο αυτό δείχνουμε και τόση αυτογνωσία ως λαός – διαφορετικά (και από ψυχαναλυτική άποψη) η επαφή μας με (κάθε είδους) (εσωτερική) αλήθεια είναι κάτι προς τό οποίο κλωτσάμε εκ φύσεως εξ ιδιοσυγκρασίας και λόγω (ιστορικού) παρελθόντος – απολύτως δικαιολογημένα δηλαδή : στην περίπτωση επομένως τού μαλάκα είναι ν’ απορεί κανείς γι’ αυτό τό πολύ σωστό μας και πολύ καλό μας γούστο.

 

  

 

   Από τήν άλλη, η υπόγεια τάση για διακρίσεις εναντίον τών γυναικών φαίνεται και εδώ ιδιαίτερα ανάγλυφα – από τό ότι όταν αναφερόμαστε σ’ αυτές χρησιμοποιούμε μια λέξη που προέρχεται μεν από τό μαλάκας αλλά γραμματικά έχει γίνει ένα ρήμα με κατάληξη αξιοθρήνητα παθητικής φωνής (βέβαια οι γυναίκες μεταξύ τους χρησιμοποιούνε τό αρσενικό : μαλάκας : ακριβώς για να ’ναι ενεργητικό) [ Εσχάτως έχω ακούσει και τό μαλάκω : δεν είναι άσχημο κι αυτό (αν και είναι λίγο συγκαταβατικό, συγκαταβατικό δηλαδή ακριβώς επειδή ποζάρει ως ανεπιτήδευτα και αποκλειστικά θηλυκό) ]. Τό μαλακισμένη λοιπόν αυτό που λένε τ’ αγόρια για τίς γυναίκες τούς καλύπτει πρώτον στην ανάγκη τους να θεωρούν ότι οι γυναίκες πάντα κάτι παθαίνουν κι ότι ποτέ δεν ενεργούν, και δεύτερον (στην ανάγκη τους) να επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτή τήν εχθρική τους στάση προς κάθε τι γενικά παθητικό.

   εν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε που η ίδια η λέξη παθητικός σ’ αυτή τή χώρα (αλλά και αλλού – και τό pathetic στα αγγλικά σημαίνει ακριβώς εξαθλιωμένος και απαίσιος)  έχει μια καθαρά περιφρονητική σημασία – για να μην πω και υβριστική ( : αυτό είναι εδώ ίσως και τό σπουδαιότερο : είναι ακριβώς αυτό που τούς κάνει να είναι και περισσότερο μαλάκες : ο φόβος τους δηλαδή μήπως ανακαλύψουν τήν ανάγκη τους για αδράνεια άφεση χαλάρωση, για παθητικότητα (βάθος) τεμπελιά απραξία, για ανατροπή αναρχία : όπερ έδει δείξαι : αν μπορούσαν δηλαδή να πάψουν να φοβούνται τίς λέξεις παθητικός ήρεμος χαλαρός αφημμένος γυναικείος οργιαστικός βακχικός ανατρεπτικός αναρχικός και έξυπνος, τότε θα ανακάλυπταν ίσως τόν έρωτα – και θα παύανε να τόν φοβούνται, συνεπώς θα παύανε να ’ναι και μαλάκες )

 

        

 

   Αυτό όμως πιθανώς θα σήμαινε και ότι θα λυνόταν τότε και τό πρόβλημα τού νίτσε – κι ας μην ήξερε εκείνος ελληνικά – δηλαδή δεν ήξερε τά ελληνικά αυτά ώστε να καταλαβαίνει τίς λέξεις που λέμε εδώ τώρα. (Τά αρχαία δεν θα τόν βοηθούσαν καθόλου : έπρεπε να μιλάει δημοτική και να καταλαβαίνει τήν δημοτική με όλη της τήν ειρωνεία τήν δύναμη τήν παθητικότητα τήν ένταση και τό πάθος για να καταλάβει τώρα τί λέμε).

 
 * από ερώτηση ήρωα τού ντοστογιέφσκυ (δεν θυμάμαι ποιού) «θέλει κανείς να θέλει αυτό που θέλει;»
 
 
 ανάρτηση αυτή να θεωρηθεί η 2η γλωσσική τού διπλού σημειωματάριου : η 1η στο έτερον ήμισυ εδώ.
   
      
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Μαρτίου 22, 2010

εθνοδιεγερτικά : οδυσσέας δεσμώτης

 

    

                                                                              δεν φεύγει να γλυτώσει 

      πάρχει μια καταπληκτική ιστορία σε σχέση με τίς τελευταίες μέρες τού οδυσσέα όταν είχανε πάει να τόν πιάσουνε και στείλαν τ’ αποσπάσματα δηλαδή τού γκούρα, κι είχαν αποφασίσει οι καλαμαράδες να τόν κάνουνε πέρα για να μπορέσουν να συνεχίσουνε ανενόχλητοι : ο ανδρούτσος τότε είχε προνοήσει να κάνει εκείνην τήν καταπληκτική και ωραία σπηλιά όπως λέγεται (κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται και είχε μέσα όλα όσα εκείνος ετοίμαζε για τό κράτος που έλπιζε να φτιαχνόταν : μετά τό μεσολόγγι όπου έφτιαξε τήν πρώτη εφημερίδα τού ελεύθερου κράτους – όταν τό ελεύθερο κράτος συρρικνωνόταν και συμβολιζόταν και υπήρχε μόνο μέσα σε κείνην τήν πολιορκημένη πόλη με τό τειχαλάκι – μάζευε ό,τι άγαλμα εύρισκε – κάναν κι ανασκαφές όσο μπορούσαν μέσα στον πόλεμο – για τό μουσείο, τό πρώτο μουσείο τού κράτους όταν θα τό ’φτιαχναν : μπορεί λοιπόν να φανταστεί κανείς πώς θα ’τανε μέσα της αυτή η σπηλιά : μπορεί να φανταστεί μες στο σκοτάδι τό λευκό τών κούρων και τό λευκό τών κοριτσιών που βαδίζουν αργά έως ακίνητα περιμένοντας κάτι που δεν έγινε : κι η σπηλιά αυτή ακόμα δεν έχει βρεθεί : φυλάξαν καλά τό μυστικό της οι άνθρωποί του – : και ο τρελλώνης) : όταν πετάξαν τόν οδυσσέα απ’ τά βράχια τής ακρόπολης (μετά τά βασανιστήρια) – εκεί που ’ναι η πιο απότομη μεριά – δώσανε μάχη μαζί του, αν και τόν είχαν γερά αλυσσοδεμένο : ποτέ δεν συγκατατέθηκε αυτός ο όμορφος άντρας στον θάνατο – ίσως γιατί είχε τόσα να κάνει εδώ : γιατί εγώ (όπως έλεγε στο γράμμα του στους γαλαξειδιώτες) από τότε που θυμάμαι τόν εαυτό μου μόνο τούρκους εσκότωνα : κι όμως δεν είχα ανάγκη, γιατί έχω τ’ αρματολίκι μου εγώ και θα μπορούσα να ζήσω πλουσιοπάροχα με τούς τούρκους μαζί : κι όμως όχι ακριβώς τότε ελεύθερος : κι έτσι ακούω τόν δαίμονα που έχω μέσα μου και που μού λέει ότι δεν μπορώ να ζήσω ευτυχισμένος άμα δεν είμαι ελεύθερος κι άμα δεν είναι όλοι τό ίδιο ελεύθεροι, (τό ίδιο κι εσείς) : κι έτσι ο δαίμονάς μου μού έλεγε και πάντοτε τούρκους εσκότωνα.

      Αλλά δεν εσκότωνε μονάχα τούρκους : ήταν τόσο μοντέρνος που σήμερα θα τόν θεωρούσαμε αναρχικό εντελώς, και δεν υπήρχαν τότε ακόμα τά ονόματα : ήξερε όμως ότι η ελευθερία δεν είναι ζήτημα φυλής ειδικά : δεν είναι ζήτημα αίματος ειδικού : τό αίμα χύνεται σε κάθε περίπτωση όταν σκοπεύεις τό απλησίαστο : ήξερε ότι ο αγώνας γίνεται επίσης εναντίον τών πλούσιων ομοφύλων του και υπέρ τών φτωχών ομοφύλων του : ήξερε ότι αυτό που τόν ενδιέφερε μαζί με τήν ελευθερία ήτανε κι η ισότητα επίσης : κι αν δεν ήξερε τίς λέξεις είχε τό μυαλό να ξέρει τά νοήματα : πώς μπορείς να είσαι ελεύθερος όταν δεν έχεις τόν χρόνο σου και τό σώμα σου τελείως δικό σου, να είσαι ευτυχισμένος εσύ όπως ευτυχισμένοι μπορείτε να γίνετε όλοι ; πώς μπορείς να ’σαι ελεύθερος όταν είσαι φτωχός ενώπιον άλλων πιο πλούσιων ; που θα σού πιουν τό αίμα όπως ακριβώς και οι τούρκοι αυτοί ; (Σ’ αυτές τίς παγίδες πέφτουν μόνο οι σημερινοί επειδή αυτός έχασε επειδή χάσαμε επειδή κερδίσανε οι καλαμαράδες). Υπάρχει ένα δημοτικό γι’ αυτόν (τά ελληνικά τραγούδια τά ’χουν πολύ αγαπήσει ας πούμε οι γάλλοι, και τά διασώσανε (αλλά κι οι γερμανοί)) (ίσως δεν υπάρχει δεύτερο, ή δεν διασώθηκε δεύτερο από στόμα σε στόμα) (γιατί μέχρι να καταγραφούν υποκύπτουν τά τραγούδια στις δειλίες τών ανθρώπων – κι αυτή είναι η διαλεκτική τού χρόνου στην προφορική τέχνη απλώς) : και τό τραγούδι τελειώνει με τό εκπληκτικό αυτό δίστιχο :

 

δεν στο ’πα εγώ Δυσσέα μου δεν στο ’πα εγώ παιδί μου
με τήν Βουλή μην πιάνεσαι και τούς καλαμαράδες –

 

      Σημάδι ότι όλοι ξέραν καλά τί συνέβαινε. Και μόνο αυτός δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μπορεί τό αίμα να μην είναι αίμα και τά λεφτά να χωρίζουν τούς ανθρώπους τό ίδιο όπως και οι φυλές : τό ίδιο όπως τό αίμα : Πώς μπορώ να μιλήσω για τόν ανδρούτσο τώρα : Όλες οι ιστορίες που τόν τυλίγουν είναι τόσο περίεργες συνταρακτικές και ανείπωτες : Η ιστορία του με τήν γυναίκα του που ήταν ερωτευμένος μαζί της και τό παιδί τους που τό ’βγάλαν μαζί Λεωνίδα : (Κι έχουμε και κείνον τόν τρελλό τόν Τρελλώνη που τίς έχει διασώσει όσο μπόρεσε : μήπως αυτός δεν ήτανε άλλου είδους ταραχή ; ένας σκωτσέζος αριστοκράτης θεότρελλος (με τί χιούμορ εξελληνίζοντας τό όνομά του τού αποδώσαν αυτήν ακριβώς τήν ιδιότητά του αυτού τού Trelawny) που θεότρελλος ακριβώς έτρεχε πάνω–κάτω παντού όπου υπήρχε επανάσταση – ένας ακτιβιστής ρομαντικός και ακράτητος που έτρεχε παντού όπου υπήρχε εξέγερση μέχρι να ερωτευτεί τόν ανδρούτσο : και να μείνει εδώ : έμεινε μαζί του στη σπηλιά του μέχρι τό τέλος του : ο τρελλώνης τού τρελλώνη κι έπειτα έφυγε για τήν σκωτία κι έγραψε τότε γι’ αυτά : ) (Πώς, η κυρία ελένη φτωχή και μόνη στο λονδίνο ; κι ο γιος τού οδυσσέα ; αυτό τό παιδάκι σκοτωμένο στη βιέννη, δολοφονημένο από άγνωστους ; ) (Λες κι ήταν δυνατόν ν’ αφήσουν τόν Λεωνίδα ταγμένον πριν απ’ τήν γέννησή του κιόλας να φυλάξει τά λίγα στενά που υπήρχαν εδώ, έστω απλώς και μόνο να επιζήσει) (παρ’ όλ’ αυτά λένε ότι κάποιος τό ζωγράφισε τό παιδάκι αυτό πριν τήν εποχή που τό σκότωσαν : δεν είδα, (νομίζω δεν είδε κανείς) τήν εικόνα αυτή, ποιος να ψάξει απ’ τό κράτος αυτό (κι ούτε θέλει και κανένας να δει και τή φάτσα τού ανδρούτσου παιδί) (και παιδί ξεκούραστο χωρίς καν τά βάσανα τού μπαμπά του στο πρόσωπο και που μεγάλωνε (σε ορφανοτροφείο ίσως μεν) αλλά γελαστό είμαι σίγουρη και στοχαστικό και ίσως κιόλας μαζί, ή και έτοιμο, με τά άλλα παιδιά (τών αγωνιστών λέει η είδηση στο ίδιο ίδρυμα – φτιαγμένο λες ένα ίδρυμα από πριν για τόν θάνατο – όχι τών ίδιων αυτών τών μικρών αλλά τών μεγάλων τών πατεράδων τους) και αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη και για τών ίδιων και τών μικρών, αν φαινόντουσαν έτοιμοι με τά άλλα παιδιά από τότε, αν τό αίμα τους ή τό βλέμμα τους ή τό μικρό προσωπάκι τους έδειχνε τί στο μέλλον μπορούσε να γίνει)). (Με περίεργο τρόπο επαναλαμβάνεται η ιστορία (για όποιον θέλει να δει) : έλληνες σκότωσαν κι ένα άλλο παιδάκι που κι εκείνο ήταν ύποπτο (χρόνια πιο πριν) ύποπτο και εκείνο και διάδοχο μιας απελευθέρωσης που θα μπορούσε να έρθει (να συντελεστεί δηλαδή πάλι πάνω στις στάχτες) και με στόχο πάλι τό ξαναχτίσιμο που αυτοί τό φοβώνταν από τήν ίδια τή στιγμή που καίγαν τήν πόλη και τήν γκρεμίζαν συθέμελα : και έτσι γκρεμίσανε και τόν εγγονό μιας γριάς από τά τείχη, ακριβώς ίδια όπως αργότερα θα γκρεμίζαν και τόν πατέρα τού λεωνίδα από τά δικά τους τά τείχη : και εδώ στην αθήνα όπως και εκεί στην τροία τά ίδια να τρέμουν : μόνο που ούτε ο λεωνίδας ούτε ο οδυσσέας είχανε τότε κοντά μια γυναίκα να πάρει τά σώματα και να τά κλάψει (μέσα στα χέρια της) όπως τό ’κανε ο ευριπίδης

  

      

 

      γιατί είναι απίστευτα αποσβολωτικό τό μοιρολόϊ αυτής τής γιαγιάς έτσι ρεαλιστικό όπως τό ’κανε : Σκέψου μονάχα τή σκηνή εκείνη δηλαδή τήν ώρα εκείνη επί τής σκηνής : μπροστά μας έχουμε τήν εκάβη, τήν κασσάνδρα, τήν παλιά ανδρομάχη, τήν παλιά ελένη, και όλες τίς άλλες τριγύρω τους (που προορίζονται να μπουν στα καράβια και να μεταφερθούν πλέον σκλάβες τών βαρβάρων εκείνων ελλήνων (περίεργο που ’πανε τόν ευριπίδη μοναχά μισογύνη και δεν τόν είπαν μαζί και μισέλληνα) έτσι όπως είναι λοιπόν η γριά ρημαγμένη νικημένη ηττημένη φορώντας καμμένα κουρέλια πάνω εκεί στη σκηνή ) όταν τής φέρνουν τόν εγγονό της (κάποιος τόν φέρνει, με ελάχιστο ίσως έναν οίκτο στα μούτρα του) τής τόν δίνουν να τόν κρατήσει λοιπόν για ελάχιστα, λίγο, στα χέρια της, τσακισμένον όπως τόν πέταξαν από τήν τρωαδική εκείνη ακρόπολη : τό τρελό θέαμα, ένα παιδί στην αρχή τής ζωής του να παραμορφωθεί εντελώς απ’ τόν θάνατο :

αχ τό σπασμένο αυτό κοκκαλάκι στο χέρι του
λέει κλαίγοντας, πρέπει να κλαίει
μέσ’ απ’ αυτό τό σπασμένο τό κόκκαλο μού γελάει ο χάρος :

      κι ύστερα τό μοιρολόϊ ασχολείται με τόν φόβο τών άλλων : σημάδι ότι υπάρχουν τριγύρω της συνεχώς στρατιώτες : γιατί σ’ αυτούς γυρίζει λοιπόν και φωνάζει (τούς έλληνες)

Βρε σεις δειλοί : τί φοβηθήκατε από ένα μωράκι ;
Φοβιτσιάρηδες που φοβηθήκατε ένα μωρό :

      δεν έσπασε : Θα σπάσει θα ακουστούν τά κλάματά της δηλαδή ασυγκράτητα τήν ίδια τή στιγμή που θα θυμηθεί και θα μιμηθεί τή σκέψη τού παιδιού και τή γλώσσα του :

Μωράκι μου, θα τού πει ξαφνικά,
μωρό μου εσύ που τό πρωί όταν ξύπναγες
ερχόσουν και χωνόσουνα τρέχοντας στο κρεβάτι μου
κι έμπαινες κάτω απ’ τά σεντόνια μου και τρέχοντας
κούρνιαζες πάνω μου μ’ αγκάλιαζες
και μού ’λεγες Γιαγιά μου εγώ σέ αγαπάω πάρα πολύ
γιαγιάκα και θα λυπηθώ πολύ εγώ
θα λυπηθώ πάρα πολύ εγώ γιαγιά όταν πεθάνεις.

      και μ’ αυτό γονατίζει απ’ τά κλάματα. Τί να πεις τώρα μετά, μπορεί κανείς (κι άραγε αξίζει) να προσπαθεί οποιοσδήποτε να ξαναγράψει μετά απ’ αυτόν ;

      Πάντως όμως στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού υπήρχε ένα βιβλίο που μιλούσε για μια ιστορία η οποία είναι πολύ συγγενική και θλιβερή και υγρή απ’ τά κλάματα και εξίσου καλοειπωμένη σχεδόν με τά λόγια εκεινού τού θηρίου : μόνο που τώρα αυτός που αφηγείται (δεν είναι θέατρο εδώ) τά λέει σε μία γυναίκα (και εκείνη τά γράφει και τά λέει επομένως (τώρα) εκείνη σε μάς) λοιπόν όποιος τά λέει είναι τώρα γέρος πολύ, ήτανε δηλαδή ένας γέρος που τά είχε ακούσει όταν ήταν ο ίδιος παιδί και τού τά είχε πει (δεν είναι θέατρο αυτό, αν και ήταν ειπωμένα με τόσο ωραία αφήγηση και από τόσο έξοχο αφηγητή που γινόταν στο τέλος σαν να ’τανε θέατρο, με τήν σκηνογραφία τού χώρου τού πολύ ανοιχτού, και περίκλειστου πάλι, και τό πλήθος (τριγύρω του) σαν έναν χορό που κινούνταν αναποφάσιστος, και δεν ήξερε και κείνος τί θέλει (γύρω από κείνον που ήξερε περίφημα τί ήθελε) όλοι τότε σαν παραπαίοντας (εκτός απ’ αυτόν, που μολονότι γύριζε πίσω, ήξερε ότι έχει φύγει εντελώς (και μολονότι έχοντας εκτοξευτεί μέχρι τόν χρόνο αυτόν που σού μιλάω τώρα (και πιθανώς να τό έβλεπε) όμως δεν μπορούσε ούτε αυτός να πιστέψει πως έχοντας φύγει απ’ τόν χρόνο του ήταν μαζί και απόλυτα δέσμιος τού χρόνου, και τής κακίας, και τής απίστευτης εκείνης μικροψυχίας και αναξιότητας τής δικιάς του εποχής)) όντας όλοι στο τέλος επάνω σε άλογα) γέρος τότε πια εκείνος ο γέρος που τά έζησε, και που θέλησε προς τό τέλος πιθανόν τής ζωής του σε ένα παιδί να τά πει :

      [ Και έτσι δεν ήτανε ούτε από κακή όραση, ούτε από συμβιβασμό προς τόν θάνατο (αλλά μόνο από κάτι που θα μπορούσε κανείς να τό πει σαν ανείπωτο πείσμα στο να μην καταλάβεις και να μην θεωρήσεις και τόσο ισχυρή ή απόλυτη τήν μικροψυχία τής δικής σου (αποκλειστικά) εποχής ) που έγινε τόσο ανείπωτα κι απίστευτα (και βαθειά και πλατειά) ευριπίδεια φωκνερική παπαδιαμαντική και στανταλική αυτή η σκηνή : ]

 

      ίμαστε, λέει, όλοι μαζί τριγύρω του όταν ήρθαν να τόν πάρουνε και να τόν πιάσουν (εγώ τώρα τά λέω τά μεταφέρω δηλαδή όπως τά θυμάμαι από τήν αφήγηση αυτηνής : ) Είδαμε τούς ανθρώπους τού γκούρα που ξέραμε ότι τόν αγαπούσε παλιά : και τόν είχε κάνει πρωτοπαλλήκαρο κάποτε : και φοβηθήκαμε ότι θα πέσει δηλαδή στην παγίδα : και μαζευτήκαμε όλοι τριγύρω του εκεί στην σπηλιά, κι ο τρελλώνης μπροστά πιο μπροστά από όλους αυτός, και όλοι τού λέγαμε να μην βγει απ’ τήν σπηλιά : και να τούς πολεμήσουμε τούς καλαμαράδες, και τούς απεσταλμένους και τούς ανθρώπους τους και τόν γκούρα και όλους : που ’ταν και τό πρωτοπαλλήκαρό του παλιά : κι εκείνος είπε, ή εννόησε, ή εξήγησε : Θα πάω στο κράτος μας : έχουμε κράτος πια τώρα : γι’ αυτό πολεμήσαμε : αυτό περιμέναμε : σ’ αυτό θα πάω τώρα να μέ δικάσει – κι έχω εμπιστοσύνη : τά είπε ή τά εννόησε αλλά τά καταλάβαμε όλοι : Και βγήκε ο οδυσσέας τότε έξω, και βγήκαμε όλοι έξω μαζί, κι οι άλλοι οπισθοχώρησαν γιατί τόν φοβήθηκαν : και δεν έλπιζαν ότι θα βγει, και νόμιζαν ότι θα γίνει μάχη κι ότι θα σκοτωθούνε πολλοί : κι αυτός τότε πλησίασε τούς ανθρώπους τού γκούρα και είπε :

      Εμένα θέλετε, ορίστε, πάρτε με να μέ δικάσετε. Κι αυτοί τού είπανε :

      Πώς να σέ πάρουμε καπετάνιο ;

Κι αυτός τούς είπε :

      Δέστε με.

Κι αυτοί τού είπαν : Πώς να σέ δέσουμε καπετάνιο, δεν
      μπορούμε.

Κι αυτός απάντησε : Εγώ θ’ ανέβω στ’ άλογό μου κι εσείς να
      μέ δέσετε

      Και τόν κοιτάζαν που ανέβηκε στο άλογο. Και δεν τόν έδεσαν, δεν μπορούσε κανείς. Και ανεβήκαμε κι εμείς στα άλογα και φύγαμε τριγύρω του όλοι μαζί. Και όλοι τρέχαμε καλπάζοντας αργά–αργά, απ’ τή λύπη. Ούτε κι εκείνοι τού γκούρα τρέχαν πολύ περισσότερο και μέναμε όλοι πίσω του τότε, αργά.

      Αλλά ο οδυσσέας δεν μπορούσε να πηγαίνει αργά με τό άλογο. Κι ο διάολος μέσα του τέτοιος που ήτανε, τόν τσιγκλούσε να τρέχει και να φεύγει μακρυά. Κι ύστερα, αφού έκανε μια βόλτα και τόν χάναμε από τά μάτια μας λίγο ώς πέρα, ξαναγυρνούσε αυτός παιχνιδίζοντας και μάς πλησίαζε πάλι γελώντας και συγκρατώντας τό άλογο, και δείχνοντάς μας με τόν τρόπο του ότι ήθελε παρέα να τρέξουμε έστω για λίγο και εμείς μαζί.

      Κι εμείς είμαστε λυπημένοι, και πηγαίναμε αργά, σαν να τού κάναμε τήν κηδεία και να μην ήταν πια μπροστά μας εδώ, κι αυτός μετά από λίγο ανυπόμονος πάλι απομακρυνόταν γελώντας και παίζοντας : και χανόταν για λίγο με τό άσπρο τό άλογο στην κοιλάδα εκεί μέσα βαθειά, πριν τόν ξαναδούμε να παίρνει τή στροφή και να έρχεται και να γυρίζει ξανά και όλοι μας λέγαμε τότε από μέσα μας

      Δεν φεύγει θε μου να γλυτώσει.

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα βιογραφίες αγνώστων
 
η αφήγηση που αναφέρεται στο κείμενο : από τό βιβλίο τής Ειρήνης Σπανδωνίδου : «Τραγούδια τής Αγόριανης» (Αθήνα, Πυρσός, 1939) 
ξαναβρήκα τίς επιστολές τού ανδρούτσου στο βλογ κλεφτουριά μια που δεν έχω μαζί μου τά βιβλία τώρα (και μού ’κανε κι ένα καλό, γιατί μπορώ να διορθώσω εδώ ένα λάθος τής μνήμης (μου) : τά περί τόν «δαίμονά του» δεν είναι στο γράμμα του προς τούς γαλαξειδιώτες [ 22 μαρτίου 1821 // σαν σήμερα δηλαδή... ] ( : … Τί τή θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη τή πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε από κάτω στη σκλαβιά και τό σπαθί τών Τούρκων ν’ ακονιέται εις τά κεφάλια μας ; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μάς απόμεινε ; /…/ Ότι θα κάνομε πρέποντας, είναι να τό κάμομεν μιαν ώρα αρχύτερα γιατί ύστερα θα χτυπάμε τό κεφάλι μας… Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάσει αυτό τό μαράζι, όπου μάς τρώγει τήν καρδιά ) αλλά σ’ εκείνο προς τόν αναστάσιο λόντο : ( Μολονότι εκέρδιζα εν καιρώ Τουρκίας, ο διάβολος μου μού αφήρεσεν αυτήν τήν κλίσιν… ) και νά ένα μέρος αυτής τής επιστολής, φωτοτυπία από τό phorum.gr
 
    

 

οι φωτογραφικές ανατυπώσεις τών επιστολών : από εδώ  
η εικόνα τού Ανδρούτσου στο άλογο : από τή σελίδα δημοτικό σχολείο γραβιάς 
η φωτογραφία τής επιστολής τού Κριεζώτη προς τόν Κωλέττη, από τή σελίδα  αργυρό εύβοιας 

  

  

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.