σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 14, 2011

καβάφης, 5 : τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα (: ειρωνικές αυτογνωσίες)

 τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ εδώ και εδώ
.
.
.
.
.

Κάποτε σαν σκέπτομαι και αντιλαμβάνομαι δύσκολες έννοιες, και σχέσεις, και συνέπειες πραγμάτων και μέ πιάνει μια ιδέα που άλλοι δεν είναι εις θέσι να σκεφθούν και να νοιώσουν αυτά σαν και μένα· αυτό μέ κάμνει «uncomfortable». Γιατί αμέσως μέ περνά απ’ τόν νου· Τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα, και μήτε ν’ ακούομαι πασίγνωστα, μήτε ν’ ανταμείβομαι. Και τότε η ιδέα που ίσως απατώμαι, και βρίσκονται κι’ άλλοι πολλοί που σκέπτονται έτσι μεγάλα και ορθά μέ ανακουφίζει. Τί πράγμα λοιπόν που είναι τό Συμφέρον, ή η Επιθυμία τής Αμοιβής! Πιο μέ ανακουφίζει η ιδέα να είμαι ίσος με πολλούς· παρά να είμαι ανώτερος και να στερούμαι τής αμοιβής μου. 

3 ιανουαρίου 1907 (καβάφης 44 χρόνων)

.

.

.

σημείωση :

   ο καβάφης ήξερε οικονομικά – έπαιζε και στο χρηματιστήριο – τά λίγα που έβγαζε από τήν προσωπική του εργασία ως δημόσιου υπάλληλου (στην αγγλική εταιρεία ύδρευσης τής αλεξάνδρειας)
   δεν αντέχω εδώ τόν πειρασμό να επισημάνω ότι δεν ήτανε μόνιμος ανανέωνε δηλαδή τή σύμβασή του κάθε λίγο και λιγάκι, κι αυτό οικειοθελώς, διότι είχε αποποιηθεί από πολύ νέος τήν αγγλική του υπηκοότητα (τήν οποία είχαν δικαιωματικά όλοι οι καβάφηδες)
   μ’ αυτόν τόν τρόπο δεν πήρε και σύνταξη όταν έφυγε (πολύ ευχαριστημένος όμως που παράτησε αυτόν τόν εφιάλτη) αλλά γι’ αυτό πρέπει να κάνω μάλλον άλλη ανάρτηση
   (οι καβάφηδες ήταν πλούσιοι μεγαλέμποροι και μεταπράτες αλλά, μετά τόν θάνατο τού πατέρα, τά οικονομικά τής οικογένειας πήγαν κατά διαόλου
   σίγουρα, ο καβάφης, εκτός από τό ότι ήξερε αρκετά οικονομικά για να τά βγάλει πέρα (αξιοπρεπώς) στη ζωή του (και να χρηματοδοτεί και τίς εκδόσεις του), τά θεωρεί άξια και για ποιητικές μεταφορές – θυμάμαι τώρα τό «εγώ στην τράπεζα τού μέλλοντος επάνω πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω»)

 

   καλές διακοπές ιουλίου αυγούστου και σεπτεμβρίου – για όσους δεν έφυγαν ήδη – εγώ θα ’μαι και κοντά και μακριά αλλά μάλλον θ’ αργήσω να ξαναγράψω
   ο καβάφης είχε πει ότι αγαπούσε ιδιαίτερα τόν αύγουστο – εξάλλου ποιος δεν θυμάται και τήν αναφορά τού μήνα αυτού στο «μακρυά»; («εκείνη τού αυγούστου – αύγουστος ήταν; η βραδυά» –)

.

.

.

 

.

.

.

.

.

  

Ιουλίου 5, 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

Ιουνίου 18, 2011

michel de montaigne: περί βίας ή περί ρατσισμού, περί αγριότητας και πολιτισμού (και ένα καινούργιο βιβλίο)

 

      

.
.

   όταν ο μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω–κάτω χρόνια : η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε μάλιστα όταν ο ίδιος ήταν στην ωριμότητά του, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων : κατά σύμπτωση (;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά «δοκίμια» (αν δεν τό ξέρετε, είναι δικιά του η λέξη – και τό είδος…)

   ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο–θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη : οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν – για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια – μια απειλή πάνω απ’ τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα

   ο μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592 : οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν τζορντάνο μπρούνο – αυτό δεν τό έζησε ο μονταίνιος αλλά ούτως ή άλλως (πρέπει να) τό φοβόταν και για τόν εαυτό του συνέχεια : τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά, κι έτσι έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του – απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του : αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια – άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του : ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες φαίνεται διαβάζουν πολύ γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν ιουλιανό – τόν γνωστό μας αποστάτη – αλλά και γιατί εξέφρασε μια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι’ αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση : τό βιβλίο του πήγε δηλαδή πολύ καλά από εμπορική άποψη – τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη)

   τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών απαγορευμένων μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640 : μιλάμε για τήν περίφημη αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε «αναγέννηση» (με τόσο καμάρι) επειδή σ’ αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ’ όλα (πρέπει να) μάς ενδιαφέρει

   υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει και τή χυδαιότητα και τή φρίκη : Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι – πάντοτε – οι άλλοι : όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε – αν τόν ξεπεράσουμε – μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε : ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που ψυχορραγούσες οικτρά : όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης : και τά λοιπά

   βέβαια η βία προϋπήρξε τής αναγέννησης (και ξέρουμε ότι συνεχίζεται και μετά απ’ αυτήν), θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας – τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός – τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω : Αυτό λοιπόν με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας – φιλόσοφοι – συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία – και ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της – είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού : η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία (κάπου, δεν θυμάμαι πού) τό έθεσε ο χορκχάϊμερ δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους «άγριους» : κατά σύμπτωση λοιπόν, μια από τίς ωραιότερες – και πρωιμότερες – υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα και τόν κανιβαλισμό – τόν οποίο όμως, συγκρίνοντας, τόν θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του : τό δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικό :

   είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς

   και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τής (πολιτισμένης) βίας, τών βασανιστηρίων, και εντέλει τού (πολιτισμένου) ρατσισμού :

 

michel de montaigne : essais [michel eyquem
όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα :]
για
τούς καννίβαλους

.

 

.

   φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ’ τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ’ όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα

   γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα – όμως τά σχολιάζουν : και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία : δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν – και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν

   λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ’ αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ’ αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του : πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /…/

   κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /…/ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /…/ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς

   αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ’ αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ’ τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ’ τούς δικούς μας : διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /…/

.

     

.

   δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες : όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /…/ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς

   όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /…/ Υπάρχει κάποιος απ’ τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ’ όλους μαζί /…/ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα : τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο

   ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους : αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα : τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους

   αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ’ όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ’ τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /…/ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /…/ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ’ αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /…/

   δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ’ τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ’ ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ’ τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ’ τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει

   μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ’ όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα

   η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ’ τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή : δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του – «si succiderit, de genu pugnat» *– όποιος, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ’ ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη : σκοτώνεται, δεν νικιέται.

   Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

   Γι’ αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν’ αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών

.

  

.

   έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο : ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ’ αυτόν : γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί : δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ’ αυτά η ουσία απ’ τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα ’ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /…/ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς – διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /…/

   κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής : «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που ’χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που ’θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου : κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ’ όλα τ’ άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε–δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση : ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ’ αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

   Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /…/ κι ότι απ’ τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους – που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει – τρεις απ’ αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο : απάντησαν τρία πράγματα απ’ τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ’ άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ’ τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει – και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να ’ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ’ όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια – και ότι τό ’βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

   Μίλησα μ’ έναν απ’ αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ’ είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /…/ )

   όλα αυτά δεν είναι άσχημα : αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε.

 michel de montaigne : essais
(εκδόσεις κάλβος 1979, μετάφραση εισαγωγή και σημειώσεις : θανάση νάκα)

.

* από τόν σενέκα : «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο σενέκας – εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα – κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά : αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του, ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ’ αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο). (Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο (που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά») – που κι αυτή η φράση – για τόν σολωμό ή τόν κάλβο και τόν καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε – είναι απελπιστικά άστοχη : αυτοί ξέραν ελληνικά, τού σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ’ αυτήν πρωτομίλησε, και τού κάλβου και τού καβάφη επίσης : ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους : απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν – αντίστροφα απ’ ό,τι στον μονταίνιο – σε μία ξένη γλώσσα (τώρα, πόσο φτωχομεγαλοαστικό κομφορμισμό (για τόν σεφέρη λέω) πρέπει να έχεις, για να μετατρέψεις τή γλώσσα τών σπουδών σου σε μητρική σου γλώσσα είναι άλλη συζήτηση).)

(απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση τού «άλλου» σημειωματάριου (τών τεχνών) : «γιατί η βία είναι μία αηδία»)

.

   

.

δεν θέλω να επαναλάβω εδώ ολόκληρο εκείνο τό παλιότερο ποστ που επικεντρωνόταν στην αντίθεση τού μονταίνιου προς κάθε είδος βίας : προτιμώ ν’ αφήσω τώρα τό κείμενό του μόνο, θα λειτουργήσει ίσως καλύτερα… όμως μού ήρθε μια ιδέα που δεν τήν είχα όταν απόσπασα για πρώτη φορά τό δοκίμιο αυτό για λογαριασμό τού «σημειωματάριου τεχνών» : σήμερα είδα λοιπόν (και διορθώστε με αν είδα υπερβολικά…) ότι πρόκειται ουσιαστικά όχι μόνο για έναν λίβελο κατά τής βίας, αλλά και εναντίον κάθε είδους, υπόγειου ύπουλου και λογικά δικαιολογημένου δήθεν ρατσισμού…

ο τρόπος με τόν οποίο βλέπει δηλαδή ο μονταίνιος τούς «άγριους» (ακόμα κι αν τότε, με τίς γνώσεις τής εποχής, ήταν υποχρεωμένος να τούς θεωρήσει κανίβαλους (αυτό εξάλλου επιτείνει νομίζω ακόμα περισσότερο τήν αντιρατσιστική οπτική του)) ο τρόπος λοιπόν αυτός μπορεί να γινόταν «κοινός τόπος» (αν και όχι και τόσο κοινός) αλλά πάντως θα περνούσαν οπωσδήποτε πρώτα κάτι αιώνες – για να μην πω ότι και σήμερα ακόμη θα θεωρούνταν από μεγάλα τμήματα (διεθνών πληθυσμών) τού πλανήτη, αιρετικός περίεργος εξωπραγματικός, και πιθανώς υπερβολικά ακραίος…

τελικά ήταν όντως μοναδικός αυτός ο υπέροχος ανθρώπινος άνθρωπος – ένας άνθρωπος στου οποίου τό άγαλμα στρέφονται (χαριτωμένα ίσως, δεισιδαιμονικά ίσως, αλλά και δικαίως νομίζω) επί αιώνες οι φοιτητές (λέει) τής σορβόνης πριν τίς εξετάσεις τους : και μέχρι σήμερα τού πιάνουν τού χαϊδεύουν και τού τρίβουν για γούρι τό δεξί του πόδι πριν πάνε να γράψουν : σε σημείο (λέει η ενδιαφέρουσα βιογραφία που εκδόθηκε πρόσφατα και τής οποίας τά στοιχεία βρήκα στο (πολύ καλό) βλογ 3quarksdaily) σε σημείο λοιπόν με τούς αιώνες τό πόδι να φθαρεί, να λιώσει και να χρειαστεί να τό αντικαταστήσουν!

αυτά έχει και η δόξα τών αγαλμάτων

.

 

.

   δράττομαι τής ευκαιρίας να συστήσω τώρα σ’ όσους διαβάζουν και αγγλικά (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά) τό βιβλίο αυτό τής σάρας μπαίηκγουελ, που βγήκε πέρσι, «πώς να ζει κανείς – ή μια βιογραφία τού μονταίνιου με μια ερώτηση και είκοσι απόπειρες προς απάντηση»

εδώ και τό βλογ τής ίδιας τής sarah bakewell για τό βιβλίο της αυτό (αγγλικός τίτλος : «How to Live : Or A Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer»)

τό οποίο (βλογ) τελειώνει με τήν εξής (δικιά της) περιγραφή τού βιβλίου :

“…τό «πώς να ζει κανείς» είναι μια ανορθόδοξη βιογραφία αυτού τού γοητευτικού, αυτού τού χαριτωμένου ανθρώπου : αν λέει τήν ιστορία τής ζωής του, τή λέει απαριθμώντας τά ερωτήματα που έβαζε και τίς απαντήσεις που προσπαθούσε να βρει – ανιχνεύοντας επίσης βήμα–βήμα τήν περίεργη ανατροφή του (ως παιδί ήταν υποχρεωμένος να μιλάει λατινικά), τή νεανική του καριέρα, τίς ερωτικές του περιπέτειες, τά ταξίδια του, και τίς φιλίες του – τόσο με τόν ποιητή και λόγιο étienne de la boétie όσο και με τήν υιοθετημένη του «κόρη» marie de gournay. Και παράλληλα είναι η ιστορία τών απειράριθμων αναγνωστών του, που εύρισκαν ανά τούς αιώνες στον μονταίνιο μιαν ανεξάντλητη πηγή πιθανών απαντήσεων για τό ερώτημα που απασχολούσε τόσο εκείνους όσο απασχολεί κι εμάς σήμερα – «πώς να ζει κανείς»”

.

.

για τό ίδιο βιβλίο : από τήν γκάρντιαν

κι εδώ κριτική στους new york times : conversation across centuries with the father of all bloggers

στα ελληνικά υπάρχει όπως βλέπω ακόμα η πρώτη έκδοση στη μετάφραση τού θανάση νάκα και κυκλοφορεί τώρα και τό πλήρες σώμα τών δοκιμίων, 3 τόμοι, σε μετάφραση τού φίλιππου δρακονταειδή

φωτογραφικές αναπαραγωγές από σελίδες τών πρώτων εκδόσεων τών essais βλέπετε εδώ και εδώ και εδώ

.

.

.

.

  

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Απριλίου 22, 2011

καζιμίρ μαλέβιτς, εγκώμιο στην τεμπελιά

 

.. 

    

 

   τό βιβλίο για τό οποίο γράφω σήμερα (μολονότι εγώ τώρα μόλις τό διάβασα) έχει εκδοθεί εδώ και καιρό

   και έχει γραφτεί ακόμα πιο παλιά : είναι κείμενο τού 1921, ο καζιμίρ μαλέβιτς πρέπει δηλαδή να τό έγραψε τήν εποχή που δίδασκε στη σχολή καλών τεχνών τού vitebsk, αυτήν που οργάνωσε ο ίδιος τό 1918 μαζί με τόν marc chagall (η σχολή έζησε πολύ λίγα χρόνια)

   μετά τόν θάνατο τού λένιν ο οποίος είχε τήν ευφυία (ή τήν πολιτικότητα) κάποια πράγματα να τά ανέχεται ακόμα κι αν δεν τά καταλάβαινε (απολύτως ή καθόλου) και με τήν άνοδο τού στάλιν τό φαινόμενο τής ρωσικής πρωτοπορίας έκανε μια πλήρη, και τραγική θα έλεγα, στροφή περί τόν εαυτό του περνώντας πλέον κανονικά στην παρανομία : δεν είχε καμία σχέση με τόν σοσιαλιστικό ρεαλισμό που θα επιβαλλότανε στο μέλλον ολοσχερώς, και διά φυλακής και διά  ροπάλου… : τά  περισσότερα μέλη τού εκπληκτικού αυτού κινήματος που είχε γεννηθεί σ’ εκείνα τά φοβερά γόνιμα και επαναστατικά χρόνια πριν τήν επανάσταση, (και δεν συμπεριλάμβανε μόνο ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μουσικούς και ποιητές – προς τιμήν τού μαγιακόφσκυ θα υπάρξει μόνο ένα βιντεάκι παρακάτω) άρχισαν να κρύβονται λοιπόν, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να βασανίζονται – έχουμε και έναν θάνατο πάνω στα βασανιστήρια [παρένθεση : δεν έχω σκοπό να γράψω σήμερα γενικά για τή ρώσικη πρωτοπορία, κι ας είναι ένα θέμα που αγαπάω πάρα πολύ (είπαμε : για τόν μαγιακόφσκυ μόνο θα κάνω μια εξαίρεση (συγχωρούμαι) και θα βάλω και μερικούς πίνακες άλλων, εν είδει πινακοθήκης) : παρ’ όλ’ αυτά και επειδή δεν θέλω ν’ αφήνω τά πράγματα να αιωρούνται μισοειπωμένα προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ζωγράφος ακριβώς ήταν αυτός που πέθανε πάνω στα βασανιστήρια (ή «στην ανάκριση» όπως είναι η πολιτικώς ορθή (και αντικειμενική δήθεν) έκφραση…) – έτσι όπως είχα ακούσει τήν ιστορία από τήν άννα καφέτση κατά τήν ξενάγησή της στην έκθεση εκείνη (τό ’96 στην εθνική «μας» πινακοθήκη (που με κάτι τέτοιες, ελάχιστες, εκθέσεις γινόταν κάποτε πραγματικά «μας»)) αλλά δεν τά κατάφερα : ψάχνοντας λοιπόν στη βίκι μήπως βγάλω άκρη από τά βιογραφικά τών μελών τού κινήματος ψάρεψα δύο «σχετικούς» θανάτους : τόν aleksandr drevin τόν συνέλαβε η μυστική αστυνομία τού στάλιν στις 17 ιανουαρίου τού 1938 και τόν εκτέλεσε στις 26 φεβρουαρίου / ο gustav klutsis συνελήφθη (επίσης!) στις 17 ιανουαρίου 1938 και πέθανε έξη βδομάδες μετά (ας προσθέσω ότι ο κλούτσις είναι ο περίφημος εφευρέτης τού φωτομοντάζ – οι αφίσες του επηρέασαν μετά και άλλους τού κινήματος και είναι ώς σήμερα πολύ γνωστές – έχει κάνει προπαγανδιστικά φωτομοντάζ με τόν λένιν και τόν στάλιν και ήταν ιδιαίτερα πιστός στο κόμμα τού οποίου ήταν και μέλος…) : τώρα ξέρουμε ότι πέθανε πάνω στα βασανιστήρια – ή εκτελέστηκε – διαλέγουμε όποια λέξη μάς αρέσει – στις φυλακές τού butovo κοντά στη μόσχα, λίγο μετά τή σύλληψή του – πάντως η γυναίκα του, η ζωγράφος και μαθήτριά του valentina kulagina αγωνιούσε για μήνες και χρόνια για τήν τύχη του, και τελικά πέθανε τό 1987 πιστεύοντας τήν επίσημη εκδοχή ότι ο κλούτσις «έπαθε καρδιακή προσβολή» στη φυλακή τό 1944]

 

       

 

   σημ.: για όποιον θέλει περισσότερες πληροφορίες για τήν (ζωγραφική) ρωσική πρωτοπορία συστήνω ανεπιφύλακτα (εδώ σε pdf) τή συνέντευξη τής άννας καφέτση (που οργάνωσε και τήν πρώτη έκθεση που έγινε στην αθήνα, από τόν δεκέμβριο τού 1995 ώς τόν απρίλιο τού 1996)

 

        

.

   αποσπάσματα από τό κείμενο λοιπόν «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου» τού καζιμίρ μαλέβιτς :

   …η δουλειά πρέπει να θεωρείται καταραμένη, όπως διδάσκουν οι θρύλοι για τόν Παράδεισο, ενώ η τεμπελιά πρέπει ν’ αποτελεί τόν ουσιώδη στόχο τού ανθρώπου. Μα συμβαίνει τό εκ διαμέτρου αντίθετο. Αυτήν ακριβώς τήν αντιστροφή θέσεων θα ήθελα να εξηγήσω…

   …θαρρώ πως ο άνθρωπος έχει κάνει κάτι παράξενο με τίς αλήθειες· τίς έχει αντιμετωπίσει όπως ο μάγειρας, που έχει στη διάθεσή του πολλά δοχεία με διαφορετικά τρόφιμα μέσα. Βέβαια, τό κάθε δοχείο είχε αρχικά τό καπάκι του με μία ταμπέλα, αλλά ο μάγειρας, από αφηρημάδα, έκλεισε τά κουτιά μπερδεύοντας τά καπάκια και τώρα είναι αδύνατον να μαντέψει τί έχει μέσα τό κάθε δοχείο. Τό ίδιο ακριβώς έχει γίνει και με τίς αλήθειες : πολλά ρητά, πολλές αλήθειες έχουν ένα καπάκι με μια ταμπέλα και όλοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν θαυμάσια τί υπάρχει κάτω από τό καπάκι. Τό ένα καπάκι γράφει επάνω : «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Σκεπάσανε μ’ αυτό στα κουτουρού μια κατσαρόλα και πιστεύουν, μέχρι σήμερα, ότι μέσα έχει ατιμία και κακία…

   …στο φιλόπονο κοινοκτημονικό σύστημα, όλοι στέκουν αντιμέτωποι με τόν θάνατο, όλοι έχουν μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό : να βρουν μια σανίδα σωτηρίας στην εργασία, στην παραγωγική εργασία, αλλιώς η τιμωρία τους θα είναι να πεθάνουν τής πείνας. Ένα τέτοιο σοσιαλιστικό εργασιακό σύστημα αποσκοπεί, ασύνειδα βέβαια, να ζέψει στη δουλειά ολόκληρη τήν ανθρωπότητα προκειμένου ν’ αυξήσει τήν παραγωγή, να εγγυηθεί τήν ασφάλεια, να ενδυναμώσει τήν ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσει τό «Είναι» της με τήν παραγωγική της ικανότητα. Ασφαλώς, τό σύστημα αυτό, που δεν νοιάζεται για τό άτομο αλλά για ολόκληρη τήν ανθρωπότητα, είναι αναμφισβήτητα δίκαιο. Τό ίδιο, όμως, είναι και τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Προσφέρει τό ίδιο δικαίωμα στην δουλειά, τήν ίδιαν ελευθερία τής δουλειάς, τής συσσώρευσης χρήματος στις τράπεζες ως εγγύηση τής «τεμπελιάς» στο μέλλον και, κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι ίσα ίσα τό χρήμα είναι τό μαγικό σύμβολο, επειδή θα φέρει τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς, που στην πραγματικότητα  όλοι τήν ονειρεύονται.
   Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης τού χρήματος. Τό χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα θα έχεις, τόσο περισσότερο θα χαρείς τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς…

   …τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει διαμορφώσει, με όλα τά καλά ή κακά μέσα, μια κοινωνική τάξη κεφαλαιοκρατών που έχει εξασφαλίσει τήν ευδαιμονία της μέσα στην τεμπελιά. Αλλά καθώς αυτό που εξασφαλίζει τήν τεμπελιά είναι η εργασία, τό κεφαλαιοκρατικό σχέδιο οργάνωσης τής εργασίας έχει κατασκευάσει τό σύστημά του με τόν ακόλουθο τρόπο, που δεν επιτρέπει σ’ όλους τούς ανθρώπους να έχουν ισοτιμία στην χρήση τής τεμπελιάς : απολαμβάνουν τήν τεμπελιά μόνον όσοι έχουν εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο. Έτσι, μια κοινωνική τάξη, η τάξη τών κεφαλαιοκρατών, απελευθερώνεται από τήν εργασία από τήν οποία οφείλει ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα…

   …κατασκευάζει κάποιος μια μηχανή. Ο κεφαλαιοκράτης τήν χρησιμοποιεί προς όφελός του· οι κεφαλαιοκράτες κατόρθωσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τούς εργάτες και ν’ αυξήσουν τό κεφάλαιό τους στερώντας από τούς εργάτες τόν χαμηλότερο μισθό, τό χρήμα που θα λάμβαναν σαν τίτλο τεμπελιάς. Πολλοί τέτοιοι τίτλοι έμειναν στα χέρια τού επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθηκε ν’ αρκεστεί στις μέρες τών γιορτών για να κατορθώσει να ξεκουραστεί σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες χαίρονταν απεριόριστα τήν τεμπελιά…

   …η σοσιαλιστική ανθρωπότητα θα φορτώσει τούς κάλους και τόν ιδρώτα της στα μπράτσα τών μηχανών και θα εξασφαλίσει στις μηχανές εργασία απεριόριστη, εργασία που δεν θα τούς αφήνει στιγμή ανάπαυσης. Στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά».
   Ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά. Από τήν άλλη μεριά, η τεμπελιά αποτελεί τό κυριότερο κίνητρο για τήν δουλειά, γιατί μόνο με τήν δουλειά μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει τήν τεμπελιά, αφού είναι προφανές ότι ο άνθρωπος, με τήν δουλειά, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο υπό τήν επήρεια μιας κατάρας, ενώ προηγουμένως ζούσε μονίμως σε κατάσταση τεμπελιάς. Ίσως να υπήρξε πράγματι κάποτε μια τέτοια κατάσταση στην ανθρώπινη κοινότητα και ίσως ο θρύλος τού Παραδείσου και τής δημιουργίας  τού ανθρώπου και τής εκδίωξής του απ’ τόν Παράδεισο να είναι μια θολή ανάμνηση μιας κατάστασης τού παρελθόντος, εκτός αν πρόκειται για τήν εικόνα μιας μέλλουσας πραγματικότητας, στην οποία θα φτάσει ο άνθρωπος μέσα από τήν κατάρα τής εργασίας…

   …σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι πια μοναχός του : τόν συντροφεύει η μηχανή· αύριο, θα μείνει μόνον η μηχανή, ή κάτι άλλο, που θα επέχει θέση μηχανής. Τότε, θα υπάρχει πια μόνο μια και μοναδική ανθρωπότητα, καθισμένη στον θρόνο τής προεγκαθιδρυμένης της σοφίας, χωρίς αρχηγούς, χωρίς ηγεμόνες και χωρίς δημιουργούς τελειότητας· όλ’ αυτά θα είναι μέσα της· κι έτσι, θα χειραφετηθεί από τήν εργασία, θα φτάσει στην ειρήνη, στην αιώνια ανάπαυση τής τεμπελιάς και θα μπει μες στην εικόνα τής Θεότητας. Έτσι δικαιολογείται ο θρύλος τού Θεού ως τελειότητα τής «Τεμπελιάς»…

   …τό παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι δεν σπεύδουν με μεγάλες δρασκελιές προς αυτήν τήν υπέρτατη (supreme) ανθρώπινη σκέψη, αλλά εμμένουν στην κατάρα και στην ζέση τους ν’ απομακρύνονται απ’ τήν τεμπελιά, να εμποδίζουν όλες της τίς εκδηλώσεις, να τίς εμποδίζουν, αν χρειαστεί, ακόμα και με τήν πείνα και τόν θάνατο. Τέτοιο είναι τό σύστημα τής πάλης εναντίον τής τεμπελιάς και συγχρόνως τό σύστημα αυτό χρησιμοποιεί όλα τά μέσα, που οδηγούν στην τεμπελιά. Βέβαια, η προσπέλαση σε οποιαδήποτε ευδαιμονία οφείλει να περιβάλλεται από πολυάριθμες απαγορεύσεις, που χωρίς αυτές η ευδαιμονία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θάνατο, τό ίδιο πράγμα δε, συμβαίνει και με τήν τεμπελιά : είναι όνειρο και είναι θάνατος…

   …κάθε αλήθεια φέρει μέσα της τήν εργασία ως μέσον για να κατακτήσουμε τήν τεμπελιά· αυτό δεν τό καταλαβαίνουν καθαρά ούτε ο λαός ούτε τό κράτος, γι’ αυτό και κάθε εδραιωμένη αλήθεια επιδιώκει πάντοτε να καταστρέψει τήν καινούριαν αλήθεια. Αυτή, όμως, δύσκολα ξεριζώνεται, γιατί είναι δύσκολο να τσακώσουμε μια σταγόνα νερό μέσα σ’ ολόκληρη τήν θάλασσα. Αν η θάλασσα ολόκληρη ήταν αυτή η καινούρια ιδέα, ή αν ο λαός ανακάλυπτε τήν αλήθεια μεμιάς, θα ήταν απλό ν’ αποκαλύψει τήν ιδέα αυτήν και να τήν καταστρέψει. Αλλά αφού μια ιδέα είναι πάντοτε μια σταγόνα νερό, είναι δύσκολο, είναι αδύνατον να τήν τσακώσουμε. Όλη η ιστορία είναι μάρτυρας τού παράξενου αυτού φαινομένου, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, οι κυβερνήσεις δεν τό επισημαίνουν ποτέ…

η μετάφραση είναι τού βασίλη τομανά, από τό βιβλίο «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου / σουπρεματισμός (με είκοσι έργα τού ζωγράφου)» © εκδόσεις νησίδες, 1997

   

 

   αν κάποιος ρώσος ενθουσιαζόταν ικανοποιημένα κι αυτάρεσκα με τό κείμενο τού μαλέβιτς, αυτός πιστεύω ότι θα ήταν σίγουρα ο ντοστογιέφσκυ
   ξέρω ότι θα ’βρισκε σ’ αυτό τό σχεδόν παραληρηματικό, αλλά και λογικότατο ταυτόχρονα, κείμενο τήν προσωπικότητα κάποιων δικών του επαναστατών, καταραμένων, δαιμονισμένων : όλη τή φιλοδοξία για φιλοσοφία και πάλι φιλοσοφία, τραβηγμένη ώς τά άκρα μιας αρχικής ιδέας
   όμως πιστεύω ότι ο μαλέβιτς (που, όπως έμαθα από τό βιβλίο, τή λέξη σουπρεματισμός τήν έφτιαξε από τή μητρική του γλώσσα τά πολωνικά (τό supreme επομένως, που δεν υπάρχει στα ρώσικα, έχει μια ευθαρσώς μεταφυσική χροιά ως αναφερόμενο σε κάτι, αορίστως αλλά και τόσο οριστικά, «υπέρτατο»)
) όταν γράφει τό δοκίμιό του, ιδέα δεν έχει πόσο ένα τέτοιο μπλέξιμο ρεαλισμού και μεταφυσικής στο οποίο με τόσο κέφι και καλλιτεχνική άνεση χοροπηδάει, θα τούς κόστιζε (όλων) πολύ ακριβά (ύστερα από τήν επέλαση τής άτεγκτης θεολογίας τού επερχόμενου πατερούλη) συνεπώς, σαφώς και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει
   λίγο αργότερα, στον βωμό τής σοσιαλιστικής εργασίας, που γι’ αυτόν δεν έχει άλλον σκοπό από τήν μεταγενέστερη (γενική) αργία, η «δουλειά» τού καλλιτέχνη θα ξανάμπαινε τελειωτικά στις κατακόμβες απ’ τίς οποίες μόλις είχε βγει στα χρόνια τής προεπαναστατικής κοσμογονίας
   από τήν άλλη, ο μαλέβιτς υποστηρίζει ειλικρινά τόν σοσιαλισμό τήν ώρα που ταυτόχρονα εξυμνεί τό «υπέρτατο» και τήν ιδέα ενός περίεργου θεού που ενυπάρχει στον ίδιον και στη τέχνη του
   δεν είναι λοιπόν η εργασία ένα μέσον μόνο για τήν τεμπελιά (καταπληκτική και η σύλληψη και η επεξεργασία αυτής τής ιδέας) αλλά και η τεμπελιά είναι εντέλει ένα μέσον : απόφαση και απόφανση ενός καλλιτέχνη καταδικασμένου να δουλεύει σκληρά, μόνο, και πάνω απ’ όλα, σαν καλλιτέχνης – στους πιο επικίνδυνους καιρούς για μια τέτοια «δουλειά» όπως αποδείχτηκε

 

  

.

   σημείωση α : σίγουρα μπορεί να προκαλέσει διασκεδαστικές συγκρίσεις, σκέψεις, και φιλοσοφίες επί φιλοσοφιών, η αντιπαραβολή τών δύο κειμένων για τήν τεμπελιά : αυτού εδώ και τού άλλου, τού γνωστότερου (και που ο μαλέβιτς μπορεί λογικότατα να τό είχε υπόψη του) που έγραψε στη φυλακή σχεδόν πενήντα χρόνια πιο πριν, τό 1883, ο γαμπρός τού μαρξ, ο πωλ λαφάργκ (και τό οποίο στα ελληνικά έχει εκδοθεί επίσης και από τίς «νησίδες») : και για να μην πάω πολύ μακριά σκέφτομαι μόνο βιαστικά αυτή τή στιγμή τούς τίτλους – ο τίτλος ενός (καλού) βιβλίου για μένα είναι η (μόνη) δυνατή του περίληψη – ο γάλλος λοιπόν τοποθετείται απ’ τήν αρχή (επιθετικά) στον χώρο τής κοινωνίας θεωρώντας τήν τεμπελιά «δικαίωμα» τήν ώρα που ο ρώσος μπαίνει σ’ ένα σχεδόν ακατανόητο (αλλά εξίσου επικίνδυνο) βάθος μιλώντας για τήν ίδια του τήν «αλήθεια ως ανθρώπου»
   και – ό,τι διακρίνει εντέλει τόν καλλιτέχνη από τόν παθιασμένο ακτιβιστή – και χαρίζει στη «μελέτη» αυτή περισσότερη ζωή απ’ ό,τι θα ’χε και η πιο παθιασμένη πολιτική μπροσούρα – είναι πιστεύω οι στιγμές που ο καλλιτέχνης ακριβώς ξεχνάει κάθε «λογική» και συμπεριφέρεται στη φιλοσοφία (και τή σκέψη του) ως εάν ήταν ζωγραφικός (του) πίνακας : συμπεριφέρεται δηλαδή στη «ζωή» ως εάν δεν υπήρχε η «πραγματικότητα», και ως εάν κάθε πλάσμα (και πράγμα) έχει εντέλει δικαιωματικά τίς ίδιες ανάγκες και τούς ίδιους πόνους που έχει τό (πλάσμα ή) πράγμα «άνθρωπος» : «στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά» : ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά.»

   σημείωση β : ο γιώργος κωστάκης, ο «μεγάλος Κωστάκης» όπως είναι έξω κυρίως γνωστός, ο συλλέκτης που με τήν επιμονή του, τό καλλιτεχνικό του αισθητήριο, αλλά και με τή γενναιότητά του, έσωσε τά έργα τής ρώσικης πρωτοπορίας από τήν εξαφάνιση, συλλέγοντας κι αγοράζοντάς τα από τούς ζωγράφους (τήν εποχή που οι ίδιοι όχι μόνο κρύβονταν αλλά και κατάστρεφαν (οι ίδιοι) πολλές φορές τά έργα τους τρομαγμένοι απ’ τό κυνηγητό ή καταπτοημένοι από τή γενική απαξίωση) είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις και στα ελληνικά (όπου μιλούσε και για τόν μαλέβιτς) αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμιά – μάλλον η ελληνική τηλεόραση τίς έσβησε ως μειωμένου ενδιαφέροντος (εν πάση περιπτώσει ας πω εδώ σύντομα τά εξής : τή συλλογή του, κουτσουρεμένη, αγόρασε εντέλει τό ελληνικό κράτος μετά από πλήθος περιπετειώδεις μιζέριες, σήμερα δε βρίσκεται στη θεσσαλονίκη – από τήν άλλη, οι ανανήψαντες ρώσοι ανακαλύψαντες εντέλει κι αυτοί τόν εαυτό τους αξίωσαν να κρατήσουν (μεγάλο) αριθμό έργων ως φόρο (τό τμήμα αυτό τής συλλογής βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη τρετιακόφ)
   κάποια έργα επίσης τής συλλογής βρίσκονται και σε άλλες χώρες που αγόρασαν πριν αγοράσει η ελλάδα αλεπού ως γνωστόν στα παζάρια (η οποία είχε εκφράσει και τήν ελπίδα κάποτε ότι ο κωστάκης θα τής τά χάριζε…) Τόν θυμάμαι με τή γυναίκα του όταν είχαν μετακομίσει εδώ, κι είχαν αγοράσει ένα σπιτάκι κάπου προς τόν υμηττό αν θυμάμαι : κοιτούσαν, στη βεράντα τους γερμένοι, τόν όγκο τού απέναντι βουνού που σαν να τούς πλάκωνε καθώς όλη τους η στάση έδειχνε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει κατά κανόνα να κοιτάνε μεγέθη στέπας)

   σημείωση γ : ας σημειώσω τέλος κάτι ακόμα : δεν ξέρω πόσο έχει γίνει συνείδηση, αλλά με τόν σουπρεματισμό του ο μαλέβιτς, και ιδιαίτερα με τό έξοχο «άσπρο πάνω σε άσπρο», προβλέπει και προεξοφλεί από τή μια τό «τέλος» τής πρωτοπορίας κι από τήν άλλη τόν επιπλέον χρόνο που η πρωτοπορία αυτή θα κερδίσει στην αμερική μ’ έναν ζωγράφο τού «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» πια ( : τά ονόματα, αν έχουν καμιά σημασία, διαρκώς αλλάζουνε) που πολύ θαυμάζω και ο οποίος δούλεψε για χρόνια πάνω σ’ αυτό τό «τέλος» πριν επεξεργαστεί τό δικό του προσωπικό τέλος και αυτοκτονήσει τό 1970, τόν μάρκ ρόθκο : η απόλυτη «σιωπή» τής βαθειά επεξεργασμένης «μονοχρωμίας» αυτού τού (άλλου) ρώσου που έζησε και πέθανε αλλού, φέρνει στ’ αυτιά μας μια περιπετειώδη σιωπή τής σύγχρονης τέχνης πάντως που τήν ακούμε ακόμα

 

 

μεταφορά τής έκθεσης από τή μονή λαζαριστών τής θεσσαλονίκης στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης στην αθήνα (2008)

 

 

«l’ avant–garde russe» : η «συλλογή κωστάκη» στο παρίσι

 

 

«part of a larger documentary film about architecture and russian avant–garde art»

 

 

τό τρέϊλερ ενός ιταλικού φιλμ «για τόν επαναστάτη μαλέβιτς»

 

 

ο ποιητής τής παρέας : για τόν μαγιακόφσκυ

 

 

ο μαγιακόφσκυ σκηνοθετεί και παίζει (1918)

 

 

σύνδεσμοι : 

wiki για τόν μαλέβιτς (αγγλικά)
ρωσική σελίδα για τά κυριότερα πρόσωπα τής ρωσικής πρωτοπορίας
qwiki πινακοθήκη με σύντομα βιογραφικά για τή ρώσικη πρωτοπορία
wiki (αγγλικά) για τόν συλλέκτη γιώργο κωστάκη
wiki (
ελληνικά) για τόν γιώργο κωστάκη
για τή συλλογή κωστάκη στη θεσσαλονίκη
συνέντευξη τής μαρίας τσαντσάνογλου (διευθύντριας τού κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης) για τή συλλογή κωστάκη
τά βιβλία (και τά δύο «περί τεμπελιάς», και τού μαλέβιτς και τού πωλ λαφάργκ) τά έχουν εκδόσει οι «νησίδες», εδώ ο κατάλογος
wiki για τόν paul lafargue
τό «δικαίωμα στην τεμπελιά» τού πωλ λαφάργκ διαβάζεται στα αγγλικά
  εδώ ή εδώ

 

 

  

 

 

 

 

 

        

             

                 

                                        

      

           

 

 

 

 

         

Μαρτίου 24, 2011

walter benjamin για τό χασίς

 

        

 

δεν είναι επετειακό τό κείμενο, σήμερα τέλειωσε και σήμερα ανεβαίνει
όποιος θέλει κακόμοιρα αφιερώματα στην κακόμοιρη οδύσσεια τών άλλων ελληνικών ας πάει στο περσινό

 

   η σχέση τών μελών τής κριτικής θεωρίας μεταξύ τους θα αποτελούσε από μόνη της θαυμάσιο και ογκώδες μυθιστόρημα : και η σχέση τού μπένγιαμιν με τούς υπόλοιπους τής παρέας, άλλο ένα : η σχέση ανάμεσά τους είναι με τόν πιο χαρακτηριστικό τρόπο διαλεκτική, πλήρως και παραδειγματικά : και σχεδόν μπορεί να εικονιστεί όχι ως διαφορετικές πλευρές νομίσματος (μια μεταφορά τής οποίας τήν σχέση με τή διαλεκτική αρνήθηκε εξαρχής και εγκαίρως ο χέγκελ) αλλά ως σφαίρα, ως διαστημικό σώμα σχεδόν, όπου ο χώρος ο χρόνος και η διάσταση τού έρωτα υπάρχουν εξίσου σε κάθε της σημείο όσο και στην άϋλη περιβάλλουσα αύρα της – σφαιρική ίσως κι αυτή επίσης – με τήν προϋπόθεση ότι η σφαίρα ως σχήμα δεν είναι παρά μια αμήχανη εικονοποιΐα σύμπαντος

   αν είναι λοιπόν απολύτως ξεκάθαρο ότι ούτε η «σχολή τής φραγκφούρτης» δεν επρόκειτο να υπάρξει ως σχολή, ούτε η κριτική θεωρία θα είχε καν αυτό τό όνομα, χωρίς τόν χορκχάϊμερ, άλλο τόσο είναι σίγουρο – και ο ίδιος ο χορκχάϊμερ θα ήταν ο πρώτος που θα τό δεχόταν ευμενώς – ότι και η σχολή και η θεωρία δεν θα μπορούσαν να σταθούν αν ήταν ολομόναχος : ο χορκχάϊμερ υπάρχει εξίσου μέσα από τήν επίδραση που άσκησε στον αντόρνο, ο αντόρνο εξίσου μέσα από τά όσα πρόσθεσε στον χορκχάϊμερ, ο μαρκούζε εξίσου μέσα από όσα (ύστερα από τήν εμπειρία (του) τής επανάστασηςκαι) μέσω τής ασυμβίβαστα πολύπλοκης ιδιοσυγκρασίας του πρόσθεσε στον εαυτό του και στους άλλους : είναι όμως πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτούμε τόν αντόρνο ειδικά χωρίς τόν μπένγιαμιν –

   φανατικοί τής «απελευθέρωσης από τήν κυριαρχία» – πιστεύω τόν μόνο φανατισμό που επέτρεψαν στον εαυτό τους – τά μέλη τής σχολής τής φραγκφούρτης προστατεύοντας σταθερά τήν προσωπική τους ζωή από τά μάτια τού «κοινού τους» πραγματοποιούσαν στο επίπεδο τής ιδιωτικότητας τήν ίδια απέχθεια προς τή μαζική κουλτούρα και τίς εύκολες λύσεις που αποδείκνυαν έμπρακτα στον χώρο τής θεωρίας όταν αρνούνταν να γίνουν εύκολα κατανοητοί. Εκείνος που εξέδωσε τά περισσότερο «προσωπικά» εν πάση περιπτώσει γραφτά όσο ζούσε ήταν ο αντόρνο, κι ήταν ακριβώς αυτός που είχε τήν στενότερη διανοητική επαφή με τόν μπένγιαμιν, ο οποίος μολονότι ανεχώρησε νωρίτατα αυτοκτονώντας στα πυρηναία ήταν εκείνος που είχε προλάβει να γράψει και να εκδόσει ανενδοίαστα, σχεδόν καθαρή, λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα μπορεί να πει κανείς ότι όσο ο μπένγιαμιν οφείλει τήν αποφασιστική αποκάλυψη τού μαρξισμού για τή ζωή του σε μια γυναίκα, τιθασσεύοντας έτσι τίς μεταφυσικές του αλματώδεις διαθέσεις, άλλο τόσο ο αντόρνο βρήκε σ’ αυτή τήν ακομπλεξάριστη διπλή υπόσταση τού μπένγιαμιν τόν δρόμο που θα τόν έκανε να αποδεχτεί χωρίς ενοχές τήν (παιδιόθεν) ροπή του προς τήν τέχνη, ύστερα από τήν καταιγιστική εμπειρία τού απελευθερωμένου κριτικού μαρξισμού τόν οποίο απέπνεε, σχεδόν μονόχνωτα, ο χορκχάϊμερ

   τώρα πια έχουμε, μετά τόν εορτασμό τό 2004 στη γερμανία (κυρίως βέβαια) τών 100 χρόνων απ’ τή γέννησή του, όπου εκδόθηκαν άφθονα βιβλία σχετικά με τόν adorno (είτε περί αυτού είτε δικά του), ένα γοητευτικό του κείμενο για τά παιδικά του χρόνια (τίς καλοκαιρινές οικογενειακές διακοπές στο amorbach / Kindheit in Amorbach) που αν δεν μεταφραστεί σύντομα ίσως μεταφράσω εγώ για εδώ κάποια κομμάτια του, σήμερα όμως έχω στα χέρια μου ήδη μεταφρασμένο ένα άλλο γοητευτικό κείμενο – τού μπένγιαμιν αυτό – απ’ τό οποίο μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα : πειράματα κυρίως με τό χασίς αλλά και άλλα. Έχει γίνει η σκέψη ότι τέτοιες εμπειρίες είχαν όλοι τους κάποια στιγμή (ή κατά περιόδους), ο μπένγιαμιν όμως όπως φαίνεται ασχολήθηκε σχολαστικά : τίς μελέτησε και τίς κατέγραψε

   πρόκειται για ένα βιβλίο συντριπτικής ειλικρίνειας και συχνά συντριβής : ένα μυαλό που μελετάει τά όριά του με προυστική λεπτολογία και παράλληλα με συχνά σχεδόν αγγλοσαξονικό κέφι

   για τίς υπόλοιπες πληροφορίες σάς παραπέμπω στο ίδιο τό βιβλίο : κυκλοφόρησε πριν δυο μήνες από τίς εκδόσεις «πλέθρον / μαρτυρίες» 
   η μετάφραση είναι τού θεόδωρου λουπασάκη
 

 

   οι άνθρωποι που τώρα μόλις – ή μήπως ήταν πριν δυο ώρες; – μέ είχαν παρασύρει ολόκληρο στη μαγεία τους ήταν σαν να είχαν σβηστεί με σφουγγάρι. «Από αιώνα σε αιώνα τά πράγματα γίνονται όλο και πιο ξένα», σκέφτηκα

   άρχιζε τώρα και τό παιχνίδι που θα βαστούσε για πολύ, αυτό τού να εμφανίζεται με κάθε καινούργιο πρόσωπο μπροστά μου ένας γνωστός μου· συχνά γνώριζα τ’ όνομά του, συχνά πάλι όχι· η αυταπάτη εξαφανιζόταν όπως εξαφανίζονται οι αυταπάτες στα όνειρα, δηλαδή όχι ντροπαλά και συμβιβαστικά αλλά φιλικά και χαρμόσυνα

   κοίταξα τόν κατάλογο, τί άλλα είχε κοντά σ’ αυτό τό πιάτο, σκόπευα να τά παραγγέλνω τό ένα μετά τό άλλο, έπειτα έπεφτε τό μάτι μου σ’ αυτό που βρισκόταν παραπάνω, και παραπάνω, μέχρι που ο κατάλογος τέλειωσε. Κι αυτό όχι μόνο από βουλιμία αλλά κι από μια έκδηλη ευγένεια για τά φαγητά που δεν ήθελα να τά προσβάλω αποκρούοντάς τα

   προχωρούμε, ανακαλύπτουμε όμως προχωρώντας όχι μόνο τούς δαίδαλους τού λαβύρινθου όπου νικήσαμε τόν εαυτό μας αλλά δοκιμάζουμε αυτή τήν ευτυχία τής ανακάλυψης κυρίως στο φόντο εκείνης τής άλλης ρυθμικής μακαριότητας που συνίσταται στο ξετύλιγμα ενός κουβαριού. Μια τέτοια σιγουριά για τό έντεχνα τυλιγμένο κουβάρι που ξετυλίγουμε – μήπως αυτό δεν είναι η ευτυχία κάθε παραγωγικότητας, τουλάχιστον τής πεζογραφικής; Και υπό τήν επήρεια τού χασίς είμαστε δοσμένοι στην απόλαυση, όντα τής πεζογραφίας στο αποκορύφωμα τής δύναμής τους

   δεν υπήρχαν όμως μόνο γνωστοί. Εδώ, στη φάση όπου είχα βυθιστεί βαθιά στο μεθύσι, γλίστρησαν μπροστά μου δύο φιγούρες – μικροαστοί, αλήτες, πού να ξέρω – «ο Δάντης κι ο Πετράρχης»

   οι ντόπιοι εκεί σα να μη μού μιλούσαν ξαφνικά αρκετά καλά γαλλικά. Είχαν μείνει στο επίπεδο διαλέκτου. Τό φαινόμενο τής αλλοτρίωσης που ίσως υπήρχε εδώ και που ο Κράους διατύπωσε όμορφα λέγοντας : «Όσο πιο κοντά κοιτάς μια λέξη, τόσο πιο μακρινή σού φαίνεται», μοιάζει να εκτείνεται και σε οπτικό επίπεδο. Όπως και να ’χει, ανάμεσα στις παρατηρήσεις μου βρίσκω τήν εκπληκτική σημείωση : «Πώς αντέχουν τά πράγματα στα βλέμματα;»

   κοιτάζοντας τά κρόσσια που κυματίζαν στον άνεμο δοκίμασα μια τέτοια ερωτική ευτυχία που πείστηκα ότι τό χασίς έκανε τή δουλειά του. Και όταν θυμάμαι αυτή τήν κατάσταση, θέλω να πιστεύω ότι τό χασίς ξέρει να πείθει τή φύση να μάς επιτρέπει τό σκόρπισμα τής ίδιας μας τής ύπαρξης – αυτό τό οποίο γνωρίζει ο έρωτας αλλά λιγότερο εγωιστικά απ’ αυτόν
   όπως δηλαδή τόν καιρό που αγαπάμε η ύπαρξή μας γλιστράει από τή φύση έτσι όπως γλιστράνε τά χρυσά νομίσματα από τά δάχτυλα που δεν μπορούν πια να τά κρατήσουν και τ’ αφήνουν να τούς πέσουν, για ν’ αγοράσουν με τόν τρόπο αυτόν κάτι καινούργιο : έτσι ακριβώς μάς ρίχνει τώρα εμάς μέσα στην ύπαρξη με τά χέρια της ορθάνοιχτα – χωρίς να μπορεί να ελπίζει τίποτα, ούτε να περιμένει

…………………………………………..

   ποιητικές προφάνειες σε φθογγολογικό επίπεδο : κάποια στιγμή διατυπώνω τόν ισχυρισμό ότι απαντώντας σε μια ερώτηση θα είχα ακριβώς χρησιμοποιήσει τή φράση μεγάλη διάρκεια μόνο αν θα είχα (για να τό πω έτσι) τήν αντίληψη μεγάλης διάρκειας στους φθόγγους και τών δύο λέξεων. Έχω τήν αίσθηση ότι αυτό είναι ποιητική προφάνεια
   αλληλουχία· διάκριση : με τό γέλιο έχεις τήν αίσθηση ότι φυτρώνουν στους ώμους φτερά. Γέλιο και φτερούγισμα συγγενικά … Είναι σαν να χορεύει ο νους στις μύτες τών ποδιών
   σού προκαλεί κατάπληξη πόσο μακροπερίοδος είναι ο λόγος σου. Και τούτο, μαζί με οριζόντια έκταση και (βέβαια) με γέλια

   ο θερμοθάλαμος τής σόμπας γίνεται γάτα

   με δυσφορία και βαρυθυμία παρακολουθώ τίς σκέψεις τών άλλων

   μού φάνηκε όσο δεν λέγεται αφόρητο να κουβεντιάζω για πράγματα πρακτικά, τό μέλλον, τά δεδομένα, τήν πολιτική. Είσαι δέσμιος τής διανοητικής σφαίρας, όπως καθηλώνονται κάποτε αυτοί που έχουν έμμονη ιδέα με τή σεξουαλική : η διανοητική σφαίρα σέ απομυζά

   δυσπιστία απέναντι στο φαγητό

   μια ορισμένη και πολύ τονισμένη συναισθηματική πτώση είναι ότι διαπιστώνεις σε πολλές περιπτώσεις : «δεν είναι δυνατόν να έχεις στα σοβαρά αυτή τήν εμφάνιση»

……………………………………………… 

   αρχίζεις γενικά να παίζεις με χώρους. Η αίσθηση τού προσανατολισμού παραπλανάται

   ο χώρος μεταμφιέζεται μπροστά μας, βάζει πάνω του, σαν να ’ναι ένα κατσαρό πράγμα, τίς φορεσιές τών ψυχικών διαθέσεων

   τά πράγματα είναι μόνο μαριονέτες

   δεν θέλεις να ξεκόψεις απ’ αυτή τήν κόλαση

   η ελπίδα ως προσκεφάλι σου τώρα μόνο αρχίζει να λειτουργεί
   η πρώτη μέθη μού γνώρισε τήν αστάθεια τής αμφιβολίας· η αμφιβολία βρισκόταν, ως δημιουργική απουσία διαφοράς, σ’ εμένα τόν ίδιο. Τό δεύτερο όμως πείραμα έκανε τά πράγματα να μοιάζουν αμφίβολα
   εγχείρηση στα δόντια. Αξιοπρόσεκτη μετάθεση μνήμης. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να ελευθερωθώ από τήν ιδέα ότι τό σημείο τής εγχείρησης βρισκόταν αριστερά 

   η εγγύτητα τού θανάτου διατυπώθηκε για μένα χθες στην πρόταση : Ο θάνατος βρίσκεται ανάμεσα σ’ εμένα και στη μέθη μου
   η εικόνα τής δέσμευσης στον εαυτό μου : κάποια πνευματικά πράγματα «γίνονται από μόνα τους λέξεις», όπως κατά τά άλλα κάνουν, ας πούμε, κάποιοι έντονοι πονόδοντοι κ.λπ. Όλα τά αισθήματα, και προπαντός τά πνευματικά, έχουν μια ακόμη πιο έντονη κλίση και παρασύρουν στο κρεβάτι τους τά λόγια

   ο Μπλοχ ήθελε να αγγίξει τό γόνατό μου. Τό άγγιγμα τό αισθάνομαι ήδη προτού γίνει, τό νιώθω ως εξαιρετικά δυσάρεστη προσβολή τής αύρας μου. Για να τό καταλάβει κανείς αυτό πρέπει να συνυπολογίσει ότι όλες οι κινήσεις μοιάζουν να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και να είναι περισσότερο σχεδιασμένες, και ότι ήδη ως τέτοιες τίς αντιλαμβάνεται κανείς με δυσαρέσκεια
   επίπτωση : ίσως μια κάποια εξασθένηση τής βούλησης. Τό ψυχαναγκαστικό όμως αίσθημα παίρνει τό πάνω χέρι όταν σβήνει η επίδραση. Έχει άραγε να κάνει με τό χασίς, τό γεγονός ότι τήν τελευταία φορά (παρά τή συνηθισμένη κατάθλιψη) η γραφή μου κινούνταν ανοδικά, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί να γίνεται;

   ο συμπότης δεν έχει καλά–καλά ανοίξει τό στόμα του και η απογοήτευσή μας δεν έχει όρια. Τά λόγια του ούτε καν συγκρίνονται με ό,τι θα τού εμπιστευόμασταν με τόση προθυμία χίλιες φορές αν είχε κρατήσει τό στόμα του κλειστό. Μάς απογοητεύει επώδυνα με τό να ξεγλιστράει απ’ ό,τι μεγαλύτερο υπάρχει για να ελκύσει όλα τά μάτια στον κόσμο : από εμάς τούς ίδιους
   όσον αφορά όμως εμάς, όταν εμείς οι ίδιοι ξεγλιστράμε και πηδάμε από τό αντικείμενο τής συζήτησης, τό αίσθημα που αντιστοιχεί στη ρήξη τής επαφής, επί φυσικού επιπέδου, έχει κάπως τήν εξής όψη : αυτό για τό οποίο ακριβώς σκοπεύουμε να μιλήσουμε, αυτό και μάς βάζει συνεχώς σε πειρασμό· ό,τι η πρόθεσή μας φαντάζεται, σ’ αυτό ανοίγουμε ερωτικά τά χέρια. Όμως, δεν τό ’χουμε καλά–καλά αγγίξει και μάς απογοητεύει σωματικά. Τό αντικείμενο τής προσοχής μας μαραίνεται έξαφνα με τό άγγιγμα τής γλώσσας

   κάποιος έβαλε στο χέρι μου, κατά τη σατανική φάση, ένα βιβλίο τού Κάφκα : Παρατήρηση. Διάβασα τόν τίτλο. Τότε, όμως, αμέσως αυτό τό βιβλίο έγινε για μένα ό,τι γίνεται ένα βιβλίο που κρατά ένας ποιητής για τόν πιθανόν ελαφρώς ακαδημαϊκό γλύπτη που έχει αναλάβει να φτιάξει τόν αδριάντα αυτού τού ποιητή. Εντάχθηκε αμέσως στην πλαστική δομή τού προσώπου μου, και έτσι μού υποτάχθηκε κατά τρόπο κτηνώδη και απόλυτο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να τό κάνει η πιο δυσμενής κριτική
   τά πράγματα όμως εξελίσσονταν και διαφορετικά : σα να μέ κυνηγούσε δηλαδή τό πνεύμα τού Κάφκα και τή στιγμή που μέ άγγιζε να γινόμουν πέτρα, όπως η Δάφνη που τό άγγιγμα τού Απόλλωνα τή μεταμόρφωσε σε δέντρο

…………………………………………..

   σε σχέση με τό προηγούμενο, τό σημερινό μεθύσι αντιδρά όπως ο Καλβίνος απέναντι στον Σαίξπηρ. Είναι ένα μεθύσι καλβινιστών

   εξατμίζομαι από τή γη. Βαθμίδα ενδιάμεση. Ακτίνες νηφαλιότητας

   χθόνιος. Μάς είδα να περνάμε κάτω από μία σκάλα για να πάρουμε, κατά κάποιον τρόπο, τή θέση μας κάτω από τή γη

   έντονο αίσθημα συνέχειας, που μέ κάνει εξαιρετικά ευτυχή : αυτές οι ακτές εκεί κάτω με τόν Άρνο να τίς διαρρέει. Είναι τό ίδιο νερό, μόνο που εδώ λέγεται Σπρέε

…………………………………………..

   γίνεσαι τόσο ευαίσθητος : φοβάσαι μην τυχόν σού κάνει κακό μια σκιά που πέφτει στο χαρτί. Η ναυτία εξαφανίζεται. Διαβάζεις τίς γραμμένες φράσεις στα ουρητήρια. Δεν θα μού έκανε εντύπωση αν κάποιος απ’ όλους αυτούς μέ πλησίαζε. Μια όμως που δεν τό  κάνουν, δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Έχει όμως πολύ θόρυβο για μένα εκεί

…………………………………………….

   ακόμη περισσότερο μπορούμε λοιπόν να τονίσουμε αυτό που τόσο στις δηλώσεις τής Γκ. όσο και στη μνήμη μου έχει μείνει ως πυρήνας αυτού τού πειράματος. Πρόκειται για τά όσα ανέφερα σε σχέση με τήν ουσία τής αύρας. Όλα όσα είπα είχαν μια πολεμική αιχμή κατά τών θεοσοφιστών, η απειρία και η ασοφία τών οποίων μού ήταν στο έπακρο απωθητικές, και αντιδιέστειλα από τρεις απόψεις – μολονότι βέβαια όχι σχηματικά – τή γνήσια αύρα προς τίς συμβατικές τετριμμένες αντιλήψεις τών θεοσοφιστών. Πρώτον, η αύρα εμφανίζεται σε όλα τά πράγματα. Όχι σε ορισμένα μόνο, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι. Δεύτερον, η αύρα αλλάζει εξ ολοκλήρου και εκ βάθρων με τήν κάθε κίνηση που κάνει τό πράγμα τό οποίο περιβάλλει. Τρίτον : με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι η γνήσια αύρα είναι αυτή η τόσο ωραία πνευματιστική ακτινοβόλος μαγεία που φαντάζονται και περιγράφουν τά χυδαία μυστικιστικά βιβλία. Τό χαρακτηριστικό τής γνήσιας αύρας είναι μάλλον τό κόσμημα, ένας κύκλος σαν μενταγιόν που μέσα του βρίσκεται χυμένο τό πράγμα ή τό ον, σαν να βρίσκεται μέσα σε θήκη. Ίσως τίποτα δεν δίνει μια τόσο σωστή ιδέα για τή γνήσια αύρα όσο οι πίνακες τού ύστερου Βαν Γκογκ, όπου σε όλα τά πράγματα – αυτή τήν περιγραφή θα μπορούσες να κάνεις για τούς πίνακες – η αύρα έχει ζωγραφιστεί μαζί τους

   ακόμη πιο αξιοπρόσεχτο είναι, ίσως, ένα κατοπινό φαινόμενο που αναδύθηκε μπροστά μου ακούγοντας τή φωνή τής Γκ. Ήταν η ώρα που είχε πάρει μορφίνη κι εγώ, χωρίς να ξέρω τό παραμικρό για τή δράση αυτού τού ναρκωτικού, εκτός ίσως από τά βιβλία, τής περιέγραψα διεξοδικά και όπως έπρεπε τήν κατάστασή της στηριζόμενος – σύμφωνα με τά όσα ισχυριζόμουν – στον έντονο τόνο τής φωνής της. Κατά τά άλλα, αυτή η στροφή – η παρέκκλιση τού Ε. [egon wissing] και τής Γκ. [gert wissing] στη μορφίνη – ήταν για μένα, κατά μία έννοια, τό τέλος τού πειράματος, όπως και να ’χει όμως και μια αποκορύφωσή του. Τό τέλος, επειδή με τήν τεράστια ευαισθησία που προκαλεί τό χασίς κάθε έλλειψη κατανόησης απειλεί να φέρει τήν οδύνη. Όπως πράγματι υπέφερα εγώ που «οι δρόμοι μας θα είχαν χωρίσει». Αυτή ήταν, δηλαδή, η διατύπωσή μου

   δυο λόγια για τά χαρακτηριστικά τής ζώνης τών εικόνων. Ένα παράδειγμα : όταν μιλάμε σε κάποιον κι εκείνη τήν ώρα τόν βλέπουμε να καπνίζει ένα τσιγάρο, να περιφέρεται στο δωμάτιο κ.λπ., δεν απορούμε που, παρ’ όλη τήν προσπάθεια που καταβάλλουμε μιλώντας του, έχουμε ακόμη τήν ικανότητα να παρακολουθούμε τίς κινήσεις του. Όμως, εντελώς διαφορετικά θα είχε τό πράγμα αν οι εικόνες που σχηματίζονται μπροστά μας τήν ώρα που μιλάμε σε έναν τρίτο προέρχονταν από εμάς τούς ίδιους. Αυτό φυσικά αποκλείεται κατά τήν τρέχουσα συνειδησιακή κατάσταση. Αντίθετα, τέτοιες εικόνες προκύπτουν υποθετικά ή και διαρκώς, παραμένουν όμως τότε ασυνείδητες. Τά πράγματα όμως είναι διαφορετικά στη μέθη τού χασίς. Μπορεί τότε, όπως ακριβώς απέδειξε αυτό τό βράδυ, να υπάρξει μια θυελλώδης παραγωγή εικόνας, ανεξάρτητα από κάθε άλλη σταθεροποίηση και κάθε άλλον προσανατολισμό τής παρατηρητικότητάς μας. Ενώ οι εικόνες που αναδύονται ελεύθερα, και τίς οποίες με κανέναν τρόπο δεν προσέχουμε, μένουν συνήθως ασυνείδητες, υπό τήν επήρεια τού χασίς οι εικόνες προφανώς δεν χρειάζονται ούτε τό ελάχιστο τής προσοχής μας για να παρουσιαστούν μπροστά μας. Μπορεί πάντως η παραγωγή εικόνων να φέρει στο φως πράγματα τόσο έκτακτα και με τέτοια ταχύτητα ώστε, καθαρά λόγω τής ομορφιάς και τής αλλόκοτης υφής αυτών τών εικόνων, να μην μπορούμε να κάνουμε άλλο από τό να τίς παρατηρούμε
   κάθε λέξη που άκουγα από τόν Ε. – όπως τή διατυπώνω τώρα με μια κάποια ετοιμότητα που έχω να αναπαράγω διατυπώσεις τού ίδιου τού χασίς σε κατάσταση διαύγειας – μέ έστελνε λοιπόν σ’ ένα μακρύ ταξίδι. Για τίς ίδιες τίς εικόνες λίγα πια μπορώ να πω. Ήταν τέτοια η τεράστια ταχύτητα με τήν οποία εμφανίζονταν, σε μικρά πάντως, σχετικά, μεγέθη, και εξαφανίζονταν … τείχη, για παράδειγμα, ή θόλοι ή κάποια φυτά

   ένα ανήκουστο κύμα γέλιου ξέσπασε ανάμεσα στους άλλους, όταν μίλησα για τήν «παρακμή τής ζαχαροπλαστικής τέχνης»

…………………………………………..

   κατάθλιψη από τό χασίς, που πάει βαθιά χωρίς να βρίσκει πάτο. Αισθάνομαι σφόδρα ερωτευμένος με τήν Γκ. Παρατημένος έξω από κάθε μέτρο στην πολυθρόνα μου· υποφέρω που είναι μόνη της με τόν Ε. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο τή ζήλευε, απειλούσε συνεχώς ότι θα πηδήσει απ’ τό παράθυρο αν τόν εγκαταλείψει. Δεν τόν άφησε όμως. Σίγουρα υπάρχουν ήδη οι στέρεες βάσεις τής θλίψης μου

   η λύπη μου είναι τέτοια που πρέπει, για να μπορώ να ζω, να αρέσω συνεχώς

   ανεμόμυλοι που γονατίζουν από ένα παιδικό βιβλίο

   οι εικόνες θέλουν μόνο να ρέουν, δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα

   η ανάμνηση είναι ένα λουτρό

   ειπώθηκε τότε : «Τό να καρφώνεις σχέδια στον άνεμο είναι μία αθλητικώς σωστή εκδήλωση»

   αργότερα : «Θα ’θελα να γράψω κάτι που να βγαίνει απ’ τά πράγματα, όπως τό κρασί απ’ τά σταφύλια»

 

 

 

περί τής αυτοκτονίας

 

 

περιδιάβαση προς τόν τάφο του στα πυρηναία (επάνω στην πλάκα έχει γραφτεί
η φράση του (από τίς «θέσεις για τήν έννοια τής ιστορίας»,
VII )) : «δεν υπάρχει
κανένα στοιχείο τού πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και στοιχείο τής βαρβαρότητας»

es ist niemals ein Dokument der Kultur, ohne zugleich ein solches
der Barberei zu sein (Geschichtsphilosophische Thesen)

 

 

 

φιλμάκια για τό δοκίμιο τού μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή
τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του»

 

 

 

 

 

 

 

 

σύνδεσμοι

ολόκληρο τό «πρωτόκολλο» (στα αγγλικά) για τά πειράματα με χασίς όπιο και μεσκαλίνη που έκαναν (1927 – 1934) ο μπένγιαμιν και οι φίλοι του, μεταξύ τών οποίων ήταν και ο άλλος γερμανός φιλόσοφος ernst bloch 
μια σελίδα για τόν μπένγιαμιν
διεθνής εταιρεία μπένγιαμιν
ο μπένγιαμιν στη wiki ελληνικά, και αγγλικά
βιβλία τού μπένγιαμιν μεταφρασμένα στα ελληνικά
μία μελέτη περί τού βιβλίου στα αγγλικά («Hashish in Berlin : an Introduction to Walter Benjamin’s Uncompleted Work On Hashish») 
για τό βιβλίο επίσης ανάρτηση εδώ

 

 

 

τμήμα τού προλόγου από τήν αγγλική έκδοση τού βιβλίου :

 

  

  

 

  

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.