σημειωματαριο κηπων

Απριλίου 8, 2012

διονύσιου σολωμού αυτόγραφα έργα : αυτοκριτικές και βρωμόλογα

.
.
.     

.

.

   «τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί…» : όποιος έχει γενικά τά κότσια να δίνει εντολές, και μάλιστα σ’ ένα έθνος που ακόμα δεν έχει σταθεί καλά–καλά στα πόδια του, πρώτ’ απ’ όλα ένα πράγμα υπονοεί : ότι έχει μάθει (κάτι) ο ίδιος – Κι αυτό που εκλαμβάνεται (κατά κόρον σήμερα) ως εντολή τού σολωμού στον χώρο τής πολιτικής ή τής κοινωνίας, καλό θα ’ταν να θυμόμαστε ότι λέχθηκε για έναν άλλο χώρο* κι ότι ο ίδιος πριν δώσει οποιαδήποτε συμβουλή τήν είχε εφαρμόσει, και με πάθος (ακριβοπληρωμένο), σε μια άλλη πλατφόρμα και σχεδόν σε μια άλλη γλώσσα – που τό «έθνος» θ’ αργούσε πολύ να τή μάθει – αν τήν έμαθε ποτέ : τόν χώρο τής τέχνης, που εκείνος τόν ήξερε καλά, και που για χάρη του (για χάρη τής αλήθειας τών ποιημάτων του) ήταν που θεώρησε ότι τίποτα δεν έχει (δεν είχε δηλαδή) τελειώσει :

   συνεπώς η μανία τού σολωμού για αληθώς ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα πρέπει μάλλον να ειδωθεί σαν μια μανία για αλήθεια στον χώρο τής αισθητικής

   τά «βρωμόλογα» με τά οποία στολίζει τήν ίδια του τήν τέχνη, όταν βρίσκει ότι δεν είναι ακόμα αληθινή, δεν θα ’πρεπε ούτε να εκπλήσσουν, ούτε – πολύ περισσότερο – να κρύβονται. Γιατί, πολύ περισσότερο ακριβώς, από τό «τελειωμένο» έργο του όπως μάς παραδόθηκε ελέω πολυλά – μάλλον στην κυριολεξία με βιά – με κάποιας μορφής βία σίγουρα, έστω και από δικαιολογημένον έρωτα και θαυμασμό για τήν ατελείωτη τέχνη του – πολύ μεγαλύτερης αξίας μάθημα εθνικό είναι κατά τή γνώμη μου η εκτίμηση τής σκατολογικής του απέχθειας για ό,τι ο ίδιος θεωρούσε αναληθές στην ποίηση και τή γλώσσα – τόν χώρο δηλαδή στον οποίον (μην έχοντας άλλο στο νου του πάρεξ γλώσσα και ελευθερία) οικειοθελώς περιχαρακώθηκε

   η δουλειά τού καθηγητή λίνου πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης να φωτοτυπήσει όλα του τά χειρόγραφα και συγχρόνως να τά μεταγράψει τυπογραφικά, είναι επίσης ένα μάθημα εθνικής αλήθειας γιατί πέρα από τήν καθαρή φιλολογική του αξία μάς παραδίνει κι έναν εθνικό ποιητή που γράφει ανορθόγραφα (ή με φωνητική γραφή, όπως θέλουμε τό λέμε) και, πάνω απ’ όλα, γράφοντας, σβήνει διορθώνει και φωνάζει : όξο όξο, όξω ούλα και : σκατά σκατά :

   τήν εποχή τής χαμογελαστής και ανέμελης θετικής σκέψης όπου η αθώα αυτοδιαφήμιση, η επιδεικτική αυτοεκτίμηση, τό επίμονο αυτοσερβίρισμα και τό γοητευτικό αυτοπλασάρισμα, αποτελούν και εθνικό και πανεθνικώς θαυμαζόμενο σπορ, τό μάθημα τής αυτοαμφισβήτησης τού σολωμού είναι πιστεύω ένα γερό χαστούκι στα μούτρα μας. Όσο περισσότερο τό θεωρήσουμε αληθινό, τόσο πιο χρήσιμοι μπορούμε να γίνουμε κι εμείς για τήν ίδια μας τή ζωή, ή γι’ αυτό που ο καθένας μας θεωρεί ως δικό του χώρο και έθνος

   είν’ αλήθεια ότι η ανάρτηση δεν θα γινότανε αν δεν είχε ριχτεί η ιδέα σ’ ένα σχόλιο τού «λύκου τής στέπας». Και δεν θα γινότανε, γιατί αυτήν τήν εποχή διαθέσιμο ήτανε μόνο ένα καβουρδιστήρι κινητό, και μ’ αυτό τό σόνυ έρικσον έρριξον κι εγώ ό,τι μπορούσα καλύτερο στη σελίδα. Η ποιότητα τής φωτογράφισης, δηλαδή, θέλω να πω, είναι ασυζητητί σκατά. Αλλά δεν πειράζει, κάποτε ελπίζω θα επακολουθήσουν καλύτερες αποδόσεις τών χρωμάτων ( : οι σελίδες τών τετραδίων όπου έγραψε ο σολωμός μ’ άλλα λόγια είναι μπεζ–ροζ, και όχι πρασινωπές όπως βγήκαν εδώ)

   η ανάρτηση θέλησα λοιπόν πάση θυσία να είναι έτοιμη σήμερα, επέτειο 214η από τήν ημέρα που η αγγελική νίκλη (μανιάτικης καταγωγής), υπηρέτρια τού (κρητικής καταγωγής) κόντε νικόλαου σολωμού, αστράφτοντας φως και γνωρίζοντας ως νια τήν εαυτή της (και τή βιά εναντίον τού φύλου (και τής τάξης) της) γέννησε εξώγαμον τόν πρώτο της γιο, διονύσιο : τόν μεγάλωσε με τά λαϊκά μανιάτικα τραγούδια και νανουρίσματά της, και εννιά χρόνια τόν κράτησε κοντά της (θα ακολουθούσε και άλλος γιος στην παράνομη σχέση γέρου κόμη / υπηρέτρας, η οποία θα κρατούσε 11 χρόνια και θα νομιμοποιούνταν τήν παραμονή τού θανάτου τού κόμη) : αυτά τα εννιά χρόνια έζησε ο σολωμός λοιπόν τά ελληνικά τής μάνας του, μέχρι να τόν στείλουν, για άλλα εννιά πάλι χρόνια, στην ιταλία – καταπώς ήταν τό έθιμο στην αριστοκρατία τών επτανήσων – να μορφωθεί ως ιταλός και ως κόντες : και σ’ αυτά τά ελληνικά χρωστάμε πάνω απ’ όλα τελικά τό ότι ο σολωμός δεν έγινε ο ιταλός ποιητής που είχε τήν άνεση να γίνει : τό σχίσμα ανάμεσα στις δύο γλώσσες (και τίς δύο καταγωγές) ήταν όμως ισχυρότατο και κράτησε μια ζωή : ο σολωμός υπέγραφε πάντα ιταλικά (η κοινωνική θέση ως υπερεγώ, από τή μεριά τού πατέρα) και έγραψε ποιήματα εντέλει ελληνικά, πεισματικά ανορθόγραφα, διανύοντας ολομόναχος τόν χρόνο τριών τουλάχιστον ποιητικών γενιών ( : τό «πεισματικά» αφορά τίς διανοητικές του ικανότητες : διότι πιστεύω ακράδαντα ότι ο σολωμός μπορούσε να μάθει τήν ελληνική ορθογραφία, αν ήθελε, όπως (θέλησε και) έμαθε τήν ιταλική) : τό πεισματικά και ιδιόμορφα ανορθόγραφο ιδίωμα όμως που κράτησε στα ελληνικά του (και τό οποίο δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα «απλούστερης» φωνητικής γραφής αλλά έχει όλη τήν ελευθερία και τήν αυθαιρεσία παιδικού παιχνιδιού) ήταν, κατά τή γνώμη μου, η μοναδική σχέση που τόν ένωνε πλέον και με τήν ελευθερία τής  παιδικής ηλικίας και με τή μάνα του (που κάπως έτσι πρέπει να ήταν τά ελληνικά της όσο και ό,τι έγραψε) – ακριβώς ίσως, πολύ περισσότερο, επειδή ο ίδιος θεώρησε από ένα σημείο και μετά ότι τό αγαπημένο αυτό και ημιπαράνομο πρόσωπο τόν πρόδωσε : δεν μπορούμε συνεπώς να έχουμε μπροστά μας ολόκληρο τό πρόσωπο τού σολωμού, χωρίς τίς ανορθογραφίες του – ορθές, πάνω απ’ όλα για τήν ίδια τήν ψυχική του συγκρότηση – όπως μάς τό ’χει άλλωστε υπόγεια δηλώσει κι ο ίδιος :

«κάνε τήν είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, / καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε τό γάλα τής μητρός μου…» : κανε τιν ιχε εροτικα πιισι ο λογισμοσμου / καν τ’ ονυρο οταν μ’ εθρεφε το γαλα τις μιτροσμου.

.

.

.

.

   * όταν, γύρω στο 1850, ο σολωμός έγραφε τόν «πόρφυρα», ένας φίλος του, μάς λέει ο πολυλάς, «τού επαρατήρησε ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε ο σολωμός

   (η αναφορά αυτή τού καθηγητή αλέξη πολίτη βρίσκεται ιντερνετικά εδώ)

   επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού – και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της – ότι ο «πόρφυρας» τηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών, πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός…

   (δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές (ο άλλος είναι ο καβάφης : ανεξάρτητα και αυτός από τίς ερωτικές του προτιμήσεις αλλά ποτέ αγνοώντας τες…))

.

.

.

.

.

.

 

.

.

 

.

.

.

.

.

.

.

.

 

.

.

   υστερόγραφο στις φωτογραφίες :

   τώρα που ξανακοίταζα τούς τόμους για να βάλω εδώ τίς φωτογραφίες αυτές τών σελίδων, ανακάλυψα (αν δεν μού ξέφυγε και τίποτα, γιατί η δουλειά δεν έγινε και με όλο τόν χρόνο στη διάθεσή μου) ανακάλυψα λοιπόν ότι τή λέξη «σκατά» ο σολωμός τή χρησιμοποιεί ως κριτική τής δουλειάς του, και κατά κόρον, ουσιαστικά μόνο σ’ ένα πολύ πρώιμο χειρόγραφο και ποίημα, τήν ωδή «εις τόν θάνατον τού λορδ μπάϊρον» τού 1927

   τό ποίημα για τόν θάνατο τού λόρδου μπάϋρον είναι όμως όντως από τά πιο ασήμαντα, ποιητικά, κατασκευάσματα τού σολωμού – μαζί θα έλεγα με τόν «ύμνο στην ελευθερία» (πρωιμότερο, τού 1823) στον οποίο εξάλλου και μοιάζει μορφικά (και τού οποίου πάντως δεν υπάρχει χειρόγραφο – για να βλέπαμε τίς διορθώσεις και τίς εντολές που θα υπήρχαν σίγουρα και εκεί…)

   ο σολωμός φαίνεται εξόχως έξαλλος πάντως εδώ με τή δημιουργία του, και μάλιστα καθώς προχωράει τή διόρθωση : στην αρχή, όπως βλέπουμε στην (αμέσως παραπάνω) πρώτη σελίδα, φαίνεται πιο υπομονετικός με τά λάθη του : «όξω (λέει) φθάνει γι’ αυτό μια φράση μια λέξη» – αλλά φαίνεται να χάνει εντελώς τήν υπομονή του στη συνέχεια. Αν μού επιτρέπεται λοιπόν μια εντελώς προσωπική ερμηνεία, μπορεί να υπάρχει κι αυτός ο λόγος : τό κείμενο στο οποίο δουλεύει τίς διορθώσεις τού «μπάϊρον» τού έχει δοθεί ορθογραφημένο, καθώς τό αντέγραψε για χάρη του ο φίλος του (θείος του) λουδοβίκος στράνης – αυτό ίσως έκανε τόν σολωμό να τό δει ξαφνικά πολύ περισσότερο, και πολύ πιο απότομα, «ως ξένο» και πολύ πιο ξαφνικά «από μεγαλύτερη απόσταση» : τά ξένα γράμματα (και η ξένη, από πολλές απόψεις γι’ αυτόν, ορθογραφία) θα πρέπει να λειτούργησαν ίσως, για τόν εξόχως άλλωστε ευερέθιστο σολωμό, όπως (mutatis mutandis) λειτουργούσε για όλους τούς συγγραφείς αργότερα η δακτυλογράφηση τού κειμένου τους στη γραφομηχανή (και για μάς σήμερα στο λαπτόπ) – πράγματα που απομακρύνουν δηλαδή τελεσίδικα τόν οποιοδήποτε, ακόμα και τόν χειρότερο συγγραφέα, από τήν οικειότητα (και τή συγκατάβαση και τή δέσμευση) προς τό χειρόγραφο

   είναι όμως σίγουρα σαφές ότι ούτε στον «ύμνο» ούτε στην «ωδή» ο σολωμός είναι ακριβώς «ο σολωμός» (αυτός δηλαδή με τόν οποίο ασχολούμαστε και για τόν οποίον μιλάμε σήμερα, δυο αιώνες περίπου μετά τό γράψιμο τών μεγάλων ποιημάτων (τών σχεδιασμάτων του)) : όμως στα ποιήματα που διαμόρφωσαν όντως τό σολωμικό πρόσωπο δεν συναντάμε τόσο πολλά και φωναχτά όξω όξω όσο ακριβώς έχουμε αλλεπάλληλες τίς έμπρακτες αποδείξεις τών εξωπεταγμάτων και τών ξαναγραψιμάτων, πρακτική που μάς άφησε (μέσα ειδικά απ’ τήν έκδοση τού λίνου πολίτη) μια συγκινητική μορφή τής ζωής του και τής πάλης του με τίς συνεχείς γραφές, τούς στίχους, τίς ομοιοκαταληξίες, τήν αγωνία για μια λέξη και τόν γύρω της χώρο, που αλλάζει και ξανααλλάζει. Γι’ αυτό και στα έργα τής ωριμότητας, τόν «κρητικό», τή «γυναίκα» τούς «ελεύθερους» τόν «πόρφυρα», οι εντολές τού σολωμού προς εαυτόν είναι, πολύ πιο ήρεμες, αλλά και πολύ πιο βαριές ουσιαστικά : ξανακοίταξέ το, ξαναφτιάξτο, σκέψου το, μελέτησε καλά, με άλλα λόγια. Απ’ αυτήν ακριβώς τή μεριά, πιστεύω λοιπόν τώρα, μπορεί ειδωμένη η λέξη «σκατά» να είναι βαρύτερη και σημαντικότερη απ’ τήν απλή βωμολοχία που φαίνεται στην αρχή : γιατί δεν προσβάλλει τόσο τό ποίημα στο οποίο αναφέρεται, όσο προβάλλει στο μέλλον, και μέσα απ’ τήν βωμολοχούσα ακριβώς απέχθεια τού σολωμού για τό «παρόν» τών πρωτόλειών του, τόν πραγματικό και μελλοντικό σολωμό – αυτόν τής αδιάκοπης μάχης με τή γλώσσα του, και τήν αληθινή του ποίηση :

.

.

ο κρητικός :
ϗ απο το πελαο που πατι χορίς να το σουφρονι
κυπαρισενιο αναερα τ’ αναστιμα σικονι.
(κι από τό πέλαο που πατεί…: γραφές και ξαναγραφές)

.

.

ο πόρφυρας : ομορφος κοσμος υθικός…

.

.

ο πόρφυρας : μεγαλος κοσμος ιθικος…

.

.

σε πίσω σελίδα τών σχεδιασμάτων, λογαριασμοί

.

.

η γυναίκα τής ζάκυθος : μελετισε καλα τιν ομιλία…

.

.

τό κρίσιμο και συζητημένο (με αφετηρία τόν ζήσιμο λορεντζάτο) «chiudi nella tua anima la Grecia (o altra cosa…» (κλείσε μέσα στην καρδιά σου τήν ελλάδα – ή οτιδήποτε άλλο …) γραμμένο κυριολεκτικά στο περιθώριο τής σελίδας και ανάποδα

.

.

.

.

.

.

                                                       

.

η (μοναδική πραγματικά) έκδοση τών σολωμικών χειρογράφων Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα Έργα, τόμ. Α΄ : Φωτοτυπίες, τόμ. Β΄ : Τυπογραφική Μεταγραφή έγινε με τήν επιμέλεια τού καθηγητή Λίνου Πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964, και σήμερα είναι εξαντλημένη. (Από αυτήν τήν έκδοση έγινε η φωτογράφιση για τό παρόν ποστ – σχετικά είχα γράψει και εδώ απ’ όπου ξεκίνησε τό θέμα με τό σχόλιο τού steppenwolf, στον οποίον και αφιερώνεται φυσικά, και με ευχαριστίες (για τό απροσδόκητο ξαναδιάβασμα στο οποίο μπήκα εξαιτίας του), η σημερινή ανάρτηση). Τό έργο υπάρχει σήμερα (σε περισσότερους τόμους) στην έκδοση τού μορφωτικού ιδρύματος τής εθνικής τράπεζας

μουσείο σολωμού : έργα

.

.

.

.

.

Αυγούστου 12, 2011

βερολίνο hanfparade 2011 (πορεία για τήν αποποινικοποίηση τής κάνναβης) : «να πέσει αυτό τό τείχος» λέει (εκεί) και η αριστερά

(στα ελληνικά : «επιτρέψτε τό χόρτο, καταργείστε τό κουτόχορτο»)
.
.

.

   «να πέσει (και αυτό) τό τείχος» : νά ένα από τά συνθήματα που ακούστηκαν φέτος στην πορεία τού βερολίνου, τήν hanfparade (παρέλαση τού χόρτου), που έχει καθιερωθεί να γίνεται χρόνια τώρα κάθε καλοκαίρι με αίτημα τήν αποποινικοποίηση τής κάνναβης : και μαζί με τά παιδιά στην πορεία τό φώναξε εκεί και η αριστερά τους («die Linke»)

   ( : εμ, βέβαια, γι’ αυτό η αριστερά στη γερμανία μάλλον έχει μέλλον, ενώ στην ελλάδα αρκείται στείρα και αυτάρεσκα στο ένδοξο παρελθόν της και για τό παρόν βολεύεται με τούς καλούς νοικοκυραίους και τραμπούκους ταξιτζήδες)

.

.

   είναι σαφές ότι οι κήποι είναι ούτως ή άλλως, και διά λόγους αρχών, υπέρ τής ελεύθερης αυτοέκφρασης τών κάκτων και τών πάσης φύσεως άλλων αγαθοεργών φυτών

   κι ας φαίνεται, σ’ αυτούς που δεν ξέρουν πώς να τά πιάσουνε, ότι γρατζουνάνε : γιατί ακόμα κι αν αυτά γρατζουνάνε λίγο, πιο πολύ γρατζουνάει η αναισθησία εκείνων που βρίσκουν τόν κόσμο αυτόν θαυμάσιο και τόν αντέχουν με βάση τό δικό τους απόλυτα θανατερό ναρκωτικό : τό μίσος

   δεν παραδοξολογώ : τό μίσος ναρκώνει, τό ’χω παρατηρήσει : είναι αυτό, κατά τή γνώμη μου, τό ισχυρότερο ναρκωτικό με τό οποίο ποτίζεται ο ρατσιστής αστός καλός άνθρωπος δημοκράτης αριστερός δεξιός ανίδεος, πολύ ισχυρότερο ναρκωτικό αυτό τό μίσος από τήν ελαφριά ευφορία που προκαλούν κάποια φυτά

    αλλά δεν θα πολυλογήσω με ψυχαναλυτικά και λοιπά θεωρητικά σήμερα – αυτό τό ποστ είναι κλεφτό μέσα στον αύγουστο μόνο και μόνο εξαιτίας αυτών τών δύο (ή τριών) συμπτώσεων

.

. 

   1η σύμπτωση (πολύ αμφίσημη) : πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε από τόν αρμόδιο εδώ υπουργό ότι πάμε προς κάποιου είδους ελαφριά έστω αποποινικοποίηση (και διάφορα άλλα τέτοια) , οπότε μού γεννήθηκε η εξής απορία (που εκφράστηκε και στο buzz) : είναι τελείως τυχαίο άραγε, και συμπτωματικό ότι κοντά–κοντά, τίς ίδιες μέρες, ο ίδιος υπουργός ανακοινώνει τίς προθέσεις του, απ’ τή μια προς αποποινικοποίηση τών drugs και απ’ τήν άλλη προς ποινικοποίηση (γιατί αυτό είναι τελικά οι απειλές για ποινικοποίηση τής ανωνυμίας – άσχετο αν δεν πρόκειται να πιάσει) τών blogs;

   2η σύμπτωση (σίγουρα ευχάριστη) : η καθιερωμένη πλέον πορεία στο βερολίνο για τήν αποποινικοποίηση τής κάνναβης, που έγινε φέτος στις 6 αυγούστου (εγώ είχα βρεθεί σε μια παλιότερα, τήν πρώτη ή τήν δεύτερη αν θυμάμαι, και ήτανε σεπτέμβρης…)
    γι’ αυτό θα βάλω παρακάτω και δυο βιντεάκια από μια τέτοια πορεία παλιότερη, που τήν χρησιμοποίησα κιόλας σ’ ένα μυθιστόρημα (τήν «έκθεση βαθυτυπίας» όπως ξέρουν όσοι έχουν επισκεφτεί τό site μου) – και εκεί έβαλα και μερικές δικές μου φωτογραφίες σαν κι αυτές που βάζω σκόρπια κι εδώ :

.

.

.

.

   3η σύμπτωση (αμφίσημη κι αυτή, αλλά ίσως γόνιμη) : εξεγέρσεις θανατερές και επικίνδυνες, και θαρραλέες παντού : εκτός απ’ τόν αραβικό κόσμο (εκεί τό μίσος κι οι δολοφονίες δίνουν ούτως ή άλλως και παίρνουν), από καιρό μαζικές πορείες διαμαρτυρίας στο ισραήλ, μετά φοιτητική εξέγερση στο σαντιάγκο στη χιλή, και τώρα στο λονδίνο (και αλλού) στην αγγλία, μια ιστορία τόσο παρόμοια με τά δικά μας τού δεκέμβρη τού 2008 (πάλι buzz, κι από άλλον συνομιλητή : «και μόνο το ότι άρχισαν σαββατόβραδο έξι του μηνός με φόνο πολίτη από σφαίρα αστυνομικού είναι αλλόκοτη και κάπως τρομακτική σύμπτωση»)

   με τήν ευκαιρία, κάντε μια βόλτα από τό βλογ τού jody macintyre «lifeonwheels» : τελευταία ανέβασε τήν δικιά του εκδοχή για τα γεγονότα στο τότεναμ (from brixton to tottenham, the inequality at the heart of the riots) – και γράφει ως γνωστόν με τόν δικό του απολαυστικό τρόπο…

.

.

   ελάχιστα μόνο (ψιλο)ψυχαναλυτικά για τό τέλος – καλά, τό ξέρω, αυτή η ασθένεια που θα ’λεγε κι ο κίρκεγκωρ κι αν δεν είναι προς θάνατον είναι σίγουρα αναπότρεπτη – δεν τή γλιτώνει κανείς δηλαδή εδώ με τίποτα : 

   πίσω απ’ αυτήν τήν παράλογη απαγόρευση ενός φυτού πιστεύω εγώ ότι βρίσκεται μόνο τό μίσος για τήν απλή ευχαρίστηση και πάνω απ’ όλα για τήν ελεύθερη ελευθερία (η διατύπωση είναι τού ρεμπώ) : ένα μίσος που είναι τό πιο παλιό, τό πιο δημοφιλές, τό πιο αποτελεσματικό, τό πιο, όχι πια απλώς επιτρεπτό αλλά υποχρεωτικό, και μαζί τό πιο ηλίθιο και τό πιο επικίνδυνο ναρκωτικό που υπάρχει

    μίσος για τήν καθαρή ευχαρίστηση και τήν καθαρή ελευθερία, μίσος που στηρίζεται πάνω στην δαιμονοποίηση και τήν απαγόρευση ουσιαστικά και πρωταρχικά τού έρωτα : (στην ελεύθερη μορφή του εννοώ : όχι τού έρωτα μετά γάμου : τού έρωτα εκείνου στον οποίο η κοινωνία δεν έχει ρόλο – εκείνον κατά τόν οποίον η κοινωνία κλείνεται απολαυστικά έξω απ’ τό δωμάτιο –) αυτόν τόν έρωτα εννοώ κι αυτόν τόν έρωτα η κοινωνία, ως οργανωμένος θεσμός τής στέρησης πάνω απ’ όλα, τόν μισεί θανάσιμα –

.

.

   η βλακεία και τό αλκοόλ – τά επόμενα επικινδυνέστερα – έρχονται πολύ μετά : και ύστερα μόνο ακολουθούν – (άγια μπροστά τους και κατά πολύ αβλαβέστερα) – όλα τά άλλα : η επικινδυνότητα τών οποίων προέρχεται από τήν απαγόρευση και μόνο – απ’ τήν οποία απαγόρευση φτάνει κανείς ευθέως στις δυο πηγές τής θανατηφορίας : τή νοθεία (που αυξάνει τό κέρδος) απ’ τή μια, και τήν κατάχρηση (τήν οποία χρειάζονται ούτως ή άλλως οι μεγαλέμποροι, αλλά που τήν ευνοεί έτσι κι αλλιώς νομοτελειακά και η κουλτούρα τής απαγόρευσης) απ’ τήν άλλη

   τό πράγμα συνδυάστηκε, απ’ τήν αρχή του εξάλλου, και όχι μόνο για τήν κάνναβη αλλά και για τό όπιο, με οικονομικά (τήν κατεξοχήν κουλτούρα τής παγωνιάς και τού μίσους) συμφέροντα : πάει καιρός που είχα διαβάσει (δεν θυμάμαι πού για να παραπέμψω, αλλά δεν πειράζει, λίγο–πολύ αυτά είναι πλέον γνωστά σε όλους όσους θέλουν) για τήν παράδοση τού όπιου στην κίνα : τό χρησιμοποιούσαν δηλαδή για αιώνες οι μανδαρίνοι, τό χρησιμοποίησαν με τρόπο ήρεμο και λογικό, απλώς για τήν χαλάρωση και τήν ευχαρίστησή τους μετά τήν δουλειά, και δεν υπήρξαν ποτέ στην χώρα αυτή προβλήματα από τήν οπιοφαγία : έφτιαξαν επιπλέον οι κινέζοι κι έναν πολιτισμό εξαίρετο, με ποίηση, με φιλοσοφία, με (γλυκύτατη) ζωγραφική : όμως χαλάσανε όλα με τήν (δύστυχη) έλευση και τήν (κακοήθη) εισβολή τών άγγλων – α, η περίφημη αποικιοκρατία : όταν κατάλαβαν δηλαδή αυτοί τί θησαυρό είχαν στα χέρια τους τό απαγόρεψαν σ’ όλη τήν κίνα τό όπιο, για να τό εκμεταλλευτούν οι ίδιοι : κι ήτανε τότε, με τήν απαγόρευση, που άρχισαν ξαφνικά και στην κίνα τά φαινόμενα και τού εθισμού και τής κατάχρησης…

   αλλά η θεωρία τής οικονομίας έχει δεσμούς με τήν ψυχολογία – και δεν γίνεται αλλιώς, αλλιώς δεν λειτουργεί με τίποτα : κοιτάξτε λοιπόν τό μίσος, στο πρόσωπο τού ανθρώπου τό μίσος, αυτού που έχει εθιστεί να πιστεύει τήν λογική τής στέρησης, τού ασκητισμού, κι είναι ταγμένος στον αυταρχισμό τής οικογένειας, και τήν εξιδανίκευση τής οικονομίας ως συναισθηματικό του μοχλό : πώς φτύνει μίσος δηλαδή όταν μιλάει για ναρκωτικά και πουτάνες και πούστηδες : (ο «κανονικός» άντρας αρχικά, και διά λόγους αρχών, δεν φαίνεται να ελκύει και τόση αντιπάθεια – αυτός θεωρείται κατά κανόνα μέρος τού συστήματος –) όμως : οι ελεύθερες γυναίκες, οι ελεύθεροι άντρες, οι άνθρωποι που έλκονται από τήν ευχαρίστηση χωρίς να ενοχλούνε  άλλους – α, αυτοί τόν ενοχλούν τόν αριστεροδέξιο αστό μας (και προλετάριο) πολύ : «γιατί αυτοί δηλαδή να περνάν καλά;» αυτή είναι η αμοιβαδική λογική που σπάει (ζωές και) κόκαλα, και τά περί υγείας ή ηθικής είναι απλώς (αφελείς και) δηλητηριώδεις κατασκευές, για (αφελείς ή και) πανέξυπνους, ήδη πιασμένους στις δαγκάνες

   αυτό τό μίσος προς τήν απόλυτη, που δεν βλάπτει κανέναν φυσικά, ελευθερία είναι λοιπόν που τούς ενώνει όλους : κουτσούς στραβούς στον άγιο παντελεήμονα : είναι ντυμένο αρχικά με τό πανάρχαιο ρούχο τού μισογύνη, και τού ενγένει ρατσιστή κατά λογική συνέπεια κατόπιν : τού καλού αστού, δημοκράτη φασίστα αριστερού δεξιού καθωσπρέπει οικογενειάρχη – μια που τό μίσος συμβαδίζει αναγκαστικά με τήν αποθέωση τής οικογένειας ( : όλη η βία κι όλοι οι βιασμοί, όλοι οι ηθικοί εκβιασμοί, εκειμέσα δρουν ελεύθερα κι αποθεώνονται και έμπρακτα και θεωρητικά – : πάνω στην άρνηση τών μεγάλων, καταρχάς και κατεξοχήν, να δουν δηλαδή τά παιδιά (ναι, ερωτικά πλάσματα – δεν θα ανακαλύψουμε τώρα ούτε τήν πυρίτιδα ούτε τήν πυριτιδαποθήκη) κορίτσια και αγόρια, σαν πλήρεις και ελεύθερους ανθρώπους (οι εξαιρέσεις νομιμοποιούν τόν κανόνα)) : αυτή η ηθική ως μίσος, ως απώθηση και ως ρατσισμός, τούς ενώνει όλους και τούς τρέφει, τούς ναρκώνει : κι από κοντά ακολουθούν βέβαια μετά και καταϊδρωμένα τά κόμματα και οι φυλλάδες και η τηλεόραση : κουτσοί, στραβοί είπαμε στον άγιο παντελεήμονα

 

   καλό υπόλοιπο καλοκαίρι

.

.

.

.

.

.

  

.

.

Ιουλίου 11, 2011

καβάφης, 4 (+ ρεμπώ + σολωμός): τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί (: σημειώσεις και καταστροφές)

  τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ και εδώ

 

 
.
.

Δυνάμωσις 

.

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει,
αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη
και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

(από τά κρυμμένα ποιήματα 1877; – 1923) (καλύπτουν δηλαδή μια περίοδο τού καβάφη από τά 14 ώς τά 60 του χρόνια)

.

 

   σ’ αυτό δίπλα τό ποίημα βρέθηκε η σημείωση :

.

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

.

   ο καβάφης έβαλε μια τέτοια επισήμανση δίπλα (τήν κόλλησε με συνδετήρα από πάνω δηλαδή) σε 11 συνολικά ποιήματα

   γραμμένη κάποτε και στ’ αγγλικά, ως :

.

not for publication but may remain here

.

   είναι βέβαια μεγάλη συζήτηση τό γιατί δεν τά θεώρησε κατάλληλα για έκδοση : τά ποιήματα αυτά δεν ανήκουν στα «πρωτόλειά» του, και μερικά είναι εξαιρετικά – αλλά φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τά εντάξει στον γενικό του σχεδιασμό (εδώ έχει γίνει μια πολύ πρωτότυπη δουλειά από έναν έλληνα καβαφιστή – για τήν οποία θα γράψω άλλη φορά – αν μέ αφήσει – γιατί τό έργο είναι ανέκδοτο) 

   όμως κάτι άλλο εμένα μ’ ενδιαφέρει τώρα εδώ : δυο πράγματα μάλλον (ως πρόχειρες παρατηρήσεις) :

   (1) : τό ένα είναι η σχέση τού περιεχομένου τού ποιήματος με τήν αναρχία και τήν ιδέα τής καταστροφής :

   ο ρεμπώ έχει ήδη γράψει για τήν έλλειψη κάθε είδους σεβασμού ή αποδοχής προς τούς  «προκατόχους» – πάλι σε συνδυασμό με τή λέξη σπίτι (στο γράμμα προς τόν δάσκαλό του demeny) :

.

εξάλλου οι νεοεισερχόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να καταριώνται τούς προκατόχους : είναι κανείς στο σπίτι του και έχει καιρό

 rimbaud 1871 (17 χρονών)

.

  

.

   δεν είμαι προσωπικά οπαδός τής παλιάς «κλασικής» άποψης ότι η αναρχία είναι πάνω απ’ όλα καταστροφή : για μένα τό πρωτεύον στοιχείο τής αναρχικής συνείδησης είναι ο έρωτας (έρωτας και για τόν έρωτα και για τήν ελεύθερη ελευθερία (κατά τή διατύπωση επίσης τού ρεμπώ)). Όμως νομίζω ότι υπάρχει μια όψη τής καταστροφής (κάθε καθιερωμένου και ιερού) που διατρέχει τόν ίδιο τόν πολιτισμό, όχι μόνο σε κάθε φάση τών μεγάλων ταραχών και αλλαγών στον πλανήτη μας (αυτό είναι λίγο–πολύ γνωστό), αλλά και σε κάθε βήμα τής (μεγάλης) τέχνης : όταν ο ρεμπώ λοιπόν διεκδικεί τό δικαίωμα να καταριέται όλους τούς προκατόχους του (είναι 17 χρονών, και προηγείται ασφαλώς) δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τόν καβάφη με τό (σίγουρα ειρωνικότερο, καθότι μετριοπαθέστερο) τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμιστεί : αν έχει καμιά σημασία να ασχοληθούμε τελικά με τίς ηλικίες : ο ρεμπώ είναι πολύ νεότερος από τόν καβάφη γενικά όταν γράφει (ο καβάφης γεννήθηκε τό 1863 και ο ρεμπώ τό 1854, έχουν δηλαδή 9 χρόνια διαφορά – και υπάρχει και η επιπλέον διαφορά που οφείλεται στο ότι ο ρεμπώ έγραψε και τέλειωσε τό έργο του ώς τά 19, και ο καβάφης άρχισε τό καθεαυτό του έργο μετά τά 30) 

   όμως η ιδέα και τών δύο ότι ουσιαστικά γκρεμίζουν τά πάντα για να φτιάξουν τό έργο τους, κατά τή γνώμη μου δεν αφορά μόνο τήν τέχνη – η ιδέα ότι τό σύμπαν ολόκληρο ως παρελθόν αξίζει μια απόρριψη ή μια κατάρα ή πρέπει να γκρεμιστεί, απεικονίζει θαυμάσια τήν ίδια τή στιγμή όπου ο «πολιτισμός» μας ενοποιείται, και η αναστολή τής βαρβαρότητας κρέμεται εξίσου από τίς χειρόγραφες (ή τυπωμένες) σελίδες κάποιων μελών αυτής τής κοινωνίας – τά οποία ο πολιτισμός αυτός (αφού τούς κάνει πρώτα τή ζωή πατίνι) θα περιλάβει αργότερα χωρίς ενοχές και στα «ιερά» και «καθιερωμένα» του – : ίσως γιατί αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό μας έχει τίς ίδιες αντοχές, τίς ίδιες αντιφάσεις, και τήν ίδια σατανική ευελιξία να ξεπερνά τίς αντιφάσεις του, με ό,τι στην φιλοσοφία θα ονομαζόταν κάποια στιγμή κεφαλαιοκρατία : σίγουρα κάποια απ’ αυτά τά κεφάλαια μπορούν να λειτουργούν (ακόμα και καταχωνιασμένα στις αποθήκες) ακόμα πάντως ως πυριτιδαποθήκες…

.

.

   (2) marginalia : τό δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ένα παράλληλο γεγονός που πολύ μ’ αρέσει να τό σκέφτομαι – παράλληλο δηλαδή σχετικά με τίς σημειώσεις στο περιθώριο και με τίς επίσης ασεβείς συνήθειες ενός άλλου έλληνα ποιητή :

   γιατί και ο σολωμός όπως ξέρουμε συνήθιζε να γράφει στο περιθώριο τών δοκιμών του (τά περισσότερα από τά ποιήματα (και τά πεζά του) που έχουμε αποτελούν ως γνωστόν «ημιτελείς» δοκιμές) διάφορα, άκρως διασκεδαστικά κιόλας μερικές φορές (αν θελήσουμε να αγνοήσουμε τήν καλλιτεχνική απόγνωση που ασφαλώς τά συνόδευε) όπως, ας πούμε :

.

σκατά

.

   : αν προσέξετε τήν φωτογραφική αναπαραγωγή τού χειρόγραφου που βρίσκεται παρακάτω (είναι από τή Γινέκα τής Ζάκιθος, ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» όπως συνηθίσαμε να τό μεταγράφουμε – έτσι όπως μεταγράφουμε κατά (κακόν) κανόνα και όλο τό σολωμικό έργο – πράγμα τό οποίο δείχνει και ασέβεια και περιφρόνηση (προς τόν καλλιτέχνη) από τή μια, και απ’ τήν άλλη βαθειά επίσης γλωσσική ανασφάλεια… – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο κρίσιμο και εξόχως σημαντικό για ολόκληρη τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική ενδοχώρα) : επάνω αριστερά λοιπόν, δίπλα στο κείμενο ξεχωρίζει νομίζω ευκρινώς η λέξη σκατά : (λέξη που ο σολωμός τήν χρησιμοποίησε κάμποσες φορές για να περιγράψει κομμάτια τής δουλειάς του (μαζί με άλλες σημειώσεις (πολλές φορές και στα ιταλικά) που βρίσκουμε στα αυτόγραφα έργα του))

.

.

 

   δυστυχώς δεν μπορώ αυτόν τόν καιρό να σκανάρω η ίδια από αυτόν τόν τόμο – που τόν απόκτησα πάμφθηνα πριν κάμποσα χρόνια βγάζοντάς τον απ’ τή σκόνη τής αποθήκης κάποιου βιβλιοπωλείου στη σόλωνος : (ήταν τόσο ανέλπιστα μεγάλη και η τύχη και η χαρά μου, που πήρα τότε τούς δυο τεράστιους δερματόδετους τόμους* όχι μια αλλά τρεις φορές : για δώρο και στον εαυτό μου, και σ’ έναν φίλο ποιητή, και στον πατέρα μου – εξαιτίας τού οποίου άλλωστε μεγάλωσα με τήν εικόνα τού σολωμού μες στα μούτρα : έχω ακόμα πάντα μπροστά μου έτσι αυτόν τόν βλοσυρό κύριο φίλο τού μπαμπά που έβλεπα από μικρή (ντυμένον στα μαύρα και με τό μικρό χεράκι του κάτασπρο πάνω στο στήθος) – όπως θυμάμαι εξάλλου και τούς στίχους από τόν «κρητικό» με τούς οποίους μέ κανάκευε (και έχω βάλει γι’ αυτό και μια μικρή αυτοβιογραφική παρεμβολή (καταλλήλως μεταλλαγμένη για τίς ανάγκες τού μυθιστορήματος) στην «έκθεση βαθυτυπίας» : τέλος οι αναμνήσεις) :  κι ήμουνα λοιπόν σίγουρα κωμωδία όπως περπάταγα μ’ αυτό τό βάρος). Έτσι σήμερα παίρνω για εδώ ό,τι βρίσκω από τό χάος τού web (και ευτυχώς βρίσκονται πάντως αρκετά πράγματα) 

   ας πω επιπλέον ότι αυτή η φοβερή δουλειά για τήν έκδοση τών αυτόγραφων τού σολωμού (όπως είπα είναι 2 τόμοι, ο πρώτος με φωτοτυπημένο όλο τό αρχείο και ο δεύτερος με τήν τυπογραφική του μεταγραφή) έγινε στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964 από τόν (χαλκέντερο πρέπει να υποθέσουμε) καθηγητή λίνο πολίτη

   σήμερα εκείνη η (πολύ μεγάλου σχήματος, και πανέμορφη) έκδοση δεν υπάρχει πια : βλέπω ότι έχει γίνει ανατύπωσή της από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας, αλλά απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει «σπάσει» σε πολλούς, μικρότερους, τόμους.

* λίνου πολίτη «διονυσίου σολωμού αυτόγραφα έργα, τόμ. α’ : φωτοτυπίες, τόμ. β’ : τυπογραφική μεταγραφή» / επιμέλεια – σημειώσεις : λίνος πολίτης / αριστοτέλειο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 1964 /

.

.

.

μια ιδέα για τά αυτόγραφα τού σολωμού, όπως υπάρχουν εκδομένα σήμερα, εδώ και εδώ

ένας γοητευτικός πάντως κατάλογος χειρογράφων τού σολωμού on line βρίσκεται εδώ

τά χαρακτικά τού david hockney (Illustrations for Fourteen Poems from C P Cavafy / 1966–1967) εδώ

η επίσημη σελίδα τού hockney

και τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού

.

.

.

.

.

     

Ιουλίου 5, 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

Οκτωβρίου 16, 2009

έκθεση ιδεών

CC276CD2   XPCADERH8DCARUB3I9CANAKJZ1CA6U6Z1RCA8TOA5PCA2F3JP0CACJBKBPCAJ0K194CAE8GX0HCA9ZL9L6CA9SO2HHCA1BDNX0CAQ3XKTOCAMCY049CA4G7NF6CAVAY6EOCAUQ0H9ACAL22NFMCAJY4RXV   proust120090930112456[1]   400px-Crystallization[1]

ημερολόγιο τού κάφκα      γράμμα τού προυστ      σχέδιο τού σταντάλ

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι μια που εδώ θα έχουμε να κάνουμε κυρίως με πεζά σαν αυτά που προηγήθηκαν (δηλαδή δικά μου), και μια που δεν ξεκινήσαμε ακόμα για τα καλά, νά και μερικά γενικά, εν είδει εκθέσεως, ιδεών που λέγαμε και στο σχολείο :

   Δεν υπήρξα ποτέ καθωσπρέπει κόρη, και δεν σκοπεύω να γίνω τέτοιου είδους κόρη σε καμία φάση τής ζωής μου, ούτε τώρα. Από μικρή αντιδρούσα μάλιστα με αηδία (εντελώς οργανική – ξερνούσα κιόλας – αχ μικρή ξερνούσα τόσο συχνά, που νόμιζαν οι μεγάλοι συνεχώς ότι έχω κοκκύτη – αντίθετα, τόν κοκκύτη τόν πέρασα πολύ ήπια – (από τότε έμαθα ότι η αρρώστεια είναι ένα πολύ περίεργο πράγμα και εξαρτάται κυρίως απ’ τό πώς τήν περνάνε οι άλλοι) λοιπόν αντιδρούσα με αυτόν τόν εντελώς αηδιαστικό τρόπο στην διδακτικότητα τών μεγάλων. Καμαρώνω γι’ αυτή μου τήν αντίδραση και τήν διατηρώ ως κόρην οφθαλμού, μολονότι τήν κρύβω πια συνήθως: δεν τήν επιδεικνύω ασφαλώς σήμερα – αποκτούμε και ελαττώματα όταν δεν είμαστε πλέον εντελώς παιδιά. Εξίσου όμως κρύβουν τόν πουριτανισμό τους και οι (αιωνίως πάντα) μεγάλοι : αν και εγώ έχω μάθει να τά διαβάζω αυτά έστω και στο ανοιγοκλείσιμο ενός ματιού –: όχι απ’ τό τί λένε, αλλά απ’ τό πώς τό λένε, και μέσα σε τί συμφραζόμενα και υπονοούμενα τό ξεφουρνίζουνε. Είμαστε μερικοί που καταλαβαίνουμε, έχω αυτήν τήν ατυχία.

   Από τήν άλλη, εγώ έχω σε μεγάλη εκτίμηση μια αξιοπρέπεια που όταν ήμουν μικρή τήν έλεγαν μάλλον κακοκεφαλιά, αλλά τώρα ξέρω ότι δεν είναι καθόλου κακοκεφαλιά, είναι σκέτη αξιοπρέπεια. Όχι η καθωσπρέπει αξιοπρέπεια, εννοώ εκείνη τήν καθόλου καθωσπρέπει αξιοπρέπεια : αυτού που δεν δέχεται ας πούμε να σκάσει απ’ τό κακό του στον έρωτα για μια απόρριψη (να λυπηθεί δηλαδή παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται και επιβάλλεται) ή να παρακαλέσει και να ζητιανέψει για να πείσει κάποιον να γράψει ωραίες κουβέντες για ένα βιβλίο του : η δικιά μου αξιοπρέπεια είναι πάνω απ’ όλα δηλαδή η αξιοπρέπεια τών βιβλίων μου, κι αυτήν τήν ασκώ με τή μεγαλύτερη δυνατή υπομονή.

   Δεν θέλω ν’ αρέσω βρε παιδί μου σ’ αυτούς που περιφρονώ, αυτή είναι η αξιοπρέπεια μ’ άλλα λόγια που λέω.

   Και ας μην γράψουν ποτέ καλή κουβέντα για τή δουλειά μου εκείνοι που είναι δυνατοί : μού λένε καλές κουβέντες εκείνοι που μετράνε. Είναι ελάχιστοι αλλά μ’ αυτούς στο μυαλό και τήν καρδιά δουλεύω. (Φυσικά όμως αυτοί δεν επηρεάζουν τίς πωλήσεις. Επηρεάζουν όμως κάποιου είδους ευτυχίες και αναπολήσεις – πράγματα εξαιρετικά σημαντικότερα. Ξέρω βέβαια καλά, ότι τυχαίνει και μόλις τά ξεφουρνίσω όλ’ αυτά σηκώνονται αμέσως οι περισσότεροι και λένε : Τί λες καλέ, δεν είσαι μόνο εσύ έτσι, κι εμείς έτσι είμαστε.) (Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι μόνο εγώ έτσι – αυτοί όμως που μού μοιάζουν ούτε ακούγονται ούτε διαμαρτύρονται, και ούτε καν μέ διαβάζουν μπορώ να πω γιατί ασχολούνται με τή δουλειά τους.) Σύμφωνοι λοιπόν λέω, όλοι τό ίδιο είμαστε, είμαστε όλοι σ’ αυτή τή χώρα εντελώς τό ίδιο, επικρατεί μια ομοιομορφία άνευ προηγουμένου. Όλοι έχουμε βγει λες από καρμπόν. Μόνο που εμείς μεν είμαστε ίδιοι, αλλά οι άλλοι δεν είναι ίδιοι : έτσι εσάς σάς γουστάρουν κι εμένα καθόλου – τί ανωμαλία κι αυτή. Τέτοια διαφορετική ανταπόκριση σε ίδιες συμπεριφορές σπάει κόκκαλα.

   Απορώ πάντως, για να σοβαρευτούμε και λίγο, γι’ αυτήν τήν έλλειψη μαγκιάς τελοσπάντων στην αθλιότητα : δεν βγαίνει ούτε ένας μια φορά να πει : ναι ρε, γίνομαι χαλί και μέ πατάνε, γλείφω τούς βρώμικους κώλους τους, τηλεφωνάω κάθε μέρα σε πεντακόσιους, φτάνω να γαμάω τά άσχημα μούτρα τους και να κολακεύω τά ηλίθια μυαλά τους, καλοπιάνω τίς βλακείες που γράφουνε και λιποθυμάω από συγκίνηση μπροστά στις ανύπαρκτες σκέψεις τους μόνο και μόνο για να γράψουν μια αράδα για μένα. Αλλά τό κάνω για να υπερασπιστώ τό έργο μου – χωρίς αυτούς δεν θα τό καταλάβει και δεν θα τό αγοράσει και δεν θα τό εκδόσει κανείς. Θυσιάζομαι για τό κωλοέργο μου. Θα μ’ άρεσε να τ’ ακούσω μια φορά, έτσι για ποικιλία (και να ομολογήσω ότι στην περίπτωση αυτή είμαι σχεδόν σίγουρη ότι και τό έργο θα ήταν καλύτερο από τά έργα για τά οποία μιλάμε). Δεν συμβαίνει όμως. Τό αντίθετο τελείως συμβαίνει : ακούς –  από τούς πιο διάσημους και ταλαντούχους : Εγώ ; Δεν κούνησα ούτε τό δαχτυλάκι μου. Ούτε που τόν ξέρω. Μόνος του τό διάβασε τρελάθηκε, έψαξε να μέ βρει και έγραψε. (Όλοι αναπαράγουν στη φαντασία τους τή σκηνή εκείνη με τόν ντοστογιέφσκυ δηλαδή και τόν άλλον τόν πώς τόν λένε, που ’τρεξε βραδιάτικα μόλις διάβασε τούς φτωχούς να τόν βρει. Περίεργο πράγμα πόσο θέλουν να μοιάσουν όλοι με τόν ντοστογιέφσκυ ειδικά σ’ αυτή τή σκηνή.) (Νεκράσωφ τόν λέγαν τόν άλλον). )

   Δεν είμαι υπεράνω, ούτε κατά διάνοια. Ζηλεύω αφάνταστα μάλιστα τήν ασφάλεια και τήν βεβαιότητα μέσα στην οποία αυτοί οι άνθρωποι γράφουν. Ναι, θα ήθελα πολύ να τήν έχω. Θα ήθελα πολύ να έχω δηλαδή έναν εκδότη που και να αγαπάει και να καταλαβαίνει (κι όχι μόνο να εκτιμάει, ή να είναι και αρκετά έξυπνος για να προβλέπει και τό πιο μακροπρόθεσμο συμφέρον του). Γράφεις επίσης με άλλη φόρα όταν ξέρεις ότι δεν θα έρθει εκείνη η μαύρη ώρα να πρέπει να ασχοληθείς και να βρεις και να πείσεις (για να μην πω και να πληρώσεις – που δεν είναι και καθόλου αυτονόητο ότι όλοι οι καλοί συγγραφείς πρέπει να έχουν και τά λεφτά – και δεδομένου ότι αν μιλάμε και για πεζογραφία πρέπει συνήθως να οργανώσεις έτσι τή ζωή σου ώστε να μην κάνεις μια δουλειά βιοποριστική που να σού τρώει και πολλή ώρα) έναν εκδότη για να πάρει τό γραφτό σου τόν δρόμο του προς τό βιβλίο.

  Βέβαια, όλα αυτά που μόλις είπα σηκώνουνε πάρα πολλές επιπλέον διαπραγματεύσεις, και αντιρρήσεις – μία είναι ας πούμε η έλλειψη ειλικρίνειας που φαίνεται να αποδίδω από δω στους κριτικούς μας. Δεν είναι έτσι, καθόλου, και αυτό είναι σίγουρο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τούς ανθρώπους βρίσκονται εντελώς στο επίπεδο τών συγγραφέων που ισχυρίζονται ειλικρινά ότι θαυμάζουνε. Αλλά ακόμα κι όταν αναγνωρίζουνε σε ιδιωτικές κουβέντες ότι κάποιοι συγγραφείς παρα-ακούγονται γιατί έχουν ένα σίγουρο και μόνο φοβερό ταλέντο, αυτό τού να γίνονται φορτικοί και να τούς πρήζουν, και έτσι τούς γράφουν κι εκείνοι μια διθυραμβική κουτσουλιά για να τούς ξεφορτωθούν για τό σαββατοκύριακο, και πάλι τό γούστο τους είναι ούτως ή άλλως πολύ χαμηλού επιπέδου κι αυτό βγαίνει ανάγλυφο στις σπάνιες περιπτώσεις εκείνες όπου ομολογούν ότι σε κάποια αποθέωσή τους ήταν όντως ειλικρινείς. Αλλά, εδώ που τά λέμε, πώς μπορεί να ’χουν σοβαρά κριτική σκέψη και πρωτότυπες ιδέες άνθρωποι που έκαναν κάποτε στο παρελθόν τους υποκλίσεις γλειψίματα και κωλοτούμπες σε κάποιους ξεγάνωτους ντενεκέδες με λεφτά, για να πάρουν τή θέση που έχουν στην εφημερίδα ; Διότι είδατε εσείς ποτέ να προκηρύσσεται διαγωνισμός ή οντισιόν για πρόσληψη κριτικού ; Ή είχε θέση στη φυλλάδα ο μπαμπάς τους, ή ήταν στέλεχος τής επιχείρησης η μαμά τους, ή ακολούθησαν απλώς τήν πορεία που προδιαγράψαμε και στηρίχτηκαν στους φίλους τους. Με οποιονδήποτε όμως απ’ αυτούς τούς τρόπους κι αν πήραν τή θέση, ο τρόπος ήδη, και εξαρχής, τούς αλλοίωσε, ακόμα και καλύτεροι δηλαδή δυνάμει χαρακτήρες και μυαλά να ήταν. Τίποτα δεν μένει απλήρωτο σ’ αυτή τή ζωή. Συνεπώς να μην τούς αποδίδουμε μόνο οσφυοκαμψία, αλλά μάλλον, ακριβώς εξαιτίας αυτής τής οσφυοκαμψίας πρέπει να τούς αποδώσουμε και ειλικρίνεια.   

   Έπειτα η λέξη κριτικός είναι μια κολακεία σκέτη, αλλά κατά βάθος πρόκειται για διαχειριστές πωλήσεων, και οι άνθρωποι αυτοί πολύ καλά τό ξέρουν. Ένα βιβλίο που θα βγει καινούργιο, πρέπει να ακουστεί, δεν έχει σημασία τί ακριβώς δηλαδή θα ακουστεί περί αυτού. Στην πραγματικότητα, τόν τόνο τόν δίνουν οι εκδότες οι οποίοι προσέχουν με ειλικρίνεια τούς συγγραφείς τους – όχι όμως όλους τούς συγγραφείς τους : ξέρω ανθρώπους που βγάλαν καλά βιβλία σε μεγάλους εκδότες – συμβαίνουν κι αυτά – και όμως οι ίδιοι οι εκδότες τά άφησαν να θαφτούν στη σιωπή αποσιωπώντας τα κατ’ αρχάς οι ίδιοι – σε μια περίπτωση μάλιστα ενός γνωστού μου ο εκδότης του που είχε και μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν έβαλε τό βιβλίο, ούτε καν για μια μέρα ο ίδιος στην βιτρίνα του (ενώ είχε βάλει ας πούμε, για παράδειγμα, και για πολύ καιρό μάλιστα, στην βιτρίνα του ένα δικό μου – τό οποίο όχι μόνο δεν είχε εκδόσει ο ίδιος, αλλά τό είχε απορρίψει κιόλας όταν τού τό πήγα για έκδοση – εδώ σίγουρα βέβαια είχαμε να κάνουμε με πρωτοβουλία κάποιου υπάλληλου τού βιβλιοπωλείου : όμως τό να μην μπει τό βιβλίο που εκδίδει ο ίδιος, στην βιτρίνα, τίνος πρωτοβουλία άραγε μπορεί να ήτανε ; ) Υπάρχουν, με άλλα λόγια, πολλά και διάφορα συμφέροντα σ’ αυτήν τήν περίπτωση – που καθορίζουν τό ποια βιβλία θα αποφασίσουν (οι εκδότες λέμε, – οι κριτικοί δεν μετράνε, αυτοί υπακούουν απλώς – κι αν όχι για κανέναν πιο ταπεινό λόγο, τουλάχιστον για να έχουν κι οι ίδιοι μετά τόν εκδότη τους) αποφασίζουν λοιπόν λέμε οι ίδιοι οι εκδότες για τό ποια βιβλία θα προωθήσουν και ποια θα θάψουν – φυσικά, και κατανοητά, ένα όχι ευκαταφρόνητο κριτήριο, είναι τά βιβλία που προωθούνται να μην κάνουν κακό στα βιβλία που έχουν ήδη προωθηθεί.  

   Και όχι μόνο γιατί έτσι διατηρείται η γενική τάξη και ηρεμία στο σύστημα – ζήτημα καθόλου δευτερεύον για τούς εκδότες, και για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο γενικά – αλλά και γιατί υπάρχει και ένα στοκ που πρέπει να πουληθεί : ως γνωστόν τά βιβλία που προγραμματίζονται για επιτυχίες τυπώνονται σε πολύ περισσότερα αντίτυπα από τά βιβλία που προγραμματίζονται για θάψιμο. Εξαυτού πολλά μπαίνουν κατά λάθος και στον πίνακα τών μπεστσέλερ πριν καν κυκλοφορήσουν στην αγορά, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που επίσης θάβονται εύκολα. Δεδομένου αυτού τού φαινομένου, είναι πταίσμα τώρα με τό οποίο πρέπει να απαξιοί να ασχοληθεί κανείς τό γεγονός πως πολλές φορές γράφονται κριτικές για βιβλίο τό οποίο υπολογίζεται να κυκλοφορήσει μαζί με τό φύλλο τής εφημερίδας, αλλά σπάει ο διάολος τό ποδάρι του και χαλάει τό μηχάνημα τού βιβλιοδέτη και ο κριτικός εμφανίζεται να έχει αγοράσει τό βιβλίο μόνος του στο βιβλιοπωλείο, ή να τό έχει πάρει ακόμα έστω και ως δώρο από τόν συγγραφέα, ένα μήνα περίπου πριν τό βιβλίο υπάρξει καν ως βιβλίο. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι ο κριτικός διάβασε κάποια χειρόγραφα, τού άρεσαν και έγραψε γι’ αυτά. Θα έπρεπε τότε πάντως να προσέξει να μην μπει στο φύλλο τής εφημερίδας και η εικόνα εξωφύλλου τού χειρογράφου, όσο κι αν αυτό θα ήταν κακό για τίς μελλοντικές του πωλήσεις και θα ακύρωνε ουσιαστικά και τήν χρησιμότητα τής κριτικής : διότι είναι γνωστό ότι αυτό που δουλεύει σήμερα είναι μόνο τό μάτι μας, και μόνο φευγαλέα, και τόσο μόνο ώστε να κρατήσει ακριβώς τήν εικόνα τού εξωφύλλου. Όμως αυτά είναι κακοήθειες και μόνο που τά αναφέρουμε, ή ατυχήματα, τό βασικό είναι ότι πρόκειται όντως για καλά βιβλία.

   Από αρχαιοτάτων άλλωστε χρόνων υπήρχε η πεποίθηση ότι τά βιβλία για τά οποία γράφουν οι κριτικοί είναι καλά, και τά βιβλία για τά οποία οι κριτικοί δεν γράφουν, είναι κακά.

   Ξέρετε για ποια βιβλία γράφανε οι κριτικοί όσο ζούσε ο σταντάλ ή ο φλωμπέρ ; Πάντως όχι για τά βιβλία τού σταντάλ ή τού φλωμπέρ. Για ποια όμως, δεν μπορώ να σάς πω ούτε εγώ ούτε και κανένας άλλος φοβάμαι, διότι εκείνοι οι μπεστσελεριτζήδες είναι παντελώς άγνωστοι σήμερα. Τής τζαίην ώστιν πάλι ένας εκδότης τής αγόρασε ένα βιβλίο της και τό κράταγε στο συρτάρι του για να μην τό βγάλει ούτε αυτός ούτε όμως και κανένας άλλος, επειδή τό βιβλίο κορόϊδευε (κατά κακή του τύχη) τά μπεστσέλερ (εκείνης) τής εποχής. Ο κλάϊστ έπειτα πέρασε ως γνωστόν βάσανα με τά θεατρικά του – ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν εδέησε να τού κάνει τή χάρη να παιχτεί όσο ο ίδιος ζούσε (μιλάω επίτηδες για ένα απ’ τά σημαντικότερα θεατρικά που έχουμε) – και αυτός ίσως ήταν κι ένας από τούς λόγους οι οποίοι απουσίαζαν τή στιγμή ακριβώς που (μάλλον) χρειάζονταν για να τόν απομακρύνουν από τήν ιδέα τής τελετουργικής του αυτοκτονίας. Η ιστορία με τόν προυστ που τού απόρριψαν τόν χαμένο χρόνο τριάντα φορές είναι βέβαια γνωστή. Τού φώκνερ πάλι ένα του μόνο βιβλίο, τή βουή και τό πάθος που είναι και τό αριστούργημά του κατά τή γνώμη μου – αλλά κι ο ίδιος τά ίδια πίστευε –  τού τό απορρίψανε, μεγάλοι και μικροί εκδότες ως κακό βιβλίο, καμιά τριανταπενταριά φορές – ομολογώ όμως ότι εγώ δεν άντεξα βέβαια να δω βιβλίο μου να απορρίπτεται τόσες : δεν μπορώ δηλαδή να βλέπω τά μούτρα τους, ούτε τών εκδοτών ούτε τών αναγνωστών τους – και η όποια μικρή αίσθηση τού χιούμορ διαθέτω δεν φτάνει σ’ αυτήν τήν περίπτωση, και είναι φαίνεται ανεπαρκής.

PartID_1142[1] - Αντίγραφουσικά τό βασικό επιχείρημα οποιουδήποτε κριτικού με αξιοπρέπεια, σ’ αυτές τίς κακές κουβέντες είναι αναμενόμενο, ότι δηλαδή δεν φταίει αυτός για τά χάλια τών άλλων. Και βέβαια έτσι είναι. Ο καθένας είναι υπόλογος μόνο για τόν εαυτό του. Και είθισται να μιλάμε όλοι σαν να έχουμε και εαυτό. Και η κάθε εποχή είναι διαφορετική από τήν άλλη, ασφαλώς. Μόνο που τυχαίνει μερικές φορές να ζούμε στην τελείως άλλη εποχή απ’ αυτήν που νομίζουμε.

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι η ευθύνη ; α, ποτέ δεν έχει ευθύνη κανείς : πάντα κάποιος άλλος, ανώνυμος, έφταιγε. Ξέρετε πόσα χρόνια κανείς δεν ασχολιόταν με τήν κική δημουλά και η γυναίκα πλήρωνε η ίδια για να βγάζει τά βιβλία της γιατί οι κριτικοί δεν γράφανε και οι αναγνώστες (τών εκδοτών δηλαδή) δεν γουστάρανε και οι εκδότες συνεπώς δεν εκδίδανε; (ζωντανοί είν’ όλοι αυτοί ακόμα – οι περισσότεροι – όσο ζωντανή είναι δηλαδή κι η ίδια). Τό ότι η γυναίκα δεν τά μαρτυράει σήμερα αυτά δεν σημαίνει και τίποτα. Προφανώς όταν αποκτήσει πια εξάλλου κανείς μεγάλη δόξα γίνεται και μεγαλόθυμος, ή μπορεί να ήταν κι από πριν. Και οι αμετροέπειες που κατακλύζουνε μετά τούς πάντες, άμα γυρίσει τούμπα τό καράβι, εμένα δεν μού τό βγάζεις απ’ τό μυαλό ότι κυρίως οφείλονται σε ενοχές, και στο κρυφτούλι ολονών από τό παρελθόν τους – και εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν  καταδεχότανε  να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;

   Και μη μού πείτε ότι «δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους» και ότι «να περιμένουν κι αυτοί» και «να κάνουν υπομονή» κι ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» (μολονότι, εδώ που τά λέμε, αυτό καθεαυτό τό ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» και πρέπει να πεθάνει πρώτα ή να γίνει εκατό χρονών για να μπορέσει να πάρει πίσω ελάχιστη από τή χαρά που με τό έργο μιας ανασφαλούς και πικρής ζωής δίνει συνέχεια στους άλλους, τό βρίσκω πέρα από κοινωνικά βλαβερό, και εξαιρετικά ανήθικο). Μιλάω όμως για ανθρώπους κατά κανόνα πολύ μεγαλύτερους από τήν συγκεκριμένη στην ηλικία, που απλώς είναι πιο δύσκολοι και καλύτεροι μάλλον ποιητές. Και αν υπάρχει και κανένας νεότερος ανάμεσά τους που είναι επίσης καλύτερος και εξαιρετικότερος ποιητής, να είσαστε σίγουροι ότι μόλις αυτοκτονήσει θα σκιστούνε όλοι να τόν ανακαλύψουνε και να τόν επαινέσουνε γεμάτοι χαρά για τήν χαρά που τούς δίνει. 

   Και τί να κάνουμε ; α, μην μού βάζετε εμένα ερωτήσεις σχολικής φύσεως – τίποτα να μην κάνουμε : εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, και κανείς νομίζω δεν μπορεί να κάνει τίποτα : τό μόνο νομίζω που μπορεί να κάνει κανείς είναι να μάθει να κινεί τά πόδια και τά χέρια του με λίγο δημιουργικότερο τρόπο : ας συμφιλιωθεί δηλαδή με τήν ιδέα τού περίπατου ώς τό βιβλιοπωλείο άμα αγαπάει τήν τέχνη κανείς : εκεί πας μόνος σου, ξεφυλλίζεις ατέλειωτα βιβλία στους πάγκους, ψάχνεις ατέλειωτα βιβλία στα ράφια : και ποτέ δεν διαβάζεις «κριτικούς» και «κριτικές» παρεκτός αν θέλεις να πληροφορηθείς τί να αποφύγεις σίγουρα – με λίγα λόγια αναπτύξτε τό μυαλό σας κι αυτό θα σάς ανταμείψει, έτσι γίνονται αυτά. Τώρα βέβαια αυτά τά λέω σ’ έναν χώρο όπου μπορείς μ’ ένα κουμπί να φτάσεις ολόκληρες βιβλιοθήκες. Ακόμα όμως δεν μπορείς να ξεφυλλίσεις από δω μέσα πολλά πράγματα, τίτλους βλέπεις. Όταν θ’ αρχίσουνε πολλοί ν’ ανεβάζουν τά βιβλία τους εδώ, θα ’ναι αλλιώς – προς τό παρόν περπατάτε ώς τά βιβλιοπωλεία είναι και καλή γυμναστική.

kafka[1]   marcel_robert[1]    JWCA0P7Q4ECANE1HKECAO0YHHFCAJ8IO43CAGHADOZCA3ARI6RCAXJRWGJCAUJLTAYCAE42RDUCARBRW6FCAUN2BABCAVYIM43CAYQCDJKCAQIDRZXCA7A7RI6CA19S4V6CAJY0RXWCANBQ6YOCAZ1BEIX ο franz kafka ο marcel proust και ο stendhal – ως νέοι και παιδιά

   Τά ξέρετε τά αστεία που έκανε μια αμερικανίδα στους αγγλοσάξονες (εκδότες) (τά χάλια είναι διεθνή) (απλώς εδώ ο κανιβαλισμός είναι μεγαλύτερος επειδή είναι μικρότερο και τό πιάτο τό φαΐ – και επειδή δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη παράδοση πολιτισμού – ως γνωστόν αποτελούμε μάλλον τόν πιο απολίτιστο λαό τής ευρώπης – δεν σεβόμαστε δηλαδή ούτε τήν τέχνη ούτε τούς ανθρώπους της παρά μόνο αν δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, αν δηλαδή γράφουν συνέχεια γι’ αυτούς οι φυλλάδες, μιλάνε καμιά φορά τά τζάμια, ή η σουηδία δίνει κάνα βραβείο – τότε έχουμε και επιπλέον συμφέρον να τούς εκτιμήσουμε διότι κάτι μάς επιστρέφει όταν λέμε μπούρδες ας πούμε ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία – τό ίδιο κι ο τουρισμός άλλωστε – κι άλλωστε από τό πολύ βάρος είναι πεσμένες κι οι δύο στο πάτωμα κάτω λιπόθυμες). Ξέρετε λοιπόν τίς πλάκες που έκανε μια αμερικανίδα (δεν θυμάμαι, για λόγους ακατανόητους δεν κράτησα τ’ όνομά της) σε διάφορους μεγάλους εκδότες, όταν τούς έστειλε μερικά μεγάλα έργα, και σαίξπηρ, και τζαίην ώστιν, και φώκνερ, και δεν θυμάμαι και τί άλλο, δακτυλογραφημένα και μεταφρασμένα δηλαδή και με τ’ όνομά της πάνω στον φάκελο, και έζησε τήν (πικρή) χαρά να τά δει να απορρίπτονται όλα μετά πολλών επαίνων. (Μόνο ένας «αναγνώστης» εκδότου (περιφανούς) λίγο τσίνησε στην περίπτωση τής περηφάνειας και προκατάληψης που αρχίζει με μία πρόταση πολύ γνωστή στους άγγλους μαθητές, και τής έγραψε δεικτικά στην απάντησή του, «στο μέλλον να φροντίζει να μην αντιγράφει». Είχα σκεφτεί να κάνω τό ίδιο με «μεταφρασμένο» ας πούμε παπαδιαμάντη ή ευριπίδη στους «δικούς μας» αλλά η τύπισσα μέ κάλυψε και συν τοις άλλοις μού έφυγε και τό κέφι.)

   Αυτό που μ’ αηδιάζει περισσότερο απ’ όλα με τούς «συνάδελφους» και τούς «κριτικούς τους» είναι πως όταν κρίνουνε από τήν γενική συμπεριφορά και τήν ενγένει στάση σου ότι δεν έχεις εσύ επικίνδυνα μεγάλες πλάτες είναι πρόθυμοι να σέ φάνε ζωντανό τώρα αμέσως μη γίνει κάνα λάθος δηλαδή στο μέλλον και  κάνεις μπράτσα (βέβαια, τό επιστημονικής φαντασίας σενάριο να έχεις πλάτες αλλά να μην τίς χρησιμοποιείς είναι και εκτός πραγματικότητας και εγκληματικό συγχρόνως, διότι δίνει τό κακό παράδειγμα και στη νεολαία – η αξιοπρέπεια ως γνωστόν προς τούς φίλους και τούς ανθρώπους που αγαπάμε είναι άχρηστη και δεν επιστρέφει και τά γνωστά κέρδη)

   Ξέρετε ποιο θεωρώ εγώ όμως ως φαινόμενο πιο λυπηρό απ’ όλα, αλλά και πιο  χαρακτηριστικό τής εποχής και τής ορθότητας τών όσων λέω; 

   Τό πόσο λιγότεροι απ’ όσους μέ διαβάζουν εδώ θα διαβάσουν (για τά καλά) ένα έστω και μόνο από τά βιβλία που έχω ανεβάσει.

   Και τό ακόμα πιο λυπηρό είναι τό ότι αρκετοί, ακόμα κι αν χάνανε τόν χρόνο τους με τά δικά μου, θα έλεγαν : Μα δίκιο έχουν οι άνθρωποι, δεν μού αρέσεις ούτε κι εμένα –.  Αν ανοίξουμε όμως τέτοια συζήτηση θα γράφουμε για μήνες, και τό πώς φτιάχνεται τό γούστο μας είναι κάτι που δεν κάνω κέφι να τό συζητήσω ακριβώς τώρα. Και δεν φοβάμαι μην παρεξηγηθώ, διότι ούτως ή άλλως θα παρεξηγηθώ. Μού αρκούνε όμως αυτοί που ξέρουν καλά τή λογοτεχνία, και όταν μέ βρίζουν έχουνε λόγο που μέ βρίζουνεσοβαρότερο λόγο εννοώ απ’ τό : δεν γράφουν έτσι τά σχολικά εγχειρίδια ή η λογοτεχνία που μάς μαθαίνει τό  κόμμα, ή η τηλεόραση (αυτοί είναι οι τρεις πυλώνες τής μόρφωσης στην πολιτισμένη μας χώρα). Εξάλλου – κάτι που λέω και στους ηλεκτρολόγους και λοιπούς τεχνίτες που έρχονται καμιά φορά σπίτι για επισκευές και μού ζητάνε ένα βιβλίο μου για να διαβάσουν : δεν διαβάζεις ένα βιβλίο μόνο ποτέ :  αν δεν σ’ αρέσει ο κάφκα δεν πρόκειται να καταλάβεις δηλαδή τόν προυστ. Κι αν έπρεπε να τά βάλω τώρα με τήν γενική κατάσταση στα ζητήματα τής τέχνης, και ν’ ασχοληθώ με τό πόσο ξέρει ο μέσος έλληνας τί σημαίνει γκαλερί και έκθεση ζωγραφικής, και πόση ανάγκη έχει να ακούσει μια σονάτα τού 18οο, ή τί ευτυχία νομίζει ότι δεν πρόκειται ποτέ να τού δώσει ένα βιβλίο τού φώκνερ ή ένα φιλοσοφικό πόνημα (άσε που με τήν ακαταπόνητη ελληνική ωραιοπάθεια νομίζει κανείς πως οτιδήποτε έχει γραφτεί σε ξένη γλώσσα είναι και περιττό και άχρηστο και εχθρικό) τότε θα έπρεπε να μην κάνω άλλη δουλειά, και άλλη δουλειά δεν είχα.

   Πιο πολύ μού πάει λοιπόν να σάς βάζω μερικά κείμενα άλλων πού και πού (στο άλλο μπλοκάκι). Σάς βεβαιώνω (ειλικρινέστατα) ότι όταν σάς βλέπω να διαβάζετε αυτά τών άλλων με κέφι και να είσαστε και δημιουργικοί στα σχόλια που κάνετε χαίρομαι πολύ και τά ξεχνάω όλα : τό δίκτυο εδώ μού έδωσε δηλαδή τή δυνατότητα να καταλάβω ότι η χώρα αυτή είναι καλύτερη μπροστά στον κομπιούτερ της απ’ ό,τι μπροστά στον δάσκαλό της.

   Αυτοί όμως που θά ’θελαν να μέ σκυλοβρίσουν χωρίς άλλον λόγο πέρα από τό ότι δεν τούς είμαι και τόσο οικεία όσο οι αρλούμπες τής τηλεόρασης ή τά βιβλία που αγοράζουν με τίς εφημερίδες τους, και απ’ τά τοπ-τεν αυτών τών εφημερίδων, να ’ναι βέβαιοι, τούς βεβαιώνω εγώ και να μού ’χουν εμπιστοσύνη σ’ αυτό τό ζήτημα, ότι μόλις έστω και ένας καλός και (μη) αξιοπρεπής άνθρωπος γράψει σε μια εφημερίδα αμετροέπειες, αμέσως θα τίς εκτιμήσουν : δεν κατασκευάζονται όμως κριτικές σκέψεις και νοοτροπίες με τόν τρόπο αυτόν. Κι εμένα η ανάπτυξη τής κριτικής σκέψης μ’ ενδιαφέρει πέρα από τίς επιμέρους λεπτομέρειες τού ποιος σ’ αρέσει και γιατί. Ας είμαστε όλοι λοιπόν καλά προς τό παρόν, κι ας γράφουμε στο ιντερνέτ, στα σοβαρά ή για τήν πλάκα μας, κάνει καλό στην υγεία και είναι και καλή γυμναστική για τά δάχτυλα.

F986B0C8 - Αντίγραφοcopyright © 2oo9 hari stathatou for the text, the cat-photo and the initials : all rights reserved
τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489
τό γράμμα τού προυστ : από τήν έκθεση στο εβραϊκό μουσείο τής βιέννης τόν σεπτέμβριο τού 2οο9 με 8ο ανέκδοτα
χειρόγραφα τού marcel proust © der Kölner Bibliotheca Proustiana von Sammler und Kurator Reiner Speck

 

update [6 νοεμβρίου 2οο9] :
όσον αφορά τούς κριτικούς μας (και τήν αξιοπρεπή ανεξαρτησία τους) : τό είδα πρώτα στο no budget (που τό πήρε από τόν ΑΝεμο, που τό πήρε από τό media industry, να πάτε βέβαια και σ’ αυτά, γιατί και οι συζητήσεις έχουν (πολύ) ενδιαφέρον) : δείτε λοιπόν τήν χαριτωμένη εντολή προς κριτικόν και ενγένει δημοσιογραφούντα που κατά κακή τύχη βγήκε και πιο έξω : (έγινε στην “καθημερινή”, αλλά τά ίδια γίνονται παντού (δεν αμφιβάλλω ότι τώρα μέ πιστεύετε : πως έτσι γίνονται οι δουλειές γενικά : πρέπει να είναι φίλοι μας αυτοί, για να τούς δούμε (δηλαδή να γράψουμε γι’ αυτούς) λίγο…) εδώ απλώς έγινε η γκάφα) : εντολή δηλαδή αυτονόητη και συνηθισμένη προς τούς διανοούμενούς μας στον ημερήσιο και λοιπό τύπο (μόνο που ο αφηρημένος φωτοσυνθέτης, αφηρημένος διορθωτής, αφηρημένος συντάκτης  δημοσίευσε κιόλας τήν εντολή : “ΛΕΟ, δες το λίγο με τον Ζήρα, γιατί είναι φίλοι μας αυτοί” : δεν πιστεύω δηλαδή ότι υπεισήλθε άλλου είδους κίνητρο απ’ τή μεριά τού αφηρημένου – κι ας λέγεται ότι έχασε τή δουλειά του ο δύστυχος : οι εντολές αυτές πάνω στο χειρόγραφο είναι τόσο συνηθισμένη πρακτική, που ο άνθρωπος τή θεώρησε λογικά και γνωστή, και ηθική και νόμιμη, και ξεχάστηκε νομίζοντας ότι ήταν απλώς  μέρος τών ειδήσεων και οι εντολές – μη νομίζετε, είμαι κατά βάθος τής δουλειάς και ξέρω …) (Και φυσικά τό “είναι φίλοι μας αυτοί” δεν σημαίνει αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι λέει – για να ‘μαστε εξηγημένοι… Τό είναι φίλοι μας αυτοί μεταφράζεται : αυτή η επιχείρηση διαφημίζεται σε μάς και έχουμε γενικώς πολλές και ευχάριστες σχέσεις, συνεπώς ξεσκιστείτε να γράψετε καλά λόγια… : that’s how it goes… everybody knows… που λέει και ο φίλος μας)

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.